σημειωματαριο κηπων

Μαΐου 18, 2012

ο εθνικισμός οι επίδοξοι δικτατορίσκοι και η ποίηση μετά τό άουσβιτς

.

  

.

   διακοπή τών καβαφικών για άλλη μια φορά σήμερα (αυτές είναι οι εκλογικές περιπέτειες τού καβάφη…)

   αλλά καθώς πάμε για νέες εκλογές αισθάνομαι τήν ανάγκη να ανατρέξω στα προεκλογικά συμβάντα τών αμέσως, προ δεκαημέρου, προηγούμενων :

   μόνο που αυτό σήμερα δεν είναι ανάρτηση αλλά μάλλον κατάβαση και μάλλον, επιπλέον, κάτι σαν γράμμα, τελείως μάταιο όμως :

   και μάταιο και άχρηστο, γιατί αυτοί στους οποίους θα απευθυνόταν δεν θα τό διάβαζαν ποτέ, όσοι θα τό διαβάσουν ήδη όλ’ αυτά τά ξέρουν, και καταλήγει τελικά να είναι ένα γράμμα που επιστρέφει ως μονόλογος στον αποσβολωμένο εαυτό του : αυτή είναι και η μόνη του χρησιμότητα – η χρησιμότητα που έχουν συνήθως με άλλα λόγια όλα τά γραφτά : να ειπωθούν, τά πράγματα, απλώς : και να τά πω κατασκευάζοντας (επιπλέον) τήν (καταχωνιασμένη) αυταπάτη ότι θα μπορούσε να τ’ ακούσει, σ’ ένα άλλο σύμπαν, και κάποιος απ’ αυτούς που ψήφισαν στις εκλογές έναν επίδοξο δικτατορίσκο – για να διαμαρτυρηθούν που η πολιτική ζωή στη χώρα δεν αποτελείται από τελείως άψογους δημοκράτες :

   περίεργο φάρμακο μα τήν αλήθεια : ακόμα και τά παιδιά ξέρουν ότι δεν πρέπει να παίζουν με τά κρυμμένα πηγάδια, γιατί μπορεί να πέσουν μέσα : ακόμα και τά άλογα ζώα έχουν ισχυρότερο ένστικτο αυτοσυντήρησης – δουλεύουν με τή μύτη, μυρίζονται καλά τούς εχθρούς τους ακόμα κι αν είναι τυφλά, και δεν βλέπουν καθόλου. Ακόμα κι αν πεινάνε και τούς ρίξεις τροφή, τή μυρίζουν πριν τή φάνε – οι γάτες σίγουρα – τά μυρίζονται δηλαδή τά σάπια

   μόνο εμείς ως ανώτερο είδος έχουμε αναπτύξει τόσο τό μυαλό μας που να χάσουμε όλες τίς άλλες αισθήσεις – και τό μυαλό μας δουλεύει και μονόπαντα : δεν είναι τέλειοι δημοκράτες αυτοί που κυβερνάνε, φέρε αυτούς που μισούν τήν ίδια τήν έννοια τής ελευθερίας εν τή γενέσει της : τό τέλειο φάρμακο – ποιό άλλο ζώο μπορεί να ’ναι τόσο ηλίθιο;

   η αλήθεια είναι ότι αρχικά δεν ήθελα ν’ ασχοληθώ ούτε γι’ αστείο μαζί τους – μού χαλάει και τήν όλη αισθητική τό θέμα, πέρα από τό ότι θα τό θεωρούσα και μάταιο διότι είναι παμπάλαια και τά λόγια κι η ρητορική τους, παμπάλαια κι επαναλαμβανόμενα : τό ζήτημα είναι απλώς ότι οι αρουραίοι αυτού τού είδους αρχίζουν κι αποκτάνε δύναμη όταν η ζωή μας δυσκολέψει – και ξέρουμε καλά πόσο έχει δυσκολέψει : και τό ότι ερμηνεύουμε τά πράγματα διαφορετικά δεν αλλάζει και πολλά πράγματα σε όσα παράλογα μάς έχουν κάτσει στο σβέρκο (αν και από μία άλλη άποψη μπορεί και να τ’ αλλάξει κάποτε όλα εντελώς) : αλλά μ’ έτρωγε και τό σαράκι κι έκατσα να τούς δω στην τηλεόραση –

.

  

.

   αυτό που μού ’κανε καταρχάς εντύπωση είναι τό πόσο, οι δημοσιογράφοι που τούς μιλάνε, είναι καταβάθος εντελώς ανίκανοι (για να μην πω τό φαρμακερό απρόθυμοι) να τούς αντιμετωπίσουν – και πόσο, ακόμα και μέσα από τίς διακηρυγμένες αντιρρήσεις τους, παίζουνε στο δικό τους γήπεδο τελικά : θα ’θελα κάπως αλλιώς να γίνει δηλαδή τό πράγμα – χωρίς να σημαίνει ότι αυτό που θα ’θελα θα ’ταν και τό σωστό, ή και ότι θα ’ταν πράγματι πραγματοποιήσιμο : διότι είμαι σίγουρη ότι κανένα από τά πρόσωπα που βασανίστηκαν απ’ τήν τελευταία δικτατορία τους (εκείνοι που βασανίστηκαν επί μεταξά δεν ζούνε πια νομίζω), (τήν ξεχασμένη δηλαδή (πια) χούντα τών συνταγματαρχών που οι νεοεισελθόντες αστέρες τής βουλής θαυμάζουν) δεν θα καταδεχόταν ούτε να τούς φτύσει, όχι να τούς μιλήσει κιόλας – αλλά πολύ θα τό χαιρόμουν τελοσπάντων τουλάχιστον αν, καπάκι με τό αρλουμποειδές τους θράσος, κι αντί να μιλάει μόνο ένας τραγουδιστής ή ένας συγγραφέας αστυνομικών (όχι πως δεν είπαν και κάνα σωστό) είχαμε τήν κίττυ αρσένη ή τή νατάσα μερτίκα ή τήν δώρα καλλιπολίτη (κι άλλες, κι άλλους – απ’ αυτές που με κίνδυνο τής ζωής τους αυτοαμυνόμενες, αντιστάθηκαν κάποτε) και να πουν δυο κουβέντες δηλαδή όχι σ’ αυτούς αλλά σε μάς : ένα αδιόρατο άρωμα να αναδινόταν επιτέλους για τό τί περάσανε κάποτε άνθρωποι στα χέρια αυτών που δεν γουστάρουν τή δημοκρατία, ούτε τήν ατελή ούτε, πολύ περισσότερο, τήν τέλεια – αυτήν που θα ’ξερε δηλαδή να τούς κόψει σίγουρα και τά πόδια και τόν βήχα

   ή έστω κάποιος να διάβαζε απ’ τό βιβλίο τής αρσένη ή τού κοροβέση δυο αποσπάσματα περί τών βασανιστηρίων τους, και μια που ο μουστακλής ή ο καράγιωργας δεν ζούνε πια, θα μπορούσανε να βάζανε τό βίντεο κείνο όπου ο μουστακλής δεν μπορούσε να μιλήσει παράλυτος απ’ τά βασανιστήρια, κι έκανε απλώς νοήματα για τό τί πέρασε – κραυγάζοντας μονάχα «όχι, όχι» όταν τόν ρώτησαν αν στη διάρκεια τής ανάκρισης μίλησε. Όχι για τούς ίδιους τούς χουνταίους – αυτοί τά ξέρουν, και θέλουν να τά ξανακάνουν και χωρίς αναστολές, όπως φάνηκε ξεκάθαρα (όποιος έχει μάτια βλέπει) – αλλά για σάς (θα ’γραφα στο γράμμα, αν τό ’γραφα) που τούς ψηφίσατε : γιατί πάνω σας πατάνε, και με τή δικιά σας ψήφο θέλουν να ξαναχτίσουν τήν κόλαση

   : πατώντας πάνω στις ατέλειες τής δημοκρατίας είναι που βασιλεύει (χωρίς καθόλου να δύει) τό θράσος τους – όπως πάνω στις ίδιες ατέλειες βασιλεύει ακριβώς ο γενικός θυμός ημών τών υπολοίπων…

   φυσικά δεν είναι κακό να θυμώνουμε – είναι τό πρώτο υλικό απ’ τό οποίο κατασκευάζεται λόγω ενός γενικού και σχεδόν ακατανόητου έρωτα προς τόν κόσμο η μανιασμένη και πεισματωμένη πράξη που αργότερα, μάλλον αφηρημένα (ή μεγαλόστομα) ονομάζεται αντίσταση, ενώ θα ’πρεπε να ονομάζεται απλώς έρωτας – ή αγάπη, ή καλοσύνη. Και αυτό ξέροντάς το οι χουνταίοι προσπαθούν να σάς πάρουν τό όπλο τού θυμού μες απ’ τά χέρια και να σάς κάνουν να στρέψετε τό όπλο αυτό εναντίον σας κι εναντίον μας – ν’ αυτοκτονήσετε δηλαδή σαν μανιασμένα και πεισματωμένα να μισείτε τόν κόσμο όλο – ιθαγενείς κι αλλόθρησκους και τόν εαυτό σας μαζί –

 

   δεν θ’ αναλύσω ένα προς ένα τά «επιχειρήματα» που άκουσα – δεν τό αντέχει τό στομάχι μου, ομολογώ – κι έτσι, ένα δυο τρία πράγματα μόνο :

   καταρχάς, σε σχέση μ’ αυτή τή θρασύτατα και επιδεικτικότατα αποενοχοποιημένη προβολή τής ιδεολογίας, και τό «δεν είμαστε ναζιστές, είμαστε εθνικιστές» : επειδή δηλαδή ποντάρουν στην εγγενή λεξιλαγνεία που γεννιέται σε λούμπεν και όχι μόνο στρώματα τής εδώ κοινωνίας, επιχειρώντας να τά απαλλάξουν από τίς ελάχιστες αλλά υπαρκτές ενοχές για τήν εγγενή τους έλλειψη παιδείας : είναι τό ίδιο – αν και λίγο χειρότερο – : μού κάνει εντύπωση δηλαδή πόσο ο σημερινός φασισμός στη χώρα αυτή (κι ίσως όχι μόνο) δεν επενδύεται καν με τήν ανάγκη τού παλιού εκείνου γερμανικού ή ιταλικού για τά προσχήματα : ο «εθνικοσοσιαλισμός» μπορεί να ήταν μια μπαρούφα επί τής ουσίας ως νόημα, είχε όμως ένα νόημα όταν συνόδευε τήν ιδέα τού εθνικισμού ως «γενικού μίσους» με μια απόπειρα οικειοποίησης και τής ιδέας μιας «γενικής αγάπης» στο όνομα τού σοσιαλισμού : αυτό λοιπόν δεν (τούς) χρειάζεται πλέον : σκέτο μίσος φτάνει, και χωρίς να κρύβεται

   αυτό είναι ένα επιχείρημα που δεν μπορεί να διατυπωθεί βέβαια ως έχει : εκείνο όμως που λέγεται ανοιχτά, στοχεύει πάλι κουτοπόνηρα στην συμπλεγματική ωραιοπάθεια τού απαίδευτου : δεν συμφωνούμε με κείνα, γιατί ήταν ξένα : εμείς έχουμε τά δικά μας – και τα δικά μας είναι πάντα κάποιοι δικτάτορες – ο μεταξάς που είπε τό όχι ( η ιστορία ως κακοχωνεμένο σύνθημα), ο παπαδόπουλος και ο παττακός (που στη φυλακή ανήκαν στις ψυχούλες (τούς παίρνει μαζικά και ελεήμων η μπάλα μαζί με τούς άλλους «καλούς ανθρώπους, που είναι κατά κανόνα στη φυλακή ακόμα και (ή κυρίως) ως δολοφόνοι»)) : εξάλλου «στη φυλακή δεν είναι πάντα οι κακοί» – νά και η φιλική οικειοποίηση συνθημάτων απ’ τήν περιρρέουσα αναρχίζουσα αμφισβήτηση μιας ξέπνοης κοινωνίας για τήν όντως ανύπαρκτη δικαιοσύνη

   σαν τό τυρί για τό (μόνο όταν δεν κοστίζει) αναρχίζον ήθος ως δόλωμα στη φάκα τής ζαλισμένα αυτάρεσκης άγνοιας τού μέσου αστού – να μην παραβλέψει πάντως κανείς τό γεγονός ότι τό δημοφιλές αναρχίζον δόλωμα στην περίπτωση τού φασίστα διαπράττει διακρίσεις που κάνουν διαυγέστερες τίς επιλογές του, καθώς η αλληλεγγύη αφορά αποκλειστικά τούς δολοφόνους (συμπεριλαμβάνοντας έτσι τούς καταδικασμένους και έγκλειστους τότε δικτάτορες) ενώ αδιαφορεί για τούς μικροκλέφτες και ναρκομανείς προς τούς οποίους κατά κύριο λόγο απευθύνεται μια τέτοια αλληλεγγύη αν είναι όντως ορθολογικής και, κάπως τέλος πάντων, γνήσια ελευθεριακής κατεύθυνσης

   είδα τόν εθνικισμό να τόν αποδέχονται ως αξιοπρεπή όρο χάσκοντας οι δημοσιογράφοι μας : δεν μού κάνει εντύπωση αν και θα μπορούσα να ρωτήσω από πότε λοιπόν άρχισε να θεωρείται ότι ο εθνικισμός (μπορεί να) είναι και καλό πράγμα; (και τί ουσιαστικά σημαίνει εθνικισμός πέραν τού γενικού μίσους που τόν γεννά και τό οποίο μετά, ως αυτοάμυνα κιόλας, τό ανατροφοδοτεί με τή σειρά του ο ίδιος;) Γιατί πέρασαν κάτι αιώνες από τήν εποχή που μπορούσαμε να είμαστε όντα συνηθισμένα που αποδέχονται ήσυχα ότι ο εθνικισμός (όπως και ο μισογυνισμός (πάντα τόν συνοδεύει)) είναι ρατσισμός και τίποτα παραπέρα; Τί αποβλάκωσε αυτές τίς ηλικίες ή τίς γειτονιές ή τά είδη; Και τά αποβλάκωσε όντως, ή απλώς τώρα εκφράζουν ανοιχτά αυτό που κάποτε θεωρούνταν τόσο πολύ βλακώδες κι απαράδεκτο, ώστε ντρεπόντουσαν να τό υπερασπιστούν; Και γιατί τότε ντρεπόντουσαν και τώρα όχι; Και γιατί τώρα δεν θεωρείται ο εθνικισμός δηλαδή χοντρή και απαράδεκτη μαλακία;

   μεγάλα βέβαια και μεταφυσικά ερωτήματα, που εξάλλου έχουν απαντηθεί κι εν πολλοίς : άλλοι λεν ότι πάψαμε να ντρεπόμαστε για τούς εθνικισμούς μας μετά απ’ τήν κατάρρευση τού υπαρκτού, κι απ’ τούς πολέμους που ακολούθησαν μεταξύ βιαίως συνυπαρξάντων και μηδέποτε αλληλοχωνευθέντων λαών, κι άλλοι τονίζουν συγχρόνως τήν κυριαρχία τών αγορών που μετατράπηκε σε μόνη ουσιαστικά κυβέρνηση επί τού πλανήτη ισοπεδώνοντας για λόγους οικονομίας διαφορές που έκρυβαν πίσω τους κάτι ουσιαστικότερο για τά ήδη καταπτοημένα και ομογενοποιημένα άτομα : έτσι η (ομαδική) αυταρέσκεια επέστρεψε ως τό μόνο πρόσωπο που μπορούσε να πάρει τώρα πια η παλιά εκείνη προσπάθεια αυτογνωσίας. Αλλά φυσικά όλ’ αυτά δεν φτάνουν, μοιάζουν και λίγο τεχνοκρατικά, και δικαίως – γιατί απλούστατα όλα αυτά είναι οι λόγοι μετά τόν λόγο :

   αλλά ο λόγος είναι τό ιερό ταμπού που ως συνήθως στις θρησκείες δεν λέμε τ’ όνομά του ποτέ : γι’ αυτό μόλις ακούσουν όλοι τό υποκατάστατο, δηλαδή τόν εθνικισμό πάνε και στέκονται ηλιθιωδέστατα σούζα : γιατί πρόκειται για κάτι εσωτερικό βαθύ και δυνατότερο από τήν ονομασία ενός συμπλέγματος που μπόρεσε να επιζήσει μετά από τέτοιο καταχώνιασμα και τέτοια απαγόρευση ώστε ν’ αντέξει ενενηντατόσα χρόνια, κι όλη τή διάρκεια τής ένδοξης επανάστασης, και να ξαναβγεί άθικτος στην επιφάνεια με τήν παταγώδη κατάρρευση : γιατί αυτό τό γενικό μίσος προς τόν άλλον, και τό άλλο χρώμα, και τήν άλλη και τήν ξένη, και τό άλλο φύλο, ως υποκατάστατο τού έρωτα είναι η απόλυτη μεθαδόνη : η παρηγοριά γι’ αυτό που μάς λείπει, και γίνεται συστηματική προσπάθεια μέσ’ απ’ τήν (ιερή) οικογένεια ώστε να λείψει από νωρίς : μέχρι τώρα τό ξέρουμε να ξεπετάγεται σαν τό πιο ελεήμον ναρκωτικό στις ζωές τών αγοριών που οι πατεράδες τους ήταν «πέραν τού κανονικού» αφέντες – αυτά τά παιδιά κοιτάνε απλώς να γίνουν οι ίδιοι αφέντες με τή σειρά τους, μιμούμενοι και προσκολλώμενοι, υπακούοντας και παρηγορούμενοι, σ’ έναν νέον αφέντη που θυμίζει εκείνον τόν πρώτο – όχι απλώς υποκαθιστώντας τον αλλά κολακεύοντας τήν εικόνα του ταυτόχρονα – κάνοντάς τον τώρα ηθελημένο επιλεγμένο και ιεροποιημένο αρχηγό και ηγέτη

   ο αντόρνο στη μελέτη του για τήν «αυταρχική προσωπικότητα» (που εκπονήθηκε στα χρόνια τής αυτοεξορίας στην αμερική (όπου όλη η παρέα τής σχολής κατέφυγε γλιτώνοντας εγκαίρως από τά κρεματόρια (όλη η παρέα πλήν μπένγιαμιν)) έρευνα που διεξήγαγε με παραδειγματικώς επιστημονικά κριτήρια μια ομάδα φοιτητών υπό τήν εποπτεία του) διαπίστωσε ότι «κλίση προς τόν αυταρχισμό και τή συμβατική συμπεριφορά (που εκ παραλλήλου τόν συνοδεύει) έχουν, παραδόξως όπως φαίνεται εκ πρώτης όψεως, τά αγόρια που είναι επιθετικά, ατίθασα, ανυπάκουα και άτακτα στο σχολείο» – δεν είναι όμως να σού κάνει τελικά εντύπωση : ένα παιδί με τήν ψυχολογία τού κάφκα που, από τήν εποχή ακόμα πριν τό σχολείο, στρέφεται προς τά μέσα και (παράλληλα με τίς μικροσκανταλιές που κάνει) μελετάει με ήρεμον έρωτα και περιέργεια στοχαστικά τόν εαυτό του – μού φαίνεται ότι διαθέτει εντελώς φυσιολογικά τά εχέγγυα για να αναπτύξει κείνη τήν αναρχική συνείδηση που θα καταστήσει αργότερα τό έργο του μοναδικό – συμφωνώντας με ό,τι θα χαρακτήριζε πια και τόν ίδιο ως ενήλικα

   τό παιδί–τραμπούκος όμως έχει έναν μόνιμο φόβο συνοδευόμενον (και πυροδοτούμενον) από μειωμένες αντιστάσεις απέναντι σε κάθε είδους κυριαρχία και επιβολή : φοβάται πάνω απ’ όλα μονίμως μην ανακαλυφτεί πόσο φοβάται τήν οικογένεια που μισεί : και γι’ αυτό τήν μιμείται. Αντίθετα δηλαδή με τό παιδί που επιμένει στον εαυτό του και αναγνωρίζει ελεύθερα τούς φόβους του, πράγμα που είναι ακριβώς τό πρώτο βήμα για να πατήσει πάνω τους και να βρεθεί έτσι ψηλότερα (που θα ’λεγε κι ο χαίλντερλιν – άλλος γερμανόφωνος αυτός, και προϊόν εξίσου αυταρχικής οικογένειας, αν και στην περίπτωσή του ο δήμιος ήταν η μητέρα (όπως και τού ρεμπώ)) :

   ο τραγουδιστής σαββόπουλος στη συνέντευξη (03.00΄ – 03.54΄) που έβλεπα μού έκανε εντύπωση ότι είπε κάτι πολύ σωστό : έκανε δηλαδή τή διάκριση ανάμεσα σ’ αυτούς που φοβώνται (κατά καιρούς διάφορα πράγματα, όπως όλοι μας) και σέ κάποιους άλλους (που παρατήρησε στον στρατό ίσως, αν θυμάμαι καλά) οι οποίοι ήταν ολόκληροι μονίμως ένας φόβος : ο φόβος τούς είχε καταπιεί, τούς είχε σκεπάσει και είχε κυριαρχήσει πάνω τους ολόκληρος : ε, αυτό είναι μια καλή περιγραφή για να καταλάβεις αυτόν που (αυτο)χαρακτηρίζεται ανενδοίαστα ως ρατσιστής – δηλαδή εθνικιστής : καταρχάς η απόλυτη εμπιστοσύνη του στις λέξεις (από μια άποψη δηλαδή η εμπιστοσύνη και καταφυγή προς τήν κοινά αποδεκτή τυπική πραγματικότητα) είναι η τέλεια μάσκα – κι  αυτός ο εναγκαλισμός τού κοινά αποδεκτού λόγου κρύβει ακριβώς τόν απόλυτο τρόμο προς τήν κοινά αποδεκτή καταπίεση που τόν έχει καβαλλικέψει :

   λογικά λοιπόν, αυτό που χαρακτηρίζει στη συνέχεια τήν ψυχοσύνθεση τού ρατσιστή είναι η απόλυτη κι απαρασάλευτη βεβαιότητά του ότι βρίσκεται διαρκώς και εν δικαίω και εν αμύνη : δεν αμφιβάλλει ότι τού επιτίθενται από παντού, συνεπώς οποιαδήποτε δική του πράξη είναι μονίμως και αδιαμφισβήτητα μια πράξη αυτοάμυνας. Μ’ αυτή τήν έννοια δεν είναι απλώς έλλειψη φαντασίας η αδυναμία του να μπει στη θέση τού άλλου αλλά στην κυριολεξία πράξη μιας «αυτοσυντήρησης τής τελευταίας στιγμής» – εξού και οι λογικές αντιφάσεις στις οποίες πέφτει χωρίς καν να τίς καταλαβαίνει : προσέξτε (στη συνέντευξη) τήν ανυπόκριτη κοροϊδία προς τούς ειρηνιστές με τά κουδούνια στα πόδια («για να μην πατήσουν κανένα μυρμήγκι» : εδώ ακριβώς εύκολα θα ’βλεπε κανείς τήν επιτακτική ανάγκη τους να αρνηθούν πως έχουν ζήσει οι ίδιοι τήν πραγματικότητα τού μυρμηγκιού), τόν θαυμασμό – ανυπόκριτο αυτόν – προς τόν στρατό και κάθε τί στρατιωτικό, κι από τήν άλλη τό αθώο ύφος καλοκάγαθου μέσου και λογικού ανθρώπου, που εξοργίζεται όταν από μια πράξη αντίστασης εναντίον ενός δικτατορικού καθεστώτος («μια βόμβα στο άγαλμα τού τρούμαν») «σκοτώθηκε και ένα κοριτσάκι» : τήν ίδια στιγμή βεβαίως αδιαφορεί πλήρως για τούς βασανιζόμενους και δολοφονούμενους από τό ίδιο καθεστώς. Αντίθετα βέβαια με τήν στιγμιαία του αλληλεγγύη προς τό γυναικείο φύλο (αλληλεγγύη που άλλωστε φροντίζει ο ίδιος αμέσως να μετριάσει προσθέτοντας «και ένας αστυνομικός» : «εκείνη τή μέρα σκοτώθηκε εξαιτίας τής βόμβας μια κοπέλα κι ένας αστυνομικός» * ) και αδιαφορώντας μέσα στην ίδια πρόταση για τούς δολοφονημένους από τήν ίδια τή δικτατορία, εκλαμβάνει ακριβώς εκ τών προτέρων τούς δεύτερους ως (δικούς του) εχθρούς, απέναντι στους οποίους η δολοφονία και τά βασανιστήρια αποτελούν μορφή (δικιάς του) «αυτοάμυνας» : θα μπορούσε να πει κανείς ότι τό βασικό χαρακτηριστικό απ’ τό οποίο συνίσταται η σκέψη του είναι η απόλυτη έλλειψη αμοιβαιότητας – αυτή η έλλειψη επιστροφής ήχου από τή συνολική κοινωνία – η απόλυτη αποκοπή του από τό περιβάλλον : αποκοπή που συνοδεύει λογικά τόν ευνουχισμό αισθημάτων μυαλού και σώματος

    ακριβώς η ψυχολογία του τελικά προδίνει αυτή τή βαθύτερη απόρριψη τής ίδιας τής ιδέας τού έρωτα ως συστατικό τού κόσμου : η ίδια η ιδέα τής «καθαρότητας» και τού «μη αναμεμειγμένου αίματος» υποκρύπτει μίσος απέχθεια και αηδία προς τήν ίδια τήν ιδέα οποιασδήποτε συνύπαρξης, συνουσίας, επιμειξίας, φυσιολογικού ή φαντασμαγορικού συνδυασμού ή αγγίγματος – κόσμων, φυλών, φύλων, σωμάτων : υποκρύπτει τήν ίδια τήν άρνηση τής ζωής, η οποία μόνιμα στον εθνικισμό μεταμφιέζεται σε «οπαδό τής αρχέγονης φύσης» : όπου με τούς όρους «αρχέγονος» και «φύση» επικαλείται ο υπάρχων πολιτισμός μέσα από μια μόνιμη αντιστροφή ακριβώς τόν εαυτό του : πως ο «φυσικός άνθρωπος» δηλαδή είναι όχι ερωτικός αλλά βίαιος και δολοφονικός – μ’ αυτό επιτυγχάνεται ένα είδος αδέξιου αλλά επιτήδειου καθαγιασμού τού ίδιου αυτού πολιτισμού ως διαρκούς και αναγκαίου φόνου – : πολέμου που μάς επαναφέρει απλώς «στις πρώτες πηγές». Ο ρατσιστής μέσω τής λατρείας τού στρατού – δηλαδή τής νομιμότητας τών φόνων – έχει ιεροποιήσει τήν απόλυτη εσωτερική του ανικανότητα. Στην πραγματικότητα, και επειδή πρέπει να κρατήσει και τά προσχήματα ότι μετέχει τής γενικής κανονικής ζωής τών άλλων, η πράξη τού έρωτα για τόν ίδιον έχει μετατραπεί σε ψυχρό είδος τιμωρίας προς κατώτερα είδη – μια καλυμένη ή ακάλυπτη μορφή βιασμού αρκεί και με τό παραπάνω, η χρησιμότητά της είναι απλώς να τόν πείσει ότι ανήκει στο είδος που κυριαρχεί και δεν κυριαρχείται : καταπιέζει και δεν καταπιέζεται : πιστεύω ότι από εκεί (πέρα από τόν ενγένει κομφορμισμό του) κατάγεται και η τρομώδης του απέχθεια προς τήν αντρική ομοφυλοφιλία : είναι δυνατόν ο «από πάνω» να πάρει οικειοθελώς τή θέση τού «από κάτω»; (αυτό, μολονότι είναι γενικώς παραδεκτή η υπόγεια ομοφυλοφιλία που διατρέχει τίς λογικές τής στρατιωτικής ζωής – αλλά πρόκειται για μια «διαστροφή» (που συμπεριλαμβάνει εξάλλου φυσιολογικά έναν κακοκρυμμένο ή και ρητό μισογυνισμό) η οποία αφενός μεν πρέπει να παραμείνει εξιδανικευμένη, «πλατωνική», και αν αφετέρου περάσει στον χώρο τής όντως σωματικής «πραγματικότητας» δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να γίνει «έξω» γνωστή)

   αυτοί είναι λίγοι από τούς λόγους τής σχιζοφρένειας τού ρατσιστή να θεωρεί τόν εαυτό του μονίμως απειλούμενο και από παντού, και να πιστεύει ότι είναι διαρκώς δικαίως αμυνόμενος – έτσι που η οποιοαδήποτε άμυνα (ή αυτοάμυνα) τών άλλων να μετατρέπεται αυτομάτως σε κακοήθη επίθεση εναντίον του

   μην πιστέψουμε αφελώς ότι είναι αφελής : η ηλιθιότητά του είναι καλά καταχωνιασμένη και, επί τής επιφανείας, διαθέτει πολύπλοκα και σχεδόν ευφυή συστήματα αυτοπροστασίας – και κάποτε κάποιο είδος γνώσεων που παρουσιάζονται στους αφοσιωμένους του οπαδούς ως δείγματα περίπου σοφίας : να μη ζητάμε όμως και πολλά από τέτοιες ομάδες : ο αρχηγός αγαπάει τήν ποίηση – ο αρχηγός έχει διαβάσει και ποιήματα – : η απόλυτη πειθαρχία που αυτονόητα κυριαρχεί σε τέτοιες συνάξεις σαν τό πιο λογικά αντεστραμμένο υποκατάστατο τής άναρχης ερωτικής πράξης (και γι’ αυτό στην κυριολεξία ειλικρινά δεν καταλαβαίνουν πώς μπορεί εσύ κι εγώ να μην εννοούμε τήν ομορφιά και τήν ιερότητα αυτού τού τελετουργικού), οι απότομες δηλαδή και σπασμωδικές κινήσεις μιας πειθήνιας υποταγής ανακαλούν, από μακριά κι από τήν ανάποδη, τήν ξεχασμένη τελετουργία τής απόλυτης ελευθερίας τού έρωτα : η πειθαρχία όμως αυτή δεν τούς επιβάλλει να διαβάζουν οι ίδιοι τήν ποίηση : αρκεί που ο αρχηγός ξέρει

   πολύ λυπήθηκα όμως τήν ανεπάρκεια τού δημοσιογράφου θεοδωράκη που άφησε αυτό τό διαμάντι να πέσει κάτω και δεν τό μάζεψε : «είμαι πάντα με τούς χαμένους και τούς ντεσπεράντος τής ιστορίας» «τολμώ να πω, αν και δεν είναι και τόσο συναφές (…), ότι μέ γοητεύουν οι κολασμένοι ποιητές και συμβολιστές τού 19ου αιώνος – γενικά πιστεύω ότι η ζωή είναι μια ποίηση – κι ότι πρέπει να τή φτάνουμε στα άκρα – μόνο έτσι έχει σημασία» (« – πόσο στα άκρα όμως;» – «όσο πάει»)

.

.

   η αθώα πάντως αυτή πρόταση περί ποίησης (όσο και η ίδια η στιγμή τής συνέντευξης) είχε ένα επίσης, πολύ γενικότερο, ενδιαφέρον : μια που ανέφερα τόν αντόρνο πιο πάνω, ας συνεχίσω για λίγο, και τελειώνοντας, μ’ αυτόν : αν θυμάστε κάποιες αισθητικές απόψεις τού σκοτεινού γερμανού φιλοσόφου, θα ’σαστε τόσο σίγουροι όσο κι εγώ ότι πάνω σ’ εκείνο τό «ακραίο» που ξεστόμισε ο ανωτέρω φασίστας, ο theodor wiesengrund adorno κυριολεκτικά θα κεντούσε – εγώ τώρα απλώς αναλογίζομαι :

   η κτηνωδία τού σύγχρονου χιτλερίσκου βρίσκει εύκολα διέξοδο στην μικροψυχία τής απλής αριθμητικής : τό πράγμα αλλάζει αν δεν ήτανε έξι εκατομμύρια που θανατώθηκαν στα κρεματόρια, αλλά πέντε ή τρία. Και ο παντεπόπτης θετικισμός μπορεί να επεκτείνεται με τήν τεμαχιστική του λογική στο συναίσθημα, που έχει επομένως τό δικαίωμα να αγγίζει τά πάντα, λες και τό χέρι που στραγγαλίζει τόν κόσμο μπορεί να παραμένει μέρος ενός σώματος εξίσου αθώου με τήν ίδια τή φύση απ’ τήν οποία έλκει τήν μακρινή του καταγωγή : Τό ίδιο τό χέρι τού χίτλερ είναι σε θέση να ζωγραφίζει, όπως τό μάτι τού χρυσαυγίτη να διαβάζει ένα ποίημα

   η φράση τού αντόρνο ότι «μετά τό άουσβιτς τό να γράφεται ποίηση αποτελεί βαρβαρότητα» δεν σήμανε μόνο αυτό που έλεγε (και που δεν ήταν και τόσο τραγικό, για να ξεσηκώσει τέτοια συζήτηση : από μια άποψη, αυτό που είπε είναι και κυριολεκτικά αλήθεια, παρ’ όλο που ο ίδιος αργότερα τό εξήγησε – αν και είναι ζήτημα αν τό εξήγησε επί τό ηπιότερο ή τό ακόμα σκληρότερο) – στην πραγματικότητα, ο αφορισμός αυτός σημαίνει κάτι που όντως ισχύει και σήμερα ότι δηλαδή «μετά τό άουσβιτς καμιά ποίηση δεν γράφεται (είτε αναφέρεται σ’ αυτό είτε όχι) σαν τό άουσβιτς να μην υπήρξε» : Αισθάνεται όμως κανείς τήν ανάγκη να τό επιτείνει, τέτοιες μέρες, και να τό υπερβεί ή να τό υπερβάλει ακόμα και ώς τό «μετά τό άουσβιτς και η ίδια η ανάγνωση τής ποίησης αποτελεί μιας μορφής βαρβαρότητα». Γιατί η τέχνη δεν αυτονομείται μόνο έναντι τού δημιουργού της. Αυτονομείται σε τέτοιο βαθμό απέναντι στην ίδια της τήν ελευθερία ώστε μέσα στις συνθήκες τής υπάρχουσας ανελευθερίας να εκπραγματίζεται τραγικά με τή σειρά της, ως εμπόρευμα ακόμα και προεκλογικό,  και να δίνει τό δικαίωμα στον αστό να πιστεύει ότι τόν «εκφράζει» αυτό ακριβώς που τόν ανατρέπει και τόν εκμηδενίζει

.

.

.

* σημειώσεις και σύνδεσμοι :

«μπουμπουλίνας 18» | «η ταράτσα τής μπουμπουλίνας» | «ανθρωποφύλακες» | αντόρνο, η ποίηση μετά τό άουσβιτς (πολύ καλή ανάλυση από τόν mindful pleasures) | αντόρνο (κ.ά) : για τήν «αυταρχική προσωπικότητα», μετάφραση (τή βρήκα τώρα ψάχνοντας, δεν τήν έχω διαβάσει (γενικά τό βιβλίο στην αρχική του μορφή είναι δυσεύρετο, κυκλοφορεί μια έκδοση συμπτυγμένη)) | μαρκούζε : «εξουσία και οικογένεια» στα ελληνικά | κάφκα, «γράμμα στον πατέρα» στα ελληνικά

για τή «βόμβα τρούμαν» (μάϊος 1971) : «14/5 : έκρηξη βόμβας στο άγαλμα τρούμαν, σκοτώνεται ο αστυφύλακας αθ. κωνστάντακας» | για τό φοιτητικό κίνημα τής δικτατορίας, συνοπτικά ημερολογιακά και περιληπτικά : βόμβες που μπήκαν, βασανιστήρια, δίκες παράνομων οργανώσεων, καταδίκες σε θάνατο κλπ | ο ιός : «η γνωστή άγνωστη αντίσταση στη χούντα» / ελευθεροτυπία 1997 | μάϊος 1971 : «έκρηξη βόμβας στο άγαλμα τρούμαν, σκοτώνεται ο αστυφύλακας αθ. κωνστάντακας, ο οποίος πλησίασε τή βόμβα κατά τήν ώρα που η αστυνομία περίμενε τούς πυροτεχνουργούς (14/5)»

τηλεόραση «πρωταγωνιστές» : για τήν ποίηση και τά «άκρα» (από 2.19΄) | για τούς θάλαμους αερίων

. 

.

.

.

.

.

Advertisements

Μαΐου 13, 2012

για τόν καβάφη : «μέρες θαυμάτων» / β

.

     

τό προηγούμενο : η 1η συνέχεια

   Στην ποίηση που, όταν όλα είναι ιδανικά, όλα είναι ωραία και μεγάλα φωτισμένα, έρχεται αυτονόητο να πει κανείς ότι ο Καβάφης είναι με τόν πιο επίμονο και ήσυχο ταυτόχρονα τρόπο επικούρειος.

   Η μνήμη που είναι ο κατεξοχήν κόσμος τού παρόντος σ’ αυτόν, είναι ο κόσμος μιας ηδονικής διαφάνειας, εκεί που πλέουν τά μαγευτικά απογεύματα, οι ορμές και η χαρά, δύναμη λόγος κι ομορφιά (πολύ αναπάντεχο καρφί αυτός ο «λόγος» εκεί ανάμεσα, για όποιον τόν διαβάζει αφηρημένος), αίσθησις και επιθυμία, λάγνη ορμή, μοιραία χαρά, ηδονή άνομη και έκνομη μέθη ερωτική, η πύρα τής νεότητος ώς που έλειψε τό φως, χαρά και μύρο τής ζωής του η μνήμη τών ωρών αυτού που αποστρέφεται κάθε απόλαυση ερώτων τής ρουτίνας – και κει σχεδιάζονταν τής ποίησής του η περιοχή : όταν ο έρως με τήν εξαισία του ισχύν κι η φυλαχθείσα ερωτική συγκίνησις (κι αν δεν θυμάται πού – ένα ξέχασμά του δεν σημαίνει) σ’ αυτή τή μία ένταση τήν μόνο ερωτική που δεν γνωρίζει η υγεία και μέσα στο μαγευτικό απόγευμα ενός πλοίου θα υπάρξει ακριβώς η αρχή αυτών που αύριο ή μεθαύριο ή με τά χρόνια θα γραφούν : οι στίχοι οι δυνατοί που εδώ ήταν η αρχή των.

   Αυτή η αντεστραμμένη αίσθηση τού χρόνου δεν είναι απλώς αισθητική, είναι πράγματι και ηθική για τόν Καβάφη : μέσα στο ποίημα ο ίδιος βρίσκεται στο παρόν τού παρελθόντος του, γι’ αυτό κι οι στίχοι θα γραφούν (ενώ τό γεγονός τού ποιήματος δείχνει ότι ήδη γράφηκαν) και εδώ δεν ήταν η αρχή των, αλλά εκεί : Αλλά ο Καβάφης επιθυμεί πάντα να μείνει εδώ που είναι ακόμη ζωντανή η ηδονή. Έτσι λοιπόν, παρ’ όλη τή νοσταλγία και τή θλίψη ή τήν αίσθηση ανεπανόρθωτης απώλειας (που αγγίζει όχι μόνο πρόσωπα ή σώματα αλλά και τά πράγματα γύρω του), έχουμε να κάνουμε με μια θλίψη και μια νοσταλγία με τίς οποίες εξακοντίζονται ακριβώς οι εικόνες του μέσα στον χρόνο, ο οποίος όμως δεν είναι ποτέ χρόνος χειμώνα και ούτε φθινοπώρου καν : όλα σχεδόν τά φωτίζει ένας ήλιος μόνιμα, που δεν οφείλεται ίσως μόνο στο κλίμα : και όλα συμβαίνουν ταυτόχρονα κάτω από τόν αστερισμό τής ίδιας πάντα φτώχειας, που δεν οφείλεται ίσως μόνο στον ρεαλισμό τής προσωπικής περίπτωσης : αυτή η οικονομική δυσπραγία και η στέρηση, που είναι τόσο διάχυτη στα ερωτικά του ποιήματα, εικονογραφεί όχι τόσο μια αδικία κοινωνική γενικού είδους, αλλά μια τιμωρία για τίς ερωτικές επιλογές τίς έκνομες – σαν να επιχειρείται η εικονογράφηση μιας παράλογης μεταφυσικής ζυγαριάς που θα ’λεγε (φροϋδικώ και μαρκουζικώ τω τρόπω) κανείς ότι δείχνει πως όσο περισσότερη ευτυχία και πλήρωσις ερωτική, τόσο λιγότερη κοινωνική επιτυχία και αποδοχή. Στα περισσότερα ερωτικά ποιήματα, σχεδόν όπως στα μυθιστορήματα τής Τζαίην Ώστιν (και νομίζω ότι τήν είχε διαβάσει και τού άρεσε) πληροφορούμαστε εισαγωγικά κιόλας – και, οπωσδήποτε αργότερα, καθ’ οδόν – για τήν μέχρις εδώ, ή και παρούσα (τόσο παρούσα, που να γίνεται μέρος τής δραματοποιημένης συγκίνησης) οικονομική κατάσταση τών ηρώων : Αν δεν είναι οι ήρωες ωραία παιδιά χαμένα στα σιδεράδικα, ή τά γραφεία από τήν φτώχεια τους, θα είναι παιδιά καλών (τιμίων) οικογενειών που, λόγω τού ξεπεσμού και τών ηθικών τους επιλογών, μήτες να τούς ξέρουν δεν θέλουν πια.

   Αυτό τό διάχυτο κλίμα μιας ζωής στο περιθώριο τής τίμιας κοινωνίας (που μοιάζει πολύ με αδιαμαρτύρητη και σχεδόν ανέμελη προσαρμογή τής επικούρειας επιταγής τού λάθε βιώσας) διαχέεται τόσο μέσα στον καβαφικό χώρο και τόν καβαφικό χρόνο που λες και ταξιδεύει συμπαγές και μες στην ιστορία. Υπάρχουν μερικά από τά λεγόμενα ποιήματα τής ιστορικής περιοχής που μολονότι δηλώνεται ρητά από τόν Καβάφη, ακόμα κι απ’ τόν τίτλο, ότι δεν αποτελούν ανάμνηση ζωής (έστω δηλαδή και κατασκευασμένη) αλλά περιγραφή ηρώων άσημων που τοποθετούνται (συνήθως με μια χρονολογία) σαν σφήνες μέσα στη σειρά τών γεγονότων που αφορούν τήν καθαυτό επίσημη ιστορία : (τήν παρακμή τού ελληνισμού, τούς βασιλείς που χάνουν, όσους γεννιούνται ήδη χαμένοι, διαμάχες και οικογενειακές και εθνικές, καταστροφές και ήττες και πολέμους) εντούτοις τά ποιήματα αυτά, με τούς άσημους ηδονικούς ήρωές τους, επιτελούν μια λειτουργία μέσα στο συνολικό σώμα τών ποιημάτων του εξαιρετικά νευραλγική γιατί συνδέουν τό παρελθόν με τό παρόν όχι ως απλό χρόνο, κενό κάθε άλλου περιεχομένου, αλλά ως χρόνο που είναι πλήρης αυτής τής ίδιας τής καβαφικής ηθικής, που ολοκληρώνεται σιγά–σιγά μέσα από τήν ανάγνωση μπροστά στα μάτια μας σε αισθητική, και μάς δίνουν τό πιο θαυμάσιο (μαγικό) κλειδί για να τόν καταλάβουμε ολόκληρο.

.

.

μέρες ονόματος

   Για μένα, ο Καβάφης πετυχαίνει τήν πιο ομαλή συγχώνευση τών πάντων σε ένα όλον αντιφατικό, γεμάτο εντάσεις φθοροποιές και δημιουργικές, και μ’ αυτή τήν έννοια δεν μπορεί να δει κανείς ούτε τά ερωτικά του ποιήματα ξεχωριστά, ούτε τά ιστορικά γιατί θα χάσει κάτι ουσιώδες που αυτός θέλησε να κομίσει στην τέχνη τελικά : η αισθητική του αποκαλύπτεται μόνο μέσα από τό αινιγματικό αυτό (όσο και σαφές κάποιες φορές όπως μάς φαίνεται) σύνολο. Από αυτή τήν άποψη, αν έχει μια γοητεία η ιστορία τού ελληνισμού για τόν ίδιον τήν έχει γιατί πρόκειται για μια ιστορία που έχει ήδη παρακμάσει. Ο Καβάφης δεν υμνεί μέσω τής ιστορίας τή δύναμη αλλά τήν ήττα : Αν τόν γοητεύει η ιστορία τού ελληνισμού, είναι στη φάση τής φθοράς του, και εξαιτίας τής φθοράς του : Και συνοδεύει μόνιμα τή λύπη του η ενθύμηση μιας γλώσσας, μιας γλώσσας που ο ίδιος χρησιμοποιεί, όχι τόσο επειδή είναι ωραία αλλά επειδή ήταν μια γλώσσα που μπορούσε να γίνει από όλους κάποτε κατανοητή, κάτι που δεν ισχύει σήμερα για τή γλώσσα στην οποία γράφει τά ποιήματά του ο ίδιος. Ακόμα κι έτσι, δηλαδή, ουσιαστικά θλίβεται για μιαν απώλεια η οποία έχει άμεση επίπτωση στη δικιά του ζωή και πάνω του, σαν να αναλογίζεται πόσους χάνει με τήν παρακμή τής γλώσσας αυτής από τούς εραστές τής σκέψης του.

   Έτσι τό ίδωμα τής ιστορίας από μέρους του σαν να βάφεται, να κολυμπάει και να διαχέεται μες στα νερά τού διαυγούς ερωτισμού του, και χωρίς τήν απόχρωση αυτή μέσ’ από τήν οποία βλέπει τό παρελθόν η ιστορία δεν θα τόν ενδιέφερε ίσως καθόλου : Δεν μιλάει για άλλους ο Καβάφης μιλώντας για τήν ιστορία και δεν μιλάει για κάτι με τήν τρέχουσα έννοια αντικειμενικό, μολονότι είναι εξόχως αντικειμενικός και διαβασμένος στην περιγραφή τών ιστορικών γεγονότων – πράγμα που ’χει αποτελέσει θέμα άλλωστε συζήτησης για όλους περίπου τούς καβαφιστές : Όμως, όταν ο Καβάφης μιλάει για έναν πολιτισμό που παρήλθε, απολαμβάνει τή θλίψη ενός χαμού όπως αυτήν που έχει για τά σώματα που χάθηκαν απ’ τή ζωή του : Και η ίδια η ομορφιά (η αντικειμενική θα ’λεγε κανείς) τού πολιτισμού αυτού έχει σχέση με τό ότι ήταν ένας πολιτισμός που αγαπούσε τό σώμα τών ανθρώπων και είχε θεούς και για τόν έρωτα. Θα ’τανε δύσκολο να φανταστεί κανείς όλην τήν ιστορική περιοχή τού Καβάφη να τοποθετείται στην εποχή δηλαδή τού χριστιανισμού. Ο χριστιανισμός διασώζεται στην ποίησή του επειδή αποτελεί χρονική στιγμή που προκαλεί επιπλέον πόνο, τήν ήττα ενός κόσμου τών αισθήσεων και τής καθαρής ηδονής, και τή στιγμή που αναφύεται ένας κόσμος οδυνηρά ξένος (μ’ αυτήν τήν έννοια ένας κόσμος κυριολεκτικής αλλοτρίωσης) : ο Μύρης είναι η πιο διαυγής διατύπωση αυτής τής στιγμής, και δεν είναι κατά τύχην τό πιο μακρύ και μυθιστορηματικό του ποίημα. Όμως γενικά αυτό που φαίνεται να τόν γοητεύει είναι η μοιραία φθορά που τήν παρακολουθεί με διάθεση ανατόμου μες στην ιστορία. Μ’ αυτή τήν έννοια, αν είναι επιεικής προς τό βυζάντιο, είναι επειδή κι αυτό έχει πλέον ηττηθεί και παρέλθει.

   Έτσι λοιπόν ανάμεσα στους επώνυμους ήρωες, υπάρχουν εκείνοι με τά κατασκευασμένα ονόματα, τά τόσο αιώνια και διάσημα πια. Ανάμεσα σ’ αυτούς τούς Εμονίδες και τούς Αιμιλιανούς Μονάη, τούς Κίμωνες Λεάρχου και τούς Τέμεθους, τόν Λάνη, τόν Μυρτία, τόν Έμη, τόν Ταμίδη, τόν Αμμόνη, τόν Ευρίωνα, τόν Ιασή, τόν Ιάσονα Κλεάνδρου και τόν Ερμοτέλη ή τόν Μαρύλο απλώνεται αυτή η ζωή από τότε, τόσο παλιά όπως και τώρα, με τά χαμαιτυπεία τά βδελυρά τά καπηλειά και τίς ταβέρνες, τίς συνοικίες τίς φτωχικές, τίς απατεωνιές και τά αναίσχυντα κρεβάτια όπου στην ευτελή κραιπάλη ο ήρωας διάγει ποταπώς και τό μόνο που τόν σώζει σαν ομορφιά διαρκής είναι που είχε δύο χρόνια δικό του τόν Ταμίδη, δικό του όχι για σπίτι ή για έπαυλη στον Νείλο : όλα εκείνα τά κρυμμένα από τούς άλλους πράματα που σαν να είναι ένα ξανατύπωμα τής ζωής τού Καβάφη διπλό πάνω στην ταινία με τό ιστορικό της ας πούμε θέμα. Αυτή η μυθολογία (λίγα λεφτά, κάποια σελίνια, ρούχα φτωχά, κι ωραία σώματα) είναι λοιπόν, αν δει κανείς τώρα τό έργο του τελειωμένο, αυτή η μυθολογία είναι σαν να αποτελεί τή ραχοκοκκαλιά τού σύμπαντός του, τή ραχοκοκκαλιά τού ίδιου του τού ινδάλματος τής ιστορίας.

.

(συνεχίζεται)
(ήταν η 2η συνέχεια από κείμενο δημοσιευμένο στην ετήσια έκδοση «επίλογος/12ος χρόνος» τού 2003)

.

.

.

.

.

.

.

Μαΐου 8, 2012

χούντα μπαίνει χούντα βγαίνει και στην πείνα σου πατώ / θα περάσουν χίλια χρόνια μέχρι να σέ ξαναδώ

.

.

.

(εδώ θα υπήρχε κανονικά βίδεο με τό τραγούδι αν δεν βαριόμουν να αναπαράγω
θεοδωράκη, ακόμα κι εκείνον τής μυθικής εποχής τών απαγορευμένων)

.

.

   μανία που τό ’χουν αυτοί που πρώτοι μουντζώνουν και κλείνουν τή βουλή να θέλουν σώνει και καλά να είναι μέσα όταν η βουλή, σε πείσμα τους, ξανανοίξει…

   από τήν άλλη, η έλλειψη μνήμης αυτών που ανέχονται μια χούντα, και ψηφίζουν εντέλει μια χούντα (εντάξει, υπήρχε ώς τώρα και τό λά.ο.σ., αλλά – όχι ότι αυτό αποτελεί σπουδαίο άλλοθι – εκείνο είχε φροντίσει να μεταμφιεστεί κάπως) λοιπόν οι διαστροφές τής μνήμης, προσωπικά, δεν μού κάνουν και τόσο εντύπωση (αυτοαναφορά)

   ο χρόνος δεν δίνει, φυσικά, κανένα συχωροχάρτι – δεν πρόκειται για έλλειψη μνήμης άλλωστε σ’ αυτήν τήν περίπτωση, αλλά μάλλον για μνήμη που επιστρέφει, ακάθεκτη και, κυριολεκτικά, μνησίκακη : τά παιδιά και τά εγγόνια όσων στη διάρκεια τής χούντας τρώγαν τίς μπριζόλες τους και βολευόντουσαν στο σπιτάκι τους λέγοντας καλά είμ’ εδώ* καθαρίζουν τώρα για λογαριασμό τών, φύσει και θέσει, (καθυστερημένα αγανακτισμένων) γονιών τους

   ενάντια στα κωλόπαιδα και τούς αναρχοκουμουνιστές που έκαναν έναν αντιδικτατορικό αγώνα στα δεκάξι τους και τά δεκαοχτώ τους, κι ήταν τόσο αθώοι και εξαυτού αδέξια θωρακισμένοι απέναντι στους απόντες και ενεούς πολιτικάντηδες ώστε ν’ αφήσουν τούς πολιτικάντηδες ακριβώς να τούς πάρουν τό παιχνίδι μες απ’ τά χέρια και ν’ ανοίξουν, αμέσως μετά τήν πτώση τής δικτατορίας, μια βουλή  στα μέτρα τους

   γιατί δεν έγινε φυσικά ούτε η «νομική» ούτε τό «πολυτεχνείο» για τούς καραμανλήδες και τούς παπανδρέηδες, αλλά αυτοί ακριβώς γέμισαν τή βουλή αμέσως μετά – πατώντας πάνω στο κουφάρι τόσο τών νεκρών όσο και τής (τεμαχισμένης) νήσου

   φυσικά δεν ήταν όλοι «αθώοι», οι εικοσάρηδες τών καταλήψεων τής νομικής και τής μετέπειτα διασημότερης κατάληψης : κυρίως όσοι είχαν μπορέσει να είναι ως έφηβοι σταλινικοί μπήκαν ενηλικιωμένοι για τά καλά στο παιχνιδάκι τής μετέπειτα «ασφαλούς» βουλής, έχοντας γνωρίσει τήν «ασφάλεια» τής χούντας, κι έχοντας φάει εν πολλοίς και τό βρωμόξυλό τους

   η ασφαλής πολιτική είναι βέβαια η τέχνη τού κουτοπόνηρα ανίδεου = σήμερα χαίρομαι ενμέρει για τόν αρχηγό ημισταλινικού συμπιλήματος–κόμματος (και για τό ίδιο τό κόμμα), που μπαίνει στην βουλή ως αξιωματική αντιπολίτευση, ύστερα απ’ τά χίλια χρόνια που σα να μεσολάβησαν σ’ αυτή τή χώρα μετά από έναν εμφύλιο = άλλωστε ο αρχηγός αυτός είναι φτιαγμένος από τή στόφα μεγάλου πολιτικού, με μέλλον : τού πολιτικού που μπορεί στο (αθώο) παρελθόν του να είναι σταλινικός (στα δεκάξι του) ( : στα χρόνια δηλαδή που ο νέος άνθρωπος είναι στα πιο εξεγερμένα του) και εν συνεχεία προστατευόμενος ενός άλλου, που επίσης μπορούσε να είναι σταλινικός στα 16 του – τήν εποχή που τά τανκς τού μεταστάλιν μπαίναν στην πράγα : ε, αυτός έχει όλα τά προσόντα : για να αποδειχτεί και αχάριστος (προς τόν ευεργέτη του), και δημαγωγικά επιθετικός προς τό κόμμα που τόν ανάθρεψε : πολιτικός αναστήματος, θα τόν έχουμε μπροστά μας στο μέλλον – που θα κρατήσει άλλα χίλια χρόνια μού φαίνεται, όσα και η βυζαντινή μας δόξα –

   στο μεταξύ, κάποιοι απ’ αυτούς που πεινάνε (χωρίς να νιώθουν τήν παραμικρή, φιλοσοφική ή θεωρητική έστω, ανάγκη αλληλεγγύης για όσους έρχονται από τόσο μακριά εδώ πεινώντας) θα συνεχίσουν να στέλνουν στη βουλή, μαζί με τίς μούντζες τους, και τούς κουτοπόνηρους φασίστες που μουντζώνουν υπογείως κι αυτούς και τήν πείνα τους

   είναι η κυρίως ιστορία τής άδειας τσέπης μας όταν συνοδεύεται απ’ τό άδειο μυαλό μας που κρατάει, αυτή κυρίως, χίλια χρόνια…

.

.

.

* μιχάλης κατσαρός / αντισταθείτε

.

.

.

(από τό επόμενο θα ξαναρχίσω με τόν καβάφη)

.

.

.

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: