σημειωματαριο κηπων

Οκτώβριος 30, 2009

κοινό δύο δρόμων

 

 

josef kudelka, πράγα 1968      πράγα 1968
πράγα αύγουστος 1968, φωτογραφία αριστερά © josef koudelka – magnum / έκθεση στο katzen arts center /
 

     

     μάς είπε η Ελένη

   / … / κάποιοι μάς αγαπούσαν όμως κιόλας – βέβαια – τό ξέραμε ή σχεδόν τό νιώθαμε, κι όταν τό βλέπαμε καλύτερα αυτό μάς γέμιζε κι εμάς με κάτι κι ίσως θα ’λεγε κανείς τότε μάς στήριζε (όμως επιθυμούσαν οπωσδήποτε να ’μαστε λίγο πιο μακριά απ’ τόν κώλο τους εννοείται) και η πρώτη, για να σάς πω, ένδειξη που ’χαμε τότε καταρχάς, ήταν εκείνη η γριά γυναίκα, με ένα μαντήλι στα κατάμαυρα, όπως η φόνισσα ίσως κάπως έτσι να ήταν δηλαδή η όψη της [μόνο από γυναίκες γίνονταν, να τό πω τώρα πια, αυτό] [στο επισήμως λέω, όταν δηλαδή εξυπονοούσε κάποιον κίνδυνο τό πράγμα διότι στο ιδιωτικό και στο κρυφό κι οι άντρες γίνονταν μέσα στο σπίτι τους λαλίστατοι], που ξέφυγε από τούς μαυροφόρους κει στη σόλωνος, και στήθηκε έτσι στο κενό από κάτω μας, μάς κοίταξε, και [καθώς τούς σκονίζαμε από τό παράθυρο με τά πως τά ’σκιαζε ταρά-ρα και τά πλάκωνε τα-ρά και πως συμπαράσταση επιτέλους πολυένδοξε λαέ] [κι όλοι είχαν κάνει πίσω με τόν τρόπο τους και ρίχνανε κλεφτές ματιές μόνο απόμακρες, χωρίς να θέλουν όμως και να πλησιάσουν] μια γριούλα μόνο (και τώρα σκέφτομαι ίσως και να μην ήταν και τόσο μεγάλη πια στην ηλικία – τά ρούχα κάνουν τόν παπά) πέρασε ανάμεσά τους, έσπρωξε, τούς ξέφυγε, και στήθηκε εκεί στο κενό ανάμεσα σ’  εμάς κι αυτούς κάτω από τή νομική και (ενώ όλοι τήν κοιτάζανε κατάπληκτοι) (κανείς δεν τόλμησε για λίγο ούτε καν να τήν αγγίξει) αυτή στήθηκε, σαν κόντρα σ’ όλους τούς ανέμους (και σαν να κρατήθηκε απ’ τόν άνεμο) με τά δυο πόδια ανοιχτά σήκωσε μάλιστα τά χέρια λίγο, και μάς κοίταξε με τά δυο χέρια της ψηλά έτσι ολάνοιχτα στήθηκε και κοιτούσε προς τό μέρος μας :

   Για μήνες και βδομάδες ήτανε αυτή ο μόνος δηλαδή λαός που υφίστατο : (φυσικά τήν πήραν οι ασφαλίτες παραπέρα γρήγορα : τήν σύρανε, δεν φώναξε, μάς κοίταζε μονάχα : ή ίσως και να μάς έλεγε κάτι, και δεν μπορούσαμε ν’ ακούσουμε : μάς κοίταζε ώσπου τήν εξαφάνισαν – ίσως να είχε τό παιδί της εξορία, ή τό βασάνιζαν). Πάντως για μήνες ήταν όλος ο λαός μας μόνο αυτή.  

   Μετά, πληθύνανε λιγάκι, και δειλά, σχεδόν ανάκουστα : κι αν ακουστήκανε, πάλι γυναίκες ήταν, όπως σού ’πα, πάλι : Έγινε σε μία πορεία τότε αυτό, τόσο μικρή, που δεν ήταν ούτε καν δηλαδή διαδήλωση, και που ξεκίνησε από τήν άλλη τή σχολή, εκείνη με τόν κήπο : (φλερτάραμε με τήν ιδέα από καιρό αυτής τής άλλης τής σχολής που υποτίθεται ότι καθώς είχε και κήπο (ήταν στη μέση μιας λεωφόρου μάλιστα) εκεί μπορούσαν να μάς βλέπουν περισσότεροι λοιπόν : ) λοιπόν, δεν ξέρω πώς και ακριβώς γιατί (αλλά έτσι ξαφνικά γινόντουσαν πολλά) ήτανε μεσημέρι, και μετά από κάποια ελαφριά ψιλοσυγκέντρωση, αποφασίζουμε να φύγουμε εν χορώ, έτσι από κάποιο πείσμα αυτοσχέδιο, και κατεβαίνουμε τήν πατησίων μπαίνοντας στης ασφάλτου τό διάζωμα : δεν είμαστε πολλοί, καμιά πενηνταριά οι περισσότεροι : βρέθηκα μάλιστα εγώ τότε μεταξύ αγνώστων να σού πω, και δεν τά ήξερα εκείνα τά παιδιά, γύρω μου ήτανε άγνωστα αγόρια, αλλά τήν εποχή εκείνη τά αγόρια ήτανε ζεστά, α, τί ζεστά : α, πόσο σάς λυπάμαι  που δεν γνωρίσατε εκείνα τά ζεστά αγόρια τότε : μπορούσε κάλλιστα να σ’ αγκαλιάσει ένα παιδί και να σού πει  Τί έχεις συνάδελφε, ή : Συνάδελφε μήπως χρειάζεσαι εσύ τίποτα – κι εσύ πάλι να τόν αγκάλιαζες έτσι απλά, σαν να ’σαστε ίδιο φύλο. Έτσι βαδίζαμε όλοι μαζί κοιτώντας γύρω με περιέργεια και φόβο – ταυτοχρόνως πάλι, μοναχά μπροστά : Λοιπόν, ο λαός είχε πληθύνει τή φορά αυτή : εννοώ ότι ακούστηκε διά τής απολύτου του σιωπής : ήταν η ώρα δηλαδή που η λεωφόρος είχε κίνηση – λίγο-πολύ ήταν η ώρα που σχολάγαν όλοι : εμείς δεν δώσαμε καμία σημασία στ’ αυτοκίνητα, πρώτη φορά έτσι κατεβήκαμε ίσως στον δρόμο μ’ ένα κέφι αιφνίδιο, φεύγοντας από τή σχολή απλώς, και πιθανώς επειδή τά αυτοκίνητα βρήκανε πιο πίσω κόκκινο, έτσι εμείς βρήκαμε τότε τό οδόστρωμα άδειο : παρασυρθήκαμε λοιπόν και σαν να είμαστε πολλοί, φωνάζαμε διάφορα, τό αγαπημένο μου κυρίως δηλαδή, που ήτανε τό ελλάς ελλήνων φυλακισμένων φυσικά, στο ’χω πει εκεί στη θάλασσα αυτό, αλλά και όλων τών υπόλοιπων νομίζω,  αλλά φωνάζαμε κι εκείνο τό δε σέ θέλει ο λαός πάρ’ τή δέσποινα και μπρος, που, όπως αργότερα έμαθα είχε προϋπάρξει και ως δε σέ θέλει ο λαός πάρ’ τή μάνα σου και μπρος για τόν μπούλη τόν ήδη εξαφανισμένο βασιλιά μας : και ξάφνου διαπιστώνουμε (ναι, πιστεύω όλοι τό διαπιστώσαμε, και ότι όλους μάς ανύψωσε και μάς ενδυνάμωσε τότε αυτό) ότι ο λαός δηλαδή έχει πληθύνει όντως από πίσω μας : και διαδηλώνει μάλιστα τήν παρουσία του διά τής απολύτου του σιωπής : τό κυριότερο, υπομονής : κοιτώντας μ’ άλλα λόγια προς τά πίσω δηλαδή κατά διαστήματα – διότι πάντα μάς ενδιέφερε να δούμε εάν και πότε θα κατέβαιναν οι μαυροφόροι με τά γκλομπ, κι είμαστε τόσο λίγοι ώστε απ’ τήν αρχή ή τή μέση τής πορείας μπορούσαμε θαυμάσια να βλέπουμε πέρα ώς τό τέλος της, ώς πίσω, τό κενό – κοιτώντας όλοι πίσω εναλλάξ λοιπόν κάποια στιγμή, διαπιστώνουμε (τί, δήθεν σκληρή και κυνική, αλλά στην ουσία λυωμένη από ευτυχία, χαρά ήταν αυτή – φυσικά δεν τήν δείξαμε αλλιώς παρά φωνάζοντας μονίμως) (και λίγο δυνατότερα, ίσως και λίγο πιο γενναία, και πιο άφοβα) να αντικρίζουμε τώρα από πίσω δηλαδή όχι πια κενό, αλλά τά αυτοκίνητα όλα να μάς ακολουθούνε στη σειρά : μικρά μεγάλα ιδιωτικά ταξί λεωφορεία ακολουθούνε σιωπηλά κι υπομονετικά από πίσω μας μαρσάροντας και ελαφρώς σαν σε παρέλαση βήμα σημειωτόν : ούτε ένα κλάξον δεν ακούστηκε, ούτε ένας βιαστικός πια δεν υπήρχε : τό νιώθαμε πως είχαμε ένα μαξιλάρι τώρα πίσω μας, που θ’ άντεχε – α, πόσο θ’ άντεχε : δεν φάνηκε ούτε ένας μαυροφόρος : πρόσωπα ακίνητα μάς κοίταζαν μες απ’ τά τζάμια – χαμογέλαγαν ; Τούς νιώθαμε που κάτι αισθάνονταν κειπέρα και αυτοί.

/ από τό μαύρο σύννεφο κι από τήν μαύρη πίσσα / 
/ κατά τό κάστρο τό μικρό πάλι κοιτά, και σφίγγει /
  

   Και ξάφνου, από ψηλά κι από δεξιά κατέβηκε ένας θόρυβος αλλόκοτος : Ήτανε ένας ήχος σαν παιδιάστικος λιγνός σαν να χτυπάνε καμπανάκια σαν να ηχούνε τρίγωνα χριστουγεννιάτικα, σαν να χτυπάν τά χέρια τους παιδάκια : κοιτάμε πάνω μας ψηλά, από τίς πολυκατοικίες τίς παλιές, στα ρετιρέ και στα μπαλκόνια είχανε βγει γυναίκες μες από τά σπίτια : γυναίκες με τά ρούχα τής δουλειάς τά καθημερινά και άβαφες και αχτένιστες πετάχτηκαν όλες μαζί έξω στα μπαλκόνια κοιτούσαν προς τά κάτω, μάς μιλούσαν, και μάς φώναζαν, μάς χτύπαγαν τά χέρια, ναι χειροκροτούσαν και φωνάζαν μπράβο όπως στο θέατρο : κοιτάξαμε ψηλά και στρέψαμε τά χέρια μας τότε σ’ αυτές για λίγο : φωνάξαμε ξανά, και ξανά πάλι φωνάξαμε, και αυτές ξελαρυγγιάστηκαν, χτυπάγανε τά χέρια και κοντέψανε να πέσουν από τό μπαλκόνι τους τόσο που σκύβανε, και φώναζαν με τίς λεπτές τους τίς φωνές μπράβο παιδιά μπράβο παιδιά πώς τό θυμάμαι αυτό, τί αστείο που είναι, γυναίκες ήταν ο λαός μας τελικά, πριν διαλυθούμε δηλαδή εντελώς – κάποια στιγμή που είπαμε Αρκετά, μάς είδαν, μην πάμε τώρα παραπέρα, σπάστε πριν έρθουν και μάς πιάσουνε όλους μαζί, – πώς τήν κρατήσαμε εκείνη τή λεπτή όμως φωνή, ό,τι χαζό κι αν έλεγε, όσο και αν δεν είχε να πει τίποτα άλλο από μπράβο λες και ήτανε στο θέατρο, πολλές φωνές λεπτές μέσα στ’ αυτιά σου : διαλυθήκαμε προς κάθε είδους κατεύθυνση τρέχοντας ξαφνικά και τ’ αυτοκίνητα άρχισαν και αυτά μετά να τρέχουν.

   Είμαι σίγουρη, ότι αυτοί που ’τανε τότε μέσα σε κείνα τ’ αυτοκίνητα όπως κι αργότερα όταν έγινε η κατάληψη στον ίδιο δρόμο και πήξαν όλοι σε συνθήματα – πολλοί απ’ αυτούς τό πούλησαν αυτό που κάνανε δεν έχω αμφιβολία καμιά : ήξερα όμως κιόλας ότι, κι ένα πλήθος άλλοι, δεν πουλήσαν τίποτα : τά πρώτα χρόνια – /…/ – τά πράγματα ήταν, μού φαινόντουσαν, πιο καθαρά : όσοι πουλούσαν οτιδήποτε  ήτανε καταγέλαστοι, κι ήταν εκείνοι που θελήσανε να κάνουνε καριέρα : οι άλλοι, που δεν πούλησαν ήταν εκείνοι που ’τανε απλώς κανονικοί : η λέξη αυτή είχε ένα άλφα νόημα τότε. Σιγά-σιγά όμως τά πράγματα μεταλλαχτήκανε τόσο αδιόρατα και ύπουλα, που, ενώ στην αρχική περίοδο εάν μιλούσες ενώ δεν είχες ξεπουλήσει, κάπως τελοσπάντων σέ άκουγαν – δεν έχει σημασία με ποιο τρόπο δηλαδή και πώς – τό πράγμα έφτασε σ’ ένα σημείο τώρα όπου, αν δεν μίλησες είναι καλύτερα πλέον να μη μιλάς : ούτε και μία φορά καν δηλαδή τόν χρόνο : από εκεί προέρχεται αν τό κατάλαβες, και ο θυμός τού /…/ ότι δεν έχει νόημα τώρα τίποτα να λέει και να πει : /…/ εσύ μπορεί να τούς περιφρονείς αλλά αυτοί θα κατακυριεύσουνε τήν γη και θα σέ φάνε ζωντανό : αθάνατε έγελε : νά η ποσότητα που γίνεται ποιότητα
   / … /

απόσπασμα από τό μυθιστόρημα μέρες τοπίου
copyright © 2oo9 hari stathatou for the text, all rights reserved

 

 

1    2 stefan tyszko, πράγα 1968  3 πράγα 21 αυγούστου 1968  4 αθήνα 1967
1 rené magritte : hegel, 1958 / 1968 εισβολή στην τσεχοσλοβακία,  φωτογραφίες 2 : stefan tyszko, 3 : άγνωστου / 4 : 1967 αθήνα, άγνωστου 

 

 

 

Advertisements

Οκτώβριος 24, 2009

παναγιώτης, ο γιος τής ζιζέλ

 
παναγιώτης κανελλάκης 1942 - 2009

παναγιώτης κανελλάκης 1942 - 2009

      Παράδοξος τίτλος πένθους για τόν Παναγιώτη Κανελλάκη. Δεν πρόκειται να γράψω τά κατεβατά που ξέρω ότι τού αξίζουν, γιατί προσωπικά τόν ήξερα ελάχιστα. Ένα ψηλό παιδί, αδύνατο, δικηγόρος άλλων παιδιών μέσα στη χούντα. Έπειτα, στη μεταπολίτευση, θυμάμαι τό θάρρος του στον αγώνα για τήν καταπολέμηση κάθε είδους (μικροαστικής, αλλά και υστερόβουλης «μεγαλοαστικής» – απ’ τήν μεριά τών μεγαλέμπορων) υστερίας στο θέμα τών ναρκωτικών. Τού ‘χα μιλήσει ελάχιστα – πιο πρόσφατα στο γεωπονικό πανεπιστήμιο όπου γινόταν μια συζήτηση για τήν αποποινικοποίηση και μάς είπε κι ένα ξεκαρδιστικό ανέκδοτο για τόν παραλογισμό τής κατάστασης στις φυλακές – δεν είναι η ώρα του τώρα, ίσως μια άλλη φορά. Θυμάμαι ότι βιαζόταν να πάει στην Αίγινα να ξεκουραστεί…

      Από τό γυμνάσιο ήξερα πως η δασκάλα μου (αλλοιωμένη όσο χρειάζονταν, πίστευα εκεί για χάρη τού μυθιστορήματος, αλλά με όλη της τήν λάμψη να επιζεί – δεν μπορούσε με τίποτα να γίνει αλλιώς) η Ζιζέλ Βιβιέ είχε κι αυτό τό, ελληνικό, επώνυμο. Μετά έμαθα ότι ο Παναγιώτης ήταν γιος της. Όταν τού μίλησα για τήν μητέρα του είδα στο μάλλον κουρασμένο πρόσωπό του τά μάτια του ν’ αστράφτουν. Εκείνη είχε πεθάνει τότε. Ήξερα πως είχε βγει ένα βιβλίο στη μνήμη της και δεν είχα προλάβει να τό πάρω, ήταν έκδοση εκτός εμπορίου. Τού τό ζήτησα και μού είπε πως δεν υπήρχε πια. Τώρα βλέπω πως κυκλοφορεί –  Θα πάω να τό πάρω τώρα (και θα πάω να πάρω και τά δικά του βιβλία που κι αυτά όλο τά ανέβαλλα – λέμε πολλές φορές για τίς ασυνέπειες τών άλλων και ξεχνάμε τίς δικές μας … ) 

b76189[1]  

      Δεν μού πήγαινε να βάλω άλλον τίτλο, δεν νομίζω όμως ότι θα ‘χε αντίρρηση. (Πίσω απ’ τήν φωτογραφία του διαβάζετε ένα κείμενό του για τήν ελληνοευρωπαϊκή κίνηση νέων, κίνηση πραγματικά μέσα σ’ όλα τά ακίνητα τότε, που αποτέλεσε τό πιο γόνιμο, και επικίνδυνο τότε, έδαφος προετοιμασίας για τήν νομική και όλα τά επόμενα). Από μένα αυτά τά λίγα λυπημένα.

 

 

 

 

Οκτώβριος 16, 2009

έκθεση ιδεών

CC276CD2   XPCADERH8DCARUB3I9CANAKJZ1CA6U6Z1RCA8TOA5PCA2F3JP0CACJBKBPCAJ0K194CAE8GX0HCA9ZL9L6CA9SO2HHCA1BDNX0CAQ3XKTOCAMCY049CA4G7NF6CAVAY6EOCAUQ0H9ACAL22NFMCAJY4RXV   proust120090930112456[1]   400px-Crystallization[1]

ημερολόγιο τού κάφκα      γράμμα τού προυστ      σχέδιο τού σταντάλ

PartID_1133[1] - Αντίγραφοαι μια που εδώ θα έχουμε να κάνουμε κυρίως με πεζά σαν αυτά που προηγήθηκαν (δηλαδή δικά μου), και μια που δεν ξεκινήσαμε ακόμα για τα καλά, νά και μερικά γενικά, εν είδει εκθέσεως, ιδεών που λέγαμε και στο σχολείο :

   Δεν υπήρξα ποτέ καθωσπρέπει κόρη, και δεν σκοπεύω να γίνω τέτοιου είδους κόρη σε καμία φάση τής ζωής μου, ούτε τώρα. Από μικρή αντιδρούσα μάλιστα με αηδία (εντελώς οργανική – ξερνούσα κιόλας – αχ μικρή ξερνούσα τόσο συχνά, που νόμιζαν οι μεγάλοι συνεχώς ότι έχω κοκκύτη – αντίθετα, τόν κοκκύτη τόν πέρασα πολύ ήπια – (από τότε έμαθα ότι η αρρώστεια είναι ένα πολύ περίεργο πράγμα και εξαρτάται κυρίως απ’ τό πώς τήν περνάνε οι άλλοι) λοιπόν αντιδρούσα με αυτόν τόν εντελώς αηδιαστικό τρόπο στην διδακτικότητα τών μεγάλων. Καμαρώνω γι’ αυτή μου τήν αντίδραση και τήν διατηρώ ως κόρην οφθαλμού, μολονότι τήν κρύβω πια συνήθως: δεν τήν επιδεικνύω ασφαλώς σήμερα – αποκτούμε και ελαττώματα όταν δεν είμαστε πλέον εντελώς παιδιά. Εξίσου όμως κρύβουν τόν πουριτανισμό τους και οι (αιωνίως πάντα) μεγάλοι : αν και εγώ έχω μάθει να τά διαβάζω αυτά έστω και στο ανοιγοκλείσιμο ενός ματιού –: όχι απ’ τό τί λένε, αλλά απ’ τό πώς τό λένε, και μέσα σε τί συμφραζόμενα και υπονοούμενα τό ξεφουρνίζουνε. Είμαστε μερικοί που καταλαβαίνουμε, έχω αυτήν τήν ατυχία.

   Από τήν άλλη, εγώ έχω σε μεγάλη εκτίμηση μια αξιοπρέπεια που όταν ήμουν μικρή τήν έλεγαν μάλλον κακοκεφαλιά, αλλά τώρα ξέρω ότι δεν είναι καθόλου κακοκεφαλιά, είναι σκέτη αξιοπρέπεια. Όχι η καθωσπρέπει αξιοπρέπεια, εννοώ εκείνη τήν καθόλου καθωσπρέπει αξιοπρέπεια : αυτού που δεν δέχεται ας πούμε να σκάσει απ’ τό κακό του στον έρωτα για μια απόρριψη (να λυπηθεί δηλαδή παραπάνω απ’ όσο χρειάζεται και επιβάλλεται) ή να παρακαλέσει και να ζητιανέψει για να πείσει κάποιον να γράψει ωραίες κουβέντες για ένα βιβλίο του : η δικιά μου αξιοπρέπεια είναι πάνω απ’ όλα δηλαδή η αξιοπρέπεια τών βιβλίων μου, κι αυτήν τήν ασκώ με τή μεγαλύτερη δυνατή υπομονή.

   Δεν θέλω ν’ αρέσω βρε παιδί μου σ’ αυτούς που περιφρονώ, αυτή είναι η αξιοπρέπεια μ’ άλλα λόγια που λέω.

   Και ας μην γράψουν ποτέ καλή κουβέντα για τή δουλειά μου εκείνοι που είναι δυνατοί : μού λένε καλές κουβέντες εκείνοι που μετράνε. Είναι ελάχιστοι αλλά μ’ αυτούς στο μυαλό και τήν καρδιά δουλεύω. (Φυσικά όμως αυτοί δεν επηρεάζουν τίς πωλήσεις. Επηρεάζουν όμως κάποιου είδους ευτυχίες και αναπολήσεις – πράγματα εξαιρετικά σημαντικότερα. Ξέρω βέβαια καλά, ότι τυχαίνει και μόλις τά ξεφουρνίσω όλ’ αυτά σηκώνονται αμέσως οι περισσότεροι και λένε : Τί λες καλέ, δεν είσαι μόνο εσύ έτσι, κι εμείς έτσι είμαστε.) (Η αλήθεια είναι ότι δεν είμαι μόνο εγώ έτσι – αυτοί όμως που μού μοιάζουν ούτε ακούγονται ούτε διαμαρτύρονται, και ούτε καν μέ διαβάζουν μπορώ να πω γιατί ασχολούνται με τή δουλειά τους.) Σύμφωνοι λοιπόν λέω, όλοι τό ίδιο είμαστε, είμαστε όλοι σ’ αυτή τή χώρα εντελώς τό ίδιο, επικρατεί μια ομοιομορφία άνευ προηγουμένου. Όλοι έχουμε βγει λες από καρμπόν. Μόνο που εμείς μεν είμαστε ίδιοι, αλλά οι άλλοι δεν είναι ίδιοι : έτσι εσάς σάς γουστάρουν κι εμένα καθόλου – τί ανωμαλία κι αυτή. Τέτοια διαφορετική ανταπόκριση σε ίδιες συμπεριφορές σπάει κόκκαλα.

   Απορώ πάντως, για να σοβαρευτούμε και λίγο, γι’ αυτήν τήν έλλειψη μαγκιάς τελοσπάντων στην αθλιότητα : δεν βγαίνει ούτε ένας μια φορά να πει : ναι ρε, γίνομαι χαλί και μέ πατάνε, γλείφω τούς βρώμικους κώλους τους, τηλεφωνάω κάθε μέρα σε πεντακόσιους, φτάνω να γαμάω τά άσχημα μούτρα τους και να κολακεύω τά ηλίθια μυαλά τους, καλοπιάνω τίς βλακείες που γράφουνε και λιποθυμάω από συγκίνηση μπροστά στις ανύπαρκτες σκέψεις τους μόνο και μόνο για να γράψουν μια αράδα για μένα. Αλλά τό κάνω για να υπερασπιστώ τό έργο μου – χωρίς αυτούς δεν θα τό καταλάβει και δεν θα τό αγοράσει και δεν θα τό εκδόσει κανείς. Θυσιάζομαι για τό κωλοέργο μου. Θα μ’ άρεσε να τ’ ακούσω μια φορά, έτσι για ποικιλία (και να ομολογήσω ότι στην περίπτωση αυτή είμαι σχεδόν σίγουρη ότι και τό έργο θα ήταν καλύτερο από τά έργα για τά οποία μιλάμε). Δεν συμβαίνει όμως. Τό αντίθετο τελείως συμβαίνει : ακούς –  από τούς πιο διάσημους και ταλαντούχους : Εγώ ; Δεν κούνησα ούτε τό δαχτυλάκι μου. Ούτε που τόν ξέρω. Μόνος του τό διάβασε τρελάθηκε, έψαξε να μέ βρει και έγραψε. (Όλοι αναπαράγουν στη φαντασία τους τή σκηνή εκείνη με τόν ντοστογιέφσκυ δηλαδή και τόν άλλον τόν πώς τόν λένε, που ’τρεξε βραδιάτικα μόλις διάβασε τούς φτωχούς να τόν βρει. Περίεργο πράγμα πόσο θέλουν να μοιάσουν όλοι με τόν ντοστογιέφσκυ ειδικά σ’ αυτή τή σκηνή.) (Νεκράσωφ τόν λέγαν τόν άλλον). )

   Δεν είμαι υπεράνω, ούτε κατά διάνοια. Ζηλεύω αφάνταστα μάλιστα τήν ασφάλεια και τήν βεβαιότητα μέσα στην οποία αυτοί οι άνθρωποι γράφουν. Ναι, θα ήθελα πολύ να τήν έχω. Θα ήθελα πολύ να έχω δηλαδή έναν εκδότη που και να αγαπάει και να καταλαβαίνει (κι όχι μόνο να εκτιμάει, ή να είναι και αρκετά έξυπνος για να προβλέπει και τό πιο μακροπρόθεσμο συμφέρον του). Γράφεις επίσης με άλλη φόρα όταν ξέρεις ότι δεν θα έρθει εκείνη η μαύρη ώρα να πρέπει να ασχοληθείς και να βρεις και να πείσεις (για να μην πω και να πληρώσεις – που δεν είναι και καθόλου αυτονόητο ότι όλοι οι καλοί συγγραφείς πρέπει να έχουν και τά λεφτά – και δεδομένου ότι αν μιλάμε και για πεζογραφία πρέπει συνήθως να οργανώσεις έτσι τή ζωή σου ώστε να μην κάνεις μια δουλειά βιοποριστική που να σού τρώει και πολλή ώρα) έναν εκδότη για να πάρει τό γραφτό σου τόν δρόμο του προς τό βιβλίο.

  Βέβαια, όλα αυτά που μόλις είπα σηκώνουνε πάρα πολλές επιπλέον διαπραγματεύσεις, και αντιρρήσεις – μία είναι ας πούμε η έλλειψη ειλικρίνειας που φαίνεται να αποδίδω από δω στους κριτικούς μας. Δεν είναι έτσι, καθόλου, και αυτό είναι σίγουρο. Οι περισσότεροι απ’ αυτούς τούς ανθρώπους βρίσκονται εντελώς στο επίπεδο τών συγγραφέων που ισχυρίζονται ειλικρινά ότι θαυμάζουνε. Αλλά ακόμα κι όταν αναγνωρίζουνε σε ιδιωτικές κουβέντες ότι κάποιοι συγγραφείς παρα-ακούγονται γιατί έχουν ένα σίγουρο και μόνο φοβερό ταλέντο, αυτό τού να γίνονται φορτικοί και να τούς πρήζουν, και έτσι τούς γράφουν κι εκείνοι μια διθυραμβική κουτσουλιά για να τούς ξεφορτωθούν για τό σαββατοκύριακο, και πάλι τό γούστο τους είναι ούτως ή άλλως πολύ χαμηλού επιπέδου κι αυτό βγαίνει ανάγλυφο στις σπάνιες περιπτώσεις εκείνες όπου ομολογούν ότι σε κάποια αποθέωσή τους ήταν όντως ειλικρινείς. Αλλά, εδώ που τά λέμε, πώς μπορεί να ’χουν σοβαρά κριτική σκέψη και πρωτότυπες ιδέες άνθρωποι που έκαναν κάποτε στο παρελθόν τους υποκλίσεις γλειψίματα και κωλοτούμπες σε κάποιους ξεγάνωτους ντενεκέδες με λεφτά, για να πάρουν τή θέση που έχουν στην εφημερίδα ; Διότι είδατε εσείς ποτέ να προκηρύσσεται διαγωνισμός ή οντισιόν για πρόσληψη κριτικού ; Ή είχε θέση στη φυλλάδα ο μπαμπάς τους, ή ήταν στέλεχος τής επιχείρησης η μαμά τους, ή ακολούθησαν απλώς τήν πορεία που προδιαγράψαμε και στηρίχτηκαν στους φίλους τους. Με οποιονδήποτε όμως απ’ αυτούς τούς τρόπους κι αν πήραν τή θέση, ο τρόπος ήδη, και εξαρχής, τούς αλλοίωσε, ακόμα και καλύτεροι δηλαδή δυνάμει χαρακτήρες και μυαλά να ήταν. Τίποτα δεν μένει απλήρωτο σ’ αυτή τή ζωή. Συνεπώς να μην τούς αποδίδουμε μόνο οσφυοκαμψία, αλλά μάλλον, ακριβώς εξαιτίας αυτής τής οσφυοκαμψίας πρέπει να τούς αποδώσουμε και ειλικρίνεια.   

   Έπειτα η λέξη κριτικός είναι μια κολακεία σκέτη, αλλά κατά βάθος πρόκειται για διαχειριστές πωλήσεων, και οι άνθρωποι αυτοί πολύ καλά τό ξέρουν. Ένα βιβλίο που θα βγει καινούργιο, πρέπει να ακουστεί, δεν έχει σημασία τί ακριβώς δηλαδή θα ακουστεί περί αυτού. Στην πραγματικότητα, τόν τόνο τόν δίνουν οι εκδότες οι οποίοι προσέχουν με ειλικρίνεια τούς συγγραφείς τους – όχι όμως όλους τούς συγγραφείς τους : ξέρω ανθρώπους που βγάλαν καλά βιβλία σε μεγάλους εκδότες – συμβαίνουν κι αυτά – και όμως οι ίδιοι οι εκδότες τά άφησαν να θαφτούν στη σιωπή αποσιωπώντας τα κατ’ αρχάς οι ίδιοι – σε μια περίπτωση μάλιστα ενός γνωστού μου ο εκδότης του που είχε και μεγάλο βιβλιοπωλείο δεν έβαλε τό βιβλίο, ούτε καν για μια μέρα ο ίδιος στην βιτρίνα του (ενώ είχε βάλει ας πούμε, για παράδειγμα, και για πολύ καιρό μάλιστα, στην βιτρίνα του ένα δικό μου – τό οποίο όχι μόνο δεν είχε εκδόσει ο ίδιος, αλλά τό είχε απορρίψει κιόλας όταν τού τό πήγα για έκδοση – εδώ σίγουρα βέβαια είχαμε να κάνουμε με πρωτοβουλία κάποιου υπάλληλου τού βιβλιοπωλείου : όμως τό να μην μπει τό βιβλίο που εκδίδει ο ίδιος, στην βιτρίνα, τίνος πρωτοβουλία άραγε μπορεί να ήτανε ; ) Υπάρχουν, με άλλα λόγια, πολλά και διάφορα συμφέροντα σ’ αυτήν τήν περίπτωση – που καθορίζουν τό ποια βιβλία θα αποφασίσουν (οι εκδότες λέμε, – οι κριτικοί δεν μετράνε, αυτοί υπακούουν απλώς – κι αν όχι για κανέναν πιο ταπεινό λόγο, τουλάχιστον για να έχουν κι οι ίδιοι μετά τόν εκδότη τους) αποφασίζουν λοιπόν λέμε οι ίδιοι οι εκδότες για τό ποια βιβλία θα προωθήσουν και ποια θα θάψουν – φυσικά, και κατανοητά, ένα όχι ευκαταφρόνητο κριτήριο, είναι τά βιβλία που προωθούνται να μην κάνουν κακό στα βιβλία που έχουν ήδη προωθηθεί.  

   Και όχι μόνο γιατί έτσι διατηρείται η γενική τάξη και ηρεμία στο σύστημα – ζήτημα καθόλου δευτερεύον για τούς εκδότες, και για κάθε αξιοπρεπή άνθρωπο γενικά – αλλά και γιατί υπάρχει και ένα στοκ που πρέπει να πουληθεί : ως γνωστόν τά βιβλία που προγραμματίζονται για επιτυχίες τυπώνονται σε πολύ περισσότερα αντίτυπα από τά βιβλία που προγραμματίζονται για θάψιμο. Εξαυτού πολλά μπαίνουν κατά λάθος και στον πίνακα τών μπεστσέλερ πριν καν κυκλοφορήσουν στην αγορά, αλλά αυτά είναι λεπτομέρειες που επίσης θάβονται εύκολα. Δεδομένου αυτού τού φαινομένου, είναι πταίσμα τώρα με τό οποίο πρέπει να απαξιοί να ασχοληθεί κανείς τό γεγονός πως πολλές φορές γράφονται κριτικές για βιβλίο τό οποίο υπολογίζεται να κυκλοφορήσει μαζί με τό φύλλο τής εφημερίδας, αλλά σπάει ο διάολος τό ποδάρι του και χαλάει τό μηχάνημα τού βιβλιοδέτη και ο κριτικός εμφανίζεται να έχει αγοράσει τό βιβλίο μόνος του στο βιβλιοπωλείο, ή να τό έχει πάρει ακόμα έστω και ως δώρο από τόν συγγραφέα, ένα μήνα περίπου πριν τό βιβλίο υπάρξει καν ως βιβλίο. Θα μπορούσε βέβαια κανείς να υποστηρίξει ότι ο κριτικός διάβασε κάποια χειρόγραφα, τού άρεσαν και έγραψε γι’ αυτά. Θα έπρεπε τότε πάντως να προσέξει να μην μπει στο φύλλο τής εφημερίδας και η εικόνα εξωφύλλου τού χειρογράφου, όσο κι αν αυτό θα ήταν κακό για τίς μελλοντικές του πωλήσεις και θα ακύρωνε ουσιαστικά και τήν χρησιμότητα τής κριτικής : διότι είναι γνωστό ότι αυτό που δουλεύει σήμερα είναι μόνο τό μάτι μας, και μόνο φευγαλέα, και τόσο μόνο ώστε να κρατήσει ακριβώς τήν εικόνα τού εξωφύλλου. Όμως αυτά είναι κακοήθειες και μόνο που τά αναφέρουμε, ή ατυχήματα, τό βασικό είναι ότι πρόκειται όντως για καλά βιβλία.

   Από αρχαιοτάτων άλλωστε χρόνων υπήρχε η πεποίθηση ότι τά βιβλία για τά οποία γράφουν οι κριτικοί είναι καλά, και τά βιβλία για τά οποία οι κριτικοί δεν γράφουν, είναι κακά.

   Ξέρετε για ποια βιβλία γράφανε οι κριτικοί όσο ζούσε ο σταντάλ ή ο φλωμπέρ ; Πάντως όχι για τά βιβλία τού σταντάλ ή τού φλωμπέρ. Για ποια όμως, δεν μπορώ να σάς πω ούτε εγώ ούτε και κανένας άλλος φοβάμαι, διότι εκείνοι οι μπεστσελεριτζήδες είναι παντελώς άγνωστοι σήμερα. Τής τζαίην ώστιν πάλι ένας εκδότης τής αγόρασε ένα βιβλίο της και τό κράταγε στο συρτάρι του για να μην τό βγάλει ούτε αυτός ούτε όμως και κανένας άλλος, επειδή τό βιβλίο κορόϊδευε (κατά κακή του τύχη) τά μπεστσέλερ (εκείνης) τής εποχής. Ο κλάϊστ έπειτα πέρασε ως γνωστόν βάσανα με τά θεατρικά του – ο πρίγκηπας τού χόμπουργκ δεν εδέησε να τού κάνει τή χάρη να παιχτεί όσο ο ίδιος ζούσε (μιλάω επίτηδες για ένα απ’ τά σημαντικότερα θεατρικά που έχουμε) – και αυτός ίσως ήταν κι ένας από τούς λόγους οι οποίοι απουσίαζαν τή στιγμή ακριβώς που (μάλλον) χρειάζονταν για να τόν απομακρύνουν από τήν ιδέα τής τελετουργικής του αυτοκτονίας. Η ιστορία με τόν προυστ που τού απόρριψαν τόν χαμένο χρόνο τριάντα φορές είναι βέβαια γνωστή. Τού φώκνερ πάλι ένα του μόνο βιβλίο, τή βουή και τό πάθος που είναι και τό αριστούργημά του κατά τή γνώμη μου – αλλά κι ο ίδιος τά ίδια πίστευε –  τού τό απορρίψανε, μεγάλοι και μικροί εκδότες ως κακό βιβλίο, καμιά τριανταπενταριά φορές – ομολογώ όμως ότι εγώ δεν άντεξα βέβαια να δω βιβλίο μου να απορρίπτεται τόσες : δεν μπορώ δηλαδή να βλέπω τά μούτρα τους, ούτε τών εκδοτών ούτε τών αναγνωστών τους – και η όποια μικρή αίσθηση τού χιούμορ διαθέτω δεν φτάνει σ’ αυτήν τήν περίπτωση, και είναι φαίνεται ανεπαρκής.

PartID_1142[1] - Αντίγραφουσικά τό βασικό επιχείρημα οποιουδήποτε κριτικού με αξιοπρέπεια, σ’ αυτές τίς κακές κουβέντες είναι αναμενόμενο, ότι δηλαδή δεν φταίει αυτός για τά χάλια τών άλλων. Και βέβαια έτσι είναι. Ο καθένας είναι υπόλογος μόνο για τόν εαυτό του. Και είθισται να μιλάμε όλοι σαν να έχουμε και εαυτό. Και η κάθε εποχή είναι διαφορετική από τήν άλλη, ασφαλώς. Μόνο που τυχαίνει μερικές φορές να ζούμε στην τελείως άλλη εποχή απ’ αυτήν που νομίζουμε.

PartID_1133[1] - Αντίγραφοαι η ευθύνη ; α, ποτέ δεν έχει ευθύνη κανείς : πάντα κάποιος άλλος, ανώνυμος, έφταιγε. Ξέρετε πόσα χρόνια κανείς δεν ασχολιόταν με τήν κική δημουλά και η γυναίκα πλήρωνε η ίδια για να βγάζει τά βιβλία της γιατί οι κριτικοί δεν γράφανε και οι αναγνώστες (τών εκδοτών δηλαδή) δεν γουστάρανε και οι εκδότες συνεπώς δεν εκδίδανε; (ζωντανοί είν’ όλοι αυτοί ακόμα – οι περισσότεροι – όσο ζωντανή είναι δηλαδή κι η ίδια). Τό ότι η γυναίκα δεν τά μαρτυράει σήμερα αυτά δεν σημαίνει και τίποτα. Προφανώς όταν αποκτήσει πια εξάλλου κανείς μεγάλη δόξα γίνεται και μεγαλόθυμος, ή μπορεί να ήταν κι από πριν. Και οι αμετροέπειες που κατακλύζουνε μετά τούς πάντες, άμα γυρίσει τούμπα τό καράβι, εμένα δεν μού τό βγάζεις απ’ τό μυαλό ότι κυρίως οφείλονται σε ενοχές, και στο κρυφτούλι ολονών από τό παρελθόν τους – και εννοώ δηλαδή ότι υπάρχουνε σήμερα πλήθος τέτοιες αμετροέπειες που μάς κατακλύζουν σε αυτό τό ζήτημα – δεν μιλάω μ’ άλλα λόγια για κανέναν ποιητή που εγώ θαυμάζω (και τόσο) τυφλά ώστε να μπορώ να καταπιώ (χωρίς να πάθω τόν παιδικό μου κοκκύτη) εκείνα τά «όμηρος δημουλά και σαίξπηρ» και διάφορα άλλα τέτοια, πώς αλλιώς τά είπανε : σίγουρα, έχει μια προσωπική φωνή η συγκεκριμένη γυναίκα, κι αυτό είναι σπουδαίο : λέω όμως απλώς τώρα, επειδή πρόκειται για άνθρωπο που σε λίγο όλοι θα νομίζουμε ότι ήτανε και μεγάλος από τά γεννοφάσκια του : ξέρετε ότι – να τήν πω τήν κακία μου – υπάρχουνε αρκετοί πολύ καλύτεροι σήμερα στην ποίησή μας – εδώ, ζωντανοί – από τήν δημουλά, οι οποίοι όμως αυτή τή στιγμή περνάνε ακριβώς εκείνη τήν περίοδο που πέρασε κι εκείνη – όπου κανείς δεν  καταδεχότανε  να διαφέρει λίγο απ’ τούς άλλους (πληρωμένους κονδυλοφορεμένους) ντενεκέδες και να δείξει λίγη τόλμη και να πει μια καλή κουβέντα ;

   Και μη μού πείτε ότι «δεν ήρθε ακόμα η ώρα τους» και ότι «να περιμένουν κι αυτοί» και «να κάνουν υπομονή» κι ότι «κανείς δεν αναγνωρίζεται τόσο γρήγορα» (μολονότι, εδώ που τά λέμε, αυτό καθεαυτό τό ότι «κανείς δεν αναγνωρίζεται τόσο γρήγορα» και πρέπει να πεθάνει πρώτα ή να γίνει εκατό χρονών για να μπορέσει να πάρει πίσω ελάχιστη από τή χαρά που με τό έργο μιας ανασφαλούς και πικρής ζωής δίνει συνέχεια στους άλλους, τό βρίσκω πέρα από κοινωνικά βλαβερό, και εξαιρετικά ανήθικο). Μιλάω όμως για ανθρώπους κατά κανόνα πολύ μεγαλύτερους από τήν συγκεκριμένη στην ηλικία, που απλώς είναι πιο δύσκολοι και καλύτεροι μάλλον ποιητές. Και αν υπάρχει και κανένας νεότερος ανάμεσά τους που είναι επίσης καλύτερος και εξαιρετικότερος ποιητής, να είσαστε σίγουροι ότι μόλις αυτοκτονήσει θα σκιστούνε όλοι να τόν ανακαλύψουνε και να τόν επαινέσουνε γεμάτοι χαρά για τήν χαρά που τούς δίνει. 

   Και τί να κάνουμε ; α, μην μού βάζετε εμένα ερωτήσεις σχολικής φύσεως – τίποτα να μην κάνουμε : εγώ δεν μπορώ να κάνω τίποτα, και κανείς νομίζω δεν μπορεί να κάνει τίποτα : τό μόνο νομίζω που μπορεί να κάνει κανείς είναι να μάθει να κινεί τά πόδια και τά χέρια του με λίγο δημιουργικότερο τρόπο : ας συμφιλιωθεί δηλαδή με τήν ιδέα τού περίπατου ώς τό βιβλιοπωλείο άμα αγαπάει τήν τέχνη κανείς : εκεί πας μόνος σου, ξεφυλλίζεις ατέλειωτα βιβλία στους πάγκους, ψάχνεις ατέλειωτα βιβλία στα ράφια : και ποτέ δεν διαβάζεις «κριτικούς» και «κριτικές» παρεκτός αν θέλεις να πληροφορηθείς τί να αποφύγεις σίγουρα – με λίγα λόγια αναπτύξτε τό μυαλό σας κι αυτό θα σάς ανταμείψει, έτσι γίνονται αυτά. Τώρα βέβαια αυτά τά λέω σ’ έναν χώρο όπου μπορείς μ’ ένα κουμπί να φτάσεις ολόκληρες βιβλιοθήκες. Ακόμα όμως δεν μπορείς να ξεφυλλίσεις από δω μέσα πολλά πράγματα, τίτλους βλέπεις. Όταν θ’ αρχίσουνε πολλοί ν’ ανεβάζουν τά βιβλία τους εδώ, θα ’ναι αλλιώς – προς τό παρόν περπατάτε ώς τά βιβλιοπωλεία είναι και καλή γυμναστική.

kafka[1]   marcel_robert[1]    JWCA0P7Q4ECANE1HKECAO0YHHFCAJ8IO43CAGHADOZCA3ARI6RCAXJRWGJCAUJLTAYCAE42RDUCARBRW6FCAUN2BABCAVYIM43CAYQCDJKCAQIDRZXCA7A7RI6CA19S4V6CAJY0RXWCANBQ6YOCAZ1BEIX ο franz kafka ο marcel proust και ο stendhal – ως νέοι και παιδιά

   Τά ξέρετε τά αστεία που έκανε μια αμερικανίδα στους αγγλοσάξονες (εκδότες) (τά χάλια είναι διεθνή) (απλώς εδώ ο κανιβαλισμός είναι μεγαλύτερος επειδή είναι μικρότερο και τό πιάτο τό φαΐ – και επειδή δεν υπάρχει και πολύ μεγάλη παράδοση πολιτισμού – ως γνωστόν αποτελούμε μάλλον τόν πιο απολίτιστο λαό τής ευρώπης – δεν σεβόμαστε δηλαδή ούτε τήν τέχνη ούτε τούς ανθρώπους της παρά μόνο αν δεν μπορούμε να κάνουμε κι αλλιώς, αν δηλαδή γράφουν συνέχεια γι’ αυτούς οι φυλλάδες, μιλάνε καμιά φορά τά τζάμια, ή η σουηδία δίνει κάνα βραβείο – τότε έχουμε και επιπλέον συμφέρον να τούς εκτιμήσουμε διότι κάτι μάς επιστρέφει όταν λέμε μπούρδες ας πούμε ότι ο πολιτισμός είναι η βαριά μας βιομηχανία – τό ίδιο κι ο τουρισμός άλλωστε – κι άλλωστε από τό πολύ βάρος είναι πεσμένες κι οι δύο στο πάτωμα κάτω λιπόθυμες). Ξέρετε λοιπόν τίς πλάκες που έκανε μια αμερικανίδα (δεν θυμάμαι, για λόγους ακατανόητους δεν κράτησα τ’ όνομά της) σε διάφορους μεγάλους εκδότες, όταν τούς έστειλε μερικά μεγάλα έργα, και σαίξπηρ, και τζαίην ώστιν, και φώκνερ, και δεν θυμάμαι και τί άλλο, δακτυλογραφημένα και μεταφρασμένα δηλαδή και με τ’ όνομά της πάνω στον φάκελο, και έζησε τήν (πικρή) χαρά να τά δει να απορρίπτονται όλα μετά πολλών επαίνων. (Μόνο ένας «αναγνώστης» εκδότου (περιφανούς) λίγο τσίνησε στην περίπτωση τής περηφάνειας και προκατάληψης που αρχίζει με μία πρόταση πολύ γνωστή στους άγγλους μαθητές, και τής έγραψε δεικτικά στην απάντησή του, «στο μέλλον να φροντίζει να μην αντιγράφει». Είχα σκεφτεί να κάνω τό ίδιο με «μεταφρασμένο» ας πούμε παπαδιαμάντη ή ευριπίδη στους «δικούς μας» αλλά η τύπισσα μέ κάλυψε και συν τοις άλλοις μού έφυγε και τό κέφι.)

   Αυτό που μ’ αηδιάζει περισσότερο απ’ όλα με τούς «συνάδελφους» και τούς «κριτικούς τους» είναι πως όταν κρίνουνε από τήν γενική συμπεριφορά και τήν ενγένει στάση σου ότι δεν έχεις εσύ επικίνδυνα μεγάλες πλάτες είναι πρόθυμοι να σέ φάνε ζωντανό τώρα αμέσως μη γίνει κάνα λάθος δηλαδή στο μέλλον και  κάνεις μπράτσα (βέβαια, τό επιστημονικής φαντασίας σενάριο να έχεις πλάτες αλλά να μην τίς χρησιμοποιείς είναι και εκτός πραγματικότητας και εγκληματικό συγχρόνως, διότι δίνει τό κακό παράδειγμα και στη νεολαία – η αξιοπρέπεια ως γνωστόν προς τούς φίλους και τούς ανθρώπους που αγαπάμε είναι άχρηστη και δεν επιστρέφει και τά γνωστά κέρδη)

   Ξέρετε ποιο θεωρώ εγώ όμως ως φαινόμενο πιο λυπηρό απ’ όλα, αλλά και πιο  χαρακτηριστικό τής εποχής και τής ορθότητας τών όσων λέω; 

   Τό πόσο λιγότεροι απ’ όσους μέ διαβάζουν εδώ θα διαβάσουν (για τά καλά) ένα έστω και μόνο από τά βιβλία που έχω ανεβάσει.

   Και τό ακόμα πιο λυπηρό είναι τό ότι αρκετοί, ακόμα κι αν χάνανε τόν χρόνο τους με τά δικά μου, θα έλεγαν : Μα δίκιο έχουν οι άνθρωποι, δεν μού αρέσεις ούτε κι εμένα –.  Αν ανοίξουμε όμως τέτοια συζήτηση θα γράφουμε για μήνες, και τό πώς φτιάχνεται τό γούστο μας είναι κάτι που δεν κάνω κέφι να τό συζητήσω ακριβώς τώρα. Και δεν φοβάμαι μην παρεξηγηθώ, διότι ούτως ή άλλως θα παρεξηγηθώ. Μού αρκούνε όμως αυτοί που ξέρουν καλά τή λογοτεχνία, και όταν μέ βρίζουν έχουνε λόγο που μέ βρίζουνεσοβαρότερο λόγο εννοώ απ’ τό : δεν γράφουν έτσι τά σχολικά εγχειρίδια ή η λογοτεχνία που μάς μαθαίνει τό  κόμμα, ή η τηλεόραση (αυτοί είναι οι τρεις πυλώνες τής μόρφωσης στην πολιτισμένη μας χώρα). Εξάλλου – κάτι που λέω και στους ηλεκτρολόγους και λοιπούς τεχνίτες που έρχονται καμιά φορά σπίτι για επισκευές και μού ζητάνε ένα βιβλίο μου για να διαβάσουν : δεν διαβάζεις ένα βιβλίο μόνο ποτέ :  αν δεν σ’ αρέσει ο κάφκα δεν πρόκειται να καταλάβεις δηλαδή τόν προυστ. Κι αν έπρεπε να τά βάλω τώρα με τήν γενική κατάσταση στα ζητήματα τής τέχνης, και ν’ ασχοληθώ με τό πόσο ξέρει ο μέσος έλληνας τί σημαίνει γκαλερί και έκθεση ζωγραφικής, και πόση ανάγκη έχει να ακούσει μια σονάτα τού 18οο, ή τί ευτυχία νομίζει ότι δεν πρόκειται ποτέ να τού δώσει ένα βιβλίο τού φώκνερ ή ένα φιλοσοφικό πόνημα (άσε που με τήν ακαταπόνητη ελληνική ωραιοπάθεια νομίζει κανείς πως οτιδήποτε έχει γραφτεί σε ξένη γλώσσα είναι και περιττό και άχρηστο και εχθρικό) τότε θα έπρεπε να μην κάνω άλλη δουλειά, και άλλη δουλειά δεν είχα.

   Πιο πολύ μού πάει λοιπόν να σάς βάζω μερικά κείμενα άλλων πού και πού (στο άλλο μπλοκάκι). Σάς βεβαιώνω (ειλικρινέστατα) ότι όταν σάς βλέπω να διαβάζετε αυτά τών άλλων με κέφι και να είσαστε και δημιουργικοί στα σχόλια που κάνετε χαίρομαι πολύ και τά ξεχνάω όλα : τό δίκτυο εδώ μού έδωσε δηλαδή τή δυνατότητα να καταλάβω ότι η χώρα αυτή είναι καλύτερη μπροστά στον κομπιούτερ της απ’ ό,τι μπροστά στον δάσκαλό της.

   Αυτοί όμως που θά ’θελαν να μέ σκυλοβρίσουν χωρίς άλλον λόγο πέρα από τό ότι δεν τούς είμαι και τόσο οικεία όσο οι αρλούμπες τής τηλεόρασης ή τά βιβλία που αγοράζουν με τίς εφημερίδες τους, και απ’ τά τοπ-τεν αυτών τών εφημερίδων, να ’ναι βέβαιοι, τούς βεβαιώνω εγώ και να μού ’χουν εμπιστοσύνη σ’ αυτό τό ζήτημα, ότι μόλις έστω και ένας καλός και (μη) αξιοπρεπής άνθρωπος γράψει σε μια εφημερίδα αμετροέπειες, αμέσως θα τίς εκτιμήσουν : δεν κατασκευάζονται όμως κριτικές σκέψεις και νοοτροπίες με τόν τρόπο αυτόν. Κι εμένα η ανάπτυξη τής κριτικής σκέψης μ’ ενδιαφέρει πέρα από τίς επιμέρους λεπτομέρειες τού ποιος σ’ αρέσει και γιατί. Ας είμαστε όλοι λοιπόν καλά προς τό παρόν, κι ας γράφουμε στο ιντερνέτ, στα σοβαρά ή για τήν πλάκα μας, κάνει καλό στην υγεία και είναι και καλή γυμναστική για τά δάχτυλα.

F986B0C8 - Αντίγραφοcopyright © 2oo9 hari stathatou for the text, the cat-photo and the initials : all rights reserved
τό χαρακτικό με τούς κρεμασμένους : από τήν 1η έκδοση τών ποιημάτων τού françois villon, παρίσι 1489
τό γράμμα τού προυστ : από τήν έκθεση στο εβραϊκό μουσείο τής βιέννης τόν σεπτέμβριο τού 2οο9 με 8ο ανέκδοτα
χειρόγραφα τού marcel proust © der Kölner Bibliotheca Proustiana von Sammler und Kurator Reiner Speck

 

update [6 νοεμβρίου 2οο9] :
όσον αφορά τούς κριτικούς μας (και τήν αξιοπρεπή ανεξαρτησία τους) : τό είδα πρώτα στο no budget (που τό πήρε από τόν ΑΝεμο, που τό πήρε από τό media industry, να πάτε βέβαια και σ’ αυτά, γιατί και οι συζητήσεις έχουν (πολύ) ενδιαφέρον) : δείτε λοιπόν τήν χαριτωμένη εντολή προς κριτικόν και ενγένει δημοσιογραφούντα που κατά κακή τύχη βγήκε και πιο έξω : (έγινε στην «καθημερινή», αλλά τά ίδια γίνονται παντού (δεν αμφιβάλλω ότι τώρα μέ πιστεύετε : πως έτσι γίνονται οι δουλειές γενικά : πρέπει να είναι φίλοι μας αυτοί, για να τούς δούμε (δηλαδή να γράψουμε γι’ αυτούς) λίγο…) εδώ απλώς έγινε η γκάφα) : εντολή δηλαδή αυτονόητη και συνηθισμένη προς τούς διανοούμενούς μας στον ημερήσιο και λοιπό τύπο (μόνο που ο αφηρημένος φωτοσυνθέτης, αφηρημένος διορθωτής, αφηρημένος συντάκτης  δημοσίευσε κιόλας τήν εντολή : «ΛΕΟ, δες το λίγο με τον Ζήρα, γιατί είναι φίλοι μας αυτοί» : δεν πιστεύω δηλαδή ότι υπεισήλθε άλλου είδους κίνητρο απ’ τή μεριά τού αφηρημένου – κι ας λέγεται ότι έχασε τή δουλειά του ο δύστυχος : οι εντολές αυτές πάνω στο χειρόγραφο είναι τόσο συνηθισμένη πρακτική, που ο άνθρωπος τή θεώρησε λογικά και γνωστή, και ηθική και νόμιμη, και ξεχάστηκε νομίζοντας ότι ήταν απλώς  μέρος τών ειδήσεων και οι εντολές – μη νομίζετε, είμαι κατά βάθος τής δουλειάς και ξέρω …) (Και φυσικά τό «είναι φίλοι μας αυτοί» δεν σημαίνει αυτό που φαίνεται εκ πρώτης όψεως ότι λέει – για να ‘μαστε εξηγημένοι… Τό είναι φίλοι μας αυτοί μεταφράζεται : αυτή η επιχείρηση διαφημίζεται σε μάς και έχουμε γενικώς πολλές και ευχάριστες σχέσεις, συνεπώς ξεσκιστείτε να γράψετε καλά λόγια… : that’s how it goes… everybody knows… που λέει και ο φίλος μας)

Οκτώβριος 5, 2009

gracias a la vida

 

  

78CAO92M5OCAX6HVWVCAK3O5VSCASRCUELCA2TDO0FCA99KHFECAKTJ6UACAZDOOG2CA1AJS3HCAHH809XCAOYQH7SCADJTX90CAVWVWBLCAVI2J2TCAFUC2UHCAB0J8A2CAE99HR3CAQ1NXZ1CA2XN1AT     89px-Mercedessosa[1]                         220px-Parra01f[1]

 

gracias a la vida 

   Πήγαμε ν’ ακούσουμε λοιπόν μουσική ψηλά κι από κει πάνω βλέπαμε αυτόν τόν ψυχρό λευκό οικισμό σαν κοτρώνα που τόν σηκώναμε στην πλάτη μας εν είδει τιμωρίας από παληά: εγώ τουλάχιστον αυτήν τήν πόλη τήν είχα αφήσει κι ερχόμουνα λίγο-λίγο, αλλά κάποιοι άλλοι τήν είχαν μονίμως στην πλάτη τους: τήν τελευταία φορά που κατεβαίνοντας από τό βερολίνο είχα περάσει απ’ αυτήν τήν μαγική παληά πόλη που τήν έλεγα μικρή παληά μονάχο (απ’ όπου μού ερχόντουσαν πάντοτε τά πιο ωραία παιχνίδια) είχα δει στην μια πινακοθήκη της μια έκθεση που μού ’χε κάνει μεγάλη εντύπωση γιατί  / … /

φυγές : δρόμοι

   Έτσι λοιπόν δεν είχα ιδέα αν θα μπορέσω να πω τίποτα από κείνο τό απόγευμα τής συναυλίας και για να πω τήν αλήθεια τέλειωσα πρώτα τό βιβλίο και δεν ήμουνα σίγουρη καν ακόμα αν θα μπορέσω να πω ειδικά για τά πράγματα εκείνου τού βραδιού (απ’ τό οποίο ξεκίνησαν όλα) (που τό ενδιαφέρον τους δεν ήταν τόσο η γυναίκα που βρισκόταν πάνω στη σκηνή όσο η σχέση της ακριβώς με τίς άλλες, εκείνες που ήταν από κάτω και γύρω και πλάϊ και μιλούσαν τήν ίδια γλώσσα μ’ αυτήν) : Μια γλώσσα δηλαδή που εγώ δεν τήν ήξερα, ούτε εγώ ούτε οι άλλοι εκτός από τή φίλη μου, μού αρέσανε όμως πάντοτε αυτά τά τραγούδια και ιδιαίτερα μάς άρεσε όλων εκείνο τό gracias a la vida (και ειδικά επειδή αυτό πάντα φέρνει στο μυαλό κυρίως τούς όρους κάτω απ’ τούς οποίους για χρόνια λεγόταν, διότι πράγματι μπορεί κανείς να πει ότι η αποτελεσματικότητα αυτού τού τραγουδιού οφείλεται στη διασταύρωση τής ήπιας μουσικής του με τούς άγριους όρους κάτω από τούς οποίους λεγόταν) (αυτό τό ευχαριστώ στη ζωή που λεγόταν για τήν ζωή τών ανθρώπων που ζούσαν μέσα σ’ έναν ανενόχλητο και νόμιμο και παγκόσμιο εφιάλτη από βασανιστήρια φρίκες και χούντες) αυτό ήταν που θύμιζε κάτι σαν μια τρύπα μέσα από τήν οποία σκύβεις και κοιτάς σαν μέσα από έναν φακό ή ένα καλειδοσκόπιο (μού ’χανε φέρει ένα τέτοιο παιχνίδι από τό μονάχο εμένα όταν ήμουν μικρή) και ξαφνικά βλέπεις αστραπιαία ένα φως γεμάτο χρώματα και σού φαίνονται άγνωστα μόνο και μόνο επειδή νόμιζες ότι δεν θα είχε παρά μόνο μαύρο στις διάφορες αποχρώσεις του τό σκοτάδι αυτό : Είναι μάλιστα μπορώ να πω η μουσική αυτή ίδια με τό ξάφνιασμα που νιώθει όποιος πάρει ξαφνικά μέρος σε μια διαδήλωση σε δρόμους γνωστούς με άλλους μαζί και ξαφνικά βλέπει μια άγνωστη πόλη με τελείως άγνωστους δρόμους πράγματα που δεν τά ήξερε καθόλου πιο πριν και τού φαίνεται μάλιστα αστραπιαία ότι οι δρόμοι αυτοί δεν είναι πια γεμάτοι με τούς ψυχρούς και λευκούς και τίς ψυχρές διαφημίσεις και τά φώτα τά ψυχρά και δυνατά (και νεκρά) παρά αντίθετα όλα έχουν γίνει ζωντανά (και ζεστά και δικά του και είναι μέρος τών λέξεων που ξέρει και μπορεί να προφέρει και ακόμα και τά χρώματα γίνονται λέξεις και τά κτήρια γίνονται λέξεις και οι πόρτες γίνονται λέξεις και ξαφνικά όλα γίνονται λέξεις δικές του και βαρειές και οικείες (γνωστές) λέξεις γεμάτες με τόν έρωτα που κρυβότανε πάντοτε) και τού φαίνεται ξαφνικά με λίγα λόγια ότι παύει να ’ναι ατέλειωτα και ψυχρά και βάρβαρα όλα ενώ αποκτάει βάρος και ύλη και νόημα ο έρωτας που έχει μέσα του (και που δεν μπορούσε να πει τ’ όνομά του) και ήθελα πάντοτε να κάνω μια εργασία σαν παρέκβαση στην μελέτη μου για τό πώς αλλάζουν οι δρόμοι όταν γεμίζουν με λέξεις που τό νόημά τους για πρώτη φορά θ’ ακουστεί : Όμως, για να πω τήν αλήθεια, είναι μια τόσο μεγάλη ιστορία αυτοί οι δρόμοι και τό πώς τούς μαθαίνεις πάντοτε από τότε που είσαι παιδί (αρχίζοντας βέβαια από τό να μαθαίνεις αρχικά τ’ όνομά τους και να μην τό θυμάσαι ποτέ) και ύστερα με τό πώς οι δρόμοι γεμίζουνε με διαφορετικά πράγματα και όχι πια ψυχρούς και λευκούς αλλά πώς είναι κάθε φορά ένας διαφορετικός δρόμος αλλά παρ’ όλ’ αυτά ο κάθε δρόμος παραμένει πάντοτε ίδιος όσο κι αν άλλαξαν όλα και αλλάζεις επίσης και σύ, κι έτσι όταν αλλάζεις και τρέχεις και τόν βλέπεις σε κίνηση πλαγίως και οριζοντίως και καθέτως (σαν να κινείται ο φακός ανώμαλα και ασυνήθιστα) όλα είναι και ασυνήθιστα και γνωστά και μέσ’ απ’ τό τρέξιμο παραμένει ο δρόμος ίδιος με κείνον που ήξερες όταν ήσουν παιδί κι αυτό σέ κάνει τήν ώρα που τρέχεις και προσπαθείς να προστατέψεις ας πούμε τό κεφάλι σου από τά κλομπ που τρέχουν εναντίον σου μ’ αυτό τό μεταφυσικό μίσος και θέλουνε να σάς ρίξουνε κάτω πάνω στην άσφαλτο και να σάς κλωτσήσουν και να δείτε τόν κόσμο ανάποδα διακεκομμένον ανάμεσα στα αίματα που θα πέφτουνε μέσα στα μάτια σας (και γι’ αυτό τρέχετε και προσπαθείτε να γλυτώσετε τήν κλωτσιά γιατί όσο είσαστε όρθιοι υπάρχει ακόμα μια περίπτωση μικρή να σωθείτε) παρ’ όλ’ αυτά έτσι τρέχοντας συγχρόνως και φεύγοντας εσύ είσαι κιόλας τό παιδί που επιστρέφει και περπατάει με τίς εικόνες του για μελλοντικά δώρα, τά σχέδιά του για κατασκευές ανθρώπων για ομοιώματα σπιτιών για μικρογραφίες ιστοριών που θα ζήσουν όσο θα μιλάς, καθώς σέ κρατάνε οι μεγάλοι σαν άνθρωποι κανονικοί απ’ τό χέρι μπροστά στα παράθυρα τίς βιτρίνες και περνάτε μέσα από τίς πόρτες για να αποφασιστούν εκείνα τά δώρα τά ομοιώματα τών χριστουγέννων και τής πρωτοχρονιάς / … / : όχι δηλαδή όπως τώρα που τήν στιγμή που τρέχεις συμβαίνει καμμία φορά να δεις με τό πλάϊ τού ματιού σου μια πόρτα και να σού φανεί ότι προσφέρεται για καταφύγιο ή να σέ παρασύρει κάποιος άλλος τότε προς τά εκεί τραβώντας σε για να κρυφτείτε πίσω κι οι δυο και τήν ίδια στιγμή που τήν σπρώχνετε και κρυβόσαστε πίσω της βλέπεις σε μαυρόασπρο βίντεο ζωγραφικής πώς ήταν όταν περνούσες μπροστά της (τότε που δεν ήξερες ακόμα ποια χρησιμότητα θα είχε μόνο για σένα, και τό καταλαβαίνεις τήν στιγμή που φεύγεις από τούς άλλους μεγάλους, και ανακαλύπτεις έτσι τήν χρησιμότητά της για όλους, αυτήν που δεν μπορούσες τότε να τήν φανταστείς) (και μάλιστα δεν είχες καταλάβει καν αυτήν τήν χρησιμότητα που μπορούσε να έχει μια πόρτα για ένα άλλο μέλλον ασύλληπτο όπου θα υπήρχαν κι άλλα δώρα πέρα απ’ τά δώρα, κι όπου θα υπήρχε αυτό τό ζεστό χνώτο τών αναπνοών που αγκαλιάζει τόν κόσμο και τίς λέξεις με έρωτα και φόβο μαζί και που σού θυμίζει τά τραγούδια που μαθαίνατε στο σχολείο για τό χνώτο τών αρνιών και τών μοσχαριών και τών αγελάδων και τών γαϊδουριών και τού σαλιγκαριού και τής χελώνας πάνω από τό μικρό αγοράκι που κουνάει χέρια και πόδια προς τά πάνω παίζοντας μες στην ζέστη τών χνώτων και παγώνοντάς τα σε μια λευκή και απαστράπτουσα πορσελάνινη ακινησία, ανίδεο για τ’ αγκομαχητά και τά κυνηγητά τού μέλλοντος, και είναι αυτό τό δώρο τού χρόνου που μετατρέπει τό χνώτο τού τρεχαλητού σε σκέτον έρωτα, σε καθαρόν έρωτα, και μιλάει δυνατά τώρα μαζί με τίς λέξεις έτσι που δεν σού φαίνεται πια ουδέτερο τότε τό κτήριο αλλά απλώς αλλαγμένο, κι η πόρτα και όλα σάς προστατεύουν αμέτοχα μόνο και μόνο γιατί σάς προστατεύουν ακριβώς όλους μαζί) :  αυτό τό λάθος διορθώνεται γρήγορα :  γιατί οι φυγές και τά τρεξίματα σέ πότιζαν μεγαλύτερη στενοχώρια ή απορία ή θλίψη εκεί στην αρχή, μια που είχες τήν ανομολόγητη απαίτηση απ’ όλα τά πράγματα να είναι στραμμένα προς τήν παιδικιά σου ζωή ακριβώς, τήν δικιά σου ζωή ακριβώς, με τήν ίδια αστραπιαία και αστραφτερή προκατάληψη και μεροληψία τών χριστουγέννων και τής πρωτοχρονιάς δηλαδή αιωνίως  / … / :  επειδή δεν ξέρατε τότε, κι αυτό ήταν ίσως μια μικρή και ασήμαντη ακόμα πολύ ευτυχία, ότι οι πόρτες αυτές κάποτε θα γράφαν από πάνω τους εκείνο τό Η μόνη ελπίδα όλων σας (που τριγυρνάτε ερωτευμένοι με τόν έρωτα που τρέχετε κυνηγημένοι απ’ τούς εχθρούς του και που η ανάσα του θα σάς ζεστάνει και νεογέννητη και έκπληκτη όταν θα μεγαλώσετε μέσα στο μαύρο αυτό σκοτάδι) είναι να μπείτε (και οι δύο) μέσα εδώ.

   Δεν είναι φυσικά αυτό οι δρόμοι μόνο ούτε οι πόρτες και ο καθένας θα μπορούσε και να πει και άλλα ή και τά ίδια  / … /

   από άποψη τεχνικής δηλαδή (και αρχιτεκτονικής θα μπορούσα να ’λεγα) έπρεπε δηλαδή να βρω πώς θα ήταν η αρχή από τήν αρχή,  / … / :  όταν ήρθε εδώ η μυθική ινδιάνα να τραγουδήσει (στο τέλος τού καλοκαιριού) και αποφάσισα (τήν επόμενη κιόλας ημέρα) ότι αυτό που θέλω, τό πείραμα που θέλω να γράψω για να ολοκληρώσω τήν εργασία μου πάνω στην γλώσσα πρέπει να τό ξεκινήσω απ’ αυτήν (που δεν ξέρω τήν γλώσσα της αλλά οι φίλοι μου θα μέ βοηθούσαν). Ήμουνα δηλαδή κάτω από τήν επίδραση γενικά ήχων κι αυτό ταίριαζε με τή δουλειά μου μια που η γλώσσα είναι πάνω απ’ όλα ήχοι χωρίς νόημα σχεδόν αρχικά :  βρισκόμουνα επίσης κάτω από τήν επήρεια τής ικανότητάς της να τραγουδάει καθιστή :  να ξεσηκώνει μάλιστα τόν κόσμο έτσι καθιστή κι ο κόσμος να ονειρεύεται μαζί της :  και να χορεύει καθιστός :  όπως είναι δηλαδή και η γλώσσα :  όπως είναι και τά βιβλία :  ήμουνα ξαφνιασμένη από τήν συμπεριφορά τών γυναικών τής πατρίδας της επίσης που τήν άκουγαν με τόν τρόπο τόν συγκεκριμμένο που είχανε (όταν τής φώναζαν και τής μιλούσαν σαν νά ’ξεραν ότι θα τούς ακούσει, ενώ δεν μπορούσε να τούς ακούσει εντελώς καθώς έπρεπε να λέει και τά δικά της :  όπως γίνεται και στα βιβλία δηλαδή : )  Στην αρχή πάντως όταν σκεφτήκαμε να πάμε ν’ ακούσουμε τά τραγούδια της φοβηθήκαμε ότι μπορεί τώρα οι οπαδοί τους να έχουν μεταλλαχτεί κι αυτοί μαζί με τίς χούντες που ψιλομεταλλάχτηκαν σε μεταπολίτευση ενώ εμείς θέλαμε να πάμε να δούμε τήν μυθική ινδιάνα (που θα είχε γεράσει ίσως όπως φανταζόμαστε υπολογίζοντας τόν χρόνο με τόν ηλίθιο τρόπο ολονών χωρίς να φανταζόμαστε ότι ένας άνθρωπος που μπορεί να χορεύει καθιστός έχει τόν ίδιο χρόνο τού βιβλίου που σέ κάνει να είσαι ευτυχισμένος και να χορεύεις διαβάζοντας) και επίσης δεν θέλαμε να συναντήσουμε αυτούς που είναι δήθεν γνωστοί και που πηγαίνουν παντού τώρα που όλα έχουνε ξεθυμάνει γιατί μόνο τώρα που όλα έχουνε ξεθυμάνει μπορούν να θέλουν να είναι γνωστοί με τόν ξεθυμασμένο αυτόν εαυτό που απευθύνεται σε ξεθυμασμένους εαυτούς που θέλουνε μόνο να είναι γνωστοί:   / … /

   Είμαστε όμως μόνοι και ήσυχοι να κάνουμε όλη τή φασαρία τού κόσμου που θέλαμε :  γιατί ύστερα από λίγο είχαμε τόσο κέφι που θέλαμε να κάνουμε όλη τή φασαρία τού κόσμου :  με τήν ησυχία μας :  Μάς παρέσυρε η δύναμή της και τό ξύλινο θέατρο κόντεψε να πέσει καθώς πολύ γρήγορα όλοι φτάσαμε και χτυπούσαμε χέρια πόδια και ξύλα κάτω απ’ τά πόδια μας :  Είχε τόση δύναμη που μάς άφησε πραγματικά όλους κατάπληκτους (εκτός από τίς γυναίκες που τήν ξέραν από τήν πατρίδα τους :  Αυτές τήν αντιμετωπίζαν αλλιώς : )  Γι’ αυτούς ήταν από παληά όμως γνωστή. Για μάς λοιπόν ήταν περίεργο, πώς μπορούσε να έχει τόση δύναμη, πώς μπορούσε να είναι τόσο επίμονα ζωντανή όταν άλλοι γύρω για να είναι (έστω και τό μισό απ’ αυτήν) γνωστοί ξέρουν ότι πρέπει να κάνουν (και κάνουν) τόση επίδειξη ήττας και θάνατου :  Μού έδωσε (τόση) δύναμη ώστε σκέφτηκα να είναι στο βιβλίο μου αυτό η αρχή :

   Και από κει λοιπόν ξεκίνησε η δυσκολία και τά λοιπά :  κατάλαβα δηλαδή καλά τότε (δηλαδή τώρα τελευταία) αυτό που ’λεγε η Νίνα για τόν χρόνο (όταν κλαιγόταν συνέχεια) :  πως όταν είναι κάτι πρόσφατο είναι δύσκολο να τό πεις :  και πως είναι σαν να γίνεται λάθος, η δουλειά της, σαν να γίνονται στην ίδια τή φύση τής δουλειάς συνέχεια λάθη :  Η αλήθεια όμως είναι πως αν δεν δοκιμάσεις μια δουλειά δεν πρόκειται να καταλάβεις ποτέ τήν γλώσσα της – και συνεπώς είχα δίκηο στην αρχή  / … / :  η ίδια η δυσκολία τής αρχής μάλιστα κιόλας που συνάντησα μού επιβεβαίωσε από μια άποψη τήν ορθότητα και τού εγχειρήματος και τής απόφασής μου – ανεξαρτήτως δηλαδή βέβαια αποτελέσματος – αυτό έλειπε :  μάλιστα όσο πιο πολύ ατζαμίδικο θα ’ταν τό αποτέλεσμα, τόσο πιο πολύ θα σήμαινε κιόλας ότι θα έκρινα με πιο πολλή γνώση στο μέλλον τά έργα τών άλλων :   / … /  Και λοιπά. Έτσι λοιπόν ξαναγυρνάμε στη βάση μας και στο αρχικό ότι η τέχνη οδηγεί στην τέχνη και τίποτα πέραν αυτού :  Όποιος λοιπόν δεν καταλαβαίνει από τέχνη αυτό συμβαίνει γιατί είναι ένας ντενεκές ξεγάνωτος και αδιάβαστος, και δεν είχε καμμιά επαφή ποτέ μαζί της συστηματικά :  και μάλιστα αν είχε ελάχιστες επαφές τότε είναι που είναι και περισσότερο μαλάκας :  η τέχνη δεν είναι μέρος για να κάνεις δηλαδή τήν βόλτα σου, τήν βόλτα σου τήν κάνεις στο πάρκο, με τήν τέχνη αν δεν σπάσεις τά μούτρα σου δεν κατάλαβες απολύτως τίποτα :  / … /  Ο συγγραφέας από τό τουρίνο που αγαπούσα έχει γράψει στο ημερολόγιό του (πριν φυτέψει μια σφαίρα στο κεφάλι του νομίζω) μια πρόταση που διάβασα πρόσφατα στην βιογραφία του : η οποία έλεγε πάνω-κάτω : Δεν είμαι καθόλου φιλόδοξος αφού είμαι πολύ περήφανος :  Αυτό τό καλό κάνει η ενασχόληση με τό διάβασμα και με τά έργα τών άλλων.

   Αν κάποιος δεν έχει τήν ποταπή φιλοδοξία δηλαδή να γίνει γνωστός δεν πρόκειται να υποστεί ποτέ αυτήν τήν άφατη ταπείνωση να κάνει καριέρα. Οι άνθρωποι που χαίρονται ένα τραγούδι όμως χωρίς να θέλουνε μέσω αυτού να γίνουν γνωστοί είναι ειλικρινείς απολύτως :  όσοι τραγουδάνε και γελάνε με λίγα λόγια είναι ειλικρινείς :  είναι πολύ περισσότερο καλλιτέχνες μάλιστα από τούς άλλους :  όχι γιατί έχουνε τά τυπικά δήθεν προσόντα αλλά γιατί έχουνε τό μεγάλο και ουσιαστικό προσόν να μπορούν να χαίρονται και να γελάνε με τή ζωή κι αυτό θέλει θάρρος :  Τό να ευχαριστείς τή ζωή γι’ αυτά που σού έδωσε θέλει θάρρος μες στη μαυρίλα :  η κλάψα είναι δειλία :  (δεν είναι τυχαίο που τό τραγούδι gracias a la vida τό ’χει γράψει μία γυναίκα – ξεχνάω τ’ όνομά της αυτή τή στιγμή :  Οι γυναίκες έχουν περισσότερο θάρρος από τήν παιδική τους τήν ηλικία τους κιόλας μέσα σ’ αυτήν τήν μαυρίλα).

220px-Parra01f[1]
  violeta parra 

   Γι’ αυτό ακριβώς αυτοί χτυπάγαν και τά πόδια τους γύρω μου εκείνο τό βράδυ και χτυπάγαν και τά χέρια τους (ρυθμικά) τόσο πολύ που όταν η συναυλία τέλειωσε ολονών οι παλάμες πονάγανε και είχανε κοκκινίσει :  Υπήρχε ένας ενθουσιασμός :  σαν να ’χαν γυρίσει ένα χρόνο πίσω που επειδή όλα ήταν παράνομα δεν ήταν τότε παράνομο να ξέρεις τί θέλεις :  και δεν ήταν παράνομο να θέλεις τότε τό άγνωστο :  γιατί δεν μπορούσε να σού απαγορέψει κανείς τότε τό άγνωστο :  Υπήρχε δηλαδή μια ανάμνηση και μια γνώση τών δρόμων και τών φωνών όταν όλοι παύουν ν’ ασχολούνται με τήν καρριέρα τους και ασχολούνται με κάτι πιο εγωιστικό, με τόν ίδιο δηλαδή τόν κίνδυνο τής ζωής :  η μυθική ινδιάνα έλαμπε λοιπόν / αστραφτερή και καθιστή μετά απ’ τίς πολλές διαδηλώσεις κι εξορίες / και αποτελούσε με λίγα λόγια τήν ίδια στιγμή μια ανάμνηση και μια υπενθύμιση (και μια καλλιτεχνική αποκρυστάλλωση) τού ίδιου τού έρωτα που έχει η πράξη τόσων πολλών ανθρώπων μέσα στους δρόμους και τό σκοτάδι, αποκρυστάλλωνε μάλιστα τίς ίδιες τίς λέξεις και τά λόγια και τίς σκέψεις τους όταν γίνονται έκρηξη ή βόμβα και περιβάλλουν τούς αιώνες που έρχονται :  τήν ερωτική ανάμνηση τής ζωής αυτής μέσα στον κίνδυνο που αρέσει τόσο σε όλους σαν μυρωδιά :  και αρέσει γιατί είναι μεγάλη η γοητεία τής πράξης που γίνεται από πολλούς μαζί :  όποιος τό έζησε δεν μπορεί να τό ξεχάσει  / … / :  τόσο μεγάλη είναι η γοητεία τής μεγάλης παρτούζας τών δρόμων και τής επικίνδυνης εκείνης κατάστασης όταν οι αποφάσεις που παίρνουνε όλοι μαζί ξέρουνε ότι αφορούν όχι μόνο τόν μελλοντικό παράδεισο αλλά και τά μελλοντικά ουρλιαχτά (και γι’ αυτό είναι σαν να αγαπούν περισσότερο τό ολόκληρο αυτό σώμα τών εκατό και τών πενήντα δρόμων όσο είναι ολόκληρο ακόμα όλο μαζί) :  είναι μεγάλη δηλαδή η αιώνια (και γι’ αυτό θα ξανάρθει) κατάσταση τού ενώματος τόσο πολλών και τόσο άγνωστων  / … /  ανθρώπων που σκέφτονται όλοι μαζί που αν και δεν έχουν κάνει έρωτα ακόμα με τό υπόλοιπο σώμα αισθάνονται ότι έχουν κάνει ήδη με τό μυαλό.

   Επειδή τό θέατρο ήταν γεμάτο αλλά και επειδή μάς άρεσε να κοιτάζουμε τά πάντα από ψηλά, κάτσαμε στο πιο ψηλό σημείο τών ξύλινων πάγκων  / … /  θέλαμε πάντως να βλέπουμε και τήν σκηνή και τόν κόσμο γιατί αυτό τό είχαμε σκεφτεί φαίνεται και οι τρεις μας μαζί ότι ταίριαζε εφόσον θα ήταν σαν μια αναγνώριση τών δύο χρόνων που θα βλέπαμε μπροστά μας εμείς, διότι εμείς θα βλέπαμε στην σκηνή έναν χρόνο άλφα και στον κόσμο έναν χρόνο βήτα :  κι αυτό μάς έκανε να γελάσουμε με αλαζονεία ότι εμείς θα είχαμε ένα θέαμα μεγαλύτερο από ό,τι περιείχε η τιμή τού εισιτήριου :  Εγώ ήμουνα άσχετη λίγο με αυτήν τήν μουσική και τό μόνο που ήξερα ήταν τό τραγούδι gracias a la vida που ήξερα ότι τό ’χει γράψει μάλιστα μία γυναίκα, και που είμαστε όλοι σίγουροι ότι θα τό ’λεγε αλλά δεν περίμενα τίποτα απ’ ό,τι έγινε κατά τ’ άλλα στο πρόγραμμα :  (Αυτό άλλωστε είναι κι ένα από τά μεγάλα προβλήματα τής αφήγησης – που η Νίνα υποτίθεται ότι τά παίζει στα δάχτυλα – ). (Να διευκρινίσω ότι δεν ήμουνα μαζί της εκείνο τό βράδυ ούτε μ’ αυτήν ούτε με τήν Μάχη αλλά ότι ήμουνα μ’ έναν φίλο μου που ξέρει όλη τή μουσική και με μια φίλη μου που ξέρει όλο τό θέατρο (κι έχει μάλιστα μία ωραία ομάδα όπου κάνουνε πειραματικές παραστάσεις χωρίς ίχνος από αυτά που αρέσουνε τώρα, τά φολκλορικά, και ευτυχώς κανένας κριτικός δεν καταδέχεται τώρα να τά πάρει όλα αυτά ακόμα στα σοβαρά και γι’ αυτό ίσως είναι ακόμα όλα τόσο ωραία σαν παιδιάστικα παιχνίδια όταν μέ καλούνε στις πρόβες και διασκεδάζω :  ήξερε όμως αυτή αντίθετα από τούς υπόλοιπους και ισπανικά)) και από ένα σημείο και μετά είχε παρασυρθεί και αυτή από τόν ρυθμό και κουνιόταν συνέχεια στο κάθισμά της πολύ ρυθμικά χτυπώντας κι αυτή τά χέρια όπως και τό υπόλοιπο θέατρο που είχαν κοκκινίσει τά χέρια όλων μας καθώς κουνιόμαστε στα καθίσματά μας συνεχώς και η ινδιάνα μάς είχε συνεπάρει πάνω στο σκαμνί της (που καθότανε μπροστά στο μικρόφωνο) (γιατί δεν μπορούσε (μετά τίς τόσες διαδηλώσεις κι εξορίες) να στέκεται συνέχεια όρθια) σκορπώντας στον αέρα έναν ήχο που σέ συνέπαιρνε με τόν ρυθμό του (τό μπητ που είχε όπως έλεγε ο φίλος μου ο μουσικός) και με τά χέρια σηκωμένα και πολλές φορές και σε γροθιές να σέ ζαλίζει σαν να βρίσκεσαι μες στην γροθιά της ανεβασμένος ψηλά.

   Μια μερίδα από θεατές αριστερά αποτελούνταν μάλλον από παιδιά που από μια στιγμή και μετά βγάλανε ένα γαλάζιο πανί και τό κουνούσανε ενώ μια άλλη μερίδα δεξιά που ήταν μεγαλύτερη σε όγκο και σε ηλικία αποτελούνταν ίσως μόνο από γυναίκες (γιατί αυτό μαρτυρούσαν οι φωνές τους όπως μάς φτάσανε από αυτήν τήν μερηά). Μιλούσανε πάντως από αριστερά κι από δεξιά στην ινδιάνα με τίς ινδιάνικες μονοκόμματες κινήσεις που ήταν τυλιγμένη ινδιάνικα στην κουβέρτα της σε μια γλώσσα που δεν ήταν η γλώσσα της και που και αυτή σ’ αυτήν τήν γλώσσα τούς τραγουδούσε. (Ίσως όμως η γλώσσα να είναι κάτι πέρα από αυτό με τό οποίο γεννιέσαι κι ίσως να είναι και τό νόημα που διαλέγεις να δεις και τό μέρος που διαλέγεις να ζήσεις κι ίσως να μην υπάρχει άλλη πατρίδα πέρα απ’ τή γλώσσα που διαλέγεις να μιλήσεις και γι’ αυτό ίσως κιόλας μπορεί κανείς να ζήσει σε πολλά μέρη σαν να είναι δικά του και τότε όλα γίνονται γλώσσα πάνω στη γλώσσα, κίνδυνος πάνω στον κίνδυνο, ήχος πάνω στον ήχο. Ένα από τά προβλήματα γι’ αυτό ακριβώς τής αφήγησης είναι τό ότι τό τράνταγμα από τήν απότομη κίνηση πρέπει να κατασιγάσει για να μπορέσεις να κολλήσεις τό μέρος που είσαι στο μέρος που βρέθηκες, να ξεθαμπώσει λίγο δηλαδή η κατάπληξη αλλά να μην εξαφανιστεί εντελώς, έτσι ώστε χρειάζεσαι ένα άλλο μηχάνημα, σχεδόν έναν κατασκευαστή ψυχραιμίας θα μπορούσα να πω, μια τεχνολογία που να διαλύει και να διαχωρίζει χωρίς να παραλύει ούτε να ζαλίζει, ένα μείγμα δηλαδή σαν αυτό που ψάχναν οι αλχημιστές στον μεσαίωνα σαν ελιξήριο καθαρότητας τής σκέψης σου κι αυτό τό μείγμα οδηγεί τελικά στο έργο τέχνης :  Η εφεύρεση κάθε φορά μιας καινούργιας ηρεμίας :  / … /  αν θέλεις να κατασκευάσεις δηλαδή ακριβώς τό αντίθετο απ’ αυτό που συμβαίνει, πρέπει πρώτ’ απ’ όλα να είσαι ήρεμος για να βλέπεις πολύ καθαρά :  η ηρεμία είναι στην δικαιοδοσία τελείως τού έρωτα – ο ταραγμένος δεν μπορεί να καταλάβει ούτε πού βρίσκεται ούτε πού θέλει να βρεθεί :  χτυπάει τό κεφάλι του απλώς στον τοίχο :  <υπάρχει κι ένας άλλος ακόμα πιο παληός που έχει μιλήσει για όλ’ αυτά και είναι κι από δω, και δεν είναι τυχαίο που όλοι κάνουνε ότι δεν τόν θυμώνται και μόνο ο μαρκούζε τού ’δωσε τή σημασία που έπρεπε :  η αταραξία είναι συστατικό τού έρωτα όπως τόν θέλεις απ’ τήν αρχή του μέχρι τό τέλος του –  / … / >  με λίγα λόγια οι ταραχές οι ζήλειες και οι καυγάδες και οι τσακωμοί δεν ανήκουν στην δικαιοδοσία τού έρωτα (όπως νομίζουνε μερικοί απόλυτα δυστυχισμένοι) αλλά ανήκουν στην δικαιοδοσία απλώς τού κόσμου γύρω μας :  γι’ αυτό και τόν κόσμο αυτόν υπάρχουν μερικοί με μουλαρίσιο πείσμα που τόσο απόλυτα τόν μισούν.  / … /

δρόμοι πολλοί

   Γι’ αυτό αν κάτι μέ θάμπωνε στην κίνηση τόσο πολλών σωμάτων μαζί ήταν η επιθυμία αυτή που διαφαινόταν για τόν εαυτό τους ολόκληρο, αυτό που κρυβόταν στο ουρλιαχτό τής κάθε διαδήλωσης και τής εξέγερσης και τού έρωτα  / … /  και σέ έκανε να βραχνιάζεις μες στο σκοτάδι συνέχεια και τή σφιχτή μανία τών δρόμων και τά σπίτια και τά πεζοδρόμια κι όλα όσα είχαν απέναντί τους και τίς φωτιές και τίς κακίες και τίς μικρότητες και τίς ηλιθιότητες  / … /.  Και σ’ αυτές τίς περιπτώσεις τό ζήτημα είναι ότι η γλώσσα παίρνει φόρα και κατεβαίνει σαν τεθωρακισμένο δηλαδή και σαν τανκς η γλώσσα παίρνει τότε ανάσα σαν τό παιδί και χοροπηδάει επειδή τό ξέρει καλά αυτό τό παιχνίδι, και τότε δεν πιάνεται πλέον με τίποτα  / … /.

   Έτσι λοιπόν μιλούσαν τήν γλώσσα της και ήταν ως επί τό πλείστον γυναίκες όσες μιλούσαν τήν γλώσσα της στον λυκαβηττό εκείνο τό βράδυ και τό καταλάβαμε καλύτερα όταν τίς είδαμε κιόλας (στο τέλος) να τρέχουνε με τά δάχτυλα τεντωμένα στο πλάι της και τά μπράτσα ανοιχτά και σαν να μην μπορούσανε ξαφνικά να τήν αποχωριστούνε καθόλου. Τί ωραίο τώρα που τό θυμάμαι αυτό :  Στο διάλειμμα μάλιστα είχα δει μερικές απ’ αυτές από πολύ πιο κοντά, όταν είχαμε πάει όλες στην τουαλέττα να κατουρήσουμε και απορούσα πώς είχαμε τόσους μετανάστες από τήν αργεντινή εδωπέρα κι εμείς και πρέπει να πω ότι μού άρεσαν πάρα πολύ :  είχαν ένα περήφανο ξανθό στα μαλλιά και μιλούσαν μεταξύ τους συνέχεια κι είχε γεμίσει ο τόπος με αργεντινέζικα :  που είναι σαν τά ισπανικά όλ’ αυτά :  Μια γυναίκα ώριμη κι όμορφη που φορούσε ένα υπέροχο τότε ταγιέρ και μύριζε ένα άρωμα εξωτικό κάτι μού είπε κι εμένα σαν να μέ ρώταγε και όταν είδε τό ξαφνιασμένο τό ύφος που είχα συμπλήρωσε κάτι στα γρήγορα στην γλώσσα της πάλι κι έφυγε :  κι εγώ δεν πρόλαβα καν να τής πω  Μείνε λίγο ακόμα να προσπαθήσουμε να μιλήσουμε και είχε χαθεί. (Θα τήν ξανάβλεπα μόνο στο τέλος.) (Όλες αυτές οι αργεντινέζες που είχαν έρθει εδώ πέρα στο διάλειμμα ήταν οι ίδιες – έτσι κατάλαβα – αυτές που όσο κρατούσε τό πρώτο μέρος τής συναυλίας τής μιλούσαν και τής φωνάζαν συνέχεια. Τής δίνανε και στα ενδιάμεσα παραγγελίες κι αυτή ξαφνιασμένη λιγάκι τίς συνήθισε γρήγορα και τούς απαντούσε και τούς μιλούσε ή τούς γελούσε και τούς έκανε ίσως και τά χατήρια και τό κλίμα και ο ήχος και τό χάος κι ο ρυθμός τών χεριών και τών ποδιών ήταν τέτοια που ένιωθες ότι βρισκόσουν στην χώρα τους κι ήτανε σαν να βλέπαμε τώρα ξανά και τήν φρίκη και τήν γενναιότητα και ήταν πάλι ξανά ζωντανά όλ’ αυτά (που είχαν περάσει) και οι αγνοούμενοι και οι δολοφονίες και οι άχρηστοι ηλίθιοι, που όπως μού είπε η φίλη μου, μέσα στον ορυμαγδό και τόν χαμό που έγινε όταν προφέρθηκαν αυτές οι δυο κουβέντες, σήμαινε εκείνο τό μπουφόνες και τά λοιπά :  μπούφοι και βλάκες :  ηλίθιοι :  σείστηκαν τά καθίσματα και τά ξύλα από τίς φωνές και τά χειροκροτήματα απ’ τήν αλληλεγγύη τότε που ένιωθες σ’ αυτήν τήν περίπτωση όταν όλοι σού λένε ότι ξέρουν κι αυτοί τόσο καλά από άχρηστους μπούφους και βλάκες.)

   Έτσι μιλούσαν εκείνες τριγύρω τήν γλώσσα της και η φίλη μου μού μετέφραζε μες στον αχό και τόν θόρυβο και κατάφερνε και μού φώναζε δυνατά για ν’ ακούσω τούς στίχους τών τραγουδιών όταν έλεγαν ας πούμε για λίγο ουρανό ή για αλλαγές αλλαγές και για ηλίθιους άχρηστους βλάκες  / … /

 τρύπες πολλές

   Θέλω όμως τώρα να γίνει αυτό που σχεδίασα  / … /,  νομίζω ήρθε η σειρά, ν’ ασχοληθώ με τήν τελική περιγραφή τής μέρας εκείνης (ή τής νύχτας) που είδαμε τήν μυθική ινδιάνα στον λυκαβηττό  / … /  και να πω όλα όσα δεν είπα, και να τονίσω τό πόση ήταν η έκπληξή μου από τίς κινήσεις που κάναν αυτές οι γυναίκες προς τήν γυναίκα που τούς τραγουδούσε τίς φρίκες αυτής τής ζωής (φρίκες που υποτίθεται ότι είχαν περάσει) :  (κι έτσι εκπροσωπούσε με μία ασαφή καθαρότητα τήν γλώσσα ολονών) :  Τό βλέπαμε όλοι ότι κάτι θα γίνει ακόμα και δεν θέλαμε να τήν αποχωριστούμε ούτε κι εμείς :

   Εξάλλου είχε δείξει ικανότητα (μ’ όλα τά χρόνια που είχε πάνω της) και ωριμότητα γνώση και πείρα αφάνταστη στο να κρατήσει ένα πρόγραμμα :  καθιστή μπορούσε να σέ συνεπάρει χωρίς καν να τό πάρεις χαμπάρι όχι μόνο με τόν ρυθμό και τό μπητ τής φωνής αλλά και με τά χέρια της όπως τά κούναγε, ενώ ήξερε πολύ περίφημα να σηκώνεται και να χορεύει σε κρίσιμα μετρημένα σημεία σε κείνο τό πρόγραμμα, έτσι που η ινδιάνικη φιγούρα με τήν κουβέρτα όταν σηκωνότανε είχε ένα εφφέ φοβερό, σέ κρατούσε ακίνητο και ήτανε έξυπνο τό να σηκώνεται μόνο σε πολύ αραιά διαστήματα :  με κείνο τό αργό περπάτημα, πάντα στη μέση προς τά πίσω αυτής τής σκηνής εκεί που βρισκόταν τό ντραμς και τό πιάνο και τά άλλα όργανα, πάντα ελαφρά προς τά πίσω στο βάθος αυτής τής σκηνής, στεκόταν κοντά σε κάποιον διαφορετικό μουσικό – τραγουδούσε, ακουμπούσε τό όργανο και ενωνότανε όλη η σκηνή με τό σώμα της τό βαρύ και ακούνητο. Κι όταν τέλειωσε όλο τό πρόγραμμα μ’ ένα ευχαριστώ για τήν πόλη που βρίσκονταν είχαμε συνηθίσει εμείς να χτυπάμε και χέρια και πόδια και δεν θέλαμε να τήν αφήσουμε να φύγει με τίποτα :  ξέρω ότι κι οι άλλοι βλέπανε πάνω της (κι οι δυο φίλοι μου σίγουρα) αυτό που είδα μερικές φορές και εγώ – τόν αμερικάνο να χορεύει ινδιάνικα στην συναυλία που στο τέλος της τόν συλλάβανε και να κάνει αυτές τίς φιγούρες τίς άκαμπτες – είχε γίνει ροκ η συναυλία χωρίς να τό θέλουμε, νομίζαμε ότι θα ’τανε μια αναμόχλευση μοναχά σ’ ένα παληό παρελθόν – :  πριν φύγει σήκωσε τούς μουσικούς και τούς φίλησε και τούς άφησε να τήν φιλήσουνε να τήν σφίξουν σφιχτά και αυτοί έναν-έναν.  / … /

   Τή φωνάζαμε όρθιοι και ξανάρθε αργά. Ξανακάθισε λίγο και μάς εξήγησε ότι ήταν πολύ κουρασμένη –  / … /  –  και δεν έχει αυτή ιδιωτικό αεροπλάνο είπε και γέλασε – καταλάβαινα τί λέει κι ας μην ξέρω σαν να είχα μάθει τή γλώσσα της. Φαινότανε κουρασμένη πραγματικά – για πρώτη φορά τήν είδα μια γυναίκα που κάνει περιοδείες ήταν τόσο απροσποίητος ο τρόπος που είπε ότι δεν έχει αεροπλάνο αυτή ώστε ήταν σαν να μίλησε απ’ τήν διπλανή καρέκλα, η φωνή της, όταν δεν τραγουδούσε και δεν ήταν εκείνο τό στεντόρειο πράγμα ήτανε τόσο χαμηλή που ζητούσε σαν κατανόηση και σηκώθηκε να τραγουδήσει αυτήν τήν φορά κοντά στον κόσμο. Άφησε τήν σκηνή απομακρύνθηκε από τό συγκρότημα και προχώραγε κυκλικά δίπλα-δίπλα σχεδόν με τίς θέσεις εκεί στα πρώτα καθίσματα τραγουδούσε και έκανε κύκλο έναν ινδιάνικο κύκλο αργό σαν να ήθελε ν’ ακουμπήσει όλο τό θέατρο. Τραγουδούσε και κινιόταν κυκλικά σαν να ήθελε να δει από κοντά όλα τά πρώτα καθίσματα. Από τό μέσο τότε τών καθισμάτων ξεπεταχτήκανε δύο γυναίκες που ήταν δύσκολο να τίς δεις στην αρχή εφόσον είμαστε όλοι τόσο όρθιοι, αλλά ήτανε εκείνη η γυναίκα με τό πολύ ωραίο ταγιέρ και δίπλα της σαν συμπλήρωμα μία μικρή με μπλουτζήν σαν άταχτο παιδί κοριτσάκι. Ξεφυτρώσαν μπροστά βγήκαν πιο μπροστά από όλους σαν να ’χαν τίποτα φτερά και πηδήξαν πάνω απ’ τούς άλλους ξαφνικά και τήν ακολούθησαν περπατώντας όπως έκανε εκείνον τόν κύκλο απλώνοντάς της τά χέρια. Είχαν τά δάχτυλα ανοιχτά και τρέχανε δίπλα της η μία ξανθή καλοντυμένη και όμορφη αλλά σαν να είχε ξεχάσει σαν να μην είχε καμμιά σημασία αν ήταν ψηλή ή ξανθιά ή ντυμένη όπως ήταν ή αλλιώς, και η άλλη άταχτη και ζωηρή σαν παιδάκι αλλά κι αυτή ανένδοτη, ούτε καν μπορούσες να πεις αν γνωρίζονται, και τής απλώναν τά χέρια με τά δάχτυλα ανοιχτά σαν να θέλανε κάτι να πούνε σαν να θέλανε να πουν κάτι λέγοντας ότι όσο κι αν δεν μπορούσαν να τό πουν όμως αυτή η γλώσσα τής κίνησης έφτανε θα έφτανε θα τής έλεγε με επιμονή ώς τό τέλος τού κύκλου αυτό που τής έλεγε. Όσο κινιόταν εκείνη στον κύκλο τήν ακολουθήσαν κι οι δυο χωρίς να νοιάζονται για τούς υπόλοιπους και κινηθήκαν σ’ αυτήν τήν περίεργη γλώσσα. Δεν τήν είχα δει αυτήν τήν γλώσσα ξανά και μού έκανε εντύπωση.  / … /  Είχαν ήχους φθόγγους τόνους νόημα περισσότερο από κάθε άλλο (ναι άλλο πράγμα) ηχητικό ή γραμμένο. Όπως και τό τραγούδι αυτηνής που τό συνέχισε αν και κουρασμένη σε όλον τόν κύκλο και ύστερα έφυγε. Πόσες γλώσσες πολλές. Πόσες γλώσσες πολλές. Πόσες ευχαριστίες για αυτά όλα.

………………………………………………………………………

 

απόσπασμα από τό 1° κεφάλαιο τού μυθιστορήματος  βιογραφίες αγνώστων
78CAO92M5OCAX6HVWVCAK3O5VSCASRCUELCA2TDO0FCA99KHFECAKTJ6UACAZDOOG2CA1AJS3HCAHH809XCAOYQH7SCADJTX90CAVWVWBLCAVI2J2TCAFUC2UHCAB0J8A2CAE99HR3CAQ1NXZ1CA2XN1AT   220px-Parra01f[1]   copyright © hari stathatou for the text 2002 – 2009

 

 

 

Οκτώβριος 3, 2009

αρχή

   

PartID_1123[1] - Αντίγραφο

  

ρχή τού παραμυθιού τών κήπων, καλημέρα σας :

 
 

The African Child Policy Forum   { από τό μυθιστόρημα «βιογραφίες αγνώστων» }

 

    Είπε η μία από μάς :

georgia on my mind 

   Μία γυναίκα περπατούσε (μια μέρα) στον δρόμο και ήτανε (αυτό που λέμε) κουρασμένη ή γρηά. Ανήκε σε μια μαύρη φυλή πιθανότατα τής αφρικής, ή μάλλον σίγουρα τής αφρικής, διασταυρωθήκαμε, συνεχίσαμε τόν δρόμο μας αλλά τότε ξαφνικά, μετά από λίγα λεπτά, κατάλαβα ότι κάτι δεν είχα καταλάβει καλά. Έχει γίνει πολύ καιρό τώρα αυτό και δεν θυμάμαι καλά πόσον καιρό αλλά γι’ αυτό τώρα μπορώ να τό πω. Πέρασα ένα χρόνο προσπαθώντας να καταλάβω τί είδα τί ακριβώς ήταν αυτό, για να σού δώσω να καταλάβεις ξαφνικά ήταν σαν να πέσαν μπροστά στα μάτια μου από μια κακοήθη (ή ευεργετική) πηγή τά χρώματα ενός φάσματος που δεν είχαμε μάθει τίς λέξεις για να τά περιγράψουμε δεν είχαμε μάθει στο σχολείο τέτοια ονόματα αλλά αυτό δεν λέει και τίποτα: ξέρεις ότι τά ξέρεις έχεις τήν αίσθηση ότι τά ξέρεις καλά. Αν αυτή είναι η πρώτη φορά που είδες αυτό τό χρώμα ή που άκουσες αυτόν τόν ήχο, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν τό είδες ή δεν τό άκουσες κιόλας: μπορεί να μην περίμενες απλώς να υπάρχει (και να σού ήταν άγνωστο) και να μην συμπεριλαμβανόταν καν τ’ όνομά του στην γλώσσα όμως η γλώσσα έτσι γίνεται, προσπαθείς να μιμηθείς κάτι, σαν να παίζεις ένα θέατρο και να δίνεις μια παράσταση (στέκεσαι όρθιος μπροστά στον άλλον και κάνεις και δοκιμές) μέχρι να τού δώσεις να καταλάβει αυτό που κι εσύ δεν κατάλαβες, και δεν ξέρεις ακριβώς αν αυτός είναι μέχρι τέλους ο ήρωας, ή θα σέ πάει αλλού: η γλώσσα είναι η πρώτη μίμηση (τό πιο αρχαίο θέατρο) τού κόσμου και γι’ αυτό και εξαιτίας παλαιότητος ίσως έχει κωδικοποιηθεί τόσο συνθηματικά σχεδόν τόσο μονότονα. Κι όμως υπάρχει μια γλώσσα για να τά πει κανείς όλ’ αυτά, και για να τά δοκιμάσει και για να τά καταλάβει. Θα ταλαιπωρήσει τούς φίλους του λίγο, τό έχω υποστεί και εγώ.

   Μια γυναίκα λοιπόν μαύρη με τσεμπέρι και ρούχα μαύρα περπατάει στον δρόμο σκυφτή. Δεν έχει τίποτα από τό έγχρωμο κέφι τών αφρικάνων στα ρούχα της κι όμως είναι παρ’ όλ’ αυτά όλα μαύρα: αλλά στο ντύσιμο και στο σκύψιμο είναι κατά τ’ άλλα τόσο άσπρη όσο και μια οποιαδήποτε άλλη γρηά και μού θυμίζει ίσως τήν γιαγιά μου.

   Αυτό ήταν που μέ ξάφνιασε μάλλον κιόλας πολύ: τί ζητάει μια τόσο μεγάλη και τόσο γερασμένη γυναίκα ώστε ν’ αλλάξει τόσο ξαφνικά αυτή τόπο; Κι αν είχε αλλάξει όμως τόπο πιο πριν; Αλλά όχι, ο τρόπος που περπατάει δείχνει ότι δεν ξέρει λέξη ελληνικά. Ακριβώς: περπατούσε μ’ έναν τρόπο που σήμαινε ότι δεν μιλούσε τήν γλώσσα: περπατούσε μην καταλαβαίνοντας τίποτα, ήτανε ξένη, και τό σπουδαιότερο: δεν ήθελε να καταλάβει και πολύ περισσότερο νόμιζε ότι δεν αξίζει τόν κόπο να καταλάβει κιόλας τίποτα από όλα αυτά: Ήτανε ξένη, πρόσφατη ξένη στα γηρατειά της, τήν είχαν φέρει παιδιά ή εγγόνια; γιατί δεν μπορούσαν να ζήσουνε χωρίς αυτήν; πιθανόν: Ήταν λοιπόν μια μαύρη γρηά με τσεμπέρι μπαστούνι (μπαστούνι: από τήν γιαγιά μου είχα να τό δω σε γυναίκα αυτό) και προχωρούσε σ’ έναν δρόμο μικρό μια πάροδο κάποιας ανόητης λεωφόρου κι ήταν μάλιστα και σκυφτή: (η γιαγιά μου όμως ήταν πιο ίσια). Φαινόταν να σέρνει μαζί της πράγματα που δεν υπήρχαν και τό κυριότερο: φαινόταν έρημη μολονότι πιθανόν τά παιδιά της και τά εγγόνια της να τήν είχαν φέρει και να ζούσαν κιόλας μαζί: φαινόταν δηλαδή σαν αυτό να μην έφτανε, και να μην μπορούσε να φτάνει κιόλας: ήταν επιπλέον σαν να μην έχει καν γύρω της σκέψεις για τόν τόπο αυτόν ούτε τόν δρόμο ούτε τή λεωφόρο σαν να μην περίμενε τίποτα από ένα μέρος που ήταν ανόητο: και πάνω απ’ όλα (η έλλειψη νοήματος αυτή ας πούμε φαινόταν) στον τρόπο κυρίως με τόν οποίο ήταν απορροφημένη με μια απόλυτη ερημιά σ’ αυτό τό περπάτημα: έδειχνε τά γερατειά της αυτό τό περπάτημα – ακριβώς σαν η κάθε στιγμή να ήταν ένα έργο μέσα στον χρόνο που είχε βάρος και ήθελε προσοχή κι όμως δεν ήθελε μέλλον: περπατούσε επομένως σκυφτή: Φαινόταν ότι επαναλάμβανε μέσα της καθαρά, καθώς δεν κοιτούσε τίποτα γύρω της πως τίποτα δεν άξιζε τόν κόπο να τό καταλάβει ούτε καν να τό δει. Ήταν με λίγα λόγια ήχος αλλά και εικόνα από μια μετατόπιση μια μετακίνηση σκληρή και ανόητη: Νά ποια ήταν η περίεργη αίσθηση που απόπνεε αυτή η γυναίκα: ήταν η αίσθηση ενός τέλους, τού τέλους, τέλους αφόρητου γιατί θα συνέβαινε κιόλας εδώ, και σχεδόν έγραφε στο πρόσωπό της τήν απέχθεια για τό ότι θα συνέβαινε αυτό κιόλας εδώ, και απέπνεε ολόκληρη μια απόλυτη αποστροφή για τό σκληρό τό αποτρόπαιο και τό ανόητο τού να συμβεί αυτό κιόλας εδώ, (κι ενώ είναι για όλους κοινό και για κανέναν δεν είναι άγνωστο μολονότι για πολλούς είναι απόμακρο (μακρυνό ακόμα)) όμως πάνω σ’ αυτήν τήν γυναίκα και στο μπαστούνι της και στο τσεμπέρι της όλα, φωνάζανε, και τό σκύψιμο ακόμα φώναζε, ότι, (ας είναι τά μικρά μαύρα μπαλάκια με γέλια κάποιες ώρες αρπαγμένα απ’ τά πόδια της) (ας παίζουν στο υπόγειο έχοντας εμπιστοσύνη στον κόσμο ότι είναι φτιαγμένος (ο οποιοσδήποτε κόσμος) (ακόμα και μακρυά απ’ τίς καλύβες) γι’ αυτά) (κι έχοντας πάρει τήν απόφαση ότι θα ζήσουν έστω και μακρυά, οσηδήποτε απόσταση, από τόν κόκκινο ήλιο και τίς κίτρινες καλύβες) (μολονότι η γιαγιά μπορεί να μιλούσε συχνά για αυτά) αυτή βλέπει μονάχα μπροστά της πάντως με επιμονή μόνο αυτό:

   Νόμιζα ότι έσκυβε περισσότερο ακριβώς επειδή θα πέθαινε σ’ έναν τόπο που δεν είχε γι’ αυτήν κανένα απολύτως νόημα. Θα πέθαινε σ’ έναν τόπο ο οποίος είχε δρόμους και υπόγεια (ακόμα και πάρκα) τών οποίων δεν καταλάβαινε καθόλου τόν λόγο. Ήταν με λίγα λόγια στον κόσμο αυτόν ένα σημείο τό οποίο (συρρικνωμένο στο μπαστούνι του) βροντοφώναζε πεισματικά ότι δεν υπήρχε τίποτα που να έχει νόημα για να καταλάβει στο σημείο αυτό.

   Από πού να ήταν αναρωτιόμουνα όταν μετά από καιρό κατάφερα να κάνω πιο απόμακρη τή μαυρίλα αυτής τής μουλαρίσιας χωριάτικης στενοχώριας της: Από πού να είχε έρθει άραγε, από πού να τήν φέρανε, ποιος επιπόλαιος τήν κουβάλησε αυτήν τήν γρηά επειδή δεν μπορούσε να κάνει χωρίς τήν μυρωδιά τά τραγούδια και τήν μουλαρίσια της επιμονή; Ποιό μέρος σκεφτότανε (που θα ήταν άλλωστε και τόπος βασανισμού και φτώχειας και θλίψης) που όμως ήξερε τόν ρυθμό του; καλύβες μαζί με κουβέντες τήν ώρα που ο ήλιος έπεφτε κι έκαιγε τίς στέγες και τραγούδια και θορυβώδεις κύκλοι από ολόμαυρα μπαλάκια έξω από τίς σκεπές με τά καλάμια, και γύρω από τό ξύλινο γουδί για τό λυώσιμο τής μπανάνας και τά μικρά μπαλάκια να κολλάνε επάνω της κάτω από τά ανεπανάληπτα απερίγραπτα αγαπημένα χρώματα τού αφρικάνικου ουρανού που κάνει κάθε άλλον να φαίνεται ξεθυμασμένος αποτυχημένος ανόητος και αυτά εκεί να τής ζητάνε τραγούδια κι άλλα τραγούδια παραμύθια κι άλλα παραμύθια χρώματα και χρώματα, νοήματα και νοήματα, λέξεις και λέξεις; Κάτω από τό κόκκινο μπλε χρώμα (ουρανό) (που κάνει κάθε άλλον να φαίνεται ξεθυμασμένος;)

   Αυτή ήταν η πιο αμετακίνητη λοιπόν εικόνα μετακίνησης και μετατόπισης η εικόνα τής ίδιας τής βίας απούσας και όμως βέβαιης, τού ίδιου τού μισητού, ασαφούς και όμως συνεχιζόμενου, τού ίδιου τού μισητού προς τό οποίο θα αντιστέκεσαι χωρίς να συμφιλιωθείς μαζί του ποτέ (και χωρίς ποτέ να τολμήσει να σού ζητήσει κανένας (και χωρίς ποτέ να αφήσεις κανέναν να τολμήσει να σού ζητήσει)) – να συμφιλιωθείς: μετακινήθηκες και ήρθες και έφυγες: Αυτό είναι όλο, τά υπόλοιπα είναι δική σου υπόθεση: Έχουν δικαίωμα στο σώμα σου αλλά όχι στην σκέψη σου: η σκέψη σου είναι δική σου υπόθεση: θα βρίσκει νόημα μόνο εκεί που είχε πάντα νόημα να βρει: αυτό θα μείνει τώρα αλλού: τό ότι δεν βρίσκεις νόημα αλλού, αυτό είναι τό δικό σου νόημα κι αυτό είναι τώρα τό μόνο νόημα εδώ:

   Σκέφτηκα ότι όταν τά πράγματα αποκτήσουνε νόημα τό μέρος αυτό μπορεί να γίνει δικό σου, γλώσσα πάνω σε γλώσσα και νόημα πάνω σε νόημα και σκέψη πάνω σε άλλη σκέψη.

 

απόσπασμα από τό 1° κεφάλαιο τού μυθιστορήματος  Βιογραφίες Αγνώστων 
   F986B0C8 - Αντίγραφο       copyright © hari stathatou for the text 2002 – 2009 
 copyright © hari stathatou for the cat photo and the initials 2009 

 copyright painting © the african child policy forum

 

 

Οκτώβριος 2, 2009

american stories (θετικισμός και πολυλογίες)

Filed under: ενημερώσεις — χαρη @ 12:02 πμ
Tags: , ,

   4CEA3A3B - Αντίγραφο         ZGCA5KFHUACAYOM13DCAOHH4RJCA435BSXCAIBOKJGCAX1JWY7CATT4WBXCAZR7RW2CAWUKZO1CAIW6COFCA97P4G7CAEZ5AW7CAG1HMY9CAVZCUA8CADJCQKRCA45QMU5CA1T84WQCACRZTX3CAK0AHUYjane austen κονσέρβα

λοιπόν, ώσπου να ξεκινήσουνε αυτοί οι κήποι για τά καλά, μού φαίνεται θα σάς βάζω μονίμως να βλέπετε τί γίνεται στους άλλους κήπους (τούς πιο χάρτινους…) : Δεν είναι κακή ιδέα, ε;  εισέρχεσθε που εισέρχεσθε (και πολύ σάς ευχαριστούν οι κάκτοι μου κιόλας)

   τηλεοπτικές και τραγικές ιστορίες – και προσχέδια έργων – λοιπόν σήμερα (προεκλογική περίοδο δεν έχουμε ; )

(ανοίγω και τά σχόλια από δω και πέρα – να μού γράφετε κι από δω αν προτιμάτε τά άγρια φυτά από τά στρατσόχαρτα… )

 

ο adorno στο πιάνο του
ο adorno στο πιάνο του

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: