σημειωματαριο κηπων

Ιανουαρίου 27, 2014

νίκος κούρκουλος : για τόν enzo traverso και τίς ρίζες τής ναζιστικής βίας

.

.

 

 

   τόν νίκο κούρκουλο τόν γνώρισα ως μεταφραστή τού δάντη – πολύ καιρό πριν απογειωθούμε στους αιθέρες τού διαδικτύου – και τόν αγάπησα και τόν ευχαρίστησα νοερά για τό βιβλίο καταρχάς που διάλεξε να μεταφράσει : τή «νέα ζωή», τή γενναία νέα τολμηρή και πρωτοπόρα για τήν ευρωπαϊκή μας πεζογραφική παράδοση vita nuova τού τοσκανού, που τήν ίδια εποχή περίπου τύχαινε να τή διαβάζω στην αγγλική της μετάφραση τού rossetti (καθότι ανίδεη από ιταλικά) : η μετάφραση (η τόσο καλή μετάφραση) στη γλώσσα μου, ήρθε σα δώρο : ήταν μάλιστα τό πρώτο βιβλίο τών «εκδόσεων τού 21ου» που διάβασα και χάρηκα ιδιαίτερα τήν τόλμη τού εκδότη (τό απόμακρο εκείνο 1996) να δεχτεί από έναν νέο, τότε, μεταφραστή ένα τόσο δύσκολο κείμενο – για μένα που δεν ήξερα τά προηγούμενα βιβλία τών εκδόσεων ήταν η καλύτερη δυνατή αρχή για έναν εκδοτικό οίκο δηλαδή, θέλω να πω –

   αυτό που εξέλαβα σαν καλό οιωνό πάντως, αποδείχτηκε στη συνέχεια και πρακτικά ακριβές, οι εκδόσεις (που είχαν ξεκινήσει νωρίτερα όπως αργότερα έμαθα, για τήν ακρίβεια τό ακόμα πιο μακρινό ’88) έχουν σήμερα εξελιχτεί σ’ έναν απ’ τούς σοβαρότερους εκδοτικούς οίκους που έχουμε, και ο νίκος είναι πια συστηματικός τους συνεργάτης και μεταφραστής. Μού επιτρέπεται να τόν λέω με τό μικρό του, γιατί, κάμποσα χρόνια μετά, μέσω τού διαδίκτυου δηλαδή τών (λίγων (και ωραίων)) βλογ στα οποία συχνάζαμε, γνωριστήκαμε και τόν θεωρώ φίλο μου (αυτό είμαι μονίμως περήφανη να τό διαπιστώνω…)

   ο νίκος είναι δηλαδή και διαδικτυακή περσόνα, αλλά τά κρατάει αυτά τά δύο ξεχωριστά, πράγμα που οφείλουμε να σεβόμαστε – άλλωστε όλοι λίγο–πολύ ως προς αυτό στο ίδιο καζάνι βράζουμε –

   πολλές φορές ώς σήμερα θέλησα να αναφερθώ στις εξαιρετικές του λοιπόν μεταφράσεις, αλλά όλο κάτι άλλο τό πήγαινε πίσω (νομίζω κυρίως γιατί μια δουλειά για κάποιες απ’ τίς μεταφράσεις τού νίκου θα είχε πολλή δουλειά) : Ο μεγαλύτερος πειρασμός μου μέχρι τώρα ήτανε πάντως να γράψω για τό μονταγιού (αφού άφηνα βέβαια τή μετάφραση τού δάντη στην άκρη, γιατί θα έπρεπε μάλλον, αν ήθελα να είμαι συνεπής με τό στυλ τών «κήπων», να τήν ανεβάσω ολόκληρη και σε συνέχειες). (Για τό «μονταγιού» κάτι έχω πει με αφορμή τόν giordano bruno και τήν εξαφάνιση τών πρακτικών τής δίκης του, αλλά σίγουρα πρέπει να επανέλθω, είναι ένα θαυμάσιο ιστορικό βιβλίο γραμμένο σα μυθιστόρημα που είμαστε τυχεροί να τό έχουμε και σε εξαιρετικά ελληνικά)

   σήμερα όμως, με αφορμή τήν παρουσίαση τής τελευταίας μετάφρασης τού νίκου κούρκουλου, θα κάνω κάτι άλλο :

   τόν κατάφερα με λίγα λόγια να μού δώσει τό κείμενο με τό οποίο παρουσίασε ο ίδιος τό βιβλίο τού έντσο τραβέρσο «οι ρίζες τής ναζιστικής βίας», πριν λίγες μέρες : και επειδή βρίσκω τό βιβλίο, πέρα από εξαιρετικό αυτό καθεαυτό, και εξαιρετικά χρήσιμο για τίς μέρες που περνάμε, ορίστε λοιπόν :

 

 

Σχετικά με τις ρίζες της ναζιστικής βίας
…ή μάλλον σχετικά με κάποιες πλευρές τους

 

 

   Ο Έντσο Τραβέρσο είναι ιστορικός με σημαντικό έργο, αλλά δε θέλω να σας αραδιάσω εδώ τα βιβλία του και τις ακαδημαϊκές δάφνες του (αυτά μπορείτε να τα διαβάσετε αλλού), προτιμώ να σας συστήσω ένα κείμενό του όπου παρουσιάζει, κατά κάποιο τρόπο, την προσωπική του εμπλοκή με το αντικείμενο των ιστορικών του ερευνών. Στην Εισαγωγή του στο βιβλίο Διά πυρός και σιδήρου, έχει αφιερώσει ολόκληρο το δεύτερο κομμάτι της, καμιά δεκαριά σελίδες, για να δηλώσει ανάμεσα σε ποιες μνήμες μεγάλωσε (της ιταλικής Αντίστασης) καθώς και την εφηβική και νεανική του στράτευση. Όλ’ αυτά για να πω ότι, σε τέτοιου είδους βιβλία, έχει σημασία και το ποιος μιλάει, και από ποια σκοπιά βλέπει τα πράγματα.

   Περνώντας στο βιβλίο τώρα, και για να ξεκινήσουμε απ’ τον τίτλο, ο στόχος του έργου αυτού δεν είναι να αναζητήσει τα «αίτια» του εθνικοσοσιαλισμού, αναζήτηση που οδηγεί αναπόφευκτα ίσως σε κάποια ντετερμινιστική προοπτική, αλλά μάλλον «ρίζες». Ο Μαρκ Μπλοκ μιλούσε για μια «έμμονη ιδέα γύρω από την προέλευση», που είναι μια ασθένεια των ιστορικών, όπως έλεγε, και συνέχιζε ο Μπλοκ (αυτός ο μεγάλος γάλλος ιστορικός, που παρεμπιπτόντως έπεσε θύμα του ναζισμού ο ίδιος – ντουφεκίστηκε το 1944 για τη συμμετοχή του στην Αντίσταση), συνέχιζε λοιπόν ζητώντας να μην ξεχνάμε ότι «ένα ιστορικό φαινόμενο δεν εξηγείται ποτέ πλήρως έξω από τη μελέτη της δικής του στιγμής». Ως προς την αναζήτηση των αιτίων, ας μείνουμε σ’ αυτό το σχόλιο.

   Οι «ρίζες», από την άλλη, είναι στοιχεία που γίνονται ουσιώδη συστατικά ενός ιστορικού φαινομένου μόνο αφού έχουν πρώτα συμπυκνωθεί και αποκρυσταλλωθεί εντός του. Ή όπως το είπε η Χάνα Άρεντ : «Το γεγονός φωτίζει το παρελθόν του, δεν θα μπορούσε όμως να συνάγεται από αυτό».

   Για παράδειγμα, μπορούμε να πούμε, με ανάλογο τρόπο και ακολουθώντας το συγγραφέα, ότι το Άουσβιτς είναι εκείνο που «επινόησε» τον αντισημιτισμό – καθώς ανάδειξε σαν μια συνεκτική, συσσωρευτική και γραμμική διαδικασία ένα σύνολο αγορεύσεων και πρακτικών που, πριν το ναζισμό, είχαν θεωρηθεί παράφωνες και ετερογενείς, και συχνά εντελώς αρχαϊκές, σε διάφορες χώρες της Ευρώπης. Κι εμπνεύστηκε, ο Τραβέρσο, από την ανάλογη φράση του Ροζέ Σαρτιέ : «Η Γαλλική Επανάσταση είναι εκείνη που επινόησε το Διαφωτισμό».

   Το ζήτημα είναι λοιπόν να συλλάβουμε τα στοιχεία ενός πολιτισμιακού πλαισίου στο οποίο εντάσσεται το ναζιστικό καθεστώς, στοιχεία που το διαφωτίζουν και γίνονται, αναδρομικά, οι «ρίζες» του. Αυτό το πλαίσιο είναι βέβαια η Ευρώπη και ο δυτικός κόσμος στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα. Ένα υπόβαθρο από πρακτικές, νοοτροπίες και ιδεολογίες, διάχυτες σ’ αυτό το περιβάλλον, ευνόησαν την εμφάνιση και την ανάπτυξη του ναζισμού, ή της ναζιστικής σύνθεσης όπως προτιμάει να τον ονομάζει ο Τραβέρσο.

   Κάπως γρήγορα και συνοπτικά, οι πολιτισμικές ρίζες του ναζισμού, κατά τον Τραβέρσο πάντα, εντοπίζονται στον μακρό 19ο αιώνα, δηλαδή στην εποχή που φτάνει ώς το 1914, αφενός σε μια σειρά θεσμούς (η φυλακή, ο στρατώνας, το εργοστάσιο) που διέπονται από ένα σύνολο νέων αρχών (πειθαρχία του χρόνου και των σωμάτων, εξορθολογισμός της διοίκησης, υποταγή στις μηχανές), αφετέρου στην κατάχτηση και αποικιοποίηση του εξωευρωπαϊκού χώρου, ιδιαίτερα της Αφρικής. Σε τούτα τα γεγονότα αντιστοιχεί, στο ιδεολογικό επίπεδο, η κατασκευή ρατσιστικών στερεότυπων που αντλούν κατά πολύ στοιχεία από τον επιστημονισμό του fin de siècle, του ύστερου 19ου αιώνα : ο «ταξικός ρατσισμός» θέτει σε όρους «φυλής» και μέσα από την έννοια της «έμφυτης εγκληματικότητας» το κοινωνικό ζήτημα, δηλαδή το πρόβλημα των εργαζόμενων τάξεων, ενώ κερδίζει έδαφος μια νέα ερμηνεία του πολιτισμού, βασισμένη πάνω στα μοντέλα του ευγονισμού και του κοινωνικού δαρβινισμού, που συνδυάζεται με την ιμπεριαλιστική αγόρευση σχετικά με την «εξαφάνιση των κατώτερων φυλών», θεωρητική νομιμοποίηση των αποικιακών γενοκτονιών. Αναδύεται τέλος μια νέα εικόνα του Εβραίου – στηριγμένη κατά πολύ πάνω στη φιγούρα του διανοούμενου – που χρησιμοποιείται ως μεταφορά για μια υποτιθέμενη ασθένεια του κοινωνικού σώματος. Η έκρηξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, που διαλύει τη μακαριότητα και τις ψευδαισθήσεις της φιλελεύθερης τάξης πραγμάτων, πραγματοποιεί μια σύγκλιση όλων αυτών των επιπέδων μέσα σ’ ένα περιβάλλον ασύλληπτης έως τότε βίας. Με το τέλος του Μεγάλου Πολέμου, και μπροστά στην απτή απειλή των εργατικών επαναστάσεων, το σκηνικό που επέτρεψε τη ναζιστική σύνθεση έχει ήδη στηθεί.

   Θα μιλήσω λίγο παραπάνω για μερικά μόνο από αυτά τα στοιχεία, πολύ επιλεκτικά, προηγουμένως όμως να περάσω σ’ ένα συμπέρασμα. Όχι ακριβώς συμπέρασμα, είναι κάτι που εννοείται μάλλον από όσα είπαμε προηγουμένως για τις «ρίζες», χρειάζεται όμως να το υπογραμμίσουμε, επειδή το υπογραμμίζει επανειλημμένα κι ο συγγραφέας, για ν’ αποφύγει μια επικίνδυνη, αλλά διόλου απίθανη, παρανόηση :

   Όλα αυτά τα στοιχεία, είπαμε, βρίσκονταν στην καρδιά του δυτικού πολιτισμού και αναπτύχθηκαν στην Ευρώπη του βιομηχανικού καπιταλισμού, κατά την εποχή του κλασικού φιλελευθερισμού. Ωστόσο, μπορεί μεν η βία και τα εγκλήματα του ναζισμού να ανήκουν στο κοινό κεφάλαιο της δυτικής κουλτούρας, μπορεί το Άουσβιτς να στάθηκε γέννημα του δυτικού πολιτισμού, όμως αυτό δεν σημαίνει, σε καμία περίπτωση, ότι το Άουσβιτς αποκαλύπτει κάποια βαθύτερη ουσία της Δύσης, αλλά μόνο ένα από τα πιθανά προϊόντα της. Δεν είναι η φυσιολογική της κατάληξη (αν υποθέσουμε ότι υπάρχει τέτοια κατάληξη), αλλά μια από τις πιθανές παρεκκλίσεις της – μπορεί μάλιστα να ερμηνευτεί σαν παθολογική της εκδήλωση.

 .

  

.

   Αυτή η επιφύλαξη ή διευκρίνιση με βοηθάει να εξηγήσω ότι μπορεί εγώ, τώρα μόλις, να απάγγειλα τρέχοντας ή να τσουβάλιασα βιαστικά όλες αυτές τις «ρίζες», όμως όλα αυτά τα στοιχεία δεν είναι αδιαφοροποίητα – υπάρχουν ποικίλες αποχρώσεις και διαβαθμίσεις.

   Μερικές φορές, κάποιες «καλές προθέσεις» μπορεί να οδήγησαν σε λιγότερο καλά αποτελέσματα και ένα παράδειγμα που δίνει ο συγγραφέας είναι η εξέλιξη τών μηχανισμών θανάτωσης, ξεκινώντας από τη γκιλοτίνα. Είπα καλές προθέσεις, αλλά να διευκρινίσω ότι είναι σε εισαγωγικά, γιατί πρόκειται για ατελώς καλές προθέσεις – εν πάση περιπτώσει εννοώ πράγματα που στηρίζονται σε κάποια εύλογη, σε πρώτη ματιά, επιχειρηματολογία. Είναι πολύ γνωστό ότι η γκιλοτίνα είχε επινοηθεί σαν ανθρωπιστικό μέτρο – και ξέρουμε πράγματι από χίλιες αφηγήσεις κι απεικονίσεις την αγριότητα των εκτελέσεων του παλιού καθεστώτος, τα φριχτά και ατιμωτικά μαρτύρια των καταδικασμένων, καθώς και ότι όλο αυτό το πράγμα, η εκτέλεση των ανθρώπων συνέβαινε σε μια βάρβαρη δημόσια τελετή, με το λαουτζίκο να διασκεδάζει – μια κατάσταση που φέρνει στο νου αρχαίες ανθρωποθυσίες. Και να μη μιλήσουμε για τα καθαρώς τεχνικά ζητήματα : στα 1381, ένας αρχιεπίσκοπος του Καντέρμπερι πέρασε ένα διόλου ευχάριστο μισάωρο στα χέρια ενός ατζαμή δήμιου, ώσπου να κατορθώσει επιτέλους ν’ αποχωριστεί το κεφάλι του – στην όγδοη προσπάθεια, διευκρινίζουν οι χρονικογράφοι.

   Η καινούργια συσκευή, η λαιμητόμος, απεναντίας, με τα λόγια τού Λαμαρτίνου, «είχε το πλεονέκτημα ότι δεν έβαζε να χυθεί το αίμα τού ανθρώπου από το χέρι και το χτύπημα, συχνά αδέξιο, ενός άλλου ανθρώπου, αλλά έβαζε να εκτελεστεί ο φόνος από ένα άψυχο εργαλείο, αναίσθητο όπως το ξύλο και αλάνθαστο όπως το σίδερο. Στο νεύμα του εκτελεστή, η λεπίδα έπεφτε από μόνη της […] και αποσπούσε το κεφάλι από τον κορμό με το βάρος της πτώσης της και την ταχύτητα της αστραπής. Καταργούσε τον πόνο και το χρόνο στην αίσθηση του θανάτου».

   Επιπλέον λίγο αργότερα, αμέσως μετά τη Γαλλική Επανάσταση, η εκτέλεση έχασε και το δημόσιο χαραχτήρα της και σταμάτησε να είναι δημόσια παράσταση. Θεωρήθηκε σωστό να συμβαίνει σε κλειστό χώρο και μακριά από τα βλέμματα – προσφέροντας έτσι κάποια στοιχειώδη αξιοπρέπεια στο μελλοθάνατο. Ναι μεν η δικαιοσύνη αποφάσιζε ότι πρέπει να πεθάνει, αλλά αυτό συνέβαινε σεμνά και πολιτισμένα – κι όχι σαν ένα θέαμα για τον όχλο.

   Ωραία και νηφάλια και πολύ ανθρωπιστικά όλ’ αυτά. Όμως, ένα πρόβλημα ήταν ότι η ίδια η ευκολία της διαδικασίας και η ίδια η έλλειψη φρίκης επέτρεπε, αφενός τεχνικά και αφετέρου συναισθηματικά, τον πολλαπλασιασμό της – μια σειριοποίηση του θανάτου, αν μπορούμε να το πούμε έτσι. Ένα άλλο πρόβλημα ήταν ότι οι δήμιοι άρχισαν να νιώθουν καλύτερα. Π.χ. μια γαλλική εφημερίδα του 1840 παρουσίαζε με αυτά τα λόγια τον κ. Σανσόν, εκτελεστή επί Λουδοβίκου–Φιλίππου και εγγονό τού τελευταίου δήμιου τού Παλαιού Καθεστώτος (ήταν, κι αυτοί, δυναστεία…) : «Ο σημερινός εκτελεστής διαφέρει πολύ από τον πατέρα του : δεν έχει, όταν μιλάει για το επάγγελμά του και τις λεπτομέρειες που συνδέονται με αυτό, εκείνη την αμηχανία, εκείνη την ενόχληση, εκείνη τη δυσφορία που έδειχνε ο προκάτοχός του. Απόλυτα πεισμένος για την ωφελιμότητα του λειτουργήματός του και των υπηρεσιών που προσφέρει στην κοινωνία, δεν θεωρεί τον εαυτό του κάτι διαφορετικό από έναν κλητήρα που εκτελεί μια δικαστική απόφαση και μιλάει για τα καθήκοντά του με αξιοσημείωτη άνεση».

   Περνώντας από την πραγματικότητα στη λογοτεχνία, με αφορμή δηλαδή ένα γνωστό διήγημα του Κάφκα (Στη σωφρονιστική αποικία), ο Τραβέρσο σχολιάζει : «Αδιάφορος για την τύχη των καταδικασμένων και εντελώς υποταγμένος στη μηχανή του, ο στενοκέφαλος υπάλληλος που έχει τοποθετηθεί εκεί έχει γίνει απλός χειριστής, αντικαταστάσιμος σε οποιαδήποτε στιγμή. Η συσκευή είναι κείνη που σκοτώνει, αυτός περιορίζεται να την επιτηρεί. Η εκτέλεση είναι μια τεχνική επιχείρηση και ο υπηρέτης της μηχανής είναι υπεύθυνος μόνο για τη συντήρησή της : η θανάτωση συμβαίνει χωρίς υποκείμενο».

   Τέλος λοιπόν του θανάτου–θεάματος, της παράστασης που πραγματοποιείται από τον καλλιτέχνη–δήμιο, της μοναδικής και ιερής αναπαράστασης του τρόμου – και αρχή της εποχής των σύγχρονων σφαγών, όπου η έμμεση εκτέλεση, που ολοκληρώνεται τεχνικά, εξαφανίζει τη φρίκη της ορατής βίας και ανοίγει το δρόμο στον επ’ άπειρον πολλαπλασιασμό της (συντροφεμένο, μεταξύ άλλων, από την ηθική αποποίηση ευθυνών του εκτελεστή, που περιορίζεται στο ρόλο τού χειριστή). Οι θάλαμοι αερίων θα είναι η εφαρμογή αυτής της αρχής στην εποχή του βιομηχανικού καπιταλισμού.

   Παράλληλα με τις εξελίξεις στους τρόπους θανάτωσης των ανθρώπων την ίδια περίπου εποχή συμβαίνουν κάποιες αλλαγές και στους τρόπους θανάτωσης των ζώων. Στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, γίνεται λόγος για εξορθολογισμό των σφαγείων.

   «Εγκατεστημένα κάποτε στο κέντρο των πόλεων, είχαν τώρα απομακρυνθεί από εκεί (όπως και τα νεκροταφεία) σύμφωνα με τις προδιαγραφές μιας υγειονομικής πολιτικής που απέβλεπε στην εξυγίανση των αστικών κέντρων : […] Ήταν πολύ λιγότερο ορατά και, ταυτόχρονα, απογυμνώθηκαν από κάθε γιορταστική και θυσιαστική διάσταση που είχε ως τότε συνοδεύσει τις σφαγές των ζώων. Αποκαλυπτικό σύμπτωμα μιας νέας ευαισθησίας και μιας αυξανόμενης δυσανεξίας απέναντι σε εξωτερικές εκδηλώσεις της βίας, το σφαγείο μαρτυρά αυτή την ανθρωπολογική μετάλλαξη που ο Αλέν Κορμπέν τη χαραχτηρίζει πέρασμα από τις “διονυσιακές παρορμήσεις” του παραδοσιακού σφαγιασμού στις “παστεριωμένες σφαγές” της σύγχρονης εποχής. Αυτή η μεταφορά των σφαγείων μακριά από το κέντρο των πόλεων συνέπεσε με τον εξορθολογισμό τους – άρχισαν να λειτουργούν σαν πραγματικά εργοστάσια. Αυτό ισχύει […] ιδιαίτερα για τα νέα σφαγεία του Σικάγου, που γνώρισαν μέσα σε λίγες δεκαετίες μια εντυπωσιακή ανάπτυξη. Εκεί τα ζώα σκοτώνονταν τώρα σε αλυσίδα, σύμφωνα με αυστηρά εξορθολογισμένες μεθόδους : συγκέντρωση στους στάβλους, θανάτωση, αφαίρεση των σπλάχνων, επεξεργασία των απόβλητων. Η Νοελί Βιάλ συνέλαβε σωστά τα γνωρίσματα του βιομηχανικού σφαγείου : μαζικό και ανώνυμο, τεχνολογικό και, στο μέτρο του εφικτού, ανώδυνο, αθέατο και, ιδανικά, “ανύπαρκτο. Πρέπει να είναι σα να μην είναι”».

   Δεν θέλω εδώ να μιλήσω για την αναλογία ανάμεσα στα σφαγεία των ζώων και τα ναζιστικά στρατόπεδα, που ήταν κι αυτά αόρατα για πολλούς Γερμανούς (το έχουν κάνει άλλοι, όπως ο Ζίγκφριντ Κρακάουερ και ο Χένρι Φριντλέντερ), αλλά μόνο να πω ότι αυτή η «νέα ευαισθησία» και αυτή «η αυξανόμενη δυσανεξία απέναντι σε εξωτερικές εκδηλώσεις της βίας» οδήγησε τελικά σε περισσότερους θανάτους και σε περισσότερο αίμα.

 

  

 

   Στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, πάλι, έγινε αγαπημένο θέμα λόγιων συζητήσεων η «εξαφάνιση των κατώτερων φυλών», κάτι που είχε θεωρηθεί μεγάλη επιστημονική ανακάλυψη της εποχής. Μπορούμε να το συνοψίσουμε σε μια παρατήρηση που κατέγραψε ο Δαρβίνος στα σημειωματάριά του : «παντού όπου εγκαθίσταται ο Ευρωπαίος, ο θάνατος μοιάζει να καταδιώκει τον ιθαγενή». Υπήρχε εδώ «ένας μυστηριώδης παράγοντας», που τελικά τον εξηγούσε ως εξής : «Όταν συναντιόνται δυο φυλές ανθρώπων, ενεργούν ακριβώς όπως δύο ζωικά είδη : μάχονται, τρώνε οι μεν τους δε, μεταδίδουν οι μεν στους δε ασθένειες, ως τη θανάσιμη πάλη, ώσπου εκείνη που διαθέτει τον καλύτερο φυσικό οργανισμό ή τα καλύτερα ένστικτα (δηλαδή, στους ανθρώπους, την ευφυΐα) να κατορθώσει να κερδίσει τη νίκη».

   Η «εξαφάνιση των κατώτερων φυλών» αποτέλεσε αντικείμενο μιας συνεδρίασης της Ανθρωπολογικής Εταιρείας του Λονδίνου, το 1864. Βλέπουμε εκεί ότι «ο ιμπεριαλισμός είχε θεωρητικοποιηθεί πάνω σε στέρεες επιστημονικές βάσεις, που συνοδεύονταν πάντα από μια γερή δόση βικτωριανής ηθικολογίας». Έτσι, αφού οι σοφοί διαπίστωναν ότι «η γοργή εξαφάνιση των ιθαγενών φυλών μπροστά στην προέλαση του πολιτισμού» σήμαινε ότι «το πεπρωμένο της Ευρώπης» ήταν να «ξανακατοικήσει τον πλανήτη», πρόσθεταν κάποιους προβληματισμούς όπως αυτόν εδώ, από τον Τόμας Μπέντισι : «Ορισμένοι φιλάνθρωποι, που δημιούργησαν ενώσεις για τη διαφύλαξη αυτών των φυλών, αποδίδουν την εξαφάνισή τους στις επιθέσεις, διά πυρός και σιδήρου, που δέχονται από τους εποίκους, και στις θανάσιμες ασθένειες που έφεραν αυτοί. Αυτό μπορεί να ισχύει σε κάποιο βαθμό, αλλά απλώς επιβεβαιώνει τα αποτελέσματα ενός ισχυρότερου νόμου σύμφωνα με τον οποίο η κατώτερη φυλή πρέπει τελικά να καταβροχθιστεί από την ισχυρότερη». Ή, στο ίδιο πνεύμα, για τον Μπέντζαμιν Κιντ, ήταν εντελώς ανώφελο, για το λευκό άνθρωπο, να επιδεικνύει τις φιλανθρωπικές αρετές του και τη χριστιανική του ηθική, γιατί ήταν ανεξάρτητα από τη θέλησή του, χάρι σ’ ένα ανθρωπολογικό και ιστορικό νόμο, μοιραίο και ανελέητο, που προκαλούσε το τέλος των «αγρίων» λαών : «Εκεί που μια ανώτερη φυλή έρχεται σ’ επαφή και σε ανταγωνισμό με μια κατώτερη φυλή, το αποτέλεσμα είναι πάντα το ίδιο», είτε επιτευχθεί «με τις τραχιές μεθόδους των καταχτητικών πολέμων» είτε με τις πιο ήπιες αλλά εξίσου αποτελεσματικές, «στις οποίες μας έχει συνηθίσει η επιστήμη».

   Βλέπουμε, θα έλεγα, μια σχέση αμοιβαίας επιβεβαίωσης ανάμεσα στον επιστημονισμό αυτού του είδους και στην αποικιοκρατία στην πράξη. Υπάρχει μια παλιά φωτογραφία, από τις αρχές του 20ου αιώνα, που εικονογραφεί πολύ ωραία αυτή την κυκλική σχέση. Είναι από τη γερμανική ΝΔ Αφρική (τη σημερινή Ναμίμπια), όπου το 1904 σημειώθηκε η εξέγερση των Χερέρο – η καταστολή της οποίας πήρε το χαραχτήρα πραγματικής γενοκτονίας. Για να μην πολυλογούμε και να μη σταθούμε σε φρικιαστικές λεπτομέρειες, μέσα σ’ ένα χρόνο, ο πληθυσμός των Χερέρο μειώθηκε από 80.000 σε 20.000. Αυτή η φωτογραφία λοιπόν, για την οποία σας μίλησα, δείχνει γερμανούς στρατιώτες να συσκευάζουν ανθρώπινα κρανία σε ξύλινα κιβώτια. Τα κρανία στέλνονταν στη Γερμανία, σε διάφορα πανεπιστήμια και ιδρύματα, όπου οι επιστήμονες, γνωστές αυθεντίες της εποχής (όπως ο εθνολόγος Φέλιξ φον Λούσαν, οι ανθρωπολόγοι Βίλχελμ Βάλντεγιερ και Όιγκεν Φίσερ) τα μετρούσαν και τα ταξινομούσαν, διαπιστώνοντας ότι ανήκουν σε μια κατώτερη, παρακμασμένη, εκφυλισμένη και προς εξαφάνιση φυλή – δηλαδή επικύρωναν τη σφαγή που μόλις είχε συμβεί, ότι καλώς έγινε, μέσα στα πλαίσια των φυσικών νόμων.

   Πριν καν οι ναζί μεταφέρουν τη λογική τών αποικιακών πολέμων στην ευρωπαϊκή ήπειρο, οι νόμοι της Νυρεμβέργης, η φυλετική νομοθεσία δηλαδή, προκάλεσαν σοκ στην Ευρώπη του ’30, καθώς έθιγαν μια ομάδα πλήρως ενσωματωμένη στη γερμανική κοινωνία και κουλτούρα, αντίστοιχα μέτρα είχαν όμως ήδη θεωρηθεί από όλες τις αποικιακές δυνάμεις φυσικά και φυσιολογικά απέναντι στο μη ευρωπαϊκό κόσμο και εφαρμόζονταν στις αποικίες.

   Κι εδώ μπορούμε ίσως να προσθέσουμε ένα χαριτωμένο ανέκδοτο. Ο Χάινριχ Σνέε, που στάθηκε ο τελευταίος γερμανός κυβερνήτης στην Αφρική, δημιούργησε, ή μάλλον ανάδειξε (γιατί δεν ήταν δική του δημιουργία), έναν ενδιαφέροντα όρο, τον όρο Verkafferung, που μπορούμε να τον μεταφράσουμε «καφροποίηση». Σύμφωνα με τον ορισμό του ήταν «η υποβάθμιση του Ευρωπαίου στο πολιτισμικό επίπεδο τού ιθαγενούς». Στην πραγματικότητα ήταν μια ασθένεια, ή ένα είδος εκφυλισμού, που απειλούσε όλους τους Ευρωπαίους που ζούσαν για πολύ καιρό στην Αφρική. Οφειλόταν βέβαια γενικώς στις συνθήκες ζωής σ’ αυτούς τους αγριότοπους, στο τροπικό κλίμα κλπ, αλλά ειδικώς και πολύ συγκεκριμένα στη συχνή και καθημερινή επαφή με τους έγχρωμους πληθυσμούς. Για να μη μας αφήσει καμιά αμφιβολία ως προς το τι είχε στο νου του, ο Σνέε διευκρινίζει ότι το χειρότερο δυστυχώς ήταν οι σεξουαλικές σχέσεις με τους ντόπιους ή τις ντόπιες. Τα κυριότερα συμπτώματα αυτής της τροπικής ασθένειας ήταν, πρώτον, μια κάποια απώλεια ή μείωση της ευφυΐας και, δεύτερον, η πτώση της παραγωγικότητας. Για την αντιμετώπισή της πρότεινε διάφορα φάρμακα, π.χ. ανάγνωση ευρωπαϊκών βιβλίων και ακρόαση ευρωπαϊκής μουσικής, Kultur γενικώς, αλλά αυτά ήταν μπαλώματα – η πραγματική θεραπεία του φαινομένου ήταν η πρόληψη : ένα καθεστώς αυστηρού φυλετικού διαχωρισμού, στη γραμμή αυτού που ονομάστηκε, σε μια άλλη αφρικανική χώρα, απαρτχάιντ.

   Αυτού του είδους ο επιστημονισμός δεν έστρεφε το βλέμμα μόνο στις αποικίες, αλλά έβρισκε εφαρμογή και στη μητρόπολη. Προσπερνώντας τον ευγονισμό και τον κοινωνικό δαρβινισμό (επειδή είναι πολύ γνωστά θέματα και θα έχετε ακούσει ήδη πολλά) να σταθώ λίγο περισσότερο στην κατασκευή της εγκληματικότητας (και στο σχετικό ηθικό πανικό που αναστάτωνε τις μεσαίες τάξεις). Κατά τον Τσέζαρε Λομπρόζο, τον πατέρα της εγκληματολογικής ανθρωπολογίας, η εγκληματικότητα αποτελεί ένα είδος βιο–ιστορικού αναχρονισμού : ο εγκληματίας είναι ένα άτομο που η ψυχοφυσική ανάπτυξή του έχει ανακοπεί και στο οποίο, συνεπώς, οι παθολογικές τάσεις μπορούν εύκολα να ανιχνευτούν με μια επιμελή ανθρωπομετρική ανάλυση. Με άλλα λόγια, ο εγκληματίας ήταν βασικά ασθενής κι αυτή του η ασθένεια ήταν κληρονομική (αν κι εν δυνάμει μεταδοτική επειδή ο ίδιος διέκρινε κι άλλες κατηγορίες ανθρώπων επιρρεπών στο έγκλημα) και μπορούσε να αποκαλυφθεί μέσα από διάφορες σωματικές ανωμαλίες.

   Στο L’ uomo delinquente (1876), ο Λομπρόζο απαριθμούσε λεπτομερειακά τα μορφολογικά γνωρίσματα του «εκ γενετής εγκληματία» : μαλλιά σγουρά και μαύρα ασφαλώς, γαμψή μύτη, βαριά σαγόνια και προγναθισμός, μεγάλα και πεταχτά αυτιά, τεράστια ζυγωματικά, μικρά μάτια με συχνό στραβισμό κλπ, κλπ, και, φυσικά, φιλήδονα και σαρκώδη χείλη. Οι ιστορικοί των ιδεών εντόπισαν ότι αυτό το πορτρέτο προέρχεται, βασικά, από την τυποποιημένη εικόνα τού ιταλού ληστή τού Νότου – πάντως, αφού χρησίμεψε ενδιάμεσα στο στερεότυπο του μπολσεβίκου με το μαχαίρι στα δόντια, κατάληξε στην καρικατούρα του Εβραίου – που έγινε τόσο θλιβερά διάσημη στη ναζιστική εικονογραφία, και γενικότερα στον αντισημιτικό τύπο του μεσοπολέμου.

   Η ειρωνεία είναι ότι ο ίδιος ο Λομπρόζο ήταν εβραϊκής καταγωγής, αλλά μέσα στους κόλπους της πολύ αξιοσέβαστης και καλλιεργημένης εβραϊκής κοινότητας του Τορίνου, δεν πρέπει να πέρασε ποτέ απ’ το μυαλό του η ιδέα για το πού θα μπορούσε να καταλήξει ή σε τι θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί το μοντέλο του.

   Πάντως, οπλισμένοι με αυτό το πορτρέτο, συν διάφορες κρανιομετρικές μετρήσεις κλπ, οι θεράποντες της εγκληματολογικής ανθρωπολογίας μπορούσαν να εντοπίσουν εύκολα τους εκ γενετής εγκληματίες, ακόμα κι αν δεν είχαν διαπράξει προς το παρόν κανένα έγκλημα (στην κυριολεξία, κατασκευή της εγκληματικότητας) και να λάβουν τα κατάλληλα προληπτικά μέτρα. Μια τέτοια ανακάλυψη μπορούσε να έχει ευρύτερη χρησιμότητα. Ο ίδιος ο Λομπρόζο ανάλυσε πενήντα φωτογραφίες κομμουνάρων και εντόπισε τον εγκληματικό τύπο σε αναλογία 12%. Αργότερα, μελέτησε φωτογραφίες στους φακέλους των αναρχικών που φυλάγονταν στην αστυνομική διεύθυνση του Παρισιού κι εκεί πέτυχε καλύτερο ποσοστό : το 31% ήταν γεννημένοι εγκληματίες.

   Έχει ενδιαφέρον να προσθέσουμε ότι ο Λομπρόζο δεν ήταν καθόλου αυτό που θα λέγαμε σήμερα «αντιδραστικός», αλλά ήταν ένας φωτισμένος λόγιος και κοινωνικός μεταρρυθμιστής, που π.χ. σε σχέση με τις πολιτικές αναταραχές, έκανε διάκριση ανάμεσα στην επανάσταση («φυσιολογικό φαινόμενο», που απορρέει από κοινωνικές αντιφάσεις και αδικίες και επομένως είναι θεμιτή) και τις εξεγέρσεις («παθολογικό φαινόμενο», που συνδέεται με την εγκληματική εκτροπή). Φυσικά, κατέτασσε τη σύγχρονή του Παρισινή Κομμούνα στη δεύτερη περίπτωση : οφειλόταν στην κακόβουλη δράση των εκ γενετής εγκληματιών.

   Την ίδια εποχή ο Αρτύρ Μπορντιέ, καθηγητής της Ανθρωπολογικής Σχολής του Παρισιού, ασχολήθηκε με δολοφόνους που παρουσίαζαν, κατά τη γνώμη του, γνωρίσματα «τυπικά των προϊστορικών φυλών», που «είχαν εξαφανιστεί στις σύγχρονες φυλές», όμως «επανεμφανίζονταν μέσω ενός είδους αταβισμού». «Κάτω από αυτό το πρίσμα – εξηγούσε –, ο εγκληματίας είναι ένας αναχρονισμός, ένας άγριος σε πολιτισμένη χώρα, ένα είδος τέρατος και κάτι συγκρίσιμο με το ζώο που, έχοντας γεννηθεί από γονείς από καιρό εξημερωμένους, τιθασευμένους, συνηθισμένους στην εργασία, επανεμφανίζει ξαφνικά όλη την αδάμαστη αγριότητα των παλιών προγόνων του».

   Είτε έφταιγε ο αταβισμός είτε η μιγάδικη επιμειξία (μια άλλη βασική αιτία της επανεμφάνισης πρωτόγονων συμπεριφορών στον πολιτισμένο κόσμο, κατά τους επιστήμονες της εποχής), το αποτέλεσμα ήταν ότι οι κατώτερες τάξεις, ή επικίνδυνες τάξεις, ή εργαζόμενες τάξεις ταυτίζονταν με τους «αγρίους» του αποικιακού κόσμου – κι έτσι οι κοινωνικές συγκρούσεις του βιομηχανικού κόσμου μπορούσαν να τεθούν σε όρους «φυλής».

   Σε σχέση με αυτό, ένα άλλο μοτίβο, αγαπητό στην αρθρογραφία της εποχής, ήταν η, θα έλεγα, καταραμένη φιγούρα του ναυτικού – χοντροκομμένου και ξεριζωμένου, συχνά ύποπτου για κανιβαλισμό σύμφωνα με μια διάχυτη φήμη (όλοι μπορούμε να σκεφτούμε καμιά δεκαριά μυθιστορήματα), που αποτελούσε ακριβώς μια άμεση σύνδεση, ένα ζωντανό δεσμό ανάμεσα στους αγρίους του εξωευρωπαϊκού κόσμου και τις πρωτόγονες φυλές του πολιτισμένου κόσμου, δηλαδή τους φτωχούς, αφού βρισκόταν σε διαρκή κίνηση ανάμεσα στα άθλια καταγώγια των ευρωπαϊκών λιμανιών και τις εξίσου άθλιες τρώγλες διάφορων ιθαγενών – όπου αναμειγνυόταν ελεύθερα (με όλες τις συνδηλώσεις του όρου) με τους μεν και τους δε.

 

  

.

   Ο Τραβέρσο σημειώνει ότι, ενώ ορισμένα «ίχνη» που άφησε πίσω της η χιτλερική αγόρευση έχουν αποτελέσει αντικείμενο βαθιών αναλύσεων της ιστοριογραφίας, κάποια άλλα, που αφορούν κυρίως τα «νοητικά εργαλεία» της, δεν έχουν τραβήξει ώς τώρα την αναγκαία προσοχή. Στηριγμένος σ’ αυτή την παρατήρηση, προτίμησα να μη σας μιλήσω για πράγματα που τα έχετε ίσως ακούσει πολλές φορές (δεν είπα π.χ. σχεδόν τίποτα για τα ίδια τα ναζιστικά στρατόπεδα ή για τον αντισημιτισμό), αλλά προτίμησα να ζουμάρω σε κάποιες λεπτομέρειες, λιγότερο αυτονόητες, του πίνακα που ξετυλίγεται σε τούτο το έργο.

   Κλείνοντας, όμως, να πάμε και λίγο πιο πέρα από όσα λέει το βιβλίο. Ξεκινώντας από μια παρατήρηση του Τραβέρσο, ότι μπορεί μέσα από την ανάλυση να εξημερώνουμε το παρελθόν και να καθησυχάζουμε κατά κάποιο τρόπο τον εαυτό μας (εμείς δε θα κάναμε ποτέ τέτοια απαίσια πράγματα!), ωστόσο (λέει ο Έντσο) «Τίποτα δεν αποκλείει, […] άλλες συνθέσεις, το ίδιο αν όχι περισσότερο καταστροφικές, να μπορέσουν να αποκρυσταλλωθούν στο μέλλον». Σε μια αναζήτηση (ή από κάποια ανησυχία) για ορισμένα από τα στοιχεία που θα μπορούσαν να χρησιμέψουν σε μια τέτοια απειλητική σύνθεση, θα ήθελα να μιλήσω λίγο για τις πιο πρόσφατες εξελίξεις του βιολογισμού (εννοώ : μετά την ακραία βιολογικοποίηση της πολιτικής που είχε επιχειρήσει ο ναζισμός).

   Θα έχετε προσέξει ότι διάφορες εκφράσεις που είχαμε με τη λέξη «αίμα» (π.χ. «τόχει, ή δεν τόχει, στο αίμα του») ακούγονται όλο και πιο συχνά εκσυγχρονισμένες : «Τόχει ή δεν τόχει στο DNA του». Αθώες κουβέντες ασφαλώς, επηρεασμένες από τα κλισέ της εποχής. Από την άλλη, κανείς δε θα μπορούσε να υποστηρίξει σήμερα ότι το αίμα κάποιου λαού έχει διαφορετική ποιότητα από το αίμα άλλων λαών – όχι, αν θέλει να παραμείνει ο λόγος του σε κάποιο επίπεδο που να μοιάζει επιστημονικό. Θα μπορούσε όμως να πει ακριβώς το ίδιο ανακατεύοντας γονίδια – δηλ. να κάνει μια πολιτική δήλωση δίνοντας την εντύπωση ότι μας μιλάει με την τελευταία λέξη της επιστήμης – και μάλιστα να περάσει έτσι αυτή την πολιτική δήλωση στο χώρο του αυτονόητου. Ο επιστημονισμός του 19ου αιώνα δε λειτούργησε πολύ διαφορετικά. Είναι αλήθεια ότι οι …ξέρετε ποιοι, δε φωνάζουν «DNA, Τιμή» – όχι, φωνάζουν «Αίμα, Τιμή», γιατί είναι εραστές του κλασικού και γιατί μεταφράζουν μόνο από τα γερμανικά της χρυσής εποχής, όμως ο πρώτος τυχών πρωθυπουργός μπορεί να δηλώνει ότι «ο ρατσισμός δεν είναι στο DNA μας», χωρίς να υποψιάζεται καν κάποια αντίφαση στους όρους της πρότασης που ξεστόμισε.

   Πριν λίγους μήνες μού έστειλαν μια αναγγελία για ένα βιβλίο που κυκλοφόρησε, στην Αγγλία, στην παλιά Οξφόρδη μάλιστα, με τίτλο G is for Genes (το Γ είναι για τα Γονίδια). Εκεί θα μάθουμε, λέει, ότι η «λεξούλα από γ», το γονίδιο, παραμένει δυστυχώς ταμπού στο χώρο της εκπαίδευσης και αυτό είναι αντίθετο τόσο προς την επιστήμη όσο και προς τον κοινό νου. Όμως, η χρήση της γενετικής θα μπορούσε να προκαλέσει μια ριζική μεταρρύθμιση (μία ακόμα), στον τρόπο που λειτουργούν τα σχολεία. Τέρμα πια στην εξετασιομανία του ελληνικού Υπουργείου Παιδείας (που έχει τόσες παρενέργειες)! Στο μέλλον θα γνωρίζουμε εξαρχής, με επιστημονικά τεκμηριωμένο τρόπο, ότι τα παιδιά των εργατών πρέπει να γίνουν εργάτες και τα παιδιά της ελίτ πρέπει να σπουδάσουν στο εξωτερικό.

 

 

εισήγηση τού μεταφραστή νίκου κούρκουλου για τό βιβλίο τού έντσο τραβέρσο «οι
ρίζες τής ναζιστικής βίας / μια ευρωπαϊκή γενεαλογία», εκδόσεις τού 21ου

η παρουσίαση που συνεχίστηκε με συζήτηση ωραιότατη έγινε στο πατάρι τού βιβλιοπωλείου «αργία» στην καλλιθέα, στις 22 ιανουαρίου

 

 

 

.

.

«…τά μετρούσαν και τά ταξινομούσαν, διαπιστώνοντας ότι
ανήκουν σε μια
κατώτερη, παρακμασμένη, εκφυλισμένη και
προς εξαφάνιση φυλή – δηλαδή επικύρωναν τή σφαγή που
μόλις είχε συμβεί…» (
κλικ)

 

 

 

 

 

 

Advertisements

Μαρτίου 1, 2012

η λολίτα

.

.

.

.

   είχα πάρει τή «λολίτα» να τή διαβάσω μικρή, αφενός γιατί βρισκόταν στη βιβλιοθήκη και αφετέρου γιατί βρισκόταν στα κρυμμένα τής βιβλιοθήκης ( : τό κρύψιμο είχε σκοπό να προστατέψει εμένα από επικίνδυνα διαβάσματα – αλλού έχω πει και θα λέω μάλλον για καιρό λεπτομέρειες γι’ αυτήν τή φοβερή (επίφοβη θαυμάσια καταπληκτική αφελή) διαδικασία τής ανακάλυψης, μπορώ απλώς τώρα να δηλώσω, έτσι για τήν ιστορία, ότι στα κρυμμένα ανακάλυψα μια φορά κι έναν ντοστογιέφσκυ – ας προσθέσω επίσης, για να κλείσω, ότι εμένα πάντως δεν μέ ανακάλυψε ποτέ κανείς (εγώ κρυβόμουν καλύτερα δηλαδή απ’ όλους…) : η «λολίτα» λοιπόν ήταν σε μια φτηνή έκδοση, μ’ ένα κακόγουστο εξώφυλλο, υποτίθεται πολύ τολμηρό, και είχε και τό ειδικό γόητρο τού βιβλίου που είχε περάσει από δίκη για ν’ απαγορευτεί – συνεπώς ήταν ό,τι έπρεπε για να τό ανακαλύψω και να τό διαβάσω με μεγάλη απόλαυση – αλλά αυτό ειδικά απ’ τήν πρώτη κιόλας πρόταση μού φάνηκε εξαιρετικά πληκτικό – γραμμένο από έναν άντρα μουτρωμένο γκρινιάρη και κλαψιάρη (τό χειρότερο είδος αντρών δηλαδή) : συνεπώς τό άφησα με απογοήτεψη πίσω στα ράφια και δεν τό τέλειωσα

   τό ξαναπήρα και τό διάβασα μεγάλη, γιατί είχε αρχίσει να μ’ εκνευρίζει ο μύθος του : και τότε τίποτα δεν ανέστειλε τήν αρχική αντιπάθεια, ενώ αντίθετα βρήκα τώρα και πλήθος πράγματα που τήν δικαιολογούσαν λογικά, και τήν εμπλούτιζαν : Και πια δεν μπορώ να καταλάβω πώς μπορεί να θεωρείται ερωτικό αυτό τό βιβλίο – εκτός κι αν τό δούμε διά τής εις άτοπον απαγωγής – όπως τό ίδιο δεν θέλει δηλαδή : έπαιξε ρόλο βέβαια, τήν εποχή που τό διάβασα, και τό ότι μπορούσα πια να απομακρύνομαι και να βλέπω τήν προσωπική μου εμπειρία να κατασταλάζει και να αποκρυσταλλώνεται : εμπειρία  μικρού κοριτσιού που μεγαλώνει – εμπειρία από άντρες που μικραίνουν : και που αποκαλύπτονται όλο και πιο φοβισμένοι, πίσω από τό προσωπείο τού μάγκα, τού στάλιν, τού χίτλερ, τού αριστερού τού δεξιού τού οικογενειάρχη, τού μισογύνη : που δεν έχει παρά έναν φόβο, μην αποκαλυφτεί πόσο η γυναίκα του αν μιλούσε θα έλεγε ότι τόν ξέρει διαφορετικόν από τό άγαλμα που έχει φτιάξει τού εαυτού του ο ίδιος. Οι άντρες αυτού τού είδους είναι για μένα απλώς χαζοί – και ο κόσμος ξεδιπλώνει επί σκηνής τό πραγματικό του τοπίο όταν γυρίσεις ανάποδα τό ηλίθιο είδωλο που έχουν κατασκευάσει αυτοί για τούς πλανήτες τή φύση και τόν έρωτα : και δεις και τόν εαυτό σου επομένως καθαρά στον καθρέφτη : ως λολίτα δεν σ’ αγαπάει δηλαδή ( : γιατί αυτό ήθελες πάνω απ’ όλα, να σ’ αγαπάνε) κανείς – νομίζουν απλώς ότι επειδή είσαι πολύ μικρή θα σού κρυφτούνε θα σέ κοροϊδέψουν και θα σέ μπερδέψουν – συνεπώς ως λολίτα μπορούν να σέ χρησιμοποιούν έστω για λίγο – γιατί έχουν τήν υποψία, που αποκαλύπτεται τελικά με τά χρόνια σωστή – ότι μεγαλώνοντας, η δύναμή τους να σού λένε πειστικά ψέματα θα εξασθενίσει έως εξαφάνισης : αυτό μισούνε και πάνω σου από τήν αρχή, τό ότι μια μέρα μπορεί να τούς δεις επομένως καθαρά – και τότε δεν θα μασήσεις τίς αρλούμπες τίς φιλοσοφίες τίς τέχνες και τίς φοβίες τους : εξαυτού και τό μίσος τους απευθύνεται εξαρχής στη γυναίκα όταν είναι μεγάλος άνθρωπος, ώριμος και ολοκληρωμένος δηλαδή – και τότε παίρνει τή μορφή τού συμβολικού έστω φόνου ενώ όταν απευθύνεται στα κοριτσάκια παίρνει απλώς τή μορφή τού εξωραϊσμένου βιασμού

   αυτή είναι και η πρώτη αντίφαση που θα συναντήσεις στον έρωτα, αν είσαι από τά κοριτσάκια που τούς αρέσουν οι ώριμοι άντρες : νομίζεις ότι κι αυτοί εκτιμούν τό πόσο ώριμη ήδη είσαι, ενώ αυτοί ρίχνουν όλες τους τίς ελπίδες στο πόσο ανίδεη είσαι ακόμα. [Πιθανώς τά αγοράκια που τούς αρέσουν οι ώριμες γυναίκες να συναντάν κάποιες αντιστοιχίες σ’ αυτό (θα τό σκεφτώ άλλη φορά – δεν είναι τής παρούσης : διαφορές από φύλο σε φύλο  δεν νομίζω ότι υπάρχουν πολύ μεγάλες όταν ο άνθρωπος κατακτά μια εξουσία απέναντι στους άλλους, και μάλιστα απλώς λόγω χρόνου : ίσως τά αγοράκια όμως να μην κακοπέφτουν και τόσο πολύ, επειδή οι γυναίκες που τολμούν να διαδηλώσουν μια τέτοια προτίμηση δεν είναι και πολύ συνηθισμένες – και συνεπώς μπορεί να είναι λίγο καλύτερες από τίς υπόλοιπες : η προσωπική μου εμπειρία μού λέει ότι κι αυτές πάντως έχουν μια τάση να ασκούν εξουσία – αλλά μάλλον τούς λείπει εντελώς τό μίσος : έχουν απλώς ένα απωθημένο, να αναγνωριστεί η ωριμότητά τους επιτέλους – και επιπλέον σίγουρα περνάν καλύτερα στο κρεβάτι απ’ ό,τι μ’ έναν γκρινιάρη μεγάλον (και σίγουρα υπάρχει μια χαρωπή αίσθηση αμαρτίας κι απ’ τίς δυο μεριές τότε (γιατί τό αγόρι έχει και τή μάνα του που τό κυνηγάει)) αλλά σίγουρα σηκώνει περισσότερη συζήτηση τό θέμα)]

   στο έργο τού ναμπόκοφ ξεδιπλώνεται λοιπόν κατά τή γνώμη μου γλαφυρή η γλώσσα τού ανέραστου που ελπίζει ότι μπορεί να νιώσει επιτέλους ερωτικός, μ’ έναν άνθρωπο που δεν έχει ακόμα ερωτική ζωή – και συνεπώς ελπίζει ότι δεν θα έχει καθόλου απαιτήσεις : η λολίτα είναι δηλαδή μια πρώτη πρώιμη έκδοση τής πλαστικής κούκλας με τήν οποία ένας άντρας ακοινώνητος θα έχει μια ψευδαίσθηση ερωτικής συνεύρεσης χωρίς προβλήματα. Δεν πρέπει φυσικά εδώ καθόλου να παραβλέψουμε τή μανία τού ναμπόκοφ να σκοτώνει πεταλούδες : να τίς πιάνει στο δίχτυ και να τίς καρφιτσώνει – δήθεν για να τίς μελετήσει (να μην ξεχάσουμε επίσης ότι «πεταλούδα» λένε σε πολλές γλώσσες οι άντρες τίς νεαρές γυναίκες που ζουν μια ανέμελη και άτακτη (και αμαρτωλή) ερωτική ζωή – είναι δηλαδή «ελεύθερες» σ’ έναν κόσμο αντρών που τίς θέλει σ’ αυτόν ειδικά τόν τομέα, απολύτως υποδουλωμένες)

   δεν ξέρω αν τό έχει ομολογήσει πουθενά ο ίδιος, αλλά πιστεύω ότι απ’ τήν ίδια του τή ζωή βγαίνει μάλλον αβίαστα τό συμπέρασμα ότι τό πάθος του να σκοτώνει πεταλούδες ήταν πολύ μεγαλύτερο, και διαρκέστερο, από τό πάθος του και για γαμήσι και για γράψιμο. Πάντως, τόσο τό ανυπεράσπιστο (όμορφο) έντομο στην απόχη του, όσο και η ανυπεράσπιστη μικρής ηλικίας γυναίκα (στη φαντασία του, τή ζωή του ή τό γραφτό του) είναι και τά δύο εύκολα κλεισμένα έως θανάτου στις χούφτες του : και όπως δεν έγινε εντομολόγος σπουδαίος, και δεν ήτανε (φαντάζομαι, βασίμως μάλλον) και εραστής, έτσι δεν υπήρξε και συγγραφέας καν σημαντικός : μέτριος μες στους κακούς, θα απολαμβάνει λοιπόν τή δόξα τού «ερωτικού βιαστή» ή τού «συγγραφέα», όσο οι γυναίκες θα παραμένουν καθηλωμένες στη διανοητική κατάσταση που τίς θέλει ο μύθος, όσο θα αρνούνται να δούνε ότι πρέπει να μένουνε δηλαδή «αιωνίως παιδιά» μόνο εφόσον έτσι δεν θα διαθέτουν κρίση ωριμότητα και ομιλία :

   τό βιβλίο τής δικιάς τους ζωής θα πρέπει πάντα να τό γράφει ένας άλλος

.

        

.

   έτσι ρώσοι άραβες και μη, θρήσκοι άθεοι και μη, γίνονται ευχαρίστως δολοφόνοι (συμβολικά και μη) τών γυναικών αν αυτές μιλάνε και δηλαδή κρίνουν : αλλά επειδή ο καιρός τής πυράς ενγένει έχει περάσει, αρκούνται στο να διαβάζουν τή λολίτα (εκείνοι που δεν έχουν ακόμα νόμιμο και θεσμοθετημένο τόν λιθοβολισμό και δεν σκοτώνουν για πολύ μικρότερα αμαρτήματα) – νοσταλγώντας τίς (φανταστικές) λολίτες τής δικιάς τους ζωής

   για ν’ αφήσω όμως τούς λιθοβολισμούς και τίς αγχόνες που ακόμα στήνονται στην ανατολή, να πω απλώς για τήν ευρωπαϊκή πυρά και τό ευρωπαϊκό κυνήγι μαγισσών ότι όσοι έχουν ασχοληθεί έστω και λίγο με τήν ιστορία ξέρουν πως τό πρότυπο τής μισητής (και «επικίνδυνης») γυναίκας, τό πρότυπο δηλαδή τής μάγισσας δεν είναι καθόλου ένα όμορφο μικρό κοριτσάκι αλλά αντίθετα η μεγάλη και έμπειρη («άσχημη και γριά») γυναίκα : και κάτι που αποκαλύπτει τόν πυρήνα τού αντρικού (χριστιανικού, και πάντως μονοθεϊστικού) φόβου για τόν έρωτα και ενγένει τή φύση, είναι ότι αυτή ακριβώς η γυναίκα παρουσιάζεται ως και επικίνδυνα και εφευρετικά (σατανικά στην κυριολεξία) ερωτική ( : όλες οι «ομολογίες» που έπρεπε να εκμαιευτούν απ’ αυτές – στον τροχό – και τά άλλα όργανα βασανιστηρίων – περιστρέφονταν γύρω από ερωτικά μόνο όργια)

   ο μύθος τής μάγισσας λοιπόν εμπεριέχει μια βασικότατη αντίφαση τής αντρικής (ενγένει ας πούμε μονοθεϊστικής) ιδεολογίας για τόν έρωτα : γιατί αυτή η ιδεολογία, στο «συνειδητό» της μέρος εικονογραφεί τή γυναίκα που μεγαλώνει ως «παροπλισμένη» ερωτικά, και στο «ασυνείδητο» και χωρίς αναστολές φαντασιακό της τήν αναγνωρίζει ως τόσο ενεργή και αποτελεσματική που να καταντάει απολύτως επικίνδυνη

   αντιστρέφοντας επομένως (στην απελευθέρωση τής φαντασίας του) τίς (παρήγορες) κατασκευές τής λογικής του, ο άντρας τούτος δω καθόλου δεν βλέπει ας πούμε σ’ εκείνη τήν «άσχημη γριά με τή σκούπα» μια ασήμαντη (κι ανύπαρκτη έως πεθαμένη) οντότητα, αλλά αντίθετα τόν πιο σημαντικό κίνδυνο τής ζωής του : τήν παντοδύναμη που θα τόν ξεσκεπάσει στην ανεπάρκειά του (από ερωτική άποψη) και στη βλακεία του (από διανοητική) : [Τηρουμένων τών αναλογιών ο φόβος αυτός μεταστρέφεται με όμοιο τρόπο σε ιδεολογία ανωτερότητας (αυτό που λέμε δηλαδή ρατσισμό) και από τή μεριά τών λευκών αντρών προς τούς μαύρους άντρες, λόγω τού διαδεδομένου μύθου και τρόμου τους ότι οι μαύροι τούς ξεπερνούν σε ερωτική δυναμική διότι έχουν μεγαλύτερα πέη. (Οι αντρικοί μύθοι ταξιδεύουν στο διάστημα τόν χρόνο και τήν ιστορία τόσο παγιδευμένοι στους φόβους που τούς γέννησαν, ώστε να αγνοούν σταθερά τή φύση και τίς ανάγκες, τόσο τών γυναικών όσο και τού έρωτα : Σίγουρα αν ρωτήσουμε τίς μαύρες γυναίκες που καταδυναστεύονται από τούς ρατσισμούς τών μαύρων αντρών τους δεν θα τίς βρούμε να απολαμβάνουν καμιά επιπλέον ευτυχία επειδή έχει αυτό ή εκείνο τό μέγεθος τό πέος τού μαλάκα που τίς καταδιώκει, τίς τιμωρεί, και τίς μισεί)]. Μ’ αυτόν τόν τρόπο λοιπόν ακριβώς η «μάγισσα» γίνεται τόσο επικίνδυνη ώστε να πρέπει να «καεί», και δυστυχώς όχι μόνο συμβολικά – κάτι εκατομμύρια γυναίκες (κατά τούς μπόσικους υπολογισμούς, εκατοντάδες χιλιάδες κατά τούς μίζερους, αλλά έχει εντέλει σημασία;) στον πλανήτη τούς (χριστιανικούς) αιώνες γνώρισαν πολύ καλά τή φρίκη που ’χει τό αντίθετο αυτού τού «συμβολικού» –

   αφού έχουμε φύγει όμως, οι ευτυχέστερες, από αυτήν τήν φρίκη, αρκούμαστε στους μετριοπαθείς άντρες, τούς νοικοκύρηδες, τούς επαναστάτες τούς καλλιτέχνες, και τελικά τόν ναμπόκοφ : προσέξτε πώς περιγράφει (όπως τό θυμάμαι τώρα) τή μεγάλη γυναίκα που έχει γεννήσει ένα κοριτσάκι και τό μεγαλώνει μόνη : ηλίθια φάλαινα : τή βλέπει ερωτευμένη (με τόν εαυτό του κιόλας, όχι τίποτ’ άλλο) και χωρίς αναστολές τήν μισεί : Αλλά και τό κοριτσάκι «ηλίθια φάλαινα» θα καταντήσει όταν θα τού φέρει αντιρρήσεις, όταν μεγαλώσει δηλαδή κι αυτό και γίνει γυναίκα που (προσπαθεί να) μάθει τί θέλει και (προσπαθεί να) μην είναι πλέον θύμα : Ήδη, πέρα από τίς σαχλαμπούχλες περί τού πόσο ωραία βρίσκει τά μικρά της ποδαράκια, από πολύ νωρίς αφήνει ο ίδιος (τόσο καλός συγγραφέας είναι) να διακρίνεται σαφώς ο τραμπούκος που θα τήν κοροϊδέψει κι αυτήν, με όποιους τρόπους βρει πρόσφορους, όταν ενηλικιωθεί – ενώ δεν θα έχει χάσει φυσικά τίποτα από τήν ομορφιά της (στα δεκαοχτώ ή τά είκοσι : αν ήταν δηλαδή η ομορφιά ακριβώς που τόν ενδιέφερε)

.

  

.

   αλλά έχει κι ένα στοιχείο που μπορεί να παγιδέψει τίς γυναίκες η «λολίτα» – και εξαυτού τού στοιχείου πιστεύουν μερικές φορές οι γυναίκες ότι τό βιβλίο τίς αφορά – και ότι είναι σχεδόν «δικό τους» (και σ’ αυτό δεν έχουνε και τόσο άδικο) : στο ότι τό κοριτσάκι είναι δηλαδή εκ φύσεως ερωτικό (έτσι «προκαλεί» με βλέμματα τόν γερασμένο νοικάρη τής μαμάς) – αλλά πρέπει να πούμε ότι δεν ανακάλυψε ο ναμπόκοφ πρώτος τόν φρόϋντ – οι γυναίκες τόν ξέρανε δηλαδή πολύ πριν καν γεννηθεί :

   ναι, τό κοριτσάκι, όπως όλα τά παιδιά, είναι εκ φύσεως ερωτικό, και η διαφορά είναι ότι στις περιπτώσεις όπως τής λολίτας δεν έχει καταστείλει τόν ερωτισμό του, δεν έχει δηλαδή καλοδεχτεί πάνω της κανένα «υπερεγώ», δεν έχει υποταχτεί, ούτε φοβηθεί, ούτε συμβιβαστεί (ακόμα) ( : δεν πρόκειται για τήν πλειοψηφία τών γυναικών : να είμαστε εξηγημένοι : αν οι γυναίκες ήταν όλες έτσι, ο κόσμος θα ήταν ήδη αλλιώς). Μού έκανε εντύπωση πάντως σ’ αυτό τό ζήτημα πόσο ο ναμπόκοφ χωρίς να τό θέλει τήν περιγράφει αρκετά σωστά : και επειδή είναι μέτριος συγγραφέας πιστεύω ότι μάλλον είχε τό κατάλληλο πρότυπο απ’ τή μια, όπως και τήν παρατηρητικότητα τού μαζοχιστή από τήν άλλη : όταν παραδείγματος χάριν τήν έχει απαγάγει και τήν τρέχει από δω κι από κει στα μοτέλ τής αμερικανικής επαρχίας για να βρει τρόπο να τήν πηδήξει με τήν ησυχία του, οι εφιάλτες της, και τό ότι δεν αφήνει τόν εαυτό της τίς νύχτες να κοιμηθεί, είναι εξαιρετικό «εύρημα» (έτσι θα τό’λεγαν εκείνοι οι «κριτικοί» που θάβουνε στη σιωπή κάθε γυναίκα αν με τή σειρά της θα θεωρούσε κι αυτή εφιάλτη τό να μιλήσει τή δικιά τους πεθαμένη γλώσσα) :

   διότι ακριβώς εδώ δεν πρόκειται για «εύρημα» ούτε για κατασκευή : απλώς οι άντρες συγγραφείς ανά τούς αιώνες «κλέβουν» τή ζωή τών γυναικών για να αποκτήσουν τήν ελάχιστη «οικουμενικότητα» που θεωρούν απαραίτητη – και όσο λιγότερο «παραποιούνε» τόσο «καλύτερα» γράφουνε. [Μεγάλο πρότυπο σ’ αυτήν τήν περίπτωση θα μπορούσε να θεωρηθεί η ευριπίδης, αν η παθιασμένη του μανία για δικαιοσύνη δεν τόν καθιστούσε εξοργιστικά μεγάλον, σχεδόν πέραν κάθε συγκρίσεως – και ακολουθούν ελάχιστοι, όπως ο σταντάλ ή ο φώκνερ… (για τόν ευριπίδη τό λέγαν ήδη οι σύγχρονοί του (αυτοί που τόν ονομάσανε και μισογύνη…) ότι αναμάσησε σχεδόν (αδι)άκριτα τίς απόψεις μιας γυναίκας με μόρφωση – τήν οποία σήμερα οι ίδιοι θα ονομάζανε χωρίς αναστολές μεγαλοπουτάνα – ο σταντάλ όμως (με όλο του τό έργο, και ιδιαίτερα, θα έλεγα, στον «λυσιέν λεβέν» και στο «περί έρωτος») και ο φώκνερ (με όλο μεν, αλλά ειδικότατα, θα ’λεγα επίσης, στη «βουή και τό πάθος», ή τό «ιερό», ή τό «ρέκβιεμ») πιστεύω ότι ανήκουν σ’ εκείνους – τούς ελάχιστους – που παρατήρησαν με προσοχή τίς ζωές και τά λόγια (και τά (άδοξα) πάθη) τών γυναικών γύρω τους όχι για να τίς κλέψουν (ή να τίς βιάσουν ως μωρά) – δηλαδή όχι επειδή τίς μισούσαν αλλά επειδή ακριβώς ως άντρες τίς αγάπησαν

   η αγάπη όμως για τίς γυναίκες σ’ αυτόν τόν κόσμο πληρώνεται ακριβά, και ναι μεν ο «μισογύνης» έχει πια μαζί του τούς αιώνες (ούτε κι αυτό είναι όμως τέλειο φάρμακο – ο νίτσε π.χ. δεν τόν κατάλαβε, ή δεν τόν γούσταρε, καθόλου) αλλά οι άλλοι δύο ούτε κατά διάνοιαν δεν χαίρουν (στο πλατύ κοινό) τής εκτίμησης που χαίρει ο μαλάκας ρώσος…]

.

       

.

   με τόν τρόπο που λειτουργεί η γλώσσα λοιπόν, και με τόν τρόπο που, για να βρεις τήν αλήθεια της πρέπει συνήθως να τήν αντιστρέψεις, να τήν γυρίσεις ανάποδα, και να διαβάσεις τά μέσα έξω – εννοείται ότι οι ώριμες γυναίκες εκτός από πουτάνες και μάγισσες και μέγαιρες πρέπει να είναι και ηλίθιες : αυτό είναι τό τίμημα τού να μην καταδέχονται να ευνουχίσουν (εκτός από τό σώμα τους) και τό μυαλό τους (για να παραμείνουν ες αεί γερασμένες λολίτες) : (τό ότι εξαυτού καταλήγουν ενίοτε και μήδειες, είναι κάτι που πρέπει να αναλυθεί και διά μακρών μια άλλη φορά). Έχω τή διάθεση πάντως να προσθέσω, καθαρά φιλολογικά, ότι ο παιδικός ερωτισμός δεν έχει γίνει αντικείμενο ευρύτερα καλλιτεχνικά παρά μόνο στη βουή και τό πάθος τού φώκνερ – όπου έχουμε μια άψογη επεξεργασία αυτής τής οπτικής στις σύγχρονες και αυτοχειριαστικές λεπτομέρειές της : τόσο τό μοναδικό κοριτσάκι τής οικογένειας όσο και τό μικρότερο αγοράκι (που, ενδεικτικά εδώ, είναι επισήμως «ηλίθιο») θα πληρώσουν ακριβά και διά βίου – η μεν δραπετεύοντας από τήν οικογένεια (και περνώντας εφεξής όλα τά συναφή συνεπακόλουθα τής ανταρσίας) ο δε ευνουχιζόμενος (κυριολεκτικά) από τήν ίδια τήν οικογένεια (παραδειγματικά μάλιστα : από τόν ίδιο τόν αρχηγό/πατριάρχη τής φάρας). Τό ότι ο ερωτισμός τού μπέντζυ τόν ωθεί να γίνει πάντως από παιδί ένα είδος βιαστής και αυτός, είναι χαρακτηριστικό τής καλλιτεχνικότητας όσο και τής απίστευτης μεγαλοσύνης τού φώκνερ, που μπορεί ακόμα και στο θύμα, όταν είναι αγόρι, να βλέπει έναν δυνάμει θύτη : Από τήν άλλη μεριά ο μεγαλύτερος αδελφός, με τόν έρωτα προς τήν ατίθαση αδελφή του καλύπτει αφηγηματικά, και όχι μόνο με τήν λεπτό προς λεπτό ανατομία τής αυτοχειρίας του, τόσο τήν ίδια τή «βουή», όσο και τό δίδυμο έργο της, τόν «αβεσαλώμ» ( : κι ας μην τό ’χω δει να επισημαίνεται πουθενά ότι αυτά τά δύο αποτελούνε δίπτυχο (μα κανείς, ούτε δω ούτε κει, δεν διαβάζει πια φώκνερ;)) ( : για τήν ακρίβεια, ολόκληρο τό «αβεσαλώμ, αβεσαλώμ» αποτελεί έναν μονόλογο έρωτα–μίσους  προς σύμπαν τό φωκνερικό σύμπαν (« – Γιατί μισείς τόν Νότο; – Δεν τόν μισώ, δεν τόν μισώ», όπως και τό έργο τελειώνει) απ’ τή μεριά τού κουέντιν με τό πρόσχημα τής αφήγησης «νότιων» ιστοριών προς τόν φίλο και συγκάτοικό του στο πανεπιστήμιο, μια μέρα ακριβώς πριν αυτοκτονήσει) : αυτός ο αιμομεικτικός έρωτας βαραίνει όμως με τέτοιον τρόπο στην ενγένει ηθική αδιαλλαξία ( : ανατρεπτικότητα) τού φωκνερικού έργου, ώστε αυτό δικαίως σχεδόν να μην μπορεί να γίνει έως σήμερα απόλυτα και νηφάλια κατανοητό – δηλαδή «αποδεκτό». Εν πάση περιπτώσει ο φώκνερ είναι ο μόνος μεγάλος που επεξεργάστηκε τόν ερωτισμό παιδιών προς παιδιά (τό πιο αντιπαθητικό ταμπού για όλους τούς «μεγάλους») (σταθερά και εκ παραλλήλου με τίς φυλετικές διακρίσεις) σε όλο του τό έργο με τή σιγουριά τής απροσδόκητης σκέψης του και με τήν απίστευτη καλλιτεχνικότητα τής ασυμβίβαστα εσωτερικής του γλώσσας – : που είναι πολύ σημαντικότερη από τού τζόϋς κατά τή γνώμη μου, γιατί στον ιρλανδό καταντάει σχεδόν ακατάληπτη, ενώ στον αμερικάνο έχουμε απλώς μια «άλλη» γλώσσα : πρέπει να θελήσεις  δηλαδή όχι απλώς να τήν καταλάβεις αλλά στην κυριολεξία να τήν «αναγνωρίσεις» (στα ελληνικά διαθέτουμε ευτυχώς τή «βουή» στην καλή μετάφραση τού νίκου μπακόλα)

   (δεν αντέχω να μην κάνω μια νύξη εδώ για τήν περίπτωση τού δάντη, όπου τό θέμα αποτελεί με τόν κρυπτικό τρόπο τού τοσκανού τήν εκ τών ών ουκ άνευ αρχή του : αλλά ασφαλώς η γενναία εισβολή τού θέματος από τόν (ωραίο μας) μεσαίωνα – με τόν έρωτα τής εννιάχρονης βεατρίκης και τού κατάπληκτου συνομήλικού της – μάς επαναφέρει με τούς πιο στενά καλλιτεχνικούς όρους σε μία τάξη η οποία και πριν και μετά θα διαταράσσεται συνεχώς : εξαυτού λες, η θυμωμένα παθιασμένη ιδιοσυγκρασία τού ιταλού θα συλλάβει τή μορφή τού έρωτα στον, κατά κυριολεξία ενιαίο αν και απαγορευμένο της χρόνο : Τό κοριτσάκι θα είναι ως παιδί έρωτας, και έρωτας πάλι ως γυναίκα – και ο έρωτας θα κρατήσει μια ολόκληρη (Νέα) Ζωή, τόσο μεγάλη όσο και μια Κωμωδία

   ο παιδικός έρωτας στον δάντη δηλαδή, θα μπορούσε να πει κανείς, αποτελεί απλώς τήν παρανυχίδα μιας πραγματικότητας μεγάλης όσο και τό χέρι που γράφει – η γυναίκα είναι μια μορφή τόσο ενιαία ώστε να μπορεί μεγάλη και ώριμη (έως νεκρή) να αποτελεί τόν οδηγό που θα τόν πάρει στην τελευταία ζωή τής ευτυχίας, συμβολικά (και, απ’ αυτήν τήν άποψη, πραγματικά και κυριολεκτικά) αναστημένη)

   (είναι γι’ αυτό – ας προσθέσω πάλι φιλολογικά – ενδεικτική η δευτερεύουσα σημασία που δόθηκε για αιώνες στην (πεζή) Νέα Ζωή σε αντιδιαστολή με τήν δόξα τής έμμετρης Κωμωδίας : κι αυτό έγινε πιστεύω επειδή η Vita Nuova όχι μόνο τόλμησε να είναι ένα αδίστακτα πρωτοποριακό κείμενο, αλλά και επειδή ακριβώς αρνήθηκε να χρησιμοποιήσει τίς «θεολογικές» μάσκες τής (θείας) Κωμωδίας και αναγνώρισε απλώς τόν παιδικό έρωτα ως αρχή τού παντός καθιστώντας τίς συνέπειες τής ανάμνησής του αιώνιες και άχρονες ( : εδώ και λίγα χρόνια έχουμε τήν τύχη να διαθέτουμε κι εμείς τή Νέα Ζωή μεταφρασμένη και δη εξαίρετα από τόν πολύ δικό μας (λόγω κοινών μ’ άλλα λόγια γλωσσικών απόψεων) νίκο κούρκουλο))

   ο παιδικός λοιπόν έρωτας είναι τόσο μισητό ταμπού στον πολιτισμό μας, ακριβώς γιατί αποτελεί πραγματική πυριτιδαποθήκη επί τών ηθών του : γι’ αυτό κυρίως οι «μεγάλοι» παρεμβαίνουν άτσαλα ή βίαια, με τόν δικό τους ενήλικο «ερωτισμό» εδώ, προσπαθώντας έτσι να εξαφανίσουν τήν αυτονομία τής παιδικής αυτάρκειας : μεταγενέστερα όλες οι ιδεολογίες τού φόβου (για τίς «παιδοφιλίες» τών μεγάλων ας πούμε) καθώς και η υστερική κατασκευή τής «παιδικής αγνότητας» (για τόν αν–ερωτισμό τών παιδιών) δεν αποτελούν παρά προσπάθειες να αναστραφεί τό είδωλο αυτής τής πραγματικότητας και να συσκοτιστεί η επανάσταση που καραδοκεί και πάλλεται στα βάθη τής ασυνείδητης επιθυμίας (όλων – όταν όλοι είναι αυτό που δεν θέλουν πια να θυμούνται – δηλαδή παιδιά) : η συσκότιση πετυχαίνει τότε ακριβώς επειδή πάνω της σείεται τό (έμπρακτο πλέον) φόβητρο τού βιασμού : Αλλά αυτή ακριβώς είναι και η νόθα, η κατασκευασμένη κατάληξη και μορφή που παίρνει τό πράγμα, όταν μπλεχτούν σ’ αυτό ακριβώς οι «μεγάλοι» :

   διότι εκεί ακριβώς που τό πράγμα συσκοτίζεται, είναι και εκεί που θα έπρεπε να είναι εντελώς καθαρό : από πότε δηλαδή θεωρείται λογικό και αυτονόητο ότι επειδή υπάρχει ερωτισμός, νομιμοποιείται (και δικαιώνεται) ο βιασμός; Σ’ έναν πολιτισμό που θα σεβόταν απλώς τή φύση – δηλαδή σ’ έναν πολιτισμό πραγματικά πολιτισμένο και άγριο – τά παιδιά θα μέναν ανενόχλητα – θα αφηνόντουσαν δηλαδή μόνα τους να λύσουν τό θέμα αυτό μεταξύ τους : οι μεγάλοι δεν έχουν καμία θέση εδώ. (Και όσοι θυμόμαστε τέτοια από τήν παιδική μας ηλικία, ξέρουμε ότι βία τότε δεν νοούνταν καν.)

   αλλά μια τέτοια προοπτική προκαλεί τόσο έξαλλη ζήλεια στον ενήλικα (που θεωρεί τό τέλος τής πορείας του ως τή μοναδική της πλέον φάση) επειδή θέλει να ξεχνάει, ακόμα κι αν έχει ζήσει κάποτε ο ίδιος κάτι ανάλογο στα βάθη τού ασυνείδητου παρελθόντος του, ότι τά θέματα αυτά μεταξύ τών παιδιών λύνονται απολύτως διαφορετικά – κι ότι μόνο όταν τά παιδιά έχουν αρχίσει να μιμούνται πια τούς μεγάλους υπεισέρχεται οποιαδήποτε μορφή βίας.

   απ’ αυτήν τήν άποψη ο φρόϋντ – ο πρώτος και μόνος εκτός τέχνης που διαπίστωσε τό πρόβλημα – δεν άντεξε, ως ενήλικας ούτε κι αυτός για πολύ να τό διαπιστώνει : φυσικά, επειδή ο παιδικός ερωτισμός αποτελεί τόν βασικό πυλώνα τής ψυχανάλυσης, δεν τόν απαρνήθηκε τυπικά ποτέ – γερνώντας όμως ο ίδιος τόν φόρτωσε με όσες περισσότερες περιπλοκές μπορούσε ώστε τελικά να τόν μετατρέψει σε κάτι σαν αρρώστια

   ο ίδιος μπορεί ως μοναχικός να συγχωρείται – οι υπόλοιποι, και μεταγενέστεροι ως κοπάδι, όχι

   με τήν συμβατική δηλαδή μορφή που έχει πάρει η ψυχανάλυση εξαιτίας τής ατολμίας τών επιγόνων – και ιδιαίτερα, θα έλεγα (σ’ αυτές έπεφτε κατά τή γνώμη μου τό βάρος) τών γυναικών – τό παιδί – τό κορίτσι – θα νιώθει απειλητικά πάντα μόνο και αβοήθητο : ο έρωτάς της θα πρέπει να ’χει μονίμως ως αντικείμενο κάποιον «μεγάλον» δηλαδή – είτε συγγενή είτε όχι – και θα καταγράφεται έτσι στην ιστορία, επιστημονικότατα, ως προϊόν τών «ελλείψεών» της, τών ελαττωμάτων και τών μειονεκτημάτων της, και ποτέ ως αποτέλεσμα τής δημιουργικότητας, τής αυτάρκειας, και τής ανατρεπτικότητας τής δικιάς της επιθυμίας. Με όρους χώρου και χρόνου, «τοπικούς» και «οικονομίας», ο έρωτάς της θα βρίσκεται δηλαδή πάντοτε κάτω από τήν μπότα τής ιδιοκτησίας ενός άλλου –

   αυτό εκφράζοντας η «λολίτα» αποτυχαίνει ακριβώς να είναι ερωτικό βιβλίο, και καλά τό ’πιασα εγώ ασυνείδητα όταν ήμουν παιδί : τό φαντασιακό που καταλαμβάνει μοχθηρά ολόκληρη τήν έκταση τής αφήγησης τού βιβλίου, είναι αυτό τού ηττημένου ενήλικα που καννιβαλίζει επί τού ζωντανού ακόμα, και παραπαίοντος ήδη, «σώματος τού έρωτα» ενός παιδιού : η «ανάγκη» τού ενήλικα να κάνει κτήμα του διά τής βίας έναν ερωτισμό που δεν απευθύνεται σε αυτόν, και έτσι να τόν εξαφανίσει, καταλήγει και στην περίπτωση τού βιβλίου (όπως και τής ενγένει ζωής) σε έναν βιασμό – τόν οποίο τό κοριτσάκι φυσικά και φοβάται και συχαίνεται : ο αφηγητής απολαμβάνει αυτάρεσκα τήν εξουσία του επιπλέον στο τέλος να μπορεί να τήν περιγράψει πια κι αυτήν ως μεγάλη – πώς έχει ευνουχιστεί πια επίσης : πώς δεν ξεπέρασε δηλαδή τήν αηδία που αυτός τής προξένησε : ώστε κάθε είδους έρωτας μέσα της να έχει πάει εν ολίγοις περίπατο : έτσι διαιωνίζεται θριαμβευτικά η γυναίκα ως ηλίθια φάλαινα, που, στην περίπτωση τής λολίτας, θα φοράει και γυαλιά – χαρακτηριστικό που οι άντρες – διοπτροφόροι και μη – απεχθάνονται στις γυναίκες και τό συγκαταλέγουν στην αισθητική τους τού αντιαισθητικού επειδή ακριβώς τούς υπενθυμίζει ότι τό άλλο φύλο διαθέτει επίσης εντέλει τήν ικανότητα (σίγουρα) να διαβάζει και (πιθανώς) να γράφει

   γιατί ο ασυνείδητος φόβος τους ανά τούς αιώνες ήταν ότι κάποτε θα μπορούσαν να γίνουν αντικείμενο λεπτομερειακής περιγραφής και οι ίδιοι

.

          

.

   όπως όμως οι αιώνες επελαύνουν ραγδαίοι, ένα μικρό, ανατρεπτικό και (με τόν τρόπο του) ανήλεο, δείγμα ανάλογης περιγραφής υπάρχει ήδη, και τό ’χω μια φορά κιόλας αναφέρει – βρίσκω όμως ότι ταιριάζει και αξίζει τόν κόπο να παρατεθεί ξανά και εδώ – και μ’ αυτό να κλείσω

   πρόκειται για μια αντίστοιχη, δηλαδή εντελώς αντίθετη, μαρτυρία, γυναίκας αυτή τή φορά – πολύ καλής συγγραφέας (και θαρραλέας, τόσο στη διανοητική όσο και στην προσωπική της ζωή) : η μαργαρίτα γιουρσενάρ λοιπόν, ανατρέχοντας στις αναμνήσεις τής παιδικής της ηλικίας, παραθέτει όπως λέει κι η ίδια ένα απόσπασμα που θα μπορούσε να παρεξηγηθεί και γι’ αυτό θα μπορούσε άνετα να τό αποσιωπήσει – καθώς αφορά ένα επεισόδιο από τήν ερωτική της ζωή ως κοριτσάκι : και ύστερα εξηγεί η ίδια επαρκώς τούς λόγους για τούς οποίους τό θεωρεί μάλλον χρήσιμο

   αλλά είναι και ωραίο

   μ’ αυτό τό «άλλο άκρο τού φάσματος» που συμβαίνει λοιπόν σε μια παιδική κρεβατοκάμαρα ας τελειώσει και τό σημερινό δικό μου σεντόνι, τό πρώτο τού χρόνου – αλλά όπως είπα στην προηγούμενη μικρή ανάρτηση ήμουν μακριά από τά δίχτυα και κοντά στα χαρτιά

.

   «…έκλεισε αθόρυβα τήν πόρτα πίσω του, μέ πλησίασε, μού χάϊδεψε τά μαλλιά, τράβηξε τό ακόμα παιδιάστικο νυχτικό μου που είχε και γιακά και μανίκια και κουμπιά και τό ’κανε να γλιστρήσει και να πέσει στο πάτωμα. Τέλος μέ παρέσυρε μπροστά στον καθρέφτη και μέ χάϊδεψε με τά χείλη και με τά χέρια βεβαιώνοντάς με ότι είμαι ωραία. Διακριτικά, πήρε τό χέρι μου και έβαλε τά δάχτυλά μου να μαντέψουν κάτω από τό χοντρό μπουρνούζι τήν τοπογραφία τού αντρικού σώματος. Πέρασε ένα λεπτό. Σηκώθηκε (είχε γονατίσει) και βγήκε με τίς ίδιες γελοίες προφυλάξεις. Μάντευα αορίστως ότι κάτι τού είχε συμβεί. Αλλά ούτε πανικοβλήθηκα ούτε πειράχτηκα, και ασφαλώς δεν τραυματίστηκα και δεν πληγώθηκα. Εάν καταχωρώ εδώ αυτό τό επεισόδιο που θα μπορούσα τόσο εύκολα ν’ αποσιωπήσω, τό κάνω για να καταγγείλω κατηγορηματικά ως πλαστή τήν υστερία που προκαλεί στις μέρες μας κάθε επαφή, όσο επιπόλαιη και αν είναι, ανάμεσα σ’ έναν ενήλικο και ένα παιδί, που δεν έχει ακόμα μπει ή μόλις έχει μπει στην εφηβεία. Ασφαλώς η βία, ο σαδισμός (ακόμα και χωρίς φανερή σχέση με τή σεξουαλικότητα), και η πεινασμένη σεξουαλικότητα που ασκείται πάνω σ’ ένα άοπλο πλάσμα, είναι απαίσια πράγματα και συχνά στρεβλώνουν ή καταπιέζουν μια ζωή, χωρίς να υπολογίζουμε τή ζωή τού ενηλίκου που πολλές φορές κατηγορείται αδίκως. Αντιθέτως, δεν είναι βέβαιο ότι μια μύηση σε ορισμένες πλευρές τού σαρκικού παιχνιδιού είναι πάντα επιζήμια : ορισμένες φορές κερδίζει κανείς χρόνο. Αποκοιμήθηκα ευχαριστημένη που μέ είχε βρει ωραία, συγκινημένη που εκείνα τά μικροσκοπικά εξογκώματα πάνω στο στέρνο μου ονομάζονταν ήδη στήθη, ικανοποιημένη επίσης που είχα μάθει κάτι περισσότερο πάνω σ’ αυτό που είναι ένας άντρας. Αν οι μουδιασμένες αισθήσεις μου δεν αντέδρασαν, ή αντέδρασαν μετά βίας, οφείλεται ίσως στο γεγονός ότι η ηδονή, για τήν οποία είχα ακόμα μια εξαιρετικά συγκεχυμένη ιδέα, ήταν για μένα από τότε άρρηκτα δεμένη με τήν ιδέα τής ομορφιάς (…)
   Βρισκόμασταν μακριά απ’ όλ’ αυτά : ο εξάδελφος Χ. δεν ήταν ωραίος.»

                                                                                                                  margueriteyourcenar: Quoi? – L’ Éternité / ελληνικά, 1997: «Τί; – Η αιωνιότητα», εκδόσεις χατζηνικολή

.

.

.

 

     

.

                                                                                                                                                           

.

.

.

  

 

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: