σημειωματαριο κηπων

Φεβρουαρίου 11, 2017

germaine greer : η επανάσταση είναι η γιορτή τών καταπιεσμένων (ή : ο φεμινισμός τήν εποχή τής ερωτικής του γενναιότητας)

 

 

 

πριν από (λίγον) καιρό κατάλαβα ότι κάτι είχε αλλάξει δραστικά μέσα μου, όταν συνειδητοποίησα ότι (μ’ όλη τήν ανοχή και τήν κατανόηση που έδειχνα πάντοτε για τούς άντρες) είχε αρχίσει να μ’ εκνευρίζει αφάνταστα η αφάνταστη δημοφιλία τού τραγουδιού «σ’ αγαπώ γιατ’ είσ’ ωραία»

άρχισα όλο και περισσότερο να σκέφτομαι πόσο ρηχή και επιπόλαιη στιχουργική θα καταλογιζόταν σε μία γυναικα αν απευθυνόταν ποιητικά σ’ έναν άντρα λέγοντάς του «σ’ αγαπώ γιατ’ είσ’ ωραίος» : ναι, ρηχή και επιπόλαιη

και θυμήθηκα παράλληλα τότε τίς πληγωμένες φωνές μιας αντροπαρέας γύρω μου, ένα καλοκαίρι στο αγαπημένο μας νησί, όταν στην ερώτησή τους μήπως πρόσεχα στους άντρες και τήν εμφάνιση είπα «βεβαίως» : είχα προσθέσει κιόλας θυμάμαι ότι οι άντρες για να μ’ αρέσουν πρέπει να ’χουνε ωραία πόδια : πραγματικά πληγωμένοι εξανέστησαν, και χωρίς καθόλου αμφιβολίες μέ κατηγόρησαν τότε για μεροληψία και σχεδόν ρατσισμό : απέκλεια εκ τών προτέρων κάποιους – πιθανόν στραβοκάνηδες –

ναι, η αλήθεια ήταν σκληρή : βρισκόμουν πια πολύ μακριά από τήν εποχή, που ο κόσμος γλύκαινε αφάνταστα αθώα, αν κάποιος εραστής μού ψιθύριζε ότι ήμουνα όμορφη

μια φίλη μού είπε τις προάλλες : «δεν θέλω κανέναν (πια) ρόλο γυναίκας : να ’ναι τό μαλλί μου έτσι, και τό κορμί μου έτσι, και να ’μαι μυστηριώδης κι εξωτική – θέλω να ’μαι αυτή που είμαι, και στενοχωριέμαι που ξέρω πως, άμα τό εξηγήσω αυτό, θα πληγωθεί ο άλλος»

δέχτηκα (πια) τήν αρχή και δεν μπορώ (πια) με τίποτα να δεχτώ το τέλος : πώς γίνεται αλήθεια εκείνοι που όλοι τους τή ζωή διεκδικούν (και δικαίως) να τούς δεχόμαστε ολόκληρους, να πληγώνονται και να τό δείχνουν (α, με όλους τούς τρόπους) όταν αυτό τό διεκδικήσουν κι οι απέναντι άλλοι ;

οι άντρες που μιμούνται τίς γυναίκες, και που θέλουν να γίνουνε σαν κι αυτές, μιμούνται πάντοτε τήν εξωτερική τους εμφάνιση : ιδέα δεν έχουνε τί δράματα παίζονται ανά τούς αιώνες από μέσα, και αποβλέπουν σ’ ένα μερίδιο απ’ τήν ομορφιά αυτή, χωρίς να ’χουν ιδέα πόσο έχει πληρωθεί, ακριβοπληρωθεί, κοστίσει – και τί έχει σκοτώσει : όχι γιατί είναι δύσκολο να αποκτηθεί – αλλά γιατί πατάει ακριβώς πάνω στο θάψιμο και τόν θάνατο κάθε τι άλλου – ενός κόσμου επιθυμιών και ευφυίας εσωτερικής, που δεν πρέπει, όχι απλώς να εκδηλωθεί απελευθερωμένα, δημιουργικά και ερωτικά – δεν πρέπει καν να υπάρξει –

δεν διάβασα ποτέ μου φεμινιστικά κείμενα, πίστευα πως κάποια πράγματα είν’ αυτονόητα, και πήγαινα, όπως είπε και κάποιος αγωνιστής τού ’21, για τό άλλο φύλο, «με τήν ιδέα μου πως είμαστ’ ελεύθερες» – Όταν βγήκε τό βιβλίο τής ζερμαίν γκρηρ τή δεκαετία τού ’70, αντιμετώπισα με συγκατάβαση τόν ενθουσιασμό που είχαν κάτι αγγλίδες φίλες μου για τή «γυναίκα ευνούχο» (δεν είχε μεταφραστεί ακόμα στα ελληνικά)

στην πορεία ο χρόνος πήζει και χοντραίνει : διαπιστώνεις πως όταν σέ λένε όμορφη, δεν είσαι καν εσύ – ούτε ολόκληρη ούτε καν μισή : Και οι ιδέες τριγύρω αλλάζουν : ό,τι κάποτε ήταν απελευθέρωση κι έρωτας, γίνεται καθωσπρεπισμός και ισότητα μισθών : και πρέπει να μείνουμε, ορθοπολιτικές πουριτανές κι ακίνητες, εκεί

εδώ στους «κήπους» λοιπόν (και στην πρώτη ανάρτηση τού καινούργιου χρόνου) αντί όπως λέει η αυστραλέζα, να θυμώσουμε πάλι ξανά, ας θυμηθούμε μόνο μερικά λεγόμενά της – δεν κάνει κακό

κι αν κάποτε η φωνή της μού φαινόταν απλώς αυτονόητη, σήμερα (τόσο που έχω αλλάξει) μού φαίνεται ιδιαίτερα δυνατή, και χρήσιμη, κι απαραίτητη, και όμορφη – και λοιπόν ναι, τήν αγαπώ πια, όχι μόνο γιατ’ είν’ ωραία, αλλά τήν αγαπώ γιατί είν’ αυτή

 

 

 

«Η απελευθέρωση δεν πρόκειται νά’ρθει αν οι γυναίκες δεν δεχτούν να είναι όλες εξώλης και προώλης, εκκεντρικές, διεστραμμένες, ανώμαλες κι ό,τι άλλο τό ισχύον καθεστώς ευαρεστηθεί να τίς θεωρήσει.»

«τό να εξαναγκαστείς να παίξεις τόν ρόλο τής γυναίκας σε σεξουαλική συνεύρεση είναι η πιο βαθειά ταπείνωση που μπορεί να φανταστεί άνθρωπος – χειρότερή της είναι μόνο η περίπτωση κατά τήν οποία τό θύμα ανακαλύπτει με τρόμο ότι τό απολαμβάνει.»

«να περπατάει ελεύθερη πάνω στη γη, αυτό τό δικαίωμα τό ’χει η γυναίκα από γεννησιμιού.»

«ο αγώνας της πρέπει να ’ναι ηδονικός : και να προχωρήσει πιο πέρα από τήν απαίτηση για “ίσο μισθό σε ίση εργασία”, γιατί ο σκοπός μας είναι να ανατρέψουμε τίς ίδιες τίς συνθήκες τής εργασίας.»

«ν’ απελευθερωθούμε απ’ τήν ντροπή και τήν ενοχή και τούς απέραντους αυτοπεριορισμούς.»

«και να μην καταλαβαίνουμε τή φράση “ισότητα ευκαιριών”, γιατί οι ίδιες οι ευκαιρίες πρέπει ν’ αλλάξουν.»

«η επανάσταση είναι η γιορτή τών καταπιεσμένων.»

«είσαι νέος μόνο μια φορά, αλλά μπορείς να είσαι ανώριμος για πάντα.»

«μένει πάντα ενδιαφέρων ο εραστής που ’ναι ελεύθερος να φύγει.»

«σιγουριά είναι όταν όλα είναι τακτοποιημένα. Όταν τίποτα δεν μπορεί να σού συμβεί. Σιγουριά είναι η άρνηση τής ζωής.»

«βρίσκω ότι οι άντρες που είναι στη ζωή τους ευγενέστατοι με τίς γυναίκες, που τίς λένε αγγελούδια τους και τέτοια, έχουν καταβάθος τή μεγαλύτερη περιφρόνηση για δαύτες.»

«αν νομίζεις ότι είσαι χειραφετημένη, δοκίμασε και λίγο τό αίμα τής περιόδου σου, βάλτο στο στόμα – αν σ’ αηδιάζει η ιδέα έχεις πολύ δρόμο ακόμα να κάνεις μωρό μου.»

 

 

«εντάξει όλοι συμφωνούνε ότι τά κοριτσάκια πρέπει να γυμνάζονται διαφορετικά από τ’ αγοράκια, αλλά κανείς δε λέει να παραδεχτεί πόσο αυτό τό “διαφορετικό” ορίζεται από τήν πεποίθηση ότι τά κοριτσάκια δεν πρέπει να ’ναι ίδια στην όψη με τ’ αγοράκια.»

«τό “δεν έχουμε λεφτά για πάνω από δύο παιδιά” είναι ένα επιχείρημα αξιολύπητο, αλλά πολύ πιο αποδεκτό στην κοινωνία από τό “δεν θέλουμε παιδιά”.»

«λένε ότι επειδή εγώ δεν πιστεύω πως, κάνοντας μια εγχείρηση ένας άντρας μπορεί να γίνει γυναίκα, δεν πρέπει να μού επιτρέπεται να μιλάω πουθενά.»

«απλώς εγώ δεν πιστεύω ότι μια εγχείρηση κάνει τόν άντρα γυναίκα. Νομίζω ότι είναι μια απολύτως επιτρεπτή άποψη. Θέλω να πω ότι ένας μη–άντρας δεν είναι αναγκαστικά γυναίκα. Δεν ξέρουμε ποια είναι πραγματικά η γυναίκα, και προσωπικά νομίζω ότι πάρα πολλές γυναίκες παριστάνουν απλώς τίς γυναίκες, φοράνε απλώς ένα γυναικείο προσωπείο, μιμούνται αυτό που θεωρούν γυναικείο : διότι η γνώση που έχουμε για τό ποιες είμαστε δεν είναι αυθεντική. Συνεπώς δεν εκπλήττομαι όταν βλέπω ότι οι άντρες είναι καλύτεροι στο να παριστάνουν τίς γυναίκες, από τίς ίδιες τίς γυναίκες. Δεν εκπλήττομαι αλλά δεν θάλεγα και ότι μ’ ενθουσιάζει.»

«μπορεί να μην έχω καλό χαμόγελο καλά δόντια ωραία βυζιά, πόδια μακριά, τουρλωτό κωλαράκι, φωνή σεξουαλική – μπορεί να μην ξέρω να εκμεταλλεύομαι τούς άντρες για να αυξήσω τήν τιμή μου στην αγορά, αλλά μπορεί και να τή σιχάθηκα κιόλας όλη αυτή τή μασκαράτα. Μπορεί και να σιχάθηκα να παίζω τήν αιώνια νιότη, να προδίνω τό μυαλό μου και τή θέλησή μου και τό φύλο μου. Να σιχάθηκα να βλέπω τόν κόσμο μέσ’ από ψεύτικες βλεφαρίδες που θολοβλέπουν τή ζωή μέσ’ από τρίχες αγορασμένες. Να σιχάθηκα να πηγαίνω θέατρο και σινεμά αν και εφόσον μού τό προτείνει ο άλλος, και να μην έχω γνώμη δικιά μου για τό τί είδα, ούτε στο θέατρο ούτε στον κινηματογράφο. Γιατί βαρέθηκα να είμαι τραβεστί. Γιατί αρνούμαι να φοράω τό θηλυκό μου προσωπείο – γυναίκα είμαι, δεν είμαι ευνούχος.»

«οι πικροί καυγάδες τού διαζυγίου είναι άγνωστοι εκεί που τά άτομα δεν έχουν καταντήσει σιαμαίοι.»

«ο εραστής που ’ρχεται στο κρεβάτι σου επειδή τό θέλει, είναι πολύ πιθανότερο να κοιμηθεί με τά χέρια του τριγύρω σου όλη νύχτα, απ’ ό,τι εκείνος που απλώς δεν έχει άλλο σπίτι.»

«κάνουν τό λάθος να πιστεύουν, ακόμα και φεμινίστριες, ότι η σεξουαλικότητα είναι ο εχθρός τού θηλυκού ανθρώπου που θέλει ν’ αναπτύξει τήν προσωπικότητά του – κι αυτή είναι ίσως η πιο λάθος και παραπλανητική πλευρά κάποιων αμερικάνικων φεμινιστικών οργανώσεων : δεν ήταν η επιμονή της στο σεξ που αποδυνάμωσε τήν επιθυμία τής αμερικανίδας φοιτήτριας να τά πάει καλά στις σπουδές της, αλλά η επιμονή της ακριβώς στο να υιοθετήσει έναν παθητικό ρόλο στο σεξ.»

«στον επόμενο γύρο, ο χίτλερ θα είναι μηχανή.»

«σιγουριά είναι όταν όλα είναι τακτοποιημένα. Όταν τίποτα δεν μπορεί να σού συμβεί. Σιγουριά είναι η άρνηση τής ζωής.»

«βρίσκω ότι οι άντρες που είναι στη ζωή τους ευγενέστατοι με τίς γυναίκες, που τίς λένε αγγελούδια τους και τέτοια, έχουν καταβάθος τή μεγαλύτερη περιφρόνηση για δαύτες.»

«η μοναξιά ποτέ δεν είναι σκληρότερη απ’ όταν τή νιώθεις με κάποιον που ’χει πάψει να μιλάει. Η νοικοκυρά που βλέπει τήν πλάτη τής εφημερίδας στο τραπέζι αντί για τό πρόσωπο τού άντρα της κάθε πρωί, και τόν αφουγκράζεται κάθε βράδυ στο κρεβάτι να κοιμάται, δοκιμάζει μια μοναξιά απείρως εντονότερη από κείνη τής γεροντοκόρης στο νοικιασμένο της δωματιάκι.»

«κάνουμε έρωτα σε όργανα κι όχι σ’ ανθρώπους – κι αφού δεν πήραμε χαμπάρι ότι ποτέ δεν είναι οι άνθρωποι πιο αληθινοί και πιο πολύ οι εαυτοί τους, και πιο πολύ παρόντες, απ’ ό,τι όταν κάνουν έρωτα, μείναμε κι εμείς ακοινώνητοι, απομονωμένοι, πιο μόνοι από ποτέ.»

 

 

«όταν χρησιμοποιούμε τά καλλυντικά για να ομορφαίνουμε δεν πρόκειται για κάνα άκρον άωτον τού ψεύδους ή τού μη αυθεντικού : όμως η γυναίκα που δεν τολμάει να βγει έξω χωρίς τίς ψεύτικες βλεφαρίδες της έχει σοβαρό ψυχικό πρόβλημα.»

«η απαλλαγή απ’ τή σκλαβιά εξαφανίζει και τή χίμαιρα τής ασφάλειας. Ο κόσμος δεν αλλάζει απ’ τή μια μέρα στην άλλη, κι η απελευθέρωση δεν πρόκειται νά’ρθει αν οι γυναίκες δεν δεχτούν να είναι εξώλης και προώλης, εκκεντρικές, διεστραμμένες, ανώμαλες κι ό,τι άλλο τό ισχύον καθεστώς ευαρεστηθεί να τίς θεωρήσει.»

«αν τά πάει μια χαρά κι έχει και φιλοδοξίες, βγαίνει τό συμπέρασμα ότι απότυχε να ικανοποιηθεί ως κανονική γυναίκα – φτάνουν ακόμα να υπονοήσουν και ορμονικές διαταραχές ή σεξουαλική διαστροφή.»

«πολύ αργότερα, και μόνο τότε, μετά από έναν βαθύ και ικανοποιητικό οργασμό, συνειδητοποίησα ξαφνικά τό πραγματικό νόημα εκείνου τού παραμυθιού με τήν κοιμωμένη, και τό ποια ήταν η φύση τού μαγικού φιλιού που τήν ξύπνησε, περί ού ο λόγος στο παραμύθι.»

«οι άντρες είναι ο εχθρός κατά τόν ίδιο περίπου τρόπο που ένα τρελαμένο αγόρι με στολή ήταν ο εχθρός για ένα άλλο αγόρι που τού έμοιαζε σχεδόν σε όλα και μόνο στη στολή διαφέρανε. Πιθανή λύση : να δοκιμάσουμε να ξεφορτωθούμε τίς στολές.»

«στο λαϊκό φαντασιακό οι πολλές τρίχες προσδίδουν κυριολεκτικά τρίχωμα γούνας, επομένως ένδειξη φύσεως κτηνώδους, και συνεπώς υπόμνηση σεξουαλικότητας επιθετικής. Οι άντρες καλλιεργούν αυτήν τήν αντίληψη, με τόν ίδιο ακριβώς τρόπο που ενθαρρύνονται από μικροί να αναπτύσσουν ανταγωνιστικά και επιθετικά ένστικτα – οι γυναίκες από μικρές ενθαρρύνονται να τά απωθούν και να τά καταπιέζουν, με τόν ίδιο ακριβώς τρόπο που καταπιέζουν και τίς άλλες εκφάνσεις τής δυναμικότητας τής ρώμης και τής σεξουαλικότητάς τους, με λίγα λόγια τή λίμπιντό τους.»

«τό σουτιέν είναι γελοία εφεύρεση. Αλλά αν γίνει κανόνας τό να μην πρέπει να φοράμε σουτιέν, θα ’χουμε μια καινούργια μορφή καταπίεσης.»

«ακόμα κι αν πραγματοποιούνταν η ισότητα, θα ’ταν πολύ φτωχό υποκατάστατο για τήν απελευθέρωση – αυτή η ψευτοϊσότητα είναι κίνδυνος διπλός για τίς γυναίκες. Η ρητορική τής ισότητας χρησιμοποιείται στο όνομα μιας πολιτικής ορθότητας για να σκεπάσει τό σφυροκόπημα που υφίστανται οι γυναίκες από παντού. Όταν έγραψα τή «γυναίκα ευνούχο» τά κορίτσια δεν χαραζόντουσαν με ξυραφάκια και δεν πεθαίνανε τής πείνας για να αδυνατίσουν. Οι γυναίκες χωρίς λαλιά υφίστανται από κάθε πλευρά και άποψη μια ατέλειωτη σκληρότητα και πόνους και οδύνες μέσα σ’ ένα παγκόσμιο σύστημα που δημιουργεί εκατομμύρια χαμένους για κάθε χούφτα νικητών και κερδισμένων. Καιρός να θυμώσουμε πάλι ξανά.»

 

 

 

 

ένα ελληνικό αφιέρωμα

ένα αμερικάνικο άρθρο

 

 

 

 

 

 

Απρίλιος 21, 2014

ρηνιώ παπατσαρούχα – μίσσιου : γυάρος, απρίλης 1967

 

 

φωτογραφία τού γερμανικού περιοδικού «stern» (αύγουστος 1967) τραβηγμένη από ελικόπτερο και από ύψος 30 μέτρων στην «κομμουνιστική πτέρυγα» τού όρμου τής Γυάρου (κάποιοι κρατούμενοι έχουν αναγνωρίσει τούς εαυτούς τους στην ταράτσα) // η Ρηνιώ Μίσσιου στο συνέδριο τής Λέρου τό 2005, για τίς «Γυναίκες στην Αντίσταση»

 

 

η ρηνιώ παπατσαρούχα – μίσσιου (πρώτο όνομα απ’ τό πατρικό της θρακιώτικο επώνυμο, δεύτερο από αυτό τού σύντροφου μιας ζωής) μού έδωσε για σήμερα (και τό ζήτησα γιατί είναι κείμενο με σπάνιο ήθος και αισθητική, αλλά και λόγω τής φριχτής επετείου, που οι συγκυρίες τό φέρνουν να πρέπει νομίζω να τή θυμόμαστε όλο και καλύτερα και ακριβέστερα) να αναδημοσιεύσω τμήματα από ένα άρθρο που είχε γράψει τό 2009 για τό αφιέρωμα τότε καθημερινής εφημερίδας : τήν ευχαριστώ πολύ (περισσότερες πληροφορίες περί αυτών, και άλλων, στο τέλος*)

 

// Μετά τό 1961 που τό ελληνικό κράτος, υποχωρώντας στη διεθνή κατακραυγή, έπαψε να χρησιμοποιεί τή Γυάρο ως τόπο εξορίας και αναμόρφωσης τών αριστερών, η Γυάρος ξαναδέχτηκε περίπου 7.000 πολιτικούς εξόριστους «προληπτικώς συλληφθέντας» από τίς πρώτες μέρες μετά τήν 21η Απριλίου. Από αυτές τίς χιλιάδες περίπου 340 ήταν γυναίκες. Κι ενώ ο αριθμός τών ανδρών από τίς πρώτες κιόλας εβδομάδες άρχισε να μειώνεται εντυπωσιακά, ο αριθμός τών γυναικών παρέμεινε σχεδόν σταθερός. Είναι προφανές ότι η σύλληψη τών γυναικών έγινε με διαφορετικά κριτήρια
Τό φαινόμενο πάντως αποτελεί κεφάλαιο προς διερεύνηση για τούς ιστορικούς, ένα από τά πολλά κεφάλαια τής πρόσφατης ιστορίας που υπάρχουν μόνο δυνάμει. Κι όπου να ’ναι οι αυτουργοί αυτής τής ιστορίας κάνουν πανιά //
Θα μιλήσω, λοιπόν, για τή Γυάρο τού Απρίλη τού 1967. Για κείνη τή Μεγάλη Βδομάδα – τό πραξικόπημα τών Συνταγματαρχών έγινε ξημερώνοντας η Παρασκευή πριν από τό Σάββατο τού Λαζάρου – που δεν έφερε Πασχαλιά κι Ανάσταση σε χιλιάδες ελληνικά σπίτια. Όχι, δεν λέω «για ολόκληρο τόν ελληνικό λαό» όπως αρέσκονται να λένε πολλοί, ιδίως πολιτικοί, εκ τών υστέρων. Όχι, αυτή η ιστορία δεν είναι αντίδωρο να παίρνουν μια μπουκίτσα όλοι. Και θα μιλήσω με τόν μόνο τρόπο που ξέρω, με λόγο εγκάρδιο. Δεν αναλύω, δεν ερμηνεύω, δεν «συνεισφέρω στην ιστορία». Αν αυτά που ζήσαμε, που έζησα, και κυρίως που σκέφθηκα κι αισθάνθηκα, που αισθανθήκαμε, έχουν αξία για τούς ιστορικούς και τήν ιστορία, καλό είναι, αλλά δεν έχω αυτό στον νου μου τώρα που γράφω τούτες τίς σελίδες // Τά πράγματα εμφανίζονται αυτόκλητα, συνειρμικά· αλληλοσχολιάζονται, επικαλύπτονται, επαναλαμβάνονται ή χάνονται. Άνθρωποι, ώρες, τραγούδια, γεγονότα, λόγια κι αισθήματα· και δεν πειράζει, μη βρείτε άκρη, δεν είναι απαραίτητο. Καρδιά είν’ αυτή, ζωή είν’ αυτό, δεν είναι λογιστικά βιβλία
Πρέπει να ήταν η Μεγάλη Τρίτη 25 Απριλίου 1967, όταν τά καμιόνια μάς μετέφεραν στις στρατιωτικές λιμενικές εγκαταστάσεις τού Σκαραμαγκά, όπου μάς περίμενε τό αρματαγωγό για να μάς μεταφέρει – πού ; Κανένας δεν ήξερε. Μόνο φήμες κυκλοφορούσαν, κι ανάμεσά τους αναφερόταν κι η Γυάρος, με φρίκη. Στο κύτος τού πλοίου όλοι χύμα, καθώς σμίγαμε εκεί άνδρες και γυναίκες που είχαμε συλληφθεί από τίς πρώτες κιόλας ώρες τής δικτατορίας, άλλοι προερχόμενοι από τά αστυνομικά τμήματα τής Αθήνας και τού Πειραιά, άλλοι από τήν επαρχία, εμείς από τόν Ιππόδρομο – εκεί όπου τήν προηγουμένη είχε δολοφονηθεί ο Παναγιώτης Ελής και είχε κακοποιηθεί βάναυσα ο Νέστορας τού ελληνικού Κοινοβουλίου, ο Ηλίας Ηλιού – άλλοι από τού Καραϊσκάκη, άλλοι από άλλους τόπους συγκέντρωσης. Άνθρωποι άγνωστοι μεταξύ τους κι άλλοι που είχαν ξαναϋπάρξει μαζί κάτω από ανάλογες συνθήκες πριν από χρόνια σε φυλακές και εξορίες. Άλλοι που μόλις πριν από λίγες μέρες είχαν συναντηθεί στα γραφεία τής ΕΔΑ, τής Νεολαίας Λαμπράκη, τής ΕΦΕΕ, στα Σωματεία τους. Εμένα ήταν η πρώτη μου φορά, έτσι για να μην αποτελώ εξαίρεση στην οικογένεια //

   Τό πλοίο φεύγει κι αυτά που ήταν ώς τώρα «η ζωή σου» μένουν πίσω ορφανά κι ανυπεράσπιστα μαζί με τίς απλές κι ελάχιστες βεβαιότητές σου. Έχω τήν αίσθηση ότι βιώνω μια τεράστια παρεξήγηση ότι δεν μπορεί να συμβαίνει αυτό· παρ’ όλο που επί μήνες συζητιόταν η επαπειλούμενη εκτροπή – ότι κάποιος οφείλει να μού δώσει μιαν εξήγηση ή να μού ζητήσει εξηγήσεις. Τί περίεργο. Τήν ίδια αίσθηση είχα και τό απόγευμα τής 21ης, όταν μάς μετέφεραν από τό Ε΄ Τμήμα, που τότε ήταν στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας, στον Ιππόδρομο. Όταν είδα τούς φαντάρους παραταγμένους σε δύο στοίχους με «εφ’ όπλου λόγχη» κι εμείς να προχωρούμε ανάμεσά τους, είπα, αυτό είναι θα μάς σκοτώσουν – αλλά έτσι χωρίς εξήγηση !
   Ανάμεσα στο πλήθος βλέπω τό αγέρωχο προφίλ τού Ρίτσου. Η Ηρώ Κανακάκη – η Ηρώ που δεν υπάρχει πια – έρχεται κοντά μου ανακουφισμένη, προς τό παρόν ανάμεσα σε τόσους ομοϊδεάτες είμαι η πρώτη γνωστή που βλέπει. Ο Φαρσακίδης μού χαμογελάει, από μακριά μ’ ένα χαμόγελο «…όχι που νόμιζες πως θα τή γλιτώσεις»
   // Αυτοί – Εμείς – Εγώ είμαστε πια δεμένοι στην ίδια μοίρα. Θα μοιραστούμε τήν ίδια ζωή – όποια ζωή – ή τόν ίδιο θάνατο.
   // Ήταν η πρώτη μου φορά. Μα δεν ξέρω, αν αυτά τά συναισθήματα δεν ισχύουν και στη δεύτερη και στην τρίτη. Κάθε φορά, ώσπου αυτό τό απειλητικό άγνωστο να γίνει συγκεκριμένο //

Φτάσαμε στη Γυάρο απόγευμα. Οι μέρες τού Απρίλη είναι μεγάλες. Ήταν ήσυχα. Δεν φυσούσε // Ανάμεσα στις ξερολιθιές και τά κλιμακωτά επίπεδα, όπου κάποτε ήταν στημένες οι σκηνές–καταλύματα τών εξορίστων – κι όπου έμελλε να στηθούν και οι δικές μας σκηνές – ολάνθιστα φανταχτερά μωβ–συκλαμέν μπούζια ημέρευαν με τίς αισιόδοξες πινελιές τους τόν τόπο, τόν έκαναν να μοιάζει με αρχαιολογικό χώρο πριν αρχίσουν οι ανασκαφές. Έτσι όπως έβλεπες πέτρινα σκαλοπάτια μισοκατεστραμμένα, τοιχία μισοκρυμμένα από τά μπούζια έλεγες, ένας αρχαίος ερειπιώνας απροσδιορίστου ηλικίας. Όλα κι όλοι κρατούν τήν ανάσα τους. Ανοίγει η μπουκαπόρτα. Μπροστά μας τό κτίριο τής φυλακής : ένα βαρύ παραλληλόγραμμο ανάμεσα στους δύο όρμους, τόν τέταρτο και τόν πέμπτο.
Οι φύλακες σχεδόν αμήχανοι, σχεδόν αόρατοι. Αργότερα μάθαμε πως η πρώτη φρουρά ήταν κι αυτοί κάτι σαν εξόριστοι. Ήταν η φρουρά τής Βουλής, που η χούντα τή μάντρωσε στη Γυάρο ως διεφθαρμένη από τή συνάφειά της με τούς πολιτικούς και τήν πολιτική //

   Τόν Απρίλη, στην Ελλάδα, μπορεί κι ένας ξερόβραχος, στοιχειωμένος από τήν ίδια του τήν ιστορία, να φαντάζει, και να γίνεται ώρες ώρες ιδανικό σκηνικό ειδυλλίου. Γι’ αυτό μέ μαγεύει ο τόπος μας, γι’ αυτό και αισθάνομαι ότι τού ανήκω ψυχή τε και σώματι. Γιατί μπορεί τήν ίδια στιγμή να είναι και να λέει πολλά, διαφορετικά, και χωρίς δόλο – ο τόπος. // προς τό παρόν, λοιπόν, κι αφού δεν μάς υποδέχτηκαν με βούρδουλες και αγριοφωνάρες, βρισιές και κλωτσιές – όπως ξέραμε ότι συνέβαινε στο παρελθόν – προς τό παρόν, εκείνο τό απόγευμα η Γυάρος μάς υποδεχόταν, ανήσυχη μεν, αλλά χαμογελαστή και φορώντας τά καλά της – ή μήπως ανήσυχοι ήμασταν εμείς, έτοιμοι μπροστά στην μπουκαπόρτα ;

Τό κτίριο τού Διοικητηρίου δεσπόζει, κτισμένο με ξεθωριασμένο κόκκινο τούβλο // Μπροστά στο διοικητήριο, τό γήπεδο, χώρος για τίς παράτες και τήν υποδοχή τών επισήμων. Ένα ανηφορικό μονοπάτι, που μόλις διαγράφεται, σέρνεται κατά μήκος τού τοίχου τής φυλακής. Αυτό θα πάρουμε κι εμείς. Τά παράθυρα ψηλά – όχι για να έχεις θέα τού τόπου γύρω, μόνο για να μπαίνει φως και αέρας· και βροχή, όπως διαπιστώσαμε αργότερα, γιατί τά περισσότερα τζάμια ήταν σπασμένα //

   Κι επειδή ουδέν κακόν αμιγές καλού, όταν σού κλείνουνε τή θέα προς τόν έξω κόσμο στρέφεσαι επίμονα προς άλλους κόσμους και άλλες θέες, άλλους ορίζοντες : τό διάβασμα, τήν παρατήρηση τών συγκρατουμένων σου, τού εαυτού σου, σκέφτεσαι περισσότερο, αξιολογείς τά δεδομένα με καινούργια οπτική· ανακαλύπτεις τίς νέες διαστάσεις σου· πράγματα που θεωρούσες σημαντικά ευτελίζονται άλλα παίρνουν τή θέση τους. Όπως, ας πούμε, όταν ένα αισθητήριο αδρανεί κάποιο άλλο υπεραναπτύσσεται· και

«Συμβιβάστηκε με τήν πικρία ο κόσμος
Διάττοντα ψεύδη αφήσανε τά χείλια
Η νύχτα ελαφρωμένη
Από τό θόρυβο και τή φροντίδα
Μέσα μας μετασχηματίζεται
Κι η καινούρια σιωπή της λάμπει αποκάλυψη»

   // Καλύτερα να μην χρειαστεί ν’ ανακαλύψεις τά όρια τού εαυτού σου. Δεν μπορούν όλοι οι άνθρωποι να τό αντέξουν. Είναι πολλοί αυτοί που βουλιάζουν μέσα τους, μεμψιμοιρούν, αναμασούν και χάνονται· χάνονται, όχι βιολογικά, χάνουν τή δυνατότητα ν’ ανακαλύψουν ένα σκαφιδάκι, έστω, που να τούς βγάλει σε στέρεο έδαφος, ένα ευάλωτο και εύθραυστο σκαφιδάκι, που τό βαφτίζω ατομική συνείδηση ή έστω τσαμπουκά

Τό μονοπάτι που ακολουθούμε καταλήγει αριστερά σ’ ένα πλάτωμα· εκεί μάς συγκέντρωσαν όταν, τίς πρώτες μέρες, ήρθε κάποιος γαλονάς να μάς πει «όποιος θέλει να πάει στο σπίτι του, ας κάνει ένα βήμα μπροστά» (κανονικά, λέω τώρα, έπρεπε όλοι να κάνουμε αυτό τό βήμα…). Αλλά δεν θυμούμαι αν κάποιος εκείνη τή στιγμή έκανε αυτό τό βήμα – τόσο έχω απωθήσει τήν εικόνα. Είχα σκύψει τά μάτια για να μη δω, μη συναντήσει η ματιά μου τό βλέμμα κάποιου που θα ’χε κάνει αυτό τό βήμα. Δεξιά // τό υποτιθέμενο νοσοκομείο. Σ’ αυτό τό νοσοκομείο πρωτοσυνάντησα και τόν Καρούσο, τόν μεγάλο ηθοποιό, όταν πήγα μια μέρα να σφουγγαρίσω· ήταν η σειρά μου στη φασίνα, έτσι γινόταν… // Καθώς φτάνω στην είσοδο και πριν βουτήξω στο σκοτάδι και στην μπόχα που βγαίνει απ’ αυτό τό τούνελ, βλέπω πλάι στην πόρτα, στο πλαίσιο τών ανακοινώσεων, μιαν ανακοίνωση–διαταγή τού 1961. Τό συρμάτινο πλέγμα που προστάτευε τίς ανακοινώσεις έχει σκουριάσει και διαλυθεί. Κάποτε θα υπήρχε, ίσως, και γυαλί. Η ανακοίνωση, ξεθωριασμένο κουρελόχαρτο, πάει κι έρχεται με τό αεράκι. Μού ’ρχεται ν’ απλώσω τό χέρι και να τήν πάρω, ως «ντοκουμέντο», αλλά μια δεύτερη σκέψη μέ κοροϊδεύει : εδώ δεν ξέρεις αν θα σώσεις τόν εαυτό σου, θα σώσεις τά ντοκουμέντα… //

   …Εμείς τώρα ξέρουμε, είμαστε ’δω στη Γυάρο. Είμαστε χιλιάδες, κάποιοι ξέρουν για τή μεταφορά μας κι αυτό είναι μια ασφάλεια. Οι άλλοι όμως, οι δικοί μας που έμειναν έξω ; Ελεύθεροι τάχα ! Πού βρίσκονται, πώς είναι, τί ξέρουν για μάς // Ξέφυγαν τή σύλληψη ή βασανίζονται σε κάποιο Τμήμα ; Βρήκαν σπίτι να τούς κρύψει ; Δούλεψαν οι επαφές ; Βρέθηκαν μεταξύ τους ; Ο διάδρομος μακρύς, ατέλειωτος. Βλέπω μόνο βαριές πλάτες ανθρώπων που προχωρούν, κουβαλώντας τά ελάχιστα υπάρχοντά τους – όχι δεν είναι αυτά τά βάρη που σηκώνουν : έξω έχουν μείνει οικογένειες σύζυγοι παιδιά, δεσμοί, υποχρεώσεις εκκρεμότητες //

Ο διάδρομος μακρύς, ατέλειωτος· τώρα στη μνήμη μου χωρίς τά μπάζα και τή βρωμιά, γεμίζει σιγά σιγά από ένα πλήθος που πάει κι έρχεται. Βλέπω πρόσωπα και χαμόγελα, ακούω κουβέντες, καλημέρες, αστεία, μαθαίνω τά νέα, τί λένε για μάς  // Βλέπω και φάτσες μουτρωμένες και στριφνές, καχύποπτες με όλους και με όλα // Κάποιοι άντρες μάς βοηθούν να γεμίσουμε με ξερόχορτο τά στρώματά μας, τά κουβαλούν στα ράντζα μας… Ατέλειωτες διαδρομές με τό καρότσι κουβαλώντας μπάζα, βρωμιές και κονσερβοκούτια // Στον θάλαμο που μάς έλαχε – τόν έναν από τούς δύο θαλάμους που δόθηκαν στις γυναίκες, αυτόν που ήταν ακριβώς δίπλα και πάνω από τό αναρρωτήριο τής φυλακής – έμεναν, λέει, παλιότερα ποινικοί, που, όπως διαπιστώσαμε, δεν ήταν και φανατικοί με τήν καθαριότητα // Δέματα, βέβαια, δεν έρχονταν. Αυτό άργησε πολύ. Οι περισσότερες δεν είχαν δεύτερη αλλαξιά ! Εγώ πήγα για «διαπίστωση στοιχείων» – έτσι μού είπαν όταν τούς ζήτησα… ένταλμα σύλληψης. Πήγα με κανελί ταγιεράκι κι ένα μπλουζάκι νταντελέ πλεγμένο από τά χεράκια τής μανούλας μου που μέ συμβούλευε «πού πας παιδί μου μ’ αυτό τό φιριντόνι, βάλε κάτι πιο ζεστό», μα εγώ ήθελα να ξορκίσω τό χειρότερο κάνοντας τάχα μου πως δεν τό βλέπω. Πήγα στο Τμήμα ντυμένη σαν τήν καλή χαρά κι έμεινα πάνω από μήνα μ’ αυτά τά ρούχα. Όλη τή μέρα αγγαρεία καρότσι φασίνα, και τό απόγευμα τίναζα τά ρούχα μου να φύγει η σκόνη κι έβγαινα στο πλάτωμα με μια μεγάλη κίτρινη μαργαρίτα στο πέτο τού ταλαίπωρου ταγιέρ. Έτσι, για τήν ομορφιά, που οφείλουμε να τήν υπερασπιζόμαστε κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες //
Η πρώτη μας ακτίνα λοιπόν, συνόρευε με τό αναρρωτήριο τής φυλακής, που ήταν σε χαμηλότερο επίπεδο. Καλοκαιριάτικη νύχτα με μια τεράστια πανσέληνο – όμως εμείς δεν μπορούσαμε να δούμε τόν δρόμο τού φεγγαριού στη θάλασσα. Οι κρατούμενοι, άλλοι στις σκηνές κι άλλοι κλειδωμένοι στις ακτίνες. Ένα χαμηλόφωνο μουρμουρητό αναδύεται από παντού. Ποιος κοιμάται τέτοια νύχτα. Κι αρχινάει τό τραγούδι η Ολυμπία Παπουτσιδάκη. Τή βλέπω ακόμα, νυχτερινή φιγούρα με φόντο τόν ουρανό και τό αγκαθωτό σύρμα, καθισμένη στο τοιχίο : «Ο Διγενής ψυχομαχεί κι η Γης τόνε τρομάσει…» αρχίζει η Ολυμπία με εκείνη τήν ατέλειωτη, αφκιασίδωτη φωνή της «…εεέι να ’χεν η Γης πατήματα να ’χε ο ουρανός κερκέλια / να πάτουν τά πατήματα να κράτουν τά κερκέλια…»

   Αχ Ολυμπία, όπου κι αν είσαι τώρα – γιατί είναι και πολλά τά χρόνια που μεσολαβούν – να ’ξερες τότε τάχα, μ’ αυτό τό ηρωικό σε πρώτη ανάγνωση τραγούδι σου, τί πατήματα και τί κερκέλια χάριζες στους στερημένους γύρω σου, όπου έφτανε η φωνή σου, να κρατηθούν, ν’ ανεβούν, να αγναντέψουν, έστω για λίγο, κατά κει όπου είχε η ζωή ορίζοντα, προοπτική, έρωτα.
   Είναι γνωστό ότι ένα από τά μεγάλα κενά στην επίσημη ιδεολογία τής αριστερής πρωτοπορίας είναι που εξόρισε υποκριτικά τόν έρωτα και τόν ερωτισμό από τή σκέψη και τή ζωή τών αγωνιστών, αναγνωρίζοντάς τα μόνο ως έσχατο και καταχρηστικό δικαίωμα στο πλαίσιο τού νόμιμου και εγκεκριμένου γάμου. Δεν ξέρω πώς μπορεί κανείς να ονειρεύεται και ν’ αγωνίζεται μέχρις εσχάτων για να αλλάξει τόν κόσμο και να οδηγήσει τόν άνθρωπο σε πιο ευάερες και ευήλιες κοινωνίες, διατηρώντας ταυτόχρονα όλα τά μικρόψυχα μικροαστικά στερεότυπα γύρω από τήν αυτοδιάθεση τής μόνης θεμιτής ιδιοκτησίας, τού σώματος και τών αισθημάτων μας!

// Έτσι λοιπόν, για να τούς τή σπάσω εκεινών που μάς έστειλαν εκεί για να μάς εξοντώσουν ηθικά και βιολογικά και να απαλλαγούν από μάς : να ξέρουν πως η συνταγή δεν πετυχαίνει πάντα, και πως – χωρίς ποσώς να εξωραΐζω τήν κατάσταση στέρησης – η όντως ελεύθερη προσωπικότητα δεν περιορίζει τό αίτημα τής ελευθερίας στα όρια τών πολιτικών θεσμοθετημένων ελευθεριών : αυτές αποτελούν απλώς προϋπόθεση δημοκρατίας.
Ο έρωτας της ελευθερίας είναι απαιτητικός και πανάκριβος αλλά η ελεύθερη συνείδηση βρίσκει πάντα πατήματα και κερκέλια με ρίσκο, με κόστος, αλλά και ρισκάρει και πληρώνει. Εμείς δεν ταυτίσαμε ποτέ τήν ελευθερία με τή νομιμοφροσύνη. Στον Ιππόδρομο τραγουδάγαμε «Σώπα όπου να ’ναι θα σημάνουν οι καμπάνες» // Ο εγκλεισμός και η στέρηση τής ελευθερίας λειτουργεί κι αντίστροφα καμιά φορά, φωτίζει, διευρύνει, γονιμοποιεί· δίνει ευκαιρίες περισυλλογής //
Και καθώς σ’ αυτή τήν ιστορική φάση η Γυάρος και η Αλικαρνασσός τού Ηρακλείου Κρήτης, στις φυλακές τής οποίας μεταφέρθηκαν οι γυναίκες τόν Σεπτέμβρη τού 1968, δεν είχαν σωματικά βασανιστήρια – είχε πολλές άλλες ταλαιπωρίες και στερήσεις αλλά βασανιστήρια, όπως τά ξέρουμε, δεν είχε – ο εγκλεισμός και η στέρηση τής ελευθερίας υπήρξαν πνευματική πρόκληση. Να θυμήσω ότι τήν ίδια εποχή στον κόσμο συμβαίνουν πράγματα ; Στο Παρίσι ο Μάης τού ’68 με συνθήματα πρωτάκουστα. Στην Πράγα η εισβολή τών σοβιετικών τανκς κάνει τή… διεθνιστική αλληλεγγύη απλή ιμπεριαλιστική τακτική. Στην Αμερική γεννιέται για πρώτη φορά ένα αντικαταναλωτικό κίνημα – πού αλλού θα γεννιόταν – τό οποίο σε συνδυασμό με τό φιλειρηνικό αντιπολεμικό κίνημα που προκαλεί ο πόλεμος τών Αμερικανών στο Βιετνάμ, καταγγέλλει τό κυρίαρχο οικονομικό μοντέλο ως μοναδική αιτία τού πολέμου // Όλα αυτά συμβαίνουν γύρω μας κι ο απόηχός τους φτάνει ώς εμάς. Στη Γυάρο τό ραδιόφωνο αργά τή νύχτα μετέδιδε ειδήσεις για τήν εισβολή στην Πράγα. Τό ακατέργαστο μυαλό τους τούς έλεγε, προφανώς, ότι πρωί πρωί απογοητευμένοι θα ροβολάγαμε κατά τή Διοίκηση να υπογράψουμε… δηλώσεις μετανοίας.
Οι φυλακές και οι τόποι εξορίας δεν είναι μόνο αυτοί που φαίνονται, φωτογραφίζονται, καταμετρούνται. Αυτοί είναι προβλέψιμοι και εξ ορισμού εχθρικοί. Ξέρεις, κι αν δεν ξέρεις σύντομα ανακαλύπτεις, σε τί και σε ποιους πρέπει να αντισταθείς, πώς θα οργανώσεις τίς άμυνες και τίς κρυψώνες σου. Άλλωστε, ο εγκλεισμός μπορεί και να προσφέρει αμφιλεγόμενες «ευκαιρίες». Μπορεί π.χ. σε τέτοιες συνθήκες ν’ ανακαλύψει κανείς ότι οι άνθρωποι, οι σύντροφοι με τούς οποίους συμπορεύεσαι και συνεργάζεσαι για τόν ίδιο υποτίθεται σκοπό, διαβάζουν τά γεγονότα με άλλη γλώσσα, υπομνηματίζουν διαφορετικά τήν ιστορία. Τότε αν δεν σέ κυριέψει πανικός μπορεί και να δεις ν’ ανθίζει στο μυαλό σου μια καινούργια γνώση, κι απλώς δεν σέ χωράει στην επιστροφή η πόρτα απ’ όπου βγήκες.

Στην εποχή μας άλλες είναι πλέον οι «φυλακές» που πρέπει να φοβάται κανείς περισσότερο. Αυτές που σέ απομονώνουν χωρίς τοίχους, σέ αποκλείουν χωρίς κάγκελα και απαγορεύσεις, και σέ οδηγούν στην αποξένωση και τήν αδιαφορία //

Τριανταπέντε χρόνια συνεχούς και αδιατάρακτου κοινοβουλευτικού βίου για τήν Ελλάδα, που μετράει από τό 1925 ώς τό 1967 τρεις δικτατορίες, είναι μεγάλο διάστημα και μεγάλη υπόθεση.

Στις δικτατορίες στις φυλακές στις εξορίες μαθαίνεις να αντιστέκεσαι, τίς πολεμάς. Κάποια στιγμή αποδυναμώνονται, οι Δυνάμεις που τίς στήριξαν αλλάζουν επιλογές και τακτική : γελοιοποιούνται καταρρέουν, ξοφλάς μαζί τους. Τά απαγορεύονται τελειώνουν, γίνονται πολιτικώς ντεμοντέ. Τώρα τό ζήτημα είναι πώς θα μάθει κανείς να αντιστέκεται σ’ αυτούς που τού υπαγορεύουν και σ’ αυτά που τού προτείνουν σαν must. Η δυσκολία αυτού τού αγώνα είναι ότι δεν έχει τίποτα ηρωικό, κανένα παράσημο, κανέναν αντίπαλο. Γιατί ο εχθρός είμαστε εμείς και η τάση μας να ενδίδουμε σε όλων τών ειδών τίς ευκολίες και τίς διευκολύνσεις, έστω υποθηκεύοντας τό ίδιο τό Μέλλον. Οι καμπανοκρουσίες άρχισαν, κι εμείς ακόμα ρωτάμε να μάθουμε, «Για ποιον κτυπά η καμπάνα»

2009

 

 

*τό κείμενο δημοσιεύτηκε στο αφιερωματικό τεύχος τής εφημερίδας «ελευθεροτυπία» με τόν γενικό τίτλο «δεσμώτες τής χούντας» για τά 35 χρόνια από τήν αποκατάσταση τής δημοκρατίας

σε υποσημείωση στο τέλος τού κειμένου της η ρηνιώ μίσσιου αναφέρει ότι οι συγκεκριμένοι στίχοι μέσα στο κείμενο (σε συζήτηση μού ξεκαθάρισε ότι τά με πλάγια στοιχεία τμήματα τού κειμένου της υποδηλώνουν σκέψεις εκτός και πέραν τού συγκεκριμένου χρόνου τής αφήγησης) πως οι συγκεκριμένοι στίχοι που περιλαμβάνονται στην παρούσα ανάρτηση λοιπόν, είναι από τούς «προσανατολισμούς» τού ελύτη που κάποια παλιά τύχη τούς έβαλε στα χέρια της εκείνη τήν εποχή, χωρίς να μπορεί να θυμηθεί πώς έγινε και τούς απέκτησε στην εξορία

και για τήν ιστορία, σχετικά με τή σύλληψή της τό ίδιο τό πρωί τής 21ης, να αναφέρω από τήν ίδια προσωπική της αφήγηση ότι γύρω στις 2 τά ξημερώματα ο χρόνης (μίσσιος) ειδοποιήθηκε για τό πραξικόπημα από τόν τάκη μπενά και πέρασε στην παρανομία (μαζί με άλλα μέλη τής νεολαίας λαμπράκη εκ τών οποίων τώρα θυμάται τά ονόματα τής αννιώς μεταξωτού–μαυρομάτη, τού γιώργου βότση, τού αριστείδη μανωλάκου και τού θέμη μπανούση), ενώ εκείνη κλήθηκε (όπως άλλωστε διηγείται και στο άρθρο) όταν είχε πια ξημερώσει στην ασφάλεια «για εξακρίβωση στοιχείων» και από κει μεταφέρθηκε με τίς άλλες και τούς άλλους στον ιππόδρομο και μετά στη γυάρο

 

 

   

 

 

a 1 a ajunta3

.

.

.

.

.

.

Οκτώβριος 2, 2013

οδός κίττυς αρσένη

.

 

1

   ο θάνατος τό έστρωσε * κανονικά φέτος : και δεν εννοώ τώρα τήν τελευταία δολοφονία και τόν συνεπακόλουθο βαρύ τραυματισμό τής ανερχόμενης νεοχούντας (μακάρι να μπορούσε κανείς να μιλήσει και για οριστικό θάνατο εδώ) αλλά εγώ έχω μείνει σε προηγούμενα διότι στους κήπους κινούνται όλα αργά κι είμαι και στα πιο πριν εγώ (και θα πω κάτι ελάχιστο μόνο στο τέλος για τά μετά (αν κι έχω έναν πειρασμό να πω τώρα αμέσως περισσότερα, και πολλά και διάφορα, για τή σημειολογία να πούμε τής εικόνας που είδα χτες τών σιδηροδέσμιων υποψήφιων δικτατόρων)) σκέψεις λοιπόν τώρα, και μόνο σημειώσεις, σύντομες όπως κρατήθηκαν σα συνέχεια τού προηγούμενου με αφορμή τήν απώλεια τής τίμιας μορφής : τής γυναίκας που πολέμησε τόν φασισμό με όλο της τό σώμα τή σκέψη τό κουράγιο και τήν καρδιά :

 

2

   τό ίδιο τό πρωί τού απογεύματος που θα γινόταν η κηδεία τρέχοντας για τίς γραφειοκρατικές αρλούμπες που έχουν μονοπωλήσει τόν χρόνο μου φέτος μετά τόν θάνατο τού στέφανου, έχασα μες στη ζαλάδα μου κάτι δρόμους στο κέντρο τής αθήνας, και κάθε φορά που τό παθαίνω αυτό αισθάνομαι σα να βρίσκομαι σε εχθρική χώρα : για να προσανατολιστώ αναγκάστηκα να ξανακάνω τήν πορεία ενός κυνηγητού μετά από μια διαδήλωση, ενώ ο κόσμος γύρω ήσυχος έκανε τά ψώνια του, και ξαναγύρισε τότε πάλι ο άλλος κόσμος, που στον έναν δρόμο έτρεχε κυνηγημένος κι έμπαινε στον άλλον δρόμο που ο κόσμος εκεί ήσυχος έκανε τά ψώνια του : ύστερα πήρα ταξί κι ο ταξιτζής (μεγάλης ηλικίας και άσχημο πρόσωπο) μού ανέλυσε τήν πολιτική κατάσταση λέγοντας ότι η χούντα είχε αναγκάσει τούς εφοπλιστές να δώσουν λεφτά στο κράτος. Τό απόγευμα ήταν η κηδεία τής κίττυς κι αναγκαστήκαμε να πάρουμε με μια φίλη ταξί προς μαρούσι, κι η ρηνιώ (που ο χρόνης τήν άφησε στα τέλη τού ’12 – παλιοχρονιές συνέχεια) θέλησε να μάθει στον ταξιτζή (νέος αυτός, με πρόσωπο συνηθισμένο) ποια κηδευόταν σήμερα : εκείνος φώναξε τότε με καμάρι ότι δεν ξέρει κανέναν πολιτικό, τόν μόνο που ξέρει από πολιτική είναι ο ανδρέας παπανδρέου, που ήτανε τσίφτης και ωραίος, και άρεσε και στις γυναίκες : (η ίδια μού είχε αφηγηθεί πώς ο χρόνης στην πρώτη του σύλληψη 18 χρονών και άπειρος, πληγώθηκε που ο κόσμος τόν έβλεπε σιδηροδέσμιο και συνέχιζε να κάνει τά ψώνια του κι ο χωροφύλακας τού είπε : Τούς βλέπεις ρε ; δεκάρα δε δίνουν για σένα – κι εκείνος, λέει, κρατήθηκε μπροστά του και έκλαψε μόνος του, τής είπε μια μέρα, πολύ μετά) : παράλληλα σύμπαντα που δεν συναντιώνται κι ούτε ξέρει ο ένας τή διάλεκτο τού άλλου, από γεννησιμιού γήινοι όλοι πάντως : τώρα οι μισοί, μεταλλαγμένοι αρειανοί θυμούνται πράγματα που στο σύμπαν τών άλλων δεν υφίστανται : πράγματα που κανείς ποτέ δεν γνώρισε και δεν έμαθε ούτε σα λέξεις : «αν τό βιβλίο τής κίττυς είχε μπει στα σχολεία» πάω να πω, και τήν ίδια στιγμή ο ταξιτζής μού υποβάλλει τήν άποψη ότι μιλάω κινέζικα : μπορεί η κρίση να τόν έχει τσακίσει αλλά δεν πρόκειται να μάθει τίποτα ούτε πριν ούτε μετά απ’ αυτήν : έναν αρειανό περιμένει, να τά φέρει όλα στα ίσα τους, να ξαναγίνει κι ο ίδιος ωραίος.

     Στην εκκλησία γίνεται μια άλλη κηδεία, ρωτάμε έναν καντηλανάφτη και μάς λέει ότι έχουν στήσει μια τέντα για τήν πολιτική παρακάτω, μάς δείχνει και τόν δρόμο : μια άσπρη τέντα μέσα στον ήλιο (η μέρα είναι ωραία, αν είναι δυνατόν) πολλά καθίσματα μπρος και πίσω, πολλά στεφάνια, και πολλά λουλούδια μπροστά : γύρω απ’ αυτό τό απαίσιο ξύλινο πράγμα – διαπιστώνω ότι έχω βάλει μπροστά τή γνωστή μέθοδο να μη βλέπω καλά, δεν είναι η Κίττυ εκειμέσα. Τέτοια απομόνωση ούτε στην απομόνωση, ακόμα και στο κελί χώραγε και η χοντρή Ρούλα μαζί της. Και ξαπλωμένη, και τελείως ακίνητη ; η Κίττυ δεν μπορεί εκειμέσα. Η τελετή είναι για τούς τύπους, τήν βλέπω αλλού. Και ούτε βλέπω, ούτε αισθάνομαι καλά – είναι όλα αποσυνδεμένα, σαν άσχετη κάνω άσχετες σκέψεις, βλέπω άσχετα : έχουμε έρθει νωρίς, και μπορούμε να διαλέξουμε κάθισμα, διαλέγουμε τρία στη μέση να ’χουμε και σκιά : ο παλιός φίλος τής Ρηνιώς από τά χρόνια τής παρανομίας και τών εξοριών μού λέει ποιος είναι ο καθένας απ’ αυτούς που έρχονται να τούς χαιρετήσουν : πολλά στεφάνια, πολλά καθίσματα, ακόμα άδειος ο χώρος σχετικά, σκέφτομαι συνέχεια άσχετα : βλέπω τά καθίσματα να γεμίζουν, σε μια ώρα θα ’ναι φίσκα, και θα ’ρχονται κι άλλοι, θα γεμίσει γύρω με όρθιους, και πίσω όσο παίρνει τό μάτι όρθιοι, πολλοί : από αυτούς που ξέρω πάντως, από αυτούς που τριγυρνάνε στην τηλεόραση όλη μέρα, ελάχιστοι, από τό κόμμα τής αριστεράς που ετοιμάζεται να γίνει κυβέρνηση εγώ βλέπω τόν Γλέζο, από τό άλλο τής αριστεράς στο οποίο είχε ρίξει τήν (τελευταία της) ψήφο εμπιστοσύνης η Κίττυ, πάλι λίγοι : αλλά φυσικά οι παλιές συγκρατούμενες : σκέφτομαι ότι τά παιδιά – τί κνίτες και ξεκνίτες – που ανέρχονται στην πολιτική δεν έχουν μάθει να σέβονται – εκείνες που ρισκάρισαν τό σώμα και τή ζωή τους κάποτε (όχι και τόσο παλιότερα) για να μπορεί να βρίσκονται αυτοί σήμερα εδώ, βουλευτές κι υποψήφιοι για πρωθυπουργοί : σκέφτομαι ότι αν η «αριστερά» σήμερα δεν είχε αυτό τό πρόσωπο, και δεν μετρούσε με κόμματα κι αποκόμματα αυτές που πολέμησαν  με νύχια και με δόντια  τούς φασίστες κάποτε (όχι και τόσο παλιότερα) δεν θα σήκωνε σήμερα ο φασισμός πάλι κεφάλι : έτσι που ο θάνατος συνεχώς να τό στρώνει : σκέφτομαι συνέχεια άσχετα : αυτά τά τελευταία χρόνια που τήν χτύπησε η αρρώστια τήν Κίττυ, είναι ακριβώς τά χρόνια με τήν άνοδο τού μισού εκατομμυρίου αθώων : αυτός ο αριθμός τών μαύρων ψήφων πρέπει να ήταν για τήν Κίττυ ένα χαστούκι, μια ύβρις στα νεύρα τούς μύες τίς ίνες και τά κόκκαλα που τσακίστηκαν από πολύ δυνατότερα χαστούκια στην ταράτσα και βγήκαν τότε νικηφόρα : – η Κίττυ τό λίγο που τή γνώρισα είδα ότι είχε μια απόλυτη, πεισματική, ήρεμη και αδυσώπητη ταύτιση με τήν ελευθερία, και τήν ιστορία αυτής τής χώρας – τήν είχα δει να τραγουδάει τόν εθνικό ύμνο στην καισαριανή σε μια επέτειο τών εκτελέσεων, χαμένη μες στον κόσμο, έτσι ήσυχη ήρεμη και πεισμωμένη με τό τζην της : είχε μια απόλυτη ταύτιση με τήν ελευθερία η Κίττυ, ήτανε μέρος τής ζωής της αυτό τό πράγμα, θυμάμαι που μού διηγότανε ότι ο πρώτος έρωτας στη ζωή της ήτανε ένας αντάρτης που τόν είχε δει μικρό κοριτσάκι να κατεβαίνει απ’ τό βουνό πάνω στ’ άλογο, μέσα στην κατοχή : για τήν Κίττυ η επιδίωξη τής ελευθερίας ήτανε η επιδίωξη τού έρωτα από μια άποψη : ασυμβίβαστου εντελώς όμως : ο έρωτας άλλωστε ποτέ δεν είναι μοναχικός, κι ας λέει ό,τι θέλει η ηθική μας, ο έρωτας θα σέρνει πάντα κι ένα πλήθος μαζί του : κι αυτό τό πλήθος είχε η Κίττυ πιστεύω να τήν στηρίζει στην απομόνωση, αυτό τό πλήθος που σαν να προστάτευε τή συνείδησή της, και που αυτή η συνείδηση τό εξιδανίκευε : κι όταν έγινε ο (φαύλος) κύκλος κι η χούντα έσκασε μύτη πάλι ξανά, κι αυτή τή φορά με τό θράσος τών ψήφων (τού ζοφερού μισού εκατομμύριου), η Κίττυ είτε τό ’λεγε είτε δεν τό ’λεγε, δεν ξέρω, (με τό χιούμορ που είχε υποψιάζομαι ότι θα τήν κορόϊδευε αγρίως τή σκέψη μου) ( : «δεν μέ νοιάζει εμένα τό εκατομμύριο για τή χούντα, αυτούς τούς ψήφους η χούντα, και περισσότερους, τούς έπαιρνε κι από παλιά, είτε τό ’λεγαν είτε δεν τό ’λεγαν», θα μού έλεγε) (και θα ’χε δίκιο άλλωστε : τά παράθυρα γύρω απ’ τήν Μπουμπουλίνας που κλείσαν ερμητικά για να μην ακούνε τά ουρλιαχτά από τά βασανιστήρια, προάγγελος αυτού τού πλήθους «αθώων» δεν ήτανε ; ) αλλά εγώ σκέφτομαι τώρα άσχετα : η Κίττυ, η παντοδύναμη, τήν άνοδο αυτή πρέπει να τήν ένιωσε σαν τό τελευταίο και χειρότερο βασανιστήριο πάνω στα νεύρα, τό σώμα, και τό μυαλό της : οι χρόνοι δηλαδή συμπίπτουν : και πρέπει να τό πήρε σαν μια απόρριψη τού έρωτα που τήν κρατούσε ζωντανή στα πιο δύσκολα : μπροστά σ’ αυτήν τήν γελοία απόρριψη τά γενναία της αντισώματα είναι που πιστεύω ότι κάνανε πίσω : αποσύρθηκαν στα ενδότερα και τώρα κείνται σ’ αυτό τό κουτί.

   Ο συνολικός έρωτας, όσο είναι παντοδύναμος, άλλο τόσο επικίνδυνα ευάλωτος είναι : βλέπω πλήθος κόσμου να στριμώχνεται, να συνωστίζεται στα πλάγια τής τέντας κατεβαίνοντας προς τήν αντίθετη φορά και φεύγοντας : είναι λοιπόν η άλλη κηδεία που ’χει τελειώσει (εκείνη τής εκκλησίας) : ρίχνουν περίεργες ματιές στους καθισμένους κάτω απ’ τήν τέντα, και μια γυναίκα με χρυσαφικά ρωτάει με θράσος : Τί είν’ αυτό ; εβραίικη κηδεία είναι ; Δεν ακούει τήν απάντηση που τής δίνουνε, φεύγει συνωστιζόμενη (είναι και η μαρία ρεπούση άλλωστε εδώ) και προχωράει γελώντας σαρδόνια. Δεν υπάρχει πιο επικίνδυνο, πιο εύθραυστο κατασκεύασμα απ’ τόν συνολικό έρωτα. Τά χρυσαφικά και τά μυαλά τής κυρίας που γελάει με τούς εβραίους συμπυκνώνουν, κάτω απ’ τόν μαύρο ήλιο, τούς ψήφους τών αθώων ελλήνων που δεν είναι ρατσιστές.

   Δεν βλέπω κάμερες, οι τηλεοράσεις δεν ασχολούνται με τό παρελθόν ακόμα κι όταν είναι παρόν ( : Σε λίγες ώρες οι φασίστες θα σκοτώσουν πάλι έναν άνθρωπο, και όλοι θ’ αρχίσουν πάλι να εκπλήσσονται). Μάλλον είμαι η μόνη που τραβάει φωτογραφίες, κι αισθάνομαι πολύ άσχημα, δεν έχω καμία διάθεση να κάνω τή ρεπόρτερ, γι’ αυτό δεν έχω φέρει και τήν κάμερα άλλωστε, αλλά τώρα κάποια πράγματα θέλω να τά κρατήσω : Συνωστίζομαι μες στους συνωστιζόμενους, τό πλήθος έχει τώρα μεγαλώσει πολύ κι αισθάνομαι άσχημα να πηγαινοέρχομαι κραδαίνοντας τό κινητό λες κι όλο αυτό μπορεί να χωρέσει να απλοποιηθεί να ισοπεδωθεί εκειμέσα : παίρνω ελάχιστες φωτογραφίες, τήν όλγα τουρνάκη που τήν είχα ζήσει στην παράσταση που δώσανε με τήν κίττυ για τό «οδοιπορικό με τήν κλυταιμνήστρα» – τώρα έχει τό καθήκον ν’ αναγγέλλει τούς ομιλητές – τά βγάζει πέρα – , τή νατάσα μερτίκα που έχει λες εξαφανίσει τό ύψος της και τό σώμα της ολόκληρο (αυτό που άντεξε τά βασανιστήρια σε κείνη τήν ταράτσα, εκεί ακριβώς που έχασε και τό παιδί που κουβαλούσε μέσα της) : έχω ακούσει τή νατάσα να μιλάει για τήν κίττυ παθιασμένα, σα χείμαρρος – τώρα είναι καταπτοημένη, σχεδόν σιωπηλή, διαβάζει απλώς απ’ τό βιβλίο τής κίττυς κάτι σελίδες – τή μπούμπα δημητροκάλλη, που ήταν παιδική φίλη τής κίττυς και διηγείται ιστορίες απ’ τό σχολείο τους, και δεν μπορεί να συνεχίσει ώς τό τέλος και κλαίει (η μπούμπα (που είναι αδελφή τού μανόλη γλέζου αλλά δεν τό ’ξερα όπως δεν τό ξέρουν φαντάζομαι και άλλοι) θα πει όμως και κάτι που επιβεβαιώνει τή σύμπτωση εκείνη τών χρόνων : η Κίττυ τών Τελευταίων Ωρών τή ρώτησε λέει, Από ποιο ποίημα τού σεφέρη ήταν ο στίχος «τό καράβι που ταξιδεύουμε τό λένε αγωνία» : θέλω να πω δηλαδή, δεν είναι τόσο σημαντικό τό ότι ήθελε να θυμηθεί τόν τίτλο, όσο τό πως θυμότανε πολύ καλά τόν στίχο ως «ταξιδεύουμε» (πληθυντικός αριθμός πάντα) μαζί με τό «αγωνία». (Και η μπούμπα δημητροκάλλη δεν μπορεί να τά πει ώς τό τέλος))

   κλαίει πολύ, σχεδόν συνέχεια, κι ο γιάννης μεντζικώφ, όταν μιλάει για τήν κίττυ ως θεατράνθρωπος. Οι υπόλοιποι είναι κάπως πιο ψύχραιμοι. Μπροστά απ’ τό απαίσιο κουτί (τό πνιγμένο στα λουλούδια) στέκεται μια ομάδα από παιδιά που είναι τό θεατρικό τμήμα τού πάντειου όπου δίδασκε η κίττυ – αυτοί θα τραγουδήσουν στο τέλος – όταν θα σηκωθεί τό μαύρο κουτί να πάει στον τάφο. Στο μεταξύ ένα ξανθό κορίτσι ντυμένο στα κάτασπρα μέσα στους όρθιους κλαίει κι αυτό συνέχεια και φυσάει τή μύτη της, ντρέπομαι να τή φωτογραφήσω γιατί είναι σαν να ’ναι μόνη της με τήν κίττυ εκειπέρα – έτσι που κλαίει πνιγμένα. Τήν ώρα που ακούγεται η ψύχραιμη και θυμωμένη και δυνατή φωνής τής Κίττυς, στο τέλος τής τελετής, να παίζει τόν μονόλογο τής γιουρσενάρ για τήν κλυταιμνήστρα, νιώθω μέσα στον κόσμο και τόν σφιγμένο συνωστισμό, πίσω μου κάτι να κουνιέται. Νόμιζα ότι είναι σώματα που κινούνται, αλλά είναι μόνο χέρια τελικά : γιατί γυρίζω και πέφτω πάνω σ’ ένα καθεστώς σιωπής, παράξενης σιωπής, όχι σαν εκείνη τών άλλων τριγύρω : σιωπής γεμάτης ένταση από μάτια – που ’ναι προσηλωμένα στα χέρια μιας μεγαλύτερης – φοράνε όλες μαύρα – και σ’ αυτόν τόν κύκλο, στην άκρη τού συνωστισμένου κόσμου συντελείται από ώρα λοιπόν μια μετάφραση με τά χέρια : ξαφνικά μού φαίνεται ότι αυτά τά κωφάλαλα κορίτσια μπορούν ν’ ακούσουν τή φωνή τής Κίττυς καλύτερα απ’ όλους μας, έτσι καθώς ακούν με τά μάτια να αστράφτουν και να σκέφτονται συγχρόνως : είναι τό μόνο σχολείο σήμερα εδώ : ούτε κι αυτές θα φυλακιστούν – δεν μπορώ πάλι – στο μονοδιάστατο επίπεδο τού κινητού : ας τίς ακούσει ο καθένας όπως μπορεί

 

3

   έβλεπα κι άκουγα τόν δήμαρχο καμίνη πριν μέρες στην τηλεόραση να ονομάζει έναν δρόμο στο θησείο με τό όνομα τής ζακλίν ντε ρομιγύ, γαλλίδας αφοσιωμένης στ’ αρχαία ελληνικά

   θέλω να πω στον δήμαρχο λοιπόν να ονομάσει έναν δρόμο (κατά προτίμηση αυτόν πίσω από τό πολυτεχνείο – ή μπροστά του, όπως τό δει κανείς) με τό όνομα τής Κίττυς : ελληνίδας αφοσιωμένης στα νέα ελληνικά :

   οδός Κίττυς Αρσένη, πρώην Μπουμπουλίνας. Έτσι, σιδηρόδρομος, δεν πειράζει : ας μάθουνε από τά ονόματα έστω τών δρόμων μερικοί άνθρωποι τό κόστος και τόν πόνο που είχε ο αντιφασισμός σ’ αυτή τή χώρα τών ελληνικών

 

4

   βλέπω σήμερα στην τηλεόραση τίς συλλήψεις τών φασιστοχουνταίων (νά κάτι που θα ’θελε κανείς να προλάβει να τό ζήσει η Κίττυ, όσο κι αν θα τήν θύμωνε και θα τήν έθλιβε πιστεύω τό γεγονός ότι τά αυτονόητα στη χώρα αυτή ξεκινούν μόνο όταν δολοφονηθεί νέος μεν, έλληνας υπήκοος δε) θέλω όμως, σε συνδυασμό ιδίως με τήν παραπάνω πρόταση δρόμου, να κάνω μια σημειολογικής φύσεως ας πούμε τώρα παρατήρηση :

   όσοι έχουνε ζήσει έστω και μια μέρα μέσα στη χούντα, ξέρουν καλά τήν απίστευτη αύρα τρόμου που περιέβαλλε τό κτήριο τής γενικής ασφάλειας τότε : πρώτα τή Μπουμπουλίνας και μετά πολύ αργότερα τή Μεσογείων : περιττό να προσθέσω ότι κανείς δεν περπατούσε στα πεζοδρόμιά τους μπροστά : τό κάθε κτήριο βρισκόταν μέσα σε μια απόλυτη ερημιά φόβου και τρόμου : και θυμάμαι τήν Κίττυ στη λέρο να λέει ότι «ήταν τέτοιος ο τρόμος που συνόδευε τή φήμη τού κτηρίου στην Μπουμπουλίνας που θα δικαιολογούσα απόλυτα αυτόν που, τήν ίδια στιγμή που θα τόν περνούσαν από τό κατώφλι της, τήν ίδια στιγμή θα λιποθυμούσε.»

   ας τό ’χουμε υπόψη μας και αυτό τώρα που βλέπουμε διάφορους θρασύδειλους να προσέρχονται (ψιλοχεσμένοι, αλλά πάντως δήθεν καμαρωτά) στη γαδά : Είναι, σε τελευταία, αλλά καθόλου ασήμαντη, ανάλυση, επειδή τώρα ξέρουνε καλά τί δεν τούς περιμένει.

 

 

* ο θάνατος τό στρώνει : στίχος τού ποιητή γιάννη βαρβέρη

.

.

.

οι φωτογραφίες μου :

.

η νατάσα μερτίκα

.

.

η μπούμπα δημητροκάλλη

.

.

άποψη τού κόσμου στην τέντα : δεύτερη σειρά αριστερά, η ρηνιώ μίσσιου και ο στέφανος στεφάνου

.

.

η όλγα τουρνάκη καλεί τόν φώτη κουβέλη

.

.

μικρή άποψη τού κόσμου κάτω απ’ τήν τέντα

.

.

μικρή άποψη τού κόσμου στριμωγμένου μπροστά στο τελευταίο κελί τής κίττυς – ένα κουτί σπίρτα σκέφτηκα ότι θα ταίριαζε να τής αφήσουμε εδώ –

.

.

.

.

.

.

.

.

.

 

Οκτώβριος 15, 2012

(κάκτοι στους δρόμους # 2) : άρνηση φόβου άρνηση συζύγων άρνηση βραβείων

.
.
.
.

  πιο νέος μπροστά στο βιβλιοπωλείο του : φέτος (ούτε γω τό ’ξερα) γιορτάζονται στην αμερική τά 30 χρόνια ενός καταπληκτικού θεσμού : ένας μήνας αφιερωμένος στα απαγορευμένα βιβλία (περισσότερες πληροφορίες εδώ)

.
.
.

   άρνηση βραβείου ως προαγωγού λογοκρισίας

   ο αμερικανός ποιητής lawrence ferlinghetti αρνήθηκε πριν λίγες μέρες τό βραβείο pannonius (και τά συνακόλουθα 50.000 ευρώ που τό συνοδεύουν) διότι η ουγγρική κυβέρνηση που χρηματοδοτεί εν μέρει τό βραβείο είναι ένα «αυταρχικό καθεστώς που έχει καταστείλει τήν ελευθερία τού λόγου και τίς πολιτικές ελευθερίες» (ο φερλινγκέτι πρότεινε αντ’ αυτού τά χρήματα τού βραβείου να δοθούν στο ουγγρικό παράρτημα συγγραφέων τού pen club με μοναδικό σκοπό να βοηθηθεί η έκδοση έργων τών ούγγρων συγγραφέων που με τά γραφτά τους υποστηρίζουν τήν απόλυτη ελευθερία τού λόγου, τά πολιτικά δικαιώματα και τήν κοινωνική δικαιοσύνη)

   είναι ευχάριστο να βλέπει κανείς σήμερα τέτοια περιφρόνηση προς και λεφτά και βραβεία

   εδώ ολόκληρο τό γράμμα του

.

ο λώρενς φερλινγκέτι διαβάζει τό ποίημα του pity the nation : «να λυπάσαι τό έθνος» (εδώ παλιότερο ποίημα, με τόν ίδιο τίτλο, τού αμερικανολιβανέζου ποιητή khalil gibran)

.
.
.

   εδώ τό βιογραφικό τού φερλινγκέτι από τή σελίδα τού βιβλιοπωλείου και τών εκδόσεων city lights που ίδρυσε μαζί μ’ έναν φίλο του τό 1953 (τό 1956 εκδόσανε τό «ουρλιαχτό» τού γκίνσμπεργκ και ο φερλινγκέτι συνελήφθη με πρόσχημα κάποιον (αντίστοιχο τών δικών μας, υποθέτω) νόμο περί ασέμνων – πέρασε από μια δίκη, που συντάραξε τήν αμερική, και τελικά αθωώθηκε έχοντας τήν ομόθυμη υποστήριξη ολόκληρου τού λογοτεχνικού και ακαδημαϊκού κόσμου – εκεί).

.

.

.

   άρνηση συζύγου ως προαγωγού και προστάτη

   pussy riot : πήρανε τό όνομά τους από τό παλιό αμερικάνικο χαϊδευτικό για τίς γυναίκες, τό pussycat – που στη συνέχεια έγινε συγκεκομμένο (και αδιακρίτως εναλλασσόμενο, όπως και στα ελληνικά) και μουνί και γκόμενα : θα μπορούσε κανείς να μεταφράσει λοιπόν τό όνομα τού συγκροτήματος και εξεγερμένες γατούλες και εξεγερμένα μουνιά : τήν ιστορία που προέκυψε εσχάτως με τόν άντρα τής νάντιας τολοκονίκοβα τήν έμαθα από τό περιοδικό free–voina και επειδή δεν ξέρω ρωσικά, αρκούμαι σ’ ό,τι διάβασα εκεί μεταφρασμένο

.
.
.

   αυτό που μ’ ενδιαφέρει τώρα εμένα είναι η συνέπεια (όπως και στην περίπτωση τού αμερικανού ποιητή) προς κάποιες γαμημένες αρχές μας : δεν ξέρω τί μεσολάβησε ακριβώς, και τί ακριβώς δηλώσεις ή ενέργειες έκανε ο άντρας τής ναντιέζντας, πιότρ βερσίλοφ : (εδώ είχα βάλει ένα βίντεο όπου όντως μιλούσε σαν να εκπροσωπεί τό συγκρότημα) (στο μεταξύ η μία από τίς τρεις τού συγκροτήματος που είχαν συλληφθεί αφέθηκε όπως μάθαμε ελεύθερη (εδώ συνέντευξή της με πληροφορίες γενικά) αλλά οι άλλες μένουν στη φυλακή)

   κι έχει τεράστια σημασία πιστεύω ότι παρόλο που αντιμετωπίζουν τήν προοπτική μιας εκτόπισης – που κανείς δεν ξέρει πώς θα είναι και τί θα φέρει (τό καθεστώς τών σταλινοθρεμμένων ασφαλιτών που κυβερνάει τή ρωσία σήμερα έχει δώσει επαρκή δείγματα ότι ακολουθεί τίς μεθόδους τού παρελθόντος (;) πατερούλη και ως προς τούς (τίς) διαφωνούντες) – μία γυναίκα παρόλ’ αυτά αρνείται να δεχτεί τόν σύζυγό της τόν σύντροφό της τόν άντρα της, ως προστάτη και (εξαυτού) προαγωγό : επιμένοντας σε μια φεμινιστική καλλιτεχνική και αναρχική συνείδηση – που για τά δικά μας τουλάχιστον ήθη είναι ξένη γλώσσα – όχι απλώς ρώσικα αλλά στην κυριολεξία κινέζικα :

«pussy riot can be nothing other than a young woman in a balaclava»

«…ο πιοτρ βερσίλοφ σφετερίστηκε τόν ρόλο ανθρώπου που παίρνει αποφάσεις και εκπροσωπεί τίς pussy riot πράγμα που παραβιάζει τήν ίδια τήν ιδεολογία τού γκρουπ. Κι αυτό, γιατί νόμιμη εκπροσώπηση τής ομάδας δεν μπορεί να γίνεται παρά μόνο από ένα κορίτσι που φοράει μπαλακλάβα. Επιπλέον, δεν χωράει θέση παραγωγού/προαγωγού/οργανωτή σε ένα συγκρότημα πανκ με αντι–ιεραρχική δομή. Κάθε προσπάθεια να διεκδικήσει κανείς μια τέτοια θέση αποτελεί προδοσία και τού πανκ και τών pussy riot.
  τολοκονίκοβα ν. α., 11 οκτωβρίου 2012».

.

.

.

   malala yousafzai : η άρνηση τού φόβου μου

   η γενναιότητα τού μικρού κοριτσιού και τό μίσος τών άλλων μ’ έχουν αφήσει τόσο ξερή και άναυδη, που αδυνατώ να πω οτιδήποτε : εύχομαι μόνο με τή δύναμη που έχει να μπορέσει να νικήσει τίς σφαίρες και να επιζήσει    ( : και μακάρι να ’μουνα θρήσκα για να μπορούσα να καταραστώ στον φριχτότερο δυνατό θάνατο αυτά τά θρησκευόμενα κτήνη που είπαν ότι θα τό ξαναεπιχειρήσουν – μερικές φορές εύχεται κανείς να ’χε δίκιο ο δάντης και να μπορούσε να υπάρξει κόλαση –)

   εδώ και εδώ τά ημερολόγιά της όπως δημοσιεύτηκαν τό 2009 στο bbc urdu online

   και διαβάστε κι αυτό

.
.
  

.

.

.

.

.

.

.

.

Σεπτεμβρίου 19, 2012

κώστας γεωργάκης, ένα γράμμα ένας συνειρμός

. 

.

.

.

.

«…ο γιος σου δεν είναι ήρωας

είναι ένας άνθρωπος όπως οι άλλοι, ίσως με λίγο φόβο παραπάνω

μετά από τρία χρόνια βίας δεν αντέχω άλλο…»

.

.

.

.

.

να προσέχουν λοιπόν οι αγανακτισμένοι με τά ξένα μαύρα παιδιά γονείς τήν ψήφο και τά λόγια τους, γιατί αν ανέβη για τά καλά ο μιχαλολιάκος, κάποιο δικό τους άσπρο παιδί θα πυρποληθεί και πάλι που δεν θα είναι ήρωας και θα φοβάται ίσως περισσότερο απ’ όλους

.

.

.

.

.

 φωτογραφία νίκου κούρκουλου (οι κήποι τόν ευχαριστούν θερμά)

.

.

.

 

 

 

Αύγουστος 25, 2012

φεμινιστικά ☻ με αφορμή τίς pussy riot ☻

.

.

.

.

.

   κατ’ αρχάς για να μην ξεχνιόμαστε : λείπω…

   αυτό τό ποστ γράφεται επομένως εν τη απουσία μου – όπως και τό προηγούμενο…

   αλλά επειδή τά γεγονότα δεν μ’ αφήνουν ούτε ν’ αγιάσω ούτε να δουλέψω ούτε να διαβάσω (για να ξεροσταλιάσω (δηλαδή στη θάλασσα) προς τό παρόν δεν τό συζητάμε…) :

   να πω ότι χρειάζονται επειγόντως υπογραφές για τήν απελευθέρωση τών pussy riot – απ’ όσες/όσους δεν έχουν υπογράψει ακόμα αν και θα τό ’θελαν ( : δεν θέλω να τό γρουσουζεύω αλλά η φυλακή για τά κορίτσια αυτά δεν μού φαίνεται να είναι και μια οποιαδήποτε φυλακή (σαν τού νορβηγού να πούμε) – προσωπικά φοβάμαι ακόμα και για τή ζωή τους – ο ρώσος μαφιόζος έχει αποδείξει ότι είναι ύπουλος εκδικητικός και μουλωχτός δολοφόνος) : υπογράφετε εδώ

.

   διαβάστε επίσης εδώ τήν ιστορία τής nagla wafa

   ( : αυτή τήν ιστορία τή βρήκα στο βλογ τής αλεξάνδρας κίνιας και για να τήν περιγράψω πολύ σύντομα ας πω ότι πρόκειται για μια γυναίκα από τήν αίγυπτο που έχει μπλέξει σ’ έναν άνευ προηγουμένου εφιάλτη στη σαουδική αραβία και αυτή τή στιγμή εκτίει ποινή φυλάκισης 5 χρόνων αφού πρώτα έφαγε και 500 βουρδουλιές – εξαιτίας τών οποίων σήμερα η υγεία της βρίσκεται σε κίνδυνο – διότι είχε τήν ατυχία ν’ ανοίξει μια πολύ πετυχημένη επιχείρηση σε μια χώρα που διαθέτει, εκτός από τίς άλλες της μισαλλοδοξίες και βασιλική οικογένεια, τής οποίας ένα μέλος (κάποια πριγκίπισσα να πούμε) αποφάσισε να τής φάει τήν επιχείρηση και να τήν πληρώσει προκαταβολικά και με βουρδουλιές)

.

.

νά και τό ιστορικό τών ακτιβισμών τής καλλιτεχνικής δράσης και τής σύλληψης τών κοριτσιών απ’ τή ρωσία,
όπως τό αφηγείται ο άντρας τής μιας απ’ αυτές, τής ναντιέζντας (σ’ ένα φόρουμ
για τήν ελευθερία
που έγινε στο όσλο τόν μάϊο, και τό βρήκα εδώ) :

.

.

.

βρήκα όμως κι ένα βίδεο για τόν ενγένει μισογυνισμό στα κοινωνικά δίχτυα μας (από τήν κουήνι με τής οποίας
τό κείμενο παρεμπιπτόντως συμφωνώ απολύτως αλλά ας μπει κι αυτό εδώ ως φόρος τιμής στις
απανταχού μισαλλοδοξίες) :

.

.

.

και νά κι ένα τραγούδι από τίς ωραίες γιαγιάδες (εδώ τα λόγια του)
(τό βρήκα στις φεμινιστοφιλοσόφισσες)

.

.

   αυτό βέβαια έχει ξεκινήσει, δεν χρειάζεται καν να τό πω (αν και δεν διάβασα και πολλά στα ελληνικά) από τήν γνωστή παγκοσμίως κοτσάνα για τόν «νομικά ορθό βιασμό» (ή «αυθεντικό», ή «γνήσιο» ! ) ενός αμερικανοηλίθιου πολιτικού

.

.

   αυτά για σήμερα και ελπίζω να μην χρειαστεί να ξανάρθω πριν ολοκληρωθούν οι αδιακόπως ήδη διακοπτόμενες διακοπές μου

.

.

.

.

.

Μαΐου 18, 2012

ο εθνικισμός οι επίδοξοι δικτατορίσκοι και η ποίηση μετά τό άουσβιτς

.

  

.

   διακοπή τών καβαφικών για άλλη μια φορά σήμερα (αυτές είναι οι εκλογικές περιπέτειες τού καβάφη…)

   αλλά καθώς πάμε για νέες εκλογές αισθάνομαι τήν ανάγκη να ανατρέξω στα προεκλογικά συμβάντα τών αμέσως, προ δεκαημέρου, προηγούμενων :

   μόνο που αυτό σήμερα δεν είναι ανάρτηση αλλά μάλλον κατάβαση και μάλλον, επιπλέον, κάτι σαν γράμμα, τελείως μάταιο όμως :

   και μάταιο και άχρηστο, γιατί αυτοί στους οποίους θα απευθυνόταν δεν θα τό διάβαζαν ποτέ, όσοι θα τό διαβάσουν ήδη όλ’ αυτά τά ξέρουν, και καταλήγει τελικά να είναι ένα γράμμα που επιστρέφει ως μονόλογος στον αποσβολωμένο εαυτό του : αυτή είναι και η μόνη του χρησιμότητα – η χρησιμότητα που έχουν συνήθως με άλλα λόγια όλα τά γραφτά : να ειπωθούν, τά πράγματα, απλώς : και να τά πω κατασκευάζοντας (επιπλέον) τήν (καταχωνιασμένη) αυταπάτη ότι θα μπορούσε να τ’ ακούσει, σ’ ένα άλλο σύμπαν, και κάποιος απ’ αυτούς που ψήφισαν στις εκλογές έναν επίδοξο δικτατορίσκο – για να διαμαρτυρηθούν που η πολιτική ζωή στη χώρα δεν αποτελείται από τελείως άψογους δημοκράτες :

   περίεργο φάρμακο μα τήν αλήθεια : ακόμα και τά παιδιά ξέρουν ότι δεν πρέπει να παίζουν με τά κρυμμένα πηγάδια, γιατί μπορεί να πέσουν μέσα : ακόμα και τά άλογα ζώα έχουν ισχυρότερο ένστικτο αυτοσυντήρησης – δουλεύουν με τή μύτη, μυρίζονται καλά τούς εχθρούς τους ακόμα κι αν είναι τυφλά, και δεν βλέπουν καθόλου. Ακόμα κι αν πεινάνε και τούς ρίξεις τροφή, τή μυρίζουν πριν τή φάνε – οι γάτες σίγουρα – τά μυρίζονται δηλαδή τά σάπια

   μόνο εμείς ως ανώτερο είδος έχουμε αναπτύξει τόσο τό μυαλό μας που να χάσουμε όλες τίς άλλες αισθήσεις – και τό μυαλό μας δουλεύει και μονόπαντα : δεν είναι τέλειοι δημοκράτες αυτοί που κυβερνάνε, φέρε αυτούς που μισούν τήν ίδια τήν έννοια τής ελευθερίας εν τή γενέσει της : τό τέλειο φάρμακο – ποιό άλλο ζώο μπορεί να ’ναι τόσο ηλίθιο;

   η αλήθεια είναι ότι αρχικά δεν ήθελα ν’ ασχοληθώ ούτε γι’ αστείο μαζί τους – μού χαλάει και τήν όλη αισθητική τό θέμα, πέρα από τό ότι θα τό θεωρούσα και μάταιο διότι είναι παμπάλαια και τά λόγια κι η ρητορική τους, παμπάλαια κι επαναλαμβανόμενα : τό ζήτημα είναι απλώς ότι οι αρουραίοι αυτού τού είδους αρχίζουν κι αποκτάνε δύναμη όταν η ζωή μας δυσκολέψει – και ξέρουμε καλά πόσο έχει δυσκολέψει : και τό ότι ερμηνεύουμε τά πράγματα διαφορετικά δεν αλλάζει και πολλά πράγματα σε όσα παράλογα μάς έχουν κάτσει στο σβέρκο (αν και από μία άλλη άποψη μπορεί και να τ’ αλλάξει κάποτε όλα εντελώς) : αλλά μ’ έτρωγε και τό σαράκι κι έκατσα να τούς δω στην τηλεόραση –

.

  

.

   αυτό που μού ’κανε καταρχάς εντύπωση είναι τό πόσο, οι δημοσιογράφοι που τούς μιλάνε, είναι καταβάθος εντελώς ανίκανοι (για να μην πω τό φαρμακερό απρόθυμοι) να τούς αντιμετωπίσουν – και πόσο, ακόμα και μέσα από τίς διακηρυγμένες αντιρρήσεις τους, παίζουνε στο δικό τους γήπεδο τελικά : θα ’θελα κάπως αλλιώς να γίνει δηλαδή τό πράγμα – χωρίς να σημαίνει ότι αυτό που θα ’θελα θα ’ταν και τό σωστό, ή και ότι θα ’ταν πράγματι πραγματοποιήσιμο : διότι είμαι σίγουρη ότι κανένα από τά πρόσωπα που βασανίστηκαν απ’ τήν τελευταία δικτατορία τους (εκείνοι που βασανίστηκαν επί μεταξά δεν ζούνε πια νομίζω), (τήν ξεχασμένη δηλαδή (πια) χούντα τών συνταγματαρχών που οι νεοεισελθόντες αστέρες τής βουλής θαυμάζουν) δεν θα καταδεχόταν ούτε να τούς φτύσει, όχι να τούς μιλήσει κιόλας – αλλά πολύ θα τό χαιρόμουν τελοσπάντων τουλάχιστον αν, καπάκι με τό αρλουμποειδές τους θράσος, κι αντί να μιλάει μόνο ένας τραγουδιστής ή ένας συγγραφέας αστυνομικών (όχι πως δεν είπαν και κάνα σωστό) είχαμε τήν κίττυ αρσένη ή τή νατάσα μερτίκα ή τήν δώρα καλλιπολίτη (κι άλλες, κι άλλους – απ’ αυτές που με κίνδυνο τής ζωής τους αυτοαμυνόμενες, αντιστάθηκαν κάποτε) και να πουν δυο κουβέντες δηλαδή όχι σ’ αυτούς αλλά σε μάς : ένα αδιόρατο άρωμα να αναδινόταν επιτέλους για τό τί περάσανε κάποτε άνθρωποι στα χέρια αυτών που δεν γουστάρουν τή δημοκρατία, ούτε τήν ατελή ούτε, πολύ περισσότερο, τήν τέλεια – αυτήν που θα ’ξερε δηλαδή να τούς κόψει σίγουρα και τά πόδια και τόν βήχα

   ή έστω κάποιος να διάβαζε απ’ τό βιβλίο τής αρσένη ή τού κοροβέση δυο αποσπάσματα περί τών βασανιστηρίων τους, και μια που ο μουστακλής ή ο καράγιωργας δεν ζούνε πια, θα μπορούσανε να βάζανε τό βίντεο κείνο όπου ο μουστακλής δεν μπορούσε να μιλήσει παράλυτος απ’ τά βασανιστήρια, κι έκανε απλώς νοήματα για τό τί πέρασε – κραυγάζοντας μονάχα «όχι, όχι» όταν τόν ρώτησαν αν στη διάρκεια τής ανάκρισης μίλησε. Όχι για τούς ίδιους τούς χουνταίους – αυτοί τά ξέρουν, και θέλουν να τά ξανακάνουν και χωρίς αναστολές, όπως φάνηκε ξεκάθαρα (όποιος έχει μάτια βλέπει) – αλλά για σάς (θα ’γραφα στο γράμμα, αν τό ’γραφα) που τούς ψηφίσατε : γιατί πάνω σας πατάνε, και με τή δικιά σας ψήφο θέλουν να ξαναχτίσουν τήν κόλαση

   : πατώντας πάνω στις ατέλειες τής δημοκρατίας είναι που βασιλεύει (χωρίς καθόλου να δύει) τό θράσος τους – όπως πάνω στις ίδιες ατέλειες βασιλεύει ακριβώς ο γενικός θυμός ημών τών υπολοίπων…

   φυσικά δεν είναι κακό να θυμώνουμε – είναι τό πρώτο υλικό απ’ τό οποίο κατασκευάζεται λόγω ενός γενικού και σχεδόν ακατανόητου έρωτα προς τόν κόσμο η μανιασμένη και πεισματωμένη πράξη που αργότερα, μάλλον αφηρημένα (ή μεγαλόστομα) ονομάζεται αντίσταση, ενώ θα ’πρεπε να ονομάζεται απλώς έρωτας – ή αγάπη, ή καλοσύνη. Και αυτό ξέροντάς το οι χουνταίοι προσπαθούν να σάς πάρουν τό όπλο τού θυμού μες απ’ τά χέρια και να σάς κάνουν να στρέψετε τό όπλο αυτό εναντίον σας κι εναντίον μας – ν’ αυτοκτονήσετε δηλαδή σαν μανιασμένα και πεισματωμένα να μισείτε τόν κόσμο όλο – ιθαγενείς κι αλλόθρησκους και τόν εαυτό σας μαζί –

 

   δεν θ’ αναλύσω ένα προς ένα τά «επιχειρήματα» που άκουσα – δεν τό αντέχει τό στομάχι μου, ομολογώ – κι έτσι, ένα δυο τρία πράγματα μόνο :

   καταρχάς, σε σχέση μ’ αυτή τή θρασύτατα και επιδεικτικότατα αποενοχοποιημένη προβολή τής ιδεολογίας, και τό «δεν είμαστε ναζιστές, είμαστε εθνικιστές» : επειδή δηλαδή ποντάρουν στην εγγενή λεξιλαγνεία που γεννιέται σε λούμπεν και όχι μόνο στρώματα τής εδώ κοινωνίας, επιχειρώντας να τά απαλλάξουν από τίς ελάχιστες αλλά υπαρκτές ενοχές για τήν εγγενή τους έλλειψη παιδείας : είναι τό ίδιο – αν και λίγο χειρότερο – : μού κάνει εντύπωση δηλαδή πόσο ο σημερινός φασισμός στη χώρα αυτή (κι ίσως όχι μόνο) δεν επενδύεται καν με τήν ανάγκη τού παλιού εκείνου γερμανικού ή ιταλικού για τά προσχήματα : ο «εθνικοσοσιαλισμός» μπορεί να ήταν μια μπαρούφα επί τής ουσίας ως νόημα, είχε όμως ένα νόημα όταν συνόδευε τήν ιδέα τού εθνικισμού ως «γενικού μίσους» με μια απόπειρα οικειοποίησης και τής ιδέας μιας «γενικής αγάπης» στο όνομα τού σοσιαλισμού : αυτό λοιπόν δεν (τούς) χρειάζεται πλέον : σκέτο μίσος φτάνει, και χωρίς να κρύβεται

   αυτό είναι ένα επιχείρημα που δεν μπορεί να διατυπωθεί βέβαια ως έχει : εκείνο όμως που λέγεται ανοιχτά, στοχεύει πάλι κουτοπόνηρα στην συμπλεγματική ωραιοπάθεια τού απαίδευτου : δεν συμφωνούμε με κείνα, γιατί ήταν ξένα : εμείς έχουμε τά δικά μας – και τα δικά μας είναι πάντα κάποιοι δικτάτορες – ο μεταξάς που είπε τό όχι ( η ιστορία ως κακοχωνεμένο σύνθημα), ο παπαδόπουλος και ο παττακός (που στη φυλακή ανήκαν στις ψυχούλες (τούς παίρνει μαζικά και ελεήμων η μπάλα μαζί με τούς άλλους «καλούς ανθρώπους, που είναι κατά κανόνα στη φυλακή ακόμα και (ή κυρίως) ως δολοφόνοι»)) : εξάλλου «στη φυλακή δεν είναι πάντα οι κακοί» – νά και η φιλική οικειοποίηση συνθημάτων απ’ τήν περιρρέουσα αναρχίζουσα αμφισβήτηση μιας ξέπνοης κοινωνίας για τήν όντως ανύπαρκτη δικαιοσύνη

   σαν τό τυρί για τό (μόνο όταν δεν κοστίζει) αναρχίζον ήθος ως δόλωμα στη φάκα τής ζαλισμένα αυτάρεσκης άγνοιας τού μέσου αστού – να μην παραβλέψει πάντως κανείς τό γεγονός ότι τό δημοφιλές αναρχίζον δόλωμα στην περίπτωση τού φασίστα διαπράττει διακρίσεις που κάνουν διαυγέστερες τίς επιλογές του, καθώς η αλληλεγγύη αφορά αποκλειστικά τούς δολοφόνους (συμπεριλαμβάνοντας έτσι τούς καταδικασμένους και έγκλειστους τότε δικτάτορες) ενώ αδιαφορεί για τούς μικροκλέφτες και ναρκομανείς προς τούς οποίους κατά κύριο λόγο απευθύνεται μια τέτοια αλληλεγγύη αν είναι όντως ορθολογικής και, κάπως τέλος πάντων, γνήσια ελευθεριακής κατεύθυνσης

   είδα τόν εθνικισμό να τόν αποδέχονται ως αξιοπρεπή όρο χάσκοντας οι δημοσιογράφοι μας : δεν μού κάνει εντύπωση αν και θα μπορούσα να ρωτήσω από πότε λοιπόν άρχισε να θεωρείται ότι ο εθνικισμός (μπορεί να) είναι και καλό πράγμα; (και τί ουσιαστικά σημαίνει εθνικισμός πέραν τού γενικού μίσους που τόν γεννά και τό οποίο μετά, ως αυτοάμυνα κιόλας, τό ανατροφοδοτεί με τή σειρά του ο ίδιος;) Γιατί πέρασαν κάτι αιώνες από τήν εποχή που μπορούσαμε να είμαστε όντα συνηθισμένα που αποδέχονται ήσυχα ότι ο εθνικισμός (όπως και ο μισογυνισμός (πάντα τόν συνοδεύει)) είναι ρατσισμός και τίποτα παραπέρα; Τί αποβλάκωσε αυτές τίς ηλικίες ή τίς γειτονιές ή τά είδη; Και τά αποβλάκωσε όντως, ή απλώς τώρα εκφράζουν ανοιχτά αυτό που κάποτε θεωρούνταν τόσο πολύ βλακώδες κι απαράδεκτο, ώστε ντρεπόντουσαν να τό υπερασπιστούν; Και γιατί τότε ντρεπόντουσαν και τώρα όχι; Και γιατί τώρα δεν θεωρείται ο εθνικισμός δηλαδή χοντρή και απαράδεκτη μαλακία;

   μεγάλα βέβαια και μεταφυσικά ερωτήματα, που εξάλλου έχουν απαντηθεί κι εν πολλοίς : άλλοι λεν ότι πάψαμε να ντρεπόμαστε για τούς εθνικισμούς μας μετά απ’ τήν κατάρρευση τού υπαρκτού, κι απ’ τούς πολέμους που ακολούθησαν μεταξύ βιαίως συνυπαρξάντων και μηδέποτε αλληλοχωνευθέντων λαών, κι άλλοι τονίζουν συγχρόνως τήν κυριαρχία τών αγορών που μετατράπηκε σε μόνη ουσιαστικά κυβέρνηση επί τού πλανήτη ισοπεδώνοντας για λόγους οικονομίας διαφορές που έκρυβαν πίσω τους κάτι ουσιαστικότερο για τά ήδη καταπτοημένα και ομογενοποιημένα άτομα : έτσι η (ομαδική) αυταρέσκεια επέστρεψε ως τό μόνο πρόσωπο που μπορούσε να πάρει τώρα πια η παλιά εκείνη προσπάθεια αυτογνωσίας. Αλλά φυσικά όλ’ αυτά δεν φτάνουν, μοιάζουν και λίγο τεχνοκρατικά, και δικαίως – γιατί απλούστατα όλα αυτά είναι οι λόγοι μετά τόν λόγο :

   αλλά ο λόγος είναι τό ιερό ταμπού που ως συνήθως στις θρησκείες δεν λέμε τ’ όνομά του ποτέ : γι’ αυτό μόλις ακούσουν όλοι τό υποκατάστατο, δηλαδή τόν εθνικισμό πάνε και στέκονται ηλιθιωδέστατα σούζα : γιατί πρόκειται για κάτι εσωτερικό βαθύ και δυνατότερο από τήν ονομασία ενός συμπλέγματος που μπόρεσε να επιζήσει μετά από τέτοιο καταχώνιασμα και τέτοια απαγόρευση ώστε ν’ αντέξει ενενηντατόσα χρόνια, κι όλη τή διάρκεια τής ένδοξης επανάστασης, και να ξαναβγεί άθικτος στην επιφάνεια με τήν παταγώδη κατάρρευση : γιατί αυτό τό γενικό μίσος προς τόν άλλον, και τό άλλο χρώμα, και τήν άλλη και τήν ξένη, και τό άλλο φύλο, ως υποκατάστατο τού έρωτα είναι η απόλυτη μεθαδόνη : η παρηγοριά γι’ αυτό που μάς λείπει, και γίνεται συστηματική προσπάθεια μέσ’ απ’ τήν (ιερή) οικογένεια ώστε να λείψει από νωρίς : μέχρι τώρα τό ξέρουμε να ξεπετάγεται σαν τό πιο ελεήμον ναρκωτικό στις ζωές τών αγοριών που οι πατεράδες τους ήταν «πέραν τού κανονικού» αφέντες – αυτά τά παιδιά κοιτάνε απλώς να γίνουν οι ίδιοι αφέντες με τή σειρά τους, μιμούμενοι και προσκολλώμενοι, υπακούοντας και παρηγορούμενοι, σ’ έναν νέον αφέντη που θυμίζει εκείνον τόν πρώτο – όχι απλώς υποκαθιστώντας τον αλλά κολακεύοντας τήν εικόνα του ταυτόχρονα – κάνοντάς τον τώρα ηθελημένο επιλεγμένο και ιεροποιημένο αρχηγό και ηγέτη

   ο αντόρνο στη μελέτη του για τήν «αυταρχική προσωπικότητα» (που εκπονήθηκε στα χρόνια τής αυτοεξορίας στην αμερική (όπου όλη η παρέα τής σχολής κατέφυγε γλιτώνοντας εγκαίρως από τά κρεματόρια (όλη η παρέα πλήν μπένγιαμιν)) έρευνα που διεξήγαγε με παραδειγματικώς επιστημονικά κριτήρια μια ομάδα φοιτητών υπό τήν εποπτεία του) διαπίστωσε ότι «κλίση προς τόν αυταρχισμό και τή συμβατική συμπεριφορά (που εκ παραλλήλου τόν συνοδεύει) έχουν, παραδόξως όπως φαίνεται εκ πρώτης όψεως, τά αγόρια που είναι επιθετικά, ατίθασα, ανυπάκουα και άτακτα στο σχολείο» – δεν είναι όμως να σού κάνει τελικά εντύπωση : ένα παιδί με τήν ψυχολογία τού κάφκα που, από τήν εποχή ακόμα πριν τό σχολείο, στρέφεται προς τά μέσα και (παράλληλα με τίς μικροσκανταλιές που κάνει) μελετάει με ήρεμον έρωτα και περιέργεια στοχαστικά τόν εαυτό του – μού φαίνεται ότι διαθέτει εντελώς φυσιολογικά τά εχέγγυα για να αναπτύξει κείνη τήν αναρχική συνείδηση που θα καταστήσει αργότερα τό έργο του μοναδικό – συμφωνώντας με ό,τι θα χαρακτήριζε πια και τόν ίδιο ως ενήλικα

   τό παιδί–τραμπούκος όμως έχει έναν μόνιμο φόβο συνοδευόμενον (και πυροδοτούμενον) από μειωμένες αντιστάσεις απέναντι σε κάθε είδους κυριαρχία και επιβολή : φοβάται πάνω απ’ όλα μονίμως μην ανακαλυφτεί πόσο φοβάται τήν οικογένεια που μισεί : και γι’ αυτό τήν μιμείται. Αντίθετα δηλαδή με τό παιδί που επιμένει στον εαυτό του και αναγνωρίζει ελεύθερα τούς φόβους του, πράγμα που είναι ακριβώς τό πρώτο βήμα για να πατήσει πάνω τους και να βρεθεί έτσι ψηλότερα (που θα ’λεγε κι ο χαίλντερλιν – άλλος γερμανόφωνος αυτός, και προϊόν εξίσου αυταρχικής οικογένειας, αν και στην περίπτωσή του ο δήμιος ήταν η μητέρα (όπως και τού ρεμπώ)) :

   ο τραγουδιστής σαββόπουλος στη συνέντευξη (03.00΄ – 03.54΄) που έβλεπα μού έκανε εντύπωση ότι είπε κάτι πολύ σωστό : έκανε δηλαδή τή διάκριση ανάμεσα σ’ αυτούς που φοβώνται (κατά καιρούς διάφορα πράγματα, όπως όλοι μας) και σέ κάποιους άλλους (που παρατήρησε στον στρατό ίσως, αν θυμάμαι καλά) οι οποίοι ήταν ολόκληροι μονίμως ένας φόβος : ο φόβος τούς είχε καταπιεί, τούς είχε σκεπάσει και είχε κυριαρχήσει πάνω τους ολόκληρος : ε, αυτό είναι μια καλή περιγραφή για να καταλάβεις αυτόν που (αυτο)χαρακτηρίζεται ανενδοίαστα ως ρατσιστής – δηλαδή εθνικιστής : καταρχάς η απόλυτη εμπιστοσύνη του στις λέξεις (από μια άποψη δηλαδή η εμπιστοσύνη και καταφυγή προς τήν κοινά αποδεκτή τυπική πραγματικότητα) είναι η τέλεια μάσκα – κι  αυτός ο εναγκαλισμός τού κοινά αποδεκτού λόγου κρύβει ακριβώς τόν απόλυτο τρόμο προς τήν κοινά αποδεκτή καταπίεση που τόν έχει καβαλλικέψει :

   λογικά λοιπόν, αυτό που χαρακτηρίζει στη συνέχεια τήν ψυχοσύνθεση τού ρατσιστή είναι η απόλυτη κι απαρασάλευτη βεβαιότητά του ότι βρίσκεται διαρκώς και εν δικαίω και εν αμύνη : δεν αμφιβάλλει ότι τού επιτίθενται από παντού, συνεπώς οποιαδήποτε δική του πράξη είναι μονίμως και αδιαμφισβήτητα μια πράξη αυτοάμυνας. Μ’ αυτή τήν έννοια δεν είναι απλώς έλλειψη φαντασίας η αδυναμία του να μπει στη θέση τού άλλου αλλά στην κυριολεξία πράξη μιας «αυτοσυντήρησης τής τελευταίας στιγμής» – εξού και οι λογικές αντιφάσεις στις οποίες πέφτει χωρίς καν να τίς καταλαβαίνει : προσέξτε (στη συνέντευξη) τήν ανυπόκριτη κοροϊδία προς τούς ειρηνιστές με τά κουδούνια στα πόδια («για να μην πατήσουν κανένα μυρμήγκι» : εδώ ακριβώς εύκολα θα ’βλεπε κανείς τήν επιτακτική ανάγκη τους να αρνηθούν πως έχουν ζήσει οι ίδιοι τήν πραγματικότητα τού μυρμηγκιού), τόν θαυμασμό – ανυπόκριτο αυτόν – προς τόν στρατό και κάθε τί στρατιωτικό, κι από τήν άλλη τό αθώο ύφος καλοκάγαθου μέσου και λογικού ανθρώπου, που εξοργίζεται όταν από μια πράξη αντίστασης εναντίον ενός δικτατορικού καθεστώτος («μια βόμβα στο άγαλμα τού τρούμαν») «σκοτώθηκε και ένα κοριτσάκι» : τήν ίδια στιγμή βεβαίως αδιαφορεί πλήρως για τούς βασανιζόμενους και δολοφονούμενους από τό ίδιο καθεστώς. Αντίθετα βέβαια με τήν στιγμιαία του αλληλεγγύη προς τό γυναικείο φύλο (αλληλεγγύη που άλλωστε φροντίζει ο ίδιος αμέσως να μετριάσει προσθέτοντας «και ένας αστυνομικός» : «εκείνη τή μέρα σκοτώθηκε εξαιτίας τής βόμβας μια κοπέλα κι ένας αστυνομικός» * ) και αδιαφορώντας μέσα στην ίδια πρόταση για τούς δολοφονημένους από τήν ίδια τή δικτατορία, εκλαμβάνει ακριβώς εκ τών προτέρων τούς δεύτερους ως (δικούς του) εχθρούς, απέναντι στους οποίους η δολοφονία και τά βασανιστήρια αποτελούν μορφή (δικιάς του) «αυτοάμυνας» : θα μπορούσε να πει κανείς ότι τό βασικό χαρακτηριστικό απ’ τό οποίο συνίσταται η σκέψη του είναι η απόλυτη έλλειψη αμοιβαιότητας – αυτή η έλλειψη επιστροφής ήχου από τή συνολική κοινωνία – η απόλυτη αποκοπή του από τό περιβάλλον : αποκοπή που συνοδεύει λογικά τόν ευνουχισμό αισθημάτων μυαλού και σώματος

    ακριβώς η ψυχολογία του τελικά προδίνει αυτή τή βαθύτερη απόρριψη τής ίδιας τής ιδέας τού έρωτα ως συστατικό τού κόσμου : η ίδια η ιδέα τής «καθαρότητας» και τού «μη αναμεμειγμένου αίματος» υποκρύπτει μίσος απέχθεια και αηδία προς τήν ίδια τήν ιδέα οποιασδήποτε συνύπαρξης, συνουσίας, επιμειξίας, φυσιολογικού ή φαντασμαγορικού συνδυασμού ή αγγίγματος – κόσμων, φυλών, φύλων, σωμάτων : υποκρύπτει τήν ίδια τήν άρνηση τής ζωής, η οποία μόνιμα στον εθνικισμό μεταμφιέζεται σε «οπαδό τής αρχέγονης φύσης» : όπου με τούς όρους «αρχέγονος» και «φύση» επικαλείται ο υπάρχων πολιτισμός μέσα από μια μόνιμη αντιστροφή ακριβώς τόν εαυτό του : πως ο «φυσικός άνθρωπος» δηλαδή είναι όχι ερωτικός αλλά βίαιος και δολοφονικός – μ’ αυτό επιτυγχάνεται ένα είδος αδέξιου αλλά επιτήδειου καθαγιασμού τού ίδιου αυτού πολιτισμού ως διαρκούς και αναγκαίου φόνου – : πολέμου που μάς επαναφέρει απλώς «στις πρώτες πηγές». Ο ρατσιστής μέσω τής λατρείας τού στρατού – δηλαδή τής νομιμότητας τών φόνων – έχει ιεροποιήσει τήν απόλυτη εσωτερική του ανικανότητα. Στην πραγματικότητα, και επειδή πρέπει να κρατήσει και τά προσχήματα ότι μετέχει τής γενικής κανονικής ζωής τών άλλων, η πράξη τού έρωτα για τόν ίδιον έχει μετατραπεί σε ψυχρό είδος τιμωρίας προς κατώτερα είδη – μια καλυμένη ή ακάλυπτη μορφή βιασμού αρκεί και με τό παραπάνω, η χρησιμότητά της είναι απλώς να τόν πείσει ότι ανήκει στο είδος που κυριαρχεί και δεν κυριαρχείται : καταπιέζει και δεν καταπιέζεται : πιστεύω ότι από εκεί (πέρα από τόν ενγένει κομφορμισμό του) κατάγεται και η τρομώδης του απέχθεια προς τήν αντρική ομοφυλοφιλία : είναι δυνατόν ο «από πάνω» να πάρει οικειοθελώς τή θέση τού «από κάτω»; (αυτό, μολονότι είναι γενικώς παραδεκτή η υπόγεια ομοφυλοφιλία που διατρέχει τίς λογικές τής στρατιωτικής ζωής – αλλά πρόκειται για μια «διαστροφή» (που συμπεριλαμβάνει εξάλλου φυσιολογικά έναν κακοκρυμμένο ή και ρητό μισογυνισμό) η οποία αφενός μεν πρέπει να παραμείνει εξιδανικευμένη, «πλατωνική», και αν αφετέρου περάσει στον χώρο τής όντως σωματικής «πραγματικότητας» δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να γίνει «έξω» γνωστή)

   αυτοί είναι λίγοι από τούς λόγους τής σχιζοφρένειας τού ρατσιστή να θεωρεί τόν εαυτό του μονίμως απειλούμενο και από παντού, και να πιστεύει ότι είναι διαρκώς δικαίως αμυνόμενος – έτσι που η οποιοαδήποτε άμυνα (ή αυτοάμυνα) τών άλλων να μετατρέπεται αυτομάτως σε κακοήθη επίθεση εναντίον του

   μην πιστέψουμε αφελώς ότι είναι αφελής : η ηλιθιότητά του είναι καλά καταχωνιασμένη και, επί τής επιφανείας, διαθέτει πολύπλοκα και σχεδόν ευφυή συστήματα αυτοπροστασίας – και κάποτε κάποιο είδος γνώσεων που παρουσιάζονται στους αφοσιωμένους του οπαδούς ως δείγματα περίπου σοφίας : να μη ζητάμε όμως και πολλά από τέτοιες ομάδες : ο αρχηγός αγαπάει τήν ποίηση – ο αρχηγός έχει διαβάσει και ποιήματα – : η απόλυτη πειθαρχία που αυτονόητα κυριαρχεί σε τέτοιες συνάξεις σαν τό πιο λογικά αντεστραμμένο υποκατάστατο τής άναρχης ερωτικής πράξης (και γι’ αυτό στην κυριολεξία ειλικρινά δεν καταλαβαίνουν πώς μπορεί εσύ κι εγώ να μην εννοούμε τήν ομορφιά και τήν ιερότητα αυτού τού τελετουργικού), οι απότομες δηλαδή και σπασμωδικές κινήσεις μιας πειθήνιας υποταγής ανακαλούν, από μακριά κι από τήν ανάποδη, τήν ξεχασμένη τελετουργία τής απόλυτης ελευθερίας τού έρωτα : η πειθαρχία όμως αυτή δεν τούς επιβάλλει να διαβάζουν οι ίδιοι τήν ποίηση : αρκεί που ο αρχηγός ξέρει

   πολύ λυπήθηκα όμως τήν ανεπάρκεια τού δημοσιογράφου θεοδωράκη που άφησε αυτό τό διαμάντι να πέσει κάτω και δεν τό μάζεψε : «είμαι πάντα με τούς χαμένους και τούς ντεσπεράντος τής ιστορίας» «τολμώ να πω, αν και δεν είναι και τόσο συναφές (…), ότι μέ γοητεύουν οι κολασμένοι ποιητές και συμβολιστές τού 19ου αιώνος – γενικά πιστεύω ότι η ζωή είναι μια ποίηση – κι ότι πρέπει να τή φτάνουμε στα άκρα – μόνο έτσι έχει σημασία» (« – πόσο στα άκρα όμως;» – «όσο πάει»)

.

.

   η αθώα πάντως αυτή πρόταση περί ποίησης (όσο και η ίδια η στιγμή τής συνέντευξης) είχε ένα επίσης, πολύ γενικότερο, ενδιαφέρον : μια που ανέφερα τόν αντόρνο πιο πάνω, ας συνεχίσω για λίγο, και τελειώνοντας, μ’ αυτόν : αν θυμάστε κάποιες αισθητικές απόψεις τού σκοτεινού γερμανού φιλοσόφου, θα ’σαστε τόσο σίγουροι όσο κι εγώ ότι πάνω σ’ εκείνο τό «ακραίο» που ξεστόμισε ο ανωτέρω φασίστας, ο theodor wiesengrund adorno κυριολεκτικά θα κεντούσε – εγώ τώρα απλώς αναλογίζομαι :

   η κτηνωδία τού σύγχρονου χιτλερίσκου βρίσκει εύκολα διέξοδο στην μικροψυχία τής απλής αριθμητικής : τό πράγμα αλλάζει αν δεν ήτανε έξι εκατομμύρια που θανατώθηκαν στα κρεματόρια, αλλά πέντε ή τρία. Και ο παντεπόπτης θετικισμός μπορεί να επεκτείνεται με τήν τεμαχιστική του λογική στο συναίσθημα, που έχει επομένως τό δικαίωμα να αγγίζει τά πάντα, λες και τό χέρι που στραγγαλίζει τόν κόσμο μπορεί να παραμένει μέρος ενός σώματος εξίσου αθώου με τήν ίδια τή φύση απ’ τήν οποία έλκει τήν μακρινή του καταγωγή : Τό ίδιο τό χέρι τού χίτλερ είναι σε θέση να ζωγραφίζει, όπως τό μάτι τού χρυσαυγίτη να διαβάζει ένα ποίημα

   η φράση τού αντόρνο ότι «μετά τό άουσβιτς τό να γράφεται ποίηση αποτελεί βαρβαρότητα» δεν σήμανε μόνο αυτό που έλεγε (και που δεν ήταν και τόσο τραγικό, για να ξεσηκώσει τέτοια συζήτηση : από μια άποψη, αυτό που είπε είναι και κυριολεκτικά αλήθεια, παρ’ όλο που ο ίδιος αργότερα τό εξήγησε – αν και είναι ζήτημα αν τό εξήγησε επί τό ηπιότερο ή τό ακόμα σκληρότερο) – στην πραγματικότητα, ο αφορισμός αυτός σημαίνει κάτι που όντως ισχύει και σήμερα ότι δηλαδή «μετά τό άουσβιτς καμιά ποίηση δεν γράφεται (είτε αναφέρεται σ’ αυτό είτε όχι) σαν τό άουσβιτς να μην υπήρξε» : Αισθάνεται όμως κανείς τήν ανάγκη να τό επιτείνει, τέτοιες μέρες, και να τό υπερβεί ή να τό υπερβάλει ακόμα και ώς τό «μετά τό άουσβιτς και η ίδια η ανάγνωση τής ποίησης αποτελεί μιας μορφής βαρβαρότητα». Γιατί η τέχνη δεν αυτονομείται μόνο έναντι τού δημιουργού της. Αυτονομείται σε τέτοιο βαθμό απέναντι στην ίδια της τήν ελευθερία ώστε μέσα στις συνθήκες τής υπάρχουσας ανελευθερίας να εκπραγματίζεται τραγικά με τή σειρά της, ως εμπόρευμα ακόμα και προεκλογικό,  και να δίνει τό δικαίωμα στον αστό να πιστεύει ότι τόν «εκφράζει» αυτό ακριβώς που τόν ανατρέπει και τόν εκμηδενίζει

.

.

.

* σημειώσεις και σύνδεσμοι :

«μπουμπουλίνας 18» | «η ταράτσα τής μπουμπουλίνας» | «ανθρωποφύλακες» | αντόρνο, η ποίηση μετά τό άουσβιτς (πολύ καλή ανάλυση από τόν mindful pleasures) | αντόρνο (κ.ά) : για τήν «αυταρχική προσωπικότητα», μετάφραση (τή βρήκα τώρα ψάχνοντας, δεν τήν έχω διαβάσει (γενικά τό βιβλίο στην αρχική του μορφή είναι δυσεύρετο, κυκλοφορεί μια έκδοση συμπτυγμένη)) | μαρκούζε : «εξουσία και οικογένεια» στα ελληνικά | κάφκα, «γράμμα στον πατέρα» στα ελληνικά

για τή «βόμβα τρούμαν» (μάϊος 1971) : «14/5 : έκρηξη βόμβας στο άγαλμα τρούμαν, σκοτώνεται ο αστυφύλακας αθ. κωνστάντακας» | για τό φοιτητικό κίνημα τής δικτατορίας, συνοπτικά ημερολογιακά και περιληπτικά : βόμβες που μπήκαν, βασανιστήρια, δίκες παράνομων οργανώσεων, καταδίκες σε θάνατο κλπ | ο ιός : «η γνωστή άγνωστη αντίσταση στη χούντα» / ελευθεροτυπία 1997 | μάϊος 1971 : «έκρηξη βόμβας στο άγαλμα τρούμαν, σκοτώνεται ο αστυφύλακας αθ. κωνστάντακας, ο οποίος πλησίασε τή βόμβα κατά τήν ώρα που η αστυνομία περίμενε τούς πυροτεχνουργούς (14/5)»

τηλεόραση «πρωταγωνιστές» : για τήν ποίηση και τά «άκρα» (από 2.19΄) | για τούς θάλαμους αερίων

. 

.

.

.

.

.

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: