σημειωματαριο κηπων

Ιανουαρίου 27, 2014

νίκος κούρκουλος : για τόν enzo traverso και τίς ρίζες τής ναζιστικής βίας

.

.

 

 

   τόν νίκο κούρκουλο τόν γνώρισα ως μεταφραστή τού δάντη – πολύ καιρό πριν απογειωθούμε στους αιθέρες τού διαδικτύου – και τόν αγάπησα και τόν ευχαρίστησα νοερά για τό βιβλίο καταρχάς που διάλεξε να μεταφράσει : τή «νέα ζωή», τή γενναία νέα τολμηρή και πρωτοπόρα για τήν ευρωπαϊκή μας πεζογραφική παράδοση vita nuova τού τοσκανού, που τήν ίδια εποχή περίπου τύχαινε να τή διαβάζω στην αγγλική της μετάφραση τού rossetti (καθότι ανίδεη από ιταλικά) : η μετάφραση (η τόσο καλή μετάφραση) στη γλώσσα μου, ήρθε σα δώρο : ήταν μάλιστα τό πρώτο βιβλίο τών «εκδόσεων τού 21ου» που διάβασα και χάρηκα ιδιαίτερα τήν τόλμη τού εκδότη (τό απόμακρο εκείνο 1996) να δεχτεί από έναν νέο, τότε, μεταφραστή ένα τόσο δύσκολο κείμενο – για μένα που δεν ήξερα τά προηγούμενα βιβλία τών εκδόσεων ήταν η καλύτερη δυνατή αρχή για έναν εκδοτικό οίκο δηλαδή, θέλω να πω –

   αυτό που εξέλαβα σαν καλό οιωνό πάντως, αποδείχτηκε στη συνέχεια και πρακτικά ακριβές, οι εκδόσεις (που είχαν ξεκινήσει νωρίτερα όπως αργότερα έμαθα, για τήν ακρίβεια τό ακόμα πιο μακρινό ’88) έχουν σήμερα εξελιχτεί σ’ έναν απ’ τούς σοβαρότερους εκδοτικούς οίκους που έχουμε, και ο νίκος είναι πια συστηματικός τους συνεργάτης και μεταφραστής. Μού επιτρέπεται να τόν λέω με τό μικρό του, γιατί, κάμποσα χρόνια μετά, μέσω τού διαδίκτυου δηλαδή τών (λίγων (και ωραίων)) βλογ στα οποία συχνάζαμε, γνωριστήκαμε και τόν θεωρώ φίλο μου (αυτό είμαι μονίμως περήφανη να τό διαπιστώνω…)

   ο νίκος είναι δηλαδή και διαδικτυακή περσόνα, αλλά τά κρατάει αυτά τά δύο ξεχωριστά, πράγμα που οφείλουμε να σεβόμαστε – άλλωστε όλοι λίγο–πολύ ως προς αυτό στο ίδιο καζάνι βράζουμε –

   πολλές φορές ώς σήμερα θέλησα να αναφερθώ στις εξαιρετικές του λοιπόν μεταφράσεις, αλλά όλο κάτι άλλο τό πήγαινε πίσω (νομίζω κυρίως γιατί μια δουλειά για κάποιες απ’ τίς μεταφράσεις τού νίκου θα είχε πολλή δουλειά) : Ο μεγαλύτερος πειρασμός μου μέχρι τώρα ήτανε πάντως να γράψω για τό μονταγιού (αφού άφηνα βέβαια τή μετάφραση τού δάντη στην άκρη, γιατί θα έπρεπε μάλλον, αν ήθελα να είμαι συνεπής με τό στυλ τών «κήπων», να τήν ανεβάσω ολόκληρη και σε συνέχειες). (Για τό «μονταγιού» κάτι έχω πει με αφορμή τόν giordano bruno και τήν εξαφάνιση τών πρακτικών τής δίκης του, αλλά σίγουρα πρέπει να επανέλθω, είναι ένα θαυμάσιο ιστορικό βιβλίο γραμμένο σα μυθιστόρημα που είμαστε τυχεροί να τό έχουμε και σε εξαιρετικά ελληνικά)

   σήμερα όμως, με αφορμή τήν παρουσίαση τής τελευταίας μετάφρασης τού νίκου κούρκουλου, θα κάνω κάτι άλλο :

   τόν κατάφερα με λίγα λόγια να μού δώσει τό κείμενο με τό οποίο παρουσίασε ο ίδιος τό βιβλίο τού έντσο τραβέρσο «οι ρίζες τής ναζιστικής βίας», πριν λίγες μέρες : και επειδή βρίσκω τό βιβλίο, πέρα από εξαιρετικό αυτό καθεαυτό, και εξαιρετικά χρήσιμο για τίς μέρες που περνάμε, ορίστε λοιπόν :

 

 

Σχετικά με τις ρίζες της ναζιστικής βίας
…ή μάλλον σχετικά με κάποιες πλευρές τους

 

 

   Ο Έντσο Τραβέρσο είναι ιστορικός με σημαντικό έργο, αλλά δε θέλω να σας αραδιάσω εδώ τα βιβλία του και τις ακαδημαϊκές δάφνες του (αυτά μπορείτε να τα διαβάσετε αλλού), προτιμώ να σας συστήσω ένα κείμενό του όπου παρουσιάζει, κατά κάποιο τρόπο, την προσωπική του εμπλοκή με το αντικείμενο των ιστορικών του ερευνών. Στην Εισαγωγή του στο βιβλίο Διά πυρός και σιδήρου, έχει αφιερώσει ολόκληρο το δεύτερο κομμάτι της, καμιά δεκαριά σελίδες, για να δηλώσει ανάμεσα σε ποιες μνήμες μεγάλωσε (της ιταλικής Αντίστασης) καθώς και την εφηβική και νεανική του στράτευση. Όλ’ αυτά για να πω ότι, σε τέτοιου είδους βιβλία, έχει σημασία και το ποιος μιλάει, και από ποια σκοπιά βλέπει τα πράγματα.

   Περνώντας στο βιβλίο τώρα, και για να ξεκινήσουμε απ’ τον τίτλο, ο στόχος του έργου αυτού δεν είναι να αναζητήσει τα «αίτια» του εθνικοσοσιαλισμού, αναζήτηση που οδηγεί αναπόφευκτα ίσως σε κάποια ντετερμινιστική προοπτική, αλλά μάλλον «ρίζες». Ο Μαρκ Μπλοκ μιλούσε για μια «έμμονη ιδέα γύρω από την προέλευση», που είναι μια ασθένεια των ιστορικών, όπως έλεγε, και συνέχιζε ο Μπλοκ (αυτός ο μεγάλος γάλλος ιστορικός, που παρεμπιπτόντως έπεσε θύμα του ναζισμού ο ίδιος – ντουφεκίστηκε το 1944 για τη συμμετοχή του στην Αντίσταση), συνέχιζε λοιπόν ζητώντας να μην ξεχνάμε ότι «ένα ιστορικό φαινόμενο δεν εξηγείται ποτέ πλήρως έξω από τη μελέτη της δικής του στιγμής». Ως προς την αναζήτηση των αιτίων, ας μείνουμε σ’ αυτό το σχόλιο.

   Οι «ρίζες», από την άλλη, είναι στοιχεία που γίνονται ουσιώδη συστατικά ενός ιστορικού φαινομένου μόνο αφού έχουν πρώτα συμπυκνωθεί και αποκρυσταλλωθεί εντός του. Ή όπως το είπε η Χάνα Άρεντ : «Το γεγονός φωτίζει το παρελθόν του, δεν θα μπορούσε όμως να συνάγεται από αυτό».

   Για παράδειγμα, μπορούμε να πούμε, με ανάλογο τρόπο και ακολουθώντας το συγγραφέα, ότι το Άουσβιτς είναι εκείνο που «επινόησε» τον αντισημιτισμό – καθώς ανάδειξε σαν μια συνεκτική, συσσωρευτική και γραμμική διαδικασία ένα σύνολο αγορεύσεων και πρακτικών που, πριν το ναζισμό, είχαν θεωρηθεί παράφωνες και ετερογενείς, και συχνά εντελώς αρχαϊκές, σε διάφορες χώρες της Ευρώπης. Κι εμπνεύστηκε, ο Τραβέρσο, από την ανάλογη φράση του Ροζέ Σαρτιέ : «Η Γαλλική Επανάσταση είναι εκείνη που επινόησε το Διαφωτισμό».

   Το ζήτημα είναι λοιπόν να συλλάβουμε τα στοιχεία ενός πολιτισμιακού πλαισίου στο οποίο εντάσσεται το ναζιστικό καθεστώς, στοιχεία που το διαφωτίζουν και γίνονται, αναδρομικά, οι «ρίζες» του. Αυτό το πλαίσιο είναι βέβαια η Ευρώπη και ο δυτικός κόσμος στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα. Ένα υπόβαθρο από πρακτικές, νοοτροπίες και ιδεολογίες, διάχυτες σ’ αυτό το περιβάλλον, ευνόησαν την εμφάνιση και την ανάπτυξη του ναζισμού, ή της ναζιστικής σύνθεσης όπως προτιμάει να τον ονομάζει ο Τραβέρσο.

   Κάπως γρήγορα και συνοπτικά, οι πολιτισμικές ρίζες του ναζισμού, κατά τον Τραβέρσο πάντα, εντοπίζονται στον μακρό 19ο αιώνα, δηλαδή στην εποχή που φτάνει ώς το 1914, αφενός σε μια σειρά θεσμούς (η φυλακή, ο στρατώνας, το εργοστάσιο) που διέπονται από ένα σύνολο νέων αρχών (πειθαρχία του χρόνου και των σωμάτων, εξορθολογισμός της διοίκησης, υποταγή στις μηχανές), αφετέρου στην κατάχτηση και αποικιοποίηση του εξωευρωπαϊκού χώρου, ιδιαίτερα της Αφρικής. Σε τούτα τα γεγονότα αντιστοιχεί, στο ιδεολογικό επίπεδο, η κατασκευή ρατσιστικών στερεότυπων που αντλούν κατά πολύ στοιχεία από τον επιστημονισμό του fin de siècle, του ύστερου 19ου αιώνα : ο «ταξικός ρατσισμός» θέτει σε όρους «φυλής» και μέσα από την έννοια της «έμφυτης εγκληματικότητας» το κοινωνικό ζήτημα, δηλαδή το πρόβλημα των εργαζόμενων τάξεων, ενώ κερδίζει έδαφος μια νέα ερμηνεία του πολιτισμού, βασισμένη πάνω στα μοντέλα του ευγονισμού και του κοινωνικού δαρβινισμού, που συνδυάζεται με την ιμπεριαλιστική αγόρευση σχετικά με την «εξαφάνιση των κατώτερων φυλών», θεωρητική νομιμοποίηση των αποικιακών γενοκτονιών. Αναδύεται τέλος μια νέα εικόνα του Εβραίου – στηριγμένη κατά πολύ πάνω στη φιγούρα του διανοούμενου – που χρησιμοποιείται ως μεταφορά για μια υποτιθέμενη ασθένεια του κοινωνικού σώματος. Η έκρηξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, που διαλύει τη μακαριότητα και τις ψευδαισθήσεις της φιλελεύθερης τάξης πραγμάτων, πραγματοποιεί μια σύγκλιση όλων αυτών των επιπέδων μέσα σ’ ένα περιβάλλον ασύλληπτης έως τότε βίας. Με το τέλος του Μεγάλου Πολέμου, και μπροστά στην απτή απειλή των εργατικών επαναστάσεων, το σκηνικό που επέτρεψε τη ναζιστική σύνθεση έχει ήδη στηθεί.

   Θα μιλήσω λίγο παραπάνω για μερικά μόνο από αυτά τα στοιχεία, πολύ επιλεκτικά, προηγουμένως όμως να περάσω σ’ ένα συμπέρασμα. Όχι ακριβώς συμπέρασμα, είναι κάτι που εννοείται μάλλον από όσα είπαμε προηγουμένως για τις «ρίζες», χρειάζεται όμως να το υπογραμμίσουμε, επειδή το υπογραμμίζει επανειλημμένα κι ο συγγραφέας, για ν’ αποφύγει μια επικίνδυνη, αλλά διόλου απίθανη, παρανόηση :

   Όλα αυτά τα στοιχεία, είπαμε, βρίσκονταν στην καρδιά του δυτικού πολιτισμού και αναπτύχθηκαν στην Ευρώπη του βιομηχανικού καπιταλισμού, κατά την εποχή του κλασικού φιλελευθερισμού. Ωστόσο, μπορεί μεν η βία και τα εγκλήματα του ναζισμού να ανήκουν στο κοινό κεφάλαιο της δυτικής κουλτούρας, μπορεί το Άουσβιτς να στάθηκε γέννημα του δυτικού πολιτισμού, όμως αυτό δεν σημαίνει, σε καμία περίπτωση, ότι το Άουσβιτς αποκαλύπτει κάποια βαθύτερη ουσία της Δύσης, αλλά μόνο ένα από τα πιθανά προϊόντα της. Δεν είναι η φυσιολογική της κατάληξη (αν υποθέσουμε ότι υπάρχει τέτοια κατάληξη), αλλά μια από τις πιθανές παρεκκλίσεις της – μπορεί μάλιστα να ερμηνευτεί σαν παθολογική της εκδήλωση.

 .

  

.

   Αυτή η επιφύλαξη ή διευκρίνιση με βοηθάει να εξηγήσω ότι μπορεί εγώ, τώρα μόλις, να απάγγειλα τρέχοντας ή να τσουβάλιασα βιαστικά όλες αυτές τις «ρίζες», όμως όλα αυτά τα στοιχεία δεν είναι αδιαφοροποίητα – υπάρχουν ποικίλες αποχρώσεις και διαβαθμίσεις.

   Μερικές φορές, κάποιες «καλές προθέσεις» μπορεί να οδήγησαν σε λιγότερο καλά αποτελέσματα και ένα παράδειγμα που δίνει ο συγγραφέας είναι η εξέλιξη τών μηχανισμών θανάτωσης, ξεκινώντας από τη γκιλοτίνα. Είπα καλές προθέσεις, αλλά να διευκρινίσω ότι είναι σε εισαγωγικά, γιατί πρόκειται για ατελώς καλές προθέσεις – εν πάση περιπτώσει εννοώ πράγματα που στηρίζονται σε κάποια εύλογη, σε πρώτη ματιά, επιχειρηματολογία. Είναι πολύ γνωστό ότι η γκιλοτίνα είχε επινοηθεί σαν ανθρωπιστικό μέτρο – και ξέρουμε πράγματι από χίλιες αφηγήσεις κι απεικονίσεις την αγριότητα των εκτελέσεων του παλιού καθεστώτος, τα φριχτά και ατιμωτικά μαρτύρια των καταδικασμένων, καθώς και ότι όλο αυτό το πράγμα, η εκτέλεση των ανθρώπων συνέβαινε σε μια βάρβαρη δημόσια τελετή, με το λαουτζίκο να διασκεδάζει – μια κατάσταση που φέρνει στο νου αρχαίες ανθρωποθυσίες. Και να μη μιλήσουμε για τα καθαρώς τεχνικά ζητήματα : στα 1381, ένας αρχιεπίσκοπος του Καντέρμπερι πέρασε ένα διόλου ευχάριστο μισάωρο στα χέρια ενός ατζαμή δήμιου, ώσπου να κατορθώσει επιτέλους ν’ αποχωριστεί το κεφάλι του – στην όγδοη προσπάθεια, διευκρινίζουν οι χρονικογράφοι.

   Η καινούργια συσκευή, η λαιμητόμος, απεναντίας, με τα λόγια τού Λαμαρτίνου, «είχε το πλεονέκτημα ότι δεν έβαζε να χυθεί το αίμα τού ανθρώπου από το χέρι και το χτύπημα, συχνά αδέξιο, ενός άλλου ανθρώπου, αλλά έβαζε να εκτελεστεί ο φόνος από ένα άψυχο εργαλείο, αναίσθητο όπως το ξύλο και αλάνθαστο όπως το σίδερο. Στο νεύμα του εκτελεστή, η λεπίδα έπεφτε από μόνη της […] και αποσπούσε το κεφάλι από τον κορμό με το βάρος της πτώσης της και την ταχύτητα της αστραπής. Καταργούσε τον πόνο και το χρόνο στην αίσθηση του θανάτου».

   Επιπλέον λίγο αργότερα, αμέσως μετά τη Γαλλική Επανάσταση, η εκτέλεση έχασε και το δημόσιο χαραχτήρα της και σταμάτησε να είναι δημόσια παράσταση. Θεωρήθηκε σωστό να συμβαίνει σε κλειστό χώρο και μακριά από τα βλέμματα – προσφέροντας έτσι κάποια στοιχειώδη αξιοπρέπεια στο μελλοθάνατο. Ναι μεν η δικαιοσύνη αποφάσιζε ότι πρέπει να πεθάνει, αλλά αυτό συνέβαινε σεμνά και πολιτισμένα – κι όχι σαν ένα θέαμα για τον όχλο.

   Ωραία και νηφάλια και πολύ ανθρωπιστικά όλ’ αυτά. Όμως, ένα πρόβλημα ήταν ότι η ίδια η ευκολία της διαδικασίας και η ίδια η έλλειψη φρίκης επέτρεπε, αφενός τεχνικά και αφετέρου συναισθηματικά, τον πολλαπλασιασμό της – μια σειριοποίηση του θανάτου, αν μπορούμε να το πούμε έτσι. Ένα άλλο πρόβλημα ήταν ότι οι δήμιοι άρχισαν να νιώθουν καλύτερα. Π.χ. μια γαλλική εφημερίδα του 1840 παρουσίαζε με αυτά τα λόγια τον κ. Σανσόν, εκτελεστή επί Λουδοβίκου–Φιλίππου και εγγονό τού τελευταίου δήμιου τού Παλαιού Καθεστώτος (ήταν, κι αυτοί, δυναστεία…) : «Ο σημερινός εκτελεστής διαφέρει πολύ από τον πατέρα του : δεν έχει, όταν μιλάει για το επάγγελμά του και τις λεπτομέρειες που συνδέονται με αυτό, εκείνη την αμηχανία, εκείνη την ενόχληση, εκείνη τη δυσφορία που έδειχνε ο προκάτοχός του. Απόλυτα πεισμένος για την ωφελιμότητα του λειτουργήματός του και των υπηρεσιών που προσφέρει στην κοινωνία, δεν θεωρεί τον εαυτό του κάτι διαφορετικό από έναν κλητήρα που εκτελεί μια δικαστική απόφαση και μιλάει για τα καθήκοντά του με αξιοσημείωτη άνεση».

   Περνώντας από την πραγματικότητα στη λογοτεχνία, με αφορμή δηλαδή ένα γνωστό διήγημα του Κάφκα (Στη σωφρονιστική αποικία), ο Τραβέρσο σχολιάζει : «Αδιάφορος για την τύχη των καταδικασμένων και εντελώς υποταγμένος στη μηχανή του, ο στενοκέφαλος υπάλληλος που έχει τοποθετηθεί εκεί έχει γίνει απλός χειριστής, αντικαταστάσιμος σε οποιαδήποτε στιγμή. Η συσκευή είναι κείνη που σκοτώνει, αυτός περιορίζεται να την επιτηρεί. Η εκτέλεση είναι μια τεχνική επιχείρηση και ο υπηρέτης της μηχανής είναι υπεύθυνος μόνο για τη συντήρησή της : η θανάτωση συμβαίνει χωρίς υποκείμενο».

   Τέλος λοιπόν του θανάτου–θεάματος, της παράστασης που πραγματοποιείται από τον καλλιτέχνη–δήμιο, της μοναδικής και ιερής αναπαράστασης του τρόμου – και αρχή της εποχής των σύγχρονων σφαγών, όπου η έμμεση εκτέλεση, που ολοκληρώνεται τεχνικά, εξαφανίζει τη φρίκη της ορατής βίας και ανοίγει το δρόμο στον επ’ άπειρον πολλαπλασιασμό της (συντροφεμένο, μεταξύ άλλων, από την ηθική αποποίηση ευθυνών του εκτελεστή, που περιορίζεται στο ρόλο τού χειριστή). Οι θάλαμοι αερίων θα είναι η εφαρμογή αυτής της αρχής στην εποχή του βιομηχανικού καπιταλισμού.

   Παράλληλα με τις εξελίξεις στους τρόπους θανάτωσης των ανθρώπων την ίδια περίπου εποχή συμβαίνουν κάποιες αλλαγές και στους τρόπους θανάτωσης των ζώων. Στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, γίνεται λόγος για εξορθολογισμό των σφαγείων.

   «Εγκατεστημένα κάποτε στο κέντρο των πόλεων, είχαν τώρα απομακρυνθεί από εκεί (όπως και τα νεκροταφεία) σύμφωνα με τις προδιαγραφές μιας υγειονομικής πολιτικής που απέβλεπε στην εξυγίανση των αστικών κέντρων : […] Ήταν πολύ λιγότερο ορατά και, ταυτόχρονα, απογυμνώθηκαν από κάθε γιορταστική και θυσιαστική διάσταση που είχε ως τότε συνοδεύσει τις σφαγές των ζώων. Αποκαλυπτικό σύμπτωμα μιας νέας ευαισθησίας και μιας αυξανόμενης δυσανεξίας απέναντι σε εξωτερικές εκδηλώσεις της βίας, το σφαγείο μαρτυρά αυτή την ανθρωπολογική μετάλλαξη που ο Αλέν Κορμπέν τη χαραχτηρίζει πέρασμα από τις “διονυσιακές παρορμήσεις” του παραδοσιακού σφαγιασμού στις “παστεριωμένες σφαγές” της σύγχρονης εποχής. Αυτή η μεταφορά των σφαγείων μακριά από το κέντρο των πόλεων συνέπεσε με τον εξορθολογισμό τους – άρχισαν να λειτουργούν σαν πραγματικά εργοστάσια. Αυτό ισχύει […] ιδιαίτερα για τα νέα σφαγεία του Σικάγου, που γνώρισαν μέσα σε λίγες δεκαετίες μια εντυπωσιακή ανάπτυξη. Εκεί τα ζώα σκοτώνονταν τώρα σε αλυσίδα, σύμφωνα με αυστηρά εξορθολογισμένες μεθόδους : συγκέντρωση στους στάβλους, θανάτωση, αφαίρεση των σπλάχνων, επεξεργασία των απόβλητων. Η Νοελί Βιάλ συνέλαβε σωστά τα γνωρίσματα του βιομηχανικού σφαγείου : μαζικό και ανώνυμο, τεχνολογικό και, στο μέτρο του εφικτού, ανώδυνο, αθέατο και, ιδανικά, “ανύπαρκτο. Πρέπει να είναι σα να μην είναι”».

   Δεν θέλω εδώ να μιλήσω για την αναλογία ανάμεσα στα σφαγεία των ζώων και τα ναζιστικά στρατόπεδα, που ήταν κι αυτά αόρατα για πολλούς Γερμανούς (το έχουν κάνει άλλοι, όπως ο Ζίγκφριντ Κρακάουερ και ο Χένρι Φριντλέντερ), αλλά μόνο να πω ότι αυτή η «νέα ευαισθησία» και αυτή «η αυξανόμενη δυσανεξία απέναντι σε εξωτερικές εκδηλώσεις της βίας» οδήγησε τελικά σε περισσότερους θανάτους και σε περισσότερο αίμα.

 

  

 

   Στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, πάλι, έγινε αγαπημένο θέμα λόγιων συζητήσεων η «εξαφάνιση των κατώτερων φυλών», κάτι που είχε θεωρηθεί μεγάλη επιστημονική ανακάλυψη της εποχής. Μπορούμε να το συνοψίσουμε σε μια παρατήρηση που κατέγραψε ο Δαρβίνος στα σημειωματάριά του : «παντού όπου εγκαθίσταται ο Ευρωπαίος, ο θάνατος μοιάζει να καταδιώκει τον ιθαγενή». Υπήρχε εδώ «ένας μυστηριώδης παράγοντας», που τελικά τον εξηγούσε ως εξής : «Όταν συναντιόνται δυο φυλές ανθρώπων, ενεργούν ακριβώς όπως δύο ζωικά είδη : μάχονται, τρώνε οι μεν τους δε, μεταδίδουν οι μεν στους δε ασθένειες, ως τη θανάσιμη πάλη, ώσπου εκείνη που διαθέτει τον καλύτερο φυσικό οργανισμό ή τα καλύτερα ένστικτα (δηλαδή, στους ανθρώπους, την ευφυΐα) να κατορθώσει να κερδίσει τη νίκη».

   Η «εξαφάνιση των κατώτερων φυλών» αποτέλεσε αντικείμενο μιας συνεδρίασης της Ανθρωπολογικής Εταιρείας του Λονδίνου, το 1864. Βλέπουμε εκεί ότι «ο ιμπεριαλισμός είχε θεωρητικοποιηθεί πάνω σε στέρεες επιστημονικές βάσεις, που συνοδεύονταν πάντα από μια γερή δόση βικτωριανής ηθικολογίας». Έτσι, αφού οι σοφοί διαπίστωναν ότι «η γοργή εξαφάνιση των ιθαγενών φυλών μπροστά στην προέλαση του πολιτισμού» σήμαινε ότι «το πεπρωμένο της Ευρώπης» ήταν να «ξανακατοικήσει τον πλανήτη», πρόσθεταν κάποιους προβληματισμούς όπως αυτόν εδώ, από τον Τόμας Μπέντισι : «Ορισμένοι φιλάνθρωποι, που δημιούργησαν ενώσεις για τη διαφύλαξη αυτών των φυλών, αποδίδουν την εξαφάνισή τους στις επιθέσεις, διά πυρός και σιδήρου, που δέχονται από τους εποίκους, και στις θανάσιμες ασθένειες που έφεραν αυτοί. Αυτό μπορεί να ισχύει σε κάποιο βαθμό, αλλά απλώς επιβεβαιώνει τα αποτελέσματα ενός ισχυρότερου νόμου σύμφωνα με τον οποίο η κατώτερη φυλή πρέπει τελικά να καταβροχθιστεί από την ισχυρότερη». Ή, στο ίδιο πνεύμα, για τον Μπέντζαμιν Κιντ, ήταν εντελώς ανώφελο, για το λευκό άνθρωπο, να επιδεικνύει τις φιλανθρωπικές αρετές του και τη χριστιανική του ηθική, γιατί ήταν ανεξάρτητα από τη θέλησή του, χάρι σ’ ένα ανθρωπολογικό και ιστορικό νόμο, μοιραίο και ανελέητο, που προκαλούσε το τέλος των «αγρίων» λαών : «Εκεί που μια ανώτερη φυλή έρχεται σ’ επαφή και σε ανταγωνισμό με μια κατώτερη φυλή, το αποτέλεσμα είναι πάντα το ίδιο», είτε επιτευχθεί «με τις τραχιές μεθόδους των καταχτητικών πολέμων» είτε με τις πιο ήπιες αλλά εξίσου αποτελεσματικές, «στις οποίες μας έχει συνηθίσει η επιστήμη».

   Βλέπουμε, θα έλεγα, μια σχέση αμοιβαίας επιβεβαίωσης ανάμεσα στον επιστημονισμό αυτού του είδους και στην αποικιοκρατία στην πράξη. Υπάρχει μια παλιά φωτογραφία, από τις αρχές του 20ου αιώνα, που εικονογραφεί πολύ ωραία αυτή την κυκλική σχέση. Είναι από τη γερμανική ΝΔ Αφρική (τη σημερινή Ναμίμπια), όπου το 1904 σημειώθηκε η εξέγερση των Χερέρο – η καταστολή της οποίας πήρε το χαραχτήρα πραγματικής γενοκτονίας. Για να μην πολυλογούμε και να μη σταθούμε σε φρικιαστικές λεπτομέρειες, μέσα σ’ ένα χρόνο, ο πληθυσμός των Χερέρο μειώθηκε από 80.000 σε 20.000. Αυτή η φωτογραφία λοιπόν, για την οποία σας μίλησα, δείχνει γερμανούς στρατιώτες να συσκευάζουν ανθρώπινα κρανία σε ξύλινα κιβώτια. Τα κρανία στέλνονταν στη Γερμανία, σε διάφορα πανεπιστήμια και ιδρύματα, όπου οι επιστήμονες, γνωστές αυθεντίες της εποχής (όπως ο εθνολόγος Φέλιξ φον Λούσαν, οι ανθρωπολόγοι Βίλχελμ Βάλντεγιερ και Όιγκεν Φίσερ) τα μετρούσαν και τα ταξινομούσαν, διαπιστώνοντας ότι ανήκουν σε μια κατώτερη, παρακμασμένη, εκφυλισμένη και προς εξαφάνιση φυλή – δηλαδή επικύρωναν τη σφαγή που μόλις είχε συμβεί, ότι καλώς έγινε, μέσα στα πλαίσια των φυσικών νόμων.

   Πριν καν οι ναζί μεταφέρουν τη λογική τών αποικιακών πολέμων στην ευρωπαϊκή ήπειρο, οι νόμοι της Νυρεμβέργης, η φυλετική νομοθεσία δηλαδή, προκάλεσαν σοκ στην Ευρώπη του ’30, καθώς έθιγαν μια ομάδα πλήρως ενσωματωμένη στη γερμανική κοινωνία και κουλτούρα, αντίστοιχα μέτρα είχαν όμως ήδη θεωρηθεί από όλες τις αποικιακές δυνάμεις φυσικά και φυσιολογικά απέναντι στο μη ευρωπαϊκό κόσμο και εφαρμόζονταν στις αποικίες.

   Κι εδώ μπορούμε ίσως να προσθέσουμε ένα χαριτωμένο ανέκδοτο. Ο Χάινριχ Σνέε, που στάθηκε ο τελευταίος γερμανός κυβερνήτης στην Αφρική, δημιούργησε, ή μάλλον ανάδειξε (γιατί δεν ήταν δική του δημιουργία), έναν ενδιαφέροντα όρο, τον όρο Verkafferung, που μπορούμε να τον μεταφράσουμε «καφροποίηση». Σύμφωνα με τον ορισμό του ήταν «η υποβάθμιση του Ευρωπαίου στο πολιτισμικό επίπεδο τού ιθαγενούς». Στην πραγματικότητα ήταν μια ασθένεια, ή ένα είδος εκφυλισμού, που απειλούσε όλους τους Ευρωπαίους που ζούσαν για πολύ καιρό στην Αφρική. Οφειλόταν βέβαια γενικώς στις συνθήκες ζωής σ’ αυτούς τους αγριότοπους, στο τροπικό κλίμα κλπ, αλλά ειδικώς και πολύ συγκεκριμένα στη συχνή και καθημερινή επαφή με τους έγχρωμους πληθυσμούς. Για να μη μας αφήσει καμιά αμφιβολία ως προς το τι είχε στο νου του, ο Σνέε διευκρινίζει ότι το χειρότερο δυστυχώς ήταν οι σεξουαλικές σχέσεις με τους ντόπιους ή τις ντόπιες. Τα κυριότερα συμπτώματα αυτής της τροπικής ασθένειας ήταν, πρώτον, μια κάποια απώλεια ή μείωση της ευφυΐας και, δεύτερον, η πτώση της παραγωγικότητας. Για την αντιμετώπισή της πρότεινε διάφορα φάρμακα, π.χ. ανάγνωση ευρωπαϊκών βιβλίων και ακρόαση ευρωπαϊκής μουσικής, Kultur γενικώς, αλλά αυτά ήταν μπαλώματα – η πραγματική θεραπεία του φαινομένου ήταν η πρόληψη : ένα καθεστώς αυστηρού φυλετικού διαχωρισμού, στη γραμμή αυτού που ονομάστηκε, σε μια άλλη αφρικανική χώρα, απαρτχάιντ.

   Αυτού του είδους ο επιστημονισμός δεν έστρεφε το βλέμμα μόνο στις αποικίες, αλλά έβρισκε εφαρμογή και στη μητρόπολη. Προσπερνώντας τον ευγονισμό και τον κοινωνικό δαρβινισμό (επειδή είναι πολύ γνωστά θέματα και θα έχετε ακούσει ήδη πολλά) να σταθώ λίγο περισσότερο στην κατασκευή της εγκληματικότητας (και στο σχετικό ηθικό πανικό που αναστάτωνε τις μεσαίες τάξεις). Κατά τον Τσέζαρε Λομπρόζο, τον πατέρα της εγκληματολογικής ανθρωπολογίας, η εγκληματικότητα αποτελεί ένα είδος βιο–ιστορικού αναχρονισμού : ο εγκληματίας είναι ένα άτομο που η ψυχοφυσική ανάπτυξή του έχει ανακοπεί και στο οποίο, συνεπώς, οι παθολογικές τάσεις μπορούν εύκολα να ανιχνευτούν με μια επιμελή ανθρωπομετρική ανάλυση. Με άλλα λόγια, ο εγκληματίας ήταν βασικά ασθενής κι αυτή του η ασθένεια ήταν κληρονομική (αν κι εν δυνάμει μεταδοτική επειδή ο ίδιος διέκρινε κι άλλες κατηγορίες ανθρώπων επιρρεπών στο έγκλημα) και μπορούσε να αποκαλυφθεί μέσα από διάφορες σωματικές ανωμαλίες.

   Στο L’ uomo delinquente (1876), ο Λομπρόζο απαριθμούσε λεπτομερειακά τα μορφολογικά γνωρίσματα του «εκ γενετής εγκληματία» : μαλλιά σγουρά και μαύρα ασφαλώς, γαμψή μύτη, βαριά σαγόνια και προγναθισμός, μεγάλα και πεταχτά αυτιά, τεράστια ζυγωματικά, μικρά μάτια με συχνό στραβισμό κλπ, κλπ, και, φυσικά, φιλήδονα και σαρκώδη χείλη. Οι ιστορικοί των ιδεών εντόπισαν ότι αυτό το πορτρέτο προέρχεται, βασικά, από την τυποποιημένη εικόνα τού ιταλού ληστή τού Νότου – πάντως, αφού χρησίμεψε ενδιάμεσα στο στερεότυπο του μπολσεβίκου με το μαχαίρι στα δόντια, κατάληξε στην καρικατούρα του Εβραίου – που έγινε τόσο θλιβερά διάσημη στη ναζιστική εικονογραφία, και γενικότερα στον αντισημιτικό τύπο του μεσοπολέμου.

   Η ειρωνεία είναι ότι ο ίδιος ο Λομπρόζο ήταν εβραϊκής καταγωγής, αλλά μέσα στους κόλπους της πολύ αξιοσέβαστης και καλλιεργημένης εβραϊκής κοινότητας του Τορίνου, δεν πρέπει να πέρασε ποτέ απ’ το μυαλό του η ιδέα για το πού θα μπορούσε να καταλήξει ή σε τι θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί το μοντέλο του.

   Πάντως, οπλισμένοι με αυτό το πορτρέτο, συν διάφορες κρανιομετρικές μετρήσεις κλπ, οι θεράποντες της εγκληματολογικής ανθρωπολογίας μπορούσαν να εντοπίσουν εύκολα τους εκ γενετής εγκληματίες, ακόμα κι αν δεν είχαν διαπράξει προς το παρόν κανένα έγκλημα (στην κυριολεξία, κατασκευή της εγκληματικότητας) και να λάβουν τα κατάλληλα προληπτικά μέτρα. Μια τέτοια ανακάλυψη μπορούσε να έχει ευρύτερη χρησιμότητα. Ο ίδιος ο Λομπρόζο ανάλυσε πενήντα φωτογραφίες κομμουνάρων και εντόπισε τον εγκληματικό τύπο σε αναλογία 12%. Αργότερα, μελέτησε φωτογραφίες στους φακέλους των αναρχικών που φυλάγονταν στην αστυνομική διεύθυνση του Παρισιού κι εκεί πέτυχε καλύτερο ποσοστό : το 31% ήταν γεννημένοι εγκληματίες.

   Έχει ενδιαφέρον να προσθέσουμε ότι ο Λομπρόζο δεν ήταν καθόλου αυτό που θα λέγαμε σήμερα «αντιδραστικός», αλλά ήταν ένας φωτισμένος λόγιος και κοινωνικός μεταρρυθμιστής, που π.χ. σε σχέση με τις πολιτικές αναταραχές, έκανε διάκριση ανάμεσα στην επανάσταση («φυσιολογικό φαινόμενο», που απορρέει από κοινωνικές αντιφάσεις και αδικίες και επομένως είναι θεμιτή) και τις εξεγέρσεις («παθολογικό φαινόμενο», που συνδέεται με την εγκληματική εκτροπή). Φυσικά, κατέτασσε τη σύγχρονή του Παρισινή Κομμούνα στη δεύτερη περίπτωση : οφειλόταν στην κακόβουλη δράση των εκ γενετής εγκληματιών.

   Την ίδια εποχή ο Αρτύρ Μπορντιέ, καθηγητής της Ανθρωπολογικής Σχολής του Παρισιού, ασχολήθηκε με δολοφόνους που παρουσίαζαν, κατά τη γνώμη του, γνωρίσματα «τυπικά των προϊστορικών φυλών», που «είχαν εξαφανιστεί στις σύγχρονες φυλές», όμως «επανεμφανίζονταν μέσω ενός είδους αταβισμού». «Κάτω από αυτό το πρίσμα – εξηγούσε –, ο εγκληματίας είναι ένας αναχρονισμός, ένας άγριος σε πολιτισμένη χώρα, ένα είδος τέρατος και κάτι συγκρίσιμο με το ζώο που, έχοντας γεννηθεί από γονείς από καιρό εξημερωμένους, τιθασευμένους, συνηθισμένους στην εργασία, επανεμφανίζει ξαφνικά όλη την αδάμαστη αγριότητα των παλιών προγόνων του».

   Είτε έφταιγε ο αταβισμός είτε η μιγάδικη επιμειξία (μια άλλη βασική αιτία της επανεμφάνισης πρωτόγονων συμπεριφορών στον πολιτισμένο κόσμο, κατά τους επιστήμονες της εποχής), το αποτέλεσμα ήταν ότι οι κατώτερες τάξεις, ή επικίνδυνες τάξεις, ή εργαζόμενες τάξεις ταυτίζονταν με τους «αγρίους» του αποικιακού κόσμου – κι έτσι οι κοινωνικές συγκρούσεις του βιομηχανικού κόσμου μπορούσαν να τεθούν σε όρους «φυλής».

   Σε σχέση με αυτό, ένα άλλο μοτίβο, αγαπητό στην αρθρογραφία της εποχής, ήταν η, θα έλεγα, καταραμένη φιγούρα του ναυτικού – χοντροκομμένου και ξεριζωμένου, συχνά ύποπτου για κανιβαλισμό σύμφωνα με μια διάχυτη φήμη (όλοι μπορούμε να σκεφτούμε καμιά δεκαριά μυθιστορήματα), που αποτελούσε ακριβώς μια άμεση σύνδεση, ένα ζωντανό δεσμό ανάμεσα στους αγρίους του εξωευρωπαϊκού κόσμου και τις πρωτόγονες φυλές του πολιτισμένου κόσμου, δηλαδή τους φτωχούς, αφού βρισκόταν σε διαρκή κίνηση ανάμεσα στα άθλια καταγώγια των ευρωπαϊκών λιμανιών και τις εξίσου άθλιες τρώγλες διάφορων ιθαγενών – όπου αναμειγνυόταν ελεύθερα (με όλες τις συνδηλώσεις του όρου) με τους μεν και τους δε.

 

  

.

   Ο Τραβέρσο σημειώνει ότι, ενώ ορισμένα «ίχνη» που άφησε πίσω της η χιτλερική αγόρευση έχουν αποτελέσει αντικείμενο βαθιών αναλύσεων της ιστοριογραφίας, κάποια άλλα, που αφορούν κυρίως τα «νοητικά εργαλεία» της, δεν έχουν τραβήξει ώς τώρα την αναγκαία προσοχή. Στηριγμένος σ’ αυτή την παρατήρηση, προτίμησα να μη σας μιλήσω για πράγματα που τα έχετε ίσως ακούσει πολλές φορές (δεν είπα π.χ. σχεδόν τίποτα για τα ίδια τα ναζιστικά στρατόπεδα ή για τον αντισημιτισμό), αλλά προτίμησα να ζουμάρω σε κάποιες λεπτομέρειες, λιγότερο αυτονόητες, του πίνακα που ξετυλίγεται σε τούτο το έργο.

   Κλείνοντας, όμως, να πάμε και λίγο πιο πέρα από όσα λέει το βιβλίο. Ξεκινώντας από μια παρατήρηση του Τραβέρσο, ότι μπορεί μέσα από την ανάλυση να εξημερώνουμε το παρελθόν και να καθησυχάζουμε κατά κάποιο τρόπο τον εαυτό μας (εμείς δε θα κάναμε ποτέ τέτοια απαίσια πράγματα!), ωστόσο (λέει ο Έντσο) «Τίποτα δεν αποκλείει, […] άλλες συνθέσεις, το ίδιο αν όχι περισσότερο καταστροφικές, να μπορέσουν να αποκρυσταλλωθούν στο μέλλον». Σε μια αναζήτηση (ή από κάποια ανησυχία) για ορισμένα από τα στοιχεία που θα μπορούσαν να χρησιμέψουν σε μια τέτοια απειλητική σύνθεση, θα ήθελα να μιλήσω λίγο για τις πιο πρόσφατες εξελίξεις του βιολογισμού (εννοώ : μετά την ακραία βιολογικοποίηση της πολιτικής που είχε επιχειρήσει ο ναζισμός).

   Θα έχετε προσέξει ότι διάφορες εκφράσεις που είχαμε με τη λέξη «αίμα» (π.χ. «τόχει, ή δεν τόχει, στο αίμα του») ακούγονται όλο και πιο συχνά εκσυγχρονισμένες : «Τόχει ή δεν τόχει στο DNA του». Αθώες κουβέντες ασφαλώς, επηρεασμένες από τα κλισέ της εποχής. Από την άλλη, κανείς δε θα μπορούσε να υποστηρίξει σήμερα ότι το αίμα κάποιου λαού έχει διαφορετική ποιότητα από το αίμα άλλων λαών – όχι, αν θέλει να παραμείνει ο λόγος του σε κάποιο επίπεδο που να μοιάζει επιστημονικό. Θα μπορούσε όμως να πει ακριβώς το ίδιο ανακατεύοντας γονίδια – δηλ. να κάνει μια πολιτική δήλωση δίνοντας την εντύπωση ότι μας μιλάει με την τελευταία λέξη της επιστήμης – και μάλιστα να περάσει έτσι αυτή την πολιτική δήλωση στο χώρο του αυτονόητου. Ο επιστημονισμός του 19ου αιώνα δε λειτούργησε πολύ διαφορετικά. Είναι αλήθεια ότι οι …ξέρετε ποιοι, δε φωνάζουν «DNA, Τιμή» – όχι, φωνάζουν «Αίμα, Τιμή», γιατί είναι εραστές του κλασικού και γιατί μεταφράζουν μόνο από τα γερμανικά της χρυσής εποχής, όμως ο πρώτος τυχών πρωθυπουργός μπορεί να δηλώνει ότι «ο ρατσισμός δεν είναι στο DNA μας», χωρίς να υποψιάζεται καν κάποια αντίφαση στους όρους της πρότασης που ξεστόμισε.

   Πριν λίγους μήνες μού έστειλαν μια αναγγελία για ένα βιβλίο που κυκλοφόρησε, στην Αγγλία, στην παλιά Οξφόρδη μάλιστα, με τίτλο G is for Genes (το Γ είναι για τα Γονίδια). Εκεί θα μάθουμε, λέει, ότι η «λεξούλα από γ», το γονίδιο, παραμένει δυστυχώς ταμπού στο χώρο της εκπαίδευσης και αυτό είναι αντίθετο τόσο προς την επιστήμη όσο και προς τον κοινό νου. Όμως, η χρήση της γενετικής θα μπορούσε να προκαλέσει μια ριζική μεταρρύθμιση (μία ακόμα), στον τρόπο που λειτουργούν τα σχολεία. Τέρμα πια στην εξετασιομανία του ελληνικού Υπουργείου Παιδείας (που έχει τόσες παρενέργειες)! Στο μέλλον θα γνωρίζουμε εξαρχής, με επιστημονικά τεκμηριωμένο τρόπο, ότι τα παιδιά των εργατών πρέπει να γίνουν εργάτες και τα παιδιά της ελίτ πρέπει να σπουδάσουν στο εξωτερικό.

 

 

εισήγηση τού μεταφραστή νίκου κούρκουλου για τό βιβλίο τού έντσο τραβέρσο «οι
ρίζες τής ναζιστικής βίας / μια ευρωπαϊκή γενεαλογία», εκδόσεις τού 21ου

η παρουσίαση που συνεχίστηκε με συζήτηση ωραιότατη έγινε στο πατάρι τού βιβλιοπωλείου «αργία» στην καλλιθέα, στις 22 ιανουαρίου

 

 

 

.

.

«…τά μετρούσαν και τά ταξινομούσαν, διαπιστώνοντας ότι
ανήκουν σε μια
κατώτερη, παρακμασμένη, εκφυλισμένη και
προς εξαφάνιση φυλή – δηλαδή επικύρωναν τή σφαγή που
μόλις είχε συμβεί…» (
κλικ)

 

 

 

 

 

 

Ιανουαρίου 19, 2014

γεράσιμος λυκιαρδόπουλος : οι νεάντερταλ τών κολλεγίων

.

.

 

 

«“Με οδηγό τόν Ξένιο Ζεύ” θα αντιμετωπίσει τό μεταναστευτικό ο Μιλτιάδης
Βαρβιτσιώτης, όπως ακριβώς δήλωσε σε πρωινή ενημερωτική εκπομπή…»

(Εφημερίδα τών Συντακτών 5/9/13)

 

   Έτσι ακριβώς : «τόν Ξένιο Ζεύ». Δεν πρόκειται για τή γνωστή αγραμματοσύνη τών «εγέρθητων» – σ’ αυτήν τουλάχιστον θα μπορούσε ίσως κανείς και να ανακαλύψει κάποιο ίχνος ενοχής κακού μαθητή. Εδώ πρόκειται για κάτι άλλο που χαρακτηρίζει όχι τόσο τή γλωσσική βαναυσότητα τών νυχτερινών μπράβων αλλά τή συμπεριφορά τών ημερινών κυρίων τους. Πρόκειται, ακριβέστερα, όχι για γλωσσική άγνοια αλλά για τήν αφροντισιά, για τήν αλαζονεία τής άγνοιας που βλέπουμε συχνά στην εγγράμματη εκείνη τάξη τών πολύξερων ανευθυνοϋπεύθυνων που μπορεί να φτάνουν και πρωθυπουργοί άμα λάχει. Δεν πρόκειται λοιπόν για τή φτωχή, τή λαϊκή, τή μπανάλ αγραμματοσύνη, αλλά για τήν προγραμματισμένη αγραμματοσύνη τών κολλεγίων που καταρτίζουν «στελέχη» και «διαχειριστές» για να πάρουν στα χέρια τους αυτή τήν τρελή μηχανή που τραβάει στον γκρεμό – τή γλώσσα θα κοιτάξουμε τώρα ;

   Τί είναι λοιπόν η γλώσσα γι’ αυτούς που μάς κυβερνάνε ; Ό,τι είναι και ο τόπος. Κοιτάχτε τους στα κανάλια : Ξερόλες τού δεξιού και τού «αριστερού» εκσυγχρονισμού, χάσκηδες τής «προόδου» και τής «ανάπτυξης», αστέρες τής Εσπερίας και ατσίδες τής Ανατολής, «ευρωπαϊστές» και ελληναράδες τού όλου Πασόκ : όλοι τους άφησαν τά σημάδια τους – και στη γλώσσα και στον τόπο.

   Τρισβάρβαρα τά ελληνικά των, οι άθλιοι.

 

περιοδικό «σημειώσεις» τεύχος 78, δεκέμβριος 2013

.

.

 

 

 

στην φαρμακερή και καθαρά, ως συνήθως στις «σημειώσεις», δοκιμιακή γραφή – μια μικρή προσπάθεια «τεχνικής» ερμηνείας ως υποσημείωση από μένα και τούς «κήπους» : μού κάνει δηλαδή μονίμως εντύπωση ότι, ως προς τήν (γλωσσική μας) αρχαιότητα, η διαιώνιση τής μυθικής της «συνέχειας» βασίζεται πάνω σε όντως μύθους μιας καθαρεύουσας που είναι – χωρίς να τό θέλει – απολύτως διάφανη ως προς τό εγγενές της ψέμα : τά λάθη δηλαδή (κυρίως ακριβώς τών «μορφωμένων» τών κολλεγίων μας) επιμόνως δείχνουν πως τά μυαλά, ό,τι αρχαιοπρεπή και να θελήσουν να αναπαραστήσουν, τά δημοτικά και τά ζωντανά θα ’χουν ασυνειδήτως μες στο κεφάλι και μπροστά στα μάτια τους – μόνο που (στην περίπτωση τού «ελληνικού γλωσσικού» (που ποτέ δεν λύθηκε όπως φαίνεται επαρκώς)) – με θυμό και από τήν ανάποδη : τά διπλά θέματα τής αρχαίας γλώσσας δεν λειτουργούνε δηλαδή, γιατί δεν υπάρχουνε, στη δημοτική – άρα ο τύπος «τού Διός» παραπέμπει στον βάρβαρο «τού Δία», δηλαδή στην τρισκατάρατη ζωντανή ( : τήν οποία οφείλουν να εξοβελίσουν με μια καραμπινάτη αγραμματοσύνη οι υπουργοί μας έστω και κατασκευάζοντας – τρισβάρβαροι οι άθλιοι – τόν ανύπαρκτο κείνον τύπο «τόν Ζεύ»)

 

 

.

φωτογραφίες

.

.

.

.

 

 

 

 

 

Ιανουαρίου 3, 2014

μία κυρία

.

.

 

 

   η γάτα μου τούς είχε καταλάβει πολύ καλύτερα από μένα, όλα τά χρόνια που ζήσαμε μαζί, και γι’ αυτό δεν τούς χώνευε. Τούς πατούσε κάτι δαγκωνιές, και καθόταν πάνω τους με όλο της τό βάρος, και κοιτώντας πέρα μακριά, τόν απέναντι τοίχο, σαν να τήν απασχολούσε ένα φιλοσοφικό πρόβλημα, ακριβώς πάνω σ’ αυτούς που ήξερε ότι δεν ήτανε άξιοι να καταλάβουν τήν αξία μας. Όταν μιλούσαν συνέχεια αυτοί, και στα δικά μου αστεία δεν γελούσαν καν, απασχολημένοι με τά σοβαρά προβλήματα τής ελληνικής ενδοχώρας, εκείνη τριβόταν πάνω μου, σκαρφάλωνε στον ώμο μου, έχωνε τό πρόσωπό της στα μαλλιά μου και μού ’λεγε : σού τό ’πα, μόνο εγώ σ’ αγαπάω χαζή, αυτοί όλοι είναι ματαιότης ματαιοτήτων. Μού έγλυφε τόν λαιμό και τά μάγουλα μ’ αυτήν τήν αγκαθωτή γλώσσα και κόλλαγε τό κεφάλι της στο κεφάλι μου με μανία, σπρώχνοντας κιόλας, ήθελε πάρα πολύ να ενώνονται οι σκέψεις μας συνεχώς. Κι όταν περπατούσαμε μέσα στο σπίτι, εγώ χαμηλότερα, περπατώντας στο παρκέ, κι αυτή γαντζωμένη με τά νύχια απ’ τόν ώμο μου, σαν γεράκι, δεν υπήρχε περιθώριο θλίψης : έχωνε τό στόμα της μες στα μαλλιά μου σαν να μού έλεγε μυστικά που θα μού δίνανε δύναμη : ο απόλυτός της ρεαλισμός, κι η απόλυτή της περιφρόνηση προς τούς άλλους ήταν κυρίως που μέ δυνάμωναν : μού θύμωνε μόνο όταν μ’ έβλεπε να καταρρέω από λύπη, γινόταν έξω φρενών. Ξανάβαζε τά γέλια, όταν τής χαμογελούσα : γέλια λιτά, μετρημένα. Δεν τής άρεσαν οι αισθηματικές υπερβολές, και σ’ αυτό ακόμα μού ’χε κάνει μαθήματα, αποφασισμένα και πεισματικά πεζογραφίας

   η κατάμαυρη καρβουνιασμένη της φάτσα έβγαζε φωτιές λαμπυρίζοντας σαν μαύρη τρύπα ενός γαλαξία όταν περιπολούσε πάνω στα χαρτιά μου : τά ’γλυφε κιόλας και τά πατούσε με ευχαρίστηση μαλακά, σαν να τούς έδινε θάρρος όταν ήταν ήδη πετυχημένα

   τό κριτήριό της ήταν ορθότατο : θυμάμαι πόσο περιφρονητικά ή μάλλον με οίκτο μέ είχε κοιτάξει όταν αποφάσισα να βοηθήσω εκείνον εκεί τόν ποιητή στο διαζύγιο που τού έτυχε : δεν τής έδωσα τότε σημασία – ε δεν θα ’χε δίκηο και σε όλα – και όμως είχε : είχε απόλυτο δίκηο σε όλα: είχε απόλυτο δίκηο όταν αυτόν ειδικά δεν τόν καταδεχόταν καθόλου, και όταν ερχόταν στο σπίτι αυτός αυτή πήγαινε και κρυβόταν κάτω απ’ τόν καναπέ και παραφύλαγε με μάτι φθονερό μοχθηρό ανυπόμονο να φύγει για να βγει πάλι έξω αυτή : εκεινού δεν είχε καταδεχτεί ούτε στα γόνατά του να κάτσει για να τόν ενοχλήσει ποτέ όπως τούς άλλους : περίεργο πράγμα, δεν τού ’χε καμία εκτίμηση, γινόταν με μια περίεργη συνέπεια έξω φρενών κάθε φορά που αυτός έμπαινε μέσα στο σπίτι : Τό κατάλαβε ώς κι ο Τάκης, που δεν πρόσεχε γενικώς τίποτα : Φαίνεται ότι δεν αγαπάει τόν υπερρεαλισμό στην ποίηση, είπε μια φορά, αυτό τό ζώο. Αυτό τό ζώο όμως άλλα έλεγε και μάλλον δεν τήν ενοχλούσε ο σουρεαλισμός, διότι έναν άλλον σουρεαλιστή (αλλά πολύ ειλικρινή αυτόν χωρίς πλούσια γυναίκα και χωρίς επιτυχία στα βιβλία του) όποτε ερχόταν στο σπίτι, αυτόν και στενά τόν πολιορκούσε και πάνω του καθόταν και τό χέρι τού έγλυψε δυο–τρεις φορές. Ίσως ήταν η φωνή, ίσως τήν επηρέαζαν κι αυτήν οι φωνές τί να πω, ίσως η φωνή τού πρώτου να ήταν αντιπαθής γενικά (που και ήταν) (έτσι, γεμάτη αυτοθαυμασμό και στόμφο και ξεστομίζοντας συνεχώς μεγαλοστομίες) ενώ η φωνή τούτου τού δεύτερου ήτανε χαμηλότερη και υπερβολικά γεμάτη αυτοαμφισβήτηση. (Μολονότι δεν είχα καμιά διάθεση να ασχοληθώ με τήν ποίηση τόν δεύτερο τόν συμπαθούσα, αν και πήγε γρήγορα στην αμερική. Μού είχε στείλει μάλιστα και μερικά γράμματα τότε. Τού έκανε εντύπωση ας πούμε μεγάλη – σαν παιδί λίγο ήτανε – πόσο θεσμοθετημένο στην κανονική ζωή τού μέσου αμερικανού ήταν ένα ενδιαφέρον ακομπλεξάριστο για τά χρήματα : είχε πάει στο σπίτι ενός μεγάλου τους ποιητή κι ο ξεναγός αφού τούς έδειξε ολονών τά δωμάτια, για ένα πράγμα κυρίως τούς ενημέρωσε : για τό πόσα δολλάρια ή πόσα σεντς τήν ημέρα έβγαζε γράφοντας εκείνος προς τό τέλος τής ζωής του στο σπίτι αυτό)

   αυτός όμως δεν τήν ενόχλησε ποτέ, και μόνο τόν άλλον (και μάλιστα τή μέρα που ήρθε καταπτοημένος λόγω διαζυγίου να ζητήσει εκείνη τή χάρη) δεν τόν ήθελε ούτε ζωγραφιστό να τόν βλέπει : εκείνη μάλιστα τή συγκεκριμένη μέρα επειδή ήτανε και κλαμένος, τού πάτησε και μια δάγκα στο χέρι όπως τό ’χε να κρέμεται από τήν καρέκλα : δεν ήταν όμως αυτός ο λόγος που τόν λυπήθηκα, όχι, θα τήν πάταγα ούτως ή άλλως, κι ας μην μεσολαβούσε η οδυνηρή της μουσούδα, που μ’ έκανε να είμαι συνεχώς μ’ ένα μπουκάλι οινόπνευμα στο χέρι για να φροντίζω τούς ξένους : τό επικίνδυνο στόμα της μιλούσε αλλιώς : Τόν μισούσε απ’ ό,τι κατάλαβα μάλλον επειδή τώρα εύρισκε δυσάρεστη μια γυναίκα που εξαιτίας της είχε σνομπάρει όλον τόν κόσμο παληότερα : αυτά η γάτα μου δεν τά καταλάβαινε, δεν είχαν καμιά λογική, κι εκείνη ήταν οπαδός τού διαφωτισμού – άλλωστε μού τό ’χε κάνει σαφές ότι έβλεπε θαυμάσια και στο σκοτάδι – όλος ο κόσμος ήταν διαρκώς φωτισμένος γι’ αυτήν : και φώτιζε κι η ίδια άλλωστε τό σκοτάδι έτσι που λάμπαν τά μάτια της μέσα στη νύχτα : μόνο τό φως λοιπόν αποδεχόταν ως αρχή, κι ας ήταν έτσι ολοσκότεινη η ίδια με αυτή τή γούνα : ίσως κιόλας γι’ αυτό να τήν έγλυφε με τέτοια μανία σαν να ’θελε να τή μαδήσει και τήν έκανε με τό σάλιο της να γυαλίζει έτσι που να βγάζει κι αυτή αστραπές :

   όχι, θα τήν πατούσα με όλους, θα τούς λυπόμουνα όλους, ούτως ή άλλως, ήμουνα τελειωμένη περίπτωση τελειωμένος βλάκας που θα ’λεγε κι αυτή, δεν είχε έρθει ακόμα η ώρα μου να τό πάρω απόφαση δηλαδή ότι βαρέθηκα : πόσο αντέχει ένας άνθρωπος, πόσα αποθέματα δύναμης να ’ναι βλάκας, μέσα σ’ έναν κόσμο πανέξυπνων, έχει ; Ώσπου ξαφνικά όλα σού γίνονται δυσάρεστα αφόρητα και ανούσια και απεχθή, μονοκόμματα : και ως συνήθως αν έχεις δείξει μεγάλη κατανόηση, ξαφνικά τή χάνεις όλη μαζί και παίρνει η μπάλα και μερικούς αθώους αν υπάρχουν (θεωρητικά μιλάμε εγώ δεν ξέρω κανέναν, δεν ήξερα τότε κανέναν αθώο). Τότε, τό μόνο που ήξερα ήταν ότι τούς βαρέθηκα : βαρέθηκα αφάνταστα δηλαδή τήν ευαισθησία τους, τόν πόνο τους, τίς κουβέντες τους, τήν πολυλογία τους : τή φοβερή πολυλογία τών ανθρώπων που κάνουν συνέχεια τόν δάσκαλο και δεν ακούνε κανέναν άλλον – πώς μπορείς να ’σαι δάσκαλος έτσι ; τό δασκαλίκι δεν είναι να χαϊδεύεις μονάχα τόν εαυτό σου συνέχεια με ευχαρίστηση, αλλά να κοιτάς και τόν άλλον καμία φορά : τό δασκαλίκι δεν είναι να λες συνέχεια τά ίδια και τά ίδια, είναι να εμπνέεσαι κι απ’ τόν άλλον τόν αδαή, καμία φορά : τό δασκαλίκι χρειάζεται δύο, με έναν μόνο δεν γίνεται, τίποτα δεν γίνεται μόνο με έναν, με έναν γίνεται μόνο μία μαλακία : κι αυτοί μιλούσανε μόνο με τόν εαυτό τους συνέχεια, όσοι κι αν ήτανε δηλαδή μέσα στο σπίτι, όσο πολύ κι αν φωνάζανε : μιλούσανε μόνο με τόν εαυτό τους συνέχεια : εμ δεν υπάρχει έρωτας έτσι, αυτό τούς έλεγε δηλαδή με τόν τρόπο της, με τό αθώο της κι επικίνδυνο αυτό στόμα εκείνη : (κι αυτή ήξερε από έρωτα, μού τό ’χε αποδείξει : τόν χαιρόταν τόσο πολύ, που είχα μείνει ξερή : είχαμε κάνει ειδικό ταξίδι για να μού τό αποδείξει, και μολονότι ώσπου να τήν πάμε στο εξοχικό κατουρήθηκε πάνω της, ύστερα εγώ καθόμουνα και τή θαύμαζα νύχτες ολόκληρες (μόνη μου γιατί ο Τάκης κοιμότανε) : ήτανε σα λιοντάρι : και σα λιοντάρι ακολούθησε μόνο τά γούστα της : έδιωξε πολλούς περιβόητους εραστές καλλονούς, και κράτησε μόνο έναν αδύνατο και αισθητικά είν’ η αλήθεια άψογο λεπτοκαμωμένο κι ερωτευμένο αφάνταστα μαζί της ποιητή – ή πεζογράφο : μού τόν έφερε να τόν γνωρίσω κιόλας : ύστερα πηδιόταν μπροστά μου και μέ κοιτούσε καλά–καλά, μόνο που δεν μ’ έβλεπε τότε, εκείνες τίς ώρες απολάμβανε αυτό τό χάσιμο τού κόσμου απ’ τά μάτια της χωρίς καμιά ενοχή : δεν υπήρχε τίποτα για τό οποίο να ντρέπεται εκείνη, αντιθέτως, μού έδινε μαθήματα και συμπεριφοράς σε όλα, ήταν ο παράδεισος ενσαρκωμένος ξανά τό μυαλό της : τή ζήλευα τότε πολύ.) Γι’ αυτό και δεν ήταν αχάριστη – όπως αυτοί που ποτέ δεν μού είπαν Τί ωραίο φαΐ είν’ αυτό αλλά τρώγανε τού σκασμού και μιλούσαν συνέχεια για τά δικά τους ποιήματα ο ένας κι ο άλλος – και σέ κάναν να συχαίνεσαι αυτήν τή μανία τους ν’ ασχολούνται μόνο με τή δικιά τους ενδοχώρα – τί λέξη κι αυτή – λες και δεν υπήρχε άλλη χώρα στον κόσμο : εμένα (κι αυτήν) μάς ενδιέφερε όμως ο κόσμος ολόκληρος). Αυτή δεν έκανε τίποτ’ άλλο λοιπόν απ’ τό να μού γουργουρίζει με ευχαρίστηση εκκωφαντικά κάθε τόσο αν τής τό ’φτιαχνα πάντα καλό τό φαΐ : ήταν η μεγαλύτερή της ευχαρίστηση, εκτός απ’ τόν έρωτα, τό να λέει Ευχαριστώ για τό φαΐ που τής δίνεις να τρώει : τό να λέει Ευχαριστώ τήν ευχαριστούσε τό ίδιο, αν όχι και περισσότερο, απ’ τό ίδιο τό φαΐ ώρες–ώρες μού φαίνεται : και δεν ήταν παρά ένας σαφής υλισμός και αυτό, λογικό, ορθολογιστικό, διαφωτιστικά άψογο : Τά Ευχαριστώ, ως μεθεόρτια τής ευχαρίστησης, επεκτείνανε τήν ίδια τήν ευχαρίστηση για ώρα πολλή : τό πλάσμα αυτό ζούσε μονάχα για να απολαμβάνει αυτά που δικαιούνταν απ’ αυτή τή ζωή κι εμένα πάνω απ’ όλα : δεν μέ υποτιμούσε, ούτε μέ θεωρούσε υπηρέτρια, παραδουλεύτρα ή σκλάβα της : αντιθέτως, μέ τοποθετούσε σ’ ένα βάθρο πολύ υψηλό βάζοντάς με ισάξια και ισότιμη στη ζωή της με τήν ίδια της τή ζωή που έπρεπε να είναι γεμάτη φυσικά άνεση χώρου και απολαύσεις : όχι τόσο επειδή τής έκανα τά χατήρια λοιπόν όσο γιατί τό ’βλεπα αυτό τό πράγμα με τόν ίδιον τόν τρόπο κι εγώ, είχα τήν εκτίμησή της νομίζω

   αλλά και με τόν Τάκη η σχέση της ήτανε ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα, δεν μπορούσες να πεις : τόν κοιτούσε με υποψία, τόν ενοχλούσε, αλλά και τόν αγαπούσε αφάνταστα : τόν αγαπούσε επειδή εκείνος αγαπούσε εμένα όμως – (αυτό μού τό ’χε ξεκαθαρίσει μια φορά απ’ αυτές που μού μίλησε για αρκετή ώρα στο αυτί). (Μετά δεν καταδέχτηκε να ξαναασχοληθεί με τό ίδιο θέμα. Μολονότι οπαδός τής πεζογραφίας, εισήγαγε επιμόνως σ’ αυτό τό είδος όλην τήν οικονομία τής ποίησης). Όταν έγραφε εκείνος, πήγαινε και καθόταν στα γόνατά του για να τόν ενοχλήσει και να τόν αναγκάσει να απομακρύνει τό σώμα του απ’ τό τραπέζι, ώστε να χωρέσει και τό κεφάλι της, να κοιτάει τά γραφτά. Τότε τού κάναμε και τήν εξής πλάκα εμείς πολλές φορές τού Τάκη : καθώς καθόντουσαν έτσι και γράφανε οι δυο τους περνούσα εγώ περαστική έξω απ’ τήν πόρτα και τής φώναζα Κυρία μου έλα να φας και τότε αυτή τού ’δινε μια κλωτσιά στα γόνατα, και τιναζόταν κάτω απ’ τό τραπέζι εγκατέλειπε τήν ανάγνωση κι έτρεχε πίσω από τή φτέρνα μου μουγκρίζοντας. Και καθώς ασχολιόμαστε μετά μες στην κουζίνα κι οι δυο να τακτοποιήσουμε τό φαγητό της ωραία στα πιάτα, και να τό μυρίσουμε κιόλας καλά–καλά, διασκεδάζαμε ταυτοχρόνως – κι ίσως και τό περιμέναμε κιόλας για να γελάσουμε τότε – αυτή μάλιστα γέλαγε τρίβοντας τό μέτωπό της και χτυπώντας το στα πόδια μου ώσπου να μπορέσει να ριχτεί στο φαΐ – που ακούγαμε τόν άλλον από μέσα να κάνει τήν καρέκλα του πίσω έξω φρενών (κατά βάθος ίσως ήθελε να κάνει ένα διάλειμμα για να σηκωθεί και να ξεμουδιάσει) τιναζόταν λοιπόν τότε χτύπαγε τά χέρια του και φώναζε από μέσα (τόσο δυνατά όμως που τόν ακούγαμε πάντα) : Ε όχι, αυτό δεν τό δέχομαι. Κι ύστερα ερχόταν στην κουζίνα και τήν έβλεπε να τρώει. Έκανε τόν ψόφιο κοριό αυτή και δεν τού ’δινε σημασία : Αυτός τότε συνέχιζε : – Μα δε μού λες (έλεγε θυμωμένος) (μερικές φορές νομίζω μάλιστα ότι ήτανε κιόλας στ’ αλήθεια θυμωμένος) πώς καταλαβαίνει τί τής λες ρε γαμώτο ; ξέρει ελληνικά ; Θα τής τό κάνω κι εγώ για να δω : Πήγαινε και τής τό ’κανε πολλές φορές – και κυρίως όταν αυτή καθόταν στην αγκαλιά μου όταν διάβαζα αλλά κι άλλες, που τήν έβλεπε να κάθεται ήσυχη κάπου : Περνούσε δήθεν αδιάφορα μπροστά μας, και πηγαίνοντας προς τήν κουζίνα έλεγε : – Κυρία της έλα να φας. Φυσικά πλήρης σιωπή και περιφρόνηση ακολουθούσε, και κανείς δεν κουνιότανε : απλώς, επειδή ήταν πολύ αστείο και επειδή εγώ γελούσα πολύ, αν τήν είχα στην αγκαλιά μου έκανε τότε αλλεπάλληλες κωλοτούμπες εκείνη γυρνώντας μια δεξιά και μια αριστερά και τρίβοντας τή μουσούδα της παντού όπου εύρισκε γεμίζοντάς με τρίχες και σηκώνοντας μάλιστα και τά πόδια ξεδιάντροπα στον αέρα ώστε να χαιρετούσε όπως θα ’λεγε κι εκείνος ο ποιητής με τά πόδια τόν ήλιο* (τίς λάμπες δηλαδή και τό ταβάνι σ’ αυτήν τήν περίπτωση). Ο άλλος καθόταν και περίμενε λίγο μες στην κουζίνα κι ύστερα ερχόταν και μάς εύρισκε έξω φρενών : – Τί ; δεν κουνήθηκες ; (τής έλεγε). Ε, λοιπόν όχι, αυτό δεν τό δέχομαι. (Παίρνοντας μυρωδιά εκείνη απ’ τό ύφος του σταματούσε τότε τίς φούρλες και τόν κοιτούσε με πρόκληση. Ακολουθούσε ο εξής διάλογος : – Εμένα γιατί δεν μ’ ακούς όταν σού μιλάω ελληνικά ; έλεγε αυτός. (Σιωπή από τή μεριά της). – Γιατί εσύ δεν τό πιστεύεις μέσα για μέσα ότι ξέρει ελληνικά, απαντούσα εκ μέρους αυτηνής εγώ. Και η σεκάνς τελείωνε καθώς αυτός απομακρυνόταν χτυπώντας τά χέρια του πάλι και λέγοντας ξαναπηγαίνοντας προς τό γραφείο : (είχε τελειώσει τό διάλειμμα) : Ε όχι, αυτό δεν τό δέχομαι.)

   (να συμπληρώσω πριν τήν αφήσω (για εδώ), ότι τής άρεσαν όλα τά είδη μουσικής προτιμούσε όμως περισσότερο απ’ όλα τά μπλουζ και τίς σονάτες για πιάνο, τά κρουστά τήν έκαναν να σηκώνει τό κεφάλι με περιέργεια και να περιμένει κάτι για τή συνέχεια, κι επειδή δεν τό ’βρισκε συνήθως ξανακοιμόταν, τά βιολιά δεν τής πολυάρεσαν και τά πνευστά έτσι κι έτσι. Τό σαξόφωνο όμως τής άρεσε. Τής άρεσε κι η μάριαν φαίηθφουλ η φωνή της πάρα πολύ έτσι βραχνή που ήτανε. Ήτανε η καλύτερή της συμφωνούσαμε απολύτως στα γούστα)

   μείναμε πάνω απ’ τόν τάφο της με τόν Τάκη αρκετή ώρα – περίεργο πόσο μικρό χώρο έπιανε ακίνητο αυτό το αεικίνητο όμορφο σώμα

 

 

 

 

από τήν έκθεση βαθυτυπίας

.

.

.

*ζήσης οικονόμου «ναυσικά»

.

.

.

.

.

.

κ α λ ύ τ ε ρ η   χ ρ ο ν ι ά   ό λ ε ς   α ς   έ χ ο υ μ ε 

.

.

.

.

.

.

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: