σημειωματαριο κηπων

23 Οκτωβρίου 2020

χρέη, ή περιπλάνηση εισπράξεων

 

 

 

 

Ενώ για μένα από την παντελώς απροκατάληπτη ηλικία του βρέφους θυμάμαι καλά ότι όλα ήταν έρωτας (ειπωμένος με μια λέξη γαλλική κιόλας, όπως θυμότανε η μαμά μου και μού διηγήθηκε μια φορά που είμαστε στις καλές μας ότι τής είχα πει πως ήθελα να είναι όλα τα πράγματα σ’ αυτή τη ζωή και κυρίως τής είχα πει ότι θέλω έτσι να μιλάει στις φίλες μου και τα άλλα αγόρια στη γειτονιά, και για κάποιον μυστήριο λόγο τότε το θυμήθηκα κι εγώ – και θυμήθηκα και κάτι άλλο που η μάνα μου ασφαλώς δεν ήξερε και ούτε επρόκειτο να καταλάβει ποτέ, ότι μ’ ενοχλούσε ο τόνος με τον οποίο μιλούσε στα φτωχά παιδιά με τα οποία παίζαμε στον δρόμο – αν και κυρίως τώρα με απασχολεί γιατί ήτανε αυτή η λέξη μ’ αυτόν τον γαλλικό τρόπο τότε ειπωμένη – όμως το εξηγώ διότι όλοι οι γείτονες κάνανε τους σπουδαίους και λέγανε διάφορα γαλλικά σε κείνη τη δήθεν ακριβή γειτονιά που ήτανε όμως πολύ φτηνή, άσε που η διπλανή μουτρωμένη κυρία που ήτανε και γαλλίδα δεν άφηνε ποτέ την κόρη της να κατεβαίνει να παίζει στον δρόμο μαζί μας, πρέπει λοιπόν να νόμιζα ότι μιλώντας γαλλικά θα με καταλάβαιναν περισσότερο, για κάποιους λόγους μυστήριους βέβαια) βέβαια για κάποιους ακόμα πιο μυστήριους λόγους τα λεφτά είχαν τεράστια σπουδαιότητα για τους μεγάλους – σε όλες τις γειτονιές όμως, κι αυτήν και τις μετέπειτα, κι αυτό δεν μπορούσα στην αρχή ιδίως να το καταλάβω : για μένα τα λεφτά ήταν αυτονόητα, για να παίρνουμε ζωγραφιές μπογιές τραίνα μπιστόλια κούκλες και άλλα δώρα. Όταν όμως έφυγα, τρέχοντας έξω φρενών μακριά από το σπίτι που τα προμήθευε όλ’ αυτά, άρχισαν όλα αυτά να γίνονται πολύ ενοχλητικά απαραίτητα. Έπρεπε να δουλέψω τότε δηλαδή αλλά δεν ήταν και τόσο απλό : είχα πάει να μείνω στον χαζό εραστή μου που τότε τον θεωρούσα ακόμα σπουδαίο, ο οποίος μού έβαζε όμως συνεχώς εμπόδια σε όλ’ αυτά : καμία δουλειά δεν ήταν τού επιπέδου μου, έλεγε – και της οικογένειας από την οποία προερχόμουνα – μα εγώ είχα φύγει απ’ αυτήν την οικογένεια – αλλά αυτός ήθελε να ξαναγυρίσω σ’ αυτήν την οικογένεια και να παντρευτούμε κιόλας : εγώ ήμουνα διά λόγους αρχών κατά του γάμου : αυτός ήτανε κομμουνιστής και συνεπώς κάθε άλλη επανάσταση ήτανε περιττή : έπρεπε να γυρίσω στην οικογένεια, να παντρευτούμε, και να πάρουμε τα λεφτά της.

Θυμάμαι λοιπόν ότι πριν χωρίσουμε τελειωτικά μ’ αυτόν τον πρώτο βλάκα τής ζωής μου (αν εξαιρέσουμε φυσικά τον πατέρα μου που ασφαλώς προηγήθηκε) έζησα μια αξιοπρόσεχτη εμπειρία :

Είχα βρει δουλειά σε μα εταιρεία στην οδό πανεπιστημίου : η οδός πανεπιστημίου δεν έχει σχέση με το πανεπιστήμιο, κι αυτό το λέω για τους αναγνώστες μου των ξένων γλωσσών μια που πιο πολύ θα διαβάζονται έχω την εντύπωση τα βιβλία μου, και αυτό ειδικά, αλλά και τα προηγούμενα, σε ξένες γλώσσες παρά εδώ που γράφω : ανέβηκα λοιπόν σε μια από τις πολύβουες και αντιπαθητικές πολυκατοικίες που ήταν τα γραφεία τους και θυμάμαι αμυδρά αυτούς τους συνηθισμένους πατρικούς άντρες που κάνουν τους ευγενείς ενώ από το χαμόγελό τους φαίνεται ότι κατά βάθος σε κοροϊδεύουν : μού είπαν ότι την πρώτη μέρα για να με δοκιμάσουνε θα μού αναθέτανε να κάνω κάτι εισπράξεις : ήταν ευγενέστατοι : μού δώσανε ένα πάκο χαρτιά, δεν θυμάμαι αν ήταν σε φάκελο ή χύμα – μού εξηγήσανε και διάφορα – βαριέμαι να τα λέω, τα κατάλαβα πάντως – όλη η ιστορία άρχισε μετά.

Το πιο αξιοπρόσεκτο όμως σ’ αυτήν την εμπειρία σήμερα είναι ότι δεν την θυμάμαι καλά : δηλαδή τη θυμάμαι και ποτέ δεν την ξέχασα, και μάλλον μού ξαναήρθε τότε που πέθαναν μερικοί στην οικογένεια (δηλαδή ο πατέρας μου, η μάνα μου θα ζούσε πολύ ακόμα) κι άρχισα να σκέφτομαι καταρρακτωδώς και ανεξήγητα όλα τα προηγούμενα – αλλά δεν τη θυμάμαι πάντως καλά : θυμάμαι όμως ασφαλώς ένα σύννεφο περιπλάνησης και την αθήνα εντελώς άγνωστη, γιατί έτσι κι αλλιώς δεν την ήξερα καλά, ήμουνα πολύ μικρή και πριν το σκάσω από το σπίτι μού κάναν ερωτήσεις και ελέγχους διαρκώς πού πάω και τί κάνω (εγώ ήθελα να βλέπω τούς εραστές μου και αυτό τούς ενοχλούσε κι εμένα μ’ ενοχλούσε το να τούς κρύβω, αυτούς τους άντρες που ενώ μού αρέσανε αυτοί ασχολούνταν μόνο με τα λεφτά τού μπαμπά μου, όπως έλεγε ο μπαμπάς μου) κι έτσι δεν μπορούσα να κυκλοφορήσω με όλη μου την άνεση, επομένως βρέθηκα τότε σε μια αθήνα όλη δικιά μου που όμως ήταν αδιόρατα εχθρική και ενοχλητικά απειλητική και απειλητικά άγνωστη.

Υποθέτω ότι έβαλα στην αρχή τα χαρτιά σε μια σειρά, από τις κοντινότερες διευθύνσεις στις πιο απόμακρες, αλλά δεν θυμάμαι πού το έκανα αυτό, κι αν έκατσα σε κάνα καφενείο αρχικά για να το κάνω ή το έκανα όρθια στον δρόμο, κι άρχισα μετά ν’ ανεβαίνω σε πολυκατοικίες και γραφεία για να εισπράξω αυτά που χρωστούσαν από πολύ καιρό αυτοί οι άνθρωποι, έτσι μού είπαν από το γραφείο, αλλά η πλάκα είναι ότι δεν θυμάμαι κιόλας τί ακριβώς πουλούσε αυτή η επιχείρηση, θα πρέπει να ήταν ηλεκτρολογικά  πράγματα πάντως, μηχανήματα, ίσως ψυγεία και οπωσδήποτε τηλεοράσεις – τα είχαν αγοράσει με δόσεις και χρωστούσανε δόσεις, αυτό ήταν το ζήτημα.

Στο σπίτι μου δεν αγοράζαν τίποτα με δόσεις, τα παίρναν όλα τοις μετρητοίς και έτσι τους έκαναν και έκπτωση, θυμάμαι καλά ότι μολονότι είχαν τα λεφτά, κάναν ολόκληρη συζήτηση για την έκπτωση, τους ενδιέφερε πολύ. Εγώ όλη τη διαδρομή την έκανα περπατώντας βέβαια, και βέβαια αργά και ψάχνοντας, και μάλλον ελαφρώς πανικόβλητη αλλά δεν έπρεπε να δείξω τον πανικό μου πουθενά ούτε σε μένα την ίδια εννοώ, απ’ τη μια γειτονιά στην άλλη κι έτσι από το εντελώς κέντρο, βρέθηκα ξαφνικά κατά το μεσημέρι στην άκρη του κόσμου στις πιο λαϊκές γειτονιές που υπήρχαν, και που τις είχα μόνο ακουστά, μερικές μάλιστα και σαν δυσοίωνους και απειλητικούς μύθους, τίποτ’ άλλο.

Αυτό το γεγονός, να χτυπάω πόρτες και να μού ανοίγουνε, το είχα ζήσει άλλη μια φορά στο σχολείο που μάς έβαλαν κατά ομάδες με τη συνοδεία ενός αστυνομικού και μιας νοσοκόμας να πάρουμε βοήθεια από όλον τον κόσμο για τον ερυθρό σταυρό, αλλά τότε άλλοι είχαν το πρόγραμμα της περιπλάνησης, κι εμείς απλώς ακολουθούσαμε, κι όταν άνοιγε μια πόρτα κοιτούσαμε γύρω τον χώρο να δούμε πώς ήταν το σπίτι, θυμάμαι έναν στριμμένο γέρο κύριο σ’ ένα σπίτι με καναπέδες που μας έδιωξε και μας έκανε διάλεξη κουνώντας το χέρι και φωνάζοντας για τους απατεώνες, αλλά τότε ήταν δουλειά του αστυνομικού και της νοσοκόμας να του απαντήσουν, εμείς απλώς χαζεύαμε και διασκεδάζαμε κοιτώντας μέσα πώς ήταν τα σπίτια, αυτός δεν μας άφησε να προχωρήσουμε όμως καθόλου από την εξώπορτα, αλλά θυμάμαι καλά το δωματιάκι στο οποίο μένανε δύο φτωχά παιδιά, το κορίτσι θυμάμαι κυρίως, σ’ αυτονών το σπίτι είχαμε μπει, και δεν ήτανε σπίτι ήταν ένα δωμάτιο κι είχε κι ένα τραπεζάκι με κάτι τρόφιμα πάνω, θυμάμαι ειδικά κάτι ψίχουλα σαν μόλις να ’χανε φάει, πολύ ταπεινά μάς δεχτήκανε, η στάση τους ήταν σαν να ντρέπονται ή σαν να ζητάνε και συγγνώμη, και αυτό το κορίτσι θυμάμαι μάς έδωσε κάτι – ή ίσως το αγόρι – πάντως το σπίτι δηλαδή το δωμάτιο ήτανε πολύ μικρό, όπως μπήκαμε όλο το τσούρμο μέσα το γεμίσαμε τελείως, και δεν ξέρω, μερικές ίσως δεν χωρέσανε κιόλας και μείναν έξω από την πόρτα, στο πλατύσκαλο, εκείνη η περιπλάνηση για λεφτά ήτανε διασκεδαστική, είχαμε γλιτώσει και το μάθημα κείνη τη μέρα και καθώς περιφερόμαστε στους δρόμους της αθήνας μιλάγαμε και γελάγαμε όλες μαζί, και με τον αστυνομικό και με την νοσοκόμα, ο αστυνομικός ειδικά φαινόταν να διασκεδάζει κι αυτός πάρα πολύ κι ήτανε συμπαθέστατος, και μολονότι αυτός κρατούσε το ύφος της παρέας και το κύρος της, ήτανε μικρός στην ηλικία και θα μού άρεσε σαν αγόρι αν δεν φορούσε στολή, δεν μ’ αρέσαν οι στολές, πάντως ήταν μια μέρα πολύ διασκεδαστική τότε σ’ αυτήν την περιπλάνηση για τα λεφτά, κι είχε ξεκινήσει μ’ έναν πολύ ερωτικό και μισοφωτισμένο τρόπο, μας στείλαν σ’ ένα κτήριο στην οδό αμερικής που ήταν σκοτεινό για να βρούμε η καθεμιά την ομάδα της νωρίς το πρωί, και θυμάμαι κοιταχτήκαμε ξαφνικά με μια μου συμμαθήτρια, με την οποία ώς τότε δεν είχαμε ιδιαίτερες σχέσεις, και ήταν σαν να κάναμε ερωτική εξομολόγηση η μια στην άλλη, και τότε εκεί μες στο μισοσκόταδο, που δεν είχα ιδέα γιατί ήταν έτσι σκοτεινά, αισθάνθηκα σαν ερωτευμένη, και ήταν μια ευτυχία αυτή η ανακάλυψη ότι δεν ήμουνα μόνη μου πια στην τάξη, τώρα όμως ήμουνα εντελώς μόνη κι έπρεπε να βρίσκω συγκεκριμμένα σπίτια γιατί δεν πήγαινα στην τύχη και ήμουνα μάλλον πανικόβλητη αλλά δεν υπήρχε περίπτωση να το δείξω πουθενά, φερόμουνα επισήμως σαν πολύ άνετη και έμπειρη, τούς μιλούσα ευγενικά, ήταν όλοι άντρες και κάναν ότι δεν ξέραν τίποτα, ήταν έκπληκτοι, τα ρίχναν στις γυναίκες τους όλοι και μερικοί πληρώσανε, μερικά χρέη τους από τις δόσεις ή όλα, δεν θυμάμαι τώρα, θυμάμαι μόνο ότι με κοιτάζαν κατάπληκτοι και υπογείως είρωνες, αλλά πολλοί πληρώσανε.

Και ήταν όλοι παντού άντρες, το θυμάμαι καλά, και μερικοί σε κάποια γραφεία θυμάμαι ότι με επεξεργαζόντουσαν σχεδόν απειλητικά, θυμάμαι τον τρόμο που ένιωθα από μέσα μου, και την ησυχία που έβγαζα απέξω μου, τον τρόπο που από την αρχή σχεδόν ενστικτωδώς εγκαινίασα να είμαι ευγενική και περίπου επιδεικτικά άσχετη, και με βοήθησε πολύ πιστεύω η εμφάνισή μου που ήταν η ίδια και στο πανεπιστήμιο και παντού με τα μπλουτζήν και τις αμερικάνικες πουκαμίσες που είχαμε βρει με τον φίλο μου τον κομμουνιστή ο οποίος μού είχε μάθει να ψωνίζω ρούχα φτηνά από τα μεταχειρισμένα αμερικάνικα κάπου στην πλατεία του δημαρχείου, και ήταν αυτές οι ωραίες πουκαμίσες που λες κι είχαν έρθει ήδη φορεμένες στο γούντστοκ κι έτσι φαινόμουνα σ’ αυτούς τους κυρίους αξιοπερίεργη και (όσο θα θέλαν) ακίνδυνη, και ενώ εγώ περπατούσα σ’ ένα τεντωμένο σκοινί, πάντως πολλοί μέ πληρώσανε, και ύστερα ήτανε μεσημέρι που βρέθηκα κοντά σ’ ένα ποτάμι και ήταν η πιο φτωχειά γειτονιά που είχα ακούσει ότι υπάρχει, στην πραγματικότητα βέβαια δεν την ήξερα και επειδή κάποια στιγμή νόμιζα πως έχω χαθεί (και συχαίνομαι φοβερά το να χάνομαι, γιατί μού δημιουργεί έναν πανικό) ρώτησα κάποιον στον δρόμο ποια περιοχή είν’ αυτή σάς παρακαλώ, και μού απάντησε πολύ καταδεκτικά και καλοσυνάτα κι αυτό με ηρέμησε, και ύστερα έγινε η ιστορία που θέλω να σού πω.

Δηλαδή βρήκα (ρωτώντας πάλι υποθέτω) τον δρόμο τού ανθρώπου που χρώσταγε, και σ’ αυτήν τη φτωχειά περιοχή τα σπίτια ήταν αραιά με χωματόδρομους ανάμεσα, και το σπίτι που ζήταγα ήταν με ένα μικρό κήπο και φαινόταν κάπως παλιότερο από τα άλλα, δεν ήταν όπως αυτά που συνηθιζόντουσαν τώρα μεσ’ στη χούντα τα δήθεν καινούργια αλλά πολύ φτηνά με τα μπαλκόνια σαν ταψιά, αλλά δεν είναι αυτό τώρα που θέλω να σού πω, αλλά το ότι στην περίπτωση αυτή έζησα για πρώτη φορά στη ζωή μου την ένωση τών χρόνων, και ναι μεν μπορεί αργότερα να την ξαναζούσα, αλλά αυτή η πρώτη φορά με άφησε κατάπληκτη – καταρχάς ήτανε το σπίτι μέσα, όταν άνοιξε η πόρτα, και ύστερα ο άνθρωπος που μού άνοιξε την πόρτα – ήταν σαν να ’χε μεταφερθεί ο χώρος αλλού, και ξαφνικά βρέθηκα με κείνες τις ωραίες γυναίκες τις φίλες τού πατέρα μου, πριν την πατήσει και παντρευτεί εκείνη τη χαζή τη μάνα μου, η οποία το μόνο που ήξερε ήταν να παπαγαλίζει και να μιμείται εκείνες τις έξυπνες γυναίκες αλλά από μέσα ήτανε ένα τίποτα, και σε τρία χρόνια αυτό είχε πλέον αποδειχτεί περίτρανα και έγινε και η αιτία όλων των προβλημάτων, το ότι από τα έξη μου κιόλας δεν χωρίζανε για το καλό μου και μ’ αναγκάσανε εμένα να φύγω για να μην τους βλέπω άλλο, και ξαφνικά είχα τώρα μπροστά μου μια απ’ αυτές τις ωραίες γυναίκες, τις μορφωμένες και έξυπνες, που με αγαπάγανε όλες τόσο πολύ, και το σπίτι της μέσα ήταν γεμάτο παλιά ακριβά έπιπλα, αντιπαθούσα τα φτηνά έπιπλα, κι όταν λέω ακριβά δεν εννοώ φυσικά αυτά με τα χρυσαφικά αλλά το αντίθετο, εκείνα που δεν κραυγάζουν ως πολύ πλούσια, αλλά εκείνα που είναι με φυσικό τρόπο πανάκριβα, όπως εκείνα που είχανε στο πρώτο σπίτι που ζούσαμε, πριν τα πετάξει η μάνα μου ως παλιά και πάρουνε τα πολύ πλούσια, εκείνον τον καναπέ αρτ–ντεκώ ή αρτ–νουβώ που χωνόμουνα όταν ήμουνα πολύ μικρή, και έβλεπα μέσα σ’ αυτό το σπίτι αυτά τώρα τα έπιπλα ακριβώς, και κάπου υπήρχε και μια κουρτίνα αντί για πόρτα γιατί δεν υπήρχε πουθενά πόρτα κι ήταν όλο το σπίτι ένας  μεγάλος χώρος κι ακριβώς μ’ αρέσανε πάρα πολύ οι κουρτίνες μέσα στο σπίτι, κι ο χώρος να ’ναι μεγάλος έτσι, αχανής και ζεστός, πολύ ζεστός, καθόλου χωρισμένος, κι αυτή η γυναίκα ξαφνικά με υποδέχτηκε σαν να ήμουνα μια πάρα πολύ σημαντική επίσκεψη, κι ήταν ντυμένη αν θυμάμαι καλά με κάτι μακριά πολύχρωμα ρούχα και ήταν ακριβώς όχι ευγενική αλλά αυστηρή, σα να μη χρειαζόμουνα ιδιαίτερες ευγένειες, και είχε δίκιο σ’ αυτό, οι πολλές ευγένειες έχουν κάτι το φτηνό, σαν να είσαι ο άρχοντας του χωριού εσύ και θεωρείς τον άλλον υποδεέστερο, και δούλο σου ή σκλάβο σου, και πήρε αμέσως τηλέφωνο την κόρη της, και τη μάλωσε με πάρα πολύ ωραίο τρόπο, που χρώσταγε λεφτά και έκανε το κορίτσι να έρχεται και να ταλαιπωρείται, με ποιο δικαίωμα κουράζεις την κοπέλα, και την αναγκάζεις να έρχεται δωπέρα, τής είπε ή κάτι τέτοιο

αλλά το πιο ενοχλητικό είναι ότι όσο περισσότερο το σκέφτομαι, τόσο περισσότερο το ξεχνάω (πράγμα που το ’χω ξαναπεί κάπου αλλού νομίζω ή το ’χω γράψει στο μπλογκ μου,  δεν θυμάμαι – και το πιο ενοχλητικό είναι ότι το ’χει γράψει και ο σάλινγκερ κάπου αυτό (εγώ έτσι τον λέω, γιατί μού θυμίζει σαλιγκάρι, αυτό σίγουρα το ’χω γράψει κάπου στο μπλογκ μου) αλλά είναι απ’ αυτά που δεν τα παρατάω επειδή τα ’χε πει κάποιος άλλος : τα σημαντικά δεν τα προδίνω με τίποτα – τα δευτερεύοντα, αν ανακαλύψω (εκ των υστέρων) ότι τα ’χει πει και άλλος, τα αποσιωπώ – δεν είναι ούτε ευγένεια, ούτε καλοί τρόποι, ούτε τίποτα : απλή βαρεμάρα : άμα κάτι δευτερεύον το ’χει πει ένας, δεν χρειάζεται να το πει και δεύτερος)

μού έκανε εντύπωση επομένως πόσο ήσυχα αν και πολύ διδακτικά μιλούσε στην κόρη της, μολονότι τη μάλωνε – ούτε κατά διάνοια δεν σκέφτηκα το σπίτι μου και το πώς μιλούσαν εκειμέσα, την κοιτούσα απλώς από μακριά, από δίπλα στην πόρτα, στο βάθος τού αχανούς αυτού χώρου, μάλλον κατάπληκτη, αν και ήσυχη, και σκέφτομαι ότι θα μπορούσα να τελειώσω εδώ αυτό το κεφάλαιο

ή να το συνεχίσω και να γίνει πολύ μεγάλο, λέγοντας τό πώς γύρισα στη βάση μου, το μεσημέρι, και το πώς οι κύριοι στην εταιρεία με κοιτάξαν κατάπληκτοι και μού χαμογέλασαν (σχεδόν γέλασαν κοροϊδευτικά θα έλεγα) που «έκανα (τόσες) εισπράξεις», και μετά η συνέχεια, στο σπίτι τού χαζού κομμουνιστή που με έπρηξε με το μαλακό, για να με καταφέρει, πως «δεν ήταν αυτή δουλειά» («για μένα»)

μετά να επεκταθώ στη σχέση μου μ’ αυτόν, και το πώς μού έβαζε εμπόδια στη σχέση μου με την τότε φίλη μου που τον ήθελε, και μού κρατούσε κακία που τον είχα εγώ, και μια φορά μάς έκανε εκείνη την παλιανθρωπιά με την παρανομία στην οποία είχαμε μπλέξει, και που ουσιαστικά ήτανε σαν να μάς κατέδωσε στην ασφάλεια (για να μάθουμε να μην κάνουμε βλακείες, γιατί εμείς παίζαμε, κι αυτοί πάντα την πληρώνουν – οι παλιοί, και σοβαροί, κομμουνιστές)

αλλά τώρα μού ’χει κολλήσει από ώρα, καθώς τα γράφω αυτά, ένα τραγούδι που λέγαμε στο σπίτι μου μικρά, δηλαδή το έλεγε ένα κοριτσάκι της γειτονιάς φτωχό που το συνεισέφερε με καμάρι στις βλακείες μας εμάς των υπολοίπων που μέναμε στους πάνω ορόφους και κάναμε τους σπουδαίους

 

ψέμματα ψέμματα  φταίω εγώ που σ’  έμαθα
να περπατάς στις γειτονιές να λες πως μ’ αγαπάς
κι αν μ’ αγαπούσες
και πιθυμούσες

 

(και το καταλαβαίναμε και γελάγαμε, το κοριτσάκι που το έλεγε υποκλινόταν περήφανο κι ήταν πολύ φτωχό, σήμερα μόνο ακριβώς δεν μπορώ να καταλάβω τίποτα απ’ ό,τι το τραγουδάκι λέει : ποια ήταν τα ψέμματα).

 

 

 

(απο το ανεκδοτο μυθιστορημα «φούρλα»)

 

 

 

φωτογραφια henri cartier–bresson
επανω : σκηνη απο παλια ελληνικη ταινια

 

 

 

 

 

 

19 Σεπτεμβρίου 2020

στάμος : ροζακί και ρόθκο γωνία

 

 

 

 

μ’ αρέσουν οι μαυρόασπρες φωτογραφίες, μάλιστα κατά τη δικιά μου, καθόλου αξιοσέβαστη, αισθητική μόνο οι μαυρόασπρες φωτογραφίες είναι πραγματικές φωτογραφίες, όπως και μόνο οι μαυρόασπρες ταινίες είναι πραγματικό σινεμά – αλλά μη μού ζητήσεις να σού εξηγήσω τόν λόγο γιατί δεν έχω ιδέα, και μάλλον θα ’πρεπε να γράψω καμιά πεντακοσαριά σελίδες για ν’ αρχίζω να έχω την παραμικρή ιδέα περί αυτού και εγώ

όμως οι φωτογραφίες πρέπει κατά την αποκλειστικά δικιά μου γνώμη να θυμίζουν εκείνο το «πίνω χυμούς κι ονειρεύομαι φρούτα» που διάβαζα μικρή, κι έχω ξεχάσει και ποιανού είναι, με την έννοια ότι έχουν μια σχέση μ’ αυτό που δείχνουνε φυσικά, αλλά και μ’ αυτό που κρύβουνε – μ’ αυτό που πίνεις αλλά και μ’ αυτό που υπήρξε, ζωντανό, πριν πιεις

από αυτήν την άποψη δεν μπορείς να ζητάς από τη φωτογραφία να εμφανίζει αυτό που δεν μπορείς να δεις, ή δεν θέλεις κιόλας να το δεις καμιά φορά, ακόμα κι αν είναι ζωντανό μπροστά σου

και, από την άλλη, τί άλλο είναι η φωτογραφία (και μάλιστα μια μαυρόασπρη ωραία φωτογραφία) από ένα σύνολο γραμμών και οριζόντων που υπήρξαν κάποτε ζωντανά, σκόρπια μέσα σ’ έναν αχανή χώρο, και τα οποία με την καθήλωσή τους, εξαιτίας τής θέλησης και μόνο ενός άλλου, σταθεροποιούνται μ’ έναν τρόπο σχεδόν εκβιαστικό

αυτό ίσως εξηγεί γιατί μια φωτογραφία με σταφύλια και σταφυλοπαραγωγούς, ενός αρμένη φωτογράφου τη δεκαετία του ’30  (the books’ journal, τεύχος 108, άρθρο γιώργου ζεβελάκη για το ροζακί σταφύλι) εγώ την είδα σαν μια φωτογραφία με δυο φίλους (και άλλους πολλούς, κρεμασμένους σαν τσαμπιά γύρω τους και πίσω τους) μιας αμερικανίδας φωτογράφας τη δεκαετία του ’50

αλλά ο λόγος που μού θύμισε η μια φωτογραφία την άλλη δεν είχε να κάνει με τα τσαμπιά :

αρχικά είναι εκείνη η φοβερή, και σχεδόν ανεξήγητη, ομοιότητα στο στήσιμο, τη γωνιά δηλαδή υπό την οποία ο φωτογράφος σταθεροποίησε (και ακινητοποίησε) το σύνολο – των ανθρώπων του σταφυλιού απ’ τη μια – των ανθρώπων της ζωγραφικής απ’ την άλλη : μεσολαβούν κάπου είκοσι χρόνια μεταξύ τους – και μάλιστα χρόνια κρίσιμα όσο δεν παίρνει – γιατί ο αρμένης φωτογράφος (γκαραμπέτ αγαμπατιάν) στην κρήτη, μετά από έναν παγκόσμιο πόλεμο νομίζει ότι όλα πια θα ’ναι (για πάντα) ειρηνικά και συνεπώς μπορεί να θαυμάσει τον κόπο τών ανθρώπων και την αγάπη τους για τα σταφύλια – ενώ η αμερικανίδα στη νέα υόρκη, μετά κι από έναν δεύτερον παγκόσμιο πόλεμο πλέον, είναι μάλλον υποψιασμένη για το γεγονός πως τίποτα δεν είναι σταθερά και μονίμως ειρηνικό ούτε σίγουρο, κι έτσι αφοσιώνεται στον θαυμασμό της για κάποιους θυμωμένους που αφαιρούν από το βλέμμα τους τις λεπτομέρειες της φύσης (και των σταφυλιών, και της οργής τους, και της γλυκύτητάς τους, και της λεπτής τους φλούδας (όπως λέει και το άρθρο του γ.ζ.)) και κατέρχονται στο από μέσα της με βάση ακριβώς και μόνο τον θυμό τους : όπως είπανε και για τον θεόδωρο στάμο κάποτε : δεν ζωγραφίζει την πέτρα, ζωγραφίζει το εσωτερικό τής πέτρας

έτσι η φωτογράφος εδώ λοιπόν δεν βλέπει και δεν ακινητοποιεί μόνο την ομάδα των (οξύθυμων ή) θυμωμένων (των διαιωνισμένων irascibles), αλλά αναδεικνύει, επιθετικά κι αυτή σχεδόν, το εσωτερικό της : κι όπως ο άλλος, με τα σταφύλια, βάζει μπροστά–μπροστά τους δύο, ν’ αντικρίζονται και να περιβάλλουν τα φρούτα (και όλη τη φύση από την οποία ζούνε) σχεδόν προστατευτικά (κι όλοι οι άλλοι πίσω – άνθρωποι και σταφύλια – να απομακρύνονται με έναν σχεδόν τριγωνικό τρόπο), έτσι κι αυτή βάζει μπροστά–μπροστά τούς δύο σημαντικότερους της ομάδας, τον ρόθκο δηλαδή και τον στάμο, ν’ αντικρίζονται με όλη τους την αγάπη και τον θυμό, κι οι άλλοι ν’ απομακρύνονται τριγωνικά όλοι μαζί κι αυτοί πιο πίσω, αγαπώντας όλοι πάντως τον θυμό από τον οποίο ζούνε, έναν θυμό επί της φύσης την οποία αρνούνται να δουν απλά και εξωτερικά και με αφέλεια

κι όμως, πόση αφέλεια δεν κρύβει αυτή η αγάπη του ρόθκο προς τον στάμο – και τούμπαλιν – εκείνη την εποχή : και πόση αφέλεια δεν κρύβει η γελαστή επιθετικότητα τού στάμου που πατάει με το πόδι του το σκαμνάκι, και κυρίως προτείνει πάνω απ’ όλα το δεξί του πόδι σαν έτοιμο να δώσει κλωτσιά –

μια κλωτσιά την οποία αρνήθηκε στην πραγματικότητα να δώσει σε κείνους που πραγματικά την αξίζανε, και που προσπαθούνε, χρόνια τώρα να τον σβήσουνε απ’ αυτή τη φωτογραφία

 

 

 

 

 

μ’ αρέσει να σκέφτομαι πως η φωτογραφία αυτή, αντίθετα από τους μιμητές της (γιατί η συγκεκριμμένη φωτογραφία, αντίθετα ίσως από όλες τις άλλες φωτογραφίες πιθανόν παντού, είχε όχι απλώς αντίγραφα, αλλά μιμητές) να σκέφτομαι λοιπόν ότι αντίθετα με τις μιμήσεις της, που χτίστηκαν πάνω στην αυστηρά πειθαρχημένη δομή τού πρωτότυπου, η εντελώς πρωτότυπη φωτογραφία αυτή χτίστηκε από τη nina leen πάνω σ’ ένα δίπολο αυθορμητισμού μεν τών όσων φωτογραφίζονταν, αλλά και πειθαρχίας μαζί προς την ποιητική της διορατικότητα

αλλά ενώ ο αρμένης φωτογράφος είναι υπεύθυνος, όχι μόνο για το τελικό καδράρισμα, που οδηγεί τους ανθρώπους των σταφυλιών σε μία σχεδόν τριγωνική απομάκρυνση από το αρχικό καφάσι με τά φρούτα, αλλά και για την επιλογή κατά πάσα πιθανότητα των δύο προσώπων μπροστά–μπροστά που θα συμβολίσουν έμπρακτα την αγάπη για το έργο της γης τους – η ρωσοαμερικάνα που σκέφτηκε (χωρίς να ξέρει τον αρμένιο (υποθέτω ευλόγως)) ένα παρόμοιο καδράρισμα τριγώνου (με κορυφή του πίσω και ψηλά την μοναδική γυναίκα της παρέας των 15 θυμωμένων, την έντα στερν) μπορεί κιόλας καθόλου να μην συμμετείχε στην ιεράρχηση με τους δυο φίλους μπροστά : τον ρόθκο, κατηφή ως συνήθως και περίπου ανέκφραστο, δεξιά – και τον στάμο, σχεδόν χαρωπό καίτοι «οξύθυμο», σχεδόν γεμάτον από τη χαρά της ζωής και της τέχνης (τους) στα αριστερά, απέναντι από τον φίλο του, σχεδόν έτοιμον να κλωτσήσει τους πάντες, όσους δεν σέβονταν την πρωτοποριακή ματιά (τους), όπως ακριβώς έλεγε και το μανιφέστο των 15 που μόλις είχαν υπογράψει εναντίον τού μουσείου μοντέρνας τέχνης και της συμβατικής του λογικής :

μπορώ να δω τότε σε κάποιες εκλάμψεις ολοζώντανα το παρελθόν της φωτογραφίας (αυτό που πάντα μ’ αρέσει να εφευρίσκω, όταν κοιτάζω φωτογραφίες μαυρόασπρες σαν ακριβώς πίνοντας τον χυμό τους να ξαναφέρνω μπροστά στα μάτια μου το όνειρο της πραγματικότητας που ατίθαση πολυδιάστατη και σχεδόν ασύλληπτα αχανής προϋπήρξε) κι έτσι λοιπόν βλέπω ή υποψιάζομαι, ότι ακόμα κι αν η νίνα λην διάλεγε εκείνη, και όχι οι ίδιοι οι οξύθυμοι, να κάτσουνε μπροστά–μπροστά οι δύο φίλοι – ο ένας σχεδόν πενηντάρης κι ο άλλος (ο μικρότερος της παρέας) ούτε καν ακόμα τριαντάρης – δεν ήταν όμως σίγουρα αυτή υπεύθυνη για το ότι ο στάμος τράβηξε κοντά του ένα σκαμνάκι για να βάλει θρασύτατα πάνω του το ένα του πόδι, καθώς το άλλο θα πεταγόταν μπροστά, έτοιμο, το είπαμε ήδη, για επίθεση : ο στάμος, σαφώς, ανέλαβε πιστεύω μόνος του να ενσαρκώσει να συμβολίσει και να ολοκληρώσει οπτικά, την εικόνα του θυμού, ολονών τους

και μάλλον αυτό αργότερα δεν του συγχώρεσαν : το σκάνδαλο πάντως θα ξέσπαγε είκοσι χρόνια ακριβώς μετά, με την αυτοκτονία του ρόθκο

και πάντως είναι σίγουρο ότι ο θλιμμένος λετονός, αναχωρώντας, μόνο αυτό δεν είχε θελήσει : να πληγώσει τόσο σκληρά τον φίλο του : κι όμως, αυτό δεν τον εμπόδισε, με την αυτοχειρία του να πυροδοτήσει τη μεγαλύτερη ιστορία οικογενειακής  και πανεθνικής υστερίας στην ιστορία της (αμερικανικής, ασφαλώς – δεν νομίζω ότι θα μπορούσε να γίνει κάτι τέτοιο στην καθημάς ευρώπη – διατηρώ δηλαδή κάποιες ελπίδες περί αυτού) τέχνης

φυσικά, αυτοκτονώντας κάποιος υποθέτω ότι δεν σκέφτεται τους άλλους παρά μόνο τον εαυτό του, όμως ο κατηφής λετονικής καταγωγής αμερικανός στα δεξιά της φωτογραφίας υπολογίζω ότι ελάχιστα υπολόγισε πως κόβοντας τις φλέβες του και φροντίζοντας να αφεθεί για τα υπόλοιπα η κληρονομιά του στις φροντίδες τού στ’ αριστερά τής φωτογραφίας αμερικανού ελλαδικής καταγωγής φίλου του, τού έσκαψε ένα τεράστιο λάκκο

στον οποίο δεν θα έπεφτε μόνο ο ίδιος ως θεόδωρος στάμος, ο νεότερος των θυμωμένων, και εμβληματικά καθισμένος στ’ αριστερά της ιστορικής πλέον φωτογραφίας (ιστορικής, όσο κι αν θέλουν να την εξαφανίσουν) ζωγράφος, αλλά και η ίδια η ζωγραφική του – η οποία θα έφτανε σε μια από τις πλέον παράλογες δίκες στην ιστορία της τέχνης (και εξαιτίας τού μίσους προς τον πατέρα τους δύο παιδιών) να γίνει μια δίκη τόσο άδικη και βλακώδης ώστε να καταλήξει σε δικαστή ο οποίος δεν ζυγίζει απλώς την οικονομική ζημιά των παιδιών από τον οικονομικό διακανονισμό του πατέρα τους, και τις τελευταίες του επιθυμίες, όταν ήταν ακόμα εν ζωή, αλλά να κατρακυλήσει ανερυθρίαστα και σε δικαστή που θα αγόρευε από καθέδρας επί της αξίας τής ζωγραφικής – τού απέναντι καθισμένου, και ακόμα ζωντανού, φίλου του

 

 

 

 

 

 

είναι σαφές, για όποιον διαβάσει την ιστορία όπως την έγραψε ο david levine, γιος τού έτερου συνδιαχειριστή της κληρονομιάς του ρόθκο (μαζί και μ’ έναν τρίτο, δικηγόρο άνευ αδείας και στην πράξη λογιστή, που, όπως φάνηκε, ήταν μάλλον ο μόνος που ήξερε τι έκανε όταν κανόνιζε την ιστορία με την περίφημη γκαλερί μάρλμπορο) ότι ο ρόθκο δεν ήταν σπουδαίος πατέρας – ήταν μάλιστα για την ακρίβεια μάλλον αποτυχημένος εντελώς, σαν πατέρας

όπως περιγράφει την «υπόθεση ρόθκο» ο γιος τού καθηγητή ανθρωπολογίας morton levine στο αβανγκαρντίστικο περιοδικό triple canopy (τριπλό σκέπαστρο και τέντα και τριπλός ουρανός, έτσι, όλα μαζί) η κέϊτ η κόρη τού ρόθκο είχε ακόμα ζώντος του πατέρα της εκφράσει το μίσος της τόσο γλαφυρά ώστε να του πει ότι μισεί (και) τη ζωγραφική του, σε αγαστή αρμονία (και συμφωνία) με την ερώτηση που τού είχε κάνει κάποτε «γιατί δεν μπορείς να κάνεις κι εσύ μια δουλειά όπως όλος ο κόσμος»

φυσικά δεν είναι υποχρεωτικό τα παιδιά να καταλαβαίνουν τον πατέρα τους, ούτε απαγορεύεται, άπαξ και κερδίσουν μια δίκη και μερικά εκατομμύρια να δηλώσουν (με θαυμαστή, για το ποιόν τους και τη συγγένεια με τον πατέρα τους, διαφάνεια) ότι «η τέχνη είναι μπίζνες»

δυστυχισμένες ιστορίες, αναμφίβολα – και, μεταξύ μας, ποτέ δεν κατάλαβα γιατί αποφασίζουν μερικοί καλλιτέχνες να κάνουν παιδιά – εκτός κι αν δεν το αποφασίζουν οι ίδιοι – πράγμα καθόλου επίσης απίθανο : θα μπορούσαμε να αναρωτηθούμε τότε γιατί αποφασίζουν να παντρευτούνε : ο ρόθκο σίγουρα δεν ήταν ευτυχισμένος στον πρώτο του γάμο – ήταν πάντως μάλλον ευτυχισμένος στον δεύτερο, απ’ τον οποίο μάς έμειναν οι απόγονοι – που τού έκαναν (έκαναν δηλαδή, όχι μόνο σ’ αυτόν, προσβάλλοντας τη διαθήκη του, αλλά και στον φίλο του) τη μεγαλύτερη ζημιά πού μπορούσαν

ο david levine, γνωστός για τα σκίτσα του, μια ζωή ολόκληρη, στο new york review of books, ενδιαφέρθηκε να πει την ιστορία βέβαια από τη μεριά τού πατέρα του : το απομνημόνευμα είναι εκτενέστατο (και βρίσκεται εύκολα στο διαδίχτυ) και – πέρα από το ότι είναι προσηλωμένο στη μνήμη τού καθηγητή λεβίν – τα όσα αναφέρει για τον στάμο, και την δυστυχισμένη εμπλοκή του στην υπόθεση, είναι ήπια, διαφωτιστικά, άκρως πολιτισμένα

δεν υπάρχει καμμιά αμφιβολία ότι τα παιδιά μισούσαν τον πατέρα τους και ότι η δεκαετής δίκη δεν έγινε τόσο για τά λεφτά όσο για να τιμωρηθούν οι τελευταίες του επιθυμίες και κυρίως οι φίλοι του, και κυρίως ο στάμος – δεν υπάρχει επίσης καμμιά αμφιβολία ότι τα παιδιά είχαν ένα δίκιο να μισούν τον πατέρα τους, και όχι επειδή τα αποκλήρωσε και τα άφησε στον δρόμο, γιατί δεν έγινε αυτό (ο ρόθκο είχε φροντίσει να τα εξασφαλίσει οικονομικά, απλώς είχε φροντίσει επίσης οι πίνακές του να πάνε στο ίδρυμα που ’χε φτιάξει – κατά πάσα πιθανότητα η κουβέντα της κέϊτ ότι μισούσε τη ζωγραφική του δεν ξεχάστηκε ποτέ) : από αυτή την άποψη η κατηγορία ότι η γκαλερί στην οποία δόθηκαν τα έργα υποτίμησε την αξία τους έχει όλα τα στοιχεία μιας τραγικής και κωμικής ειρωνείας μαζί

 

 

 

 

 

 

τα ενδοοικογενειακά δράματα είναι συνηθισμένα και εν πολλοίς κατανοητά : πολύ περισσότερο που τα παιδιά που μισούν τους γονείς τους όπως σού ξαναείπα, έχουν μια εξαιρετικά μεγάλη προσκόλληση στα χρήματα : δεν σού κάνει λοιπόν εντύπωση, η σχεδόν κωμική ένταση τών τραγωδιών, όταν ένας ζωγράφος που δοξάζει τη ζωγραφική των παιδιών, δεν μπορεί να συνεννοηθεί με τα παιδιά του : το μεγαλύτερο λάθος όμως του ρόθκο, κατά την καθόλου ταπεινή μου άποψη, ήτανε πως θεώρησε ότι ο στάμος θα το ’χε ευκολότερο να τα βγάλει πέρα με τα επιχειρηματικά, τα ιδρύματα και τα χρήματα, που ο ίδιος αντιπαθούσε : ποιος του ’πε ότι ο στάμος ως  ζωγράφος δεν ήτανε εξίσου ανίκανος μ’ αυτόν να καταλάβει τη βλακεία του κόσμου ;

(όταν το δικαστήριο τού επιδίκασε τα εκατομμύρια σαν αποζημίωση για τις δήθεν ατασθαλίες του, τού πήρε και το ωραίο τούβλινο σπίτι του στη νέα υόρκη, με τον όρο ότι μπορούσε να μείνει εκεί ως ένοικος, όσο ζούσε – και μπορεί μεν να αποσύρθηκε στη λευκάδα, και εκεί να πέθανε, ο θάνατός του όμως έγινε ακαριαία γνωστός στους ενδιαφερόμενους απογόνους : ο υιός κρίστοφερ όρμησε και μπήκε αμέσως να εγκατασταθεί εκειμέσα, όπως  λέει χαρακτηριστικά και ο david levine στο triple canopy

εξάλλου, όπως λέει μια άλλη μαρτυρία σ’ ένα άλλο περιοδικό (πήρα ελαφρώς φαλάγγι τώρα δηλαδή τα περιοδικά ξεκινώντας από τη διαιώνιση μιας κλωτσιάς, αλλά αυτά μάλλον συμβαίνουν) εκτός από το η τέχνη είναι μπίζνες που διακήρυξε η κέϊτ μετά τη δίκη, είπε και το άλλο αποφθεγματικό και περίπου ιστορικό : «οι καλλιτέχνες νομίζανε πάντα ότι είναι υπεράνω αυτών όλων – ο πατέρας μου ήταν αφελής από αυτή την άποψη» (περιοδικό people, 12 δεκεμβρίου 1977, αφιέρωμα (στα μεθεόρτια της δίκης) με τίτλο «θυμωμένη θυγατέρα»)

(στο ίδιο άρθρο είναι που αναφέρεται και η σχετική ανάμνηση του στάμου ότι η κέϊτ έλεγε πολλές φορές στον πατέρα της «δεν μπορείς να κάνεις κι εσύ μια δουλειά σαν όλους τους άλλους ; »)

(άσε που, και κατά την ανάγνωση της διαθήκης (ο στάμος κατά το ίδιο άρθρο θυμάται πως) η κέϊτ ανακοίνωσε «δε θέλω τίποτα, πετάχτε τα όλα» (διαταγή και επιθυμία φυσικά συζητήσιμης εγκυρότητας, αφού ούτε αυτή ούτε ο κρίστοφερ δεν αναφέρονταν πουθενά στη διαθήκη του μπαμπά τους) : έτσι μιλάνε όμως τα εξαμερικανισμένα τέκνα δεύτερης γενιάς – και ενίοτε και τα παιδιά των μεγάλων ζωγράφων – και άμα σού λέω ότι μερικοί άνθρωποι δεν πρέπει να κάνουν παιδιά, να με ακούς)

το άρθρο βέβαια τού people έχει τη λογική να αναφερθεί στον στάμο ήρεμα, προσπερνώντας τη μετέπειτα παναμερικανική υστερία που έπεσε πάνω του με βάση ένα σαφώς αμερικανικής έμπνευσης θρησκευόμενο family matters – γιατί το σκάνδαλο με τον στάμο, αν υπήρξε (που υπήρξε κατεξοχήν και αποκλειστικότητα ως σκάνδαλο εναντίον του στάμου) εκφράστηκε κυρίως με τη μορφή τής, άκρως πουριτανικής και άκρως αντικαλλιτεχνικής, νοοτροπίας των αμερικανών ανθρώπων της τέχνης

 

***

 

γιατί, ακόμα κι αν ο στάμος ήταν ο μεγαλύτερος απατεώνας κλέφτης αιμομίκτης παιδόφιλος και δολοφόνος, από πού κι ώς πού (και κυρίως : από πότε) αυτό θα αφαιρούσε και θα μείωνε την αξία της τέχνης του ; εκτός κι αν οι αμερικανοί τεχνοκρίτες (πράγμα το οποίο προς το παρόν δεν έχει περιπέσει στην αντίληψή μου) έχουνε σβήσει από την ιστορία και κάτι μούτρα σαν τον καραβάτζιο ή τον ρέμπραντ, και κάτι άλλους ψιλούς, και δεν θέλουνε να τους ξέρουνε, δεν τους βλέπουνε, δεν τους χαίρονται, δεν τους εκτιμούνε, και αν ήταν στο χέρι τους θα τους είχανε κιόλας κάψει

το «σκάνδαλο» κράτησε πάντως – αλλά η φωτογραφία εκδικείται – έχει κρατήσει κι αυτή : κι όσες απομιμήσεις της γίνανε, ένα πράγμα, πέρα από το τριγωνικό καδράρισμα, διαιώνισαν με επιμονή και μονίμως :

έξω αριστερά, τον στάμο, νεότερο από τους νεότερους, γεμάτον γέλιο (κρυφό) για το μέλλον και έτοιμον να κλωτσήσει τον χρόνο ολόκληρο : γιατί, εντέλει, ο χρόνος αυτός δεν ανήκει μόνο στον φίλο του απέναντι δεξιά, που του ’κανε την καρδιά περιβόλι (με σταφύλια ή χωρίς) : του ανήκει, επίσης, ολοκληρωτικά, με όλο του το κέφι, και όλη του την τέχνη ώς την θλίψη και την κατάθλιψη – η κλωτσιά αυτή έμεινε, γιατί ήταν δικιά του – ζωγραφική και ιδέα και πράξη.

 

δημοσιευμένο στο the booksjournal τεύχος 111, σεπτέμβριος 2020

 

 

 

 

 

 

οι φωτογραφίες :

επάνω αριστερά : η φωτογραφία του γκαραμπέτ αγαμπατιάν, 1938
επάνω δεξιά : η φωτογραφία της νίνας λην, της 24ης  νοεμβρίου του 1950, όπως δημοσιεύτηκε στο περιοδικό life στις 15 ιανουαρίου του 1951
οι 15 irascibles (οξύθυμοι) όπως ονομάστηκαν οι μετέπειτα αφηρημένοι εξπρεσιονιστές ύστερα από την ανοιχτή τους επιστολή προς τον πρόεδρο τού μητροπολιτικού μουσείου τέχνης της νέας υόρκης, με την οποία αρνούνταν να πάρουν μέρος στην έκθεσή του american painting today, το 1950 :
πρώτη σειρά, καθισμένοι αντικριστά οι theodoros stamos (με την περίφημη επιθετική του στάση) και mark rothko
δεύτερη σειρά : jimmy ernst, barnett newman, james brooks
τρίτη σειρά : richard pousette–dart, william baziotes, jackson pollock, clyfford still, robert motherwell, bradley walker tomlin
τελευταία σειρά : willem de kooning, adolph gottlieb, ad reinhardt
στην κορυφή όρθια η hedda sterne.

 

στη μέση :

φωτογραφία τού θεόδωρου στάμου στο άρθρο τού david levine «matter of rothko» στο ψηφιακό περιοδικό triple canopy

παραλλαγές και μιμήσεις – με τη στάση τού στάμου, επίμονα να διαιωνίζεται, ως φετίχ σύμβολο και τοτέμ τής αμιγώς καλλιτεχνικής άρνησης : τρεις φωτογραφίες τού timothy greenfield–sanders με τίτλο «the new irascibles», 1985

 

 

 

 

 

 

23 Αυγούστου 2020

ο fortuna : μικρή συνεισφορά στην απεχθή και δημοφιλή κουλτούρα των παραπόνων

 

 

 

 

προσωπικα δεν παραπονιεμαι ποτέ – θεωρω μαλιστα τα παραπονα και την κλαψα εξοχως εξευτελιστικη συμπεριφορα : εγω, αμα δε μ’ αρεσει μία κατασταση, τη σβηνω απ’ το οπτικο μου πεδιο και εξαφανιζομαι

το να παραπονιεσαι το θεωρω περα απο πολυ γελοίο, και απολυτως ματαιο : αν ο αλλος μπορουσε να διορθωθει μεσω των παραπονων σου, θα ηταν ηδη πολυ καλυτερος, και σοφοτερος, απο τον ανθρωπο που προκαλεσε (με τη συμπεριφορα του) εκεινη τη δυσφορια που θα σε οδηγουσε (αν ησουν παραπονιαρης) στο παραπονο

σαν καθε ανθρωπος ομως με καποια πειρα, πλεον, στη ζωη, εχω καταλαβει οτι το ειδος του παραπονιαρη ειναι παρα πολυ συνηθισμενο

κι ολοι πρεπει να ’χουμε γνωρισει ανθρωπους που παραπονιουνται συνεχως, και μαλιστα με θρασος

θα ’λεγα μαλιστα οτι το θρασος ειναι και το πιο απαραιτητο αξεσουαρ στο εκνευριστικο οπλοστασιο του παραπονούμενου

ενα αλλο χαρακτηριστικο τους ειναι να νομιζουν οτι ετσι κανουν ολες : ο παραπονιαρης δηλαδη, οπως καθε ανθρωπος με εξευτελιστικα και απεχθη ελαττωματα, οχι μόνο δεν εχει επιγνωση τού πόσο εξωφρενικα ενοχλητικος ειναι, αλλά δεν εχει και επιγνωση της συνολικης πραγματικοτητας – νομιζει πως παραπονουμενος ανηκει δικαιως στην ανθρωποτητα που διεκδικει τα δίκια της, ενω συγκαταλεγεται στα πιο ενοχλητικα της κατακαθια ή περιττωματα

ξεχωριζεις ετσι δυστυχως αμεσως – αλλά, δυστυχως, οχι και τοσο (οσο θα ’πρεπε) αμεσως – τους ανθρωπους που συνεχεια θα σού ζητανε, με το που θα γνωριστειτε να πουμε

για να συμβαλω στο δοκιμιο αυτο με ενα παραδειγμα απο την προσωπικη μου ζωη, οταν ημουν μικροτερη ειχα παρει υπο την προστασια μου καποια υπαρξη μονιμως παραπονουμενη οτι ητανε στερημενη και της παρειχα οποια βοηθεια μού ζητουσε στις σπουδες που μετα βασανων εκανε : ειχε μαθει να ζηταει δε, συνεχως, επιμονως και με θρασος πολυ (η επιεικεια προς καποιους ανθρωπους ειναι εγκληματικη – το λεω αυτο προς γνωσιν και συμμορφωσιν, διοτι τους εξαχρειωνει) :

επειδη ητανε λοιπον και βαρετος ανθρωπος και δεν προσφερε τιποτα στη συζητηση ποτέ, καποια φορα που μου ζητησε τη γνωμη μου για εναν συγγραφεα θυμαμαι οτι της ειπα «αλλη φορα μιλαμε γι’ αυτον, δεν εχω κεφι σημερα, βαριεμαι» : ειμαστε δυστυχως στη μεση του δρομου αλλά αυτη χαλασε τον κοσμο : «με ποιο δικαιωμα βαριεσαι ; » φωναξε αρκετες φορες με φωνη στεντορεια

πραγμα που με φερνει στο επομενο μου παραδειγμα, απο την ευρυτερη επισης προσωπικη μου εμπειρια : εναν λουμπεν επιχειρηματια, φιλον καποιου φιλου, τον οποίον βλεπαμε καποτε συχνα για λογους που δεν ειναι της παρουσης : αυτος ητανε το ειδος του ανερχομενου μικροαστου που θα παταγε επι πτωματων για να βγει απο τη σχετικη του φτωχεια, και να γινει οπως ηθελε πλουσιος (το απεδειξε στο μελλον περιφημα, δηλαδη τα καταφερε και το πετυχε) : εκεινη την εποχη λοιπον, οντας ακομα φτωχαδακι, ανεβαινε προς τα βορεια μολις ανοιγε η σαιζον και πουλουσε σουτιεν κυλοτες και καποτες (κατα τα λεγομενα του) στους τουριστες που κατεβαινανε απο σλαβομακεδονια και λοιπα βαλκανια

κατι εγινε (πολιτικο) καποια χρονια και οι τουριστες (ειτε εκβιαζοντας, ειτε οντως μη μπορωντας) δεν κατεβηκανε : εγινε εξω φρενων – και θυμαμαι οτι η συχνοτερη επωδος του ητανε «και με ποιο δικαιωμα δεν κατεβαινουνε αδελφε ; με ποιο δικαιωμα μού στερουν εμενα τα λεφτα μου ; »

φριχτο αθλιο κι αφανταστο να το φανταστεις : ομως αυτο ελεγε

 

 

 

 

πραγμα που με οδηγει στο επομενο μου ανεκδοτο – το οποίο ειναι οντως ανεκδοτο, αλλά το βρισκω να ταιριαζει πολυ – προκειται για την ιστορια των παλιων συμμμαθητων που συναντιουνται μετα απο χρονια και ο ενας εχει φτιαχτει κι εχει λεφτα κι ο αλλος ειναι στο δρομο και τελειως αφραγκος

και τον λυπαται ο πλουσιος και κανονιζει να του δινει καθε μηνα ενα ποσό και ο αλλος το παιρνει και περναν τα χρονια

και καποτε ο ευεργετης ενημερωνει τον ευεργετουμενο οτι το ποσο τωρα θα μειωθει λιγο, γιατι ετοιμαζεται να παντρευτει να κανει οικογενεια και θα εχει επιπλεον εξοδα, και

«μπα» του λεει ο αλλος «και στην πλατη τη δικια μου μωρε θα παντρευτεις και θα κανεις παιδια ; »

ο fortuna

για να εισελθω λοιπον και στα επαγγελματικα μου : ο συγγραφεας που ειναι ασημος και αγνοειται απο τους πολλους ειναι τυχερος, απο πολλες αποψεις, διοτι γλιτωνει και τις περιδιαγραμματου αποψεις και τις κριτικες που σιγουρα θα τον εκνευριζανε

δεν γλιτωνει ομως παντοτε απο θαυμαστες

σε μια τετοια περιπτωση καποιος μου ζητησε καποτε να του δωσω ενα βιβλιο, πραγμα το οποίο μαλλον αφελως εκανα

οταν το κάνεις αυτο (το λεω για τους ασχετους για να μαθαινουνε) δεν περιμενεις σωνει και καλα επαινους, περιμενεις ομως το ελαχιστο αυτονοητο, να σου πει δηλαδη ο αλλος καποια στιγμη οτι το διαβασε

στην περιπτωση αυτη ο αλλος παντως εξαφανιστηκε απολυτως για ενα χρονο

θεωρησα το γεγονος ενδιαφερον και περιμενα να δω (με επαγγελματικη δηλαδη σχεδον περιεργεια) τι θα γινει

ε λοιπον ο αλλος εμφανιστηκε μετα απο ενα χρονο, ειπαμε, και ρωτησε τοτε παραπονουμενος ευθεως : «τι εγινε βρε καθικι γιατι χαθηκες ; »

η τυχη μπορει να ειναι συζητησιμο δωρο, αλλά το θρασος του παραπονούμενου δωρο ασυζητητι δημιουργικο.

το κλειδι

παντως (και για να τελειωνω) καποτε ειχα την τυχη να κανω παρεα με εναν εξαιρετικα μπασμενον στα πραγματα τυπο, που ηξερε περιπου τους παντες και τα παντα : με κουβαλαγε σε διαφορες παρουσιασεις και λοιπες τετοιου τυπου εκπολιτιστικες εκδηλωσεις, κι εγω πηγαινα (εχω κι εγω τις ενοχες μου για τις ηλιθιοτητες που ’χω κανει) και αυτος μού γνωριζε διάφορους διασημους συγγραφεις

παρ’ ολο που (ομολογω ευθαρσως οτι) δεν διαβαζω αυτα που γραφονται απο τους συγχρόνους μας, καποιους απ’ αυτους αναγκαστικα τους ηξερα γιατι ολοι μιλουσαν γι’ αυτους, γραφαν γι’ αυτους, τους διναν βραβεια, γινονταν μπεστσελερ, και καπου επαιρνε το ματι μου κι εμενα καποια προταση απο καποιο διηγηματακι, ή και καποιο διηγηματακι ολοκληρο

για εναν τετοιον, που ο,τι ειχα δει δικο του ηταν εξωφρενικα ασημαντο αλλά ολοι με επιμονή ασχολουνταν μαζι του, ρωτησα σε μια τετοια βεγγερα λοιπον τον ξεναγο μου : «πώς γινεται βρε αδερφε και τον επαινουνε ολοι αυτον αφου ειναι τελειως ντενεκες» «α, δεν τα ξερεις καλα» μου απαντησε αυτος αμεσως «η μεθοδος ειναι στα παραπονα τα οποία εκφραζει δια τηλεφωνου : τους παιρνει ολους με τη σειρα και τους πρηζει μολις βγαλει βιβλιο, κλαιγεται και παραπονιεται ικετευει και χτυπιεται κι αν δεν του γραψουνε, εστω και μια κουτσουλια ο καθενας, δεν τον ξεφορτωνονται.»

θα μπορουσα να πω τελειωνοντας οτι καποιοι εχουμε τυχη βουνο, αν και οχι αναγκαστικα σωστη σκληροτητα αποφασιστικοτητα ή κριση : διορθωνομαστε ομως.

 

 

 

επανω φωτογραφια του καρτιε–μπρεσσον, κατω χαρακτικο του γκογια

 

πρωτη γραφη περσι στο φεϊσμπουκ

 

 

 

 

 

 

8 Απριλίου 2020

ελοΐζα, μίλενα, αυταρχικοί εραστές και αγαπημένες εγγράμματες

 

 

 

 

 

(ή αλλιως : η σωτηρια του ερωτα)

 

μερες εγκλεισμου σαν κι αυτες μπορουμε να στρεφομαστε στο παρελθον το παρον και το μελλον μας αδιακριτως

δεν εχω ομως σκοπο να μετατραπω και σε ανθρωπο σχολαστικο : αυτo που θελω να πω συνοψιζεται κυριως σε μια  προταση : ουτε ιχνος πολιτισμου (στον συγκεκριμμενο πλανητη) χωρις μαλακια

αλλά ας το παρω απο την αρχη : εν αρχη ην ο καφκα, που τον γνωρισα σχετικα νωρις – στα ελληνικα αρχικα, κι υστερα (αρκετα νωρις παλι) βρηκα τα «γραμματα στη μιλενα» στις εκδοσεις φισερ – κι ηταν ο γοητευτικοτερος καφκα αυτος (για τα γουστα μου) γιατι ητανε ενας ανθρωπος (παρα πολυ, φαινοτανε ακουγοτανε γραφοτανε) ερωτευμενος

αλλά ας το παρουμε κι αυτο απ’ την αρχη : ποτέ δεν επαψα να εχω μια ενοχή διαβαζοντας αυτα τα γραμματα – γιατι δεν γραφτηκαν για να τα διαβασω

αυταρχισμος του «πολιτισμου» μας πρωτος : γραφουμε τη θεληση του άλλου στα απαυτα μας – ειδικα αν ο αλλος πιστευουμε οτι εχει κανει κατι σημαντικο στη ζωη του

αυταρχισμος δευτερος – ο σημαντικοτερος, γιατι εχει πιο μακροπροθεσμες συνεπειες – και τον ξεχναμε ακομα προθυμοτερα : εχουμε τα γραμματα του καφκα γιατι η μιλενα τα εσωσε – δεν εχουμε τα γραμματα της μιλενας γιατι ο καφκα δεν τα εσωσε

μιλωντας για διασωσεις και σωσίματα θα πεταχτω αναγκαστικα και στην ελοΐζα – μολονοτι αυτην την γνωρισα πολυ αργοτερα – αλλά πρωτα παμε στις διασωσεις, και τους ζοφερους θανατους των δύο συγχρονων μας : ομως, πόσο ζοφερες  ειναι, εκει, και οι διαφορές :

εκεινος δεν κλειστηκε ποτέ σε στρατοπεδο συγκεντρωσης – πεθανε (ευτυχως) απο την αρρωστεια του – και τα χαρτια του μειναν αθικτα, και ασφαλη, στο σπιτι του – συνεπως οταν παραγγειλε στον φιλο του να τα καψει, εκεινος ειχε ολη την ανεση ή τη δυνατοτητα να τα διατηρησει (κι αυτο εκανε, για το καλο μας (εκανε και κατι μικρολογοκρισιες που βγηκαν προσφατα, αλλά γι’ αυτο θα πουμε – επειδη ειναι γενικοτερο φαινομενο κι αυτο πολιτισμου και πουριτανισμου και αυταρχισμου – σε αλλη αναρτηση : εκει που θα ψαξουμε τις ομοφυλοφιλες διαθεσεις του καφκα (θυμαμαι τωρα ας πουμε αυτο, κατα προσεγγιση) : «δυο αγορια στην παραλια ξαπλωμενα πανω στην αμμο : τα περνας μόνο με τη γλωσσα»)

το θεμα εδω ομως που μας ενδιαφερει ειναι οτι στα χαρτια του καφκα τα αντιστοιχα γραμματα της μιλενας δεν βρέθηκαν – αρα ο ιδιος ο καφκα τα ειχε καψει, ή πεταξει, οσο ζουσε και ηταν καλα στην υγεία του / για το οτι φροντιζε παντως σχολαστικα για τα παντα που τον ενδιεφεραν δεν εχουμε καμμια αμφιβολια, γιατι (πολυ μετα τον χωρισμο τους) εστειλε στη μιλενα ολα τα ημερολογια του (να τα φυλαξει κι αυτα…)

εκεινη δεν ηταν αρρωστη – και δεν ηταν ουτε και εβραια – ενω ειχε την τυχη που κανονικα θα περιμενε εκεινον : εζησε στο στρατοπεδο (αν και πεθανε απο «αλλη» αρρωστεια εκει – δεν προλαβανε να την εξαερωσουνε – εχουμε μαλιστα τη ζωη της ως εγκλειστη, απο την μαργκαρετε μπούμπερ νόϋμαν που επεζησε, και τα εγραψε)

συνεπως μπορουμε μετα βεβαιοτητος να πουμε οτι η μιλενα αφησε τα χαρτια της ταχτοποιημενα στο σπιτι της : και μεσα σ’ αυτα ηταν τα γραμματα που της ειχε στειλει (επι δυο χρονια περιπου, τοσο κρατησε αυτο) ο καφκα (περιττο να πουμε οτι σώθηκαν ολα και (ευτυχως) και τα ημερολογια)

επομενως σ’ αυτην χρωσταμε την αλληλογραφια τους – που την εχουμε ομως φυσικα μισή – διοτι ο καφκα καταστρεψε τα δικα της γραμματα, ειπαμε, δυστυχως και κριμα (αυτο ομως βασικα αφορουσε γενικως, και τελικως και αρχικως μόνο τον ιδιο, εμεις δεν παιζαμε σ’ αυτο το παιχνιδι, ουτε μας ηξερε ουτε τον ενδιαφεραμε – ουτε και ειχε φανταστει οτι μπορει να ενδιαφερομαστε : η πραξη της καταστροφης ητανε ενας αυταρχισμος, και μια σκληροτητα ή μια βοηθεια, του ιδιου προς τον εαυτο του, ενας τροπος να λυσει ενα προβλημα που τον βασανιζε, και αποφασισε να το ξεχασει)

αν η μιλενα ηταν – και πόσο, και, κυριως πώς – ερωτευμενη δεν το ξερουμε, εχουμε μόνο τις απαντησεις του καφκα στις περιγραφες της, και εχουμε και τις ελαχιστες φρασεις της οπως τις ξαναγραφει ο ιδιος σε μερικα γραμματα, κυριως για να παραπονεθει οτι τον παρεξηγει ή – σπανιοτερα – για να θαυμασει καποια της διατυπωση – συνηθως γραμμενη στα τσέχικα : τοτε της απανταει κι αυτος στα τσεχικα

αυτη η επιστροφη της μιλενας στη μητρικη τους γλωσσα εχει, παρεμπιπτοντως, κατι το ειρωνικα ξενο μεσα στην αλληλογραφια, κατι που ειναι ομως απο απλα χρησιμο εως οντως συγκινητικο, και κυριως κατι που εικονογραφει με μια ξαφνικη πολυχρωμια τη σχεση τους : τα τσεχικα ειναι μια ταυτοτητα την οποία ο καφκα απωθει και την οποία η ιδια αναμφισβητητα οχι απλως υποστηριζει αλλά και πολυ αγαπαει : αλλωστε γνωριστηκανε καθως εκεινη αποφασισε να μεταφρασει εργο του στα τσεχικα (οταν καπου βρηκε δημοσιευμενο το διηγημα ‘ο θερμαστης’) / αυτη ηταν και η πρωτη μεταφραση εργου του καφκα σε οποιαδηποτε ξενη γλωσσα /

θυμαμαι ας πουμε τωρα μια μεταγραφη που του στελνει της λεξης επιθυμια, λαχταρα («sehnsucht») στη μητρικη τους, εκδοχη που εκεινος επαναλαμβανει και ειναι καπως σαν «τούχα», λεξη που εμένα μού πηγαινει περισσοτερο προς την «καυλα» – χωρις να εχω ιδεα απο τσέχικα, παντως*

την τριπλη αυτη παντως σχεση του καφκα με την πατριδα του και τη γλωσσα του (και τον εβραϊσμο του) σε σχεση με τα γερμανικα την περιγραφει επαρκεστατα ο ελιας κανεττι**

απ’ αυτον μαθαινουμε (αν θελουμε να το δουμε, ο κανεττι δεν το τονιζει ιδιαιτερα) οτι το κατεξοχην θυμα του καφκα ηταν οχι η μίλενα αλλά αναμφισβητητα η φελίτσε : η οποία ουτε ερωτευμενη ηταν αρχικα ουτε τιποτα, ο καφκα κατι ειδε οταν την γνωρισε και αποφασισε να φτιαξει αυτην την ιστορια (η σχεση τους κρατησε μια πενταετια και περιελαβε και δυο αρραβωνες – και φυσικα και μια «δικη», οπως την  περιεγραψε δημιουργικοτατα ο κανεττι)

η αυταρχικοτητα αυτου του υπερευαισθητου (παιδιου ενος αυταρχικοτατου πατερα) αναδεικνυεται λοιπον ευκολοτερα μεσα ακριβως απο τη σχεση του με την πρωτη του αγαπημενη – στη σχεση με τη μιλενα δυσκολευομαστε να τη δουμε, οχι ομως οτι δεν τη βλεπουμε και καθολου – υπαρχουν εξαρσεις, κυριως οταν θεωρει οτι παρεξηγειται, οπου μεσα απο την θερμή ερωτευμενη μορφη τού περιπου εφηβου ξεπροβαλλει ξεδιαντροπα ο μπαμπας του (θυμαμαι τωρα εκεινα τα «μη μου γραφεις αλλο» και «σταματα να γραφεις» που ισορροπουν ειρωνικα αμηχανα και περιπου τραγικα με τα «το γραμμα σου η ευτυχια» και τα «δεν κοιμηθηκα, αντι να κοιμηθω σε διαβαζα»)

ισως βεβαια ο καφκα, οταν εφτασε να γνωρισει τη μεταφραστρια του, να ειχε παρει καποια μαθηματα στο μεταξυ – ή ισως η νοοτροπια της μιλενας (ανηκε σε κυκλους φεμινιστριων και ηταν σαφως, περα απο διαβασμενος, και χειραφετημενος ανθρωπος) να μην του αφηνε πολλα τετοια περιθωρια για (εντελει πολυ χοντρες) χοντραδες : ισως γι’ αυτο εξαλλου την ερωτευτηκε τοσο πολυ, κι ισως γι’ αυτο εξαλλου δεν την κερδισε κιολας ποτέ (ειναι χαρακτηριστικο για να μην πω και θλιβερο, οτι η κατεξοχην αιτια συγκρουσεων μεταξυ τους, το γεγονος δηλαδη οτι εκεινη δεν θελει να παρει διαζυγο απο τον αντρα της, λυνεται ως δια μαγειας δυο χρονια μολις μετα το τελος της αλληλογραφιας τους, τοτε που η μιλενα και χωριζει τον αντρα της, και παντρευεται εναν αλλον)

(παρενθετικα : ουτε της φελιτσε «σωθηκε» κανενα γραμμα – ο καφκα τα καταστρεψε κι αυτα – τα δικα του ομως παλι (πανω απο 500), οπως και η μιλενα ετσι και η φελιτσε θα τα εσωζε : θα τα ’παιρνε μαζι της στην αμερικη οπου θα καταφευγανε με τον, μετεπειτα και εκείνης, αντρα (ηταν, αμφοτεροι αυτοι, εβραιοι), και εκει, στη νεα υορκη, οταν βρεθηκε σε οικονομικη αναγκη θα τα πουλουσε σ’ εναν αμερικανο εκδοτη (αναμφισβητητα και παλι για το καλο μας)

(παρενθεση δευτερη : συμφωνα με τον κανεττι, μετα τη δίκη που υπεστη απο τους συγγενεις τής φελιτσε (και η οποία δίκη τον οδηγησε τελικα στη διαλυση του πρωτου αρραβωνα (θα επακολουθουσε ομως πολυ συντομα ο δευτερος)) ο καφκα σ’ ενα μηνα μεσα, αρχισε τη συγγραφη της δικής του «δίκης» : το παραθυρο που ανοιγει ξαφνικα εδω, οδηγει σαρδονια σε μια ολοκαθαρη θεα του λαβυρινθου απο την ανω–κατω ζωη στην ανω–ανω τεχνη)

(παρενθεση τριτη, και τελευταια : ο πιο εκτεθειμενος και λιγοτερο αυταρχικος (ή, απο μια αλλη αποψη, ο περισσοτερο (αν και καλυτερα κρυμμενος) αυταρχικος) καφκα, παντως, βρισκεται στο «γραμμα στον πατερα» : αυτο κι αν γραφτηκε για να μην το διαβασω – δεν γραφτηκε για να το διαβασει καν ο «πατερας» – οσο κι αν αυτο δεν ειναι και εντελως αληθεια : το «γραμμα στον πατερα» ανηκει σε κεινα τα γραφτα οπου διακρινεις στην ιδια την αρχη του τα λοξοδρομισματα τού απολυτως συνειδητού εργου τεχνης : γραφεται για συγκεκριμενο προσωπο το οποίο την ιδια στιγμη σβηνεται και καταργειται, καθως την ιδια παλι στιγμη βλεπεις να ορθωνει το αναστημα του μπροστα στον γραφοντα ο παγιος – και μοναδικος του – αναγνωστης : ο εαυτος του / και φυσικα ενω το γραμμα αυτο ο καφκα δεν το ’στειλε ποτέ, ουτε το πεταξε ουτε και το εκαψε ουτε και το εξαφανισε, παρα το κρατησε σχολαστικα στα χαρτια του).

(και μια εξομολογηση : και καθε φορά που διαβαζω αυτον τον μονολογο του καφκα μεσα απο τη μιση σωζομενη αλληλογραφια με τη μιλενα, και κοιταω και τα κειμενα της μιλενας που εκεινη δημοσιεψε οσο ζουσε, πρωτον μεν συνειδητοποιω καλυτερα πόσο εντελως ανομοιοι ειναι οι ανθρωποι, δευτερον πόσο δυσκολα ειναι τα πραγματα οταν αυτες οι ανομοιοτητες αποφασισουν να αλληλοερωτευτουν, τριτον δε (και το πιο ενδιαφερον για μενα) ειναι οτι – συμφωνωντας με την μιλενα – και βλεποντας την ολοζωντανη μπροστα μου, και συνδεοντας την ακριβως με αλλες γυναικες που εχω δει ολοζωντανες μπροστα μου, και εχοντας ακουσει την, πρακτικη και φεμινιστικη και λογικη φωνη της, να βγαινει με τους ιδιους περιπου ηχους απο τα δικα τους στοματα / συμπασχοντας δηλαδη απολυτως με την μιλενα / – διαπιστωνω οτι υφισταμαι ξαφνικα μια μεταλλαξη : χανω ξαφνικα το φυλο μου, και γινομαι εκεινος ανευ ορων : παραβλεπω τις σπαραχτικες του χοντραδες και πιανω την καρδια μου καθως τον βλεπω να καθεται στο τραπεζι του και να ετοιμαζεται να βαλει τα χερια του πανω σε αγραφα χαρτια.)

 

 

 

 

αν ομως μιλαμε για σωσιματα κειμενων, οφειλουμε να θυμηθουμε, πρωθυστερα ελαφρως ισως, αλλά πρωτα και κυριως την ελοΐζα – και σ’ αυτην επομενως να παμε τωρα καθυστερημενα, κανοντας μια επιστροφη περιπου χιλια χρονια πισω : η ελοΐζα λοιπον – και, στην περιπτωση αυτη, παρεμπιπτοντως μόνο ο αβελαρδος – : «παρεμπιπτοντως» οχι γιατι δεν εχει, και αυτος, σημασια, αλλά γιατι χωρις την ελοΐζα δεν θα τον ειχαμε ουτε αυτον ολοκληρον (θα ειχαμε μονο ο,τι θα ηθελε αυτος να μεινει απο την ιστορια – θα ειχαμε δηλαδη μια οχι απλως φτωχη αλλά και φτηνη και ευκολη εκδοχη της ιστοριας – της «δυστυχισμενης του ιστοριας», οπως επεδιωξε να την συντηρησει στον αιωνα ο ιδιος ως historia calamitatum)

θα ’ταν δηλαδη ενα κειμενο που εγραψε ενας αντρας στα 54 του χρονια (αυτο δεν θα πειραζε), ευρισκομενος ομως αλοιμονο πολυ μακρια πλεον απο τον ερωτα – στον οποίο θα απαντουσε θυμωμενα αλλά και απολυτως λογικα, εκεινη – και αυτη θα ηταν η ερωτικη «ιστορια» που για (πολλους) αιωνες θα ειχαμε μόνο, απο τους δύο :

τα οχτω δηλαδη γραμματα που ανταλλαξανε μεταξυ τους (πεντε εκεινού, τρια εκεινής), οταν ηταν πια χωρισμενοι, και ειχαν κλειστει και οι δυο ο καθενας στο μοναστηρι του (να υπενθυμισω οτι η ελοΐζα καμμια διαθεση δεν ειχε να καταληξει εκει, της το επεβαλε εκεινος – οπως της ειχε επιβαλει και τον καταστρεπτικο οπως αποδειχτηκε, και για τους δυο τους, γαμο) αυτα τα οχτω γραμματα θα ηταν για αιωνες το μοναδικο στοιχειο που θα ειχαμε απο την ιστορια τους

και θα ηταν μια ιστορια που θα την χρωματιζε το ανοικονομητο, και αλαζονικο, κειμενο εκείνου («ημουνα τοσο σπουδαιος τοσο νεος και τοσο ωραιος που ειχα οποιαν ηθελα, δεν τιθενταν θεμα να μ’ απορριψει καμμια»)

και δευτερευοντως μόνο η θυμωμενη και κατα διαλειμματα απαντηση εκεινής

η οποία εκλαιγε και θρηνουσε με σπαραχτικους λυγμους (εικονα που παραδιδει ευθαρσως ο ιδιος ο αβελαρδος) κατα την τελετη που χειροτονηθηκε καλογρια, καθως σηκωνε ψηλα το ευαγγελιο

αυτη που  δεχτηκε αυτη τη φυλακη μόνο και μόνο για να τον ευχαριστησει : φανταζομαι οτι φανταζοταν πως ηταν η τελευταια πραξη ευχαριστησης που μπορουσε να του προσφερει – κι ας ειχε κανει ολα τα λαθη εκεινος και κανενα λαθος αυτη

κι αυτη που του ειχε πει, εγκαιρως, «προτιμω να ειμαι πουτανα παρα παντρεμμενη / η σκροφα σου παρα η συζυγος σου»

και φυσικα εκεινη που στο πρωτο της γραμμα θα τον ρωτουσε, καθολου σαν καλογρια : «Ενα πραγμα πες μου. Αν μπορεις. Γιατι απο τοτε που μπηκαμε κι οι δυο στα μοναστηρια, που ηταν μια δικια σου αποφαση, με αγνοησες και με ξεχασες τοσο, που να μη μου δινεις ουτε μια μικρη βοηθεια μιλωντας λιγο μαζι μου οταν ερχοσουν εδω, ουτε την παρηγορια ενος γραμματος οταν δεν ερχοσουν ; »

(το αν μπορεις δειχνει βεβαια πόσο θυμωμενη ητανε, και πόσο συγγραφαρα ητανε : δεν τη φυλακιζεις ετσι μια ελοΐζα, κι υστερα να μην της κανεις ουτε μια επισκεψη στη φυλακη, οταν πας και επισκεπτεσαι τον δεσμοφυλακα ευχαριστως : εκεινη φυσικα και δεν ειχε καμμια δουλεια να κλειστει εκει μεσα, ειχε τον γιο της να φροντισει – κι ομως το ’κανε, για να του δωσει μια τελευταια ικανοποιηση, οτι αποκλειομενος αυτος απ’ τον ερωτα, αυτη δεν θα ’βλεπε αλλους : Αν μπορεις, λοιπον, απαντησε της.)

και φυσικα ηταν εντελει αυτη που θα τού εγραφε το ανειπωτο : «στο κελι μου μεσα στο μοναστηρι συνεχεια βλεπω με τη φαντασια μου τον ερωτα που καναμε τοτε στην εκκλησία.»

προσωπικα, αν μου επιτρεπετε, δεν ξερω ανα τους αιωνες, μεγαλυτερη – και γενναιοτερη – ομολογια πραγματικα ερωτικης μαλακιας απο αυτην.

 

 

 

«κι ετσι τα κανω ολα στα ιδια μερη μαζι σου, κι ουτε στον υπνο μου δεν τα γλιτωνω» (και στην καθωσπρεπει γλωσσα των επιστημονων αυτο λεγεται αυτοερωτισμος (σελ. 67))

 

 

η ελοΐζα ειναι λοιπον σαφες οτι ειχε μυαλο και θαρρος, και δεν ητανε επουδενι η υποταγμενη μικρη ερωτευμενη, οπως θελησαν μεσαιωνες και αναγεννηση να την σταθεροποιησουν σαν εικονα – απο το πρωτο της γραμμα ηδη τού το θυμισε : «προτιμουσα εγω τον ερωτα απο τον γαμο, την ελευθερια απο τα δεσμα»

(το θαρρος εκείνου βεβαια το συζηταμε, αν υποτεθει οτι ειναι θαρρος να επιζεις μετα απο μια τετοια τιμωρια – κι αν ειναι θαρρος να τα σβηνεις ολα για να επιζησεις : «δεν ενιωσε ερωτα γι’ αυτην ποτέ, ο,τι υπηρχε μεταξυ τους ηταν μόνο λαγνεία», ειχε την ετοιμοτητα συνεπως αργοτερα να διακηρυξει – αλλά μια αποστροφη προς καθε τι σωματικο συνοδευει σιγουρα και ώς τα σημερα τους παντες : αυτος ο αυταρχισμος και η συνοδευτικη εκ των υστερων περιφρονηση προς τον ερωτα, επιζει ακομα και σ’ οσους δεν εχουν παρει χαμπαρι δηλαδη οτι κατι τούς εχει αποκοπει και, πιθανως, τούς λειπει)

(και μη μου πει κανεις οτι ειχε υποστει τετοιο πληγμα ο αβελαρδος, που δικαιολογουνταν να επιδειξει τωρα αυταρχισμο και κακους εως την απολυτη γαϊδουριά, τροπους – γιατι τους ειχε κι απο πριν : μερικες φορές πηδηχτηκανε ενω εκεινη δεν ηθελε ή δεν μπορουσε – ισως γιατι ειχε περιοδο (καποιες απο τις παρεξηγησεις τους την εποχη των ραβασακιων, προερχοντουσαν μπορει (το υποστηριζουν και οι ερευνητες) απ’ αυτο) : και ενας φιλοσοφος της τοσο αδιαπραγματευτης λογικης (υποστηριζω εγω, που δεν ξερω παρα μόνο τη δική μου ζωη) μπορουσε να βαλει τη φιλοσοφια υποτιθεται πανω απ’ τ’ αρχιδια του / αλλά ας φυγουμε απ’ αυτην την εποχη της δυστυχιας : παμε λοιπον στα ραβασακια.

 

 

 

 

 

η σωτηρια του ερωτα

 

τριακοσια χρονια μετα τη μεσαιωνικη ιστορια τού 1100, εχοντας μπει δηλαδη για τα καλα στην αναγεννηση, ενας καλογερος συγγραφει εγχειριδιο επιστολικης τεχνης (συνηθιζονταν τοτε αυτα : πώς ξεκινας ενα γραμμα, πώς χαιρετας, πώς αποχαιρετας, κλπ) / ο ανωτερω λοιπον μοναχος johannes de vepria, κατα τις ερευνες του το 1471 στο μοναστηρι τού clairvaux, πεφτει πανω σ’ ενα χειρογραφο οπου παρατιθεται ο, μαλλον ερωτικος, διαλογος δυο ατομων – και αρχιζει να αντιγραφει τις προσφωνησεις και τους χαιρετισμους τους για το δικο του βιβλιαρακι – ωσπου στην πορεια γινεται κατι καταπληκτικο : ο μοναχος μας παρασυρεται απο το περιεχομενο της αλληλογραφιας κι αρχιζει να αντιγραφει μεγαλυτερα αποσπασματα – εχει ηδη πειστει οτι προκειται για εραστες κι ετσι, μετα απο καθε γραμμα βαζει σε παρενθεση το φυλο τού γραφοντος : (mulier) αν το γραμμα ειναι της γυναικας, και (vir) αν αντιγραφει απο γραμμα τού αντρα : ουτε ονοματα υπαρχουν, ουτε ιχνος προσπαθειας ανευρεσης των προσωπων πισω απο τα γραμματα, και πολλες φορες ο βέπρια δεν διακρινει καλα πού τελειωνει το ενα γραμμα και πού αρχιζει το άλλο : σημαδι οτι αντιγραφει απο ενα χειρογραφο που τα εχει ολα τροπον τινα κολλημενα και συνεχομενα (αλλωστε ενας φανατικος για γραμματα μοναχός ητανε, με οχι ευκαταφρονητες παντως φιλολογικες φιλοδοξιες – οι ειδικοι θαυμαζουν τη σχολαστικοτητα του)

ο βέπρια, που αντεγραψε συνολικα 113 αποσπασματα, επιγραφει τελικα το ολο κεφαλαιο τού βιβλιου του «απο τα γραμματα δυο εραστων» (‘ex epistolis duorum amantium’)

(η ανακαλυψη της historia calamitatum ειχε γινει νωριτερα, σχεδον στην εκπνοη του μεσαιωνα οπως τον ξερουμε, εκατο χρονια μολις μετα τη συγγραφη της και απο τους δύο, και ειχε χρησιμοποιηθει σαν υλικο για διαφορους μεσαιωνικους ερωτικους μυθους επη και κυκλους – απο κει μάς ειχε μεινει το ονομα των δύο – αλλά μάς ειχε μεινει και μια μισή, πώς να το κανουμε, αντιληψη γι’ αυτην την ιστορια : το βαρος ειχε πεσει στις δυστυχιες του αβελαρδου, και η ελοΐζα ειχε μεινει σχεδον αφελης, περιπου αχρωμη, μαλλον απεχθης, και ασφαλως παρεξηγουμενη – (δεν ηταν, μεταξυ μας, και πραγματα αυτα που εγραφε, εκει στα τρια της (αρκετα εκτενη) γραμματα («μας βλεπω να πηδιομαστε μεσα στην εκκλησία» και «προτιμουσα να ’μαι η πουτανα σου», καθολου ωραια, ουτε κατανοητα πραγματα αυτα, ουτε για τον μεσαιωνα ουτε για την αναγεννηση – ουτε και για σημερα θα ’λεγα αν μου επιτρεπετε))

τα ραβασακια ομως (που οδήγησαν σ’ εκεινα τα 113 αποσπασματα) ηταν μια εντελως αλλη ιστορια – κι αυτη η ιστορια εχει και πλακα και ενδιαφερον – γιατι δειχνει πολυ ζωντανα πώς ζωντανευουνε οι νεκροι : και απο ποση τυχη αποτελειται η περιωνυμη αντικειμενικοτητα της ιστοριας

πριν παμε ομως στην ανακαλυψη των ραβασακιων (που εγινε σχετικα στα χρονια μας) και στα (οσα απ’ αυτα) μας εσωσε ο βεπρια (και μεχρι σημερα δεν εχουμε άλλα), θελω να πω κατι :

αυτο που εκανε η ελοΐζα, καθως αντεγραφε και κρατουσε (για την ιδια – να μην το ξεχναμε ποτέ αυτο) τα ραβασακια, ειναι κατι που μόνο ενας ανθρωπος που εχει υπαρξει ερωτευμενος μπορει πιθανως να το καταλαβει – ομως, απο την αλλη, ενας που δεν εχει υπαρξει ερωτευμενος δεν μας ενδιαφερει κιολας στην παρουσα περιπτωση : μ’ αυτη την εννοια, τονιζω οτι αυτο που καταβαθος εκανε η ελοΐζα δεν ηταν παρα μια επιδειξη του ιδιου της του ερωτα προς τα λογια του ερωτα, και μια διακηρυξη της αποψης οτι τα λογια στον ερωτα ταυτιζονται μαζι του και ειναι πανω του κολλημενα : γι’ αυτο και δεν ηθελε, ή δεν μπορουσε, να τα αποχωριστει : τα αντεγραφε λοιπον για να της μεινουν : για την ιδια τα ηθελε, σταθερα και αναλλοιωτα)

κι ακομα κι οταν – χρονια μετα, και απ’ ολες τις φρικες μετα, θυμωσε (τοσο πολυ) με τον αβελαρδο, δεν τα εσβησε τα γραμματα του : η ελοΐζα δεν τα εσκισε και δεν τα πεταξε απο το αρχειο της, αυτο το χαρτι που εκρυβε μεσα στο βιβλιο στο μοναστηρι : οχι, η ελοΐζα κρατησε και τη φωνη της και τη φωνη του.

 

 

 

παντως η ανακαλυψη της καθημερινης αλληλογραφιας τους στα χρονια των ερωτων (αυτα τα ραβασακια δηλαδη που πηγαινοερχονταν με διαφορους υπηρετες, γραμμενα πανω σε πινακιδες απο κερι – κατι σαν τις πλακες με την κιμωλια που γνωρισαμε καποιοι παιδια (κι οπου αυτος που το ’παιρνε το διαβαζε κι υστερα το εσβηνε – και εγραφε πανω εκει το δικο του) – (και των οποίων το μυστικο για τη σωτηρια ηταν τοσο απλο, οσο η (ακουραστη ; ) διαθεση της ελοΐζας να τα αντιγραφει σ’ ενα χαρτακι) (τον μεσαιωνα οι ανθρωποι επικοινωνουσαν ετσι, ξαποστελνοντας ο ενας στον αλλον σημειωματα – στα λατινικα παντα, γιατι αυτη ηταν η γλωσσα των εγγραμμάτων – διοτι δεν υπηρχαν τηλεφωνα, ουτε κινητα ουτε ακινητα (απο την ελοΐζα εχουμε καποια στιγμη και την επιπλεον ενθαρρυνση στον αβελαρδο : «ο,τι θελεις γραφε μου, οι υπηρετες δεν ξερουν λατινικα»)), ηταν, στην πιο κυριολεκτικη κυριολεξια που μπορω να σκεφτω, μυθιστορηματικη :

στα 1980 ο κυριος constant j. mews φιλολογος νεοζηλανδος που μελετουσε τη θεολογια και τη λογικη του αβελαρδου στο παρισι και την οξφορδη, επεσε πανω σε μια λατινικη διατριβη που ειχε περασει απαρατηρητη και η οποία περιειχε τα γραμματα δυο ερωτευμενων : ηταν μια σχολαστικη εκδοση του χειρογραφου του βεπρια που ειχε γινει καμμια δεκαετια πιο πριν

(διοτι το χειρογραφο του βεπρια, με τα ραβασακια, ειχε μεινει κι αυτο αγνωστο και αφανες ολους αυτους τους αιωνες και η μόνη καλη του τυχη ηταν οτι κατα τη διαρκεια της γαλλικης επαναστασης μεταφερθηκε μαζι με καμμια χιλιαδα άλλα χειρογραφα απο το μοναστηρι του κλαιρβώ στην πολη τρουά – και ετσι σωθηκε)

καμμια δεκαετια λοιπον πιο πριν : δηλαδη καπου γυρω στα 1970 ενας γερμανος φοιτητης ο ewald könsgen ετοιμαζοταν για τη διδακτορικη του διατριβη και κατα προταση του επιβλεποντα καθηγητη του, μεσαιωνολογου και λατινιστή dieter schaller, αποφασισε να καταπιαστει με την εκδοση του λατινικου κειμενου των ερωτικων επιστολων που ειχε διασωσει ο βεπρια

η διατριβη εκδοθηκε το 1974 και ο κένσγκεν παρουσιασε τα γραμματα των δυο εραστων με ενα (ενδιαφερον οπωσδηποτε) ερωτηματικο στον υποτιτλο : «γραμματα του αβελαρδου και της ελοΐζας ; »

αλλά το αφησε εκει : φιλολογος ητανε και αυτο που τον ενδιεφερε ητανε να παρουσιασει αψογα ενα λατινικο κειμενο – οι ερωτησεις μπορουσαν να απαντηθουν πιθανως απο αλλους –

κατι που θελησε ομως να τονισει ητανε πως (σαν καλος λατινιστης, ειχε δει και ειχε πειστει για το οτι) οι δύο ανταλλασσοντες αυτες τις επιστολες ητανε διαφορετικα προσωπα : ουτε τα λατινικα τους ουτε το υφος τους ηταν το ιδιο – αρα δεν επροκειτο για «ρητορικο γυμνασμα» καποιου μεσαιωνικου σχολαστικου, απ’ αυτα που πολυ συνηθιζοντουσαν τοτε, αλλά επροκειτο σαφως για γραφτα δυο διαφορετικων ανθρωπων με διαφορετικη ψυχοσυνθεση – και το αφησε, ειπαμε, εκει

και εκει ειναι που μπηκε ο νεοζηλανδος (που στην πραγματικοτητα ητανε αγγλος) constant mews, στη σκηνη :

ο ανθρωπος γοητευτηκε απο τα ραβασακια, και το περιγραφει λιτα, ως ψυχρος λατινιστης : «τη στιγμη που συναντησα το κειμενο, και τα λογια του και τις ιδεες του, ενιωσα μια ανατριχιλα στη ραχοκοκκαλια μου».

και ετσι λοιπον το 1999 εκδιδονται «τα χαμενα ερωτικα γραμματα του αβελαρδου και της ελοΐζας», απο τον mews, χωρις ερωτηματικο πλεον στον τιτλο

και για να ολοκληρωθει το μυθιστορημα να πω οτι λιγα χρονια αργοτερα (το 2003) εκδιδεται το βιβλιο του james burge «ελοΐζα και αβελαρδος» (ετσι, μ’ αυτη τη σειρα) απ’ οπου εμαθα για τα ραβασακια (χαρη σε ενα αρθρο στο χρησιμοτατο nyrb που μ’ εκανε να ξεκινησω να το παραγγειλω τρεχοντας – τρεχοντας, και μην ξεροντας τιποτ’ αλλο για την ιστορια, παρα μόνο οτι επρεπε να τρεξω)

και επειδη κοντευω πλεον και να πεισω με τοση σχολαστικη πολυλογια τον εαυτο μου οτι ειμαι και φιλολογος, ας κλεισω αυτην τη βολτα ανα τους αιωνες με μια βοηθεια απο την ιδια την ελοΐζα, βοηθεια δηλαδη εναντιον οσων αμφισβήτησαν την σιγουρια του mews οτι οι δυο τους, με τον αβελαρδο, αντι να συζητανε μόνο φιλοσοφια, και να γραφουνε μουσικη, γραφανε και μετα μανιας ο ενας στον αλλον :

και εκλεινε το πρωτο γραμμα της στον αβελαρδο, εκεινο το θυμωμενο, την πρωτη της απαντηση στην ιστορια της δυστυχιας του, με μια αναφορα ακριβως σε κεινα τα ραβασακια που ανταλλαξανε εν αφθονια την εποχη των ερωτων τους :

 

«με επνιγες σε ατελειωτα γραμματα … αντιο, μοναδικε μου.»
«crebris me epistolis visitabas … vale, unice.»

 

 

 

«στο κελι μου μεσα στο μοναστηρι συνεχεια μάς βλεπω που πηδιομαστε τοτε στην εκκλησία» ειπε αυτη, και εδω εχουμε την ιδια περιγραφη απο  εκεινον – προστιθεμενης μιας εκφραστικης λεπτομερειας για την γωνιά στην τραπεζαρια του μοναστηριου, και προστιθεμενης και της ηθικολογιας πλεον εκείνου «θυμασαι πόσο χυδαια συμπεριφερθηκαμε» – λιγο παρακατω η πολυ δυσαρεστη (για μενα εννοω) υπομνηση εκ μερους του για την ενιοτε χρηση, ή απειλη χρησης, βιας εναντιον της (δεν ξερω αν η ελοΐζα δεν το αναφερει αυτο απο μεγαλοθυμια, ή επειδη πραγματικα το θεωρησε δευτερευον – ή, απαντωντας στην δική του historia, εδω τουλαχιστον τον λυπηθηκε) (σελ. 347)

 

 

 

αλλά πρεπει να κατέβη κανείς πολυ πιο κατω (σαν του ιουλιου βερν το ταξιδι στο κεντρο της γης ειναι αυτο ή σαν το χωνι της κολασης του δαντη – διακοσια χρονια μετα απ’ αυτην θα γραψει αυτος) για να δει εστω και απο μακρια την αρχικη εικονα τού πραγματος : δεν παμε προς τα πισω, δεν υπαρχει μπρος και πισω (ποτέ τών ποτών), παμε προς τα κατω μόνο : εχει εναν κοπο και μια δυσκολια αυτη η μεταβαση, που καταληγει σε μια ακκιδα και μια στιγμη οι οποίες αχνοφεγγουν σαν κοκκινες και κιτρινες ταυτοχρονως – ειναι ισως το δωματιο της : δεν μπορω να δω ακριβως τι κανει, σηκωνεται ισως απο το κρεβατι και καθεται σ’ ενα απο αυτα τα περιεργα τραπεζια που εχουνε τοτε,  σαν ορθια, σαν υπολογιστες, και πιανω την καρδια μου για μια στιγμη καθως τη βλεπω να πιανει ενα αγραφο χαρτι για να γραψει – δεν υπαρχει ιχνος αβελαρδου εκει, παρα μόνο στη δικη της καρδια μεσα και τη δικη της σκεψη πανω : εγω αυτο που προσπαθω να καταλαβω ειναι πώς ακριβως το κανει :

υπαρχουν δυο πιθανοτητες : η πρωτη ειναι οτι γραφει στο χαρτι αυτο που θελει να πει, κι επειτα, γελωντας λιγο ισως, το αντιγραφει πανω στην κερινη πινακιδα : η αλλη ειναι οτι το γραφει πιο αυθορμητα κατευθειαν στην πινακιδα κι απο κει το αντιγραφει μετα στο χαρτι για να το κρατησει / φωναζει τον υπηρετη και το στελνει / ο υπηρετης ερχεται μετα απο ωρα και της ξαναφερνει πισω την πινακιδα – εχει τωρα γραμμενο πανω της το ραβασακι εκεινού ενω το δικο της εχει σβησει / δεν ξερω αν ειναι στο κρεβατι οταν περιμενει ή τριγυρναει στο δωματιο : παιρνει την πινακιδα, την ανοιγει, διαβαζει : πιανει την καρδια της πιανει και το μουνι της πιανει και τον εαυτο της ολοκληρο, και πιανει κι ενα χαρτι : παει στο γραφειο και αντιγραφει στο αρχειο–χαρτι προσεχτικα το καινουργιο μηνυμα εκείνου : το αρχειο ειναι σαν εκεινα τα αρχαια ρολλα, μακραινει, κι ολο μακραινει, κι ειναι αυτο που θα βρει, αντιγραμμενο ισως απο εναν αλλον πιο πριν, τριακοσια χρονια μετα, ο βεπρια :  τυλιγμενο σφιχτα και κρυμμενο στη ραχη μαλλον, ενος άλλου, θρησκευτικου ισως βιβλιου στο μοναστηρι : πόσες αντιγραφες λοιπον στο χαρτι

και δεν εχει γραψει πουθενα το ονομα της, ουτε το ονομα εκεινου, δεν τα φυλαξε αυτα τα πολυτιμα και δεν εκανε τοσο κοπο ουτε για μενα ουτε για σενα, μην κολακευομαστε : τα εκανε ολα γι’ αυτην – κι οταν πηγαινει στη βιβλιοθηκη τού μοναστηριου (τα χρωματα εχουν αλλαξει, τωρα ειναι καφεπρασινα) κλεινει ολες τις πορτες προσεκτικα, βγαζει το ρολλο και διαβαζει : ξερει πολυ καλα τι διαβαζει, δεν χρειαζεται να βαλει ουτε τιτλους ουτε συγγραφεις : και φυσικα δεν κοιταει καθολου προς το μερος μου, δεν την ενδιαφερω : διαβαζει αλλά δεν ξαναγραφει τιποτα : μόνο οταν εκεινος της στελνει την ιστορια του, νιωθει εναν απιστευτο θυμο και ξαναπιανει παλι ενα χαρτι : και, Απαντησε μου, του λεει – αν μπορεις / το αν μπορεις το εγραψε συνειδητα, ειναι απιστευτα καλη συγγραφεας και ξερει τι λεει : δεν αμφισβητησε ποτέ τη δυναμη του, ουτε οταν εμεινε χωρις αρχιδια, τωρα μόνο μετα απ’ αυτην την πλημμυρα ψεμματων τον βλεπει στο βαθος ενος άλλου χωνιού, χιλιομετρα κατω απ’ αυτην, πολυ μικρον : τωρα ειναι μονη της δηλαδη πραγματικα μοναχη

και θα ζησει ετσι καμποσα χρονια ακομα, πολλα μετα τον θανατο εκεινού.

 

 

 

 

μερες εγκλεισμου λοιπον σαν κι αυτες μπορουμε να στρεφομαστε στο παρελθον το παρον και το μελλον μας αδιακριτως :

οπως τα κανονικα γραμματα των αιωνων που πέρασαν : που ξεχναμε πώς ηταν : δεκα χρονια γραψιματων στον αερα του ιντερνετ και νομιζουμε οτι εξαφανισαν απο τη μνημη μας κατι χιλιαδες χρονια γραψιματος που θεωρουσαν αυτονοητη τη διαμεσολαβηση του μολυβιου και του χαρτιου, του ταχυδρομου, των ταχυδρομειων, του ποστ–ρεσταντ, του χρονου, της αναμονης, της χαρας, της απελπισιας, της κέρινης πινακιδας, του χρονου, και τελικα και των κακόμοιρων των υπηρετών

γιατι σημερα κανείς δεν μπορει ουτε να σωσει ουτε να εξαφανισει τιποτα : δεν χρειαζεται, αλλά και δεν γινεται : ειναι ολα σωσμενα ειτε το θελεις ειτε οχι – και προς τις δύο κατευθυνσεις

(μετα θανατον εμαθα απο πρωτο χερι οτι ενα φιλικο μου προσωπο που εζησε σε εποχες κατα τις οποίες η αλληλογραφια θεωρουνταν (μεταξυ των εγγραμματων ταξεων τουλαχιστον) ενα γεγονος φυσικο, ειχε διατηρησει στο αρχειο του οχι μόνο τα γραμματα που ειχε παρει αλλά και τις δικες του απαντησεις στο προχειρο : καταπληκτικη – και πολυ χρησιμη για τους ιστορικους του μελλοντος – μεθοδος (που, οπως και να το κανουμε, εμπεριεχει μερη απο τη λογικη, ισως και τη διαθεση, της ελοΐζας) μεθοδος που σημερα θα ηταν σωτηρια (για μας) αν ανηκε και στις συνηθειες της μιλενας)

γιατι σημερα μόνο μια καταστροφη ολικη των αρχειων των σερβερ, και πώς διάολο τα λενε αυτα τα τεχνικα, και των κτιριων των σερβερ, και του πλανητη ολοκληρου – και οχι απο εναν ιο, θα χρειαζοταν κατι παραπανω – μπορει να εξαφανιζε τις τροπον τινα αυτες αλληλογραφιες στους στριμωγμενους διαδρομους του ινμποξ – και παλι οχι, αν καποια ελοΐζα, σχολαστικη και επίμονη, και πιθανως ερωτευμενη με την ιδια της τη ζωη (οπως εκεινη χιλια χρονια πριν) τα εχει διασωσει στον δικο της σκληρο δισκο

αυτο το ευκαμπτο χαρτακι, πολυ σκληρη μνημη αυτη, αυτη η χαρτινη,

αυτη η άλλου ειδους μνημη.

 

 

 

 

σημειωσεις :

*σημειωση για τα τσεχικα που αναφερω : σ’ εκεινο το γραμμα ο καφκα της γραφει : «Ich werde also die Frage “strach – touha” (“Angst – Sehnsucht”) beantworten»
(σελιδα 80 τού pdf)

**καφκα / ελιας κανεττι «η άλλη δίκη»

τα γραμματα του καφκα στη μιλενα

ενα γραμμα της μιλενας (κατι σαν ψυχαναλυση του καφκα : για τον μαξ μπροντ)

καφκα ημερολογια (λογοκριμενη, αρχικη εκδοση μαξ μπροντ)

το βιβλιο του james burge

το βιβλιο του constant mews

αβελαρδος, ιστορια

στοιχεια για την απαντηση της ελοΐζας στην historia του αβελαρδου

για τον γιο τους τον αστρολαβο την ταυτοτητα του, την εκκλησιαστικη και πολιτικη του καριερα

πινακιδες με κερι

 

 

 

 

 

 

 

 

 

22 Ιανουαρίου 2020

φιλιά με φιλιά

 

 

 

 

η Μάχη έκανε τή δικιά της φούρλα τώρα :

 

   Αυτό με τό φιλί στο χέρι είναι πάρα πολύ χαρακτηριστικό, είπε, και τό ’χω ζήσει κι εγώ, ένα καλοκαίρι στο νησί που πηγαίναμε και σ’ ένα μπαρ που πηγαίναμε όλοι, γιατί είχε τήν καλύτερη μουσική, ένα βράδυ, κοντά στην πόρτα, που ήταν μισόκλειστη γιατί ήταν ξημερώματα, χάζευα προς τά μέσα, και είδα αυτή τήν κοπέλα που ήταν πολύ όμορφη, όχι απ’ αυτές που θεωρούνται όμορφες, ξανθές και κολοκύθια τούμπανα, μελαχροινή με μια ποιότητα που σέ τρόμαζε, μια απίστευτη ποιότητα, κάτι μεταξύ κάλλας και γκάρμπο, μεγάλη λίγο μύτη, μακρόστενο λίγο πρόσωπο, κι αυτά τά μαλλιά τά ίσια και τά μαύρα, αλλά λεπτά, μάλλον τήν είχα ξαναδεί με τίς φίλες της αλλά αυτή τή φορά ήτανε μ’ ένα αγόρι, ήταν όμορφοι και οι δύο, ψηλοί και μελαχροινοί και οι δύο, θυμάμαι είχα σκεφτεί «λοιπόν αυτήν τήν ξέρω απέξω κι ανακατωτά, ερωτεύεται πολύ και σε βάθος αυτή και θα υποφέρει πολύ, αλλά ακόμα είναι νωρίς δεν τό ξέρει» και τήν παρακολουθούσα με ενδιαφέρον, αν ήταν αλλιώς τά πράγματα θα τή ζωγράφιζα αλλά τώρα ήταν ερωτευμένη λοιπόν κι ήταν ευτυχισμένη, α αυτή η ευτυχία τού ερωτευμένου ανθρώπου, τού ανθρώπου που ’ναι ερωτευμένος δηλαδή με τόν έρωτα κι είναι όμορφος αλλά τόσο άπειρος, και δεν έχει ιδέα τί τόν περιμένει, θυμάμαι τό σκεφτόμουνα και τήν κοιτούσα με ενδιαφέρον αλλά λίγο λυπημένη, στεκόμουνα δίπλα στην πόρτα, είχα απομακρυνθεί απ’ τούς άλλους και τήν κοιτούσα, μού θύμιζε τήν εαυτή μου δεν ξέρω γιατί, αλλά αυτή ήταν πάρα πολύ όμορφη, και κοιτούσα προς τό καναπεδάκι που καθόντουσαν και οι δύο, ένα απ’ αυτά τά χωριάτικα παγκάκια με τό ριγέ στρωματάκι, κι από πίσω, πάνω τους, στον τοίχο, όλες οι φωτογραφίες τού μπάρμαν με τούς πελάτες τού μαγαζιού από χρόνια, ένας τοίχος πανύψηλος και πολύχρωμος με τίς φτηνές φωτογραφίες από όλα αυτά τά χρόνια, κάπου ήταν κι οι δικές μου με τούς φίλους μου, κι αν τή ζωγράφιζα θα τήν είχα έτσι στα μαύρα κι από πίσω της όλο αυτό τό πάμφθηνο χρώμα σε τετραγωνάκια σαν απειλητικό σύννεφο κοινοτυπίας, κι αυτή μια αυστηρή μαύρη χαριτωμένη μορφή να κάθεται ευτυχισμένη και σχεδόν ανακούρκουδα πάνω στο παγκάκι σκυμμένη προς εκείνον που ήταν γυρισμένος προς τό μέρος της αλλά τήν κοιτούσε ίσιος, δεν έσκυβε αυτός, μιλούσαν λίγο, γελούσαν λίγο, ήταν ευτυχισμένη και κάποια στιγμή πήρε τό ένα χέρι του, τό κράτησε στο δικό της χέρι και τού τό φίλησε, εκείνη ακριβώς τή στιγμή ένιωσα ότι έγινε μια καταστροφή χωρίς να μπορώ να τό εξηγήσω, ίσως τό εξήγησα μόνο γιατί αυτός δεν αντέδρασε όπως θα ’πρεπε, ήταν ανάξιος για μια τέτοια σκηνή, και ελαφρώς κατάπληκτος, ήταν σαφές πως ένιωσε αμηχανία και θα μπορούσε και να γελάσει, τό κατάλαβα, αλλά αυτή δεν ήταν σε θέση να τό καταλάβει τότε, είναι τόσο ερωτικό αυτό τό φιλί στο χέρι και πρέπει να ’σαι πολύ ερωτευμένος με τόν έρωτα για να καταλάβεις τί κοστίζει και τί αξίζει (αν ήμουνα διαστημικός επισκέπτης στον πλανήτη αυτόν και έχοντας τήν περιέργεια να μελετήσω τά έλλογα θηλαστικά του θα βιαζόμουνα να κοιτάξω στο μυαλό τους (αυτή τή δυνατότητα θα τήν είχα) για να βρω πώς θα δικαιολογούσαν (στους ίδιους, από μέσα τους) τήν απόδρασή τους από μια τέτοια σχέση ύστερα από ένα τέτοιο φιλί – αλλά δεν είμαι, και η περιέργειά μου έχει προ πολλού ικανοποιηθεί : η φαντασία τών διαστημικών αποδεικνύεται οργιώδης, και σχεδόν συναισθηματική και ρομαντική, σε σχέση με τήν πραγματικότητα που ζούμε εδώ : «δικέ μου, φοβήθηκα (θα είπε στον φίλο του) : πολύ σοβαρά τά παίρνει όλα – αυτή στο τέλος θα μάς πηδήξει κιόλας») – έτσι επομένως αυτός, ένας ασημαντούλης (αν και ψηλός, και οπωσδήποτε ομορφούλης) ήτανε, που ’χε βρει γκόμενα για τό καλοκαίρι, και κράτησε σοφά τήν απόστασή του «μην τρελαθούμε κιόλας», αλλά αυτή δεν ήταν σε θέση ακόμα να τό δει, πόσο λυπήθηκα, κι έλεγα «πόσο θα λυπηθεί στο μέλλον, πόση μαυρίλα τήν περιμένει» κάτι μού θύμιζε αδιόρατα από παρελθόν δικό μου και δεν μπορούσα να θυμηθώ τί, και δεν ήθελα κιόλας, κι ύστερα θυμάμαι όλα έγιναν με ιλιγγιώδη ταχύτητα, δεν τήν ξανάδα για μερικές μέρες μέχρι που τήν ξανάδα μόνη της με τίς φίλες της, πανύψηλη και ήρεμη αλλά θλιμμένη, κι είχε γίνει κιόλας η καταστροφή, ούτε δυο μέρες δεν άντεξε ο μαλάκας, δεν ήθελα να παρακολουθήσω πώς τό άντεξε αυτή, ήταν πολύ γρήγορο και δεν άντεξα εγώ, κάτι μού θύμισε και δεν θυμάμαι τί, και πολλές φορές όταν τή σκεφτόμουνα στην αθήνα (γιατί τή σκεφτόμουνα συχνά, είπαμε, κάτι μού θύμιζε) έλεγα «άραγε σε τί έχει μεταμορφωθεί, άραγε έχει γίνει σκληρή, έχει γίνει ανήλεη, έχει ασκημύνει» ξέρω ότι πολύ λίγοι άνθρωποι αντέχουν να ’ναι ερωτευμένοι με τόν έρωτα μετά τά πρώτα χαστούκια, αλλά αυτοί που αντέχουν είναι αυτοί που αξίζουνε εκείνο τό φιλί στο χέρι, και αυτοί που αντέχουνε είναι μάλλον αυτοί που τό φιλί τό έδωσαν μόνο και δεν θα τούς τό δώσει πίσω κανείς και είναι κρίμα που θα θυμώσουν και θα γίνουν σκυλιά μετά, ίσως.

Είχα κι εγώ έναν που μού φίλησε τά χέρια, και τά δυο χέρια σαν παιδί. Κι αφού λες πως παίρνεις τίς ιστορίες μας και τίς λες μετά όπως γουστάρεις, πάρε κι αυτήν και να δούμε αν θα αντέξεις να τήν αλλάξεις :

 

   Σηκώθηκα απότομα πήρα και τό ποτήρι μου και πήγα τότε δίπλα κι εγώ στη Μάχη να κάτσω, για να τή βλέπω καλύτερα :

– Είναι μια ιστορία που μού διηγήθηκε ένας φίλος, είπε. Έχει να κάνει με τό δέντρο τού χρόνου αλλά και με τό χριστουγεννιάτικο δέντρο και γενικά μ’ όλην τήν οικογένεια. Είναι μια ιστορία δύσκολη όμως να τήν πω, μια ιστορία δύσκολη για να τήν πω ακόμα και στον εαυτό μου.

– Τήν ξέρω εγώ; είπε η Νίνα.

– Όχι βέβαια, κανένας δεν τήν ξέρει, ούτε κι εγώ δεν τήν ξέρω καλά–καλά, είπε αυτή.

– Πες τη μας τώρα, είπα εγώ.

– Είναι μια φοβερή ιστορία, ξανάπε και κουνήθηκε, λίγο στριμμένα, πάνω στο σκαμνί. Μέ πληγώνει πάρα πολύ να σάς τήν πω.

– Ε τότε μην τήν πεις, είπα κι εγώ από μέσα μου εκνευρισμένη.

– Θα σάς πληγώσει και εσάς είπε μετά, θα σάς χαλάσει δηλαδή τό κέφι και θέλουμε να βγούμε κιόλας έξω εμείς μετά να πάμε και να φάμε

– Α, όσο γι’ αυτό, θέλουμε, είπα εγώ δυνατά : θα πάμε ;

– Θα πάμε, είπε. Πρέπει όμως πρώτα να σάς πω τήν ιστορία αυτή και είμαι υποχρεωμένη πρώτα δηλαδή να τήν διηγηθώ για να μπορέσω να τήν βγάλω από πάνω μου και για να μην τήν έχω άλλο πια μπροστά. μου. Κι άμα τή διώξω από πάνω μου και δεν τήν έχω πια μπροστά μου, τότε  θα πάμε να διασκεδάσουμε. Αλλιώς δεν θα μπορέσω να διασκεδάσω εγώ τώρα που τήν θυμήθηκα : αν δεν τήν πω δεν θα διασκεδάσω.

– Άντε λοιπόν τής είπα, μάς έπρηξες.

Κάθισε λίγο καλύτερα και πιο στητή στο σκαμνί.

– Πρόκειται για μια ιστορία που αφορά τόν θεσμό όπως τό καταλάβατε τού γάμου είπε. Τό ότι δεν γίνεται δηλαδή μέσα απ’ αυτήν τήν κατσαρόλα να βγει κανείς κατά κανόνα παρά μονάχα γουρούνι βραστό. Από κει και πέρα τί σημασία έχει να μιλάμε για φιλιά και κολοκύθια τύμπανα – αυτή άλλωστε είναι μια ιστορία που τήν αρχή της τήν είχε πιάσει η κυρία από δω, κάποτε, κι ας μην τό ξέρει : Στό βιβλίο της εκείνο όπου περιέγραφε μία γυναίκα που κάνει παιδιά μόνο και μόνο επειδή τό θέλει ο άντρας της, και κάποια στιγμή τής έρχεται να τά σκοτώσει, αλλά δεν γίνεται όμως αυτή εντέλει μήδεια, και φεύγει απλώς, αφήνοντάς του τά παιδιά να τά μεγαλώσει αυτός. Και που αυτός τής κάνει μια ιδιόμορφη αγωγή τότε ζητώντας της, όχι να τού επιστρέψει τά παιδιά αλλά να τού τά πάρει, και να τά φροντίσει, να πάρει και να τά φροντίσει αυτή ως μητέρα, ζητώντας της δηλαδή όπως έλεγε χαρακτηριστικά τό νομικό έγγραφο να αναχθεί στο ύψος τού φυσικού της προορισμού διά τής βίας : Εγώ τό θυμάμαι πολύ καλά. Πολύ μού άρεσε τό βιβλίο αυτό, όλα της μάς αρέσουνε βέβαια.

Θυμόσαστε ότι, αυτή εδώ, είχε αφήσει ανοιχτές δυο πιθανότητες τότε για τό τί θα γινόταν αλλά δεν μάς απασχολεί τώρα αυτό. Λοιπόν αυτή που λέω εγώ τώρα δεν είχε σκεφτεί ποτέ να γίνει μήδεια, ούτε να φύγει απ’ τόν άντρα της, τό αντίθετο μάλιστα συνέβη : Ήταν τόσο εξωφρενικά υπέρμαχη τού θεσμού τής οικογένειας που ακόμα κι όταν τά νεύρα της έπαθαν ζημιά από τή συμβίωση μ’ έναν άγαρμπο ηλίθιο δεν θέλησε ποτέ να παραδεχτεί ότι φταίει η ζωή που έκανε, η οποία ήταν από μια άποψη εντελώς συνηθισμένη : σε τί να έφταιγε λοιπόν αυτή ; Ακριβώς επειδή ήτανε συνηθισμένη νόμιζε η κακομοίρα ότι ήτανε και φυσιολογική :

Μια εποχή λοιπόν, αυτήν εδώ τή δικιά μου τήν παρακολουθούσα με ενδιαφέρον, γιατί ήταν εξαιρετικά περίεργη η ανταπόκριση που είχε προς τό πρόβλημα . Λοιπόν, στην αρχή η ζωή τους ήταν γεμάτη με τόν μόχθο τού επιούσιου διότι έχουμε να κάνουμε με αυτοδημιούργητους εδώ στην περίπτωση αυτή, και δουλεύανε και οι δύο μαζί, και αυτή πολλές φορές δούλευε ενώ ήτανε έγκυος γιατί αυτός ήθελε πολλά παιδιά : είχαν φιλοδοξίες μεγάλες δηλαδή. Φυσικά ο έρωτας είχε πάει από πολύ καιρό περίπατο και αυτός τήν φόρτωνε απλώς με παιδιά : ήξερα λεπτομέρειες γιατί μια εποχή μ’ εμπιστευόντουσαν μεταξύ αστείου και σοβαρού και μού λέγαν διάφορα : Εκείνη ήθελε να σταματήσει στο δεύτερο και τό επιχείρημα εκεινού ήτανε ότι δεν τού άρεσαν οι εκτρώσεις : Καταλάβατε, χρησιμοποιούσε τόν έρωτα μόνο στην περίπτωση που δεν είχε κανένα ερωτικό νόημα : Θα μπορούσαν να μην κάνουν και τίποτα, απ’ ό,τι ήξερα δεν τούς πρόσφερε αυτό πια καμμιά ευχαρίστηση. Αλλ’ αυτός τήν πηδούσε με πείσμα για να κάνει παιδιά. Τό πρώτο τους λοιπόν παιδί ήτανε ένα αγόρι που είχε βγει πολύ εξαιρετικό, είχε μια σχεδόν θηλυκή ευαισθησία. (Όταν ήταν μικρός ο Πετράκης ήθελε να βοηθάει τή μαμά του στην κουζίνα και να πλένουν τά πιάτα – ώσπου μια μέρα επενέβη αυτός δραστικώς, έγινε και μία ψιλοσκηνή Δεν θα μού κάνεις εσύ τό παιδί πούστη τής είπε, αυτό ήταν τό επιχείρημα). Τό αγοράκι είχε συνεχώς καλλιτεχνικές ανησυχίες πάντως κι ας τού είχαν αποκλειστεί οι δουλειές κοντά στη μαμά του, τραγουδούσε και ήθελε να τού πάρουν κιθάρα και σημειωτέον δεν τού άρεσε καθόλου η γυμναστική. Τό δεύτερο πάντως βγήκε τελείως αλλιώς : όσο αδύνατο ήταν τό πρώτο τόσο χοντρό βγήκε τό δεύτερο και αυτό σάς παρακαλώ να τό πάρετε τόσο κυριολεκτικά όσο και μεταφορικά : Δεν μού ’χει τύχει ποτέ να αντιπαθήσω τόσο πολύ παιδί απ’ τά γεννοφάσκια του άλλοτε, κι αυτό τό λέω με κάθε μετριοπάθεια. (– Αν θέλουμε τό πιστεύουμε, είπα). Λες και γεννήθηκε με τό μίσος που έπρεπε να ’χει ως μεγάλος, ταυτίστηκε αμέσως με τόν πατέρα του, δεν τό πάλεψε καθόλου, ούτε τό μισό απ’ όσο ο μεγάλος, δεν είχε τίποτα να παλέψει μού φαίνεται : άρπαξε τήν ατμόσφαιρα με τίς κεραίες του από βρέφος και προσαρμόστηκε καταλλήλως, έγινε βασιλικότερος τού βασιλέως : ίσως οι ίδιες αυτές κεραίες που είναι πάντοτε μεγάλες σε όλους (ασχέτως πώς τίς χρησιμοποιεί ο καθένας) (και που οι διαστημικοί θα τίς έχουνε σίγουρα για να διαβάζουνε τό μυαλό μας) τού σφυρίξαν από τήν πρώτη στιγμή τά βάσανα τού μεγάλου, κι αποφάσισε να τά αποφύγει εκείνος απλώς. Έγινε καπετάν φασαρίας λοιπόν και αντράκι με τά όλα του : άρπαζε και ρουφούσε σαν νεροφίδα όλα τά διδάγματα, μια φορά όπως τόν είχαν ξαπλώσει στον καναπέ, άρπαξε τό πουλί του τό τέντωσε και είπε Ε ρε τί έχεις εσύ πουλάρα μου άμα μεγαλώσεις να κάνεις. Τό επόμενο βγήκε κορίτσι (αυτό ήταν που δεν ήθελε καθόλου η Ματίνα) και τό μεθεπόμενο (που έγινε με χίλια ζόρια και κλάμματα) ένα καχεκτικό αγοράκι που δεν είχε κανένα από τά χαρακτηριστικά τών άλλων δύο : λες κι είχε ζήσει μέσα του τούς καυγάδες που έγιναν πάνω στο εμβρυακό και ανύπαρκτο ακόμα σώμα του και όλη τήν αντιπάθεια τής μάνας του γι’ αυτήν τήν γέννα : Αυτός ήταν ύπουλος από τότε, κίτρινος και μουλωχτός απ’ τά γεννοφάσκια του, ο πιο επικίνδυνος κι από τούς τρεις : σαν να μην είχε όμως πολλές δυνάμεις : αυτό τό βρέφος είχε μόνο κακία, δεν τολμούσες καν να τό αντιπαθήσεις : τό συχαινόσουνα : δεν θα αργούσε όμως ο δεύτερος να τόν παραδεχτεί για ισότιμο κι αργότερα και για αρχηγό, ακόμα κι ο πρώτος τόν έβλεπε πολλές φορές μ’ έναν περίεργο σεβασμό, τά παρακολουθούσα όλα τότε ακόμα : Τό κορίτσι στο μεταξύ μεγάλωνε τή δικιά του ζωή παλεύοντας να ισορροπήσει τόν εαυτό του ολομόναχο : η κρίση μ’ αυτήν ήρθε γύρω στα τρία και κράτησε δύο χρόνια σχεδόν, τήν πήγαν ακόμα και σε ψυχίατρο για να τήν συνεφέρουν, διότι δεν ήθελε να παίξει με κούκλες αλλά μόνο με στρατιώτες και αυτοκίνητα και γενικά μόνο με ό,τι παίζαν τ’ αδέλφια της : ο πανικός τού πατέρα ότι τό κορίτσι τού είχε βγει ανώμαλο κατασιγάστηκε με τήν βοήθεια τού ψυχίατρου : τό συνεφέραν : θυμάμαι τή φορά που ήρθαν στο σπίτι όπου έμενα με τόν τότε φίλο μου (αυτός μού τούς είχε γνωρίσει) και ο πάτερ φαμίλιας μάς ανακοίνωσε θριαμβευτικά Εντάξει είναι φυσιολογικό παιδιά τό παιδί τώρα παίζει με κούκλες.

Κάπου εκεί τελείωσε κι η δικιά μου η σχέση μαζί τους, (δεν είχα καμμιά διάθεση πια να τούς ξαναδώ.) Λυπήθηκα που έχασα τήν επαφή με τόν μεγαλύτερο αλλά δεν γινόταν αλλιώς. Εξάλλου μέ είχε στενοχωρήσει κι αυτός αρκετές φορές μεγαλώνοντας καθώς τόν έβλεπα να μην αντέχει άλλο και να προσγειώνεται σιγά–σιγά και να συμμορφώνεται όλο και περισσότερο με τίς επιταγές : η μουσική του ξεχάστηκε και άρχισε να γίνεται σιγά–σιγά μανιακός με τόν αθλητισμό και αυτός. Αλλά αυτή που πιο πολύ απ’ όλα μ’ ενοχλούσε ήταν η μάνα τους : Αυτό τό ασήμαντο πλάσμα τό απολύτως ευθυγραμμισμένο σε όλα ήταν ιδιαίτερα όπως μού φαινόταν κακό, μ’ όλα του εντέλει τά βάσανα : σαν να ήταν ένα πλάσμα πολύ μοχθηρό : τήν έβλεπα να χαίρεται να καταστρέφει δηλαδή όσο τής περνούσε από τό χέρι αυτούς τούς ανθρώπους, να σπέρνει ζιζάνια σ’ όλο λες, όσο μπορούσε, τό μέλλον τους : Με τίς αλάνθαστες κεραίες που όλοι μας έχουμε ανεξαρτήτως ευφυΐας (αυτές που έχουνε όλοι οι διαστημικοί σε κανονική όμως κείνοι λειτουργία) προσπαθούσε να διαβλέψει τί θα τούς έκανε χειρότερους και τί θα τούς έκανε δυστυχέστερους για όσο γίνεται μεγαλύτερο χρόνο έξω απ’ τόν έλεγχό της ώς εκεί που η ίδια υποψιαζόταν ότι δεν θα μπορούσε να φτάσει ποτέ : κάνοντάς τους λοιπόν όσο πιο πολύ σαν τόν πατέρα τους μπορούσε, ήταν σαν να εξασφαλιζότανε εκ τών προτέρων η ίδια ότι δεν θα ευτυχήσει καμμιά άλλη γυναίκα σε καμμία περίπτωση επίσης στα χέρια τους.

 

   Πάντως, αν έχουν καμμιά σημασία οι πολιτικές τους απόψεις ήταν πολύ δημοκρατικό τό ζευγάρι, έγερνε μάλιστα πολύ προς τή μια άκρη τού κοινοβουλευτισμού η πλάστιγγα στην οικογένεια αυτή, και είχε και περγαμηνές ειδικά η οικογένεια τής Ματίνας πολιτικών διωγμών και βασάνων. Η ίδια είχε μεγαλώσει εξαιρετικά πουριτανικά και παντρεύτηκε τόν άντρα της για να γλυτώσει απ’ τήν οικογένεια : φυσικά δεν τόν είχε διαλέξει, τίποτα δεν διάλεξε ποτέ η Ματίνα. Αυτό που μέ είχε αφήσει άναυδη για τήν σατανικότητά του πάντως ήταν οι διδασκαλίες της από μια ηλικία και πέρα στα τρία αγόρια για τό πώς να φέρονται στην αδελφή τους μεγάλοι – η οποία αδελφή σημειωτέον ήτανε απ’ τόν ένα ελάχιστα μικρότερη αλλ’ απ’ τόν άλλον πολύ μεγαλύτερη, πώς να τό κάνουμε –  τά έπαιρνε λοιπόν τά τρία αγόρια (αλλά όχι τόν Πέτρο πάρα πολύ, αυτόν φαίνεται σα να μην τόν θεωρούσε άξιο να δείρει, είτε με εντολή είτε χωρίς εντολή) και κάθιζε τά δυο μικρότερα λοιπόν σε μία άκρη τού καναπέ και τούς έλεγε : Δεν θα τήν δέρνετε τήν αδελφούλα σας εσείς όταν μεγαλώσετε, έτσι ; Δεν θα τήν δέρνετε εσείς καλά παιδιά ; Τήν είχα συχαθεί πραγματικά για αυτό, και δεν ήξερα ποια τιμωρία πραγματικά θα τής άξιζε – και επίσης για τό γεγονός ότι μού τό διηγήθηκε η ίδια μια μέρα πολύ καμαρωτά σαν να περίμενε συγχαρητήρια, γιατί πώς αλλιώς να τό μάθω – εγώ φαντασία δεν έχω, ιστορίες δεν φτιάχνω σαν τήν κυρία.

Έτσι είχα σταματήσει να τούς βλέπω πάνω που η οικονομική τους κατάσταση καλυτέρευε πολύ κιόλας. Όπως φαινόντουσαν τά πράγματα είχαν πάρει έναν δρόμο ο οποίος δεν μ’ ενδιέφερε : γινόντουσαν κανονικότατοι όλοι. Κι ο μικρός Πέτρος πλέον σχεδόν δεν μού μιλούσε, όταν ερχόντουσαν στο σπίτι ήθελε να κάθεται με τούς άντρες, τόν φίλο μου και τόν πατέρα του : καλά από μια άποψη μπορούσα να τό καταλάβω αυτό, μού ήτανε και αντιπαθητικό όμως : από τήν άλλη τά άλλα παιδιά προς τό παρόν κάνανε πολλή φασαρία μόνο πολλές αταξίες και συχνά κλαίγανε : Τά κάναν και πάνω τους κι η μυρωδιά μ’ ενοχλούσε : εμείς δεν θέλουμε να κάνουμε παιδιά, τών άλλων θα φορτωνόμαστε ; Παρ’ όλ’ αυτά με τόν Πετράκη είχα περάσει μερικές πολύ ωραίες ημέρες : όταν τον φέρνανε στο σπίτι οι δικοί του κι ήταν ακόμα μικρός και δεν υπήρχαν τά άλλα παιδιά, ήταν ήσυχος και μέ κοιτούσε με μια περίεργη θα ’λεγες αγάπη, όρθιος πλάϊ μου σαν να περίμενε πότε θά ’ρθει η ώρα να τόν πάω στο μεγάλο τραπέζι με τά χρώματα και να τού δώσω μολύβια, και καθόταν εκεί με τίς ώρες και πάλευε κι άλλες φορές τόν είχα δει στο εργαστήρι να τριγυρίζει με τά χέρια πίσω απ’ τήν πλάτη του σκεφτικός σαν πολυάσχολος κριτικός και να κοιτάει πίνακες γύρω : ήταν με λίγα λόγια ένα απ’ αυτά τά πολύ όμορφα παιδιά που ο τρόπος τους να σέ κοιτάνε, ο τρόπος τους να σέ ρωτάνε, κι ο τρόπος που χωνόντουσαν στην αγκαλιά σου, σέ γέμιζε με μια τρυφερότητα που μπορούσε να κρατήσει και μέρες μετά, και σκεφτόμουνα καμμιά φορά (φευγαλέα είν’ η αλήθεια) πως αν έκανα ποτέ παιδί κι έβγαινε αγόρι, έτσι θα τό ήθελα : Και μια φορά είχε κάνει κάτι που μέ είχε αφήσει άναυδη, και ομολογώ λίγο αμήχανη : Ήταν ένα βράδυ που πηγαίναμε με τ’ αυτοκίνητο τού πατέρα του κάπου να φάμε, είχανε ένα φορτηγάκι, τίς εποχές ακόμα τής φτώχειας τους – τότε που πήγαινε ακόμα με τή μάνα του στην κουζίνα – τό φορτηγάκι είχε μόνο μπροστινά καθίσματα και είχανε καθίσει οι τρεις τους, μαμά μπαμπάς και ο φίλος μου, κι εμένα με τοποθέτησαν πίσω που ήταν άδειο για τά εμπορεύματα κι όλο με σίδερα κάτω και μάς πέταξε κάτι κουρέλια ο πάτερ φαμίλιας να κάτσουμε στο πορτμπαγκάζ εκεί πάνω στις λαμαρίνες εγώ και τά δύο αγόρια (ο λέρας δεν είχε γεννηθεί ακόμα) και μπροστά γινόντουσαν συζητήσεις και γέλια και βλακείες, κι εγώ ξάπλα κάτω πάνω στα σίδερα με τά μωρά και σωπαίναμε, και ξαφνικά χωρίς λόγο σκύβει πάνω στο παντελόνι μου ο Πέτρος που καθότανε στα αριστερά μου, ρίχνει τό κεφάλι του πάνω στα χέρια μου κι αρχίζει να μού τά φιλάει, αλλά με μανία, συνεχόμενα, σαν πουλί να μέ ράμφιζε, σαν τρελλός, μού φίλαγε τά χέρια και δεν ήξερα τί να κάνω, κι ύστερα ξαφνικά ησύχασε και ξανακάθισε πίσω ακουμπώντας στις λαμαρίνες τήν πλάτη του, όπως όλοι μας εκεί πίσω. Δε μιλήσαμε ποτέ μεταξύ μας γι’ αυτό, να σού πω τήν αλήθεια δεν κατάλαβα ακριβώς και τί συνέβη.

Αλλά προσέξτε τώρα, είπε : Απ’ αυτά που σάς λέω έχουν περάσει τή στιγμή αυτή χρόνια πολλά, είναι τά μόνα όμως που ξέρω από πρώτο χέρι και έχω ζήσει η ίδια. Από δω και πέρα αυτά που θ’ ακούσετε και που θα σάς πω μού τά διηγήθηκε άλλος, εκείνος ο φίλος με τόν οποίο διατηρούμε ακόμα φιλικές σχέσεις (παρ’ όλο που όμως αυτός δεν σέ βοήθησε και πολύ, είπα από μέσα μου) διότι δεν έχει σημασία συνάδελφοι και φίλοι είμαστε πρόσθεσε σαν να άκουσε τί είπα, πώς να τό κάνουμε ; Μού διηγήθηκε λοιπόν αυτός μια μέρα αναψοκοκκινισμένος διότι δεν μπορούσε να κρύψει τήν κάποια έκπληξη για να μην πω τίποτ’ άλλο, που αισθανότανε, αυτός που απόφευγε να εκπλήττεται και είχε και φαντασία αρκετή ο ίδιος σαν συγγραφέας, τά ακόλουθα :

 

   Σε κάποιο μέρος εξοχικό που καθόταν ένα ωραίο πρωί με μια φίλη του έπεσε πάνω του μια μέρα λοιπόν η Ματίνα συνεσταλμένη ελαφρώς αλλά και ενθουσιασμένη μαζί και γεμάτη όπως φάνηκε διάθεση για κουτσομπολιά : εκείνη τή μέρα τήν απόπεμψε ελαφρώς βιαστικά, αλλά κλείσανε όμως επιτόπου εκεί ραντεβού να τά πούνε με λεπτομέρειες αργότερα, και εκείνη τόν κάλεσε μάλιστα να περάσει από τήν επιχείρησή της, τήν προσωπική της επιχείρηση, είχε τώρα δικό της μαγαζί μ’ άλλα λόγια η ίδια προσωπικά. Εκείνος πήγε στο ραντεβού με κάποια περιέργεια (μπορώ φυσικά να τόν φανταστώ) για τίς εξελίξεις που διαφαινόταν ότι είχαν συμβεί : τόν έτρωγε και τό συγγραφικό του βέβαια : Αυτό τό καταλάβαινα : Εκείνη τόν υποδέχτηκε ευγενώς με χαρά σε μια επιχείρηση που φαινόταν να είναι πολύ ανθηρή, και τού είπε πόσο ευχάριστες αναμνήσεις είχε από τήν εποχή που βλεπόντουσαν ενημερώνοντάς τον συγχρόνως και για όλα τά νέα της μπερδεμένα και με ενθουσιασμό (δεν μπορούσε να κρύψει τήν λαϊκή της καταγωγή βλέπετε που τήν έκανε να είναι πολύ περήφανη για αυτά τά πλούτη) : Με συντομία λοιπόν όλα αυτά είναι περίπου τά εξής : Η οικογένεια είχε πλουτίσει υπέρμετρα. Ήταν πάντα όλοι μαζί. Οι επιχειρήσεις είχαν γίνει τρεις μεγάλες και κάτι μικρότερες, εκ τών οποίων η μία ήταν αποκλειστικώς τής Ματίνας : Είχε επέλθει δικαιοσύνη για τήν δουλειά που είχε πατήσει δηλαδή όλα εκείνα τά χρόνια παληότερα. Φαινόντουσαν πολιτισμένα μ’ άλλα λόγια και σχεδόν αναπάντεχα πολιτισμένα θα ’λεγε κανείς όλ’ αυτά (αν ήξερε μάλιστα κανείς τό ξεκίνημα και τά λοιπά). Η έδρα τής οικογένειας ήταν σ’ ένα από τ’ ακριβότερα τώρα προάστεια πλέον (τό είχα παρακολουθήσει κι εγώ από κοντά αυτό, τό πώς αναβαθμιζόταν η κατοικία τής οικογένειας λίγο–λίγο από τίς πιο λούμπεν και μολυσμένες περιοχές τής αθήνας όπου στο ίδιο μικρό κλουβί ήταν τό σαλόνι και τό κρεβατάκι τού Πέτρου, ώς τίς μικροαστικές περιοχές όπου μένανε και δουλεύανε συγχρόνως κι η Ματίνα έραβε στην ραπτομηχανή με τόν φόβο τού σπιτονοικοκύρη ανοίγοντας πάντοτε τήν ηλεκτρική σκούπα για να μπερδεύει τόν θόρυβο επειδή δεν τούς επιτρεπόταν να τό έχουν επαγγελματικό χώρο – και σ’ εκείνο τό αναβαθμισμένο κλουβί ήταν που έκανε ο Λάμπης τότε τήν εισβολή του στην στριμωγμένη κουζινίτσα όπου τό παιδί βοηθούσε τή μαμά του στο σκούπισμα τών πιάτων απαγορεύοντάς της να κάνει τόν γιο του πούστη : εκεί στο ίδιο αυτό σπίτι είχε γεννηθεί και ο επόμενος μέχρι τό πιο αναβαθμισμένο πλέον ιδιόκτητο διαμέρισμα σε ένα προάστειο ανερχόμενων μικροαστών, όπου και τό κοριτσάκι που γεννήθηκε είχε τότε δικό του δωμάτιο χωριστά απ’ τ’ αγόρια, τά οποία είχαν αυγατίσει με τόν τρίτο και τελευταίο). Τώρα λοιπόν ήταν πανάκριβο τό μέρος που μένανε, με λίγα λόγια, και η Ματίνα είχε και υπηρέτες. Παραπονιόταν με ανεπαίσθητο σκέρτσο ότι τήν κλέβανε.

Ήταν λοιπόν όπως τού είπε με περηφάνεια μια γυναίκα πλέον γιαγιά στα σαράντα της (εδώ έκανε κάποια αλχημεία με τά νούμερα αλλά τό σημαντικό είναι ότι οι αστοί μετράν τόν χρόνο μόνο με τά στάδια που έχει η οικογένεια δηλαδή θεσμούς που θεωρούν ότι είναι πραγματικά και ακλόνητα με τό μέρος τους) : ο Πέτρος λοιπόν είχε παντρευτεί και είχε τώρα ένα παιδί – και ήταν απολύτως φυσιολογικός άνθρωπος και ο μόνος απ’ ό,τι φαινότανε που αυτή τόν θεωρούσε γιο της πέρα για πέρα. Όλα πάντως τ’ αγόρια δουλεύαν στις δουλειές τού πατέρα τους και τούς είχαν μεταβιβάσει οι γονείς κανονικά τά μερίδιά τους ώστε να ασκούν τήν δημιουργικότητά τους ελεύθερα : ναι, τήν δημιουργικότητα που δεν τούς απόμεινε, σκέφτηκα από μέσα μου δύσθυμα, καθώς ο φίλος μου μού τά ’λεγε αυτά διασκεδάζοντας : Τόν διασκέδαζε όπως φαινόταν πάρα πολύ η τροπή που ’χαν πάρει τά πράγματα, μού έδινε τήν εντύπωση ότι θεωρούσε ότι τού παρείχανε κάποιο υλικό: έτσι έλεγε πάντοτε τίς ιστορίες που άκουγε, υλικό : μπορούσε να τίς παίρνει να τίς αλλάζει και να τίς βάζει μες στα βιβλία του κάνοντάς τις στην κυριολεξία αγνώριστες (αλλά αυτά τά ξέρουμε κι από δω, κι από μάς.) Ο καθένας με λίγα λόγια κάνει τή δουλειά του όπως μπορεί : Όπως και να ’χει, τό έβλεπα ότι στην περίπτωση αυτή ειδικά τού είχε φανεί διασκεδαστική η εξέλιξη τών δύο τελευταίων αγοριών : τού χοντρού κοκκινομάγουλου και ακόμα περισσότερο τού μικροκαμωμένου χλωμού : Αυτός ο τελευταίος είχε τή φήμη ότι είχε γίνει σκληρό αντράκι με επιτυχία μάλιστα στις γυναίκες (τί σημαίνει αυτό, ένας θεός τό ξέρει η μάνα του πάντως μετέφερε αυτολεξεί αυτό τό υπονοούμενο) και από πολιτική άποψη, προς μεγάλη ενόχληση τών γονιών του είχε γίνει απολύτως φασίστας : Ήταν ο φόβος και ο τρόμος με άλλα λόγια τού σπιτιού και τού πατέρα του που τόν κοιτούσε συνέχεια άφωνος κι έλεγε πάντα πίσω απ’ τήν πλάτη του Πώς βγήκε έτσι αυτό τό παιδί : Δεν τούς άφηνε δηλαδή ούτε να φαν με τήν ησυχία τους αν τύχαινε να φάει μαζί τους τό μεσημέρι, τόν ενοχλούσε η πολιτική κατάσταση γενικώς υπέρμετρα και μιλούσε συνέχεια γι’ αυτήν και πίστευε ότι χρειάζεται ένας χίτλερ για να καθαρίσει όλη αυτήν τήν κοπριά : Ο Λάμπης ενοχλούνταν πολύ με αυτές τίς ακρότητες (αν και ο ίδιος τήν εποχή που αγωνίζονταν ακόμα ν’ ανέβη είχε αρχίσει ν’ αγοράζει εφημερίδες αυτού τού χώρου – τότε περίπου που πάψαμε και να τούς βλέπουμε) τώρα όμως που φτιάχτηκε για τά καλά είχε ξαναγυρίσει στη δημοκρατική παράταξη : (Η Ματίνα φώναξε με πάθος κάποια στιγμή πάνω στη συζήτηση ότι δεν ψήφισε ποτέ τίποτ’ άλλο δεξιότερα τών σοσιαλιστών). Ακόμα μεγαλύτερη έκπληξη ήταν εκείνος ο δεύτερος όμως ο χοντρός που φαινόταν ότι θα γινόταν τραμπούκος : Εξακολουθούσε να ’ναι βέβαια ευτραφής, αλλά είχε γίνει ασκητικός κατά τ’ άλλα και κλειστός τύπος : Αυτός αποτελούσε πραγματικά τό μυστήριο όπως φαίνεται τής οικογένειας: δεν δεχόταν να παντρευτεί και ζούσε μόνος του. Στο σημείο αυτό, από κει και μετά, η Ματίνα μάσησε τά λόγια της αλλά ήταν πρόθυμη ν’ αφήσει να τής ξεφύγουνε και κουβέντες : ο φίλος μου τήν ψάρεψε με τήν επιδεξιότητα που είχε και με τό μαλακό καθότι ήταν εξαιρετικά περίεργος κι εκείνη αφού κράτησε όλα τά προσχήματα, τελικά τού τά είπε σχεδόν όλα χαρτί και καλαμάρι : Φαινόταν λοιπόν ότι τού δεύτερου γιου τού αρέσανε αυτοί οι άντρες που ντύνονται γυναίκες δηλαδή τού αρέσαν οι γυναίκες μεν αλλά οι ψεύτικες, ήταν όμως εξαιρετικά κρυψίνους και δεν μπορούσε να καταλάβει κανείς και τίποτα, υπήρχαν πάντως κάποιοι που τόν είχανε δει κάπου και τούς είχανε πει κάτι, αλλ’ αυτά είναι κουτσομπολιά και κακοήθειες γιατί τό παιδί είναι συνεσταλμένο και δεν μπορούν να τό καταλάβουνε : κακοήθειες και τρίχες, αυτή δεν τά πιστεύει αυτά. Φάνηκε πάντως ότι αυτό αποτελούσε τό ψιλοσκάνδαλο τής οικογένειας όπως μού είπε ο φίλος μου, και φυσικά η Ματίνα τήν ίδια τή στιγμή που τό ξεφούρνισε έκανε τά πάντα για να τό πάρει και πίσω : αυτή δεν ήξερε τίποτα και δεν τά πίστευε αυτά, ο γιος της είναι απλώς ευαίσθητο παιδί και μοναχικό : οι άλλοι τόν ζηλεύουνε, και τά λοιπά.

Η κόρη φαινόταν να ’ναι η μόνη που είχε θελήσει να σπουδάσει και βρισκόταν αυτήν τήν εποχή έξω, μάλλον στην ιταλία. Πιθανώς δηλαδή αυτή να ξέφυγε αλλά δεν ξέρω βέβαια και σίγουρα. Η Ματίνα επανήλθε με ευχαρίστηση στις οικονομικές διευθετήσεις που ’χαν κάνει και οι δύο από νωρίς με τά παιδιά τους, έτσι ώστε να ’ναι ανεξάρτητα και ελεύθερα : δεν θέλανε να δυστυχήσουν, να περάσουν αυτά ό,τι πέρασαν κι αυτοί : Τούς είχανε μοιράσει τά μερίδια και τά είχανε βοηθήσει ν’ ανοίξουν επιχειρήσεις – η Ματίνα δε, τούς έδινε από τή δικιά της προσωπική επιχείρηση κάθε μήνα σχεδόν ό,τι έβγαζε : τούς τά χάριζε σαν χαρτζιλίκι : Δεν τό ’χανε ανάγκη αλλά εκείνης τής άρεσε να δίνει τά κέρδη της στα παιδιά της, γι’ αυτά τά παιδιά δεν έζησε ; Και επιπλέον τό ακόμα πιο ενδιαφέρον νέο ήτανε ότι η Ματίνα είχε βρει εραστή. Αυτό ειπώθηκε ντροπαλά και με σκέρτσο αλλά και με τόν ανεπαίσθητο υπόγειο τσαμπουκά πια τής πετυχημένης επιχειρηματίας : Ναι, η Ματίνα είχε πλέον εραστή, δεν υπήρχε όμως κανένα πρόβλημα εκεί : ο Λάμπης τό ήξερε και έδειχνε να καταλαβαίνει μάλιστα (περιέργως), και δεν υπήρχε περίπτωση να χωρίσουνε έλεγε γιατί αυτή ήταν η μητέρα τών παιδιών του. Τά παιδιά βέβαια δεν ενδιαφερόντουσαν καθόλου γι’ αυτό και ο φίλος μου δεν κατάλαβε καν αν τό ξέρανε : μάλλον – τά αγόρια τουλάχιστον – δεν έδειχναν να ασχολούνται καν με τή ζωή τών μεγάλων : η Ματίνα είπε τού φίλου μου ότι σκόπευε πάντως να τόν διώξει αυτόν τόν εραστή γιατί ήτανε πολύ μαλάκας : Τόν έπιασε μόνο και μόνο για να πει ότι έκανε τό κέφι της κι αυτή μια φορά στη ζωή της, αλλά τής βγήκε μαλάκας : βέβαια, βραχυκυκλωμένη όπως ήτανε μέσα σ’ αυτόν τόν κόσμο όπου κινιόταν τόσα χρόνια με τόν άντρα της μόνο με μαλάκες θα συναναστρεφόταν κι αυτή, πού να τούς βρει τούς διανοούμενους σαν τόν φίλο μου αφού κι αυτός ακόμα ποτέ δεν τήν ήθελε ; Άστα αυτά, τής είπε αυτός, εσύ είχες άλλα γούστα πάντα και ήσουνα και πολύ μικρή για μένα. Τώρα όμως γεράσαμε και οι δύο, τού είπε αυτή. Φυσικά βέβαια δεν τό πίστευε, τουλάχιστον για τόν εαυτό της : φαινόταν ότι ζούσε επιτέλους μια ζωή όπως τήν ήθελε : και ο φίλος μου μού είπε ότι ποτέ άλλοτε δεν τήν είχε δει σε καλύτερη φόρμα και εμφάνιση, αν και είχε κάνει και μερικές ρυτίδες (περίεργο, οι άντρες ποτέ δεν παραλείπουν να προσέξουν τίς ρυτίδες στα πρόσωπα τών γυναικών).

Πάρτε μια βαθειά ανάσα τώρα εδώ, μάς είπε, για να προχωρήσουμε στα παρακάτω.

Τήν κοιτάξαμε με περιέργεια : Μέχρι τώρα η δεύτερη αυτή ιστορία που μάς έλεγε – σε αντίθεση με τήν πρώτη, εκείνης τής μελαχρινής στο νησί – ήταν μάλλον βλακώδης.

Δυσκολεύομαι πάρα πολύ να τό πω, μάς είπε, αν και είναι μάλλον απλό : Για να ξεκινήσω από τά εύκολα, δεν ξανάκουσα τίποτα για πολύ μεγάλο διάστημα : εκεί έληξε η σχέση τού φίλου μου δηλαδή με τήν Ματίνα τήν νέα αυτή εποχή.

Για τήν ακρίβεια μού εξήγησε ότι μού τήν διηγήθηκε, μόνο και μόνο επειδή ήξερε ότι μέ είχε απασχολήσει στο παρελθόν – και επειδή ήξερε και τήν συμπάθειά μου στον Πετράκη : Ακόμα είχα μέσα στα χαρτιά μου ένα ζωγραφικό του σχέδιο, και θυμάμαι μάλιστα πάρα πολύ καλά πώς μού τό ζωγράφισε.

 

    Ήτανε κάποια γιορτή που είχαμε πάει να τούς δούμε, δεν θυμάμαι ακριβώς τί, (στο δεύτερο αναβαθμισμένο ιδιόκτητο σπίτι, όπου τά παιδιά είχαν τό δικό τους δωμάτιο) και κάποια στιγμή πήγα εκεί να τά χαζέψω που παίζανε : κολλημένο στον τοίχο είδα ένα χαρτί πάνω από ένα παιδικό γραφειάκι, κι ήταν ένα σχέδιο που μού άρεσε. Ξέρετε ότι μ’ αρέσει η ζωγραφική τών παιδιών, είπε κοιτώντας μας όλες καλά. Στο δωμάτιο μέσα γινόταν χαμός, ήταν γεμάτο παιδιά και φωνές. Είχαν ανοίξει όλα μαζί με τούς φίλους τους τά δώρα που τούς είχαμε πάει και παίζαν όλα μαζί σαν τρελλά, γινότανε ένα φοβερό κομφούζιο εκεί μέσα : Πλησίασα στο γραφειάκι και κοίταζα τό σχέδιο, κι ο Πέτρος ήρθε γρήγορα δίπλα μου : Τί ωραίο σχέδιο είναι αυτό που ’χεις κάνει, τού είπα, μ’ αρέσει πάρα πολύ. Τί είναι ; Είναι μια σκάλα που ανεβαίνει στον ουρανό ; Είναι μια πολυκατοικία, μού είπε. Σωστά, είναι μια πολυκατοικία, είπα κι εγώ τότε, τώρα τό έβλεπα κι εγώ καλά : Ήταν ένα γεωμετρημένο σχέδιο χωρίς τίποτα τό περιττό, σαν τού κλέε. Τό κοίταξα λίγο ακόμα, Είναι πάρα πολύ ωραίο, τού είπα, κι αφού τού μίλησα λίγο τόν άφησα για να γυρίσει στο παιχνίδι του. Ξαναγύρισα κι εγώ στους μεγάλους. Λίγο αργότερα ήρθε στο σαλόνι σχεδόν τρέχοντας άφησε πάνω στο παντελόνι μου ένα χαρτί και έφυγε τρέχοντας πάλι. Ήτανε η σκάλα ή η πολυκατοικία, αντιγραμμένη, τό ’χε κάνει για μένα, γρήγορα μέσα σ’ όλη εκείνη τή φασαρία : Μού ’κανε εντύπωση που θέλησε να μού δώσει τό έργο του αλλά όχι τό πρωτότυπο : μού φάνηκε πολύ περίεργο αυτό : Θα μπορούσα να τό δω σαν ένα πολύ καλό σημάδι βέβαια, και έτσι τό είδα : είχε πραγματική νοοτροπία ζωγράφου και ήθελε να κρατήσει ο ίδιος τά έργα του κοντά του – κι από μια άλλη άποψη, ακόμα πιο σημαντική, ήθελε να τό κρατήσει επειδή τού ’χα πει εγώ πως είναι ωραίο : Κι ήταν εξίσου ενδιαφέρον τό ότι άφησε τήν φασαρία, κι έκατσε να σχεδιάσει μες στην γιορτή. Κατά τ’ άλλα όπως συμβαίνει συνήθως πάντα στη ζωγραφική, τό αντίγραφο ήταν πολύ κατώτερο τού πρωτότυπου, τού έλειπε ακριβώς αυτό που έκανε τό πρωτότυπο γοητευτικό : Δεν ξέρω πώς ακριβώς τό λένε, οι επιστήμονες και οι φιλόσοφοι, αλλά είναι αυτή η εντύπωση ότι για μια στιγμή τσακώνεις μια αναλογία μέσα στον κόσμο, σα μονοκοντυλιά, όλα γίνονται μονοκόμματα, με τήν ίδια ανάσα, και όλα εξυπηρετούν τίς γεωμετρικές σχέσεις που ξάφνου βούτηξες στον αέρα, και υπάρχει κι αυτή η εντύπωση πως κάνεις μια κριτική σε κάτι, κι ότι ολόκληρος είσαι μια άρνηση, και γι’ αυτό ακριβώς κι έχεις διπλωθεί μέσα σου : και ζωγραφίζεις λοιπόν τόν κόσμο ακριβώς με τόν τρόπο που σ’ ενοχλεί, και με τόν τρόπο που σέ παρηγορεί, και μ’ έναν περίεργο τρόπο που δεν ξέρω πώς αλλιώς να τόν πω : τό έργο τέχνης, εννοώ στο πρωτότυπο, είναι και σαν τήν έκφραση ενός μεγάλου θυμού ή σαν τίς φωνές που βγάζουνε αυτοί που παλεύουνε μεταξύ τους στα γιαπωνέζικα : δεν μπορείς να παλέψεις αν δεν φωνάξεις : τό αντίγραφο όμως είναι μια νεκρή μίμηση τής φωνής, τών γραμμών και τής διάθεσης, ούτε καν μια ανάμνησή τους γιατί κι η ανάμνηση έχει περισσότερη δυναμική, αν είναι η πρωτότυπη ανάμνηση κι όχι η ανάμνηση τής ανάμνησης : τέλος πάντων, ήταν κάτι που έγινε βιαστικά για να ξοφλήσει μια υποχρέωση (όπως ίσως τήν ένιωθε) αλλά πάντως εκείνη τή στιγμή μού φάνηκε ότι ήταν μια κίνηση πολύ ευγενική, κι ίσως ακόμα σα να έδειχνε και αγάπη. (Αν ψάξω μες στα χαρτιά μου θα τό βρω ίσως, αλλά δεν θέλω να τό ξαναδώ τώρα πια. Εσείς δεν θα καταλάβετε διαφορά, μπορεί να σάς αρέσει σαν να ’ναι και τό πρωτότυπο. Ήταν πραγματικά πολύ καλό. Όμως τό πρωτότυπο ήταν εξαίρετο. Κάθε του γραμμή ήταν τέλεια, στραβή σαν τού κλέε, και τό σύνολο τών γραμμών ήταν μια πολυκατοικία εχθρική, και που ταυτόχρονα κι η ίδια παραπατούσε, και αυτά ακριβώς είναι που χάθηκαν).

 

   Ίσως γι’ αυτό λοιπόν ο φίλος μου άργησε τόσο να μού μιλήσει, αν μπορώ να τού αποδώσω τέτοιες ευαισθησίες, αλλά μού φαίνεται πως σ’ αυτήν τήν περίπτωση πρέπει να τού τίς αποδώσω. Και μού είναι τόσο δύσκολο πραγματικά να τό πω αν και είναι πραγματικά τόσο απλό και τόσο εύκολο αυτό που έγινε που μού φαίνεται σαν να είναι πραγματικά απίστευτο που πρέπει τώρα να τό πω σαν να μην τό ξέρετε. Όταν ο φίλος μου μού τό είπε κατάλαβα ότι ήταν αυτό που έπρεπε πραγματικά να γίνει για να ολοκληρωθεί αυτή η πολυκατοικία.

Παρ’ όλ’ αυτά κι ο ίδιος δίστασε πολύ να μού το πει και ούτως ή άλλως είχε περάσει πολύς καιρός, και θα μπορούσα να τό ’χα ξεχάσει. (Αν και εγώ δεν τό ξέχασα : Τού είχα πει ότι ήθελα να μάθω ειδικότερα νέα τού Πέτρου. Τό μόνο που ήξερα ήταν ότι είχε μια φωτογραφία του η Ματίνα στο γραφείο της και ότι ήταν ένα ωραίο αγόρι λεπτό ψηλό με τά μαύρα γυαλιά και τά κοντά μοντέρνα μαλλιά – ακουμπισμένο σ’ ένα αυτοκίνητο.) Κι ότι είχε παντρευτεί κι είχε κάνει παιδιά, ένα ή δύο δεν θυμάμαι. Μού φαινόταν αστείο να έχει μεγαλώσει τόσο.

Τά πρώτα κακά σημάδια θα μπορούσα να πω ότι ήτανε τό γεγονός ότι πέρασε πολύς καιρός απ’ αυτήν τήν διήγηση και δεν άκουσα τίποτα νέο. Θέλησα λοιπόν να τσιγκλήσω τόν φίλο μου και να τόν πειράξω λίγο που δεν είχε πάει να τήν ξαναδεί. Και φυσικά εμμέσως (πλην σαφώς) τού ’κανα ένα μικρό παράπονο που δεν ενδιαφέρθηκε να μάθει για λογαριασμό μου νέα τού Πέτρου : Παρ’ όλο που δεν είναι ο τύπος του να σκέφτεται τήν ψυχική κατάσταση τών άλλων ιδιαιτέρως – τόν είδα σ’ αυτήν τήν περίπτωση όμως αισθητά που δαγκώθηκε : Άσε καλύτερα μην τά ρωτάς ούτε για τόν Πέτρο ούτε για κανέναν, μού είπε και φυσικά όπως καταλαβαίνετε η περιέργειά μου έφτασε με τόν τρόπο αυτό στο απροχώρητο. Τί θα πει αυτό, ρώτησα, τί θα πει να μην τά ρωτάω, και γιατί ; Κι εσύ πάλι, ρώτησες για τόν Πέτρο ; – Ειδικά για τόν Πέτρο μού είπε τελικά, καλύτερα να μην τά ρωτάς. – Τί είναι αυτά που μού λες, τού είπα, τήν έχεις ξαναδεί τήν Ματίνα και δεν μού τό λες ; Μού ομολόγησε ότι τήν είδε τελευταία, αλλά πολύ τελευταία μονάχα. Έκανε ένα μεγάλο διάστημα δηλαδή να τήν δει. Και σ’ όλο αυτό τό διάστημα που πέρασε τό ενδιάμεσο είπα πάλι, χαθήκατε ; Ναι, μού είπε και ξεκαθάρισε ότι εκείνη είχε χαθεί, διότι ήτανε όλον αυτόν τόν καιρό στο νοσοκομείο. – Τήν είδες παιδί μου ; ρώτησα όπως καταλαβαίνετε έξαλλη από περιέργεια, τί μυστικοπάθεια είν’ αυτή, θα μέ πρήξεις. – Τήν είδα, μού είπε, αλλά καλύτερα θα ήταν ίσως να μην τήν έβλεπα και ίσως δεν θα ’πρεπε ούτε καν εσύ να ενδιαφέρεσαι τόσο, σού λέω, θα σέ πειράξει πολύ. Μού ’ρθε να τού σπάσω τό κεφάλι. Τόν απείλησα ότι αν δεν μού τά πει αμέσως χαρτί και καλαμάρι, θα γίνουμε από εκατό χωριά. Πας γυρεύοντας μού είπε, κι ύστερα πρόσθεσε : Είναι σε κακά χάλια η Ματίνα ακόμα, σε πολύ κακά χάλια μάλιστα, παρ’ όλο που ’χει βγει απ’ τό νοσοκομείο εδώ και καιρό και παρ’ όλο που ’κατσε στο νοσοκομείο κάνα χρόνο, κατάλαβες ; Όπως καταλαβαίνετε, αφού έφτασε η συζήτηση σ’ αυτό τό σημείο ήταν βέβαιο ότι θα προχωρήσει κανονικά.

Άλλωστε ο συγκεκριμμένος είναι πολύ επιδέξιος και σατανικός αφηγητής άμα θέλει και κάνει ό,τι μπορεί για να δημιουργήσει τό κατάλληλο κλίμα πριν πει κάτι. Τρελλαίνεται δηλαδή να είναι τό επίκεντρο τής προσοχής. Όμως εδώ δεν χρειαζόντουσαν περί αυτού και ιδιαίτερες προσπάθειες διότι και μόνο τό αντικειμενικό γεγονός ότι κάποιος είχε μείνει στο νοσοκομείο για ένα χρόνο και όμως ήταν ακόμα λίγο πολύ σε (ασαφή αλλά εξακριβωμένα) κακά χάλια ήταν από μόνο του ένα γεγονός με εξαιρετικά δυσοίωνες προεκτάσεις – ή μάλλον εξαιρετικά δυσάρεστα παρακλάδια προς τά πίσω, προς τό παρελθόν : Θα μπορούσα να σκεφτώ ότι είχε μεσολαβήσει βέβαια κάποιο ατύχημα, αλλά κάτι στον τρόπο που τόν άκουσα να περιπλέκει τίς εισαγωγές του και να μιλάει για τόν Πετράκη ήταν τελείως εναντίον κάθε υποψίας τυχαίου. Στο τέλος μού τά είπε βέβαια όλα, για να μην σάς τά πολυλογώ, και σάς τονίζω ότι έχει έναν τρόπο ν’ αφηγείται αυτός ο άνθρωπος, που όσο πιο πολύ τόν ενοχλεί ένα πράγμα τόσο πιο πολύ καθυστερεί εκνευριστικά όταν τό λέει, αντί να τό πει έξω, μια και καλή.

 

(heaven I’m in heaven)

 

– Προχώρα, είπαμε και οι δύο μαζί : Θα μάς πεις τώρα τί έγινε μ’ αυτήν, μάς έπρηξες.

– Είναι πολύ απλό, είπε, μία μέρα τή σπάσανε στο ξύλο τά παιδιά της και τότε έσκυψε στο τραπεζάκι χαμηλά για να πιάσει δήθεν τό ποτήρι της.

– Αλλά μη μού πείτε ότι δεν τό ’χατε φανταστεί, είπε μετά, εγώ δεν τό ’χα φανταστεί βέβαια, αλλά εσείς είσαστε άλλο, εσείς σίγουρα τό ξέρατε. Οποιοσδήποτε έχει πιο φιλοσοφημένο μυαλό από μένα, είπε. Τή λυώσανε στην κυριολεξία, τή σακατέψανε, δεν τή δείρανε απλώς, τή σπάσανε στο ξύλο, έγινε σκηνή ασφαλίτικη εκεί μέσα σ’ αυτό τό δωμάτιο. Τή βάλαν κάτω και τήν κλωτσάγανε, τής έσπασαν όλα της τά πλευρά, τής έσπασαν όλα της τά δόντια : με πρωταγωνιστή λέει τόν Πετράκη : τήν είχανε κάτω και τήν κλωτσάγανε και οι τρεις μαζί : ο Λάμπης ήταν απέξω κι έκανε ότι δεν ήξερε τίποτα, σφύριζε κλέφτικα ή άκουγε μουσική, μπορεί και να ’χε βάλει τό πικάπ ή τό ραδιόφωνο και στη διαπασών και να παίζει τό heaven I’ m in heaven ή τό τής γυναίκας η καρδιά είναι μια άβυσσος πότε η κόλαση και πότε ο παράδεισος ή τό μια γυναίκα δύο άντρες κομπολόϊ δίχως χάντρες : αλλά όταν κατάλαβε ότι τό πράγμα παραπάει κι όταν απ’ τά ουρλιαχτά της φοβήθηκε ότι πλησιάζουν να τήν σκοτώσουν, τούς χτύπησε τήν πόρτα απέξω και τούς φώναξε να σταματήσουνε και να τήν αφήσουνε πια. Βγήκανε τότε οι τρεις τους ένας–ένας, τινάξαν τά σακκάκια τους μπήκαν στ’ αυτοκίνητά τους και πήγαν στη δουλειά τους κι αφήσαν τόν πατέρα τους να ειδοποιήσει τό ασθενοφόρο νά ’ρθει να τήν πάρει : Σε κακά χάλια σάς λέω, σπασμένα τά πλευρά της και σπασμένα τά δόντια της όλα, τήν κλωτσήσαν παντού, τήν πετάξαν κάτω, τήν σπρώξαν να πέσει κάτω και τήν κλωτσούσανε. Τήν κλωτσάγανε κι οι τρεις, με πρωταγωνιστή φυσικά τόν Πετράκη : κι αυτή ήταν πεσμένη κάτω. Τήν παρασύρανε μέσα στο δωμάτιο διότι πρώτα κάναν κανονική συνεννόηση. Γύρισε μία ώρα απ’ τή δουλειά της στο σπίτι κι αυτοί ήταν κι οι τρεις συνεννοημένοι εκεί, κι ο πατέρας – αλλά ο πατέρας έκανε ότι ασχολείται με άλλα – και τής λέει ο Πέτρος – δείχνοντάς της προς τό δωμάτιό του τό παιδικό – γιατί πρέπει να είχε κι ένα παιδικό ακόμα δωμάτιο σ’ αυτό τό σπίτι  – Μάνα για έλα μια στιγμή να σού πω κάτι, κι εκείνη πήγε προς τό μέρος του ανυποψίαστη, μπήκε στο δωμάτιο, και μπήκαν πίσω της κι οι άλλοι δυο τότε ο χοντρός κι ο αδύνατος, κλείσαν τήν πόρτα πίσω τους και τήν κλείδωσαν, δεν ξέρω ποιος κράτησε τό κλειδί, ούτε ξέρω ποιος άρχισε πρώτος να τής επιτίθεται, και με τί λόγια. Προφανώς σ’ αυτές τίς περιπτώσεις πρώτα ξεκινάν τά χαστούκια κι έπειτα ακολουθούν οι μπουνιές, μέχρι που να πέσει ο άλλος κάτω. Άμα πέσει κάτω τότε τήν έχει βαμμένη γιατί τότε μπαίνουν μπροστά οι κλωτσιές και σπάνε και τά δόντια και βγαίνουν και τά μάτια. Να σάς πω τήν αλήθεια δεν ξέρω τί πρέπει να πονάει πιο πολύ, τό σπάσιμο στα σαγόνια που κρατάν μέσα τους, σαν κέλυφος, τή γλώσσα και τά δόντια, ή τό σπάσιμο στα κόκκαλα που κρατάν μέσα τους προφυλαγμένους για ν’ αναπνεύσεις τούς πνεύμονες ; Κι ούτε ξέρω πώς μπορεί να έβλεπε, αν θα είχε μάτια να δει ή θα τήν είχαν τυφλώσει τά αίματα. Και θα τυλιγότανε για να γλυτώσει άραγε τι ; τό στόμα τά μάτια τά πλευρά ή τήν κοιλιά ; Κι από κει κάτω άμα είσαι έτσι πεσμένη βλέπεις τά πόδια μόνο, τό πολύ–πολύ λίγο τό κάτω μέρος τού παντελονιού, αλλά κυρίως τίς κάλτσες και τά παπούτσια, κι από κει και μόνο διακρίνεις ποιος σέ χτυπάει, γιατί αυτή, όσες υπηρέτριες και να ’χανε πρέπει να ’ξερε καλύτερα ποιανού παπούτσια ήταν τού καθένα, και όσο κι αν αγοράζανε μόνοι τους πράγματα, μπορεί να ήξερε τί κάλτσες φοράει ο καθένας τους και μερικές μπορεί να τούς τίς είχε αγοράσει κι η ίδια, έτσι για δωράκι, κι εκτός αυτού μπορεί να ήξερε και τόν τρόπο που κινεί ο καθένας τά πόδια του, από μικρός ο καθένας να είχε έναν διαφορετικό τρόπο που κλώτσαγε τήν μπάλα ας πούμε όταν έπαιζε, ή και τήν μυρωδιά : Η Ματίνα μπορεί να ήταν σε θέση να ξεχωρίσει μες απ’ τό κάθε παπούτσι τή μυρωδιά που είχε τό κάθε διαφορετικό πόδι όπως πλησίαζε τό στόμα τή μύτη τό στομάχι της ή τήν κοιλιά, αλλά οι φωνές που ειπώθηκαν και που ακουγόντουσαν μού ήταν πραγματικά τό πιο αδιανόητο να τό σκεφτώ, όχι μόνο τό τί λέγαν αυτοί, (αλλά βεβαίως και τό τί λέγαν), και προφανώς ξεκίνησε με κάποια κραυγή έκπληξης απ’ αυτήν αρχικά, και θα τούς είπε Τί κάνετε ή Τί ’ναι αυτά που κάνετε, ή Πέτρο τή μαμά χτυπάς, Δεν τήν χτυπάνε τή μαμά τους τά παιδιά τά καλά παιδιά παληόπαιδα, αλλά δεν ξέρω κιόλας αν δεν τρόμαξε, κι αν δεν είδε στο βλέμμα τους ότι η κατάσταση ήτανε πιο σοβαρή, κι αν δεν προσπάθησε απλώς στην αρχή να φύγει, κι ύστερα μόνο να φυλαχτεί, κι ύστερα πια μόνο να φωνάζει να ουρλιάζει και ν’ απευθύνεται σ’ αυτόν που ’ταν απέξω ικετεύοντάς τον να τής ανοίξει τήν πόρτα αυτός, να μπει μέσα να τούς σταματήσει και να τήν αφήσει να φύγει ξεχνώντας μή μπορώντας να σκεφτεί ότι στην ουσία ήταν αυτός που τήν έδερνε μέσα τους πίσω τους και στο μυαλό τους μέσα, κι αν δεν νοιαζόταν πια μόνο να σκεπάζει τό πρόσωπο ή τήν κοιλιά της, έτσι πεσμένη όπως ήταν κάτω, και τά μάτια της, και αυτό που μού είναι πιο πολύ αφόρητο απ’ όλα να σκέφτομαι είναι ότι μες στα ουρλιαχτά της μπορεί να έκλαιγε κιόλας, ή ότι ήταν τόσο διαπεραστικά τά ουρλιαχτά γιατί ήταν τόσο φοβεροί οι πόνοι, ώστε μόνο ούρλιαζε και δεν προλάβαινε να κλάψει κι αυτό που μού φαίνεται αφόρητο σε μια περίπτωση τέτοια είναι ότι δεν έχεις ούτε μυαλό πια μέσα σου παρά μόνο ουρλιαχτό, και ίσως να μην έχεις τότε ούτε και μυαλό απλούστατα γιατί τό μυαλό πονάει πιο πολύ απ’ όλα τότε όταν τό έχεις, έτσι δεν είναι κυρίες μου. Κι έτσι λοιπόν κι εγώ νομίζω ότι κρύβεσαι πίσω απ’ τό ουρλιαχτό, και τό ουρλιαχτό πιο πολύ απ’ όλα σέ προστατεύει, και τήν ίδια στιγμή μέσα σου παρακαλείς να σταματήσει ο λόγος για τό ουρλιαχτό και υπόσχεσαι μέσα σου ότι αν σταματήσει ο λόγος για τό ουρλιαχτό μετά θα σκεφτείς, παρ’ όλο που ξέρεις ότι δεν θα σκεφτείς ποτέ – έτσι δεν είναι ; Όμως τήν ίδια στιγμή τό πιο αφόρητο ήταν για μένα μαζί να σκεφτώ τό τί ήτανε η σκηνή αυτή για αυτούς, ή τό τί λέγαν αυτοί και τό πώς αρχίσαν αυτοί και τό πώς συνεχίσανε : Γιατί είναι εύκολη η λύση που έδωσε εκείνη μετά ότι όλα έγιναν για τά λεφτά : ίσως βέβαια να τής είπανε κάποια πράγματα που να τήν έκαναν να τό καταλάβει, γιατί όταν – μ’ ένα μοιρολατρικό ύφος – τά διηγήθηκε στον φίλο μου – έχοντας βγάλει τούς γύψους πια τώρα, αλλά χωρίς δόντια ακόμα, κι έχοντας απλώς παραγγείλει και περιμένοντας τίς μασέλες, επέμενε ότι τής τό ’πανε και τό ήξερε πως όλα αυτά έγιναν για τά λεφτά – και όχι για τά δικά τους λεφτά, ή για κάποια λεφτά που θα μπορούσαν να είναι δικά τους και τούς τά στερήσανε, αλλά για κείνο τό περίφημο χαρτζιλίκι που τούς έδινε αυτή, γιατί έτσι τό ήθελε : γιατί, έχοντας βεβαιωθεί ότι είναι καλή η οικονομική τους κατάσταση, κι αποφασίζοντας να διώξει τόν μαλάκα και να πιάσει καινούργιον, αποφασίζοντας δηλαδή ν’ ανοίξει πανιά για κάποιον που ν’ αξίζει πιθανώς στο κρεβάτι ελαφρώς περισσότερο ή για κάποιον άλλο λόγο τέλος πάντων τελείως δικό της που μόνο εκείνη τόν ήξερε και τόν αποφάσισε, είχε σταματήσει κάποιους μήνες να τούς δίνει απ’ τά δικά της αυτά τά μόνα λεφτά : Και στο νοσοκομείο που τής είπανε να κάνει μήνυση δεν ήθελε και δεν δέχτηκε. Και στον φίλο μου είπε ότι είχε πάρει τίς αποφάσεις της, είχε μιλήσει με τούς δικηγόρους της, θα κρατούσε τά λεφτά της για πάντα : θα ’μενε στην οικογένεια για πάντα : σκάνδαλο δεν θα γινόταν : και τά παιδιά στη φυλακή δεν τά έβαζε. Δεν μπορώ να καταλάβω τί ύφος είχε, αλλά απ’ τό λίγο που ξέρω, ξέρω ότι ήταν η ίδια ηλίθια φοβισμένη άτολμη κι ασήμαντη, αλλά αυτό που δεν μπορώ να διανοηθώ ούτε να τό σκεφτώ είναι αυτή η εικόνα, αυτοί οι τρεις μιλάνε, αποφασίζουν και κάνουν τό σχέδιο : Δεν λέω αυτοί οι τρεις θυμώνουν, διαμαρτύρονται ή βρίζουνε, λέω μόνο : αυτοί οι τρείς, με αρχηγό τόν μεγαλύτερο, μιλάνε πρακτικά, σκέφτονται λεπτομέρειες, αποφασίζουν με ηρεμία : κάνουν τό σχέδιο : Καταστρώνουν ένα σχέδιο με ψυχραιμία και λογική : σχεδόν σα ζωγράφοι σαν καλλιτέχνες, σαν πεζογράφοι : Ξυπνάνε ένα πρωί και ορίστε ξέρουνε ότι είναι η μέρα τού σχεδίου : Πίνουνε τόν καφέ τους και τρων τό πρωινό τους, παίζουνε με τά παιδιά τους, φιλάν τίς γυναίκες τους και παν να βρουν τούς αδελφούς τους στο πατρικό τους για να δείρουν έως εξοντώσεως μια γυναίκα, άσχετο ποιάν : επειδή έτσι τούς κάπνισε, για έναν λόγο ηλίθιο : οι ίδιοι που κάποτε ήτανε κολλημένοι στο μπούτι της και σκουπίζαν τά πιάτα και ακουμπάγαν τό μάγουλό τους στην ποδιά της, και σέρνονταν ουρλιάζοντας έξω από τήν κουζίνα καθώς τό φριχτό τριχωτό χέρι εκείνου τούς άρπαζε και τούς απαγόρευε να ξαναπατήσουνε τό πόδι και τό μάτι και τή μύτη και τό αυτί σε κείνη τή ζεστή σπηλιά που μύριζε μυρωδιές γλυκές και πικρές και αλατισμένες, και τούς έδιωχνε με τήν σοφή σκληρότητα τού μεγάλου απόμακρου θεού πατέρα υπαλληλάκου για να μη γίνουνε πούστηδες: Και δεν έγιναν πούστηδες. Δεν έγιναν πούστηδες οι πούστηδες : έγινε σαφές ; δεν ξαναφιλάνε χέρι αυτοί, τό καταλάβατε (είπε δασκαλίστικα).

 

   Όμως άραγε (είπε μετά) σκέφτομαι καμμιά φορά, τό μόνο που τούς απόμεινε για κάποια ικανοποίηση ήταν πλέον τά λεφτά ; Ή μήπως όλα γίνανε καταβάθος μόνο και μόνο επειδή θέλησε ν’ αλλάξει εραστή και ν’ αφήσει τόν μαλάκα και να πάρει έναν καλύτερο ; λέτε να τό μυριστήκανε κι αυτό ; και πώς τό μυριστήκανε αυτό ; Πάντως, όσο τήν κλωτσούσαν, για τά λεφτά πάντα (λέει) μόνο τής μίλαγαν : (λέτε μήπως γιατί δεν θέλαν καθόλου να μιλήσουν για τ’ άλλο ; μήπως γιατί δεν μπορούσαν καθόλου να μιλήσουν για τ’ άλλο ; ) Όμως αυτό που μού ’κανε εμένα τήν μεγαλύτερη εντύπωση είναι κυρίως αυτό, μπορώ να σάς πω, όχι δηλαδή η μεταφορά από τά φιλιά στη φρίκη αλλά τό πώς γίνεται η συζήτηση εντός τής φρίκης, οι συνεννοήσεις οι συζητήσεις και οι κουβέντες εντός τής φρίκης, αυτή η καθημερινή αίσθηση εντελώς καθημερινής κουβέντας, και πώς μπορεί να λέγονται αυτά τά πράγματα – λέω δηλαδή για τήν ώρα που αφού ξυπνήσαν και φάγαν τό πρωινό τους και χαριεντίστηκαν με τά παιδιά τους και φιλήσαν στην εξώπορτα τή γυναίκα τους, μπορούνε μετά, πηγαίνοντας στο πατρικό τους, να δείρουν έως θανάτου κάποιον, να προγραμματίσουν σ’ ένα τελείως άλλο πρόγραμμα δηλαδή, όχι μόνο μυρωδιάς και πιάτων ή χρωμάτων ή σκέψης, αλλά και ομιλίας, πάνω απ’ όλα ένα άλλο πρόγραμμα ομιλίας κυρία μου (είπε, και μέ κοίταξε, ποιος ξέρει βέβαια πώς σκέφτεται τό κεφάλι της). Μήπως έχουμε λοιπόν μεγαλύτερη σχέση με τά κομπιούτερ απ’ ό,τι νομίζουμε, συνέχισε φιλοσοφώντας αφού μάς είχε μαυρίσει τό απόγευμα, μού φαίνεται θα κάτσω να κάνω καμμιά μετεκπαίδευση, και θ’ αρχίσω να ζωγραφίζω κι εγώ στα προγράμματα τών κομπιούτερ, επειδή νομίζω ότι οι άνθρωποι τελικά δεν διαθέτουνε μεγαλύτερη ποικιλία κι ότι οι υπολογιστές είναι πιο πολύπλοκοι, και πιο λεπτεπίλεπτοι, και πιο, όπως θα ’λεγε κάποιος που ξέρει απ’ αυτά, καλλιτεχνικοί.

 

   Τήν κοιτάζαμε κι είχαμε κοκκαλώσει με τά ποτήρια στο χέρι έχοντας ξεχάσει από πολλή ώρα πως θα μπορούσαμε και να πίνουμε :

– Τώρα, τής είπαμε και οι δυο όταν καταλάβαμε ότι μπορούσαμε πλέον να μιλήσουμε, τί ήταν αυτό που μάς είπες τώρα εσύ ; Είσαι με τά καλά σου ; Πώς θα πάμε τώρα να φάμε μετά απ’ αυτό ; Και να πιούμε ; είσαι με τά καλά σου ; πού τη θυμήθηκες αυτή τή μαλακία ;

– Τά φιλιά, είπε αυτή, τά φιλιά.

Αρχίσαμε να κινιόμαστε. Αρχίσαμε να μπορούμε πάλι να κινηθούμε. Πήραμε τά ποτήρια μας για να πιούμε ξανά. Κουνηθήκαμε πάνω στον καναπέ και τά μαξιλάρια, και φτιάξαμε τά μαλλιά μας και τά ρούχα μας.

Λέω να πάω να φτιάξω λίγο τό μακιγιάζ μου, θα ’χει γίνει χάλια, είπε η Μάχη. Σηκώθηκα και τήν ακολούθησα στην τουαλέτα κι εγώ. Γιατί, τό δικό μου μήπως δεν έγινε ; είπα. Η άλλη ήρθε από πίσω μας. – Θα ρίξω στο πρόσωπό μου λίγο νερό και εγώ, είπε. Θα ’χω γίνει κι εγώ τό ίδιο χάλια.

Συνήλθαμε με τό νερό και οι τρεις και βάφαμε μετά η μία τήν άλλη για ώρα με προσοχή.

– Κοίτα την που έχει όμως ταλέντο στα διηγηματάκια, είπε η Νίνα. Μια χαρά τά κατάφερε.

 

   Κι έκανε ότι ζηλεύει, και γελάσαμε, κι η Μάχη γέλασε με τήν καρδιά της.

 

 

«βιογραφίες αγνώστων», ανέκδοτο μυθιστόρημα

 

 

 

 

φωτογραφίες Pete Turner και Wing Shya

 

 

 

 

 

23 Οκτωβρίου 2019

τρυφερο ατσαλι

 

 

 

 

αυτη ειναι μια ιστορια σε μια αιθουσα με ασαφή οθονη που δεν ξερω πότε αρχισα να τη θυμαμαι, γιατι για χρόνια ητανε οχι τοσο χαμενη (ποτέ δεν χαθηκε) αλλά σιωπηλη πισω στα παρασκηνια του θέατρου – νομιζω αρχισε να ξανανεβαινει, και μαλιστα εγχρωμη και καπως ομιλητικη στη σκηνη, απο εκεινο το βραδυ που χαϊδεψα απροειδοποιητα τη γαμπα αγαπημενου αντρα μεσα σ’ ενα μπαρ ψηλαφιζοντας ανυπομονα το παπουτσι του και υστερα την κατσαρη υφη της καλτσας μεχρι τη ζεστη καμπυλη του ποδιου μεσα απο το παντελονι – αυτη ητανε μεσα στο σινεμα η σκηνη αλλά ειναι σχεδον αδυνατο να θυμηθω ποια ηταν η μερα, γιατι ειναι πολυ παλια – παντως δεν ημουνα παραπανω απο εξη (ή το πολυ εφτα – αλλά οχι : γιατι η σκηνη ηταν στο σινεακ εκει που με τη μαμα πηγαιναμε οταν ημουν πολυ μικρη, διοτι μετα, οταν αρχισε το σχολείο, με εσερνε μαζι της στα κανονικα σινεμα, και κυριως τη «βρετάνια» στη βουκουρεστιου με τους μεγαλους ηθοποιους και τα «ανεμοδαρμενα υψη» και τη ζανέτ μακντόναλντ και τον νέλσον έντυ, το οποίο κατι χρονια αργοτερα καταργηθηκε και εγινε το θεατρο του μυρατ που επαιξε το «αποψε αυτοσχεδιαζουμε» του πιραντελο και τρεχαν οι μεγαλοι να το δουνε ολοι σαν τρελοι)

ηταν ομορφη η μαμα μου και της αρεσε πολυ το σινεμα και ημουνα κι εγω ομορφη μαζι της γιατι φοραγαμε τα ιδια ρουχα, αφου αυτη τα εφτιαχνε, και μαλιστα απο το ιδιο υφασμα

λοιπον το σινεμα ητανε ωραιο, μυστικο αλλά και ενοχλητικο μαζι, και ητανε το «σινεμα» και οχι το «σινεακ» γιατι τοτε ηταν το μόνο σινεμα το σινεακ, και ηταν μονιμως μεσα σ’ ενα κατακοκκινο σκοταδι χωμενο, και τα καθισματα του ηταν σαν περιεργα βουνα, ψηλα στις ακρες, χαμηλα στη μεση – και εμας μας αρεσε να καθομαστε στις ακρες – και παντα μπαιναμε με σκοταδι και βγαιναμε με σκοταδι, ποτέ δεν φωτιζε ακριβως, ποτέ δεν εκανε ακριβως διαλειμμα και εναρξη ή ληξη, ητανε σαν ενα αιωρουμενο αεικινητο στο οποίο μπαινοβγαιναμε συνεχεια και η μαμα κουνιοταν συνεχως κι αλλαζε θεσεις, μερικες φορες τοσο εκνευρισμενη που απο τα πλαϊνα ψηλα πηγαιναμε στα καθισματα κατω χαμηλα, και με εσερνε πισω της σα να με ειχε ξεχασει, και γω ετρεχα πιασμενη απ’ το χερι της αλλά και σα να με ειχε ξεχασει, και παντα καθομαστε μακρια απο τους δίπλα, αλλά ετσι κι αλλιως οι δίπλα ποτέ δεν ητανε κοντα, θυμαμαι μισοαδειο παντα αυτο το κοκκινο σκοταδι, με τις χρυσαφιες ανταυγειες απο την οθονη, την οθονη δεν τη θυμαμαι ιδιαιτερα – τον χρονο μόνο θυμαμαι γιατι δεν ειχε αρχισει ακομα το σχολείο –

και οταν τρεχαμε αναμεσα στα μαυρα καθισματα και το κοκκινο που φωτιζε μαζι με τις ασπρομαυρες αστραπες τού εργου σαν επιφοιτηση διαρκείας, φευγαμε παντα απο καποιον που «σαν παλιανθρωπος» που ητανε «την πειραζε» και δεν ειμαι σιγουρη αν το ’χα καταλαβει, το ’χα συμπερανει ή μου το ’χε πει με αυτα τα λογια η ιδια, την ωρα που ξαφνικα θα ψιθυριζε πιανοντας μου το χερι «παμε πιο περα να φυγουμε» και το πιθανοτερο ειναι να ’χαν συμβει και τα τρια μαζι και να τα ’χα καταλαβει ταυτοχρονως, και η εκφραση της δεν μπορουσε να ειναι τιποτα σοβαροτερο, τιποτα πιο επεξηγηματικο απο ενα μουρμουρητο

ομως η μετακινηση και η βιαστικη αλλαγη θεσης ητανε παλι εχθρικη και ψηλομύτικη κι αυτο το ψηλομύτικο ηταν που με ενοχλουσε σαν να μην πολυπιστευα, δεν ειμαι σιγουρη ακριβως τι – θυμαμαι ομως την ενοχληση μου ετσι που επρεπε να την ακολουθω αναμεσα στα καθισματα και τους διαδρομους ενω αυτη ετρεχε σαν να μ’ ειχε σχεδον ξεχασει

κι αυτο γινοτανε πολυ συχνα τοσο που σχεδον ηταν εθιμο μεσα στην αιθουσα και δεν ειμαι σε θεση να πω ουτε καν αν της αρεσε που γινοτανε, αλλά φαινοταν πραγματικα θυμωμενη, κι επαιρνε αυτο το πολυ ακαταδεχτο, και εχθρικο προς τον κοσμο υφος της – αυτο το καταβαθος ψηλομύτικο που πολυ με πειραζε

ομως το θεμα μου ειναι αλλο και μου ειναι δυσκολο να στο περιγραψω γιατι σαν ασαφης παραισθηση ή ονειρο αναδυθηκε οταν το θυμηθηκα τη στιγμη που ενιωσα το ποδι του για πρωτη φορά αφημενο εντελως στα χερια μου μεσα απο το παντελονι – διοτι ναι μεν τιποτα δεν χανεται αλλά αυτο ειχε τραβηχτει στα ενδοτερα, στα παρασκηνια, πισω απ’ τις κουΐντες, πιο πισω απο τα καμαρινια περα απο τις σκηνες πιο μακρια απο τις αυλαιες αυτης της αιθουσας που ειχε κατι βαρυ και παλαιϊκο ετσι οπως ηταν ολα κοκκινα και σχεδον βελουδινα, ή μαλλον ηταν πραγματικα βελουδινα και καλα τα θυμαμαι, αν και φθαρμενα ελαφρως τα καθισματα

και ηταν σιγουρα νωρις το απογευμα και ειμαστε ησυχες και βλεπαμε το εργο και κανεις δεν μας πειραζε σε μια σχεδον μισοαδεια αιθουσα, και ουτε θυμαμαι ποιο εργο, τοτε που ορμησε με μια αναπαντεχη σιγουρια το χερι του και μ’ αφησε καταπληκτη γιατι δεν τον ειχα ακουσει να καθεται δίπλα μου, καθισε αθορυβος ανακουστος κι αορατος σα γατα, και περα απο οποιαδηποτε αλλη σκεψη κυριαρχησε η καταπληξη, και μαζι η ακινησια η σιωπη και η ασαφης μυρωδια τής μαμας στα δεξια ετσι οπως κοιτουσε αφοσιωμενη, ελαφρως αφηρημενη και λιγο ψηλομύτικη οπως παντα τη μεγαλη ασπρομαυρη οθονη και λαμψη

εμεινα ακινητη αλλά το χερι μ’ αυτα τα σκληρα δαχτυλα ηταν επιτακτικο σαν να μη με περιμενε καν πρωτα να μεινω ακινητη για να ρωτησει, σαν να ητανε σιγουρος ή να το ειχε διαταξει με τον πιο σιωπηλο τροπο, και σαν να με παρακαλουσε ομως με ακαταδεχτο υφος συγχρονως γι’ αυτο

και ολη την ωρα που το χερι κινιοτανε πανω μου ητανε ακριβως σα να παρακαλουσε γιατι μεταφεροταν απο πανω μεχρι κατω με τον πιο σφιχτο και ατσαλινο και σιγουρο τροπο αλλά και με τοση γνωση και τρυφεροτητα που ειχα παγωσει απο την καταπληξη πως μπορουσε καποιος να με ξερει τοσο καλα, που να με σφιγγει βιαστικα αλλά συστηματικα και μεθοδικα κανοντας με να καυλωνω απο το λαιμο ως τους αστραγαλους τοσο αφωνα

και συνεχισε να ανεβοκατεβαινει μεθοδικα με δαχτυλα που δεν με εγκατελειπαν στιγμη και σχεδον μού μίλαγαν, σχεδον βγαζανε ηχους, με μια επιτακτικη βλοσυρη οικειοτητα

που δεν σηκωνε αντιρρηση αλλά παρακαλουσε κιολας, παρακαλουσε και σα να ικετευε κιολας, με λεξεις που δεν τις ηξερα αλλά αυτο ητανε το νοημα σ’ αυτα τα ατσαλινα δαχτυλα, που με εψαχναν παντου σα να θελανε κατι να μου δειξουν και συγχρονως σα να παρακαλουσαν να δεχτω να το δειξουν, μες στο σκοταδι

κι ετσι περιδιαβηκε καθε κοκκαλο και καθε γωνία και οπως γλυστραγε πανω μου απο το λαιμο ως τα ποδια μεθοδικα με τα ιδια δαχτυλα που σφιγγανε, κατα διαστηματα, και ισως μ’ εναν ρυθμο, δε θυμαμαι καλα, χαϊδευανε κιολας ταυτοχρονα, μ’ αυτον τον αλλοκοτο τροπο οντας μαζι δαγκανες και γλωσσες

σημερα με το σημερινο λεξιλογιο θα ελεγα οτι ειχε μια φοβερη επιδεξιοτητα κι οτι ητανε φοβερος εραστης, τη μερα εκεινη οντας εφτα χρονων (το πολυ) ειχα μεινει αφωνη και καταπληκτη και ακινητη κατω απο την παλαμη του που με ειχε ακινητοποιησει ολοκληρη και σα να ’χε μετατραπει ολη η παλαμη του και σα να ’χε γινει ετσι τεραστια παιρνοντας το δικο μου ελαχιστο μεγεθος – και συγχρονως σα να ’χε γινει το χερι του ο καθρεφτης μου

ειμαστε σιωπηλοι, αυτο που γινοταν μεταξυ μας δεν το ’μαθε κανεις : καποια στιγμη απλως αποσυρε το χερι του και καταλαβα οτι συνεχισε να καθεται διπλα και γυρισα μαλλον αργα και τον κοιταξα, και αυτο ειναι που δε συγχωρεσα στον εαυτο μου ποτέ, δεν μπορεσα να κρυψω (πρεπει να φανηκε στο προσωπο μου) την απεχθεια και την απογοητεψη για το πόσο ασχημος ητανε

γιατι ο ιδιος εχοντας αποσυρει το χερι του απο πανω μου το ’ξερε ολη η δυναμη του οτι ειχε χαθει και καθοταν τωρα λιγο σκυφτος, γυρισμενος σαν υπακουα προς το μερος μου και με κοιταζε ησυχα με ματια που ειχαν μεσα τους μόνο ενα χαμογελο και λιγο σκυψιμο – κι εγω δεν μπορεσα να κρυψω σιγουρα τον θυμο μου ή την καταπληξη για το πόσο ασχημος φτωχος κακοντυμενος και γερος (μπορει να ’ταν και τριανταρης ή σαρανταρης, τωρα λεω) εκεινος ητανε – ναι, με κοιταξε μ’ αυτη τη βουβη ματια, λιγο σκυφτος, λιγο με τα ματια μισοκλειστα, κι εγω τον κοιταξα οπως τον κοιταξα : μόνο που δεν τον εφτυσα δηλαδη – πρεπει να το καταλαβε, η ευφυια τού περισσευε κι αυτο το ’χε αποδειξει : πρεπει να το καταλαβε οτι στην αρχη γυρισα να τον δω με ενα ειδος περιεργειας χαρας, ή και φιλίας ακομα, που μετατραπηκε αμεσως σε φρικη, τα ειδε ολα στη φατσα μου και γλυστρισε σαν γατα και σαν καταπτοημενος κι εξαφανιστηκε

γιατι ηταν αξυριστος, δεν ειχε μαλλον πολλα δοντια, και μαλλον ητανε φτωχοντυμενος πολυ, και ειναι απιστευτο πόσο με ειχε θυμωσει ολο αυτο – και πόσο ειχα νιωσει καταπληξη, σα να με  προσβαλε η ασχημια του : και ειναι απιστευτο πόσο σκληροι ανθρωποι ειμαστε απο τα γενοφασκια μας : απο τοτε που αρχισα να θυμαμαι αυτη την ιστορια τον ξανασκεφτηκα πολλες φορες – με τη μεγαλυτερη δυνατη ομως λυπη – ο ανθρωπος εκανε για μενα κατι, που μόνο οι μεγαλοι εραστες το κανουνε – και οι μεγαλοι εραστες δεν ειναι συνηθισμενο πραγμα : δεν ειναι οτι θελησε να καυλωσει, ειναι οτι θελησε να καυλωσει εμενα, ενα αγνωστο κοριτσακι δίπλα του – πραγμα που ειρησθω εν παροδω καταφερε με τον πιο ατσαλινο και τρυφερο τροπο –

 

 

φωτο Nico Jesse

 

 

 

 

 

1 Σεπτεμβρίου 2019

το σπηλαιο της αναισθησιας

 

 

 

 

η απεχθεια μου για τον πλατωνα βασιζεται σε παρα πολλα πραγματα, αλλά στο παραμυθακι του της σπηλιας συμπυκωνονται ισως τα περισσοτερα απ’ αυτα – ομως πριν συνεχισω για εναν ανθρωπο που δεν μ’ αρεσει και που δεν αγαπω (αρκετα πρωτοφανες θα ελεγα αυτο για τους εδω κηπους) θα ’θελα να ξεκαθαρισω οτι δεν (θα) ειναι αυτο ενα κειμενο για τον πλατωνα, διοτι τοτε θα ’πρεπε να το κανω και λιγο μεγαλυτερο – ειναι απλως ενα κειμενο που ξεκινησε απο μια σκεψη του βιτκενσταϊν. που ετυχε να διαβασω προσφατα και που μού θυμισε την «σπηλια» τού π., καθως επισης (μού θυμισε) και το πόσο αντιπαθω εξισου και τον κυριο β.

 

επισης, πριν συνεχισω θα πρεπει να ομολογησω οτι οταν απεχθανομαι πολυ εναν ανθρωπο, μού ειναι αδυνατο να τον διαβασω πραγματικα : ετσι, παρ’ολο που πηρα οταν πρωτομπηκα στο πανεπιστημιο να τον διεξελθω (και μαλιστα απο μεταφραση ειχα να διαβασω μόνο τον συκουτρη (τον ειχα ηδη απο την πατρογονικη βιβλιοθηκη για να πω την αληθεια αυτον) (τα άλλα τ’ αγορασα μόνη μου απο την «οξφοδη» που δεν εχει μεταφραση : ηταν ομως ακομα προσφατο το σχολείο, και η περιρρεουσα αποψη, φροντιστων καθηγητων και ημων των ιδίων, οτι ο πλατωνας δηλαδη ητανε ευκολος (σε αντιθεση π.χ. με τον θουκυδιδη) : και συνεπως θα ειμαστε τυχερες  αν μας επεφτε αγνωστο θεμα απ’ αυτον στις εξετασεις για τις σχολες

 

(η αληθεια ειναι (για να κουτσομπολεψω και λιγο) οτι απ’ αυτον μάς επεσε, εγραψα επομενως μαλλον καλα αφου πηρα ετσι και τα ουρανοκατεβατα λεφτα της υποτροφιας – (μόνο εκθεση δεν μπορεσα να γραψω καλα, ειχα εξαλλου και μια λόξα να μη θελω να γραφω καλα, δεν μπορουσα αλλωστε κιολας να γραφω καλα – επομενως λογικα εχασα την πρωτη θεση, αλλά δεν ειχε σημασια, οι δεκα πρωτοι παιρναν ολοι τα (ουρανοκατεβατα ή οχι – καποιοι δηλαδη ξεραν οπως εμαθα αργοτερα οτι υπηρχαν) : τα λεφτα της υποτροφιας τα πηραμε λοιπον ολες ετσι κι αλλιως) και κλεινει εδω το κουτσομπολιο))

 

θα πω λοιπον μερικα αυθαιρετα δικά μου (αυθαιρετα διοτι δεν προκειται ουτε να βαλω σημειωσεις απο πού τα πηρα, ουτε να κατσω να τα εξηγησω ιδιαιτερα – τα λεω για μενα και για οποιαν αλλη πιθανον (θα) θελει να διασκεδασει – και ουτε προκειται να ξαναπαρω τα βιβλια τωρα για να κατσω να επαληθευσω τις διατυπωσεις : τα λεω οπως τα θυμαμαι απο τοτε που τα διαβασα για πρωτη και, κατα κανονα, για τελευταια φορά)

 

 

 

 

 

Ο πλατωνας λοιπον, για να  ξεκινησω ετσι χοντρικως και χονδροειδως, ειναι (κι ας μην ομολογειται γενικως, εγω το ξερω και το λεω – κι ας με πιστεψουν οσες θελουν – και οσες μπορουν) ειναι και αποτελει το κεντρο της ανδροκρατιας, το κεντρο και την κορυφη της πατριαρχιας του μισογυνισμου και της θεωρητικης και φιλοσοφικης (και εμπρακτης τελικα, μια που «και η σκεψη πραξη ειναι» που ’πε κι ενας αγαπημενος γερμανος) της θεωρητικης και φιλοσοφικης λοιπον καταδίκης του ερωτα : και απ’ αυτην ακριβως την αποψη πιστευω οτι ο πλατωνας προετοιμασε θαυμασια τον χριστιανισμο – εχουν επομενως δικιο οσοι καταφευγουν στο ιδεολογημα του «ελληνοχριστιανικου» αποτετοιου – διοτι δεν προκειται ακριβως για ιδεολογημα, ειναι η ζοφερη πραγματικοτητα, για την ελλαδα και τις υπολοιπες χωρες του πλανητη, τουλαχιστον τις δυτικες

 

επειδη ομως ειναι και πολυ καλος συγγραφεας – για να πουμε την αληθεια ειναι ενα θαυμα στην πεζογραφια ο κυριος, απο μια συγκεκριμμενη αποψη – και πιθανως το υποψιαζεται και επομενως το χρησιμοποιει με οση χαιρεκακια διαθετει – και διαθετει μπολικη – επιχειρει επομενως και τολμαει να τ’ αγγιξει ολα με ανεση, και, αν μπορει (ελπιζει οτι μπορει – και  η ιστορια εδειξε οτι μπορει) να τα καταδικασει ολα, τα σχετικα με το σωμα μας, τελειωτικα –

 

το μπορεσε καταρχας διοτι ητανε, ειπαμε, ευφυης στην πεζογραφια (οχι στους τυπικους διαλογους του ( : εκει εξευτελιζει εντελως την ιδια την εννοια της διαλεκτικης – οπως ειχε ηδη προσεξει το μικρο (και ενιοτε εντελως ανευ χιουμορ) κοριτσακι που ημουνα καποτε – μια φορα το ειπα μαλιστα στην ταξη μας στη δασκαλα μας του γυμνασιου (καναμε αν θυμαμαι τον «πρωταγορα») : «ο σωκρατης κυρια, αυτος ειναι ομως που φερεται σα σοφιστης, αυτος μπερδευει, παραπλανα και εξευτελιζει τον διαλογο» (παραβλεπω εδω, και προσπερναω με επιεικεια, τη χειριστη γνωμη που μας ειχανε φυτεψει για τους σοφιστες – δεν μπορουμε να τα προβλεψουμε και ολα –) και εισεπραξα ενα «κατσε κατω σταθατου, δεν ξερεις τι λες», ακολουθουμενο απο βροντερους γελωτες – σκασιλα μου βεβαια ελαφρως, για να μην πω οτι γελασα επισης με τον εξωφρενων θυμο της και τις κοκκινιλες της, αστειοι ανθρωποι ενιοτε αυτοι οι εντελως αδιαβαστοι και αμορφωτοι, και ανεραστοι και ασωματοι (θα επανελθουμε στο ασωματο γι’ αυτο το βαζω), καθηγητες))

 

 

 

 

 

 

το συμποσιο ομως ειναι ενα κατεξοχην μυθιστορηματικο εργο, κι ας ποζαρει για διαλογος (ειναι κι αυτο ενα απο τα ευφυη πεζογραφικα του κολπακια) και δεν υπαρχει ιχνος εκει απο τους συνηθισμενους εξευτελιστικους τής εννοιας τού διαλόγου διαλόγους (εξευτελιστικους εντελως : «ετσι δεν ειναι ; » να λεει ο σπουδαιος δασκαλος, «ετσι ειναι βεβαιως» να απανταει ο παντα αφελης μαθητης / «μηπως εχεις αντιρρηση ; » να λεει ο σπουδαιος δασκαλος «προς θεου οχι» να λεει ο παντα αφελης μαθητης / κλπ, κλπ) : εδω αντιθετα εχουμε αλλεπαλληλες αφηγησεις, παραλληλες και διασταυρούμενες, μεσα σ’ εναν κυκλο φιλων, λιγο–πολυ ισότιμων και ομότιμων και εντελως ανέντιμων στην αντρολαγνεία τους, και μεσα σ’ εναν ενιαιο χωρο οπου ολοι καθονται και τρων και πινουν και συμβαινουν και απροσδοκητα να πουμε, οπως η εισοδος του μεθυσμενου αλκιβιαδη και η ερωτικη του εξομολογηση προς τον σωκρατη (δυο περιβοητοι μισογυνηδες που θριαμβευουν ετσι, ο καθεις με τον τροπο του) – και ακομα και η μοναδικη εισοδος της μόνης γυναικας στην παρεα γινεται μεσω αφηγησης του αφηγούμενου – δεν υπαρχει πραγματικη γυναικα πουθενα – αλλά και η ιδια η διοτιμα δεν ειναι καν γυναικα, ειναι δηλαδη η γυναικα οπως την θελουνε οι αιωνες που ηδη εχουν ερθει κι οι αιωνες που θά’ρθουνε, «ιερεια», ορκισμενη στη θρησκεια αυτων των αντρων, οπως τη θελει η θρησκεια αυτων των αντρων – και ηδη το «ιερο» ειναι το υπουλοτερο οργανο του μισογυνισμου της αντροκρατιας : η «διοτιμα» (μεσω της αφηγησης δηλαδη του σωκρατη) οχι μόνο δεν την αρνειται αλλά την επεκτεινει και την εμπλουτιζει –

 

αλλά αρκετα για το συμποσιο – αυτο θελει αλλη αναρτηση : για την πεζογραφικη του αξια ομως μπορω να πω (με το χερι στην καρδια, και το μουνι) οτι το εργο ειναι (θα μπορουσε να πει κανείς) η αρχη και η μεση και το τελος της πεζογραφιας ανα τους αιωνες (που ηρθαν και θά’ρχονταν), ασχετως εννοω του περιεχομενου – περιεχει δηλαδη τα παντα ως κειμενο, και το μοντερνο, και το μεταμοντερνο, και ο,τι αλλο θες – : απο αποψη πεζογραφικη δηλαδη το «συμποσιο» ειναι η συνοψη του μυθιστορηματος εν κινησει : ποιος θα μπορουσε να προβλεψει καλυτερα τη διαπραγματευση του 1ου ή του 3ου προσωπου στην αφηγηση, τους ελιγμους της αφηγησης της ιδιας  ; Ενας συνανταει εναν, τυχαια στον δρομο, και του ζηταει να του αφηγηθει κατι που του ειπε ενας αλλος, τυχαια στον δρομο, κι αυτος του λεει πως ο,τι (νομιζει οτι) ξερει ειναι απολυτως ανακριβες διοτι αυτος που ειχε παρευρεθει στο γεγονος και τού το αφηγηθηκε, του αφηγηθηκε προ χρονων πολλων πραγματα που ειχανε γινει προ χρονων πολλων – και παντως εντελει τού λεει τι εγινε σε κεινο το παρτυ, με το νι και με το σιγμα : σοβαρες ενστασεις επομενως για τη μνημη του – αλλά και για την πιστοτητα της μεταφορας (απο το 1ο στο 2ο στο 3ο προσωπο) μπορουν να εγερθουν – αλλά : Ποιος ειναι εντελει ο αφηγητης εδω ;

και επιπλεον, ο χρονος που μεσολαβει απο το γεγονος στην αφηγηση και την αναμνηση (και την αναβιωση του) τι ρολο παιζει σε οσα (υποτιθεται οτι) ειπώθηκαν ;

Ευρηματα με λιγα λογια εξοχωτατα.

 

(ιδου σταδιον δοξης λαμπρον λοιπον και για τον κυριο βιτκενσταϊν, που θελει να εξηγησει τη γλωσσα με τα μαθηματικα – απωθωντας εμφανως την «ψυχολογια» οπως τη λεει – και ξερει αυτος γιατι (εχει τη σπηλια του))

 

 

 

 

 

το ζητημα ειναι οτι ο πλατωνας δεν αρκειται (καθολου μα καθολου) να θριαμβευει στην πεζογραφια, και να διαπραγματευεται ετσι, με το μαλακο (με το πολυ μαλακο) τα θεματα που πρεπει να σκοτωσει, και πανω απ’ ολα τον ερωτα (βαζοντας μαλιστα να τον «υπερασπιζεται» (δηλαδη να τον καταδικαζει) ακριβως μια γυναικα – συνηθισμενες κουτοπονηριες των αντρων – ειπαμε, ο πλατωνας τούς εμπεριεχει ολους τους μισογυνηδες και του παρελθοντος και του μελλοντος – γι’ αυτο τον διασωσανε οι καλογέροι – που καψανε ολους τους αλλους

 

(σκεφτομαι καμια φορα τι θα ειχε γινει αν ειχε (για καποιους μυστηριους λογους) αντιστραφει τελειως η κατασταση και οι καλογέροι σωζανε ολο το εργο του επικουρου (ηταν και ο πολυγραφοτερος αλλωστε ολων) και απο τον πλατωνα ειχαμε μόνο ο,τι εχουμε σημερα απο τον επικουρο : δηλαδη δυο γραμματακια και μια διαθηκη – καθως και μερικες παρεξηγησεις – ή εμμετρες ερμηνειες – οπαδων και θαυμαστων – αλλά δεν εχει νοημα να ονειρευομαι.))

 

ομως για το «συμποσιο» δεν θα πω άλλα εδω – εχω να πω πολλα αλλά χρειαζομαι περισσοτερο χωρο (και φυσικα θα ’θελα κι αλλο χρονο) : αρκει ομως σημερα να πουμε οτι βαζοντας μια γυναικα να εκφρασει τις πλατωνικες αποψεις για τον ερωτα, ο κυριος πλατων καταφερνει το μνημειωδες – να πεισει ολους τους αντρες (και, κανονικοτατα, και τις γυναικες) οτι καλα κανει ο ερωτας και εχει ευνουχιστει απο μόνος του, εχοντας διαγραψει καθε ατιθασσο στοιχείο του, στοιχείο που θα θυμοταν δηλαδη ακομα την προηγηθεισα βακχεία – δηλαδη τον ερωτα στην πραγματικα γυναικεια και αντι–κοινωνικη του διασταση

 

 

 

 

Εκει λοιπον που ειναι λιγοτερο προστατευμενος (δεν ενδιαφερεται καν ο ιδιος να προστατευτει δηλαδη) ο πλατωνας ειναι στα «καθαρα» πολιτικα του – ενα απ’ τα πρωτα αποσπασματα που μ’ εκαναν να τον σιχαθω πραγματικα ηταν εκεινο το «οι δουλοι να ’ναι απο διαφορετικες χωρες για να μη μιλουν την ιδια γλωσσα» (αλλο σταδιο δοξης λαμπρον και για τον κυριο βιτκενσταϊν βεβαια εδω, να μας πει οτι ουτως ή αλλως κανενας δεν μιλαει την ιδια γλωσσα με κανεναν – κι αν δεν τον βολευε στην παρουσα συζητηση αυτο, να το αναθεωρουσε παρευθυς, και με ευστροφία, ως την ιδια γλωσσα εχουμ’ ολοι μας (αναθεωρουσε κι ευκολα ο τυπος))

 

ομως ολ’ αυτα τα γραφω πανω απ’ ολα για να καταληξω στην πιο κουτοπονηρη (και εγκληματικη, θα μπορουσε να πει κανείς – αλλά κυριως στην πιο πανανθρωπινως (και ακριτως) θαυμαζόμενη, παρεξηγουμενη και αποβλακωτικη) αλληγορια του, αυτην της σπηλιας

 

και τη θυμηθηκα διοτι επεσε στα χερια μου προχτες ενα αποσπασμα του κυριου βιτκενσταϊν που ειναι λες βγαλμενο απο τα μαθηματα του κυριου πλατωνα ακριβως : και ειδικα απο το μαθημα τού σπηλαίου : (το βρηκα στα αγγλικα και συνεπως στα αγγλικα το παραθετω, δεν νομιζω ομως στα γερμανικα να ’λεγε τα αντιθετα) :

 

«It is possible to imagine a case in which I could find out that I had two hands. Normally, however, I cannot do so. «But all you need is to hold them up before your eyes!»—If I am now in doubt whether I have two hands, I need not believe my eyes either. (I might just as well ask a friend.)» ( * )

(τα πλαγια ειναι δικα του)

 

Το πιστευω λοιπον απολυτα, οτι του ηταν αδυνατο, σε τελευταια αναλυση και οχι απλως λογικο επιχειρημα, να φανταστει πως εχει δυο χερια : ακομα κι αν τα σηκωσει δηλαδη και τα φερει μπροστα στα ματια του, δεν υπαρχει κανενας λογος που να τον πειθει οτι και τα ματια του τελικα δεν ψευδονται :

 

καθοτι ο κυριος βιτκενσταϊν ειναι ο ιδιος ο ανθρωπος της σπηλιας του πλατωνα χωρις να ντρεπεται καθολου – φτιαχνει ολοκληρη φιλοσοφια με τα οσα ενα, κατ’ αυτον τον τροπο στερημενο απο ολες του τις αισθησεις, υποκειμενο θα ελεγε : θα ελεγα για την ακριβεια οτι ειναι ο ανθρωπος της σπηλιας του πλατωνα «με σαρκα και οστα», αν δεν ηταν αυτο ακριβως αντιφατικο μαζι και οξυμωρο για να μην πω και γελοίο : οι ανθρωποι της σπηλιας του πλατωνα (αλλά, εντελει, ολοι οι «ανθρωποι» του πλατωνα) δεν εχουν ακριβως ουτε σαρκα ουτε οστα :

 

 

 

 

ο ανθρωπος της σπηλιας του πλατωνα ειναι ο ενγενει ανθρωπος του πλατωνα και εκτος σπηλιας – αυτον υποστηριζει αυτον γουσταρει για τους αιωνες που θά’ρθουνε,  και αυτον θελει ( : και αυτος ηρθε οντως για τους αιωνες που ηρθανε) : τον παραθετει βεβαια σαν στοιχείο μιας αλληγορίας, για να καλυψει την υπερβολη, αλλά η αλληγορία ειναι και η επιθυμια του : ανθρωποι χωρις σωμα χωρις αισθησεις και χωρις ερωτα – συνεπως ανθρωποι στους οποίους το σωμα τους δεν μιλαει – και δεν εχει τιποτα να αποδειξει

 

ειναι πεποιθηση (ευτυχως, οχι μόνο δική) μου οτι αυτα τα οποία προβαλλει καποιος στην πραγματικοτητα, ως πραγματικοτητες, ειναι κομματια απο τον εαυτο του

 

και σαν ανθρωπος που ηρεμα αυτονοητα, και χαρουμενα, επικοινωνουσε με το σωμα του απο παιδι, ξερω οτι θα ηταν αδυνατο να με πεισει καποιος οτι ειμαι σκια – κι οτι το ιδιο ειναι και οι απεναντι : ακομα κι αν οι απεναντι δηλαδη ηταν, ή φαινονταν σα σκιες, εγω θα ηξερα οτι δεν ημουνα – γιατι θα ημουνα εκεινο το πραγμα («πραγμα» πριν τις λεξεις) που καυλωνε και ηθελε να παιζει και να ερωτευεται – αρα δεν μιλαει για μενα ο κυριος πλατωνας

 

εξαλλου ολοκληρη αυτη η πλατωνικη σκηνοθεσια μεσα στη σπηλια δεν θα αλλαζε καθολου αν αντι για ανθρωπους στα τοιχωματα της, ο φιλοσοφος μας, ειχε σταυρωσει ακινητα σιωπηλα και μεταλλικα ρομποτ – διοτι ειναι αποψη και επιθυμια του ιδιου οτι οι ανθρωποι δεν εξεγειρονται δεν διαμαρτυρονται και δεν αντιδρουν με λιγα λογια, κατα κανενα τροπο στο αλυσοδεσιμο τους

 

κι αν εκλαμβανουν τη ζωη συμφωνα με αυτο που βλεπουν απεναντι – και οχι συμφωνα μ’ αυτο που αισθανονται (αληθεια τι αισθανονται ; αισθανονται τιποτα ; τι λενε ; μιλανε με κανεναν ; – ή δεν εχουν καν ακομα τη γλωσσα ; ή την ειχαν και τη χασανε ; και απο ποια ηλικια αλυσοδεθηκανε ; ητανε ποτέ δηλαδη προηγουμενως ελευθεροι ; κι αν αλυσοδεθηκανε απο νεογεννητοι, πώς μεγαλωσανε, και ποιος τους ταΐζει ; ή δεν χρειαζονται καν φαΐ ; ή δεν χεζουνε καν, και δεν κατουρανε ; ) το ζητημα ειναι οτι για χαρη τους ο φιλοσοφος μας δεν περιγραφει παντως το ανθρωπινο ειδος, αλλά αυτο που θα ηθελε να ισχυσει – και αυτο που εντελει οντως κατισχυσε : τους ανθρωπους ως αναισθητα και ανεραστα και αμιλητα μελη μιας κοινωνιας ενος θεαματος καποιων σκιων

 

 

 

 

γι’ αυτο και ειναι ουσιαστικα εντελως δευτερευον το παιχνιδι που παραθετει (πολυ εξυπνο ομως οντως, και πολυ σατανικο – και πολυ χαιρεκακο) με το φως και το σκοταδι : αν βγαιναν εξω θα τυφλώνονταν, αν ξαναμπαιναν μεσα δεν θα βλεπαν τιποτα : αυτα ειναι ακριβως τα παιχνιδακια του κυριου πλατωνα και οι, ιδιοφυεις ομολογουμενως, αντιπερισπασμοι του – γιατι αυτο το οποίο θελει να τονισει ειναι αυτο το οποίο ακριβως διεξερχεται επιτροχαδην, χωρις να το τονιζει καθολου (διοτι αυτο το οποίο τονιζεις αποκταει ξαφνικα μια σημασια, και γινεται ο αντιπαλος, και ως αντιπαλος εχει ηδη κερδισει το παιχνιδι, εστω και κατα το ημισυ : ομως ο πλατωνας δεν θελει, προς θεου, ποτέ, να υπαρξει αυτος ο αντιπαλος – μην τυχον αλλωστε και βρει και τη φωνη του ξαφνικα) : αυτο το οποίο διεξερχεται λοιπον επιτροχαδην, και δεν επιθυμει να το τονισει διολου, ειναι να επιζησουν αυτοι οι ανθρωποι, που δεν αισθανονται τιποτα – γιατι ετσι πρεπει να ειναι οι ανθρωποι

 

αδιαμαρτυρητοι απεναντι και στο φως και στο σκοταδι, τυφλοι και σιωπηλοι και υπακουοι – καποια στιγμη βεβαια που πηγε να κανει τον μαγκα στην ενεργο πολιτικη με κατι τετοιες αποψεις, κόντεψαν να τον φανε λαχανο και το ’βαλε στα ποδια κι εβγαλε και τον σκασμο –

 

αλλά ας ξαναφτιαξουμε λιγο, ετσι για πλακα, τη σκηνοθεσια της σπηλιας βαζοντας αλυσοδεμενους στους τοιχους της οχι ανθρωπους, αλλά άλλα ζωα : (στο τελος παραθετω εναν συνδεσμο για να διαβασετε αν θελετε ολο το αποσπασμα στο πρωτοτυπο και στη μεταφραση του σκουτερόπουλου) : ας δουμε λοιπον την πλατωνικη «πραγματικοτητα» των αισθησεων και των ψευδαισθησεων με «αλλου ειδους ζωα» : διανοειστε να ειχαν αλυσοδεθει δηλαδη γατες στο σπηλαιο ; αχαχα : και να καθοντουσαν ακινητες και σιωπηλες και να κοιτάζαν φιλοσοφικα τις σκιες απεναντι ;

 

βεβαια το γελιο θα μας βγει ξυνο, διοτι οντως η πλατωνικη ζωολογια επισκιασε για αιωνες τα παντα : και για αιωνες μαθαμε οτι δεν ειμαστε ζωα, και συνεπως δεν εχουμε αδιαπραγματευτες επιθυμιες –

 

ετσι ακριβως κι ο κυριος βιτκενσταϊν σ’ ενα άλλο του αποσπασμα, καπου αλλού, λεει κατι φαινομενικα λογικο : οτι ακομα και αν μιλουσε ενα λιονταρι δε θα το καταλαβαιναμε – κι εγω σου λεω ομως οτι το καταλαβαινουμε ηδη περιφημα, οσο ακριβως μάς καταλαβαινει κι αυτο – εξαλλου καπου αλλού τον βρηκα να συμφωνει, αντιφασκοντας περηφανα (και σιωπηλα βεβαια) : «(A child has much to learn before it can pretend). A dog cannot be a hypocrite, but neither can he be sincere( ** )

(τα πλαγια δικα μου)

 

ειναι με λιγα λογια επειδη ειμαστε ζωα, μεχρι να παψει αυτη η εκφραση να ειναι υβρις, που μπορουμε ακομα και να αντιφασκουμε, και να αναθεωρουμε, αλλά σε καμμία περιπτωση να μη μιλαμε καθολου.

 

 

 

 

 

 

τελειωνοντας λοιπον αυτα τα ανοργανωτα και σκορπια αλλά ακρως ειλικρινη (ειπαμε, με το χερι στην καρδια και το αιδοιο – για να το θεσω τωρα πιο καθωσπρεπει), ας κλεισω με μερικες συναφεις αλλά πολυ αρχικες, και γι’ αυτο πολυ αφελεις πιθανον αποριες μου : μού εκανε δηλαδη εντυπωση απ’ την πρωτη στιγμη που το διαβασα, πώς σε αυτο το στησιμο της σκηνοθεσιας μες στη σπηλια, ενας φιλοσοφος που εχει κλιση ιδιαιτερη στους διαλογους των ανθρωπων δεν σκεφτηκε οτι θα μπορουσαν καποια στιγμη οι βασανισμενοι ν’ αρχισουν μεταξυ τους να μιλανε – ή εστω να μουγκριζουν – με προβληματισε δηλαδη οτι ο πλατωνας μολονοτι τούς ειχε ακινητους δεν τούς ειχε βαλει φιμωτρο και δεν τούς ειχε  κλεισει το στομα : κι ομως αυτοι δεν μιλαγανε – οχι μόνο για να παραπονεθουν ή να κλαψουν ή να ουρλιαξουν, αλλά για να ανταλλαξουν εντελει αποψεις περι τού πώς βλεπει ο καθενας (ή η καθεμια : υπηρχαν αραγε και γυναικες ; δεν μας το διευκρινιζει αυτο ο κυριος) πώς και τί βλεπει ο καθενας στις σκιες εκει απεναντι, και τί διαφορές διακρινει

 

και επισης, με αποβλακωσε, η πληρης αποσιωπηση, και αγνοηση της δυνατοτητας, ακομα κι αυτοι οι ευνουχισμενοι ανθρωποι να μη βλεπανε τις ιδιες σκιες ολοι να περνουν απεξω : πρωτον, διοτι η θεση τους θα ’ταν διαφορετικη μεσα στη σπηλια, και δευτερον γιατι θα ειχαν άλλα πραγματα ο καθενας μεσα του για να προβαλλουνε πανω στις σκιες – κανενας ανθρωπος βλεπετε δεν μπορει να ευνουχισει κανεναν ανθρωπο απολυτως : ενα κομματι της προσωπικοτητας του, των αισθηματων του και των αναγκων του, παντα θα μεινει – κι αν κρινουμε απο τον ιδιον τον κυριο πλατωνα αυτο που μπορει να μεινει μπορει να ειναι και ιδιαιτερα επιθετικο : ο μόνος πετυχημενος ευνουχισμος ειν’ ο θανατος : και ο θεωρητικος της απολυτης εξουσιας, ηθελε, παρ’ ολ’ αυτα, τους ανθρωπους του ζωντανους – δεν θα του αρκουσε να κυριαρχησει σε σκιες πεθαμενες.

 

 

 

 

 

(*) μεταφρασμενος στα αγγλικα βιτκενσταϊν, σ. 114 pdf / σελιδα βιβλιου αγγλικης μεταφρασης 221*

(**) μεταφρασμενος στα αγγλικα βιτκενσταϊν, σ. 118 pdf / σελιδα βιβλιου αγγλικης μεταφρασης 229*

οι «φιλοσοφικες ερευνες» του βιτκενσταϊν σε μια ελληνικη μεταφραση

το «συμποσιο» στη μεταφραση του Ιωάννη Συκουτρή

το αποσπασμα για τη σπηλια στη μεταφραση του Ν. Μ. Σκουτερόπουλου

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Επόμενη σελίδα: »

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: