σημειωματαριο κηπων

Ιανουαρίου 25, 2013

βουλεύτρια ή ανταρτίνα ( : περί ήχων σκιάς)

.

.

   εγκαινιάζω σήμερα μια κατηγορία αναρτήσεων για ένα θέμα που μέ έχει απασχολήσει σκόρπια πολλές φορές, και στα άλλα γραφτά μου και εδωμέσα, τό οποίο θα κωδικοποιηθεί όμως από δω και πέρα ως «γυναικεία γλωσσικά» : πάμε λοιπόν σήμερα με τούς ήχους και τήν (μακριά) σκιά τους :

.

   λίγο πριν αυτοκτονήσει ο ρόμπερτ σούμαν παραπονιόταν ότι τόν κυνηγούσε επίμονα μία νότα (νομίζω η ρε). Έχει κανείς μήπως αμφιβολία ότι αυτή η νότα είχε για τόν σούμαν ένα τελείως διαφορετικό νόημα (επαναλαμβανόμενη κιόλας) απ’ ό,τι θα ’χε ένα ντο ας πούμε ή ένα φα ;

   οι ήχοι ασφαλώς και έχουνε νόημα – τό ζήτημα είναι ότι αυτό τό νόημα σχεδόν ποτέ δεν γίνεται να εκφραστεί με λόγια – δηλαδή με ήχους οργανωμένους : τό νόημα τού ήχου είναι κατεξοχήν ανοργάνωτο αναρχικό και παντοδύναμο – είναι σαν τό όνειρο, απλώνεται σαν παλίρροια παντού – προς στιγμήν. Έχει και χρώματα, αλλά πολύ δύσκολα μπορεί να μεταφραστεί σε λέξεις. Για να μεταφέρουμε τό νόημα ενός ήχου, έχουμε μόνο τή μουσική ή τή ζωγραφική : η λογοτεχνία έρχεται πολύ μετά, και μόνο η πολύ καλή λογοτεχνία μπορεί πραγματικά να προσπαθήσει να μεταφράσει τούς ήχους τών νοημάτων που τήν απασχολούν σε λόγια – και τότε γίνεται μάλλον δυσάρεστη

   οι ήχοι όταν γίνουν λέξη αρχίζουν να οργανώνονται και να παίρνουν μέρος στην κοινωνική ζωή : νέα νοήματα δημιουργούνται απ’ τούς συνδυασμούς τους τότε : κι ένα περίεργο πράγμα που μάς δείχνει η γλώσσα με επιμονή (και για τό οποίο δεν έχω μπορέσει ακόμα να βρω εξήγηση) είναι ότι ο τελευταίος ήχος τής λέξης είναι και ο δυνατότερος, και ότι αυτός μάς μένει : ή, από μια άλλη άποψη, ότι διαλέγουμε να βάλουμε τό πιο ισχυρό νόημα, που μάς ενδιαφέρει περισσότερο απ’ όλα, στο τέλος :

   έτσι λοιπόν η κατάληξη τής λέξης φαίνεται να έχει πάντα φοβερή σημασία (γι’ αυτόν που φτιάχνει τή λέξη, και γι’ αυτόν που τή λέει) παρόλο που υποτίθεται ότι τό βασικό νόημα τής λέξης βγαίνει από τό θέμα της, και ότι η κατάληξη έπεται : παραδείγματα έχουμε γι’ αυτό τό θέμα άφθονα : ειδικά θυμάμαι ότι από τό γουωτεργκαίητ έγινε τό ιρανγκαίητ, και όχι τό ιρανγουώτερ (και παρομοίως τό ρούμπιγκαίητ κι όχι ρούμπιγουώτερ) (όπως έχουμε άλλωστε και τό ελληνοπρεπέστερο βατοπαίδι–γκαίητ (ψάχνοντας στον γούγλη βρήκα κι ένα μπουτάρης–γκαίητ, και υπάρχουν σίγουρα κι άλλα))

   μπορούμε όμως να χορέψουμε στην κυριολεξία καντρίλιες και βαλς και ταγκό, και πολλούς άλλους χορούς μαζί, μιλώντας για τίς καταλήξεις ειδικά στο απεχθές φαινόμενο τών γυναικείων ονομάτων (απεχθές, διότι κανονικά δεν θα ’πρεπε να υπάρχουν καθόλου γυναίκες, ώστε να μην χρειάζεται να κάνουμε τόν κόπο να τίς ονομάζουμε κιόλας)

   καταρχάς και χωρίς πολλή–πολλή προσπάθεια βλέπουμε ότι αμέσως, ανεξαρτήτως θέματος, και με μόνο μας όπλο τήν κατάληξη, θα δίναμε ένα διαφορετικό νόημα στη λέξη αντάρτισσα αν τήν λέγαμε ανταρτίνα ή στην αρχιτεκτόνισσα αν τήν λέγαμε αρχιτεκτονίνα στην τύπισσα αν τήν λέγαμε τυπίνα αλλά και στην σαρανταποδαρούσα αν τήν λέγαμε σαρανταποδαρίνα

   διότι κατά μυστήριο τρόπο η κατάληξη –ίνα έχει ένα νόημα που αφαιρεί δύναμη επικινδυνότητα σοβαρότητα ισχύ και ενέργεια, με άλλα λόγια περιφρονεί γελοιοποιεί ή υποβιβάζει (και βέβαια μπορεί αυτό να προέρχεται όχι μόνο απ’ τόν ήχο της αλλά κι από τήν ιστορία τού ήχου, καθώς προγενέστερες λέξεις σε –ίνα κουβαλάν αμέσως μπροστά μας ένα τραινάκι κι ένα πλήθος από συνειρμούς κουζίνας μπαλαρίνας θεατρίνας και τσαχπίνας, αλλά και πολλούς άλλους υποτιμητικούς ως προς τίς γυναικείες δραστηριότητες ή ιδιότητες χαρακτηρισμούς (και πιθανότατα τό περιφρονητικό νόημα πηγάζει κι από έναν δημιουργικό συνδυασμό όλων αυτών))

   γι’ αυτό τό θέμα άλλωστε (και για άλλα τέτοια σχετικά) έχει υπάρξει και μια ωραιότατη μελέτη γλωσσολογικής ομάδας (μαρία μενεγάκη, λουκία ευθυμίου) με τίτλο «εξουσία και γλώσσα στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία» (2009)

   αναφέρω ενδεικτικά (αντιγράφοντας με τούς τόνους μου, και τά λοιπά μου βίτσια (έλλειψη κεφαλαίων ας πούμε)) :

   «η κατάληξη –ίνα ήταν ήδη σε χρήση για να δηλώσει τίς συζύγους τών αξιωματούχων : υπουργίνα, προεδρίνα, δημαρχίνα || έχουν βεβαίως καταγραφεί και οι τύποι βουλεύτρια (βοσταντζόγλου, 1962), δικάστρια (κριαράς, 1995), νομάρχισσα (κριαράς, 1995) || δεν θα πρέπει βέβαια να παραβλέψουμε τή στάση τών ίδιων τών ελληνίδων, οι οποίες είτε αδιαφορούν θεωρώντας τό ζήτημα τής γλώσσας αμελητέο, είτε προτιμούν συνειδητά να διατηρούν τούς αρσενικούς τύπους τών αξιωμάτων που κατέχουν. Κατά τήν αντίληψή τους, ο τίτλος τους θα υποβαθμιζόταν εάν έχανε τήν αρσενική του μορφή. Ενώ, π.χ. ουδείς διανοήθηκε να θέσει ποτέ θέμα ότι τό εφέτης ομοιοκαταληκτεί με τό υπηρέτης, η γυναίκα φοβάται μήπως τό εφέτρια παραπέμπει στο υπηρέτρια || όπως εύστοχα έγραφε ο γάλλος στοχαστής τού διαφωτισμού ντεστύτ ντε τρασύ : “η ανακρίβεια στη διατύπωση τών νοημάτων γεννιέται πάντοτε από τή σύγχυση τών ιδεών” (destutt de tracy) || η αντίληψη τών ίδιων τών γυναικών, ότι ο,τιδήποτε ανήκει στη σφαίρα τού “θηλυκού” είναι υποδεέστερο, δεν αφορά μόνο τίς ελληνίδες, αλλά είναι διάχυτη και σε άλλες χώρες»

   αλλά και (από τό ίδιο) :

   «τέτοιες λέξεις σε –ινα χρησιμοποιούνται συχνά όταν υπάρχει πρόθεση να δοθεί αρνητική, υποβιβαστική χροιά στο σημαινόμενο (χαραλαμπάκης, 1992:125). Η τρίτη λύση είναι να ακολουθηθεί ο καθιερωμένος γραμματικός κανόνας σχηματισμού θηλυκού τών ουσιαστικών που λήγουν σε –της : καθηγητής/καθηγήτρια. Αυτή τή λύση προκρίνει ο αγ. τσοπανάκης και τήν αντιπαραθέτει στην κατάληξη –ινα, θεωρώντας ότι υπάρχει μια σημαντική “διαφορά ήθους” ανάμεσα σε αυτήν και την –τρια, η οποία “είναι πιο επίσημη, πιο αξιοπρεπής : σπουδάστρια, φοιτήτρια, καθηγήτρια· έτσι και η βουλεύτρια και η επιθεωρήτρια και η δικάστρια ή η εφέτρια θα είναι πολύ πιο επίσημες από τή βουλευτίνα και τήν επιθεωρητίνα, προεδρίνα, εφετίνα, οι οποίες δείχνουν μία οικειότητα και, ενδεχομένως, έλλειψη σεβασμού”. (τσοπανάκης, 1982:336, πρβλ. 251, 326, 327· τσοπανάκης 1994:266).|| Τήν ίδια άποψη έχει εκφέρει και ο κριαράς (κριαράς, 1979:166, 210), ο οποίος κατ’ επανάληψη έχει επισημάνει ότι ο τύπος αυτός συναντάται στην αρχαία ελληνική γραμματεία (κριαράς, 1987:82) || Από τίς τρεις απόψεις που έχουν διατυπωθεί, θεωρούμε ότι η τρίτη έχει τό πλεονέκτημα ότι δεν δημιουργεί πρόβλημα ούτε ως προς τήν κλίση ούτε ως προς τόν αριθμό (η βουλεύτρια / τής βουλεύτριας, πληθυντικός οι βουλεύτριες / τών βουλευτριών), ενώ εναρμονίζεται απόλυτα στο τυπικό τής ελληνικής γλώσσας. Είναι απορίας άξιον με ποιο κριτήριο, από τό ένα μέρος χρησιμοποιείται ο ανακριτής / η ανακρίτρια, ο διοικητής / η διοικήτρια, και από τό άλλο ο βουλευτής / η βουλευτής, ο δικαστής / η δικαστής, ο εφέτης / η εφέτης, ο γερουσιαστής / η γερουσιαστής που, όπως ορθά σημειώνει ο α. τσοπανάκης, “δεν ανταποκρίνονται προς τό γλωσσικό μας αίσθημα”»

.

.

   πρέπει να πω βέβαια, τό γνωστό εξάλλου γενικά, ότι η κατάληξη –ίνα έχει καταγωγή ενδόξως μεσαιωνική – αφού στο βυζάντιο υπάρχουν παλαιολογίνες (σύζυγοι, κόρες, ακόμα και νόθες κόρες, ακόμα και ανηψιές) – έλα όμως που υπάρχουν κι άλλες που διατηρούν ακέραιο τό όνομά τους – όπως η κομνηνή (τήν οποία κανείς δεν διανοήθηκε, απ’ όσο ξέρω, να τήν πει κομνηνίνα – κι ούτε κανείς διανοήθηκε ποτέ να τήν πει με τό όνομα τού άντρα της) : ίσως διότι η κομνηνή ήταν και συγγραφέας και κέρδισε τήν αυτονομία της στην ιστορία και τόν σεβασμό τών συγχρόνων της προς αυτήν τήν αυτονομία, ως δημιουργικό άτομο – παρόλο που ασχολήθηκε με τή βιογραφία τού μπαμπά της – και τό λέω αυτό διότι υπάρχει η αντίληψη (όχι λανθασμένη κατά τή γνώμη μου) ότι στον μεσαίωνα (αλλά και μετά, μέχρι τίς μέρες μας) τό –ίνα σαν κατάληξη στα γυναικεία ονόματα δηλώνει γυναίκα εξαρτώμενη από τήν ύπαρξη τή δραστηριότητα ή τό επάγγελμα ενός μπαμπά ή ενός συζύγου (κλασικό (αντι)παράδειγμα βέβαια εδώ είναι η λασκαρίνα μπουμπουλίνα, ως γυναίκα τού μπούμπουλη, ο οποίος όμως εξαφανίστηκε από τήν ιστορία και τόν θυμόμαστε μόνο ως άντρα τής μπουμπουλίνας) : ένα λοιπόν από τά στοιχεία που κατά τή γνώμη μου συνηγόρησαν στο να μην θεωρηθεί ούτε κατά διάνοιαν υποβιβαστικό τό μπουμπουλίνα για τή λασκαρίνα μας είναι αυτός ο ήχος μπου–μπου που παραπέμπει σε μπουμπουνίσματα, τά οποία όντως μπουμπούνισε η δυναμική αρβανίτισσα στους εχθρούς της – κι από ένα τέτοιο μπουμπούνισμα τών εχθρών της ετελεύτησε τόν βίο και η ίδια – συνεπώς, ακόμα κι αν ενυπήρχε οποιαδήποτε διάθεση υποβιβασμού αρχικά για τήν δυναμική γυναίκα τών δυο σπετσιωτών καπεταναίων, η ίδια με τόν δυναμισμό της εξαφάνισε τόν ήχο ίνα τονίζοντας εμπράκτως τά μπουμπουνίσματα

   δεν θέλω να μπω σε σχολαστικισμούς και ψαξίματα, που τά βαριέμαι κιόλας – προτιμώ να μιλάω μονίμως θεωρητικά : τό –ινα σήμερα τό παίρνω λοιπόν προσωπικά ακριβώς γιατί, θεωρητικά κιόλας, η γλώσσα είναι από μια άποψη παντοδύναμη όχι τόσο γι’ αυτά που λέει όσο γι’ αυτά που δήθεν αγνοεί, και κρύβει ( : και γι’ αυτό, για να τό επεκτείνω λίγο όπως τό ’χω κάνει κι εδώ, τό «μπάτσοι μουνιά» είναι υπογείως, όχι απλώς περιφρονητικό αλλά στην κυριολεξία δολοφονικό καθώς δεν διαδηλώνει τόσο μίσος προς τήν αστυνομία, όσο απέχθεια προς τίς γυναίκες. Όπως ακριβώς τό «μπάτσοι γουρούνια δολοφόνοι» δεν δηλώνει τόσο περιφρόνηση προς τόν φόνο, όσο προς τά ζώα – και αποτελεί διακήρυξη περιφρόνησης ειδικά μάλιστα προς τά γουρούνια, και άρνηση κάθε αισθήματος ενοχής που τά σκοτώνουμε και τά τρώμε (για να μην πω ότι υπάρχει και μια υπόγεια ζηλοφθονία ως προς τήν ευφυία τού συγκεκριμένου ζώου)) : καθότι ο μισογυνισμός βρίσκεται πάνω απ’ όλα στο υπέδαφος – κι αυτοί που υποστηρίζουν ότι μισογύνηδες είναι μόνο όσοι βρίζουν ανοιχτά τίς γυναίκες (σαν μουνόπανα ή μουνιά να πούμε) βλογάν τά γένια τους απλώς – ένα από τά χαρακτηριστικά τής πατριαρχίας είναι να βασίζεται στο αυτονόητο τού μισογυνισμού – εκεί που λειτουργεί τό «συμβολικό» που έλεγε κι ο μπουρντιέ, εκεί δηλαδή που τά πράγματα θεωρούνται φυσικά και καθόλου επιθετικά : άλλωστε, ο ωραίος γάλλος έχει τονίσει πως ακόμα κι ένας άντρας που επιδεικνύει τόν φεμινισμό του θα ’πρεπε, αν ήθελε να είναι πραγματικά φεμινιστής, να είναι πιο σεμνός, και να υποψιάζεται ακόμα και τόν εαυτό του τή στιγμή που καμαρώνει έτσι : ένας πραγματικός φεμινιστής δηλαδή θα σεβόταν πάνω απ’ όλα τίς γυναικείες εμπειρίες που δεν θα μπορέσει ποτέ να έχει : διαφορετικά επιδεικνύει απλώς μια πιο πολιτικώς ορθή μορφή (αποενοχοποιημένου) τραμπουκισμού : είναι τό αντίστοιχο, στον στρέιτ να πούμε, τής αντίληψης ενός μισογύνη γκαίη – ότι η γυναικεία ιδιότητα μ’ άλλα λόγια είναι κάτι σαν ξέφραγο αμπέλι κι όποιος άντρας έχει τήν καλοσύνη να θέλει να μετέχει σ’ αυτήν, τό καταφέρνει αμέσως, αυτομάτως, και χωρίς πολλά–πολλά (είπα τήν ιδέα τού μπουρντιέ με δικά μου λόγια – δεν θυμάμαι πού τή διάβασα) (βιβλία του υπάρχουν πάντως στα ελληνικά)

   σήμερα όμως εν πάση περιπτώσει τό –ίνα είναι σαφές ότι δεν παραπέμπει ούτε στην μπουμπουλίνα ούτε στην παλαιολογίνα (ούτε σε καμιά άλλη μεσαιωνική ή νεότερη αρχόντισσα) : παραπέμπει επιμόνως (για τά δικά μου αυτιά, αλλά όχι μόνο – γιατί αν δεν παράπεμπε εκεί και για τούς άλλους, αν για τούς υπόλοιπους δηλαδή παράπεμπε μόνο στην μπουμπουλίνα, είμαι απολύτως σίγουρη ότι αυτοί οι υπόλοιποι θα ’χαν βρει άλλη κατάληξη να κολλήσουν στις «βουλευτίνες» τους) δεν παραπέμπει λοιπόν στην παλαιολογίνα αλλά στην κουζίνα (και ειδικότερα στο παγκοσμίως δημοφιλώς διεθνές «άντε να πλύνεις κάνα πιάτο») – και αυτό που μού κάνει εντύπωση είναι ότι ο φόβος και η ανασφάλεια προς τίς γυναίκες που αποκτούν δύναμη τόση, ώστε να φτιάχνουν νόμους (να καταφέρνουν να γίνονται δηλαδή βουλεύτριες), είναι διάχυτος όχι μόνο στους άντρες αλλά και στις ίδιες τίς γυναίκες : και ακριβώς επειδή οι ίδιες οι γυναίκες είναι ανασφαλείς ως προς τή δύναμή τους, αυτή η δύναμη εξαερώνεται σ’ ένα τυπικό – ουσιαστικά δεν υπάρχει – : αφού ακολουθούν (και ανήκουν) σε κόμματα αντρών, υιοθετούν τίς λογικές τών αντρών, τίς φιλοδοξίες τους, τούς τρόπους τους, τίς θεωρίες τους και τούς πολέμους τους, τίς στρατηγικές τους τίς τακτικές τους τίς φιλοσοφίες τους και τίς ποταπότητές τους, τούς τραμπουκισμούς τους τίς επιθετικότητες και τούς μισογυνισμούς τους – και είναι νομίζω τοις πάσι κατανοητό (αν και δεν λέγεται) ότι μόνο εφόσον λειτουργήσουν πειστικά και δημιουργικά έτσι, πειθόμενες τοις κείνων ρήμασι, θα βρουν και μια θέση τελικά σε κάποιο κόμμα : οι ίδιες δηλαδή οι γυναίκες δεν ψηφίζουν γυναίκες που δεν είναι άντρες – οι ίδιες οι γυναίκες δεν πιστεύουν ούτε μια στιγμή στην τύχη ή τήν ευτυχία πως θα μπορούσαν πράγματι, σα γυναίκες, να έχουν οποιαδήποτε δύναμη να φτιάχνουν νόμους – και γι’ αυτό ακριβώς λειτουργεί τό φαινομενικά παράδοξο να υιοθετούν μιμούμενες τούς άντρες ένα υποβιβαστικό γυναικείο όνομα –

   δεν είναι όμως παράδοξο και πραγματικά : είπαμε, η γλώσσα λέει αλήθεια ακόμα και (και κυρίως όταν) προσπαθεί να κρύψει μια αλήθεια : οι βουλευτίνες φαίνεται να ξέρουν καλά ότι δεν είναι βουλεύτριες, γι’ αυτό και δεν επιμένουν σ’ αυτόν τόν τίτλο : δεν είναι δικό τους αυτό που κάνουν στη βουλή, δεν τούς ανήκει : όταν έκαναν πράγματα που ήταν δικά τους, και τούς ανήκαν εν όλω ή εν μέρει, οι καταλήξεις τους είχαν έναν ήχο σαφή που δεν διανοούνταν να καταλήξει σε υποκορισμό ή συγκατάβαση ούτε κατά διάνοια : όταν αντισταθήκανε δηλαδή πραγματικά σε κάτι, και με κίνδυνο τής ζωής τους, τό ίνα πήγε πραγματικά περίπατο και μπήκαν μπροστά άλλοι ήχοι : ανταρτίνα δεν ονομάστηκε ποτέ η αντάρτισσα όσους εχθρούς κι αν είχε, διότι κι αυτοί ως αντάρτισσα τήν πολέμησαν

   για να ξαναγυρίσω όμως στην «απλή ζωή» που δεν τά ξέρει ή δεν τά θυμάται (υποτίθεται) όλ’ αυτά : μού κάνει εντύπωση (ευχάριστη πάντως) ότι τό γλωσσικό ένστικτο τού «κάτω» κόσμου, δηλαδή τού άσχετου ανθρώπου που απλώς ζει και μιλάει τή γλώσσα του, ότι αυτό λοιπόν τό γλωσσικό αισθητήριο εξακολουθεί να είναι ζωντανότερο (κι ας είναι κατά κανόνα καπελωμένο από τήν αγλωσσία, τούς νεοκαθαρευουσιανισμούς, και τούς συνακόλουθους σουσουδισμούς τού «από πάνω» (κόσμου)) : εξακολουθεί δηλαδή κατά καιρούς να αντιστέκεται γλωσσικά, και από σκέτο ένστικτο θα έλεγα : έτσι, ενώ οι ίδιοι οι άμεσα ενδιαφερόμενοι ( –ες ! ) έχουν υποκύψει (οικειθελώς) στο ίνα τους, έχει ήδη αρχίσει να σκάει μύτη ακόμα και στην τηλεόραση (αυτή μέ ενδιαφέρει καθότι αυτή αφορά τήν απλή ζωή, και καθιερώνει τήν απλή συνείδηση) σκάει μύτη λοιπόν και τό «βουλεύτρια» (εγώ τό είδα άπαξ στον «υπότιτλο» κάποιου δελτίου ειδήσεων πριν από καιρό, και αμέσως τό πήρα προσωπικά – υπόθεσα δηλαδή ότι η τολμηρή υποτιτλίστρια τό ’κανε για μένα, για να μού φτιάξει τό κέφι – ελπίζω να μην έχασε εξαυτού και τή δουλειά της) αλλά και τό «τηλεθεάτρια» ( : αυτό τό έχω ακούσει πολλές φορές, και να επαναλαμβάνεται κιόλας, μάλλον διότι θα ήταν ακριβώς γελοίο και για τούς ίδιους τούς τηλεοπτικούς, και τό καταλάβαν εγκαίρως όπως φαίνεται, αν γινόταν «τηλεθεατίνα») αλλά σκάει επισήμως πια μύτη (στην τηλεόραση είπαμε) και τό «εφέτρια» και τό «ανακρίτρια» (τά δύο τελευταία τά άκουσα στις 7 δεκεμβρίου, όπως ευσυνείδητα σημείωσα, από τόν σκάϊ τών 9) : εδώ πρέπει κανείς να λάβει υπόψη του ότι τά μαζικά μέσα (ενημέρωση και διαφήμιση – βλ. και τή σχετική ανάρτησή μου για τά επέλεγε και επέτρεπε) έχουν λόγους να συμβαδίζουν με τή ζωντανή γλώσσα – όταν αυτό δεν επισείει κάνα σοβαρό κίνδυνο βέβαια πάνω απ’ τά κεφάλια τους –. Θα άξιζε όμως να γίνει σίγουρα μια κοινωνιολογική μελέτη για τό πόσο διαφορετική αντίληψη δύναμης έχουν οι δύο αυτές μεγάλες εξουσίες μεταξύ τους – η βουλή δηλαδή και ο τύπος μας – και ν’ αναρωτηθεί κανείς για τό πόσο, ενώ περιφρονούν αμφότερες τόν «κάτω» κόσμο μονίμως, λειτουργούν πάντως μερικές φορές διαφορετικά ως προς τίς γλωσσικές του (μας) αλήθειες και ανάγκες

   πάντως εγώ προσωπικά (μολονότι χάρηκα από μέσα μου), δεν απόρησα που, ενώ από τό βήμα τής βουλής ο περικλής κοροβέσης εισηγήθηκε πριν από κάτι (λίγα) χρόνια τό «βουλεύτρια», κανείς και καμία από κει μέσα δεν φαίνεται να τόν έχει πραγματικά ώς σήμερα ακούσει. Όμως ο κοροβέσης βέβαια δεν εισηγήθηκε τό βουλεύτρια άνευ λόγου – ας μού επιτραπεί να κάνω και λίγη ψυχανάλυση εδώ ως προς αυτό : ο ίδιος πρόβαλε ένα παραδοσιακά αναμενόμενο, συμβατικό ας πούμε, γλωσσικό σκεπτικό (αυτό που είπαμε και παραπάνω, ότι η κατάληξη –ίνα αφορά συζύγους, και όχι αυτόνομες επαγγελματίες) που θα μπορούσε και να καταρριφτεί αν κάποιος επέμενε, και όντως έσπευσε να τό καταρρίψει ο νίκος σαραντάκος (βασιζόμενος βασικά στην πλειοψηφία κατά τήν ιντερνετική συχνότητα τών τύπων) – ο λόγος όμως που ο κοροβέσης χειραφέτησε μια νευραλγική γυναικεία δραστηριότητα που σχετίζεται με τά κοινά και τούς αγώνες για μια (πανανθρωπίνως) ανθρώπινη ζωή βρίσκεται βαθειά κρυμμένος (πιστεύω εγώ) στο παρελθόν του βασικά και τή μνήμη του : όταν τόν βασάνιζε η χούντα άκουγε άλλες γυναίκες να βασανίζονται δίπλα του – επομένως ξέρει τί θα πει να είσαι ολόκληρος ασυμβίβαστος αξιοπρεπής και παντοδύναμος άνθρωπος ανεξαρτήτως φύλου

.

.

   από τήν άλλη βέβαια, μπορεί να αναρωτηθεί κανείς, γιατί οι τηλεορασάκηδες ενώ καθιερώνουν απ’ τή μια τόσο τολμηρά τό «τηλεθεάτρια», υποτάσσονται από τήν άλλη τόσο πειθαρχημένα, κατά κανόνα μέχρι σήμερα (πλην τής (άγνωστης) υποτιτλίστριας (λέτε να ήταν υποτιτλιστής ; πλάκα θα ’χε) στο γελοιωδέστατο «βουλευτίνα» : αλλά δεν είναι και δύσκολη δα η απάντηση : οι άνθρωποι αυτοί υιοθετούν με τόσο σθένος τόν υποβιβασμό μιας γυναίκας που έχει (έστω και συμβολική) δύναμη, απλώς και μόνο, και ακριβώς και μόνο, γι’ αυτό : διότι με τό να ’σαι τηλεθεατής δεν έχεις βέβαια και καμιά δύναμη σπουδαία, είσαι απλώς θύμα και δούλος, και ως δούλο και θύμα μπορούμε να σού κάνουμε και κάνα κοπλιμέντο (ότι διατηρείς τό φύλο σου, κι ότι αυτό τό φύλο μεγαλόψυχα σού τό αναγνωρίζουμε). Όμως ο συνειρμός μέσω ήχου και κατάληξης – η έστω ακόμα και σκέτη μνήμη γυναίκας που έχει πραγματική δύναμη – α, αυτό φέρνει στο μυαλό πράματα ανοίκεια και απεχθή, θυμίζει άλλες γυναίκες, που ήταν δυνατές όταν πολεμούσαν ως αντάρτισσες παντοδύναμες όταν τίς βασάνιζαν ως αγωνίστριες

   και αυτές οι μνήμες ενοχλούν σε βαθμό αβάσταχτου πόνου τό καθεστώς τών αντρών τό οποίο ως ιδεολογία μιας έντρομης αλλά και ανήλεης πατριαρχίας ζει και βασιλεύει ισχυρό και στην πλειοψηφία τής αριστεράς και όχι μόνο στην ολότητα τής δεξιάς, όπως νομίζουν οι αφελείς και οι άσχετοι

    αλλά σε τελευταία ανάλυση, και στο κάτω–κάτω, τί μάταιη που ήταν αυτή η συζήτηση, αφού σκιαγράφησε περίφημα τό «δυο  γάϊδαροι μαλώνανε σε ξένον αχυρώνα». Όλ’ αυτά θα ανατρέπονταν απλώς ευκολότατα, αν αποφάσιζαν ν’ ανοίξουν και οι γυναίκες τής βουλής δηλαδή τό στοματάκι τους και να διεκδικήσουν οι ίδιες για τίς εαυτές τους τόν σωστό τίτλο και όνομα. Αν οι σημερινές δεν τό κάνουν, προσωπικά (νομίζω ότι) δικαίως, διότι αυτές κάτι φαίνεται πως ξέρουν : κάτι νομίζουν πως ξέρουν δηλαδή, και γι’ αυτό αδιαφορούν τόσο πολύ για τίς λέξεις, τά φαινόμενα και τούς ήχους, που σκιάζουν απλώς τήν ουσία (τής υποτιθέμενης δηλαδή εξουσίας τους)

   δεν παύω όμως να ελπίζω (εγώ, απλώς) ότι κάποτε θα μπουν στη βουλή και πιο περήφανοι άνθρωποι, που αν τίς αποκαλέσει κανείς «βουλευτίνα» θα τού πουν με αξιοπρεπές και ήρεμο ύφος : «βουλεύτρια παρακαλώ.»

   κι αν ο άλλος επιμείνει ή κάνει ότι δεν ακούει, θα τού πουν με πολλή αξιοπρέπεια (και θυμό εντέλει) :  – βουλευτίνα να πεις τή μάνα σου

   διότι είναι και μερικές φορές που οι ήχοι παύουν να είναι σκιές

.

.

.

.

|| οι φωτογραφίες τών κολάζ : κίττυ αρσένη, νατάσα μερτίκα, μαργαρίτα γιαραλή, ρηνιώ μίσσιου : κορίτσια τού αντιδικτατορικού αγώνα, όπως τίς φωτογράφησα κατά τή διάρκεια τού συνέδριου «για τίς γυναίκες στην αντίσταση», λέρος 2005 (τής κίττυς αρσένη έχω συμπεριλάβει και μια νεανικότερη φωτογραφία της, από τήν εποχή που τήν συνέλαβε η χούντα τού ’67) || η φωτογραφία τού περικλή κοροβέση είναι τού 2007 από βιντεοσκόπησή μου στα γραφεία τής εφημερίδας «εποχή» || 

|| κολάζ κορυφής και τέλους : δεκαετία τού ’70, φεμινιστικές συνελεύσεις στην ιταλία, και δεκαετία τού ’40, ελληνίδες αντάρτισσες με τά όπλα τους ||

.

.

.

.

.

.

.

Advertisements

Ιανουαρίου 21, 2013

τό μαντήλι κόμπος ο φρόϋντ και ο τζορντάνο μπρούνο

.

 

.

   ένα από τά βιβλία που πήρα για τίς γιορτές ήταν δώρο για μένα και τό ίδιο τό γεγονός ότι εκδόθηκε : είναι η «τέχνη τής μνήμης» τής φράνσις γαίητς, μιας γυναίκας τήν οποία θαύμασα για τό βιβλίο της «ο τζορντάνο μπρούνο και η παράδοση τού ερμητισμού» που δυστυχώς δεν έχει μεταφραστεί ακόμα. Τό βιβλίο για τό οποίο μιλάω σήμερα μεταφράστηκε ευτυχώς από τόν άρη μπερλή και βγήκε τό 2012 από τό μορφωτικό ίδρυμα τής εθνικής τράπεζας σε μια καθόλα προσεκτική τυπογραφικά μεταφραστικά και αισθητικά έκδοση.

   θα πω λίγα σήμερα, καθώς δεν τό έχω τελειώσει ακόμα (στην πραγματικότητα τό έχω μόνο ξεφυλλίσει και έχω διαβάσει μερικά κομμάτια για τόν μπρούνο, αλλά κυρίως έχω χαζέψει τήν εικονογράφηση) : οι σκέψεις μου για τό θέμα τής «μνημοτεχνικής» προέρχονται λοιπόν κυρίως από τό άλλο βιβλίο τής γαίητς που είπα παραπάνω, και τώρα με τήν αφορμή αυτού τού δεύτερου συστηματοποιούνται περισσότερο, επομένως τό σημείωμα αυτό θα ’χει να κάνει βασικά με κάποια δικά μου ζητήματα σχετικά με θέματα μνήμης.

.

.

   υπάρχει ένας ογκόλιθος που ορθώνεται μπροστά μας σε σχέση με αυτή τή λέξη, κι αυτός ο ογκόλιθος είναι στην πραγματικότητα όχι βουνό και ύψωμα αλλά βάραθρο και χάσμα : για μάς σήμερα, που ζούμε μετά τήν ανακάλυψη τής ψυχανάλυσης, η λέξη «μνήμη» πρέπει να κάνει πολύ μεγάλο άλμα για να συναντήσει τό νόημα που είχε κατά τήν αναγέννηση, τόν μεσαίωνα, και τήν αρχαιότητα. Η γαίητς εντοπίζει τό χάσμα στην εφεύρεση τής τυπογραφίας, κι αυτό είναι σίγουρα ένα χάσμα που προηγήθηκε : Όμως ενώ η αλλαγή που ’φερε η τυπογραφία στο ζήτημα τής μνήμης (και σίγουρα η μεγαλύτερη ακόμα αλλαγή που έφερε στο θέμα τής μνήμης ο ηλεκτρονικός υπολογιστής) είναι πράγματα που διαρρηγνύουν τή σχέση μας σχεδόν ολοσχερώς με τή μνήμη, η ψυχανάλυση ξαναμπλοκάρει αυτή τή σχέση με τόν πιο αναπάντεχο τρόπο : όχι ποσοτικά πια, αλλά ποιοτικά και εσωτερικότερα : Γιατί, ενώ στην πραγματικότητα η «τέχνη τής μνήμης» στους παρελθόντες από τήν αρχαιότητα αιώνες αφορά τήν απομνημόνευση κειμένων – και πήρε φιλοσοφικές διαστάσεις αργότερα (ο μπρούνο αποτελεί τήν κορύφωση αυτής τής σύνδεσης – με τή φιλοσοφία δηλαδή), στην εποχή που ζούμε εμείς σήμερα η ιστορία τής μνήμης (φαίνεται να) σχετίζεται αποκλειστικά με άλλα πράγματα

   (τό περίεργο είναι ότι βρήκα μια αναφορά για τή μνήμη, σε σχέση με τήν παιδική ηλικία, σε κάποιον αρχαίο)

   θυμάμαι λοιπόν ότι ως παιδί διασκέδαζα αφάνταστα με τά πονηρά κόλπα τών γυναικών τού σπιτιού για να θυμούνται πράγματα – τόν κόμπο στο μαντήλι, ή τήν αλλαγή τής θέσης τής βέρας : και τό αποκορύφωμα ήταν τά τρανταχτά γέλια όλων στη θέα κάποιας γιαγιάς ή μαμάς ή θείας να πηγαινοέρχεται εκνευρισμένη πάνω–κάτω στο σπίτι, λύνοντας τό μαντήλι ή ψαύοντας τά δάχτυλα και μονολογώντας στενοχωρημένη : γιατί τόν έδεσα αυτόν τόν κόμπο τώρα, τί ήθελα να θυμηθώ;

   υπάρχει κάτι που τώρα μού φαίνεται σχεδόν τραγικό, αλλά τότε ήταν αστείο : τό γεγονός ότι για μάς τά παιδιά η δυσκολία τών μεγάλων (και η πρόβλεψή τους γι’ αυτή τή δυσκολία) να θυμηθούν πράγματα, φαινόταν αφύσικη – και σχεδόν κάτι σαν αρρώστια ή βίτσιο – αλλά αρρώστια ήταν η καταλληλότερη λέξη, σ’ αυτήν είχαμε πέσει μέσα –

   ή κάτι άλλο (που μάς ενώνει αναπάντεχα με τήν «μνημοτεχνική» και τόν μπρούνο) :  – Πού τό άφησα; έλεγε ένας βασανισμένος μεγάλος, κι ύστερα πήγαινε στο άλλο δωμάτιο : «Από δω ξεκίνησα» (εξηγούσε) : και όντως, μ’ αυτή τή βόλτα σε άλλους χώρους, ξαφνικά θυμόταν :

   χωρίς να τό ξέρουν (υποθέτω) χρησιμοποιούσαν όμως τήν «αρχιτεκτονική» μέθοδο μνημοτεχνικής, που λέει και τό βιβλίο : σύνδεση ιδεών, εικόνων και λέξεων με χώρους

   στην προσωπική μου ζωή τό θεώρησα μεγάλο κατόρθωμα, τό ότι κάποια στιγμή θυμήθηκα πως χρησιμοποιούσα κι εγώ ένα κόλπο : επειδή δεν τά πάω καλά με τούς αριθμούς, ανακάλυψα κάποια στιγμή ότι, όταν ήθελα να θυμηθώ πράγματα (πρόσωπα και γεγονότα) σχετικά με μια χρονολογία, είχα αυτόματα βοήθεια ανασύροντας από τό παρελθόν χώρους : τήν τάδε εποχή ήμουν εκεί, άρα για να ’μαι εκεί, δεν μπορούσε να ’χει συμβεί αυτό, αλλά αυτό. Δεν μπορεί να ’ταν αυτός παρών, γιατί αυτός δεν έχει μπει ποτέ σ’ αυτό τό σπίτι – άρα αυτό συνέβη όταν άλλαξα – άρα μετά τό χίλια εννιακόσια τόσο

   σε γενικές γραμμές, θυμήθηκα επιπλέον ότι, χρησιμοποιούσα τήν αρχιτεκτονική μέθοδο μνημοτεχνικής (έτσι ονομάστηκε δηλαδή από τόν κοϊντιλιανό όπως λέει τό βιβλίο) στις εξετάσεις τού σχολείου για να θυμάμαι ημερομηνίες στην ιστορία : Επειδή ουσιαστικά στο σχολείο δεν μαθαίνουμε να σκεφτόμαστε ιστορικά (ούτε να σκεφτόμαστε και με κανέναν άλλο τρόπο…) δεν έχουμε τή δυνατότητα να συγκρίνουμε κριτικά τά πράγματα ώστε να ’χουμε μια λογική άποψη τών χρόνων και τών γεγονότων : οι ημερομηνίες έτσι είναι κενό γράμμα (κενοί αριθμοί), ακαταλαβίστικα ιερογλυφικά στην πραγματικότητα, που μάς βασανίζουν : Η αρχιτεκτονική μου μέθοδος είχε να κάνει με τήν αρχιτεκτονική τής σελίδας, και τίς φωτογραφίες (εικόνες γενικά) κάτω από τίς οποίες φιγουράριζαν νούμερα : συνέδεα τήν οπτική εικόνα ενός τετραψήφιου με εικαστικά ή νοηματικά στοιχεία τής εικονογράφησης, κι αυτά συγχρόνως με τή θέση τού τετραψήφιου στη σελίδα : σήμερα δεν τολμώ ούτε να σκεφτώ αυτό τό βασανιστήριο, αλλά τότε απέδιδε…

.

.

   αλλά και στην ορθογραφία, η μέθοδός μου για τήν ανάκληση τής σωστής θέσης ενός γράμματος στη λέξη, είχε να κάνει περισσότερο με εικόνες, παρά με νοήματα – ή μάλλον με εικόνες που ανακαλούσαν ένα νόημα (π.χ. : «κυνηγός : τό πρώτο ύψιλον γιατί μοιάζει με τή σακκούλα που βάζει αυτός τό ζώο, και τό δεύτερο ήτα γιατί μοιάζει με τό σκυλί που τρέχει πίσω του» – «λιμός και λοιμός : τό πρώτο έχει ένα γράμμα λιγότερο αφού στην πείνα έχουμε λιγότερο φαΐ», κλπ, κλπ) (αλλά για να πούμε και κάτι που έχει αμεσότερη, αν και ίσως αστεία σχέση, με τήν ιστορία τού μεσαίωνα και τής αναγέννησης, εγώ ακόμα και σήμερα δεν μπορώ να ξεφύγω από τήν πρώτη εντύπωση που μού δημιούργησε η εβραϊκή καβάλα, ότι έχει σχέση και κατάγεται από τήν δική μας πόλη – Και μάλιστα επειδή αρχικά η καββάλα γραφόταν με δύο βήτα, για πολύ καιρό θυμήθηκα τώρα ότι μπερδευόμουνα μήπως έπρεπε να γράφω και τήν πόλη με δύο : αυτό προς επίρρωση τής άποψης ότι οι ήχοι είναι τό ισχυρότερο στοιχείο στη σκέψη μας, όταν θυμόμαστε λέξεις – Όχι όμως πως και η όραση και η όσφρηση και όλες οι άλλες αισθήσεις δεν έπαιζαν πάντα ρόλο) :

   ειδικά για τά βιβλία θυμάμαι κιόλας ότι τά θυμόμουνα πάντα να έχουν τό χρώμα και τά στοιχεία που είχανε όταν τά πρωτογνώρισα – όσα τά πρωτογνώρισα – στην τεράστια βιβλιοθήκη που βρισκόταν τριγύρω μου (σαν ριγέ πέπλο) όταν ήμουν παιδί (τεράστια φαινότανε τότε, μεγάλη ήτανε όμως) : έτσι η ερωφίλη θα ’ναι πάντα μονοδιάστατα άσπρη, ας πούμε, με μαύρα λεπτά γράμματα κι ο ερωτόκριτος διφορούμενα υπόλευκος με μαύρα χοντρά : και τά παιδικά βιβλία που βρήκα κρυμμένα στο ντουλάπι ενός άλλου σπιτιού ένα καλοκαίρι, θα ’χουν τό χρώμα που είχε τό ράφι σε κείνη τή γωνία, και τή μυρωδιά – τήν ξένη μυρωδιά – αυτής τής ντουλάπας : έτσι θα ’ναι πάντα τό Χωρίς Οικογένεια τού έκτορος μαλώ, συνδυασμένο μ’ ένα ντουλάπι. Η «αρχιτεκτονική» μνήμη σ’ αυτήν τήν περίπτωση είναι κάθετη – και γίνεται απλώς ένα οριζόντιο ταξίδι όταν συναντάει χρόνια αργότερα τή μνήμη τού προυστ απλωμένη σαν σειρά μπισκότων στο άσπρο τραπεζομάντηλο με δαντέλες : Η αρχιτεκτονική τής μνήμης για τήν μνήμη είναι κατεξοχήν η τέχνη τών βιβλίων –

   κι έτσι με τήν ψυχανάλυση η μνήμη παίρνει μια θέση αυτοκρατορική ως στοιχείο τής εσωτερικής ζωής, και έτσι οι συνέπειές της στην «εξωτερική» γίνονται φαντασμαγορικές στην κυριολεξία :

   ο φρόϋντ σύγκρινε τήν μέθοδό του με τήν αρχαιολογία (τήν οποία εξαυτού αγαπούσε) με τήν έννοια ότι και οι δύο έσκαβαν κατά στρώματα ανεβάζοντας στην επιφάνεια πράγματα χαμένα από καιρό ( – η διαφορά βέβαια είναι ότι στην αρχαιολογία τά «πράγματα» είναι σταθερά αναλλοίωτα και λίγο–πολύ αναγνωρίσιμα, έστω και αν ανασύρονται κομματιασμένα, ενώ στη μνήμη πολλές φορές δεν είμαστε σίγουροι για τό τί ακριβώς ανασύρουμε – ) Και υπάρχει και τό θέμα τής «απατηλής ανάμνησης» που είναι απλώς «ευσεβής πόθος» – και μία από τίς ενδοξότερες στιγμές στο μυαλό τού φρόϋντ ήταν όταν συνέλαβε τήν ιδέα ότι για τήν ψυχική συγκρότηση τού ατόμου ο ευσεβής πόθος μπορεί να είναι ακόμα σημαντικότερος από ένα «πραγματικό» γεγονός – ως πόθος δηλαδή ακριβώς

   η φράνσις γαίητς αναγνωρίζει τή σχέση τής μνημοτεχνικής με τή φαντασία (και τής φαντασίας με τήν τέχνη) πάνω απ’ όλα στις σελίδες που περιγράφει (και στα δύο βιβλία) τό ταξίδι τού μπρούνο στην αγγλία και τήν σύγκρουσή του με τούς πουριτανούς – προσωπικά τώρα για πρώτη φορά πρόσεξα ότι στην ελισαβετιανή αγγλία υπήρχε ένα θεωρητικό υπόστρωμα εικονομαχίας και απώθησης προς τήν τέχνη (από τήν πλευρά τής θρησκευτικής ηγεσίας και τών «φιλόσοφων» τής οξφορδιανής ορθοδοξίας). (Εδώ ξαφνικά βρήκα και έναν επιπλέον λόγο για τόν οποίο οι σύγχρονοί του διανοούμενοι περιφρονούσαν τόν σαίξπηρ, ως μη έχοντα πάει στο πανεπιστήμιο – αυτός ήταν ένας τρόπος για να τόν κατηγορούν χωρίς ενοχές για ευκολίες λαϊκότροπες και έλλειψη «φιλοσοφικού» βάθους – ουσιαστικά δηλαδή για έλλειψη ευσέβειας). Για τή σχέση τού μπρούνο με τήν τέχνη θα ’χαμε να πούμε πολλά γιατί τό θέμα είναι ανεξάντλητο γοητευτικό και αμφίσημο για να μην πω πολύπλευρο, αλλά προς τό παρόν μέ απασχολεί εδώ ότι η γαίητς κάνει μια διαπίστωση (ή ανακάλυψη ( : όποιος γνωριστεί με τά βιβλία της θα εξοικειωθεί με τήν επιστημονική της σεμνότητα – και μια μετριοπάθεια ως προς τήν πρωτοτυπία και τήν τόλμη τού – εξαιρετικού – της έργου)) : Όταν ο μπρούνο ήτανε στην αγγλία και έδωσε τίς διαλέξεις του στην οξφόρδη, είχε προστάτες κάτι ευγενείς που συνομιλούσαν, όπως αποδείχθηκε, και με τόν σαίξπηρ – ο οποίος τήν ίδια εποχή είχε ξεκινήσει ήδη τήν καριέρα του σαν ηθοποιός : η ίδια λοιπόν έχει βρει απηχήσεις τού «καθαυτό (λέει) λογοτεχνικού έργου» τού μπρούνο, τού Spaccio della bestia trionfante στο Loves Labours Lost ένα από τά πρώτα έργα τού σαίξπηρ. Τό ταξίδι τού μπρούνο στην αγγλία μπορεί να υπήρξε πηγή εκνευρισμού αλλά αποδείχτηκε ούτως ή άλλως δημιουργικότατο για τόν «οξύθυμο Νολάνο» που ήρθε μεν σε σύγκρουση με τόν πουριτανισμό τής κυρίαρχης (εκεί) προτεσταντικής ορθοδοξίας αλλά η εμμονή του με τήν φαντασία, τή μνήμη, και τόν έρωτα, άφησε όπως φαίνεται ένα βαθύ σημάδι στη σκέψη όσων νοιάζονταν για τό πώς δουλεύει σε σχέση με τήν ανθρώπινη μοίρα η καλλιτεχνική της μετάπλαση και μετατροπή. Και αυτό που εξάγει κανείς από τό βιβλίο εντέλει είναι ότι η εμμονή τού τζορντάνο με τή μνήμη είναι πάνω απ’ όλα εμμονή με τίς ερωτικές και δημιουργικές δυνάμεις τής φαντασίας

   η γαίητς χρησιμοποιεί μια διατύπωση που μού άρεσε πολύ : «στο Eroici furori τού Μπρούνο είμαστε κοντά με τίς ερωτικές μεταφορές που έχουν τή δύναμη να ανοίγουν “τίς μαύρες διαμαντένιες πόρτες” τής ψυχής» : ε, δεν μπορώ να μην σκεφτώ πόσο θα άρεσε αυτή η διατύπωση στον φρόϋντ : (με κάτι τέτοια) έχει κανείς τήν εντύπωση ότι η απόσταση από τόν Νολάνο ώς τόν Μοραβό είναι μια τρίχα, συν κάτι αιώνες

   η απόσταση από τήν μνήμη «τού Μάγου» ώς τήν ψυχαναλυτική μνήμη (τού άλλου μάγου) είναι όντως ελάχιστη – αν υπάρχει καν :

   έτσι επιβεβαιώνεται και η προσωπική μου εμμονή, ότι στην πραγματικότητα ο αναγεννησιακός μπρούνο αν αναδίνει επιμόνως κάποιο άρωμα δεν είναι τόσο αυτό τού «μάρτυρα τής επιστήμης» που επιμένει, όχι μόνο στο ηλιοκεντρικό κοπερνίκειο σύστημα, αλλά και τό εξακτινίζει στους αναρίθμητους κόσμους που δεν έχουν καν έναν ήλιο ως κέντρο – και που (σε αντίθεση με τόν γαλιλαίο) δεν ανακαλεί, βαδίζοντας (μικρόσωμος) προς τήν τεράστια πυρά – αλλά τό άρωμα πάνω απ’ όλα τού σκοτεινού ερμητικού ηδονιστή που βλέπει τή φύση να είναι θεός (θα ’μουν συνεπέστερη με τή δικιά του μυστικά ανατρεπτική γλώσσα αν έλεγα «θεά»)

   η απόσταση από τόν κατά τρεις αιώνες μεταγενέστερο γερμανοεβραίο που είδε τή φύση να είναι επίσης παντοδύναμη, και να μάς τιμωρεί με τούς πιο ύπουλους τρόπους για τήν απομάκρυνσή μας απ’ αυτήν, είναι όντως ελάχιστη : εντοπίζεται πάνω απ’ όλα στην έλλειψη πυράς (ο ίδιος ο φρόϋντ είχε πει : Καίνε τά βιβλία μου, είναι πρόοδος, κάποτε θα καίγαν εμένα τόν ίδιο) και μετατοπίζεται καθοδόν στην μετατροπή τού ερμητισμού σε φωτεινό λεξιλόγιο : Κατά τ’ άλλα η μνήμη συνεχίζει τίς διαδρομές και τίς καταβάσεις της εξίσου σκοτεινά μυστικά και ανατρεπτικά, όπως τότε –

   όταν τελειώσω τό βιβλίο μπορεί να πούμε περισσότερα –

.

.

μή δίνετε μεγάλη σημασία στην παραπάνω προσωπογραφία τού μπρούνο – έγινε εκατό χρόνια μετά τόν θάνατό του – όσο ζούσε μάλλον δεν τόν είχε ζωγραφίσει κανείς (ίσως να επεδίωξε ο ίδιος αυτού τού είδους τήν «ανωνυμία» λόγω τής επικινδυνότητας (τήν είχε υπόψη του, δεν ήταν αφελής) τού έργου του)

τό μόνο σίγουρο είναι ότι ενώ τήν καλογερική κάπα και τήν κουκούλα τήν έβγαλε, και μόνο κατά καιρούς τήν ξαναφόρεσε, δεν είχε τά μαλλιά του κομμένα κατά τόν καλογερικό τρόπο, τά διατηρούσε μακριά

.

…………………………………………………………………………………….

.

   είδα ότι η γαίητς κλείνει τό βιβλίο της με τήν επίδραση τής σκέψης και τής μεθόδου τού μπρούνο στη διαμόρφωση τού απειροστικού λογισμού (ο λάϊμπνιτς αναφέρει σε γράμματά του ότι τόν ήξερε και τόν είχε διαβάσει). Δεν μού κάνει όμως εντύπωση, γιατί ο μπρούνο στο θέμα τής επιστήμης επιβεβαιώνεται συνέχεια (η επιστήμη χρειάζεται και ζει με αποδείξεις, βλέπετε (και με άλλα τέτοια όργανα, «απτά», πέραν τού νου και τής φαντασίας)…) Δεν έχω λοιπόν καμιά αμφιβολία ότι, επιστημονικά, θα ’χουμε συνέχεια και για τούς επόμενους αιώνες μαζί μας τόν μεγαλοφυή ναπολιτάνο που τόλμησε (με μόνο του όπλο και όργανο τή φιλοσοφία) να μιλήσει «περί τών άπειρων κόσμων» σε μια εποχή που αυτό επέσυρε (ως χειρότερη βαρύτερη και απανθρωπότερη απόδειξη περί τής ορθότητάς του) τήν θανατική ποινή – καθώς οι παπάδες που αποφάσισαν να κάψουν τόν (αμετανόητο) φιλόσοφο ζωντανό σε χαμηλή (όμως) φωτιά για να τιμωρηθεί όπως τού άξιζε – τόν μήνα που έρχεται είναι η (τόσο) θλιβερή επέτειος – ένα πράγμα έβλεπαν και για ένα κυρίως ενδιαφέρονταν : ότι μ’ αυτόν τόν τρόπο τό μαγικό χέρι τού τζορντάνο αφαιρούσε από τό σύστημά τους τό ακίνητο κέντρο του και τόν αυταρχικό θεό του, μέσα σ’ εκείνην τήν αποθέωση και τήν χλαπαταγή από κόσμους, σύμπαντα, και μεταβαλλόμενες μορφές μιας φύσης παντοδύναμης ανθρώπινης και εντέλει ηρωικά και θριαμβευτικά γήινης

   (μιας γης που καθώς ο μπρούνο επέμεινε κινείται διαρκώς σαν «τού κύκλου τά γυρίσματα που ανεβοκατεβαίνουν» για να θυμηθούμε και τόν αναγεννησιακό μας ερωτόκριτο)

.

.

.

.

.

 

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: