σημειωματαριο κηπων

22 Ιανουαρίου 2020

φιλιά με φιλιά

 

 

 

 

η Μάχη έκανε τή δικιά της φούρλα τώρα :

 

   Αυτό με τό φιλί στο χέρι είναι πάρα πολύ χαρακτηριστικό, είπε, και τό ’χω ζήσει κι εγώ, ένα καλοκαίρι στο νησί που πηγαίναμε και σ’ ένα μπαρ που πηγαίναμε όλοι, γιατί είχε τήν καλύτερη μουσική, ένα βράδυ, κοντά στην πόρτα, που ήταν μισόκλειστη γιατί ήταν ξημερώματα, χάζευα προς τά μέσα, και είδα αυτή τήν κοπέλα που ήταν πολύ όμορφη, όχι απ’ αυτές που θεωρούνται όμορφες, ξανθές και κολοκύθια τούμπανα, μελαχροινή με μια ποιότητα που σέ τρόμαζε, μια απίστευτη ποιότητα, κάτι μεταξύ κάλλας και γκάρμπο, μεγάλη λίγο μύτη, μακρόστενο λίγο πρόσωπο, κι αυτά τά μαλλιά τά ίσια και τά μαύρα, αλλά λεπτά, μάλλον τήν είχα ξαναδεί με τίς φίλες της αλλά αυτή τή φορά ήτανε μ’ ένα αγόρι, ήταν όμορφοι και οι δύο, ψηλοί και μελαχροινοί και οι δύο, θυμάμαι είχα σκεφτεί «λοιπόν αυτήν τήν ξέρω απέξω κι ανακατωτά, ερωτεύεται πολύ και σε βάθος αυτή και θα υποφέρει πολύ, αλλά ακόμα είναι νωρίς δεν τό ξέρει» και τήν παρακολουθούσα με ενδιαφέρον, αν ήταν αλλιώς τά πράγματα θα τή ζωγράφιζα αλλά τώρα ήταν ερωτευμένη λοιπόν κι ήταν ευτυχισμένη, α αυτή η ευτυχία τού ερωτευμένου ανθρώπου, τού ανθρώπου που ’ναι ερωτευμένος δηλαδή με τόν έρωτα κι είναι όμορφος αλλά τόσο άπειρος, και δεν έχει ιδέα τί τόν περιμένει, θυμάμαι τό σκεφτόμουνα και τήν κοιτούσα με ενδιαφέρον αλλά λίγο λυπημένη, στεκόμουνα δίπλα στην πόρτα, είχα απομακρυνθεί απ’ τούς άλλους και τήν κοιτούσα, μού θύμιζε τήν εαυτή μου δεν ξέρω γιατί, αλλά αυτή ήταν πάρα πολύ όμορφη, και κοιτούσα προς τό καναπεδάκι που καθόντουσαν και οι δύο, ένα απ’ αυτά τά χωριάτικα παγκάκια με τό ριγέ στρωματάκι, κι από πίσω, πάνω τους, στον τοίχο, όλες οι φωτογραφίες τού μπάρμαν με τούς πελάτες τού μαγαζιού από χρόνια, ένας τοίχος πανύψηλος και πολύχρωμος με τίς φτηνές φωτογραφίες από όλα αυτά τά χρόνια, κάπου ήταν κι οι δικές μου με τούς φίλους μου, κι αν τή ζωγράφιζα θα τήν είχα έτσι στα μαύρα κι από πίσω της όλο αυτό τό πάμφθηνο χρώμα σε τετραγωνάκια σαν απειλητικό σύννεφο κοινοτυπίας, κι αυτή μια αυστηρή μαύρη χαριτωμένη μορφή να κάθεται ευτυχισμένη και σχεδόν ανακούρκουδα πάνω στο παγκάκι σκυμμένη προς εκείνον που ήταν γυρισμένος προς τό μέρος της αλλά τήν κοιτούσε ίσιος, δεν έσκυβε αυτός, μιλούσαν λίγο, γελούσαν λίγο, ήταν ευτυχισμένη και κάποια στιγμή πήρε τό ένα χέρι του, τό κράτησε στο δικό της χέρι και τού τό φίλησε, εκείνη ακριβώς τή στιγμή ένιωσα ότι έγινε μια καταστροφή χωρίς να μπορώ να τό εξηγήσω, ίσως τό εξήγησα μόνο γιατί αυτός δεν αντέδρασε όπως θα ’πρεπε, ήταν ανάξιος για μια τέτοια σκηνή, και ελαφρώς κατάπληκτος, ήταν σαφές πως ένιωσε αμηχανία και θα μπορούσε και να γελάσει, τό κατάλαβα, αλλά αυτή δεν ήταν σε θέση να τό καταλάβει τότε, είναι τόσο ερωτικό αυτό τό φιλί στο χέρι και πρέπει να ’σαι πολύ ερωτευμένος με τόν έρωτα για να καταλάβεις τί κοστίζει και τί αξίζει (αν ήμουνα διαστημικός επισκέπτης στον πλανήτη αυτόν και έχοντας τήν περιέργεια να μελετήσω τά έλλογα θηλαστικά του θα βιαζόμουνα να κοιτάξω στο μυαλό τους (αυτή τή δυνατότητα θα τήν είχα) για να βρω πώς θα δικαιολογούσαν (στους ίδιους, από μέσα τους) τήν απόδρασή τους από μια τέτοια σχέση ύστερα από ένα τέτοιο φιλί – αλλά δεν είμαι, και η περιέργειά μου έχει προ πολλού ικανοποιηθεί : η φαντασία τών διαστημικών αποδεικνύεται οργιώδης, και σχεδόν συναισθηματική και ρομαντική, σε σχέση με τήν πραγματικότητα που ζούμε εδώ : «δικέ μου, φοβήθηκα (θα είπε στον φίλο του) : πολύ σοβαρά τά παίρνει όλα – αυτή στο τέλος θα μάς πηδήξει κιόλας») – έτσι επομένως αυτός, ένας ασημαντούλης (αν και ψηλός, και οπωσδήποτε ομορφούλης) ήτανε, που ’χε βρει γκόμενα για τό καλοκαίρι, και κράτησε σοφά τήν απόστασή του «μην τρελαθούμε κιόλας», αλλά αυτή δεν ήταν σε θέση ακόμα να τό δει, πόσο λυπήθηκα, κι έλεγα «πόσο θα λυπηθεί στο μέλλον, πόση μαυρίλα τήν περιμένει» κάτι μού θύμιζε αδιόρατα από παρελθόν δικό μου και δεν μπορούσα να θυμηθώ τί, και δεν ήθελα κιόλας, κι ύστερα θυμάμαι όλα έγιναν με ιλιγγιώδη ταχύτητα, δεν τήν ξανάδα για μερικές μέρες μέχρι που τήν ξανάδα μόνη της με τίς φίλες της, πανύψηλη και ήρεμη αλλά θλιμμένη, κι είχε γίνει κιόλας η καταστροφή, ούτε δυο μέρες δεν άντεξε ο μαλάκας, δεν ήθελα να παρακολουθήσω πώς τό άντεξε αυτή, ήταν πολύ γρήγορο και δεν άντεξα εγώ, κάτι μού θύμισε και δεν θυμάμαι τί, και πολλές φορές όταν τή σκεφτόμουνα στην αθήνα (γιατί τή σκεφτόμουνα συχνά, είπαμε, κάτι μού θύμιζε) έλεγα «άραγε σε τί έχει μεταμορφωθεί, άραγε έχει γίνει σκληρή, έχει γίνει ανήλεη, έχει ασκημύνει» ξέρω ότι πολύ λίγοι άνθρωποι αντέχουν να ’ναι ερωτευμένοι με τόν έρωτα μετά τά πρώτα χαστούκια, αλλά αυτοί που αντέχουν είναι αυτοί που αξίζουνε εκείνο τό φιλί στο χέρι, και αυτοί που αντέχουνε είναι μάλλον αυτοί που τό φιλί τό έδωσαν μόνο και δεν θα τούς τό δώσει πίσω κανείς και είναι κρίμα που θα θυμώσουν και θα γίνουν σκυλιά μετά, ίσως.

Είχα κι εγώ έναν που μού φίλησε τά χέρια, και τά δυο χέρια σαν παιδί. Κι αφού λες πως παίρνεις τίς ιστορίες μας και τίς λες μετά όπως γουστάρεις, πάρε κι αυτήν και να δούμε αν θα αντέξεις να τήν αλλάξεις :

 

   Σηκώθηκα απότομα πήρα και τό ποτήρι μου και πήγα τότε δίπλα κι εγώ στη Μάχη να κάτσω, για να τή βλέπω καλύτερα :

– Είναι μια ιστορία που μού διηγήθηκε ένας φίλος, είπε. Έχει να κάνει με τό δέντρο τού χρόνου αλλά και με τό χριστουγεννιάτικο δέντρο και γενικά μ’ όλην τήν οικογένεια. Είναι μια ιστορία δύσκολη όμως να τήν πω, μια ιστορία δύσκολη για να τήν πω ακόμα και στον εαυτό μου.

– Τήν ξέρω εγώ; είπε η Νίνα.

– Όχι βέβαια, κανένας δεν τήν ξέρει, ούτε κι εγώ δεν τήν ξέρω καλά–καλά, είπε αυτή.

– Πες τη μας τώρα, είπα εγώ.

– Είναι μια φοβερή ιστορία, ξανάπε και κουνήθηκε, λίγο στριμμένα, πάνω στο σκαμνί. Μέ πληγώνει πάρα πολύ να σάς τήν πω.

– Ε τότε μην τήν πεις, είπα κι εγώ από μέσα μου εκνευρισμένη.

– Θα σάς πληγώσει και εσάς είπε μετά, θα σάς χαλάσει δηλαδή τό κέφι και θέλουμε να βγούμε κιόλας έξω εμείς μετά να πάμε και να φάμε

– Α, όσο γι’ αυτό, θέλουμε, είπα εγώ δυνατά : θα πάμε ;

– Θα πάμε, είπε. Πρέπει όμως πρώτα να σάς πω τήν ιστορία αυτή και είμαι υποχρεωμένη πρώτα δηλαδή να τήν διηγηθώ για να μπορέσω να τήν βγάλω από πάνω μου και για να μην τήν έχω άλλο πια μπροστά. μου. Κι άμα τή διώξω από πάνω μου και δεν τήν έχω πια μπροστά μου, τότε  θα πάμε να διασκεδάσουμε. Αλλιώς δεν θα μπορέσω να διασκεδάσω εγώ τώρα που τήν θυμήθηκα : αν δεν τήν πω δεν θα διασκεδάσω.

– Άντε λοιπόν τής είπα, μάς έπρηξες.

Κάθισε λίγο καλύτερα και πιο στητή στο σκαμνί.

– Πρόκειται για μια ιστορία που αφορά τόν θεσμό όπως τό καταλάβατε τού γάμου είπε. Τό ότι δεν γίνεται δηλαδή μέσα απ’ αυτήν τήν κατσαρόλα να βγει κανείς κατά κανόνα παρά μονάχα γουρούνι βραστό. Από κει και πέρα τί σημασία έχει να μιλάμε για φιλιά και κολοκύθια τύμπανα – αυτή άλλωστε είναι μια ιστορία που τήν αρχή της τήν είχε πιάσει η κυρία από δω, κάποτε, κι ας μην τό ξέρει : Στό βιβλίο της εκείνο όπου περιέγραφε μία γυναίκα που κάνει παιδιά μόνο και μόνο επειδή τό θέλει ο άντρας της, και κάποια στιγμή τής έρχεται να τά σκοτώσει, αλλά δεν γίνεται όμως αυτή εντέλει μήδεια, και φεύγει απλώς, αφήνοντάς του τά παιδιά να τά μεγαλώσει αυτός. Και που αυτός τής κάνει μια ιδιόμορφη αγωγή τότε ζητώντας της, όχι να τού επιστρέψει τά παιδιά αλλά να τού τά πάρει, και να τά φροντίσει, να πάρει και να τά φροντίσει αυτή ως μητέρα, ζητώντας της δηλαδή όπως έλεγε χαρακτηριστικά τό νομικό έγγραφο να αναχθεί στο ύψος τού φυσικού της προορισμού διά τής βίας : Εγώ τό θυμάμαι πολύ καλά. Πολύ μού άρεσε τό βιβλίο αυτό, όλα της μάς αρέσουνε βέβαια.

Θυμόσαστε ότι, αυτή εδώ, είχε αφήσει ανοιχτές δυο πιθανότητες τότε για τό τί θα γινόταν αλλά δεν μάς απασχολεί τώρα αυτό. Λοιπόν αυτή που λέω εγώ τώρα δεν είχε σκεφτεί ποτέ να γίνει μήδεια, ούτε να φύγει απ’ τόν άντρα της, τό αντίθετο μάλιστα συνέβη : Ήταν τόσο εξωφρενικά υπέρμαχη τού θεσμού τής οικογένειας που ακόμα κι όταν τά νεύρα της έπαθαν ζημιά από τή συμβίωση μ’ έναν άγαρμπο ηλίθιο δεν θέλησε ποτέ να παραδεχτεί ότι φταίει η ζωή που έκανε, η οποία ήταν από μια άποψη εντελώς συνηθισμένη : σε τί να έφταιγε λοιπόν αυτή ; Ακριβώς επειδή ήτανε συνηθισμένη νόμιζε η κακομοίρα ότι ήτανε και φυσιολογική :

Μια εποχή λοιπόν, αυτήν εδώ τή δικιά μου τήν παρακολουθούσα με ενδιαφέρον, γιατί ήταν εξαιρετικά περίεργη η ανταπόκριση που είχε προς τό πρόβλημα . Λοιπόν, στην αρχή η ζωή τους ήταν γεμάτη με τόν μόχθο τού επιούσιου διότι έχουμε να κάνουμε με αυτοδημιούργητους εδώ στην περίπτωση αυτή, και δουλεύανε και οι δύο μαζί, και αυτή πολλές φορές δούλευε ενώ ήτανε έγκυος γιατί αυτός ήθελε πολλά παιδιά : είχαν φιλοδοξίες μεγάλες δηλαδή. Φυσικά ο έρωτας είχε πάει από πολύ καιρό περίπατο και αυτός τήν φόρτωνε απλώς με παιδιά : ήξερα λεπτομέρειες γιατί μια εποχή μ’ εμπιστευόντουσαν μεταξύ αστείου και σοβαρού και μού λέγαν διάφορα : Εκείνη ήθελε να σταματήσει στο δεύτερο και τό επιχείρημα εκεινού ήτανε ότι δεν τού άρεσαν οι εκτρώσεις : Καταλάβατε, χρησιμοποιούσε τόν έρωτα μόνο στην περίπτωση που δεν είχε κανένα ερωτικό νόημα : Θα μπορούσαν να μην κάνουν και τίποτα, απ’ ό,τι ήξερα δεν τούς πρόσφερε αυτό πια καμμιά ευχαρίστηση. Αλλ’ αυτός τήν πηδούσε με πείσμα για να κάνει παιδιά. Τό πρώτο τους λοιπόν παιδί ήτανε ένα αγόρι που είχε βγει πολύ εξαιρετικό, είχε μια σχεδόν θηλυκή ευαισθησία. (Όταν ήταν μικρός ο Πετράκης ήθελε να βοηθάει τή μαμά του στην κουζίνα και να πλένουν τά πιάτα – ώσπου μια μέρα επενέβη αυτός δραστικώς, έγινε και μία ψιλοσκηνή Δεν θα μού κάνεις εσύ τό παιδί πούστη τής είπε, αυτό ήταν τό επιχείρημα). Τό αγοράκι είχε συνεχώς καλλιτεχνικές ανησυχίες πάντως κι ας τού είχαν αποκλειστεί οι δουλειές κοντά στη μαμά του, τραγουδούσε και ήθελε να τού πάρουν κιθάρα και σημειωτέον δεν τού άρεσε καθόλου η γυμναστική. Τό δεύτερο πάντως βγήκε τελείως αλλιώς : όσο αδύνατο ήταν τό πρώτο τόσο χοντρό βγήκε τό δεύτερο και αυτό σάς παρακαλώ να τό πάρετε τόσο κυριολεκτικά όσο και μεταφορικά : Δεν μού ’χει τύχει ποτέ να αντιπαθήσω τόσο πολύ παιδί απ’ τά γεννοφάσκια του άλλοτε, κι αυτό τό λέω με κάθε μετριοπάθεια. (– Αν θέλουμε τό πιστεύουμε, είπα). Λες και γεννήθηκε με τό μίσος που έπρεπε να ’χει ως μεγάλος, ταυτίστηκε αμέσως με τόν πατέρα του, δεν τό πάλεψε καθόλου, ούτε τό μισό απ’ όσο ο μεγάλος, δεν είχε τίποτα να παλέψει μού φαίνεται : άρπαξε τήν ατμόσφαιρα με τίς κεραίες του από βρέφος και προσαρμόστηκε καταλλήλως, έγινε βασιλικότερος τού βασιλέως : ίσως οι ίδιες αυτές κεραίες που είναι πάντοτε μεγάλες σε όλους (ασχέτως πώς τίς χρησιμοποιεί ο καθένας) (και που οι διαστημικοί θα τίς έχουνε σίγουρα για να διαβάζουνε τό μυαλό μας) τού σφυρίξαν από τήν πρώτη στιγμή τά βάσανα τού μεγάλου, κι αποφάσισε να τά αποφύγει εκείνος απλώς. Έγινε καπετάν φασαρίας λοιπόν και αντράκι με τά όλα του : άρπαζε και ρουφούσε σαν νεροφίδα όλα τά διδάγματα, μια φορά όπως τόν είχαν ξαπλώσει στον καναπέ, άρπαξε τό πουλί του τό τέντωσε και είπε Ε ρε τί έχεις εσύ πουλάρα μου άμα μεγαλώσεις να κάνεις. Τό επόμενο βγήκε κορίτσι (αυτό ήταν που δεν ήθελε καθόλου η Ματίνα) και τό μεθεπόμενο (που έγινε με χίλια ζόρια και κλάμματα) ένα καχεκτικό αγοράκι που δεν είχε κανένα από τά χαρακτηριστικά τών άλλων δύο : λες κι είχε ζήσει μέσα του τούς καυγάδες που έγιναν πάνω στο εμβρυακό και ανύπαρκτο ακόμα σώμα του και όλη τήν αντιπάθεια τής μάνας του γι’ αυτήν τήν γέννα : Αυτός ήταν ύπουλος από τότε, κίτρινος και μουλωχτός απ’ τά γεννοφάσκια του, ο πιο επικίνδυνος κι από τούς τρεις : σαν να μην είχε όμως πολλές δυνάμεις : αυτό τό βρέφος είχε μόνο κακία, δεν τολμούσες καν να τό αντιπαθήσεις : τό συχαινόσουνα : δεν θα αργούσε όμως ο δεύτερος να τόν παραδεχτεί για ισότιμο κι αργότερα και για αρχηγό, ακόμα κι ο πρώτος τόν έβλεπε πολλές φορές μ’ έναν περίεργο σεβασμό, τά παρακολουθούσα όλα τότε ακόμα : Τό κορίτσι στο μεταξύ μεγάλωνε τή δικιά του ζωή παλεύοντας να ισορροπήσει τόν εαυτό του ολομόναχο : η κρίση μ’ αυτήν ήρθε γύρω στα τρία και κράτησε δύο χρόνια σχεδόν, τήν πήγαν ακόμα και σε ψυχίατρο για να τήν συνεφέρουν, διότι δεν ήθελε να παίξει με κούκλες αλλά μόνο με στρατιώτες και αυτοκίνητα και γενικά μόνο με ό,τι παίζαν τ’ αδέλφια της : ο πανικός τού πατέρα ότι τό κορίτσι τού είχε βγει ανώμαλο κατασιγάστηκε με τήν βοήθεια τού ψυχίατρου : τό συνεφέραν : θυμάμαι τή φορά που ήρθαν στο σπίτι όπου έμενα με τόν τότε φίλο μου (αυτός μού τούς είχε γνωρίσει) και ο πάτερ φαμίλιας μάς ανακοίνωσε θριαμβευτικά Εντάξει είναι φυσιολογικό παιδιά τό παιδί τώρα παίζει με κούκλες.

Κάπου εκεί τελείωσε κι η δικιά μου η σχέση μαζί τους, (δεν είχα καμμιά διάθεση πια να τούς ξαναδώ.) Λυπήθηκα που έχασα τήν επαφή με τόν μεγαλύτερο αλλά δεν γινόταν αλλιώς. Εξάλλου μέ είχε στενοχωρήσει κι αυτός αρκετές φορές μεγαλώνοντας καθώς τόν έβλεπα να μην αντέχει άλλο και να προσγειώνεται σιγά–σιγά και να συμμορφώνεται όλο και περισσότερο με τίς επιταγές : η μουσική του ξεχάστηκε και άρχισε να γίνεται σιγά–σιγά μανιακός με τόν αθλητισμό και αυτός. Αλλά αυτή που πιο πολύ απ’ όλα μ’ ενοχλούσε ήταν η μάνα τους : Αυτό τό ασήμαντο πλάσμα τό απολύτως ευθυγραμμισμένο σε όλα ήταν ιδιαίτερα όπως μού φαινόταν κακό, μ’ όλα του εντέλει τά βάσανα : σαν να ήταν ένα πλάσμα πολύ μοχθηρό : τήν έβλεπα να χαίρεται να καταστρέφει δηλαδή όσο τής περνούσε από τό χέρι αυτούς τούς ανθρώπους, να σπέρνει ζιζάνια σ’ όλο λες, όσο μπορούσε, τό μέλλον τους : Με τίς αλάνθαστες κεραίες που όλοι μας έχουμε ανεξαρτήτως ευφυΐας (αυτές που έχουνε όλοι οι διαστημικοί σε κανονική όμως κείνοι λειτουργία) προσπαθούσε να διαβλέψει τί θα τούς έκανε χειρότερους και τί θα τούς έκανε δυστυχέστερους για όσο γίνεται μεγαλύτερο χρόνο έξω απ’ τόν έλεγχό της ώς εκεί που η ίδια υποψιαζόταν ότι δεν θα μπορούσε να φτάσει ποτέ : κάνοντάς τους λοιπόν όσο πιο πολύ σαν τόν πατέρα τους μπορούσε, ήταν σαν να εξασφαλιζότανε εκ τών προτέρων η ίδια ότι δεν θα ευτυχήσει καμμιά άλλη γυναίκα σε καμμία περίπτωση επίσης στα χέρια τους.

 

   Πάντως, αν έχουν καμμιά σημασία οι πολιτικές τους απόψεις ήταν πολύ δημοκρατικό τό ζευγάρι, έγερνε μάλιστα πολύ προς τή μια άκρη τού κοινοβουλευτισμού η πλάστιγγα στην οικογένεια αυτή, και είχε και περγαμηνές ειδικά η οικογένεια τής Ματίνας πολιτικών διωγμών και βασάνων. Η ίδια είχε μεγαλώσει εξαιρετικά πουριτανικά και παντρεύτηκε τόν άντρα της για να γλυτώσει απ’ τήν οικογένεια : φυσικά δεν τόν είχε διαλέξει, τίποτα δεν διάλεξε ποτέ η Ματίνα. Αυτό που μέ είχε αφήσει άναυδη για τήν σατανικότητά του πάντως ήταν οι διδασκαλίες της από μια ηλικία και πέρα στα τρία αγόρια για τό πώς να φέρονται στην αδελφή τους μεγάλοι – η οποία αδελφή σημειωτέον ήτανε απ’ τόν ένα ελάχιστα μικρότερη αλλ’ απ’ τόν άλλον πολύ μεγαλύτερη, πώς να τό κάνουμε –  τά έπαιρνε λοιπόν τά τρία αγόρια (αλλά όχι τόν Πέτρο πάρα πολύ, αυτόν φαίνεται σα να μην τόν θεωρούσε άξιο να δείρει, είτε με εντολή είτε χωρίς εντολή) και κάθιζε τά δυο μικρότερα λοιπόν σε μία άκρη τού καναπέ και τούς έλεγε : Δεν θα τήν δέρνετε τήν αδελφούλα σας εσείς όταν μεγαλώσετε, έτσι ; Δεν θα τήν δέρνετε εσείς καλά παιδιά ; Τήν είχα συχαθεί πραγματικά για αυτό, και δεν ήξερα ποια τιμωρία πραγματικά θα τής άξιζε – και επίσης για τό γεγονός ότι μού τό διηγήθηκε η ίδια μια μέρα πολύ καμαρωτά σαν να περίμενε συγχαρητήρια, γιατί πώς αλλιώς να τό μάθω – εγώ φαντασία δεν έχω, ιστορίες δεν φτιάχνω σαν τήν κυρία.

Έτσι είχα σταματήσει να τούς βλέπω πάνω που η οικονομική τους κατάσταση καλυτέρευε πολύ κιόλας. Όπως φαινόντουσαν τά πράγματα είχαν πάρει έναν δρόμο ο οποίος δεν μ’ ενδιέφερε : γινόντουσαν κανονικότατοι όλοι. Κι ο μικρός Πέτρος πλέον σχεδόν δεν μού μιλούσε, όταν ερχόντουσαν στο σπίτι ήθελε να κάθεται με τούς άντρες, τόν φίλο μου και τόν πατέρα του : καλά από μια άποψη μπορούσα να τό καταλάβω αυτό, μού ήτανε και αντιπαθητικό όμως : από τήν άλλη τά άλλα παιδιά προς τό παρόν κάνανε πολλή φασαρία μόνο πολλές αταξίες και συχνά κλαίγανε : Τά κάναν και πάνω τους κι η μυρωδιά μ’ ενοχλούσε : εμείς δεν θέλουμε να κάνουμε παιδιά, τών άλλων θα φορτωνόμαστε ; Παρ’ όλ’ αυτά με τόν Πετράκη είχα περάσει μερικές πολύ ωραίες ημέρες : όταν τον φέρνανε στο σπίτι οι δικοί του κι ήταν ακόμα μικρός και δεν υπήρχαν τά άλλα παιδιά, ήταν ήσυχος και μέ κοιτούσε με μια περίεργη θα ’λεγες αγάπη, όρθιος πλάϊ μου σαν να περίμενε πότε θά ’ρθει η ώρα να τόν πάω στο μεγάλο τραπέζι με τά χρώματα και να τού δώσω μολύβια, και καθόταν εκεί με τίς ώρες και πάλευε κι άλλες φορές τόν είχα δει στο εργαστήρι να τριγυρίζει με τά χέρια πίσω απ’ τήν πλάτη του σκεφτικός σαν πολυάσχολος κριτικός και να κοιτάει πίνακες γύρω : ήταν με λίγα λόγια ένα απ’ αυτά τά πολύ όμορφα παιδιά που ο τρόπος τους να σέ κοιτάνε, ο τρόπος τους να σέ ρωτάνε, κι ο τρόπος που χωνόντουσαν στην αγκαλιά σου, σέ γέμιζε με μια τρυφερότητα που μπορούσε να κρατήσει και μέρες μετά, και σκεφτόμουνα καμμιά φορά (φευγαλέα είν’ η αλήθεια) πως αν έκανα ποτέ παιδί κι έβγαινε αγόρι, έτσι θα τό ήθελα : Και μια φορά είχε κάνει κάτι που μέ είχε αφήσει άναυδη, και ομολογώ λίγο αμήχανη : Ήταν ένα βράδυ που πηγαίναμε με τ’ αυτοκίνητο τού πατέρα του κάπου να φάμε, είχανε ένα φορτηγάκι, τίς εποχές ακόμα τής φτώχειας τους – τότε που πήγαινε ακόμα με τή μάνα του στην κουζίνα – τό φορτηγάκι είχε μόνο μπροστινά καθίσματα και είχανε καθίσει οι τρεις τους, μαμά μπαμπάς και ο φίλος μου, κι εμένα με τοποθέτησαν πίσω που ήταν άδειο για τά εμπορεύματα κι όλο με σίδερα κάτω και μάς πέταξε κάτι κουρέλια ο πάτερ φαμίλιας να κάτσουμε στο πορτμπαγκάζ εκεί πάνω στις λαμαρίνες εγώ και τά δύο αγόρια (ο λέρας δεν είχε γεννηθεί ακόμα) και μπροστά γινόντουσαν συζητήσεις και γέλια και βλακείες, κι εγώ ξάπλα κάτω πάνω στα σίδερα με τά μωρά και σωπαίναμε, και ξαφνικά χωρίς λόγο σκύβει πάνω στο παντελόνι μου ο Πέτρος που καθότανε στα αριστερά μου, ρίχνει τό κεφάλι του πάνω στα χέρια μου κι αρχίζει να μού τά φιλάει, αλλά με μανία, συνεχόμενα, σαν πουλί να μέ ράμφιζε, σαν τρελλός, μού φίλαγε τά χέρια και δεν ήξερα τί να κάνω, κι ύστερα ξαφνικά ησύχασε και ξανακάθισε πίσω ακουμπώντας στις λαμαρίνες τήν πλάτη του, όπως όλοι μας εκεί πίσω. Δε μιλήσαμε ποτέ μεταξύ μας γι’ αυτό, να σού πω τήν αλήθεια δεν κατάλαβα ακριβώς και τί συνέβη.

Αλλά προσέξτε τώρα, είπε : Απ’ αυτά που σάς λέω έχουν περάσει τή στιγμή αυτή χρόνια πολλά, είναι τά μόνα όμως που ξέρω από πρώτο χέρι και έχω ζήσει η ίδια. Από δω και πέρα αυτά που θ’ ακούσετε και που θα σάς πω μού τά διηγήθηκε άλλος, εκείνος ο φίλος με τόν οποίο διατηρούμε ακόμα φιλικές σχέσεις (παρ’ όλο που όμως αυτός δεν σέ βοήθησε και πολύ, είπα από μέσα μου) διότι δεν έχει σημασία συνάδελφοι και φίλοι είμαστε πρόσθεσε σαν να άκουσε τί είπα, πώς να τό κάνουμε ; Μού διηγήθηκε λοιπόν αυτός μια μέρα αναψοκοκκινισμένος διότι δεν μπορούσε να κρύψει τήν κάποια έκπληξη για να μην πω τίποτ’ άλλο, που αισθανότανε, αυτός που απόφευγε να εκπλήττεται και είχε και φαντασία αρκετή ο ίδιος σαν συγγραφέας, τά ακόλουθα :

 

   Σε κάποιο μέρος εξοχικό που καθόταν ένα ωραίο πρωί με μια φίλη του έπεσε πάνω του μια μέρα λοιπόν η Ματίνα συνεσταλμένη ελαφρώς αλλά και ενθουσιασμένη μαζί και γεμάτη όπως φάνηκε διάθεση για κουτσομπολιά : εκείνη τή μέρα τήν απόπεμψε ελαφρώς βιαστικά, αλλά κλείσανε όμως επιτόπου εκεί ραντεβού να τά πούνε με λεπτομέρειες αργότερα, και εκείνη τόν κάλεσε μάλιστα να περάσει από τήν επιχείρησή της, τήν προσωπική της επιχείρηση, είχε τώρα δικό της μαγαζί μ’ άλλα λόγια η ίδια προσωπικά. Εκείνος πήγε στο ραντεβού με κάποια περιέργεια (μπορώ φυσικά να τόν φανταστώ) για τίς εξελίξεις που διαφαινόταν ότι είχαν συμβεί : τόν έτρωγε και τό συγγραφικό του βέβαια : Αυτό τό καταλάβαινα : Εκείνη τόν υποδέχτηκε ευγενώς με χαρά σε μια επιχείρηση που φαινόταν να είναι πολύ ανθηρή, και τού είπε πόσο ευχάριστες αναμνήσεις είχε από τήν εποχή που βλεπόντουσαν ενημερώνοντάς τον συγχρόνως και για όλα τά νέα της μπερδεμένα και με ενθουσιασμό (δεν μπορούσε να κρύψει τήν λαϊκή της καταγωγή βλέπετε που τήν έκανε να είναι πολύ περήφανη για αυτά τά πλούτη) : Με συντομία λοιπόν όλα αυτά είναι περίπου τά εξής : Η οικογένεια είχε πλουτίσει υπέρμετρα. Ήταν πάντα όλοι μαζί. Οι επιχειρήσεις είχαν γίνει τρεις μεγάλες και κάτι μικρότερες, εκ τών οποίων η μία ήταν αποκλειστικώς τής Ματίνας : Είχε επέλθει δικαιοσύνη για τήν δουλειά που είχε πατήσει δηλαδή όλα εκείνα τά χρόνια παληότερα. Φαινόντουσαν πολιτισμένα μ’ άλλα λόγια και σχεδόν αναπάντεχα πολιτισμένα θα ’λεγε κανείς όλ’ αυτά (αν ήξερε μάλιστα κανείς τό ξεκίνημα και τά λοιπά). Η έδρα τής οικογένειας ήταν σ’ ένα από τ’ ακριβότερα τώρα προάστεια πλέον (τό είχα παρακολουθήσει κι εγώ από κοντά αυτό, τό πώς αναβαθμιζόταν η κατοικία τής οικογένειας λίγο–λίγο από τίς πιο λούμπεν και μολυσμένες περιοχές τής αθήνας όπου στο ίδιο μικρό κλουβί ήταν τό σαλόνι και τό κρεβατάκι τού Πέτρου, ώς τίς μικροαστικές περιοχές όπου μένανε και δουλεύανε συγχρόνως κι η Ματίνα έραβε στην ραπτομηχανή με τόν φόβο τού σπιτονοικοκύρη ανοίγοντας πάντοτε τήν ηλεκτρική σκούπα για να μπερδεύει τόν θόρυβο επειδή δεν τούς επιτρεπόταν να τό έχουν επαγγελματικό χώρο – και σ’ εκείνο τό αναβαθμισμένο κλουβί ήταν που έκανε ο Λάμπης τότε τήν εισβολή του στην στριμωγμένη κουζινίτσα όπου τό παιδί βοηθούσε τή μαμά του στο σκούπισμα τών πιάτων απαγορεύοντάς της να κάνει τόν γιο του πούστη : εκεί στο ίδιο αυτό σπίτι είχε γεννηθεί και ο επόμενος μέχρι τό πιο αναβαθμισμένο πλέον ιδιόκτητο διαμέρισμα σε ένα προάστειο ανερχόμενων μικροαστών, όπου και τό κοριτσάκι που γεννήθηκε είχε τότε δικό του δωμάτιο χωριστά απ’ τ’ αγόρια, τά οποία είχαν αυγατίσει με τόν τρίτο και τελευταίο). Τώρα λοιπόν ήταν πανάκριβο τό μέρος που μένανε, με λίγα λόγια, και η Ματίνα είχε και υπηρέτες. Παραπονιόταν με ανεπαίσθητο σκέρτσο ότι τήν κλέβανε.

Ήταν λοιπόν όπως τού είπε με περηφάνεια μια γυναίκα πλέον γιαγιά στα σαράντα της (εδώ έκανε κάποια αλχημεία με τά νούμερα αλλά τό σημαντικό είναι ότι οι αστοί μετράν τόν χρόνο μόνο με τά στάδια που έχει η οικογένεια δηλαδή θεσμούς που θεωρούν ότι είναι πραγματικά και ακλόνητα με τό μέρος τους) : ο Πέτρος λοιπόν είχε παντρευτεί και είχε τώρα ένα παιδί – και ήταν απολύτως φυσιολογικός άνθρωπος και ο μόνος απ’ ό,τι φαινότανε που αυτή τόν θεωρούσε γιο της πέρα για πέρα. Όλα πάντως τ’ αγόρια δουλεύαν στις δουλειές τού πατέρα τους και τούς είχαν μεταβιβάσει οι γονείς κανονικά τά μερίδιά τους ώστε να ασκούν τήν δημιουργικότητά τους ελεύθερα : ναι, τήν δημιουργικότητα που δεν τούς απόμεινε, σκέφτηκα από μέσα μου δύσθυμα, καθώς ο φίλος μου μού τά ’λεγε αυτά διασκεδάζοντας : Τόν διασκέδαζε όπως φαινόταν πάρα πολύ η τροπή που ’χαν πάρει τά πράγματα, μού έδινε τήν εντύπωση ότι θεωρούσε ότι τού παρείχανε κάποιο υλικό: έτσι έλεγε πάντοτε τίς ιστορίες που άκουγε, υλικό : μπορούσε να τίς παίρνει να τίς αλλάζει και να τίς βάζει μες στα βιβλία του κάνοντάς τις στην κυριολεξία αγνώριστες (αλλά αυτά τά ξέρουμε κι από δω, κι από μάς.) Ο καθένας με λίγα λόγια κάνει τή δουλειά του όπως μπορεί : Όπως και να ’χει, τό έβλεπα ότι στην περίπτωση αυτή ειδικά τού είχε φανεί διασκεδαστική η εξέλιξη τών δύο τελευταίων αγοριών : τού χοντρού κοκκινομάγουλου και ακόμα περισσότερο τού μικροκαμωμένου χλωμού : Αυτός ο τελευταίος είχε τή φήμη ότι είχε γίνει σκληρό αντράκι με επιτυχία μάλιστα στις γυναίκες (τί σημαίνει αυτό, ένας θεός τό ξέρει η μάνα του πάντως μετέφερε αυτολεξεί αυτό τό υπονοούμενο) και από πολιτική άποψη, προς μεγάλη ενόχληση τών γονιών του είχε γίνει απολύτως φασίστας : Ήταν ο φόβος και ο τρόμος με άλλα λόγια τού σπιτιού και τού πατέρα του που τόν κοιτούσε συνέχεια άφωνος κι έλεγε πάντα πίσω απ’ τήν πλάτη του Πώς βγήκε έτσι αυτό τό παιδί : Δεν τούς άφηνε δηλαδή ούτε να φαν με τήν ησυχία τους αν τύχαινε να φάει μαζί τους τό μεσημέρι, τόν ενοχλούσε η πολιτική κατάσταση γενικώς υπέρμετρα και μιλούσε συνέχεια γι’ αυτήν και πίστευε ότι χρειάζεται ένας χίτλερ για να καθαρίσει όλη αυτήν τήν κοπριά : Ο Λάμπης ενοχλούνταν πολύ με αυτές τίς ακρότητες (αν και ο ίδιος τήν εποχή που αγωνίζονταν ακόμα ν’ ανέβη είχε αρχίσει ν’ αγοράζει εφημερίδες αυτού τού χώρου – τότε περίπου που πάψαμε και να τούς βλέπουμε) τώρα όμως που φτιάχτηκε για τά καλά είχε ξαναγυρίσει στη δημοκρατική παράταξη : (Η Ματίνα φώναξε με πάθος κάποια στιγμή πάνω στη συζήτηση ότι δεν ψήφισε ποτέ τίποτ’ άλλο δεξιότερα τών σοσιαλιστών). Ακόμα μεγαλύτερη έκπληξη ήταν εκείνος ο δεύτερος όμως ο χοντρός που φαινόταν ότι θα γινόταν τραμπούκος : Εξακολουθούσε να ’ναι βέβαια ευτραφής, αλλά είχε γίνει ασκητικός κατά τ’ άλλα και κλειστός τύπος : Αυτός αποτελούσε πραγματικά τό μυστήριο όπως φαίνεται τής οικογένειας: δεν δεχόταν να παντρευτεί και ζούσε μόνος του. Στο σημείο αυτό, από κει και μετά, η Ματίνα μάσησε τά λόγια της αλλά ήταν πρόθυμη ν’ αφήσει να τής ξεφύγουνε και κουβέντες : ο φίλος μου τήν ψάρεψε με τήν επιδεξιότητα που είχε και με τό μαλακό καθότι ήταν εξαιρετικά περίεργος κι εκείνη αφού κράτησε όλα τά προσχήματα, τελικά τού τά είπε σχεδόν όλα χαρτί και καλαμάρι : Φαινόταν λοιπόν ότι τού δεύτερου γιου τού αρέσανε αυτοί οι άντρες που ντύνονται γυναίκες δηλαδή τού αρέσαν οι γυναίκες μεν αλλά οι ψεύτικες, ήταν όμως εξαιρετικά κρυψίνους και δεν μπορούσε να καταλάβει κανείς και τίποτα, υπήρχαν πάντως κάποιοι που τόν είχανε δει κάπου και τούς είχανε πει κάτι, αλλ’ αυτά είναι κουτσομπολιά και κακοήθειες γιατί τό παιδί είναι συνεσταλμένο και δεν μπορούν να τό καταλάβουνε : κακοήθειες και τρίχες, αυτή δεν τά πιστεύει αυτά. Φάνηκε πάντως ότι αυτό αποτελούσε τό ψιλοσκάνδαλο τής οικογένειας όπως μού είπε ο φίλος μου, και φυσικά η Ματίνα τήν ίδια τή στιγμή που τό ξεφούρνισε έκανε τά πάντα για να τό πάρει και πίσω : αυτή δεν ήξερε τίποτα και δεν τά πίστευε αυτά, ο γιος της είναι απλώς ευαίσθητο παιδί και μοναχικό : οι άλλοι τόν ζηλεύουνε, και τά λοιπά.

Η κόρη φαινόταν να ’ναι η μόνη που είχε θελήσει να σπουδάσει και βρισκόταν αυτήν τήν εποχή έξω, μάλλον στην ιταλία. Πιθανώς δηλαδή αυτή να ξέφυγε αλλά δεν ξέρω βέβαια και σίγουρα. Η Ματίνα επανήλθε με ευχαρίστηση στις οικονομικές διευθετήσεις που ’χαν κάνει και οι δύο από νωρίς με τά παιδιά τους, έτσι ώστε να ’ναι ανεξάρτητα και ελεύθερα : δεν θέλανε να δυστυχήσουν, να περάσουν αυτά ό,τι πέρασαν κι αυτοί : Τούς είχανε μοιράσει τά μερίδια και τά είχανε βοηθήσει ν’ ανοίξουν επιχειρήσεις – η Ματίνα δε, τούς έδινε από τή δικιά της προσωπική επιχείρηση κάθε μήνα σχεδόν ό,τι έβγαζε : τούς τά χάριζε σαν χαρτζιλίκι : Δεν τό ’χανε ανάγκη αλλά εκείνης τής άρεσε να δίνει τά κέρδη της στα παιδιά της, γι’ αυτά τά παιδιά δεν έζησε ; Και επιπλέον τό ακόμα πιο ενδιαφέρον νέο ήτανε ότι η Ματίνα είχε βρει εραστή. Αυτό ειπώθηκε ντροπαλά και με σκέρτσο αλλά και με τόν ανεπαίσθητο υπόγειο τσαμπουκά πια τής πετυχημένης επιχειρηματίας : Ναι, η Ματίνα είχε πλέον εραστή, δεν υπήρχε όμως κανένα πρόβλημα εκεί : ο Λάμπης τό ήξερε και έδειχνε να καταλαβαίνει μάλιστα (περιέργως), και δεν υπήρχε περίπτωση να χωρίσουνε έλεγε γιατί αυτή ήταν η μητέρα τών παιδιών του. Τά παιδιά βέβαια δεν ενδιαφερόντουσαν καθόλου γι’ αυτό και ο φίλος μου δεν κατάλαβε καν αν τό ξέρανε : μάλλον – τά αγόρια τουλάχιστον – δεν έδειχναν να ασχολούνται καν με τή ζωή τών μεγάλων : η Ματίνα είπε τού φίλου μου ότι σκόπευε πάντως να τόν διώξει αυτόν τόν εραστή γιατί ήτανε πολύ μαλάκας : Τόν έπιασε μόνο και μόνο για να πει ότι έκανε τό κέφι της κι αυτή μια φορά στη ζωή της, αλλά τής βγήκε μαλάκας : βέβαια, βραχυκυκλωμένη όπως ήτανε μέσα σ’ αυτόν τόν κόσμο όπου κινιόταν τόσα χρόνια με τόν άντρα της μόνο με μαλάκες θα συναναστρεφόταν κι αυτή, πού να τούς βρει τούς διανοούμενους σαν τόν φίλο μου αφού κι αυτός ακόμα ποτέ δεν τήν ήθελε ; Άστα αυτά, τής είπε αυτός, εσύ είχες άλλα γούστα πάντα και ήσουνα και πολύ μικρή για μένα. Τώρα όμως γεράσαμε και οι δύο, τού είπε αυτή. Φυσικά βέβαια δεν τό πίστευε, τουλάχιστον για τόν εαυτό της : φαινόταν ότι ζούσε επιτέλους μια ζωή όπως τήν ήθελε : και ο φίλος μου μού είπε ότι ποτέ άλλοτε δεν τήν είχε δει σε καλύτερη φόρμα και εμφάνιση, αν και είχε κάνει και μερικές ρυτίδες (περίεργο, οι άντρες ποτέ δεν παραλείπουν να προσέξουν τίς ρυτίδες στα πρόσωπα τών γυναικών).

Πάρτε μια βαθειά ανάσα τώρα εδώ, μάς είπε, για να προχωρήσουμε στα παρακάτω.

Τήν κοιτάξαμε με περιέργεια : Μέχρι τώρα η δεύτερη αυτή ιστορία που μάς έλεγε – σε αντίθεση με τήν πρώτη, εκείνης τής μελαχρινής στο νησί – ήταν μάλλον βλακώδης.

Δυσκολεύομαι πάρα πολύ να τό πω, μάς είπε, αν και είναι μάλλον απλό : Για να ξεκινήσω από τά εύκολα, δεν ξανάκουσα τίποτα για πολύ μεγάλο διάστημα : εκεί έληξε η σχέση τού φίλου μου δηλαδή με τήν Ματίνα τήν νέα αυτή εποχή.

Για τήν ακρίβεια μού εξήγησε ότι μού τήν διηγήθηκε, μόνο και μόνο επειδή ήξερε ότι μέ είχε απασχολήσει στο παρελθόν – και επειδή ήξερε και τήν συμπάθειά μου στον Πετράκη : Ακόμα είχα μέσα στα χαρτιά μου ένα ζωγραφικό του σχέδιο, και θυμάμαι μάλιστα πάρα πολύ καλά πώς μού τό ζωγράφισε.

 

    Ήτανε κάποια γιορτή που είχαμε πάει να τούς δούμε, δεν θυμάμαι ακριβώς τί, (στο δεύτερο αναβαθμισμένο ιδιόκτητο σπίτι, όπου τά παιδιά είχαν τό δικό τους δωμάτιο) και κάποια στιγμή πήγα εκεί να τά χαζέψω που παίζανε : κολλημένο στον τοίχο είδα ένα χαρτί πάνω από ένα παιδικό γραφειάκι, κι ήταν ένα σχέδιο που μού άρεσε. Ξέρετε ότι μ’ αρέσει η ζωγραφική τών παιδιών, είπε κοιτώντας μας όλες καλά. Στο δωμάτιο μέσα γινόταν χαμός, ήταν γεμάτο παιδιά και φωνές. Είχαν ανοίξει όλα μαζί με τούς φίλους τους τά δώρα που τούς είχαμε πάει και παίζαν όλα μαζί σαν τρελλά, γινότανε ένα φοβερό κομφούζιο εκεί μέσα : Πλησίασα στο γραφειάκι και κοίταζα τό σχέδιο, κι ο Πέτρος ήρθε γρήγορα δίπλα μου : Τί ωραίο σχέδιο είναι αυτό που ’χεις κάνει, τού είπα, μ’ αρέσει πάρα πολύ. Τί είναι ; Είναι μια σκάλα που ανεβαίνει στον ουρανό ; Είναι μια πολυκατοικία, μού είπε. Σωστά, είναι μια πολυκατοικία, είπα κι εγώ τότε, τώρα τό έβλεπα κι εγώ καλά : Ήταν ένα γεωμετρημένο σχέδιο χωρίς τίποτα τό περιττό, σαν τού κλέε. Τό κοίταξα λίγο ακόμα, Είναι πάρα πολύ ωραίο, τού είπα, κι αφού τού μίλησα λίγο τόν άφησα για να γυρίσει στο παιχνίδι του. Ξαναγύρισα κι εγώ στους μεγάλους. Λίγο αργότερα ήρθε στο σαλόνι σχεδόν τρέχοντας άφησε πάνω στο παντελόνι μου ένα χαρτί και έφυγε τρέχοντας πάλι. Ήτανε η σκάλα ή η πολυκατοικία, αντιγραμμένη, τό ’χε κάνει για μένα, γρήγορα μέσα σ’ όλη εκείνη τή φασαρία : Μού ’κανε εντύπωση που θέλησε να μού δώσει τό έργο του αλλά όχι τό πρωτότυπο : μού φάνηκε πολύ περίεργο αυτό : Θα μπορούσα να τό δω σαν ένα πολύ καλό σημάδι βέβαια, και έτσι τό είδα : είχε πραγματική νοοτροπία ζωγράφου και ήθελε να κρατήσει ο ίδιος τά έργα του κοντά του – κι από μια άλλη άποψη, ακόμα πιο σημαντική, ήθελε να τό κρατήσει επειδή τού ’χα πει εγώ πως είναι ωραίο : Κι ήταν εξίσου ενδιαφέρον τό ότι άφησε τήν φασαρία, κι έκατσε να σχεδιάσει μες στην γιορτή. Κατά τ’ άλλα όπως συμβαίνει συνήθως πάντα στη ζωγραφική, τό αντίγραφο ήταν πολύ κατώτερο τού πρωτότυπου, τού έλειπε ακριβώς αυτό που έκανε τό πρωτότυπο γοητευτικό : Δεν ξέρω πώς ακριβώς τό λένε, οι επιστήμονες και οι φιλόσοφοι, αλλά είναι αυτή η εντύπωση ότι για μια στιγμή τσακώνεις μια αναλογία μέσα στον κόσμο, σα μονοκοντυλιά, όλα γίνονται μονοκόμματα, με τήν ίδια ανάσα, και όλα εξυπηρετούν τίς γεωμετρικές σχέσεις που ξάφνου βούτηξες στον αέρα, και υπάρχει κι αυτή η εντύπωση πως κάνεις μια κριτική σε κάτι, κι ότι ολόκληρος είσαι μια άρνηση, και γι’ αυτό ακριβώς κι έχεις διπλωθεί μέσα σου : και ζωγραφίζεις λοιπόν τόν κόσμο ακριβώς με τόν τρόπο που σ’ ενοχλεί, και με τόν τρόπο που σέ παρηγορεί, και μ’ έναν περίεργο τρόπο που δεν ξέρω πώς αλλιώς να τόν πω : τό έργο τέχνης, εννοώ στο πρωτότυπο, είναι και σαν τήν έκφραση ενός μεγάλου θυμού ή σαν τίς φωνές που βγάζουνε αυτοί που παλεύουνε μεταξύ τους στα γιαπωνέζικα : δεν μπορείς να παλέψεις αν δεν φωνάξεις : τό αντίγραφο όμως είναι μια νεκρή μίμηση τής φωνής, τών γραμμών και τής διάθεσης, ούτε καν μια ανάμνησή τους γιατί κι η ανάμνηση έχει περισσότερη δυναμική, αν είναι η πρωτότυπη ανάμνηση κι όχι η ανάμνηση τής ανάμνησης : τέλος πάντων, ήταν κάτι που έγινε βιαστικά για να ξοφλήσει μια υποχρέωση (όπως ίσως τήν ένιωθε) αλλά πάντως εκείνη τή στιγμή μού φάνηκε ότι ήταν μια κίνηση πολύ ευγενική, κι ίσως ακόμα σα να έδειχνε και αγάπη. (Αν ψάξω μες στα χαρτιά μου θα τό βρω ίσως, αλλά δεν θέλω να τό ξαναδώ τώρα πια. Εσείς δεν θα καταλάβετε διαφορά, μπορεί να σάς αρέσει σαν να ’ναι και τό πρωτότυπο. Ήταν πραγματικά πολύ καλό. Όμως τό πρωτότυπο ήταν εξαίρετο. Κάθε του γραμμή ήταν τέλεια, στραβή σαν τού κλέε, και τό σύνολο τών γραμμών ήταν μια πολυκατοικία εχθρική, και που ταυτόχρονα κι η ίδια παραπατούσε, και αυτά ακριβώς είναι που χάθηκαν).

 

   Ίσως γι’ αυτό λοιπόν ο φίλος μου άργησε τόσο να μού μιλήσει, αν μπορώ να τού αποδώσω τέτοιες ευαισθησίες, αλλά μού φαίνεται πως σ’ αυτήν τήν περίπτωση πρέπει να τού τίς αποδώσω. Και μού είναι τόσο δύσκολο πραγματικά να τό πω αν και είναι πραγματικά τόσο απλό και τόσο εύκολο αυτό που έγινε που μού φαίνεται σαν να είναι πραγματικά απίστευτο που πρέπει τώρα να τό πω σαν να μην τό ξέρετε. Όταν ο φίλος μου μού τό είπε κατάλαβα ότι ήταν αυτό που έπρεπε πραγματικά να γίνει για να ολοκληρωθεί αυτή η πολυκατοικία.

Παρ’ όλ’ αυτά κι ο ίδιος δίστασε πολύ να μού το πει και ούτως ή άλλως είχε περάσει πολύς καιρός, και θα μπορούσα να τό ’χα ξεχάσει. (Αν και εγώ δεν τό ξέχασα : Τού είχα πει ότι ήθελα να μάθω ειδικότερα νέα τού Πέτρου. Τό μόνο που ήξερα ήταν ότι είχε μια φωτογραφία του η Ματίνα στο γραφείο της και ότι ήταν ένα ωραίο αγόρι λεπτό ψηλό με τά μαύρα γυαλιά και τά κοντά μοντέρνα μαλλιά – ακουμπισμένο σ’ ένα αυτοκίνητο.) Κι ότι είχε παντρευτεί κι είχε κάνει παιδιά, ένα ή δύο δεν θυμάμαι. Μού φαινόταν αστείο να έχει μεγαλώσει τόσο.

Τά πρώτα κακά σημάδια θα μπορούσα να πω ότι ήτανε τό γεγονός ότι πέρασε πολύς καιρός απ’ αυτήν τήν διήγηση και δεν άκουσα τίποτα νέο. Θέλησα λοιπόν να τσιγκλήσω τόν φίλο μου και να τόν πειράξω λίγο που δεν είχε πάει να τήν ξαναδεί. Και φυσικά εμμέσως (πλην σαφώς) τού ’κανα ένα μικρό παράπονο που δεν ενδιαφέρθηκε να μάθει για λογαριασμό μου νέα τού Πέτρου : Παρ’ όλο που δεν είναι ο τύπος του να σκέφτεται τήν ψυχική κατάσταση τών άλλων ιδιαιτέρως – τόν είδα σ’ αυτήν τήν περίπτωση όμως αισθητά που δαγκώθηκε : Άσε καλύτερα μην τά ρωτάς ούτε για τόν Πέτρο ούτε για κανέναν, μού είπε και φυσικά όπως καταλαβαίνετε η περιέργειά μου έφτασε με τόν τρόπο αυτό στο απροχώρητο. Τί θα πει αυτό, ρώτησα, τί θα πει να μην τά ρωτάω, και γιατί ; Κι εσύ πάλι, ρώτησες για τόν Πέτρο ; – Ειδικά για τόν Πέτρο μού είπε τελικά, καλύτερα να μην τά ρωτάς. – Τί είναι αυτά που μού λες, τού είπα, τήν έχεις ξαναδεί τήν Ματίνα και δεν μού τό λες ; Μού ομολόγησε ότι τήν είδε τελευταία, αλλά πολύ τελευταία μονάχα. Έκανε ένα μεγάλο διάστημα δηλαδή να τήν δει. Και σ’ όλο αυτό τό διάστημα που πέρασε τό ενδιάμεσο είπα πάλι, χαθήκατε ; Ναι, μού είπε και ξεκαθάρισε ότι εκείνη είχε χαθεί, διότι ήτανε όλον αυτόν τόν καιρό στο νοσοκομείο. – Τήν είδες παιδί μου ; ρώτησα όπως καταλαβαίνετε έξαλλη από περιέργεια, τί μυστικοπάθεια είν’ αυτή, θα μέ πρήξεις. – Τήν είδα, μού είπε, αλλά καλύτερα θα ήταν ίσως να μην τήν έβλεπα και ίσως δεν θα ’πρεπε ούτε καν εσύ να ενδιαφέρεσαι τόσο, σού λέω, θα σέ πειράξει πολύ. Μού ’ρθε να τού σπάσω τό κεφάλι. Τόν απείλησα ότι αν δεν μού τά πει αμέσως χαρτί και καλαμάρι, θα γίνουμε από εκατό χωριά. Πας γυρεύοντας μού είπε, κι ύστερα πρόσθεσε : Είναι σε κακά χάλια η Ματίνα ακόμα, σε πολύ κακά χάλια μάλιστα, παρ’ όλο που ’χει βγει απ’ τό νοσοκομείο εδώ και καιρό και παρ’ όλο που ’κατσε στο νοσοκομείο κάνα χρόνο, κατάλαβες ; Όπως καταλαβαίνετε, αφού έφτασε η συζήτηση σ’ αυτό τό σημείο ήταν βέβαιο ότι θα προχωρήσει κανονικά.

Άλλωστε ο συγκεκριμμένος είναι πολύ επιδέξιος και σατανικός αφηγητής άμα θέλει και κάνει ό,τι μπορεί για να δημιουργήσει τό κατάλληλο κλίμα πριν πει κάτι. Τρελλαίνεται δηλαδή να είναι τό επίκεντρο τής προσοχής. Όμως εδώ δεν χρειαζόντουσαν περί αυτού και ιδιαίτερες προσπάθειες διότι και μόνο τό αντικειμενικό γεγονός ότι κάποιος είχε μείνει στο νοσοκομείο για ένα χρόνο και όμως ήταν ακόμα λίγο πολύ σε (ασαφή αλλά εξακριβωμένα) κακά χάλια ήταν από μόνο του ένα γεγονός με εξαιρετικά δυσοίωνες προεκτάσεις – ή μάλλον εξαιρετικά δυσάρεστα παρακλάδια προς τά πίσω, προς τό παρελθόν : Θα μπορούσα να σκεφτώ ότι είχε μεσολαβήσει βέβαια κάποιο ατύχημα, αλλά κάτι στον τρόπο που τόν άκουσα να περιπλέκει τίς εισαγωγές του και να μιλάει για τόν Πετράκη ήταν τελείως εναντίον κάθε υποψίας τυχαίου. Στο τέλος μού τά είπε βέβαια όλα, για να μην σάς τά πολυλογώ, και σάς τονίζω ότι έχει έναν τρόπο ν’ αφηγείται αυτός ο άνθρωπος, που όσο πιο πολύ τόν ενοχλεί ένα πράγμα τόσο πιο πολύ καθυστερεί εκνευριστικά όταν τό λέει, αντί να τό πει έξω, μια και καλή.

 

(heaven I’m in heaven)

 

– Προχώρα, είπαμε και οι δύο μαζί : Θα μάς πεις τώρα τί έγινε μ’ αυτήν, μάς έπρηξες.

– Είναι πολύ απλό, είπε, μία μέρα τή σπάσανε στο ξύλο τά παιδιά της και τότε έσκυψε στο τραπεζάκι χαμηλά για να πιάσει δήθεν τό ποτήρι της.

– Αλλά μη μού πείτε ότι δεν τό ’χατε φανταστεί, είπε μετά, εγώ δεν τό ’χα φανταστεί βέβαια, αλλά εσείς είσαστε άλλο, εσείς σίγουρα τό ξέρατε. Οποιοσδήποτε έχει πιο φιλοσοφημένο μυαλό από μένα, είπε. Τή λυώσανε στην κυριολεξία, τή σακατέψανε, δεν τή δείρανε απλώς, τή σπάσανε στο ξύλο, έγινε σκηνή ασφαλίτικη εκεί μέσα σ’ αυτό τό δωμάτιο. Τή βάλαν κάτω και τήν κλωτσάγανε, τής έσπασαν όλα της τά πλευρά, τής έσπασαν όλα της τά δόντια : με πρωταγωνιστή λέει τόν Πετράκη : τήν είχανε κάτω και τήν κλωτσάγανε και οι τρεις μαζί : ο Λάμπης ήταν απέξω κι έκανε ότι δεν ήξερε τίποτα, σφύριζε κλέφτικα ή άκουγε μουσική, μπορεί και να ’χε βάλει τό πικάπ ή τό ραδιόφωνο και στη διαπασών και να παίζει τό heaven I’ m in heaven ή τό τής γυναίκας η καρδιά είναι μια άβυσσος πότε η κόλαση και πότε ο παράδεισος ή τό μια γυναίκα δύο άντρες κομπολόϊ δίχως χάντρες : αλλά όταν κατάλαβε ότι τό πράγμα παραπάει κι όταν απ’ τά ουρλιαχτά της φοβήθηκε ότι πλησιάζουν να τήν σκοτώσουν, τούς χτύπησε τήν πόρτα απέξω και τούς φώναξε να σταματήσουνε και να τήν αφήσουνε πια. Βγήκανε τότε οι τρεις τους ένας–ένας, τινάξαν τά σακκάκια τους μπήκαν στ’ αυτοκίνητά τους και πήγαν στη δουλειά τους κι αφήσαν τόν πατέρα τους να ειδοποιήσει τό ασθενοφόρο νά ’ρθει να τήν πάρει : Σε κακά χάλια σάς λέω, σπασμένα τά πλευρά της και σπασμένα τά δόντια της όλα, τήν κλωτσήσαν παντού, τήν πετάξαν κάτω, τήν σπρώξαν να πέσει κάτω και τήν κλωτσούσανε. Τήν κλωτσάγανε κι οι τρεις, με πρωταγωνιστή φυσικά τόν Πετράκη : κι αυτή ήταν πεσμένη κάτω. Τήν παρασύρανε μέσα στο δωμάτιο διότι πρώτα κάναν κανονική συνεννόηση. Γύρισε μία ώρα απ’ τή δουλειά της στο σπίτι κι αυτοί ήταν κι οι τρεις συνεννοημένοι εκεί, κι ο πατέρας – αλλά ο πατέρας έκανε ότι ασχολείται με άλλα – και τής λέει ο Πέτρος – δείχνοντάς της προς τό δωμάτιό του τό παιδικό – γιατί πρέπει να είχε κι ένα παιδικό ακόμα δωμάτιο σ’ αυτό τό σπίτι  – Μάνα για έλα μια στιγμή να σού πω κάτι, κι εκείνη πήγε προς τό μέρος του ανυποψίαστη, μπήκε στο δωμάτιο, και μπήκαν πίσω της κι οι άλλοι δυο τότε ο χοντρός κι ο αδύνατος, κλείσαν τήν πόρτα πίσω τους και τήν κλείδωσαν, δεν ξέρω ποιος κράτησε τό κλειδί, ούτε ξέρω ποιος άρχισε πρώτος να τής επιτίθεται, και με τί λόγια. Προφανώς σ’ αυτές τίς περιπτώσεις πρώτα ξεκινάν τά χαστούκια κι έπειτα ακολουθούν οι μπουνιές, μέχρι που να πέσει ο άλλος κάτω. Άμα πέσει κάτω τότε τήν έχει βαμμένη γιατί τότε μπαίνουν μπροστά οι κλωτσιές και σπάνε και τά δόντια και βγαίνουν και τά μάτια. Να σάς πω τήν αλήθεια δεν ξέρω τί πρέπει να πονάει πιο πολύ, τό σπάσιμο στα σαγόνια που κρατάν μέσα τους, σαν κέλυφος, τή γλώσσα και τά δόντια, ή τό σπάσιμο στα κόκκαλα που κρατάν μέσα τους προφυλαγμένους για ν’ αναπνεύσεις τούς πνεύμονες ; Κι ούτε ξέρω πώς μπορεί να έβλεπε, αν θα είχε μάτια να δει ή θα τήν είχαν τυφλώσει τά αίματα. Και θα τυλιγότανε για να γλυτώσει άραγε τι ; τό στόμα τά μάτια τά πλευρά ή τήν κοιλιά ; Κι από κει κάτω άμα είσαι έτσι πεσμένη βλέπεις τά πόδια μόνο, τό πολύ–πολύ λίγο τό κάτω μέρος τού παντελονιού, αλλά κυρίως τίς κάλτσες και τά παπούτσια, κι από κει και μόνο διακρίνεις ποιος σέ χτυπάει, γιατί αυτή, όσες υπηρέτριες και να ’χανε πρέπει να ’ξερε καλύτερα ποιανού παπούτσια ήταν τού καθένα, και όσο κι αν αγοράζανε μόνοι τους πράγματα, μπορεί να ήξερε τί κάλτσες φοράει ο καθένας τους και μερικές μπορεί να τούς τίς είχε αγοράσει κι η ίδια, έτσι για δωράκι, κι εκτός αυτού μπορεί να ήξερε και τόν τρόπο που κινεί ο καθένας τά πόδια του, από μικρός ο καθένας να είχε έναν διαφορετικό τρόπο που κλώτσαγε τήν μπάλα ας πούμε όταν έπαιζε, ή και τήν μυρωδιά : Η Ματίνα μπορεί να ήταν σε θέση να ξεχωρίσει μες απ’ τό κάθε παπούτσι τή μυρωδιά που είχε τό κάθε διαφορετικό πόδι όπως πλησίαζε τό στόμα τή μύτη τό στομάχι της ή τήν κοιλιά, αλλά οι φωνές που ειπώθηκαν και που ακουγόντουσαν μού ήταν πραγματικά τό πιο αδιανόητο να τό σκεφτώ, όχι μόνο τό τί λέγαν αυτοί, (αλλά βεβαίως και τό τί λέγαν), και προφανώς ξεκίνησε με κάποια κραυγή έκπληξης απ’ αυτήν αρχικά, και θα τούς είπε Τί κάνετε ή Τί ’ναι αυτά που κάνετε, ή Πέτρο τή μαμά χτυπάς, Δεν τήν χτυπάνε τή μαμά τους τά παιδιά τά καλά παιδιά παληόπαιδα, αλλά δεν ξέρω κιόλας αν δεν τρόμαξε, κι αν δεν είδε στο βλέμμα τους ότι η κατάσταση ήτανε πιο σοβαρή, κι αν δεν προσπάθησε απλώς στην αρχή να φύγει, κι ύστερα μόνο να φυλαχτεί, κι ύστερα πια μόνο να φωνάζει να ουρλιάζει και ν’ απευθύνεται σ’ αυτόν που ’ταν απέξω ικετεύοντάς τον να τής ανοίξει τήν πόρτα αυτός, να μπει μέσα να τούς σταματήσει και να τήν αφήσει να φύγει ξεχνώντας μή μπορώντας να σκεφτεί ότι στην ουσία ήταν αυτός που τήν έδερνε μέσα τους πίσω τους και στο μυαλό τους μέσα, κι αν δεν νοιαζόταν πια μόνο να σκεπάζει τό πρόσωπο ή τήν κοιλιά της, έτσι πεσμένη όπως ήταν κάτω, και τά μάτια της, και αυτό που μού είναι πιο πολύ αφόρητο απ’ όλα να σκέφτομαι είναι ότι μες στα ουρλιαχτά της μπορεί να έκλαιγε κιόλας, ή ότι ήταν τόσο διαπεραστικά τά ουρλιαχτά γιατί ήταν τόσο φοβεροί οι πόνοι, ώστε μόνο ούρλιαζε και δεν προλάβαινε να κλάψει κι αυτό που μού φαίνεται αφόρητο σε μια περίπτωση τέτοια είναι ότι δεν έχεις ούτε μυαλό πια μέσα σου παρά μόνο ουρλιαχτό, και ίσως να μην έχεις τότε ούτε και μυαλό απλούστατα γιατί τό μυαλό πονάει πιο πολύ απ’ όλα τότε όταν τό έχεις, έτσι δεν είναι κυρίες μου. Κι έτσι λοιπόν κι εγώ νομίζω ότι κρύβεσαι πίσω απ’ τό ουρλιαχτό, και τό ουρλιαχτό πιο πολύ απ’ όλα σέ προστατεύει, και τήν ίδια στιγμή μέσα σου παρακαλείς να σταματήσει ο λόγος για τό ουρλιαχτό και υπόσχεσαι μέσα σου ότι αν σταματήσει ο λόγος για τό ουρλιαχτό μετά θα σκεφτείς, παρ’ όλο που ξέρεις ότι δεν θα σκεφτείς ποτέ – έτσι δεν είναι ; Όμως τήν ίδια στιγμή τό πιο αφόρητο ήταν για μένα μαζί να σκεφτώ τό τί ήτανε η σκηνή αυτή για αυτούς, ή τό τί λέγαν αυτοί και τό πώς αρχίσαν αυτοί και τό πώς συνεχίσανε : Γιατί είναι εύκολη η λύση που έδωσε εκείνη μετά ότι όλα έγιναν για τά λεφτά : ίσως βέβαια να τής είπανε κάποια πράγματα που να τήν έκαναν να τό καταλάβει, γιατί όταν – μ’ ένα μοιρολατρικό ύφος – τά διηγήθηκε στον φίλο μου – έχοντας βγάλει τούς γύψους πια τώρα, αλλά χωρίς δόντια ακόμα, κι έχοντας απλώς παραγγείλει και περιμένοντας τίς μασέλες, επέμενε ότι τής τό ’πανε και τό ήξερε πως όλα αυτά έγιναν για τά λεφτά – και όχι για τά δικά τους λεφτά, ή για κάποια λεφτά που θα μπορούσαν να είναι δικά τους και τούς τά στερήσανε, αλλά για κείνο τό περίφημο χαρτζιλίκι που τούς έδινε αυτή, γιατί έτσι τό ήθελε : γιατί, έχοντας βεβαιωθεί ότι είναι καλή η οικονομική τους κατάσταση, κι αποφασίζοντας να διώξει τόν μαλάκα και να πιάσει καινούργιον, αποφασίζοντας δηλαδή ν’ ανοίξει πανιά για κάποιον που ν’ αξίζει πιθανώς στο κρεβάτι ελαφρώς περισσότερο ή για κάποιον άλλο λόγο τέλος πάντων τελείως δικό της που μόνο εκείνη τόν ήξερε και τόν αποφάσισε, είχε σταματήσει κάποιους μήνες να τούς δίνει απ’ τά δικά της αυτά τά μόνα λεφτά : Και στο νοσοκομείο που τής είπανε να κάνει μήνυση δεν ήθελε και δεν δέχτηκε. Και στον φίλο μου είπε ότι είχε πάρει τίς αποφάσεις της, είχε μιλήσει με τούς δικηγόρους της, θα κρατούσε τά λεφτά της για πάντα : θα ’μενε στην οικογένεια για πάντα : σκάνδαλο δεν θα γινόταν : και τά παιδιά στη φυλακή δεν τά έβαζε. Δεν μπορώ να καταλάβω τί ύφος είχε, αλλά απ’ τό λίγο που ξέρω, ξέρω ότι ήταν η ίδια ηλίθια φοβισμένη άτολμη κι ασήμαντη, αλλά αυτό που δεν μπορώ να διανοηθώ ούτε να τό σκεφτώ είναι αυτή η εικόνα, αυτοί οι τρεις μιλάνε, αποφασίζουν και κάνουν τό σχέδιο : Δεν λέω αυτοί οι τρεις θυμώνουν, διαμαρτύρονται ή βρίζουνε, λέω μόνο : αυτοί οι τρείς, με αρχηγό τόν μεγαλύτερο, μιλάνε πρακτικά, σκέφτονται λεπτομέρειες, αποφασίζουν με ηρεμία : κάνουν τό σχέδιο : Καταστρώνουν ένα σχέδιο με ψυχραιμία και λογική : σχεδόν σα ζωγράφοι σαν καλλιτέχνες, σαν πεζογράφοι : Ξυπνάνε ένα πρωί και ορίστε ξέρουνε ότι είναι η μέρα τού σχεδίου : Πίνουνε τόν καφέ τους και τρων τό πρωινό τους, παίζουνε με τά παιδιά τους, φιλάν τίς γυναίκες τους και παν να βρουν τούς αδελφούς τους στο πατρικό τους για να δείρουν έως εξοντώσεως μια γυναίκα, άσχετο ποιάν : επειδή έτσι τούς κάπνισε, για έναν λόγο ηλίθιο : οι ίδιοι που κάποτε ήτανε κολλημένοι στο μπούτι της και σκουπίζαν τά πιάτα και ακουμπάγαν τό μάγουλό τους στην ποδιά της, και σέρνονταν ουρλιάζοντας έξω από τήν κουζίνα καθώς τό φριχτό τριχωτό χέρι εκείνου τούς άρπαζε και τούς απαγόρευε να ξαναπατήσουνε τό πόδι και τό μάτι και τή μύτη και τό αυτί σε κείνη τή ζεστή σπηλιά που μύριζε μυρωδιές γλυκές και πικρές και αλατισμένες, και τούς έδιωχνε με τήν σοφή σκληρότητα τού μεγάλου απόμακρου θεού πατέρα υπαλληλάκου για να μη γίνουνε πούστηδες: Και δεν έγιναν πούστηδες. Δεν έγιναν πούστηδες οι πούστηδες : έγινε σαφές ; δεν ξαναφιλάνε χέρι αυτοί, τό καταλάβατε (είπε δασκαλίστικα).

 

   Όμως άραγε (είπε μετά) σκέφτομαι καμμιά φορά, τό μόνο που τούς απόμεινε για κάποια ικανοποίηση ήταν πλέον τά λεφτά ; Ή μήπως όλα γίνανε καταβάθος μόνο και μόνο επειδή θέλησε ν’ αλλάξει εραστή και ν’ αφήσει τόν μαλάκα και να πάρει έναν καλύτερο ; λέτε να τό μυριστήκανε κι αυτό ; και πώς τό μυριστήκανε αυτό ; Πάντως, όσο τήν κλωτσούσαν, για τά λεφτά πάντα (λέει) μόνο τής μίλαγαν : (λέτε μήπως γιατί δεν θέλαν καθόλου να μιλήσουν για τ’ άλλο ; μήπως γιατί δεν μπορούσαν καθόλου να μιλήσουν για τ’ άλλο ; ) Όμως αυτό που μού ’κανε εμένα τήν μεγαλύτερη εντύπωση είναι κυρίως αυτό, μπορώ να σάς πω, όχι δηλαδή η μεταφορά από τά φιλιά στη φρίκη αλλά τό πώς γίνεται η συζήτηση εντός τής φρίκης, οι συνεννοήσεις οι συζητήσεις και οι κουβέντες εντός τής φρίκης, αυτή η καθημερινή αίσθηση εντελώς καθημερινής κουβέντας, και πώς μπορεί να λέγονται αυτά τά πράγματα – λέω δηλαδή για τήν ώρα που αφού ξυπνήσαν και φάγαν τό πρωινό τους και χαριεντίστηκαν με τά παιδιά τους και φιλήσαν στην εξώπορτα τή γυναίκα τους, μπορούνε μετά, πηγαίνοντας στο πατρικό τους, να δείρουν έως θανάτου κάποιον, να προγραμματίσουν σ’ ένα τελείως άλλο πρόγραμμα δηλαδή, όχι μόνο μυρωδιάς και πιάτων ή χρωμάτων ή σκέψης, αλλά και ομιλίας, πάνω απ’ όλα ένα άλλο πρόγραμμα ομιλίας κυρία μου (είπε, και μέ κοίταξε, ποιος ξέρει βέβαια πώς σκέφτεται τό κεφάλι της). Μήπως έχουμε λοιπόν μεγαλύτερη σχέση με τά κομπιούτερ απ’ ό,τι νομίζουμε, συνέχισε φιλοσοφώντας αφού μάς είχε μαυρίσει τό απόγευμα, μού φαίνεται θα κάτσω να κάνω καμμιά μετεκπαίδευση, και θ’ αρχίσω να ζωγραφίζω κι εγώ στα προγράμματα τών κομπιούτερ, επειδή νομίζω ότι οι άνθρωποι τελικά δεν διαθέτουνε μεγαλύτερη ποικιλία κι ότι οι υπολογιστές είναι πιο πολύπλοκοι, και πιο λεπτεπίλεπτοι, και πιο, όπως θα ’λεγε κάποιος που ξέρει απ’ αυτά, καλλιτεχνικοί.

 

   Τήν κοιτάζαμε κι είχαμε κοκκαλώσει με τά ποτήρια στο χέρι έχοντας ξεχάσει από πολλή ώρα πως θα μπορούσαμε και να πίνουμε :

– Τώρα, τής είπαμε και οι δυο όταν καταλάβαμε ότι μπορούσαμε πλέον να μιλήσουμε, τί ήταν αυτό που μάς είπες τώρα εσύ ; Είσαι με τά καλά σου ; Πώς θα πάμε τώρα να φάμε μετά απ’ αυτό ; Και να πιούμε ; είσαι με τά καλά σου ; πού τη θυμήθηκες αυτή τή μαλακία ;

– Τά φιλιά, είπε αυτή, τά φιλιά.

Αρχίσαμε να κινιόμαστε. Αρχίσαμε να μπορούμε πάλι να κινηθούμε. Πήραμε τά ποτήρια μας για να πιούμε ξανά. Κουνηθήκαμε πάνω στον καναπέ και τά μαξιλάρια, και φτιάξαμε τά μαλλιά μας και τά ρούχα μας.

Λέω να πάω να φτιάξω λίγο τό μακιγιάζ μου, θα ’χει γίνει χάλια, είπε η Μάχη. Σηκώθηκα και τήν ακολούθησα στην τουαλέτα κι εγώ. Γιατί, τό δικό μου μήπως δεν έγινε ; είπα. Η άλλη ήρθε από πίσω μας. – Θα ρίξω στο πρόσωπό μου λίγο νερό και εγώ, είπε. Θα ’χω γίνει κι εγώ τό ίδιο χάλια.

Συνήλθαμε με τό νερό και οι τρεις και βάφαμε μετά η μία τήν άλλη για ώρα με προσοχή.

– Κοίτα την που έχει όμως ταλέντο στα διηγηματάκια, είπε η Νίνα. Μια χαρά τά κατάφερε.

 

   Κι έκανε ότι ζηλεύει, και γελάσαμε, κι η Μάχη γέλασε με τήν καρδιά της.

 

 

«βιογραφίες αγνώστων», ανέκδοτο μυθιστόρημα

 

 

 

 

φωτογραφίες Pete Turner και Wing Shya

 

 

 

 

 

23 Οκτωβρίου 2019

τρυφερο ατσαλι

 

 

 

 

αυτη ειναι μια ιστορια σε μια αιθουσα με ασαφή οθονη που δεν ξερω πότε αρχισα να τη θυμαμαι, γιατι για χρόνια ητανε οχι τοσο χαμενη (ποτέ δεν χαθηκε) αλλά σιωπηλη πισω στα παρασκηνια του θέατρου – νομιζω αρχισε να ξανανεβαινει, και μαλιστα εγχρωμη και καπως ομιλητικη στη σκηνη, απο εκεινο το βραδυ που χαϊδεψα απροειδοποιητα τη γαμπα αγαπημενου αντρα μεσα σ’ ενα μπαρ ψηλαφιζοντας ανυπομονα το παπουτσι του και υστερα την κατσαρη υφη της καλτσας μεχρι τη ζεστη καμπυλη του ποδιου μεσα απο το παντελονι – αυτη ητανε μεσα στο σινεμα η σκηνη αλλά ειναι σχεδον αδυνατο να θυμηθω ποια ηταν η μερα, γιατι ειναι πολυ παλια – παντως δεν ημουνα παραπανω απο εξη (ή το πολυ εφτα – αλλά οχι : γιατι η σκηνη ηταν στο σινεακ εκει που με τη μαμα πηγαιναμε οταν ημουν πολυ μικρη, διοτι μετα, οταν αρχισε το σχολείο, με εσερνε μαζι της στα κανονικα σινεμα, και κυριως τη «βρετάνια» στη βουκουρεστιου με τους μεγαλους ηθοποιους και τα «ανεμοδαρμενα υψη» και τη ζανέτ μακντόναλντ και τον νέλσον έντυ, το οποίο κατι χρονια αργοτερα καταργηθηκε και εγινε το θεατρο του μυρατ που επαιξε το «αποψε αυτοσχεδιαζουμε» του πιραντελο και τρεχαν οι μεγαλοι να το δουνε ολοι σαν τρελοι)

ηταν ομορφη η μαμα μου και της αρεσε πολυ το σινεμα και ημουνα κι εγω ομορφη μαζι της γιατι φοραγαμε τα ιδια ρουχα, αφου αυτη τα εφτιαχνε, και μαλιστα απο το ιδιο υφασμα

λοιπον το σινεμα ητανε ωραιο, μυστικο αλλά και ενοχλητικο μαζι, και ητανε το «σινεμα» και οχι το «σινεακ» γιατι τοτε ηταν το μόνο σινεμα το σινεακ, και ηταν μονιμως μεσα σ’ ενα κατακοκκινο σκοταδι χωμενο, και τα καθισματα του ηταν σαν περιεργα βουνα, ψηλα στις ακρες, χαμηλα στη μεση – και εμας μας αρεσε να καθομαστε στις ακρες – και παντα μπαιναμε με σκοταδι και βγαιναμε με σκοταδι, ποτέ δεν φωτιζε ακριβως, ποτέ δεν εκανε ακριβως διαλειμμα και εναρξη ή ληξη, ητανε σαν ενα αιωρουμενο αεικινητο στο οποίο μπαινοβγαιναμε συνεχεια και η μαμα κουνιοταν συνεχως κι αλλαζε θεσεις, μερικες φορες τοσο εκνευρισμενη που απο τα πλαϊνα ψηλα πηγαιναμε στα καθισματα κατω χαμηλα, και με εσερνε πισω της σα να με ειχε ξεχασει, και γω ετρεχα πιασμενη απ’ το χερι της αλλά και σα να με ειχε ξεχασει, και παντα καθομαστε μακρια απο τους δίπλα, αλλά ετσι κι αλλιως οι δίπλα ποτέ δεν ητανε κοντα, θυμαμαι μισοαδειο παντα αυτο το κοκκινο σκοταδι, με τις χρυσαφιες ανταυγειες απο την οθονη, την οθονη δεν τη θυμαμαι ιδιαιτερα – τον χρονο μόνο θυμαμαι γιατι δεν ειχε αρχισει ακομα το σχολείο –

και οταν τρεχαμε αναμεσα στα μαυρα καθισματα και το κοκκινο που φωτιζε μαζι με τις ασπρομαυρες αστραπες τού εργου σαν επιφοιτηση διαρκείας, φευγαμε παντα απο καποιον που «σαν παλιανθρωπος» που ητανε «την πειραζε» και δεν ειμαι σιγουρη αν το ’χα καταλαβει, το ’χα συμπερανει ή μου το ’χε πει με αυτα τα λογια η ιδια, την ωρα που ξαφνικα θα ψιθυριζε πιανοντας μου το χερι «παμε πιο περα να φυγουμε» και το πιθανοτερο ειναι να ’χαν συμβει και τα τρια μαζι και να τα ’χα καταλαβει ταυτοχρονως, και η εκφραση της δεν μπορουσε να ειναι τιποτα σοβαροτερο, τιποτα πιο επεξηγηματικο απο ενα μουρμουρητο

ομως η μετακινηση και η βιαστικη αλλαγη θεσης ητανε παλι εχθρικη και ψηλομύτικη κι αυτο το ψηλομύτικο ηταν που με ενοχλουσε σαν να μην πολυπιστευα, δεν ειμαι σιγουρη ακριβως τι – θυμαμαι ομως την ενοχληση μου ετσι που επρεπε να την ακολουθω αναμεσα στα καθισματα και τους διαδρομους ενω αυτη ετρεχε σαν να μ’ ειχε σχεδον ξεχασει

κι αυτο γινοτανε πολυ συχνα τοσο που σχεδον ηταν εθιμο μεσα στην αιθουσα και δεν ειμαι σε θεση να πω ουτε καν αν της αρεσε που γινοτανε, αλλά φαινοταν πραγματικα θυμωμενη, κι επαιρνε αυτο το πολυ ακαταδεχτο, και εχθρικο προς τον κοσμο υφος της – αυτο το καταβαθος ψηλομύτικο που πολυ με πειραζε

ομως το θεμα μου ειναι αλλο και μου ειναι δυσκολο να στο περιγραψω γιατι σαν ασαφης παραισθηση ή ονειρο αναδυθηκε οταν το θυμηθηκα τη στιγμη που ενιωσα το ποδι του για πρωτη φορά αφημενο εντελως στα χερια μου μεσα απο το παντελονι – διοτι ναι μεν τιποτα δεν χανεται αλλά αυτο ειχε τραβηχτει στα ενδοτερα, στα παρασκηνια, πισω απ’ τις κουΐντες, πιο πισω απο τα καμαρινια περα απο τις σκηνες πιο μακρια απο τις αυλαιες αυτης της αιθουσας που ειχε κατι βαρυ και παλαιϊκο ετσι οπως ηταν ολα κοκκινα και σχεδον βελουδινα, ή μαλλον ηταν πραγματικα βελουδινα και καλα τα θυμαμαι, αν και φθαρμενα ελαφρως τα καθισματα

και ηταν σιγουρα νωρις το απογευμα και ειμαστε ησυχες και βλεπαμε το εργο και κανεις δεν μας πειραζε σε μια σχεδον μισοαδεια αιθουσα, και ουτε θυμαμαι ποιο εργο, τοτε που ορμησε με μια αναπαντεχη σιγουρια το χερι του και μ’ αφησε καταπληκτη γιατι δεν τον ειχα ακουσει να καθεται δίπλα μου, καθισε αθορυβος ανακουστος κι αορατος σα γατα, και περα απο οποιαδηποτε αλλη σκεψη κυριαρχησε η καταπληξη, και μαζι η ακινησια η σιωπη και η ασαφης μυρωδια τής μαμας στα δεξια ετσι οπως κοιτουσε αφοσιωμενη, ελαφρως αφηρημενη και λιγο ψηλομύτικη οπως παντα τη μεγαλη ασπρομαυρη οθονη και λαμψη

εμεινα ακινητη αλλά το χερι μ’ αυτα τα σκληρα δαχτυλα ηταν επιτακτικο σαν να μη με περιμενε καν πρωτα να μεινω ακινητη για να ρωτησει, σαν να ητανε σιγουρος ή να το ειχε διαταξει με τον πιο σιωπηλο τροπο, και σαν να με παρακαλουσε ομως με ακαταδεχτο υφος συγχρονως γι’ αυτο

και ολη την ωρα που το χερι κινιοτανε πανω μου ητανε ακριβως σα να παρακαλουσε γιατι μεταφεροταν απο πανω μεχρι κατω με τον πιο σφιχτο και ατσαλινο και σιγουρο τροπο αλλά και με τοση γνωση και τρυφεροτητα που ειχα παγωσει απο την καταπληξη πως μπορουσε καποιος να με ξερει τοσο καλα, που να με σφιγγει βιαστικα αλλά συστηματικα και μεθοδικα κανοντας με να καυλωνω απο το λαιμο ως τους αστραγαλους τοσο αφωνα

και συνεχισε να ανεβοκατεβαινει μεθοδικα με δαχτυλα που δεν με εγκατελειπαν στιγμη και σχεδον μού μίλαγαν, σχεδον βγαζανε ηχους, με μια επιτακτικη βλοσυρη οικειοτητα

που δεν σηκωνε αντιρρηση αλλά παρακαλουσε κιολας, παρακαλουσε και σα να ικετευε κιολας, με λεξεις που δεν τις ηξερα αλλά αυτο ητανε το νοημα σ’ αυτα τα ατσαλινα δαχτυλα, που με εψαχναν παντου σα να θελανε κατι να μου δειξουν και συγχρονως σα να παρακαλουσαν να δεχτω να το δειξουν, μες στο σκοταδι

κι ετσι περιδιαβηκε καθε κοκκαλο και καθε γωνία και οπως γλυστραγε πανω μου απο το λαιμο ως τα ποδια μεθοδικα με τα ιδια δαχτυλα που σφιγγανε, κατα διαστηματα, και ισως μ’ εναν ρυθμο, δε θυμαμαι καλα, χαϊδευανε κιολας ταυτοχρονα, μ’ αυτον τον αλλοκοτο τροπο οντας μαζι δαγκανες και γλωσσες

σημερα με το σημερινο λεξιλογιο θα ελεγα οτι ειχε μια φοβερη επιδεξιοτητα κι οτι ητανε φοβερος εραστης, τη μερα εκεινη οντας εφτα χρονων (το πολυ) ειχα μεινει αφωνη και καταπληκτη και ακινητη κατω απο την παλαμη του που με ειχε ακινητοποιησει ολοκληρη και σα να ’χε μετατραπει ολη η παλαμη του και σα να ’χε γινει ετσι τεραστια παιρνοντας το δικο μου ελαχιστο μεγεθος – και συγχρονως σα να ’χε γινει το χερι του ο καθρεφτης μου

ειμαστε σιωπηλοι, αυτο που γινοταν μεταξυ μας δεν το ’μαθε κανεις : καποια στιγμη απλως αποσυρε το χερι του και καταλαβα οτι συνεχισε να καθεται διπλα και γυρισα μαλλον αργα και τον κοιταξα, και αυτο ειναι που δε συγχωρεσα στον εαυτο μου ποτέ, δεν μπορεσα να κρυψω (πρεπει να φανηκε στο προσωπο μου) την απεχθεια και την απογοητεψη για το πόσο ασχημος ητανε

γιατι ο ιδιος εχοντας αποσυρει το χερι του απο πανω μου το ’ξερε ολη η δυναμη του οτι ειχε χαθει και καθοταν τωρα λιγο σκυφτος, γυρισμενος σαν υπακουα προς το μερος μου και με κοιταζε ησυχα με ματια που ειχαν μεσα τους μόνο ενα χαμογελο και λιγο σκυψιμο – κι εγω δεν μπορεσα να κρυψω σιγουρα τον θυμο μου ή την καταπληξη για το πόσο ασχημος φτωχος κακοντυμενος και γερος (μπορει να ’ταν και τριανταρης ή σαρανταρης, τωρα λεω) εκεινος ητανε – ναι, με κοιταξε μ’ αυτη τη βουβη ματια, λιγο σκυφτος, λιγο με τα ματια μισοκλειστα, κι εγω τον κοιταξα οπως τον κοιταξα : μόνο που δεν τον εφτυσα δηλαδη – πρεπει να το καταλαβε, η ευφυια τού περισσευε κι αυτο το ’χε αποδειξει : πρεπει να το καταλαβε οτι στην αρχη γυρισα να τον δω με ενα ειδος περιεργειας χαρας, ή και φιλίας ακομα, που μετατραπηκε αμεσως σε φρικη, τα ειδε ολα στη φατσα μου και γλυστρισε σαν γατα και σαν καταπτοημενος κι εξαφανιστηκε

γιατι ηταν αξυριστος, δεν ειχε μαλλον πολλα δοντια, και μαλλον ητανε φτωχοντυμενος πολυ, και ειναι απιστευτο πόσο με ειχε θυμωσει ολο αυτο – και πόσο ειχα νιωσει καταπληξη, σα να με  προσβαλε η ασχημια του : και ειναι απιστευτο πόσο σκληροι ανθρωποι ειμαστε απο τα γενοφασκια μας : απο τοτε που αρχισα να θυμαμαι αυτη την ιστορια τον ξανασκεφτηκα πολλες φορες – με τη μεγαλυτερη δυνατη ομως λυπη – ο ανθρωπος εκανε για μενα κατι, που μόνο οι μεγαλοι εραστες το κανουνε – και οι μεγαλοι εραστες δεν ειναι συνηθισμενο πραγμα : δεν ειναι οτι θελησε να καυλωσει, ειναι οτι θελησε να καυλωσει εμενα, ενα αγνωστο κοριτσακι δίπλα του – πραγμα που ειρησθω εν παροδω καταφερε με τον πιο ατσαλινο και τρυφερο τροπο –

 

 

φωτο Nico Jesse

 

 

 

 

 

1 Σεπτεμβρίου 2019

το σπηλαιο της αναισθησιας

 

 

 

 

η απεχθεια μου για τον πλατωνα βασιζεται σε παρα πολλα πραγματα, αλλά στο παραμυθακι του της σπηλιας συμπυκωνονται ισως τα περισσοτερα απ’ αυτα – ομως πριν συνεχισω για εναν ανθρωπο που δεν μ’ αρεσει και που δεν αγαπω (αρκετα πρωτοφανες θα ελεγα αυτο για τους εδω κηπους) θα ’θελα να ξεκαθαρισω οτι δεν (θα) ειναι αυτο ενα κειμενο για τον πλατωνα, διοτι τοτε θα ’πρεπε να το κανω και λιγο μεγαλυτερο – ειναι απλως ενα κειμενο που ξεκινησε απο μια σκεψη του βιτκενσταϊν. που ετυχε να διαβασω προσφατα και που μού θυμισε την «σπηλια» τού π., καθως επισης (μού θυμισε) και το πόσο αντιπαθω εξισου και τον κυριο β.

 

επισης, πριν συνεχισω θα πρεπει να ομολογησω οτι οταν απεχθανομαι πολυ εναν ανθρωπο, μού ειναι αδυνατο να τον διαβασω πραγματικα : ετσι, παρ’ολο που πηρα οταν πρωτομπηκα στο πανεπιστημιο να τον διεξελθω (και μαλιστα απο μεταφραση ειχα να διαβασω μόνο τον συκουτρη (τον ειχα ηδη απο την πατρογονικη βιβλιοθηκη για να πω την αληθεια αυτον) (τα άλλα τ’ αγορασα μόνη μου απο την «οξφοδη» που δεν εχει μεταφραση : ηταν ομως ακομα προσφατο το σχολείο, και η περιρρεουσα αποψη, φροντιστων καθηγητων και ημων των ιδίων, οτι ο πλατωνας δηλαδη ητανε ευκολος (σε αντιθεση π.χ. με τον θουκυδιδη) : και συνεπως θα ειμαστε τυχερες  αν μας επεφτε αγνωστο θεμα απ’ αυτον στις εξετασεις για τις σχολες

 

(η αληθεια ειναι (για να κουτσομπολεψω και λιγο) οτι απ’ αυτον μάς επεσε, εγραψα επομενως μαλλον καλα αφου πηρα ετσι και τα ουρανοκατεβατα λεφτα της υποτροφιας – (μόνο εκθεση δεν μπορεσα να γραψω καλα, ειχα εξαλλου και μια λόξα να μη θελω να γραφω καλα, δεν μπορουσα αλλωστε κιολας να γραφω καλα – επομενως λογικα εχασα την πρωτη θεση, αλλά δεν ειχε σημασια, οι δεκα πρωτοι παιρναν ολοι τα (ουρανοκατεβατα ή οχι – καποιοι δηλαδη ξεραν οπως εμαθα αργοτερα οτι υπηρχαν) : τα λεφτα της υποτροφιας τα πηραμε λοιπον ολες ετσι κι αλλιως) και κλεινει εδω το κουτσομπολιο))

 

θα πω λοιπον μερικα αυθαιρετα δικά μου (αυθαιρετα διοτι δεν προκειται ουτε να βαλω σημειωσεις απο πού τα πηρα, ουτε να κατσω να τα εξηγησω ιδιαιτερα – τα λεω για μενα και για οποιαν αλλη πιθανον (θα) θελει να διασκεδασει – και ουτε προκειται να ξαναπαρω τα βιβλια τωρα για να κατσω να επαληθευσω τις διατυπωσεις : τα λεω οπως τα θυμαμαι απο τοτε που τα διαβασα για πρωτη και, κατα κανονα, για τελευταια φορά)

 

 

 

 

 

Ο πλατωνας λοιπον, για να  ξεκινησω ετσι χοντρικως και χονδροειδως, ειναι (κι ας μην ομολογειται γενικως, εγω το ξερω και το λεω – κι ας με πιστεψουν οσες θελουν – και οσες μπορουν) ειναι και αποτελει το κεντρο της ανδροκρατιας, το κεντρο και την κορυφη της πατριαρχιας του μισογυνισμου και της θεωρητικης και φιλοσοφικης (και εμπρακτης τελικα, μια που «και η σκεψη πραξη ειναι» που ’πε κι ενας αγαπημενος γερμανος) της θεωρητικης και φιλοσοφικης λοιπον καταδίκης του ερωτα : και απ’ αυτην ακριβως την αποψη πιστευω οτι ο πλατωνας προετοιμασε θαυμασια τον χριστιανισμο – εχουν επομενως δικιο οσοι καταφευγουν στο ιδεολογημα του «ελληνοχριστιανικου» αποτετοιου – διοτι δεν προκειται ακριβως για ιδεολογημα, ειναι η ζοφερη πραγματικοτητα, για την ελλαδα και τις υπολοιπες χωρες του πλανητη, τουλαχιστον τις δυτικες

 

επειδη ομως ειναι και πολυ καλος συγγραφεας – για να πουμε την αληθεια ειναι ενα θαυμα στην πεζογραφια ο κυριος, απο μια συγκεκριμμενη αποψη – και πιθανως το υποψιαζεται και επομενως το χρησιμοποιει με οση χαιρεκακια διαθετει – και διαθετει μπολικη – επιχειρει επομενως και τολμαει να τ’ αγγιξει ολα με ανεση, και, αν μπορει (ελπιζει οτι μπορει – και  η ιστορια εδειξε οτι μπορει) να τα καταδικασει ολα, τα σχετικα με το σωμα μας, τελειωτικα –

 

το μπορεσε καταρχας διοτι ητανε, ειπαμε, ευφυης στην πεζογραφια (οχι στους τυπικους διαλογους του ( : εκει εξευτελιζει εντελως την ιδια την εννοια της διαλεκτικης – οπως ειχε ηδη προσεξει το μικρο (και ενιοτε εντελως ανευ χιουμορ) κοριτσακι που ημουνα καποτε – μια φορα το ειπα μαλιστα στην ταξη μας στη δασκαλα μας του γυμνασιου (καναμε αν θυμαμαι τον «πρωταγορα») : «ο σωκρατης κυρια, αυτος ειναι ομως που φερεται σα σοφιστης, αυτος μπερδευει, παραπλανα και εξευτελιζει τον διαλογο» (παραβλεπω εδω, και προσπερναω με επιεικεια, τη χειριστη γνωμη που μας ειχανε φυτεψει για τους σοφιστες – δεν μπορουμε να τα προβλεψουμε και ολα –) και εισεπραξα ενα «κατσε κατω σταθατου, δεν ξερεις τι λες», ακολουθουμενο απο βροντερους γελωτες – σκασιλα μου βεβαια ελαφρως, για να μην πω οτι γελασα επισης με τον εξωφρενων θυμο της και τις κοκκινιλες της, αστειοι ανθρωποι ενιοτε αυτοι οι εντελως αδιαβαστοι και αμορφωτοι, και ανεραστοι και ασωματοι (θα επανελθουμε στο ασωματο γι’ αυτο το βαζω), καθηγητες))

 

 

 

 

 

 

το συμποσιο ομως ειναι ενα κατεξοχην μυθιστορηματικο εργο, κι ας ποζαρει για διαλογος (ειναι κι αυτο ενα απο τα ευφυη πεζογραφικα του κολπακια) και δεν υπαρχει ιχνος εκει απο τους συνηθισμενους εξευτελιστικους τής εννοιας τού διαλόγου διαλόγους (εξευτελιστικους εντελως : «ετσι δεν ειναι ; » να λεει ο σπουδαιος δασκαλος, «ετσι ειναι βεβαιως» να απανταει ο παντα αφελης μαθητης / «μηπως εχεις αντιρρηση ; » να λεει ο σπουδαιος δασκαλος «προς θεου οχι» να λεει ο παντα αφελης μαθητης / κλπ, κλπ) : εδω αντιθετα εχουμε αλλεπαλληλες αφηγησεις, παραλληλες και διασταυρούμενες, μεσα σ’ εναν κυκλο φιλων, λιγο–πολυ ισότιμων και ομότιμων και εντελως ανέντιμων στην αντρολαγνεία τους, και μεσα σ’ εναν ενιαιο χωρο οπου ολοι καθονται και τρων και πινουν και συμβαινουν και απροσδοκητα να πουμε, οπως η εισοδος του μεθυσμενου αλκιβιαδη και η ερωτικη του εξομολογηση προς τον σωκρατη (δυο περιβοητοι μισογυνηδες που θριαμβευουν ετσι, ο καθεις με τον τροπο του) – και ακομα και η μοναδικη εισοδος της μόνης γυναικας στην παρεα γινεται μεσω αφηγησης του αφηγούμενου – δεν υπαρχει πραγματικη γυναικα πουθενα – αλλά και η ιδια η διοτιμα δεν ειναι καν γυναικα, ειναι δηλαδη η γυναικα οπως την θελουνε οι αιωνες που ηδη εχουν ερθει κι οι αιωνες που θά’ρθουνε, «ιερεια», ορκισμενη στη θρησκεια αυτων των αντρων, οπως τη θελει η θρησκεια αυτων των αντρων – και ηδη το «ιερο» ειναι το υπουλοτερο οργανο του μισογυνισμου της αντροκρατιας : η «διοτιμα» (μεσω της αφηγησης δηλαδη του σωκρατη) οχι μόνο δεν την αρνειται αλλά την επεκτεινει και την εμπλουτιζει –

 

αλλά αρκετα για το συμποσιο – αυτο θελει αλλη αναρτηση : για την πεζογραφικη του αξια ομως μπορω να πω (με το χερι στην καρδια, και το μουνι) οτι το εργο ειναι (θα μπορουσε να πει κανείς) η αρχη και η μεση και το τελος της πεζογραφιας ανα τους αιωνες (που ηρθαν και θά’ρχονταν), ασχετως εννοω του περιεχομενου – περιεχει δηλαδη τα παντα ως κειμενο, και το μοντερνο, και το μεταμοντερνο, και ο,τι αλλο θες – : απο αποψη πεζογραφικη δηλαδη το «συμποσιο» ειναι η συνοψη του μυθιστορηματος εν κινησει : ποιος θα μπορουσε να προβλεψει καλυτερα τη διαπραγματευση του 1ου ή του 3ου προσωπου στην αφηγηση, τους ελιγμους της αφηγησης της ιδιας  ; Ενας συνανταει εναν, τυχαια στον δρομο, και του ζηταει να του αφηγηθει κατι που του ειπε ενας αλλος, τυχαια στον δρομο, κι αυτος του λεει πως ο,τι (νομιζει οτι) ξερει ειναι απολυτως ανακριβες διοτι αυτος που ειχε παρευρεθει στο γεγονος και τού το αφηγηθηκε, του αφηγηθηκε προ χρονων πολλων πραγματα που ειχανε γινει προ χρονων πολλων – και παντως εντελει τού λεει τι εγινε σε κεινο το παρτυ, με το νι και με το σιγμα : σοβαρες ενστασεις επομενως για τη μνημη του – αλλά και για την πιστοτητα της μεταφορας (απο το 1ο στο 2ο στο 3ο προσωπο) μπορουν να εγερθουν – αλλά : Ποιος ειναι εντελει ο αφηγητης εδω ;

και επιπλεον, ο χρονος που μεσολαβει απο το γεγονος στην αφηγηση και την αναμνηση (και την αναβιωση του) τι ρολο παιζει σε οσα (υποτιθεται οτι) ειπώθηκαν ;

Ευρηματα με λιγα λογια εξοχωτατα.

 

(ιδου σταδιον δοξης λαμπρον λοιπον και για τον κυριο βιτκενσταϊν, που θελει να εξηγησει τη γλωσσα με τα μαθηματικα – απωθωντας εμφανως την «ψυχολογια» οπως τη λεει – και ξερει αυτος γιατι (εχει τη σπηλια του))

 

 

 

 

 

το ζητημα ειναι οτι ο πλατωνας δεν αρκειται (καθολου μα καθολου) να θριαμβευει στην πεζογραφια, και να διαπραγματευεται ετσι, με το μαλακο (με το πολυ μαλακο) τα θεματα που πρεπει να σκοτωσει, και πανω απ’ ολα τον ερωτα (βαζοντας μαλιστα να τον «υπερασπιζεται» (δηλαδη να τον καταδικαζει) ακριβως μια γυναικα – συνηθισμενες κουτοπονηριες των αντρων – ειπαμε, ο πλατωνας τούς εμπεριεχει ολους τους μισογυνηδες και του παρελθοντος και του μελλοντος – γι’ αυτο τον διασωσανε οι καλογέροι – που καψανε ολους τους αλλους

 

(σκεφτομαι καμια φορα τι θα ειχε γινει αν ειχε (για καποιους μυστηριους λογους) αντιστραφει τελειως η κατασταση και οι καλογέροι σωζανε ολο το εργο του επικουρου (ηταν και ο πολυγραφοτερος αλλωστε ολων) και απο τον πλατωνα ειχαμε μόνο ο,τι εχουμε σημερα απο τον επικουρο : δηλαδη δυο γραμματακια και μια διαθηκη – καθως και μερικες παρεξηγησεις – ή εμμετρες ερμηνειες – οπαδων και θαυμαστων – αλλά δεν εχει νοημα να ονειρευομαι.))

 

ομως για το «συμποσιο» δεν θα πω άλλα εδω – εχω να πω πολλα αλλά χρειαζομαι περισσοτερο χωρο (και φυσικα θα ’θελα κι αλλο χρονο) : αρκει ομως σημερα να πουμε οτι βαζοντας μια γυναικα να εκφρασει τις πλατωνικες αποψεις για τον ερωτα, ο κυριος πλατων καταφερνει το μνημειωδες – να πεισει ολους τους αντρες (και, κανονικοτατα, και τις γυναικες) οτι καλα κανει ο ερωτας και εχει ευνουχιστει απο μόνος του, εχοντας διαγραψει καθε ατιθασσο στοιχείο του, στοιχείο που θα θυμοταν δηλαδη ακομα την προηγηθεισα βακχεία – δηλαδη τον ερωτα στην πραγματικα γυναικεια και αντι–κοινωνικη του διασταση

 

 

 

 

Εκει λοιπον που ειναι λιγοτερο προστατευμενος (δεν ενδιαφερεται καν ο ιδιος να προστατευτει δηλαδη) ο πλατωνας ειναι στα «καθαρα» πολιτικα του – ενα απ’ τα πρωτα αποσπασματα που μ’ εκαναν να τον σιχαθω πραγματικα ηταν εκεινο το «οι δουλοι να ’ναι απο διαφορετικες χωρες για να μη μιλουν την ιδια γλωσσα» (αλλο σταδιο δοξης λαμπρον και για τον κυριο βιτκενσταϊν βεβαια εδω, να μας πει οτι ουτως ή αλλως κανενας δεν μιλαει την ιδια γλωσσα με κανεναν – κι αν δεν τον βολευε στην παρουσα συζητηση αυτο, να το αναθεωρουσε παρευθυς, και με ευστροφία, ως την ιδια γλωσσα εχουμ’ ολοι μας (αναθεωρουσε κι ευκολα ο τυπος))

 

ομως ολ’ αυτα τα γραφω πανω απ’ ολα για να καταληξω στην πιο κουτοπονηρη (και εγκληματικη, θα μπορουσε να πει κανείς – αλλά κυριως στην πιο πανανθρωπινως (και ακριτως) θαυμαζόμενη, παρεξηγουμενη και αποβλακωτικη) αλληγορια του, αυτην της σπηλιας

 

και τη θυμηθηκα διοτι επεσε στα χερια μου προχτες ενα αποσπασμα του κυριου βιτκενσταϊν που ειναι λες βγαλμενο απο τα μαθηματα του κυριου πλατωνα ακριβως : και ειδικα απο το μαθημα τού σπηλαίου : (το βρηκα στα αγγλικα και συνεπως στα αγγλικα το παραθετω, δεν νομιζω ομως στα γερμανικα να ’λεγε τα αντιθετα) :

 

«It is possible to imagine a case in which I could find out that I had two hands. Normally, however, I cannot do so. «But all you need is to hold them up before your eyes!»—If I am now in doubt whether I have two hands, I need not believe my eyes either. (I might just as well ask a friend.)» ( * )

(τα πλαγια ειναι δικα του)

 

Το πιστευω λοιπον απολυτα, οτι του ηταν αδυνατο, σε τελευταια αναλυση και οχι απλως λογικο επιχειρημα, να φανταστει πως εχει δυο χερια : ακομα κι αν τα σηκωσει δηλαδη και τα φερει μπροστα στα ματια του, δεν υπαρχει κανενας λογος που να τον πειθει οτι και τα ματια του τελικα δεν ψευδονται :

 

καθοτι ο κυριος βιτκενσταϊν ειναι ο ιδιος ο ανθρωπος της σπηλιας του πλατωνα χωρις να ντρεπεται καθολου – φτιαχνει ολοκληρη φιλοσοφια με τα οσα ενα, κατ’ αυτον τον τροπο στερημενο απο ολες του τις αισθησεις, υποκειμενο θα ελεγε : θα ελεγα για την ακριβεια οτι ειναι ο ανθρωπος της σπηλιας του πλατωνα «με σαρκα και οστα», αν δεν ηταν αυτο ακριβως αντιφατικο μαζι και οξυμωρο για να μην πω και γελοίο : οι ανθρωποι της σπηλιας του πλατωνα (αλλά, εντελει, ολοι οι «ανθρωποι» του πλατωνα) δεν εχουν ακριβως ουτε σαρκα ουτε οστα :

 

 

 

 

ο ανθρωπος της σπηλιας του πλατωνα ειναι ο ενγενει ανθρωπος του πλατωνα και εκτος σπηλιας – αυτον υποστηριζει αυτον γουσταρει για τους αιωνες που θά’ρθουνε,  και αυτον θελει ( : και αυτος ηρθε οντως για τους αιωνες που ηρθανε) : τον παραθετει βεβαια σαν στοιχείο μιας αλληγορίας, για να καλυψει την υπερβολη, αλλά η αλληγορία ειναι και η επιθυμια του : ανθρωποι χωρις σωμα χωρις αισθησεις και χωρις ερωτα – συνεπως ανθρωποι στους οποίους το σωμα τους δεν μιλαει – και δεν εχει τιποτα να αποδειξει

 

ειναι πεποιθηση (ευτυχως, οχι μόνο δική) μου οτι αυτα τα οποία προβαλλει καποιος στην πραγματικοτητα, ως πραγματικοτητες, ειναι κομματια απο τον εαυτο του

 

και σαν ανθρωπος που ηρεμα αυτονοητα, και χαρουμενα, επικοινωνουσε με το σωμα του απο παιδι, ξερω οτι θα ηταν αδυνατο να με πεισει καποιος οτι ειμαι σκια – κι οτι το ιδιο ειναι και οι απεναντι : ακομα κι αν οι απεναντι δηλαδη ηταν, ή φαινονταν σα σκιες, εγω θα ηξερα οτι δεν ημουνα – γιατι θα ημουνα εκεινο το πραγμα («πραγμα» πριν τις λεξεις) που καυλωνε και ηθελε να παιζει και να ερωτευεται – αρα δεν μιλαει για μενα ο κυριος πλατωνας

 

εξαλλου ολοκληρη αυτη η πλατωνικη σκηνοθεσια μεσα στη σπηλια δεν θα αλλαζε καθολου αν αντι για ανθρωπους στα τοιχωματα της, ο φιλοσοφος μας, ειχε σταυρωσει ακινητα σιωπηλα και μεταλλικα ρομποτ – διοτι ειναι αποψη και επιθυμια του ιδιου οτι οι ανθρωποι δεν εξεγειρονται δεν διαμαρτυρονται και δεν αντιδρουν με λιγα λογια, κατα κανενα τροπο στο αλυσοδεσιμο τους

 

κι αν εκλαμβανουν τη ζωη συμφωνα με αυτο που βλεπουν απεναντι – και οχι συμφωνα μ’ αυτο που αισθανονται (αληθεια τι αισθανονται ; αισθανονται τιποτα ; τι λενε ; μιλανε με κανεναν ; – ή δεν εχουν καν ακομα τη γλωσσα ; ή την ειχαν και τη χασανε ; και απο ποια ηλικια αλυσοδεθηκανε ; ητανε ποτέ δηλαδη προηγουμενως ελευθεροι ; κι αν αλυσοδεθηκανε απο νεογεννητοι, πώς μεγαλωσανε, και ποιος τους ταΐζει ; ή δεν χρειαζονται καν φαΐ ; ή δεν χεζουνε καν, και δεν κατουρανε ; ) το ζητημα ειναι οτι για χαρη τους ο φιλοσοφος μας δεν περιγραφει παντως το ανθρωπινο ειδος, αλλά αυτο που θα ηθελε να ισχυσει – και αυτο που εντελει οντως κατισχυσε : τους ανθρωπους ως αναισθητα και ανεραστα και αμιλητα μελη μιας κοινωνιας ενος θεαματος καποιων σκιων

 

 

 

 

γι’ αυτο και ειναι ουσιαστικα εντελως δευτερευον το παιχνιδι που παραθετει (πολυ εξυπνο ομως οντως, και πολυ σατανικο – και πολυ χαιρεκακο) με το φως και το σκοταδι : αν βγαιναν εξω θα τυφλώνονταν, αν ξαναμπαιναν μεσα δεν θα βλεπαν τιποτα : αυτα ειναι ακριβως τα παιχνιδακια του κυριου πλατωνα και οι, ιδιοφυεις ομολογουμενως, αντιπερισπασμοι του – γιατι αυτο το οποίο θελει να τονισει ειναι αυτο το οποίο ακριβως διεξερχεται επιτροχαδην, χωρις να το τονιζει καθολου (διοτι αυτο το οποίο τονιζεις αποκταει ξαφνικα μια σημασια, και γινεται ο αντιπαλος, και ως αντιπαλος εχει ηδη κερδισει το παιχνιδι, εστω και κατα το ημισυ : ομως ο πλατωνας δεν θελει, προς θεου, ποτέ, να υπαρξει αυτος ο αντιπαλος – μην τυχον αλλωστε και βρει και τη φωνη του ξαφνικα) : αυτο το οποίο διεξερχεται λοιπον επιτροχαδην, και δεν επιθυμει να το τονισει διολου, ειναι να επιζησουν αυτοι οι ανθρωποι, που δεν αισθανονται τιποτα – γιατι ετσι πρεπει να ειναι οι ανθρωποι

 

αδιαμαρτυρητοι απεναντι και στο φως και στο σκοταδι, τυφλοι και σιωπηλοι και υπακουοι – καποια στιγμη βεβαια που πηγε να κανει τον μαγκα στην ενεργο πολιτικη με κατι τετοιες αποψεις, κόντεψαν να τον φανε λαχανο και το ’βαλε στα ποδια κι εβγαλε και τον σκασμο –

 

αλλά ας ξαναφτιαξουμε λιγο, ετσι για πλακα, τη σκηνοθεσια της σπηλιας βαζοντας αλυσοδεμενους στους τοιχους της οχι ανθρωπους, αλλά άλλα ζωα : (στο τελος παραθετω εναν συνδεσμο για να διαβασετε αν θελετε ολο το αποσπασμα στο πρωτοτυπο και στη μεταφραση του σκουτερόπουλου) : ας δουμε λοιπον την πλατωνικη «πραγματικοτητα» των αισθησεων και των ψευδαισθησεων με «αλλου ειδους ζωα» : διανοειστε να ειχαν αλυσοδεθει δηλαδη γατες στο σπηλαιο ; αχαχα : και να καθοντουσαν ακινητες και σιωπηλες και να κοιτάζαν φιλοσοφικα τις σκιες απεναντι ;

 

βεβαια το γελιο θα μας βγει ξυνο, διοτι οντως η πλατωνικη ζωολογια επισκιασε για αιωνες τα παντα : και για αιωνες μαθαμε οτι δεν ειμαστε ζωα, και συνεπως δεν εχουμε αδιαπραγματευτες επιθυμιες –

 

ετσι ακριβως κι ο κυριος βιτκενσταϊν σ’ ενα άλλο του αποσπασμα, καπου αλλού, λεει κατι φαινομενικα λογικο : οτι ακομα και αν μιλουσε ενα λιονταρι δε θα το καταλαβαιναμε – κι εγω σου λεω ομως οτι το καταλαβαινουμε ηδη περιφημα, οσο ακριβως μάς καταλαβαινει κι αυτο – εξαλλου καπου αλλού τον βρηκα να συμφωνει, αντιφασκοντας περηφανα (και σιωπηλα βεβαια) : «(A child has much to learn before it can pretend). A dog cannot be a hypocrite, but neither can he be sincere( ** )

(τα πλαγια δικα μου)

 

ειναι με λιγα λογια επειδη ειμαστε ζωα, μεχρι να παψει αυτη η εκφραση να ειναι υβρις, που μπορουμε ακομα και να αντιφασκουμε, και να αναθεωρουμε, αλλά σε καμμία περιπτωση να μη μιλαμε καθολου.

 

 

 

 

 

 

τελειωνοντας λοιπον αυτα τα ανοργανωτα και σκορπια αλλά ακρως ειλικρινη (ειπαμε, με το χερι στην καρδια και το αιδοιο – για να το θεσω τωρα πιο καθωσπρεπει), ας κλεισω με μερικες συναφεις αλλά πολυ αρχικες, και γι’ αυτο πολυ αφελεις πιθανον αποριες μου : μού εκανε δηλαδη εντυπωση απ’ την πρωτη στιγμη που το διαβασα, πώς σε αυτο το στησιμο της σκηνοθεσιας μες στη σπηλια, ενας φιλοσοφος που εχει κλιση ιδιαιτερη στους διαλογους των ανθρωπων δεν σκεφτηκε οτι θα μπορουσαν καποια στιγμη οι βασανισμενοι ν’ αρχισουν μεταξυ τους να μιλανε – ή εστω να μουγκριζουν – με προβληματισε δηλαδη οτι ο πλατωνας μολονοτι τούς ειχε ακινητους δεν τούς ειχε βαλει φιμωτρο και δεν τούς ειχε  κλεισει το στομα : κι ομως αυτοι δεν μιλαγανε – οχι μόνο για να παραπονεθουν ή να κλαψουν ή να ουρλιαξουν, αλλά για να ανταλλαξουν εντελει αποψεις περι τού πώς βλεπει ο καθενας (ή η καθεμια : υπηρχαν αραγε και γυναικες ; δεν μας το διευκρινιζει αυτο ο κυριος) πώς και τί βλεπει ο καθενας στις σκιες εκει απεναντι, και τί διαφορές διακρινει

 

και επισης, με αποβλακωσε, η πληρης αποσιωπηση, και αγνοηση της δυνατοτητας, ακομα κι αυτοι οι ευνουχισμενοι ανθρωποι να μη βλεπανε τις ιδιες σκιες ολοι να περνουν απεξω : πρωτον, διοτι η θεση τους θα ’ταν διαφορετικη μεσα στη σπηλια, και δευτερον γιατι θα ειχαν άλλα πραγματα ο καθενας μεσα του για να προβαλλουνε πανω στις σκιες – κανενας ανθρωπος βλεπετε δεν μπορει να ευνουχισει κανεναν ανθρωπο απολυτως : ενα κομματι της προσωπικοτητας του, των αισθηματων του και των αναγκων του, παντα θα μεινει – κι αν κρινουμε απο τον ιδιον τον κυριο πλατωνα αυτο που μπορει να μεινει μπορει να ειναι και ιδιαιτερα επιθετικο : ο μόνος πετυχημενος ευνουχισμος ειν’ ο θανατος : και ο θεωρητικος της απολυτης εξουσιας, ηθελε, παρ’ ολ’ αυτα, τους ανθρωπους του ζωντανους – δεν θα του αρκουσε να κυριαρχησει σε σκιες πεθαμενες.

 

 

 

 

 

(*) μεταφρασμενος στα αγγλικα βιτκενσταϊν, σ. 114 pdf / σελιδα βιβλιου αγγλικης μεταφρασης 221*

(**) μεταφρασμενος στα αγγλικα βιτκενσταϊν, σ. 118 pdf / σελιδα βιβλιου αγγλικης μεταφρασης 229*

οι «φιλοσοφικες ερευνες» του βιτκενσταϊν σε μια ελληνικη μεταφραση

το «συμποσιο» στη μεταφραση του Ιωάννη Συκουτρή

το αποσπασμα για τη σπηλια στη μεταφραση του Ν. Μ. Σκουτερόπουλου

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

15 Αυγούστου 2019

φατσούλες, φυλακισμένο βαρβάκειο

 

 

 

 

για χρονια πηγαιναμε μετα το κλεισιμο των μαγαζιων στην αγορα για πατσά. Ητανε δύο τα μαγαζια, στο βαθος τής στοάς, περναγαμε απο τον διαδρομο με τα αδεια τσιγκελια των χασαπηδων και τους πλυμενους παγκους για τα ψαρια. Καμιά φορά ξημερωνε για τα καλα κι ερχοντουσαν και οι πρωτοι χασαπηδες ν’ ανοιξουν. Τα μαγαζια ητανε δύο, το ενα κυριλεροτερο απ’ το αλλο, και το αλλο λαϊκοτερο. Πηγαιναμε μονιμως στο λαϊκοτερο, που ’χε τον καλυτερο πατσα. Καμια εικοσαρια χρονια κρατησε αυτο, εχω παει με τις πιο ετεροκλητες παρεες : Μια φορά πηγαμε με την κορη της φιλης ενος φιλου που ητανε τραγουδιστρια τζαζ–ροκ και ξεκινουσε την καριερα της : εγραφε κιολας η ιδια τη μουσικη της, ηταν και συνθετρια, κι ειχε και καταπληκτικη φωνη : λωρι αντερσον στυλ : το βραδυ που ’ταν η πρεμιερα της την ειχαν βαλει τελευταια στο προγραμμα, λιγο πριν κλεισει η παρασταση – ανεβηκε στο παλκο και ολοι παιρναν τα παλτα τους και φευγανε – με το που καθισε στο πιανο, κι αρχισε να βγαζει τις πρωτες φωνουλες, τους ειδα εναν–εναν να στεκονται ορθιοι, ν’ αφηνουν τα παλτα τους πισω, και να ξανακαθονται. Ωσπου να τελειωσει το προγραμμα της δεν ακουγοτανε κιχ. Θριαμβος κανονικος. (Υστερα απο λιγο τα παρατησε ν’ αφοσιωθει στον μαλακα της. Τετοια κανουν τα κοριτσια (ενιοτε) (ακομα) και βουρλιζομαι.) Την πηραμε λοιπον μολις εκλεισε το προγραμμα να την παμε στον πατσα – ειπαμε, τον λαϊκοτερο : Παραγγελναμε, κι αυτη ολο στριφογυρναγε κοιταγε τριγυρω και μια στιγμη γυρισε προς το μερος μου με τα ματακια της να λαμπουν και μου πεταει σαμπως επιθετικα : «Φατσουλες!» (Ητανε ακομα καινουργια η λεξη και ξαφνιαστηκα λιγο, δεν ηξερα πώς να την παρω ακριβως αλλά την πηρα εντελει οπως επρεπε, υποθετω και μόνο απο τη φατσουλα της.)

Ητανε λοιπόν οντως, φατσουλες ολοι εκει γυρω – λαϊκοι τυποι ολοι, γυναικες ελαχιστες, να σκεφτεις εμεις, με τα χάλια που ’χαμε, κι ειμαστε οι πιο κυριλε εκει μεσα. (Καμμια εικοσαρια χρονια κρατησε αυτο.)

Ειχα παει με τις πιο ετεροκλητες παρεες. Αλλά τα περισσοτερα τελευταια χρονια πηγαιναμε με τον καλυτερο καλον μου. Ειχαμε γινει και φιλοι με τα γκαρσονια (και με μια αξιολατρευτη πουτανα – που ’ταν και χορτοφαγα δεν ετρωγε ποτέ κρεας ουτε πατσα – μου ’λεγε διάφορα για τη δουλειά – κι ενα τζανκι που τριγυριζε στην παρεα μονιμως ανευ λογου, δε ζητουσε λεφτα.) (Αυτα το καλοκαιρι που καθομαστε εξω. Τον χειμωνα ομως μεσα : τοτε ηταν το καλυτερο : ) Δεν εκανε κανενας παρασιτα, ολο λαϊκοι τυποι τριγυρω. Ησυχοι ανθρωποι, πολυ ησυχοι, καμιά φασαρια ποτέ. Εκει τον ειδα πρωτη φορά απο κοντα, διά ζωσης που λενε : Ησυχος κι αυτος, πολυ ησυχος – ουτε υφος σεμνο δηθεν, ουτε υφος σοβαρο κι αγελαστο δηθεν : απλως πολυ ησυχος. Και οχι με παρεες, συνηθως μόνος, αντε με κανεναν φιλο. Ουτε υφακι, ουτε γελακι, ουτε τιποτα. Αν δεν τον ηξερες δεν θα τον προσεχες – εμένα μ’ αρεσε, μολονοτι τη μουσικη που τραγουδουσε δεν την ακουγα, γιατι τον ειχα ακουσει μια φορα στο ραδιοφωνο σε μια συνεντευξη να λεει «το δημοτικο ειναι θανατος».

Μετα εβγαλε εναν δισκο σε μια παραγωγη ροκάδικη – ωραία του μαγκιά. Και τωρα εμαθα οτι πριν κανα μηνα τραγουδησε στις φυλακές. Τιποτα απ’ ολ’ αυτα δεν μου ’κανε καμία εντυπωση, ταιριάζαν ολ’ αυτα με το προσωπο του, τη φατσουλα του : καθαρος τυπος, ευθυς, λαϊκος με την καλυτερη δυνατη εννοια, αξιαγαπητος.

Ενας καλος μου φιλος με μαλλον διεστραμμενο εγκεφαλο ελεγε παντα οτι θα ’πρεπε, καθενας που παει για δικαστικος, να κανει πρωτα ινγκογνιτο ενα μηνα σε διάφορες φυλακές, για να ξερει τουτεστιν στην πραξη τι σημαινουν τρια (και δεκατρια) χρονια – αρες μαρες κουκουναρες : το θεμα ειναι οτι (καταβαθος) ξερουν (καλα) : αλλά αυτοι που μπορουν να πουν «μου έκανε μεγάλη εντύπωση ότι είδα πολλά παιδιά 25–30 χρονών. Πρέπει να αναρωτηθούμε όλοι γιατί τόσο νέοι άνθρωποι βρίσκονται στη φυλακή», και : «δεν περισσεύει κανείς στη ζωή» θα ειναι παντα οπως φαινεται ανθρωποι ησυχοι απλως και γλυκεις, σαν τον Γιωργο Μαργαριτη.

 

(στην αγορα δεν ξαναπηγαμε απο τοτε που τη «φτιαξανε». Ουσιαστικα η αγορα εχει κλεισει. (Δεν νομιζω οτι κι αυτος θα πηγαινει – Παντως, σε μια συνεντευξη του που βρηκα κάποτε με αφορμη κάτι διάφορους και διάφορα, είχε πει κι ενα αλλο καλο : «ας κανει ο καθενας ο,τι θελει»).

 

πρώτη γραφή στο φέϊσμπουκ

 

 

 

 

 

 

 

 

12 Ιουλίου 2019

λογια του αερα (ή του ινμποξ)

 

 

 

κι ημουν μεγαλη κι ημουν νεα κατα καιρους
κι ημουν μεγαλη το πρωι και νεα το βραδυ
α, πότε λοιπον θα μπορεσω να ’μαι χαρουμενη ;
καλο θα ’ναι να μην αργησει

 

παραφραζω ενα ποιημα του μπρεχτ – οχι σοβαρα, του αλλαξα απλως το φυλο

ενας φιλος στο ινμποξ φταιει για ολ’ αυτα τελικα – αυτα που θελω να πω σημερα – φταιει για το θαρρος του να μού πει οτι του αρεσουν πολυ οι ευχες

εμεινα καταπληκτη : και μενα μ’ αρεσουν

αλλά πόσα χρονια μού πηρε να το παραδεχτω – αυτο το απλο πραγμα –

οταν ημουν μικρη οι γιορτες ηταν ιερές στο σπιτι – υπηρχαν τελετουργίες – οι τελετουργιες αποθανατιζοντουσαν απο τους ρεπορτερ της εφημεριδας – ενας φιλος μου φωτογραφος, χρονια μετα κοιτωντας κατι φωτογραφιες μου, οικτρα παιδικες με παιδακια και τουρτες, μού ξεφουρνισε ξαφνικα «μα τι φορματ ειν’ αυτο, αυτες οι φωτογραφιες ειναι δημοσιογραφικες», «ναι» λεω λοιπον, ο μπαμπας ειχε μονιμη σχεση ερωτικη με τους φωτογραφους, και τους κουβαλαγε στα γενεθλια, και του τις εμφανιζανε και του τις φερνανε σ’ αυτο το μεγεθος υστερα, κι ετσι μενανε στην οικογενειακη πινακοθηκη – μαζι με τις φωτογραφιες απ’ τα ρεπορταζ, εδω με τον μέρτεν, εκει με τον πλουμπιδη (κι ας ειχε γραψει τα συνηθη δημοσιογραφικα ανειπωτα – τα διαβασα μετα στο αρχειο του, μετα απο χρονια – θεουλη μου)

κι ετσι κι ας μην καταλαβαινα ακομα τιποτα, ολ’ αυτα με καταπίεζαν ελαφρως, με σφιγγανε μ’ εναν περιεργο τροπο, διοτι ημουν αντισυμβατικο ασφαλως βλαμμενο

στην ονομαστικη γιορτη του πατερα μου το σπιτι γεμιζε τουρτες, ηταν εθιμο τοτε, να ανταλλασσουνε γλυκα μεταξυ τους, κουτσοι στραβοι αναμεταξύ τους, συναδελφοι και φιλοι, ώς και γνωστοι

ηταν ενα πανηγυρι ομως, το δοκιμαστηρι των διαφόρων ειδων, για μας, τα σοφα κι αντισυμβατικα βλαμμενα – η πρωτη φορα που εμφανιστηκε κουτι με καραμελωμενα φυστικια εγινε ας πουμε αποθεωση

ετσι οι διαφοροι γνωστοι και οι φιλοι – με την καρτουλα τους πανω στο κουτι – παιρνανε βαθμο αναλογως της επιτυχιας τού περιεχομένου

μερικοι ειχαν μονιμως γκραν σουξε, ητανε καθε χρονο πρωτοι – θυμομουνα τα ονοματα κι εφτιαχνα τα γελαστα προσωπα τους στον υπνο μου, κι ας μην τους ειχα δει ποτέ

ουτε θα τους εβλεπα : το ’σκασα απ’ το σπιτι εγκαιρως

εκτοτε εγινα οπαδος της απολυτης σοβαροτητας και στην πραξη, κι εκανα φιλους μόνο οπαδους της απολυτης σοβαροτητας και στην πραξη – ελαφρως βλαμμενοι ολοι, και σ’ αυτη την περιπτωση

θυμαμαι το βραδυ που απ’ τα τριανταεννια θα το γυρναγα στα σαραντα : μ’ ειχε πιασει μια περιεργη δεισιδαιμονία οτι κατι θα ’τρεχε στα γυφτικα, μολονοτι ορκισμενη σοβαρη, και με σοβαρους φιλους

το ειπα στο καλυτερο μου φιλο : «σ’ ενα τεταρτο θα ειμαι σαραντα, να μου πεις χρονια πολλα σε παρακαλω»

αυτες ηταν κουβεντες σε αγνωστη γλωσσα ομως : μιλησαμε πολυ, μιλησαμε αρκετα, αλλά δεν μού ευχηθηκε : ηταν κι αυτος ορκισμενος αντισυμβατικος – οπως ολοι μας

πρωτη φορα με πειραξε ομως κατι τοσο πολυ ισως

εφυγα και πηγα στο μπαρ να βρω τους αλλους μου φιλους

τους ειπα, το και το, γενεθλια, κι ο αριθμος απαισιος, τι αριθμος ειν’ αυτος, το και το, πλακωθηκαμε στις αγκαλιες και στις ευχες, μου παιξανε ολα τα δισκακια με τα χαπυ μπερθνταιη σ’ ολες τις γνωστες και μη–γνωστες εκδοχες, κι υστερα ηπιαμε ο,τι υπηρχε και δεν υπηρχε και γιναμε λυωμα, και επιτελους ειμαστε σοβαροι, ως ανθρωποι κανονικοι

τα χρονια της ενδοξης και παγερης συνεπειας (κι αντισυμβατικοτητας) αυτο το «ανθρωπος κανονικος» σού λειπει και το θλιβερο ειναι οτι δεν εννοεις να το παραδεχτεις

ελεγα παντα, και για χρονια, οταν δεν τις ειχα πια, οτι δεν μου λειπουν οι ευχες, κι οτι δεν τις ηθελα : μεχρι που σημερα διαπιστωσα, μ’ αυτο το περιεργο πραμα το ινμποξ (στο οποιο χρωσταω αλλωστε πολλα, οφειλω αυτο να το παραδεχτω) οτι υπαρχει και μια αλλου ειδους γενναιοτητα, και μαγκια, και αντισυμβατικοτητα : αυτη τού να λες «μ’ αρεσει να μου ευχονται, μού κανει καλο» (επιβεβαιωνονται μ’ εναν μεταφυσικο λες τροπο και οι τροπον τινα φιλίες ετσι)

ειναι πιο πολυπλοκη η ζωη μας απ’ την απλη (και μουντη) συνεπεια στις σπουδαιες βασικες μας αρχες : μπορει να το υποψιαζομουνα αλλά δεν το ειχα καταλαβει – θα βαλω και τη δικια μου ημερομηνια λοιπον εδωμεσα, που ως τωρα θεωρουσα οτι δεν αφορουσε κανεναν καθως ειμαστε ολοι σοβαροι ανθρωποι

εξαλλου

ah but i was so much older then
i’m younger than that now

 

 

 

φωτογραφιες robert doisneau

 

πρωτη δημοσιευση φέϊσμπουκ

 

 

 

 

 

 

1 Ιουλίου 2019

cocktail μικρων και μεγαλων θανατων

 

 

 

 

ειναι αστειο : καθε φορά που ’χουμε εκλογες σκεφτομαι οτι οταν ειμαστε μικροι και παιζαμε κρυφτο ειμαστε σοβαροτεροι

οι (εκ της αδρανείας) φανατισμοι, προσαρμοσμενοι στην τωρινη μας (μαυρη κι αραχλη) συνθηκη, μου φαινονται εντελως γελοίοι : συστημα απλο (ή διπλό ή περίπλοκο ή) σύμπλοκο αναλογικο σημαινει παντως, οπως και να το κανουμε (απλες, ή περίπλοκες, ή σύμπλοκες) συνεργασιες : μπορεις μόνο να αποκλεισεις καποια ποτα εκ των προτερων, κατα τ’ άλλα κοκτέϊλ θα κανεις, και κοκτεϊλ θα πιεις – αυτο θα ’πρεπε πλεον να το ’χεις εμπεδωσει

γιατι αν θελεις καθαρα ποτα θα ’πρεπε να πας στο πλειοψηφικο – καθαρο συστημα, το μπερμπον ή η βοτκα που θα διαλεγες θα ’τανε λυσεις ολοκαθαρες – εκτος βεβαια κι αν σου βγαινανε μπομπες –

θα ’πρεπε ηδη να εχουμε μαθει (δηλαδη συνηθισει) να συνεργαζομαστε (να συνεργαζονται δηλαδη, αυτοι εκει, οι επι της επιφανείας, που εχουνε το μαχαιρι και το καρπουζι και καθοριζουνε τις ζωες μας, εν πολλοις – εν πάρα πολλοις) : οσο μπορει αυτη η (αναπηρη) δημοκρατια να λειτουργησει, ας λειτουργει – οι φανατισμενοι μού θυμιζουν κατι κακιωμενα κωλοπαιδα που δεν χαιροντουσαν το παιχνιδι αλλά τρεχανε να ρουφιανεψουνε στους μεγαλους τι κανουμε και τι λεμε, εμεις, οι αθωα κρυβομενοι, πισω απ’ τα δεντρα

 

…………………………………………………

 

μου επισημανε η φιλη μου η μαρινα ενα ποστ οπου γινεται ενας μικρος (δηλαδη μεγαλος) χαμος, μιλωντας αρχικα μια γυναικα γιατρος για τα ιατρικα, και την κατασταση των ιατρικων επι προηγούμενης κυβερνησης και επι τωρινης – και οπου γινεται ενας χαμος απο σχολια – αλλοι τής λενε μπραβο και αλλοι αμφισβητουν ακομα και το οτι υπαρχει – διοτι εκθετει απλως τα χάλια των προηγουμένων : εγω δεν την αμφισβητω, πιστευω οτι ξερει τι λεει, απλως εζησα εγω επι των παντοτινών (και ασαφών) αριστεροδέξιων (και για κατι χρονια δε θυμομουνα ή δεν ηξερα ή δεν ηθελα (ή δεν μπορουσα καν να ξερω), ποια απ’ ολα τα μνημονικά αμνήμονα μας ειχαν κατσει στο σβερκο) –

και δεν μπορω – (ακομα, οχι) δεν μπορω να μιλησω γι’ αυτο : σαν τηλεγραφημα μόνο μπορω να σου πω το εξης – λιγο :

εβαλα αρον–αρον τον φιλο μου, τον καλυτερο μου φιλο, στο νοσοκομειο : μού ειπαν «απο στιγμη σε στιγμη μπορει να τον χασετε», ετσι, και χάθηκαν

τηλεφωνησα στον φιλο του – τον καλυτερο του φιλο – καποιον που ξερει τους παντες και τα παντα : μου ειπε «δεν ξερω κανεναν εγω τωρα», και μου ειπε «θελω να ερθω να τον δω», και του ειπα «να μην τον δεις ετσι, δεν θελω, ειναι διασωληνωμενος, κανε κατι να βρεθει θαλαμος εντατικης», και εξαφανιστηκε – για δεκα μερες

για δεκα μερες κοιμομουν και ξυπνουσα στην πολυθρονα δίπλα και τους φωναζα με τη σιγανη μου φωνη «βρεστε μου μια θεση σε θαλαμο εντατικης» και μου λεγανε με τη διδακτικη τους φωνη «δεν υπαρχει, εχουν σειρα και προηγουνται τα νεα παιδια που εχουν ατυχηματα με το μηχανακι», επρεπε αρα να τους πω με τη δικη μου ανυπαρκτη φωνη οτι επειδη ειναι τοσο καλος συγγραφεας η ζωη του αξιζει τουλαχιστον οσο κι ενα ατυχημα με μηχανακι ;

στις δεκα μερες πανω (επαν)εμφανιστηκε ο γνωριζων τους παντες και τα παντα «τι γινεται ; » «τιποτα, ειμαστε διασωληνωμενοι και περιμενουμε να βρεθει θαλαμος εντατικης», «θα κανω μερικα τηλεφωνηματα, και περιμενε», μου ειπε – εκανε μερικα τηλεφωνηματα και μετα μου ειπε : ενας φιλος του γιατρος (συγγραφεας κι αυτος) που εχει κανει διοικητης σ’ εκεινο το νοσοκομειο, και ξερει και τον τωρινο διοικητη, του ειπε πως ολα εξαρτωνται απο μία κυρια

«την πιο υψηλα ισταμενη» που καθοριζει εντελει τις θεσεις στους θαλαμους, και θα ψαξει να τη βρει, και «περιμενε και θα σε ξαναπαρω» ειπε, και εγω περιμενα, ο σ. μόνο δεν ειπε τιποτα (δεν μπορουσε αλλωστε με κεινον τον σωληνα στον λαιμο) απλως βαρεθηκε και τα βροντηξε και το ιδιο πρωι την εκανε

οι γιατροι που με πετάξαν εξω απο τον θαλαμο για να διαπιστωσουν τον θανατο του και με βρηκαν μετα στο διαδρομο και μου τον ανακοινωσαν

και σα να ’μουνα και κανενα σκυλι που του κανανε και χαρη μού δωσαν στα χερια ενα χαρτι

τα γιατρουδακια που με άφησαν στον ερημο διαδρομο οχτω η ωρα το πρωι μ’ ενα θανατερο χαρτι στο χερι, ουτε ξερω τι ψήφισαν ουτε τι θα ψηφισουν, κι ουτε μ’ ενδιαφερει – το μόνο που θυμαμαι ειναι πως ολα γινανε (δηλαδη ολα στην περιπτωση μου τελειωσανε) επι τού γενναιου αριστεροδέξιου μνημονικού, και επισης το μόνο που ξερω ειναι οτι και επι αριστεροαδέξιων το ιδιο ακριβως χαρτι θα μού ’διναν και (βαζω στοιχημα) και με τον ιδιο τροπο θα το σκαγανε απο τον αδειο διαδρομο πρωινιατικα (να μη με βλεπουν, αλλο)

αλλά ουτε κι εγω θελω να τους βλεπω – ουτε αυτους, ουτε τους προηγούμενους – απλως, λεω, κοκτέίλ παραγγελνουμε στις εκλογες, ο,τι σκατα μας κατσει : δεν καταλαβαινω γιατι δεν το καταλαβαινουμε : σύμπλοκες αναλογικές επι των ζωών, οσων ακομα εχουμε, και ζουμε.

 

 

 

foto : Opération à cœur ouvert, hôpital Marie Lannelongue, Mars 1957 / Robert Doisneau

 

 

επεξεργασμενο φεϊσμπουκ

 

 

 

 

 

 

14 Ιουνίου 2019

kiss me Kate / το ημερωμα το εξημερωμα και το ξημερωμα

 

 

 

 

 

μικρο εισαγωγικο σημειωμα (για το kiss me Kate και το ξημερωμα του χριστοφορουλη) : τουτο δω δεν ειναι παρα μια δοκιμη, για μια πιο ολοκληρωμενη «ιστορια» που θα γραφτει (ισως) (κι αν θελουνε οι πονηρουληδες οι θεοι μας) αλλη φορά

 

 

καταρχας σε αφηνει εμβροντητη το γεγονος οτι στα μεσα του 17ου αιωνα, και κατω απο την πιεση των ευσεβων πουριτανων, τα θεατρα εκλεισαν (τουτεστιν απαγορεύτηκαν) στο λονδινο – κι αυτο κρατησε 18 ολοκληρα χρονια – κι ο σαιξπηρ μεσα σ’ αυτα τα 20 χρονια ακριβως εγραψε τα σημαντικοτερα (κατα το κοινως, και βλακωδως, λεγομενο τα «ωριμοτερα») εργα του – (παρεμπιπτοντως, πεφτω με την καρδια μου στα γονατα, που ’πε καποτε κι ενα αλλο βασανισμενο θεατρικο θηριο (*), για το πώς, και μεσα σε τι εφιαλτες αγνοησης μισους και ανυποληψιας, εχουνε γραψει τα εργα τους οι ανθρωποι, ανα τους αιωνες) :

το «ημερωμα της στριγγλας» παντως δεν ταλαιπωρηθηκε απο την απαγορεψη, γιατι ειναι απο τα πρωτα του εργα – κι αλλοι λεν το πρωτο – αλλοι ειδικοι θεωρουσαν (τουλαχιστον παλιοτερα) πρωτο του το «αγαπης αγωνας αγονος»

αλλά βλεποντας προχτες στην (κρατικη, πού αλλού) τηλεοραση μια εκπομπη για το «ημερωμα της στριγγλας» σκεφτηκα πόσο μα πόσο, αυτοι οι ειδικοι, δεν ξερουνε κάμποσες φορές τι τους γινεται τελος παντων

εγω εχω χρονια που διαβασα το «ημερωμα» (το ’χα συμπεριλαβει σ’ εναν αγωνα (αγαπης ισως, ερωτα σιγουρα (εχουμε το αβανταζ εδω στα ελληνικα να τα διακρινουμε) και παντως γονιμο θα ελεγα) αγωνα δρομου μαζι με μερικα ακομα του : κι ο αγωνας ηταν τοσο γονιμος που ειχα την αισθηση τοτε οτι ειχα διαβασει τον βαρδο ολοκληρο – και γι’ αυτο μού εμεινε και μια εμμονικη ομιχλη – και ατμοσφαιρα – απο τού λογου του, περισσοτερο απο τα λογια (και τα εργα τους) τα ιδια –

ολοι αυτοι οι αγγλοι και αμερικάνοι ειδικοι λοιπον (ευτυχως ειδαμε και μερικες ωραιες σκηνες απο ανεβασματα του εργου – πχ εγω δεν ηξερα οτι εχει παιξει την κατερινα και η μερυλ στρηπ, ή τον πετρούκιο ο μοργκαν φρημαν) ολοι οι αλλοι λοιπον (οι ειδικοι) αφου μας ενημέρωσαν οτι το εργο εχει εναν «αστειο» προλογο με τον «χριστοφορο τον πονηρουλη», στην συνεχεια τον ξεχασαν εντελως, και ασχολήθηκαν με την υποθεση του «εξημερωματος»

φεμινιστικες θεωριες πηραν σειρα, αλλες μη φεμινιστικες μπηκαν επισης στη γραμμη, και αυτο που εμεινε τελικα (με τα λογια του μοργκαν φρημαν κιολας αν θυμαμαι) ηταν οτι ο κακομοιρης ο γουιλυ, νεαρουλης κιολας, θελησε να συμβιβασει τ’ ασυμβιβαστα και να δειξει στον κοσμο οτι τελικα ο γαμος ειναι καλο πραγμα, και οι συμβιβασμοι (εντος και εκτος αυτου) ακομα καλυτεροι : κι οταν η στριγγλα εξημερωθει, ο αντρας τελικα την αγαπαει : το γλυκο και πεινασμενο «kiss me Kate» ειναι αυτο που μενει, και η αγαπη ως συνηθως θριαμβευει

εγω ξερω παντως οτι θριαμβευει και η βλακεια

 

…………………………………………………

 

ο χριστοφορος ο πονηρουλης με τον οποίο αρχιζει το εργο, δεν ειναι δηλαδη καθολου ασημαντουλης – μολονοτι ετσι τον θελουν οι περισσοτεροι (στην πραγματικοτητα αλλες γραφες τών φόλιο τού σαιξπηρ τον εξαφανιζουν εντελως (αφαιρωντας ετσι απο το εργο ουσιαστικα την κυριοτερη περιπλοκή και αμφισημια του – που ειναι ακριβως η ιδια η υπαρξη προλογου και επιλογου στο εργο – διοτι το επεισοδιο με τον πονηρουλη ακριβως ειναι αυτο που κανει το εργο «θεατρο μεσα στο θεατρο» – το δε ακομα πιο απιστευτο ειναι οτι ο επιλογος εξαφανιζεται περισσοτερες φορές απ’ ο,τι ο προλογος : το ζητημα ομως (κατα τη γνωμη μου βεβαιως) ειναι οτι, με την εξαφανιση του επιλογου ακριβως, το εργο παυει να ειναι «εργο μεσα στο εργο» και γινεται απλως ενα εργο μ’ εναν περιεργο (και μαλλον ανεξηγητο – για να μην πουμε και περιττο) προλογο)

ο γουιλυ εχει πολλα εργα με μεταμφιεσεις και μασκαρεματα – αυτο ομως ειναι σιγουρα το πρωτο του : κι εδω ακριβως (λεω εγω) οι μεταμφιεσεις δεν ειναι απλως για να διευκολυνουν τα αστεια και τα μπερδεματα και την πλακα και τις ιντριγκες : διοτι η μεταμφιεση εδω ξεκιναει ακριβως απο τον προλογο και τον χριστοφορουλη – πραγμα που δεν ειναι νευραλγικως απαραιτητο για την υποθεση :

αν ο σαιξπηρ ηθελε να βαλει απλως ενα πλαισιο για να χτιστει το «θεατρο μεσα στο θεατρο» θα μπορουσε να κανει το απλουστερο (που το εκανε αργοτερα), να βαλει ας πουμε μια γιορτη, κι εκειμεσα, προς τιμην του εορταζοντος ας πουμε, να ανεβαζουν καποιοι ενα εργο

αλλά οχι – αυτο που τονιζεται απο την αρχη ειναι αυτος ο (μυστηριος) αλλος εαυτος : ο χριστοφορουλης μεθαει, κοιμαται, τον μεταμφιεζουν, ξυπναει, δεν ξερει ποιος ειναι, μπερδευεται : και εκει μεσα (νομιζει οτι) εχει δει στον υπνο του ενα εργο – κατα το οποιο ανθρωποι επι ανθρωπων μεταμφιεζονται με μεταμφιεσεις επι μεταμφιεσεων, λενε οτι ειναι αλλοι απ’ αυτους που ειναι, και (απ’ ο,τι αποδεικνυεται), δεν ξερουν ακριβως κι οι ιδιοι ποιοι ακριβως ειναι :

οταν ο σαιξπηρ δινει τετοια ενταση και εκταση και φωτισμο, απο την αρχη, στην (σχεδον ανεξηγητη και μυστηριωδη) «αντιληψη περι εαυτου» δεν δικαιουμαστε δια να ομιλουμε περι τυχαιοτητας, ή «απλου ευρηματος δια το αστειο του πραγματος» : το ευρημα της «αγνοιας» περι του «πραγματικου» εαυτου καθοριζει, και ακινητοποιει, κατα καποιον τροπο, το εργο απο την αρχη του : πότε ειναι η Καιτη πιο «αληθινη» : οταν φωναζει οτι οι αντρες ενγενει την αηδιαζουν ή οταν υποτασσεται (σ’ εναν συγκεκριμμενο αντρα, και) στον γαμο της ; πότε κοροϊδευει περισσοτερο ; και πότε ειναι ο πετρουκιος πιο πολυ ο εαυτος του, οταν την αγαπαει, ή οταν τη βασανιζει ; (και πότε κοροϊδευει (και ποιον) περισσοτερο ; ) και πότε ειναι ο χριστοφορουλης πιο πολυ ο εαυτος του, οταν πιστευει οτι ειναι ευγενης ή οταν διαμαρτυρεται οτι ειναι ενας κακομοιρης ζητιανος που τον κοροϊδευουν ; και πότε ειναι η μνημη του αληθινοτερη – οταν λεει οτι ειδε ενα ονειρο, ή οταν αφηγειται οτι ειδε ενα εργο ;

και μεσα σ’ ολο αυτο το οργιο μεταμφιεσεων (να μην ξεχασουμε τις, οντως ξεκαρδιστικες, μεταμφιεσεις των μνηστηρων της υποταγμενης μπιανκας, σε αντρες «αλλους» απ’ αυτους που ειναι) ο «οντως» ευγενης του προλογου, εφοδιαζει τον «ψευτοευγενη» χριστοφορο και με μια συζυγο η οποία ειναι μεταμφιεσμενος αντρας, πραγμα καθολου «δραματουργικα» απαραιτητο : θα μπορουσαν να ντυσουνε μια «οντως» ζητιανα να του κανει την «ευγενη» συζυγο : σε μια παραδοση θεατρικη (επιπλεον) οπου ολους τους ρολους (ηταν γνωστο οτι) τους παιζανε αντρες, θα λειτουργουσε ακομα πιο πολυ στο κοινο (θα ’ταν και πολυ πιασαρικο, να πουμε) να ντυσουν εναν αντρα γυναικα που θα παριστανε μια γυναικα που θα ’ταν μια γυναικα αλλη απο τη γυναικα που (ολοι θα υποστηριζαν οτι) ειναι

ο γουιλυ προτιμαει κατι περιεργως λιγοτερο εφετζίδικο : εναν αντρα που θα τον ντυσουν απλως επι σκηνης κιολας γυναικα, για τις απλες αναγκες ενος ρολου, και ενος εργου, που παλι επι σκηνης θα στηθει, και θα παιχτει : το all the world’s a stage ο σαιξπηρ θα μας το σερβιρει στο as you like it, που το ’γραψε λιγο μετα το «ονειρο θερινης νυχτος» και λιγο πριν τη «δωδεκάτη νυχτα», οπου ως γνωστον και στα δυο γινεται το σωσε απο μεταμφιεσεις

χωρις να θελω βεβαια να διαπραξω καμια βαρεια βλασφημία απλοποιωντας οτιδηποτε, θα ’θελα απλως να πω οτι οι μεταμφιεσεις αυτες δεν εχουν καθολου την πολυπλοκοτητα των μεταμφιεσεων στην «στριγγλα»

στην στριγγλα, απο τον εμφανως περιττον και ανεξηγητο ας πουμε προλογο, οι μεταμφιεσεις – ξεκινωντας απο τον ευγενη που κανει τον ζητιανο, και ντυνει εναν ζητιανο ως ευγενη, και βαζει και τους φιλους του ευγενεις να κανουν τους ζητιανους, κι εναν μαλιστα απ’ ολους να κανει επιπλεον και τη γυναικα και τη ζητιανα μαζι – ολα αυτα αν θελησουμε να ειμαστε ειλικρινεις δεν εχουν αλλη εξηγηση απο την ιδια τη μαγεια της απατης του εργου που (θα) εχουμε στα χερια μας

ο γουιλυ μάς λεει ευθαρσως απο την αρχη «μην τυχον και πιστεψετε στα λογια μου ολα – μερικα ειναι λαθος φορεματα – κοιταξτε καλυτερα μηπως κοιμοσαστε και ξημερωθειτε χωρις να ξερετε τι βλεπετε μπροστα σας»

 

 

 

 

 

(* ο χαϊνριχ φον κλαϊστ το ειπε, ετσι ακριβως («σας γραφω με την καρδια μου πεσμενη στα γονατα») – ικετευοντας (φευ, ματαιως ομως) τον κυρ–γκαιτε να δωσει λιγη σημασια στα γραφτα του)

 

 

 

(πηγη : φεϊσμπουκ)

η εικονα

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Επόμενη σελίδα: »

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: