σημειωματαριο κηπων

Απρίλιος 4, 2010

σεμνή & φιλοσοφική πραγματεία περί fucking ή μαλακίας

 

 

 

  < απόσπασμα από τό [ανέκδοτο] μυθιστόρημα βιογραφίες αγνώστων >

 

 

 μένα βέβαια μέ εκνεύριζε ανέκαθεν η σεμνοτυφία τών μεγάλων ως προς κάποιες λέξεις, αλλά τό πόσο δεν καταλάβαιναν τί ωραίο που είναι να βρίζουν ο ένας τόν άλλον τά αγόρια λέγοντάς τον μαλάκα ποτέ δεν τό κατάλαβα ακριβώς. Στους κήπους εδώ στο παρελθόν έγινε μια συζήτηση για άλλες βρισιές και υποσχέθηκα ότι θα μεταφέρω κι ένα κομμάτι δικού μου βιβλίου που ασχολείται με τή λέξη μαλάκας – ο psi–a μού σύστησε μάλιστα να τό βάλω τίς απόκριες, αλλά τόν φλεβάρη ήταν επίκαιρα άλλα θέματα – σκέφτομαι επομένως ότι τώρα, παραμονές καλοκαιριού – και με τόσο ωραίες μέρες – (εξάλλου αρκετά ασχολήθηκα με τήν επικαιρότητα κάποιων θρησκευτικών θεμάτων (και εδώ και εδώ) κι ας μην είναι ούτε οι επικαιρότητες ούτε τά θρησκευτικά τό φόρτε τών τεχνών – ούτε και τών κήπων) ταιριάζει λοιπόν ένα ηλιόλουστο και ξένοιαστο ποστ.

Διευκρινίζω απλώς για να μην υπάρξει έκπληξη που ξεκινάω βαρύγδουπα, ότι τό κεφάλαιο εκείνου τού βιβλίου είναι σχεδόν εξολοκλήρου αφιερωμένο στον νίτσε, συνεπώς – και επειδή δεν έχω τόν χρόνο ούτε είμαι σε φόρμα να περικόψω και να κάνω διορθώσεις τώρα – παραθέτω τό σχετικό τμήμα ολόκληρο :

(έχει προηγηθεί συζήτηση για τή «γέννηση τής τραγωδίας / από τό πνεύμα τής μουσικής», και για κάποια πράγματα που ο αφηγητής τού βιβλίου θεωρεί φιλοσοφικές αφηρημάδες ή αντιφάσεις)

(για όποιον επίσης είναι αρκετά μαζοχιστής ώστε να θέλει να διαβάσει όλο τό σχετικό κεφάλαιο τού βιβλίου, τού λέω ότι θα τό βρει στα περιεχόμενα υπό τόν τίτλο «σημείωση β’ / jenseits von gut»)

 

 

 

                    

 

 

   οιο είναι δηλαδή τό λάθος που κάνει ο νίτσε από τήν γέννηση τής τραγωδίας ήδη κιόλας ; Μα απλούστατα, τό ότι εκλαμβάνει τό αποτέλεσμα για αίτιο. Κι επίσης, με μια ασυγχώρητη προχειρότητα, γραπώνεται από μια έμπνευση και κολλάει σ’ αυτήν, χωρίς να σκεφτεί παραπέρα : Τού άρεσε η σκέψη ότι η τραγωδία έγινε από τήν μουσική : μοντέρνα σκέψη για τήν εποχή του – αλλά πόσο λίγη για τούς αιώνες που έρχονται : πόσο πολύ σκέψη φιλόλογου που θέλει να σοκάρει τούς άλλους φιλόλογους και πόσο πολύ σκέψη καλαμαρά – που μισεί τούς συναδέλφους του και τό συνάφι του πάνω απ’ όλα.

   Αλλά μην στενοχωριόμαστε : σ’ αυτήν τήν υστερική δισυποστασία τού νίτσε χρωστάμε τό έργο του ίσως ολόκληρο : ο άνθρωπος αυτός δεν μπόρεσε να δει δηλαδή τόν εαυτό του ολόκληρο ούτε μία φορά καθαρά – και καλά έκανε και τό φοβότανε, διότι όπως αποδείχτηκε δεν τό άντεχε. Γι’ αυτό και η εγκυρότητα και τό πανανθρώπινο τής σκέψης του βασίζεται στο ότι δεν είναι ακριβώς σκέψη αλλά και λίγο ποίηση, και κάτι γενικά λίγο πιο χαλαρό, που τού δίνει τή δυνατότητα να κρυφτεί και περισσότερο. <Ως προς τόν νίτσε νομίζω μερικές φορές ότι είναι πολύτιμος επειδή ήταν μ’ άλλα λόγια μόνος πολύ : Αν κατέβαινε ένας διαστημικός δηλαδή ξαφνικά και μάς μελετούσε (μελετούσε τίς προσπάθειές μας να αποδεσμευτούμε από τούς χαλκάδες με τούς οποίους τυλιχτήκαμε) πιστεύω ότι θα ’βρισκε μια πολύ σαφέστερη και καλύτερη έκφραση για όλο αυτό που εννοώ, και θα ’λεγε ίσως κάτι σαν : ο άνθρωπος αυτός προσπάθησε να γίνει τόσο ελεύθερος όσο κατά βάθος δεν άντεχε – και απ’ αυτήν τήν άποψη είναι μοναδική περίπτωση (για τήν ένταση με τήν οποία τό ήθελε αυτό που δεν ήθελε * ) και γι’ αυτό αναμφισβήτητα συμπαθής.

   Πόσο πιο συμπαθής όμως θα ήτανε αν μπορούσε να κοιτάξει τόν εαυτό του και κατάματα καμία φορά και να πει : Είσαι μαλάκας. Η ανικανότητα τού νίτσε να διαγνώσει ότι είναι μαλάκας αποτελεί δηλαδή από μια άποψη τό κέντρο τής τραγωδίας του.>

 

  

  

   Γιατί φυσικά και τόν πείραζε να τό διαγνώσει αυτό : φυσικά : όλους μάς πειράζει. Όμως η τραγωδία τού νίτσε είναι ότι βρίσκεται στο μεταίχμιο ανάμεσα στις εποχές εκείνες που από τή μια δεν υπήρχε περίπτωση να τό διαγνώσουν αυτό (που δεν θεωρούνταν δηλαδή ακριβώς ελάττωμα αλλά μάλλον φυσική κατάσταση) και στις εποχές τίς σημερινές που τό διαπιστώνουμε ελεύθερα. Αντιδρούμε βέβαια τότε με διάφορους τρόπους – κι ένα οριακό σημείο για να καταλάβουμε πού χωρίζονται οι δύο εποχές γαμώτο είναι κατά τραγική σύμπτωση ο ίδιος ο νίτσε.

   Όταν τ’ αγόρια λοιπόν λένε μαλάκα τό ένα τό άλλο (μιλώντας ελληνικά) αυτού τού είδους τήν διάθεση είναι που εκφράζουνε : θέλουν οπωσδήποτε ν’ ανήκουνε στην νέα αυτή μετά νίτσε εποχή όπου βλέπουν τόν εαυτό τους καθαρά στον καθρέφτη – μαζί με μια παράλληλη βέβαια δυσφορία προς τά χάλια στα οποία τούς έχει ήδη οδηγήσει αυτή η ζωή : μόνο που αυτή η αυτογνωσία καλύπτεται πίσω από ένα νόημα ειρωνικό και υβριστικό διότι δεν τ’ αντέχει κανείς και όλα

   Υπάρχει όμως εδώ κάτι που έχει σχέση με τήν ίδια τήν αόρατη σχεδόν παρουσία (θα μπορούσε να πει κανείς) τής γλώσσας παντού : ως βρισιά δηλαδή τό μαλάκας νομίζω ότι πολύ άδικα λοιδωρείται, γιατί τό να είσαι μαλάκας είναι πραγματικά μια κατάσταση που αξίζει κάθε λύπηση οίκτο συμπόνια απέχθεια μίσος και χλευασμό, και συνεπώς δικαίως εκσφενδονίζεται τόσο μόνιμα : αντιθέτως βέβαια τό γαμώτο στα ελληνικά δεν αντιμετωπίζεται με τήν ίδια περιφρόνηση,  καθόλου μάλιστα – είναι γνωστό τοις πάσι ότι τό ρήμα γαμάω-γαμώ αποτελεί περήφανη έκφραση επίθεσης μίσους και βίας : έχει σαφώς δηλαδή τάσεις υπονοούμενα δηλώσεις και υποδηλώσεις παραδηλώσεις και συμπαραδηλώσεις επιθετικές βιαστικές σαδιστικές εκδικητικές εχθρικές και νικηφόρες – και αυτό είναι σαφές – οι κατά κανόνα άντρες σ’ αυτή τή ζωή, και σε όλες τίς χώρες, δεν μπορούν να είναι περήφανοι για τίποτα αν δεν τό ταυτίσουν προηγουμένως και δεν τό συνδυάσουν εκ τών υστέρων με καταστροφή πόνο πίκρα μάχη οδύνη και πόλεμο : – η χαρά είναι εξαφανισμένη – δεν θα τό μάθετε τώρα από μένα αυτό – έτσι λέμε η μια τήν άλλη και ο ένας τόν άλλον συνέχεια μαλάκα.

   Πάντως υπάρχει μια διαφορά από τό συνεχές fucking ως βρισιά μέχρι τό αδιάλειπτο μαλάκας ως βρισιά : ως βρισιά δηλαδή προτιμώ τό μαλάκας : δηλαδή τό μαλάκας τό προτιμώ ως βρισιά.

   Εξάλλου τό fucking αποτελεί βρισιά παγκοσμίως, τό μαλάκας όμως είναι αποκλειστικά ελληνική ιδιαιτερότητα : και να μέ συγχωρείτε αλλά εγώ χαίρομαι πολύ γι’ αυτήν τήν διαφορά.

   Και είναι περίεργο εξάλλου που στο σημείο αυτό δείχνουμε και τόση αυτογνωσία ως λαός – διαφορετικά (και από ψυχαναλυτική άποψη) η επαφή μας με (κάθε είδους) (εσωτερική) αλήθεια είναι κάτι προς τό οποίο κλωτσάμε εκ φύσεως εξ ιδιοσυγκρασίας και λόγω (ιστορικού) παρελθόντος – απολύτως δικαιολογημένα δηλαδή : στην περίπτωση επομένως τού μαλάκα είναι ν’ απορεί κανείς γι’ αυτό τό πολύ σωστό μας και πολύ καλό μας γούστο.

 

  

 

   Από τήν άλλη, η υπόγεια τάση για διακρίσεις εναντίον τών γυναικών φαίνεται και εδώ ιδιαίτερα ανάγλυφα – από τό ότι όταν αναφερόμαστε σ’ αυτές χρησιμοποιούμε μια λέξη που προέρχεται μεν από τό μαλάκας αλλά γραμματικά έχει γίνει ένα ρήμα με κατάληξη αξιοθρήνητα παθητικής φωνής (βέβαια οι γυναίκες μεταξύ τους χρησιμοποιούνε τό αρσενικό : μαλάκας : ακριβώς για να ’ναι ενεργητικό) [ Εσχάτως έχω ακούσει και τό μαλάκω : δεν είναι άσχημο κι αυτό (αν και είναι λίγο συγκαταβατικό, συγκαταβατικό δηλαδή ακριβώς επειδή ποζάρει ως ανεπιτήδευτα και αποκλειστικά θηλυκό) ]. Τό μαλακισμένη λοιπόν αυτό που λένε τ’ αγόρια για τίς γυναίκες τούς καλύπτει πρώτον στην ανάγκη τους να θεωρούν ότι οι γυναίκες πάντα κάτι παθαίνουν κι ότι ποτέ δεν ενεργούν, και δεύτερον (στην ανάγκη τους) να επιβεβαιώνουν ακριβώς αυτή τήν εχθρική τους στάση προς κάθε τι γενικά παθητικό.

   εν είναι καθόλου τυχαίο άλλωστε που η ίδια η λέξη παθητικός σ’ αυτή τή χώρα (αλλά και αλλού – και τό pathetic στα αγγλικά σημαίνει ακριβώς εξαθλιωμένος και απαίσιος)  έχει μια καθαρά περιφρονητική σημασία – για να μην πω και υβριστική ( : αυτό είναι εδώ ίσως και τό σπουδαιότερο : είναι ακριβώς αυτό που τούς κάνει να είναι και περισσότερο μαλάκες : ο φόβος τους δηλαδή μήπως ανακαλύψουν τήν ανάγκη τους για αδράνεια άφεση χαλάρωση, για παθητικότητα (βάθος) τεμπελιά απραξία, για ανατροπή αναρχία : όπερ έδει δείξαι : αν μπορούσαν δηλαδή να πάψουν να φοβούνται τίς λέξεις παθητικός ήρεμος χαλαρός αφημμένος γυναικείος οργιαστικός βακχικός ανατρεπτικός αναρχικός και έξυπνος, τότε θα ανακάλυπταν ίσως τόν έρωτα – και θα παύανε να τόν φοβούνται, συνεπώς θα παύανε να ’ναι και μαλάκες )

 

        

 

   Αυτό όμως πιθανώς θα σήμαινε και ότι θα λυνόταν τότε και τό πρόβλημα τού νίτσε – κι ας μην ήξερε εκείνος ελληνικά – δηλαδή δεν ήξερε τά ελληνικά αυτά ώστε να καταλαβαίνει τίς λέξεις που λέμε εδώ τώρα. (Τά αρχαία δεν θα τόν βοηθούσαν καθόλου : έπρεπε να μιλάει δημοτική και να καταλαβαίνει τήν δημοτική με όλη της τήν ειρωνεία τήν δύναμη τήν παθητικότητα τήν ένταση και τό πάθος για να καταλάβει τώρα τί λέμε).

 
 * από ερώτηση ήρωα τού ντοστογιέφσκυ (δεν θυμάμαι ποιού) «θέλει κανείς να θέλει αυτό που θέλει;»
 
 
 ανάρτηση αυτή να θεωρηθεί η 2η γλωσσική τού διπλού σημειωματάριου : η 1η στο έτερον ήμισυ εδώ.
   
      
 
 
 
 
 
 
 
 
 

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: