σημειωματαριο κηπων

15 Αυγούστου 2019

φατσούλες, φυλακισμένο βαρβάκειο

 

 

 

 

για χρονια πηγαιναμε μετα το κλεισιμο των μαγαζιων στην αγορα για πατσά. Ητανε δύο τα μαγαζια, στο βαθος τής στοάς, περναγαμε απο τον διαδρομο με τα αδεια τσιγκελια των χασαπηδων και τους πλυμενους παγκους για τα ψαρια. Καμιά φορά ξημερωνε για τα καλα κι ερχοντουσαν και οι πρωτοι χασαπηδες ν’ ανοιξουν. Τα μαγαζια ητανε δύο, το ενα κυριλεροτερο απ’ το αλλο, και το αλλο λαϊκοτερο. Πηγαιναμε μονιμως στο λαϊκοτερο, που ’χε τον καλυτερο πατσα. Καμια εικοσαρια χρονια κρατησε αυτο, εχω παει με τις πιο ετεροκλητες παρεες : Μια φορά πηγαμε με την κορη της φιλης ενος φιλου που ητανε τραγουδιστρια τζαζ–ροκ και ξεκινουσε την καριερα της : εγραφε κιολας η ιδια τη μουσικη της, ηταν και συνθετρια, κι ειχε και καταπληκτικη φωνη : λωρι αντερσον στυλ : το βραδυ που ’ταν η πρεμιερα της την ειχαν βαλει τελευταια στο προγραμμα, λιγο πριν κλεισει η παρασταση – ανεβηκε στο παλκο και ολοι παιρναν τα παλτα τους και φευγανε – με το που καθισε στο πιανο, κι αρχισε να βγαζει τις πρωτες φωνουλες, τους ειδα εναν–εναν να στεκονται ορθιοι, ν’ αφηνουν τα παλτα τους πισω, και να ξανακαθονται. Ωσπου να τελειωσει το προγραμμα της δεν ακουγοτανε κιχ. Θριαμβος κανονικος. (Υστερα απο λιγο τα παρατησε ν’ αφοσιωθει στον μαλακα της. Τετοια κανουν τα κοριτσια (ενιοτε) (ακομα) και βουρλιζομαι.) Την πηραμε λοιπον μολις εκλεισε το προγραμμα να την παμε στον πατσα – ειπαμε, τον λαϊκοτερο : Παραγγελναμε, κι αυτη ολο στριφογυρναγε κοιταγε τριγυρω και μια στιγμη γυρισε προς το μερος μου με τα ματακια της να λαμπουν και μου πεταει σαμπως επιθετικα : «Φατσουλες!» (Ητανε ακομα καινουργια η λεξη και ξαφνιαστηκα λιγο, δεν ηξερα πώς να την παρω ακριβως αλλά την πηρα εντελει οπως επρεπε, υποθετω και μόνο απο τη φατσουλα της.)

Ητανε λοιπόν οντως, φατσουλες ολοι εκει γυρω – λαϊκοι τυποι ολοι, γυναικες ελαχιστες, να σκεφτεις εμεις, με τα χάλια που ’χαμε, κι ειμαστε οι πιο κυριλε εκει μεσα. (Καμμια εικοσαρια χρονια κρατησε αυτο.)

Ειχα παει με τις πιο ετεροκλητες παρεες. Αλλά τα περισσοτερα τελευταια χρονια πηγαιναμε με τον καλυτερο καλον μου. Ειχαμε γινει και φιλοι με τα γκαρσονια (και με μια αξιολατρευτη πουτανα – που ’ταν και χορτοφαγα δεν ετρωγε ποτέ κρεας ουτε πατσα – μου ’λεγε διάφορα για τη δουλειά – κι ενα τζανκι που τριγυριζε στην παρεα μονιμως ανευ λογου, δε ζητουσε λεφτα.) (Αυτα το καλοκαιρι που καθομαστε εξω. Τον χειμωνα ομως μεσα : τοτε ηταν το καλυτερο : ) Δεν εκανε κανενας παρασιτα, ολο λαϊκοι τυποι τριγυρω. Ησυχοι ανθρωποι, πολυ ησυχοι, καμιά φασαρια ποτέ. Εκει τον ειδα πρωτη φορά απο κοντα, διά ζωσης που λενε : Ησυχος κι αυτος, πολυ ησυχος – ουτε υφος σεμνο δηθεν, ουτε υφος σοβαρο κι αγελαστο δηθεν : απλως πολυ ησυχος. Και οχι με παρεες, συνηθως μόνος, αντε με κανεναν φιλο. Ουτε υφακι, ουτε γελακι, ουτε τιποτα. Αν δεν τον ηξερες δεν θα τον προσεχες – εμένα μ’ αρεσε, μολονοτι τη μουσικη που τραγουδουσε δεν την ακουγα, γιατι τον ειχα ακουσει μια φορα στο ραδιοφωνο σε μια συνεντευξη να λεει «το δημοτικο ειναι θανατος».

Μετα εβγαλε εναν δισκο σε μια παραγωγη ροκάδικη – ωραία του μαγκιά. Και τωρα εμαθα οτι πριν κανα μηνα τραγουδησε στις φυλακές. Τιποτα απ’ ολ’ αυτα δεν μου ’κανε καμία εντυπωση, ταιριάζαν ολ’ αυτα με το προσωπο του, τη φατσουλα του : καθαρος τυπος, ευθυς, λαϊκος με την καλυτερη δυνατη εννοια, αξιαγαπητος.

Ενας καλος μου φιλος με μαλλον διεστραμμενο εγκεφαλο ελεγε παντα οτι θα ’πρεπε, καθενας που παει για δικαστικος, να κανει πρωτα ινγκογνιτο ενα μηνα σε διάφορες φυλακές, για να ξερει τουτεστιν στην πραξη τι σημαινουν τρια (και δεκατρια) χρονια – αρες μαρες κουκουναρες : το θεμα ειναι οτι (καταβαθος) ξερουν (καλα) : αλλά αυτοι που μπορουν να πουν «μου έκανε μεγάλη εντύπωση ότι είδα πολλά παιδιά 25–30 χρονών. Πρέπει να αναρωτηθούμε όλοι γιατί τόσο νέοι άνθρωποι βρίσκονται στη φυλακή», και : «δεν περισσεύει κανείς στη ζωή» θα ειναι παντα οπως φαινεται ανθρωποι ησυχοι απλως και γλυκεις, σαν τον Γιωργο Μαργαριτη.

 

(στην αγορα δεν ξαναπηγαμε απο τοτε που τη «φτιαξανε». Ουσιαστικα η αγορα εχει κλεισει. (Δεν νομιζω οτι κι αυτος θα πηγαινει – Παντως, σε μια συνεντευξη του που βρηκα κάποτε με αφορμη κάτι διάφορους και διάφορα, είχε πει κι ενα αλλο καλο : «ας κανει ο καθενας ο,τι θελει»).

 

πρώτη γραφή στο φέϊσμπουκ

 

 

 

 

 

 

 

 

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: