σημειωματαριο κηπων

Απρίλιος 25, 2016

μεθ’ υμων με θυμον μετα θυμου και ανυποληψεως

 

 

 

βρεθηκα χτες το απογευμα στο κολωνακι και φοβαμαι οτι θα φανω μιζερη και μικροψυχη με τη σημειωση που θα κρατησω τωρα αλλά δεν ειναι αυτος ο σκοπος, για την αφελεια μου θελω να μιλησω και για το πώς ακομα εκπλησσομαι μερικες φορες μολονοτι κατα βαση τιποτα πλεον δεν με εκπλησσει λεω, λοιπον δεν ηταν εντελως τυχαια που βρεθηκα, βασικα ηταν μια μερα με πολλες δουλειες και οταν εχω πολλες δουλειες ο κανονας ειναι παντα να περναω στο τελος κι απο το χωριο μου, ετσι το λεω γιατι εκει οντας η πατρογονικη μου κληρονομια και η παιδικη γειτονια μου, και μολονοτι απο μικρη την απαρνηθηκα και την εγκατελειψα ασπλαχνα (για τη μαμα μου τουλαχιστον) δεν εχω ομως κι αλλο χωριο, οπότε όποτε πολλα να κανω εξω εχω, εκει πηγαινω στο τελος για δουλειες και για ψωνια και στην αρχη εκανα οντως μερικα ψωνια, επρεπε να παρω κι ενα δωρο για μια φιλη μου, πηρα και κατι κρεμες σωματος και προσωπου (ενα απ’ τα πραγματα που μου ’μαθε η μανα μου ηταν οτι οι γυναικες δεν πρεπει να φοβωνται να φροντιζουν το δερμα τους – και εδω που τα λεμε αυτο ειναι σωστο, και ειναι καλό που μου το ’μαθε μόνο που δεν το ’κανε για μενα, αλλά ειχε η ιδια εναν μεταφυσικο φοβο για τα ασχημα γεραματα στη ζωη ολων – και τη ζωη της) πρωτα κρεμες λοιπον, και μετα στο ωραιο μαγαζι για σοκολατακια, κι ισως και κατι αλλο ακομα που τωρα δεν το θυμαμαι, και εμεινα λοιπον βασικα καταπληκτη με τον καταπληκτικο τροπο που βρηκαν τοσο γρηγορα οι επιχειρηματιες να φοροδιαφευγουν παλι – ενω στην αρχη δηλαδη τού μετρου ολα τα μηχανηματακια για να πληρωνεις με καρτα δούλευαν, σιγα–σιγα ανακαλυψα οτι βρηκαν παλι οι απατεωνες (ολοι οι επιχειρηματιες στη χωρα κατα περιεργο τροπο ειναι απατεωνες) εναν τροπο να ξεφευγουν – την αρχη την εκανε το υποκαταστημα τού οτε (που δεν δεχοταν την καρτα μου με τιποτα, ενω η καρτα μου δεν ειχε, οπως αποδειχτηκε αργοτερα, κανενα προβλημα) και μετα, χτες για την ακριβεια, σε κανενα μαγαζι πια η καρτα μου δεν δουλευε : ενω δουλευε μια χαρα οταν πηγα στο ατιμί (εγω ατιμί το λεω, και οι πωλητριες ειδικα, οταν το ακουσουν κοιτανε πολυ ειρωνικα, κι αυτο με διασκεδαζει εγω αντιθετα τις κοιταω με αγαπη και οικτο) και σηκωσα τα λεφτα που δικαιούμουν και επρεπε, κι ομως στα μαγαζια που πηγα ολα μού ειχαν βγαλει την καρτα σκαρτη, αλλά σκαρτο ηταν το μηχανημα τους γιατι βρηκαν εναν τροπο δηλαδη να του κανουν καποιο κολπο και να το αχρηστευουν – κι αυτες ειναι οι στιγμες που ευχεσαι κατι αστειο κινηματογραφικο, να βρεθουνε ας πουμε πολλες πελατισσες μαζι την ιδια ωρα στο ιδιο μαγαζι και να χαρειτε την αμηχανια και την ντροπη τους των απατεωνων, αλλά ποτέ δεν γινονται αυτα, πληρωσα τοις μετρητοις, και βρηκαν παλι τροπο να φοροδιαφευγουν κι αυτο με θυμωνει πολυ, η ιδεα οτι νομιζουν οτι μπορουνε να κοροϊδευουν κι οτι νομιζουν οτι οι υπολοιποι ειμαστε ηλιθιες –

και καθως περιφερομουνα απο τη σκουφα στην πατριαρχου ιωακειμ και παλι πισω για να σηκωσω λεφτα απ’ την τραπεζα και να συνεχισω τις δουλειες μου προσεξα κατι πολυ περιεργο, εναν τροχονομο να ρυθμιζει την κινηση – και μου φανηκε πολυ παραξενο γιατι δεν χρειαζοτανε τροχονομος εκει, υπηρχαν φαναρια, και ποτέ δεν στεκοταν τροχονομος σε κεινο το σημειο – και καθως μού ειχε περασει πια ο θυμος και ειχαν τελειωσει οι δουλειες μου και ξαναπηγαινα στη σκουφα για να κατσω στο καφενειο να πιω εναν ωραιο καφε, επειδη ειχα ηρεμησει πια και εβλεπα λογικοτερα και καθαροτερα, ειδα οτι υπηρχαν κι αλλοι τροχονομοι, τι στα κομματια, δυο–δυο και τρεις–τρεις μαζεμενοι, για να κανουν παρεα ο ενας στον αλλον ητανε, τί ητανε, ηρεμοι ητανε, διαδηλωση δεν γινοτανε – δεν υπηρχαν φωνες, μεγαλη ησυχια επικρατουσε, και οπως ανεβαινα προς το καφενειο εβλεπα τη σκουφα αδεια δεν υπηρχαν αυτοκινητα μεχρι που ενα μπουλουκι κοσμος φανηκε στο βαθος σταματημενος σαν να περιμενε, πολυ περιεργος κοσμος, δεν ηταν διαδηλωση, κοσμος καταμαυρος, ολοι μαυροι, τί διαολο, πολυ μού εξαπτεται η φαντασια σε κατι τετοιες περιπτωσεις, και μια γριουλα ηταν εξω απο την εβγα και κοιταζε κι αυτη προς τα πανω προς τον κοσμο οπως και αλλοι σκορπιοι στα πεζοδρομια κοίταζαν προς τα πανω προς τον αη διονυση και της λεω με συγχωρειτε μηπως ξερετε τι γινεται, και μου λεει η κηδεια τού αρσενη, και ετσι καταλαβα και ησυχασα – διοτι οταν η κατασταση ειναι αγνωστη ολα ειναι δυνατα, αλλά οταν παρει ενα ονομα, οι δυνατοτητες περιοριζονται, και ετσι μπορεις να κάνεις σχέδια ανετα απεναντι στην πραγματικοτητα, να κανονισεις κι εσυ την πορεια σου και να πας να πιεις ησυχα εναν καφε – αλλά αναγκαστικα θα πλησιαζα πολυ τον ησυχο και ακινητο αυτον κοσμο γιατι το καφενειο μου ειναι εκει κοντα και ετσι αρχισα να παρατηρω, καταρχας πόσο ακινητοι ητανε, και κατα δευτερον πόσο πολυ κολωνακιωτες ητανε και ντυμενοι με τα καλυτερα τους, και κατα τριτον πόσο αμηχανοι ητανε απεναντι στο γεγονος μιας συναθροισης, δεν ητανε ατομα συνηθισμενα να βρισκονται ολοι μαζι σαν πληθος, το πληθος τούς ξενιζε, σαν να ηθελε ο καθενας να κανει επιδειξη σε πασαρελα τού εαυτου του, και επιδειξη ολης της υποβοσκουσας εχθροτητας, αντιπαλοτητας, μίσους, απανθρωπίας, διαχωρισμου, οπως σε μια επιχειρηση, εβλεπα δηλαδη τους επιχειρηματιες μαζεμενους, ολους αυτους που φοροδιαφευγουν, ολους αυτους που ’χουν τα μαγαζια που με κοροϊδευουν, ολη αυτη τη ζωη που σιχαινομαι : και ομως ολοι αυτοι πενθουσαν, ειχαν τωρα ολοι δικαιωμα να γινουνε σεβαστοι, μού θύμιζαν επισης το πασχα στην εκκλησια του αγιου νικολαου ή στη ριζαρειο οταν ημουνα μικρη που διασκεδαζα με την επιδειξη κουστουμιων φορεματων και θλιψης και τα δηθεν κατηφή ύφη στον επιταφιο και τα μετρημενα δηθεν χαρουμενα πανω–κατω τής λαμπαδας στην ανασταση, και τα κουνηματα τού κεφαλιου και τους ευγενικους και μετρημενους χαιρετισμους τού ενος οικογενειαρχη προς τον αλλον, και τα υποτονθορισματα και ψιθυρισματα που ομως ακουγοντουσαν περιφημα και παντα, απο εμας τα παιδια, του καθενος προς τη γυναικα του, εκεινος ειναι ο ταδε, αυτος ειναι ο αλλος, τι κανετε κυριε προεδρε, χαιρετε κυριε διοικητα, ω αγαπητε μου, υπηρχαν και μερικοι καθηγητες πανεπιστημιου που χρησιμοποιουσαν ακομα και δοτικη, καταλαβες αγαπητε μοι, τι γελιο που καναμε, παραλιγο να φαμε και ξυλο σε κατι τετοιες περιπτωσεις, και τελος παντων εγω θα πηγαινα για καφε – και οταν ηρθε ο καφετζης τού λεω με κοινωνικο υφος, ουτε που ξερω ακριβως γιατι, ειναι η κηδεια του αρσενη ε ; και μου λεει κι αυτος πολυασχολος κοιτωντας προς τη γωνία της σκουφα ναι τωρα μολις εφυγε ο τσιπρας – και τοτε επαθα τη δευτερη κριση θυμου και μού ηρθε νταμπλας και θυμηθηκα επιπλεον και τη μαυρη γυαλιστερη υπερκουρσα που αποχωρησε μολις πριν, με τους μαυρους γυαλιστερους τροχονομους μαζεμενους πεντεξη τριγυρω της που κουνουσανε και σα μαριοντετες τα χερια

και οφειλω να εξηγησω οτι δεν εχω τιποτα εναντιον του συγκεκριμενου ανθρωπου που πεθανε και ουτε μου ηταν ιδιαιτερα αντιπαθης, και τα κατσε καλα γερασιμε εγω τα ακουγα σαν πολυ πληκτικα και βερεσε διοτι ειναι η φυση τω πραματω τετοια που αποκλειεται οποιαδηποτε κινηση στα παιδευτικα πλεον να γινει, εδω και ετη πολλα, χωρις να σηκωθει σκονη και βουητο και χαλασμος και κουρνιαχτος – και ουδεις ξερει πλεον τι πρεπει ή τι δεν πρεπει να θελει να γινει ή για ποιο λογο να φωναζει ή αντιθετως να καθεται καλα, και τα παιδια ειναι λογικο πλεον να φωναζουν ακομα και ανευ λογου και να κανουν απεργιες απο τα μαθηματα καθοτι τα μαθηματα ειναι τοσο αιωνια πληκτικα και βαρετα και βλαβερα και εφοσον δεν διακρινεται διεξοδος απο ετη πολλα καμία, και συνεπως δεν ειχα τιποτα εναντιον του ανθρωπου

αλλά παρ’ ολ’ αυτα θυμωσα και προσπαθησα να καταλαβω γιατι θυμωσα και μαλιστα τοσο πολυ, να καταλαβω δηλαδη για να μπορεσω μετα να πιω τον καφε μου ησυχα, και κατεληξα οτι μαλλον ειχα θυμωσει διοτι ο κυριος αυτος που ηρθε εδω με την αριστοκρατια να πενθησει δεν ειχε παρει τα ποδια του να παει να πενθησει οταν επρεπε την αδελφη τού διάσημου μετασταντος, σε κεινη την κηδεια με τον λιγοστο κοσμο και τους ελαχιστους πολιτικους που ητανε ομως μια κηδεια πολιτικη και ο τωρα μεταστας μαζι με τους υπόλοιπους συγγενεις ειχε σταθει ορθιος πανω απ’ το φερετρο για οση ωρα κρατήσαν οι λογοι, και δεν κρατήσαν και λιγο, και φαινοταν συντετριμμενος οπως ητανε και ολοι αλλωστε, παλιοι συναγωνιστες και αριστεροι κι οχι του κωλου υπουργαρες και χαλκινα και πνευστα και μπαντες του δημου και τροχονομοι, και ετσι σιγουρα τα ηθελε η ιδια η Κιττυ, χωρις τηλεορασεις και κουστουμια

και γιναν ολοι οι θυμοι της μερας με τις κοροϊδιες ενα ολοι μαζι ενω ηξερα συγχρονως οτι εχω και αδικο, διοτι απο πού κι ωσπού να φταιει ενας αμορφωτος ψευτοαριστερος της δεκαρας που μεγαλωσε με ηρωες της αυταρχιας και της καταστολης απο πού κι ωσπού να ξερει την Κιττυ αφου αλλοι ητανε οι ηρωες του αυτουνου, κανας ζαχαριαδης κανας κολλιγιαννης κανας φαρακος, κανας ηθικον ακμαιοτατον, κανας τετοιος μαλακας τελος παντων, που του εμαθε να ψοφαει για υπουργιλικι και πρωθυπουργιλικι και να υποκλινεται στις υπουργαρες ζωντανες ή νεκρες, τί φταιει που δεν ηξερε να υποκλιθει στην Κιττυ αφου αυτα τού αξιζουνε, αυτες τις ρεβεραντζες ποθει η ψυχη του και γι’ αυτες κλαιει, τι φταιει αυτος αν οπως ανεχομαστε την κοροϊδια με τα μηχανακια της εφοριας, ανεχομαστε την κοροϊδια αυτουνου και τον ψηφιζουμε, κι οπως εκανα αυτες τις μαυρες σκεψεις άρχισαν και να ηχουν τα τυμπανα και να παιζουν πενθιμοτατα τα χαλκινα εμβατηρια, και χαλασε ο κοσμος απο τα ριγη και τα πενθη, και χτυπήσαν κι οι καμπανες στη διαπασων και με ξεκουφαναν την ωρα που προσπαθουσα στα μαυρα χάλια να πιω τον καφε μου

 

 

 

ημερολογιο της 21ης απριλιου 2016

ο τιτλος παρμενος απο ενα ενωτιον του στρατη δουκα – εκεινος μού επισημανε οτι το μεθ’ υμων και το με θυμον, αν τ’ ακους μόνο, δεν διαφερουν.

 

 

 

πηγη

 

 

 

Advertisements

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: