σημειωματαριο κηπων

12 Ιουλίου 2019

λογια του αερα (ή του ινμποξ)

 

 

 

κι ημουν μεγαλη κι ημουν νεα κατα καιρους
κι ημουν μεγαλη το πρωι και νεα το βραδυ
α, πότε λοιπον θα μπορεσω να ’μαι χαρουμενη ;
καλο θα ’ναι να μην αργησει

 

παραφραζω ενα ποιημα του μπρεχτ – οχι σοβαρα, του αλλαξα απλως το φυλο

ενας φιλος στο ινμποξ φταιει για ολ’ αυτα τελικα – αυτα που θελω να πω σημερα – φταιει για το θαρρος του να μού πει οτι του αρεσουν πολυ οι ευχες

εμεινα καταπληκτη : και μενα μ’ αρεσουν

αλλά πόσα χρονια μού πηρε να το παραδεχτω – αυτο το απλο πραγμα –

οταν ημουν μικρη οι γιορτες ηταν ιερές στο σπιτι – υπηρχαν τελετουργίες – οι τελετουργιες αποθανατιζοντουσαν απο τους ρεπορτερ της εφημεριδας – ενας φιλος μου φωτογραφος, χρονια μετα κοιτωντας κατι φωτογραφιες μου, οικτρα παιδικες με παιδακια και τουρτες, μού ξεφουρνισε ξαφνικα «μα τι φορματ ειν’ αυτο, αυτες οι φωτογραφιες ειναι δημοσιογραφικες», «ναι» λεω λοιπον, ο μπαμπας ειχε μονιμη σχεση ερωτικη με τους φωτογραφους, και τους κουβαλαγε στα γενεθλια, και του τις εμφανιζανε και του τις φερνανε σ’ αυτο το μεγεθος υστερα, κι ετσι μενανε στην οικογενειακη πινακοθηκη – μαζι με τις φωτογραφιες απ’ τα ρεπορταζ, εδω με τον μέρτεν, εκει με τον πλουμπιδη (κι ας ειχε γραψει τα συνηθη δημοσιογραφικα ανειπωτα – τα διαβασα μετα στο αρχειο του, μετα απο χρονια – θεουλη μου)

κι ετσι κι ας μην καταλαβαινα ακομα τιποτα, ολ’ αυτα με καταπίεζαν ελαφρως, με σφιγγανε μ’ εναν περιεργο τροπο, διοτι ημουν αντισυμβατικο ασφαλως βλαμμενο

στην ονομαστικη γιορτη του πατερα μου το σπιτι γεμιζε τουρτες, ηταν εθιμο τοτε, να ανταλλασσουνε γλυκα μεταξυ τους, κουτσοι στραβοι αναμεταξύ τους, συναδελφοι και φιλοι, ώς και γνωστοι

ηταν ενα πανηγυρι ομως, το δοκιμαστηρι των διαφόρων ειδων, για μας, τα σοφα κι αντισυμβατικα βλαμμενα – η πρωτη φορα που εμφανιστηκε κουτι με καραμελωμενα φυστικια εγινε ας πουμε αποθεωση

ετσι οι διαφοροι γνωστοι και οι φιλοι – με την καρτουλα τους πανω στο κουτι – παιρνανε βαθμο αναλογως της επιτυχιας τού περιεχομένου

μερικοι ειχαν μονιμως γκραν σουξε, ητανε καθε χρονο πρωτοι – θυμομουνα τα ονοματα κι εφτιαχνα τα γελαστα προσωπα τους στον υπνο μου, κι ας μην τους ειχα δει ποτέ

ουτε θα τους εβλεπα : το ’σκασα απ’ το σπιτι εγκαιρως

εκτοτε εγινα οπαδος της απολυτης σοβαροτητας και στην πραξη, κι εκανα φιλους μόνο οπαδους της απολυτης σοβαροτητας και στην πραξη – ελαφρως βλαμμενοι ολοι, και σ’ αυτη την περιπτωση

θυμαμαι το βραδυ που απ’ τα τριανταεννια θα το γυρναγα στα σαραντα : μ’ ειχε πιασει μια περιεργη δεισιδαιμονία οτι κατι θα ’τρεχε στα γυφτικα, μολονοτι ορκισμενη σοβαρη, και με σοβαρους φιλους

το ειπα στο καλυτερο μου φιλο : «σ’ ενα τεταρτο θα ειμαι σαραντα, να μου πεις χρονια πολλα σε παρακαλω»

αυτες ηταν κουβεντες σε αγνωστη γλωσσα ομως : μιλησαμε πολυ, μιλησαμε αρκετα, αλλά δεν μού ευχηθηκε : ηταν κι αυτος ορκισμενος αντισυμβατικος – οπως ολοι μας

πρωτη φορα με πειραξε ομως κατι τοσο πολυ ισως

εφυγα και πηγα στο μπαρ να βρω τους αλλους μου φιλους

τους ειπα, το και το, γενεθλια, κι ο αριθμος απαισιος, τι αριθμος ειν’ αυτος, το και το, πλακωθηκαμε στις αγκαλιες και στις ευχες, μου παιξανε ολα τα δισκακια με τα χαπυ μπερθνταιη σ’ ολες τις γνωστες και μη–γνωστες εκδοχες, κι υστερα ηπιαμε ο,τι υπηρχε και δεν υπηρχε και γιναμε λυωμα, και επιτελους ειμαστε σοβαροι, ως ανθρωποι κανονικοι

τα χρονια της ενδοξης και παγερης συνεπειας (κι αντισυμβατικοτητας) αυτο το «ανθρωπος κανονικος» σού λειπει και το θλιβερο ειναι οτι δεν εννοεις να το παραδεχτεις

ελεγα παντα, και για χρονια, οταν δεν τις ειχα πια, οτι δεν μου λειπουν οι ευχες, κι οτι δεν τις ηθελα : μεχρι που σημερα διαπιστωσα, μ’ αυτο το περιεργο πραμα το ινμποξ (στο οποιο χρωσταω αλλωστε πολλα, οφειλω αυτο να το παραδεχτω) οτι υπαρχει και μια αλλου ειδους γενναιοτητα, και μαγκια, και αντισυμβατικοτητα : αυτη τού να λες «μ’ αρεσει να μου ευχονται, μού κανει καλο» (επιβεβαιωνονται μ’ εναν μεταφυσικο λες τροπο και οι τροπον τινα φιλίες ετσι)

ειναι πιο πολυπλοκη η ζωη μας απ’ την απλη (και μουντη) συνεπεια στις σπουδαιες βασικες μας αρχες : μπορει να το υποψιαζομουνα αλλά δεν το ειχα καταλαβει – θα βαλω και τη δικια μου ημερομηνια λοιπον εδωμεσα, που ως τωρα θεωρουσα οτι δεν αφορουσε κανεναν καθως ειμαστε ολοι σοβαροι ανθρωποι

εξαλλου

ah but i was so much older then
i’m younger than that now

 

 

 

φωτογραφιες robert doisneau

 

πρωτη δημοσιευση φέϊσμπουκ

 

 

 

 

 

 

Advertisements

1 Ιουλίου 2019

cocktail μικρων και μεγαλων θανατων

 

 

 

 

ειναι αστειο : καθε φορά που ’χουμε εκλογες σκεφτομαι οτι οταν ειμαστε μικροι και παιζαμε κρυφτο ειμαστε σοβαροτεροι

οι (εκ της αδρανείας) φανατισμοι, προσαρμοσμενοι στην τωρινη μας (μαυρη κι αραχλη) συνθηκη, μου φαινονται εντελως γελοίοι : συστημα απλο (ή διπλό ή περίπλοκο ή) σύμπλοκο αναλογικο σημαινει παντως, οπως και να το κανουμε (απλες, ή περίπλοκες, ή σύμπλοκες) συνεργασιες : μπορεις μόνο να αποκλεισεις καποια ποτα εκ των προτερων, κατα τ’ άλλα κοκτέϊλ θα κανεις, και κοκτεϊλ θα πιεις – αυτο θα ’πρεπε πλεον να το ’χεις εμπεδωσει

γιατι αν θελεις καθαρα ποτα θα ’πρεπε να πας στο πλειοψηφικο – καθαρο συστημα, το μπερμπον ή η βοτκα που θα διαλεγες θα ’τανε λυσεις ολοκαθαρες – εκτος βεβαια κι αν σου βγαινανε μπομπες –

θα ’πρεπε ηδη να εχουμε μαθει (δηλαδη συνηθισει) να συνεργαζομαστε (να συνεργαζονται δηλαδη, αυτοι εκει, οι επι της επιφανείας, που εχουνε το μαχαιρι και το καρπουζι και καθοριζουνε τις ζωες μας, εν πολλοις – εν πάρα πολλοις) : οσο μπορει αυτη η (αναπηρη) δημοκρατια να λειτουργησει, ας λειτουργει – οι φανατισμενοι μού θυμιζουν κατι κακιωμενα κωλοπαιδα που δεν χαιροντουσαν το παιχνιδι αλλά τρεχανε να ρουφιανεψουνε στους μεγαλους τι κανουμε και τι λεμε, εμεις, οι αθωα κρυβομενοι, πισω απ’ τα δεντρα

 

…………………………………………………

 

μου επισημανε η φιλη μου η μαρινα ενα ποστ οπου γινεται ενας μικρος (δηλαδη μεγαλος) χαμος, μιλωντας αρχικα μια γυναικα γιατρος για τα ιατρικα, και την κατασταση των ιατρικων επι προηγούμενης κυβερνησης και επι τωρινης – και οπου γινεται ενας χαμος απο σχολια – αλλοι τής λενε μπραβο και αλλοι αμφισβητουν ακομα και το οτι υπαρχει – διοτι εκθετει απλως τα χάλια των προηγουμένων : εγω δεν την αμφισβητω, πιστευω οτι ξερει τι λεει, απλως εζησα εγω επι των παντοτινών (και ασαφών) αριστεροδέξιων (και για κατι χρονια δε θυμομουνα ή δεν ηξερα ή δεν ηθελα (ή δεν μπορουσα καν να ξερω), ποια απ’ ολα τα μνημονικά αμνήμονα μας ειχαν κατσει στο σβερκο) –

και δεν μπορω – (ακομα, οχι) δεν μπορω να μιλησω γι’ αυτο : σαν τηλεγραφημα μόνο μπορω να σου πω το εξης – λιγο :

εβαλα αρον–αρον τον φιλο μου, τον καλυτερο μου φιλο, στο νοσοκομειο : μού ειπαν «απο στιγμη σε στιγμη μπορει να τον χασετε», ετσι, και χάθηκαν

τηλεφωνησα στον φιλο του – τον καλυτερο του φιλο – καποιον που ξερει τους παντες και τα παντα : μου ειπε «δεν ξερω κανεναν εγω τωρα», και μου ειπε «θελω να ερθω να τον δω», και του ειπα «να μην τον δεις ετσι, δεν θελω, ειναι διασωληνωμενος, κανε κατι να βρεθει θαλαμος εντατικης», και εξαφανιστηκε – για δεκα μερες

για δεκα μερες κοιμομουν και ξυπνουσα στην πολυθρονα δίπλα και τους φωναζα με τη σιγανη μου φωνη «βρεστε μου μια θεση σε θαλαμο εντατικης» και μου λεγανε με τη διδακτικη τους φωνη «δεν υπαρχει, εχουν σειρα και προηγουνται τα νεα παιδια που εχουν ατυχηματα με το μηχανακι», επρεπε αρα να τους πω με τη δικη μου ανυπαρκτη φωνη οτι επειδη ειναι τοσο καλος συγγραφεας η ζωη του αξιζει τουλαχιστον οσο κι ενα ατυχημα με μηχανακι ;

στις δεκα μερες πανω (επαν)εμφανιστηκε ο γνωριζων τους παντες και τα παντα «τι γινεται ; » «τιποτα, ειμαστε διασωληνωμενοι και περιμενουμε να βρεθει θαλαμος εντατικης», «θα κανω μερικα τηλεφωνηματα, και περιμενε», μου ειπε – εκανε μερικα τηλεφωνηματα και μετα μου ειπε : ενας φιλος του γιατρος (συγγραφεας κι αυτος) που εχει κανει διοικητης σ’ εκεινο το νοσοκομειο, και ξερει και τον τωρινο διοικητη, του ειπε πως ολα εξαρτωνται απο μία κυρια

«την πιο υψηλα ισταμενη» που καθοριζει εντελει τις θεσεις στους θαλαμους, και θα ψαξει να τη βρει, και «περιμενε και θα σε ξαναπαρω» ειπε, και εγω περιμενα, ο σ. μόνο δεν ειπε τιποτα (δεν μπορουσε αλλωστε με κεινον τον σωληνα στον λαιμο) απλως βαρεθηκε και τα βροντηξε και το ιδιο πρωι την εκανε

οι γιατροι που με πετάξαν εξω απο τον θαλαμο για να διαπιστωσουν τον θανατο του και με βρηκαν μετα στο διαδρομο και μου τον ανακοινωσαν

και σα να ’μουνα και κανενα σκυλι που του κανανε και χαρη μού δωσαν στα χερια ενα χαρτι

τα γιατρουδακια που με άφησαν στον ερημο διαδρομο οχτω η ωρα το πρωι μ’ ενα θανατερο χαρτι στο χερι, ουτε ξερω τι ψήφισαν ουτε τι θα ψηφισουν, κι ουτε μ’ ενδιαφερει – το μόνο που θυμαμαι ειναι πως ολα γινανε (δηλαδη ολα στην περιπτωση μου τελειωσανε) επι τού γενναιου αριστεροδέξιου μνημονικού, και επισης το μόνο που ξερω ειναι οτι και επι αριστεροαδέξιων το ιδιο ακριβως χαρτι θα μού ’διναν και (βαζω στοιχημα) και με τον ιδιο τροπο θα το σκαγανε απο τον αδειο διαδρομο πρωινιατικα (να μη με βλεπουν, αλλο)

αλλά ουτε κι εγω θελω να τους βλεπω – ουτε αυτους, ουτε τους προηγούμενους – απλως, λεω, κοκτέίλ παραγγελνουμε στις εκλογες, ο,τι σκατα μας κατσει : δεν καταλαβαινω γιατι δεν το καταλαβαινουμε : σύμπλοκες αναλογικές επι των ζωών, οσων ακομα εχουμε, και ζουμε.

 

 

 

foto : Opération à cœur ouvert, hôpital Marie Lannelongue, Mars 1957 / Robert Doisneau

 

 

επεξεργασμενο φεϊσμπουκ

 

 

 

 

 

 

14 Ιουνίου 2019

kiss me Kate / το ημερωμα το εξημερωμα και το ξημερωμα

 

 

 

 

 

μικρο εισαγωγικο σημειωμα (για το kiss me Kate και το ξημερωμα του χριστοφορουλη) : τουτο δω δεν ειναι παρα μια δοκιμη, για μια πιο ολοκληρωμενη «ιστορια» που θα γραφτει (ισως) (κι αν θελουνε οι πονηρουληδες οι θεοι μας) αλλη φορά

 

 

καταρχας σε αφηνει εμβροντητη το γεγονος οτι στα μεσα του 17ου αιωνα, και κατω απο την πιεση των ευσεβων πουριτανων, τα θεατρα εκλεισαν (τουτεστιν απαγορεύτηκαν) στο λονδινο – κι αυτο κρατησε 18 ολοκληρα χρονια – κι ο σαιξπηρ μεσα σ’ αυτα τα 20 χρονια ακριβως εγραψε τα σημαντικοτερα (κατα το κοινως, και βλακωδως, λεγομενο τα «ωριμοτερα») εργα του – (παρεμπιπτοντως, πεφτω με την καρδια μου στα γονατα, που ’πε καποτε κι ενα αλλο βασανισμενο θεατρικο θηριο (*), για το πώς, και μεσα σε τι εφιαλτες αγνοησης μισους και ανυποληψιας, εχουνε γραψει τα εργα τους οι ανθρωποι, ανα τους αιωνες) :

το «ημερωμα της στριγγλας» παντως δεν ταλαιπωρηθηκε απο την απαγορεψη, γιατι ειναι απο τα πρωτα του εργα – κι αλλοι λεν το πρωτο – αλλοι ειδικοι θεωρουσαν (τουλαχιστον παλιοτερα) πρωτο του το «αγαπης αγωνας αγονος»

αλλά βλεποντας προχτες στην (κρατικη, πού αλλού) τηλεοραση μια εκπομπη για το «ημερωμα της στριγγλας» σκεφτηκα πόσο μα πόσο, αυτοι οι ειδικοι, δεν ξερουνε κάμποσες φορές τι τους γινεται τελος παντων

εγω εχω χρονια που διαβασα το «ημερωμα» (το ’χα συμπεριλαβει σ’ εναν αγωνα (αγαπης ισως, ερωτα σιγουρα (εχουμε το αβανταζ εδω στα ελληνικα να τα διακρινουμε) και παντως γονιμο θα ελεγα) αγωνα δρομου μαζι με μερικα ακομα του : κι ο αγωνας ηταν τοσο γονιμος που ειχα την αισθηση τοτε οτι ειχα διαβασει τον βαρδο ολοκληρο – και γι’ αυτο μού εμεινε και μια εμμονικη ομιχλη – και ατμοσφαιρα – απο τού λογου του, περισσοτερο απο τα λογια (και τα εργα τους) τα ιδια –

ολοι αυτοι οι αγγλοι και αμερικάνοι ειδικοι λοιπον (ευτυχως ειδαμε και μερικες ωραιες σκηνες απο ανεβασματα του εργου – πχ εγω δεν ηξερα οτι εχει παιξει την κατερινα και η μερυλ στρηπ, ή τον πετρούκιο ο μοργκαν φρημαν) ολοι οι αλλοι λοιπον (οι ειδικοι) αφου μας ενημέρωσαν οτι το εργο εχει εναν «αστειο» προλογο με τον «χριστοφορο τον πονηρουλη», στην συνεχεια τον ξεχασαν εντελως, και ασχολήθηκαν με την υποθεση του «εξημερωματος»

φεμινιστικες θεωριες πηραν σειρα, αλλες μη φεμινιστικες μπηκαν επισης στη γραμμη, και αυτο που εμεινε τελικα (με τα λογια του μοργκαν φρημαν κιολας αν θυμαμαι) ηταν οτι ο κακομοιρης ο γουιλυ, νεαρουλης κιολας, θελησε να συμβιβασει τ’ ασυμβιβαστα και να δειξει στον κοσμο οτι τελικα ο γαμος ειναι καλο πραγμα, και οι συμβιβασμοι (εντος και εκτος αυτου) ακομα καλυτεροι : κι οταν η στριγγλα εξημερωθει, ο αντρας τελικα την αγαπαει : το γλυκο και πεινασμενο «kiss me Kate» ειναι αυτο που μενει, και η αγαπη ως συνηθως θριαμβευει

εγω ξερω παντως οτι θριαμβευει και η βλακεια

 

…………………………………………………

 

ο χριστοφορος ο πονηρουλης με τον οποίο αρχιζει το εργο, δεν ειναι δηλαδη καθολου ασημαντουλης – μολονοτι ετσι τον θελουν οι περισσοτεροι (στην πραγματικοτητα αλλες γραφες τών φόλιο τού σαιξπηρ τον εξαφανιζουν εντελως (αφαιρωντας ετσι απο το εργο ουσιαστικα την κυριοτερη περιπλοκή και αμφισημια του – που ειναι ακριβως η ιδια η υπαρξη προλογου και επιλογου στο εργο – διοτι το επεισοδιο με τον πονηρουλη ακριβως ειναι αυτο που κανει το εργο «θεατρο μεσα στο θεατρο» – το δε ακομα πιο απιστευτο ειναι οτι ο επιλογος εξαφανιζεται περισσοτερες φορές απ’ ο,τι ο προλογος : το ζητημα ομως (κατα τη γνωμη μου βεβαιως) ειναι οτι, με την εξαφανιση του επιλογου ακριβως, το εργο παυει να ειναι «εργο μεσα στο εργο» και γινεται απλως ενα εργο μ’ εναν περιεργο (και μαλλον ανεξηγητο – για να μην πουμε και περιττο) προλογο)

ο γουιλυ εχει πολλα εργα με μεταμφιεσεις και μασκαρεματα – αυτο ομως ειναι σιγουρα το πρωτο του : κι εδω ακριβως (λεω εγω) οι μεταμφιεσεις δεν ειναι απλως για να διευκολυνουν τα αστεια και τα μπερδεματα και την πλακα και τις ιντριγκες : διοτι η μεταμφιεση εδω ξεκιναει ακριβως απο τον προλογο και τον χριστοφορουλη – πραγμα που δεν ειναι νευραλγικως απαραιτητο για την υποθεση :

αν ο σαιξπηρ ηθελε να βαλει απλως ενα πλαισιο για να χτιστει το «θεατρο μεσα στο θεατρο» θα μπορουσε να κανει το απλουστερο (που το εκανε αργοτερα), να βαλει ας πουμε μια γιορτη, κι εκειμεσα, προς τιμην του εορταζοντος ας πουμε, να ανεβαζουν καποιοι ενα εργο

αλλά οχι – αυτο που τονιζεται απο την αρχη ειναι αυτος ο (μυστηριος) αλλος εαυτος : ο χριστοφορουλης μεθαει, κοιμαται, τον μεταμφιεζουν, ξυπναει, δεν ξερει ποιος ειναι, μπερδευεται : και εκει μεσα (νομιζει οτι) εχει δει στον υπνο του ενα εργο – κατα το οποιο ανθρωποι επι ανθρωπων μεταμφιεζονται με μεταμφιεσεις επι μεταμφιεσεων, λενε οτι ειναι αλλοι απ’ αυτους που ειναι, και (απ’ ο,τι αποδεικνυεται), δεν ξερουν ακριβως κι οι ιδιοι ποιοι ακριβως ειναι :

οταν ο σαιξπηρ δινει τετοια ενταση και εκταση και φωτισμο, απο την αρχη, στην (σχεδον ανεξηγητη και μυστηριωδη) «αντιληψη περι εαυτου» δεν δικαιουμαστε δια να ομιλουμε περι τυχαιοτητας, ή «απλου ευρηματος δια το αστειο του πραγματος» : το ευρημα της «αγνοιας» περι του «πραγματικου» εαυτου καθοριζει, και ακινητοποιει, κατα καποιον τροπο, το εργο απο την αρχη του : πότε ειναι η Καιτη πιο «αληθινη» : οταν φωναζει οτι οι αντρες ενγενει την αηδιαζουν ή οταν υποτασσεται (σ’ εναν συγκεκριμμενο αντρα, και) στον γαμο της ; πότε κοροϊδευει περισσοτερο ; και πότε ειναι ο πετρουκιος πιο πολυ ο εαυτος του, οταν την αγαπαει, ή οταν τη βασανιζει ; (και πότε κοροϊδευει (και ποιον) περισσοτερο ; ) και πότε ειναι ο χριστοφορουλης πιο πολυ ο εαυτος του, οταν πιστευει οτι ειναι ευγενης ή οταν διαμαρτυρεται οτι ειναι ενας κακομοιρης ζητιανος που τον κοροϊδευουν ; και πότε ειναι η μνημη του αληθινοτερη – οταν λεει οτι ειδε ενα ονειρο, ή οταν αφηγειται οτι ειδε ενα εργο ;

και μεσα σ’ ολο αυτο το οργιο μεταμφιεσεων (να μην ξεχασουμε τις, οντως ξεκαρδιστικες, μεταμφιεσεις των μνηστηρων της υποταγμενης μπιανκας, σε αντρες «αλλους» απ’ αυτους που ειναι) ο «οντως» ευγενης του προλογου, εφοδιαζει τον «ψευτοευγενη» χριστοφορο και με μια συζυγο η οποία ειναι μεταμφιεσμενος αντρας, πραγμα καθολου «δραματουργικα» απαραιτητο : θα μπορουσαν να ντυσουνε μια «οντως» ζητιανα να του κανει την «ευγενη» συζυγο : σε μια παραδοση θεατρικη (επιπλεον) οπου ολους τους ρολους (ηταν γνωστο οτι) τους παιζανε αντρες, θα λειτουργουσε ακομα πιο πολυ στο κοινο (θα ’ταν και πολυ πιασαρικο, να πουμε) να ντυσουν εναν αντρα γυναικα που θα παριστανε μια γυναικα που θα ’ταν μια γυναικα αλλη απο τη γυναικα που (ολοι θα υποστηριζαν οτι) ειναι

ο γουιλυ προτιμαει κατι περιεργως λιγοτερο εφετζίδικο : εναν αντρα που θα τον ντυσουν απλως επι σκηνης κιολας γυναικα, για τις απλες αναγκες ενος ρολου, και ενος εργου, που παλι επι σκηνης θα στηθει, και θα παιχτει : το all the world’s a stage ο σαιξπηρ θα μας το σερβιρει στο as you like it, που το ’γραψε λιγο μετα το «ονειρο θερινης νυχτος» και λιγο πριν τη «δωδεκάτη νυχτα», οπου ως γνωστον και στα δυο γινεται το σωσε απο μεταμφιεσεις

χωρις να θελω βεβαια να διαπραξω καμια βαρεια βλασφημία απλοποιωντας οτιδηποτε, θα ’θελα απλως να πω οτι οι μεταμφιεσεις αυτες δεν εχουν καθολου την πολυπλοκοτητα των μεταμφιεσεων στην «στριγγλα»

στην στριγγλα, απο τον εμφανως περιττον και ανεξηγητο ας πουμε προλογο, οι μεταμφιεσεις – ξεκινωντας απο τον ευγενη που κανει τον ζητιανο, και ντυνει εναν ζητιανο ως ευγενη, και βαζει και τους φιλους του ευγενεις να κανουν τους ζητιανους, κι εναν μαλιστα απ’ ολους να κανει επιπλεον και τη γυναικα και τη ζητιανα μαζι – ολα αυτα αν θελησουμε να ειμαστε ειλικρινεις δεν εχουν αλλη εξηγηση απο την ιδια τη μαγεια της απατης του εργου που (θα) εχουμε στα χερια μας

ο γουιλυ μάς λεει ευθαρσως απο την αρχη «μην τυχον και πιστεψετε στα λογια μου ολα – μερικα ειναι λαθος φορεματα – κοιταξτε καλυτερα μηπως κοιμοσαστε και ξημερωθειτε χωρις να ξερετε τι βλεπετε μπροστα σας»

 

 

 

 

 

(* ο χαϊνριχ φον κλαϊστ το ειπε, ετσι ακριβως («σας γραφω με την καρδια μου πεσμενη στα γονατα») – ικετευοντας (φευ, ματαιως ομως) τον κυρ–γκαιτε να δωσει λιγη σημασια στα γραφτα του)

 

 

 

(πηγη : φεϊσμπουκ)

η εικονα

 

 

 

 

 

 

 

 

 

11 Μαΐου 2019

η χώρα μου είναι η αλήθεια

 

 

 

 

συμπεραίνω λοιπόν ότι
ο χώρος και ο χρόνος έχουνε σχέση με τό σώμα μας
έχουν ελάχιστη ή καμία σχέση με τόν εαυτό μας
η χώρα μου είναι η αλήθεια

dickinson

 

Ως προς αυτό δηλαδή πιστεύω τώρα ότι δεν υπάρχει υψηλότερης ποιητικότητας περιγραφή τής σχιζοφρένειας τού πουριτανισμού από τό χωρίο αυτό : κι όμως όταν πρωτοδιάβασα αυτήν τήν πρόταση τής έμιλυς νόμιζα ότι διαβάζω κάτι σαν τήν απολογία τού αϊνστάιν. Ύστερα όμως σιγά–σιγά κάτι μέ μπέρδευε στην μεσαία πρόταση που ήταν ειπωμένη λες και βρισκόταν σε αντίθεση με τήν πρώτη – και  όσο περισσότερο τό κοιτούσα τόσο περισσότερο γινόταν σαν εκείνη τήν παιδική μαγική εικόνα, κι έβγαινε μπροστά ένα άλλο πρόσωπο απ’ αυτό που έβλεπα εγώ στην αρχή. Ενώ στην αρχή δηλαδή τό πρώτο πρόσωπο έλεγε : Εγώ είμαι ο χώρος και ο χρόνος, τό δεύτερο πρόσωπο μετά έλεγε : Εγώ δεν έχω σχέση με τόν χώρο και τόν χρόνο, εγώ έχω σχέση με τόν εαυτό μου, κι ο εαυτός μου είναι άλλος από μένα. Μετά έσκαγε μύτη κι ένα τρίτο προσωπάκι τό πιο πουριτανικό απ’ όλα, η κόρη τού μπαμπά της και τής μαμάς της που έλεγε : ο εαυτός μου δεν έχει σχέση με τό σώμα μου. Κι ύστερα, για να τά διορθώσει και να τά ολοκληρώσει όλ’ αυτά, αφού έχει μπερδέψει ικανοποιητικά τούς πάντες, ώστε να μην μπορεί κανένας πια να τή μαλώσει, σκάει μύτη επιτέλους ολόκληρη η έμιλυ, ανοίγοντας τήν πόρτα τού σκοτεινού δωματίου της (στο πάνω πάτωμα)

(όταν μπαμπάς και μαμά έχουν πια πεθάνει, και μένει μόνη της τώρα με τήν αδελφή της, κι ο αδελφός της είναι πιο δίπλα παντρεμένος με τήν καλύτερη φίλη τής παιδικής ηλικίας της, που κάνει τώρα κόλαση τή ζωή ολονών με τό αφύσικο μίσος που έχει προς όλους τους, καθώς και τήν απέχθειά της ώς προς τό να κάνει παιδιά : άλλη σχιζοφρενής δηλαδή από κει, έκανε ένα σωρό εκτρώσεις πρώτα κι ύστερα υπέκυψε στις επιθυμίες τών άλλων και γέννησε, τρεις φορές μάλιστα : (για τή φίλη τής ντίκινσον τώρα μιλάω) : τό ένα παιδί μάλιστα απ’ τά πολλά χτυπήματα στην κοιλιά της – που έκανε για να τό αποβάλει μονάχη της – λένε ότι βγήκε επιληπτικό (φαίνεται ότι σ’ εκείνο τό χρονικό σημείο ο άντρας της δεν τής επέτρεψε να κάνει άλλη έκτρωση, ενώ τό δεύτερο δεν τά καταφέρανε να τό δυστυχήσουν και τούς πέθανε μικρό, και έτσι πλέον (αυτή) μπόρεσε και αποθέωσε τήν κυριαρχία της ανενόχλητη επάνω στην κόρη που ήρθε μετά, ώς συνήθως οι μανάδες τού είδους της δηλαδή) (είτε φυσικές είτε υιοθετημένες οι κόρες, συνήθως εκεί οι μανάδες τους δημιουργούν και κεντάνε) (αυτές οι μανάδες ειδικά κιόλας που δεν είχαν καμία διάθεση να κάνουν παιδιά και ακόμα, πολύ περισσότερο, αν είχαν κι έναν φοβερό φόβο πάντοτε στο να κάνουν παιδιά – όπως αυτή η φίλη τής έμιλυς))

ανοίγοντας λοιπόν τήν πόρτα τού σκοτεινού δωματίου της σκάει τώρα μύτη ολόκληρη (στην τρίτη αυτή πρόταση) η έμιλυ : Η χώρα μου είναι η αλήθεια. Ξέρεις, πιστεύω πια ότι η μεγαλοφυία τής τέχνης έγκειται (κυρίως) στη δυνατότητα που σού προσφέρει να είσαι δυσλεξικός μαζί της : και τό λέω διότι η δυσλεξία όπως αποκαλύφθηκε πλέον από έναν γιατρό, δεν έχει να κάνει με τό στόμα αλλά με τά μάτια, και τά παιδιά αυτά συνήθως είναι πολύ βιαστικά (ίσως και ανήσυχα μυαλά εκ γενετής – ή νευρικά για κάποιο λόγο) και διαβάζοντας μια σελίδα τά μάτια τους παίζουνε ανυπόμονα, και δεν πάνε ήσυχα από πάνω προς τά κάτω κι απ’ αριστερά προς τά δεξιά αλλά προσπαθούν να πιάσουν όλο τό κείμενο ταυτόχρονα κι αυτός είναι ο λόγος για τόν οποίο μάς φαίνεται ότι μάς διαβάζουνε σπασμωδικά : διότι βλέπουν ανάκατα, ή από μία άλλη άποψη προσπαθούν να συλλάβουν τό σύνολο ταυτοχρόνως τήν ίδια στιγμή : πιστεύω λοιπόν ότι, αυτήν τήν τέλεια (και εγελιανή, θα έλεγα), λογική τήν έχει η μεγάλη τέχνη σαν απαίτηση από τόν αναγνώστη : Πρόσεξε επομένως τώρα, αυτό που γράφει η έμιλυ, πώς γίνεται – αν τό διαβάσεις από τήν τελευταία πρόταση προς τήν πρώτη, ανάποδα :

 

Η χώρα μου είναι η αλήθεια.
Ο εαυτός μου είναι πέρα απ’ ό,τι φαίνεται
Ο χώρος και ο χρόνος έχουν να κάνουν με τό σώμα μου

 

(και επομένως, ξεπερνώντας και τόν αϊνστάιν όχι μόνο λέει Je est une autre όχι μόνο λέει δηλαδή ότι είναι άλλη, αλλά και ότι όλα τά άλλα είναι επίσης αυτή.)

Αυτή λοιπόν που αγαπούσε τόσο τούς γρίφους, και που φοβόταν να μιλήσει εντελώς καθαρά – γιατί πιστεύω ότι αν ήθελε να μιλήσει εντελώς καθαρά θα ’γραφε μυθιστορήματα –, ήξερε να μιλάει καθαρά όταν ήθελε, με τούς όρους που ήθελε, και με τόν τρόπο που σέ μάθαινε – για να μπορέσεις να δεις τήν αλήθεια της μέσ’ απ’ τόν φόβο της μην σέ τρομάξει :

αλλά νομίζω ότι αυτό κάνει πάντοτε και τό έργο τέχνης δηλαδή : περνάει ένα μεγάλο μέρος του προσπαθώντας να σέ μάθει να τό διαβάζεις : Ίσως κιόλας τό έργο τέχνης τελικά να μην είναι παρά μόνο αυτό του τό μάθημα, και αυτή η μαθητεία για τό πώς θα τό διαβάσεις και θα τό δεις : ίσως (σκέφτομαι με κάποιο δέος) τά μεγάλα μυθιστορήματα που αγάπησα (από μικρή) (και που προσπαθώ να τά καταλάβω κάθε φορά ξαναδιαβάζοντας, ακόμα και σήμερα όταν έχω καιρό) να έχουν ένα ακόμα μεγαλύτερο μυστικό απ’ αυτό που νομίζουμε : αυτά τά θηρία δηλαδή γράφουν τήν υπόθεση κοροϊδεύοντάς μας : οι ήρωές τους είναι ένα προπέτασμα μάλλον καπνού : τά υπόλοιπα είναι που σέ κάνουνε ό,τι θέλουνε, που σέ οδηγούν σέ φωτίζουνε και σέ αλλάζουν : τά θηρία θα πουν τήν αλήθεια τους δηλαδή αναλόγως με τό πώς θ’ αρχίσουν τό κεφάλαιο, και με τό πώς θα τό συνεχίσουν, και αναλόγως με τό αν θα αναφέρουνε ποτέ μια λέξη ή όχι : αυτός είναι ο πύργος τους, κι αυτό είν’ τό σπίτι που χτίζουνε – κι εμείς νομίζουμε ότι ασχολούνται με τούς φιλοξενούμενους που θα μείνουνε μέσα : η τζαίην ώστιν παραδείγματος χάριν δεν έχει αναφέρει ούτε μια φορά στα βιβλία της τή λέξη ψυχή, κι όμως, όταν τή μεταφράζουνε τή βάζουνε να τήν αναφέρει, και να τήν λέει : αυτό εγώ τό λέω αμαρτία και σκάνδαλο : Αν ήμουνα συγγραφέας θ’ απαγόρευα να μέ μεταφράσουνε (κι όμως δεν μέ αφορά και δεν έχει σχέση με τόν εαυτό μου αυτό, θα τό πω στην Ελένη που τήν αφορά.) Τί αστείο. Ξαναγυρίζω στα βασικά.

Τό μυθιστόρημα είναι λοιπόν ένα έργο μουσικής και ήχων που παραδίδεται κάθε φορά μόνο σαν παρτιτούρα, χωρίς δηλαδή τήν εκτέλεσή του – κι ο εκτελεστής του κάθε φορά θα είσαι εσύ : σού παραδίδεται όμως μία παρτιτούρα πολύπλοκη, λεπτοδουλεμένη σχολαστική σε βαθμό σχιζοφρένειας και υποχονδρίας : Τόσο που οι σημειώσεις στο τέλος να καταλαβαίνεις ότι έχουνε μεγαλύτερη σημασία από τή μουσική τήν ίδια : Τό μυθιστόρημα είναι η παρτιτούρα που γράφεται για τίς σημειώσεις της κι όχι για τή μουσική της : Τό μυθιστόρημα είναι αυτό που βγαίνει, όταν μπορείς να διαβάζεις τίς σημειώσεις και τή μουσική συγχρόνως : Τό μυθιστόρημα είναι η μουσική και μαζί οι λεπτομερείς σημειώσεις για τό πώς θα πρέπει να εκτελεστεί μέσ’ στο μυαλό σου η συμφωνία η φούγκα ή η μουσική τέλος πάντων αυτή.

 

So I conclude that space and time are
things of the body and have little
or nothing to do with our selves.
My country is Truth.

emily d.

 

 

(απόσπασμα από τό ανέκδοτο μυθιστόρημα «βιογραφίες αγνώστων»)

 

 

 

 

 

 

εδώ διαβάζετε και τό γράμμα ολόκληρο τής έμιλυς προς τόν joseph lyman (αγαπημένον τής αδελφής της vinnie) (που αρχίζει : «My father seems to me often the oldest and the oddest sorty of a foreigner», και τελειώνει : « I like Truth – it sets free is a free Democracy.»)

 

 

 

 

 

 

6 Φεβρουαρίου 2019

durante

 

 

 

 

στο μέσο τού περίπατου όλης μας τής ζωής μας
βρέθηκα πάλι σ’ ένα δάσος μαύρο και βαθύ
αφού τόν δρόμο τόν κανονικό μου είχα χάσει

 

Ένα από τά πιο περίεργα πράγματα ξέρεις που υπάρχουνε σχετικά με τόν δρόμο τού χρόνου είναι ότι κατά βάθος ο δρόμος αυτός κινείται σαν να είναι σταματημένος : όμως τί νόημα έχει να τά πω αυτά τά πράγματα σ’ αυτούς που τά ξέρουν και πάλι τί νόημα έχει να τά πω σ’ αυτούς που δεν τά ξέρουν αφού δεν τά μάθανε οι ίδιοι ποτέ ; Γιατί βλέπεις ο χρόνος υπάρχει με διαφορετικό τρόπο στους διάφορους άνθρωπους κι αυτοί για τούς οποίους ο χρόνος είναι μια ευθεία γραμμή από τό Α στο Β από τό παιδί  στον μεγάλο από τήν πόρτα στον δρόμο από τήν ανοησία στην τέχνη κι από τό κέντρο στον λυκαβηττό δεν πρόκειται να καταλάβουνε τίποτα απ’ όσα σού λέω εδώ, και καλύτερα να μη δοκιμάσουν να τ’ ακούσουν ποτέ : δεν θα χάσουν και τίποτα : δεν έχουν σχέση αυτά με τή δικιά τους ζωή κι απ’ τήν άλλη, γι’ αυτούς που δεν πιστεύουν στις ευθείες γραμμές, είναι πάλι τόσο λυμένο τό ζήτημα τού πόσο είναι ο χρόνος σαν μπερδεμένο κουβάρι (κούκλα όπως λέγανε οι μαμάδες μαλλιού) ώστε φτάνουμε στο σημείο να μη χρειάζεται πια να μιλήσουμε για όλ’ αυτά, αν και εγώ ζωγράφισα κιόλας τό δέντρο τού χρόνου, αυτό που μοιάζει με χριστουγεννιάτικο δέντρο, λίγο πιο κάτω, κι αυτό όχι τόσο γιατί δεν θα μπορούσες να καταλάβεις τί έγινε εδωμέσα αν δεν δεις όλον τόν χρόνο μέσα στον οποίο σού διηγήθηκα αυτό που θα σού διηγηθώ, όσο γιατί εξαιτίας κυρίως τού ίδιου τού χρόνου (που κατά τ’ άλλα είναι και ασήμαντος και ανύπαρκτος) αυτό που θέλησα να περιγράψω έγινε αυτό που στο τέλος σού περιέγραψα, κι έτσι αυτό που έγινε ήτανε κυρίως χρόνος, ο χρόνος που δεν υπάρχει και φτάνει να είναι σημαντικός εξαιτίας μόνο τών πράξεων που γίνονται μέσα του (σαν μέσα σε ένα κουβάρι κούκλας που είναι και κελί και κλουβί) γιατί ίσως ο χρόνος να μην έχει άλλο σοβαρότερο νόημα παρά μόνο τό ότι μέσα του οι πράξεις γερνούν

και μόνο έτσι ο χρόνος σέ αποσβολώνει σαν αστραπή καθώς βλέπεις πράξεις που δεν γερνάνε και τότε ο χρόνος σαν τόν δρόμο με τά δώρα είναι σταματημένος εντελώς κι ας τρέχετε όλοι μαζί

Τήν δεκαετία τού ογδόντα λοιπόν τού έτους χίλια διακόσια έγινε μια επανάσταση από τούς νέους στον κόσμο αυτόν που εγώ τήν έμαθα από μια βιογραφία που διάβασα πρόσφατα (αυτουνού που έμεινε και περισσότερο χρόνο από τούς άλλους αυτός, γιατί έγραψε για τόν έρωτα εκείνος κι έτσι διαβάζοντας μια μέρα τόν συνάντησα απροειδοποίητα σαν αστραπή) μια επανάσταση λοιπόν που συνεχίσανε τά άλλα παιδιά τήν δεκαετία τού εξήντα τού χίλια εννιακόσια που αυτήν τήν ξέρουμε όλοι καλά. Κι από μια τέτοια εποχή με φασαρίες στους δρόμους παράνομες βγήκε λοιπόν αυτός που αποκατέστησε τόσο τόν έρωτα και σα γλώσσα και σαν πείσμα και σα μουσική, κι από τότε τσουλάει στον δρόμο τό έργο του με τήν πράξη αυτή από πίσω να τής δίνει καταφύγιο σαν πόρτα διότι αυτό που πάνω απ’ όλα δίνει στο έργο του ζωή είναι αυτός ο ίδιος ο έρωτας που δεν επιχειρεί να κρυφτεί, ο έρωτας που μεταφράζει τήν έκσταση και τήν ορμή σε πείσμα ψυχρό και ανήλεο σχεδόν και σχεδόν λογικό, κι ενώ έπρεπε σύμφωνα με τούς νόμους να είναι κρυμμένος, διατυμπανίζεται με παραφορά ώς τό τέλος (και πέρασε και από δίκη και κόντεψαν να τόν κάψουν γι’ αυτό) σαν ο

 

έρωτας που κινάει τόν ήλιο και τ’ αστέρια τ’ άλλα :

 

έτσι τελειώνει όλο τό έργο του : τί λάθος στον πλανήτη αυτόν πάντοτε να μένουν τά έργα λοιπόν γι’ άλλους λόγους απ’ αυτούς που οι άλλοι τά φτιάξανε

(έτσι όμως γίνεται γιατί οι λόγοι που φτιάχνεις τό έργο είναι πάντα, όπως φαίνεται, ο έρωτας και ο έρωτας στον περίπατο τής ζωής και τής ιστορίας μας μέχρι εδώ πρέπει πάντα να είναι κρυμμένος, και να μην κραυγάζει ούτε να μεταφράζει τ’ όνομά του ποτέ).

Αυτός λεγόταν durante λοιπόν τότε κανονικά κι όχι δάντης, αλλά έμεινε με τό χαϊδευτικό του όνομα σαν παρατσούκλι, και στα 1280 λοιπόν στη φλωρεντία έγινε μία κίνηση χίππικη εντελώς κι οι οπαδοί της ανακήρυξαν τούς εαυτούς τους οπαδούς (και υπηρέτες) τού έρωτα, και κάτι μήνες γέμισαν τήν πόλη του νέοι απ’ ολόκληρη τήν ιταλία και τήν ευρώπη τήν υπόλοιπη ίσως, κάνοντας φασαρία και ντυμένοι στα άσπρα (άσπρα σε πείσμα τών παπαδιστών) φωνάζοντας και τραγουδώντας με τρουμπέτες και άλλα όργανα έτσι δυνατά ότι μονάχα ο έρωτας αξίζει κι αυτοί μονάχα σε αυτόν δήλωναν υποταγή : μόνο τ’ αγόρια βέβαια φυσικά – η ιστορία δεν μιλάει για γυναίκες να γυρνάν στους δρόμους στην περίπτωση αυτή – μια που αυτές ήταν ακόμα πιο φυλακισμένες στα κελιά και τά κλουβιά τής κούκλας απ’ αυτούς, κι ακόμα είναι θυμωμένοι όλοι τους που τή δεκαετία τού εξήντα τή δικιά μας ύστερα από 700 χρόνια όταν έγινε ξανά αυτή η κίνηση βγήκαν κι εκείνες απ’ τά σπίτια και γέμισαν τούς δρόμους τότε τώρα πια. (Να πω σαν σε παρένθεση ότι τίς δυο φορές που περιγράφει ότι συνάντησε τήν βεατρίκη, τή μια τήν είχαν – ήτανε κάποια τότε γιορτή κι αυτήν τήν είχαν ντύσει οι δικοί της κατακόκκινα (και τότε έγινε αυτό που εκείνος υποστήριξε ότι τού άλλαξε όλη τή ζωή όταν τήν είδε – τόσο καινούργιο ήτανε αυτό που ένιωσα που σαν να μην ήτανε ίδια πια η καρδιά μου – και τήν επόμενη φορά που ξανασυναντήθηκαν γύρω στα δεκαοχτώ τους – ήταν περίπου συνομήλικοι – τήν βάζει να φοράει κάτασπρα : γιατί ήταν η εποχή τών νέων με τά άσπρα τού έρωτα κι αυτό ήταν μια ερωτευμένη ομολογία πιθανώς ότι τήν θεωρούσε μέλος τού κινήματος τότε αυτός) (και τότε εκείνη τόν χαιρέτησε τού χαμογέλασε τού κούνησε μάλιστα τό κεφάλι καθώς στην άκρη τού δρόμου μίλαγε με δυο άλλες, και χαμογέλασε κοιτώντας τον κουνώντας τό κεφάλι : Αυτός ερχόταν από απέναντι και είναι εύκολο να φανταστεί κανείς πώς τήν κοιτούσε ενώ τό καταλάβαινε ότι χλωμιάζει και έτρεμε : κι είναι μια καταπληκτική σκηνή όπως τό περιέγραψε αυτός στην vita nuova του όλο αυτό) (ύστερα τήν παντρέψανε με κάποιον πλούσιο και αυτή πέθανε, κι αυτός παντρεύτηκε μια πλούσια και άρχισε στην καινούργια του ζωή αυτή να γράφει : στην νέα ζωή του (που γι’ αυτόν άρχισε όπως λέει όταν τήν είδε εννιά χρονών) τά διηγήθηκε καλά αυτά κι ύστερα πια στην κωμωδία του είναι όλα μεταμφιεσμένα περισσότερο.)

Η επανάσταση αυτή λοιπόν ήταν πολύ γενναιότερη από τήν άλλη τήν σχεδόν σημερινή γιατί οι τιμωρίες τότε ήταν και φριχτότερες : τά όργανα τών βασανιστηρίων είναι και γνωστά ώς σήμερα και εν κατακλείδι θα κινδύνευες και να σέ κάψουν ζωντανό στο ικρίωμα και τήν πυρά – τό να πεθάνεις στις κλωτσιές θα ήτανε σχεδόν ευεργεσία. Τόν ίδιο τόν περάσαν από δίκη και γλύτωσε φεύγοντας από τούς δρόμους τούς γνωστούς του κι ύστερα ζώντας στην εξορία πια από κει και πέρα : Για λίγο πρόλαβε και πήρε μέρος στα πολιτικά και πήρε θέση στα δημόσια τά πράγματα, κι ύστερα δεν τήν ξαναείδε πια τήν πόλη του : Μία φορά μονάχα προς τό τέλος τής ζωής του όταν τελείωνε και τήν δικιά του Κωμωδία, τόν κάλεσαν ας πούμε να γυρίσει αλλά οι όροι τού φανήκανε υποτιμητικοί και είπε όχι (εκείνο τό όχι τό φριχτό που και λοιπά σε όλη τή ζωή σου – και τό βιβλίο του εναντίον τών παπάδων μπήκε στα απαγορευμένα διακόσια χρόνια αφού εκείνος πέθανε {είναι η ακινησία τού χρόνου αυτή που λέγαμε}). Μ’ αρέσει λοιπόν εξαιρετικά να σκέφτομαι αυτούς τούς οργισμένους να διασχίζουν τούς σκοτεινούς μεσαιωνικούς δρόμους αυτής τής πόλης, που ώς τά χρόνια αυτά και περισσότερο ήτανε σαν μία αραιή και χαμηλότερη νέα υόρκη ή μια πυκνότερη και πιο εξευγενισμένη μάνη : οι πύργοι της στενοί ψηλοί χωρίς παράθυρα γεμίζανε τήν πόλη, γιατί οι φατρίες πολεμούσαν διαρκώς η μία με τήν άλλη – αργότερα αλλάξαν τά πολιτικά και για να εξαναγκάσουν τήν ειρήνευση τούς γκρέμισαν.

Αυτό όμως που ξεκίνησα να λέω είναι ότι τό έργο του έχει μια ερωτική μανία ασυναγώνιστη που λες και διαδηλώνει ανά τούς αιώνες σε μια γλώσσα άγνωστη : έρωτας και για τήν ελευθερία και για τόν έρωτα : και αναλύει ο ίδιος τήν κατάσταση με τέτοια ακριβολογία και σαφήνεια, ώστε μπορείς να κάνεις ψυχανάλυση σχεδόν επάνω του : σχεδόν συνειδητά πια περιγράφει μια κατάσταση διαρκών παραισθήσεων λόγω στέρησης, και κάθε φορά που λέει ότι λιποθυμάει, χάνει ακριβώς τίς αισθήσεις του αντιμέτωπος με μια ερωτική κατάσταση πολύ σαφή : είναι ανάγλυφος ο κόσμος μας ο κόσμος του, μόνο που ο δικός του είναι πιο ξεκάθαρος, έτσι που είναι πια σαφές ότι οι άνθρωποι που παραμένουνε ερωτευμένοι με τόν έρωτα πρέπει ν’ αναδιπλώνονται συνέχεια μέσα τους, και ζουν σε μια κατάσταση συνεχιζόμενων σαν οραμάτων παραισθήσεων, κρίσεων έκστασης, υστερικών φαινόμενων λιποθυμίας και δακρύων, θλίψης οδύνης και οδυρμού : σε όλη αυτήν τήν μεταμφιεσμένη ερωτική έκσταση στην οποία βρίσκεται μεγάλος άνθρωπος πια ο durante μας (ο διαρκής κι ο μόνιμος κι ο σταθερός, πριν γίνει απ’ αυτό τό όνομά του τό παρατσούκλι του συγκεκομμένο και χαϊδευτικό) βρίσκω ώς και σήμερα αυτούς που συνεχίζουν να υπάρχουν πάντοτε σε τούτον τόν πλανήτη (και σε αυτόν τόν κόσμο προφανώς ανήκε και εκείνη και γι’ αυτό πέθανε πιο πριν, καθώς εκείνη δεν μπορούσε μ’ άλλον τρόπο να ξεφύγει – πάντοτε στην παπαδική τους τήν κατάσταση οι άντρες (αν και υποφέρουνε κι αυτοί) έχουνε ένα λίγο μεγαλύτερο προνόμιο φυγής θα λέγαμε – και εκεί βρίσκεται λοιπόν κι αυτός, γνήσιος εντέλει αλλά και σημερινός άνθρωπος τού μεσαίωνα όπου ο έρωτας απαγορεύεται κι όπου βρισκόμαστε κι εμείς ως άνθρωποι τής ίδιας εποχής αν και ελπίζουν μερικοί ότι είναι προς τά τέλη της η εποχή αυτή τώρα με μάς) : και τώρα δηλαδή ακόμα υπάρχουν γύρω μας και όλα τούτα τά φαινόμενα που περιγράφει και αυτός, μόνο που τώρα όλα γίνονται όταν είμαστε μόνο δηλαδή παιδιά, γιατί εκεί κρατάει αντίσταση ακόμα ακίνητος ο χρόνος, κι εκεί υποφέρουν όλοι πιο πολύ – εκεί που κάθε σκέψη ή πράξη ερωτική απαγορεύεται (κι αυτό κρατάει και στην εφηβεία ακόμα σήμερα πολλών ανθρώπων για όσους μ’ άλλα λόγια διατηρήσουνε τόν έρωτα και δεν τόν έχουν πλέον τιθασσεύσει προ πολλού, με τίς φοβέρες και τίς εντολές εκείνων τών μεγάλων) και πάει έτσι όλος αυτός ο δρόμος (σαν μονότονος) ώς τόν καιρό που όλοι πια μπορούν να βρουν τόν έρωτα ελεύθεροι στην πιο ενήλική τους τή ζωή – ώσπου να έρθει η εποχή τής ωριμότητας και να χαθούν οι ψευδαισθήσεις και τά όνειρα και τά οράματα και όλα αυτά που πλέον δεν σέ κάνουν να λιποθυμάς (εκείνος δεν ντρεπόταν να λιποθυμάει αντίθετα τό ομολογεί) (όταν ερχότανε κυρίως αντιμέτωπος με μια ξεκάθαρη ερωτική κατάσταση ή περίπτωση) (ή και με τήν προοπτική μιας έστω και ελάχιστης εκπλήρωσης – όπως θα λέγαμε ένα βλέμμα σταθερό απ’ αυτήν ή ένα χαμόγελο γεμάτο νόημα πλέον στον παράδεισο {εκείνη είναι πια νεκρή κι αυτός τό ίδιο : ζει μόνο για να γράφει και να περιγράψει και εκείνην και τόν ίδιον τώρα πια}) (και τότε δεν έχεις ανάγκη από ψυχαναλυτή δεν πέφτεις κάτω δεν χτυπιέσαι και γιατρεύτηκες) τότε που ο έρωτας θα προσγειωθεί, ολιγαρκής και ήσυχος και ρεαλιστής κι αδύναμος, έχοντας χάσει πια και τή μαγεία και τή δύναμη τού ερωτευμένου τού παιδιού και τού τρελού

 

τότε που η θέλησή μου κύλησε μπροστά σα ρόδα
και σαν τροχός ίσια μπροστά σπρωχνόμενη
όπως τήν έσπρωχνε και τήν ωθούσε μόνο αυτός :
ο Έρωτας που κινάει τόν Ήλιο και
τ’ αστέρια
τ’ άλλα –

 

αντίθετα τότε πια ξέρεις για τά καλά τήν κόλαση : έτσι ο ίδιος τό έργο που έκανε τό είπε τότε κωμωδία (τό θεία τού τό πρόσθεσαν αργότερα κάτι χαζοί, μα τί χαζό – σκεφθείτε να ’χαμε τήν θεία μήδεια και τήν θεία κλυταιμνήστρα – αλλά οι άνθρωποι αυτοί ρέπουνε προς τή μεγαλοστομία γενικώς όταν δεν είναι δάντηδες – ή ο σταντάλ) για να ’ναι καλυμμένος είπανε απέναντι σε κείνους τούς παπάδες αλλά εγώ πιστεύω ότι τού άρεσε αυτός ο τίτλος γενικά : Σκέψου λοιπόν ένα έργο που αρχίζει ως Κωμωδία και με τόν τίτλο πρώτου κεφαλαίου : Κόλαση! κι ύστερα πια

 

στην βεατρίκη ανάμεσα και σένα τέτοιος τοίχος

 

 

 

από τίς «βιογραφίες αγνώστων»

 

 

  τό χειρόγραφο τού βοκκάκιου / ο δάντης στη βερόνα

 

 

 

 

 

 

 

13 Δεκεμβρίου 2018

η βροχή και η χαρά

 

 

 

 

Ανάμεσα λοιπόν στον ύπνο και τόν ξύπνο είναι η αλήθεια ότι έρχονται όλα. Και τό θέμα είναι τό πότε άρχισα πραγματικά : δηλαδή ξαφνικά – κι είναι μια άλλη ιστορία τό πόσο μεγάλη ιστορία είναι αυτό τό ξαφνικά – να θυμάμαι (και να τά θυμάμαι φωτισμένα από προβολείς ενώ νόμιζα ότι τά θυμάμαι απλούστατα όλα με κανονικό φωτισμό) γιατί για μένα ήταν αυτονόητο (και ακόμα και μουσικό) φόντο όλ’ αυτά σε έναν πίνακα στο μπρος μέρος τού οποίου εγώ μόνο δούλευα ή ζούσα : ώσπου (ξαφνικά) τά στοιχεία εκείνα τού φόντου άρχισαν ένα–ένα (ναι, ξαφνικά) να έχουν απαιτήσεις μεγάλης μεγένθυσης, (ναι μεγένθυσης : τό νι μπροστά από τό σίγμα είναι αντιπαθητικό στο στόμα μας και ακριβώς επειδή υπάρχει η μνήμη μιας δυσαρέσκειας τόσο έντονης, δεν μπορεί να εξαφανιστεί κι εντελώς, αλλά τό κολλάμε μπροστά από ένα άλλο σύμφωνο με τό οποίο η ένωση δεν ενοχλεί : άνθος ανθυποσμηναγός και άνθρακας.) (Εξάλλου υπάρχει και μια διάθεση να διπλασιαστεί τό νι στο ρήμα μεγενθύνω πολύ σωστά και λόγω τής σημασίας, και ύστερα, από τό ρήμα αυτό να ξαναγίνει τό ουσιαστικό η μεγένθυση. Από όλα αυτά λοιπόν μαζί, η μεγένθυση είναι τώρα λοιπόν τό σωστό) : απαιτήσεις λοιπών μεγενθύσεων και μάλιστα διαρκών, και εκεί, κάθε μέρα, μεταξύ ύπνου και ξύπνου γινόταν και ένας καινούργιος ας πούμε (μικρός) από έκρηξη πίνακας, και ξεπεταγόταν ένα καινούργιο μικρό και αυτόνομο, κι όχι λιγότερο σημαντικό λόγω τού συνεπτυγμένου μεγέθους του δηλαδή πινακάκι (όπως ακριβώς δεν μπορεί να πει κανείς ότι οι πίνακες τού βανγκόγκ που έχουνε τόσο μικρή έκταση (που όταν τούς δεις από κοντά παθαίνεις σοκ – ένα σοκ πολύ χρήσιμο σε σχέση με προκαταλήψεις ως προς τό μνημειώδες τής τέχνης και τού μεγέθους κλπ κλπ) έτσι σαν τούς μικρούς αυτούς πίνακες που έχουνε όμως τέτοια τρομακτική σημασία και ένταση και, τό κυριότερο, χρόνο.)

Κανείς δεν μπορεί να πει πότε αρχίζουν και σού βγαίνουν όλ’ αυτά με τόν χρόνο (είναι μικρός σαν τελεία, που όμως απλώνει από κάτω σαν τρίγωνο κλπ κλπ) πότε σού βγαίνουν λοιπόν όλα τούτα μπροστά. Πολλοί λένε άμα πεθάνει ο πατέρας σου. Εμένα άρχισε τό θυμάμαι καλά όμως πιο πριν. Άλλοι λένε άμα πεθάνει η μητέρα σου, εμένα όμως τότε δεν έγινε τίποτ’ απ’ όλ’ αυτά γιατί όλα είχαν συμβεί πολύ πριν, και σχεδόν όσο ζούσε. Τό μόνο που μπορώ να πω με σιγουριά ότι κάνανε στη δικιά μου περίπτωση αυτοί οι δύο θάνατοι ήταν να επιταχύνουν τίς περιστροφές τού δίσκου ας πούμε, έτσι που πράγματα να εμφανίζονται πλέον πολύ γρηγορότερα τό ένα μετά τό άλλο, όμως η βασική ποιότητα τής δουλειάς έμεινε βασικά αναλλοίωτη (αν μπορεί βέβαια να πει κανείς κάτι τέτοιο για μία δουλειά, κι ότι μπορεί να μείνει αυτή αναλλοίωτη, αν η ταχύτητα με τήν οποία πραγματοποιείται τό φαινόμενο – ή μάλλον οι διαφορετικές τελείως και αυξανόμενες ήδη ταχύτητες με τίς οποίες τό φαινόμενο τό ίδιο εκφράζεται, δεν κάνουν και τά ίδια τά πράγματα που τό φαινόμενο αυτό υποτίθεται ότι διαμορφώνει, να παίρνουν τά ίδια μια άλλη τελείως μορφή – και να γίνονται με άλλα λόγια αυτά από μόνα τους, ένα πράγμα που βράζει : )

Έφτασε η ταχύτητα η ίδια να γίνει φαινόμενο και να απαιτούσε ανάλυση πλέον για τό σύνολο τού χρόνου που είχε προηγηθεί (απαιτούσε εξέταση) : Έτσι ένα πρωί τήν ώρα που ξυπνούσα και καθώς σκεφτόμουνα ότι πρέπει να πάω να φτιάξω τόν ωραίο εκείνο πρωινό μου καφέ αναλογίστηκα μήπως η εικόνα που μού είχε περάσει μια στιγμή πιο πριν, ακριβώς τή στιγμή εκείνη σχεδόν δηλαδή από τό μυαλό, δεν έπρεπε να μέ κάνει να δω διαφορετικά (δηλαδή καθαρά) τή ζωή μου ολόκληρη και τή λογική μου μαζί, και όλα όσα με τή ζωή και τή λογική αυτή που είχα κάνει, προκαλούσα, άφηνα να μού πέφτουν στις πλάτες, και πέρναγα.

Γιατί δεν ήταν μια οποιαδήποτε εικόνα. Ήταν η εικόνα ενός πολύ μικρού κοριτσιού – ακόμα και όμορφου όπως μού λέγανε (αν και τό όμορφου δεν έπαιζε εδώ σημασία καμιά (επί τής ουσίας) πέρα από μία μόνο συγκεκριμένη και πολύ βασική : ότι ήταν αυτό τό οποίο θα ικανοποιούσε τή ματαιοδοξία τής μάνας μου στο να μέ δείχνει, και να μέ περιφέρει από δω κι από κει και έτσι θα βρισκόμουνα λοιπόν σε κείνο τό μέρος που δούλευε) : (εκείνο τό μέρος που έφευγε και μέ άφηνε πίσω με τή γιαγιά και τούς θείους μου μόνη αυτή όταν δούλευε) : (Καμία άλλη συνέχεια για τό απόγευμα εκείνο τό πράγμα αυτό δεν θα είχε, κι εγώ δεν θυμάμαι καθόλου τόν εαυτό μου απέξω εξάλλου και ούτε μέ ένοιαζε. Θυμάμαι τό από μέσα, κι αυτό ήταν στην κυριολεξία τό ζήτημα.) (Αυτό ήταν τό ζήτημα κι αυτό ήταν τό ξαφνικό τής ανάμνησης, και ό,τι τήν στήριξε). Γιατί δεν είναι τό ζήτημα ότι θυμήθηκα τίς γκρίζες τσίγκινες σκάλες (τήν εσωτερική αυτή τρύπα) και όλο τό μέρος και τό γραφείο και τούς ανθρώπους του (τίς άλλες γυναίκες) (γελαστές στα γραφεία τους (ελαφρά πολυάσχολες πρώτα) και ύστερα σηκωμένες από τά γραφεία τους, κάνοντας πέρα σαν με τά δυο χέρια ένα βουνό απ’ τό τραπέζι (μια μηχανή ένα πάκο τετράδια γραφομηχανή)) και τή διαδρομή : τήν μεγάλη θαμπή και τού απομεσήμερου διαδρομή που δεν τήν θυμάμαι καθόλου : πιασμένες από τό χέρι, πηγαίναμε λίγο πιο κει. Περπατήσαμε σε διάφορους δρόμους κρατούσα ίσως τήν αναπνοή μου γιατί μού άρεσε η ανάσα αυτή (μύριζε η μαμά δίπλα περηφάνεια χαρά ή και κέφι για μια έκπληξη που έπεται) και περπατήσαμε αργά μέσα απ’ τά κίτρινα και ροζ χρώματα τών τοίχων τού απογεύματος και πήγαμε κάμποσους δρόμους πιο κει : άγνωστους, ούτε μέ ένοιαζαν. Ούτε τίς ψηλές άσπρες σκάλες που ανεβήκαμε τής σχολής. Ούτε τήν απόλυτη ησυχία ώσπου να φτάσουμε στο γραφείο εκεί. Μια ησυχία σαν χρυσόσκονη σε ένα κουκούλι. Μια ησυχία με γάλα. Ούτε ξεχνάω τήν διαμόρφωση φυσικά τού δωμάτιου, και πώς ήτανε τά τραπέζια και οι γκρίζοι οι τοίχοι (εκεί μέσα) και τά παράθυρα : Αχ είναι μια τρέλα πώς μπορεί να τήν περιγράψει κανείς ; Θα μπορούσα να κάνω ένα σχέδιο (θα μπορούσα να ζητήσω από τή Μάχη να μού κάνει ένα σχέδιο) αλλά δεν χρειάζεται πια.

Λοιπόν, επειδή δεν ξεχνάω ποτέ τίποτα – και η μνήμη μου είναι τό μόνο πράγμα που μαζί με τό σώμα, και όπως κι αυτό, διαρκώς μεγαλώνει – όλα τά χρόνια που έφτιαχνα τή ζωή μου έτσι ώστε να μού αρέσει εμένα – να είναι όμορφη τόσο για μένα – και συνεπώς όλα τά χρόνια που προσπαθούσα ν’ αγαπάω (ανεμπόδιστα) εκείνους τούς άγνωστους άλλους – όλα τά χρόνια μ’ άλλα λόγια, ώς τότε, που η ζωή γινόταν αυτό που έχει γίνει, και οι σχέσεις γινόντουσαν αυτό που έχουν γίνει, και τά μαθήματα δινόντουσαν και παιρνόντουσαν με τόν τρόπο που αυτό έχει γίνει – ξέρω καλά ότι καμία σκηνή και καμία εικόνα ποτέ δεν ήταν κάπου πιο πίσω – παρά απλώς στο υπόβαθρο : ό,τι κι αν γινότανε, ήξερα καλά ότι έχουν περάσει αυτά – και αυτά σαν θαμπή σκόνη χρυσόσκονη ή και καφετιά σκόνη που σηκώνει απλώς ένα βιαστικό μαύρο αυτοκίνητο στον χωματόδρομο, βρισκόντουσαν όλα λίγο πιο πίσω : όλα στο βάθος πίσω απλώς : εκεί που τίποτα δεν χάνεται τίποτα σχεδόν δεν μετακινείται και όλα τά θεωρείς δεδομένα : Όμως με τή διαδικασία αυτή – με τόν τρόπο αυτής τής ζωής – με τόν τρόπο που κανείς δεν θέλει να ξέρει ποιος είσαι – μαθαίνοντας δηλαδή να μεγαλώνεις και να ζεις με τούς άλλους – επιμένοντας ν’ αγαπάς εκείνους τούς άλλους – που κανείς δεν θέλει να ξέρει ποιος είσαι – είναι και λίγο σαν να μην τά σκέφτεσαι πια : Ναι, έτσι ξύπνησα – ήταν πολύ πριν να πεθάνει οποιοσδήποτε – δεν υπήρχε άλλος θάνατος πέρα απ’ αυτήν τήν ζωή με τούς άλλους που επιμένεις να ζεις, με απόλυτη τήν σιγουριά σαν να μην σέ μετακινεί και σέ κλονίζει, σαν να μην σ’ έχει κλονίσει πια τίποτα, κι αυτοί επιμένουν να ζουν μ’ αυτήν τήν ανασφάλεια κι εκείνον τόν φθόνο για όσους δεν έχουν τίποτα που να τούς κρέμεται και τίποτα που να πρέπει να τό εκθέσουν, (αλλά μόνο όταν θέλουν απολύτως αυτές) – με λίγα λόγια ξυπνώντας μια μέρα (συνηθισμένη) κουρασμένη όχι ιδιαίτερα αλλά όπως όλοι απ’ αυτή τή ζωή όπου προσπαθείς να διατηρήσεις τόν εαυτό σου ολόκληρο (κι είναι σαν να περπατάς σ’ έναν χωματόδρομο μαζί με άλλους, και θέλοντας να βαδίζεις πάντα με τούς άλλους μαζί θυμώνεις κάποια στιγμή απλά ή βαρυέσαι (ή απλά αρχίζεις να νιώθεις αυτή τή φοβερή αίσθηση (περιφρόνηση ή οίκτο ή ανυπομονησία και τά λοιπά)) διαπιστώνοντας ότι οι άλλοι τρέχουνε θέλοντας να φτάσουνε κάπου αλλού – θέλοντας να φτάσουνε κάπου όπου θα μπορέσουνε μόνοι τους δηλαδή να ζήσουνε χωρίς να ’χουν ανάγκη εσένα ή κανέναν (έρωτα, μέσω τού οποίου θα εκτεθούν και θα κρεμαστούν πολύ πιο πολύ – απ’ ό,τι νιώθουν από μικροί να τούς εκθέτει αυτό που από τό σώμα τους εξέχει ανυπεράσπιστο – και παρακαλεί) κάνοντας πια τόση σκόνη τρέχοντας όλοι προς τά μπροστά που είναι σαν να σού τήν πετάνε στα μούτρα για να σού αλλάξουν εντέλει τό πρόσωπο – και βλέποντας και τό πρόσωπό σου καμία φορά στον καθρέφτη – επιμένοντας να λες ότι είν’ τό δικό σου – και όμως να πρέπει κάθε φορά για να τ’ αναγνωρίσεις καλύτερα να ξεπλένεις με άφθονα ντουζ στρώματα σκόνης που φιλοδοξούν να τό ακινητοποιήσουν και να τό κάνουν κάτι σαν άγαλμα ή να τό κάνουν σαν κάτι που να μοιάζει με απολίθωμα και ν’ ανήκει σ’ έναν δρόμο απολιθωμένο κι αυτό – ξυπνώντας μια μέρα και πηγαίνοντας – πριν πας ακόμα – να κάνεις καφέ – και με τήν ιδέα ακόμα τού καφέ και τήν προοπτική του – με τήν ιδέα ότι αυτό είναι μια παρηγοριά – μια από τίς ομορφιές τής ζωής – θυμώνεις που χρειάζεται παρηγοριά ξαφνικά η ζωή – που έχει καταντήσει να είναι κάτι τέτοιο ξαφνικά η ομορφιά στη ζωή – και τότε ίσως με τόν θυμό σου ανασύρεται η σκέψη ή η ανάμνηση (ή η παρηγοριά) αυτού που ήσουνα και συνεπώς, επιμένεις να λες, αυτού που είσαι : ανασύρεται έτσι μια δικαιολογία για όλο αυτό και θυμάσαι τότε πως ξέφυγες κάποια στιγμή απ’ τά χέρια τους ή αυτές μετά τά κοπλιμέντα και τά χάδια τους ξαναγυρίσανε στη δουλειά τους και τά γραφεία τους και σ’ αφήσανε ήσυχη, και βρέθηκες έτσι λίγο πιο έξω, λίγο πιο έξω από τό γραφείο τους μόνη σου, εκεί που μετά από έναν μικρό (και μίζερο ίσως, στενόν, αλλά όχι, ποτέ, δυσάρεστο διάδρομο) γινότανε ένα πράγμα σαν χωνί, ή σαν τρύπα, ή σαν καταπακτή ή σαν μπαλόνι από μέσα ή σαν κατακόμβη που τήν κοιτάς από τό βάθος της και από τό ύψος της, και πάντα από μέσα προς τά κάτω και προς τά πάνω έτσι μαζί δηλαδή, γκριζωπό και μετάλλινο, με λίγα λόγια βρέθηκες να χαζεύεις τόν εσωτερικό φωταγωγό αυτής τής σχολής (που για σένα δεν ήταν φωταγωγός, ήταν ένα περίπλοκο σύστημα σιωπηλό σκηνικό ή μυστικό παραπέτασμα από γκρίζες μετάλλινες σκάλες) (δεν ήξερες ακόμα τή χρήση τους και δεν υποψιαζόσουνα τί θα γινόταν) μόνη εκεί, ολομόναχη και δεν είναι ώρα τώρα να εξετάσω για ποιο λόγο (όλες αυτές οι γραμματείς δακτυλογράφοι και στενογράφοι σέ είχαν αφήσει εκεί) : σ’ ένα μέρος που ο εσωτερικός φωταγωγός αυτής τής σχολής πλαισιωνόμενος από μικρά σκοτεινά και τελείως σιωπηλά τότε παράθυρα ήταν δικτυωμένος σαν με μια ατέλειωτη γκρίζα κορδέλα από γκρίζες μεταλλικές γύρω σκάλες, που κατεβαίναν τσακισμένες ανά πλατύσκαλο από πάνω ώς κάτω και (λίγα λεπτά πριν αυτό ξεσπάσει και γίνει) κυριαρχούσε εκεί μια σιωπή μια απόλυτη βαθειά γαλήνη σαν μετάξι, που κανείς δεν μπορούσε να προφητεύσει τί μέλλει να γίνει – (παρά μόνο ίσως η ίδια αυτή η σιωπή, τώρα που τό σκέφτομαι, σαν να είχε μια ιδέα μεταλλαγής μέσα της αυτή η απόλυτη ακινησία) σαν κουκούλι μεταξοσκώληκα ώσπου ξάφνου θα γινόταν αυτό : αυτό που ήτανε μάλλον η ανάμνηση, ή μάλλον αυτό που προκάλεσε για πρώτη φορά τήν ταπεινωτική σκέψη να διαμορφώσεις σε λόγια τήν εικόνα εκείνη, τόν ήχο και τήν εκθαμβωτική σαν φως και σαν πολλαπλή ανάσα χαρά : ένας ήχος σαν κουδούνι ή σαν καμπάνα ή σαν καμπανάκι γεμάτο τρίλιες συνεχόμενο και νευρικό ακούστηκε και ξαφνικά τό καταπέτασμα τών ναών καταξεσχίστηκε στα δύο και στα διακόσια δύο και η ησυχία κι η ηρεμία και τό κενό εξαφανίστηκαν και από πόρτες παράθυρα και ποιός ξέρει τί άλλες τρύπες τριγύρω απ’ αυτόν τόν σωλήνα που χάζευα (περίμενα ; ) (ίσως όχι) τόν μαγικό ξεφυτρώσαν ξεπεταχτήκαν και τρέξανε (άρχισαν να τρέχουνε δηλαδή με φωνές αλλόφρονες και θριαμβευτικές προς τά κάτω) ατέλειωτα αγόρια ατέλειωτα μικρά και μεγάλα παιδιά : ήταν μαζί η μορφή τους, τά διαφορετικά πρόσωπά τους η όψη τους, τά διαφορετικά φτωχικά εκείνα ρούχα – τόσα μπορούσα να ξέρω μεγάλωνα σ’ ένα σπίτι που κυριαρχούσαν οι σνομπ : ήταν σαν τά φτωχά τά αγόρια αυτά – η κίνησή τους η ακάθεκτη σαν τήν βροχή πάνω γύρω από τό κεφάλι μου, και τό επιπλέον δώρο τών τρανταχτών τους φωνών που σηματοδοτούσαν τόν θρίαμβο : τί δώρο ήταν αυτό πάνω από τό κεφάλι μου που έπεφτε ; αυτό ήταν που σκέφτηκα, δεν σκέφτηκα εκεί, μισοκατεβασμένη τότε από τό κρεβάτι και έτοιμη να πάω να κάνω (τόν πρωινό μου) καφέ, δεν σκέφτηκα τότε ότι αυτό τάχα τόσον καιρό ποτέ δεν τό θυμόμουν, ή ότι είχε χαθεί και δεν υπήρχε και ξαφνικά τό ανακάλυψα : σκέφτηκα μόνο τή λέξη χαρά για πρώτη φορά σαν να είχε ένα νόημα καινούργιο (επειδή ήταν εξαιρετικά παλιό και πια πλέον απρόσιτο) : σκέφτηκα ότι ποτέ δεν είχα υπολογίσει σωστά πόσο μεγάλη πόσο θανατερά μεγάλη πόσο εκκωφαντικά θανατερή και απερίγραπτη μεγάλη χαρά είχε εκείνη η στιγμή : σκέφτηκα : τί φοβερή χαρά ήταν αυτή που είχα νιώσει τότε μικρή μ’ αυτά τά αγόρια από γύρω μου να πέφτουν στο κεφάλι μου σαν τήν βροχή : σχολούσαν και φωνάζαν ίσως γελώντας και κατέβαιναν θριαμβευτικά και μόνο εμένα δεν σκέφτονταν (θα ’πρεπε να ’μαι σαν τελεία γι’ αυτούς τότε εκεί) (μια άσπρη τελεία καλοστολισμένη από τή μαμά εκείνη με κείνα τ’ άσπρα τά γελοία μεταξωτά) αλλά εγώ τότε δεν τά ήξερα αυτά : όλα εκείνα τά ατέλειωτα λεπτά που ένας ήχος μετάλλινος και λεπτότερος και νευρικότερος από κείνον τού καμπαναριού και τής εκκλησίας συνόδευε τίς φωνές και τά κατεβατά τους εγώ νόμιζα ότι ανοίγουνε και ηχούνε οι σάλπιγγες τού παραμυθιού τού ουρανού σ’ ένα δώρο σαν προφητείας για μένα μονάχα (ένα δώρο απ’ αυτά που είμαστε τόσο πρόθυμες εμείς να δεχτούμε) (ότι θα μάς ερχότανε κάθε στιγμή, σαν να μάς ανήκε, κι οι ουρανοί να τό ξέρανε ότι θα μάς ανήκε, εκείνη τήν εποχή που δεν χρειάζεται καν να διεκδικήσουμε τίποτα, αλλά νιώθουμε ότι η ζωή (αυτό τό άγνωστο ατέλειωτο πράγμα) (είναι φτιαγμένη για να) μάς τά στείλει όλα στο κεφάλι και στα χέρια (τά μαλλιά τήν κοιλιά τά πόδια) σα δώρα που μάς ανήκουν) και νόμιζα ότι αυτό δεν είναι παρά (μαζί με τόν ήχο τής καμπάνας τόν θριαμβευτικό) (μαζί με τόν ήχο τών γέλιων και τών φωνών τους και τών ποδοβολητών τους και τών ρούχων τους και τών προσώπων τους, τόν θριαμβευτικό) δεν είναι παρά η ζωή που τώρα πια για τά καλά έχει αρχίσει. Η Νέα Ζωή.

Και δεν σκέφτηκα κατεβαίνοντας από τό κρεβάτι για να κάνω καφέ, παρά μονάχα αυτό – γιατί τά άλλα τά ήξερα : Τί χαρά! Θυμάσαι, μπορείς ν’ αντέξεις τήν ιδέα (τή μνήμη τήν πραγματικότητα) τώρα αυτής τής χαράς που ένιωσες τότε ; Μπορείς να θυμηθείς και ν’ αντέξεις τή χαρά απ’ αυτό που σέ φούσκωνε σε βαθμό αβάσταχτο (από χαρά) (απ’ αυτό που σέ άφηνε άναυδη) σε βαθμό που νόμιζες ότι αυτό είναι τό κανονικό, να γεμίζεις τόσο από χαρά που να νομίζεις ότι πρέπει να στηριχτείς καλά με τά δυο σου άσπρα πόδια παπούτσια στα καφασωτά κάτω σίδερα γιατί θα πετάξεις θ’ απογειωθείς σαν μπαλόνι και θα σέ χάσουν αυτοί που σέ ζητούσαν και κατεβαίνανε παρ’ όλο που δεν σέ κοιτάζαν καθόλου, προς τό μέρος σου χωρίς καλά–καλά να σέ βλέπουν σαν καταρρακτώδης βροχή με φωνές ενώ εσύ θ’ ανέβαινες και θα ’βγαινες από τόν φωταγωγό αλλά δεν ήθελες ν’ ανέβεις ούτε να πετάξεις γιατί η ζωή αυτή έπρεπε να ’ναι μαζί τους : μ’ αυτούς που γελάγανε αυτόν τόν άγριο βρυχηθμό θριάμβου για τήν ξαφνική ελευθερία ολονών : Σ’ ενοχλήσαν δηλαδή οι γυναίκες που βγήκαν από τό γραφείο όλες μαζί να σέ πάρουν από κει μην σέ πατήσουν τ’ αγριόπαιδα είπανε καθώς σχολάγανε : αυτά όλα υπήρχανε, μόνο η σκέψη ήταν τό καινούργιο, τό ταπεινωτικό (κι ήταν ταπεινωτικό γιατί δεν ήταν ούτε χαρά ούτε θρίαμβος αλλά ήταν μόνο παρηγοριά) :

Μπορείς να αντέξεις να θυμηθείς τόσο μεγάλη χαρά ; Μπορείς να τή θυμηθείς τώρα ολόκληρη αυτήν τήν χαρά ; θυμάσαι και μπορείς να αντέξεις να θυμάσαι έτσι τή χαρά τότε γι’ αυτή τή βροχή από αγόρια στο κεφάλι σου ;

 

από τό ανέκδοτο μυθιστόρημα «βιογραφίες αγνώστων»

 

 

 

 

φωτογραφίες : Robert Mapplethorpe, Marc Riboud

 

 

 

 

 

19 Νοεμβρίου 2018

στάχτες κατά σαρτόρις

 

 

 

 

εκεί είναι που δεν τόν ξανάδα αλλά κι εκεί είναι που δεν θα τόν πρόσεχα πια, εκτός κι αν μού μιλούσε κατανοητά και κανονικά πλέον. Κάτι που θα γινόταν, και δεν θα γινόταν, κατάλαβες ; Δηλαδή κάτι που έγινε και μαζί δεν έγινε, όταν ήρθε επιτέλους στο καφενείο (δεν είχα διαβάσει ακόμα τή δεύτερη εφημερίδα ολόκληρη – ήρθε σχετικά γρήγορα – ), κατάλαβες ; Όταν δηλαδή, μετά τίς πρώτες αγκαλιές και τά φιλιά, και τά διάφορα «ναι, σέ θυμάμαι», αρχίσαμε (θα έλεγε κάποιος που θα μάς έβλεπε από (πολύ) μακρυά) να μιλάμε : τώρα όμως πια, ό,τι και να σού πω, ξέρω ότι δεν πρόκειται να σε πείσω : γιατί όλα έγιναν άηχα πραγματικά (δηλαδή μόνο για μένα υπήρχαν) και δηλαδή σχεδόν πραγματικά χωρίς θόρυβο : (θυμάσαι τό τέλος που έχει η «πειθώ» τής Θείας Τζαίην ; (τό Θεία είναι τιμητικός τίτλος, όπως στην Κωμωδία, παρ’ όλο που η Ώστιν όντως ήταν και η αγαπημένη θεία για πολλές αγαπημένες της ανηψιές) : Έγραψε τό τέλος τού βιβλίου και δεύτερη φορά, παρ’ όλο που, με πόνους πολλούς, πέθαινε – τό ’γραψε και, με πόνους πολλούς, πέθανε : λοιπόν, σ’ αυτή τή σκηνή πρωταγωνιστεί μια συζήτηση, απ’ τήν οποία κάποιος ταρακουνιέται και συνταράσσεται και γράφει ένα γράμμα – δηλαδή αλλάζει καθοδόν τό γράμμα που έγραφε : παίζουν στο έργο δηλαδή και πρωταγωνιστούν ταυτοχρόνως τό γράμμα και μία συζήτηση μαζί : ευφυές τέλος, μοναδικό – που διεξάγεται όμως κατά βάθος στη σιωπή – γιατί και η συζήτηση, και τό γράμμα, δεν ακούγονται, παρά από κείνον μόνο.) Έτσι δεν μπορώ να σέ πείσω πως έγινε κανονική καταστροφή, γιατί όλα γίνανε σιωπηλά υπόκωφα και τελείως ανάκουστα – και όμως έγινε : πανωλεθρία, σπαραξικάρδια και κωμική, που οφειλότανε στη δικιά μου απλώς προκατάληψη ότι αυτός ήταν αυτός – πράγμα για τό οποίο πια δεν είμαι καθόλου σίγουρη (φυσικά δεν τού ανέφερα τά ορεινά θρανία, φυσικά δεν τού ανέφερα τίς λιποταξίες, ή τίς φυγοδικίες ή τίς υποδικίες – ούτε ασφαλώς τού ανέφερα τό ότι δεν μπορούσε να μιλήσει, και εξαρτήθηκε τότε από μένα και μέ παρακάλεσε – περίμενα να τά πει βέβαια φυσικά μόνος του : όμως αυτός δεν είπε τίποτα σχετικό, και ένα «σέ θυμάμαι» μόνο του δεν σημαίνει ασφαλώς και πολλά : μην θέλοντας να παραδεχτώ ότι έχω κάνει λάθος άνοιξα τότε κι εγώ κουβέντα ηλίθια, για πράγματα που μ’ ενδιαφέρουνε δηλαδή από καιρό (και από τήν αρχή–αρχή μάλιστα αν θυμάσαι) και επιπλέον για πράγματα που πρέπει, υποτίθεται δηλαδή, να τά ήξερε και κείνος, θέλω να πω για τό «όλον και τήν αλήθεια» τού ενός γερμανού, σε σχέση με τό «όλον και τό ψέμμα» τού άλλου γερμανού – τί βλακεία μου : (de profundis domine, suis–je bête που είπε, σε μια ανάλογη περίπτωση, και ο πιτσιρικάς ο γάλλος) : ο τρόπος με τόν οποίο τινάχτηκε και μού αντιτάχτηκε, γελώντας κιόλας με εξαιρετικά καλοσυνάτη συγκατάβαση, δεν είχε καμμία σχέση πια με κάποιον που δεν μπορούσε (έστω και σ’ έναν χαμένο πλανήτη τού παρελθόντος δηλαδή) να μιλήσει : εδώ είχαμε να κάνουμε με κάποιον που μιλάει και με τό παραπάνω, με έναν που ’χει γίνει σπουδαίος και όχι μόνο δεν ζητάει από τούς άλλους να μιλήσουν για λογαριασμό του, αλλά τώρα δεν έχει και καμμία διάθεση ν’ αφήσει τούς άλλους γενικά να μιλήσουνε, και να πούνε φυσικά τά δικά τους : δεν ξέρω από πού έβγαλε τό συμπέρασμα ότι είναι δηλαδή σπουδαιότερος από μένα, αλλά κάτι τέτοιο φάνηκε στη φωνή του : και φυσικά όπως πάντα συμβαίνει σ’ αυτές τίς περιπτώσεις, εγώ πάγωσα κι απομακρύνθηκα, και ουσιαστικά δηλαδή από κείνη τήν ώρα και μετά ήταν που (τελείως, αν και δεν φαινότανε δηλαδή) έφυγα : με άλλα λόγια ήταν – σε όλες του τίς εκφράσεις ευγενικός και συγκαταβατικός – και ποιος νόμιζε λοιπόν ότι είναι ; εκεί λοιπόν τότε, μέσα στην παγωνιά, κατάλαβα ότι δεν είχα καμμία σχέση πια με αυτόν τόν άνθρωπο (ο οποίος εξακολουθούσε να διατηρεί πάντως, κάτι μέρη, από τήν παλιά παιδική του ομορφιά) – ενώ στην πραγματικότητα δεν ήταν καν σίγουρο ότι επρόκειτο για καμμιά παλιά ομορφιά, ή και για παλιά ακόμα γενικά πράγματα) : Στην πραγματικότητα προσγειώθηκα απλώς τώρα δηλαδή και πάλι στην χώρα στην οποία δεν ήθελα να βρίσκομαι, ξανάρθα εδώ, και φυσικά δεν έβλεπα την ώρα να ξαναφύγω : Τίποτα δεν υπήρχε πια :

έτσι κατάλαβα πως η ιστορία απλούστατα είναι ανήλεη : ότι ο χρόνος δεν παίζει, καθόλου μαζί μου πλέον : ο πλανήτης τών αρχικών γεγονότων έχει φύγει, τόν χάνω, δεν μπορώ να τόν ξαναβρώ, έφυγε : «Μην τά μπουρδουκλώνεις όλα», μού είπε «δεν τά μπουρδουκλώνω, τά συνδυάζω», τού είπα, «Τρίχες και πίπες» μού είπε : «Αρχίδια μάντολες» τού είπα τότε κι εγώ, κάνοντας προσπάθειες να είμαι επίσης καθημερινή και κανονική : (εννοούσα δηλαδή, και από πότε έγινε διαπρύσιος κήρυκας τής σαφήνειας αυτός που τά ’λεγε πάντα τόσο μπουρδουκλωμένα ; ) Σηκωθήκαμε λοιπόν να περπατήσουμε (στην πραγματικότητα φεύγαμε, ήδη τό είχαμε υπόψη μας) (τότε λοιπόν πρέπει να έχασα τή δεύτερη εφημερίδα, καθώς θα τήν έριξα βιαστική κάπου παραδίπλα – ή τήν είχα ήδη ρίξει κάπου παραδίπλα όταν σηκώθηκα για να φιληθούμε τότε που μόλις ήρθε : η αλήθεια είναι ότι δεν μ’ ενδιέφερε γενικά η εφημερίδα) : Μ’ έπιασε απ’ τόν ώμο (αυτό τό αγκάλιασμα πολύ αν θες να ξέρεις μ’ αρέσει) και πιάνοντας τότε κι εγώ ζεστά τό χέρι του πάνω μου όπως τό είχε αφημένο στον δεξιό μου ώμο ακουμπισμένο χαλαρά τό ’πιασα και τού τό φίλησα – κατέβασε τό χέρι του αμέσως από τόν ώμο μου και ψηλαφώντας κάτω απ’ τή μέση τόν κώλο μου είπε «ωραία, σφιχτός είναι ακόμα» κατέβασα κι εγώ τό άλλο μου χέρι απ’ τή μέση του και τού ’πιασα τόν κώλο (δεν ήξερα να τού πω σφιχτός ή ξεσφιχτός, σφιχτός μού φάνηκε, πάντως τό ακόμα όπως καταλαβαίνεις μέ πάγωσε, πολύ παλιομοδίτικο κιόλας ήτανε) (κυρίως βέβαια σκεφτόμουνα τί βλέπουν οι αποπίσω γιατί περπατούσε κόσμος στον πεζόδρομο) όμως αυτός δεν ενοχλήθηκε απ’ ό,τι κατάλαβα καθόλου, και έτσι περπατούσαμε σιωπώντας, ο ένας με τό χέρι στον κώλο τού άλλου : όμως, κάτι που μέ απασχόλησε πάνω απ’ όλα, και κυρίως, από εκείνη τή στιγμή και μετά, ήταν αυτό που σα να μέ τσίγκλησε και να μέ τρύπησε με τρυπάνι, ήταν δηλαδή η σκέψη ότι τού φίλησα τό χέρι – και πέρα από τό ότι τό άφησε αυτός νεκρό στον ώμο μου και δεν φάνηκε να τού κάνει καθόλου εντύπωση, πέρα απ’ αυτή τήν τσαντίλα που ενώ εγώ τού φίλησα τό χέρι αυτός ούτε καν να τό κινήσει δεν καταδέχτηκε (θα μπορούσε ας πούμε με ένα δάχτυλο – σηκώνοντας μόνο τό ένα δάχτυλο, έχει γίνει κι είναι πολύ ωραίο – να μού χαϊδέψει τό σαγόνι) όχι, τό χέρι του έμεινε αναίσθητο και γι’ αυτό ίσως ακριβώς εμένα συγχρόνως μού κόλλησε μια εικόνα τότε από ένα βιβλίο τού φώκνερ, και γι’ αυτό αισθανόμουνα δύο και τρεις φορές γελοία : γελοία και ταπεινωμένη, γι’ αυτά που περίμενα γι’ αυτά που θυμόμουνα και γι’ αυτά γενικότερα που ήμουνα (στον φώκνερ βέβαια η φράση που κυριαρχεί είναι τό κορίτσι να μονολογεί έξαλλη από θυμό (αλλά καταβάθος με ντροπή) τρέχοντας πάνω–κάτω στο δωμάτιο «τού φίλησα τό χέρι, τού φίλησα τό χέρι», αλλά οι συνθήκες εκεί είναι τελείως άλλες : όπως ξέρεις ο φώκνερ έχει μια μοναδική ικανότητα να διαβλέπει κάτι ανείπωτες γυναικείες καταστάσεις – έτσι λοιπόν συνέλαβε (ομολογώ ότι κανείς δεν ξέρει πώς) τήν κρυφή σχέση τών γυναικών με τόν ηρωισμό τή γενναιότητα και τόν ιπποτισμό – και έτσι ακριβώς εκεί, στο βιβλίο αυτό έχει μια γυναίκα που θέλει να είναι ηρωική – ένα κορίτσι που ζώντας σε ηρωικές, και χαζές, εποχές αντιπαρέρχεται τό γεγονός πως η ίδια δεν μπορεί να βγει έξω στον κόσμο σαν ήρωας και κρέμεται από τόν (μελλοντικό και πιθανό) ηρωισμό τού άλλου (τόν οποίο, άλλο, (έχοντάς τον όπως η φαίδρα, πρόγονό της) δεν διστάζει να τόν προκαλέσει κιόλας αυτή πρώτη ερωτικά – χρησιμοποιώντας λίγο, δηλαδή υποτιμώντας λίγο, τόν έρωτα εδώ) και γίνεται ηρωική επιβάλλοντάς του, ή προτρέποντάς τον, να γίνει αυτός ήρωας – ένα βατερλώ με λίγα λόγια για τό οποίο ντρέπεται και μετανιώνει τήν ίδια στιγμή κι έτσι κλείνεται στο δωμάτιό της και χτυπιέται ολομόναχη δαγκώνοντας πιθανώς και τά χέρια της και φωνάζοντας σιωπηλά και ντροπιασμένα και λυσσασμένα και υπόκωφα : «τού φίλησα τό χέρι, τού φίλησα τό χέρι» –

 

οι συχνές, ενσωματωμένες και γι’ αυτό ανεξήγητες κι ανείπωτες αναφορές τού φώκνερ στην αρχαιοελληνική ανθρωπολογία (υπάρχει έρευνα για τήν υπόγεια σχέση τών δικών του «δομών αίματος» με εκείνες τού αισχύλου) (εδώ όμως, στο βιβλίο με τό οποίο ασχολούμαι εγώ (ένα από τά πρώτα του, που απορρίφτηκε άπειρες φορές από άπειρους εκδότες, και αναγκάστηκε πολλές φορές να τό αλλάξει και να τό συντομεύσει) τότε λοιπόν εδώ (στο σαρτόρις) όπου υπάρχει εκείνη η σκηνή τού φώκνερ με τό «τού φίλησα τό χέρι» βλέπουμε, σχεδόν επιδεικτική, τήν υπόγεια αναφορά του απ’ τη μια στον σοφοκλή κι απ’ τήν άλλη στον ευριπίδη – και τά δύο πάνω στο ίδιο πρόσωπο : απ’ τή μια δηλαδή η ηρωίδα του γίνεται «αντιγόνη» κι απ’ τήν άλλη «φαίδρα» : και μάλιστα οι αναφορές στην αντιγόνη είναι διπλές και πιο πολύπλοκες απ’ ό,τι οι αναφορές στη φαίδρα – γιατί η υπόθεση πατάει και εδώ όπως και στην αρχαϊκή θήβα πάνω στα αποκαΐδια ενός εμφύλιου, όμως στον φώκνερ η ηρωίδα επιμένει μεν στους παλιούς άγραφους νόμους, αλλά όχι όπως η αντιγόνη για να θάψει νεκρούς – εδώ θέλει ακριβώς να τούς διαιωνίσει, να συνεχιστεί η βεντέτα, να διαιωνιστούν στον αιώνα δηλαδή οι φόνοι. – Από τήν άλλη, η σχέση με τή φαίδρα είναι σαφώς  ελλειπτική, δηλαδή καθόλου συμμετρική ούτε αυτονόητη, και εντελώς ειρωνική ασφαλώς : φλερτάρει με τόν γιό τού άντρα της (και έτσι φτάνει να τού φιλήσει και τό χέρι) αλλά δεν είναι απολύτως σίγουρο ότι τόν έχει ερωτευτεί τόσο παθιασμένα όσο η φαίδρα τόν ιππόλυτο : εδώ η (ανώριμη) γυναίκα προκαλεί τό (ανώριμο) αγόρι, μέσω τού έρωτα, πάνω απ’ όλα για να κάνει ένα φόνο (και ας μην πάμε τώρα και στην κυρία μάκβεθ γιατί θα πάμε πολύ μακρυά) : όμως ο φώκνερ μάς στέλνει τόσο συχνά στην αρχαϊκή λογική που καταντάει ύβρις η αδιαφορία τών διαφόρων εδώ διαβασμένων για τό ζήτημα – από τήν άλλη βέβαια, δεν μάς ενδιαφέρουν οι διαβασμένοι ντόπιοι, ούτε καν σαν αδιάβαστοι τώρα : αυτό τό «τού φίλησα τό χέρι» προσγειώνει όμως τό έργο στην εντελώς σημερινή εποχή – ώς εμένα δηλαδή) : και αυτός ήταν ένας παρόμοιος τέτοιος διαβασμένος, κι αδιάβαστος, όπως αποδείχτηκε (πάντως μού ’κανε εντύπωση η εμφανής περιφρόνησή του προς τή λέξη «πίπες» – και σε μια πρώτη (και μετά από τόσα χρόνια) συνάντηση κιόλας – αυτός ο πουριτανισμός, ομολογώ, μέ πάγωσε – βέβαια τό ξέρουμε όλοι από χρόνια, δεν τό ανακαλύπτω τώρα, ότι οι λέξεις που εικονογραφούν διάφορες φάσεις τού γαμησιού θεωρούνται βρισιές – αυτή είναι η διαλεκτική τού έρωτα στον άθλιο πολιτισμό μας)

 

συνεχίσαμε λοιπόν να περπατάμε, εγώ τού φίλησα τό χέρι, αυτός μού είπε ότι ο κώλος μου κρατιόταν ακόμα και δεν είχε σουρώσει, κι εγώ είχα θελήσει απλώς να τού εξηγήσω τά σχετικά με τό όλον – αυτά που σού ’χα πει δηλαδή και σένα στην αρχή αρχή αν θυμάσαι – λες και ήθελα απλώς να τού εξηγήσω τό γιατί είμαστε εκεί και οι δυο στον πεζόδρομο  : όταν ο χέγκελ δηλαδή διατύπωσε τήν άποψη ότι τό όλον είναι η αλήθεια και ο αντόρνο τόν αντέκρουσε με τό ότι τό όλον είναι ψέμα, δεν νομίζω ότι τσακώθηκαν ακριβώς, και μάλλον δεν τσακωθήκαν καθόλου, διότι αυτό που εννοούσε ο ένας ήταν ότι Μόνο η αλήθεια κάνει τό όλον, και όταν ο άλλος συμπλήρωσε ότι Τό όλον είναι ψέμα, επέκτεινε απλώς τήν διατύπωση : για να τό καταλάβουμε όμως αυτό θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι όταν ο χέγκελ, που δεν κατάφερε να γίνει καθηγητής αλλά έμεινε δασκαλάκος για χρόνια (τήν ώρα που κάτι άλλοι αλαμπουρνέζοι είχανε ήδη τίς έδρες τους – σφιχτές και κωλοπετσωμένες) όταν ο χέγκελ λοιπόν είπε ότι τό όλον είναι η αλήθεια δεν ήθελε να πει τόσο πολύ ότι τό όλον (δηλαδή αυτό που κάθε μέρα συμβαίνει) είναι αληθινό με τήν έννοια ότι μάς εκφράζει και μάς ευχαριστεί, αλλά μάλλον ότι η αλήθεια δεν μπορεί ποτέ να είναι τό επιμέρους καθημερινό (η μια μόνο συνάντηση ας πούμε) κι ούτε μπορεί να βρεθεί μέσα στα κομματιαστά κομματάκια, αλλά ότι βρίσκεται μόνο μες στην συνολική γνώση τών πάντων : και τά κοίλα και τά αμφιθέατρα και τίς πίπες : (αυτό συμβαδίζει επομένως και με τήν πεποίθησή του ότι είναι αδύνατο να περιγράψει κανείς οτιδήποτε πραγματικά, αλλά ότι η περιγραφή ενός επεισοδίου από τήν ζωή ενός ανθρώπου χρειάζεται τήν πλήρη βιογράφηση τού ανθρώπου αυτού : (και ότι μόνο έτσι μπορεί να γίνει κάτι από τό επεισόδιο αυτό κατανοητό) : όταν λοιπόν ο αντόρνο ισχυρίζεται ότι Τό όλον είναι ψέμα εννοεί ότι η πλήρης ανάπτυξη τής ζωής μας είναι ψέμα διότι δεν μάς εκφράζει διότι εμείς είμαστε άλλοι και αλλού : εμείς δεν είμαστε δηλαδή αυτοί, είμαστε άλλοι, κι έτσι αυτό που συμβαίνει είναι ψέμα ακριβώς γιατί αποτελεί μέρος μόνο τής αλήθειας τού χέγκελ : για να φτάσουμε στην αλήθεια δηλαδή τού χέγκελ θα ’πρεπε να παραδεχτούμε πρώτα ότι δεν είμαστε μόνο αυτό (τό ελάχιστο και αξιολύπητο ας πούμε πάνω κει στον πεζόδρομο) που γίνεται, αλλά και οτιδήποτε άλλο (άγνωστο) δεν μπόρεσε ποτέ του να γίνει : με άλλα λόγια τό όλον είναι πολύ μικρό πλέον για μάς)

 

Και έτσι, πλησιάζοντας να χωρίσουμε, και καθώς εγώ έψαχνα πια για ταξί, «ε, σήμερα κάναμε και λίγο επίδειξη γνώσεων ο ένας στον άλλον, τήν επομένη θα τό διορθώσουμε» μού είπε χαμογελαστά και λίγο διδακτικά, και ίσως με ένα ίχνος υπονοούμενου προς άλλες, ερωτικότερες συνέχειες ώστε εγώ να συνειδητοποιήσω τότε ακριβώς, και μέσα σε μια νυχτιάτικη και χειμωνιάτικη έκλαμψη καθαρής και αστραφτερής αλήθειας, ότι δεν είχαμε πάρει μέρος καν στο ίδιο βράδυ : δεν περπατούσαμε καν στον ίδιο δρόμο : δεν είχαμε κάτσει καν στο ίδιο κοίλο : γίνονται βέβαια αυτά, έχουν συμβεί και άλλες φορές, και μάλλον γενικότερα πάντα συμβαίνουν : τού ήταν αδύνατο δηλαδή να φανταστεί ότι εγώ έψαχνα να σιγουρέψω τό γεγονός πως προερχόμαστε από τό ίδιο αμφιθέατρο, και πως, παρ’ όλον τόν χρόνο, είμαστε ακόμα κάπως ελαφρώς συγγενείς – δηλαδή καθισμένοι στα ίδια θρανία : ότι ακόμα δηλαδή δεν μπορούσαμε να μιλήσουμε καλά : και επειδή δεν είμαστε τελικά συγγενείς και μάλλον δεν είχαμε κάτσει ποτέ στα ίδια θρανία, και μάλλον μιλούσαμε και οι δύο θαυμάσια, κατέληξε εκείνος ότι βρισκόμαστε στον πλανήτη τών γνώσεων και τών επιδείξεων, τών ανταγωνισμών και τής έχθρας και τής βλακείας, που εκείνος είχε μάθει φαίνεται από χρόνια πολλά να περιδιαβαίνει : και τόν θεωρούσε και ωραίο πλανήτη απ’ ό,τι αποδείχτηκε : όχι, τίποτα δεν υπήρχε πια, και ό,τι θυμόμουνα ήταν μια στάχτη στο κεφάλι μου : ήμουνα στην αρχή έτοιμη να ερωτευτώ και στο τέλος κατέληξα αποσβολωμένη και επομένως τώρα έψαχνα απλώς για ταξί

αφού δεν γίνεται αλλιώς : ο έρωτας είναι ήρωας και μάλιστα πάνω στα χιόνια, όπως είπε ωραιότατα ο παπαδιαμάντης και όπως τό είπε εξάλλου συνοπτικά και ο μπρούνο, ναι ο τζορντάνο : μια ηρωική μανία – και ο σταντάλ επίσης όμως τό διατύπωσε καθαρά : ο έρωτας ξεκινάει από έναν (ακατανόητο συχνά) θαυμασμό : Εγώ λοιπόν τόν θαύμαζα πριν από χρόνια γιατί δεν μπορούσε να μιλήσει, είναι μεγάλο κατόρθωμα να μην μπορείς να μιλήσεις, και τώρα ξαφνικά έλεγε τρίχες και πίπες – δεν είχα τίποτ’ άλλο παρά να ψάξω λοιπόν για ταξί :

 

και έτσι θα έληγε η βλακώδης πανωλεθρία, πολύ γρήγορα, μόλις μερικές ώρες δηλαδή μετά : και έτσι θύμωσα εγώ η ίδια με μένα απλώς : θύμωσα που βρέθηκα με μια στάχτη στα χέρια δηλαδή ξαφνικά, σαν εκείνους τούς αρχαίους που παίρναν στάχτη από κάτω και κάλυπταν όλο τό κεφάλι τους, μολονότι εγώ δεν θα κάλυπτα κανένα κεφάλι, η στάχτη θα ήταν αόρατη και μόνο στο κεφάλι μου μέσα, και μόνο ο θυμός μου που θα είχα αφεθεί ν’ αφήσω κάτι να μέ τυλίξει ή να μέ σκεπάσει ολόκληρη, και που να μοιάζει εντέλει με αποτυχία, και μολονότι ήταν και μεγάλος ο θυμός, ήταν και μεγάλη η κατάπληξη για τό γεγονός ότι μπορούσα να νιώθω μαζί και λύπη και παγωνιά (πράγματα που μοιάζανε τόσο με τά ξεχασμένα και αφημένα πίσω) καθώς βρισκόμουνα στον πεζόδρομο σ’ ένα μέρος επίσης παλιό ξεχασμένο – τό εντελώς περίεργο πάντως είναι ότι όταν έπεσα στο κρεβάτι και πριν καν αρχίσουν τά όνειρα, μύρισα κάπου στο μαξιλάρι ένα υπόλοιπο από τό δέρμα του και τό μάγουλό του, σίγουρα από το φιλί που δώσαμε καθώς χωρίζαμε, και ξαφνιάστηκα λίγο με μένα τήν ίδια, με τό πόσο επίμονη και πιστή δηλαδή ήμουνα με όσα θυμόμουνα κι ας αποδεικνύονταν λάθος – γιατί όταν τελειώσει τό έργο, όλα φαίνονται γελοία – όλα είναι γελοία όταν τελειώσει τό έργο

αλλά όλα αυτά είναι άσχετα τής είπα στο τέλος, απλώς η απόδειξη τού ότι απέτυχα εντελώς, και μάλιστα τόσο γελοία, ήταν πάνω απ’ όλα τό γεγονός πως εκείνη τή μέρα αγόρασα τήν ίδια εφημερίδα τρεις φορές, πράγμα που τό κατάλαβα όταν η μέρα τέλειωσε, τόσο συγχυσμένη ήμουνα εκείνη τή μέρα, που είχε αρχίσει ζεστή, πολύ πριν γίνει παγωμένη, κι αυτό που μέ μπέρδεψε περισσότερο ήτανε ο θυμός μου όταν πάγωσε, μια που δεν ήξερα πώς να τόν περιγράψω.

 

«μέρες τοπίου» (ανέκδοτο μυθιστόρημα)

 

 

 

 

 

 

φωτογραφίες Fan Ho, Trent Parke

 

 

 

 

 

 

Επόμενη σελίδα: »

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: