σημειωματαριο κηπων

11 Σεπτεμβρίου 2021

πρώτο κεφάλαιο : δίδυμοι

.

.

.

.

                                   

   Και δεν είχα αρχίσει ακόμα καλά–καλά να καταλαβαίνω ότι είναι δύσκολο να γράψεις για ένα γεγονός αμέσως μετά από τό γεγονός – κι ότι πρέπει ν’ αφήσεις να περάσει καιρός ώστε τό γεγονός να παγώσει – όταν πέσαν εκείνοι οι πύργοι – οπότε αμέσως αποφάσισα να συμπεριλάβω μερικά κι απ’ αυτό, και ίσως η μεγαλύτερη συνεισφορά τών αμερικάνικων πύργων στο έργο μου να ήταν ακριβώς αυτό, τό ότι αποφάσισα δηλαδή να συμπεριλάβω και αυτήν τήν ιστορία (αλλά και άλλα γεγονότα που θα συμβαίναν όσο θα γραφόταν τό βιβλίο) στο βιβλίο μου. Σ’ αυτό βέβαια θα έκανα και διάφορες αλχημείες και επιλογές (γιατί διαφορετικά θα ξεχνούσα τελείως τό θέμα μου και θα καθόμουν να γράψω αλλονών χρονολόγια) (και τότε ποιός θα τήν άκουγε τήν Νίνα, όταν για τήν βιογραφία έχει τόσα περί ευκολίας να πει, σκέψου τί κακίες θα ’λεγε για τίς ημερολογιακές καταγραφές γεγονότων)

   επειδή εγώ αυτήν τήν πόλη τήν είχα αφήσει κι ερχόμουνα λίγο–λίγο, ενώ κάποιοι άλλοι τήν είχαν μονίμως στην πλάτη τους – έτσι λοιπόν τήν τελευταία φορά που κατέβηκα από τό βερολίνο στην αθήνα (και είχα περάσει προηγουμένως κι απ’ τήν μαγική πόλη που τήν έλεγα μικρή παλιά μονάχο) (κι απ’ όπου μού ερχόντουσαν πάντοτε, σταλμένα από τή δεύτερη μαμά, τά πιο ωραία παιχνίδια) άνοιξα το ραδιόφωνο ν’ ακούσω και μουσική (γιατί τό ραδιόφωνο ήταν τό μόνο πράγμα που μέ συνέδεε με τόν έξω κόσμο εδώ) κι επειδή πρέπει πάντα ν’ ακούω όταν ετοιμάζομαι εγώ να δουλέψω μουσική – αλλά τό πρόγραμμα που παίζει εδώ τή μουσική μου έχωνε και διάφορα θρήσκα και καθυστερημένα κάθε τόσο ανάμεσα, κι έτσι αναγκαζόμουνα να ακούω ανάμεσα στον μπετόβεν και τόν μπαχ και διάφορα φιλοπαπαδικά : συνηθισμένη δηλαδή από τήν πολιτισμένη μου τήν ευρώπη είχα ξεχάσει ότι εδώ κυβερνάνε οι παπαδόφιλοι – κι έτσι άλλαξα σταθμό και γύρισα τό κουμπί στις ειδήσεις, και νά που τότε μόλις είχε γίνει στην νέα υόρκη η καταστροφή κι έπεσα πάνω στις πρώτες εκείνες ανακοινώσεις για τό αεροπλάνο τό γεμάτο φιλοπαπαδικούς και οι φωνές όλων ήταν τόσο αναστατωμένες και τό δεύτερο αεροπλάνο δεν είχε κάνει ακόμα τήν εμφάνισή του και θα συγκρουότανε με τόν δεύτερο πύργο σε λίγα λεφτά, κι έτσι θα τό ζούσα κι αυτό τότε όπως κι οι άλλοι κι εγώ μαζί, ζωντανά πολύ : επιπλέον μελέτησα από άποψη γλωσσική τήν αμηχανία τών ανθρώπων αυτών τών μεμέ (η λέξη μεμέ για τά όργανα απ’ όπου εξακοντίζεται η αναγκαστική πολυλογία αυτών τών ανθρώπων βγαίνει φυσιολογικά από τά αρχικά της αλλά αποφεύγουνε όλοι (εκτός από μένα) να τή λένε γιατί παραπέμπει σα λέξη σε κείνη τήν λεξούλα τήν ερωτική που λέγαμε όταν είμαστε όλοι παιδιά (για τά βυζιά τών μεγάλων – και ως γνωστόν οτιδήποτε έχει σχέση με τό σώμα μας που έχει οποιαδήποτε σχέση με τόν έρωτα πρέπει να αποσιωπείται (και να μεταμφιέζεται) στον κόσμο αυτόν – και να προκαλεί και ντροπή, αλλά είπαμε, δεν θα ασχοληθώ με τά επαγγελματικά μου τώρα)) όλοι λοιπόν στα μεμέ εκείνο τό απόγευμα ξεχάσαν στο πι και φι τίς επιδείξεις γλωσσομάθειας με τίς οποίες μιλάνε συνήθως (καθότι η γλώσσα τους όπως κάθε άλλη μικρή και άγνωστη γλώσσα βρίσκεται σε ανυποληψία, η οποία είναι τόσο μεγαλύτερη όσο όλοι υποστηρίζουν ότι τή θαυμάζουν (φτάνει να είναι νεκρή) (γιατί η ζωντανή γλώσσα βέβαια είναι επικίνδυνη και έχει ειρωνεία και χιούμορ – στα υπόγεια όμως μόνο, όπου κανένας δεν είναι γνωστός και κανείς φακός δεν ρίχνει φως, εκεί η γλώσσα ζεματάει από ειρωνεία και χιούμορ και κοροϊδίες) (αλλά είπαμε, δεν θα ασχοληθώ με τά επαγγελματικά μου τώρα)) – μιλάγαν λοιπόν όλοι πολύ έντρομοι και πολύ κανονικά – κι όταν είσαι με τό στόμα ανοιχτό δεν προλαβαίνεις να κάνεις επίδειξη γνώσεων και πάνε όλ’ αυτά περίπατο και στον αγύριστο : μάλιστα μια από τίς πιο καταπληκτικές προτάσεις που είχα διαβάσει ήταν η περιγραφή τής γυναίκας εκείνης στο βιβλίο της όπου μιλούσε για τά βασανιστήρια που γινόντουσαν επί χούντας, και σε κάποια σελίδα μιλώντας για τά ουρλιαχτά τού φίλου της που τόν ακούγανε φυλακισμένες όλες σε ένα άλλο δωμάτιο τήν ώρα που αυτοί τόν βασανίζανε στην ταράτσα είπε Η κερκυραϊκή προφορά τού τάδε εξαφανιζότανε όταν ούρλιαζε : εγώ δεν έχω ακούσει καταπληκτικότερη πρόταση. Αυτή η πρόταση είναι μάλιστα επιπλέον και φοβερά χρήσιμη στη γλωσσολογία διότι αποδεικνύει (μ’ ένα φριχτό φυσικά παράδειγμα) ότι οι διαφορές απ’ τή μια γλώσσα στην άλλη είναι μόνο τής επιφάνειας κι ότι οι διαφορές υπάρχουν μόνο όταν λέμε διάφορα αδιάφορα πράγματα ή και τελείως ψέματα, και ζούμε δηλαδή στολισμένοι και φωτιζόμενοι στην επιφάνεια – κι όταν κατερχόμαστε στα βάθη και τήν αλήθεια (που μπορεί να βρίσκεται και σε μία ταράτσα) οι διαφορές πάνε πάντα περίπατο

   κι έτσι μιλώντας τότε για τήν καταστροφή είχαν βρει τώρα όλοι τή φυσική τους γλώσσα. Αλλά είπαμε, δεν θα ασχοληθώ με τά επαγγελματικά μου τώρα

   απλώς αυτό ήταν που θύμιζε κάτι σαν μια τρύπα μέσα από τήν οποία σκύβεις και κοιτάς σαν μέσα από έναν φακό ή ένα καλειδοσκόπιο (μού ’χε φέρει εμένα η δεύτερη μαμά ένα τέτοιο παιχνίδι από τό μονάχο όταν ήμουν μικρή) και ξαφνικά βλέπεις αστραπιαία ένα φως γεμάτο χρώματα και σού φαίνονται άγνωστα μόνο και μόνο επειδή νόμιζες ότι δεν θα είχε παρά μόνο μαύρο στις διάφορες αποχρώσεις του τό σκοτάδι αυτό.

     

(μέρος τού πρώτου κεφαλαίου, από τις «βιογραφίες αγνώστων»)

                                   

.

.

.

.

.

.

28 Ιουλίου 2021

γοδεφρείδος από το στρασβούργο : ένας έρωτας με την ιζόλδη / προδημοσίευση από τις «βιογραφίες αγνώστων»

 

a 1 a a a fb gottfried booksjournal ποστ  a 1 a a a blog gottfried (9)

.

.

   αυτόν τον ιούλιο η δεύτερη συνεργασία μου με το ημερολόγιο των βιβλίων, ή books’ journal, /τεύχος 121/, είναι μια προδημοσίευση από τις «βιογραφίες αγνώστων» – που παραμένουν κάτι έτη στο συρτάρι, ακόμα ανέκδοτες (μη με ρωτήσετε πότε θα το κουβαλήσω στους εκδότες, η διαδικασία μονίμως με κουράζει, αλλά θα ’πρεπε να γράψω ένα μυθιστόρημα για να το εξηγήσω – και προς το παρόν δεν πρόκειται να το κάνω – ίσως αν γράψω ποτέ τίποτα mémoires)

 

   το κείμενο πάντως, διευκρινίζω ότι, είναι ένα μέρος τού 6ου κεφάλαιου που ασχολείται ευθέως με τον νίτσε, και (διαγωνίως μόνο, και ελαφρώς) με τον βάγκνερ – και έχει για τίτλο του τη φράση «jenseits von Gut» : ολόκληρη η νιτσεϊκή διατύπωση είναι πως «ό,τι γίνεται από έρωτα συμβαίνει πέραν τού καλού και τού κακού»

 

   γράφοντας το κεφάλαιο (και το βιβλίο) τότε (το μακρινό 2003), είχα αρπάξει την ευκαιρία (αλλά στην πραγματικότητα τώρα που το σκέφτομαι, ίσως και να ξεκίνησα υπογείως ακριβώς από την ευκαιρία αυτή) να μιλήσω για ένα μεσαιωνικό, άκρως και αναπάντεχα ανατρεπτικό, ανηθικολόγο και ερωτικό κείμενο, που αγάπησα σφόδρα, τον μεσαιωνικό «τριστάνο» τού γοδεφρείδου από το στρασβούργο :

 

   χαίρομαι επομένως που με την προδημοσίευση αυτή ο τριστάνος τού γοδεφρείδου που είναι άγνωστος στο μεγάλο κοινό έρχεται ελπίζω λίγο πιο κοντά σε όλους (εδώ έχω ξαναγράψει γι’ αυτό, αλλά όσοιες με διαβάζετε αποτελείτε ως γνωστόν ένα μικρό και στενό, αν και πολύτιμο, για μένα, κοινό), συνεπώς η ανάλυσή μου και οι μικρές μεταφραστικές μου προσπάθειες αποτελούν την πρώτη αναφορά απ’ ό,τι ξέρω για τον θαυμάσιο μεσαιωνικόν γερμανόφωνον αλσατόν στα ελληνικά

 

   παραθέτω φωτοτυπημένες σελίδες από το φιλόξενο, και γενναιόδωρο, περιοδικό (κάποια στιγμή μπορεί να μιλήσω για το τι σημαίνει γενναιοδωρία σε μια χώρα, όπου για να ασχοληθεί κάποιος με τα γραφτά σου πρέπει μάλλον να ’χεις μπάρμπα στην κορώνη και να μην ντρέπεσαι να τον επιδεικνύεις κιόλας) εντωμεταξύ εσείς μπορείτε να πάτε στο περίπτερο να το βρείτε για να διαβάσετε και την υπόλοιπη ύλη, που είναι πολύ χρήσιμη όπως πάντα

 

   (με τον βάγκνερ και τη σχέση του, είτε με τον νίτσε είτε (στην περίπτωσή μας) με τον γοδεφρείδο, γίνονται μονίμως διάφορες παρεξηγήσεις, κάποιες από τις οποίες με απασχόλησαν εξάλλου στο κεφάλαιο τού βιβλίου μου, απ’ όπου και η σημερινή αναδημοσίευση : συνοπτικά να πω ότι ο θυμός τού νίτσε προς τον παλιό του φίλο οφειλόταν ακριβώς (ούτε σε αναιτιολόγητο βίτσιο, ούτε σε αναιτιολόγητη κακία, αλλά) στην σταδιακή μεταστροφή τού βάγκνερ, προϊούσης της ηλικίας και των συμβιβασμών του με την κυρίαρχη γερμανική ιδεολογία της εποχής, προς απόψεις άκρως συντηρητικές, δηλαδή πολύ απόμακρες  προς ό,τι τον ένωσε κάποτε με τον μονίμως οργισμένο φιλόσοφο – και ο «τριστάνος» τού βάγκνερ όντας από τα τελευταία του έργα κουβαλάει πάνω του ατόφια αυτή τη διάθεση να παραβλέψει την ανατρεπτική λογική που έφερνε ο μύθος ειδικά όπως τον έφτιαξε ο γοδεφρείδος – ο χριστιανισμος τού βάγκνερ θα αποτελούσε από μόνος του σκάνδαλο για τον ερωτικό μεσαιωνικό αλσατόν / παρ’ όλ’ αυτά, και ακριβώς επειδή ο γοδεφρείδος παραμένει ουσιαστικά άγνωστος (και όχι μόνο στη (βασικά αδιάβαστη) χώρα μας) συνέβη ώστε, τόσο στο ελληνόφωνο όσο και στα (σαφώς προσεκτικότερα και εγκυρότερα) αλλόγλωσσα λήμματα τής βικιπαίδειας, να έχει περάσει η ανακρίβεια ότι ο βάγκνερ πήρε την υπόθεση του «τριστάνου» από τον γοδεφρείδο, κάτι που υπεισήλθε μοιραία και στη λεζάντα της φωτογραφίας, από την πρώτη παράσταση τού βαγκνερικού τριστάνου, το 1865, με την οποία το φιλόξενο περιοδικό επεδίωξε πολύ γενναιόδωρα να διακοσμήσει το άρθρο μου)

 

   ας κρατήσουμε πάντως ενγένει το χιούμορ τού στρασβουργιανού όπως φαίνεται και από τις ελάχιστες δικές μου αναφορές – και ας ελπίσουμε, για το μέλλον, σε περισσότερα, μεταφραστικά και άλλα.

.

.

γοδεφρειδος1 βλογ

.γοδεφρειδος2 βλογ

.γοδεφρειδος7 βλογ

.γοδεφρειδος8 βλογ

.

.

.

.

14 Ιουνίου 2021

μιλώντας με την κίττυ αρσένη (η τελευταία της συνέντευξη)

.

.

.

.

η ιστορία των αρνήσεων περνάει ξανά στα υπόγεια, της ιστορίας

στην επιφάνεια αναδύεται χαμογελαστή η θετικότητα, η λάσπη κι η γλίτσα μιας θάλασσας από απέραντα και χαμογελαστά «ναι»

δεχόμαστε την αυταρχία πια σαν δώρο

η αέναη θετικότητα μάς έχει πνίξει αλλά δεν το ξέρουμε – ακόμα –

οτιδήποτε αντιστέκεται, και αντιστάθηκε, μάς φαίνεται ότι έχει να κάνει με τον τρωικό πόλεμο

μασκοφόροι τής υγείας μας, και της επιβίωσής μας, έχουμε σβήσει από τη μνήμη μας την όντως ζωή

δεν είναι τής μόδας η μνήμη, το ξέρουμε ή το φανταζόμαστε ή το υποψιαζόμαστε

αυτή λοιπόν ήταν η τελευταία συνέντευξη που έδωσε η κίττυ αρσένη

την τρίτη στις 25 του ιουλίου του 2006

στο σπίτι της στο κέντρο μιας πολύ καλοκαιρινής αθήνας / η συνέντευξη δεν συνεχίστηκε, όπως υπολογιζόταν εκείνον τον χρόνο

και κάθε συνέχεια ματαιώθηκε οριστικά

με τον θάνατο που όρμησε στη σκηνή τον σεπτέμβριο τού 2013 /

πήρα τη συνέντευξη ελπίζοντας να την ανεβάσω σύντομα (στο γιουτούμπ, για αρχή) αλλά δεν ήταν και τόσο εύκολο :

κι έτσι έχει, σίγουρα, ένα νόημα πάνω από την απλή ενημέρωση, το ότι μέσα σ’ αυτές τις άθλιες κι αμνήμονες και θλιβερές συνθήκες, μού ήρθε ξαφνικά η βοήθεια για την ανάσυρση αυτής της φωτεινής εικόνας, κι αυτής της συζήτησης ( : δηλαδή ουσιαστικά ενός λαμπερού μονόλογου)

γιατί δεν ήξερα (και δεν ξέρω, και μάλλον δεν θα μάθω ποτέ) τα συναφή τεχνικά : ο άνθρωπος που έδωσε τον χρόνο του, και τις γνώσεις του, και όλα τα ταλέντα του και τις ευαισθησίες του (για να μονταριστεί από τα μικρά dvd στα οποία είχε αρχικά γραφτεί αυτή η συνέντευξη) είναι ο αιφνίδιος φίλος από το φέϊσμπουκ (χρησιμεύει σε πολλά το φέϊσμπουκ) αλέξανδρος αγγελάκης στου οποίου το γιουτουμπικό «κανάλι» ανήλθε και το βίντεο.

παραθέτω συνοπτικά τα περιεχόμενα, όπως πολύ ωραία πέρασαν τα περισσότερα σε υπότιτλους :

00:05 – Παιδικά χρόνια στην κύμη, το αγοροκόριτσο, παιχνίδια στον δρόμο

κατοχή, οι τέσσερις σκοτωμένοι αντάρτες, «ο πρώτος άντρας που ερωτεύτηκα κατέβηκε από το βουνό πάνω στ’ άλογο»

«στον εμφύλιο οι γυναίκες που είχανε μπει στο αντάρτικο διαπομπεύτηκαν, τις κουρέψανε»

ζάκυνθος, η καθωσπρέπει νοοτροπία, «δεν τα πήγα καλά»

πρώτη γνωριμία με το θέατρο, ο θάνατος τού πατέρα

αθήνα, η φτώχεια, ο εμφύλιος, γυμνάσιο στο αρσάκειο («αντιπαθέστατο»)

δυο αγάπες : το θέατρο και το γράψιμο / στη σχολή του εθνικού, στη σχολή του κουν

27:03 – Η σύλληψη

27:58 – Μετά τη σύλληψη, βοήθεια από συναδέλφους, στο ραδιόφωνο με ψεύτικο όνομα, το βιβλίο της, η Ρούλα, ο Γιάνοσικ

36:25 – Ο φόβος χωρίζει τον κόσμο

τα ονόματα : όταν μπεις στην ασφάλεια βουλώνεις το στόμα σου αλλά φωνάζεις τ’ όνομά σου

η ρούλα («μήπως εγώ φοβάμαι το ξύλο, ο πατέρας μου μ’ έδενε στο δέντρο για να με μαστιγώσει»)

η ρούλα και τα σπίρτα

η πρώτη μαρτυρία για βασανιστήρια στο συμβούλιο ευρώπης, πέντε ώρες κατάθεση

η τόνια μαρκετάκη και μια ακριβής καταγραφή

παρίσι και μάης τού ’68

επιστροφή στην ελλάδα μέσα στην δικτατορία

μάλλιος : «επί τρεις γενεές θα πληρώνεις»

ειρήνη λεβίδου – «βρήκα δουλειά στο βιβλιοπωλείο της»

«κάτι κάναμε και τότε»

«η κατάσταση αυτή δεν εκφράζεται με κάποια πράγματα που έχουμε συνηθίσει σε μια κανονική ζωή»

δολοφονία μάλλιου, «σκατα» «εκείνον τον καιρό αν είχα εγώ όπλο θα τον σκότωνα η ίδια.»

αλλά θυμίζω και μερικά συνοπτικά «περιεχόμενα» που είχα αναρτήσει εδωμέσα, όταν ακόμα δεν μπορούσα να δείξω (παρά μόνο να μιλάω για) το υλικό αυτό :

«Με τό ίδιο πεισματωμένο γελάκι, ενώ μού αφηγείται στη συνέντευξη πλήθος πράγματα, δεν δέχεται να πει τόν τρόπο με τόν οποίο βγήκε, μετά τά βασανιστήρια και τή φυλακή “έξω”

( : για να καταθέσει στο συμβούλιο τής ευρώπης : εκείνη η κατάθεση για τά βασανιστήρια ήταν η αρχή τού τέλους για τούς “τίμιους αξιωματικούς” τής χούντας, ακολούθησαν κι άλλες, τής φίλης της νατάσας (μερτίκα), τού επίσης ηθοποιού περικλή κοροβέση, τού “λόγω καταγωγής υπεράνω υποψίας” γιάννη λελούδα – όμως η κατάθεση τής Κίττυς ήταν ένα απίστευτο χαστούκι στα τέρατα, γιατί ήτανε η πρώτη φορά που έφτανε στην υπόλοιπη ευρώπη μια φωνή “από πρώτο χέρι” για τήν κτηνωδία τού καθεστώτος τών “τίμιων ελλήνων εθνικιστών”) :

Πώς ταξίδεψες έξω, τής λέω

(ο ενικός οφειλότανε σ’ εκείνην : δεν γνωριζόμαστε από παλιά, στην αρχή δεν γνωριζόμαστε καθόλου, αλλά πολύ σύντομα εκείνη επέβαλε ενικό)

Πώς βγήκες έξω, με τό τραίνο να υποθέσω ; τής λέω.

Μέ κοιτάει με τό αυστηρό της ύφος – τό πιο αξιαγάπητο αυστηρό ύφος τού κόσμου : Αυτό, δεν θα σ’ τό πώ, μού λέει, και κάνει μια κίνηση με τό χέρι σαν κάτι να κλείνει ( : Τά ίδια συμφραζόμενα πάλι : “μπορεί να ξαναχρειαστεί και σε άλλους στο μέλλον” εννοεί – και δεν έχει σκάσει μύτη ακόμα η συμμορία τών νεοχουνταίων με τό εκατομμύριο ψήφους.)

παρόμοια (αλλά όχι και ακριβώς ίδια) ήταν όμως η σιωπή της και όταν εξηγούσε τό γιατί γύρισε από τήν δυτική ευρώπη μέσα στη χούντα ξανά στην ελλάδα : (Αυτό τό κομμάτι τού θάρρους της είναι που μού φαίνεται πραγματικά απίστευτο : )

Λέει διάφορα, για τό πώς τήν υποδέχτηκε η ασφάλεια από τ’ αεροδρόμιο κιόλας, τί τής είπαν οι μάλλιοι–μπαμπάληδες, πώς τήν απείλησαν (ήταν δύσκολο λίγο να τήν αγγίξουν πάλι, και τό ξέρανε αλλά οι απειλές, απειλές.)

Μού εξηγεί, σαν παιδάκι που θέλει να προλάβει να μην τό μαλώσουν οι μεγάλοι : μπορούσα να μείνω στη γαλλία, να κάνω εκεί καριέρα, τό σκέφτηκα και τό προσπάθησα στην αρχή : αλλά σιγά–σιγά άρχισα να καταλαβαίνω ότι δεν μπορούσα : δεν μπορούσα να ’μαι εγώ καλά, κι αυτοί εκειμέσα, στην κόλαση. Ήθελα  να ’μαι κι εγώ μαζί τους –

Συνεχίζει για λίγο έτσι τήν αφήγηση : Τίς απειλές απ’ τούς αρχιασφαλίτες, τήν επίγνωση ότι δεν θα μπορούσε τώρα ουσιαστικά να κουνηθεί : Θα τήν παρακολουθούσαν συνεχώς. Θα ήταν όμως μαζί με τούς άλλους στο καμίνι τής κόλασης κι αυτή, κι αυτό τής έφτανε.

(Νόμιζα ότι τελειώσαμε : και ξαφνικά προσθέτει :  Πάντως δεν κάτσαμε και τελείως στ’ αυγά μας (προσέξτε τόν πληθυντικό : ) (έχει η γραμματική ηθική ; Έχει.) : κάτι λίγο κάναμε πάλι. Τί κάνατε δηλαδή, ρωτάω κατάπληκτη : Δεν απαντάει, κουνάει τό χέρι της μ’ εκείνην τήν ίδια κίνηση τέλους όπως και στ’ άλλα : δεν θα μού πει :

Εδώ, είναι η Κίττυ Αρσένη ολόκληρη : εδώ που δεν καλύπτει απλώς, δεν φυλάει απλώς τά όπλα της για τό (φριχτό και πιθανό, – στην ελλάδα βρισκόμαστε) μέλλον :

εδώ είναι η Άνθρωπος που συχαίνεται, αποκλείει, απορρίπτει από τή ζωή της τόν αυτοέπαινο τήν αυτοπροβολή τήν αυτοδιαφήμιση τήν αναρρίχηση, εν ολίγοις τή φτήνεια : η άνθρωπος που είχε αδελφό εν ενεργεία τσάρο οικονομίας και κανείς δεν τό ’ξερε κανείς δεν τό φανταζόταν : η Κίττυ τής αξιοπρέπειας και στα μικρότερα, αυτής τής ηθικής ιδιότητας που περπατάει στην αγορά μαστιγωνόμενη γελοιοποιούμενη εξαφανιζόμενη και τελικά σήμερα δολοφονούμενη.

τελευταίο κάτι, εικαστικά σχεδόν, ανάλαφρο :

όσοι έχετε διαβάσει τό βιβλίο της, ξέρετε για τήν περίφημη χοντρή συγκρατούμενη Ρούλα, και τό πώς μπλοκάριζε στην κυριολεξία τούς ασφαλίτες με τήν υποκριτική και τό θέατρο που ’παιζε συνεχώς, μέσα στην απομόνωση και μέσα στ’ ανακριτικά γραφεία ( : η Κίττυ καθώς τά διηγείται, μπορείς να διακρίνεις ότι έχει κι έναν καθαρά επαγγελματικό θαυμασμό για τήν υποκριτική τής λαϊκής κοπέλας) :

πρωταγωνιστεί όμως, κυρίως, εδώ, τό “μαύρο τού σπίρτου” :

τά σπίρτα στην απομόνωση μετατρέπονταν σε γραφική ύλη, αφού δηλαδή τά ανάψεις, και τά μεταστοιχειώσεις σ’ ένα μικρό λεπτό καρβουνάκι, με τό οποίο θα γράψεις σ’ ό,τι χαρτί εξοικονομήσεις, και θα τό κρύψεις με κάποιο τρόπο κάπου, και θα τό στείλεις στους “έξω” ως μήνυμα

η Κίττυ είχε ιδιαίτερο κέφι στην διάρκεια τής συνέντευξης τήν ώρα που αφηγούνταν λοιπόν τό μάθημα που πήρε από αυτήν τήν περίφημη Ρούλα ως προς εξοικονόμηση διάρκειας και μεγέθους σ’ αυτήν τήν πολύτιμη φυλακισμένη γραφική ύλη : “Έτσι τό ανάβεις και έτσι τό κρατάς, μού είπε διδακτικά η Ρούλα” (μού είπε η Κίττυ, και ψάχνει να βρει τώρα στο σπίτι ένα κουτί σπίρτα : για να μού δείξει : και παίρνει τό σπίρτο και τό ανάβει, και τό γυρίζει κάθετα ώστε να μη σβήσει γρήγορα αλλά να κάψει όσο γίνετα πιο κάτω τό ξύλο του : Ανάβει ένα και τό κοιτάει να καίγεται ώς τά κάτω, σχεδόν ώς τά δάχτυλά της : βλέπεις ; μού λέει. Κι ανάβει κι άλλο, κι άλλο : Κοιτάει τίς φλόγες με αγάπη. Βλέπεις ; μού λέει.)

κοιτάει τίς φλόγες και τούς χαμογελάει.

ύστερα μού λέει κοιτώντας ίσια μπροστά : Όποτε και να κοιτάξω σπίρτα, όποτε και να πιάσω σπίρτα στα χέρια μου, από τότε δεν υπάρχει περίπτωση να μην σκεφτώ και να μη δω μπροστά μου τή Ρούλα.

(Ξανασυναντηθήκατε ποτέ ; τή ρώτησα. “Μια φορά, στις αρχές τής μεταπολίτευσης, συναντηθήκαμε όρθιες κι οι δυο σ’ ένα λεωφορείο μέσα, μού είπε : Κοιταχτήκαμε, αγκαλιαστήκαμε, φιληθήκαμε. Καταλαβαίνεις. Μετά τήν έχασα”).»

.

.

.

.

.

.

. . . . . . ………………………………………………………. ………………………..άλλα για την κίττυ αρσένη : «κίττυ αρσένη, marginalia», «οδός κίττυς αρσένη»

.

.

.

23 Οκτωβρίου 2020

χρέη, ή περιπλάνηση εισπράξεων

 

 

 

 

Ενώ για μένα από την παντελώς απροκατάληπτη ηλικία του βρέφους θυμάμαι καλά ότι όλα ήταν έρωτας (ειπωμένος με μια λέξη γαλλική κιόλας, όπως θυμότανε η μαμά μου και μού διηγήθηκε μια φορά που είμαστε στις καλές μας ότι τής είχα πει πως ήθελα να είναι όλα τα πράγματα σ’ αυτή τη ζωή και κυρίως τής είχα πει ότι θέλω έτσι να μιλάει στις φίλες μου και τα άλλα αγόρια στη γειτονιά, και για κάποιον μυστήριο λόγο τότε το θυμήθηκα κι εγώ – και θυμήθηκα και κάτι άλλο που η μάνα μου ασφαλώς δεν ήξερε και ούτε επρόκειτο να καταλάβει ποτέ, ότι μ’ ενοχλούσε ο τόνος με τον οποίο μιλούσε στα φτωχά παιδιά με τα οποία παίζαμε στον δρόμο – αν και κυρίως τώρα με απασχολεί γιατί ήτανε αυτή η λέξη μ’ αυτόν τον γαλλικό τρόπο τότε ειπωμένη – όμως το εξηγώ διότι όλοι οι γείτονες κάνανε τους σπουδαίους και λέγανε διάφορα γαλλικά σε κείνη τη δήθεν ακριβή γειτονιά που ήτανε όμως πολύ φτηνή, άσε που η διπλανή μουτρωμένη κυρία που ήτανε και γαλλίδα δεν άφηνε ποτέ την κόρη της να κατεβαίνει να παίζει στον δρόμο μαζί μας, πρέπει λοιπόν να νόμιζα ότι μιλώντας γαλλικά θα με καταλάβαιναν περισσότερο, για κάποιους λόγους μυστήριους βέβαια) βέβαια για κάποιους ακόμα πιο μυστήριους λόγους τα λεφτά είχαν τεράστια σπουδαιότητα για τους μεγάλους – σε όλες τις γειτονιές όμως, κι αυτήν και τις μετέπειτα, κι αυτό δεν μπορούσα στην αρχή ιδίως να το καταλάβω : για μένα τα λεφτά ήταν αυτονόητα, για να παίρνουμε ζωγραφιές μπογιές τραίνα μπιστόλια κούκλες και άλλα δώρα. Όταν όμως έφυγα, τρέχοντας έξω φρενών μακριά από το σπίτι που τα προμήθευε όλ’ αυτά, άρχισαν όλα αυτά να γίνονται πολύ ενοχλητικά απαραίτητα. Έπρεπε να δουλέψω τότε δηλαδή αλλά δεν ήταν και τόσο απλό : είχα πάει να μείνω στον χαζό εραστή μου που τότε τον θεωρούσα ακόμα σπουδαίο, ο οποίος μού έβαζε όμως συνεχώς εμπόδια σε όλ’ αυτά : καμία δουλειά δεν ήταν τού επιπέδου μου, έλεγε – και της οικογένειας από την οποία προερχόμουνα – μα εγώ είχα φύγει απ’ αυτήν την οικογένεια – αλλά αυτός ήθελε να ξαναγυρίσω σ’ αυτήν την οικογένεια και να παντρευτούμε κιόλας : εγώ ήμουνα διά λόγους αρχών κατά του γάμου : αυτός ήτανε κομμουνιστής και συνεπώς κάθε άλλη επανάσταση ήτανε περιττή : έπρεπε να γυρίσω στην οικογένεια, να παντρευτούμε, και να πάρουμε τα λεφτά της.

Θυμάμαι λοιπόν ότι πριν χωρίσουμε τελειωτικά μ’ αυτόν τον πρώτο βλάκα τής ζωής μου (αν εξαιρέσουμε φυσικά τον πατέρα μου που ασφαλώς προηγήθηκε) έζησα μια αξιοπρόσεχτη εμπειρία :

Είχα βρει δουλειά σε μια εταιρεία στην οδό πανεπιστημίου : η οδός πανεπιστημίου δεν έχει σχέση με το πανεπιστήμιο, κι αυτό το λέω για τους αναγνώστες μου των ξένων γλωσσών μια που πιο πολύ θα διαβάζονται έχω την εντύπωση τα βιβλία μου, και αυτό ειδικά, αλλά και τα προηγούμενα, σε ξένες γλώσσες παρά εδώ που γράφω : ανέβηκα λοιπόν σε μια από τις πολύβουες και αντιπαθητικές πολυκατοικίες που ήταν τα γραφεία τους και θυμάμαι αμυδρά αυτούς τους συνηθισμένους πατρικούς άντρες που κάνουν τους ευγενείς ενώ από το χαμόγελό τους φαίνεται ότι κατά βάθος σε κοροϊδεύουν : μού είπαν ότι την πρώτη μέρα για να με δοκιμάσουνε θα μού αναθέτανε να κάνω κάτι εισπράξεις : ήταν ευγενέστατοι : μού δώσανε ένα πάκο χαρτιά, δεν θυμάμαι αν ήταν σε φάκελο ή χύμα – μού εξηγήσανε και διάφορα – βαριέμαι να τα λέω, τα κατάλαβα πάντως – όλη η ιστορία άρχισε μετά.

Το πιο αξιοπρόσεκτο όμως σ’ αυτήν την εμπειρία σήμερα είναι ότι δεν την θυμάμαι καλά : δηλαδή τη θυμάμαι και ποτέ δεν την ξέχασα, και μάλλον μού ξαναήρθε τότε που πέθαναν μερικοί στην οικογένεια (δηλαδή ο πατέρας μου, η μάνα μου θα ζούσε πολύ ακόμα) κι άρχισα να σκέφτομαι καταρρακτωδώς και ανεξήγητα όλα τα προηγούμενα – αλλά δεν τη θυμάμαι πάντως καλά : θυμάμαι όμως ασφαλώς ένα σύννεφο περιπλάνησης και την αθήνα εντελώς άγνωστη, γιατί έτσι κι αλλιώς δεν την ήξερα καλά, ήμουνα πολύ μικρή και πριν το σκάσω από το σπίτι μού κάναν ερωτήσεις και ελέγχους διαρκώς πού πάω και τί κάνω (εγώ ήθελα να βλέπω τούς εραστές μου και αυτό τούς ενοχλούσε κι εμένα μ’ ενοχλούσε το να τούς κρύβω, αυτούς τους άντρες που ενώ μού αρέσανε αυτοί ασχολούνταν μόνο με τα λεφτά τού μπαμπά μου, όπως έλεγε ο μπαμπάς μου) κι έτσι δεν μπορούσα να κυκλοφορήσω με όλη μου την άνεση, επομένως βρέθηκα τότε σε μια αθήνα όλη δικιά μου που όμως ήταν αδιόρατα εχθρική και ενοχλητικά απειλητική και απειλητικά άγνωστη.

Υποθέτω ότι έβαλα στην αρχή τα χαρτιά σε μια σειρά, από τις κοντινότερες διευθύνσεις στις πιο απόμακρες, αλλά δεν θυμάμαι πού το έκανα αυτό, κι αν έκατσα σε κάνα καφενείο αρχικά για να το κάνω ή το έκανα όρθια στον δρόμο, κι άρχισα μετά ν’ ανεβαίνω σε πολυκατοικίες και γραφεία για να εισπράξω αυτά που χρωστούσαν από πολύ καιρό αυτοί οι άνθρωποι, έτσι μού είπαν από το γραφείο, αλλά η πλάκα είναι ότι δεν θυμάμαι κιόλας τί ακριβώς πουλούσε αυτή η επιχείρηση, θα πρέπει να ήταν ηλεκτρολογικά  πράγματα πάντως, μηχανήματα, ίσως ψυγεία και οπωσδήποτε τηλεοράσεις – τα είχαν αγοράσει με δόσεις και χρωστούσανε δόσεις, αυτό ήταν το ζήτημα.

Στο σπίτι μου δεν αγοράζαν τίποτα με δόσεις, τα παίρναν όλα τοις μετρητοίς και έτσι τους έκαναν και έκπτωση, θυμάμαι καλά ότι μολονότι είχαν τα λεφτά, κάναν ολόκληρη συζήτηση για την έκπτωση, τους ενδιέφερε πολύ. Εγώ όλη τη διαδρομή την έκανα περπατώντας βέβαια, και βέβαια αργά και ψάχνοντας, και μάλλον ελαφρώς πανικόβλητη αλλά δεν έπρεπε να δείξω τον πανικό μου πουθενά ούτε σε μένα την ίδια εννοώ, απ’ τη μια γειτονιά στην άλλη κι έτσι από το εντελώς κέντρο, βρέθηκα ξαφνικά κατά το μεσημέρι στην άκρη του κόσμου στις πιο λαϊκές γειτονιές που υπήρχαν, και που τις είχα μόνο ακουστά, μερικές μάλιστα και σαν δυσοίωνους και απειλητικούς μύθους, τίποτ’ άλλο.

Αυτό το γεγονός, να χτυπάω πόρτες και να μού ανοίγουνε, το είχα ζήσει άλλη μια φορά στο σχολείο που μάς έβαλαν κατά ομάδες με τη συνοδεία ενός αστυνομικού και μιας νοσοκόμας να πάρουμε βοήθεια από όλον τον κόσμο για τον ερυθρό σταυρό, αλλά τότε άλλοι είχαν το πρόγραμμα της περιπλάνησης, κι εμείς απλώς ακολουθούσαμε, κι όταν άνοιγε μια πόρτα κοιτούσαμε γύρω τον χώρο να δούμε πώς ήταν το σπίτι, θυμάμαι έναν στριμμένο γέρο κύριο σ’ ένα σπίτι με καναπέδες που μας έδιωξε και μας έκανε διάλεξη κουνώντας το χέρι και φωνάζοντας για τους απατεώνες, αλλά τότε ήταν δουλειά του αστυνομικού και της νοσοκόμας να του απαντήσουν, εμείς απλώς χαζεύαμε και διασκεδάζαμε κοιτώντας μέσα πώς ήταν τα σπίτια, αυτός δεν μας άφησε να προχωρήσουμε όμως καθόλου από την εξώπορτα, αλλά θυμάμαι καλά το δωματιάκι στο οποίο μένανε δύο φτωχά παιδιά, το κορίτσι θυμάμαι κυρίως, σ’ αυτονών το σπίτι είχαμε μπει, και δεν ήτανε σπίτι ήταν ένα δωμάτιο κι είχε κι ένα τραπεζάκι με κάτι τρόφιμα πάνω, θυμάμαι ειδικά κάτι ψίχουλα σαν μόλις να ’χανε φάει, πολύ ταπεινά μάς δεχτήκανε, η στάση τους ήταν σαν να ντρέπονται ή σαν να ζητάνε και συγγνώμη, και αυτό το κορίτσι θυμάμαι μάς έδωσε κάτι – ή ίσως το αγόρι – πάντως το σπίτι δηλαδή το δωμάτιο ήτανε πολύ μικρό, όπως μπήκαμε όλο το τσούρμο μέσα το γεμίσαμε τελείως, και δεν ξέρω, μερικές ίσως δεν χωρέσανε κιόλας και μείναν έξω από την πόρτα, στο πλατύσκαλο, εκείνη η περιπλάνηση για λεφτά ήτανε διασκεδαστική, είχαμε γλιτώσει και το μάθημα κείνη τη μέρα και καθώς περιφερόμαστε στους δρόμους της αθήνας μιλάγαμε και γελάγαμε όλες μαζί, και με τον αστυνομικό και με την νοσοκόμα, ο αστυνομικός ειδικά φαινόταν να διασκεδάζει κι αυτός πάρα πολύ κι ήτανε συμπαθέστατος, και μολονότι αυτός κρατούσε το ύφος της παρέας και το κύρος της, ήτανε μικρός στην ηλικία και θα μού άρεσε σαν αγόρι αν δεν φορούσε στολή, δεν μ’ αρέσαν οι στολές, πάντως ήταν μια μέρα πολύ διασκεδαστική τότε σ’ αυτήν την περιπλάνηση για τα λεφτά, κι είχε ξεκινήσει μ’ έναν πολύ ερωτικό και μισοφωτισμένο τρόπο, μας στείλαν σ’ ένα κτήριο στην οδό αμερικής που ήταν σκοτεινό για να βρούμε η καθεμιά την ομάδα της νωρίς το πρωί, και θυμάμαι κοιταχτήκαμε ξαφνικά με μια μου συμμαθήτρια, με την οποία ώς τότε δεν είχαμε ιδιαίτερες σχέσεις, και ήταν σαν να κάναμε ερωτική εξομολόγηση η μια στην άλλη, και τότε εκεί μες στο μισοσκόταδο, που δεν είχα ιδέα γιατί ήταν έτσι σκοτεινά, αισθάνθηκα σαν ερωτευμένη, και ήταν μια ευτυχία αυτή η ανακάλυψη ότι δεν ήμουνα μόνη μου πια στην τάξη, τώρα όμως ήμουνα εντελώς μόνη κι έπρεπε να βρίσκω συγκεκριμμένα σπίτια γιατί δεν πήγαινα στην τύχη και ήμουνα μάλλον πανικόβλητη αλλά δεν υπήρχε περίπτωση να το δείξω πουθενά, φερόμουνα επισήμως σαν πολύ άνετη και έμπειρη, τούς μιλούσα ευγενικά, ήταν όλοι άντρες και κάναν ότι δεν ξέραν τίποτα, ήταν έκπληκτοι, τα ρίχναν στις γυναίκες τους όλοι και μερικοί πληρώσανε, μερικά χρέη τους από τις δόσεις ή όλα, δεν θυμάμαι τώρα, θυμάμαι μόνο ότι με κοιτάζαν κατάπληκτοι και υπογείως είρωνες, αλλά πολλοί πληρώσανε.

Και ήταν όλοι παντού άντρες, το θυμάμαι καλά, και μερικοί σε κάποια γραφεία θυμάμαι ότι με επεξεργαζόντουσαν σχεδόν απειλητικά, θυμάμαι τον τρόμο που ένιωθα από μέσα μου, και την ησυχία που έβγαζα απέξω μου, τον τρόπο που από την αρχή σχεδόν ενστικτωδώς εγκαινίασα να είμαι ευγενική και περίπου επιδεικτικά άσχετη, και με βοήθησε πολύ πιστεύω η εμφάνισή μου που ήταν η ίδια και στο πανεπιστήμιο και παντού με τα μπλουτζήν και τις αμερικάνικες πουκαμίσες που είχαμε βρει με τον φίλο μου τον κομμουνιστή ο οποίος μού είχε μάθει να ψωνίζω ρούχα φτηνά από τα μεταχειρισμένα αμερικάνικα κάπου στην πλατεία του δημαρχείου, και ήταν αυτές οι ωραίες πουκαμίσες που λες κι είχαν έρθει ήδη φορεμένες στο γούντστοκ κι έτσι φαινόμουνα σ’ αυτούς τους κυρίους αξιοπερίεργη και (όσο θα θέλαν) ακίνδυνη, και ενώ εγώ περπατούσα σ’ ένα τεντωμένο σκοινί, πάντως πολλοί μέ πληρώσανε, και ύστερα ήτανε μεσημέρι που βρέθηκα κοντά σ’ ένα ποτάμι και ήταν η πιο φτωχειά γειτονιά που είχα ακούσει ότι υπάρχει, στην πραγματικότητα βέβαια δεν την ήξερα και επειδή κάποια στιγμή νόμιζα πως έχω χαθεί (και συχαίνομαι φοβερά το να χάνομαι, γιατί μού δημιουργεί έναν πανικό) ρώτησα κάποιον στον δρόμο ποια περιοχή είν’ αυτή σάς παρακαλώ, και μού απάντησε πολύ καταδεκτικά και καλοσυνάτα κι αυτό με ηρέμησε, και ύστερα έγινε η ιστορία που θέλω να σού πω.

Δηλαδή βρήκα (ρωτώντας πάλι υποθέτω) τον δρόμο τού ανθρώπου που χρώσταγε, και σ’ αυτήν τη φτωχειά περιοχή τα σπίτια ήταν αραιά με χωματόδρομους ανάμεσα, και το σπίτι που ζήταγα ήταν με ένα μικρό κήπο και φαινόταν κάπως παλιότερο από τα άλλα, δεν ήταν όπως αυτά που συνηθιζόντουσαν τώρα μεσ’ στη χούντα τα δήθεν καινούργια αλλά πολύ φτηνά με τα μπαλκόνια σαν ταψιά, αλλά δεν είναι αυτό τώρα που θέλω να σού πω, αλλά το ότι στην περίπτωση αυτή έζησα για πρώτη φορά στη ζωή μου την ένωση τών χρόνων, και ναι μεν μπορεί αργότερα να την ξαναζούσα, αλλά αυτή η πρώτη φορά με άφησε κατάπληκτη – καταρχάς ήτανε το σπίτι μέσα, όταν άνοιξε η πόρτα, και ύστερα ο άνθρωπος που μού άνοιξε την πόρτα – ήταν σαν να ’χε μεταφερθεί ο χώρος αλλού, και ξαφνικά βρέθηκα με κείνες τις ωραίες γυναίκες τις φίλες τού πατέρα μου, πριν την πατήσει και παντρευτεί εκείνη τη χαζή τη μάνα μου, η οποία το μόνο που ήξερε ήταν να παπαγαλίζει και να μιμείται εκείνες τις έξυπνες γυναίκες αλλά από μέσα ήτανε ένα τίποτα, και σε τρία χρόνια αυτό είχε πλέον αποδειχτεί περίτρανα και έγινε και η αιτία όλων των προβλημάτων, το ότι από τα έξη μου κιόλας δεν χωρίζανε για το καλό μου και μ’ αναγκάσανε εμένα να φύγω για να μην τους βλέπω άλλο, και ξαφνικά είχα τώρα μπροστά μου μια απ’ αυτές τις ωραίες γυναίκες, τις μορφωμένες και έξυπνες, που με αγαπάγανε όλες τόσο πολύ, και το σπίτι της μέσα ήταν γεμάτο παλιά ακριβά έπιπλα, αντιπαθούσα τα φτηνά έπιπλα, κι όταν λέω ακριβά δεν εννοώ φυσικά αυτά με τα χρυσαφικά αλλά το αντίθετο, εκείνα που δεν κραυγάζουν ως πολύ πλούσια, αλλά εκείνα που είναι με φυσικό τρόπο πανάκριβα, όπως εκείνα που είχανε στο πρώτο σπίτι που ζούσαμε, πριν τα πετάξει η μάνα μου ως παλιά και πάρουνε τα πολύ πλούσια, εκείνον τον καναπέ αρτ–ντεκώ ή αρτ–νουβώ που χωνόμουνα όταν ήμουνα πολύ μικρή, και έβλεπα μέσα σ’ αυτό το σπίτι αυτά τώρα τα έπιπλα ακριβώς, και κάπου υπήρχε και μια κουρτίνα αντί για πόρτα γιατί δεν υπήρχε πουθενά πόρτα κι ήταν όλο το σπίτι ένας  μεγάλος χώρος κι ακριβώς μ’ αρέσανε πάρα πολύ οι κουρτίνες μέσα στο σπίτι, κι ο χώρος να ’ναι μεγάλος έτσι, αχανής και ζεστός, πολύ ζεστός, καθόλου χωρισμένος, κι αυτή η γυναίκα ξαφνικά με υποδέχτηκε σαν να ήμουνα μια πάρα πολύ σημαντική επίσκεψη, κι ήταν ντυμένη αν θυμάμαι καλά με κάτι μακριά πολύχρωμα ρούχα και ήταν ακριβώς όχι ευγενική αλλά αυστηρή, σα να μη χρειαζόμουνα ιδιαίτερες ευγένειες, και είχε δίκιο σ’ αυτό, οι πολλές ευγένειες έχουν κάτι το φτηνό, σαν να είσαι ο άρχοντας του χωριού εσύ και θεωρείς τον άλλον υποδεέστερο, και δούλο σου ή σκλάβο σου, και πήρε αμέσως τηλέφωνο την κόρη της, και τη μάλωσε με πάρα πολύ ωραίο τρόπο, που χρώσταγε λεφτά και έκανε το κορίτσι να έρχεται και να ταλαιπωρείται, με ποιο δικαίωμα κουράζεις την κοπέλα, και την αναγκάζεις να έρχεται δωπέρα, τής είπε ή κάτι τέτοιο

αλλά το πιο ενοχλητικό είναι ότι όσο περισσότερο το σκέφτομαι, τόσο περισσότερο το ξεχνάω (πράγμα που το ’χω ξαναπεί κάπου αλλού νομίζω ή το ’χω γράψει στο μπλογκ μου,  δεν θυμάμαι – και το πιο ενοχλητικό είναι ότι το ’χει γράψει και ο σάλινγκερ κάπου αυτό (εγώ έτσι τον λέω, γιατί μού θυμίζει σαλιγκάρι, αυτό σίγουρα το ’χω γράψει κάπου στο μπλογκ μου) αλλά είναι απ’ αυτά που δεν τα παρατάω επειδή τα ’χε πει κάποιος άλλος : τα σημαντικά δεν τα προδίνω με τίποτα – τα δευτερεύοντα, αν ανακαλύψω (εκ των υστέρων) ότι τα ’χει πει και άλλος, τα αποσιωπώ – δεν είναι ούτε ευγένεια, ούτε καλοί τρόποι, ούτε τίποτα : απλή βαρεμάρα : άμα κάτι δευτερεύον το ’χει πει ένας, δεν χρειάζεται να το πει και δεύτερος)

μού έκανε εντύπωση επομένως πόσο ήσυχα αν και πολύ διδακτικά μιλούσε στην κόρη της, μολονότι τη μάλωνε – ούτε κατά διάνοια δεν σκέφτηκα το σπίτι μου και το πώς μιλούσαν εκειμέσα, την κοιτούσα απλώς από μακριά, από δίπλα στην πόρτα, στο βάθος τού αχανούς αυτού χώρου, μάλλον κατάπληκτη, αν και ήσυχη, και σκέφτομαι ότι θα μπορούσα να τελειώσω εδώ αυτό το κεφάλαιο

ή να το συνεχίσω και να γίνει πολύ μεγάλο, λέγοντας τό πώς γύρισα στη βάση μου, το μεσημέρι, και το πώς οι κύριοι στην εταιρεία με κοιτάξαν κατάπληκτοι και μού χαμογέλασαν (σχεδόν γέλασαν κοροϊδευτικά θα έλεγα) που «έκανα (τόσες) εισπράξεις», και μετά η συνέχεια, στο σπίτι τού χαζού κομμουνιστή που με έπρηξε με το μαλακό, για να με καταφέρει, πως «δεν ήταν αυτή δουλειά» («για μένα»)

μετά να επεκταθώ στη σχέση μου μ’ αυτόν, και το πώς μού έβαζε εμπόδια στη σχέση μου με την τότε φίλη μου που τον ήθελε, και μού κρατούσε κακία που τον είχα εγώ, και μια φορά μάς έκανε εκείνη την παλιανθρωπιά με την παρανομία στην οποία είχαμε μπλέξει, και που ουσιαστικά ήτανε σαν να μάς κατέδωσε στην ασφάλεια (για να μάθουμε να μην κάνουμε βλακείες, γιατί εμείς παίζαμε, κι αυτοί πάντα την πληρώνουν – οι παλιοί, και σοβαροί, κομμουνιστές)

αλλά τώρα μού ’χει κολλήσει από ώρα, καθώς τα γράφω αυτά, ένα τραγούδι που λέγαμε στο σπίτι μου μικρά, δηλαδή το έλεγε ένα κοριτσάκι της γειτονιάς φτωχό που το συνεισέφερε με καμάρι στις βλακείες μας εμάς των υπολοίπων που μέναμε στους πάνω ορόφους και κάναμε τους σπουδαίους

 

ψέμματα ψέμματα  φταίω εγώ που σ’  έμαθα
να περπατάς στις γειτονιές να λες πως μ’ αγαπάς
κι αν μ’ αγαπούσες
και πιθυμούσες

 

(και το καταλαβαίναμε και γελάγαμε, το κοριτσάκι που το έλεγε υποκλινόταν περήφανο κι ήταν πολύ φτωχό, σήμερα μόνο ακριβώς δεν μπορώ να καταλάβω τίποτα απ’ ό,τι το τραγουδάκι λέει : ποια ήταν τα ψέμματα).

 

 

 

(απο το ανεκδοτο μυθιστορημα «φούρλα»)

 

 

 

φωτογραφια henri cartier–bresson
επανω : σκηνη απο παλια ελληνικη ταινια

 

 

 

 

 

 

19 Σεπτεμβρίου 2020

στάμος : ροζακί και ρόθκο γωνία

 

 

 

 

μ’ αρέσουν οι μαυρόασπρες φωτογραφίες, μάλιστα κατά τη δικιά μου, καθόλου αξιοσέβαστη, αισθητική μόνο οι μαυρόασπρες φωτογραφίες είναι πραγματικές φωτογραφίες, όπως και μόνο οι μαυρόασπρες ταινίες είναι πραγματικό σινεμά – αλλά μη μού ζητήσεις να σού εξηγήσω τόν λόγο γιατί δεν έχω ιδέα, και μάλλον θα ’πρεπε να γράψω καμιά πεντακοσαριά σελίδες για ν’ αρχίζω να έχω την παραμικρή ιδέα περί αυτού και εγώ

όμως οι φωτογραφίες πρέπει κατά την αποκλειστικά δικιά μου γνώμη να θυμίζουν εκείνο το «πίνω χυμούς κι ονειρεύομαι φρούτα» που διάβαζα μικρή, κι έχω ξεχάσει και ποιανού είναι, με την έννοια ότι έχουν μια σχέση μ’ αυτό που δείχνουνε φυσικά, αλλά και μ’ αυτό που κρύβουνε – μ’ αυτό που πίνεις αλλά και μ’ αυτό που υπήρξε, ζωντανό, πριν πιεις

από αυτήν την άποψη δεν μπορείς να ζητάς από τη φωτογραφία να εμφανίζει αυτό που δεν μπορείς να δεις, ή δεν θέλεις κιόλας να το δεις καμιά φορά, ακόμα κι αν είναι ζωντανό μπροστά σου

και, από την άλλη, τί άλλο είναι η φωτογραφία (και μάλιστα μια μαυρόασπρη ωραία φωτογραφία) από ένα σύνολο γραμμών και οριζόντων που υπήρξαν κάποτε ζωντανά, σκόρπια μέσα σ’ έναν αχανή χώρο, και τα οποία με την καθήλωσή τους, εξαιτίας τής θέλησης και μόνο ενός άλλου, σταθεροποιούνται μ’ έναν τρόπο σχεδόν εκβιαστικό

αυτό ίσως εξηγεί γιατί μια φωτογραφία με σταφύλια και σταφυλοπαραγωγούς, ενός αρμένη φωτογράφου τη δεκαετία του ’30  (the books’ journal, τεύχος 108, άρθρο γιώργου ζεβελάκη για το ροζακί σταφύλι) εγώ την είδα σαν μια φωτογραφία με δυο φίλους (και άλλους πολλούς, κρεμασμένους σαν τσαμπιά γύρω τους και πίσω τους) μιας αμερικανίδας φωτογράφας τη δεκαετία του ’50

αλλά ο λόγος που μού θύμισε η μια φωτογραφία την άλλη δεν είχε να κάνει με τα τσαμπιά :

αρχικά είναι εκείνη η φοβερή, και σχεδόν ανεξήγητη, ομοιότητα στο στήσιμο, τη γωνιά δηλαδή υπό την οποία ο φωτογράφος σταθεροποίησε (και ακινητοποίησε) το σύνολο – των ανθρώπων του σταφυλιού απ’ τη μια – των ανθρώπων της ζωγραφικής απ’ την άλλη : μεσολαβούν κάπου είκοσι χρόνια μεταξύ τους – και μάλιστα χρόνια κρίσιμα όσο δεν παίρνει – γιατί ο αρμένης φωτογράφος (γκαραμπέτ αγαμπατιάν) στην κρήτη, μετά από έναν παγκόσμιο πόλεμο νομίζει ότι όλα πια θα ’ναι (για πάντα) ειρηνικά και συνεπώς μπορεί να θαυμάσει τον κόπο τών ανθρώπων και την αγάπη τους για τα σταφύλια – ενώ η αμερικανίδα στη νέα υόρκη, μετά κι από έναν δεύτερον παγκόσμιο πόλεμο πλέον, είναι μάλλον υποψιασμένη για το γεγονός πως τίποτα δεν είναι σταθερά και μονίμως ειρηνικό ούτε σίγουρο, κι έτσι αφοσιώνεται στον θαυμασμό της για κάποιους θυμωμένους που αφαιρούν από το βλέμμα τους τις λεπτομέρειες της φύσης (και των σταφυλιών, και της οργής τους, και της γλυκύτητάς τους, και της λεπτής τους φλούδας (όπως λέει και το άρθρο του γ.ζ.)) και κατέρχονται στο από μέσα της με βάση ακριβώς και μόνο τον θυμό τους : όπως είπανε και για τον θεόδωρο στάμο κάποτε : δεν ζωγραφίζει την πέτρα, ζωγραφίζει το εσωτερικό τής πέτρας

έτσι η φωτογράφος εδώ λοιπόν δεν βλέπει και δεν ακινητοποιεί μόνο την ομάδα των (οξύθυμων ή) θυμωμένων (των διαιωνισμένων irascibles), αλλά αναδεικνύει, επιθετικά κι αυτή σχεδόν, το εσωτερικό της : κι όπως ο άλλος, με τα σταφύλια, βάζει μπροστά–μπροστά τους δύο, ν’ αντικρίζονται και να περιβάλλουν τα φρούτα (και όλη τη φύση από την οποία ζούνε) σχεδόν προστατευτικά (κι όλοι οι άλλοι πίσω – άνθρωποι και σταφύλια – να απομακρύνονται με έναν σχεδόν τριγωνικό τρόπο), έτσι κι αυτή βάζει μπροστά–μπροστά τούς δύο σημαντικότερους της ομάδας, τον ρόθκο δηλαδή και τον στάμο, ν’ αντικρίζονται με όλη τους την αγάπη και τον θυμό, κι οι άλλοι ν’ απομακρύνονται τριγωνικά όλοι μαζί κι αυτοί πιο πίσω, αγαπώντας όλοι πάντως τον θυμό από τον οποίο ζούνε, έναν θυμό επί της φύσης την οποία αρνούνται να δουν απλά και εξωτερικά και με αφέλεια

κι όμως, πόση αφέλεια δεν κρύβει αυτή η αγάπη του ρόθκο προς τον στάμο – και τούμπαλιν – εκείνη την εποχή : και πόση αφέλεια δεν κρύβει η γελαστή επιθετικότητα τού στάμου που πατάει με το πόδι του το σκαμνάκι, και κυρίως προτείνει πάνω απ’ όλα το δεξί του πόδι σαν έτοιμο να δώσει κλωτσιά –

μια κλωτσιά την οποία αρνήθηκε στην πραγματικότητα να δώσει σε κείνους που πραγματικά την αξίζανε, και που προσπαθούνε, χρόνια τώρα να τον σβήσουνε απ’ αυτή τη φωτογραφία

 

 

 

 

 

μ’ αρέσει να σκέφτομαι πως η φωτογραφία αυτή, αντίθετα από τους μιμητές της (γιατί η συγκεκριμμένη φωτογραφία, αντίθετα ίσως από όλες τις άλλες φωτογραφίες πιθανόν παντού, είχε όχι απλώς αντίγραφα, αλλά μιμητές) να σκέφτομαι λοιπόν ότι αντίθετα με τις μιμήσεις της, που χτίστηκαν πάνω στην αυστηρά πειθαρχημένη δομή τού πρωτότυπου, η εντελώς πρωτότυπη φωτογραφία αυτή χτίστηκε από τη nina leen πάνω σ’ ένα δίπολο αυθορμητισμού μεν τών όσων φωτογραφίζονταν, αλλά και πειθαρχίας μαζί προς την ποιητική της διορατικότητα

αλλά ενώ ο αρμένης φωτογράφος είναι υπεύθυνος, όχι μόνο για το τελικό καδράρισμα, που οδηγεί τους ανθρώπους των σταφυλιών σε μία σχεδόν τριγωνική απομάκρυνση από το αρχικό καφάσι με τά φρούτα, αλλά και για την επιλογή κατά πάσα πιθανότητα των δύο προσώπων μπροστά–μπροστά που θα συμβολίσουν έμπρακτα την αγάπη για το έργο της γης τους – η ρωσοαμερικάνα που σκέφτηκε (χωρίς να ξέρει τον αρμένιο (υποθέτω ευλόγως)) ένα παρόμοιο καδράρισμα τριγώνου (με κορυφή του πίσω και ψηλά την μοναδική γυναίκα της παρέας των 15 θυμωμένων, την έντα στερν) μπορεί κιόλας καθόλου να μην συμμετείχε στην ιεράρχηση με τους δυο φίλους μπροστά : τον ρόθκο, κατηφή ως συνήθως και περίπου ανέκφραστο, δεξιά – και τον στάμο, σχεδόν χαρωπό καίτοι «οξύθυμο», σχεδόν γεμάτον από τη χαρά της ζωής και της τέχνης (τους) στα αριστερά, απέναντι από τον φίλο του, σχεδόν έτοιμον να κλωτσήσει τους πάντες, όσους δεν σέβονταν την πρωτοποριακή ματιά (τους), όπως ακριβώς έλεγε και το μανιφέστο των 15 που μόλις είχαν υπογράψει εναντίον τού μουσείου μοντέρνας τέχνης και της συμβατικής του λογικής :

μπορώ να δω τότε σε κάποιες εκλάμψεις ολοζώντανα το παρελθόν της φωτογραφίας (αυτό που πάντα μ’ αρέσει να εφευρίσκω, όταν κοιτάζω φωτογραφίες μαυρόασπρες σαν ακριβώς πίνοντας τον χυμό τους να ξαναφέρνω μπροστά στα μάτια μου το όνειρο της πραγματικότητας που ατίθαση πολυδιάστατη και σχεδόν ασύλληπτα αχανής προϋπήρξε) κι έτσι λοιπόν βλέπω ή υποψιάζομαι, ότι ακόμα κι αν η νίνα λην διάλεγε εκείνη, και όχι οι ίδιοι οι οξύθυμοι, να κάτσουνε μπροστά–μπροστά οι δύο φίλοι – ο ένας σχεδόν πενηντάρης κι ο άλλος (ο μικρότερος της παρέας) ούτε καν ακόμα τριαντάρης – δεν ήταν όμως σίγουρα αυτή υπεύθυνη για το ότι ο στάμος τράβηξε κοντά του ένα σκαμνάκι για να βάλει θρασύτατα πάνω του το ένα του πόδι, καθώς το άλλο θα πεταγόταν μπροστά, έτοιμο, το είπαμε ήδη, για επίθεση : ο στάμος, σαφώς, ανέλαβε πιστεύω μόνος του να ενσαρκώσει να συμβολίσει και να ολοκληρώσει οπτικά, την εικόνα του θυμού, ολονών τους

και μάλλον αυτό αργότερα δεν του συγχώρεσαν : το σκάνδαλο πάντως θα ξέσπαγε είκοσι χρόνια ακριβώς μετά, με την αυτοκτονία του ρόθκο

και πάντως είναι σίγουρο ότι ο θλιμμένος λετονός, αναχωρώντας, μόνο αυτό δεν είχε θελήσει : να πληγώσει τόσο σκληρά τον φίλο του : κι όμως, αυτό δεν τον εμπόδισε, με την αυτοχειρία του να πυροδοτήσει τη μεγαλύτερη ιστορία οικογενειακής  και πανεθνικής υστερίας στην ιστορία της (αμερικανικής, ασφαλώς – δεν νομίζω ότι θα μπορούσε να γίνει κάτι τέτοιο στην καθημάς ευρώπη – διατηρώ δηλαδή κάποιες ελπίδες περί αυτού) τέχνης

φυσικά, αυτοκτονώντας κάποιος υποθέτω ότι δεν σκέφτεται τους άλλους παρά μόνο τον εαυτό του, όμως ο κατηφής λετονικής καταγωγής αμερικανός στα δεξιά της φωτογραφίας υπολογίζω ότι ελάχιστα υπολόγισε πως κόβοντας τις φλέβες του και φροντίζοντας να αφεθεί για τα υπόλοιπα η κληρονομιά του στις φροντίδες τού στ’ αριστερά τής φωτογραφίας αμερικανού ελλαδικής καταγωγής φίλου του, τού έσκαψε ένα τεράστιο λάκκο

στον οποίο δεν θα έπεφτε μόνο ο ίδιος ως θεόδωρος στάμος, ο νεότερος των θυμωμένων, και εμβληματικά καθισμένος στ’ αριστερά της ιστορικής πλέον φωτογραφίας (ιστορικής, όσο κι αν θέλουν να την εξαφανίσουν) ζωγράφος, αλλά και η ίδια η ζωγραφική του – η οποία θα έφτανε σε μια από τις πλέον παράλογες δίκες στην ιστορία της τέχνης (και εξαιτίας τού μίσους προς τον πατέρα τους δύο παιδιών) να γίνει μια δίκη τόσο άδικη και βλακώδης ώστε να καταλήξει σε δικαστή ο οποίος δεν ζυγίζει απλώς την οικονομική ζημιά των παιδιών από τον οικονομικό διακανονισμό του πατέρα τους, και τις τελευταίες του επιθυμίες, όταν ήταν ακόμα εν ζωή, αλλά να κατρακυλήσει ανερυθρίαστα και σε δικαστή που θα αγόρευε από καθέδρας επί της αξίας τής ζωγραφικής – τού απέναντι καθισμένου, και ακόμα ζωντανού, φίλου του

 

 

 

 

 

 

είναι σαφές, για όποιον διαβάσει την ιστορία όπως την έγραψε ο david levine, γιος τού έτερου συνδιαχειριστή της κληρονομιάς του ρόθκο (μαζί και μ’ έναν τρίτο, δικηγόρο άνευ αδείας και στην πράξη λογιστή, που, όπως φάνηκε, ήταν μάλλον ο μόνος που ήξερε τι έκανε όταν κανόνιζε την ιστορία με την περίφημη γκαλερί μάρλμπορο) ότι ο ρόθκο δεν ήταν σπουδαίος πατέρας – ήταν μάλιστα για την ακρίβεια μάλλον αποτυχημένος εντελώς, σαν πατέρας

όπως περιγράφει την «υπόθεση ρόθκο» ο γιος τού καθηγητή ανθρωπολογίας morton levine στο αβανγκαρντίστικο περιοδικό triple canopy (τριπλό σκέπαστρο και τέντα και τριπλός ουρανός, έτσι, όλα μαζί) η κέϊτ η κόρη τού ρόθκο είχε ακόμα ζώντος του πατέρα της εκφράσει το μίσος της τόσο γλαφυρά ώστε να του πει ότι μισεί (και) τη ζωγραφική του, σε αγαστή αρμονία (και συμφωνία) με την ερώτηση που τού είχε κάνει κάποτε «γιατί δεν μπορείς να κάνεις κι εσύ μια δουλειά όπως όλος ο κόσμος»

φυσικά δεν είναι υποχρεωτικό τα παιδιά να καταλαβαίνουν τον πατέρα τους, ούτε απαγορεύεται, άπαξ και κερδίσουν μια δίκη και μερικά εκατομμύρια να δηλώσουν (με θαυμαστή, για το ποιόν τους και τη συγγένεια με τον πατέρα τους, διαφάνεια) ότι «η τέχνη είναι μπίζνες»

δυστυχισμένες ιστορίες, αναμφίβολα – και, μεταξύ μας, ποτέ δεν κατάλαβα γιατί αποφασίζουν μερικοί καλλιτέχνες να κάνουν παιδιά – εκτός κι αν δεν το αποφασίζουν οι ίδιοι – πράγμα καθόλου επίσης απίθανο : θα μπορούσαμε να αναρωτηθούμε τότε γιατί αποφασίζουν να παντρευτούνε : ο ρόθκο σίγουρα δεν ήταν ευτυχισμένος στον πρώτο του γάμο – ήταν πάντως μάλλον ευτυχισμένος στον δεύτερο, απ’ τον οποίο μάς έμειναν οι απόγονοι – που τού έκαναν (έκαναν δηλαδή, όχι μόνο σ’ αυτόν, προσβάλλοντας τη διαθήκη του, αλλά και στον φίλο του) τη μεγαλύτερη ζημιά πού μπορούσαν

ο david levine, γνωστός για τα σκίτσα του, μια ζωή ολόκληρη, στο new york review of books, ενδιαφέρθηκε να πει την ιστορία βέβαια από τη μεριά τού πατέρα του : το απομνημόνευμα είναι εκτενέστατο (και βρίσκεται εύκολα στο διαδίχτυ) και – πέρα από το ότι είναι προσηλωμένο στη μνήμη τού καθηγητή λεβίν – τα όσα αναφέρει για τον στάμο, και την δυστυχισμένη εμπλοκή του στην υπόθεση, είναι ήπια, διαφωτιστικά, άκρως πολιτισμένα

δεν υπάρχει καμμιά αμφιβολία ότι τα παιδιά μισούσαν τον πατέρα τους και ότι η δεκαετής δίκη δεν έγινε τόσο για τά λεφτά όσο για να τιμωρηθούν οι τελευταίες του επιθυμίες και κυρίως οι φίλοι του, και κυρίως ο στάμος – δεν υπάρχει επίσης καμμιά αμφιβολία ότι τα παιδιά είχαν ένα δίκιο να μισούν τον πατέρα τους, και όχι επειδή τα αποκλήρωσε και τα άφησε στον δρόμο, γιατί δεν έγινε αυτό (ο ρόθκο είχε φροντίσει να τα εξασφαλίσει οικονομικά, απλώς είχε φροντίσει επίσης οι πίνακές του να πάνε στο ίδρυμα που ’χε φτιάξει – κατά πάσα πιθανότητα η κουβέντα της κέϊτ ότι μισούσε τη ζωγραφική του δεν ξεχάστηκε ποτέ) : από αυτή την άποψη η κατηγορία ότι η γκαλερί στην οποία δόθηκαν τα έργα υποτίμησε την αξία τους έχει όλα τα στοιχεία μιας τραγικής και κωμικής ειρωνείας μαζί

 

 

 

 

 

 

τα ενδοοικογενειακά δράματα είναι συνηθισμένα και εν πολλοίς κατανοητά : πολύ περισσότερο που τα παιδιά που μισούν τους γονείς τους όπως σού ξαναείπα, έχουν μια εξαιρετικά μεγάλη προσκόλληση στα χρήματα : δεν σού κάνει λοιπόν εντύπωση, η σχεδόν κωμική ένταση τών τραγωδιών, όταν ένας ζωγράφος που δοξάζει τη ζωγραφική των παιδιών, δεν μπορεί να συνεννοηθεί με τα παιδιά του : το μεγαλύτερο λάθος όμως του ρόθκο, κατά την καθόλου ταπεινή μου άποψη, ήτανε πως θεώρησε ότι ο στάμος θα το ’χε ευκολότερο να τα βγάλει πέρα με τα επιχειρηματικά, τα ιδρύματα και τα χρήματα, που ο ίδιος αντιπαθούσε : ποιος του ’πε ότι ο στάμος ως  ζωγράφος δεν ήτανε εξίσου ανίκανος μ’ αυτόν να καταλάβει τη βλακεία του κόσμου ;

(όταν το δικαστήριο τού επιδίκασε τα εκατομμύρια σαν αποζημίωση για τις δήθεν ατασθαλίες του, τού πήρε και το ωραίο τούβλινο σπίτι του στη νέα υόρκη, με τον όρο ότι μπορούσε να μείνει εκεί ως ένοικος, όσο ζούσε – και μπορεί μεν να αποσύρθηκε στη λευκάδα, και εκεί να πέθανε, ο θάνατός του όμως έγινε ακαριαία γνωστός στους ενδιαφερόμενους απογόνους : ο υιός κρίστοφερ όρμησε και μπήκε αμέσως να εγκατασταθεί εκειμέσα, όπως  λέει χαρακτηριστικά και ο david levine στο triple canopy

εξάλλου, όπως λέει μια άλλη μαρτυρία σ’ ένα άλλο περιοδικό (πήρα ελαφρώς φαλάγγι τώρα δηλαδή τα περιοδικά ξεκινώντας από τη διαιώνιση μιας κλωτσιάς, αλλά αυτά μάλλον συμβαίνουν) εκτός από το η τέχνη είναι μπίζνες που διακήρυξε η κέϊτ μετά τη δίκη, είπε και το άλλο αποφθεγματικό και περίπου ιστορικό : «οι καλλιτέχνες νομίζανε πάντα ότι είναι υπεράνω αυτών όλων – ο πατέρας μου ήταν αφελής από αυτή την άποψη» (περιοδικό people, 12 δεκεμβρίου 1977, αφιέρωμα (στα μεθεόρτια της δίκης) με τίτλο «θυμωμένη θυγατέρα»)

(στο ίδιο άρθρο είναι που αναφέρεται και η σχετική ανάμνηση του στάμου ότι η κέϊτ έλεγε πολλές φορές στον πατέρα της «δεν μπορείς να κάνεις κι εσύ μια δουλειά σαν όλους τους άλλους ; »)

(άσε που, και κατά την ανάγνωση της διαθήκης (ο στάμος κατά το ίδιο άρθρο θυμάται πως) η κέϊτ ανακοίνωσε «δε θέλω τίποτα, πετάχτε τα όλα» (διαταγή και επιθυμία φυσικά συζητήσιμης εγκυρότητας, αφού ούτε αυτή ούτε ο κρίστοφερ δεν αναφέρονταν πουθενά στη διαθήκη του μπαμπά τους) : έτσι μιλάνε όμως τα εξαμερικανισμένα τέκνα δεύτερης γενιάς – και ενίοτε και τα παιδιά των μεγάλων ζωγράφων – και άμα σού λέω ότι μερικοί άνθρωποι δεν πρέπει να κάνουν παιδιά, να με ακούς)

το άρθρο βέβαια τού people έχει τη λογική να αναφερθεί στον στάμο ήρεμα, προσπερνώντας τη μετέπειτα παναμερικανική υστερία που έπεσε πάνω του με βάση ένα σαφώς αμερικανικής έμπνευσης θρησκευόμενο family matters – γιατί το σκάνδαλο με τον στάμο, αν υπήρξε (που υπήρξε κατεξοχήν και αποκλειστικότητα ως σκάνδαλο εναντίον του στάμου) εκφράστηκε κυρίως με τη μορφή τής, άκρως πουριτανικής και άκρως αντικαλλιτεχνικής, νοοτροπίας των αμερικανών ανθρώπων της τέχνης

 

***

 

γιατί, ακόμα κι αν ο στάμος ήταν ο μεγαλύτερος απατεώνας κλέφτης αιμομίκτης παιδόφιλος και δολοφόνος, από πού κι ώς πού (και κυρίως : από πότε) αυτό θα αφαιρούσε και θα μείωνε την αξία της τέχνης του ; εκτός κι αν οι αμερικανοί τεχνοκρίτες (πράγμα το οποίο προς το παρόν δεν έχει περιπέσει στην αντίληψή μου) έχουνε σβήσει από την ιστορία και κάτι μούτρα σαν τον καραβάτζιο ή τον ρέμπραντ, και κάτι άλλους ψιλούς, και δεν θέλουνε να τους ξέρουνε, δεν τους βλέπουνε, δεν τους χαίρονται, δεν τους εκτιμούνε, και αν ήταν στο χέρι τους θα τους είχανε κιόλας κάψει

το «σκάνδαλο» κράτησε πάντως – αλλά η φωτογραφία εκδικείται – έχει κρατήσει κι αυτή : κι όσες απομιμήσεις της γίνανε, ένα πράγμα, πέρα από το τριγωνικό καδράρισμα, διαιώνισαν με επιμονή και μονίμως :

έξω αριστερά, τον στάμο, νεότερο από τους νεότερους, γεμάτον γέλιο (κρυφό) για το μέλλον και έτοιμον να κλωτσήσει τον χρόνο ολόκληρο : γιατί, εντέλει, ο χρόνος αυτός δεν ανήκει μόνο στον φίλο του απέναντι δεξιά, που του ’κανε την καρδιά περιβόλι (με σταφύλια ή χωρίς) : του ανήκει, επίσης, ολοκληρωτικά, με όλο του το κέφι, και όλη του την τέχνη ώς την θλίψη και την κατάθλιψη – η κλωτσιά αυτή έμεινε, γιατί ήταν δικιά του – ζωγραφική και ιδέα και πράξη.

 

δημοσιευμένο στο the booksjournal τεύχος 111, σεπτέμβριος 2020

 

 

 

 

 

 

οι φωτογραφίες :

επάνω αριστερά : η φωτογραφία του γκαραμπέτ αγαμπατιάν, 1938
επάνω δεξιά : η φωτογραφία της νίνας λην, της 24ης  νοεμβρίου του 1950, όπως δημοσιεύτηκε στο περιοδικό life στις 15 ιανουαρίου του 1951
οι 15 irascibles (οξύθυμοι) όπως ονομάστηκαν οι μετέπειτα αφηρημένοι εξπρεσιονιστές ύστερα από την ανοιχτή τους επιστολή προς τον πρόεδρο τού μητροπολιτικού μουσείου τέχνης της νέας υόρκης, με την οποία αρνούνταν να πάρουν μέρος στην έκθεσή του american painting today, το 1950 :
πρώτη σειρά, καθισμένοι αντικριστά οι theodoros stamos (με την περίφημη επιθετική του στάση) και mark rothko
δεύτερη σειρά : jimmy ernst, barnett newman, james brooks
τρίτη σειρά : richard pousette–dart, william baziotes, jackson pollock, clyfford still, robert motherwell, bradley walker tomlin
τελευταία σειρά : willem de kooning, adolph gottlieb, ad reinhardt
στην κορυφή όρθια η hedda sterne.

 

στη μέση :

φωτογραφία τού θεόδωρου στάμου στο άρθρο τού david levine «matter of rothko» στο ψηφιακό περιοδικό triple canopy

παραλλαγές και μιμήσεις – με τη στάση τού στάμου, επίμονα να διαιωνίζεται, ως φετίχ σύμβολο και τοτέμ τής αμιγώς καλλιτεχνικής άρνησης : τρεις φωτογραφίες τού timothy greenfield–sanders με τίτλο «the new irascibles», 1985

 

 

 

 

 

 

23 Αυγούστου 2020

ο fortuna : μικρή συνεισφορά στην απεχθή και δημοφιλή κουλτούρα των παραπόνων

 

 

 

 

προσωπικα δεν παραπονιεμαι ποτέ – θεωρω μαλιστα τα παραπονα και την κλαψα εξοχως εξευτελιστικη συμπεριφορα : εγω, αμα δε μ’ αρεσει μία κατασταση, τη σβηνω απ’ το οπτικο μου πεδιο και εξαφανιζομαι

το να παραπονιεσαι το θεωρω περα απο πολυ γελοίο, και απολυτως ματαιο : αν ο αλλος μπορουσε να διορθωθει μεσω των παραπονων σου, θα ηταν ηδη πολυ καλυτερος, και σοφοτερος, απο τον ανθρωπο που προκαλεσε (με τη συμπεριφορα του) εκεινη τη δυσφορια που θα σε οδηγουσε (αν ησουν παραπονιαρης) στο παραπονο

σαν καθε ανθρωπος ομως με καποια πειρα, πλεον, στη ζωη, εχω καταλαβει οτι το ειδος του παραπονιαρη ειναι παρα πολυ συνηθισμενο

κι ολοι πρεπει να ’χουμε γνωρισει ανθρωπους που παραπονιουνται συνεχως, και μαλιστα με θρασος

θα ’λεγα μαλιστα οτι το θρασος ειναι και το πιο απαραιτητο αξεσουαρ στο εκνευριστικο οπλοστασιο του παραπονούμενου

ενα αλλο χαρακτηριστικο τους ειναι να νομιζουν οτι ετσι κανουν ολες : ο παραπονιαρης δηλαδη, οπως καθε ανθρωπος με εξευτελιστικα και απεχθη ελαττωματα, οχι μόνο δεν εχει επιγνωση τού πόσο εξωφρενικα ενοχλητικος ειναι, αλλά δεν εχει και επιγνωση της συνολικης πραγματικοτητας – νομιζει πως παραπονουμενος ανηκει δικαιως στην ανθρωποτητα που διεκδικει τα δίκια της, ενω συγκαταλεγεται στα πιο ενοχλητικα της κατακαθια ή περιττωματα

ξεχωριζεις ετσι δυστυχως αμεσως – αλλά, δυστυχως, οχι και τοσο (οσο θα ’πρεπε) αμεσως – τους ανθρωπους που συνεχεια θα σού ζητανε, με το που θα γνωριστειτε να πουμε

για να συμβαλω στο δοκιμιο αυτο με ενα παραδειγμα απο την προσωπικη μου ζωη, οταν ημουν μικροτερη ειχα παρει υπο την προστασια μου καποια υπαρξη μονιμως παραπονουμενη οτι ητανε στερημενη και της παρειχα οποια βοηθεια μού ζητουσε στις σπουδες που μετα βασανων εκανε : ειχε μαθει να ζηταει δε, συνεχως, επιμονως και με θρασος πολυ (η επιεικεια προς καποιους ανθρωπους ειναι εγκληματικη – το λεω αυτο προς γνωσιν και συμμορφωσιν, διοτι τους εξαχρειωνει) :

επειδη ητανε λοιπον και βαρετος ανθρωπος και δεν προσφερε τιποτα στη συζητηση ποτέ, καποια φορα που μου ζητησε τη γνωμη μου για εναν συγγραφεα θυμαμαι οτι της ειπα «αλλη φορα μιλαμε γι’ αυτον, δεν εχω κεφι σημερα, βαριεμαι» : ειμαστε δυστυχως στη μεση του δρομου αλλά αυτη χαλασε τον κοσμο : «με ποιο δικαιωμα βαριεσαι ; » φωναξε αρκετες φορες με φωνη στεντορεια

πραγμα που με φερνει στο επομενο μου παραδειγμα, απο την ευρυτερη επισης προσωπικη μου εμπειρια : εναν λουμπεν επιχειρηματια, φιλον καποιου φιλου, τον οποίον βλεπαμε καποτε συχνα για λογους που δεν ειναι της παρουσης : αυτος ητανε το ειδος του ανερχομενου μικροαστου που θα παταγε επι πτωματων για να βγει απο τη σχετικη του φτωχεια, και να γινει οπως ηθελε πλουσιος (το απεδειξε στο μελλον περιφημα, δηλαδη τα καταφερε και το πετυχε) : εκεινη την εποχη λοιπον, οντας ακομα φτωχαδακι, ανεβαινε προς τα βορεια μολις ανοιγε η σαιζον και πουλουσε σουτιεν κυλοτες και καποτες (κατα τα λεγομενα του) στους τουριστες που κατεβαινανε απο σλαβομακεδονια και λοιπα βαλκανια

κατι εγινε (πολιτικο) καποια χρονια και οι τουριστες (ειτε εκβιαζοντας, ειτε οντως μη μπορωντας) δεν κατεβηκανε : εγινε εξω φρενων – και θυμαμαι οτι η συχνοτερη επωδος του ητανε «και με ποιο δικαιωμα δεν κατεβαινουνε αδελφε ; με ποιο δικαιωμα μού στερουν εμενα τα λεφτα μου ; »

φριχτο αθλιο κι αφανταστο να το φανταστεις : ομως αυτο ελεγε

 

 

 

 

πραγμα που με οδηγει στο επομενο μου ανεκδοτο – το οποίο ειναι οντως ανεκδοτο, αλλά το βρισκω να ταιριαζει πολυ – προκειται για την ιστορια των παλιων συμμμαθητων που συναντιουνται μετα απο χρονια και ο ενας εχει φτιαχτει κι εχει λεφτα κι ο αλλος ειναι στο δρομο και τελειως αφραγκος

και τον λυπαται ο πλουσιος και κανονιζει να του δινει καθε μηνα ενα ποσό και ο αλλος το παιρνει και περναν τα χρονια

και καποτε ο ευεργετης ενημερωνει τον ευεργετουμενο οτι το ποσο τωρα θα μειωθει λιγο, γιατι ετοιμαζεται να παντρευτει να κανει οικογενεια και θα εχει επιπλεον εξοδα, και

«μπα» του λεει ο αλλος «και στην πλατη τη δικια μου μωρε θα παντρευτεις και θα κανεις παιδια ; »

ο fortuna

για να εισελθω λοιπον και στα επαγγελματικα μου : ο συγγραφεας που ειναι ασημος και αγνοειται απο τους πολλους ειναι τυχερος, απο πολλες αποψεις, διοτι γλιτωνει και τις περιδιαγραμματου αποψεις και τις κριτικες που σιγουρα θα τον εκνευριζανε

δεν γλιτωνει ομως παντοτε απο θαυμαστες

σε μια τετοια περιπτωση καποιος μου ζητησε καποτε να του δωσω ενα βιβλιο, πραγμα το οποίο μαλλον αφελως εκανα

οταν το κάνεις αυτο (το λεω για τους ασχετους για να μαθαινουνε) δεν περιμενεις σωνει και καλα επαινους, περιμενεις ομως το ελαχιστο αυτονοητο, να σου πει δηλαδη ο αλλος καποια στιγμη οτι το διαβασε

στην περιπτωση αυτη ο αλλος παντως εξαφανιστηκε απολυτως για ενα χρονο

θεωρησα το γεγονος ενδιαφερον και περιμενα να δω (με επαγγελματικη δηλαδη σχεδον περιεργεια) τι θα γινει

ε λοιπον ο αλλος εμφανιστηκε μετα απο ενα χρονο, ειπαμε, και ρωτησε τοτε παραπονουμενος ευθεως : «τι εγινε βρε καθικι γιατι χαθηκες ; »

η τυχη μπορει να ειναι συζητησιμο δωρο, αλλά το θρασος του παραπονούμενου δωρο ασυζητητι δημιουργικο.

το κλειδι

παντως (και για να τελειωνω) καποτε ειχα την τυχη να κανω παρεα με εναν εξαιρετικα μπασμενον στα πραγματα τυπο, που ηξερε περιπου τους παντες και τα παντα : με κουβαλαγε σε διαφορες παρουσιασεις και λοιπες τετοιου τυπου εκπολιτιστικες εκδηλωσεις, κι εγω πηγαινα (εχω κι εγω τις ενοχες μου για τις ηλιθιοτητες που ’χω κανει) και αυτος μού γνωριζε διάφορους διασημους συγγραφεις

παρ’ ολο που (ομολογω ευθαρσως οτι) δεν διαβαζω αυτα που γραφονται απο τους συγχρόνους μας, καποιους απ’ αυτους αναγκαστικα τους ηξερα γιατι ολοι μιλουσαν γι’ αυτους, γραφαν γι’ αυτους, τους διναν βραβεια, γινονταν μπεστσελερ, και καπου επαιρνε το ματι μου κι εμενα καποια προταση απο καποιο διηγηματακι, ή και καποιο διηγηματακι ολοκληρο

για εναν τετοιον, που ο,τι ειχα δει δικο του ηταν εξωφρενικα ασημαντο αλλά ολοι με επιμονή ασχολουνταν μαζι του, ρωτησα σε μια τετοια βεγγερα λοιπον τον ξεναγο μου : «πώς γινεται βρε αδερφε και τον επαινουνε ολοι αυτον αφου ειναι τελειως ντενεκες» «α, δεν τα ξερεις καλα» μου απαντησε αυτος αμεσως «η μεθοδος ειναι στα παραπονα τα οποία εκφραζει δια τηλεφωνου : τους παιρνει ολους με τη σειρα και τους πρηζει μολις βγαλει βιβλιο, κλαιγεται και παραπονιεται ικετευει και χτυπιεται κι αν δεν του γραψουνε, εστω και μια κουτσουλια ο καθενας, δεν τον ξεφορτωνονται.»

θα μπορουσα να πω τελειωνοντας οτι καποιοι εχουμε τυχη βουνο, αν και οχι αναγκαστικα σωστη σκληροτητα αποφασιστικοτητα ή κριση : διορθωνομαστε ομως.

 

 

 

επανω φωτογραφια του καρτιε–μπρεσσον, κατω χαρακτικο του γκογια

 

πρωτη γραφη περσι στο φεϊσμπουκ

 

 

 

 

 

 

8 Απριλίου 2020

ελοΐζα, μίλενα, αυταρχικοί εραστές και αγαπημένες εγγράμματες

 

 

 

 

 

(ή αλλιως : η σωτηρια του ερωτα)

 

μερες εγκλεισμου σαν κι αυτες μπορουμε να στρεφομαστε στο παρελθον το παρον και το μελλον μας αδιακριτως

δεν εχω ομως σκοπο να μετατραπω και σε ανθρωπο σχολαστικο : αυτo που θελω να πω συνοψιζεται κυριως σε μια  προταση : ουτε ιχνος πολιτισμου (στον συγκεκριμμενο πλανητη) χωρις μαλακια

αλλά ας το παρω απο την αρχη : εν αρχη ην ο καφκα, που τον γνωρισα σχετικα νωρις – στα ελληνικα αρχικα, κι υστερα (αρκετα νωρις παλι) βρηκα τα «γραμματα στη μιλενα» στις εκδοσεις φισερ – κι ηταν ο γοητευτικοτερος καφκα αυτος (για τα γουστα μου) γιατι ητανε ενας ανθρωπος (παρα πολυ, φαινοτανε ακουγοτανε γραφοτανε) ερωτευμενος

αλλά ας το παρουμε κι αυτο απ’ την αρχη : ποτέ δεν επαψα να εχω μια ενοχή διαβαζοντας αυτα τα γραμματα – γιατι δεν γραφτηκαν για να τα διαβασω

αυταρχισμος του «πολιτισμου» μας πρωτος : γραφουμε τη θεληση του άλλου στα απαυτα μας – ειδικα αν ο αλλος πιστευουμε οτι εχει κανει κατι σημαντικο στη ζωη του

αυταρχισμος δευτερος – ο σημαντικοτερος, γιατι εχει πιο μακροπροθεσμες συνεπειες – και τον ξεχναμε ακομα προθυμοτερα : εχουμε τα γραμματα του καφκα γιατι η μιλενα τα εσωσε – δεν εχουμε τα γραμματα της μιλενας γιατι ο καφκα δεν τα εσωσε

μιλωντας για διασωσεις και σωσίματα θα πεταχτω αναγκαστικα και στην ελοΐζα – μολονοτι αυτην την γνωρισα πολυ αργοτερα – αλλά πρωτα παμε στις διασωσεις, και τους ζοφερους θανατους των δύο συγχρονων μας : ομως, πόσο ζοφερες  ειναι, εκει, και οι διαφορές :

εκεινος δεν κλειστηκε ποτέ σε στρατοπεδο συγκεντρωσης – πεθανε (ευτυχως) απο την αρρωστεια του – και τα χαρτια του μειναν αθικτα, και ασφαλη, στο σπιτι του – συνεπως οταν παραγγειλε στον φιλο του να τα καψει, εκεινος ειχε ολη την ανεση ή τη δυνατοτητα να τα διατηρησει (κι αυτο εκανε, για το καλο μας (εκανε και κατι μικρολογοκρισιες που βγηκαν προσφατα, αλλά γι’ αυτο θα πουμε – επειδη ειναι γενικοτερο φαινομενο κι αυτο πολιτισμου και πουριτανισμου και αυταρχισμου – σε αλλη αναρτηση : εκει που θα ψαξουμε τις ομοφυλοφιλες διαθεσεις του καφκα (θυμαμαι τωρα ας πουμε αυτο, κατα προσεγγιση) : «δυο αγορια στην παραλια ξαπλωμενα πανω στην αμμο : τα περνας μόνο με τη γλωσσα»)

το θεμα εδω ομως που μας ενδιαφερει ειναι οτι στα χαρτια του καφκα τα αντιστοιχα γραμματα της μιλενας δεν βρέθηκαν – αρα ο ιδιος ο καφκα τα ειχε καψει, ή πεταξει, οσο ζουσε και ηταν καλα στην υγεία του / για το οτι φροντιζε παντως σχολαστικα για τα παντα που τον ενδιεφεραν δεν εχουμε καμμια αμφιβολια, γιατι (πολυ μετα τον χωρισμο τους) εστειλε στη μιλενα ολα τα ημερολογια του (να τα φυλαξει κι αυτα…)

εκεινη δεν ηταν αρρωστη – και δεν ηταν ουτε και εβραια – ενω ειχε την τυχη που κανονικα θα περιμενε εκεινον : εζησε στο στρατοπεδο (αν και πεθανε απο «αλλη» αρρωστεια εκει – δεν προλαβανε να την εξαερωσουνε – εχουμε μαλιστα τη ζωη της ως εγκλειστη, απο την μαργκαρετε μπούμπερ νόϋμαν που επεζησε, και τα εγραψε)

συνεπως μπορουμε μετα βεβαιοτητος να πουμε οτι η μιλενα αφησε τα χαρτια της ταχτοποιημενα στο σπιτι της : και μεσα σ’ αυτα ηταν τα γραμματα που της ειχε στειλει (επι δυο χρονια περιπου, τοσο κρατησε αυτο) ο καφκα (περιττο να πουμε οτι σώθηκαν ολα και (ευτυχως) και τα ημερολογια)

επομενως σ’ αυτην χρωσταμε την αλληλογραφια τους – που την εχουμε ομως φυσικα μισή – διοτι ο καφκα καταστρεψε τα δικα της γραμματα, ειπαμε, δυστυχως και κριμα (αυτο ομως βασικα αφορουσε γενικως, και τελικως και αρχικως μόνο τον ιδιο, εμεις δεν παιζαμε σ’ αυτο το παιχνιδι, ουτε μας ηξερε ουτε τον ενδιαφεραμε – ουτε και ειχε φανταστει οτι μπορει να ενδιαφερομαστε : η πραξη της καταστροφης ητανε ενας αυταρχισμος, και μια σκληροτητα ή μια βοηθεια, του ιδιου προς τον εαυτο του, ενας τροπος να λυσει ενα προβλημα που τον βασανιζε, και αποφασισε να το ξεχασει)

αν η μιλενα ηταν – και πόσο, και, κυριως πώς – ερωτευμενη δεν το ξερουμε, εχουμε μόνο τις απαντησεις του καφκα στις περιγραφες της, και εχουμε και τις ελαχιστες φρασεις της οπως τις ξαναγραφει ο ιδιος σε μερικα γραμματα, κυριως για να παραπονεθει οτι τον παρεξηγει ή – σπανιοτερα – για να θαυμασει καποια της διατυπωση – συνηθως γραμμενη στα τσέχικα : τοτε της απανταει κι αυτος στα τσεχικα

αυτη η επιστροφη της μιλενας στη μητρικη τους γλωσσα εχει, παρεμπιπτοντως, κατι το ειρωνικα ξενο μεσα στην αλληλογραφια, κατι που ειναι ομως απο απλα χρησιμο εως οντως συγκινητικο, και κυριως κατι που εικονογραφει με μια ξαφνικη πολυχρωμια τη σχεση τους : τα τσεχικα ειναι μια ταυτοτητα την οποία ο καφκα απωθει και την οποία η ιδια αναμφισβητητα οχι απλως υποστηριζει αλλά και πολυ αγαπαει : αλλωστε γνωριστηκανε καθως εκεινη αποφασισε να μεταφρασει εργο του στα τσεχικα (οταν καπου βρηκε δημοσιευμενο το διηγημα ‘ο θερμαστης’) / αυτη ηταν και η πρωτη μεταφραση εργου του καφκα σε οποιαδηποτε ξενη γλωσσα /

θυμαμαι ας πουμε τωρα μια μεταγραφη που του στελνει της λεξης επιθυμια, λαχταρα («sehnsucht») στη μητρικη τους, εκδοχη που εκεινος επαναλαμβανει και ειναι καπως σαν «τούχα», λεξη που εμένα μού πηγαινει περισσοτερο προς την «καυλα» – χωρις να εχω ιδεα απο τσέχικα, παντως*

την τριπλη αυτη παντως σχεση του καφκα με την πατριδα του και τη γλωσσα του (και τον εβραϊσμο του) σε σχεση με τα γερμανικα την περιγραφει επαρκεστατα ο ελιας κανεττι**

απ’ αυτον μαθαινουμε (αν θελουμε να το δουμε, ο κανεττι δεν το τονιζει ιδιαιτερα) οτι το κατεξοχην θυμα του καφκα ηταν οχι η μίλενα αλλά αναμφισβητητα η φελίτσε : η οποία ουτε ερωτευμενη ηταν αρχικα ουτε τιποτα, ο καφκα κατι ειδε οταν την γνωρισε και αποφασισε να φτιαξει αυτην την ιστορια (η σχεση τους κρατησε μια πενταετια και περιελαβε και δυο αρραβωνες – και φυσικα και μια «δικη», οπως την  περιεγραψε δημιουργικοτατα ο κανεττι)

η αυταρχικοτητα αυτου του υπερευαισθητου (παιδιου ενος αυταρχικοτατου πατερα) αναδεικνυεται λοιπον ευκολοτερα μεσα ακριβως απο τη σχεση του με την πρωτη του αγαπημενη – στη σχεση με τη μιλενα δυσκολευομαστε να τη δουμε, οχι ομως οτι δεν τη βλεπουμε και καθολου – υπαρχουν εξαρσεις, κυριως οταν θεωρει οτι παρεξηγειται, οπου μεσα απο την θερμή ερωτευμενη μορφη τού περιπου εφηβου ξεπροβαλλει ξεδιαντροπα ο μπαμπας του (θυμαμαι τωρα εκεινα τα «μη μου γραφεις αλλο» και «σταματα να γραφεις» που ισορροπουν ειρωνικα αμηχανα και περιπου τραγικα με τα «το γραμμα σου η ευτυχια» και τα «δεν κοιμηθηκα, αντι να κοιμηθω σε διαβαζα»)

ισως βεβαια ο καφκα, οταν εφτασε να γνωρισει τη μεταφραστρια του, να ειχε παρει καποια μαθηματα στο μεταξυ – ή ισως η νοοτροπια της μιλενας (ανηκε σε κυκλους φεμινιστριων και ηταν σαφως, περα απο διαβασμενος, και χειραφετημενος ανθρωπος) να μην του αφηνε πολλα τετοια περιθωρια για (εντελει πολυ χοντρες) χοντραδες : ισως γι’ αυτο εξαλλου την ερωτευτηκε τοσο πολυ, κι ισως γι’ αυτο εξαλλου δεν την κερδισε κιολας ποτέ (ειναι χαρακτηριστικο για να μην πω και θλιβερο, οτι η κατεξοχην αιτια συγκρουσεων μεταξυ τους, το γεγονος δηλαδη οτι εκεινη δεν θελει να παρει διαζυγο απο τον αντρα της, λυνεται ως δια μαγειας δυο χρονια μολις μετα το τελος της αλληλογραφιας τους, τοτε που η μιλενα και χωριζει τον αντρα της, και παντρευεται εναν αλλον)

(παρενθετικα : ουτε της φελιτσε «σωθηκε» κανενα γραμμα – ο καφκα τα καταστρεψε κι αυτα – τα δικα του ομως παλι (πανω απο 500), οπως και η μιλενα ετσι και η φελιτσε θα τα εσωζε : θα τα ’παιρνε μαζι της στην αμερικη οπου θα καταφευγανε με τον, μετεπειτα και εκείνης, αντρα (ηταν, αμφοτεροι αυτοι, εβραιοι), και εκει, στη νεα υορκη, οταν βρεθηκε σε οικονομικη αναγκη θα τα πουλουσε σ’ εναν αμερικανο εκδοτη (αναμφισβητητα και παλι για το καλο μας)

(παρενθεση δευτερη : συμφωνα με τον κανεττι, μετα τη δίκη που υπεστη απο τους συγγενεις τής φελιτσε (και η οποία δίκη τον οδηγησε τελικα στη διαλυση του πρωτου αρραβωνα (θα επακολουθουσε ομως πολυ συντομα ο δευτερος)) ο καφκα σ’ ενα μηνα μεσα, αρχισε τη συγγραφη της δικής του «δίκης» : το παραθυρο που ανοιγει ξαφνικα εδω, οδηγει σαρδονια σε μια ολοκαθαρη θεα του λαβυρινθου απο την ανω–κατω ζωη στην ανω–ανω τεχνη)

(παρενθεση τριτη, και τελευταια : ο πιο εκτεθειμενος και λιγοτερο αυταρχικος (ή, απο μια αλλη αποψη, ο περισσοτερο (αν και καλυτερα κρυμμενος) αυταρχικος) καφκα, παντως, βρισκεται στο «γραμμα στον πατερα» : αυτο κι αν γραφτηκε για να μην το διαβασω – δεν γραφτηκε για να το διαβασει καν ο «πατερας» – οσο κι αν αυτο δεν ειναι και εντελως αληθεια : το «γραμμα στον πατερα» ανηκει σε κεινα τα γραφτα οπου διακρινεις στην ιδια την αρχη του τα λοξοδρομισματα τού απολυτως συνειδητού εργου τεχνης : γραφεται για συγκεκριμενο προσωπο το οποίο την ιδια στιγμη σβηνεται και καταργειται, καθως την ιδια παλι στιγμη βλεπεις να ορθωνει το αναστημα του μπροστα στον γραφοντα ο παγιος – και μοναδικος του – αναγνωστης : ο εαυτος του / και φυσικα ενω το γραμμα αυτο ο καφκα δεν το ’στειλε ποτέ, ουτε το πεταξε ουτε και το εκαψε ουτε και το εξαφανισε, παρα το κρατησε σχολαστικα στα χαρτια του).

(και μια εξομολογηση : και καθε φορά που διαβαζω αυτον τον μονολογο του καφκα μεσα απο τη μιση σωζομενη αλληλογραφια με τη μιλενα, και κοιταω και τα κειμενα της μιλενας που εκεινη δημοσιεψε οσο ζουσε, πρωτον μεν συνειδητοποιω καλυτερα πόσο εντελως ανομοιοι ειναι οι ανθρωποι, δευτερον πόσο δυσκολα ειναι τα πραγματα οταν αυτες οι ανομοιοτητες αποφασισουν να αλληλοερωτευτουν, τριτον δε (και το πιο ενδιαφερον για μενα) ειναι οτι – συμφωνωντας με την μιλενα – και βλεποντας την ολοζωντανη μπροστα μου, και συνδεοντας την ακριβως με αλλες γυναικες που εχω δει ολοζωντανες μπροστα μου, και εχοντας ακουσει την, πρακτικη και φεμινιστικη και λογικη φωνη της, να βγαινει με τους ιδιους περιπου ηχους απο τα δικα τους στοματα / συμπασχοντας δηλαδη απολυτως με την μιλενα / – διαπιστωνω οτι υφισταμαι ξαφνικα μια μεταλλαξη : χανω ξαφνικα το φυλο μου, και γινομαι εκεινος ανευ ορων : παραβλεπω τις σπαραχτικες του χοντραδες και πιανω την καρδια μου καθως τον βλεπω να καθεται στο τραπεζι του και να ετοιμαζεται να βαλει τα χερια του πανω σε αγραφα χαρτια.)

 

 

 

 

αν ομως μιλαμε για σωσιματα κειμενων, οφειλουμε να θυμηθουμε, πρωθυστερα ελαφρως ισως, αλλά πρωτα και κυριως την ελοΐζα – και σ’ αυτην επομενως να παμε τωρα καθυστερημενα, κανοντας μια επιστροφη περιπου χιλια χρονια πισω : η ελοΐζα λοιπον – και, στην περιπτωση αυτη, παρεμπιπτοντως μόνο ο αβελαρδος – : «παρεμπιπτοντως» οχι γιατι δεν εχει, και αυτος, σημασια, αλλά γιατι χωρις την ελοΐζα δεν θα τον ειχαμε ουτε αυτον ολοκληρον (θα ειχαμε μονο ο,τι θα ηθελε αυτος να μεινει απο την ιστορια – θα ειχαμε δηλαδη μια οχι απλως φτωχη αλλά και φτηνη και ευκολη εκδοχη της ιστοριας – της «δυστυχισμενης του ιστοριας», οπως επεδιωξε να την συντηρησει στον αιωνα ο ιδιος ως historia calamitatum)

θα ’ταν δηλαδη ενα κειμενο που εγραψε ενας αντρας στα 54 του χρονια (αυτο δεν θα πειραζε), ευρισκομενος ομως αλοιμονο πολυ μακρια πλεον απο τον ερωτα – στον οποίο θα απαντουσε θυμωμενα αλλά και απολυτως λογικα, εκεινη – και αυτη θα ηταν η ερωτικη «ιστορια» που για (πολλους) αιωνες θα ειχαμε μόνο, απο τους δύο :

τα οχτω δηλαδη γραμματα που ανταλλαξανε μεταξυ τους (πεντε εκεινού, τρια εκεινής), οταν ηταν πια χωρισμενοι, και ειχαν κλειστει και οι δυο ο καθενας στο μοναστηρι του (να υπενθυμισω οτι η ελοΐζα καμμια διαθεση δεν ειχε να καταληξει εκει, της το επεβαλε εκεινος – οπως της ειχε επιβαλει και τον καταστρεπτικο οπως αποδειχτηκε, και για τους δυο τους, γαμο) αυτα τα οχτω γραμματα θα ηταν για αιωνες το μοναδικο στοιχειο που θα ειχαμε απο την ιστορια τους

και θα ηταν μια ιστορια που θα την χρωματιζε το ανοικονομητο, και αλαζονικο, κειμενο εκείνου («ημουνα τοσο σπουδαιος τοσο νεος και τοσο ωραιος που ειχα οποιαν ηθελα, δεν τιθενταν θεμα να μ’ απορριψει καμμια»)

και δευτερευοντως μόνο η θυμωμενη και κατα διαλειμματα απαντηση εκεινής

η οποία εκλαιγε και θρηνουσε με σπαραχτικους λυγμους (εικονα που παραδιδει ευθαρσως ο ιδιος ο αβελαρδος) κατα την τελετη που χειροτονηθηκε καλογρια, καθως σηκωνε ψηλα το ευαγγελιο

αυτη που  δεχτηκε αυτη τη φυλακη μόνο και μόνο για να τον ευχαριστησει : φανταζομαι οτι φανταζοταν πως ηταν η τελευταια πραξη ευχαριστησης που μπορουσε να του προσφερει – κι ας ειχε κανει ολα τα λαθη εκεινος και κανενα λαθος αυτη

κι αυτη που του ειχε πει, εγκαιρως, «προτιμω να ειμαι πουτανα παρα παντρεμμενη / η σκροφα σου παρα η συζυγος σου»

και φυσικα εκεινη που στο πρωτο της γραμμα θα τον ρωτουσε, καθολου σαν καλογρια : «Ενα πραγμα πες μου. Αν μπορεις. Γιατι απο τοτε που μπηκαμε κι οι δυο στα μοναστηρια, που ηταν μια δικια σου αποφαση, με αγνοησες και με ξεχασες τοσο, που να μη μου δινεις ουτε μια μικρη βοηθεια μιλωντας λιγο μαζι μου οταν ερχοσουν εδω, ουτε την παρηγορια ενος γραμματος οταν δεν ερχοσουν ; »

(το αν μπορεις δειχνει βεβαια πόσο θυμωμενη ητανε, και πόσο συγγραφαρα ητανε : δεν τη φυλακιζεις ετσι μια ελοΐζα, κι υστερα να μην της κανεις ουτε μια επισκεψη στη φυλακη, οταν πας και επισκεπτεσαι τον δεσμοφυλακα ευχαριστως : εκεινη φυσικα και δεν ειχε καμμια δουλεια να κλειστει εκει μεσα, ειχε τον γιο της να φροντισει – κι ομως το ’κανε, για να του δωσει μια τελευταια ικανοποιηση, οτι αποκλειομενος αυτος απ’ τον ερωτα, αυτη δεν θα ’βλεπε αλλους : Αν μπορεις, λοιπον, απαντησε της.)

και φυσικα ηταν εντελει αυτη που θα τού εγραφε το ανειπωτο : «στο κελι μου μεσα στο μοναστηρι συνεχεια βλεπω με τη φαντασια μου τον ερωτα που καναμε τοτε στην εκκλησία.»

προσωπικα, αν μου επιτρεπετε, δεν ξερω ανα τους αιωνες, μεγαλυτερη – και γενναιοτερη – ομολογια πραγματικα ερωτικης μαλακιας απο αυτην.

 

 

 

«κι ετσι τα κανω ολα στα ιδια μερη μαζι σου, κι ουτε στον υπνο μου δεν τα γλιτωνω» (και στην καθωσπρεπει γλωσσα των επιστημονων αυτο λεγεται αυτοερωτισμος (σελ. 67))

 

 

η ελοΐζα ειναι λοιπον σαφες οτι ειχε μυαλο και θαρρος, και δεν ητανε επουδενι η υποταγμενη μικρη ερωτευμενη, οπως θελησαν μεσαιωνες και αναγεννηση να την σταθεροποιησουν σαν εικονα – απο το πρωτο της γραμμα ηδη τού το θυμισε : «προτιμουσα εγω τον ερωτα απο τον γαμο, την ελευθερια απο τα δεσμα»

(το θαρρος εκείνου βεβαια το συζηταμε, αν υποτεθει οτι ειναι θαρρος να επιζεις μετα απο μια τετοια τιμωρια – κι αν ειναι θαρρος να τα σβηνεις ολα για να επιζησεις : «δεν ενιωσε ερωτα γι’ αυτην ποτέ, ο,τι υπηρχε μεταξυ τους ηταν μόνο λαγνεία», ειχε την ετοιμοτητα συνεπως αργοτερα να διακηρυξει – αλλά μια αποστροφη προς καθε τι σωματικο συνοδευει σιγουρα και ώς τα σημερα τους παντες : αυτος ο αυταρχισμος και η συνοδευτικη εκ των υστερων περιφρονηση προς τον ερωτα, επιζει ακομα και σ’ οσους δεν εχουν παρει χαμπαρι δηλαδη οτι κατι τούς εχει αποκοπει και, πιθανως, τούς λειπει)

(και μη μου πει κανεις οτι ειχε υποστει τετοιο πληγμα ο αβελαρδος, που δικαιολογουνταν να επιδειξει τωρα αυταρχισμο και κακους εως την απολυτη γαϊδουριά, τροπους – γιατι τους ειχε κι απο πριν : μερικες φορές πηδηχτηκανε ενω εκεινη δεν ηθελε ή δεν μπορουσε – ισως γιατι ειχε περιοδο (καποιες απο τις παρεξηγησεις τους την εποχη των ραβασακιων, προερχοντουσαν μπορει (το υποστηριζουν και οι ερευνητες) απ’ αυτο) : και ενας φιλοσοφος της τοσο αδιαπραγματευτης λογικης (υποστηριζω εγω, που δεν ξερω παρα μόνο τη δική μου ζωη) μπορουσε να βαλει τη φιλοσοφια υποτιθεται πανω απ’ τ’ αρχιδια του / αλλά ας φυγουμε απ’ αυτην την εποχη της δυστυχιας : παμε λοιπον στα ραβασακια.

 

 

 

 

 

η σωτηρια του ερωτα

 

τριακοσια χρονια μετα τη μεσαιωνικη ιστορια τού 1100, εχοντας μπει δηλαδη για τα καλα στην αναγεννηση, ενας καλογερος συγγραφει εγχειριδιο επιστολικης τεχνης (συνηθιζονταν τοτε αυτα : πώς ξεκινας ενα γραμμα, πώς χαιρετας, πώς αποχαιρετας, κλπ) / ο ανωτερω λοιπον μοναχος johannes de vepria, κατα τις ερευνες του το 1471 στο μοναστηρι τού clairvaux, πεφτει πανω σ’ ενα χειρογραφο οπου παρατιθεται ο, μαλλον ερωτικος, διαλογος δυο ατομων – και αρχιζει να αντιγραφει τις προσφωνησεις και τους χαιρετισμους τους για το δικο του βιβλιαρακι – ωσπου στην πορεια γινεται κατι καταπληκτικο : ο μοναχος μας παρασυρεται απο το περιεχομενο της αλληλογραφιας κι αρχιζει να αντιγραφει μεγαλυτερα αποσπασματα – εχει ηδη πειστει οτι προκειται για εραστες κι ετσι, μετα απο καθε γραμμα βαζει σε παρενθεση το φυλο τού γραφοντος : (mulier) αν το γραμμα ειναι της γυναικας, και (vir) αν αντιγραφει απο γραμμα τού αντρα : ουτε ονοματα υπαρχουν, ουτε ιχνος προσπαθειας ανευρεσης των προσωπων πισω απο τα γραμματα, και πολλες φορες ο βέπρια δεν διακρινει καλα πού τελειωνει το ενα γραμμα και πού αρχιζει το άλλο : σημαδι οτι αντιγραφει απο ενα χειρογραφο που τα εχει ολα τροπον τινα κολλημενα και συνεχομενα (αλλωστε ενας φανατικος για γραμματα μοναχός ητανε, με οχι ευκαταφρονητες παντως φιλολογικες φιλοδοξιες – οι ειδικοι θαυμαζουν τη σχολαστικοτητα του)

ο βέπρια, που αντεγραψε συνολικα 113 αποσπασματα, επιγραφει τελικα το ολο κεφαλαιο τού βιβλιου του «απο τα γραμματα δυο εραστων» (‘ex epistolis duorum amantium’)

(η ανακαλυψη της historia calamitatum ειχε γινει νωριτερα, σχεδον στην εκπνοη του μεσαιωνα οπως τον ξερουμε, εκατο χρονια μολις μετα τη συγγραφη της και απο τους δύο, και ειχε χρησιμοποιηθει σαν υλικο για διαφορους μεσαιωνικους ερωτικους μυθους επη και κυκλους – απο κει μάς ειχε μεινει το ονομα των δύο – αλλά μάς ειχε μεινει και μια μισή, πώς να το κανουμε, αντιληψη γι’ αυτην την ιστορια : το βαρος ειχε πεσει στις δυστυχιες του αβελαρδου, και η ελοΐζα ειχε μεινει σχεδον αφελης, περιπου αχρωμη, μαλλον απεχθης, και ασφαλως παρεξηγουμενη – (δεν ηταν, μεταξυ μας, και πραγματα αυτα που εγραφε, εκει στα τρια της (αρκετα εκτενη) γραμματα («μας βλεπω να πηδιομαστε μεσα στην εκκλησία» και «προτιμουσα να ’μαι η πουτανα σου», καθολου ωραια, ουτε κατανοητα πραγματα αυτα, ουτε για τον μεσαιωνα ουτε για την αναγεννηση – ουτε και για σημερα θα ’λεγα αν μου επιτρεπετε))

τα ραβασακια ομως (που οδήγησαν σ’ εκεινα τα 113 αποσπασματα) ηταν μια εντελως αλλη ιστορια – κι αυτη η ιστορια εχει και πλακα και ενδιαφερον – γιατι δειχνει πολυ ζωντανα πώς ζωντανευουνε οι νεκροι : και απο ποση τυχη αποτελειται η περιωνυμη αντικειμενικοτητα της ιστοριας

πριν παμε ομως στην ανακαλυψη των ραβασακιων (που εγινε σχετικα στα χρονια μας) και στα (οσα απ’ αυτα) μας εσωσε ο βεπρια (και μεχρι σημερα δεν εχουμε άλλα), θελω να πω κατι :

αυτο που εκανε η ελοΐζα, καθως αντεγραφε και κρατουσε (για την ιδια – να μην το ξεχναμε ποτέ αυτο) τα ραβασακια, ειναι κατι που μόνο ενας ανθρωπος που εχει υπαρξει ερωτευμενος μπορει πιθανως να το καταλαβει – ομως, απο την αλλη, ενας που δεν εχει υπαρξει ερωτευμενος δεν μας ενδιαφερει κιολας στην παρουσα περιπτωση : μ’ αυτη την εννοια, τονιζω οτι αυτο που καταβαθος εκανε η ελοΐζα δεν ηταν παρα μια επιδειξη του ιδιου της του ερωτα προς τα λογια του ερωτα, και μια διακηρυξη της αποψης οτι τα λογια στον ερωτα ταυτιζονται μαζι του και ειναι πανω του κολλημενα : γι’ αυτο και δεν ηθελε, ή δεν μπορουσε, να τα αποχωριστει : τα αντεγραφε λοιπον για να της μεινουν : για την ιδια τα ηθελε, σταθερα και αναλλοιωτα)

κι ακομα κι οταν – χρονια μετα, και απ’ ολες τις φρικες μετα, θυμωσε (τοσο πολυ) με τον αβελαρδο, δεν τα εσβησε τα γραμματα του : η ελοΐζα δεν τα εσκισε και δεν τα πεταξε απο το αρχειο της, αυτο το χαρτι που εκρυβε μεσα στο βιβλιο στο μοναστηρι : οχι, η ελοΐζα κρατησε και τη φωνη της και τη φωνη του.

 

 

 

παντως η ανακαλυψη της καθημερινης αλληλογραφιας τους στα χρονια των ερωτων (αυτα τα ραβασακια δηλαδη που πηγαινοερχονταν με διαφορους υπηρετες, γραμμενα πανω σε πινακιδες απο κερι – κατι σαν τις πλακες με την κιμωλια που γνωρισαμε καποιοι παιδια (κι οπου αυτος που το ’παιρνε το διαβαζε κι υστερα το εσβηνε – και εγραφε πανω εκει το δικο του) – (και των οποίων το μυστικο για τη σωτηρια ηταν τοσο απλο, οσο η (ακουραστη ; ) διαθεση της ελοΐζας να τα αντιγραφει σ’ ενα χαρτακι) (τον μεσαιωνα οι ανθρωποι επικοινωνουσαν ετσι, ξαποστελνοντας ο ενας στον αλλον σημειωματα – στα λατινικα παντα, γιατι αυτη ηταν η γλωσσα των εγγραμμάτων – διοτι δεν υπηρχαν τηλεφωνα, ουτε κινητα ουτε ακινητα (απο την ελοΐζα εχουμε καποια στιγμη και την επιπλεον ενθαρρυνση στον αβελαρδο : «ο,τι θελεις γραφε μου, οι υπηρετες δεν ξερουν λατινικα»)), ηταν, στην πιο κυριολεκτικη κυριολεξια που μπορω να σκεφτω, μυθιστορηματικη :

στα 1980 ο κυριος constant j. mews φιλολογος νεοζηλανδος που μελετουσε τη θεολογια και τη λογικη του αβελαρδου στο παρισι και την οξφορδη, επεσε πανω σε μια λατινικη διατριβη που ειχε περασει απαρατηρητη και η οποία περιειχε τα γραμματα δυο ερωτευμενων : ηταν μια σχολαστικη εκδοση του χειρογραφου του βεπρια που ειχε γινει καμμια δεκαετια πιο πριν

(διοτι το χειρογραφο του βεπρια, με τα ραβασακια, ειχε μεινει κι αυτο αγνωστο και αφανες ολους αυτους τους αιωνες και η μόνη καλη του τυχη ηταν οτι κατα τη διαρκεια της γαλλικης επαναστασης μεταφερθηκε μαζι με καμμια χιλιαδα άλλα χειρογραφα απο το μοναστηρι του κλαιρβώ στην πολη τρουά – και ετσι σωθηκε)

καμμια δεκαετια λοιπον πιο πριν : δηλαδη καπου γυρω στα 1970 ενας γερμανος φοιτητης ο ewald könsgen ετοιμαζοταν για τη διδακτορικη του διατριβη και κατα προταση του επιβλεποντα καθηγητη του, μεσαιωνολογου και λατινιστή dieter schaller, αποφασισε να καταπιαστει με την εκδοση του λατινικου κειμενου των ερωτικων επιστολων που ειχε διασωσει ο βεπρια

η διατριβη εκδοθηκε το 1974 και ο κένσγκεν παρουσιασε τα γραμματα των δυο εραστων με ενα (ενδιαφερον οπωσδηποτε) ερωτηματικο στον υποτιτλο : «γραμματα του αβελαρδου και της ελοΐζας ; »

αλλά το αφησε εκει : φιλολογος ητανε και αυτο που τον ενδιεφερε ητανε να παρουσιασει αψογα ενα λατινικο κειμενο – οι ερωτησεις μπορουσαν να απαντηθουν πιθανως απο αλλους –

κατι που θελησε ομως να τονισει ητανε πως (σαν καλος λατινιστης, ειχε δει και ειχε πειστει για το οτι) οι δύο ανταλλασσοντες αυτες τις επιστολες ητανε διαφορετικα προσωπα : ουτε τα λατινικα τους ουτε το υφος τους ηταν το ιδιο – αρα δεν επροκειτο για «ρητορικο γυμνασμα» καποιου μεσαιωνικου σχολαστικου, απ’ αυτα που πολυ συνηθιζοντουσαν τοτε, αλλά επροκειτο σαφως για γραφτα δυο διαφορετικων ανθρωπων με διαφορετικη ψυχοσυνθεση – και το αφησε, ειπαμε, εκει

και εκει ειναι που μπηκε ο νεοζηλανδος (που στην πραγματικοτητα ητανε αγγλος) constant mews, στη σκηνη :

ο ανθρωπος γοητευτηκε απο τα ραβασακια, και το περιγραφει λιτα, ως ψυχρος λατινιστης : «τη στιγμη που συναντησα το κειμενο, και τα λογια του και τις ιδεες του, ενιωσα μια ανατριχιλα στη ραχοκοκκαλια μου».

και ετσι λοιπον το 1999 εκδιδονται «τα χαμενα ερωτικα γραμματα του αβελαρδου και της ελοΐζας», απο τον mews, χωρις ερωτηματικο πλεον στον τιτλο

και για να ολοκληρωθει το μυθιστορημα να πω οτι λιγα χρονια αργοτερα (το 2003) εκδιδεται το βιβλιο του james burge «ελοΐζα και αβελαρδος» (ετσι, μ’ αυτη τη σειρα) απ’ οπου εμαθα για τα ραβασακια (χαρη σε ενα αρθρο στο χρησιμοτατο nyrb που μ’ εκανε να ξεκινησω να το παραγγειλω τρεχοντας – τρεχοντας, και μην ξεροντας τιποτ’ αλλο για την ιστορια, παρα μόνο οτι επρεπε να τρεξω)

και επειδη κοντευω πλεον και να πεισω με τοση σχολαστικη πολυλογια τον εαυτο μου οτι ειμαι και φιλολογος, ας κλεισω αυτην τη βολτα ανα τους αιωνες με μια βοηθεια απο την ιδια την ελοΐζα, βοηθεια δηλαδη εναντιον οσων αμφισβήτησαν την σιγουρια του mews οτι οι δυο τους, με τον αβελαρδο, αντι να συζητανε μόνο φιλοσοφια, και να γραφουνε μουσικη, γραφανε και μετα μανιας ο ενας στον αλλον :

και εκλεινε το πρωτο γραμμα της στον αβελαρδο, εκεινο το θυμωμενο, την πρωτη της απαντηση στην ιστορια της δυστυχιας του, με μια αναφορα ακριβως σε κεινα τα ραβασακια που ανταλλαξανε εν αφθονια την εποχη των ερωτων τους :

 

«με επνιγες σε ατελειωτα γραμματα … αντιο, μοναδικε μου.»
«crebris me epistolis visitabas … vale, unice.»

 

 

 

«στο κελι μου μεσα στο μοναστηρι συνεχεια μάς βλεπω που πηδιομαστε τοτε στην εκκλησία» ειπε αυτη, και εδω εχουμε την ιδια περιγραφη απο  εκεινον – προστιθεμενης μιας εκφραστικης λεπτομερειας για την γωνιά στην τραπεζαρια του μοναστηριου, και προστιθεμενης και της ηθικολογιας πλεον εκείνου «θυμασαι πόσο χυδαια συμπεριφερθηκαμε» – λιγο παρακατω η πολυ δυσαρεστη (για μενα εννοω) υπομνηση εκ μερους του για την ενιοτε χρηση, ή απειλη χρησης, βιας εναντιον της (δεν ξερω αν η ελοΐζα δεν το αναφερει αυτο απο μεγαλοθυμια, ή επειδη πραγματικα το θεωρησε δευτερευον – ή, απαντωντας στην δική του historia, εδω τουλαχιστον τον λυπηθηκε) (σελ. 347)

 

 

 

αλλά πρεπει να κατέβη κανείς πολυ πιο κατω (σαν του ιουλιου βερν το ταξιδι στο κεντρο της γης ειναι αυτο ή σαν το χωνι της κολασης του δαντη – διακοσια χρονια μετα απ’ αυτην θα γραψει αυτος) για να δει εστω και απο μακρια την αρχικη εικονα τού πραγματος : δεν παμε προς τα πισω, δεν υπαρχει μπρος και πισω (ποτέ τών ποτών), παμε προς τα κατω μόνο : εχει εναν κοπο και μια δυσκολια αυτη η μεταβαση, που καταληγει σε μια ακκιδα και μια στιγμη οι οποίες αχνοφεγγουν σαν κοκκινες και κιτρινες ταυτοχρονως – ειναι ισως το δωματιο της : δεν μπορω να δω ακριβως τι κανει, σηκωνεται ισως απο το κρεβατι και καθεται σ’ ενα απο αυτα τα περιεργα τραπεζια που εχουνε τοτε,  σαν ορθια, σαν υπολογιστες, και πιανω την καρδια μου για μια στιγμη καθως τη βλεπω να πιανει ενα αγραφο χαρτι για να γραψει – δεν υπαρχει ιχνος αβελαρδου εκει, παρα μόνο στη δικη της καρδια μεσα και τη δικη της σκεψη πανω : εγω αυτο που προσπαθω να καταλαβω ειναι πώς ακριβως το κανει :

υπαρχουν δυο πιθανοτητες : η πρωτη ειναι οτι γραφει στο χαρτι αυτο που θελει να πει, κι επειτα, γελωντας λιγο ισως, το αντιγραφει πανω στην κερινη πινακιδα : η αλλη ειναι οτι το γραφει πιο αυθορμητα κατευθειαν στην πινακιδα κι απο κει το αντιγραφει μετα στο χαρτι για να το κρατησει / φωναζει τον υπηρετη και το στελνει / ο υπηρετης ερχεται μετα απο ωρα και της ξαναφερνει πισω την πινακιδα – εχει τωρα γραμμενο πανω της το ραβασακι εκεινού ενω το δικο της εχει σβησει / δεν ξερω αν ειναι στο κρεβατι οταν περιμενει ή τριγυρναει στο δωματιο : παιρνει την πινακιδα, την ανοιγει, διαβαζει : πιανει την καρδια της πιανει και το μουνι της πιανει και τον εαυτο της ολοκληρο, και πιανει κι ενα χαρτι : παει στο γραφειο και αντιγραφει στο αρχειο–χαρτι προσεχτικα το καινουργιο μηνυμα εκείνου : το αρχειο ειναι σαν εκεινα τα αρχαια ρολλα, μακραινει, κι ολο μακραινει, κι ειναι αυτο που θα βρει, αντιγραμμενο ισως απο εναν αλλον πιο πριν, τριακοσια χρονια μετα, ο βεπρια :  τυλιγμενο σφιχτα και κρυμμενο στη ραχη μαλλον, ενος άλλου, θρησκευτικου ισως βιβλιου στο μοναστηρι : πόσες αντιγραφες λοιπον στο χαρτι

και δεν εχει γραψει πουθενα το ονομα της, ουτε το ονομα εκεινου, δεν τα φυλαξε αυτα τα πολυτιμα και δεν εκανε τοσο κοπο ουτε για μενα ουτε για σενα, μην κολακευομαστε : τα εκανε ολα γι’ αυτην – κι οταν πηγαινει στη βιβλιοθηκη τού μοναστηριου (τα χρωματα εχουν αλλαξει, τωρα ειναι καφεπρασινα) κλεινει ολες τις πορτες προσεκτικα, βγαζει το ρολλο και διαβαζει : ξερει πολυ καλα τι διαβαζει, δεν χρειαζεται να βαλει ουτε τιτλους ουτε συγγραφεις : και φυσικα δεν κοιταει καθολου προς το μερος μου, δεν την ενδιαφερω : διαβαζει αλλά δεν ξαναγραφει τιποτα : μόνο οταν εκεινος της στελνει την ιστορια του, νιωθει εναν απιστευτο θυμο και ξαναπιανει παλι ενα χαρτι : και, Απαντησε μου, του λεει – αν μπορεις / το αν μπορεις το εγραψε συνειδητα, ειναι απιστευτα καλη συγγραφεας και ξερει τι λεει : δεν αμφισβητησε ποτέ τη δυναμη του, ουτε οταν εμεινε χωρις αρχιδια, τωρα μόνο μετα απ’ αυτην την πλημμυρα ψεμματων τον βλεπει στο βαθος ενος άλλου χωνιού, χιλιομετρα κατω απ’ αυτην, πολυ μικρον : τωρα ειναι μονη της δηλαδη πραγματικα μοναχη

και θα ζησει ετσι καμποσα χρονια ακομα, πολλα μετα τον θανατο εκεινού.

 

 

 

 

μερες εγκλεισμου λοιπον σαν κι αυτες μπορουμε να στρεφομαστε στο παρελθον το παρον και το μελλον μας αδιακριτως :

οπως τα κανονικα γραμματα των αιωνων που πέρασαν : που ξεχναμε πώς ηταν : δεκα χρονια γραψιματων στον αερα του ιντερνετ και νομιζουμε οτι εξαφανισαν απο τη μνημη μας κατι χιλιαδες χρονια γραψιματος που θεωρουσαν αυτονοητη τη διαμεσολαβηση του μολυβιου και του χαρτιου, του ταχυδρομου, των ταχυδρομειων, του ποστ–ρεσταντ, του χρονου, της αναμονης, της χαρας, της απελπισιας, της κέρινης πινακιδας, του χρονου, και τελικα και των κακόμοιρων των υπηρετών

γιατι σημερα κανείς δεν μπορει ουτε να σωσει ουτε να εξαφανισει τιποτα : δεν χρειαζεται, αλλά και δεν γινεται : ειναι ολα σωσμενα ειτε το θελεις ειτε οχι – και προς τις δύο κατευθυνσεις

(μετα θανατον εμαθα απο πρωτο χερι οτι ενα φιλικο μου προσωπο που εζησε σε εποχες κατα τις οποίες η αλληλογραφια θεωρουνταν (μεταξυ των εγγραμματων ταξεων τουλαχιστον) ενα γεγονος φυσικο, ειχε διατηρησει στο αρχειο του οχι μόνο τα γραμματα που ειχε παρει αλλά και τις δικες του απαντησεις στο προχειρο : καταπληκτικη – και πολυ χρησιμη για τους ιστορικους του μελλοντος – μεθοδος (που, οπως και να το κανουμε, εμπεριεχει μερη απο τη λογικη, ισως και τη διαθεση, της ελοΐζας) μεθοδος που σημερα θα ηταν σωτηρια (για μας) αν ανηκε και στις συνηθειες της μιλενας)

γιατι σημερα μόνο μια καταστροφη ολικη των αρχειων των σερβερ, και πώς διάολο τα λενε αυτα τα τεχνικα, και των κτιριων των σερβερ, και του πλανητη ολοκληρου – και οχι απο εναν ιο, θα χρειαζοταν κατι παραπανω – μπορει να εξαφανιζε τις τροπον τινα αυτες αλληλογραφιες στους στριμωγμενους διαδρομους του ινμποξ – και παλι οχι, αν καποια ελοΐζα, σχολαστικη και επίμονη, και πιθανως ερωτευμενη με την ιδια της τη ζωη (οπως εκεινη χιλια χρονια πριν) τα εχει διασωσει στον δικο της σκληρο δισκο

αυτο το ευκαμπτο χαρτακι, πολυ σκληρη μνημη αυτη, αυτη η χαρτινη,

αυτη η άλλου ειδους μνημη.

 

 

 

 

σημειωσεις :

*σημειωση για τα τσεχικα που αναφερω : σ’ εκεινο το γραμμα ο καφκα της γραφει : «Ich werde also die Frage “strach – touha” (“Angst – Sehnsucht”) beantworten»
(σελιδα 80 τού pdf)

**καφκα / ελιας κανεττι «η άλλη δίκη»

τα γραμματα του καφκα στη μιλενα

ενα γραμμα της μιλενας (κατι σαν ψυχαναλυση του καφκα : για τον μαξ μπροντ)

καφκα ημερολογια (λογοκριμενη, αρχικη εκδοση μαξ μπροντ)

το βιβλιο του james burge

το βιβλιο του constant mews

αβελαρδος, ιστορια

στοιχεια για την απαντηση της ελοΐζας στην historia του αβελαρδου

για τον γιο τους τον αστρολαβο την ταυτοτητα του, την εκκλησιαστικη και πολιτικη του καριερα

πινακιδες με κερι

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Επόμενη σελίδα: »

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: