σημειωματαριο κηπων

1 Ιουλίου 2018

οι γάμοι

 

 

 

Όταν ήμουνα μικρή οι μεγάλοι είχαν ένα περίεργο έθιμο και γινόντουσαν συνέχεια γάμοι. Μού φαινόντουσαν σαν να γίνονται συνέχεια γάμοι δηλαδή. Κάποια μέρα τού χρόνου όλα ήτανε άσπρα και μεταξωτά, και μαζεύονταν όλοι μαζί (σιωπηλοί και επίσημοι) στην εκκλησία και τό κάνανε αυτό συνεχώς. (Τώρα, αν εγώ είμαι διαστημική για σένα που σού τά λέω έτσι αυτά, θα πρέπει να μετρήσεις τρεις φορές και εκατό αυτό τό διαστημικό, για να φτάσεις στο πόσο διαστημικοί ήταν για μένα όλοι αυτοί, και οι μεγάλοι, και οι τελετές αυτές, όταν ήμουν μικρή) :

Δεν ήξερα καν δηλαδή, για να σού δώσω να καταλάβεις, τί ήταν ακριβώς αυτοί οι γάμοι : θυμάμαι απλώς διαφορετικές βέβαια εκκλησίες, και κόσμο κι όλ’ αυτά, αλλά να κυριαρχεί στη μέση πάντα εκεί αυτό τό άσπρο, τό μεταξωτό, στη μέση πολύ γελαστό κι ηλίθιο. Κι επίσης, τό άσπρο τό μεταξωτό που θα φορούσα πάντα και εγώ. Θυμάμαι επίσης σ’ αυτούς τούς γάμους πολύ μαύρους και γκρίζους άντρες, και γυναίκες να μυρίζουν φοβερά : υπέροχη η μυρωδιά από κραγιόν κι από παλτά. Θυμάμαι επίσης πάντα σε αυτούς τούς γάμους ότι μέ πήγαινε πάντα ο μπαμπάς μου. Είχε μεγάλη επισημότητα όπως μέ έπιανε απ’ τό χέρι, και η μαμά (και η γιαγιά) μέ είχαν ντύσει προηγουμένως στα μεταξωτά : όμως δεν τή θυμόμουνα σχεδόν ποτέ μου τή μαμά : ήταν κι αυτή εκεί, αυτό είναι σίγουρο, αλλά ο πατέρας μου μέ είχε πάντα από τό χέρι, πιο κοντά.

Κι ήταν και μερικές φορές που μ’ άφηνε για λίγο κι ένιωθα τότε, σκεπασμένη από τούς άλλους, σαν να ήταν έτοιμοι να μέ πατήσουνε, και χωμένη μες στ’ αρώματα.

Μιλάω πάντα για προαύλια, όταν στα λέω αυτά : ήτανε πάντα αυτή η ατελείωτη δηλαδή ώρα, που περιμέναν όλοι κάτι άσπρο να κατέβη και να ’ρθεί : Φουρφούριζε, ανέβαινε τίς σκάλες, μπαίναν όλοι μέσα, κι εκεί πέρα ήταν όλα πλέον βλοσυρά : όμως έξω, επάνω στο τσιμέντο ή τίς πλάκες, ήταν η ώρα η πολλή, που όλα γίνονταν αλλιώς : Έτσι θυμάμαι πάντα ότι μέ άφηνε για λίγο (τώρα ξέρω ότι τό ’κανε για να μέ μάθει να στέκομαι μόνη μου δήθεν και χωρίς αυτόν) κι ύστερα ερχότανε πάλι ξανά : ο κόσμος στερεωνότανε καλύτερα, όταν ερχότανε δίπλα μου αυτός, κι έπειτα εκεί έξω σ’ αυτά τά προαύλια με τά δέντρα ή χωρίς συνέβαινε πάντα και εκείνο, με τόν γνωστό του τόν συνάδελφο : (ήτανε δημοσιογράφοι με ύφος ακόμα τότε όλοι γύρω – εγώ τούς έβλεπα ακόμα καλοσυνάτα – δημαμάφους καλοσυνάτα τούς έλεγα).

Τώρα, τού λέω, αυτό που θα σού πω, θα δυσκολευτείς πάρα πολύ να τό πιστέψεις : και όμως, είν’ αλήθεια, και τό θυμόμουνα πάντα συνέχεια, όλα τά χρόνια αυτά, ποτέ μου δεν τό ξέχασα : δεν είναι κάτι δηλαδή που θα μπορούσα και να τό ξεχάσω φυσικά, γιατί τό πρόσωπο αυτουνού τού μικροκαμωμένου ήτανε περίεργο, κι όχι τόσο τό πρόσωπο (και οι γραμμές, οι κάπως προς τά κάτω) όσο κυρίως αυτό, τό ότι αυτό γινότανε συνέχεια, κάθε φορά, κι είχε κυρίως αυτή τή συνωμοτικότητα ανάμεσα, σαν κάτι να λεγότανε, που ήτανε πέρα απ’ αυτά : Για να σού δώσω να καταλάβεις, πρέπει πρώτα όμως να σού πω, ότι ο πατέρας μου (κι αργότερα, που ήμουνα μεγάλη, αλλά κι από τότε – από τόσο μικρή) μέ σύστηνε σε όλους και σε διάφορους, μέ σύστηνε με τέτοια μονότονη θριαμβικότητα, λες κι ήθελε πάντοτε να μέ μάθει όλος ο κόσμος – κι έτσι βέβαια και στους γάμους θα γινότανε αυτό.

Ο πατέρας μου επίσης με κρατούσε πάντα από τό χέρι δηλαδή από τή γροθιά μου, γιατί πάντα όταν κάποιος μ’ έπιανε από τό χέρι τού έδινα τή γροθιά μου, και μόνο στους φίλους και τίς φίλες μου στον δρόμο όταν παίζαμε ή αλλού τό χέρι μου ήταν ανοιχτό, στους μεγάλους έδινα πάντοτε τή γροθιά μου, και η μητέρα μου ας πούμε μού τή γαργάλαγε ελαφρά για να τήν ανοίξω και να πιαστούμε «κανονικά» από τό χέρι όταν πηγαίναμε περίπατο όπως και οι «υπηρέτριες» κι αυτές μού έψαχναν πρώτα με τά δάχτυλά τους τή γροθιά και μού τήν άνοιγαν για να τίς κρατήσω κι αυτές κανονικά, όταν πήγαινα και μ’ αυτές βόλτα, κι αυτές οι βόλτες ήταν οι πιο ωραίες, και δεν είχα καμμία συναίσθηση ότι έδινα τή γροθιά μου κι όταν μού τήν ανοίγανε τήν άνοιγα χωρίς αντίρρηση, όμως μόνο ο πατέρας μου δεν αντιδρούσε και έβαζε τή γροθιά του πάνω από τή γροθιά μου και αγκάλιαζε επομένως τή γροθιά μου με τή φαρδιά και ζεστή και χοντρή του γροθιά και έτσι κρατιόμαστε γροθιά πάνω σε γροθιά, μονίμως.

Θυμάμαι επίσης μια συζήτηση που έκανε με τή μάνα μου όταν τής είπε κάτι για «θείο βρέφος» κι αυτή τού είπε τότε, γεμάτη αντιρρήσεις ως συνήθως κοροϊδευτικά, «τί θείο βρέφος χριστιανέ μου αφού είναι κορίτσι» τού είπε, και εκείνος τότε είδα πως έφυγε χωρίς να τήν κοιτάζει άλλο και είπε όμως με κλειστά μάτια «θείο βρέφος, η κόρη μου είναι θείο βρέφος» και έτσι πηγαίναμε πιασμένοι με τόν πατέρα μου, γιατί δεν είχαν έρθει ακόμα οι εποχές τών αντιρρήσεων και τών αντιθέσεων και τών απαίσιων και φριχτών συγκρούσεων, και όλα ήταν ακόμα ζεστά και μού τύλιγε υποταγμένος τή γροθιά μου με τή γροθιά του, και έτσι σ’ αυτούς τούς γάμους πάντα μία στιγμή μέ πήγαινε και στεκόμαστε εκεί στο προαύλιο τής εκκλησίας ανάμεσα στον κόσμο που όλο μιλάγανε και περιμένανε τή νύφη, μπροστά σ’ εκείνον τόν λεπτό κύριο με τό ευγενικό χαμόγελο και τούς μαζεμένους ώμους και τό σκούρο όπως όλοι κουστούμι

και μού έλεγε σκύβοντας λίγο προς τό μέρος μου και κουνώντας ελαφρώς σα συνθηματικά τή γροθιά μου πάνω–κάτω «να σού συστήσω τόν κύριο Κλάρα» και τότε εκείνος ο κύριος χαμογελούσε ακόμα πιο πολύ, και έσκυβε κι αυτός λίγο προς τό μέρος μου σαν σε μια ανεπαίσθητη υπόκλιση, υποκλινόταν δηλαδή αυτός σε μένα που ήμουνα μια σταλιά σκατό ντυμένο στα καλά μου τά κάτασπρα (που δεν τά ήθελα διότι εγώ ήθελα να φοράω τά παντελόνια και τίς φόρμες μου που παίζαμε στο δρόμο με τίς φίλες μου, αλλά σ’ αυτούς τούς γάμους έπρεπε να φοράω άσπρα κι εγώ)

και ύστερα, αφού μού υποκλινόταν, σηκωνόταν κι αυτός πιο όρθιος, και κοιταζόντουσαν με τόν πατέρα μου που ήταν κι αυτός πιο όρθιος, και χαμογελούσαν ο ένας στον άλλον σα μεγάλοι άνθρωποι τώρα, και δεν καταλάβαινα τί γινόταν ακριβώς μ’ αυτό τό ύφος τους που ήταν μυστήριο διότι τά παιδιά πιάνουν ξέρεις τά ημιτόνια τών υποημιτονίων και τά υποχρώματα τών υπερχρωμάτων στην ατμόσφαιρα και έτσι, καταλαβαίνεις, έπιανα κάτι περίεργους υποήχους που δεν λεγόντουσαν όμως ποτέ, και τώρα σκέφτομαι, τό σκατό περίπου νεογέννητο, ούτε καν πέντε χρόνων (τά συνάγω τά χρόνια απ’ τά σπίτια πού αλλάζαμε) κι εκείνοι με τά κουστούμια, να υποκλίνεται εκείνος μπροστά μου με τούς μαζεμένους του ώμους και τήν περίεργη και αλλόκοτη μικρή αλαζονεία στο χαμόγελο ενώ τώρα ξέρω ότι ο κανόνας είναι να συστήνουν στον σημαντικόν τόν ασήμαντον και στον σπουδαίον τόν ανόητο, και όχι τό ανάποδο, και τώρα ξέρω εκείνους έχοντας μόλις βγει από τά τάρταρα ενός εμφύλιου έτσι που μ’ έπιασε κανονικό σύγκρυο μετά όταν τό σκέφτηκα και συγκροτώντας τούς ανόητους χρόνους είδα ότι είχα ήδη ακούσει και τούς πυροβολισμούς που σκοτώνανε τόν πλουμπίδη κι όμως τίποτα κανονικά δεν μ’ αφήσαν, και δεν μπορούσα και ν’ ακούσω, έχοντας τυλιγμένη τήν ασυνείδητη γροθιά μου στην συνειδητή του γροθιά εκεινού, και απλώς πηγαίναμε κάθε τόσο σε γάμους – περίεργο πόσο πολλοί παντρευόντουσαν, και οι γάμοι μού φαινόντουσαν αστείοι και ηλίθιοι.

Όμως εκεί λοιπόν, πάντοτε έξω στο προαύλιο μέ σύσταινε σαν κάπως ήρεμα, σαν κάπως επειδή ήταν γάμοι να περίσσευα και λίγο, σαν κάπως να μην ήμουνα εγώ τό πρώτο πρόσωπο ετούτη τή φορά – έλεγε βέβαια Η κόρη μου, αλλά σαν να ’τανε κάπως πιο αδιάφορη, πιο κρύα η κατάσταση : Ή ήταν και πολύ συνηθισμένη η κατάσταση : γυναίκες κι άντρες, αρωματισμένοι όλοι, μες στις κουβέντες τους κοιτάζανε κάποια στιγμή λίγο δεξιά του, και σαν να έβλεπαν ξάφνου ένα εξάρτημα τού παντελονιού του, έλεγαν : Η κόρη σου ; α, έχει μεγαλώσει : πόσο είναι τώρα ; Κι αυτός τότε τούς έλεγε περήφανος Ναι, ναι. Είναι τόσο : Κι οι αριθμοί ήτανε πάντοτε, μια λέξη που έλεγε πράγματα, τόσο διαφορετικά. (Μια φορά θυμάμαι μόνο τόν αριθμό έξη που μού φάνηκε εξαιρετικά μεγάλος, κι επιπλέον και βλοσυρός και είπα : Τώρα είμαι τόσο πια μεγάλη, και μού φάνηκε (από μέσα μου) ότι έπρεπε ν` αποχαιρετήσω πια ένα παρελθόν. Και τότε έπαθα ένα είδος σοκ από αυτήν τήν ηλικία : ω, είχα πίσω μου πια αφήσει τή ζωή, δεν θα `μουνα τώρα πια άλλο αυτό που ήμουν.)

Μέ κουβαλούσε λοιπόν πλάϊ του, κι άλλοτε μ’ άφηνε για λίγο μόνη, μού ’κανε αυτό τό σαν καψόνι, για τό οποίο απορούσα αλλά και τόν αντιπαθούσα μυστικά πολύ, κι ύστερα, ερχόταν η ώρα τής μεγάλης, πιο μεγάλης απορίας, καθώς θα γινότανε πάντα η ίδια τελικά σκηνή : μέσα από τό αραιό και παρφουμαρισμένο πλήθος ξεπρόβαλε τό ίδιο κουστουμαρισμένο και μικροκαμωμένο αυτό σουλούπι του, και ο πατέρας μου πάντα μ’ αυτόν θα είχε ένα ύφος εντελώς αλλιώτικο (ένα ύφος που, μόνο εν μέρει θα μπορούσες να πεις ότι πρόδινε μια σκέψη σαν Επιτέλους εδώ είμαστε, ή : Αγαπητέ μου σέ γύρευα) κι όμως, τίποτ’ απ’ όλ’ αυτά δεν ήτανε ακριβώς τό ύφος, όσο, πάνω απ’ όλα και κυρίως, τό ότι ξαφνικά όλα γινόντουσαν τώρα σαν πιο ανείπωτα,

Στην επιφάνεια δεν άλλαζε δηλαδή, ούτε μια κίνηση, κι όμως, εγώ πάντοτε τόν θυμόμουνα αυτόν τόν κύριο, γιατί, γύρω του πάντοτε μια λάμψη απ’ τή μεριά τού πατέρα μου φουρφούριζε, και μια περίεργη άλλη λάμψη – σκοτεινή – κόλλαγε λες (ή ήταν ήδη κολλημένη) στο ίδιο του τό πρόσωπο τού αλλουνού, κι έτσι ήταν πάντα αυτή η απόσταση που κρατούσαν αναμεταξύ τους υποκλινόμενοι ο ένας στον άλλον, η περίεργη στάση εκεινού που σαν να ’χε γύρω του ένα κενό, και τό χαμόγελο που ανταλλάσσανε καθώς τού ’λεγε ο πατέρας μου κάθε φορά τό ίδιο – σαν να τόν τράβαγε απ’ τούς άλλους και να τόν έφερνε επιτέλους στη μεριά μας – Αγαπητέ μου, να σού συστήσω τήν κόρη μου – κι ενώ αυτός ο μικροκαμωμένος άνθρωπος με τό αδύνατο τριγωνικό λίγο πρόσωπο (σαν σταγόνα) με τά χαρακτηριστικά όλα τραβηγμένα λίγο προς τά κάτω, κι εκείνη τήν διακριτική έκφραση λίγο σαν μιας κλάψας, σαν, λίγο μιας αποξεχασμένης μιζέριας (πρόσεξε λέξη που βρήκα τώρα, ε ; ) στεκότανε σε μια απόσταση περίπου σεβασμού απέναντί μου, και μού ’κανε και μια ελαφριά υπόκλιση όλος αξιοπρέπεια και χαμογελώντας μου ή μάλλον χαμογελώντας και στους δυο μας λίγο απόμακρος, ή μάλλον αυτοί οι δυο χαμογελώντας μεταξύ τους τώρα συνωμοτικά, τότε που γύριζε προς τό μέρος μου τήν ίδια στιγμή εκείνος και μού ’λεγε εμφαντικά, με μια περίεργη επισημότητα (ή και ειρωνεία, δεν μπορούσα να καταλάβω τί διάολο ήτανε όλο αυτό μαζί) : – Ελισάβετ να σού συστήσω τόν κύριο … Κι έλεγε μια λέξη πάντοτε σαν δέντρα ή κλαδιά. Και καμιά φορά τό επαναλάμβανε κιόλας – Νίνα, από δω ο κύριος … , και ξανάλεγε πάλι τά δέντρα και κλαδιά. Σαν να ’θελε να τό ακούσουνε, να τό χωνέψουν μάλιστα όλοι (και σχεδόν να τό χαρούνε κι ίσως – κάπως έτσι) και οι δυο : Κι ύστερα αμέσως έπεφτε μία σιωπή όλο χαμόγελα όπου μέναν και κοιταζόντουσαν με ένα ύφος γυρισμένοι ο ένας προς τόν άλλον και σχεδόν χωρίς να μιλάνε άλλο πια. (Τώρα ξέρω ότι σίγουρα ανταλλάσσανε και κουβέντες, γιατί συνάδελφοι ήτανε – κι εκείνος, αυτό τό ’μαθα αργότερα – είχε φτιάξει τήν καλύτερη σελίδα στην εφημερίδα του – : τήν καλύτερη σελίδα καλλιτεχνική : ναι, τήν είχε εκείνη η φοβερά δεξιά φυλλάδα στην οποία για να ζήσει τή ζωή του εκείνος δούλευε – ναι, τό φαντάζεσαι, αυτός, επέζησε χωμένος έτσι στην πιο δεξιά φυλλάδα, ο απλός και (πόσο πολύπλοκα) αδελφός (πόσο πολύπλοκο θα ήταν τό να ’ναι απλώς αδελφός))

λοιπόν σίγουρα κάτι είχανε να πούνε σαν συνάδελφοι, αλλά όλο, λες, τό νόημα να ήτανε κυρίως τό να μού τόν φέρει πάντοτε στους γάμους και να μού τόν δείξει, και με επισημότητα μετά να τού απευθυνθεί και να τού πει : Αγαπητέ μου από δω η κόρη μου, αφού είχε πει μ’ επισημότητα προηγουμένως, και δείξει με τό χέρι του σ’ εμένα, λέγοντας – Ανδρομάχη να σού συστήσω τόν κύριο … , λέγοντας πάλι εκείνο με τά δέντρα και κλαδιά.

Ναι, ένα αδύνατο σα μαζεμένο λίγο αλλά πάρα πολύ αξιοπρεπές και μοναχικό σουλούπι (η μοναχικότητά του ήταν αυτή που μού άστραφτε σαν να ’χε επίγνωση ότι τόν περιβάλλουνε δηλαδή κάτι αγκάθια γύρω του, κι ενώ ήταν μέσα σ` όλους κι όλοι ήταν μαζί, ήταν μαζί σαν να ’ξερε ότι είναι ολομόναχος, κι υποκλινόταν ολομόναχος, χαμογελούσε ολομόναχος, και σαν να είχε επίγνωση αυτής τής μοναξιάς, αυτό μού φαίνονταν, και, όχι δεν τόν πείραζε, απλώς κάθε φορά που μού υποκλινότανε σαν να ’ταν γύρω του ένας κύκλος, και ένα κενό, και τό θυμάμαι αυτό τό ειρωνικό τό συνωμοτικό τό γέλιο που είχανε και οι δυο, και όμως : Κάπως οι γραμμές αυτού κατέβαιναν προς τά κάτω, σ` ένα πρόσωπο λεπτό, και τριγωνικό λίγο, κι ευγενικό πολύ, και με μάτια μαύρα μεν, αλλά που μού ’δινε όμως μυστικά τήν εντύπωση μιας περίεργης μιζέριας – κοίτα λέξη που βρήκα τώρα ε ;

Κι ήταν αυτό τό ανεξήγητο χαμόγελο τού μυστικού που είχαν αναμεταξύ τους, που μέ μπέρδευε : Σαν, λέγοντας τό όνομά του ο ένας, κι ακούγοντας τό όνομά του ο άλλος, νά ’λεγαν κάτι άλλο ταυτοχρόνως και οι δυο : τό όνομα δεν τέλειωνε, δεν έκλεινε, ήταν σαν, γύρω από τό όνομα, να φουρφούριζε μία σιωπή, ένα κενό γεμάτο ταυτοχρόνως με κάτι που μπέρδευε : καθόταν η συνωμοσία λες πάνω στο όνομα, κι αυτό ήταν τό πιο εμφανές που γινότανε : Τό όνομα ήταν αυτό λες που είχε τή μυστικότερη και μεγαλύτερη σημασία, και δεν μπορούσα να τό καταλάβω τότε αυτό –)

Εγώ μεγάλωνα λοιπόν και τό όνομα έμενε ίδιο φυσικά στους γάμους, και τό θυμάμαι, κι όλα γίνονταν συνέχεια ίδια, κι η υπόκλιση ήταν ίδια και τό όνομα συνέχεια έμενε στο κενό, κάτι με δέντρα και κλαδιά. Λες κι είχαν σημασία δηλαδή ειδικά τότε τά κλαδιά –

Κι ύστερα, έπαψα πια, από μια εποχή και πέρα να πηγαίνω. Γίναν οι ανταρσίες, ώσπου ψηλώνοντας και άλλο, εκεί στα δεκατέσσερα περίπου τούς είδα μια φορά που ετοιμάζονταν για έναν γάμο κι είπα να πάω, μήπως και τόν δω τώρα ξανά. Καταλαβαίνεις, τώρα πια θα τόν έβλεπα κανονικά : δεν θα έβλεπα δηλαδή αυτόν, θα έβλεπα εκείνον που έπρεπε : έφτασα να τό περιμένω μ` ένα είδος έρωτα, να τού σφίξω δηλαδή τό χέρι επιτέλους. (Οι άλλοι, ξαφνιαστήκανε, πώς μού ’ρθε ξαφνικά, να θέλω να τούς συνοδέψω και σε γάμο : έγινε κι ένας ψιλοκαυγάς γιατί επέμενα να πάω με μπλουτζήν). (Αυτή θα ’τανε φυσικά η στολή μας τώρα, θα πήγαινα με τήν πιο αντάρτικη στολή για να τού σφίξω δηλαδή τό χέρι εγώ : τώρα κι αυτός θα καταλάβαινε τή διαφορά απ’ τό μωρό με τά λευκά μεταξωτά, ώς δηλαδή τόν εαυτό μου πλήρως) :

Έγινε φυσικά ένας ψιλοχαμός, με τό μπλουτζήν αποκλειότανε να πάω σε γάμο (κι ούτε που ήξερα και ποιοι παντρεύονταν, τό μόνο που μέ ενδιέφερε ήταν ότι επρόκειτο πάλι, ασφαλώς, εκεί που ως βρέφος ήξερα, θυμόμουνα, ότι πάει πάντα, να πάει πάλι τό ίδιο, και αυτός) όμως με τό μπλουτζήν αποκλειόταν είπανε να μέ δεχτούν στον γάμο – και : άκου με τώρα πονηριά που βρήκα – πήγα στα κατάμαυρα – : έβαλα μαύρα παντελόνια και σακάκια τώρα εγώ – και έτσι, μόνο μαύρο τό σκουφί δεν είχα βέβαια να βάλω – και ήμουνα σχεδόν ερωτευμένη όπως περίμενα για να τού σφίξω πια κι εγώ τό χέρι (να σφίξω δηλαδή τό χέρι τού αδελφού, μέσω αυτού –) κι από τήν αγωνία μου τώρα κιόλας τήν φριχτή τό είπα τού πατέρα μου – είχα μια τέτοια αγωνία μην τόν χάσω – και έγιναν πάλι όλα όπως παλιά, και εκεί στο προαύλιο όπως στεκόμαστε, (ούτε θυμάμαι ποιοι παντρεύονταν) τού είπα μια στιγμή (μ` είχε συστήσει ήδη σε καμπόσους, αλλά όχι πιο ψηλούς πια, ούτε αυτός πια πιο ψηλός από μένα) (με αγωνία που καν δεν βαστιότανε) Θα μού συστήσεις και τόν κύριο Κλάρα ; και μέ κοίταξε σαν συνοφρυωμένος ξαφνικά και απομακρύνθηκε τώρα, και ήρθε έπειτα ξανά μονάχος, και – Δεν είν’ εδώ τό πρόσωπο για τό οποίο ήρθες κυρία έξυπνη, μού είπε βλοσυρά. Και όταν είδε ότι κατάρρευσα, σαν να συμπόνεσε : Θα σέ πάω στην εφημερίδα του μια μέρα άμα θέλεις. Αλλά τί τόν θέλεις ;

Φυσικά και δεν πήγαμε βέβαια. Ούτε και ξέρω τί απέγινε. Τόν ξέχασα κι εγώ – τότε, βγαίνανε ένα–ένα στην επιφάνεια, όλα όσα μάς κατέκλυσαν – διαμορφώθηκε αισίως και η σχετική απόφαση για τά ενγένει συντηρητικά τού όλου στρατού, ενγένει εκείνου και ενγένει τών άλλων, τά ξέρεις. Αλλά τά ’πα για να σού τονίσω αυτό : τόσο μικρή, κι είχα σκεφτεί κάτι σαν τή λέξη μιζέρια για τό πρόσωπό του – απίστευτο, ε ;

Φυσικά, ο άλλος ήταν πιο σωματώδης. Κι ο αδελφός του θα σωζόταν σε μια δεξιά φυλλάδα κι όλοι θα καταλήγαμε τυλιγμένοι σε μια κόλλα χαρτί, νομίζοντας ότι είμαστε ελεύθεροι, αφού τώρα πια κάναμε ό,τι θέλαμε, επιπλέον ζωντανοί : και όλοι παντρεύονται κιόλας ακόμα : κι όλα θα καταλήγανε απλώς για να υποκλιθεί ο αδελφός του σ’ ένα τόσο μικρό τότε κοριτσάκι – Να σού συστήσω αγαπητέ μου, από δω η κόρη μου, και ύστερα σε μένα, με τό χέρι απλωμένο, απείρως πιο ειρωνικά : Ο κύριος Κλάρας από δω. Δε βαριέσαι, θυμάμαι απλώς.

 

(από τό ανέκδοτο μυθιστόρημα «μέρες τοπίου»)

 

 

 

 

 

 

 

Advertisements

22 Ιουνίου 2018

max μανουηλ ερωτοκριτος

 

 

 

 

απο την αρχη τα βιβλια ηταν λεξεις καθετες που βλεπανε προς τα κατω στο πατωμα του γραφειου ή της βιβλιοθηκης που ητανε δίπλα στο σαλονι που στεκοτανε το μεγαλο δεντρο με φωτα τις γιορτες και ειχε ενα μεγαλο παραθυρο που εκοβε τα βιβλια (για λιγο) κι απεξω το ακουμπαγε το (μεγαλο) δεντρο της πισω αυλης που πανω του καθοτανε μια χρυσομυγα, φοβερη και θορυβωδης, που το αγορι απο το πανω σπιτι σκαρφαλωσε μια μερα και μου την εφερε να τη δω και ηταν τεραστια θορυβωδης χρυση και φοβερη, τη φοβομουνα –

 

στο υψος του κεφαλιου μου απ’ ολες τις λεξεις που περικύκλωναν ριγωτές το δωματιο ητανε μία που την προσεξα απο την αρχη (δεν ξερω γιατι, ισως τα γραμματα της να ητανε που ητανε χοντρα και σκουρα) και οταν ηξερα να διαβαζω αντι να ξεκαθαρισει παρεμεινε μονιμως μυστηριο : ερωτοκριτος

 

και εξακολουθει να ειναι μυστηρια αυτη η λεξη – οι αποριες μου ποτέ δεν λύθηκαν – ουσιαστικα δεν θελω ποτέ να λυθουν : αραγε έρωτας και κριση ; αραγε ερωτω και κρινω ; τι διαολο, ποτέ δεν το ελυσα, και δεν θελω πιθανως να το λυσω : κι ομως, δίπλα ακριβως ητανε η αλλη (καθετη) λεξη η ερωφιλη – αυτη ποτέ δεν μού εβαλε αινιγματα (ισως ηταν απλο το «έρωτας και φιλη ή φιλία ή φιλω και σε φιλω» ; ) αλλά το «έρωτας και κριση» ; ή μηπως το «ερωτώ και κρινω»;

 

η εκδοση ηταν αυτοσχέδια του πατερα μου, ειχε κανει μόνος του και το εξωφυλλο κι ειχε γραψει και τα (χοντρα καθετα εκεινα) γραμματα, κι οταν μεγαλωσα και πηρα να το ξεφυλλισω ειχε μεσα πολλες παλιες εκδοσεις του κειμενου – περασαν χρονια για να βγει νεα εκδοση και να την αγορασω πια μόνη μου : κι ομως, δεν τον εχω διαβασει ολοκληρον τον «ερωτοκριτο» ακομα, ανοιγω βλεπω λεξεις παιρνω φρασεις παιρνω ανασες και το ξανακλεινω

 

 

αυτα τα λιγα, και πιο λιγα δεν γινεται, μού λενε ξανα και ξανα πως ειναι φυσει αδυνατο να μιλησω εγω για βιβλια αναρτωντας σκετο τον τιτλο τους – εκεινη την καθετη δηλαδη λεξη που τα εριχνε παντα σα βελη προς το εδαφος, οπως μού ζητησε ο φιλος μου παντελης μπασακος με αφορμη τον λωρενς στερν (τι πολυλογας θε μου) που τον υπεραγαπω – αλλά μαλλον ο παντελης το ηξερε επειδη ηταν οχι μόνο το ομορφοτερο αλλά και το φιλοσοφικοτερο αγορι στη φιλοσοφικη (και ακομα ειναι και παντα θα ειναι (με τη «φιλοσοφικη» σε αλλο πλατω τωρα πια)) – μπορω ομως να αναρτησω δύο βιβλια ζωγραφικης σαν αρχη και σαν τελος αυτης της «σκυταλης» απ’ τη μερια μου (γιατι η σκυταλη μού θυμιζει σκυλο εμένα ; ) : δυο βιβλια που βρηκα μόνη μου, μικρη, εξω απ’ το σπιτι, δυο αγαπημενα βιβλια

 

το ενα το βρηκα στο εδαφος αναμεσα στις στοιβες του στριμωγμενου απεναντι απο τον μπιντε (εννοειται εδω η πλατεια) βιβλιοπωλειου των «αφων τολιδη» που ηταν το μόνο βιβλιοπωλειο (για χρονια) στη γειτονια και εμπαινα και εψαχνα στο εδαφος και μια μερα ο μαξ μπεκμαν μού γελασε δυνατα, που δεν ηξερα ουτε το ονομα του ουτε το εργο του – και ηταν το πρωτο βιβλιο ζωγραφικης που αγορασα – ημουνα στο γυμνασιο και το χαρτζηλικι μου ηταν μικρο, αλλά τα καταφερα

 

το δευτερο το βρηκα σε στοιβες παλι στο πατωμα σ’ ενα βιβλιοπωλειο πολυ πιο φαρδυ και ευρυχωρο, τη «φωλια του βιβλιου» στην πανεπιστημιου, οταν ημουνα πια στο πανεπιστημιο και ηταν ο κυρ–μανουηλ πανσεληνος που μου εκανε μια μυστηριωδη γκριματσα, τον αγνοουσα εντελως κι ειχα περισσοτερα λεφτα τοτε, ειχα παρει και την υποτροφια που ηρθε ουρανοκατεβατη κι ας ημουν η χειροτερη στην εκθεση

 

αυτη λοιπον ηταν η σημερινη μου πολυλογια κι αυτο το καλο εχει οποιος δεν εχει εκδοτη να τον περιμενει στη γωνία – μιλαει διαρκως οσο θελει και για ο,τι θελει (και φυσικα με οποιον, μόνο, θελει)

 

 

 

 

 

 

στο φεϊσμπουκ γινονται και παιχνιδακια :

ενα απο τα τελευταια ητανε να αναρτα καποιος τιτλο και φωτογραφια βιβλιου, συνολικα 10 απο αυτα που τον «σημάδεψαν» στη ζωη του, προτεινοντας καθε φορα και καποιον φιλο του να συνεχισει το παιχνιδι :

το παρανω κειμενο ηταν η δικια μου απαντηση – και κατα καποιον τροπο η αρνηση μου να παιξω παραπερα –  στην προσκληση του παντελη μπασακου

 

 

 

 

 

 

 

14 Μαΐου 2018

μαης του ’68 : αντορνο, μαρκουζε / φιλοσοφικα προηγουμενα και παρεπομενα

 

 

 

 

οταν ζεις κατι δεν εχεις ιδεα πότε το κατι συμβαινει οπως οταν εισαι ερωτευμενος δεν ξερεις τι ωρα ειναι – οι χρονολογιες ερχονται μετα θανατον – οπως και οι απλουστευσεις, και τα μεγαλα λογια (που παντα πανε παρεα : ο ερωτας δεν εχει μεγαλα λογια – βρισκεται αλλού) : το 1968 για την ελλαδα ητανε μια φριχτη χρονια, οπου ολα ειχαν σταματησει – ολα ειχαν μολις σταματησει – και τα νεα για τις «ταραχες στη γαλλια» εφταναν απο τις τελευταιες σελιδες των εφημεριδων, κι απο τα πιο μικρα μονόστηλα : αυτα βεβαια για οσους ητανε πολυ μικροι, κι απο τοσο καθωσπρεπει οικογενειες ωστε να αποκλειεται να ’χουνε «νεα απο πρωτο χερι» : τα δικα τους «νεα» θα τα φτιαχαν οι ιδιοι – και οσοι τα φτιαξανε – λιγο αργοτερα : να μεγαλωνανε λιγο ακομα : η ιστορια, ας το ξαναπουμε, δεν κραταει ρολοϊ, το ρολοϊ ειναι στα χερια των ιστορικων – και των καθυστερημενων : τα νεα λοιπον πήγαιναν μπρος–πισω ειχαν αρχισει πριν και συνεχιζοντουσαν μετα, με το μπερκλεϋ, την πραγα, το «γουντστοκ», τις «φραουλες και αιμα» και με τις διαδηλωσεις για το βιετναμ – τωρα διαβαζω (οταν πρωτοαρχισε το κλισε για τη «δεκαετια του ’60» με εκνευρισε, σαν να ’πρεπε να βαλω σε συρταρακια και κουτακια τη ζωη μου) οτι ο «μαης του ’68» αρχισε νωριτερα στη γερμανια παρα στη γαλλια, κρατησε περισσοτερο στην αγγλια, ητανε αλλιωτικος στην αμερικη – σαχλαμαρες : ολα τακτοποιουνται παντα μετα την πυρα, και παντα εχουνε εκεινη τη μυρωδια μικροψυχιας που κουβαλαει μαζι του και το παραμικροτερο αποκαΐδι αντικειμενικοτητας

ο θανατος τού αντορνο τοποθετημενος χρονικώς «μετά», αλλά ανηκοντας θεωρητικώς «μέσα» στη συγκρουση του με τους φοιτητες του στο πανεπιστημιο, τον καιρο των φοιτητικων εξεγερσεων σε βερολινο μπερκλεϋ και παρισι, ειναι κατα τη γνωμη μου ενα απο τα πιο τραγικα γεγονοτα στην ιστορια τής φιλοσοφιας. Οχι γιατι ενας φιλοσοφος επεσε θυμα των εχθρων του, αλλά γιατι επεσε θυμα ακριβως τών «οπαδων» του : αν μπορουν να θεωρηθουν «οπαδοι» μιας θεωριας που γεννησε συνθηματα οπως το «η φαντασια στην εξουσια» ανθρωποι που χαρακτηρίστηκαν, απολυτως ειρωνικα, μαλλον απο παντελη ελλειψη φαντασιας

θα μπορουσε να πει κανεις οτι ο αντορνο (αλλά, τηρουμένων τών αναλογιών, και ο χορκχάϊμερ, και ο μαρκουζε, για να πουμε τούς κυριοτερους τής σχολής) εζησαν μια μαλλον σπανια στιγμη στην ιστορια τής φιλοσοφιας, κατα την οποια αντι να ονειροπολουν για την αποδοχή τής σκέψης τους σε καποιο μακρινο μελλον, ειδαν εν ζωη τη θεωρία τους να «πραγματοποιειται» – ο αντορνο το ειπε ομως με τα δικα του λογια καπως πιο γλαφυρα : «δεν περιμενα ποτέ οτι θα θελαν οι ανθρωποι να πραγματοποιησουν τη σκεψη μου διαμέσου τών κοκτεϊλ μολότωφ»

χοντρικα, και για να μην μπω σε πολλες λεπτομερειες, ο αγαπημενος, τού χορκχάϊμερ, «τεντυ» αρνηθηκε να κατέβη στον δρομο (και «να πεταξει πετρες στα παράθυρα» τού δημοσιογραφικού συγκροτηματος που ειχε εκνευρισει το φοιτητικο κινημα στη γερμανια) (σε μια συνεντευξη του παντως εκεινον τον καιρο ειχε πει οτι δεν θα ’χε αντιρρηση για, τετοιες και αλλες, πραξεις βιας στην ελλαδα – που ειχε τοτε δικτατορια – εννοωντας οτι διαχωριζε βεβαιοτατα τις συνθηκες), και εξαυτού θεωρηθηκε προδοτης (ω τής θείας αφέλειας) προδοτης δηλαδη τής ίδιας του τής φιλοσοφίας, δηλαδη προδοτης τού εαυτου του

τού επεβληθη επι ποινη θανατου (εδω δυστυχως κυριολεκτουμε) λογοκρισια, στην αιθουσα του και στο μάθημά του στο πανεπιστημιο : τού επιτέθηκαν βιαιως λεκτικα, και βάλθηκαν προσφυως και κατι φοιτητριες να τον «προκαλεσουν» γυμνοστηθες (ουδεν καινον υπο τον ηλιον, και οι φεμεν ακομα εχουνε παρελθον) : (στην ιδια συνεντευξη αν θυμαμαι καλα, ο αντορνο δεν διστασε καθολου να δειξει μια ελαφρότατη πικρια ειδικα γι’ αυτο : «να το κανουν αυτο σε μενα, που εχω εκφρασει στη θεωρια μου αυτα κι αυτα για τον ερωτα …»)

τον γιουχαρουν ανηλεως και τον λυντσαρουν ηθικως

ο ανθρωπος συνεπως που, παρατριχα, εξαιτιας και τής σκεψης του, κοντεψε να γινει ψητος απο τους πατεραδες τους, κινδυνευει τωρα απο τα καλόπαιδά τους που γιναν, εξαιτιας ακριβως τής σκεψης του, άνθρωποι κι αυτοι τωρα και φιλοσοφουν. Ο αντορνο κατα τη γνωμη μου αρνειται ουσιαστικα να δει αυτην την πραγματικότητα με αταραξια (αν, ακομα και για τον επικουρο, θα μπορουσε πια κατι τετοιο να ηταν δυνατον). Αρνειται να δεχτει επιπλεον οτι τα καλομαθημενα αυτα μπορει να τον εχουν διαβασει και να τον εχουν καταλαβει. (Ως προς το δευτερο δεν θα ειχε αδικο)

εντουτοις, καταρχας, δεν τα θεωρουσε καλομαθημενα – ιδιαιτερα μετα τη δολοφονια τού φοιτητη μπένο όνεζοργκ απο την αστυνομια διατυπωσε ευθαρσως την αποψη οτι οι φοιτητες ηταν «οι νεοι εβραιοι» στη γερμανικη κοινωνια

αρνειται παντως να δεχτει λογοκρισια για 2η φορα στη ζωη του, στην ιδια τη χωρα του, στην οποια μολις εχει επιστρεψει, ευτυχης που ο φασισμος της εχει ηττηθει. Και οταν βρισκει τον αυταρχισμο μπροστα του υπο το θεωρητικο μαλιστα αλλοθι τής δικης του φιλοσοφιας, αντιδρα και τραγικα και διαλεκτικα ταυτοχρονως : διεκδικει τό δικαίωμά του «να μιλαει μολονοτι δεν γουσταρει να πεταει πετρες» και ζηταει (να προστατεψει το δικαιωμα του αυτο) το κρατος που διαδεχτηκε τον φασισμο ο οποιος τού ειχε αρνηθει το ιδιο δικαιωμα.

το πραγμα επιζηταει βεβαια μυθιστορηματικου μεγεθους διαπραγματευση : αναμεσα στους φοιτητες που καθονται αλαζονικα και κοροϊδευτικα στην καρεκλα του και δεν τον αφηνουν ν’ ανέβη στην εδρα του και να διδαξει, ειναι πρωην αγαπημενοι του φοιτητες. Το γεγονος πως «ο τεντυ» ζηταει απελπισμενα τη βοηθεια μιας (ομολογουμενως αμηχανης – εχουν τραγικη πλακα καποιες φωτογραφιες…) αστυνομιας κανει τον γυρο τού κοσμου σε επιχαίροντα σκανδαλοθηρικα εντυπα, που τασσονται τωρα με το μερος των φοιτητων που θελουν κατα τ’ άλλα να τούς σπασουν τα τζαμια…

κανείς πιστευω δεν περιμενε τη συνεχεια. Παιρνει αδεια και παει με τη γυναικα του διακοπες στην αγαπημενη τους ελβετια, εκει παθαινει ενα εμφραγμα, αλλά εννοει παρ’ ολ’ αυτα ν’ ανέβη ενα βουνο, παθαινει κι ενα δευτερο εμφραγμα, και τελος. Στην κηδεια φιλοι του δεν επιτρεπουν στους πρωην «αγαπημενους φοιτητες» που τωρα προσερχονται (προφανως κεραυνοβολημενοι – δεν ειναι ευκολο να αισθανεσαι δολοφονος – ) να περασουν στον χωρο της ταφής. Υπαρχει μια φωτογραφια με τον χορκχάϊμερ που βασταει κατι χαρτια (προφανως), και διπλα του την γκρέτελ (την γυναικα τού αντορνο στην οποια οφειλουμε εν πολλοις, μην το ξεχναμε, τη «διαλεκτικη τού διαφωτισμού» και γραφτα τού μπένγιαμιν, και η οποια θα επιχειρουσε να αυτοκτονησει αμεσως μετα αλλά ευτυχως (για μάς) θα επιζουσε, θα τακτοποιουσε πληθος γραφτα τού αντρα της και τού μπενγιαμιν επι 24 ακομα χρονια, και θα εφευγε τελειωτικα το ’93) να κατεβαινουν κατι σκαλια και να ριχνουν χωμα στον ταφο του. (Θα ’λεγα οτι ακριβολόγως και καίρια η κορδελα πανω στο φέρετρό του γραφει : «στον φιλοσοφο τής αρνητικης μουσικης μας»)

 

 

 

 

 

(η αλληλογραφια με τον μαρκουζε)

με τον μαρκουζε ο αντορνο αλληλογραφησε ειδικα για τα θεματα τών φοιτητικων εξεγερσεων (ο μαρκουζε την εποχη εκεινη ηταν στην καλιφορνια βρισκοταν στο επικεντρο τών «ταραχων» και υποστηριζε το φοιτητικο κινημα εμπρακτα, με κινδυνο αρκετες φορές και της ζωης του). Εξαυτου η αλληλογραφια τους εχει τεραστιο και φιλοσοφικο ενδιαφερον. Πρεπει κανείς να εχει υποψη του παντως οτι ο μαρκουζε ηταν μεγαλυτερος, ειχε διαφορετικες προσωπικες εμπειριες, ηξερε και απο οδοφραγματα (ειχε παρει μερος στην επανασταση τών σπαρτακιστων) και συνεπως η αντιληψη του ηταν (συνοπτικά θα ’λεγε κανεις) πως «και τα κοκτέϊλ μολότωφ» μπορουν να «πραγματοποιησουν τη φιλοσοφία» ενίοτε.

το τελευταιο γραμμα τού αντόρνο στον μαρκουζε πανω σ’ αυτη την υποθεση (η αλληλογραφια διαβαζεται σε λινκ στο τέλος τής αναρτησης, και ειναι στα αγγλικα) εχει ημερομηνια 6 αυγουστου 1969, και τελειωνει με μια υποσημειωση οτι δακτυλογραφηθηκε απο τη γραμματεα του – την ιδια μερα ο αντορνο θα παθαινε την τελικη καρδιακη προσβολη και συνεπως την ωρα που ο μαρκουζε διαβαζε το γραμμα, ο 66χρονος τεντυ πρεπει να ηταν ηδη νεκρος.

απο μια οντως λοιπον μυθιστορηματικη διαπραγματευση που εχει υπαρξει, ανεκδοτη – παραθετω εδω ενα μικρο τμημα – ως μικρο φορο τιμης – οχι στον μηνα μαϊο, και ολους τους αλλους μηνες (οπου παντα κατι συμβαινει) – αλλά στον φιλοσοφο τής αρνητικης μουσικης μας

 

 

 

 

(ο αντορνο στην κουζινα)

…δεν νομίζω λοιπόν ότι ζήσανε άλλοτε ποτέ φιλόσοφοι μεγαλύτερη απογοήτεψη απ’ αυτή : γιατί κι ο μπρούνο ακόμα πάνω εκεί στην πυρά με τά κόκκαλα τσακισμένα από τά βασανιστήρια θα μπορούσε (καθώς ούρλιαζε χωρίς να τό θέλει που καιγόταν αργά) θα μπορούσε να έχει εκεί τήν ελπίδα ότι τό μέλλον θα είναι δικό του : (κι ας αργεί και αυτό ακόμα πολύ : ) η μεγαλοφυία του δηλαδή πρέπει να τό ’ξερε κατά βάθος καλά ότι time was on his side και τό ότι οι άλλοι ήτανε out of time με όση δύναμη δηλαδή επί τού παρόντος κι αν είχανε, είμαι σίγουρη λοιπόν ότι ήξερε ο μπρούνο όταν καιγότανε πως τό μέλλον ήταν δικό του και ότι θα τόν αγαπήσουμε και θα τόν καταλάβουμε (κάποιοι) κάποτε πάρα πολύ : όμως τούτοι εδώ όντας με τόν φριχτότερο τρόπο δηλαδή γερμανοί, όντας δηλαδή, κι επιμένοντας να ’ναι, δηλαδή γερμανοί με τόν καλύτερο τρόπο σε μια εποχή που η ζωή τους θα ήταν μοναχά ασφαλής αν ήτανε με τόν χειρότερο, ζήσαν τήν τραγικότερη στιγμή τής φιλοσοφίας ολόκληρης :

δηλαδή τή στιγμή κατά τήν οποία βλέπεις τή σκέψη σου να γίνεται αποδεκτή μ’ έναν τρόπο που σού προκαλεί και σύγκρυο και φόβο και τρόμο και δέος : Και τότε είναι που είναι ακόμα πιο δύσκολο να διατηρήσεις τήν κριτική σου ματιά προς τά πράγματα και να πεις Στο μέλλον θα μέ καταλάβουν καλύτερα : Πώς να τό πεις όταν τό μέλλον έχει ήδη έρθει επί τού παρόντος ολόκληρου, και πώς να ελπίσεις ότι θα έρθει ένα άλλο μέλλον τότε επί (τούτου) τού μέλλοντος

– αν και ελπίζω ότι μπορεί να κατέφυγε σε αυτή τή σκέψη και εκείνος πριν να πεθάνει κι αυτός δηλαδή – αν και ο τρόπος που πέθανε (και τό ίδιο τό γεγονός ότι πέθανε, χωρίς βέβαια να τόν σκοτώσει τυπικά και κανείς) δείχνουνε άλλα : και τό μόνο που μού μένει εμένα να ελπίζω τώρα είναι να πάνε στην κόλαση αυτοί όλοι που τόν σκοτώσανε : να είναι τώρα σ’ αυτήν τήν ωραία τους κόλαση καθισμένοι απέναντι από τήν τηλεόραση, και με τίς παντόφλες τους – γιατί τόν σκοτώσαν, και είναι από κείνους τούς φόνους όπου δεν πέφτει ξύλο κι όπου όλα είναι αθώα και καθαρά και αγνά κι ασφαλή : κι αυτοί είναι οι χειρότεροι και οι πιο βρώμικοι φόνοι γιατί δεν λερώνεις ούτε τά χέρια σου ούτε τό πουκάμισό σου ούτε τά πόδια σου ούτε και τά παπούτσια ή τίς κάλτσες σου, αλλά μόνο τό στόμα σου και τή γλώσσα σου έχεις λερώσει, και τό μυαλό σου ολόκληρο, αλλά εκείνα δεν φαίνονται κι έτσι είσαι αθώος, κι όχι μόνο αθώος αλλά και οπαδός :

 

 

 

 

 

Τή φαντάζεσαι τότε τή θλίψη του ; (γύρισε και είπε ειδικά στη Μάχη κοιτώντας την : ) τή φαντάζομαι εκείνη τή θλίψη και παθαίνω κατάθλιψη, πρόσθεσε. Και παθαίνω κατάθλιψη πιο πολύ γιατί τρέμω τήν ιδέα που ξαφνικά μού καρφώθηκε, (όταν τό σκέφτηκα για πρώτη φορά τότε αυτό), ότι κατά πάσαν δηλαδή πιθανότητα (γιατί δεν φαντάζομαι ούτε κατά διάνοιαν ότι θα ’μουν εγώ η τυχερή κι η εξαίρεση – και αυτή είν’ η φρίκη μου) κατά πάσα δηλαδή πιθανότητα, εκειπέρα με τά κωλόπαιδα αν ήμουν κι εγώ, θα ’μουν ίσως κι εγώ τό ίδιο ηλίθια : μή σού πω ότι μπορεί να ’χα και τή βλακώδη ιδέα να ξεπροβάλω και η ίδια μπροστά του γυμνή : έχει μια βλακώδη φυσικά γοητεία όταν είσαι μικρή να τά βάζεις με όλους κι όποιον πάρει κατόπιν ο χάρος, δεν τούς δικαιολογώ δηλαδή αλλά σκέψου κι αυτούς : έπρεπε να δείξουν κάπου κι αυτοί ότι επαναστατούν δηλαδή, κι ότι ξέρουν τί κάνουνε, κι ότι είναι σκληροί, χωρίς να ’χουν συμπόνοια ή ευγνωμοσύνη καμμιά : έχετε προσέξει ότι (μέχρι τώρα) στην επανάσταση η κακία περνιέται για φοβερή καλοσύνη ; (είπε και σκούπισε τά χέρια της)

που όμως δήθεν δεν φαίνεται ; διότι εκεί υπάρχει δήθεν ας πούμε και ένα μυστήριο ; διότι έχουμε ανάγκη δήθεν κι εμείς από ένα μυστήριο ; είμαστε ακόμα πολύ μονοκόμματοι για να γίνουμε διαλεκτικοί θα περάσουν αιώνες παιδάκια μου, και ορίστε η φρίκη μας : είμαστε ακόμα πολύ μονοκόμματοι, και αυτό μέ τρομάζει : γιατί είμαστε ό,τι κι οι άλλοι ακόμα, και γινόμαστε ίσως μονάχα η φόδρα τους, και φαινόμαστε ίσως από τήν ανάποδη, και η φαντασία θ’ αργήσει να πέσει στο πιάτο μας και στα κεφάλια μας : και δεν βγάζω τόν εαυτό μου απέξω κι εγώ, είπε, (όπως βλέπετε) έχω υπάρξει ηλίθια κι εγώ, όμως έλεος πια, πιθανόν δηλαδή εγώ τότε αυτόν ειδικά και να τόν λυπόμουνα : αλλά δεν λυπάμαι πια σήμερα αυτούς, κι αυτό μόνο και μόνο γιατί δεν βγήκε ούτε ένας να ζητήσει συγνώμη, κι είναι όλα αυτά τά κωλόπαιδα κρυμμένα και προστατευμένα εκεί στο σπιτάκι τους και κοιτάνε φορώντας τίς καρώ παντόφλες τους τήν τηλεόραση κι όχι πλέον κωλόπαιδα πια αλλά σχεδόν και κωλόγεροι και με τίς καριέρες τους και δεν ξέρουνε τίποτα πια, δεν θυμώνται ή δεν ξέρουνε τίποτα για τόν φόνο αυτοί πια

διότι προσέξτε (είπε, και μάς κοίταξε τόσο καλά που για λίγο σταματήσαμε να πλένουμε πιάτα) αν ο νίτσε μες στην απελπισία του ξεφούρνισε (αν τό ξεφούρνισε κιόλας έτσι ακριβώς, διότι έχει γίνει τόσο διάσημο που εγώ τό συχαίνομαι) ότι εκείνο που δεν τόν σκοτώνει τόν δυναμώνει, έπεσε έξω και εκείνον νά που τόν σκότωσε : αυτό που δεν τόν σκότωσε, νά που τόν σκότωσε

όμως εκείνος ο μικρούλης ο τέντυ (όπως τόν λέγανε) (οι φίλοι του δηλαδή εννοώ) (μονάχα δηλαδή ο χορκχάϊμερ επιτρεπότανε, αλλά εκείνος μπορούσε μια κι ήτανε ο φίλος του και τόν αγαπούσε, να τόν αποκαλεί δημοσίως να πούμε δηλαδή έτσι), εκείνος ο τέντυ ούτε κατά διάνοιαν δεν σκοτώθηκε από τίς γυμνόστηθες, θα ’ταν ηλίθιο (πρόλαβε απλώς και είπε σε μια του συνέντευξη «δεν ντραπήκαν να τό κάνουν αυτό σε εμένα» φυσικά και τόν πείραξε, αφού θα τόν πείραζε κάθε τι βλακώδες αν ερχόταν στα μάτια του (ήταν και αριστοκράτης πολύ καταβάθος και η κακογουστιά ασφαλώς θα τόν πείραζε)) σκοτώθηκε όμως μόνο όταν τού απαγορέψαν ξανά να μιλάει : ποιανού ; αυτουνού : και ποιοι ; οι γιοι τών μπαμπάδων τους : εκεί ένιωσε τήν ανάγκη φυσικά να προστατευτεί (μέσω τών μπαμπάδων) απ’ τούς γιους τών μπαμπάδων

διότι όταν οι μπαμπάδες κι οι γιοι γίναν ίδιοι και τού απαγορεύαν δηλαδή να μιλάει κι οι δυο, πολύ λίγο τόν ένοιαζε αν οι μπαμπάδες ήταν δηλωμένοι εχθροί και οι γιοι δηλωμένοι οπαδοί : μες στην καρδιά του θα χτύπησε τότε (από απελπισία και θυμό) μια καμπάνα που θα είπε περίπου τά εξής :

ε, για σταθείτε λιγάκι, για μία στιγμή : μονά–ζυγά δικά σας εσείς συνεχώς θα τά έχετε ; και η χώρα αυτή θα είναι μόνο δικιά σας ακόμα ; κι εγώ θα ’μαι συνεχώς στο δικό σας τό έλεος ; κι αυτή δεν θα είναι ποτέ η δικιά μου η χώρα ; ούτε τώρα ακόμα ; επί μπαμπάδων σας εγώ στη σιωπή, και επί υμών ξανά στη σιωπή ; κι έτσι στράφηκε να προστατευτεί : από τούς μπαμπάδες ξανά : και δεν ήταν αστείο αυτό, ούτε αυτή τή φορά :

εγώ ναι, είμαι σίγουρη ότι αυτό που τόν θύμωσε δεν ήταν μόνο ο φασισμός αυτονών να τού πάρουν τήν αίθουσα και τή θέση του και να μην τόν αφήσουν να μιλήσει ούτε να κάνει τό μάθημα – που κι αυτό θα ’ταν λόγος δηλαδή αρκετός για έναν τέντυ που μόνο για κείνο τό μάθημα κινδύνεψε πριν από λίγα χρόνια από τούς μπαμπάδες τους να γίνει ψητός, και για έναν τέντυ εξαιτίας τού οποίου (εξαιτίας μ’ άλλα λόγια τής σκέψης του) οι γιοι τών μπαμπάδων είχαν τήν άνεση να ξυπνήσουν και να κάνουνε ότι διαφέρουνε από τούς μπαμπάδες τους τώρα αυτοί :

φυσικά όλ’ αυτά θα ’ταν λόγος πολύ αρκετός, αλλ’ αυτό που (πιστεύω εγώ) (είπε, κοιτώντας μια στιγμή τό ταβάνι) πιο πολύ τόν σακάτεψε τόν μικρούλη τόν τέντυ που ’χε πια μεγαλώσει και γεράσει και φυσικά κουραστεί ήταν κάτι που η καμπάνα αυτή στο αυτί τού ψιθύρισε μόνο (γιατί δεν τολμούσε αυτό να τό φωνάξει παρά μόνο στ’ αυτί) : γιατί μόνο εκείνο τόν πλήγωνε ίσως πολύ πιο πολύ : γιατί εκείνο τόν πλήγωσε δηλαδή, και στο τέλος, και στη μέση, και στην αρχή : τά κωλόπαιδα, τίποτα δεν καταλάβανε ! τά κωλόπαιδα, δεν είχαν έλεος ! τά κωλόπαιδα, σαν τούς μπαμπάδες τους, τό ίδιο ανήλεοι ήταν κι αυτοί ! (Γιατί φυσικά εκείνος δεν θα μπορούσε, δεν θα καταδεχόταν ποτέ να τό πει ούτε και στον εαυτό του τό επιχείρημα, που μπορούμε όμως και τό λέμε εμείς : η φαντασία τούς μάρανε ! η φαντασία στην εξουσία τού εαυτού τους τούς μάρανε)

διότι αλήθεια τί θα πει φαντασία ; (είπε) : τό ’χετε άραγε ποτέ σας σκεφτεί ; είναι άραγε αλήθεια η φαντασία τό αντίθετο μοναχά τής βλακείας και αυτό είναι μόνο ; (Φαντασία θα πει, είπε η άλλη, βγάζοντας τά χέρια από τίς τσέπες τού σακκακιού της και ξεκολλώντας από τό κούφωμα που ακουμπούσε τής πόρτας, να καταλάβεις ότι πεινάμε) (τό ξέρω, είπε πολύ βιαστικά και απότομα λίγο, αλλά προηγουμένως πεινούσαμε επίσης και δεν μάς λυπόσουνα ούτε εσύ)

λοιπόν, εν ολίγοις, πιο πολύ μ’ ενοχλήσαν εμένα οι φωτογραφίες από τήν κηδεία : η ερήμωση, η θλίψη τού άλλου που πήγε με τά χαρτιά του στο χέρι λες και κρατιόταν ακόμα από τά χαρτιά που τούς ένωναν, η ερήμωση τής γυναίκας που τού ’χε (λυσσώντας και προστατεύοντας περισσότερο αυτόν απ’ ό,τι τήν εαυτή της τήν ίδια) αφοσιωθεί, η ερήμωση εκείνων τών δυο δηλαδή πλάϊ–πλάϊ κατεβαίνοντας μετά τήν κηδεία, τά σκαλιά : κι ύστερα μια άλλη φωτογραφία με τήν ερημιά τού προαύλιου μακρυά απ’ τόν κόσμο πιο πέρα και πιο έξω από τό τοιχαλάκι όπου χωρίς να μπορούμε ν’ ακούμε δηλαδή τίς κουβέντες τίς βλέπουμε όμως, απειλητικά να αιωρούνται (και με πόση ένταση και σπαραγμό και μετάνοια αλλά τόσο αργά τώρα πια) από τούς φοιτητές τούς αγαπημενους και τούς οπαδούς : που επεδίωξαν να βρεθούνε στην τελετή (και που οι άλλοι βέβαια και καλά κάνανε, δεν τούς αφήσανε) :

 

 

 

 

πόσο θα ’θελα να ’ξερα τώρα πόσο τρέχουνε εκείνοι πια σήμερα (και που δεν έχουν κάνει ούτε ένα στο εκατομμύριο από ό,τι και κουράστηκε κι έκανε ή σκέφτηκε αυτός) πόσο τρέχουνε εκείνοι πια σήμερα να πετάνε πετρούλες σε διαδηλώσεις ή τίς βλέπουνε άραγε με τίς παντόφλες τους τυλιγμένοι αυτοί στις κουβέρτες τους από τήν τηλεόραση μες στα σπιτάκια τους ; με τ’ απαίσια έπιπλα κι αν τούς περνάει ποτέ, όπως είναι νεκροί ζωντανοί, από τό μυαλό :

«εγώ ο ασήμαντος ο αστός ήμουν κι εγώ μια φορά φοιτητής και μάλιστα σκότωσα έναν φιλόσοφο ; τί σπουδαίος που είμαι ; γιατί τόν ανάγκασα να κάνει ακριβώς εκείνα τά πράγματα που δεν τά ήθελε ; και να φέρει και τήν αστυνομία στο αμφιθέατρο για να μπορέσει να μάς μιλήσει ξανά ; κι από τή λύπη του ύστερα πήρε μια άδεια και ύστερα πήγε στο σπίτι και πέθανε ; κι επομένως εισήλθα κι εγώ στην αθανασία για μία φορά ; και στον κόσμο επίσης και τής επανάστασης, όχι με τή φαντασία μου βέβαια όπως νομίζαμε, αλλά με τή βλακεία μου σίγουρα για μία φορά ; τί σπουδαίος που είμαι ; και πόσο περήφανος που δεν έχω πάει δηλαδή να πνιγώ ;

και έχω ένα σπίτι και κάθομαι ; και είμαι στα χρόνια του και ίσως βλέπω τώρα πια τηλεόραση ; Ναι ίσως κάπου υπάρχουνε ακόμα ελάχιστοι που θα θέλανε να τόν έχουν για χρόνια ακόμα μερικά ζωντανό : Να τούς πει αυτονών αυτός κι άλλα : Ίσως να ’χε ακόμα να γράψει και άλλα : Εξαιτίας μου όλα αυτά όμως νά που δεν γίνανε : Είμαι πρόσωπο ιστορικό επομένως κι εγώ».

βιογραφίες αγνώστων»)

 

 

 

 

 

η λεζαντα της φωτογραφιας στον ευτυχη αστικο τυπο :

την περασμενη τριτη οι φοιτητες εμποδισαν, με συμβολικες τρυφεροτητες [ οι ευγενικες εφημεριδες εννοουν εδω οτι καποιες φοιτητριες τρεξαν να του «επιτεθουν» γυμνοστηθες ], τον «στοχαστη και καθοδηγητη φιλοσοφο» του αριστερου φοιτητικου κινηματος τεοντορ β. αντορνο, 65 χρονων, να μπει στο αμφιθεατρο VΙ του πανεπιστημιου της φραγκφουρτης προκειμενου να συνεχισει τις παραδοσεις τού μαθήματός του «εισαγωγη στη διαλεκτικη», αφου πρωτα σκόρπισαν στην αιθουσα φεϊγβολαν που εγραφαν «ο αντορνο ως θεσμος ειναι νεκρος».

 

 

 

 

 

 

 

 

 

απο την τελευταια (στην κυριολεξια) αλληλογραφια αντορνο–μαρκουζε, της οποιας τον συνδεσμο  υποσχεθηκα στην αναρτηση, και η οποια θα αξιζε (ειρησθω εν παροδω) να μεταφραστει καποια στιγμη ολοκληρη – δεν θα ’ταν μεγαλο σε εκταση το βιβλιαρακι, αλλά σε σημασια θα ’ταν τεραστιο, οπως ειπα παραπανω ακομα και απο φιλοσοφικη σκοπια – (εδω οι αγγλοι παραθετουν την αλληλογραφια μεταφρασμενη απο τα γερμανικα) :

τα τελευταια λογια στο τελευταιο γραμμα του αντορνο προς τον μαρκουζε

(μπορειτε να προσεξετε – περα απο το (σπαρακτικο) «οπως σού ειπα χερμπερτ και στο τελευταιο γραμμα μου, πρεπει να ’χεις υποψη σου οτι ο τεντυ διανυει τα μαυρα του τα χάλια (θα στο επιβεβαιωσει και ο μαξ) : ώς τα μεσα του αυγουστου εσυ θα ’χεις ζησει την πληρη αναρρωση, και χαιρομαι γι’ αυτο, αλλά εγω δεν θα ’χω ζησει καμιά» – ριξτε μια ματια και στην τελευταια του αποστροφη για τον «κοκκινο ντανυ» – πόσο διορατικη θα ελεγα) :

… Herbert, I really cannot come to Zurich or Pontresina. As I indicated in my last letter, you really do have to reckon with a badly damaged Teddie, as Max will confirm. By the middle of August you will already have an ample convalescence behind you, and I am glad for you; but I will not have had mine. However, I think that this rather rationalized egoism is legitimate, and, happily, your sentence about the identity of the distance between Pontresina and Zermatt is reversible. And here, one has, as you well know, infinitely more calm and peace than in Engadin. After all, we came to meet you here. Do you find it so terrible here ever since? And you surely must agree that there is no doubt that we need to talk to each other?—I think that I told you already that I will be in Venice from the 5 to 9 September (Hotel Regina); and here until 27 August.

Warmest greetings, from Gretel and Inge as well.

Yours
Teddie

I have a few things to tell you about Danny–le–rouge: just slapstick comical stuff. That must really have been a loveliness of street battles with him involved. And in Frankfurt he still counts as one of the more humane. Quel monde!

Copied from a hand–written draft
With friendly greetings
(Hertha Georg, secretary)

 

 

 

 

 

σ’ αυτο το βιντεο βλεπετε το 2ο μερος μιας ταινιας
αφιερωμενης στον τεοντορ βιζενγκρουντ αντορνο,
απ’ οπου και τα στιγμιοτυπα που απομονωσα για
χαρη αυτης της αναρτησης

 

 

 

 

 

 

η πανω φωτογραφια ειναι φυσικα τού henri cartier–bresson : η σορβονη κατειλημμενη κατα την εξεγερση του μαΐου και του ιουνιου του 1968

 

 

 

 

15 Ιανουαρίου 2018

αποκολοκύνθωσις, ή κολοκύθια με τή ρίγανη

 

 

 

 

καθόμουνα σ’ ένα καφενείο που στο μπαρ του βάζει ωραία μουσική κυρίως πριν αρχίσει η φασαρία τό βράδυ, και πίνοντας έναν καφέ στα ενδιάμεσα κάτι τρεξιμάτων διάβαζα τό τελευταίο τεύχος τού new york review of books που είχε ένα άρθρο για τόν σενέκα, και πάνω κει μού ήρθαν κάτι σκέψεις, και λέω να τίς ανακοινώσω

εγώ δεν χωνεύω τούς στωικούς, διότι δεν μ’ αρέσει η φιλοσοφία τους, και εκνευρίζομαι που συνηθίζουν να τούς αναφέρουν μαζί με τούς επικούρειους (εξαφανίζοντας με τόν τρόπο αυτόν, υπούλως, τόν επίκουρο – πράγμα συνηθισμένο, και όχι μόνο στα ελληνικά (προσφάτως κάτι έβλεπα κάπου για τόν λουκρήτιο (κάποια αγγλική μετάφραση ίσως, δεν θυμάμαι) και δεν πήρε τό μάτι μου ούτε μία γραμμή για τόν επίκουρο – ενώ ο συμπαθέστατος ρωμαίος απλώς μετέφερε – όπως είναι βέβαια γνωστό – (μετέφερε εντέχνως και πολύ ωραία) στα λατινικά τή φιλοσοφία τού δασκάλου του))

εν πάση περιπτώσει στα διάφορα συμπιλήματα φιλοσοφίας ή τά εγκυκλοπαιδικά τοιαύτα, αν κοιτάξεις τά κεφάλαια, όλα σχεδόν χωρίς εξαίρεση αναφέρουν τόν κλάδο «στωικοί και επικούρειοι» (και μ’ αυτήν τή σειρά) και βάζοντάς τους και τούς δύο μαζί στα περιεχόμενα (χωριστά δηλαδή από τούς «προσωκρατικούς» και χωριστά κι από τά (θεωρούμενα) θηρία, τόν πλάτωνα και τόν αριστοτέλη – τούς οποίους επίσης δεν τούς χωνεύω (τόν πρώτο μάλιστα καθόλου))

θα μού πεις, τί μάς ενδιαφέρουν εμάς (εσένα δηλαδή) αυτά : δεν λέω ότι ενδιαφέρουν κανέναν, τή γνώμη μου λέω

και τή λέω τή γνώμη μου με αφορμή τόν σενέκα για τόν οποίον είπαμε διάβαζα στο καφενείο, διότι απ’ όλους τούς στωικούς αυτός είναι ο μόνος που συμπαθώ

να σημειώσω ότι δεν τόν συμπαθώ για τίς φιλοσοφικές του πραγματείες, αλλά για τό θέατρό του, δηλαδή τίς αντιγραμμένες απ’ τά ελληνικά τραγωδίες του

τίς οποίες, επίσης όπως και τίς διατριβές του, δεν τίς έχω βεβαίως μελετήσει, όμως τό θέατρό του μ’ αρέσει περισσότερο από τίς διατριβές του για έναν πολύ συγκεκριμένο λόγο

(εδώ πρέπει να πω, μέσα σε παρένθεση, πως έχω τήν (αμετακίνητη πλέον, μετά από χρόνια πολλά στριφογυρίσματος) άποψη ότι σαν άνθρωποι τού δυτικού πολιτισμού, έχουμε αποκλειστικά σχέση με τούς ρωμαίους και όχι με τούς έλληνες : και τό ίδιο συμβαίνει και στην υπόλοιπη ευρώπη (και τήν αμερική) : η αρχαϊκή ελλάδα δηλαδή και ο εξαυτής «κλασικός» πολιτισμός δομήθηκε πάνω σε καταστάσεις που μάς είναι πλέον εντελώς άγνωστες – ψήγματά του ανασκάπτουμε μόνο, διαβάζοντας κάποια κείμενα ή βλέποντας κάποια γλυπτά και λοιπά έργα τέχνης – γι’ αυτό και μερικές μορφές αυτής ακριβώς τής τέχνης μάς είναι περίπου ακατανόητες (οι «βάκχες» π.χ., ή ακόμα και η «μήδεια» ή η «φαίδρα» – δεν είναι σύμπτωση ότι μιλάω για έργα τού ευριπίδη κυρίως : άλλωστε αυτός είναι που παρεξηγήθηκε κατεξοχήν, μέχρι ακόμα και στην προσωπική του ζωή)

για να μην πω τίποτα τώρα για τά κυκλαδικά ειδώλια, και τό τί αρλούμπες λέγονται γι’ αυτά, και τό παρατραβήξω και χάσουμε τόν ειρμό

αλλά ακόμα κι ο όμηρος θέλω να πω, μάς είναι εν πολλοίς ακατανόητος – και είναι προς τιμήν τού πλάτωνα που εκείνος τόν κατάλαβε τόσο καλά, ώστε να τόν αντιπαθήσει σφόδρα (παρέα με τήν αντιπάθειά του για τίς τραγωδίες – ιδιαίτερα φαντάζομαι τού ευριπίδη)

όμως αυτά, για να τά κάνω λιανά θα πρέπει να γράψω ένα βιβλίο που δεν τό ’χω γράψει ακόμα, και συνεπώς δεν περιμένω να είμαι ιδιαίτερα πειστική – τό μόνο που μπορώ να κάνω τώρα είναι να πω εντελώς περιληπτικά πως η αρχαϊκή εποχή, όντας βεβαίως η εποχή τής θριαμβευτικής νίκης τών φοβισμένων και εκδικητικών αντρών επί τών λυσσασμένων και μαινάδων γυναικών, είναι ακόμα πολύ κοντά εντούτοις σ’ αυτόν τόν γυναικείο ερωτισμό, αυτόν ακριβώς που η καταστολή του (μόνο) έχει φτάσει ώς εμάς – με κυριότερο (και ενδοξότερο) έργο της (τής καταστολής) ακριβώς τήν τραγωδία : μην ξεχνάμε ότι όλ’ αυτά ξεκίνησαν με τήν εφεύρεση ενός νέου θεού που προσπάθησε να συμβιβάσει τά ασυμβίβαστα : ήταν άντρας που γεννήθηκε από άντρα και όμως ντυνόταν χτενιζόταν και συμπεριφερόταν σα γυναίκα, τίς γυναίκες υπερασπιζόταν καθώς οι βάκχες κι οι μαινάδες ήταν οι υπερασπιστές του (τουτέστιν εικόνες γυναικών από τήν προ πατριαρχίας εποχή) και ο διόνυσος λειτούργησε αποτελεσματικά έτσι, σαν αποενοχοποιητικό άλλοθι, ώστε να μετατρέψει τήν καταστολή τού γυναικείου ερωτισμού στο ενδοξότερο επίτευγμα τής πατριαρχίας που ενέσκηψε, βλοσυρή και εκδικητική : τή δημιουργία τής τραγωδίας

έτσι η φάση τής γυναικείας ελευθερίας που προηγήθηκε, κάτι αιώνες και ίσως και χιλιετίες πριν, είναι ζωντανή και παρούσα στην αρχαϊκή ελλάδα, ακριβώς μέσω τής λυσσασμένης άρνησής της – και αυτό είναι που δεν υπάρχει στη ρώμη : οι ρωμαίοι δεν έχουν δηλαδή τέτοια προβλήματα (ή τουλάχιστον δεν τά έχουν μ’ αυτήν τήν ένταση, που τά είχε ο ελλαδικός χώρος) : ανήκουν εξαρχής στην πατριαρχία, ο πουριτανισμός τους είναι διάχυτος σε όλην τους τήν κοινωνία, γι’ αυτό και οι γυναίκες κέρδισαν εκεί μεγαλύτερες θέσεις κι ελευθερίες – δεν θεωρούνταν πια σχεδόν καθόλου επικίνδυνες : κλείνει η παρένθεση)

εμείς λοιπόν είμαστε άνθρωποι τής ρώμης : και αυτό που μ’ αρέσει στον σενέκα είναι ότι τό πράμα αυτό αναδεικνύεται στις τραγωδίες του περίφημα : ο σενέκας παίρνει ένα κείμενο γεμάτο ειρωνικές αμφισημίες όπως τή μήδεια τού ευριπίδη, π.χ., και τό μετατρέπει σε θρίλερ και σε γκραν–γκινιόλ και σε γουέστερν : εκθέτει τά αίματα, εκθέτει τίς σφαγές, εκθέτει τό μίσος – όλα επί σκηνής – δεν έχει ενοχές, δεν καταλαβαίνει καν γιατί πρέπει να κρύψει οτιδήποτε – δεν καταλαβαίνει καν, θα έλεγε ένας κλασικός αθηναίος, περί τίνος ομιλεί :

κι έτσι ο σενέκας είναι, με λίγα λόγια, απολύτως σημερινός, μ’ ένα τρόπο (για μάς ακριβώς σήμερα) απλό και κατανοητό

 

 

 

 

και τώρα εγώ προσπαθώ να θυμηθώ γιατί έγραψα τά παραπάνω και απορώ : επειδή τά ’γραψα για να μιλήσω για μια μόνο λέξη, τήν αποκολοκύνθωση – και μιλώντας για τήν αποκολοκύνθωση να υποστηρίξω ότι, ενώ  μάς είναι αδύνατο, τόσο εμάς όσο και τών άλλων δυτικών (και περισπούδαστων ελληνιστών μάλιστα), να καταλάβουμε όλοι μαζί τούς αρχαϊκούς, έχουμε μερικές φορές εμείς (ακόμα κι αν δεν είμαστε ούτε ελληνιστές, ούτε καν φιλόλογοι) κάτι περίεργα αβαντάζ στον ελλαδικό χώρο, λόγω γλώσσας :

τό άρθρο που διάβαζα για τή ζωή και τά έργα τού σενέκα που μεταφράστηκαν, (για πρώτη φορά όλα, όπως έμαθα, στην αγγλοσαξονική – κι όταν λέμε «όλα» εννοούμε και τά  φιλοσοφικά και τά θεατρικά του μαζί, διότι επί έτη πολλά τά θεατρικά του τά θεωρούσαν κατώτερα και ανάξια τής φιλοσοφίας του, και πολύ τά περιγελούσαν) (στην νεοελληνική δεν νομίζω να έχουμε φτάσει καν σ’ αυτό τό σημείο) ήταν συμπαθέστατο και πολύ κατατοπιστικό

(παρένθεση δεύτερη : για τή ζωή τού σενέκα, και ιδιαίτερα τά παιδικά του χρόνια και τά χρόνια τής εφηβείας του και τών σπουδών του, δεν ξέρουμε σχεδόν τίποτα – ενώ αντίθετα έχουμε πληροφορίες για τήν καριέρα του δίπλα στον κλαύδιο και στον νέρωνα (που τότε μάλιστα έκανε και τά πολλά λεφτά – ο σενέκας) : καθώς όμως ήταν συνηθισμένο στους ρωμαίους τών ανώτερων τάξεων (ο σενέκας προερχόταν από ευγενή ρωμαίον τής ισπανίας, και ευγενή ισπανίδα (ήταν δηλαδή κατά μεγάλο μέρος ισπανός) (είχε μάλιστα γεννηθεί στην κόρδοβα (τί περίεργο)) και στη ρώμη πήγε (τόν κουβάλησε, όπως είπε, η θεία του στα χέρια της) όταν ήταν πέντε χρονών – όπως λοιπόν ήταν συνηθισμένο στους καθωσπρέπει μορφωμένους ρωμαίους, να μαθαίνουν ελληνικά, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι κι αυτός είχε μάθει – πολύ περισσότερο για να διαβάσει και τίς τραγωδίες τους, και να κάνει πάνω κει τίς παραλλαγές του

η σχέση του με τούς αυτοκράτορες, που τού έτυχαν στη ζωή του, είχε σκαμπανεβάσματα – ο κλαύδιος παραλίγο να τόν δολοφονήσει – εξαιτίας τού μίσους που τού είχε (τού σενέκα) η γυναίκα του, τού κλαύδιου (η μεσσαλίνα) – τού έσωσε όμως (ο κλαύδιος) τή ζωή, απλώς εξορίζοντάς τον : από τήν άλλη, τόν όρισε δάσκαλο τού νέρωνα (μάλλον δηλαδή η δεύτερη γυναίκα του (τού κλαύδιου) η αγριππίνα, τό ’κανε αυτό, αλλά δεν πειράζει – μαθαίνουμε και τή δύναμη που μπορούσαν να έχουν οι αυτοκρατόρισσες στη ρώμη…) πράγμα που έκανε τόν σενέκα παντοδύναμο όταν ο νέρων ανέλαβε τά καθήκοντά του – κι όμως αυτό δεν εμπόδισε τόν νέρωνα όντως και αποτελεσματικά πλέον να τόν δολοφονήσει ( : στα ρωμαϊκά αυτό μεταφράζεται «να τόν αναγκάσει να αυτοκτονήσει»)

ο κακομοίρης ο σενέκας ήταν ένας διχασμένος άνθρωπος (και ποιος δεν είναι – αλλά αυτός παραήτανε) : με τόν θάνατο τού κλαύδιου ανέλαβε να γράψει τό (παραδοσιακά απαραίτητο) κείμενο τής «αποθέωσής» του, και τό ’γραψε – μάς παραδίδεται όμως και μία σάτιρα πάνω στο ίδιο θέμα, η οποία καθόλου δεν έχω καταλάβει αν ήτανε τό ίδιο τό κείμενο τής «αποθέωσης» ή ένα παράλληλο απόκρυφο κείμενο που με τό όνομα «αποκολοκύνθωση» έκανε σκόνη μετά θάνατον τόν καημένο τόν κλαύδιο – (εδώ να θυμηθούμε κι έναν άλλον που έγραψε εκ παραλλήλου με τά «επίσημά» του, και κάτι «απόκρυφα» –  βυζαντινόν, και κάτι αιώνες αργότερα, αυτόν) – κλείνει η παρένθεση)

όπως και να ’χει όμως τό πράγμα, κι ό,τι ελληνικά κι αν έμαθε ο σενέκας, τό γεγονός είναι ότι έφτιαξε σίγουρα μια ελληνική λέξη – υπόθεσε δηλαδή (υποθέτω) τήν ελληνική εκδοχή – διότι τήν χρησιμοποίησε στο έργο του εκλατινισμένη ως αποκολοκύνθωση : τουτέστιν apocolocyntosis

και λέω έφτιαξε μια λέξη γιατί μολονότι η λέξη είναι ωραιότατη στα ελληνικά (και η μεταγραφή της πολύ κωμική, έτσι που είναι σχεδόν ακαταλαβίστικη στα λατινικά) δεν βρήκα πουθενά κάποιο στοιχείο ότι η λέξη υπήρχε πριν τή φτιάξει ο σενέκας : έφτιαξε λοιπόν μια λέξη, τήν αποκολοκύνθωση, για να κοροϊδέψει έναν αυτοκράτορα (από τόν οποίο είχε δει και κάνα καλό, βρίζοντάς τον έτσι πάνω στη στιγμή που πέθανε, ενώ κολάκευε συγχρόνως από τήν άλλη έναν άλλον αυτοκράτορα από τόν οποίο θα ’βρισκε και τόν θάνατο (αυτό βέβαια όμως δεν τό ’ξερε ακόμα))

εγώ, βέβαια τώρα, δεν είμαι φιλόλογος, αλλά μού φαίνεται ότι πρόκειται για μια ωραιότατη ελληνική λέξη – όμως τή μεγάλη της  αποτελεσματικότητα τήν έχει ακριβώς ως, δήθεν, λέξη μεταφρασμένη : καθότι αποκτάει έτσι μια ειρωνική μεγαλοπρέπεια, κι αυτό είν’ ένα κόλπο που μοιάζει λίγο με τά δικά μας όταν μιλάμε με πασίγνωστες αγγλικές εκφράσεις γράφοντάς τες στα ελληνικά, και με τήν προφορά τού αγράμματου

 

 

 

ο λόγος όμως για τόν οποίο ξεκίνησα να γράφω αυτό τό ποστ είναι μια παράγραφος, στη μέση τού ωραίου άρθρου τού nyrb για τόν σενέκα : «τό περίεργο πάντως», λέει στο άρθρο («a stoic in nero’s court»)  ο συγγραφέας του (james romm), «είναι πως πουθενά εν πάση περιπτώσει μέσα στο έργο δεν αναφέρονται κολοκύθια»

και καθώς η «αποκολοκύνθωσις» μεταφράζεται αμερικανιστί «pumpkinification» οι αμερικανοί ελληνιστές διερωτώνται μ’ άλλα λόγια «πού στο  διάολο είναι τά pumpkins μέσα στο κείμενο – τουτέστιν διερωτώνται «τί διάολο νόημα έχει ο τίτλος τού έργου» (και, συμπερασματικά : «τί διάολο νόημα έχει τό ίδιο τό έργο» : «–the title is an enigma» λέει σοβαροφανέστατα ο καημένος ο αμερικανός, «since the work contains no mention of pumpkins –» (καταλαβαίνω ότι περίμενε να δει κάποια αναφορά στις κολοκύθες τής αμερικανικής αποκριάς)

επομένως, τί να τούς πεις τώρα ; να πεις στους  αμερικανούς και άλλους ειδικούς περί τήν αρχαιότητα, να πα’ να μάθουνε νέα ελληνικά ;

και όμως, κάτι τέτοιο πρέπει τελικά να τούς πεις :

διότι (και εδώ ας κάνω κι εγώ τή δικιά μου παράβαση) : η ιστορία αυτή γράφτηκε σήμερα δηλαδή, μόνο και μόνο για να δηλώσει πως όσοι ασχολούνται με τ’ αρχαία ελληνικά πρέπει να ξέρουν και νέα : κι ότι καμία νεκρή γλώσσα δεν σού λύνει όλα τά αινίγματα που η λογοτεχνία της θέτει, αν δεν μελετήσεις με σεβασμό και τή ζωντανή συνέχειά της στο, οποιοδήποτε, παρόν της – και μάλιστα κατά προτίμηση ανάμεσα σε αγροίκους και αμόρφωτους ομιλητές – ή απλώς παιδιά  : κατά μυστήριο δηλαδή τρόπο, τόσο οι αρχαίοι αθηναίοι όσο και οι αρχαίοι λατίνοι (μάς λέει, σοβαρότατα, ο σενέκας ότι θα) καταλαβαίνανε κάτι που ισχύει και σήμερα στους δρόμους τής αθήνας – ενώ στους βρετανούς και τούς γαλάτες πρέπει να τό κάνεις λιανά, και πάλι δεν είναι σίγουρο ότι θα σέ πιστέψουν : τά κολοκύθια με τή ρίγανη δηλαδή.

 

 

 

 

 

φωτογραφία : anthony friedkin

λεξικό : liddell–‎scott

κυκλαδικό

 

 

 

 

 

 

28 Σεπτεμβρίου 2017

η κυρία Μπούμπουλης

 

 

 

τό σημερινό απόσπασμα από τίς «βιογραφίες αγνώστων» (που παραμένουν ανέκδοτες) έχει γραφτεί μάλλον πολύ πριν από τό 2003 (ημερομηνία κατά τήν οποία οι «βιογραφίες» ολοκληρώθηκαν – και έκτοτε, στο διάστημα που μεσολάβησε έχουν υποστεί σύντομες διορθώσεις και εκτεταμένες περικοπές) : σήμερα λοιπόν που αποφάσισα να τό φέρω σαν ανάρτηση στους «κήπους» και εξ αυτού τό ξαναδιάβασα κι εγώ, ομολογώ μέ ξάφνιασε τό γεγονός ότι δεν χρειάστηκε να κόψω απολύτως τίποτα – μέ ξάφνιασε δηλαδή και ευχάριστα και δυσάρεστα : ευχάριστα γιατί κανένας ακόμα δεν έσπευσε να μού πάρει τή δόξα ως προς τή διαπίστωση τού προβλήματος, και δυσάρεστα γιατί κανένας ακόμα όπως φάνηκε δεν έχει σπεύσει να διαπιστώσει τό πρόβλημα

μ’ άλλα λόγια, τίποτα στη λαμπρή μας χώρα δεν έχει καλυτερέψει ως προς αυτό τό ζήτημα, παρ’ όλα τά φεμινιστικά με τά οποία, εδώ και λίγο καιρό, κάποιες ομάδες γυναικών σάμπως συστηματικά ν’ ασχολούνται, αν και θα τολμούσα να πω ότι (δυστυχώς) μιλάνε με τά εκ νέου σύγχρονα (πάλι) κλισεδάκια, περιοριζόμενες πλέον τώρα κυρίως στα θέματα τού βιασμού : όχι ότι δεν είναι σημαντικότατα τά θέματα τού βιασμού

αλλά τά κλισεδάκια, τουτέστιν οι καραμέλες, έχουν ένα ελάττωμα : μοιάζουν μεν με ομιλία αλλά καταπίνονται γρήγορα, δεν κουβαλούν δε, επί τής ζαχάρεώς τους, ούτε ως δείγμα τό δηλητήριο τής επικινδυνότητας που διαθέτει άφθονο η πρωτογενής και πρωτότυπη σκέψη : υπάρχουν, μ’ άλλα λόγια, καραμέλες που αποκοιμίζουν, όσο «φεμινιστικές» κι αν είναι : (και μεγαλύτερο υπνωτικό από τόν σύγχρονο αμερικάνικο πουριτανισμό επί τού φεμινισμού, δεν υπάρχει : η αντίληψη, φερ’ ειπείν, ότι δεν υπάρχουν φύλα δεν υπηρετεί παρά τό φύλο που (κοινωνικώς) υπερτερεί, και (αντικοινωνικότατα) θέτει τούς κανόνες, κανονίζοντας τί τά φύλα οφείλουν να είναι – και να επιθυμούν – αλλά περί αυτού θα χρειαστεί να κάνω, όποτε η διάθεσή μου τό επιτρέψει, έτερη ανάρτηση – )

εν συντομία όμως, αυτό όμως που εμένα ας πούμε μέ απασχολεί (από πολύ παλιά όπως φαίνεται, φαίνεται από εδώ από εκεί και από αλλού) είναι πόσο ο βιασμός ως έννοια περιβάλλει χώρον τόσο μεγαλύτερον τού σώματος – και πόσο οι πολύπλευρες μορφές βιασμού τής θέλησης γλυστράν επιτήδεια κι αθόρυβα και σχεδόν καλοσυνάτα στη ζωή μας από νωρίς – αποτελώντας έτσι τρόπον τινά τό υπόστρωμα για να ξαπλωθούν πάνω τους μετά όλοι οι «άλλοι» βιασμοί, με όλη τους τήν άνεση, και όλη τους τήν συνεπακόλουθη έλλειψη ενοχής

και ασφαλώς μέ λυπεί που τό θέμα δεν φθάρηκε ήδη από τήν πολλή χρήση ώστε να χρειαζόταν τώρα κάποια επισήμανση να σβήσω, επειδή θα είχε καταντήσει μέσα στα σχεδόν 20 χρόνια που μεσολάβησαν κοινός τόπος

αντίθετα βρήκα κι ένα στοιχείο που θα ήθελα τώρα να προσθέσω : τό καμάρι πλέον τής κυρίας Μπούμπουλης τήν ώρα που τής αλλάζουν ( : πού μόνη της δηλαδή αλλάζει πια) τή δόξα της και τό φύλο : η απόλυτη αυτή αβουλία και αδιαφορία, μ’ άλλα λόγια, τών ελληνόφωνων γυναικών όταν μετατρέπεται σήμερα τό φύλο τού επωνύμου τους σε αντρικό, έχει πάρει πια τή μορφή μιας ειδικής επιπλέον κοκεταρίας, τή «χειραφετημένη» κοκεταρία τής «επιχειρηματίας» και τής «γυναίκας με καριέρα και λεφτά» δικά της (όχι μόνο εντός τής χρεωκοπημένης χώρας, αλλά κι εκείνης με καριέρα στο εξωτερικό)

αλλά βέβαια, όταν αρνούμαστε στην εαυτή μας τήν επίμονη και διεκδικητική ερωτική απελευθέρωση και γινόμαστε ξυνές και καθωσπρέπει κι ανέραστες και ηθικές για να μας αποδεχτούν οι (αντροκρατούμενες) επιχειρήσεις και τά (αντροκρατούμενα) κόμματα, τί είναι μια υποχώρηση στο ονοματάκι μας πια ; στο κατω–κάτω έτσι γινόμαστε άντρες με τά όλα μας

αλλά ορίστε, παραθέτω τό απόσπασμα μυθιστορήματος άνευ άλλης καθυστερήσεως :

 

 

 

 

Αυτό που συμβαίνει με τά αρσενικά, ενώ είναι θηλυκά, ονόματα στη χώρα, αποτελεί ένα εξειδικευμένα γλωσσικό πρόβλημα απολύτως διαφωτιστικό για τή ζωή και τίς απόψεις τού συγκεκριμένου εθνικού κορμού στον οποίο βρίσκομαι και γράφω, ένα πρόβλημα άκρως ιδιόμορφο και τό οποίο η γλωσσολογία, αλλά και η φιλοσοφία εξάλλου, φωτίζει ενγένει :

Δέχονται δηλαδή με μυστηριώδη μεγαλοθυμία και καλοσύνη κι ευαρέσκεια οι γυναίκες (τής συγκεκριμένης αυτής εθνικής καταγωγής, δεν ξέρω τό φαινόμενο να συμβαίνει σε άλλη χώρα – ίσως δεν υπάρχει άλλη εξίσου δουλοπρεπής χώρα) να περιγράφουν εαυτές σα να μιλάνε μια ξένη γλώσσα, που τίς αλλάζει τίς κλέβει, τούς αλλάζει τόν αδόξαστο, τίς κάνει αγνώριστες και γελοίες : τό φαινόμενο βέβαια τό έχω αναπτύξει στη διατριβή μου (επί μακρόν) – μπορώ εδώ μόνο απλώς συνοπτικά να σού πω ποια είναι εν ολίγοις τά περιληπτικά τής ιστορίας συμπεράσματα :

Κατ’ αρχάς τό φαινόμενο αυτό υπάρχει υποτίθεται προς χάριν, και εξαιτίας, τών ξένων που δεν ξέρουν τή γλώσσα καλά : όμως, τό ίδιο αυτό φαινόμενο, κόβεται με τό μαχαίρι και εξαφανίζεται (ακόμα και σαν απλή να πούμε δυνατότητα) όταν κανείς έχει να κάνει με οποιονδήποτε λαό διαθέτει λίγη αξιοπρέπεια (και οπωσδήποτε μερική αυτοπεποίθηση) : οι ρώσοι παραδείγματος χάριν δεν επέτρεψαν ποτέ σε κανέναν να πει τήν ουλάνοβα ουλάνοβ, τήν τσβετάγιεβα τσβετάγιοφ τήν αχμάτοβα αχμάτοβ και τά λοιπά : διότι (στην γλώσσα τουλάχιστον γενικώς) τά πράγματα χαρακτηρίζονται από τήν αξιοπρέπεια (τής ομιλήτριας, και τού ομιλητή που κρύβεται, πάντα συνήθως, πίσω της πλάϊ της και τά λοιπά) και επομένως ο αξιοπρεπής λαός, όταν προκύψει ένας τουρίστας που θέλει να ισοπεδώσει τά πράγματα, και να τά κάνει όλα αρσενικά, θα τού πει : Όχι κύριε, εμείς δεν τό λέμε έτσι, και θα τόν διορθώσει (δεν θα τό θεωρήσει καθόλου δύσκολο δηλαδή και βουνό) : τόσο μόνο χρειάζεται – μια πρόταση τό πολύ δέκα λέξεων : που είναι όμως πολύ αξιοπρεπής – και φυσικά η αξιοπρέπεια είναι μια πολύ μεγάλη (και δύσκολη) υπόθεση :

Για να κάνω μια (πολύ) σύντομη ιστορική αναδρομή (για τούς ξένους που θα διαβάσουν τή διατριβή μου στο εξωτερικό, εφόσον εκεί βρίσκομαι και εκεί γράφω – δεν έρχομαι πλέον στη χώρα αυτή σχεδόν καθόλου, ειδικότερα αφότου κατάλαβα ότι δεν έχω εδώ καν συγγενείς) στην προεπαναστατική της (αλλά και τήν επαναστατική της ακόμα) περίοδο η χώρα αυτή ήταν αξιοπρεπής : η Μπουμπουλίνα ήταν η απολύτως νόμιμη σύζυγος ενός κάποιου Μπούμπουλη κι η Τζαβέλαινα ενός κάποιου Τζαβέλα και ουδείς διανοήθηκε ποτέ να πει Η κυρία Τζαβέλας–Μπότσαρης–Καραϊσκάκης για τή Δέσπω ας πούμε : ήταν εκτός γούστου νόμου και κανόνα δηλαδή αυτό (μέχρι και τόν άγγλο ναύαρχο τζωρτζ εκείνη τήν εποχή τόν λέγανε τζούρτζη, δηλαδή μετατρέπανε και τήν προφορά και τήν κατάληξη κάποιας λέξης ανάλογα με τούς νόμους και τούς κανόνες τής γλώσσας τους, κάνανε δηλαδή αυτοί αυτό που κάνουνε βασικά όλοι) : Όταν όμως η κατάσταση πνίγηκε στις μαλακίες και η επανάσταση τέλειωσε (δεν τό λέω έτσι αυτό, τό λέω πιο κόσμια στη διατριβή μου η οποία απευθύνεται βασικά σε ξένους) αυτοί που επικράτησαν στη θέση τών κλεφτών ήταν κάτι μπούληδες και έτσι προέκυψε μία ιστορία με έλλειμμα μεγάλης αξιοπρέπειας και αυτοπεποίθησης.

Να μην συγκρίνουμε όμως τώρα τή μικρή και ασήμαντη αυτή χώρα με άλλες μεγάλες : οι ρώσοι ας πούμε ήταν πλούσιοι και είχαν και αριστοκρατία (μέχρι και δούλους είχανε), και τούτοι εδώ ήταν νεόπλουτοι φτωχομπινέδες γεννημένοι αλλού υιοθετημένοι χαζοέμποροι και είχαν τό πολύ υπηρετριούλες (απ’ τά νησάκια) : γι’ αυτό και κανένας άντρας από δω, ακόμα και σήμερα (ειδικά μάλιστα σήμερα) δεν έχει τό θράσος να πει στον τελευταίο τουρίστα Όχι εμείς τό λέμε αλλιώς : γι’ αυτό και η Μπουμπουλίνα σήμερα γίνεται η κυρία Μπούμπουλης.

 

 

     

 

 

Όταν όμως τό φαινόμενο αυτό ισχύσει, υπάρχει το εξής ενδιαφέρον : κάνει δηλαδή ξαφνικά τήν εμφάνισή της και μια (φιλοσοφικής καθαρά ποιότητας) αντιπάθεια προς τήν γενική ενγένει πτώση : μια υγιής (οφείλω να πω) αλλά εντελώς υπόγεια αντιπάθεια προς τήν ίδια τήν ιδέα τής γενικής (που είναι μια πτώση βέβαια ιδιοκτησίας και κατοχής) ( : σημειωτέον ότι δεν είναι ελληνικό τό φαινόμενο αυτό, τό ότι η γενική δηλαδή τής κατάληξης σημαίνει ιδιοκτησία και μάλιστα αποκλειστικά αντρική – διότι και οι άντρες ανήκουνε στον πατέρα τους : και, γι’ αυτό, και τό δικό τους επίσης τό όνομα είναι συχνότατα στη γενική – αλλά όμως, ακόμα κι όταν είναι στην ονομαστική τ’ όνομά τους αυτών, είναι και πάλι εννοείται τό όνομα τού μπαμπά – και αυτή τή φορά μάλιστα οικειοποιημένο και υιοθετημένο με τή μορφή τής απόλυτης ταύτισης : με τή μορφή μιας απόλυτης μάσκας δηλαδή που έχει γίνει πια πρόσωπο – και απλώνεται σαν κρέας και σάρκα από πάνω τους).

Μ’ άλλα λόγια η ιδιοκτησία απ’ τή μεριά τού πατέρα έχει γίνει σαν ένα δεύτερο ρούχο στη σκέψη τους, τών αντρών (και γι’ αυτό και είναι εξαιρετικά αξιοπρεπείς και γενναίες οι ελάχιστες περιπτώσεις αυτών πού πήραν (ωριμάζοντας, μόνοι τους) τό όνομα πια, επιλέγοντάς το οι ίδιοι, τής μάνας τους ( : όμως και τών γυναικών διότι για να ’μαστε δίκαιοι πρέπει ν’ αναφέρω εδώ τή φίλη μου τή Νίνα που πήρε τό όνομα και αυτή απ’ τή μάνα της (όταν μεγάλωσε κι αυτή, και άρχισε να γράφει) (και τήν αναφέρω διότι δεν τήν ξεχνάω ποτέ, μια που οι φίλοι είναι το σημαντικότερο πράγμα σ’ αυτή τή ζωή, και οι (λεγόμενοι) συγγενείς είναι πάντα για πέταμα) όπως λοιπόν εκείνος ο φιλόσοφος ο γερμανός (καθόλου τυχαίο βέβαια τό ότι ήτανε γερμανός) που πήρε τό επώνυμο τής μαμάς του, και τό επώνυμό του (τό κανονικό) τό έβαζε στη μέση σαν αρχικό, σαν αυτό που λέμε πατρώνυμο : theodor w. : εδώ όμως υπήρξε μια υπόγεια και ειρωνική, και μάλλον ύπουλη συνέπεια η οποία πιθανώς τού αντόρνο τού ξέφυγε – καθώς στη θέση αυτή, και ως αρχικό, μπαίνει κανονικά τό μικρό όνομα πάντοτε τού μπαμπά, σαν κάτι οικείο και σπιτικό και δικό μας, σαν μια αγαπημένη μνήμη δηλαδή τού μικρού ονόματος τού μπαμπά, και έτσι ξαφνικά τό επώνυμο τού πατέρα του γινότανε (για τόν αντόρνο), μυστικά, από αποκλεισμένο, ακόμα πιο οικείο και συγγενικό).

 

 

 

 

Από τήν άλλη, στα δικά μας τά ελληνικά, η μοναδική και εξαιρετική περίπτωση τού παπαδιαμάντη με τούς διαδοχικούς μετασχηματισμούς τού ονόματός του μέχρι που τελικά μόνος του να βρει (αλλά και όλα μόνος του μήπως δεν τά βρήκε αυτός ; ) ποιο ήταν τό κανονικό όνομά του, είναι πολύ χρήσιμη για όσα λέω εδώ – αλλά πολύ χρήσιμη και για τήν ίδια τήν τέχνη : αυτός λοιπόν στην αρχή έφτιαξε τ’ όνομά του στην γενική (ανήκοντας δηλαδή στον πατέρα του αλλά χωρίς τό επάγγελμα τού πατέρα του (που ήταν παπάς)) ως αλέξανδρος αδαμαντίου (και προσοχή : καθαρεύουσα). Φάση δεύτερη τώρα : βρίσκει άχρηστο τό να κρύβει τό επάγγελμα τού πατέρα του, και έτσι δέχεται τώρα τήν ενοχλητική του αλήθεια και πραγματικότητα (υποκύπτει δηλαδή γενναία (ή και δειλά, δεν έχει καμιά σημασία αυτό) και σε κείνη τήν αρχή τής πραγματικότητας που λέει και η ψυχανάλυση) ως αλέξανδρος παπα–αδαμαντίου (όμως πολλή προσοχή : ξανά καθαρεύουσα). Και ξαφνικά (ίσως είχε προχωρήσει πιστεύω εγώ τότε πλέον τό έργο του) (ή ίσως – και μέσα ακριβώς απ’ τό έργο του – έκανε δηλαδή τότε ολοκάθαρα (κι ολομόναχος) τήν κανονική του τότε πλέον ο ίδιος ψυχανάλυση και είδε ότι ούτε ωφελεί αλλά ούτε και μπορεί πια να κρύβει τήν τάση του για χειραφέτηση – χειραφέτηση από τόν μπαμπά – δηλαδή από κείνο τό υπερεγώ τό οποίο, με τό γράψιμο ούτως ή άλλως, στους μεγάλους συγγραφείς, θαύεται αχρηστεύεται και ξεχαρβαλώνεται – για να βρεθεί τό κανονικό τό εγώ – ) και έτσι : ξαφνικά τό όνομα έγινε απολύτως δικό του, και η γενική καταργήθηκε και μπήκε πια στη ζωή του κανονικά θριαμβεύουσα η απόλυτος ονομαστική : και τότε λοιπόν, ω τού θαύματος, (και επειδή η ψυχολογική αλήθεια συμπλέει με τήν γλωσσική αλήθεια πάντοτε) τό όνομα παίρνει πλέον τήν καθαρή του μορφή, στη δημοτική : και η σοφία τής καινούργιας ετούτης ελευθερίας σου και τής κάθε (πονεμένης) ανάλυσης, είναι να μη φοβάσαι και να μην κρύβεις (πια) τίποτα (μιλώντας εννοείται πάντοτε με γρίφους, όσο γίνεται πιο έντεχνα θέλω να πω κι αινιγματικά (α, εκείνο τό απάνθρωπο ον τού οιδίποδα, η σφίγγα θα μπορούσε να είναι και θεά προστάτισσα κάθε τεχνίτη, αν η ψυχανάλυση είχε λίγο πιο ευρύ πνεύμα και δεν κόλλαγε μόνο στα οικογενειακά.))

Επιπλέον θέλω κάποτε να κάνω μία δουλειά, η οποία θα έχει να κάνει με τήν καθαρότατη (πολύ καθαρή αληθινά) λογική που κρύβεται στις μεταπτώσεις από τήν δημοτική στην καθαρεύουσα τόσο στο έργο τού παπαδιαμάντη όσο και στο έργο τού καβάφη – αλλά επίσης και στη δημοτική τής μητρικής αγραψίας τού σολωμού : αρκεί να πω μόνο εδώ ότι οι μνήμες τού έρωτα, οι μνήμες δηλαδή τής παιδικής ηλικίας, και οι μνήμες συνεπώς τής ζωντανής μ’ άλλα λόγια ζωής, για τόν παπαδιαμάντη είναι πάντοτε δημοτικές : ό,τι έχει δηλαδή πλέον πεθάνει : και αντιθέτως, στη νεκρή γλώσσα εκτίθεται επιμελέστατα η ζωντανή του παρούσα ζωή ως ώριμου ανθρώπου (δημιουργικού δυστυχισμένου κι απολύτως νεκρού) : κάποιος θα μπορούσε να τό περιγράψει αυτό αφελέστερα (και μονοδιάστατα) με τό πως οι διάλογοι, τά λόγια που βγαίνουν απ’ τά πρόσωπα που ’χουν χαθεί, κι ό,τι δηλαδή (εκ τών υστέρων) ζωντανεύει, είναι μονίμως δημοτικό ενώ η αφήγηση τού ανθρώπου που κάθεται σαν νεκρός και τά θυμάται, τά αναλύει τά αναμασά και τά γράφει, είναι πάντοτε καθαρευουσιάνικο (και ειρωνικό). Και μια και μιλάμε για ειρωνεία ας πω και ότι στον καβάφη υπάρχει επίσης αυτό, αλλά ελαφρώς και λίγο αλλαγμένο, καθώς ούτε εκεί δεν ανατρέπεται ποτέ πλήρως η σημασία που παίρνει (σε ένα έργο που συνειδητά εξακτινώνεται κιόλας προς όλο τό σύμπαν) η γλώσσα που πρέπει να μιλούσαν σε ιδιωματική μάλιστα δημοτική η μαμά του και οι άλλοι ενίοτε μέσα στο σπίτι. Όσο δε για τή γλώσσα τού σολωμού, δεν μπορώ να σάς πω εδώ, και αμέσως, όλα τά συμπεράσματά μου, διότι τό βιβλίο αυτό τότε θα φύγει από τή δικιά μου μαμά τελείως – έτσι λοιπόν ας αρκεστείτε μόνο σε ένα, που έχει εμμέσως μόνο σχέση με τή δικιά του μαμά, αλλά σίγουρα, και αμεσότατα, σχέση με τήν ειρωνεία του : είναι λοιπόν περίεργο, (ή και αναμενόμενο δηλαδή) ότι στον σολωμό και στο καθεαυτό σοβαρό του έργο, δεν υπάρχει ειρωνεία : ο αλκοολικός μας δηλαδή και ο κόντες μας ήταν βαρύς και ασήκωτος σαν τό μολύβι όταν έπιανε τό μολύβι του για να αναλύσει τά ανάλαφρα νέφη που έβλεπε μέσα του όταν συνέγραφε – διότι στην ζωή του κατά τ’ άλλα, πριν τσακωθεί με τήν μάνα του, και εξαυτού μάλλον γίνει και αλκοολικός, έκανε (με τούς φίλους του) πλάκες πολλές : σκυμμένος όμως μετά στα χαρτιά του ολοπόρφυρος κι αστράφτοντας μέσα του, τό μυαλό κι η καρδιά του τόν πονούσανε τόσο πολύ που δεν είχε καιρό για αστεία ο βαριόμοιρος – και γι’ αυτό κι είναι και ιδιαίτερα σημαντικό ένα διπλό ας πούμε φαινόμενο που στη συνέχεια προέκυψε : απ’ τή μια τό εντελώς κακιασμένο και πλακατζίδικο στόμα του τό παράπεμψε, ανοίγοντας ένα κρυφό παραπέτασμα, σ’ ένα εντελώς άλλο είδος – μακριά απ’ τή σοβαρή του δουλειά – και τό άσκησε παίζοντας – με τήν έννοια δηλαδή ότι δεν θεωρούσε πως είναι αυτό η μεγάλη του ποίηση : κι ένα σημάδι που μάς άφησε γι’ αυτό είναι ότι όλα αυτά (τά σατιρικά), μα όλα, τά τέλειωσε – δεν έχουμε αποσπασματικότητες ούτε τελειοθηρίες εδώ – και απ’ τήν άλλη, ότι τήν φοβερή του ειρωνεία (που δεν μπορεί και να τήν αφήσει και ήσυχη), (όπως δεν μπορεί να αφήσει ήσυχους και τή μάνα του και τόν αδελφό του – τί αδελφό δηλαδή, νόθο και μπάσταρδο, που τόν πληγώσανε), τήν ξαναβρίσκει αναβαθμισμένη ολόκληρη και σε πεζό : αλλά να πούμε και ότι τό κείμενο αυτό (με τέτοια σιγουρότατη και δημοτικότατη αυτοπεποίθηση που αρνείται να πει τής Ζακύνθου και λέει τής Ζάκυνθος) τό ’χε βέβαια σκεφτεί (και τό ’χε κάνει) μάλλον αφού είχε κατασταλάξει μέσα του και όλη εκείνη η φαινομενικά αγέλαστη φιλοσοφία τών καλών γερμανών – τά υπόλοιπα είναι πόνος ποτό και θαρραλέα (τού παιχνιδιάρικου παιδιού, τού όχι ακόμα πληγωμένου απ’ τή μάνα κι από τόν μπάσταρδο) δημοτική σαν τό άργειε ή τό βιά.

 

 

 

 

Και στα γερμανικά όμως οι γυναίκες με τόν γάμο τους αλλάζαν επώνυμο, και μιλάω για τή γλώσσα τή γερμανική διότι τή γλώσσα αυτή τήν έμαθα κι εγώ με διάφορους δάσκαλους (ενώ ο σολωμός δεν τήν ήξερε και έβαζε φίλους του και τού μεταφράζανε, ήξερε όμως αυτός τά ιταλικά και τόν δάντη, που εγώ δεν τά ξέρω, κι έτσι μπορώ να τά μεταφράζω με αρλούμπες και κατά προσέγγιση, από τίς μεταφράσεις τών άλλων, και όπως δήθεν μού άρεσε (στο πρώτο κεφάλαιο κιόλας αν θυμάμαι καλά)). Στις περιπτώσεις λοιπόν όπου τό όνομα δείχνει κάποιο επάγγελμα αν η γυναίκα τού herr müller, τού μυλωνά να πούμε, δεν ανήκε στον άντρα της αλλά ήτανε πολύ αυτεξούσια θα λεγότανε müllerin – όπως και στα ελληνικά δηλαδή μυλωνού (τό οποίο μπορεί να σημαίνει τόσο τή γυναίκα τού μυλωνά που έτσι μπορεί περήφανη να βάζει τόν άντρα της με τούς πραματευτάδες, όσο και τή γυναίκα πού δουλεύει μόνη τόν μύλο της) στην πραγματικότητα δεν είναι όμως η γυναίκα τού herr müller frau müllerin, κι αυτό κάτι μάς λέει βέβαια – παρόμοιο μ’ εκείνο που μάς λέει – διορθωμένο ή αντίστροφο – και τό ότι η συμβία τού μπούμπουλη ήτανε κάποτε μπουμπουλίνα και τού τζαβέλα τζαβέλαινα, και όχι κυρία μπούμπουλης και κυρία τζαβέλας οι άμοιρες – αλλά είπαμε, δεν υπάρχει πλέον αξιοπρέπεια.

Όμως τό σημαντικότερο είναι ότι πάρα πολλές γυναίκες σήμερα αρέσκονται σ’ αυτή τήν αθλιότητα (και εδώ υπεισέρχεται η Καίτη μας) ενώ είμαι σίγουρη ότι αν στην ουγκάντα (που δεν ρώτησα δυστυχώς ποτέ τόν Ιούλιο) υπάρχει διαφορά στα επώνυμα από τό αντρικό στο γυναικείο, οι ουγκαντέζες δεν θα τό εξαργυρώναν με καμία ξενόφωνη δόξα αυτό, και θα επιμέναν να λένε όλοι οι άλλοι τό σωστό : «Όχι, εμείς τό λέμε αλλιώς» δηλαδή θα τούς έλεγαν (αλλά ξέχασα να τόν ρωτήσω, και μάλλον δηλαδή πιθανώς δεν χρειάστηκε). Αυτές εδώ όμως δεν τίς κολακεύει μόνο τό ότι έτσι τ’ όνομά τους γίνεται σα μια λέξη ξένης γλώσσας αλλά και τό ότι έτσι γίνονται άντρες κι αυτές – και κάνουνε επομένως δηλαδή κι αυτές ό,τι θέλουνε, πάνε στην αμερική όποτε θέλουνε, γίνονται χειρούργοι αν θέλουνε, και είναι άντρες και τό κέφι τους θα κάνουν και θα πουν και μια κουβέντα πριν πεθάνουν. (Αν όμως όλ’ αυτά ήταν πράγματι αληθινά για τή ζωή τους, δεν θα τά είχανε ανάγκη, αυτή είν’ η αλήθεια μας). Αυτό τό σίγμα όμως τό τελικό, τό παράσημο τής αντρειοσύνης τους, αχ, πώς αυτό τό σίγμα τό τελικό (όπως δείξαμε και σε άλλα κεφάλαια ετούτης τής διατριβής) ηχεί τόσο πολύ, έχει έναν ήχο εξόχως βροντερό σ’ αυτή τή γλώσσα : ναι, ηχεί πάντα τόσο πολύ, ακούγεται τόσο πολύ, είναι σαν ένα σύνολο από καμπάνες και όχι μια καμπάνα μόνο, είναι σαν τήν ομάδα εκείνη από καμπάνες που βάραγε ο Κουασιμόδος : και μήπως δεν θα έκανε τότε εξωφρενών ετούτο τό καμπαναριό τήν Μπουμπουλίνα αν τύχαινε κι ανασταινότανε ας πούμε σήμερα, ανασταινόταν σαν μέσα σ’ ένα έργο ας πούμε διαστημικό, και τόλμαγε να τήν αποκαλέσει κάποιος σήμερα κυρία Μπούμπουλης ; Είμαι και κάτι παραπάνω από σίγουρη ότι αν ξαναζούσε σήμερα και είχε και μια έστω ισχνή ανάμνηση απ’ τή ζωή που τήν έκανε να μείνει στα σχολεία μας (ελάχιστη εκπρόσωπος ας πούμε γυναικείου ονόματος) πυρ και μανία θα γινότανε εάν τολμούσε να τήν προσφωνήσει κανείς έτσι : «Τόν κακό σου τόν καιρό, ή τόν κακό σου τόν φλάρο – βλάκα – θα τού έλεγε, από πού ήρθες εσύ και τά ’μαθες τά κορακίστικα, ελληνικά δεν ξέρεις ; » και μπορεί και να τού κοπάναγε και κανένα οικογενειακό κειμήλιο, κάνα τάσι ή κάνα καρυοφίλι από τήν οικογενειακή βιτρίνα στο κεφάλι : «Άκου κυρά Μπούμπουλης χαϊβάνι ταβανόβουρτσα φλουφλοκουραμπιέ και ηλίθιε : από πού μας ήρθες εσύ, ελληνικά δεν ξέρεις, τί ’σαι σύ ξένος είσαι ; » (θα τού έλεγε) : αυτή είν’ η πλάκα, είμαι σίγουρη ότι θα τόν κοίταζε ειρωνικά και (θα ’θελα πολύ να τό έβλεπα αυτό) θα γινότανε από εκατό χωριά θηρίο. (Η πλάκα είναι ότι ούτε αυτή ήξερε καλά ελληνικά γιατί καταβάθος ήτανε αρβανίτισσα.)

 

 

 

 

Αρβανίτισσα όμως ή ξε–αρβανίτισσα τό γεγονός είναι ότι άμα είσαι γυναίκα που έχεις κάνει τή ζωή σου, και είσαι δηλαδή χειραφετημένη, εκνευρίζεσαι πολύ να σού αλλάζουν τό φύλο. Αυτό είναι γεγονός, όπως γεγονός είναι και ότι υπάρχουν και έξυπνες γυναίκες στη χώρα αυτή, δεν είναι όλες δηλαδή ταβανόβουρτσες – όσες ας πούμε με τήν αλλαγή τών νόμων που έγινε κάποτε αποφάσισαν να κρατήσουν τό πατρικό τους όνομα δεν είχαν πρόβλημα αλλαγής φύλου διότι  τίς φωνάζουν τότε όλοι με ένα όνομα αλλιώτικο τελείως διαφορετικό από κείνο τού άντρα τους, και τότε κανένας δεν διανοείται να ρωτήσει «τί τό ’κανες τό σίγμα εκείνο τό τελικό που έχει τό όνομα με τό οποίο φωνάζουμε τόν άντρα σου ; ». Έτσι, η πραγματικότητα δείχνει πως η χειραφέτηση, η ελευθερία ισότης αδελφότης και ο φεμινισμός λύνουν και τά προβλήματα τής γλώσσας.

Επιπλέον τό κατέβασμα τού τόνου στην γλώσσα μας δεν υπάρχει πια : γι’ αυτό και λέγαμε η δικτατορία τού παπαδόπουλου (ενώ για τή γυναίκα του λέγαμε η δέσποινα παπαδοπούλου (μολονότι στο σύνθημα «δε σέ θέλει ο λαός πάρ’ τή δέσποινα και μπρος» δεν αναφερόταν τό επώνυμο (και άργησα κάπως να μάθω ότι τό σύνθημα είχε ξαναειπωθεί πριν τή δικτατορία ως : «δε σέ θέλει ο λαός πάρ’ τή μάνα σου και μπρος» για κείνον τον μαμόθρεφτο βασιλιά που υπήρχε τότε))), έτσι λοιπόν είχαμε ως δικτάτορα τόν παπαδόπουλο, και ως απειλή τό σύνταγμα τού παπαδόπουλου, αλλά τήν κυρία παπαδοπούλου : εδώ φαίνεται και η υποκρισία τών αντρών όσον αφορά τό γλωσσικό μας ζήτημα : τή ζωντάνια τής γλώσσας τή θέλουνε δηλαδή για τούς εαυτούς τους μονάχα, στις αρλουμπολογίες μεν μπορούν να αρχαιολογούν, αλλά όταν πρόκειται για τό όνομά τους ασφαλώς και διεκδικούν τή δημοτική, επιφυλάσσουν δε τήν καθαρεύουσα για τή γυναίκα τους – και φορτώνοντας έτσι τίς γυναίκες τους, δήθεν για λόγους καθωσπρεποσύνης, με μια γλώσσα νεκρή είναι σαν να τούς λένε Εμείς ζούμε και θα ζήσουμε, αλλά εσείς κανονίστε και πάρτε τά μέτρα σας, γιατί κανονικά πρέπει να ’στε νεκρές. Πρόκειται ασφαλώς για μια υπεράσπιση τής δημοτικής στα μουλωχτά και από τήν ανάποδη.

Απ’ τήν άλλη μεριά όμως δεν μπορώ να μην αναγνωρίσω και μια νοηματική πονηριά που συμβαίνει υπογείως εδώ, με όλες δηλαδή τίς γυναίκες όταν τύχει τό όνομα τού άντρα τους (ή και τού πατέρα – μην τό ξεχνάμε κι αυτό) να είναι σε μια γενική που κατεβάζει απ’ τ’ αρχαία χρόνια τόν τόνο : η πονηριά στην περίπτωση αυτή είναι γλωσσική δηλαδή με τόν πιο εσωτερικό ας πούμε τρόπο : επειδή ακριβώς στην ζωντανή και τήν φυσική μας κουβέντα ο τόνος στην γενική δεν κατεβαίνει πλέον σχεδόν ποτέ, και λέμε ας πούμε τού πόλεμου τού αντίπαλου τού παράδεισου τού απάνθρωπου τού ξενέρωτου τού αβίωτου και τά λοιπά, στην περίπτωση που μιλάμε ξαφνικά μ’ έναν τύπο μιας γλώσσας νεκρής είναι σαν να απονεκρώνεται και να ακυρώνεται και να χάνει τό νόημά της και η ίδια η έννοια τής κτήσεως : ο παλιός νεκρός τύπος δηλαδή απονεκρώνει και τήν ίδια τήν έννοια τής γενικής ως πτώσεως κτητικής και τήν κάνει επομένως ασήμαντη : νά πώς υπεισέρχεται ο χέγκελ στον σωσσύρ : η πονηρία τού λόγου στο πεδίο τής γλώσσας.

 

«βιογραφίες αγνώστων»

 

 

 

 

 

 

φωτογραφιες :
αγγλικα επικαιρα 1913 (κηδεια εμιλυς νταβισον) / edward keating

 

 

 

 

 

 

6 Σεπτεμβρίου 2017

νίτσε και βάγκνερ

 

 

   

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Πώς μπορούμε τότε να περιμένουμε από τόν κύριο νίτσε να καταλάβει τί πραγματικά είναι όλ’ αυτά και να τά θυμηθεί, και μάλιστα σε μια σφαιρική ελεύθερη και πλήρη ολότητα ; κυκλικά και ελεύθερα και τά λοιπά ; όχι, για τόν νίτσε όλο αυτό – και η γέννηση τής τραγωδίας και ο θάνατος τής τραγωδίας και όλες αυτές οι αρλούμπες ότι ο ευριπίδης φταίει για τόν θάνατο (για τόν δικό του τόν θάνατο ίσως – ) όλο αυτό για τόν κύριο νίτσε δεν είναι (κατά τήν γνώμη μου) παρά μια αφορμή για να μιλήσει για τόν κύριο βάγκνερ (τελικά) : ή μάλλον για τήν ακρίβεια για τή μουσική αυτού τού κύριου βάγκνερ : Αυτό είναι όμως τό χαρακτηριστικό τού νίτσε αν μπορείς να τό καταλάβεις στο τέλος πραγματικά (και πρέπει να είσαι γυναίκα για να μπορέσεις να τό καταλάβεις στο τέλος πραγματικά) : απροστάτευτος αμεταμφίεστος και θλιμμένος με δίψα για τήν περίφημη εκείνη ελευθερία (και έχοντας αρκετά γυναικεία χαρακτηριστικά ώστε να θέλει ειλικρινά η δίψα αυτή να νικήσει) αλλά και για να φοβάται φυσικά τίς γυναίκες αφόρητα ή, για να τό πούμε αλλιώς, έχοντας αρκετά γυναικεία χαρακτηριστικά ώστε να καταλάβει ότι είναι χαμένος αν υπάρξει έστω και μία στιγμή σα γυναίκα, έστω και για λίγο (εκείνη τήν εποχή) : και έτσι κρατιότανε από τό μουστάκι του :

Συναισθανόταν δηλαδή τή δύναμη που θα τού χρειαζότανε τότε και τήν έτρεμε : Τήν έτρεμε αυτή τή δύναμη που θα έπρεπε να έχει αν ήταν γυναίκα εξού και τήν θεοποίησε αρνούμενος να πει τ’ όνομά της : βασικός κανόνας τών ιερών πραγμάτων αυτός : Έτσι ο νίτσε τελικά δεν υπάρχει, παρά μόνο μέσα απ’ αυτήν τήν διχοτόμηση που διαμορφώνει τό πρόσωπο τής υστερίας του – αλλά μιας υστερίας βέβαια μεγάλου μεγέθους : μεγάλου πόνου και πλάτους και βάθους, χωρίς καμμία αμφιβολία, αναμφίβολα και τά λοιπά : Αν τόν κοιτάξεις από κάποια απόσταση κι όχι αναγκαστικά από πιο ψηλά, αλλά αρκετό καιρό αφότου τόν έχεις ας πούμε διαβάσει εννοώ, όλα του τά βιβλία συνοψίζονται λες σ’ ένα Ζήτω τό άλφα Κάτω τό άλφα – οι σελίδες του είναι δομημένες πάνω σ’ αυτήν τήν μόνιμη εσωτερική ανασφάλεια και αμφισβήτηση και αντιλογία : Αλλά επειδή αυτό δεν γίνεται μόνο με κέφι αλλά και με πόνο (είναι δύσκολο να μιλήσει κανείς βέβαια για κέφι στον νίτσε, νομίζω όμως ότι τό κέφι θα υπήρχε πολύ όταν ήταν παιδί, πολύ παιδί, και η ανάμνησή του έτσι έχει μείνει μέσα και στην παραμικρή απόχρωση τού πόνου (και τής υστερίας) του) έχει ένα μεγαλείο : Προτιμάει κανείς τήν υστερία τού νίτσε φυσικά, από τήν συνέπεια ενός οποιουδήποτε επιστήμονα, γι’ αυτό δεν υπάρχει αμφιβολία : είναι πιο επιστημονική η υστερία τού νίτσε.

 

 

Τελευταία ξανακοίταζα ένα βιβλίο του και μού έκανε εντύπωση που δεν μού άρεσε τώρα τόσο πολύ, είναι σίγουρο ότι οι παληότερες μεταφράσεις μού άρεσαν πολύ περισσότερο, εκείνες οι συμπαθείς εκδόσεις οι φτηνές και τού εμπορίου : ναι, ο νίτσε ήτανε τού εμπορίου μια εποχή αυτό να λέγεται : τόν αγόραζα από τό καροτσάκι γιατί δεν υπήρχε ούτε ένα βιβλίο του στην βιβλιοθήκη : Καυχιόταν λοιπόν ότι ήταν λυκόσκυλο και λαγωνικό στο ζήτημα τού έρωτα, όμως γάου γάου τό σκυλί όταν μεταμφιέζεται σε σκυλί λέει ψέμματα. Εξάλλου εκείνη τήν εποχή δεν υπήρχε έρωτας πραγματικά πουθενά : Οι άνθρωποι ήταν συνηθισμένοι όλοι να είναι μαλάκες. Κάθε εποχή περηφανεύεται βέβαια για τίς δικές της ελευθερίες και θεωρεί τούς προηγούμενους δέσμιους ακατανοήτων κανόνων : οι επόμενοι πάντα βλέπουν τούς προηγούμενους ως αξιολύπητους λες και δεν έχουν εκείνοι καινούργιους περιορισμούς που θα ξεπεραστούνε στο μέλλον : για όποιον τά παρακολουθεί αυτά τά πράγματα από κοντά, ο έρωτας υφίσταται ακόμα και στη διάρκεια μιας δεκαετίας τρομαχτική διαδικασία απελευθέρωσης. (Όταν έχει υπάρξει μάλιστα τή δεκαετία εκείνη και ο μαρκούζε.) Ο νίτσε για παράδειγμα ήταν μανιακά θα ’λεγα προσηλωμένος στις γυναίκες που τόν αρνήθηκαν και απ’ αυτή τήν άποψη έκανε σαν ένα άρρωστο αγοράκι ή ένα δειλό αν και αποφασισμένο παιδί : Επειδή δήθεν αγαπούσε κατ’ αρχάς τόν έρωτα ήταν αναγκασμένος μετά να μισεί αυτές τίς γυναίκες θανάσιμα : με κάπως διαφορετικά λόγια θα μπορούσε κανείς τότε να τό πει όλο αυτό ότι ήθελε να ’ναι δυνατός αλλά δεν άντεχε και τή δύναμη όλων τών άλλων – και έτσι μόνο μπορούμε να καταλάβουμε ότι δεν άντεχε καθόλου πράγματι και τήν αδυναμία τή δικιά του : Με άλλα λόγια ο νίτσε φοβόταν περισσότερο απ’ όσο έπρεπε, για τήν ακρίβεια δεν φοβόταν τόσο τούς άλλους όσο τήν συνείδηση τού δικού του τού φόβου. Δεν μπόρεσε με άλλα λόγια να ξεμπερδέψει τά πράγματα βάζοντάς τα ήσυχα και αθόρυβα ας πούμε στη θέση τους αλλά αντίθετα, όσα λόγω τού μυαλού του ανακάλυπτε, τά έδενε συνέχεια κόμπους : δεν μπορούσε ίσως να ζήσει βέβαια παρά μόνο αν τά είχε όλα τά προβλήματα ζωντανά έτσι γύρω του, αλλά πάντοτε μπερδεμένα συγχρόνως σαν βρόγχο : Γι’ αυτό και στη στιγμή ακριβώς που διαβλέπει κάπου μια λύση, αμέσως δημιουργεί ταυτοχρόνως και δέκα τοπία αντιφάσεων. Ο εσταυρωμένος διόνυσος : τί αρλούμπα, τί άδοξο τέλος τί απογοήτευση τί θλιβερό καλαμπούρι επαρχιώτικου γυμνασιάρχη καμπουριασμένου φιλόλογου : αλλά τόν βοήθησε προφανώς να αντέξει, η αρλούμπα αυτή, τόν βοήθησε προφανώς να αντέξει τήν ιδέα τού διόνυσου που είναι εκ φύσεώς της αβάσταχτη για έναν άντρα : ποιος άντρας (και με μουστάκι) μπορεί ν’ αντέξει τήν ιδέα ενός άντρα που ντύνεται με γυναικεία ρούχα κι έχει γυναικείο πρόσωπο και μαλλιά και είναι, γι’ αυτόν τόν λόγο, πανίσχυρος ; Πρέπει να τόν συμβιβάσει οπωσδήποτε με τόν πατέρα του λοιπόν, πολύ περισσότερο αν ο πατέρας του ήτανε επιπλέον παπάς : αλλά τό να πρέπει να συνδυάσεις τήν ελευθερία σου με τήν οικογένεια είναι τό σημείο στο οποίο διαλύονται οι στρόφιγγες και εκσφενδονίζονται τά μπουλόνια σαν σφαίρες προς κάθε κατεύθυνση, και πολύ περισσότερο τό να πρέπει να συνδυάσεις και τήν αγάπη σου προς τόν έρωτα, να τή συνδυάσεις με τήν οικογένεια και τούς λοιπούς συγγενείς ε, εκεί είναι τό σημείο πια που όχι απλώς οι στρόφιγγες θα διαλυθούνε αλλά η μηχανή ολόκληρη θα ξεχαρβαλωθεί και θα πας με λίγα λόγια περίπατο : Θα ’πρεπε να τά ξέρει κάπως καλύτερα : Έπεσε στα χέρια τών συγγενών του και τόν φάγαν ψητόν : οι γυναίκες μέσα στην οικογένεια είναι εξάλλου ενίοτε ανήλεες ύαινες δεν θα ’πρεπε να τίς εμπιστεύεται ένας άνθρωπος φιλοσοφικός : θα ’πρεπε να ’χε φύγει δηλαδή για τά καλά απ’ τό σπίτι του : Γύρισε πίσω και τί κατάλαβε ; Ανακάλυψε τά κόλπα τών επαρχιακών καθηγητάκων εκείνων τών θρησκευτικών που είχαμε κι εμείς στο γυμνάσιο. Ο εσταυρωμένος διόνυσος : Πάλι καλά, αν ήταν τουλάχιστον ευτυχισμένος όσο έζησε έτσι κάτι θα ήταν κι αυτό.

 

 

Αν όμως ως προς τό θέμα τού έρωτα τά έκανε θάλασσα (τό πλήρωσε βέβαια κιόλας ο ίδιος πολύ ακριβά) αν δηλαδή σ’ όλα αυτά είχε άδικο, στο θέμα τού βάγκνερ είχε εκατό τά εκατό δίκηο και αυτό είχα πάνω απ’ όλα δηλαδή σκοπό εγώ απ’ τήν αρχή να σού πω : Τώρα, τό γιατί δεν τό είπα αμέσως και άργησα τόσο, αυτό είναι μια άλλη ιστορία, αλλά μπορώ να σού διευκρινίσω ότι δεν θα γίνονται και όλα αμέσως όπως τά θέλεις εσύ : Είχα λόγους δηλαδή ίσως να θέλω να ξεχαρβαλώσω λίγο τήν υπόθεση τώρα που πάμε προς τό τέλος και να τήν διαλύσω ελαφρώς, για να μη λυπηθείς και πολύ που κάποια στιγμή θα σταματήσουμε αλλά αντίθετα να πεις μάλλον Δεν πειράζει, έτσι κι αλλιώς όπως αποδείχτηκε δεν είχε και άλλη ιστορία να μάς πει και τόρριχνε στις φιλοσοφίες, ευτυχώς λοιπόν που τελειώσαμε

Αλλά κι απ’ τήν άλλη μερηά όλη αυτήν τήν ιστορία τής τραγωδίας πολύ πιο εμπεριστατωμένη βέβαια, και όχι τόσο γρήγορη και περιληπτική, τήν έχω αλλού αναπτύξει, με πολύ περισσότερα στοιχεία, όμως δεν μπορώ να τή συμπεριλάβω στα γλωσσολογικά μου γιατί τό μόνο που τή συνδέει με τό θέμα τής γλώσσας είναι αυτή η καταγωγή τής λέξης που έχουμε εμείς για τήν ελευθερία απ’ τό βακχικό εκείνο επιφώνημα (που γράφεται σαν ελεύ κι ελεύ ελελεύ αλλά που προφορικά, αν λάβουμε υπόψη και τούς κανόνες προφοράς, που υπάρχουν πλέον στη γλωσσολογία για τά αρχαία φωνητικά μας, πρέπει να ακουγότανε κάπως όπως εκείνο τό αφρικάνικο θριαμβευτικό κράξιμο χαράς τών γυναικών, ένα αλαζονικό κράξιμο χαράς και θριάμβου που ενέχει μέσα του και κάτι (ελάχιστα) απειλητικό) λιού λιού ελιού λιού λιού ιιι – όπως εξάλλου εκείνη η άλλη κραυγή που βγάζαν οι βάκχες (τά μαθαίναμε αυτά κιόλας από τό σχολείο) τό ευοί ευάν πρέπει να ακουγότανε κάπως σαν ιουοίιι – αμερικάνικο δηλαδή εντελώς – πάλι θριαμβευτικό και χαρούμενο) και ανυπομονούσα επιπλέον να δω πώς είναι, πώς μπορεί να διαβαστεί αυτό τό κομμάτι μέσα σ’ ένα κείμενο ας πούμε καθόλου φιλοσοφικό αλλά καθαρά με ιστορίες και παραμύθια : και στο κάτω–κάτω αυτά που λέει, για τήν φρίκη τής οικογένειας πολύ μού αρέσουνε και δικαιώνουνε κιόλας τή δικιά μου τή στάση, έτσι λοιπόν μετά τήν αφήγηση μιας ιστορίας με περιπέτειες χρειάζεται και λίγη φιλοσοφία, μια υποστήριξη θεωρητική θα λέγαμε έστω και σαν αλλαγή πλέον μόνο

 

Ο ευριπίδης ξέρει ότι για να φιλοσοφήσεις,
επί σκηνής εννοείται και όχι στο σπίτι σου,
πρέπει να ’χεις δείξει πολλή απροθυμία και
τσιγκουνιά για φιλοσοφήματα ώστε να μην
βαρεθούνε οι άλλοι – κι αυτό πρακτικά τό κάνει
λοιπόν με τό εξής κόλπο : μετράει : ναι, είμαι
σίγουρη ότι μέτραγε κανονικά : διακόσιες
αράδες με γεγονότα ή πράξεις και μία αράδα
σκέψης, και τά λοιπά : (Μήπως όμως κι η
πράξη δεν προϋποθέτει κι αυτή τίς ατέλειωτες
σκέψεις που τή γεννήσανε ; Αλλά αυτού τού
είδους η σκέψη είναι σύμφυτη με τό θέατρο,
και τά λοιπά). Αρχή δεύτερη τώρα : αυτός που
θα πετάξει τήν κουβέντα του πρέπει να είναι
δικαιολογημένος γιατί τήν πετάει, για τό πώς
και τό γιατί ας πούμε τήν σκέφτηκε : συνεπώς
πρέπει να είναι κατά κανόνα γυναίκα – ο πιο
έξυπνος ήρωας τού ευριπίδη είναι κατά κανόνα
πάντα γυναίκα και συχνά υπηρέτρια – τό είδος
δηλαδή τού ανθρώπου που ξέρει πολύ καλά
τί τού γίνεται – αυτού που τού τά ’χουνε
πρήξει και δεν έχει αυταπάτες ότι ο κόσμος
μπορεί να ’ναι σωστός ή να έχει φίλους δηλαδή
ή να μην είναι ολομόναχος, και τά λοιπά

 

ταιριάζει λοιπόν τώρα εδώ να δείξω ακριβώς τί θέλω να πω για τό πώς (ειδικά) ο νίτσε έγινε θηρίο με τόν κύριο βάγκνερ αλλά και για τό ότι (γενικά) είχε δίκηο απολύτως σ’ αυτό : και ταιριάζει ακριβώς τώρα, που τό βιβλίο είναι όχι σε κίνηση και σε επιτάχυνση όπως ήτανε στην αρχή αλλά σε νωχέλεια και αδράνεια για να πάει στο τέλος.

Βέβαια αυτά δεν τά έμαθα με τήν βερολινέζα ποτέ διότι η φράου ασχολιόταν μόνο με τίς ασκήσεις τού συντακτικού και τά λοιπά, και εγώ τόν νίτσε τόν ανακάλυψα στα καροτσάκια όπως σού είπα, και στα ελληνικά, και από μόνη μου – διότι δεν υπήρχε στην βιβλιοθήκη τού σπιτιού ούτε ένα βιβλίο του –

 

 

 

 

Αλλά τί άνθρωποι που υπάρχουν και δεν τούς ξέρει όμως κανείς – αλλά από τή στιγμή που τούς μαθαίνεις τούς έμαθες, κι είναι για σένα εκατομμύρια : Υπήρχε ένα μικρό βιβλιοπωλείο πάνω κει στην πλατεία, όταν ήμουν στο σχολείο αυτό, τό μόνο που υπήρχε σ’ ολόκληρη τήν περιοχή, και ήταν στενό και μακρόστενο και σκοτεινό και φορτωμένο με ράφια και με δύο πάγκους γεμάτους βιβλία χαρτιά : έμπαινα μέσα κι έψαχνα πολλές φορές, σαν να μύριζα αλλά δεν ήξερα τι, ώσπου μια φορά εκειμέσα δυο πράγματα μού φωνάξαν : ένα βιβλίο με τίς ζωγραφιές ενός ζωγράφου τόσο άγνωστου που όταν τόν είδα κατάλαβα πως είναι ο ζωγράφος που μού ανήκει εντελώς (κάτι στα τρίγωνα και τά τετράγωνα τών προσώπων μού φώναξε) κι ένα βιβλίο που μού φώναξε επίσης, πιο λεπτό πιο μικρό με ποιήματα μέσα αλλά όχι με ομοιοκαταληξία ούτε με μέτρο : με μικρά πολύ μικρά μ’ άλλα λόγια πεζά που όμως ήτανε ποιήματα : μολονότι οι αράδες συνεχιζόντουσαν ίσιες και ίδιες σε όλο τό μέγεθος τής σελίδας δηλαδή, οι λέξεις ηχούσαν σαν χρόνοι κι οι χρόνοι ηχούσαν σαν τό ρολόϊ κι ο ήχος δεν ήταν ποτέ ο ίδιος σε μία γραμμή, κι ας ήταν οι λέξεις όλες μαζί στην σειρά : (και τά δύο) τά πήρα σαν να γνωριζόμουν με κάτι που δεν ήξερα πόσο μού ανήκε τότε, αλλά αυτό με μια φωνή αόρατη μέσα στο σκοτάδι (και τήν σκόνη (όλων τών (άλλων) χαρτιών) μού είχε φωνάξει : τού ζωγράφου τό βιβλίο ήταν μια γερμανική έκδοση ασπροκίτρινη και τότε (για χρόνια) νόμιζα ότι είχα κάνει μια προσωπική ανακάλυψη – αργότερα θα μάθαινα ότι ήταν ένας πολύ μεγάλος ζωγράφος για τή γερμανία, και τόν κόσμο : ασκούσε και ασκεί ακόμα επάνω μου μια γοητεία απερίγραπτη, είναι από τίς περιπτώσεις που θέλουνε τόμους για να αναλυθούνε, μια φορά σ’ ένα μεγάλο μουσείο (καθόλου γερμανικό και μάλλον ολλανδικό) είδα έναν πίνακά του (αργότερα (όταν θα διάβαζα τά ημερολόγιά του) θα μάθαινα ότι αυτόν ειδικά τόν πίνακα τόν τέλειωσε μια μέρα ακριβώς πριν πέσει πάνω στο χιόνι νεκρός, εκεί στη νέα υόρκη : σχολίαζε ο ίδιος με κέφι ότι τού πήρε (άλλες) δώδεκα ώρες για να διορθώσει τό κεφάλι (τού ενός δηλαδή αγοριού) (εκεί στην άκρη) τού πίνακα, και να βγει ύστερα ανασασμένος για μια μικρή βόλτα πάνω στο χιόνι και να πεθάνει) – χάρηκα που είδα ότι σε κείνο τό μουσείο είχανε βάλει έναν πίνακά του μαζί με έναν πικάσο μονάχα, σε ένα μικρούλι δωμάτιο, γιατί αυτοί οι δύο πάνε πάντα μαζί (και έτσι τούς έχω κι εγώ) : οι μεγαλύτεροι όλων : όμως αυτός μ’ ένα βάθος κι ένα σκοτάδι κι ένα φως πολύ πιο μυστήριο κι από τού γάλλου ακόμα

 

 

τό δεύτερο βιβλίο ήταν ελληνικό και μικρότερο και πιο βολικό στη μεταφορά και που μόλις είχε τότε εκδοθεί μάλλον, έτσι φαινότανε : δεν ήταν καθόλου ογκώδες αλλά ο χρόνος του ήταν αφάνταστος για τή ζωή ενός οποιουδήποτε άνθρωπου και για τή δικιά μου τή ζωή ασφαλώς : τό ’χε εκδόσει ένας άνθρωπος δηλαδή με δικά του έξοδα όπως αργότερα έμαθα τώρα που από τή φίλη μου ξέρω πώς γίνονται αυτά, και τό ’χε ονομάσει και «γαλλική ποιητική πρόζα» και είχε μέσα τούς πάντες : από τόν απολλιναίρ (και τόν λωτρεαμόν) μέχρι τούς ρεμπώ και μπρετόν μαλλαρμέ (και όλους τούς άλλους) : και ήταν η δουλειά ενός άνθρωπου που δεν τόν ήξερε απολύτως κανείς : αυτοί είναι οι πιο όμορφοι άνθρωποι που υπάρχουνε, και σε μίζερους κι αχάριστους τόπους όπως είναι οι τόποι αυτοί, είναι συνηθισμένο ν’ αργείς τόσο να τούς γνωρίσεις, και να πρέπει να πας στο γυμνάσιο πρώτα, και να πρέπει να πληρώσουν τά βιβλία τους οι ίδιοι ασφαλώς, και ν’ αργεί τόσο να τούς γνωρίσει μ’ άλλα λόγια κανείς, και να πρέπει να πάει στο γυμνάσιο πρώτα, αλλά όμως αυτοί που τούς γνώρισαν, τούς ξέρουν (και τούς θυμούνται καλά), γιατί είναι μέρη που αποτελεί σαν δυστύχημα τό να ζεις εσύ εκειπέρα (από μικρή) και να πρέπει να μιλάς τή γλώσσα που έχουν εκεί (τή μικρή) και να πρέπει να βγάζεις και εκεί πληρωμένα (ακριβά) τά βιβλία σου : Ό,τι και να πληρώσεις δηλαδή τώρα εσύ θα ’ναι τίποτα, αυτοί να δεις τί πληρώσανε οι άνθρωποι : και γι’ αυτό είναι πάντα μία καλή μέθοδος όσο κι αν φαίνεται ευκολοπρόφερτη και πολύ επιπόλαια, τό να αντιμετωπίζει κανείς στη ζωή του τά πράγματα με τήν αρχή ότι Οι άνθρωποι είναι τόσο πιο όμορφοι όσο πιο λίγο τούς ξέρεις.

  

 

Αυτή θα ’ταν κι η παρηγοριά τού νίτσε δηλαδή όταν θα τόν σκεφτόταν (στην αρχή) τόν κύριο βάγκνερ : όταν θα ήταν δηλαδή (ο φίλος του) μοντέρνος μοναχικός άγνωστος τότε κι αυτός : αλλά θα πρόλαβε ; θα πρόλαβε άραγε να χαρεί δηλαδή για πολύ ; Αυτός που άντεχε (τό να μην αντέχει) να χαρεί μαζί με τόν άλλον που δεν άντεξε (τίποτα) ; Γιατί δεν συγκρίνονται βέβαια οι δυο τους πια σήμερα : ούτε στο ελάχιστο : ο ένας ήδη κουρασμένος, κι ο άλλος μην θέλοντας ποτέ του πλέον να κουραστεί : ο ένας η ιδιοφυία προσωποποιημένη με όλη της τήν απόγνωση, κι ο άλλος η εμπροσθοφυλακή εντέλει τής μαζικής κουλτούρας σε όλη τή δόξα της : να φοράει τό βρακί του ανάποδα και να παριστάνει τόν δύσκολο : Διότι μην τά μπερδεύουμε, δεν σημαίνει ότι κάθε ατάλαντος είναι και σημαντικός επειδή μ’ αυτόν κανείς πλήττει (είναι εκφραστικό τό ανέκδοτο τό χυδαίο πιθανώς και φτηνό κατά τό οποίο σύμφωνα με τόν ορισμό ενός αδαούς (φαινομενικά) θεατή ο λόεγκριν ή ο τριστάνος ή δεν ξέρω γω τί, είναι ένα έργο του όπου η πρώτη πράξη κρατάει τρεις ώρες κι ύστερα κοιτάς τό ρολόϊ σου κι έχει περάσει ένα τέταρτο : ) Όχι δεν είναι καθόλου αστεία πράγματα αυτά : Η μεγάλη τέχνη μπορεί να ’ναι δυσκολοχώνευτη (στην αρχή), και ανοίκεια, ή και δυσπρόσιτη, αλλά αυτό δεν σημαίνει καθόλου και ότι κάθε τι δύσπεπτο βραδυκίνητο καθυστερημένο χαζό ανήκει δικαιωματικά στην περιοχή και τής μεγαλοφυίας τής τέχνης. Τέχνη μπορεί εγώ να μην κάνω, αλλά τά περί τέχνης τά ξέρω.

Και ο νίτσε μπορεί να μην ανήκε στην περιοχή τής τέχνης αλλά, κι αυτός επίσης, τό ήξερε : Τό πώς οι άλλοι όμως κάνουν ότι δεν τό καταλαβαίνουν είναι που εγώ δεν ξέρω πώς μπορεί δηλαδή να συμβεί, και στην περίπτωση αυτή σφυράνε κλέφτικα μόλις ανακινήσει τό ζήτημα αυτό κανείς δηλαδή. Και τί θέλουν να πουν μ’ άλλα λόγια ότι δεν ήξερε ο νίτσε τί έλεγε μοναχά σ’ αυτήν τήν περίπτωση ; Μα είναι αυτοί που τόν θαυμάζουν απεριόριστα και μάλιστα ειδικά στα σημεία που είναι και φοβερά μισογύνης – εκεί τούς βλέπεις που αναγαλλιάζουν από χαρά και γαργαλιούνται σαν να τούς καθαρίζεις αυγά : λοιπόν δεν μπορεί να συμφωνείς σ’ όλ’ αυτά, και στην περίπτωση τού βάγκνερ να λες απλώς ότι δεν ξέρει τί λέει.

Αντιθέτως, είναι ένα από τά πράγματα με τά οποία εγώ συμφωνώ (με τόν νίτσε) απολύτως, (και δεν χρειάστηκε να διαβάσω τό κανονικό κείμενο τού τριστάνου για να καταλάβω, τό ήξερα και από πριν δηλαδή, απλώς ο μεσαιωνικός εκείνος από τό στρασβούργο, ο γοδεφρείδος δηλαδή, στο τέλος (προσφάτως μάλιστα που τόν διάβασα για τά καλά) απλώς με δικαίωσε). Ναι, ασφαλώς, ο νίτσε τά ’χε εναντίον τού βάγκνερ για λόγους ουσιαστικούς κι όχι αδυναμίας ή βίτσιου, και τά ’χε τετρακόσια σ’ αυτό : Γι’ αυτό είναι απλό, ή με τον βάγκνερ θα είμαστε ή με τόν νίτσε δεν μπορεί να ’μαστε και με τούς δυο δεν μπορούμε να τό ’χουμε δίπορτο σ’ αυτήν τήν περίπτωση κι αν θέλουμε να ξέρουμε τί μάς γίνεται αυτό πρέπει να ’ναι σαφές : Γιατί είναι μια από τίς πιο λαμπικαρισμένες στιγμές τού νίτσε ετούτη εδώ – η δυσάρεστη για τόν ίδιο στιγμή δηλαδή που διαπίστωσε ότι ο βάγκνερ γινότανε κιτς, κι όχι μόνο γι’ αυτά που έλεγε, αλλά γιατί ακριβώς αυτά που έλεγε τόν κάνανε να κάνει πολύ κακή μουσική : Δεν τίς ξεπερνάς αυτές τίς καταστάσεις με ένα Αυτά δεν έχουνε σημασία πλέον για μάς διότι εμείς ξέρουμε καλύτερα επειδή είμαστε ζωντανοί ενώ αυτοί πέθαναν : απλώς και μόνο δηλαδή τό μηχανιστικό γεγονός ότι είσαι αυτή τή στιγμή ζωντανός δεν σού δίνει εκ τών προτέρων δίκηο σε τίποτα – όλοι ζωντανοί υπήρξανε κάποια στιγμή και όλοι εξίσου πεθάνανε : άλλοι είναι οι όροι τής κριτικής : και ο νίτσε έκανε κριτική, που τού ήτανε μάλιστα και οδυνηρή γιατί ήτανε ο καλύτερος φίλος του και τού στοίχισε πολύ να τόν κάνει τόσο απόλυτα πέρα : αν κοίταζε τό συμφέρον του θα ταυτιζόταν μαζί του και θα ’παιρνε και κάνα κομμάτι από τίς επιχορηγήσεις που πήρε εκείνος, και θα ζούσαν καλύτερα αυτοί από μας : αλλά ο νίτσε υστερικός ήτανε, δεν ήτανε ψεύτης : αυτά που πίστευε τά πίστευε δηλαδή πραγματικά : γι’ αυτό και τό εξήγησε και τό ξαναεξήγησε – κι ήθελε να γίνει απολύτως σαφές τό τί έλεγε : Η οπισθοδρόμηση μ’ άλλα λόγια τού βάγκνερ στη μουσική τού μύριζε θάνατο, κι αυτό ήταν κάτι που ο νίτσε τό συχαινόταν απόλυτα : Όταν, μ’ άλλα λόγια, ο κόσμος είχε γυρίσει ανάποδα (κι ένας απ’ τούς λόγους που ο κόσμος προχώραγε προς τήν επανάσταση ήταν και η σκέψη τού ίδιου τού νίτσε στα καλύτερά του πολύ φυσικά) (αυτή που κατεδάφιζε τήν μέχρι τότε κυρίαρχη μαλακία, τόσο, ώστε ούτε κι ο ίδιος τελικά δεν τήν άντεξε) ο άλλος τού έκανε ποιηματάκια και μουσικούλες επιστρέφοντας σ’ ένα είδος μεσαίωνα, κι αντί να γίνεται όσο πάει πιο μοντέρνος τραγούδαγε κάτι αρλούμπες βαρύγδουπες ώστε να μπορέσει να οπισθοχωρήσει με σηκωμένο τό φρύδι : σε θέματα που είχανε ήδη πολύ προχωρήσει, τήν ίδια αυτή εποχή (και δεν είναι καθόλου τυχαίο που ο νίτσε (υπερβαίνοντας αξιοθαύμαστα (και αξιολάτρευτα) τόν μισογυνισμό του εδώ) τού χτυπάει ακριβώς τόν μπιζέ (άλλο αν μετά ακριβώς τόσο, όχι μόνο επειδή η μουσική αυτή καταλάβαινε ότι μολονότι ήταν χαρούμενη δεν ήταν και τό άκρον άωτον τής πρωτοπορίας όσο ακριβώς επειδή έχοντας υποστηρίξει τήν κάρμεν σε μία στιγμή ένιωσε τήν ανάγκη να τή μισήσει ταυτοχρόνως τήν άλλη, θέλησε ο ίδιος να ελαφρύνει τήν αναπάντεχή του υπεράσπιση προς τόν γάλλο διευκρινίζοντας – σε μία από τίς ελαχιστότατές του στιγμές όπου αντιμετωπίζει τή σκέψη του με συγκατάβαση – να δηλώσει δηλαδή ότι τονίζει κάπως ιδιαιτέρως τόν μπιζέ ελαφρώς παρ’ αξίαν μόνο και μόνο για να γίνει σαφέστερο σε όλους τους τί κατακρίνει στον βάγκνερ) (και πράγματι είναι σαφές : )) όταν δηλαδή ο άλλος επαναφέρει, με σηκωμένο αξιολύπητα τό φρύδι του κιόλας, θέματα αξιομίσητα που τά ’χανε κάποτε κοροϊδέψει κι οι δυο ως πράγματα που είχανε ήδη αχρηστευτεί ξεπεραστεί και χαζέψει – κι ενώ η ηρωίδα τού μπιζέ δηλαδή ανακαλύπτει τόν ελευθέρως ελεύθερο έρωτα, ο άλλος εισάγει σεμνές και αγνές παρθένες που κάνουν θυσίες πάνω εκεί στο βουνό: (για να μην πούμε – ή να τό πούμε κι αυτό ; – τί μαλακίες εισάγει ανασκολοπίζοντας τόν τριστάνο – που είναι ανατρεπτικότερος απ’ ό,τι ο ίδιος ο βάγκνερ θα άντεχε στη ζωή του ποτέ – και παρ’ όλ’ αυτά τολμάει να τόν πιάνει στο στόμα του – ή μήπως τολμάει απλώς και μόνο γι’ αυτό ; ) :

 

 

Όμως αυτό είν’ τό πρόβλημα : δεν πρέπει καθόλου να τό δούμε αυτό σαν παράδοξο : η καθυστέρηση και η παραίτηση τού βάγκνερ από τό ρίσκο τού μοντερνισμού ούτε επιφανειακή στο έργο του είναι ( : πάει ώς τό κουκούτσι τής ίδιας του τής μουσικής (που δεν διαθέτει καν ρυθμό – και ο ρυθμός είναι η καρδιά τής επανάστασης καθώς ακολουθεί τή βάση τής καρδιάς μας) – αλλά ακόμα και τών σκηνοθετικών του ευρημάτων) και εξηγεί από τήν άλλη περίφημα τήν όλο και πιο απειλητικά εξαπλωνόμενη σήμερα δημοφιλία του – εφόσον επιτίθεται στον διθυραμβικό και ελεύθερο έρωτα – κι όλοι εξάλλου τήν εποχή αυτή συμφωνούνε – η απελπισμένη τους ελπίδα ότι θα ξεχαστεί τελείως ο έρωτας είναι τόσο ζωντανή όσο ο ίδιος ο θάνατος : απλώς χρειάζεται κάποια στιγμή μια συμπληρωματική και εκ νέου κριτική τής βλακείας, επιβοηθητική αυτής που τής έκανε ο νίτσε όταν ήτανε στα καλύτερά του.

Μπορεί να τό πει λοιπόν κανείς ευθαρσώς, ότι η ίδια η ιδέα ακριβώς τού leitmotiv είναι μια ιδέα ταπεινωτική γι’ αυτόν που ακούει, μάλιστα : είναι δηλαδή μια βρισιά : ναι ας τό πούμε ξεκάθαρα : πρόκειται για τήν εισαγωγή μιας ιδέας τόσο προσβλητικής όσο θα ’τανε κι η μεταγραφή τών κλασικών εικονογραφημένων σε ήχους : Ας αφήσουμε που κι η ιδέα, κατά δεύτερον, μιας ορχήστρας που δεν φαίνεται και μόνο ακούγεται – κάτω ή πίσω απ’ τήν ορατή μας σκηνή – είναι μια πρόβλεψη (καθόλου δεν τόν τιμάει η προφητεία δε αυτή) τού λαϊκού σινεμά : τό σύνολο τού έργου του αποτελεί μ’ άλλα λόγια, απ’ όποια πλευρά κι αν τό δεις τό προκεχωρημένο φυλάκιο τής μαζικής ή γνωστής μας κουλτούρας : Απορώ πώς ο αντόρνο που ήταν τόσο αυστηρός με τίς αμερικάνικες ευκολίες (και που δεν ήταν πάντα ευκολίες – πολλές φορές ήταν η δική του η τύφλα) αποδείχτηκε τόσο εύκολα ευάλωτος στις γερμανικές ευκολίες κι αρλούμπες. (Αλλά ίσως εξηγείται αυτό ψυχολογικά – πράγμα που δεν μάς ενδιαφέρει εδώ αυτή τή στιγμή).

 

 

 

 

 

(από τίς «βιογραφίες αγνώστων»)

 

 

 

 

 

 

15 Αυγούστου 2017

κλήρωση και αριστεία / μεγαλοαστοί και λούμπεν / τά κτήρια

 

 

 

η κλήρωση

 

τό δημοτικό τό έβγαλα σ’ ένα πρότυπο σχολείο όπου υποτίθεται ότι μπαίναμε με κλήρωση – δηλαδή υπήρχε η γενική αόριστη (και αορίστως καμαρωτή) φήμη ότι τά παιδιά εκεί έμπαιναν με αδιάβλητες διαδικασίες, ότι υπήρχε «ισότητα ευκαιριών», και κλήρωση, διότι αυτός ήταν όρος που είχε θέσει αυστηρότατα στο καταστατικό να πούμε τού σχολείου, ο ιδρυτής του ή ο δωρητής του, έτσι ώστε να εξασφαλιστεί η «δημοκρατικότητα» και η εκπροσώπηση «όλων τών τάξεων» : πάντως αυτό που εγώ ξέρω, και που νομίζω ότι τό ξέραμε ήδη υπογείως κι από τήν πρώτη τάξη κιόλας όλα τά παιδιά, ήταν ότι όλα αυτά ήτανε ψέμματα, κι ότι βεβαίως υπήρχαν «ανώτεροι» και «κατώτεροι» (δεν χρειαζόντουσαν και πολλά : η διαφορά στην έκφραση τής δασκάλας ή τού (σπουδαίου) διευθυντή όταν θα ανακοίνωναν τά ονόματά μας (για να γνωριστούμε ας πούμε μεταξύ μας) εκείνα τά χαμόγελα (ή τά μη–χαμόγελα) στην αναφορά κάποιων ονομάτων, μάς μίλησαν υπογείως και υποδορίως από τήν αρχή :  για να μην πω ότι υπήρξαν και μικρές διευκρινιστικές δήθεν αθωότητες τού στυλ «τόν γιάννη παιδιά ο μπαμπάς του είπε ότι θέλει να τόν φωνάζουμε γιάγκο») κι όλ’ αυτά αρκούσαν για να δημιουργήσουν από τήν πρώτη μέρα τής πρώτης τάξης τήν (ενοχλητική) βεβαιότητα (εκείνη τήν εποχή νομίζω ότι ήταν ενοχλητική πολλές φορές και για τόν άμεσα ενδιαφερόμενο – κι αυτό τό λέω βέβαια προς τιμήν τού άμεσα ενδιαφερομένου τότε (αν και δεν νομίζω ότι θα κράτησε για πολλά περαιτέρω χρόνια, ή περαιτέρω σχολεία η ενόχλησή του)) ότι κάποιοι ήταν λοιπόν «σεβαστότερης» καταγωγής από άλλους – και ότι ασφαλώς υπήρχε τρόπος να μετατραπεί σε τύπο νεκρό και σε κοροϊδία η κλήρωση – με τόν τρόπο που είχε ενγένει η ελλάδα τής καραμανλικής οκταετίας να κρατάει τά προσχήματα τής δημοκρατικότητας όπου ήταν υποχρεωμένη, και να εξυπηρετεί τά συμφέροντα επί μονίμου επίσης βάσεως εκείνων που έπρεπε : θέλω να πω ότι ήταν τέτοια η εκπροσώπηση τών τάξων στην τάξη μας που έγινε άναρθρα σαφές, και πολύ γρήγορα, ότι τίποτα δεν ήτανε τυχαίο κι ότι όλα είχαν υπολογιστεί με τό σταγονόμετρο (τά παιδιά ασφαλώς μυρίζονται τίς ανισότητες και τίς διαφορές ταχύτατα – και τίς εκμεταλλεύονται χωρίς αναστολές και με σκληρότητα κιόλας άμα παραστεί, που λέει ο λόγος, ανάγκη)

πάντως αυτά όλα δεν σημάνανε ουσιαστικά για μάς τίποτα σπουδαίο : είμαστε λίγα παιδιά στην τάξη (ήταν ένας από τούς (πάμπολλους άλλωστε) λόγους που οι γονείς καμάρωναν που μάς είχαν στείλει εκεί) (μιλάμε για μια εποχή που τά δημόσια σχολεία είχαν σε κάθε τάξη 70, και εκατό, και εκατονείκοσι, παιδιά) και οι φιλίες και οι προτιμήσεις μεταξύ μας ανιχνεύτηκαν μάλλον γρήγορα, υπογείως ατίθασσα, και αυτομάτως αυθόρμητα : με κείνο τό αλάνθαστο εν πολλοίς ένστικτο που διαθέτουμε ως ζωάκια στην αρχή τής ζωής μας οι περισσότερες – κι ας είχαν προσπαθήσει οι δάσκαλοι να μάς βάλουν στα θρανία έτσι που να ταιριάζουν οι καταγωγές μας – πάντως η ταξική που θα λέγαμε σήμερα διαστρωμάτωση τής τάξης ήταν (με μαθηματικούς όρους) περίπου αυτή (κι ας φαίνομαι να μην έχω σχέση με τήν πρακτική αριθμητική (ποτέ δεν είχα))  : κάπου τό ένα τρίτο «μεγαλοαστοί» (κατά τό κοινώς λεγόμενον αριστοκράτες) ( : πολιτικοί, βιομήχανοι, μεγαλοεπιχειρηματίες), τά δύο τρίτα περίπου μεσοαστοί ή «μεσαίοι» (λοιποί επαγγελματίες «ανώτεροι» και «κατώτεροι»), και τό ένα τρίτο «φτωχοί» (λούμπεν θα μπορούσαμε, με λίγη υπερβολή ή ελευθερία, να πούμε)

 

 

η αριστεία (α΄)

 

πάντως όλ’ αυτά δεν μάς ένοιαζαν : βασικά δεν δίναμε δεκαράκι κατά τό κοινώς λεγόμενον : πλέαμε έντρομοι και ασφαλείς προς τήν «κοινωνία» αναγκαστικά όπως τό μυριζόμαστε ότι έπρεπε, αλλά επιχειρούσαμε με σχετική αλαζονεία να διατηρήσουμε τήν ενότητά μας σαν σύνολο : είμαστε συμπαγείς, ακόμα και με τούς δασκάλους, και περισσότερο αντίπαλοί μας κατά περιόδους ήταν οι «σπουδαστές» : μεταξύ μας δεν υπήρχε κανενός είδους ανταγωνισμός : ουδέποτε ασχολήθηκε κανείς με τό ποιός θα ’ναι ο καλύτερος – δεν υπήρξε καμμιά έννοια ποτέ «καλύτερου» ή «χειρότερου» μέσα στην τάξη : η έννοια τής «αριστείας» ή τής «σημαιοφορίας» ήταν ανύπαρκτη – δεν θυμάμαι ποτέ να πήραμε μέρος σε παρέλαση – ούτε να τέθηκε ποτέ θέμα ποιος είναι ο «πρώτος» μαθητής στην τάξη – είμαστε όλοι εξίσου καλοί ή κακοί αναλόγως τών συνθηκών, καταλαβαίναμε ή δεν καταλαβαίναμε εξίσου τά εύκολα ή τά δύσκολα – δεν θυμάμαι ποτέ κανέναν καλόν ή καλύτερον, δεν θυμάμαι ποτέ να κοροϊδεύτηκε κάποιος ως χαζός, οι φιλίες οι έχθρες και οι διαφορές διαμορφώνονταν στο ατελείωτο παιχνίδι στα διθυραμβικά διαλείμματα στα ατέλειωτα γήπεδα – και στο θέατρο : εκεί ζηλέψαμε κάποιες που δείξαν ταλέντο – αναντίρρητα αυτήν τήν ικανότητα δεν τήν είχαμε όλες –

λοιπόν είμαστε όλοι τό ίδιο, είμαστε όλοι ένα, και δεν είχαμε καμιά αντιπαλότητα, καμιά ζήλεια και καμιά άμιλλα, κανέναν βλακώδη ανταγωνισμό για τό ποιος θα ’ναι καλύτερος ας πούμε μεταξύ μας – είμαστε τόσο βλάκες, όσο οι κανονικοί άνθρωποι που στριμώχνονται διά τής βίας να γίνουν κανονικοί άνθρωποι – θεωρούσαμε κρυφά τούς εαυτούς μας βέβαια ανώτερους που πηγαίναμε σ’ αυτό τό σχολείο, και είχαμε και τούς σπουδαστές – δεν μπορούσαμε να θεωρήσουμε ίσα κι όμοια δηλαδή τ’ άλλα παιδιά που δεν είχανε ζήσει ποτέ τους με σπουδαστές, που δεν είχανε θέατρο και δεν είχαν ατέλειωτες πάνω και κάτω αυλές, και γυμναστήριο και μονόζυγα και πισίνα – αλλά αυτό ήταν μέρος τής αντικειμενικής πραγματικότητας : η αντικειμενική πραγματικότητα μάς είχε ευνοήσει, με κλήρωση ή χωρίς κλήρωση – δεν μάς ενδιέφερε

πάντως τά περισσότερα ταλέντα και οι δημιουργικότητες, οι εμπνεύσεις και οι πρωτιές στα παιχνίδια (όλ’ αυτά δηλαδή που είχανε σημασία), βγαίναν από τούς «μεσαίους» : οι γόνοι τής αριστοκρατίας ήταν στην τάξη σχετικά ανύπαρκτοι, μερικοί μάλιστα με εμφανή προβλήματα δειλίας και φόβου – ένας συμμαθητής ας πούμε που θα τόν είχαμε και πολιτικό ολκής αργότερα ήταν παντελώς αόρατος και αφανής μέσα στην τάξη ολόκληρα τά έξη τότε χρόνια (συμπτωματικά πολύ αργότερα θα μάθαινα ότι οι γονείς του τού είχανε και δάσκαλο για να τού κάνει φροντιστήριο – και τό λέω, όχι γιατί είναι πραγματικά απίστευτο να χρειαζόταν οποιοδήποτε παιδί φροντιστήριο στην πρώτη τάξη και σε όλο τό δημοτικό ενγένει, αλλά για να δείξω τήν υστερία τής μεγαλοαστικής οικογένειας (τό παιδί δεν ήταν χαζό και δεν τό χρειαζόταν τό φροντιστήριο, και μάλλον κακό τού έκανε), επίσης όμως και για να πω ακόμα ότι ούτε αυτός δεν ζήτησε ποτέ κανενός είδους πρωτεία, δεν διεκδίκησε ποτέ καμιά «αριστεία» : εξάλλου, είπαμε, αυτό ακριβώς δεν τό διεκδίκησε ποτέ και κανείς) : πάντως όμως πρέπει να ομολογήσω ότι διασκέδαζα αργότερα ακούγοντας τούς εθνικοπατριωτικούς του δεκάρικους, ως ανθρώπου ενήλικα και πολιτικού, δεκάρικους που αποτελούσαν περίπου, στο πνεύμα και στο γράμμα, επί λέξει και πιστά αντίγραφα τής παραμικρής κορώνας που μάς είχε βγάλει ο δάσκαλος στην πέμπτη, αυτός που μάς έκανε ιστορία – : λοιπόν, τόσα σχολεία πήγε στη συνέχεια, και στο εξωτερικό μάλιστα, και όταν έβαζε τά καλά του παπαγάλιζε τίς άθλιες κοινοτυπίες τής πέμπτης μας τού δημοτικού – αυτό δείχνει όμως μάλλον ότι όλα τά παιδιά έχουν καλή μνήμη – και τούς εντυπώνονται εφιαλτικά, αν δεν τά πολεμήσουν, όλα τά παιδικά πράματα

από τήν άλλη μεριά, από τούς φτωχούς και τούς λούμπεν λίγοι επίσης ξεχώριζαν : κάποιοι μόνο σαν πολύ ζωηροί στα διαλείμματα – και κάποιοι ιδιαίτερα στην ευγένεια (όσο μεγαλώναμε κι ανεβαίναμε τίς τάξεις) : ναι μάλλον τά πιο αθόρυβα κι ευγενικά παιδιά προέρχονταν από τούς «μεσαίους» και τούς «λούμπεν» : από αυτούς όμως, ειδικά τούς πρώτους, προέρχονταν και οι ελάχιστοι επιθετικοί – ούτε οι αριστοκράτες ούτε οι λούμπεν έδειξαν ποτέ επιθετικότητα – στο στρώμα τών «μεσαίων» συνέβαιναν στην πραγματικότητα όλα, τά ενδιαφέροντα ή τά αποτρόπαια –

 

 

η αριστεία (β΄)

 

είχαμε λοιπόν μια αόριστη εντύπωση ότι είμαστε «ανώτεροι» όλοι σαν σύνολο, όχι ο καθένας ξεχωριστά : είμαστε «ανώτεροι» απέναντι στους σπουδαστές κυρίως, αλλά και απέναντι σε άλλα τμήματα τού σχολείου : επειδή τό σχολείο ήταν φτιαγμένο κυρίως για να σπουδάσουν οι δάσκαλοι είχε και κάποιες τάξεις, σκόρπιες μέσα στους αχανείς (αχανείς μάς φάνηκαν στην αρχή) χώρους του που λεγόντουσαν «μονοτάξια» : αυτές οι τάξεις ήταν για να σπουδάζουν και να μαθαίνουν τίς συνθήκες που θα συναντούσαν μετά πιθανόν στα χωριά : δηλαδή σε μία τάξη βρίσκονταν στριμωγμένα παιδιά όλων τών ηλικιών : πώς θα γινότανε άραγε τό μάθημα εκεί μέσα ; Νομίζω ότι όλες τά λυπόμαστε αυτά τά παιδιά που τούς έπεφτε η μοίρα, ή η κλήρωση, να πάνε στο μονοτάξιο – και κάπου μέσα μας πιστεύω ότι πιστεύαμε ότι κι αυτό ρυθμίστηκε από τήν αρχή ώστε εμείς να τό γλυτώσουμε (δεν πρέπει να ’τανε τελείως λάθος  αυτή η πεποίθηση – τώρα που τό σκέφτομαι τά παιδιά τών μονοτάξιων φαινόντουσαν να είναι πιο φτωχά) – κι επίσης τώρα εκ τών υστέρων σκέφτομαι ότι πολλοί σπουδαστές θα παρακαλάγανε να τούς βάλουν να κάνουνε «διδασκαλία» εκειπέρα, γιατί στα χωριά τους τέτοια σχολεία μάλλον θα ’χαν τελειώσει κι αυτοί, και θα ξέραν τό κλίμα – πάντως εμείς τά παιδιά αυτά τά λυπόμαστε

υπήρχαν βέβαια και σπουδαστές που φαινόντουσαν ότι είναι τής πόλης, αλλά μερικοί φαινόντουσαν πολύ «χωριάτες», είχανε και προφορά : αυτοί τής πόλης βέβαια ήταν οι αγαπημένοι μας, και παρακολουθούσαμε με μεγάλο ενδιαφέρον και τά ερωτικά τους – μια φορά που μια όμορφη τά ’φτιαξε μ’ έναν όμορφο, είχαμε χαρεί όλοι, τό νέο κυκλοφόρησε αστραπιαία και τούς πήραμε αμέσως υπό τήν προστασία μας – τούς στέλναμε στα διαλείμματα τά πιο υποστηρικτικά και ενθαρρυντικά μας βλέμματα – αν τύχαινε δε να παρακολουθήσουν μάθημα στην τάξη μας – ή ο ένας απ’ τούς δύο ή, ακόμα πιο θαυμάσιο, και οι δύο μαζί – αυτό ήτανε μεγάλη γιορτή για μάς (τό μόνο που μέ ενοχλούσε ήταν που διέκρινα στο ύφος τους και μια ελαφριά συγκατάβαση – σχεδόν ειρωνεία – όταν τούς δείχναμε πόσο εγκρίναμε τόν έρωτά τους  – και θυμάμαι ότι σκεφτόμουνα απορημένη και ελαφρώς θυμωμένη «καλά, ποιοί νομίζουν ότι είναι, έχουν τό δικαίωμα να χαμογελάνε έτσι ; » (αυτό, για να δείξω ότι η ταξική συνείδηση είναι λίαν πρώιμη, και αδυσωπήτως ανήλεη))

οι χωριάτες λοιπόν είχανε όντως και προφορά : η κοροϊδία έπεφτε πολύ σκληρή, δεν είχαμε καμιά αλληλεγγύη μαζί τους – ούτε οι ανώτεροι ούτε οι λούμπεν : γελάγαμε σχεδόν φανερά και μέσα στην τάξη, τήν ώρα που μάς έκαναν τή «διδασκαλία» τους, ενώ ξέραμε όλοι, τό καταλαβαίναμε τό βλέπαμε αλλά και τό πληροφορούμαστε από τά μεταξύ τους λόγια ότι ήταν η μεγάλη τους δοκιμασία και είχανε πολύ τρακ τή μέρα που  έπρεπε να κάνουνε «διδασκαλία» : όταν απλώς παρακολουθούσαν τό μάθημα, καθισμένοι στους πάγκους που τριγύριζαν όλη τήν τάξη γύρω–γύρω ήτανε αντιθέτως πολύ ήσυχοι – και τόσο καλοδιάθετοι, που αν τούς μιλούσαμε κρυφά ή τούς χαμογελούσαμε, μάς αντιγύριζαν ενίοτε τό χαμόγελο : Μια φορά ένας έπρεπε να μάς διδάξει από τό αναγνωστικό τό μάθημα με τίτλο «Ετοιμασίες για τόν Χειμώνα» : Ξεκίνησε λέγοντας δυνατά και επίσημα : Ετοιμασιές για τούν Χειμουώνα και ακόμα μέ πιάνει σύγκρυο όταν θυμάμαι πώς προσπάθησε να κρύψει τόν πανικό στο βλέμμα του μόλις άκουσε μερικά πνιχτά γέλια : γελάσαμε με τήν καρδιά μας όμως, και φανερά, όλοι μετά στο διάλειμμα και τόν μιμηθήκαμε όλες με τή σειρά μας : τό αστείο έγινε γνωστό και στην οικογένεια (και υποθέτω σ’ όλες τίς οικογένειες) και οι κοροϊδίες για τήν προφορά του έπεφταν για πολύ καιρό σαν γέλιο ακατάσχετο μέσα στο σπίτι από όλους τούς μεγάλους. Μια φορά όμως ένας έκανε τήν καλύτερη διδασκαλία, λέγαμε, που υπήρξε : πρέπει να ’τανε ο καλύτερος αυτός στη δικιά του τήν τάξη, γιατί τόν προλόγισε αυστηρά ο διευθυντής πριν αρχίσει τό μάθημα και μάς ανακοίνωσε ότι αυτή θα ήταν η γενική πρόβα τής διδασκαλίας του, για να κάνει τήν κανονική του, πάλι σε μάς, όταν θα ’ρχότανε ο ανώτερος επιθεωρητής σε λίγες μέρες. Κολακευτήκαμε που διάλεξαν τήν τάξη μας για τή διδακαλία–πρότυπο και παρακολουθήσαμε από τήν αρχή ως τύποι και υπογραμμοί : αλλά δεν χρειάστηκαν πολλά, γιατί σε λίγο μάς είχε συνεπάρει όλους : έπαιξε θέατρο ο τύπος : αλλά τά πίστευε κιόλας :

τό μάθημα που είχε διαλέξει ήτανε τά θρησκευτικά : κάποιο θαύμα – νομίζω αυτό με τό «άρον τόν κράββατόν σου και περιπάτει» : μάς έθεσε φιλοσοφικά ζητήματα, δονούνταν ολόκληρος, δεν μάς διηγόταν απλώς τήν υπόθεση, μάς έβαζε και ερωτήσεις ανάμεσα, κινούνταν μπρος–πίσω και πάνω–κάτω στον χώρο του και στο επίπεδό μας, δεν ανέβηκε ούτε στιγμή στην έδρα, διάλεξε να μιλήσει στον λαό και στο επίπεδο τό δικό του αυτός να κατέβη, και σχεδόν μάς κοίταζε έναν–έναν από κοντά, και μάς άπλωνε αγωνιωδώς τά χέρια, και μάς ρωτούσε, «και πώς έγινε τότε αυτό ; » «και πώς μπορούσε να γίνει τότε αυτό ; » : διάφορα τέτοια : είχαμε υπνωτιστεί : δεν ήταν κάνας ψηλός : χρόνια αργότερα όταν μεγάλωσα και απόκτησα τούς αριστερούς μου φίλους βρήκα αυτό τό πρόσωπο, αυτόν τόν σωματότυπο, αυτόν τόν τύπο ομιλίας, κι αυτή τήν ταλαντούχα θέρμη φανατισμένης φιλικότητας σε κάποιον που δεν είχε ιδέα – κι αν τού έλεγα με ποιον θυμάμαι ότι μοιάζει θα θύμωνε – κι όμως μόνο στην αριστερά τόν ξαναβρήκα αυτόν τόν τύπο –

κρίμα όμως που όταν ήρθε ο επιθεωρητής που τόν περιμέναμε τόσο ανυπόμονα για να ξανακάνουμε τό ωραίο μάθημα, αυτοί τόν πήγανε σε άλλη τάξη : ακούσαμε τό νέο από τόν δάσκαλο σαν βρεγμένοι και ζεματισμένοι γάτοι : έκριναν, είπαν, ότι τό μάθημα αν γινότανε δεύτερη φορά στην ίδια τάξη δεν θα είχε τόν αυθορμητισμό, και συνεπώς και τήν επιτυχία, τής πρώτης φοράς : δεν είχαν ιδέα (διότι μάς είχαν υποτιμήσει) ότι εμείς μπορούσαμε να υποκριθούμε περίφημα και τόν αυθορμητισμό τής πρώτης  φοράς – έτσι λοιπόν κι εμείς δεν ενδιαφερθήκαμε να μάθουμε ποιοι ήτανε οι τυχεροί τή δεύτερη φορά – διότι εμείς θα μπορούσαμε θαυμάσια να ’μαστε και πάλι αυθόρμητοι, είμαι σίγουρη μάλιστα ότι αν χρειαζότανε θα παίζαμε σαν κανονικοί ηθοποιοί τούς αυθόρμητους – τόσο ταλέντο είχαμε

 

 

η φήμη

 

αυτός ο δάσκαλος που είχαμε όμως στην πέμπτη μάς έκανε ιστορία, και ήτανε φόβος και τρόμος, και παράλληλα ένα τέρας μορφώσεως όπως ψιθυρίζανε γύρω πολλοί : η αλήθεια είναι ότι είχε προηγηθεί η φήμη, με τή γυμνή έννοια τού τρόμου, όταν αφήσαμε για πάντα μια ωραία χρονιά τήν τρίτη μας τάξη, τίς ωραίες γυναίκες δασκάλες, και τήν περίφημη πάνω αυλή : θα κατεβαίναμε λοιπόν τώρα στην κόλαση τής κάτω αυλής, εκεί όπου τριγυρίζανε όλοι οι μεγάλοι, τά σοβαρά, τά αγέλαστα, και οι σπουδαστές – η φήμη δε ήτανε ότι τώρα που είχαμε πια μεγαλώσει θα ’χαμε άντρες δασκάλους, καμμία γυναίκα ποτέ, και επιπλέον ότι δέρναν οι δάσκαλοι : αυτή η φήμη κυκλοφορούσε βουτηγμένη σε μια ασαφή και γυμνή κυριολεξία : τώρα όμως από τήν απόσταση που τό βλέπω ξέρω ότι όλο αυτό ήταν μία φήμη που θέλησε να μάς προετοιμάσει από την αρχή (έχοντας όμως γενικέψει άστοχα) για τό μεσαίο μόνο κομμάτι τής τελευταίας μας τριετίας σ’ αυτό τό κτήριο : γιατί ούτε στην τετάρτη έδειρε ποτέ κανέναν εκείνος ο (κάπως άχρωμος) δάσκαλος, ούτε στην έκτη ο επίφοβος μεν, αλλά και ειρηνικός όπως αποδείχτηκε (μεγάλος) διευθυντής μας : όλη κι όλη λοιπόν η φήμη αφορούσε τό μεσαίο κομμάτι αυτού τού κομματιού – που προκάλεσε όμως, όπως και να τό κάνεις, μια ταραχή και ένα σοκ ασήκωτο, διότι μολονότι ο προηγούμενος και λίγο άχρωμος δάσκαλος δεν έδειρε ποτέ κανέναν, τό ξύλο που έπεσε στην επόμενη τάξη μαζεμένο και έξαλλο, δεν μάς άφησε εν συνεχεία να χαρούμε καν τόν θριαμβευτικό μας προβιβασμό στο τελευταίο πια κομμάτι τής ολοκληρωτικής εξαετίας – δηλαδή τό απολύτως πολιτισμένο (όπως θα αποδεικνυόταν) κλίμα τής έκτης : που όμως, επειδή είχε προηγηθεί ο εφιάλτης τής πέμπτης, κανείς (νιώθαμε – απαισιοδοξώντας σαν μεγάλοι άνθρωποι πια) δεν μάς εγγυώταν ότι θα ήταν μονίμως κι αυτό πολιτισμένο, και δεν θα ανατρεπόταν μια μέρα απροειδοποίητα και αδικαιολόγητα, και δεν θα ’πεφτε ξαφνικά μια μέρα ξύλο κι εδώ :

αυτός λοιπόν ο τραγικός ήρωας τού τρόμου, που μάς έκανε ξαφνικά ιστορία και έδερνε, ήταν όπως είχαμε μάθει (από κουτσομπολιά τών δασκάλων μεταξύ τους – τά αρπάζαμε όλα στον αέρα) ένας πάμπλουτος άνθρωπος, που δεν είχε καμία ανάγκη να δουλεύει, που τά πουκάμισά του κάναν, λέγαν οι μεγάλοι, όσο ένας μισθός του και ήταν και τέρας μορφώσεως : μάς έκανε τήν ιστορία ολόκληρη, από τόν θεμιστοκλή τόν μιλτιάδη και τόν αριστείδη στό πάταξον μεν άκουσον δε, στο πας μη έλλην βάρβαρος, στο εικοσιένα τόν κολοκοτρώνη και τόν ιωάννη μεταξά που είπε τό όχι (αυτό ήταν η αγαπημένη του ατάκα, ο ιωάννης μεταξάς που είπε τό όχι πρέπει να μάς έγινε κάτι σαν υπνοπαιδεία) πέρασα χρόνια και μεγάλωσα πολύ μέχρι να κουνήσω τό κεφάλι μου και να καταλάβω τί ήταν αυτή η πρόταση που μού είχε κολλήσει σα μέρος τής φύσεως και, με κόπο πολύ να τήν αποχωριστώ – έδερνε δε, πιάνοντας με τίς τεράστιες χερούκλες του, και τραβώντας ολόκληρο τό κεφάλι τού αγοριού (μόνο αγόρια έδερνε) πάντα προς τήν ίδια δίφυλλη πόρτα (είχαμε δύο πόρτες στην τάξη – απ’ τήν άλλη μπαίναν οι σπουδαστές) έριχνε λοιπόν με υπεράνθρωπη δύναμη τό κεφάλι τού αγοριού (σαν να ’ταν κάτι τελείως ξεχωριστό απ’ τό σώμα του) προς τήν δίφυλλη πόρτα τής τάξης απ’ τήν οποία μπαίναμε εμείς, (οι πόρτες ήταν από ξύλο σκούρο λουστραρισμένο και απορούσα, πώς δεν άνοιγαν τά κεφάλια τους, αφού τό ύψος από τό οποίο τά έσουρνε και τά χτυπούσε συμφωνούσε με τό χώρισμα ακριβώς από τά νταμάκια τά σκαλιστά, τά οποία έτσι μού φαινόντουσαν ότι γινόντουσαν και μαχαίρια) φωνάζοντάς του δε, μονίμως από τήν πρώτη στιγμή που θα τόν άρπαζε και μετά θα τόν έσουρνε κεφαλοστουμπηδόν μπροστά μας μέχρι να τόν κοπανήσει επιτέλους σα σκουπίδι στα ξύλα τής πόρτας, μονίμως και μονότονα τό ίδιο ακατανόητο «χάσου να βρέξει»

ήταν ένα ανείπωτο μαρτύριο αυτός ο τρόμος και τό ότι εμείς (χωρίς να έχει ποτέ αυτό ξεκαθαριστεί επισήμως) δεν κινδυνεύαμε, δεν μάς παρηγορούσε παρά ελάχιστα : τά αγόρια, απ’ ό,τι θυμάμαι, σούρνονταν και κοπανιώνταν στην πόρτα μ’ ένα είδος ήρεμης μοιρολατρίας χωρίς να φωνάζουν ή να κλαίνε, αλλά οι γκριμάτσες τους και μόνο (όσες μπορούσαμε να διακρίνουμε κάτω απ’ τίς τεράστιες χερούκλες του) τά κλειστά μάτια και τό ανοιχτό στόμα, τά δόντια που εκτίθενταν γεμάτα πόνο, και τά χέρια που καμιά φορά αν τά κατάφερναν προσπαθούσαν να προστατέψουν τό πίσω μέρος τού κεφαλιού από τά κοφτερά νταμάκια (λίγο–πολύ όλα τ’ αγόρια πρέπει να ’χαν περάσει απ’ αυτό τό βασανιστήριο, και συνεπώς όλα ξέρανε τί πρέπει να προστατέψουν) ήταν ένα θέαμα που σού ’κοβε τήν ανάσα, ακόμα κι αν αυτό τό «χάσου να βρέξει» τίς πρώτες φορές νομίζω μάς προκάλεσε ξαφνικό ομαδικό γέλιο – και στα δυο φύλα : έπειτα τό ότι «εμείς δεν κινδυνεύαμε» έκρυβε κι ένα είδος περιφρόνησης για μάς, που δεν μπορούσαμε να τό αγνοήσουμε : σαν να μην είμαστε εμείς κανονικά και πλήρη μέλη τής τάξης : τό μάθημα τό ’κανε προς όλες, μιλούσε και εξηγούσε προς όλες, αλλά ο θυμός του, όταν έκανε λάθος ένα αγόρι, είχε κάτι υπόγεια και έντονα προσβλητικό ως προς τό ότι μάς άφηνε εμάς εκτός : δεν ήταν ακριβώς ιπποτισμός, δεν ήταν φόβος ότι εμείς είμαστε αδύναμες και θα πεθαίναμε αν μάς έκανε τά ίδια, ήτανε μια ανείπωτη και ανέκφραστη υπόγεια υπόδειξη ότι ο κόσμος του δεν μάς περιελάμβανε ακριβώς, ότι εμείς δεν είμαστε άξιες να τού προκαλέσουμε τέτοιον θυμό, όσα κι αν, τή μέρα εκείνη, επίσης κι εμείς δεν είχαμε θυμηθεί παπαγαλίσει και μάθει

πάντως τό ότι είχαμε ασυλία από τό ξύλο μάς εκτροχίαζε και ελαφρώς, και είμαστε σε θέση εμείς να τόν κοροϊδεύουμε ενώ τ’ αγόρια τόν κοιτάζαν μάλλον μονίμως μουτρωμένα και δεν τόν είχαν καμία διάθεση : έτσι μια φορά που ήρθε φορώντας ένα καινούργιο πουκάμισο που ήταν διάφανο, από πολύ λεπτό μεταξωτό ή καλό νάϋλον τέλος πάντων (αυτά τά περίφημα πουκάμισά του που κάναν όσο ένας μισθός του, όπως είχε πει μια δασκάλα σε μιαν άλλη) τά κορίτσια που καθόντουσαν στο πρώτο θρανίο και είχαν τήν ευκαιρία να τά δουν όλα καλύτερα, χάζεψαν όπως φαίνεται κακαρίζοντας απ’ τά γέλια μεταξύ τους όλην τήν ώρα τίς ρώγες τού στήθους να διαγράφονται καφετιές ολοκάθαρα κι ύστερα στο διάλειμμα γύρισαν προς τά πίσω, προς όλην τήν τάξη, και τραβώντας τίς ποδιές τους στο ύψος τού στήθους με δυο λεπτεπίλεπτα δαχτυλάκια διευκρίνισαν κοροϊδευτικά προς εμάς τίς υπόλοιπες : «τά μεμέ τού κυρίου»

εν πάση περιπτώσει αυτό τό τέρας μάς είχε μάθει διάφορα πράγματα που, ενώ με τή συνοδεία τού ξύλου μάς είχαν εντυπωθεί ως εξίσου απεχθή αλλά και φυσιολογικά, πολύ αργότερα, και κατά διαστήματα αρκετές φορές στη μέχρι τώρα ζωή μου θα διαπίστωνα πως ήταν άγνωστα σε πολλούς, συχνά αριστερούς, νέους φανατικούς για γράμματα, και σχετικά μορφωμένους : θυμάμαι τώρα ας πούμε μία φορά για παράδειγμα, κάποιον γνωστόν που ενδιαφερόμενος ξαφνικά για τή γλωσσολογία νόμισε ότι ανακάλυψε κάτι σπουδαίο διαβάζοντας σ’ ένα σύγγραμμα ότι τό λατινικό αλφάβητο είναι στην πραγματικότητα ελληνικό, και προέρχεται από μια αποικία τών χαλκιδέων : ε, καλά, τού είπα κι εγώ απρόσεχτη, τής ερέτριας είναι, αυτά τά μαθαίναμε στο δημοτικό : μέ κοίταξε σηκώνοντας τά φρύδια του με υποτίμηση και σχεδόν θυμό και είπε «όχι, στο δημοτικό όχι» – τί να τού πεις τώρα, τό ’χουνε οι αριστεροί αυτό τό χούι (αλλά και όλοι οι άντρες γενικότερα) (αυτά τά ’χω μάθει μεγαλώνοντας) τή μια να διαπνέονται από μια αμετακούνητη αυτοπεποίθηση όταν μιλάν με γυναίκες, και τήν άλλη να μη θέλουν γενικά να μάθουν τίποτα αν δεν προέρχεται από άντρα και δη τού κόμματος που συμπαθούν – ή που έχει μια αμετακούνητη και αξιοσέβαστη φήμη

τό χαριτωμένο είναι, και μπορώ να τό πω νομίζω εδώ τώρα που ταιριάζει, ότι ο φίλος αυτός είναι ακριβώς εκείνος που, με τόν σωματότυπο, τά ρητορικά χαρίσματα, και τό διαφωτιστικό του ενγένει πάθος μού θύμισε αμέσως σχεδόν μόλις τόν γνώρισα κείνον τόν σπουδαστή τής θρησκευτικής διδασκαλίας (με τό «τί νομίζετε ότι έγινε μετά λοιπόν παιδιά ; » και «γιατί έγινε αυτό λοιπόν παιδιά ; » και τά λοιπά εκφραστικά χούγια τού ταλαντούχου προσηλυτιστή)

 

 

κτήριο – τά κτήρια

 

εξωτερικά τό σχολείο μας ήταν ωραίο – λοιπόν επειδή μέ πιάνανε κάτι πρωθύστερες νοσταλγίες όταν ήμουν παιδί (οι μεθύστερες ήταν αντιπαθητικές, δεν μέ πιάναν ποτέ : ως προς τίς πρωθύστερες όμως ας πούμε, θυμάμαι μια φορά στην έκτη, που μπήκα ενώ ήτανε διάλειμμα (κάτι είχαμε ξεχάσει στο παιχνίδι, ίσως μια μπάλα, δεν θυμάμαι πια κι έτρεξα πάνω να τήν πάρω) (τά γήπεδα ήταν χαμηλότερα, ήταν οι πιο κάτω αυλές κι από τίς πιο κάτω αυλές) τρέχοντας λοιπόν τότε προς τήν τάξη άνοιξα τήν πόρτα (με τά νταμάκια) κι ετοιμάστηκα να στρίψω προς τό θρανίο μου (που ήταν πάντα αρκετά πίσω (αλλά ποτέ τελευταίο, προτιμούσα τό τρίτο από τό τέλος – από πίσω μου είχα μονίμως λοιπόν κάποιους λούμπεν – μια χαζή που μού κόλλαγε ενώ έλεγε ότι έχει ο μπαμπάς της ρολλς–ρόϋς, και μ’ είχε ρωτήσει μάλιστα μια φορά στο σχόλασμα δεικτικά «δεν ξέρεις τί είναι ρολλς–ρόϋς ; ») αλλά κυρίως έναν περίεργο, εξόχως ευγενικόν, που μέ ρώταγε ακουμπώντας τό κεφάλι του στον λαιμό μου και μες στα μαλλιά μου για να μάθει δήθεν κάτι στη διάρκεια τού μαθήματος (αυτός κάποια φορά πάλι μου ’χε πει με πραγματική απορία : «δεν ξέρεις τί είναι βουλκανιζατέρ ; » καθώς ανακοίνωνε ότι αυτή τή δουλειά έκανε ο πατέρας του) (αργότερα τήν ίδια χρονιά που έγινε στα αγόρια μόδα να μάς κουβαλάν τίς τσάντες μόλις ερχόμαστε τό πρωί ( : να περιμένουν απάνω στις φαρδιές σκάλες που οδηγούσαν προς τήν κάτω αυλή – και μόλις έβλεπαν αυτή που ήθελαν, να καβαλάνε τά πλαϊνά μαρμάρινα τής σκάλας και κάνοντας έτσι μια γρήγορη τσουλήθρα να ’ρχονται και να στέκονται δίπλα μας ρωτώντας, δήθεν υποταγμένα και εμφανώς ιπποτικά, «θέλεις να σού πάρω την τσάντα ; » (μού φαίνεται τώρα αδιανόητο που δεν σκεφτήκαμε ποτέ καμιά μας να πει «όχι», παίρναν λοιπόν τήν τσάντα κι ανεβαίνανε από τίς σκάλες τώρα, πιο γρήγορα προσπαθούσαν από εμάς, προς τήν τάξη) (όταν τέλειωνε κάθε φορά τό έθιμο αισθανόμαστε κάπως  χαμένες αλλά δεν τό ομολογούσαμε φυσικά, ούτε τούς κοροϊδεύαμε ιδιαίτερα – εμείς δεν κάναμε έθιμα με κείνους αλλά κάναμε έθιμα μεταξύ μας, είχαμε συλλογές ας πούμε, και τό είδος τής συλλογής, αν θα ’τανε ηθοποιοί ή σημαίες ή χαρτοπετσέτες ή σκουμπιντού πάλι οριζότανε ξαφνικά, αορίστως από κάπου, κι ακολουθούσαμε όλες – μέχρι ν’ αλλάξει πάλι η μόδα – αυτές οι μόδες ήτανε ξαφνικές λοιπόν και δεν προειδοποιούμαστε : απλώς μια ωραία ημέρα κάναν όλοι τό ίδιο, οτιδήποτε ίδιο ξαφνικά, στην αρχή απορούσαμε, μετά τό απολαμβάναμε, και τό  ίδιο ξαφνικά μια ωραία ημέρα τό έθιμο εξαφανιζότανε – στη διάρκεια αυτού τού εθίμου τότε, εγώ έβλεπα αυτόν με τό βουλκανιζατέρ να μέ περιμένει κάθε μέρα πάνω–πάνω και καθώς ήταν και λίγο στρουμπουλός, είχε πλάκα όπως έκανε μετά τήν τσουλήθρα του κι ελαφρώς ιδρωμένος ρωτούσε κοιτώντας με καλά–καλά (είχε πολύ ωραία κατάμαυρα μάτια πρέπει να πω)  «να σού πάρω τήν τσάντα ; » τόν συμπαθούσα ιδιαίτερα αν και ήμουν ερωτευμένη με άλλον, που ήταν ερωτευμένος με άλλην (μία από τά πρώτα θρανία))) όταν ξαφνικά λοιπόν σταμάτησα και κοίταξα τά θρανία σαν κεραυνόπληκτη : η άφωνη έρημη τάξη έβγαζε μια μουσική στους ήχους τής οποίας ανεβοκατέβαιναν κάτι τελείες σκόνης και ηχούσε ένας ήλιος που έμενε έξω από τά δεν θυμάμαι πόσα παράθυρα με τίς κουρτίνες στριμωγμένες στο πλάϊ κι ολάνοιχτες : και πάνω κει στα θρανία ήτανε αφημένα πεταμένα παρατημένα, σχεδόν με μια φροντίδα ζωγράφου (και παρτιτούρα συγχρόνως μουσικού) πολύχρωμα ρούχα μπουφάν τετράδια ανοιχτά, μολύβια χρώματα πλαστελίνες και θυμάμαι τήν κεραυνοπληξία που ένιωσα και είπα μέσα μου κάτι σαν «αυτός είναι ο τελευταίος μου χρόνος εδώ, αυτό δεν θα τό ξαναδώ» – και αυτό είναι τό πρωθύστερο που σού έλεγα : αυτό λοιπόν ακριβώς μού συνέβη μια μέρα ξανά εξαιτίας τού ότι τό σχολείο μας ήτανε όμορφο : τί όμορφες που είναι οι άσπρες κολώνες με τούς κόκκινους τοίχους πιο πίσω, είπα μια μέρα καθώς τό είδα από απέναντι να πλησιάζει όπως περπατούσα τό πρωί φορτωμένη με τήν τσάντα για να μπω μέσα, και είχε ησυχία ο δρόμος με τά δέντρα, αυτοκίνητο δεν περνούσε, και τό είδα ξαφνικά για πρώτη φορά από μακριά σαν κτήριο

 

 

 

 

και τό λέω αυτό τώρα (ενώ ίσως δεν ταιριάζει ιδιαίτερα, ή δεν ταιριάζει και καθόλου τώρα αυτό που τό λέω) γιατί, με τήν αφορμή τού κυρίου τής πέμπτης που σού είπα, και τού ξύλου που σού περιέγραψα πως τρώγανε τά παιδιά, είχα σκεφτεί πιο πριν (λίγο πιο πάνω) ότι υπήρχανε κι άλλα παιδιά στη γειτονιά πάντως (και για τά οποία ήτανε σα να μη νοιάζεται ποτέ κανείς) και τά οποία πιθανώς να τρώγανε τό ίδιο ή και περισσότερο ξύλο και – δεν ξέρω γιατί τήν είχα αυτή τήν εικόνα κατασκευάσει, από τότε δηλαδή, ότι σε κείνα τά παιδιά ούτε τά κορίτσια δεν θα γλυτώναν τό ξύλο – αυτό τό σκεφτόμουνα με σιγουριά μολονότι δεν ξέρω γιατί

ήταν μάλιστα πολύ κοντά μας αυτά τά παιδιά – δίπλα δηλαδή σχεδόν στο νεοκλασικό συγκρότημα τό δικό μας, υπήρχε, στην ίδια ακριβώς γειτονιά, δυο δρόμους παρακάτω, ένα κανονικό δημόσιο δημοτικό : ήτανε στριμωγμένο ανάμεσα σε κάτι παλιόσπιτα και αυλές που θυμίζανε φτώχεια άλλων εποχών, και που θα γκρεμίζονταν όλα γρήγορα για να γίνουν πολυκατοικίες : και έστεκε στενό στριμωγμένο κι ανύπαρκτο, χωρίς τίποτα να φαίνεται (αυτό ειδικά) να τό απειλεί με  γκρέμισμα : όλοι επίσης φαινόντουσαν να τό θεωρούνε κανονικό σχολείο, και είχε για όνομα έναν αριθμό, ήτανε τό δεκατοπέμπτο : τριγύρω όλα τά σπίτια τής περιοχής (άλλα χαμόσπιτα κι άλλα νεοκλασικά) γκρεμιζόντουσαν για να γίνουν πολυκατοικίες, κι άλλες πολυκατοικίες είχαν ήδη χτιστεί (εκεί κοντά ήταν κι η δικιά μας γι’ αυτό και μπορούσα να τό βλέπω με τήν άνεσή μου αυτό τό δημοτικό) (από τό μπαλκόνι όταν δεν είχαμε μαθήματα, δηλαδή τό απόγευμα – γιατί αυτό τό σχολείο είχε φασαρία  μαθήματα και παιδιά, και πρωί και απόγευμα) : ήτανε πήχτρα στα παιδιά :

τώρα που τό σκέφτομαι, ήτανε φυσιολογική κατάσταση για τόν δρόμο μας η ύπαρξη τού στριμωγμένου και σχεδόν αφανούς σχολείου αυτού, που μπορεί να μη φαινότανε (φαινότανε μόνο η πόρτα του, μια στενή πόρτα μονίμως ανοιγμένη, και μέσα από τήν πόρτα έβλεπες (αν κρυφοκοίταζες) έναν στενό διάδρομο : αυλή δεν υπήρχε (τά παιδιά βγαίναν στον δρόμο μας για διάλειμμα) και αριστερά αυτού τού διάδρομου ήταν τό κτήριο με τίς υποτιθέμενες τάξεις), μπορεί λοιπόν τό σχολείο να ’ταν σχεδόν ανύπαρκτο και να μην φαινότανε, αλλά ακουγότανε σίγουρα : μαζί με όλους τούς άλλους θορύβους που φτιάχναν τήν αέναη μουσική τού δρόμου μας, τά τούβλα, τά σφυριά, τά μπετά, τίς φωνές τών εργατών τίς κοροϊδίες τους, και τά κατά διαστήματα  στεντόρεια (πάντα λαϊκά και πάντα άγνωστα) τραγούδια τους πάνω στις σκαλωσιές (όλος αυτός ο διαρκής και μόνιμος θόρυβος τών πολυκατοικιών που υψώνονταν αφού είχε προηγηθεί ο άλλος θόρυβος από τά νεοκλασικά που γκρεμίζονταν (ένας θόρυβος λίγο διαφορετικός τότε, κυρίως θόρυβος μπουλντόζας και σφυριών, τραγούδια καθόλου, άλλωστε ο θόρυβος τής μπουλντόζας δεν τά επέτρεπε – και η μόνη μουσική ήταν ένας θρηνητικός και δειλός και διστακτικός επικήδειος από μέσα μου, για τά πανέμοφα σπίτια, τίς πανέμορφες βεράντες, τίς πανέμορφες κολώνες που γκρεμιζόντουσαν)) τόσο αυτονόητοι οι θόρυβοι από τήν αρχή (όταν αργότερα εξαφανίστηκαν (άργησα να καταλάβω ότι όλα είχαν γκρεμιστεί, και δεν υπήρχε τίποτ’ άλλο πια να χτιστεί) μού φάνηκε σαν κάτι πολύ ανώμαλο στην αρχή αυτή η σιωπή, ήταν πραγματικά σαν ησυχία νεκροταφείου, σα σιωπή μετά από κηδεία, τέλος πάντων) και ερχόταν λοιπόν να συμπληρώσει τή χορωδία σαν μετρονόμος τό κουδούνισμα, κάθε μια ώρα, τού σχολείου για τά διαλείμματα (και αμέσως σχεδόν ακολουθούσε θορυβωδώς η θριαμβευτική επέλαση τών παιδιών προς τόν δρόμο και τό κυνηγητό τους τά ουρλιαχτά τους και τό παιχνίδι τους)

και, τώρα που το σκέφτομαι, ήταν άγριο και αχόρταγο τό παιχνίδι τών παιδιών, στον δρόμο που χρησίμευε για αυλή τους, αλλά οριοθετούνταν νοητά σε μια γεωγραφία που τή σέβονταν (δεν ξέρω γιατί) και δεν τήν παραβίαζαν ποτέ : σα να ’χαν ένα βιολογικό αίσθημα γεωμετρίας από τή γέννησή τους αυτά τά παιδιά, ή σα να υπήρχαν χαραγμένες γραμμές κάτω στον δρόμο που λειτουργούσαν στο μυαλό τους σαν πανύψηλα και σεβάσμια τείχη, η υποτιθέμενη αυλή τους δεν ξεπέρναγε ποτέ κατά κανόνα αυτό τό ελάχιστο πλάτος τού ίδιου τους τού σχολείου : ποτέ δεν απλώθηκαν σ’ όλον τόν δρόμο δηλαδή : παίζανε φωνάζανε τρέχανε και κυνηγιόντουσαν στο μικρό ορθογώνιο έξω στον δρόμο που αντιστοιχούσε ακριβώς στο πλάτος τής αξιολύπητης πρόσοψης τού στενού τους σχολείου :

 

 

επομένως δεν παίζανε όλα : γιατί τό σχολείο είχε άπειρα παιδιά και η απόδειξη είναι ότι όταν σχολάγανε ο δρόμος πλημμύριζε : ποιος ξέρει, ίσως κληρώνανε μεταξύ τους βάρδιες παιχνιδιού και ξεσαλώματος εκ περιτροπής για τά διαλείμματα – και τότε ίσως τά υπόλοιπα παιδιά να μέναν να κυνηγιώνται μέσα στις τάξεις ή τόν στενό διάδρομο που αποτελούσε τόν μόνο «εξωτερικό χώρο» τού σχολείου, όπως βλέπαμε όσες κρυφοκοιτάζαμε

πάντως ήταν φυσιολογικά παιδιά, και καλά παιδιά, και τό ξερω γιατί είχα κάνει μια φίλη από κει : δεν θυμάμαι πώς γνωριστήκαμε αλλά μάς ένωσε μάλλον τό πάθος μας τότε για τίς συλλογές που είχαμε (οι μόδες και τά έθιμα που έλεγα κάπου παραπάνω πιο πριν, ήτανε διασχολικά και πανανθρώπινα όπως αποδείχτηκε φαινόμενα, δεν αφορούσαν μόνο τή δικιά μας τήν τάξη) μάλιστα νομίζω ότι μ’ αυτό τό κοριτσάκι γνωριστήκαμε πάνω στην εποχή τής συλλογής τών χαρτοπετσετών : Θυμάμαι που συναντηθήκαμε μια μέρα στον δρόμο και μού έφερε τό δικό της άλμπουμ και έφερα κι εγώ τό δικό μου, και πήγαμε μετά στο σχολείο μου στην αυλή με τίς κούνιες και τά κοιτάξαμε με τήν ησυχία μας, ανταλλάξαμε και μερικές χαρτοπετσέτες (είχα κάποιες που πολύ τίς καμάρωνα (κάτι νομίζω αγγλικές), κι είχε κι αυτή μερικές σπάνιες (κάτι νομίζω ισπανικές)) και ύστερα κάναμε κούνια για αρκετή ώρα θυμάμαι, μιλώντας και λέγοντας τά βάσανά μας

στο σχολείο τό δικό μου τό απόγευμα που ήταν έρημο αν έμπαινε κανένα παιδί να κάνει κούνια, ή να παίξει στις πιο κάτω αυλές μπάλα, δεν τό ενοχλούσε κανείς : υπήρχε φύλακας, αλλά ήταν σαν αόρατος, ήταν ευγενικός και δεν τού έδινε κανείς σημασία, δεν μάς είχε ενοχλήσει ποτέ, ούτε όταν πήγαινα με φίλους μου αγόρια από τήν πολυκατοικία να παίξουμε ποδόσφαιρο στις κάτω αυλές μάς ενόχλησε κανένας – Ήταν ένα ήρεμο και γλυκό και πολύ έξυπνο κοριτσάκι, από τίς καλύτερες φίλες που είχα, και μάς θυμάμαι να κάνουμε κούνια στην πάνω αυλή μερικά ήρεμα απογεύματα ενώ ο ήλιος έπεφτε στα τσιμέντα και τά πλακάκια, και ηχούσε τό τρίξιμο τής κούνιας από τά μέταλλα και οι ήσυχες κουβέντες, και τά σιγανά γέλια

 

 

ο όρκος (αριστεία γ΄)

 

κάπου εκεί, προς τή μέση τής έκτης τάξης έγινε πάντως κάτι ασήμαντο και αστείο, που άλλαξε ελαφρώς και τήν από χρόνια εξασφαλισμένη μας ρουτίνα και ησυχία, και γι’ αυτό τό παρακολουθήσαμε λίγο στην αρχή ως αξιοπερίεργο, διασκεδάζοντας κάπως – και μετά βαρεθήκαμε να τό παρακολουθούμε (νομίζω ότι συμφωνήσαμε όλοι σύντομα πως παραήταν ηλίθιο) : ήρθανε δυο καινούργιοι μαθητές δηλαδή να γραφτούνε στη μέση τού χρόνου (τά περί κλήρωσης επομένως πήγαιναν τώρα εμφανώς περίπατο) και ο διευθυντής μας μάς τούς σύστησε λίγο επίσημα και πολύ φιλικά, παιδιά θα έχετε και δύο καινούργιους συμμαθητές από δω και μπρος, είναι ο τάδε και η τάδε – δεν νομίζω ότι τό είπε ο ίδιος ότι τά νέα αυτά φρούτα (που μας κοιτάζανε ελαφρώς με χαμογελαστό και καταδεχτικό ύφος (θυμίζαν εντελώς τούς σπουδαστές)) ήρθανε από τήν επαρχία, αλλά δεν χρειαζότανε γιατί έγινε σαφές πολύ γρήγορα : δεν είναι ότι είχανε ακριβώς προφορά (αν και είχανε και λίγη προφορίτσα – ο ένας ας πούμε λαρισαίϊκη κι ο άλλος καρδιτσιώτικη (κατά προσέγγιση τά λέω τώρα)) αλλά όλα πάνω τους μύριζαν επαρχία, κυρίως τό ότι εμφανώς δείχναν ότι νόμιζαν ότι πρέπει να είναι πρώτοι – Ο διευθυντής τούς κάθισε αμέσως και επισήμως στην πρώτη σειρά δεξιά, και τούς δύο μαζί, τούς είχε πάρει υπό τήν εύνοιά του (ήταν σαφές πώς κάποια μεγάλα μέσα είχαν πέσει για νά ’ρθουν δυο επαρχιώτες από τά χωριά τους (και χωριστά, δεν είχαν καμία σχέση μεταξύ τους, φάνηκε αμέσως αυτό) στη μέση τού χρόνου, προφανώς για να τελειώσουν ένα «καλό σχολείο» : σιγά τά αίματα : εμείς βέβαια δεν είχαμε ιδέα τότε από αυτά, τούς αντιμετωπίσαμε απλώς σαν αξιοπερίεργα και διασκεδαστικά νούμερα (είχαμε κάθε δικαίωμα γιατί αυτοί νομίζανε ότι εδώ που ήρθανε θα γινόντουσαν τίποτα αγώνες για πρωτεία, και ποιος θα βγει πρώτος και διάφορα τέτοια χαζά) (που όμως γίνονταν ίσως στην επαρχία)) –

μοιάζανε με τούς σπουδαστές, αλλά δεν μοιάζανε μεταξύ τους – αυτός ήτανε παχουλός και είχε φάτσα σα μωρό και σα γουρουνάκι μαζί, κι αυτή ήταν ψηλή κι αδύνατη με οστεώδες πρόσωπο και κάτι λαϊκότροπο και παλιομοδίτικο μαζί στην έκφραση – δεν ήτανε πάντως κακά παιδιά, ήτανε μάλιστα επιδεικτικά ευγενικοί με μάς τούς υπόλοιπους αλλά ρίχτηκαν σ’ έναν αγώνα για τό ποιος θα ’ναι πρώτος πράγμα που πήρε τή μορφή μιας διαρκούς κι ακατανόητης μονομαχίας μεταξύ τους, όπου η μόνη της ανάσα ήταν ίσως όταν κατάλαβαν πως η υπόλοιπη τάξη δεν τούς ακολουθούσε, αδιαφορούσε, και θα τούς άφηνε εντελώς ανενόχλητους : (φαντάζομαι ότι κατάληξαν από μέσα τους πως τά παιδιά τής αθήνας είναι κάπως χαζά και καθυστερημένα) : αυτό ακριβώς ήταν και τό επαρχιώτικο στοιχείο στη συμπεριφορά τους, τό ότι δεν κατάλαβαν ούτε στιγμή, ούτε για ένα τέταρτο, πού βρίσκονται – είχαν αυτό τό είδος τυφλότητας προς τό, οποιοδήποτε, περιβάλλον – και προσήλωσης προς τό, οτιδήποτε, θεωρούσαν καθωσπρέπει και σημαντικό, που χαρακτηρίζει μερικούς πολύ βλάκες ανθρώπους : αγωνίζονταν λοιπόν μεταξύ τους ποιος θα βγει πρώτος στα μαθήματα και τό πετυχαίνανε να είναι και οι δύο πολύ καλοί, και να παπαγαλίζουνε τόν κύριό μας άριστα, αλλά τό γιατί έπρεπε αυτό να γίνεται, ήταν και παρέμεινε για μάς τούς υπόλοιπους ένα μυστήριο : ήταν δηλαδή αξιοπερίεργοι όπως κάτι ζουζούνια που πετάνε ξαφνικά στο δωμάτιο έχοντας στήσει έναν καυγά – τό ότι μάχονται μεταξύ τους είναι σίγουρο, τό καταλαβαίνεις απ’ τίς κινήσεις τους, και πολλές φορές κι απ’ τούς ανεπαίσθητους θορύβους που κάνουν τά φτερά και τά ποδαράκια τους όπως παλεύουν – αλλά ακριβώς επειδή είναι έντομα, δεν μπορείς να έχεις ιδέα περί τού τίνος καυγαδίζουν –

(αυτό γίνεται καμιά φορά κι άμα γαμιώνται, αλλά τότε εκεί υπάρχει διαφορά, και στους ήχους, και στις κινήσεις τών ποδιών, για όποιον έχει παρακολουθήσει τά έντομα)

κάτι γινόταν λοιπόν που δεν τό καταλαβαίναμε – λόγια δεν λέγονταν αλλά σαν να σκοτωνόντουσαν κάποιοι εκειπέρα μπροστά μας χωρίς λόγια

πάντως ήτανε καλά παιδιά – παρέες και φιλίες δεν μπορώ να πω ότι έκαναν, αλλά όταν σε κάνα διάλειμμα γύριζαν πίσω και μιλούσαν σ’ εμάς τούς υπόλοιπους ήταν ευγενικοί – ο χοντρούλης πολύ χαμογελαστός, και η ξερακιανή μ’ ένα κάπως επιθετικό και ντόμπρο υποτίθεται ύφος : αλλά τό πόσο δεν θα τά κατάφερνε ποτέ να γίνει μέρος τής τάξης μας τό έδειξε ακριβώς με τήν πιο χαριτωμένη ας πούμε, και ένδοξη και γενναία της πρωτοβουλία και στιγμή : είχαμε πάει μια εκδρομή κι είμαστε μέσα στο πούλμαν – και ξαφνικά σηκώθηκε μπροστά–μπροστά να μάς τραγουδήσει – και τό ίδιο τό ότι σηκώθηκε να μάς τραγουδήσει, αλλά και τό είδος τού τραγουδιού που διάλεξε να πει, όλα φωνάζανε από μακρυά πως νόμιζε ότι είμαστε πια ένα, και πώς είχε ενσωματωθεί απολύτως : έτσι έβαλε τά χέρια στη μέση (κι άλλοτε τά σήκωνε και προς τ’ αριστερά ή δεξιά) στήθηκε μπροστά σε όλους εκεί, στον στενό διάδρομο τού πούλμαν και καθώς αυτό έπαιρνε τίς στροφές του, αυτή μάς απέδειξε με πολύ κέφι ότι δεν είχε ιδέα πού βρίσκεται (και ούτε θα αποκτούσε ποτέ)

γιατί εμείς, τά τραγούδια που λέγαμε ήτανε πάντα μοντέρνα, όπως εκείνο τό

μαρίνα μαρίνα μαρίνα / τι βόλιο πουπρέστο σποζά /
ο μια μπέλ’ αμόρε κλπ, κλπ, / ο νο νο νο νο νο /

και τά λαϊκά τά ’χαμε μόνο για να γελάμε – όπως όταν μια φορά που περπατάγαμε με τή φίλη μου στο δρόμο προς τή βασιλίσσης σοφίας για να πάμε σπίτι της (σε κείνο τό υπέροχο κτήριο τό ροζ – υπάρχει ακόμα – είχε θυμάμαι ακόμα και στους ατέλειωτους μακριούς του διαδρόμους ένα σκούρο παρκέ) (και η οποία, μιαν άλλη μέρα, βλέποντας εκείνην τήν πολύ όμορφη (και γλυκιά) κυρία στον δρόμο (τήν καμαρώναμε συχνά γιατί έμοιαζε και με μια ηθοποιό) ανακοίνωσε εντέλει αποφθεγματικά ότι «αυτή είναι η γλύκα τού κολωνακιού» (διότι τέτοια ήταν τά ελληνικά και τά λαϊκά που ξέραμε εμείς, και μού άρεσε πάρα πολύ αυτή η πρόταση (και η γενική βέβαια) ώστε τήν επαναλάβαινα κι εγώ όσο μπορούσα, όταν είχα καμιά ευκαιρία – πάντα μακριά απ’ τή μάνα μου) και αισθανόμουνα ότι έχουμε μια επιπλέον αλληλεγγύη με τή φίλη μου, τών οποίων και οι δύο μαμάδες, δεν μπορούσαν να θεωρηθούν γλύκες, αλλά μάλλον ψηλομύτες ξυνές)) λοιπόν καθώς πηγαίναμε προς τό σπίτι της στάθηκε στη μέση τού πεζοδρομίου, για να μού δείξει πώς είναι μερικά λαϊκά, και κουνώντας τά χέρια πάνω απ’ τό κεφάλι άρχισε να τραγουδάει πολύ ωραία «σήκω χόρεψε κουκλί μου, να σέ δω να σέ χαρώ, τσιφτετέλι τούρκικο» και μού φάνηκε πολύ αστείο (κυρίως βέβαια η λέξη κουκλί) και έπεσα κάτω απ’ τά γέλια (που λέει ο λόγος) και πάντως κάναμε πολλή φασαρία εκεί πάνω στο πεζοδρόμιο και οι δύο φωνάζοντας : άκου κουκλί : αλλά και η λέξη τσιφτετέλι ήτανε πολύ αστεία, και εντελώς καινούργια

λοιπόν αυτή σηκώθηκε κεφάτη, και νομίζοντας ότι μάς έχει μάθει, όλες και όλους, και ότι έχει ενσωματωθεί απολύτως, βάζοντας τά χέρια στη μέση τραγούδησε εκείνο τό « η μάνα ο πατέρας κι ο αδελφός μου / λένε πως έχασα τό νου μου και τό φως μου / λένε πως είμαι μια τρελλή / αφού αρνήθηκα πολύ / να παντρευτώ έναν γεράκο παραλή »

και που είχε τό πολύ γνωστό (θα νόμιζε φαντάζομαι (αλλά οπωσδήποτε και ρυθμικό)) ρεφραίν :

μα εγώ αγαπώ έναν τύπο
έναν τύπο καταπληκτικό
που ’χει βρει τής καρδιάς μου τόν κτύπο
έναν τύπο παιδί λαϊκό

έναν τύπο με λίγους παράδες
που γι’ αυτό δε μέ νοιάζει σταλιά
έναν τύπο με λίγες κουβέντες
μα με γλύκα πολλή στα φιλιά / λαλαλαλαλαλαλα

και σήκωνε και τά χέρια απ’ τή μέση κι έκανε στον αέρα διάφορα σχέδια, όπως κάναν φαντάζομαι ότι φανταζότανε οι διάφοροι τραγουδιστές

διασκεδάσαμε πολύ κι όταν τέλειωσε, αφού μάς πέρασε λίγο η έκπληξη και η αμηχανία και η σχετική παγωμάρα που πρέπει να έπιασε στην αρχή εκεί τά πρώτα καθίσματα, νομίζω ότι μερικές χειροκροτήσαμε κιόλας μαζί με τά γέλια – άλλωστε εκδρομή είμαστε – Όμως από τά πίσω καθίσματα ξαφνικά, που ήταν κυρίως αγόρια (μεσαία και λούμπεν, και σίγουρα τά πιο επιθετικά) ακούστηκε ένας που σαν να ανέλαβε να σώσει τήν τιμή τής τάξης – κι έτσι από τό βάθος και τή σκοτεινιά τού πούλμαν αναδύθηκε μια φωνή :

– άντε από δω μωρή χαζή

σιωπή επακολούθησε (σιωπή δίσημη : απ’ τή μια νιώσαμε πλήρεις που κάποιος έσωσε τήν τιμή τής τάξης, κι απ’ τήν άλλη τό βρισίδι προς τήν ξένη ήταν σίγουρα ένα έμμεσο βρισίδι και προς εμάς, τά κορίτσια γενικά) κι έτσι κάτσαμε λίγο στη σιωπή και ύστερα στραφήκαμε ο καθένας με τήν παρέα του στα δικά του, και κοιτάζαμε απ’ τό παράθυρο τά τοπία και τό ξεχάσαμε Αλλ’ αυτή όπως φαίνεται, όχι : κι έτσι σε λίγο ξανασηκώθηκε στη μέση τού διαδρόμου και φώναξε τήν πληρωμένη (και γεμάτη αξιοπρέπεια) απάντηση :

– ευχαριστώ πολύ γιάγκο

(αλλά δεν απαντούσαν έτσι στον γιάγκο : η απάντηση στο «άντε από δω μωρή χαζή» ήτανε ένα, εξίσου άγριο, «άντε από δω μωρέ χαζέ», κι όχι «γιάγκο, σ’ ευχαριστώ πολύ» : αυτό, μολονότι τό θαυμάσαμε με τό στόμα (κρυφά) ανοιχτό, μάς επανέφερε στην τάξη γιατί απόδειξε ότι αυτή δεν ανήκε, ό,τι και να ’κανε, στην τάξη μας)

γενικά λοιπόν, οτιδήποτε γινότανε μ’ αυτούς τούς δύο απόδειχνε ότι δεν καταλαβαίνανε τίποτα (ο γουρουνίτσος ήταν σοφά πιο απόμακρος και προσεκτικός) – και τήν ώρα που στα γράφω τώρα αυτά (πράγμα που αποδεικνύει ότι τό γράψιμο ενισχύει τή μνήμη) (ενώ από μια άλλη άποψη τή σβήνει κιόλας, γιατί είναι γεγονός ότι τήν ώρα που γράφεις κάτι, αυτό σα να  εξαφανίζεται) θυμήθηκα ότι ήτανε και οι δύο παιδιά στρατιωτικών : ναι, μάλιστα, έτσι εξηγείται και τό δυνατό μέσο για νά ’ρθουνε καρφωτοί μεσοχρονίς στο σχολείο (τί κλήρωση και ξε–κλήρωση και αρχίδια καλαβρέζικα (βέβαια είχαμε κι άλλα παιδιά στρατιωτικών αλλά μένανε στην αθήνα – ήτανε όλα κατά σύμπτωση αντιπαθητικά, αλλά μένανε στην αθήνα – αυτά τά δύο πρέπει να ’χανε γυρίσει με τά στρατιωτικά έθιμα όλες τίς επαρχίες))

 

 

μετά τό δημοτικό δεν ξανασυναντηθήκαμε ποτέ, παρά μόνο εγώ θα ξανάβρισκα τόν γουρουνίτσο (από πολύ μακριά εννοείται, κι από τό τέλος μιας ξύλινης αίθουσας) μία μοναδική μέρα στο πανεπιστήμιο (και κάτω από τίς πιο γελοίες συνθήκες) : τή μέρα δηλαδή τής ορκωμοσίας τών πρωτοετών

στην οποία πήγαμε με τή φίλη μου – και ποιος ξέρει δηλαδή γιατί πήγαμε σε κείνη τήν ορκωμοσία τών πρωτοετών ; κατά πάσα πιθανότητα επειδή είμαστε πρωτοετείς – τό πανεπιστήμιο ήτανε πεθαμένο –

πήγαμε λοιπόν από περιέργεια με τήν κολλητή μου από τό λύκειο (που η χούντα τό ξανάκανε γυμνάσιο, ποτέ δεν καταλάβαμε γιατί) και καθώς είχαμε μπει με τίς 5 πρώτες θα παίρναμε μία υποτροφία – πράγμα πολύ ωραίο καθώς μάς βόλευε για να φύγουμε απ’ τό σπίτι μας και να πιάσουμε δικό μας : είμαστε λοιπόν ευτυχείς και πιστεύω ότι τήν ορκωμοσία θα μπορούσαμε να τή γλυτώσουμε αλλά πήγαμε : τό πανεπιστήμιο ήτανε πεθαμένο

η αίθουσα ήτανε πήχτρα και τριγυριζότανε από αυτά τά καφετιά λουστραρισμένα ξύλα που συχαίνομαι : δεν ξέραμε φυσικά κανέναν και χωθήκαμε πίσω πίσω πίσω, στο τέλος τής τεράστιας αίθουσας έτσι που να ’χουμε πλήρη εποπτεία τού τί βλακείες θα γίνονταν : μπροστά μπροστά φυσικά δεν βλέπαμε, θα υπήρχε κάποιο έδρανο, θα ’ταν μαζεμένοι μάλλον τίποτα καθηγητές : για αρκετή ώρα έβγαινε από κει μια αναστάτωση πάντως, κι ο γνωστός θόρυβος από έντομα που κάνουν μεταξύ τους τελετές ακατανόητες : κι ύστερα μια καταγέλαστα αυστηρή φωνή ακούστηκε να προλογίζει και να μάς ενημερώνει ότι από τούς νεοεισελθόντες αυτός που ’χε μπει πρώτος στη νομική, θα διάβαζε τόν όρκο, και οι υπόλοιποι έπρεπε να σηκώσουν τό ένα χέρι με τρία δάχτυλα ενωμένα, για να ορκιστούνε μαζί του : κι αμέσως μετά ακούστηκε μια αγέλαστη φωνή να διαβάζει ένα αλαμπουρνέζικο κείμενο εις άπταιστον αρχαϊκήν : μεγάλο μέρος από τό πλήθος, οι μπροστά–μπροστά τά βλήτα, είδαμε να σηκώνουν τά χέρια τους ενώ για πολλή ώρα τό αρχαΐζον κείμενο συνεχιζόταν στομφώδες και ακατανόητο : επειδή κρατούσε πολλή ώρα άρχισαν να διαχέονται στην αίθουσα ενοχλημένοι ψίθυροι, που στο τέλος, όταν έφτασαν σε μάς, δεν ήταν πια ενοχλημένοι αλλά ξεκαρδισμένοι : ένα γενικό υπόγειο φτύσιμο σα φίδι διέσχισε τήν αίθουσα κι έφτασε ώς πίσω : δεν τό διαβάζει, έλεγαν, τό λέει απέξω : «καλέ, τό βούρλο δεν τό διαβάζει, ο σπασίκλας τό λέει απέξω» : για όλες τό νέο μπορεί να ήταν ξεκαρδιστικό και απίστευτο, αλλά όχι για μένα : ήδη μού είχε χτυπήσει ένα ανατριχιαστικό σφυρί στο κεφάλι, διότι τό όνομα και η φωνή ήταν απείρως γνωστά – δεν είπα τίποτα γιατί δοκίμαζα κείνη τή φρίκη τού να βρίσκομαι απροειδοποίητα σε δύο χώρους, και σε δύο χρόνους, ταυτοχρόνως : βέβαια τό όνομα δεν μπόρεσα να τό θυμηθώ αμέσως, αλλά η φωνή του μού θύμισε τόν γουρουνίτσο να παπαγαλίζει καμαρωτά κάθε μέρα σ’ εκείνη τήν έκτη τάξη, και λίγο μετά επανήλθε και τό όνομα : κι όσο συνέχιζε η φωνή, τόσο επανερχόταν και τό όνομα : ήταν η μέρα τής δόξης του αυτή, κοίτα να δεις: μία ζωή αριστεύων για τήν παπαγαλία του, δεν θα τήν επεδείκνυε και στη μοναδική περίπτωση που καθόλου δεν τή ζητούσαν ;

δεν τόν ξανάκουσα ποτέ : όταν τό πανεπιστήμιο ζωντάνεψε κι έγινε όμορφο με όλους εκείνους τούς κινδύνους και τήν ελευθερία τού κόσμου, αυτός (και οι άλλοι σπασίκλες από τό λύκειο) (που ’χε ξαναγίνει γυμνάσιο) θα εξαφανιζόντουσαν μυστηριωδώς, θα ’λεγες αν δεν ήξερες, από προσώπου γης : αλλά δεν υπήρχε κανένα μυστήριο : ο κίνδυνος σε κάνει δημιουργικό και θέλει να μιλάς με τά δικά σου λόγια, ούτε υπάρχει παπαγαλία στα σπουδαία, ούτε στη ζητάει κανείς.

 

 

 

φωτογραφίες henri cartier–bresson

 

 

 

φωτογραφίες : vitaliano bassetti και robert doisneau

 

 

 

 

 

 

Επόμενη σελίδα: »

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: