σημειωματαριο κηπων

Αύγουστος 13, 2012

η αφύπνιση τού κυρίου φίνεγκαν

.

.

.

.

   bullskit. bullskid. bullshowit. bullsayit. αυτό τό βιβλίο εγώ όταν τό λέω από μέσα μου (για να συνεννοηθώ με τήν εαυτή μου) τό λέω φιννεγκοαγρύπνια ή φιννεγκογκρίνια {και τά δύο ταυτόχρονα και να σκεπάζουνε τό ’να τ’ άλλο, συμφωνικώς, φωνηεντικώς και χιαστί} κι όταν τό λέω απέξω μου για να συνεννοηθώ με κάναν άλλον τό λέω «η αφύπνιση τού φίννεγκαν» (ή «η αγρύπνια τού φίννεγκαν», αδιακρίτως, και χωρίς πολλές–πολλές εξηγήσεις) αλλά μπορεί εξάλλου να είναι και «τό ξύπνημα τού φίννεγκαν», γιατί η λέξη που διάλεξε ο τζόϋς έχει όλες αυτές τίς σημασίες μαζί {και ίσως και άλλες πολλές, και ακριβώς για να υπάρχουν όλες αυτές οι σημασίες έβαλε ο άνθρωπος τή λέξη στον τίτλο}

   δεν πιστεύω ότι αυτό τό βιβλίο εξάλλου μεταφράζεται ((για να πω τήν αλήθεια η μετάφραση γενικά κατά τή γνώμη μου είναι ένα πράγμα μάλλον αδύνατο – μετάφραση έργων τέχνης δηλαδή εννοώ, τά επιστημονικά φυσικά μεταφράζονται) άσε που αν δοκιμάσεις να τήν κάνεις πρέπει πρώτα να κοιτάξεις να βεβαιωθείς ότι είσαι και καλός ηθοποιός – : πρέπει να μπεις δηλαδή στο πετσί τού άλλου όχι μόνο για όση ώρα γράφει, αλλά και ως κατάσταση διαρκείας – για όλη του τή ζωή εννοώ) πάντως καλά–καλά αυτό τό βιβλίο ούτε και διαβάζεται (εγώ τό διαβάζω κατά καιρούς μέσες–άκρες αλλά βαριέμαι να τό διαβάσω με τή σειρά – έχω πάντως τό θράσος να μεταφράζω τά κομμάτια του που μ’ αρέσουνε)

   πιστεύω όμως ότι ούτε και ο τζόϋς δεν τό διάβαζε καλά–καλά όταν τό ’γραφε – και μάλιστα επιπλέον πιστεύω ότι σκυλοβαριόταν όταν τό ’γραφε (όχι επειδή τού πήρε δεκάξι χρόνια να τελειώσει, αυτά συμβαίνουν στη λογοτεχνία (βλέπεις δεν είναι η τέχνη αυτό που έχει περάσει τά τελευταία χρόνια ως κανονική διαδικασία, χρηματιστηρίου δηλαδής, να γράφεις αρλούμπες να στις βγάζει ο εκδότης, να τίς πουλάτε, και να πάτε μετά και οι δυο στην τιμή και τήν υπόληψή σας) ο τζόϋς απλώς πιστεύω εγώ ότι δεν είχε πια καθόλου κέφι, και έτσι έφτιαξε ένα κέφι βεβιασμένο, κι ύστερα έπεισε και τόν εαυτό του ότι μαζεύοντας εξυπνάδες και καλαμπούρια δεξιά–αριστερά έκανε τή δουλειά του) διότι ως γνωστόν διήνυε μια απαίσια περίοδο στη ζωή του, όπου ήταν κουρασμένος μισότυφλος και μονίμως μεθυσμένος. Εξαυτού νομίζω πως μπορείς να δεις περίφημα και τά κομμάτια που γράφει όταν μισοκοιμάται (δηλαδή όταν μοντάρει τά καλαμπούρια που άλλοι τού μαζεύανε) και εν συνεχεία τά κομμάτια που γράφει όταν ξυπνάει τινάζεται απότομα και θυμάται τήν υπόθεση (θυμάται δηλαδή λίγον από κείνον τόν ερωτικό εαυτό – στό πορτραίτο τού καλλιτέχνη ως νέου, τό «cranly’s arm, his arm» ας πούμε, ή τό «έκανε μια κίνηση όπως τής μιλούσε σαν να πετούσε ρεβύθια πίσω απ’ τήν πλάτη του») – γι’ αυτό και μπορεί κανείς να πει περίφημα ότι ισχύει για τό finnegans wake ό,τι είχε πει ο σταντάλ ότι ίσχυε για τήν εισαγωγή τού don giovanni που ο μότσαρτ τήν έγραψε σε μια νύχτα ξαγρύπνιας {αγρύπνιας – τήν άλλη μέρα είχε πρεμιέρα η όπερα και δεν είχε γράψει τήν εισαγωγή ακόμα} τουτέστιν μισοκοιμισμένος : ότι ακούς μ’ άλλα λόγια θαυμάσια τά κομμάτια που έγραψε κοιμισμένος και ακούς μετά επίσης και τό πότε ήταν που ξυπνούσε απότομα και ξανάρχιζε, με λίγο παραπάνω κέφι τέλος πάντων –

.

.

   τώρα όμως είδα (και γι’ αυτό διακόπτω μετά τσαντίλας τήν καλοκαιρινή διακοπή) ότι σύντομα πρόκειται να έχουμε ενδομπουρδογλωσσικές ξιπασιές : «η αγρύπνια τών φίνεγκαν» σε μετάφραση τού κυρίου ελευθέριου ανευλαβή – δεν τήν έχω διαβάσει διότι δεν έχει εκδοθεί ακόμα, αλλά γράφουν γι αυτήν πριν εκδοθεί, όπως συνηθίζεται στις εξαιρετικές περιπτώσεις –

   να πει κάποιος τού κυρίου μεταφραστή λοιπόν ότι στην αγγλική (δηλαδή τή (θέλοντας και μη, και κυρίως μή θέλοντας) γλώσσα τού τζόϋς) η γενική πληθυντικού δεν στερείται παντελώς αποστρόφου : τό απόστροφο μπαίνει απλώς όχι πριν τό σίγμα αλλά μετά τό σίγμα (ελληνιστί εντάξει τό ες) – συνεπώς αν επιθυμούσε διακαώς τόν πληθυντικό ο τζόϋς δεν θα αφαιρούσε καθολοκληρίαν τό απόστροφο αλλά θα ’γραφε finnegans’ wake

   ας αφήσουμε τό ότι, αν πάρουμε στα σοβαρά τήν ντε και καλά επιθυμία τού μεταφραστή να μάς πείσει ότι υπήρξε ντε και καλά επιθυμία τού τζόϋς να περιοριστούμε σε κείνη τή μπαλάντα (στην οποία στηρίζει τήν αυθαιρεσία τού πληθυντικού), τό βιβλίο θα ’πρεπε να λέγεται «μοιρολόϊ για τόν φίννεγκαν» και «φιννεγκοξαγρύπνια» ή «φιννεγκοανάσταση»

   τό ζήτημα είναι όμως βασικά απλό : ο τζόϋς δείχνει ειδικά σ’ αυτό τό έργο όλη του τήν περιφρόνηση για τή γλώσσα και τούς κανόνες της, και γι’ αυτό ακριβώς σβήνει παντελώς τό απόστροφο : όπως αν έγραφε στα ελληνικά θα υιοθετούσε (παντού ή ενμέρει) τό ατονικό να πούμε ή και τή φωνητική γραφή ή και τό λατινικό αλφάβητο : αφενός δηλαδή τσαντίζεται με τούς κανόνες (τής αγγλικής ως ιρλανδός – αν έγραφε στα ελληνικά θα τσαντιζόταν με τούς κανόνες τής ελληνικής, ως αντιέλλην που θα ένιωθε και υποέλλην) και τό ότι ως ιρλανδός απόκτησε μια καθυστερημένη μανία για τά ελληνικά δεν αλλάζει φυσικά τίποτα : τήν απόκτησε τήν εκτίμηση για μια γλώσσα που δεν ήταν η γλώσσα του – και τήν οποία επιπλέον αρνήθηκε πεισματικά να μάθει στο πανεπιστήμιο καθώς τού τό πρότεινε ο μπαμπάς του με τόν οποίο είχε κόντρα : κι ύστερα μετάνιωσε κι έτρεχε να μάθει κουτσοελληνικά από τούς διάφορους εμπόρους που συναντούσε : με τήν ίδια έννοια κουτσοέμαθε και τόν όμηρο, γι’ αυτό – όσο και να χτυπιώνται (κι αυτός και η περιχαρής παγκοσμίως κριτική του) σχέση μεγάλη με τήν οδύσσεια δεν έχει ο «οδυσσέας» – αν έλεγε τό βιβλίο «μπλουμ» θα ήταν πιο εντάξει δηλαδή – τόσο με τόν εαυτό του όσο και με τό βιβλίο : αλλά, βλέπεις, ήθελε σώνει και καλά έστω και καθυστερημένα να βρει μια σχέση με τά ελληνικά, και να καταργήσει δηλαδή κείνη τήν κόντρα με τόν μπαμπά του –. Τήν τσαντίλα του συνεπώς αυτή τή βγάζει ειδικά στον «φίννεγκαν», και μπορεί βέβαια να παίζει σε κάποιο επίπεδο και με τή δισημία ενικού–πληθυντικού, αλλά είναι άλλο αυτό και άλλο αυτό που κάνει ο ευλαβής κύριος με τόν τίτλο στα ελληνικά : μάλλον απλώς για να πάει κι αυτός κόντρα σε όσα έχω (εγώ) συνηθίσει

   : όπως ακριβώς δηλαδή έκανε και ο κύριος καψάσκης (άλλος ευσεβής μεταφραστής αυτός) που πήγε να κανονίσει τόν «οδυσσέα» και ονόμασε τόν στήβεν δαίδαλο (δηλαδή έτσι τόν ξέραμε εμείς, και από τήν (ανώνυμη (τί σεμνότητα!) αλλά και υπέροχη, πιθανώς κιόλας επειδή τή διάβασα τόσο μικρή) μετάφραση τού «πορτραίτου» στο «γαλαξία», και από όλες τίς μεταγενέστερες, αλλά κυρίως και επειδή εκεί πάει τ’ αυτί μας – έτσι να τ’ ακούμε και να τό λέμε εμείς τό stephen dedalus : δαίδαλος, και όχι άκου εκεί βλαχοχωριατιές «στήβεν ντένταλους»)

   : και επιπλέον αυτή είναι ακριβώς και μια άλλη απόδειξη για τήν ασεβέστατη διάθεση τού τζόϋς να πηδάει γλωσσικούς κανόνες (εδώ κατευθείαν σχεδόν στα ελληνικά : τά οποία – μεταγραφόμενα στην λατινική και λοιπή ενδοευρωπαϊκή παράδοση – έχουν τόν δαίδαλο ως daedalus) : αν ήθελε συνεπώς κάποιος έλλην μεταφραστής να μεταφράσει και σ’ αυτήν τήν περίπτωση πιστά αν και όχι αναγκαστικά ωραία τόν τζόϋς, θα ’γραφε τό όνομα τού στήβεν ως «δέδαλος»… Έτσι μόνο θα ήταν συνεπέστερος και με τόν τζόϋς και με τά ελληνικά του

.

 

.

   για να κάνω μια μικρή παρέκβαση (στερνικού τύπου) : στον στήβεν δαίδαλο βρίσκεται εξάλλου ουσιαστικά ολόκληρος ο τζόϋς, και όχι στον μπλουμ : κατά τήν καθόλου ταπεινή μου γνώμη δηλαδή (δεδομένου ότι τόν οδυσσέα τόν περιτριγυρίζω μέσες άκρες και τόν βαριέμαι επίσης – κι αν ο φώκνερ είπε στη γυναίκα του try again όταν τού ανακοίνωσε κείνη, σ’ ένα αεροπλάνο μέσα αν θυμάμαι καλά, ότι τό διάβασε τό βιβλίο αλλά δεν κατάλαβε τίποτα, αυτός έχει μια δικαιολογία που δεν βαρέθηκε να τό διαβάσει : στο κάτω–κάτω ήταν γραμμένο στη γλώσσα του και ήταν ακόμα τό βιβλίο καινούργιο και δεν τού ’χε κάτσει ο μύθος στο κεφάλι και στο σβέρκο όπως σήμερα) αν έχει μια γοητεία λοιπόν για μένα ο «οδυσσέας», τήν έχει στην αρχή, εκεί που συνεχίζει τήν υποερωτική σχέση τού δαίδαλου με τόν κράνλυ – η οποία έχει ξεκινήσει όπως είπαμε από τό πορτραίτο – μετά όμως ο ιρλανδός μας μπλέκει με τή μανία του για τόν γηραιότερο (που θέλει σώνει και καλά να τόν κάνει και οδυσσέα, που δεν γίνεται με τίποτα : ο (αρχαίος) οδυσσέας έχει στο μυαλό του δηλαδή μοναχά τήν περιουσία του και τήν ιδιοκτησία του (αν δεν πείθω εγώ πείθει ο χορκχάϊμερ, μεγάλο στήριγμα) ο αρχαίος οδυσσέας είναι επομένως ξεκάθαρα, ως πρόγονος τού ένδοξου και σημερινού αστού εντελώς αντιερωτικός : δεν ψάχνει σαν τόν μπλουμ ούτε να βρει να διασκεδάσει να πιει ή να κάνει μπανιστήρι, ούτε τή γυναίκα του νοσταλγεί για τό κρεβάτι της – άσε που η γυναίκα τού μπλουμ και θα έχει τόν τελευταίο λόγο και θα είναι και ερωτική τού λόγου της : καμία σχέση δηλαδή με πηνελόπες (μάλλον θα ’λεγε κανείς ότι η μόλλυ έχει σχέση με τίς δούλες της – που λόγω τού ότι διατήρησαν τόν ερωτισμό τους όσον καιρό κράτησε η «οδύσσεια» τού αφεντικού τους, τό αφεντικό γυρίζοντας τούς έκοψε τό κεφάλι) : και κάτι που ξεφεύγει συνήθως από τούς «κριτικούς» είναι ότι η τελευταία πολυλογία τής μόλλυς με τά αλλεπάλληλα ναι παραπέμπει * στους, όπως τουλάχιστον καθιερώθηκαν απ’ τήν αντρική μυθολογία στα αγγλοσαξονικά, γυναικείους οργασμούς – και παρ’ όλ’ αυτά δεν τό ’χω ακούσει εγώ αλλιώς να ερμηνεύεται αυτό παρά μόνο ως τή (συμβατική και μισογύνικη) αντίληψη για τήν γυναίκα που «συγκατανεύει» διαρκώς και υπογείως, ακόμα και στις απιστίες της ηττημένη – ο τζόϋς είχε δηλαδή σε μεγαλύτερη υπόληψη τόν ερωτισμό τών γυναικών απ’ ό,τι οι «κριτικοί» του – εγώ έτσι πιστεύω, μολονότι τά διάφορα ναι στο κρεβάτι τών αγγλοσαξονισσών ποτέ δεν τά κατάλαβα – ο τζόϋς πάντως τό δένει επίσης επιδέξια (τί διάολο, σ’ αυτές τίς δεξιότητες ήταν ασύγκριτος) αυτό τό «ναι» τής μόλλυς και με τό ναι που λένε στην εκκλησία τά ζευγάρια, επίσης αγγλοσαξονικά : όπως δένει περίφημα και τήν ίδια τή bloomsday με τόν ερωτισμό τής μόλλυς, καθώς η μέρα δεν θα κρατούσε τόσο πολύ αν δεν ήταν αναγκασμένος ο μπλουμ να φύγει από τό σπίτι και να τό αφήσει στη γυναίκα του για να συναντηθεί εκεί, όπως τού ’χε ζητήσει απαιτήσει ή απειλήσει, με τόν εραστή της)

   μπλουμ λοιπόν είναι ο ήρωας, και καλά θα έκανε ο ιρλανδός μας να ονόμαζε τό βιβλίο του έτσι : θα ήταν πιο ειλικρινές κατά τή γνώμη μου. (Και επειδή ο χρόνος είναι όντως κριτής μέγιστος που όλα τά διορθώνει, ως bloomsday έχει μείνει στην κοινή συνείδηση η μέρα του, και όχι ως ulyssesday.) Εξάλλου τό να παραπέμψει ο ίδιος ο συγγραφέας από τόν τίτλο κιόλας στην (ομηρική) οδύσσεια τό βρίσκω και βιαστικό και κακόγουστο – νά κάτι που δεν θα τού συγχωρούνταν σε καμία περίπτωση ας πούμε αν έγραφε στα ελληνικά (καλά, τότε δεν θα τού συχωρούνταν απολύτως τίποτα!) Ας παράπεμπε τουλάχιστον σ’ έναν κοντινότερό του λογοτεχνικό μύθο, τόν beowulf να πούμε, ή τόν κύριο shandy – τού sterne που προανάφερα – ο οποίος είναι άλλωστε και ο πρόγονός του από κάθε άποψη (και τόν οποίο ακριβώς (στον φίννεγκαν) ίσως θέλοντας να ισορροπήσει αυτή τήν αδικία βιάζεται να τόν αναφέρει απ’ τήν αρχή–αρχή κιόλας) : Sir Tristram, violer damores : 3η σειρά απ’ τήν αρχή στην έκδοση faber που ’χω γω – αλλού μπορεί να ’ναι και στη 2η , ξέρω γω;

.

.

   όχι μόνο γιατί είναι κι οι δυο ιρλανδοί κι όχι μόνο γιατί τό καταλυτικό χιούμορ τού στερν πάνω και στα ήθη και στη γλώσσα αποτέλεσε βασικό στήριγμα έκτοτε για οποιονδήποτε (στον κόσμο) έκανε πεζογραφία, αλλά και για έναν πολύ πιο εσωτερικό λόγο : τήν ίδια τή λογική τής αφήγησης, η οποία με τόν στερν διαλύεται συστηματικά στα εξ ών συνετέθη, και συνιστά μια γνησιότερη πρωτοτυπότερη και προγενέστερη βέβαια τού τζόϋς τομή (τί τομή : τσεκουροπελέκωμα) στην ιστορία τής αφήγησης : άσε που ο στερν στον «τρίστραμ σάντυ» κάνει αυτό που δεν τόλμησε να κάνει ο τζόϋς : να παραπέμψει δηλαδή ακριβώς σ’ έναν αγγλοσαξονικό μύθο, όχι τόν μπέογουλφ μεν, τόν τριστάνο δε – αφενός, και αφετέρου να διαλύσει τή δομή τού «κλασικού» μυθιστορήματος όχι με βάση τόν χρόνο αλλά με βάση τή μνήμη και τά δικά της ψυχολογικά βίτσια, κάτι απείρως και πιο καίριο και πιο μοντέρνο και πιο δύσκολο κατά τή γνώμη μου : δηλαδή εντάξει, ωραίο τό να συμβαίνει ένα τεραστίων διαστάσεων μυθιστόρημα μέσα σε μια μόνο μέρα, αλλά εξαιρετικά ωραιότερο και πονηρότερο να διασπώνται όλα, και χρόνος και τόποι και επεισόδια, με μόνο μέτρο τά κέφια τού ομιλητή και τίς αναμνήσεις του κάθε φορά – τούς συνειρμούς του δηλαδή ανάλογα με τό συμφέρον του : υπάρχει νεωτερικότερη αντίληψη απ’ αυτήν, άμα τό δούμε έτσι; (μέχρι και ο προυστ προβλέπεται – αφαιρουμένου τού χιούμορ)

   ας αφήσουμε που υπάρχει προϊστορία και σ’ όλ’ αυτά, ασφαλώς : αν θέλουμε να ’μαστε ακριβείς και ακριβοδίκαιοι δηλαδή, η ληξιαρχική πράξη γέννησης τού νεωτερικού, τού βέβηλου, τού αγνοώντας τούς κανόνες, τού κάνοντας τούς κανόνες απ’ τήν αρχή, σαν να μην υπήρχε προηγουμένως τίποτα, στην πεζογραφία βρίσκεται στον δάντη, και μόνο στον δάντη : με τήν vita nova του, εκεί όπου όλα διασπώνται κι όπου τίποτα δεν ακολουθεί κανένα αφηγηματικό προηγούμενο πάρεξ μόνο τή μανία και τό πάθος και τή μνήμη, και ό,τι ακολουθεί τόν θάνατο που καταγράφει και συνιστά τήν αφήγηση, και ό,τι δεν είναι η υπόθεση τού έργου αλλά η παράθεση τών γραφτών που θα οδηγήσουν σ’ αυτήν, και η κριτική τους απ’ τόν ίδιο τόν durante, και οι ιστορίες τής κρίσης του και τών λιποθυμιών του, και τής ανάλυσής του τών διαρκών παραισθήσεων

   για να συνεχίσω όμως τή στερνική παρέκβαση με κάποια σχετική συνέπεια, τόν δάντη ακολουθεί ασφαλώς ο θερβάντες, τόν θερβάντες ακολουθεί ασφαλώς ο στερν, τούς πάντες ακολουθεί ασφαλέστατα ο σταντάλ – είχε δηλαδή πολλά σκαλοπάτια για να πατήσει πάνω τους ο κύριος τζόϋς : μόνο τόν όμηρο δεν είχε, γιατί, αν αυτός (αυτός; όποιος κι αν ήταν ο τελικός συμπιλητής τών ποιημάτων τέλος πάντων) έχει σίγουρα στην οδύσσεια απίστευτα αφηγηματικά κόλπα, τίποτ’ απ’ αυτά όμως δεν μιμείται ούτε ακολουθεί, ούτε προσπαθεί ν’ ακολουθήσει τέλος πάντων ο τζόϋς – ο τζόϋς δεν τήν ξέρει καλά τήν οδύσσεια : (γιατί είπαμε, δεν έμαθε τά ελληνικά εξαιτίας τού μπαμπά του) : και αυτό που ακολουθεί είναι μάλλον μια εντελώς επιφανειακή, μαζικής κουλτούρας αντίληψη περί τού οδυσσέα, ανακριβής και επιφανειακή – και ακόμα (όπως ξανάπα) και βιαστική και πρόχειρη (ούτε καν τόν αριθμό 24 δεν φρόντισε ν’ ακολουθήσει για τά κεφάλαια – κι αν ήθελε εδώ να πηδήξει τά ελληνικά αλφάβητα και ν’ ακολουθήσει τά πάτρια, ας τά ’κανε 26 (τόσες θα ’ταν οι ραψωδίες αν ο όμηρος έγραφε δηλαδή αγγλικά), τό 18 πάντως δείχνει απλώς βιασύνη και προχειρότητα)

   προσωπικά, επειδή ακριβώς τήν πρωτοπορία τήν έχω σε μεγάλη υπόληψη, σιχαίνομαι απόλυτα τήν ιδέα ότι μέσα στην πρακτική τού μοντερνισμού χωράνε όλα επειδή απλώς έτσι μάς κάθεται : δεν είναι δηλαδή η πεζογραφία, ούτε η τέχνη γενικά, χώρος αυθαιρεσιών – και η ελευθερία διαχωρίζεται από τήν αυθαιρεσία διά ροπάλου, αλλά ας μην μπλέξουμε τώρα με τό τί είναι και τί δεν είναι πεζογραφία – : ας πούμε απλώς ότι στην κατασκευή ενός έργου όλα χωράνε φτάνει να δικαιολογούνται, και με εσωτερικά, όχι εξωτερικά στοιχεία : ειδάλλως οδηγούμαστε στη σημερινή αρλούμπα, και όσοι ενδιαφερόμαστε (για τήν πρωτοπορία that is) βλέπουμε με πολλή λύπη πού έχει καταλήξει : και δυστυχώς γι’ αυτήν τήν κατάληξη ειδικά στην πεζογραφία δεν είναι ανεύθυνες οι βιασύνες και οι προχειρότητες τού ώριμου κουρασμένου και βαριεστημένου τζόϋς

   εδώ όμως υπεισέρχεται και η ανάγκη (μου) να τού αναγνωρίσω ένα ελαφρυντικό ως προς τήν ονομασία τού «οδυσσέα» με τήν εξής έννοια : αυτό για τό οποίο ο τζόϋς είναι υποχρεωτικό να εκτιμηθεί γενικά (και αυτό για τό οποίο ούτως ή άλλως έχει τήν ευγνωμοσύνη μας) είναι για τήν τόλμη του να προχωρήσει τά παραδείγματα τών προηγουμένων στα άκρα : δεν εφεύρε τίποτα, αλλά υπερθεμάτισε : και μέσα σ’ αυτό τό πλαίσιο (και μόνο) μπορεί να δικαιολογηθεί η επιλογή ενός ονόματος για τόν μπλουμ, και για ολόκληρη τή μέρα του, που να παραπέμπει στην ομηρική «οδύσσεια» : μόνο αν τό δούμε δηλαδή ως παιδιάστικο πείσμα και χτύπημα τού ποδιού κάτω, και κακιασμένη πρόκληση για τήν κατεδάφιση ενός κανόνα : δεν έχει σημασία πόσο κρατάει τό ταξίδι, μπορεί να κρατήσει κι ένα δευτερόλεπτο – στα πλαίσια μιας πεζογραφικής παράδοσης όπου η «αξία τού χρόνου» ήταν ακόμα αρκετά κλασική αυτό έχει τήν αξία του : (παραμένει τελείως εκτός θέματος, παρατραβηγμένη και άστοχη, η προσπάθεια να ταυτιστούν τά κεφάλαια τού βιβλίου με τά «κεφάλαια» τού έπους – είπαμε, ούτε στον αριθμό δεν έπεσε μέσα ο τζόϋς : ίσως ακριβώς επειδή δεν είχε σπουδάσει, ξανάπαμε, τόν όμηρο και νόμιζε ότι οι αριθμοί του είναι ασήμαντοι)

   πάντως για να ξαναγυρίσω στους προπάτορες πριν κλείσω τήν παρέκβαση, ακόμα και η πεζογραφία τού bruno (που ο τζόϋς ευτυχώς τόν ξέρει) είναι γεμάτη κατεδαφιστικό χιούμορ, εξοργιστικό ταλέντο, και εξαυτού προαναγγελλόμενο θάνατο : και επειδή ο μπρούνο έτσι κι αλλιώς δεν υπάρχει σχεδόν καθόλου στα ελληνικά (προσωπικά τόν ξέρω από κάτι γερμανικές μεταφράσεις, και ό,τι ξέρω συνιστά σίγουρα αντικείμενο μελέτης μιας ζωής – που δεν θα τήν κάνω όμως εγώ) τό μόνο που μπορώ να πω είναι ότι η ενγένει φιλοσοφία τού μπρούνο, παρέα με τήν σπαζαρχίδικη ενσωματωμένη της ειρωνεία (θυμάμαι τώρα ας πούμε τήν αρχή από τό «περί τών άπειρων κόσμων» που είναι γραμμένο σε διάλογο και αρχίζει έτσι ξεκαρδιστικά : «– Και πώς ξέρετε κύριε ότι οι κόσμοι είναι άπειροι; – Και πώς ξέρετε κύριε ότι δεν είναι;») δικαιολογεί απόλυτα αυτό που είπε (και πάλι) ο χορκχάϊμερ (και ούτε που θυμάμαι πού) : ότι ο λόγος που οι παπικοί φέρθηκαν επιεικέστερα στον γαλιλαίο, ήταν όχι τόσο γιατί αυτός έκανε πίσω ενώ ο μπρούνο επέμεινε, όσο γιατί δεν τούς ενοχλούσαν τόσο τά σκέτα μαθηματικά τού γαλιλαίου, ενώ τούς χτύπησε εξοργιστικό καμπανάκι η φιλοσοφία τού μπρούνο πίσω από τήν αστρονομία του (στην οποία σημειωτέον προηγήθηκε κιόλας τού γαλιλαίου – και χωρίς όργανα). Για τόν ίδιο λόγο προφανώς ο γαλιλαίος εξακολουθεί να είναι, στην περιρρέουσα θετικιστική συνθήκη τής σήμερον, δημοφιλέστερος (και γνωστότερος) τού τζορντάνο

   αλλά και ο έτερος μεγαλοογκόλιθος θερβάντες ακολουθεί αυτήν τήν παράδοση μη–παράδοσης κοροϊδεύοντάς μας με τήν «κλασική» του δήθεν αφήγηση η οποία διασπάται διαρκώς με τήν επαναφορά τού ίδιου σε πρώτο πλάνο και τήν επαναφορά επίσης σε πρώτο πλάνο αποσπασμάτων από τήν «κλασική» τότε, όποια είχε στη διάθεσή του, λογοτεχνία

   ο σταντάλ από τήν άλλη δεν αρνήθηκε ποτέ ότι είχε πάνω απ’ όλα δάσκαλό του τόν δάντη – κυρίως στο «περί έρωτος» όπου διαλύει κάθε μορφή μυθιστορηματικής και αφηγηματικής σύμβασης μιλώντας διαρκώς για τά δικά του και εντέλει μόνο τά δικά του –. Και για να τελειώνω με τίς ιστορικές αναδρομές ας πω ότι προϋπάρχει πάντως, στο λογοτεχνικό μαξιλάρι που ’χει στην πλάτη του αναπαυτικά ο τζόϋς, η περίφημη τζαίην ώστιν και δεν πρέπει να τήν ξεχνάμε : αυτήν κυρίως δεν πρέπει επουδενί να τήν ξεχάσουμε, καθώς ήταν επίσης και αγγλόφωνη : όμως ειδικά η θεία τζαίην έχει και μια επιπλέον ιδιομορφία που οφείλεται καθαρά στην ανηλεώς και αμετακλήτως γυναικεία της φύση : κατάλαβε δηλαδή πολύ νωρίς τήν εχθρότητα τού γύρω της χώρου : και η ειρωνεία που επιπλέει και κατακλύζει τό έργο της είναι εγκαίρως τιθασσευμένη και επεξεργασμένη – ναι, όσο κι αν φαίνεται για όσους τήν ξέρουν παράλογο, η πρώιμη τζαίην, η τζαίην ώστιν παιδί ήταν συνταρακτικότερα, εμφανέστερα και εξωτερικότερα, επιθετική : και μολονότι διατήρησε τήν κατεδαφιστική της ειρωνεία στο ώριμο έργο της, έμαθε να αποκρύπτει τίς κριτικές της τουλάχιστον για τήν ίδια τή λογοτεχνία : αυτές τίς κριτικές που κάνουν κάποια απ’ τά γραφτά τής παιδικής της ηλικίας εκπληκτικά απολαυστικά και απολύτως μοντέρνα, ακόμα και με τίς πιο συμβατικές έννοιες τής νεωτερικότητας : ακριβώς δηλαδή επειδή από μικρή (και από τίς αντιδράσεις τών αντρών τής οικογένειας – και είχε καμπόσους γύρω της) διαπίστωσε ότι τό ενδοσυγγραφικό της χιούμορ θα δυσκόλευε τήν επιβίωση τήν αποδοχή και εντέλει τήν έκδοση τών βιβλίων της : έτσι μόνο πολλούς αιώνες μετά τόν θάνατό της μπορούμε να απολαύσουμε τό γεγονός πως από παιδί είχε ήδη προλάβει να ειρωνευτεί τίς αντιφάσεις τής μετέπειτα πρωτοπορίας (τού θέατρου πιχι τού παράλογου – που θα εμφανιζόταν κάτι εκατοντάδες χρόνια αργότερα – θυμάμαι τώρα ένα θεατρικό της έργο που τό έγραψε γύρω στα 12 όπου τραβάει τόν παραλογισμό στα άκρα αφήνοντας τό «θέμα» τού έργου εντελώς στο σκοτάδι, αφού τό θέμα αποτελείται από ένα μυστικό τό οποίο, ως μυστικό, τό ψιθυρίζει στο αυτί ο ένας υποκριτής τού άλλου και τό κοινό μένει εντέλει με τήν απορία) – όπως εξάλλου πρόλαβε στο πρώτο της «ώριμο» μυθιστόρημα να ειρωνευτεί τή μαζική κουλτούρα τής εποχής (τά «αστυνομικά» τά «γοτθικά» τά δημοφιλή έργα μυστηρίου) με αποτέλεσμα να υποστεί τήν κακοήθη πονηριά κεινού τού εκδότη, ο οποίος φρόντισε να αγοράσει τά δικαιώματα τού βιβλίου της για να τό πνίξει και να τό κρατήσει μετά θαμμένο στο συρτάρι του, καθότι εξέδιδε τού λόγου του ακριβώς τέτοια έργα ( : όταν η τζαίην πέθανε, ο μόνος αδελφός που τήν αγαπούσε ξαναγόρασε από τόν εκδότη αυτόνα τό northanger abbey για να τό εκδόσει ο ίδιος – στη μεταθανάτια έκδοση έργων της μαζί με τό persuasion)

.

.

   για τήν ιστορία και τή δικαιοσύνη τού πράγματος πάντως, εδώ τώρα που τελειώνει αισίως η στερνική αυτή παρέκβαση, να μην ξεχάσω να πω ότι ο τζόϋς τόν μπρούνο ειδικά δεν τόν ξέχασε ποτέ : είναι ο μόνος εκ τών καλλιτεχνών τουλάχιστον που τόν θυμότανε, και όχι μόνο τόν έχει αναφέρει αλλά και επανέρχεται σ’ αυτόν – και δεν πιστεύω ότι αυτό οφείλεται στο ιησουίτικο σχολείο που τόν πήγανε και όπου θέλοντας και μη μπόρεσε να μισήσει εγκαίρως τήν εκκλησία – στο «πορτραίτο» μάς τά ’χει πει, και με τόν πιο έξοχο τρόπο – κλείνει η παρέκβαση

.

.

   ας επανέλθω λοιπόν εκεί που ξεκίνησα, τήν επερχόμενη έκδοση μιας μετάφρασης τού φίννεγκαν ως αγρύπνια ολόκληρης και σούμπιτης μιας οικογένειας με τή δικαιολογία κιόλας δήθεν ότι η (ιρλανδική that is) μπαλάντα που ασχολείται με τόν φίννεγκαν και τήν οποία ήξερε ας πούμε ο τζόϋς (και δεν πα’ κι η μπαλάντα ακόμα να ’χει τόν φίννεγκαν στον ενικό) μιλάει δήθεν για ένα ολόκληρο σόϊ : όμως στη συγκεκριμμένη μπαλάντα (που τώρα πήρα δλδ να τή διαβάσω) στην ξαγρύπνια για τόν φίννεγκαν, από συγγενείς παίρνει μέρος μονάχα η χήρα του, και οι υπόλοιποι είναι ένα λεφούσι φίλοι τού μεταστάντος ( : καλά, ή δεν ξέρουμε να διαβάζουμε ή νομίζουμε ότι οι άλλοι δεν ξέρουν; δυστυχώς δεν προέχει εδώ κατά τή γνώμη μου πάντως παρά μια τραγική αρλουμποβαλκανιοειδής επιθυμία να κάνουμε απλώς μια ψωροκωσταινοκαθυστερημένη επίδειξη γνώσεων κι όποιον πάρει ο χάρος (ή ο φίννεγκαν), μ’ άλλα λόγια δηλαδή τά συνήθη)

   και να πω βέβαια ότι αναγνωρίζω πως δεν υπάρχει μεγαλύτερη ειρωνεία απ’ τό να γράφω πρώτη φορά εδώ ουσιαστικώς για τόν τζόϋς και να παίρνω αφορμή από μια μαλακία κι ένα απόστροφο

   δεν εισηγούμαι επουδενί βέβαια ότι δεν θα ’πρεπε να εκδοθεί η μετάφραση – θεός φυλάξοι : (εγώ που δεν βρίσκω άνθρωπο να μού εκδόσει τά ανέκδοτα δεν θα γκρίνιαζα ποτέ για άνθρωπο που βρίσκει άνθρωπο να τού εκδόσει τά ανέκδοτα) : άλλωστε μια μετάφραση τού φίννεγκαν θα προκαλούσε ούτως ή άλλως αντιρρήσεις (και συζητήσεις) και πιστεύω ότι μερικά έργα καλύτερα να τά ’χουμε στα ελληνικά έστω και με κατά λέξη σχολικές αποδόσεις : έχουμε άλλωστε μέλλον : μπορεί ο μέλλων επαρκέστερος μεταφραστής να μάθει τόν φίννεγκαν απ’ αυτή τή μετάφραση – και στην ενγένει μας απαιδευσία μπορείς να περιμένεις και τά χειρότερα, ακόμα και να μάθει ένα παιδί φανατικό για γράμματα τόν φίννεγκαν από τούτο τό ποστ –

   μέχρι να διαβάσω τή μετάφραση πάντως, αλλά και αφού τή διαβάσω πολύ φοβάμαι, οφείλω να πω ότι τό όνομα τού μεταφραστή είναι τό καλύτερο κομμάτι τής μετάφρασης – δηλαδή μόνο ως τζοϋσικό αστείο θα μπορούσε να τό πάρει κανείς – και πιστεύω ότι ο τζόϋς θα ’λεγε, ευθύς εξ αρχής, ότι η μετάφραση είναι ανελευθέρως εβλαβέστατη – αλλά αυτό με τό οποίο δεν θα καταδεχότανε να κάνει ούτε ένα αστείο θα ήτανε η καριέρα τού μεταφραστή στην τηλεόραση – όμως στη χώρα τής μαφίας τής κλίκας και τής μαλακίας αν ο μεταφραστής δεν είχε δημιουργήσει τίς γνωριμίες του δεν θα ’βρισκε και άνθρωπο να τού εκδόσει τή μετάφραση, όπερ και έδει δείξαι – για να μην πούμε και για ικαροδαίδαλους να τού επιδαψιλευσοδαιδαλογράψουν κριτική πριν ακόμα βγει τό βιβλίο

   όλ’ αυτά πέραν τού ότι δεν μού είναι ο άνθρωπος (ο ανεβλαβής) ιδιαιτέρως αντιπαθής –

   και για να τελειώσω όπως άρχισα, παραφράζοντας – τί ’ναι καλέ τούτο τό ποστ είπε η μάνα μου και τί λέει;bullshit είπα γω και πολύ χαρωπά : συνεχίζω τώρα τίς διακοπές μου

.

.

.

.

.

* παραπέμπει : όπως ας πούμε εδώ τό yes στα σοβαρά, κι εδώ στ’ αστεία

σχολαστικισμοί, διαβάσματα : για διαβάσματα στο πρωτότυπο : τζόϋς «finnegans wake» | η μπαλάντα «finnegan’s wake» | τζόϋς «ulysses» | λώρενς στερν «tristram shandy» | δάντης «vita nuova» | bruno «περί άπειρων κόσμων» | τζαίην ώστιν (juvenilia) «the mystery : an unfinished comedy»

επιλογή βιβλίων, βλογ, και άρθρων : δάντης «νέα ζωή» στα ελληνικά, μετάφραση νίκος κούρκουλος | «τά ελληνικά τού τζαίημς τζόϋς», μαντώ αραβαντινού | τζόϋς «τό πορτραίτο τού καλλιτέχνη», μετάφραση άρη μπερλή | μια μελέτη για τή «διαλεκτική τού διαφωτισμού» τών αντόρνο και χορκχάϊμερ : προς τή μέση τού κειμένου, για τόν (ομηρικό) οδυσσέα ένα βιβλίο για τά «λάθη τού τζόϋς» : joyces mistakes, problems of intention, irony, and interpretation | flashpoint, ένα βλογ με κατάλογο έργων για τόν φίννεγκαν | ένα άρθρο για τόν «οδυσσέα υπερτιμημένο» | stella steyn, έργα ζωγραφικής για τόν φίννεγκαν

περί τής επερχόμενης μετάφρασης : ιούνιος 2012, για τήν επερχόμενη μετάφραση, στο «ποιείν» | φεβρουάριος 2012, αναγγελία τής επερχόμενης μετάφρασης από τό «βήμα» | μάρτιος 2012, βλογ ίκαρου μπαμπασάκη, αποσπάσματα τής επερχόμενης μετάφρασης + επεξηγήσεις τίτλου μετά πλήθους φιλολογικών παρφερναλίων |

.

.

.

      

.

.

.

.

.

 

Φεβρουαρίου 27, 2010

νεο-πουριτανισμοί, νεο-φασισμοί, νεο-σφετερισμοί – και η μεταμοντέρνα αθωότητα τού λά.ο.σ.

              

   Επειδή δεν πιστεύω πως είναι ακίνδυνες οι κουτοπόνηρες μπουρδολογίες τών ακροδεξιών και εδώ και αλλού (άλλωστε με «κοινά αποδεκτές» κοινοτυπίες – τό -τυ με ύψιλον για να έχει σχέση και με τίς εφημερίδες – σε κοινοτυπίες δηλαδή τής «απλής λογικής», τού «καλού μέσου άνθρωπου», βασίζεται πάντα η ιδεολογία τής καταπίεσης και τής κυριαρχίας),

   και με αφορμή ένα αφιέρωμα στο προτελευταίο (νομίζω) τεύχος (αριθμός 1827) τού περιοδικού Νέα Εστία όπου βρήκα μαζεμένες και δηλώσεις για τά γεγονότα τού περσινού δεκέμβρη *,

   λέω να πω τά εξής  χωρίς μεγάλη άνεση :

   1. usurper (=σφετεριστής) : μ’ αυτήν τήν λέξη τελειώνει τό πρώτο μέρος τού πρώτου κεφάλαιου τού «Οδυσσέα» τού james joyce – τό μόνο, σ’ ολόκληρο αυτό τό, τεράστιο, έργο που συνδέει τό (προηγηθέν) «Πορτραίτο τού Καλλιτέχνη» με τόν (ώριμο) Ulysses, καθώς συνεχίζει για λίγο ακόμη τήν υπόγεια ερωτική σχέση τού Stephen Dedalus με τόν Cranly…

   Από κει κι ύστερα, εισέρχεται για τά καλά ο κύριος Bloom, και μεταφερόμαστε αλλού…

   Γιατί είναι όμως τόσο ξεκάθαρα απεχθής γλοιώδης και αξιολύπητος ο ρόλος τού σφετεριστή ; Σίγουρα η ιδιοκτησία, ακόμα και ιδεών,  δεν είναι κάτι τό οποίο αξίζει να υπερασπιστεί – ή και να σέβεται – κανείς. Οι ιδέες είναι για να κυκλοφορούνε (απ’ αυτούς που τίς αγαπάνε). (Σφετερίζεται κανείς, όμως, έργα : τά οποία ούτε αγαπάει, ούτε καταλαβαίνει, και κατά βάθος τά μισεί καθώς τά ζηλεύει.)

   Ο σφετεριστής πιστεύω δηλαδή ότι δεν πλασάρει, για δικές του, ιδέες άλλων από έρωτα προς αυτές ούτε για να τίς αναπτύξει περαιτέρω… Μού δίνει αντίθετα τήν εντύπωση ανθρώπου που, πάσχοντας από εγγενείς ανασφάλειες, κυριαρχείται από ένα τόσο έντονο σύμπλεγμα κατωτερότητας ώστε πρέπει αφελώς (και αδέξια – για όσους έχουν καλή όραση) να τό μετατρέψει σε σύμπλεγμα ανωτερότητας για να επιζήσει : διότι ο σφετεριστής πάσχει ουσιαστικά από τήν μανία τής εξουσίας – χρησιμοποιεί τίς ιδέες προς όφελος τής (ελαττωματικής) ψυχολογίας του αδιαφορώντας για τά ελαττώματα (ή τά προτερήματα) τών ίδιων τών ιδεών…

   Ας αφήσω λοιπόν κατά μέρος τόν Buck Mulligan (ή χαϊδευτικά Cranly) για τόν οποίο η λέξη usurper ειπωμένη από τόν Stephen ηχεί σταθερά μέσα στα πλαίσια τής (ακόμα) εφηβικής και θυμωμένης σχέσης τους σαν ερωτική σχεδόν υπερβολή, κι ας πάμε στα «πολιτικότερα» :

   2. Μία αποενοχοποιημένη και θρασεία, επιθετική μάλιστα, πολιτική σφετερισμού ιδεών είναι χαρακτηριστικό κατά τή γνώμη μου κάθε κουτοπόνηρου που επιθυμεί διακαώς λοιπόν να έχει «ιδέες» ενώ τό μόνο που έχει είναι απωθημένα προς απόκρυψιν… Μπορούμε δηλαδή να δούμε καθαρά πως στο βάθος τής ψυχολογίας κάθε (για να μιλήσουμε γενικά : ) φασίστα, δεν ενεδρεύει μόνο μια ανασφάλεια, ως προς τήν ποταπότητα τών «ιδεών» του, αλλά και μια μνησικακία ως προς τούς αντιπάλους του οι οποίοι μπορούν να έχουν απόψεις «αυθεντικότερες τών δικών του».
Έτσι, κάνοντας ένα – επιτρεπόμενο, ως συνήθως στην «πολιτική» – λογικό άλμα, μπορούμε να πούμε ότι : Ο σφετερισμός απ’ τή μεριά τών ναζιστών στην γερμανία τής λέξης σοσιαλισμός («εθνικο-σοσιαλιστές») δεν απέχει και πολύ από τόν σφετερισμό εκ μέρους τής ελληνικής ακροδεξιάς τής λέξης λαός (καθότι : λά.ο.σ. = «λαός» αν διαβαστεί με κεφαλαία, και τονιστεί αλλιώς) (=πράγμα στο οποίο επιμένουν, μετά καθόλου αθώας μανίας, ιδρυτής και μέλη τού κόμματος).

   Η εκτίμηση δηλαδή – και ο φόβος – που είχαν προς τόν σοσιαλισμό οι χιτλερικοί συναντά κατά τή γνώμη μου αβίαστα τήν εκτίμηση και τόν φόβο  τών μελών τού λά.ο.σ. προς τήν ίδια την έννοια τού λαού.

   Σαφώς, και στη μία και στην άλλη περίπτωση, υπάρχει μια εξαρχής κακοήθης πρόθεση να «μπερδέψουν» ένα μέρος τού ήδη μπερδεμένου κόσμου (αλλά μήπως κι αυτοί που θα «μπερδευτούν» απ’ τά ίδια συμπλέγματα δεν θα πάσχουν ; – μεταφυσικής υφής ερώτηση… – : δεν θα επιθυμούν δηλαδή να ανήκουν στο (ιεροποιημένο) σύνολο που, αν έχει κάποιο νόημα, αυτό βρίσκεται σίγουρα στον αντίποδα τής δικής τους «ανάλυσης» ; ) (Ως γνωστόν η μετα-μοντέρνα λαίλαπα τής αρλουμπολογίας τού «everything goes» και τού «λέω ό,τι θέλω, κι ό,τι λέω ισχύει» βόλεψε κατεξοχήν τούς κατεξοχήν προ-μοντέρνους…)

   Αν ο «λαός» έχει τό (κολακευτικό) νόημα στο οποίο ο σφετεριστής δηλαδή ποντάρει, τότε σαφώς και δεν σημαίνει ένα σύνολο που φοβάται τόν ίδιο του τόν εαυτό… Όπως και δεν μπορεί ο σοσιαλισμός να ενώνεται με τά δεσμά τού γάμου (μέσω εκείνης τής, υπαρκτής ή νοητής, παυλίτσας) με τήν ιδέα πως η ισότητα για όλους υφίσταται μόνο αν χωρίσουμε πρώτα αυτούς τούς «όλους» σε ανθρώπους και υπανθρώπους, ή πολίτες πρώτης, δεύτερης και τρίτης κατηγορίας.

   3. Τό ερώτημα για μένα είναι γιατί ο σφετερισμός αυτός, μιας λέξης ιερής υποτίθεται για τήν αριστερά^, παίρνει ως απάντηση ένα συγκαταβατικό μόνο «βλάκες είναι δεν ξέρουνε τί λένε» (υπογείως), και επί τής επιφανείας (επί τών παραθύρων τού τζαμιού δηλαδή) ένα τίποτα ;
Μολονότι δεν είμαι φανατική τής τηλεόρασης, νομίζω πως είδα καλά ότι μόνο μεμονωμένες αντιδράσεις έχουν υπάρξει εναντίον αυτής τής επιθετικής κουτοπονηριάς : η σαφής μάλιστα, και με δυνατή φωνή εκπεφρασμένη, προήλθε προεκλογικά αν δεν κάνω λάθος μόνο από τούς οικολόγους – και όχι από στελέχη τής καθιερωμένης μας αριστεράς. Νομίζω πως είδα και μία (αντίδραση) (πολύ, μα πολύ διασκεδαστική) στην (κατά τ’ άλλα πολύ, μα πολύ καταθλιπτική – και σαφώς κυριολεκτική) ζούγκλα τής ιδιωτικής τηλεόρασης, αλλά και αυτή από ιδιώτες : οι οποίοι κατάφεραν ό,τι δεν κατάφεραν οι επίσημοι εκπρόσωποι του λαού  – να κάνουν μέλος τού λά.ο.σ. να χάσει τήν φωνακλάδικη ψυχραιμία του και να αποχωρήσει (όταν τόν είπαν «φασίστα» – άλλο χαρακτηριστικό τού τόπου και τού χρόνου, να μη θέλουν οι φασίστες να λέγονται φασίστες… (τόν είπαν βέβαια και μαλάκα… Αλλά δεν νομίζω ότι τόν πείραξε αυτό τόσο, όσο τό άλλο…))
Αρκεί η «περιφρόνηση» ; Είναι «εμφανές» στους υπόλοιπους δηλαδή τό νόημά της ; Ή μήπως μοιάζει περισσότερο με τό (χαϊδευτικό) usurper τού Στήβεν Δαίδαλου προς τόν Κράνλυ ;

   4. Δεν ξέρω για τήν υπόλοιπη ευρώπη, και όλον τόν άλλο κόσμο, στη χώρα μας όμως  τό φαινόμενο έχει σίγουρα κάποια εξήγηση : Κάποιος είπε (σχετικά πρόσφατα – δεν θυμάμαι ποιος – περί αυτού ντρέπομαι) ότι η ήττα τής αριστεράς μετά τόν εμφύλιο, ήτανε ήττα μόνο στο επίπεδο τής διακυβέρνησης, γιατί στο επίπεδο τών «ιδεών» η «αριστερά» κυριάρχησε όλα αυτά τά χρόνια : και στα γράμματα, και στις τέχνες, και στις «ιδέες» γενικά… Αλήθειες και μεγαλοστομίες, που δεν βρίσκονται και πολύ μακριά από τήν πραγματικότητα, γιατί δεν βρίσκονται και πολύ κοντά στην αλήθεια… Διότι η «αλήθεια» μετά τόν εμφύλιο βρισκόταν πάντα κάτω από τήν μπότα μιας μόνιμης λογοκρισίας – και όσο οι «φορείς» της κινδύνευαν διαρκώς από εξορίες εκτελέσεις και βασανιστήρια – ή αργότερα τή μόνιμη  απειλή τής ανεργίας, και, μέσω αυτής, κάτω από μια μόνιμη τρομοκρατία εξόντωσης – τόσο τά επίσημα κόμματα (σταλινικά από τά γεννοφάσκια τους, αφού τά ίδια φρόντισαν για τήν εξόντωση κάθε «αναρχικής» φωνής εντός και εκτός τους) ή και «αντι–σταλινικά» μετά τήν διάσπαση (για τήν οποία οι πρωτεργάτες της, όπως φάνηκε αργότερα, μετάνιωσαν στην πλειοψηφία τους, και συνεπώς φρόντισαν να διατηρήσουν τόν υπόγειο σταλινισμό τους σαν προσωπικό άλλοθι) – μπορούσαν συνεπώς, μέσα στη θολούρα τής παρανομίας, να φαντάζουν «απελευθερωτικότεροι» τών προθέσεών τους – και συνεπώς : δεν υπήρξε «καθαρή» αλήθεια τής «αριστεράς» στη χώρα μας ποτέ : Υπήρξε μια μίζερη, ομοφοβική, μισογυνική, θρησκευάμενη (μ’ όλον τόν αναγκαίο αντικληρικαλισμό που όμως δεν πολέμησε ποτέ τόν αδιατάρακτα ιερό πυρήνα τής πατριαρχίας – τόν ιερό θεσμό τής οικογένειας) : μια πουριτανική αριστερά, που χρησιμοποιούσε όποτε χρειαζόταν και τά όπλα τών «εχθρών» της για να κρατήσει τά «ζώα» της «στη στρούγκα» όπως είπε (πριν πεθάνει) ο Μάριος Χάκκας…

   Η «στρούγκα» ήταν πάνω απ’ όλα ο αστικός καθωσπρεπισμός, η αστική ηθική, ο αστικός πουριτανισμός, η αστική αποθέωση τής οικογένειας, η αστική λατρεία τής επιτυχίας (βλ. και τήν ανάρτηση για τό βιβλίο τού jacoby). Η λέξη αλήτες άλλωστε και αναρχικοί υπήρξε βρισιά και πολλών «αριστερών» προς τά παιδιά τους – όσα ήθελαν να ξεφύγουν από τή λογική και τή στρούγκα, τού κόμματος τών πατέρων… Και πολλοί από τούς ίδιους βασανισμένους εξορισμένους, φυλακισμένους τών προηγούμενων εποχών αντιμετώπισαν τήν εξέγερση τής Νομικής (και αργότερα τού «Πολυτεχνείου») με τόν όρο «κωλόπαιδα» και με πολύ εχθρικές διαθέσεις – αυτά είναι πολύ κοινές αλήθειες και πολύ κοινοί τόποι για όσους τά έζησαν…
Σήμερα όμως αυτά καλύπτονται πίσω από τό γενικό και βολικό κλισέ ότι (ενώ οι παλιότεροι που κάνανε τό έπος τού ΕΑΜ και τό έπος τών Αγώνων τού 1-1-4, τού Κυπριακού και τής Προίκας στην Παιδεία σάπισαν στις φυλακές) η «γενιά τού Πολυτεχνείου» «αποζημιώθηκε, ανταμείφθηκε και κυβέρνησε», μολονότι δεν είναι βέβαια αυτός ο λόγος… Ασφαλώς, κάποιοι από εκείνη τή «γενιά» κυβέρνησαν, αλλά τούς ήτανε αντιπαθείς κυρίως όσο ακόμα κινδύνευαν ακριβώς… (Άλλωστε οι ίδιοι δεν «κυβέρνησαν» γιατί δεν τούς τό επέτρεψαν οι «συνθήκες» – οι αλλεπάλληλες χούντες – μεταξάς, παπαδόπουλος–ιωαννίδης – δεν θα αρνούνταν να κυβερνήσουν αλλιώς : τό να κυβερνήσουν ήταν ο στόχος – λογικό άλλωστε : Γι’ αυτό και «κυβέρνησαν» στο βουνό…) (Άσε που και για να μην κυβερνήσουν, ούτε και από μακριά, έγινε η τελευταία χούντα).
Αλλά γιατί τόση μνησικακία για όσους βρήκαν μπροστά τους τίς συνθήκες που κι οι ίδιοι θα ήθελαν
 ; Και γιατί αυτή η εθελοτυφλία όταν μιλούν για «γενιά που κυβέρνησε» ; Αυτό ισχύει μόνο ηλικιακά – και εκεί είναι λογικό, συμπεριλαμβάνει και τόν κ. σαμαρά και τόν νεότερο κ. παπανδρέου. Σε επίπεδο ιδεών όμως, δεν κυβέρνησε καμία γενιά τής Νομικής (ούτε τού Πολυτεχνείου) : κυβέρνησαν κατά κανόνα οι σταλινικοί εκείνης τής γενιάς, οι εκφρασμένα δηλαδή φιλοσοβιετικοί, και οπαδοί τότε τού κκε–εξωτερικού, εκείνοι για τούς οποίους ο Γιαν Πάλατς ήταν (ακόμα και μέσα στη φωτιά που τόν έκαιγε) πράκτορας τού ιμπεριαλισμού, ο Κώστας Γεωργάκης (ακόμα και μέσα στη φωτιά που τόν έκαιγε) ανύπαρκτος (μέσω τής σύνδεσής του με τήν (ανύπαρκτη) ένωση κέντρου – τήν οποία θα θεωρούσε όμως υπαρκτή και ο Αλέξανδρος Παναγούλης αργότερα), τά τανκς  θα μπαίνανε χορευτικά στην Πράγα – βάσει τών γραπτών τού Ποιητή (που θα καμάρωνε για τό βραβείο Λένιν (κι αυτός αργότερα)…

 

 

   5. Δεν ξέρω αν είναι τυχαίο ότι οι  φιλοσοβιετικοί εκείνης τής γενιάς  ήταν κυρίως μαζεμένοι στην σχολή που θα τούς έβγαζε  όλους αργότερα δικηγόρους : Στο ίδιο κτίριο, αλλά στη φιλοσοφική επικρατούσε ο Ρήγας Φεραίος – και οι πολλοί – πάρα πολλοί – ανοργάνωτοι… Στις σκάλες τού κτιρίου τής Νομικής στη Σόλωνος, οι οποίες οδηγούσαν στη φιλοσοφική πρώτα, και ύστερα στη νομική σχολή, και στα χωλ μπροστά από τά αμφιθέατρα, τά κορίτσια και τά αγόρια που τραγουδούσαν μετά τίς αυτοσχέδιες ψηφοφορίες τόν ύμνο τού αλκοολικού αποσπασματογράφου  στην ελευθερία, (και πρόσθεταν  αυτόματα τίς στροφές που βρίσκονται «εκτός» εθνικού ύμνου συμπεριλαμβάνοντας και τήν «φοβέρα» και τήν «σκλαβιά») χτυπούσαν με λύσσα τά πόδια στα ψυχρά πατώματα σηκώνοντας μια θερμή σκόνη που έβγαινε μαζί με τίς θυμωμένες φωνές στη Σόλωνος – και εκεί, στα χωλ αυτά θα άρχιζε σε λίγο να κυκλοφορεί πολύς κόσμος από παιδιά άσχετα με τούς εν ενεργεία φοιτητές που ήταν ούτως ή άλλως άσχετοι με τούς επιμελείς φοιτητές τών προηγούμενων νεκρών χρόνων – με τούς οποίους δεν γνωριζόταν πια σχεδόν κανείς… Απ’ τήν αρχή λοιπόν μέχρι τό τέλος (εκείνων τών «ταραχών») τό πρώτο πάτωμα τής φιλοσοφικής, θα είχε στην κορφή τής σκάλας του ρηγάδες και ανένταχτους ενώ εκείνο τής νομικής  τούς πεντέξη σταλινικούς που θα εφοδίαζαν επί «δημοκρατίας» τόσο τά «αριστερά» κόμματα με (ανανήψαντες) αρχηγούς (αργότερα), όσο και τίς τηλοψίες (και τίς τέχνες) (και ποίησης και πεζογραφίας και σεναρίου) με ανανήψασες θεωρητικά και με καθυστέρηση τριακονταετίας… Έχοντας με καθυστέρηση αναθεωρήσει τόν σταλινισμό τους σιωπηρά όλες και όλοι… Αυτές οι σιωπηλές αλλαγές δεν είναι αναγκαστικά πάντως ειλικρινείς κατά τή γνώμη μου, γιατί η ειλικρίνεια είναι θορυβώδης. Όσο θορυβώδης ήταν ακριβώς η ειλικρίνεια τό ’72 – ’73 τών αντι-εφετζήδων¤ αυτών στην περιφρόνησή τους προς «ρηγάδες» και «παρτσαλιδικούς», πριν συνασπιστούν ως νεο-ιμπεριαλιστές μαζί τους και κλάψουν μαζί τους ως νεοφώτιστοι στο α’ νεκροταφείο για τόν θάνατο τού Αναγνωστάκη.

   Όσοι «ακούστηκαν» λοιπόν ως «γενιά» (και σκίστηκαν να κάνουν πολιτική ή τηλεοπτική ή λογοτεχνική καριέρα) προέρχονται – αποκλειστικά – καμία έκπληξη για όσους ξέρουν λίγο τά πράγματα – από τήν σταλινική μας πάνω απ’ όλα «αριστερά». Αλλά όλα σβήνουνε μπροστά στην καριέρα ενός τής οδοντιατρικής… Ή στην καριέρα τού «βία στη βία» Παναγιώτη, στο μέγαρο τής αγίας παρασκευής… (που στο κάτω–κάτω καλό έκανε στο τζάμι όσο άντεξε να τό βλέπει… ) Δεν μ’ αρέσει να μιλάω με γνώσεις άλλων – και είπα για έλλειψη άνεσης από τήν αρχή… Αλλά έλεος πια με τά ιερά ψέματα που μάς κυβερνάνε…

   Η γενιά τών παιδιών που δημιούργησε τό ξέσπασμα – τήν εξέγερση (με όλη τήν έννοια τής λέξης) τής Νομικής – και μετά (οι ίδιοι λίγο ή πολύ μαζί με ένα, μακρινό ώς τότε, πλήθος παιδιών) τού Πολυτεχνείου, άκουγαν stones και beatles και jimi hendrix, και ήταν έκλυτοι αλήτες και αναρχικοί (για όλους τούς άλλους). Οι οποίοι άλλοι βολεύονταν πίσω από τίς δικτατορίες για να μη φτάσει ώς εδώ τό «νέο» τών «άλλων» εξεγέρσεων – τού Βερολίνου, τού Μπέρκλεϋ, τού Παρισιού –… Αν ήταν δυνατόν να μη φτάσει… Φυσικά και τά ξέρανε όλα… Στις φράουλες και αίμα και στο γούντστοκ δεν έπεφτε καρφίτσα στα σινεμά… Οι εισαγωγείς δίσκων δεν σκέφτονταν ούτε στιγμή να μιλήσουν για οικονομική κρίση – και τό χαρτζιλίκι τότε ήταν πολύ μικρότερο από τό σημερινό. Κι ούτε υπήρχε ενημέρωση μέσω τιβί ή νετ… Πιο ζωντανή εκδοτική κίνηση ίσως κι ώς σήμερα δεν υπήρξε… Βγαίναν κείμενα αναρχικά, τροτσκιστικά, τού μαρκούζε, τού γκουεβάρα (έτσι λεγότανε τότε)… Εκδίδονταν λογοτεχνία νέων παιδιών – χωρίς λεφτά – (οι εκδόσεις κάλβος με τόν  παναγιώτη κονδύλη ακόμα τότε στην ομάδα)… Φυσικά οι τότε σταλινικοί συνεχίζοντας (ως πάντα σταλινικοί) τίς καριέρες τους (με βάση τή λατρεία τής επιτυχίας – βλέπε και τόν jacoby) τά ανακαλύπτουν όλ’ αυτά μετά τό ’89 – τήν καταστροφή δηλαδή γι’ αυτούς [τήν σωτηρία δηλαδή για κάποιους άλλους (λαούς) που έπρεπε πάση θυσία να θεωρούν ώς τότε τίς στάζι «υπηρεσίες προστασίας τού πολίτη»] — «εγώ, εδώ και 10 χρόνια πνευματικός άνθρωπος» καμάρωνε στα τέλη τής δεκαετίας τού ’90 διάσημος εκπρόσωπος αυτού τού «κυβερνητικού» χώρου… Ακριβώς : γίναν «πνευματικοί» άνθρωποι (και εν γένει «άνθρωποι») όταν έγινε σαφές πια τί άνθρωποι ήταν, οι «άνθρωποι» στους οποίους στηρίζονταν για να λένε άλλους ανθρώπους πράκτορες τού εχθρού και προβοκάτορες – και αυτός ο ανθρωπισμός κρατάει καλά : αυτός, ναι, κυβερνάει…

   Ξεχνάει κανείς εξάλλου (από τούς τότε αλήτες) τίς οδηγίες τού «οδηγητή» προς νέους ναυτιλόμενους (επί μεταπολίτευσης κιόλας, πιο πριν δεν υπήρχε τό ένδοξο όργανο) πως «η μουσική ροκ είναι προïόν τού αμερικάνικου ιμπεριαλισμού, πως οδηγεί σε έκλυση τών ηθών, και πως είναι έκφραση τής αστικής παρακμής»; Να αναλύσει κανείς ψυχαναλυτικά τό θράσος τού κνίτη που μετά τό ’89 πέφτει με τά μούτρα στη γοητεία τού καπιταλισμού, μαθαίνει κάτι κουτσο–αγγλικά, στρογγυλοκάθεται ως αναθεωρημένος καθ–οδηγητής στο ραδιόφωνο, πριν στρογγυλοκάτσει ως αναθεωρών καπιταλιστής στην κυβέρνηση – και θέλει να μάς πείσει ότι αυτός, αγνοώντας τούς φαρακικούς μικρούς του ήρωες άκουγε από τήν κούνια του Leadbelly ?
Μπορεί να αντιλαλούνε μέχρι και σήμερα οι φυλακές από τά χασικλίδικα τών απαγορευμένων ηρώων τού ρεμπέτικου αλλά νά που τώρα κοντεύουν να τούς κάνουν και μαυροσκούφηδες :
όσο «οργανωμένη κομματικά» κοντεύουν να κάνουνε και τήν κιθάρα τού μαύρου αλήτη που σε λίγο θα μάς βγει και αναδρομικά κνίτης.

   Αλλά, για να επανέλθω στο κυρίως θέμα μου (τών – κυρίως – σφετερισμών) :

 

   6. Από πού κι ώς πού θα ενοχληθούν λοιπόν οι (επί τού τζαμιού) («κυβερνώντες» και «μη») αριστεροί από έναν επιπλέον σφετερισμό, αυτόν τής λέξης λαός από τό λά.ο.σ. ; Αυτά είναι μικροπράγματα, ευαισθησίες περί (ασήμαντων εν πάση περιπτώσει) ονομάτων που δεν έχουν θέση στις πολιτικές τής φωτογένειας κατά τή διάρκεια τών αγώνων τηλοψίας : ντρέπομαι κι εγώ που ασχολούμαι ακόμα μ’ αυτό τό θέμα : οι λέξεις, αυτά τά ενοχλητικά πράγματα, έχουν τή σημασία τους μόνο όταν αφορούν σύγχρονα ιστορικά θέματα : τή μικρασιατική καταστροφή, τόν συνωστισμό ή μη στις αποβάθρες τού ’22, τό αν ήταν σχολάρχες ή όχι οι παπάδες (πριν) τό ’21… Τό πώς θα αποδεχτούμε να ονομάζουμε τόν κύριο καρατζαφέρη και τό κόμμα του είναι εξαιρετικά δευτερεύον, στο κάτω–κάτω πρόκειται για μικρό κόμμα, κομματάκι… Κι έχει περάσει (και μάς χωρίζει) πολύς καιρός από τότε, πολύ περισσότερος απ’ ό,τι μάς χωρίζει απ’ τό ’21 και τό ΄22, όταν ιδρυτές και μέλη (και πατεράδες μελών, και οπαδοί, και πατεράδες οπαδών) τού κόμματος συμφωνούσαν με τίς δικτατορίες και τούς γύψους και τίς εξορίες, τίς δολοφονίες τά βασανιστήρια τίς ταράτσες… Σήμερα θέλουν όλοι να λέγονται ο λαός… Επί παπανδρέου (τού β’) νομίζω ήταν που βρήκαν ως νέο όνομα για τήν αστυνομία τό ελάς, και τό κατανοήσαμε και αυτό, ήταν διαφορετικό άλλωστε και τό φύλο : εκείνος ήτανε ο ελάς, παρηγορηθήκαμε ότι υπήρχε διαφορά στο άρθρο και συνεπώς δεν υπήρχε και μεγάλη σχέση – και μάλλον υπερβάλλω λέγοντας ότι παρηγορηθήκαμε, δεν τό σκεφτήκαμε καν… Και ο όργουελ στο 84, και ο μαρκούζε στον Μονοδιάστατο έχουν κάνει (δυσάρεστες) σκέψεις για τή γλώσσα και τή χρήση (και τήν αχρησία της) αλλά δεν κάνω κέφι τώρα να επεκταθώ : αν αύριο η υπηρεσία προστασίας τού πολίτη ή κάνα κόμμα νέας τάξης θελήσει να αυτοαναγορευτεί και εάμ (και θα βρει λέξεις να ταιριάζουν με τά αρχικά, εγώ ξέρω ήδη μερικές αλλά μη δίνω και ιδέες) ιδέα όντως δεν έχω ποιοι θα ενοχληθούν και ποιοι θα αρνηθούν από τηλεοράσεως τό δικαίωμα τού καθενός να ονομάζεται όπως θέλει… Η δημοκρατία δεν κρίνει τίς προθέσεις, ούτε τίς συμβολικές παρενέργειες τών εμπνεύσεων τού καθενός…

   Αυτού τού είδους η δημοκρατία κρίνει άλλα πράγματα, και προστατεύει άλλα πράγματα, κι όχι τίς λέξεις και τά ονόματα τών πραγμάτων… Οι λέξεις και τά ονόματα αποκτούν διευρυμένη σημασία όταν προφέρονται υιοθετούνται και διεκδικούνται από άλλους, εκτός, αλλοεθνείς και αλλόθρησκους… εκεί τσαντιζόμαστε όλοι μαζί^ εδώ γιατί να εκνευριστούμε ; Προέχει η διαφύλαξη τών ιερών και τών οσίων τής κοινωνίας, και σ’ αυτόν τόν αγώνα οι διαφορές με τόν καρατζαφέρη μειώνονται, εξαφανίζονται, οι «κυβερνώντες» σαν να ανήκουν όλοι μαζί σε ένα μόνο κόμμα : Ο μισογυνισμός και τό μίσος προς τούς ομοφυλόφιλους τούς ενώνει… Τό μίσος και ο φόβος για τήν ελευθερία τού έρωτα τούς απογειώνει… Η τρυφερή εμπιστοσύνη στον παρηγορητικό θεσμό τής οικογένειας τούς φτάνει… Ο φόβος προς τήν έκλυση τών ηθών αρκεί και με τό παραπάνω ώστε να ενώσει σύμπαντα τόν λαό κάτω απ’ τή σκέπη τού λά.ο.σ. … Τά «κωλόπαιδα τών εξαρχείων» ενοχλούνε όσο ακριβώς ενόχλησαν και τά «κωλόπαιδα τής νομικής» (που «δεν καταλαβαίνουν τί κάνουνε, και παίζουνε τώρα, ενώ εμείς κινδυνεύουμε – αλλά ούτε οι ασφαλίτες δεν τά παίρνουνε στα σοβαρά» – αυτές οι «κριτικές» λίγο πριν μεταφερθεί η «ευθύνη» για τά «παιχνίδια τών κωλόπαιδων» από τούς ασφαλίτες στην ΕΣΑ). Η ζωντανή πραγματικότητα με λίγα λόγια, αυτή που αναπνέει έξω απ’ τά τζάμια και τούς δεκάρικους τής τηλεόρασης, αυτή που χρησιμοποιεί τίς λέξεις με χιούμορ (αυτο)σαρκασμό και πάθος, και τή ζωή με (ειλικρινή) απαισιοδοξία και (ειλικρινέστερο) θυμό για τήν τελετουργική της ματαίωση, αυτή η ζωντανή ζωή τών ανώνυμων, τών αόρατων και τών άφαντων, ενοχλεί και σήμερα δηλαδή όσο ενοχλούσε από πάντα… Ο κύριος καρατζαφέρης μπορεί να επαινεί λοιπόν δικαίως τό κκε για τήν αυτοπειθαρχία και τήν ηθική του… Ο φόβος για κάθε άλλη «ουσία» πέραν τής ουσίας τής καταπίεσης μπορεί να λειτουργεί δικαίως ως ουσία συγκολλητική… Η κυρία παπαρρήγα μπορεί δικαίως να διαμηνύει προς τήν Ιστορία ότι «στην πραγματική εξέγερση δεν θα άνοιγε ούτε μύτη…» (μυστήρια βιβλία ιστορίας πάντως διαβάζει, αν διαβάζει…) Και τό διήγημα τού Ριζοσπάστη περί «απλού μπάτσου» που βρίσκεται ενώπιον «πλούσιου κωλόπαιδου» μπορεί δικαιότατα να εκφράζει μεγάλο μέρος τού πληθυσμού, πολύ μεγαλύτερο τής εκλογικής βάσης τού «κ.»κ.ε. … Και τά κόκκαλα τού παζολίνι θα ‘χουν κι αυτά τό μικρό δίκιο τους να τρίζουνε – χτυπώντας με συντριβή και για κάποιες δικές του διατυπώσεις – όσο κι αν ειπώθηκαν σε χρόνο ανύποπτο –
   μπορεί να ‘ναι ανύποπτος όμως ο χρόνος ;

 

   7. γι’ αυτό η αριστερά στην ελλάδανομίζω ηττήθηκε τελειωτικά μετά τή μοναδική της νίκη : όταν ήρθε δηλαδή η (περίφημη – και σαν λέξη πολύ ασαφούς νοήματος) «μεταπολίτευση». Η «φωτισμένη» αριστερά (για τήν άλλη δεν έχω διάθεση να συζητήσω άλλο…) ηττήθηκε δηλαδή μέσα σε συνθήκες «ομαλής δημοκρατίας» (όσο και αν…) επειδή δεν μπόρεσε να μετατρέψει τόν αντιδικτατορικό αγώνα (από τόν οποίο ως κκε εσωτερικού και ρήγας φεραίος έβγαινε σαφώς έγκυρη και κερδισμένη) να μετατρέψει εκείνη τήν «ανατρεπτικότητα» σε μια εφ’ όλης τής ύλης ανατρεπτική και αντισυμβατική συμπεριφορά και θεώρηση μέσα στο αστικό καθεστώς «ελευθερίας» στο οποίο βρέθηκε και εξαιτίας τών δικών της αγώνων να ζει… Πλήρωσε με άλλα λόγια τή μεταπολίτευση τήν οποία λίγο–πολύ επεδίωξε… : Ούτε συζήτηση βέβαια ότι πλήρωσε και τή «νομιμοποίηση», σε μια χώρα που από γενέσεώς της τήν κυνηγούσε – δίνοντάς της έτσι τή δυνατότητα να φαντάζει «ανατρεπτική σε όλα», εκεί που ήταν ανατρεπτική μόνο σε αυτά κι αυτά (δηλαδή τά οικονομικά…) Και βέβαια πλήρωσε τόν εγγενή της πουριτανισμό ο οποίος, μέσα στις εφιαλτικές συνθήκες τής διά βίου παρανομίας, κρυβόταν και προστατευόταν από κάθε αμφισβήτηση : οι έλληνες αριστεροί είχαν τή δυνατότητα να «αγνοούν» δηλαδή τίς εξεγέρσεις τών παιδιών που ήθελαν να είναι πιο ελεύθερα στον υπόλοιπο «ελεύθερο» κόσμο… – μέχρι που η εξέγερση τής Νομικής τούς έκανε να δουν – έστω και από τήν κλειδαρότρυπα – τί φάτσα είχαν αυτά τά παιδιά… Να τά σβήνουμε αυτά όσο μπορούμε – μη χάνουμε και τό έδαφος κάτω απ’ τά πόδια μας τώρα που πατάμε καλά…
Έτσι στήνονται οι μυθολογίες περί νοέμβρη και θα στηθούν – μην έχετε καμιά αμφιβολία – και οι μυθολογίες περί δεκέμβρη… χαίρομαι πάντως που δεν έχουν στηθεί ακόμα συγκροτημένες μυθολογίες περί φλεβάρη και μάρτη
μη μιλάμε πολύ και τό γρουσουζέψουμε

  

  

   

σημειώσεις :

* μού σύστησαν τό τεύχος νοεμβρίου (2009) τού περιοδικού νέα εστία, κυρίως για μια «μεταγραφή» και μεταφορά στα καθημάς («λύση στο πρόβλημα τών μεταναστών») τού Ιωνάθαν Τσίφτη (που θέλησε ν’ αποτελέσει αναλογία στην «σεμνή πρόταση εξεύρεσης λύσης για τά παιδιά τών φτωχών στην ιρλανδία» τού αρχικού Τζόναθαν Σουΐφτ)… Τελικά περισσότερο μέ τράβηξε ένα αφιέρωμα στην νεοδεξιά, βασικά με τό άρθρο τού Πιέρ–Αντρέ Ταγκυέφ, αλλά και με μια αναδρομή στις δηλώσεις τού λά.ο.σ. για τόν δεκέμβρη τού 2008 από τόν Δημοσθένη Παπαδάτο–Αναγνωστόπουλο.

^ η αριστερά θα μπορούσε πολύ εύκολα να έχει σ’ αυτήν τήν περίπτωση τό επιχείρημα, ειδικά απευθυνόμενη σε ελληνικό ακροδεξιό κόμμα, ότι αν έχει κανείς τό δικαίωμα να διαλέγει τό όνομά του «ελεύθερα» (επειδή «έτσι τού αρέσει» και ασχέτως αν αυτό αποτελεί σφετερισμό ιερών και οσίων για κάποιους άλλους), τότε χάνει αυτόματα και όλα του τά «δίκαια» όταν εξαγριώνεται για τόν σφετερισμό άλλου ονόματος από μεριάς άλλων.

¤ αντι-εφετζήδες εννοώ τούς φιλοσοβιετικούς που υποστήριζαν τή φοιτητική παράταξη τού κκε–εξωτερικού με τό μεγαλόσχημο όνομα αντι–εφεέ στη δικτατορία. Ο σφετερισμός αυτός και η κλοπή με τό έτσι θέλω τού κύρους και τού ονόματος τής προ–δικτατορικής εφεέ φτάνει βέβαια για να εξηγήσει και τόν άλλο σφετερισμό, εκείνον τού έντυπου τών φοιτητών τού ’63–’65, τής ιστορικής δηλαδή πανσπουδαστικής – που η φήμη της σήμερα έχει θαφτεί κάτω από τήν δόξα τής «πανσπουδαστικής νο. 8» – εκείνης ακριβώς που «τακτοποίησε» τούς φοιτητές τού πολυτεχνείου τό ’73 ως προβοκάτορες και χαφιέδες.

και μια προ–τελευταία σημείωση : δεν νομίζω ότι είναι τυχαίο πως γυναίκες κυρίως από εκείνη τήν προηγούμενη γενιά κυνηγημένων, εκφράζονται σταθερά και αδιατάρακτα με ειλικρινή αγάπη για τή γενιά τών (κυρίως ανένταχτων, στο μεγάλο τους πλήθος) παιδιών τής Νομικής : Έχω στο μυαλό μου τώρα τήν Κίττυ Αρσένη – που η «κυβέρνηση» μπήκε και στο σπίτι της κάποια στιγμή, κι εκείνη γύρισε απ’ τήν άλλη μεριά και συνέχισε να παίζει θέατρο…
άραγε είναι επαρκώς γνωστή, εδωμέσα όσο κι απέξω, εκείνη και τό βιβλίο της Μπουμπουλίνας 18 ;


 

 

και η τελευταία – αχ – σημείωση : καθώς έγραφα τό ποστ, προέκυψε τό θέμα με τήν αφροδίτη τής μήλου που κάνει σεξουαλική χειρονομία προς τόν υπόλοιπο κόσμο– πράγμα που δεν κατάλαβα καθόλου γιατί ήτανε προσβλητικό, τόσο για τήν ίδια τήν αφροδίτη, όσο και για τή μήλο, για τήν ελλάδα, για μένα, ή για τόν άλλο κόσμο : ξέρετε όσοι μπαίνετε στούς κήπους  ότι αποφεύγω τά πολύ εμφανώς επικαιρικά – υπάρχουν άλλα μπλοκάκια, και φίλων, που κάνουν περίφημα αυτή τή δουλειά, και καλύπτουν πιστεύω αυτόν τόν τομέα υπερεπαρκώς – όμως μια που για πουριτανισμούς εδώ ο λόγος, δεν αντέχω να μην επισημάνω τώρα (επιτροχάδην) πόσο προσβλητική ή ανοίκεια θεωρήθηκε ομοθυμαδόν μια χειρονομία που παραπέμπει σε κάποιου είδους απλώς σεξουαλική πράξη – ενώ δεν είδα ας πούμε πουθενά, έστω και μεμονωμένα, να αναγνωρίζεται αυτή η συμπαθής έμπνευση απ’ τήν πλευρά τών ενόχων – να παρουσιάσουν μια γυναίκα θεά τού έρωτα ως εκφραστή τού συνολικού ήθους τής χώρας (μας) : και η γυναίκα αυτή να είναι επιπλέον και τόσο απελευθερωμένηώστε να παίζει στα δάχτυλα τά κλισέτής σύγχρονης ερωτικής κινησιολογίας…  (τό βρήκα χαριτωμένο και ας μείνω εδώ) ( : διότι κατά τ’ άλλα η πρωτοβουλία εμπεριείχε άτσαλα κι αδιάβαστα υπονοούμενα περί συλλογικής ευθύνης ενός λαού – νάτην πάλι η ιερή λέξη – για τά όσα διέπραξαν εκείνοι που τόν λήστεψαν – καθώς στο κάτω–κάτω τή ληστεία εις βάρος μας τήν κάνανε και εμείς πρώτες θα τήν πληρώσουμε πολύ πριν τήν πληρώσει, και αν ποτέ τήν πληρώσει, και κάνας άλλος (λαός). Άσε που ήταν και τελείως άστοχο να ταυτίσουν μια δεξιά κυβέρνηση με τή θεά τού έρωτα)

     

copyright © 2010 hari stathatou for the text

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: