σημειωματαριο κηπων

27 Νοεμβρίου 2021

«έκθεση βαθυτυπίας», σπαραγμός μεταμφιεσμένος σε μανιφέστο ανατροπής / κριτική τού γιώργου συμπάρδη

.

.

.

.

.

Η ΕΚΘΕΣΗ ΒΑΘΥΤΥΠΙΑΣ (Απόπειρα 2006), το δεύτερο µετά τις Προετοιµασίες του 1987 µυθιστόρηµα της Χάρης Σταθάτου, είναι ένα βιβλίο εριστικό, προκλητικό, ένα µυθιστόρηµα που µέσα στα όριά του δηµιουργεί έναν ολόκληρο και καινούργιο –σχεδόν πρωτοφανή, θα έλεγα– κόσµο ο οποίος καταπείθει τον αναγνώστη και εκβιάζει την κατάφαση και την αποδοχή του.

Θέµα του είναι ο έρωτας και η τέχνη. Ο έρωτας που για τους περισσότερους άνδρες συγγραφείς αποτελεί τρόπον τινά και για κάποιους νεφελώδεις λόγους το αυτονόητο υποτίθεται συνώνυµο του θανάτου, για τη γυναίκα συγγραφέα Χάρη Σταθάτου είναι ταυτόσηµος µε την τέχνη. Ο έρωτας για τη Σταθάτου οδηγεί στην τέχνη ενώ και η τέχνη αναπαριστά και –κάτι ακόµα πιο ουσιαστικό– αναπαράγει τον έρωτα που προϋποθέτει.

Στο κέντρο του µυθιστορήµατος βρίσκεται µια θεατρική πράξη η οποία συναπαρτίζεται από εφτά σκηνές και περιβάλλεται από έναν πρόλογο και έναν επίλογο ενώ δύο εκθέσεις (µε την έννοια που δίναµε στη λέξη «εκθέσεις» στα µαθητικά µας χρόνια) λειτουργούν η µια ως εισαγωγή στον πρόλογο και στη θεατρική πράξη και η άλλη ως δεύτερος και τελικός επίλογος. Χρειάζεται ίσως εδώ να ειπωθεί ότι ο κατά τα άνω θεατρικός πυρήνας του µυθιστορήµατος είναι δυνατόν να υπάρξει και ως αυτοτελές θεατρικό έργο και ότι έτσι όπως εγκλωβίζεται στον πρόλογο και στον επίλογο (µέσα σε κλασικά δηλαδή µυθιστορηµατικά εργαλεία) αποτελεί µαζί τους µια µυθιστορηµατική ενότητα, ένα δεύτερο σχεδόν αυτοτελές σύνολο το οποίο µε τη σειρά του περιβάλλεται από την τελική εξωτερική στιβάδα των εκθέσεων-αφηγήσεων. Μυθιστόρηµα «καρπός» θα µπορούσε εποµένως να χαρακτηρισθεί η Έκθεση βαθυτυπίας, περικάρπιο που περικλείει καρπό που περικλείει πυρήνα. Ή αν το δούµε από το κέντρο προς τα έξω, θεατρικό µονόπρακτο µέσα σε παρενθέσεις και εντέλει µέσα σε αγκύλες που επιτείνουν την αίσθηση της σχεδόν µαθηµατικής και εµφανώς εσκεµµένης δοµής και ταυτόχρονα αναδεικνύουν τον γεωµετρικό σχεδιασµό και την αποδεικτική δεινότητα της συγγραφέως.

.

Τα πρόσωπα του έργου

Τρία είναι τα ορατά και κατονοµαζόµενα πρόσωπα του µυθιστορήµατος: η συγγραφέας του πρόλογου, του θεατρικού και του επίλογου Νίνα, η γλωσσολόγος Λίζα και η ζωγράφος Μάχη. Συντάκτρια της εισαγωγικής καθώς και της τελικής έκθεσης (των «µαθητικών» δηλαδή, σύµφωνα µε όσα είπαµε, εκθέσεων) είναι µια ανώνυµη γυναίκα, ίσως η συγγραφέας Νίνα, ίσως µια άλλη τέταρτη γυναίκα όπως θα ήθελε και όπως µας αφήνει να υποθέσουµε η ίδια η Σταθάτου µε τις γλωσσικές επεξηγήσεις που προτάσσει στο βιβλίο της. Το ίδιο συµπέρασµα προκύπτει αν λάβουµε υπόψη µας και την τέταρτη φιγούρα που αχνοφαίνεται στο βάθος του πίνακα του Max Beckmann µε τον τίτλο «Τέσσερις γυναίκες» και ο οποίος πίνακας είναι βέβαιο ότι κάθε άλλο παρά τυχαία χρησιµοποιείται στο εξώφυλλο του βιβλίου.

Το ερώτηµα εάν το συγκεκριµένο έργο του Beckmann προ–υπήρξε ως κατά έναν τρόπο πηγή έµπνευσης για τη συγγραφέα της Βαθυτυπίας ή βρέθηκε να ταιριάζει µε όσα έγραψε εκ των υστέρων ή σε κάποιο στάδιο της γραφής είναι µάλλον αδιάφορο. Το ίδιο κατά τη γνώµη µου αδιάφορο είναι και το ερώτηµα εάν η συντάκτρια των δύο εκθέσεων είναι η Νίνα ή κάποια άλλη, τετάρτη, ανώνυµη γυναίκα και ανώνυµο προσωπείο της Σταθάτου: συντάκτρια και κατασκευάστρια των εκθέσεων αλλά και ολόκληρου του µυθιστορήµατος, ακόµα και αν η ορθογραφία στα επί µέρους τµήµατα διαφέρει, µοιάζει να είναι ένα και το αυτό πρόσωπο. Και δεν εννοώ τη συγγραφέα της Βαθυτυπίας αλλά το ένα και µοναδικό ουσιαστικά πρόσωπο που άλλοτε διοχετεύεται και παίρνει τη µορφή της ανώνυµης αφηγήτριας των εκθέσεων κι άλλοτε της Νίνας που έχει πάντοτε για φίλες της τη Λίζα και τη Μάχη και όχι κάποια τρίτα πρόσωπα και η οποία παρά τις ορθογραφικές διαφοροποιήσεις µιλάει και εκφράζεται µε έναν ιδιαίτερο αλλά και ίδιο τρόπο και είναι φορέας των ίδιων ιδεών.

Στο πρώτο µέρος του βιβλίου δύο φίλες, η ανώνυµη συντάκτριά του για την οποία µιλήσαµε και η ζωγράφος Μάχη, συζητούν για την ερωτική περιπέτεια µιας κοινής γνωστής τους, της Λίζας που ζει στη Γερµανία. Της Λίζας η οποία για έναν ασήµαντο λόγο, για ένα τίποτα «απ’ αυτά που ’χει ανεχτεί από τους άλλους τους άσχετους µε την οκά» (σελ. 36), χωρίζει από τον γερµανό φίλο της αλλά εξακολουθεί να ζει σε διαφορετική πόλη της ίδιας χώρας µόνο και µόνο για να ακούει τη γλώσσα του Γερµανού της. Τόσο τρελά είναι ερωτευµένη µαζί του.

Την ίδια ουσιαστικά ιστορία, αλλά µε διαφορετικά πρόσωπα στους ρόλους και µε διαφορετικά δεδοµένα, ξανακούµε και στο δεύτερο µέρος του βιβλίου, στον πρόλογο. Η συγγραφέας Νίνα (η οποία όπως είπαµε είναι και η συγγραφέας του προλόγου), η γλωσσολόγος Λίζα που έχει επιστρέψει στο µεταξύ από το εξωτερικό και η ζωγράφος Μάχη συναντώνται και συζητούν µεταξύ άλλων και για κάποιο νεαρό και ταλαντούχο ζωγράφο, γνωστό της Μάχης, που ενώ δεν έχει καταφέρει ακόµη να µπει στη Σχολή Καλών Τεχνών (και δεν το έχει καταφέρει ακριβώς επειδή είναι ταλαντούχος), κερδίζει την εκτίµηση και την αγάπη µιας καθηγήτριας της σχολής η οποία του δίνει πρόσβαση στα υλικά της σχολής και του επιτρέπει να παρακολουθεί τα µαθήµατά της. Και αυτό µέχρι που τα αισθήµατα της ερωτευµένης καθηγήτριας πληγώνονται από το γεγονός ότι ο νεαρός προθυµοποιείται να καλέσει στο εργαστήρι του και να δείξει όλη τη µέχρι τότε δουλειά του σε µια άλλη, ακόµα µεγαλύτερης ηλικίας γυναίκα, διάσηµη ζωγράφο από το εξωτερικό.

Με αφετηρία την παρεξήγηση που δηµιουργείται ανάµεσα στο νεαρό και την καθηγήτριά του και µε τα ίδια σχεδόν δεδοµένα υλικά του παραπάνω µύθου, η Νίνα χτίζει το έργο της, δηλαδή τη θεατρική πράξη που καταλαµβάνει το τρίτο µέρος του µυθιστορήµατος: σε µια γκαλερί όπου εκτίθενται τα έργα βαθυτυπίας (ή χαρακτικής, αν προτιµάτε) µιας καθηγήτριας Σχολής Καλών Τεχνών στην οποία δίνει το όνοµα της Μάχης, έρχεται καθηµερινά µια γλωσσολόγος µε το όνοµα Λίζα για να θαυµάσει τα χαρακτικά και να πείσει τελικά τη χαράκτρια για τα ευγενή αισθήµατα ενός νέου εξαιρετικού ταλέντου και παρόµοιας συµπεριφοράς µε τον νεαρό του προλόγου. Η ανιδιοτέλεια, τα επιχειρήµατα και τα ειλικρινή αισθήµατα από τα οποία εµφορείται η θεατρική Λίζα θα κινητοποιήσουν τη θεατρική Μάχη και θα οδηγήσουν τις δύο γυναίκες σε µια βαθιά, εξοµολογητική φιλία, σε έναν εναγκαλισµό και σ’ ένα φιλί ερωτικό.

Στον επίλογο (στο τέταρτο µέρος του βιβλίου), η Νίνα µε την πρωτοπρόσωπη πάντοτε αφήγησή της µας ξαναγυρίζει στις ηρωίδες έτσι όπως τις γνωρίσαµε στον πρόλογο και στις πραγµατικές τους διαστάσεις ενώ και η ιστορία της για τον νεαρό ζωγράφο προσγειώνεται στην πραγµατικότητα: στις αντιδραστικές απόψεις και τη σεξιστική συµπεριφορά του όντως ταλαντούχου νεαρού, στη στάση ζωής και τις κάθε άλλο παρά ιδανικές δράσεις του που προλέγουν ένα µέλλον στο οποίο πρόκειται να κάνει ό,τι και οι υπόλοιποι ταλαντούχοι ζωγράφοι: «Αυτοί που δίνουνε την εντύπωση ότι ζωγραφίζουνε µόνο και µόνο για να ’χουν να κάνουνε κάτι ώσπου να πεθάνουν» (σελ. 332).

Την ανώνυµη αφηγήτρια της πρώτης έκθεσης τη συναντάµε και στο τελευταίο µέρος του βιβλίου να συνεχίζει τον µονόλογο και την περιπλάνησή της. Η φωνή του άγνωστου στην όψη γκαλερίστα που αδίκως την είχε γοητεύσει από τηλεφώνου στην αρχή του βιβλίου, γίνεται τώρα φωνή άλλης τάξεως. Γίνεται µια ποιητική συλλογή την οποία θα της χαρίσει η φίλη της Λίζα γραµµένη από έναν άγνωστο άνδρα ποιητή που ζει στο Βερολίνο και µιλάει µε τη δική της γλώσσα – τη γλώσσα της αφηγήτριας και τα αισθήµατα της αφηγήτριας. Και ενώ τα ποιήµατά του είναι σαν να τα έχει γράψει η ίδια και εκείνος να της τα έκλεψε και σαν να είναι εκείνος αυτή, από αλληλεγγύη στη γυναίκα σύντροφό του κι ακόµα περισσότερο λόγω του βάσιµου φόβου της διάψευσης και της µαταίωσης, η συνάντηση της αφηγήτριας µε τον ποιητή δεν πραγµατοποιείται και περιγράφεται όπως ίσως θα γινόταν (αν γινόταν) σε ένα επίπεδο φαντασιακό.

.

Μορφές του έρωτα

Ο µοναδικός χειροπιαστός έρωτας και η µοναδική πραγµατωµένη ερωτική σκηνή του βιβλίου, υπάρχει, εσκεµµένα και πάλι, ανάµεσα σε δύο άτοµα του ιδίου φύλου, σε δύο άνδρες που αγγίζονται και κοιτάζονται σε ένα µπαρ του Βερολίνου. Αχνή ελπίδα και υπόσχεση ετεροφυλόφιλης προσέγγισης ο αιµοµικτικός έρωτας αδελφής µε αδελφό που κι αυτής όµως η πραγµατοποίηση εναποτίθεται σε κάποιο µελλοντικό αφήγηµα της ανώνυµης ηρωίδας και στις µελλοντικές, φυσικά, συγγραφικές της διαθέσεις. Προς το παρόν και µέσα στα όρια της Έκθεσης βαθυτυπίας οι άνδρες «καµαρώνουν για τον έρωτα που κάνουνε λες και δίνουνε µάχη» λες και «νικήσανε κάποιον» (σελ. 339). «Τι ερωτική εποχή είναι αυτή» αναρωτιέται ήδη από το πρώτο µέρος του βιβλίου η ίδια ανώνυµη γυναίκα «όταν ο έρωτας κρατάει µόνο όσο κρατάει η παιδική µας η άγνοια;». Στην παιδική ηλικία η άγνοια και στην εποχή της ετοιµότητας «η απόλυτη φρίκη: οι καταστροφές, τα ολοκαυτώµατα: τότε είναι που µπορείς να πεις ότι πια ερωτεύεσαι». Κι ύστερα; Ύστερα έρχεται η εποχή της «απόλυτης και ώριµης νέκρας» (σελ. 47).

Την ερώτηση του Κώστα Ταχτσή στα Ρέστα (1972) (στο αυτοβιογραφικό του αφήγηµα «Η πρώτη εικόνα»), το ρητορικό εκείνο «µα πόσο αρρενωπότερος µπορούσα να γίνω, και πόσο θηλυκότερος», που δεν περιµένει απάντηση αφού η απάντηση είναι δεδοµένη και αυτονόητη, είναι µια ερώτηση την οποία πιστεύω ότι µε τον ίδιο εµφατικό τρόπο θα µπορούσε να υποβάλει διά στόµατος οιασδήποτε των ηρωίδων της και η Χάρη Σταθάτου. Οι αγοραίες ανδρικές εκφράσεις των γυναικών της, όπως το «πάµε για αγόρια και τεκνά», το «πηδάµε και κανένα αγοράκι» ή το «φύγαµε µάγκες» και τα παρόµοια, καθώς και η πλήρης αντιστροφή των ρόλων µε τις γυναίκες να απαξιώνουν τους συνοµήλικους και πολύ περισσότερο τους µεγαλύτερους και να κυνηγούν τους µικρότερους σε ηλικία άνδρες και να περιφρονούν όλη τη µέχρι σήµερα τέχνη των ανδρών που είναι «µια λαµπερή κρίση τρέλας, µια σχιζοφρένεια (…) µια διαρκής βαβούρα» (σελ. 200) αποτελούν µέρος και µόνον της επιθετικής και αρρενωπής εκδοχής του θηλυκού εαυτού, το αρνητικό µιας φωτογραφίας που όταν τελικά αποτυπώνεται (και αποτυπώνεται στην Έκθεση βαθυτυπίας) αποκαλύπτει την άφατη πίκρα και τις βαθιές πληγές των γυναικών ηρωίδων και της συγγραφέως.

Η µητριαρχία την οποία επαγγέλλεται η Χάρη Σταθάτου που θα έρθει µετά από µια επανάσταση, όχι των όπλων αλλά µε την αποτύπωση της θετικής όψης των πραγµάτων και των τραυµάτων εκείνων τα οποία έχουν χαραχθεί µε οξύ στο σώµα και στην ψυχή των γυναικών της, µε την ειρηνική επανάσταση που από τη φύση τους είναι γυναίκες («εµείς, η επανάσταση που είµαστε εµείς, που ακόµα δεν φαίνεται, είπε η Μάχη, αυτό που λέµε, που ακόµα δεν το ακούνε» σελ. 333), δεν είναι η γνωστή παλιά µητριαρχία. Είναι µια πρωτάκουστη µελλοντική Γυναικών Αρχή, είναι εκ πρώτης όψεως µια µητριαρχία χωρίς µητέρες, µε γυναίκες που αρνούνται να γεννήσουν. Οι ηρωίδες της Χάρης Σταθάτου δεν µεµψιµοιρούν και δεν κλαυθµυρίζουν, το αντίθετο: αποσιωπούν µε υψηλοφροσύνη τον σπαραγµό τους και τον µεταµφιέζουν σε εξαγγελία ενός µανιφέστου συνολικής και απόλυτης ανατροπής.

.

Απελευθερωτική πρόζα

Με δεδοµένη την τέτοια οπτική όσον αφορά το επικείµενο µέλλον των γυναικών, η ρητά εκπεφρασµένη πρόθεση της Σταθάτου (διά στόµατος και των δύο αφηγητριών της) να µη φτιάξει καινούργιες ιστορίες αλλά να κατανοήσει –που σηµαίνει να κατανοήσει κριτικά και από τη σκοπιά του φύλου της– τις ήδη υπάρχουσες ιστορίες είναι εύλογη. Η Σταθάτου αρνείται να κατασκευάσει τις δικές της ιστορίες όχι γιατί απεχθάνεται τις κατασκευές κι αφού σε οµολογηµένες κατασκευές κι η ίδια καταφεύγει, αλλά γιατί θέλει να αποδιαρθρώσει και να ανατρέψει τις ήδη υπάρχουσες. Αρνείται να κατασκευάσει ιστορίες γιατί έχει την έπαρση να πιστεύει και την ικανότητα να αποδεικνύει ότι παίρνοντας «αφορµή κι από ’να κουκούτσι» που πέφτει κάτω µπορεί να φτιάξει µια ιστορία (σελ. 380).

Παρόµοια στάση τηρεί η συγγραφέας και όσον αφορά το γλωσσικό της εργαλείο. Οι προκλητικές και µερικές φορές εξεζητηµένες επαναλήψεις, οι αλλεπάλληλες παρενθέσεις και τα επιτηδευµένα σηµεία στίξης σε συνδυασµό µε την απόλυτη προφορικότητα του γραπτού της καταδεικνύουν την αριστοκρατική άρνησή της να προβεί σε οποιουδήποτε είδους παραχώρηση στην ευκολία. Μαρτυρούν και για την άρνησή της να γοητεύσει τον αναγνώστη µε τα δοσµένα και µέχρι σήµερα εν χρήσει µέσα της λογοτεχνίας. Και όµως. Αρνούµενη τη λογοτεχνικότητα η Σταθάτου φτάνει µε τον δικό της προσωπικό τρόπο σε µια άλλου είδους λογοτεχνικότητα, δηµιουργεί µια πληθωρική αλλά και απελευθερωτική πρόζα όπου όλα λέγονται µε το όνοµά τους και όπου ακούµε, όπως σπάνια τυχαίνει να ακούµε, τις γυναίκες να µιλούν µε τη γλώσσα τους. Αρνούµενη τη µυθοπλασία, δηµιουργεί ένα πολυσύνθετο είδος µυθιστορήµατος του οποίου η συστροφική και ανακυκλούµενη αφήγηση διαπλέκεται µε το δοκίµιο και οι απόψεις των ηρωίδων της για τις τέχνες και την ανθρώπινη κατάσταση µε τα ολωσδιόλου πειστικά και πολύ πραγµατικά τους βιώµατα και πάθη.

Η κατάδυση στην παιδική ηλικία των ηρωίδων που επιχειρείται στο πρώτο και στο δεύτερο µέρος της Έκθεσης Βαθυτυπίας πιστεύω ότι αποτελεί ένα από τα κλειδιά για την κατανόησή της. Για την κατανόηση όχι µόνον της φύσης της θεατρικής τέχνης, της τέχνης του µυθιστορήµατος και της καλλιτεχνικής δηµιουργίας γενικότερα, έτσι όπως την αντιλαµβάνεται η Σταθάτου, αλλά και του τρόπου µε τον οποίον προσλαµβάνει και αποτυπώνει η συγγραφέας τον κόσµο της. Έναν κόσµο αφιλόξενο και σε πολλές περιπτώσεις σκληρό για το φύλο της που συχνά την οδηγεί στην απαισιοδοξία και συχνότερα στις υπερβολές του επαναστατηµένου και διαµαρτυρόµενου ανθρώπου. Όµως η Χάρη Σταθάτου γνωρίζει ότι δεν είναι όλη η τέχνη των ανδρών µια σχιζοφρενής βαβούρα, είναι συγγραφέας και γνωρίζει ότι ένας κόσµος χωρίς µητέρες και χωρίς παιδιά είναι ένας κόσµος χωρίς την παιδική ηλικία την οποία νοσταλγεί και ότι η νοσταλγία της είναι κατά βάθος η νοσταλγία του έρωτα. Και γι’ αυτό το βιβλίο της τελειώνει µε µια µεγαλειώδη παρέλαση διαµαρτυρίας και µε µια ιδιαίτερα τρυφερή και συγκινητική σκηνή κεντρική φιγούρα της οποίας δεν είναι µια µητέρα αλλά ένας πατέρας που προστατεύει και προτάσσει τη δίχρονη κορούλα του.

Η Έκθεση βαθυτυπίας, ακόµα κι αν δεν επαληθευτεί σε όλες τις προβλέψεις της όσον αφορά τη γυναίκα και τη θέση της σ’ έναν µελλοντικό κόσµο, είναι ένα πολύ ενδιαφέρον µυθιστόρηµα, ένα βιβλίο επίµονο, απαιτητικό, που όµως πλουτίζει και αποζηµιώνει κι ανταµείβει τον αναγνώστη πλουσιοπάροχα.

.

.

.

μικρή διευκρίνιση – επειδή δεν με έχετε συνηθίσει να βάζω κείμενα για μένα σ’ αυτό το βλογ – αλλά, βλέπετε,


από τους «επαγγελματίες κριτικούς» κανείς δεν είχε κέφι ν’ αγγίξει αυτό το βιβλίο : ευτυχώς δηλαδή που υπάρχουν και γενναίοι συνάδελφοι, ο εξής ένας : ο γιώργος συμπάρδης (εξαίρετος, ο ίδιος, πεζογράφος) έγραψε αυτό το κείμενο για την «έκθεση βαθυτυπίας» μου το 2007, την ίδια τη χρονιά τής έκδοσης τού βιβλίου – και πρέπει να τον ευχαριστήσω συν τοις άλλοις και για τη διεισδυτική (και γεμάτη φαντασία, συγγραφέας άλλωστε είναι και ο ίδιος) ματιά του –

(το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε τον σεπτέμβριο τού 2007 στο περιοδικό «εντευκτήριο», τεύχος 78, αλλά από τον φετεινό οκτώβριο βρίσκεται και στο τελευταίο του βιβλίο, όπου ο γιώργος συμπάρδης έχει μαζεμένα τα κριτικά του δοκίμια με τον τίτλο «Σκόρπια. / κείμενα για συγγραφείς και βιβλία» – εκδόσεις «μεταίχμιο»)

κι έτσι, χαίρομαι επιπλέον και για το ότι, με την ευκαιρία αυτής της έκδοσης μπόρεσα να έχω τώρα την κριτική του και στην ψηφιακή της μορφή, ώστε να την βάλω στο βλογ.

.

.

.

.

.

.

11 Σεπτεμβρίου 2021

πρώτο κεφάλαιο : δίδυμοι

.

.

.

.

                                   

   Και δεν είχα αρχίσει ακόμα καλά–καλά να καταλαβαίνω ότι είναι δύσκολο να γράψεις για ένα γεγονός αμέσως μετά από τό γεγονός – κι ότι πρέπει ν’ αφήσεις να περάσει καιρός ώστε τό γεγονός να παγώσει – όταν πέσαν εκείνοι οι πύργοι – οπότε αμέσως αποφάσισα να συμπεριλάβω μερικά κι απ’ αυτό, και ίσως η μεγαλύτερη συνεισφορά τών αμερικάνικων πύργων στο έργο μου να ήταν ακριβώς αυτό, τό ότι αποφάσισα δηλαδή να συμπεριλάβω και αυτήν τήν ιστορία (αλλά και άλλα γεγονότα που θα συμβαίναν όσο θα γραφόταν τό βιβλίο) στο βιβλίο μου. Σ’ αυτό βέβαια θα έκανα και διάφορες αλχημείες και επιλογές (γιατί διαφορετικά θα ξεχνούσα τελείως τό θέμα μου και θα καθόμουν να γράψω αλλονών χρονολόγια) (και τότε ποιός θα τήν άκουγε τήν Νίνα, όταν για τήν βιογραφία έχει τόσα περί ευκολίας να πει, σκέψου τί κακίες θα ’λεγε για τίς ημερολογιακές καταγραφές γεγονότων)

   επειδή εγώ αυτήν τήν πόλη τήν είχα αφήσει κι ερχόμουνα λίγο–λίγο, ενώ κάποιοι άλλοι τήν είχαν μονίμως στην πλάτη τους – έτσι λοιπόν τήν τελευταία φορά που κατέβηκα από τό βερολίνο στην αθήνα (και είχα περάσει προηγουμένως κι απ’ τήν μαγική πόλη που τήν έλεγα μικρή παλιά μονάχο) (κι απ’ όπου μού ερχόντουσαν πάντοτε, σταλμένα από τή δεύτερη μαμά, τά πιο ωραία παιχνίδια) άνοιξα το ραδιόφωνο ν’ ακούσω και μουσική (γιατί τό ραδιόφωνο ήταν τό μόνο πράγμα που μέ συνέδεε με τόν έξω κόσμο εδώ) κι επειδή πρέπει πάντα ν’ ακούω όταν ετοιμάζομαι εγώ να δουλέψω μουσική – αλλά τό πρόγραμμα που παίζει εδώ τή μουσική μου έχωνε και διάφορα θρήσκα και καθυστερημένα κάθε τόσο ανάμεσα, κι έτσι αναγκαζόμουνα να ακούω ανάμεσα στον μπετόβεν και τόν μπαχ και διάφορα φιλοπαπαδικά : συνηθισμένη δηλαδή από τήν πολιτισμένη μου τήν ευρώπη είχα ξεχάσει ότι εδώ κυβερνάνε οι παπαδόφιλοι – κι έτσι άλλαξα σταθμό και γύρισα τό κουμπί στις ειδήσεις, και νά που τότε μόλις είχε γίνει στην νέα υόρκη η καταστροφή κι έπεσα πάνω στις πρώτες εκείνες ανακοινώσεις για τό αεροπλάνο τό γεμάτο φιλοπαπαδικούς και οι φωνές όλων ήταν τόσο αναστατωμένες και τό δεύτερο αεροπλάνο δεν είχε κάνει ακόμα τήν εμφάνισή του και θα συγκρουότανε με τόν δεύτερο πύργο σε λίγα λεφτά, κι έτσι θα τό ζούσα κι αυτό τότε όπως κι οι άλλοι κι εγώ μαζί, ζωντανά πολύ : επιπλέον μελέτησα από άποψη γλωσσική τήν αμηχανία τών ανθρώπων αυτών τών μεμέ (η λέξη μεμέ για τά όργανα απ’ όπου εξακοντίζεται η αναγκαστική πολυλογία αυτών τών ανθρώπων βγαίνει φυσιολογικά από τά αρχικά της αλλά αποφεύγουνε όλοι (εκτός από μένα) να τή λένε γιατί παραπέμπει σα λέξη σε κείνη τήν λεξούλα τήν ερωτική που λέγαμε όταν είμαστε όλοι παιδιά (για τά βυζιά τών μεγάλων – και ως γνωστόν οτιδήποτε έχει σχέση με τό σώμα μας που έχει οποιαδήποτε σχέση με τόν έρωτα πρέπει να αποσιωπείται (και να μεταμφιέζεται) στον κόσμο αυτόν – και να προκαλεί και ντροπή, αλλά είπαμε, δεν θα ασχοληθώ με τά επαγγελματικά μου τώρα)) όλοι λοιπόν στα μεμέ εκείνο τό απόγευμα ξεχάσαν στο πι και φι τίς επιδείξεις γλωσσομάθειας με τίς οποίες μιλάνε συνήθως (καθότι η γλώσσα τους όπως κάθε άλλη μικρή και άγνωστη γλώσσα βρίσκεται σε ανυποληψία, η οποία είναι τόσο μεγαλύτερη όσο όλοι υποστηρίζουν ότι τή θαυμάζουν (φτάνει να είναι νεκρή) (γιατί η ζωντανή γλώσσα βέβαια είναι επικίνδυνη και έχει ειρωνεία και χιούμορ – στα υπόγεια όμως μόνο, όπου κανένας δεν είναι γνωστός και κανείς φακός δεν ρίχνει φως, εκεί η γλώσσα ζεματάει από ειρωνεία και χιούμορ και κοροϊδίες) (αλλά είπαμε, δεν θα ασχοληθώ με τά επαγγελματικά μου τώρα)) – μιλάγαν λοιπόν όλοι πολύ έντρομοι και πολύ κανονικά – κι όταν είσαι με τό στόμα ανοιχτό δεν προλαβαίνεις να κάνεις επίδειξη γνώσεων και πάνε όλ’ αυτά περίπατο και στον αγύριστο : μάλιστα μια από τίς πιο καταπληκτικές προτάσεις που είχα διαβάσει ήταν η περιγραφή τής γυναίκας εκείνης στο βιβλίο της όπου μιλούσε για τά βασανιστήρια που γινόντουσαν επί χούντας, και σε κάποια σελίδα μιλώντας για τά ουρλιαχτά τού φίλου της που τόν ακούγανε φυλακισμένες όλες σε ένα άλλο δωμάτιο τήν ώρα που αυτοί τόν βασανίζανε στην ταράτσα είπε Η κερκυραϊκή προφορά τού τάδε εξαφανιζότανε όταν ούρλιαζε : εγώ δεν έχω ακούσει καταπληκτικότερη πρόταση. Αυτή η πρόταση είναι μάλιστα επιπλέον και φοβερά χρήσιμη στη γλωσσολογία διότι αποδεικνύει (μ’ ένα φριχτό φυσικά παράδειγμα) ότι οι διαφορές απ’ τή μια γλώσσα στην άλλη είναι μόνο τής επιφάνειας κι ότι οι διαφορές υπάρχουν μόνο όταν λέμε διάφορα αδιάφορα πράγματα ή και τελείως ψέματα, και ζούμε δηλαδή στολισμένοι και φωτιζόμενοι στην επιφάνεια – κι όταν κατερχόμαστε στα βάθη και τήν αλήθεια (που μπορεί να βρίσκεται και σε μία ταράτσα) οι διαφορές πάνε πάντα περίπατο

   κι έτσι μιλώντας τότε για τήν καταστροφή είχαν βρει τώρα όλοι τή φυσική τους γλώσσα. Αλλά είπαμε, δεν θα ασχοληθώ με τά επαγγελματικά μου τώρα

   απλώς αυτό ήταν που θύμιζε κάτι σαν μια τρύπα μέσα από τήν οποία σκύβεις και κοιτάς σαν μέσα από έναν φακό ή ένα καλειδοσκόπιο (μού ’χε φέρει εμένα η δεύτερη μαμά ένα τέτοιο παιχνίδι από τό μονάχο όταν ήμουν μικρή) και ξαφνικά βλέπεις αστραπιαία ένα φως γεμάτο χρώματα και σού φαίνονται άγνωστα μόνο και μόνο επειδή νόμιζες ότι δεν θα είχε παρά μόνο μαύρο στις διάφορες αποχρώσεις του τό σκοτάδι αυτό.

     

(μέρος τού πρώτου κεφαλαίου, από τις «βιογραφίες αγνώστων»)

                                   

.

.

.

.

.

.

28 Ιουλίου 2021

γοδεφρείδος από το στρασβούργο : ένας έρωτας με την ιζόλδη / προδημοσίευση από τις «βιογραφίες αγνώστων»

 

a 1 a a a fb gottfried booksjournal ποστ  a 1 a a a blog gottfried (9)

.

.

   αυτόν τον ιούλιο η δεύτερη συνεργασία μου με το ημερολόγιο των βιβλίων, ή books’ journal, /τεύχος 121/, είναι μια προδημοσίευση από τις «βιογραφίες αγνώστων» – που παραμένουν κάτι έτη στο συρτάρι, ακόμα ανέκδοτες (μη με ρωτήσετε πότε θα το κουβαλήσω στους εκδότες, η διαδικασία μονίμως με κουράζει, αλλά θα ’πρεπε να γράψω ένα μυθιστόρημα για να το εξηγήσω – και προς το παρόν δεν πρόκειται να το κάνω – ίσως αν γράψω ποτέ τίποτα mémoires)

 

   το κείμενο πάντως, διευκρινίζω ότι, είναι ένα μέρος τού 6ου κεφάλαιου που ασχολείται ευθέως με τον νίτσε, και (διαγωνίως μόνο, και ελαφρώς) με τον βάγκνερ – και έχει για τίτλο του τη φράση «jenseits von Gut» : ολόκληρη η νιτσεϊκή διατύπωση είναι πως «ό,τι γίνεται από έρωτα συμβαίνει πέραν τού καλού και τού κακού»

 

   γράφοντας το κεφάλαιο (και το βιβλίο) τότε (το μακρινό 2003), είχα αρπάξει την ευκαιρία (αλλά στην πραγματικότητα τώρα που το σκέφτομαι, ίσως και να ξεκίνησα υπογείως ακριβώς από την ευκαιρία αυτή) να μιλήσω για ένα μεσαιωνικό, άκρως και αναπάντεχα ανατρεπτικό, ανηθικολόγο και ερωτικό κείμενο, που αγάπησα σφόδρα, τον μεσαιωνικό «τριστάνο» τού γοδεφρείδου από το στρασβούργο :

 

   χαίρομαι επομένως που με την προδημοσίευση αυτή ο τριστάνος τού γοδεφρείδου που είναι άγνωστος στο μεγάλο κοινό έρχεται ελπίζω λίγο πιο κοντά σε όλους (εδώ έχω ξαναγράψει γι’ αυτό, αλλά όσοιες με διαβάζετε αποτελείτε ως γνωστόν ένα μικρό και στενό, αν και πολύτιμο, για μένα, κοινό), συνεπώς η ανάλυσή μου και οι μικρές μεταφραστικές μου προσπάθειες αποτελούν την πρώτη αναφορά απ’ ό,τι ξέρω για τον θαυμάσιο μεσαιωνικόν γερμανόφωνον αλσατόν στα ελληνικά

 

   παραθέτω φωτοτυπημένες σελίδες από το φιλόξενο, και γενναιόδωρο, περιοδικό (κάποια στιγμή μπορεί να μιλήσω για το τι σημαίνει γενναιοδωρία σε μια χώρα, όπου για να ασχοληθεί κάποιος με τα γραφτά σου πρέπει μάλλον να ’χεις μπάρμπα στην κορώνη και να μην ντρέπεσαι να τον επιδεικνύεις κιόλας) εντωμεταξύ εσείς μπορείτε να πάτε στο περίπτερο να το βρείτε για να διαβάσετε και την υπόλοιπη ύλη, που είναι πολύ χρήσιμη όπως πάντα

 

   (με τον βάγκνερ και τη σχέση του, είτε με τον νίτσε είτε (στην περίπτωσή μας) με τον γοδεφρείδο, γίνονται μονίμως διάφορες παρεξηγήσεις, κάποιες από τις οποίες με απασχόλησαν εξάλλου στο κεφάλαιο τού βιβλίου μου, απ’ όπου και η σημερινή αναδημοσίευση : συνοπτικά να πω ότι ο θυμός τού νίτσε προς τον παλιό του φίλο οφειλόταν ακριβώς (ούτε σε αναιτιολόγητο βίτσιο, ούτε σε αναιτιολόγητη κακία, αλλά) στην σταδιακή μεταστροφή τού βάγκνερ, προϊούσης της ηλικίας και των συμβιβασμών του με την κυρίαρχη γερμανική ιδεολογία της εποχής, προς απόψεις άκρως συντηρητικές, δηλαδή πολύ απόμακρες  προς ό,τι τον ένωσε κάποτε με τον μονίμως οργισμένο φιλόσοφο – και ο «τριστάνος» τού βάγκνερ όντας από τα τελευταία του έργα κουβαλάει πάνω του ατόφια αυτή τη διάθεση να παραβλέψει την ανατρεπτική λογική που έφερνε ο μύθος ειδικά όπως τον έφτιαξε ο γοδεφρείδος – ο χριστιανισμος τού βάγκνερ θα αποτελούσε από μόνος του σκάνδαλο για τον ερωτικό μεσαιωνικό αλσατόν / παρ’ όλ’ αυτά, και ακριβώς επειδή ο γοδεφρείδος παραμένει ουσιαστικά άγνωστος (και όχι μόνο στη (βασικά αδιάβαστη) χώρα μας) συνέβη ώστε, τόσο στο ελληνόφωνο όσο και στα (σαφώς προσεκτικότερα και εγκυρότερα) αλλόγλωσσα λήμματα τής βικιπαίδειας, να έχει περάσει η ανακρίβεια ότι ο βάγκνερ πήρε την υπόθεση του «τριστάνου» από τον γοδεφρείδο, κάτι που υπεισήλθε μοιραία και στη λεζάντα της φωτογραφίας, από την πρώτη παράσταση τού βαγκνερικού τριστάνου, το 1865, με την οποία το φιλόξενο περιοδικό επεδίωξε πολύ γενναιόδωρα να διακοσμήσει το άρθρο μου)

 

   ας κρατήσουμε πάντως ενγένει το χιούμορ τού στρασβουργιανού όπως φαίνεται και από τις ελάχιστες δικές μου αναφορές – και ας ελπίσουμε, για το μέλλον, σε περισσότερα, μεταφραστικά και άλλα.

.

.

γοδεφρειδος1 βλογ

.γοδεφρειδος2 βλογ

.γοδεφρειδος7 βλογ

.γοδεφρειδος8 βλογ

.

.

.

.

14 Ιουνίου 2021

μιλώντας με την κίττυ αρσένη (η τελευταία της συνέντευξη)

.

.

.

.

η ιστορία των αρνήσεων περνάει ξανά στα υπόγεια, της ιστορίας

στην επιφάνεια αναδύεται χαμογελαστή η θετικότητα, η λάσπη κι η γλίτσα μιας θάλασσας από απέραντα και χαμογελαστά «ναι»

δεχόμαστε την αυταρχία πια σαν δώρο

η αέναη θετικότητα μάς έχει πνίξει αλλά δεν το ξέρουμε – ακόμα –

οτιδήποτε αντιστέκεται, και αντιστάθηκε, μάς φαίνεται ότι έχει να κάνει με τον τρωικό πόλεμο

μασκοφόροι τής υγείας μας, και της επιβίωσής μας, έχουμε σβήσει από τη μνήμη μας την όντως ζωή

δεν είναι τής μόδας η μνήμη, το ξέρουμε ή το φανταζόμαστε ή το υποψιαζόμαστε

αυτή λοιπόν ήταν η τελευταία συνέντευξη που έδωσε η κίττυ αρσένη

την τρίτη στις 25 του ιουλίου του 2006

στο σπίτι της στο κέντρο μιας πολύ καλοκαιρινής αθήνας / η συνέντευξη δεν συνεχίστηκε, όπως υπολογιζόταν εκείνον τον χρόνο

και κάθε συνέχεια ματαιώθηκε οριστικά

με τον θάνατο που όρμησε στη σκηνή τον σεπτέμβριο τού 2013 /

πήρα τη συνέντευξη ελπίζοντας να την ανεβάσω σύντομα (στο γιουτούμπ, για αρχή) αλλά δεν ήταν και τόσο εύκολο :

κι έτσι έχει, σίγουρα, ένα νόημα πάνω από την απλή ενημέρωση, το ότι μέσα σ’ αυτές τις άθλιες κι αμνήμονες και θλιβερές συνθήκες, μού ήρθε ξαφνικά η βοήθεια για την ανάσυρση αυτής της φωτεινής εικόνας, κι αυτής της συζήτησης ( : δηλαδή ουσιαστικά ενός λαμπερού μονόλογου)

γιατί δεν ήξερα (και δεν ξέρω, και μάλλον δεν θα μάθω ποτέ) τα συναφή τεχνικά : ο άνθρωπος που έδωσε τον χρόνο του, και τις γνώσεις του, και όλα τα ταλέντα του και τις ευαισθησίες του (για να μονταριστεί από τα μικρά dvd στα οποία είχε αρχικά γραφτεί αυτή η συνέντευξη) είναι ο αιφνίδιος φίλος από το φέϊσμπουκ (χρησιμεύει σε πολλά το φέϊσμπουκ) αλέξανδρος αγγελάκης στου οποίου το γιουτουμπικό «κανάλι» ανήλθε και το βίντεο.

παραθέτω συνοπτικά τα περιεχόμενα, όπως πολύ ωραία πέρασαν τα περισσότερα σε υπότιτλους :

00:05 – Παιδικά χρόνια στην κύμη, το αγοροκόριτσο, παιχνίδια στον δρόμο

κατοχή, οι τέσσερις σκοτωμένοι αντάρτες, «ο πρώτος άντρας που ερωτεύτηκα κατέβηκε από το βουνό πάνω στ’ άλογο»

«στον εμφύλιο οι γυναίκες που είχανε μπει στο αντάρτικο διαπομπεύτηκαν, τις κουρέψανε»

ζάκυνθος, η καθωσπρέπει νοοτροπία, «δεν τα πήγα καλά»

πρώτη γνωριμία με το θέατρο, ο θάνατος τού πατέρα

αθήνα, η φτώχεια, ο εμφύλιος, γυμνάσιο στο αρσάκειο («αντιπαθέστατο»)

δυο αγάπες : το θέατρο και το γράψιμο / στη σχολή του εθνικού, στη σχολή του κουν

27:03 – Η σύλληψη

27:58 – Μετά τη σύλληψη, βοήθεια από συναδέλφους, στο ραδιόφωνο με ψεύτικο όνομα, το βιβλίο της, η Ρούλα, ο Γιάνοσικ

36:25 – Ο φόβος χωρίζει τον κόσμο

τα ονόματα : όταν μπεις στην ασφάλεια βουλώνεις το στόμα σου αλλά φωνάζεις τ’ όνομά σου

η ρούλα («μήπως εγώ φοβάμαι το ξύλο, ο πατέρας μου μ’ έδενε στο δέντρο για να με μαστιγώσει»)

η ρούλα και τα σπίρτα

η πρώτη μαρτυρία για βασανιστήρια στο συμβούλιο ευρώπης, πέντε ώρες κατάθεση

η τόνια μαρκετάκη και μια ακριβής καταγραφή

παρίσι και μάης τού ’68

επιστροφή στην ελλάδα μέσα στην δικτατορία

μάλλιος : «επί τρεις γενεές θα πληρώνεις»

ειρήνη λεβίδου – «βρήκα δουλειά στο βιβλιοπωλείο της»

«κάτι κάναμε και τότε»

«η κατάσταση αυτή δεν εκφράζεται με κάποια πράγματα που έχουμε συνηθίσει σε μια κανονική ζωή»

δολοφονία μάλλιου, «σκατα» «εκείνον τον καιρό αν είχα εγώ όπλο θα τον σκότωνα η ίδια.»

αλλά θυμίζω και μερικά συνοπτικά «περιεχόμενα» που είχα αναρτήσει εδωμέσα, όταν ακόμα δεν μπορούσα να δείξω (παρά μόνο να μιλάω για) το υλικό αυτό :

«Με τό ίδιο πεισματωμένο γελάκι, ενώ μού αφηγείται στη συνέντευξη πλήθος πράγματα, δεν δέχεται να πει τόν τρόπο με τόν οποίο βγήκε, μετά τά βασανιστήρια και τή φυλακή “έξω”

( : για να καταθέσει στο συμβούλιο τής ευρώπης : εκείνη η κατάθεση για τά βασανιστήρια ήταν η αρχή τού τέλους για τούς “τίμιους αξιωματικούς” τής χούντας, ακολούθησαν κι άλλες, τής φίλης της νατάσας (μερτίκα), τού επίσης ηθοποιού περικλή κοροβέση, τού “λόγω καταγωγής υπεράνω υποψίας” γιάννη λελούδα – όμως η κατάθεση τής Κίττυς ήταν ένα απίστευτο χαστούκι στα τέρατα, γιατί ήτανε η πρώτη φορά που έφτανε στην υπόλοιπη ευρώπη μια φωνή “από πρώτο χέρι” για τήν κτηνωδία τού καθεστώτος τών “τίμιων ελλήνων εθνικιστών”) :

Πώς ταξίδεψες έξω, τής λέω

(ο ενικός οφειλότανε σ’ εκείνην : δεν γνωριζόμαστε από παλιά, στην αρχή δεν γνωριζόμαστε καθόλου, αλλά πολύ σύντομα εκείνη επέβαλε ενικό)

Πώς βγήκες έξω, με τό τραίνο να υποθέσω ; τής λέω.

Μέ κοιτάει με τό αυστηρό της ύφος – τό πιο αξιαγάπητο αυστηρό ύφος τού κόσμου : Αυτό, δεν θα σ’ τό πώ, μού λέει, και κάνει μια κίνηση με τό χέρι σαν κάτι να κλείνει ( : Τά ίδια συμφραζόμενα πάλι : “μπορεί να ξαναχρειαστεί και σε άλλους στο μέλλον” εννοεί – και δεν έχει σκάσει μύτη ακόμα η συμμορία τών νεοχουνταίων με τό εκατομμύριο ψήφους.)

παρόμοια (αλλά όχι και ακριβώς ίδια) ήταν όμως η σιωπή της και όταν εξηγούσε τό γιατί γύρισε από τήν δυτική ευρώπη μέσα στη χούντα ξανά στην ελλάδα : (Αυτό τό κομμάτι τού θάρρους της είναι που μού φαίνεται πραγματικά απίστευτο : )

Λέει διάφορα, για τό πώς τήν υποδέχτηκε η ασφάλεια από τ’ αεροδρόμιο κιόλας, τί τής είπαν οι μάλλιοι–μπαμπάληδες, πώς τήν απείλησαν (ήταν δύσκολο λίγο να τήν αγγίξουν πάλι, και τό ξέρανε αλλά οι απειλές, απειλές.)

Μού εξηγεί, σαν παιδάκι που θέλει να προλάβει να μην τό μαλώσουν οι μεγάλοι : μπορούσα να μείνω στη γαλλία, να κάνω εκεί καριέρα, τό σκέφτηκα και τό προσπάθησα στην αρχή : αλλά σιγά–σιγά άρχισα να καταλαβαίνω ότι δεν μπορούσα : δεν μπορούσα να ’μαι εγώ καλά, κι αυτοί εκειμέσα, στην κόλαση. Ήθελα  να ’μαι κι εγώ μαζί τους –

Συνεχίζει για λίγο έτσι τήν αφήγηση : Τίς απειλές απ’ τούς αρχιασφαλίτες, τήν επίγνωση ότι δεν θα μπορούσε τώρα ουσιαστικά να κουνηθεί : Θα τήν παρακολουθούσαν συνεχώς. Θα ήταν όμως μαζί με τούς άλλους στο καμίνι τής κόλασης κι αυτή, κι αυτό τής έφτανε.

(Νόμιζα ότι τελειώσαμε : και ξαφνικά προσθέτει :  Πάντως δεν κάτσαμε και τελείως στ’ αυγά μας (προσέξτε τόν πληθυντικό : ) (έχει η γραμματική ηθική ; Έχει.) : κάτι λίγο κάναμε πάλι. Τί κάνατε δηλαδή, ρωτάω κατάπληκτη : Δεν απαντάει, κουνάει τό χέρι της μ’ εκείνην τήν ίδια κίνηση τέλους όπως και στ’ άλλα : δεν θα μού πει :

Εδώ, είναι η Κίττυ Αρσένη ολόκληρη : εδώ που δεν καλύπτει απλώς, δεν φυλάει απλώς τά όπλα της για τό (φριχτό και πιθανό, – στην ελλάδα βρισκόμαστε) μέλλον :

εδώ είναι η Άνθρωπος που συχαίνεται, αποκλείει, απορρίπτει από τή ζωή της τόν αυτοέπαινο τήν αυτοπροβολή τήν αυτοδιαφήμιση τήν αναρρίχηση, εν ολίγοις τή φτήνεια : η άνθρωπος που είχε αδελφό εν ενεργεία τσάρο οικονομίας και κανείς δεν τό ’ξερε κανείς δεν τό φανταζόταν : η Κίττυ τής αξιοπρέπειας και στα μικρότερα, αυτής τής ηθικής ιδιότητας που περπατάει στην αγορά μαστιγωνόμενη γελοιοποιούμενη εξαφανιζόμενη και τελικά σήμερα δολοφονούμενη.

τελευταίο κάτι, εικαστικά σχεδόν, ανάλαφρο :

όσοι έχετε διαβάσει τό βιβλίο της, ξέρετε για τήν περίφημη χοντρή συγκρατούμενη Ρούλα, και τό πώς μπλοκάριζε στην κυριολεξία τούς ασφαλίτες με τήν υποκριτική και τό θέατρο που ’παιζε συνεχώς, μέσα στην απομόνωση και μέσα στ’ ανακριτικά γραφεία ( : η Κίττυ καθώς τά διηγείται, μπορείς να διακρίνεις ότι έχει κι έναν καθαρά επαγγελματικό θαυμασμό για τήν υποκριτική τής λαϊκής κοπέλας) :

πρωταγωνιστεί όμως, κυρίως, εδώ, τό “μαύρο τού σπίρτου” :

τά σπίρτα στην απομόνωση μετατρέπονταν σε γραφική ύλη, αφού δηλαδή τά ανάψεις, και τά μεταστοιχειώσεις σ’ ένα μικρό λεπτό καρβουνάκι, με τό οποίο θα γράψεις σ’ ό,τι χαρτί εξοικονομήσεις, και θα τό κρύψεις με κάποιο τρόπο κάπου, και θα τό στείλεις στους “έξω” ως μήνυμα

η Κίττυ είχε ιδιαίτερο κέφι στην διάρκεια τής συνέντευξης τήν ώρα που αφηγούνταν λοιπόν τό μάθημα που πήρε από αυτήν τήν περίφημη Ρούλα ως προς εξοικονόμηση διάρκειας και μεγέθους σ’ αυτήν τήν πολύτιμη φυλακισμένη γραφική ύλη : “Έτσι τό ανάβεις και έτσι τό κρατάς, μού είπε διδακτικά η Ρούλα” (μού είπε η Κίττυ, και ψάχνει να βρει τώρα στο σπίτι ένα κουτί σπίρτα : για να μού δείξει : και παίρνει τό σπίρτο και τό ανάβει, και τό γυρίζει κάθετα ώστε να μη σβήσει γρήγορα αλλά να κάψει όσο γίνετα πιο κάτω τό ξύλο του : Ανάβει ένα και τό κοιτάει να καίγεται ώς τά κάτω, σχεδόν ώς τά δάχτυλά της : βλέπεις ; μού λέει. Κι ανάβει κι άλλο, κι άλλο : Κοιτάει τίς φλόγες με αγάπη. Βλέπεις ; μού λέει.)

κοιτάει τίς φλόγες και τούς χαμογελάει.

ύστερα μού λέει κοιτώντας ίσια μπροστά : Όποτε και να κοιτάξω σπίρτα, όποτε και να πιάσω σπίρτα στα χέρια μου, από τότε δεν υπάρχει περίπτωση να μην σκεφτώ και να μη δω μπροστά μου τή Ρούλα.

(Ξανασυναντηθήκατε ποτέ ; τή ρώτησα. “Μια φορά, στις αρχές τής μεταπολίτευσης, συναντηθήκαμε όρθιες κι οι δυο σ’ ένα λεωφορείο μέσα, μού είπε : Κοιταχτήκαμε, αγκαλιαστήκαμε, φιληθήκαμε. Καταλαβαίνεις. Μετά τήν έχασα”).»

.

.

.

.

.

.

. . . . . . ………………………………………………………. ………………………..άλλα για την κίττυ αρσένη : «κίττυ αρσένη, marginalia», «οδός κίττυς αρσένη»

.

.

.

23 Οκτωβρίου 2020

χρέη, ή περιπλάνηση εισπράξεων

 

 

 

 

Ενώ για μένα από την παντελώς απροκατάληπτη ηλικία του βρέφους θυμάμαι καλά ότι όλα ήταν έρωτας (ειπωμένος με μια λέξη γαλλική κιόλας, όπως θυμότανε η μαμά μου και μού διηγήθηκε μια φορά που είμαστε στις καλές μας ότι τής είχα πει πως ήθελα να είναι όλα τα πράγματα σ’ αυτή τη ζωή και κυρίως τής είχα πει ότι θέλω έτσι να μιλάει στις φίλες μου και τα άλλα αγόρια στη γειτονιά, και για κάποιον μυστήριο λόγο τότε το θυμήθηκα κι εγώ – και θυμήθηκα και κάτι άλλο που η μάνα μου ασφαλώς δεν ήξερε και ούτε επρόκειτο να καταλάβει ποτέ, ότι μ’ ενοχλούσε ο τόνος με τον οποίο μιλούσε στα φτωχά παιδιά με τα οποία παίζαμε στον δρόμο – αν και κυρίως τώρα με απασχολεί γιατί ήτανε αυτή η λέξη μ’ αυτόν τον γαλλικό τρόπο τότε ειπωμένη – όμως το εξηγώ διότι όλοι οι γείτονες κάνανε τους σπουδαίους και λέγανε διάφορα γαλλικά σε κείνη τη δήθεν ακριβή γειτονιά που ήτανε όμως πολύ φτηνή, άσε που η διπλανή μουτρωμένη κυρία που ήτανε και γαλλίδα δεν άφηνε ποτέ την κόρη της να κατεβαίνει να παίζει στον δρόμο μαζί μας, πρέπει λοιπόν να νόμιζα ότι μιλώντας γαλλικά θα με καταλάβαιναν περισσότερο, για κάποιους λόγους μυστήριους βέβαια) βέβαια για κάποιους ακόμα πιο μυστήριους λόγους τα λεφτά είχαν τεράστια σπουδαιότητα για τους μεγάλους – σε όλες τις γειτονιές όμως, κι αυτήν και τις μετέπειτα, κι αυτό δεν μπορούσα στην αρχή ιδίως να το καταλάβω : για μένα τα λεφτά ήταν αυτονόητα, για να παίρνουμε ζωγραφιές μπογιές τραίνα μπιστόλια κούκλες και άλλα δώρα. Όταν όμως έφυγα, τρέχοντας έξω φρενών μακριά από το σπίτι που τα προμήθευε όλ’ αυτά, άρχισαν όλα αυτά να γίνονται πολύ ενοχλητικά απαραίτητα. Έπρεπε να δουλέψω τότε δηλαδή αλλά δεν ήταν και τόσο απλό : είχα πάει να μείνω στον χαζό εραστή μου που τότε τον θεωρούσα ακόμα σπουδαίο, ο οποίος μού έβαζε όμως συνεχώς εμπόδια σε όλ’ αυτά : καμία δουλειά δεν ήταν τού επιπέδου μου, έλεγε – και της οικογένειας από την οποία προερχόμουνα – μα εγώ είχα φύγει απ’ αυτήν την οικογένεια – αλλά αυτός ήθελε να ξαναγυρίσω σ’ αυτήν την οικογένεια και να παντρευτούμε κιόλας : εγώ ήμουνα διά λόγους αρχών κατά του γάμου : αυτός ήτανε κομμουνιστής και συνεπώς κάθε άλλη επανάσταση ήτανε περιττή : έπρεπε να γυρίσω στην οικογένεια, να παντρευτούμε, και να πάρουμε τα λεφτά της.

Θυμάμαι λοιπόν ότι πριν χωρίσουμε τελειωτικά μ’ αυτόν τον πρώτο βλάκα τής ζωής μου (αν εξαιρέσουμε φυσικά τον πατέρα μου που ασφαλώς προηγήθηκε) έζησα μια αξιοπρόσεχτη εμπειρία :

Είχα βρει δουλειά σε μια εταιρεία στην οδό πανεπιστημίου : η οδός πανεπιστημίου δεν έχει σχέση με το πανεπιστήμιο, κι αυτό το λέω για τους αναγνώστες μου των ξένων γλωσσών μια που πιο πολύ θα διαβάζονται έχω την εντύπωση τα βιβλία μου, και αυτό ειδικά, αλλά και τα προηγούμενα, σε ξένες γλώσσες παρά εδώ που γράφω : ανέβηκα λοιπόν σε μια από τις πολύβουες και αντιπαθητικές πολυκατοικίες που ήταν τα γραφεία τους και θυμάμαι αμυδρά αυτούς τους συνηθισμένους πατρικούς άντρες που κάνουν τους ευγενείς ενώ από το χαμόγελό τους φαίνεται ότι κατά βάθος σε κοροϊδεύουν : μού είπαν ότι την πρώτη μέρα για να με δοκιμάσουνε θα μού αναθέτανε να κάνω κάτι εισπράξεις : ήταν ευγενέστατοι : μού δώσανε ένα πάκο χαρτιά, δεν θυμάμαι αν ήταν σε φάκελο ή χύμα – μού εξηγήσανε και διάφορα – βαριέμαι να τα λέω, τα κατάλαβα πάντως – όλη η ιστορία άρχισε μετά.

Το πιο αξιοπρόσεκτο όμως σ’ αυτήν την εμπειρία σήμερα είναι ότι δεν την θυμάμαι καλά : δηλαδή τη θυμάμαι και ποτέ δεν την ξέχασα, και μάλλον μού ξαναήρθε τότε που πέθαναν μερικοί στην οικογένεια (δηλαδή ο πατέρας μου, η μάνα μου θα ζούσε πολύ ακόμα) κι άρχισα να σκέφτομαι καταρρακτωδώς και ανεξήγητα όλα τα προηγούμενα – αλλά δεν τη θυμάμαι πάντως καλά : θυμάμαι όμως ασφαλώς ένα σύννεφο περιπλάνησης και την αθήνα εντελώς άγνωστη, γιατί έτσι κι αλλιώς δεν την ήξερα καλά, ήμουνα πολύ μικρή και πριν το σκάσω από το σπίτι μού κάναν ερωτήσεις και ελέγχους διαρκώς πού πάω και τί κάνω (εγώ ήθελα να βλέπω τούς εραστές μου και αυτό τούς ενοχλούσε κι εμένα μ’ ενοχλούσε το να τούς κρύβω, αυτούς τους άντρες που ενώ μού αρέσανε αυτοί ασχολούνταν μόνο με τα λεφτά τού μπαμπά μου, όπως έλεγε ο μπαμπάς μου) κι έτσι δεν μπορούσα να κυκλοφορήσω με όλη μου την άνεση, επομένως βρέθηκα τότε σε μια αθήνα όλη δικιά μου που όμως ήταν αδιόρατα εχθρική και ενοχλητικά απειλητική και απειλητικά άγνωστη.

Υποθέτω ότι έβαλα στην αρχή τα χαρτιά σε μια σειρά, από τις κοντινότερες διευθύνσεις στις πιο απόμακρες, αλλά δεν θυμάμαι πού το έκανα αυτό, κι αν έκατσα σε κάνα καφενείο αρχικά για να το κάνω ή το έκανα όρθια στον δρόμο, κι άρχισα μετά ν’ ανεβαίνω σε πολυκατοικίες και γραφεία για να εισπράξω αυτά που χρωστούσαν από πολύ καιρό αυτοί οι άνθρωποι, έτσι μού είπαν από το γραφείο, αλλά η πλάκα είναι ότι δεν θυμάμαι κιόλας τί ακριβώς πουλούσε αυτή η επιχείρηση, θα πρέπει να ήταν ηλεκτρολογικά  πράγματα πάντως, μηχανήματα, ίσως ψυγεία και οπωσδήποτε τηλεοράσεις – τα είχαν αγοράσει με δόσεις και χρωστούσανε δόσεις, αυτό ήταν το ζήτημα.

Στο σπίτι μου δεν αγοράζαν τίποτα με δόσεις, τα παίρναν όλα τοις μετρητοίς και έτσι τους έκαναν και έκπτωση, θυμάμαι καλά ότι μολονότι είχαν τα λεφτά, κάναν ολόκληρη συζήτηση για την έκπτωση, τους ενδιέφερε πολύ. Εγώ όλη τη διαδρομή την έκανα περπατώντας βέβαια, και βέβαια αργά και ψάχνοντας, και μάλλον ελαφρώς πανικόβλητη αλλά δεν έπρεπε να δείξω τον πανικό μου πουθενά ούτε σε μένα την ίδια εννοώ, απ’ τη μια γειτονιά στην άλλη κι έτσι από το εντελώς κέντρο, βρέθηκα ξαφνικά κατά το μεσημέρι στην άκρη του κόσμου στις πιο λαϊκές γειτονιές που υπήρχαν, και που τις είχα μόνο ακουστά, μερικές μάλιστα και σαν δυσοίωνους και απειλητικούς μύθους, τίποτ’ άλλο.

Αυτό το γεγονός, να χτυπάω πόρτες και να μού ανοίγουνε, το είχα ζήσει άλλη μια φορά στο σχολείο που μάς έβαλαν κατά ομάδες με τη συνοδεία ενός αστυνομικού και μιας νοσοκόμας να πάρουμε βοήθεια από όλον τον κόσμο για τον ερυθρό σταυρό, αλλά τότε άλλοι είχαν το πρόγραμμα της περιπλάνησης, κι εμείς απλώς ακολουθούσαμε, κι όταν άνοιγε μια πόρτα κοιτούσαμε γύρω τον χώρο να δούμε πώς ήταν το σπίτι, θυμάμαι έναν στριμμένο γέρο κύριο σ’ ένα σπίτι με καναπέδες που μας έδιωξε και μας έκανε διάλεξη κουνώντας το χέρι και φωνάζοντας για τους απατεώνες, αλλά τότε ήταν δουλειά του αστυνομικού και της νοσοκόμας να του απαντήσουν, εμείς απλώς χαζεύαμε και διασκεδάζαμε κοιτώντας μέσα πώς ήταν τα σπίτια, αυτός δεν μας άφησε να προχωρήσουμε όμως καθόλου από την εξώπορτα, αλλά θυμάμαι καλά το δωματιάκι στο οποίο μένανε δύο φτωχά παιδιά, το κορίτσι θυμάμαι κυρίως, σ’ αυτονών το σπίτι είχαμε μπει, και δεν ήτανε σπίτι ήταν ένα δωμάτιο κι είχε κι ένα τραπεζάκι με κάτι τρόφιμα πάνω, θυμάμαι ειδικά κάτι ψίχουλα σαν μόλις να ’χανε φάει, πολύ ταπεινά μάς δεχτήκανε, η στάση τους ήταν σαν να ντρέπονται ή σαν να ζητάνε και συγγνώμη, και αυτό το κορίτσι θυμάμαι μάς έδωσε κάτι – ή ίσως το αγόρι – πάντως το σπίτι δηλαδή το δωμάτιο ήτανε πολύ μικρό, όπως μπήκαμε όλο το τσούρμο μέσα το γεμίσαμε τελείως, και δεν ξέρω, μερικές ίσως δεν χωρέσανε κιόλας και μείναν έξω από την πόρτα, στο πλατύσκαλο, εκείνη η περιπλάνηση για λεφτά ήτανε διασκεδαστική, είχαμε γλιτώσει και το μάθημα κείνη τη μέρα και καθώς περιφερόμαστε στους δρόμους της αθήνας μιλάγαμε και γελάγαμε όλες μαζί, και με τον αστυνομικό και με την νοσοκόμα, ο αστυνομικός ειδικά φαινόταν να διασκεδάζει κι αυτός πάρα πολύ κι ήτανε συμπαθέστατος, και μολονότι αυτός κρατούσε το ύφος της παρέας και το κύρος της, ήτανε μικρός στην ηλικία και θα μού άρεσε σαν αγόρι αν δεν φορούσε στολή, δεν μ’ αρέσαν οι στολές, πάντως ήταν μια μέρα πολύ διασκεδαστική τότε σ’ αυτήν την περιπλάνηση για τα λεφτά, κι είχε ξεκινήσει μ’ έναν πολύ ερωτικό και μισοφωτισμένο τρόπο, μας στείλαν σ’ ένα κτήριο στην οδό αμερικής που ήταν σκοτεινό για να βρούμε η καθεμιά την ομάδα της νωρίς το πρωί, και θυμάμαι κοιταχτήκαμε ξαφνικά με μια μου συμμαθήτρια, με την οποία ώς τότε δεν είχαμε ιδιαίτερες σχέσεις, και ήταν σαν να κάναμε ερωτική εξομολόγηση η μια στην άλλη, και τότε εκεί μες στο μισοσκόταδο, που δεν είχα ιδέα γιατί ήταν έτσι σκοτεινά, αισθάνθηκα σαν ερωτευμένη, και ήταν μια ευτυχία αυτή η ανακάλυψη ότι δεν ήμουνα μόνη μου πια στην τάξη, τώρα όμως ήμουνα εντελώς μόνη κι έπρεπε να βρίσκω συγκεκριμμένα σπίτια γιατί δεν πήγαινα στην τύχη και ήμουνα μάλλον πανικόβλητη αλλά δεν υπήρχε περίπτωση να το δείξω πουθενά, φερόμουνα επισήμως σαν πολύ άνετη και έμπειρη, τούς μιλούσα ευγενικά, ήταν όλοι άντρες και κάναν ότι δεν ξέραν τίποτα, ήταν έκπληκτοι, τα ρίχναν στις γυναίκες τους όλοι και μερικοί πληρώσανε, μερικά χρέη τους από τις δόσεις ή όλα, δεν θυμάμαι τώρα, θυμάμαι μόνο ότι με κοιτάζαν κατάπληκτοι και υπογείως είρωνες, αλλά πολλοί πληρώσανε.

Και ήταν όλοι παντού άντρες, το θυμάμαι καλά, και μερικοί σε κάποια γραφεία θυμάμαι ότι με επεξεργαζόντουσαν σχεδόν απειλητικά, θυμάμαι τον τρόμο που ένιωθα από μέσα μου, και την ησυχία που έβγαζα απέξω μου, τον τρόπο που από την αρχή σχεδόν ενστικτωδώς εγκαινίασα να είμαι ευγενική και περίπου επιδεικτικά άσχετη, και με βοήθησε πολύ πιστεύω η εμφάνισή μου που ήταν η ίδια και στο πανεπιστήμιο και παντού με τα μπλουτζήν και τις αμερικάνικες πουκαμίσες που είχαμε βρει με τον φίλο μου τον κομμουνιστή ο οποίος μού είχε μάθει να ψωνίζω ρούχα φτηνά από τα μεταχειρισμένα αμερικάνικα κάπου στην πλατεία του δημαρχείου, και ήταν αυτές οι ωραίες πουκαμίσες που λες κι είχαν έρθει ήδη φορεμένες στο γούντστοκ κι έτσι φαινόμουνα σ’ αυτούς τους κυρίους αξιοπερίεργη και (όσο θα θέλαν) ακίνδυνη, και ενώ εγώ περπατούσα σ’ ένα τεντωμένο σκοινί, πάντως πολλοί μέ πληρώσανε, και ύστερα ήτανε μεσημέρι που βρέθηκα κοντά σ’ ένα ποτάμι και ήταν η πιο φτωχειά γειτονιά που είχα ακούσει ότι υπάρχει, στην πραγματικότητα βέβαια δεν την ήξερα και επειδή κάποια στιγμή νόμιζα πως έχω χαθεί (και συχαίνομαι φοβερά το να χάνομαι, γιατί μού δημιουργεί έναν πανικό) ρώτησα κάποιον στον δρόμο ποια περιοχή είν’ αυτή σάς παρακαλώ, και μού απάντησε πολύ καταδεκτικά και καλοσυνάτα κι αυτό με ηρέμησε, και ύστερα έγινε η ιστορία που θέλω να σού πω.

Δηλαδή βρήκα (ρωτώντας πάλι υποθέτω) τον δρόμο τού ανθρώπου που χρώσταγε, και σ’ αυτήν τη φτωχειά περιοχή τα σπίτια ήταν αραιά με χωματόδρομους ανάμεσα, και το σπίτι που ζήταγα ήταν με ένα μικρό κήπο και φαινόταν κάπως παλιότερο από τα άλλα, δεν ήταν όπως αυτά που συνηθιζόντουσαν τώρα μεσ’ στη χούντα τα δήθεν καινούργια αλλά πολύ φτηνά με τα μπαλκόνια σαν ταψιά, αλλά δεν είναι αυτό τώρα που θέλω να σού πω, αλλά το ότι στην περίπτωση αυτή έζησα για πρώτη φορά στη ζωή μου την ένωση τών χρόνων, και ναι μεν μπορεί αργότερα να την ξαναζούσα, αλλά αυτή η πρώτη φορά με άφησε κατάπληκτη – καταρχάς ήτανε το σπίτι μέσα, όταν άνοιξε η πόρτα, και ύστερα ο άνθρωπος που μού άνοιξε την πόρτα – ήταν σαν να ’χε μεταφερθεί ο χώρος αλλού, και ξαφνικά βρέθηκα με κείνες τις ωραίες γυναίκες τις φίλες τού πατέρα μου, πριν την πατήσει και παντρευτεί εκείνη τη χαζή τη μάνα μου, η οποία το μόνο που ήξερε ήταν να παπαγαλίζει και να μιμείται εκείνες τις έξυπνες γυναίκες αλλά από μέσα ήτανε ένα τίποτα, και σε τρία χρόνια αυτό είχε πλέον αποδειχτεί περίτρανα και έγινε και η αιτία όλων των προβλημάτων, το ότι από τα έξη μου κιόλας δεν χωρίζανε για το καλό μου και μ’ αναγκάσανε εμένα να φύγω για να μην τους βλέπω άλλο, και ξαφνικά είχα τώρα μπροστά μου μια απ’ αυτές τις ωραίες γυναίκες, τις μορφωμένες και έξυπνες, που με αγαπάγανε όλες τόσο πολύ, και το σπίτι της μέσα ήταν γεμάτο παλιά ακριβά έπιπλα, αντιπαθούσα τα φτηνά έπιπλα, κι όταν λέω ακριβά δεν εννοώ φυσικά αυτά με τα χρυσαφικά αλλά το αντίθετο, εκείνα που δεν κραυγάζουν ως πολύ πλούσια, αλλά εκείνα που είναι με φυσικό τρόπο πανάκριβα, όπως εκείνα που είχανε στο πρώτο σπίτι που ζούσαμε, πριν τα πετάξει η μάνα μου ως παλιά και πάρουνε τα πολύ πλούσια, εκείνον τον καναπέ αρτ–ντεκώ ή αρτ–νουβώ που χωνόμουνα όταν ήμουνα πολύ μικρή, και έβλεπα μέσα σ’ αυτό το σπίτι αυτά τώρα τα έπιπλα ακριβώς, και κάπου υπήρχε και μια κουρτίνα αντί για πόρτα γιατί δεν υπήρχε πουθενά πόρτα κι ήταν όλο το σπίτι ένας  μεγάλος χώρος κι ακριβώς μ’ αρέσανε πάρα πολύ οι κουρτίνες μέσα στο σπίτι, κι ο χώρος να ’ναι μεγάλος έτσι, αχανής και ζεστός, πολύ ζεστός, καθόλου χωρισμένος, κι αυτή η γυναίκα ξαφνικά με υποδέχτηκε σαν να ήμουνα μια πάρα πολύ σημαντική επίσκεψη, κι ήταν ντυμένη αν θυμάμαι καλά με κάτι μακριά πολύχρωμα ρούχα και ήταν ακριβώς όχι ευγενική αλλά αυστηρή, σα να μη χρειαζόμουνα ιδιαίτερες ευγένειες, και είχε δίκιο σ’ αυτό, οι πολλές ευγένειες έχουν κάτι το φτηνό, σαν να είσαι ο άρχοντας του χωριού εσύ και θεωρείς τον άλλον υποδεέστερο, και δούλο σου ή σκλάβο σου, και πήρε αμέσως τηλέφωνο την κόρη της, και τη μάλωσε με πάρα πολύ ωραίο τρόπο, που χρώσταγε λεφτά και έκανε το κορίτσι να έρχεται και να ταλαιπωρείται, με ποιο δικαίωμα κουράζεις την κοπέλα, και την αναγκάζεις να έρχεται δωπέρα, τής είπε ή κάτι τέτοιο

αλλά το πιο ενοχλητικό είναι ότι όσο περισσότερο το σκέφτομαι, τόσο περισσότερο το ξεχνάω (πράγμα που το ’χω ξαναπεί κάπου αλλού νομίζω ή το ’χω γράψει στο μπλογκ μου,  δεν θυμάμαι – και το πιο ενοχλητικό είναι ότι το ’χει γράψει και ο σάλινγκερ κάπου αυτό (εγώ έτσι τον λέω, γιατί μού θυμίζει σαλιγκάρι, αυτό σίγουρα το ’χω γράψει κάπου στο μπλογκ μου) αλλά είναι απ’ αυτά που δεν τα παρατάω επειδή τα ’χε πει κάποιος άλλος : τα σημαντικά δεν τα προδίνω με τίποτα – τα δευτερεύοντα, αν ανακαλύψω (εκ των υστέρων) ότι τα ’χει πει και άλλος, τα αποσιωπώ – δεν είναι ούτε ευγένεια, ούτε καλοί τρόποι, ούτε τίποτα : απλή βαρεμάρα : άμα κάτι δευτερεύον το ’χει πει ένας, δεν χρειάζεται να το πει και δεύτερος)

μού έκανε εντύπωση επομένως πόσο ήσυχα αν και πολύ διδακτικά μιλούσε στην κόρη της, μολονότι τη μάλωνε – ούτε κατά διάνοια δεν σκέφτηκα το σπίτι μου και το πώς μιλούσαν εκειμέσα, την κοιτούσα απλώς από μακριά, από δίπλα στην πόρτα, στο βάθος τού αχανούς αυτού χώρου, μάλλον κατάπληκτη, αν και ήσυχη, και σκέφτομαι ότι θα μπορούσα να τελειώσω εδώ αυτό το κεφάλαιο

ή να το συνεχίσω και να γίνει πολύ μεγάλο, λέγοντας τό πώς γύρισα στη βάση μου, το μεσημέρι, και το πώς οι κύριοι στην εταιρεία με κοιτάξαν κατάπληκτοι και μού χαμογέλασαν (σχεδόν γέλασαν κοροϊδευτικά θα έλεγα) που «έκανα (τόσες) εισπράξεις», και μετά η συνέχεια, στο σπίτι τού χαζού κομμουνιστή που με έπρηξε με το μαλακό, για να με καταφέρει, πως «δεν ήταν αυτή δουλειά» («για μένα»)

μετά να επεκταθώ στη σχέση μου μ’ αυτόν, και το πώς μού έβαζε εμπόδια στη σχέση μου με την τότε φίλη μου που τον ήθελε, και μού κρατούσε κακία που τον είχα εγώ, και μια φορά μάς έκανε εκείνη την παλιανθρωπιά με την παρανομία στην οποία είχαμε μπλέξει, και που ουσιαστικά ήτανε σαν να μάς κατέδωσε στην ασφάλεια (για να μάθουμε να μην κάνουμε βλακείες, γιατί εμείς παίζαμε, κι αυτοί πάντα την πληρώνουν – οι παλιοί, και σοβαροί, κομμουνιστές)

αλλά τώρα μού ’χει κολλήσει από ώρα, καθώς τα γράφω αυτά, ένα τραγούδι που λέγαμε στο σπίτι μου μικρά, δηλαδή το έλεγε ένα κοριτσάκι της γειτονιάς φτωχό που το συνεισέφερε με καμάρι στις βλακείες μας εμάς των υπολοίπων που μέναμε στους πάνω ορόφους και κάναμε τους σπουδαίους

 

ψέμματα ψέμματα  φταίω εγώ που σ’  έμαθα
να περπατάς στις γειτονιές να λες πως μ’ αγαπάς
κι αν μ’ αγαπούσες
και πιθυμούσες

 

(και το καταλαβαίναμε και γελάγαμε, το κοριτσάκι που το έλεγε υποκλινόταν περήφανο κι ήταν πολύ φτωχό, σήμερα μόνο ακριβώς δεν μπορώ να καταλάβω τίποτα απ’ ό,τι το τραγουδάκι λέει : ποια ήταν τα ψέμματα).

 

 

 

(απο το ανεκδοτο μυθιστορημα «φούρλα»)

 

 

 

φωτογραφια henri cartier–bresson
επανω : σκηνη απο παλια ελληνικη ταινια

 

 

 

 

 

 

19 Σεπτεμβρίου 2020

στάμος : ροζακί και ρόθκο γωνία

 

 

 

 

μ’ αρέσουν οι μαυρόασπρες φωτογραφίες, μάλιστα κατά τη δικιά μου, καθόλου αξιοσέβαστη, αισθητική μόνο οι μαυρόασπρες φωτογραφίες είναι πραγματικές φωτογραφίες, όπως και μόνο οι μαυρόασπρες ταινίες είναι πραγματικό σινεμά – αλλά μη μού ζητήσεις να σού εξηγήσω τόν λόγο γιατί δεν έχω ιδέα, και μάλλον θα ’πρεπε να γράψω καμιά πεντακοσαριά σελίδες για ν’ αρχίζω να έχω την παραμικρή ιδέα περί αυτού και εγώ

όμως οι φωτογραφίες πρέπει κατά την αποκλειστικά δικιά μου γνώμη να θυμίζουν εκείνο το «πίνω χυμούς κι ονειρεύομαι φρούτα» που διάβαζα μικρή, κι έχω ξεχάσει και ποιανού είναι, με την έννοια ότι έχουν μια σχέση μ’ αυτό που δείχνουνε φυσικά, αλλά και μ’ αυτό που κρύβουνε – μ’ αυτό που πίνεις αλλά και μ’ αυτό που υπήρξε, ζωντανό, πριν πιεις

από αυτήν την άποψη δεν μπορείς να ζητάς από τη φωτογραφία να εμφανίζει αυτό που δεν μπορείς να δεις, ή δεν θέλεις κιόλας να το δεις καμιά φορά, ακόμα κι αν είναι ζωντανό μπροστά σου

και, από την άλλη, τί άλλο είναι η φωτογραφία (και μάλιστα μια μαυρόασπρη ωραία φωτογραφία) από ένα σύνολο γραμμών και οριζόντων που υπήρξαν κάποτε ζωντανά, σκόρπια μέσα σ’ έναν αχανή χώρο, και τα οποία με την καθήλωσή τους, εξαιτίας τής θέλησης και μόνο ενός άλλου, σταθεροποιούνται μ’ έναν τρόπο σχεδόν εκβιαστικό

αυτό ίσως εξηγεί γιατί μια φωτογραφία με σταφύλια και σταφυλοπαραγωγούς, ενός αρμένη φωτογράφου τη δεκαετία του ’30  (the books’ journal, τεύχος 108, άρθρο γιώργου ζεβελάκη για το ροζακί σταφύλι) εγώ την είδα σαν μια φωτογραφία με δυο φίλους (και άλλους πολλούς, κρεμασμένους σαν τσαμπιά γύρω τους και πίσω τους) μιας αμερικανίδας φωτογράφας τη δεκαετία του ’50

αλλά ο λόγος που μού θύμισε η μια φωτογραφία την άλλη δεν είχε να κάνει με τα τσαμπιά :

αρχικά είναι εκείνη η φοβερή, και σχεδόν ανεξήγητη, ομοιότητα στο στήσιμο, τη γωνιά δηλαδή υπό την οποία ο φωτογράφος σταθεροποίησε (και ακινητοποίησε) το σύνολο – των ανθρώπων του σταφυλιού απ’ τη μια – των ανθρώπων της ζωγραφικής απ’ την άλλη : μεσολαβούν κάπου είκοσι χρόνια μεταξύ τους – και μάλιστα χρόνια κρίσιμα όσο δεν παίρνει – γιατί ο αρμένης φωτογράφος (γκαραμπέτ αγαμπατιάν) στην κρήτη, μετά από έναν παγκόσμιο πόλεμο νομίζει ότι όλα πια θα ’ναι (για πάντα) ειρηνικά και συνεπώς μπορεί να θαυμάσει τον κόπο τών ανθρώπων και την αγάπη τους για τα σταφύλια – ενώ η αμερικανίδα στη νέα υόρκη, μετά κι από έναν δεύτερον παγκόσμιο πόλεμο πλέον, είναι μάλλον υποψιασμένη για το γεγονός πως τίποτα δεν είναι σταθερά και μονίμως ειρηνικό ούτε σίγουρο, κι έτσι αφοσιώνεται στον θαυμασμό της για κάποιους θυμωμένους που αφαιρούν από το βλέμμα τους τις λεπτομέρειες της φύσης (και των σταφυλιών, και της οργής τους, και της γλυκύτητάς τους, και της λεπτής τους φλούδας (όπως λέει και το άρθρο του γ.ζ.)) και κατέρχονται στο από μέσα της με βάση ακριβώς και μόνο τον θυμό τους : όπως είπανε και για τον θεόδωρο στάμο κάποτε : δεν ζωγραφίζει την πέτρα, ζωγραφίζει το εσωτερικό τής πέτρας

έτσι η φωτογράφος εδώ λοιπόν δεν βλέπει και δεν ακινητοποιεί μόνο την ομάδα των (οξύθυμων ή) θυμωμένων (των διαιωνισμένων irascibles), αλλά αναδεικνύει, επιθετικά κι αυτή σχεδόν, το εσωτερικό της : κι όπως ο άλλος, με τα σταφύλια, βάζει μπροστά–μπροστά τους δύο, ν’ αντικρίζονται και να περιβάλλουν τα φρούτα (και όλη τη φύση από την οποία ζούνε) σχεδόν προστατευτικά (κι όλοι οι άλλοι πίσω – άνθρωποι και σταφύλια – να απομακρύνονται με έναν σχεδόν τριγωνικό τρόπο), έτσι κι αυτή βάζει μπροστά–μπροστά τούς δύο σημαντικότερους της ομάδας, τον ρόθκο δηλαδή και τον στάμο, ν’ αντικρίζονται με όλη τους την αγάπη και τον θυμό, κι οι άλλοι ν’ απομακρύνονται τριγωνικά όλοι μαζί κι αυτοί πιο πίσω, αγαπώντας όλοι πάντως τον θυμό από τον οποίο ζούνε, έναν θυμό επί της φύσης την οποία αρνούνται να δουν απλά και εξωτερικά και με αφέλεια

κι όμως, πόση αφέλεια δεν κρύβει αυτή η αγάπη του ρόθκο προς τον στάμο – και τούμπαλιν – εκείνη την εποχή : και πόση αφέλεια δεν κρύβει η γελαστή επιθετικότητα τού στάμου που πατάει με το πόδι του το σκαμνάκι, και κυρίως προτείνει πάνω απ’ όλα το δεξί του πόδι σαν έτοιμο να δώσει κλωτσιά –

μια κλωτσιά την οποία αρνήθηκε στην πραγματικότητα να δώσει σε κείνους που πραγματικά την αξίζανε, και που προσπαθούνε, χρόνια τώρα να τον σβήσουνε απ’ αυτή τη φωτογραφία

 

 

 

 

 

μ’ αρέσει να σκέφτομαι πως η φωτογραφία αυτή, αντίθετα από τους μιμητές της (γιατί η συγκεκριμμένη φωτογραφία, αντίθετα ίσως από όλες τις άλλες φωτογραφίες πιθανόν παντού, είχε όχι απλώς αντίγραφα, αλλά μιμητές) να σκέφτομαι λοιπόν ότι αντίθετα με τις μιμήσεις της, που χτίστηκαν πάνω στην αυστηρά πειθαρχημένη δομή τού πρωτότυπου, η εντελώς πρωτότυπη φωτογραφία αυτή χτίστηκε από τη nina leen πάνω σ’ ένα δίπολο αυθορμητισμού μεν τών όσων φωτογραφίζονταν, αλλά και πειθαρχίας μαζί προς την ποιητική της διορατικότητα

αλλά ενώ ο αρμένης φωτογράφος είναι υπεύθυνος, όχι μόνο για το τελικό καδράρισμα, που οδηγεί τους ανθρώπους των σταφυλιών σε μία σχεδόν τριγωνική απομάκρυνση από το αρχικό καφάσι με τά φρούτα, αλλά και για την επιλογή κατά πάσα πιθανότητα των δύο προσώπων μπροστά–μπροστά που θα συμβολίσουν έμπρακτα την αγάπη για το έργο της γης τους – η ρωσοαμερικάνα που σκέφτηκε (χωρίς να ξέρει τον αρμένιο (υποθέτω ευλόγως)) ένα παρόμοιο καδράρισμα τριγώνου (με κορυφή του πίσω και ψηλά την μοναδική γυναίκα της παρέας των 15 θυμωμένων, την έντα στερν) μπορεί κιόλας καθόλου να μην συμμετείχε στην ιεράρχηση με τους δυο φίλους μπροστά : τον ρόθκο, κατηφή ως συνήθως και περίπου ανέκφραστο, δεξιά – και τον στάμο, σχεδόν χαρωπό καίτοι «οξύθυμο», σχεδόν γεμάτον από τη χαρά της ζωής και της τέχνης (τους) στα αριστερά, απέναντι από τον φίλο του, σχεδόν έτοιμον να κλωτσήσει τους πάντες, όσους δεν σέβονταν την πρωτοποριακή ματιά (τους), όπως ακριβώς έλεγε και το μανιφέστο των 15 που μόλις είχαν υπογράψει εναντίον τού μουσείου μοντέρνας τέχνης και της συμβατικής του λογικής :

μπορώ να δω τότε σε κάποιες εκλάμψεις ολοζώντανα το παρελθόν της φωτογραφίας (αυτό που πάντα μ’ αρέσει να εφευρίσκω, όταν κοιτάζω φωτογραφίες μαυρόασπρες σαν ακριβώς πίνοντας τον χυμό τους να ξαναφέρνω μπροστά στα μάτια μου το όνειρο της πραγματικότητας που ατίθαση πολυδιάστατη και σχεδόν ασύλληπτα αχανής προϋπήρξε) κι έτσι λοιπόν βλέπω ή υποψιάζομαι, ότι ακόμα κι αν η νίνα λην διάλεγε εκείνη, και όχι οι ίδιοι οι οξύθυμοι, να κάτσουνε μπροστά–μπροστά οι δύο φίλοι – ο ένας σχεδόν πενηντάρης κι ο άλλος (ο μικρότερος της παρέας) ούτε καν ακόμα τριαντάρης – δεν ήταν όμως σίγουρα αυτή υπεύθυνη για το ότι ο στάμος τράβηξε κοντά του ένα σκαμνάκι για να βάλει θρασύτατα πάνω του το ένα του πόδι, καθώς το άλλο θα πεταγόταν μπροστά, έτοιμο, το είπαμε ήδη, για επίθεση : ο στάμος, σαφώς, ανέλαβε πιστεύω μόνος του να ενσαρκώσει να συμβολίσει και να ολοκληρώσει οπτικά, την εικόνα του θυμού, ολονών τους

και μάλλον αυτό αργότερα δεν του συγχώρεσαν : το σκάνδαλο πάντως θα ξέσπαγε είκοσι χρόνια ακριβώς μετά, με την αυτοκτονία του ρόθκο

και πάντως είναι σίγουρο ότι ο θλιμμένος λετονός, αναχωρώντας, μόνο αυτό δεν είχε θελήσει : να πληγώσει τόσο σκληρά τον φίλο του : κι όμως, αυτό δεν τον εμπόδισε, με την αυτοχειρία του να πυροδοτήσει τη μεγαλύτερη ιστορία οικογενειακής  και πανεθνικής υστερίας στην ιστορία της (αμερικανικής, ασφαλώς – δεν νομίζω ότι θα μπορούσε να γίνει κάτι τέτοιο στην καθημάς ευρώπη – διατηρώ δηλαδή κάποιες ελπίδες περί αυτού) τέχνης

φυσικά, αυτοκτονώντας κάποιος υποθέτω ότι δεν σκέφτεται τους άλλους παρά μόνο τον εαυτό του, όμως ο κατηφής λετονικής καταγωγής αμερικανός στα δεξιά της φωτογραφίας υπολογίζω ότι ελάχιστα υπολόγισε πως κόβοντας τις φλέβες του και φροντίζοντας να αφεθεί για τα υπόλοιπα η κληρονομιά του στις φροντίδες τού στ’ αριστερά τής φωτογραφίας αμερικανού ελλαδικής καταγωγής φίλου του, τού έσκαψε ένα τεράστιο λάκκο

στον οποίο δεν θα έπεφτε μόνο ο ίδιος ως θεόδωρος στάμος, ο νεότερος των θυμωμένων, και εμβληματικά καθισμένος στ’ αριστερά της ιστορικής πλέον φωτογραφίας (ιστορικής, όσο κι αν θέλουν να την εξαφανίσουν) ζωγράφος, αλλά και η ίδια η ζωγραφική του – η οποία θα έφτανε σε μια από τις πλέον παράλογες δίκες στην ιστορία της τέχνης (και εξαιτίας τού μίσους προς τον πατέρα τους δύο παιδιών) να γίνει μια δίκη τόσο άδικη και βλακώδης ώστε να καταλήξει σε δικαστή ο οποίος δεν ζυγίζει απλώς την οικονομική ζημιά των παιδιών από τον οικονομικό διακανονισμό του πατέρα τους, και τις τελευταίες του επιθυμίες, όταν ήταν ακόμα εν ζωή, αλλά να κατρακυλήσει ανερυθρίαστα και σε δικαστή που θα αγόρευε από καθέδρας επί της αξίας τής ζωγραφικής – τού απέναντι καθισμένου, και ακόμα ζωντανού, φίλου του

 

 

 

 

 

 

είναι σαφές, για όποιον διαβάσει την ιστορία όπως την έγραψε ο david levine, γιος τού έτερου συνδιαχειριστή της κληρονομιάς του ρόθκο (μαζί και μ’ έναν τρίτο, δικηγόρο άνευ αδείας και στην πράξη λογιστή, που, όπως φάνηκε, ήταν μάλλον ο μόνος που ήξερε τι έκανε όταν κανόνιζε την ιστορία με την περίφημη γκαλερί μάρλμπορο) ότι ο ρόθκο δεν ήταν σπουδαίος πατέρας – ήταν μάλιστα για την ακρίβεια μάλλον αποτυχημένος εντελώς, σαν πατέρας

όπως περιγράφει την «υπόθεση ρόθκο» ο γιος τού καθηγητή ανθρωπολογίας morton levine στο αβανγκαρντίστικο περιοδικό triple canopy (τριπλό σκέπαστρο και τέντα και τριπλός ουρανός, έτσι, όλα μαζί) η κέϊτ η κόρη τού ρόθκο είχε ακόμα ζώντος του πατέρα της εκφράσει το μίσος της τόσο γλαφυρά ώστε να του πει ότι μισεί (και) τη ζωγραφική του, σε αγαστή αρμονία (και συμφωνία) με την ερώτηση που τού είχε κάνει κάποτε «γιατί δεν μπορείς να κάνεις κι εσύ μια δουλειά όπως όλος ο κόσμος»

φυσικά δεν είναι υποχρεωτικό τα παιδιά να καταλαβαίνουν τον πατέρα τους, ούτε απαγορεύεται, άπαξ και κερδίσουν μια δίκη και μερικά εκατομμύρια να δηλώσουν (με θαυμαστή, για το ποιόν τους και τη συγγένεια με τον πατέρα τους, διαφάνεια) ότι «η τέχνη είναι μπίζνες»

δυστυχισμένες ιστορίες, αναμφίβολα – και, μεταξύ μας, ποτέ δεν κατάλαβα γιατί αποφασίζουν μερικοί καλλιτέχνες να κάνουν παιδιά – εκτός κι αν δεν το αποφασίζουν οι ίδιοι – πράγμα καθόλου επίσης απίθανο : θα μπορούσαμε να αναρωτηθούμε τότε γιατί αποφασίζουν να παντρευτούνε : ο ρόθκο σίγουρα δεν ήταν ευτυχισμένος στον πρώτο του γάμο – ήταν πάντως μάλλον ευτυχισμένος στον δεύτερο, απ’ τον οποίο μάς έμειναν οι απόγονοι – που τού έκαναν (έκαναν δηλαδή, όχι μόνο σ’ αυτόν, προσβάλλοντας τη διαθήκη του, αλλά και στον φίλο του) τη μεγαλύτερη ζημιά πού μπορούσαν

ο david levine, γνωστός για τα σκίτσα του, μια ζωή ολόκληρη, στο new york review of books, ενδιαφέρθηκε να πει την ιστορία βέβαια από τη μεριά τού πατέρα του : το απομνημόνευμα είναι εκτενέστατο (και βρίσκεται εύκολα στο διαδίχτυ) και – πέρα από το ότι είναι προσηλωμένο στη μνήμη τού καθηγητή λεβίν – τα όσα αναφέρει για τον στάμο, και την δυστυχισμένη εμπλοκή του στην υπόθεση, είναι ήπια, διαφωτιστικά, άκρως πολιτισμένα

δεν υπάρχει καμμιά αμφιβολία ότι τα παιδιά μισούσαν τον πατέρα τους και ότι η δεκαετής δίκη δεν έγινε τόσο για τά λεφτά όσο για να τιμωρηθούν οι τελευταίες του επιθυμίες και κυρίως οι φίλοι του, και κυρίως ο στάμος – δεν υπάρχει επίσης καμμιά αμφιβολία ότι τα παιδιά είχαν ένα δίκιο να μισούν τον πατέρα τους, και όχι επειδή τα αποκλήρωσε και τα άφησε στον δρόμο, γιατί δεν έγινε αυτό (ο ρόθκο είχε φροντίσει να τα εξασφαλίσει οικονομικά, απλώς είχε φροντίσει επίσης οι πίνακές του να πάνε στο ίδρυμα που ’χε φτιάξει – κατά πάσα πιθανότητα η κουβέντα της κέϊτ ότι μισούσε τη ζωγραφική του δεν ξεχάστηκε ποτέ) : από αυτή την άποψη η κατηγορία ότι η γκαλερί στην οποία δόθηκαν τα έργα υποτίμησε την αξία τους έχει όλα τα στοιχεία μιας τραγικής και κωμικής ειρωνείας μαζί

 

 

 

 

 

 

τα ενδοοικογενειακά δράματα είναι συνηθισμένα και εν πολλοίς κατανοητά : πολύ περισσότερο που τα παιδιά που μισούν τους γονείς τους όπως σού ξαναείπα, έχουν μια εξαιρετικά μεγάλη προσκόλληση στα χρήματα : δεν σού κάνει λοιπόν εντύπωση, η σχεδόν κωμική ένταση τών τραγωδιών, όταν ένας ζωγράφος που δοξάζει τη ζωγραφική των παιδιών, δεν μπορεί να συνεννοηθεί με τα παιδιά του : το μεγαλύτερο λάθος όμως του ρόθκο, κατά την καθόλου ταπεινή μου άποψη, ήτανε πως θεώρησε ότι ο στάμος θα το ’χε ευκολότερο να τα βγάλει πέρα με τα επιχειρηματικά, τα ιδρύματα και τα χρήματα, που ο ίδιος αντιπαθούσε : ποιος του ’πε ότι ο στάμος ως  ζωγράφος δεν ήτανε εξίσου ανίκανος μ’ αυτόν να καταλάβει τη βλακεία του κόσμου ;

(όταν το δικαστήριο τού επιδίκασε τα εκατομμύρια σαν αποζημίωση για τις δήθεν ατασθαλίες του, τού πήρε και το ωραίο τούβλινο σπίτι του στη νέα υόρκη, με τον όρο ότι μπορούσε να μείνει εκεί ως ένοικος, όσο ζούσε – και μπορεί μεν να αποσύρθηκε στη λευκάδα, και εκεί να πέθανε, ο θάνατός του όμως έγινε ακαριαία γνωστός στους ενδιαφερόμενους απογόνους : ο υιός κρίστοφερ όρμησε και μπήκε αμέσως να εγκατασταθεί εκειμέσα, όπως  λέει χαρακτηριστικά και ο david levine στο triple canopy

εξάλλου, όπως λέει μια άλλη μαρτυρία σ’ ένα άλλο περιοδικό (πήρα ελαφρώς φαλάγγι τώρα δηλαδή τα περιοδικά ξεκινώντας από τη διαιώνιση μιας κλωτσιάς, αλλά αυτά μάλλον συμβαίνουν) εκτός από το η τέχνη είναι μπίζνες που διακήρυξε η κέϊτ μετά τη δίκη, είπε και το άλλο αποφθεγματικό και περίπου ιστορικό : «οι καλλιτέχνες νομίζανε πάντα ότι είναι υπεράνω αυτών όλων – ο πατέρας μου ήταν αφελής από αυτή την άποψη» (περιοδικό people, 12 δεκεμβρίου 1977, αφιέρωμα (στα μεθεόρτια της δίκης) με τίτλο «θυμωμένη θυγατέρα»)

(στο ίδιο άρθρο είναι που αναφέρεται και η σχετική ανάμνηση του στάμου ότι η κέϊτ έλεγε πολλές φορές στον πατέρα της «δεν μπορείς να κάνεις κι εσύ μια δουλειά σαν όλους τους άλλους ; »)

(άσε που, και κατά την ανάγνωση της διαθήκης (ο στάμος κατά το ίδιο άρθρο θυμάται πως) η κέϊτ ανακοίνωσε «δε θέλω τίποτα, πετάχτε τα όλα» (διαταγή και επιθυμία φυσικά συζητήσιμης εγκυρότητας, αφού ούτε αυτή ούτε ο κρίστοφερ δεν αναφέρονταν πουθενά στη διαθήκη του μπαμπά τους) : έτσι μιλάνε όμως τα εξαμερικανισμένα τέκνα δεύτερης γενιάς – και ενίοτε και τα παιδιά των μεγάλων ζωγράφων – και άμα σού λέω ότι μερικοί άνθρωποι δεν πρέπει να κάνουν παιδιά, να με ακούς)

το άρθρο βέβαια τού people έχει τη λογική να αναφερθεί στον στάμο ήρεμα, προσπερνώντας τη μετέπειτα παναμερικανική υστερία που έπεσε πάνω του με βάση ένα σαφώς αμερικανικής έμπνευσης θρησκευόμενο family matters – γιατί το σκάνδαλο με τον στάμο, αν υπήρξε (που υπήρξε κατεξοχήν και αποκλειστικότητα ως σκάνδαλο εναντίον του στάμου) εκφράστηκε κυρίως με τη μορφή τής, άκρως πουριτανικής και άκρως αντικαλλιτεχνικής, νοοτροπίας των αμερικανών ανθρώπων της τέχνης

 

***

 

γιατί, ακόμα κι αν ο στάμος ήταν ο μεγαλύτερος απατεώνας κλέφτης αιμομίκτης παιδόφιλος και δολοφόνος, από πού κι ώς πού (και κυρίως : από πότε) αυτό θα αφαιρούσε και θα μείωνε την αξία της τέχνης του ; εκτός κι αν οι αμερικανοί τεχνοκρίτες (πράγμα το οποίο προς το παρόν δεν έχει περιπέσει στην αντίληψή μου) έχουνε σβήσει από την ιστορία και κάτι μούτρα σαν τον καραβάτζιο ή τον ρέμπραντ, και κάτι άλλους ψιλούς, και δεν θέλουνε να τους ξέρουνε, δεν τους βλέπουνε, δεν τους χαίρονται, δεν τους εκτιμούνε, και αν ήταν στο χέρι τους θα τους είχανε κιόλας κάψει

το «σκάνδαλο» κράτησε πάντως – αλλά η φωτογραφία εκδικείται – έχει κρατήσει κι αυτή : κι όσες απομιμήσεις της γίνανε, ένα πράγμα, πέρα από το τριγωνικό καδράρισμα, διαιώνισαν με επιμονή και μονίμως :

έξω αριστερά, τον στάμο, νεότερο από τους νεότερους, γεμάτον γέλιο (κρυφό) για το μέλλον και έτοιμον να κλωτσήσει τον χρόνο ολόκληρο : γιατί, εντέλει, ο χρόνος αυτός δεν ανήκει μόνο στον φίλο του απέναντι δεξιά, που του ’κανε την καρδιά περιβόλι (με σταφύλια ή χωρίς) : του ανήκει, επίσης, ολοκληρωτικά, με όλο του το κέφι, και όλη του την τέχνη ώς την θλίψη και την κατάθλιψη – η κλωτσιά αυτή έμεινε, γιατί ήταν δικιά του – ζωγραφική και ιδέα και πράξη.

 

δημοσιευμένο στο the booksjournal τεύχος 111, σεπτέμβριος 2020

 

 

 

 

 

 

οι φωτογραφίες :

επάνω αριστερά : η φωτογραφία του γκαραμπέτ αγαμπατιάν, 1938
επάνω δεξιά : η φωτογραφία της νίνας λην, της 24ης  νοεμβρίου του 1950, όπως δημοσιεύτηκε στο περιοδικό life στις 15 ιανουαρίου του 1951
οι 15 irascibles (οξύθυμοι) όπως ονομάστηκαν οι μετέπειτα αφηρημένοι εξπρεσιονιστές ύστερα από την ανοιχτή τους επιστολή προς τον πρόεδρο τού μητροπολιτικού μουσείου τέχνης της νέας υόρκης, με την οποία αρνούνταν να πάρουν μέρος στην έκθεσή του american painting today, το 1950 :
πρώτη σειρά, καθισμένοι αντικριστά οι theodoros stamos (με την περίφημη επιθετική του στάση) και mark rothko
δεύτερη σειρά : jimmy ernst, barnett newman, james brooks
τρίτη σειρά : richard pousette–dart, william baziotes, jackson pollock, clyfford still, robert motherwell, bradley walker tomlin
τελευταία σειρά : willem de kooning, adolph gottlieb, ad reinhardt
στην κορυφή όρθια η hedda sterne.

 

στη μέση :

φωτογραφία τού θεόδωρου στάμου στο άρθρο τού david levine «matter of rothko» στο ψηφιακό περιοδικό triple canopy

παραλλαγές και μιμήσεις – με τη στάση τού στάμου, επίμονα να διαιωνίζεται, ως φετίχ σύμβολο και τοτέμ τής αμιγώς καλλιτεχνικής άρνησης : τρεις φωτογραφίες τού timothy greenfield–sanders με τίτλο «the new irascibles», 1985

 

 

 

 

 

 

23 Αυγούστου 2020

ο fortuna : μικρή συνεισφορά στην απεχθή και δημοφιλή κουλτούρα των παραπόνων

 

 

 

 

προσωπικα δεν παραπονιεμαι ποτέ – θεωρω μαλιστα τα παραπονα και την κλαψα εξοχως εξευτελιστικη συμπεριφορα : εγω, αμα δε μ’ αρεσει μία κατασταση, τη σβηνω απ’ το οπτικο μου πεδιο και εξαφανιζομαι

το να παραπονιεσαι το θεωρω περα απο πολυ γελοίο, και απολυτως ματαιο : αν ο αλλος μπορουσε να διορθωθει μεσω των παραπονων σου, θα ηταν ηδη πολυ καλυτερος, και σοφοτερος, απο τον ανθρωπο που προκαλεσε (με τη συμπεριφορα του) εκεινη τη δυσφορια που θα σε οδηγουσε (αν ησουν παραπονιαρης) στο παραπονο

σαν καθε ανθρωπος ομως με καποια πειρα, πλεον, στη ζωη, εχω καταλαβει οτι το ειδος του παραπονιαρη ειναι παρα πολυ συνηθισμενο

κι ολοι πρεπει να ’χουμε γνωρισει ανθρωπους που παραπονιουνται συνεχως, και μαλιστα με θρασος

θα ’λεγα μαλιστα οτι το θρασος ειναι και το πιο απαραιτητο αξεσουαρ στο εκνευριστικο οπλοστασιο του παραπονούμενου

ενα αλλο χαρακτηριστικο τους ειναι να νομιζουν οτι ετσι κανουν ολες : ο παραπονιαρης δηλαδη, οπως καθε ανθρωπος με εξευτελιστικα και απεχθη ελαττωματα, οχι μόνο δεν εχει επιγνωση τού πόσο εξωφρενικα ενοχλητικος ειναι, αλλά δεν εχει και επιγνωση της συνολικης πραγματικοτητας – νομιζει πως παραπονουμενος ανηκει δικαιως στην ανθρωποτητα που διεκδικει τα δίκια της, ενω συγκαταλεγεται στα πιο ενοχλητικα της κατακαθια ή περιττωματα

ξεχωριζεις ετσι δυστυχως αμεσως – αλλά, δυστυχως, οχι και τοσο (οσο θα ’πρεπε) αμεσως – τους ανθρωπους που συνεχεια θα σού ζητανε, με το που θα γνωριστειτε να πουμε

για να συμβαλω στο δοκιμιο αυτο με ενα παραδειγμα απο την προσωπικη μου ζωη, οταν ημουν μικροτερη ειχα παρει υπο την προστασια μου καποια υπαρξη μονιμως παραπονουμενη οτι ητανε στερημενη και της παρειχα οποια βοηθεια μού ζητουσε στις σπουδες που μετα βασανων εκανε : ειχε μαθει να ζηταει δε, συνεχως, επιμονως και με θρασος πολυ (η επιεικεια προς καποιους ανθρωπους ειναι εγκληματικη – το λεω αυτο προς γνωσιν και συμμορφωσιν, διοτι τους εξαχρειωνει) :

επειδη ητανε λοιπον και βαρετος ανθρωπος και δεν προσφερε τιποτα στη συζητηση ποτέ, καποια φορα που μου ζητησε τη γνωμη μου για εναν συγγραφεα θυμαμαι οτι της ειπα «αλλη φορα μιλαμε γι’ αυτον, δεν εχω κεφι σημερα, βαριεμαι» : ειμαστε δυστυχως στη μεση του δρομου αλλά αυτη χαλασε τον κοσμο : «με ποιο δικαιωμα βαριεσαι ; » φωναξε αρκετες φορες με φωνη στεντορεια

πραγμα που με φερνει στο επομενο μου παραδειγμα, απο την ευρυτερη επισης προσωπικη μου εμπειρια : εναν λουμπεν επιχειρηματια, φιλον καποιου φιλου, τον οποίον βλεπαμε καποτε συχνα για λογους που δεν ειναι της παρουσης : αυτος ητανε το ειδος του ανερχομενου μικροαστου που θα παταγε επι πτωματων για να βγει απο τη σχετικη του φτωχεια, και να γινει οπως ηθελε πλουσιος (το απεδειξε στο μελλον περιφημα, δηλαδη τα καταφερε και το πετυχε) : εκεινη την εποχη λοιπον, οντας ακομα φτωχαδακι, ανεβαινε προς τα βορεια μολις ανοιγε η σαιζον και πουλουσε σουτιεν κυλοτες και καποτες (κατα τα λεγομενα του) στους τουριστες που κατεβαινανε απο σλαβομακεδονια και λοιπα βαλκανια

κατι εγινε (πολιτικο) καποια χρονια και οι τουριστες (ειτε εκβιαζοντας, ειτε οντως μη μπορωντας) δεν κατεβηκανε : εγινε εξω φρενων – και θυμαμαι οτι η συχνοτερη επωδος του ητανε «και με ποιο δικαιωμα δεν κατεβαινουνε αδελφε ; με ποιο δικαιωμα μού στερουν εμενα τα λεφτα μου ; »

φριχτο αθλιο κι αφανταστο να το φανταστεις : ομως αυτο ελεγε

 

 

 

 

πραγμα που με οδηγει στο επομενο μου ανεκδοτο – το οποίο ειναι οντως ανεκδοτο, αλλά το βρισκω να ταιριαζει πολυ – προκειται για την ιστορια των παλιων συμμμαθητων που συναντιουνται μετα απο χρονια και ο ενας εχει φτιαχτει κι εχει λεφτα κι ο αλλος ειναι στο δρομο και τελειως αφραγκος

και τον λυπαται ο πλουσιος και κανονιζει να του δινει καθε μηνα ενα ποσό και ο αλλος το παιρνει και περναν τα χρονια

και καποτε ο ευεργετης ενημερωνει τον ευεργετουμενο οτι το ποσο τωρα θα μειωθει λιγο, γιατι ετοιμαζεται να παντρευτει να κανει οικογενεια και θα εχει επιπλεον εξοδα, και

«μπα» του λεει ο αλλος «και στην πλατη τη δικια μου μωρε θα παντρευτεις και θα κανεις παιδια ; »

ο fortuna

για να εισελθω λοιπον και στα επαγγελματικα μου : ο συγγραφεας που ειναι ασημος και αγνοειται απο τους πολλους ειναι τυχερος, απο πολλες αποψεις, διοτι γλιτωνει και τις περιδιαγραμματου αποψεις και τις κριτικες που σιγουρα θα τον εκνευριζανε

δεν γλιτωνει ομως παντοτε απο θαυμαστες

σε μια τετοια περιπτωση καποιος μου ζητησε καποτε να του δωσω ενα βιβλιο, πραγμα το οποίο μαλλον αφελως εκανα

οταν το κάνεις αυτο (το λεω για τους ασχετους για να μαθαινουνε) δεν περιμενεις σωνει και καλα επαινους, περιμενεις ομως το ελαχιστο αυτονοητο, να σου πει δηλαδη ο αλλος καποια στιγμη οτι το διαβασε

στην περιπτωση αυτη ο αλλος παντως εξαφανιστηκε απολυτως για ενα χρονο

θεωρησα το γεγονος ενδιαφερον και περιμενα να δω (με επαγγελματικη δηλαδη σχεδον περιεργεια) τι θα γινει

ε λοιπον ο αλλος εμφανιστηκε μετα απο ενα χρονο, ειπαμε, και ρωτησε τοτε παραπονουμενος ευθεως : «τι εγινε βρε καθικι γιατι χαθηκες ; »

η τυχη μπορει να ειναι συζητησιμο δωρο, αλλά το θρασος του παραπονούμενου δωρο ασυζητητι δημιουργικο.

το κλειδι

παντως (και για να τελειωνω) καποτε ειχα την τυχη να κανω παρεα με εναν εξαιρετικα μπασμενον στα πραγματα τυπο, που ηξερε περιπου τους παντες και τα παντα : με κουβαλαγε σε διαφορες παρουσιασεις και λοιπες τετοιου τυπου εκπολιτιστικες εκδηλωσεις, κι εγω πηγαινα (εχω κι εγω τις ενοχες μου για τις ηλιθιοτητες που ’χω κανει) και αυτος μού γνωριζε διάφορους διασημους συγγραφεις

παρ’ ολο που (ομολογω ευθαρσως οτι) δεν διαβαζω αυτα που γραφονται απο τους συγχρόνους μας, καποιους απ’ αυτους αναγκαστικα τους ηξερα γιατι ολοι μιλουσαν γι’ αυτους, γραφαν γι’ αυτους, τους διναν βραβεια, γινονταν μπεστσελερ, και καπου επαιρνε το ματι μου κι εμενα καποια προταση απο καποιο διηγηματακι, ή και καποιο διηγηματακι ολοκληρο

για εναν τετοιον, που ο,τι ειχα δει δικο του ηταν εξωφρενικα ασημαντο αλλά ολοι με επιμονή ασχολουνταν μαζι του, ρωτησα σε μια τετοια βεγγερα λοιπον τον ξεναγο μου : «πώς γινεται βρε αδερφε και τον επαινουνε ολοι αυτον αφου ειναι τελειως ντενεκες» «α, δεν τα ξερεις καλα» μου απαντησε αυτος αμεσως «η μεθοδος ειναι στα παραπονα τα οποία εκφραζει δια τηλεφωνου : τους παιρνει ολους με τη σειρα και τους πρηζει μολις βγαλει βιβλιο, κλαιγεται και παραπονιεται ικετευει και χτυπιεται κι αν δεν του γραψουνε, εστω και μια κουτσουλια ο καθενας, δεν τον ξεφορτωνονται.»

θα μπορουσα να πω τελειωνοντας οτι καποιοι εχουμε τυχη βουνο, αν και οχι αναγκαστικα σωστη σκληροτητα αποφασιστικοτητα ή κριση : διορθωνομαστε ομως.

 

 

 

επανω φωτογραφια του καρτιε–μπρεσσον, κατω χαρακτικο του γκογια

 

πρωτη γραφη περσι στο φεϊσμπουκ

 

 

 

 

 

 

Επόμενη σελίδα: »

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: