σημειωματαριο κηπων

Μαρτίου 19, 2012

τά αβατοπαίδια

.

                   

.

   τό τεραστίων διαστάσεων αισθητικό και ιδεολογικό αποκούμπι τής χώρας ο παρθενώνας (για χάρη τού οποίου όλοι οι άλλοι λαοί τής υφηλίου έχουνε φάει τά βελανίδια με τό κουτάλι) καλό θα είναι να θυμόμαστε πού και πού ότι ήταν ένας ναός αφιερωμένος ειλικρινά σε θεά, δηλαδή θεότητα γυναικεία : και ειλικρινά θα πει όχι ως άλλοθι καλογερικό και κουτοπόνηρο, όχι «περιβόλια» που τά «αφιερώνουμε» σε νεότερη γυναικεία ανακάλυψη – δηλαδή τώρα γυναίκα εξ ανάγκης και εκ μεταφοράς – μόνο και μόνο για να απαγορέψουμε μετά τήν είσοδο εκειμέσα στον μισό και παραπάνω (γυναικείο) πληθυσμό τού πλανήτη

   όμως η ελληνική κοινωνία που ξυπνάει με τόν εφιάλτη τής νέας φτώχειας, νομίζω ότι κοιμάται τόν παλιό ύπνο τού δικαίου : και τό πιο δυσοίωνο είναι ότι τώρα, έχοντας δίκιο σε πολλά (κι αυτό είναι τό χειρότερο, με τήν έννοια ότι πιστεύει πως αφού έχει δίκιο σε πολλά δεν χρειάζεται να διορθωθεί σε τίποτα) φοβάμαι ότι βυθίζεται ακόμα πιο αθώα στην υποκρισία και τήν αυταρέσκεια που τήν διακατέχανε παλαιόθεν : εννοώ τό είδος εκείνο τής αναιδούς μισαλλοδοξίας και τού περήφανου μισογυνισμού που διέτρεχε τήν ιδιοσυγκρασία της από τά αρχαία εκείνα χρόνια, όταν οι άπλυτοι αθηναίοι εμπόροι πετάγαν τίς ντομάτες τους στον ευριπίδη γιατί τούς χαλούσε τή ζαχαρένια με τίς εκάβες, τίς μήδειες, και τίς τρωάδες του

   και από τά ίδια εκείνα αρχαία χρόνια, όταν οι αρχιτέκτονες και οι γλύπτες (οι οποίοι ονειρεύτηκαν τά αγάλματα μέσα κι έξω απ’ τόν περί ού ο λόγος παρθενώνα) παίξαν τό κεφάλι τους στην κυριολεξία κορώνα–γράμματα μια που οι λοιποί ιθαγενείς (ανεβασμένοι στα γύρω δέντρα και τρώγοντας βελανίδια) θέλησαν να τούς πάνε και σε δίκη και να τούς εκτελέσουν για κλοπή υλικών

   θα έπρεπε βέβαια να γίνει κάποτε συνείδηση (και όχι μόνο σ’ αυτή τή χώρα) πόσο κούφιο είναι να περηφανεύεσαι για κάτι που ούτε έκανες ο ίδιος, αλλά ούτε καν σέβεσαι αυτόν που τό κάνει σήμερα – (πόσο μεγάλο είναι άραγε ειδικά στην ελληνική κοινωνία τό ποσοστό τών πατεράδων και τών μανάδων που ονειρεύονται, ή έστω ανέχονται, καριέρα καλλιτέχνη για τά παιδιά τους;) – και είναι σκληρό βέβαια, δεν έχω αντίρρηση, να τούς τσουβαλιάζει κανείς όλους σε μια εποχή δυστυχίας – όταν η δυστυχία χτυπάει τούς πιο αδύναμους και συνεπώς τούς πιο απαίδευτους, και επομένως υποτίθεται τούς πιο δικαιολογημένα αδαείς – αλλά από τήν άλλη εκνευρίζομαι κιόλας με τή διαρκή αδαοσύνη τών αδύναμων που τούς κάνει να ενστερνίζονται (μ’ ένα είδος μαζοχισμού θα έλεγα) όλες τίς πραγματικότητες και τίς απόψεις που δουλεύουν συστηματικά εναντίον τους : και που τούς έκανε, μεταξύ τών πολλών άλλων, όλα αυτά τά περασμένα χρόνια, να πέσουν τόσο εύκολα θύμα πεπαιδευμένων καθηγητάδων τού κατηχητικού, οι οποίοι (έχοντας θητεύσει ταπεινά στους παπάδες μια ζωή και) έχοντας στεριώσει τήν καριέρα τους, επίσης ταπεινά, σε μία χούντα – απ’ τήν οποία ούτε και ενοχλήθηκαν ούτε και τήν ενόχλησαν – κι έχοντας διδάξει επιπλέον με αργά και συστηματικά, τηλεοπτικής λογικής, μαθήματα έναν ολόκληρο λαό να ντρέπεται για τή φυσική του γλώσσα και να προσπαθεί να σουσουδίσει αξιολύπητα για να τήν μιλήσει πιο καθωσπρέπει – βλέπουν τώρα τήν καριέρα τους να απογειώνεται στις λαμπρές (και ελπίζουν καταβάθος όχι και τόσο πρόσκαιρες) υπουργικές δάφνες

   αλλά δεν φταίνε φυσικά μόνο αυτοί – δεν έχουν πέσει θύμα δηλαδή τών παπάδων και τών παπαδοδασκάλων μόνο οι απαίδευτοι και οι αδαείς : αλίμονο, εδώ υπάρχει γενικότερη σύμπνοια και συμφωνία : αριστερόστροφη και δεξιόστροφη σύμπνοια και συμφωνία, πολύ πριν τήν καταραμένη τήν κρίση

   λέω λοιπόν σήμερα να πιάσω μια πτυχή τού θέματος – εκείνη που κουνάει ως λεπτομέρεια σατανική, εκφραστικότατα όμως κατά τή γνώμη μου (ζωγραφίζει στην κυριολεξία), τήν ουρά τού διαβόλου :

.

     

.

   η θρασύτατη και ξεδιάντροπη ρατσιστική διάκριση κατά τών γυναικών, τήν οποία εκφράζει λοιπόν πανηγυρικά η συνεχής διατήρηση τής απαγόρευσης εισόδου σε μια περιοχή τής χώρας που ελέγχεται από ταλιμπάν καλογήρους, η ύπαρξη δηλαδή τού άβατου στο «άγιον» όρος, αποτελεί απλώς έναν (δηλητηριώδη) καθρέφτη μέσα στον οποίο εικονίζονται οι πάντες : όχι μόνο όσοι τό υπερασπίζονται αλλά και όσοι τό ανέχονται (σιωπηρώς – ή θορυβωδώς, όπως έγινε με τήν ψήφο τής πολιτικάντικης ηγεσίας μας παραδείγματος χάριν, από δεξιότατα έως αριστερότατα, στα ευρωπαϊκά όργανα [*] (και τότε η εδώ κοινή γνώμη με προεξάρχοντες τούς τηλεοπτικούς ασώματους εγκεφάλους επιδόθηκε μάλιστα σε λεκτικό λυντσάρισμα τής ελληνίδας βουλεύτριας που, μόνη από τή χώρα, υποστήριξε τήν κατάργηση τού άβατου – λεσβία τήν είπαν, ότι έχει μουστάκια τής είπαν, ότι είναι άσχημη είπαν (πράγμα που επιπλέον δεν συνέβαινε) και φυσικά τό πλήρωσε, εξαφανιζόμενη ύστερα κομματικώς, κλπ κλπ – δεν βρίσκω δυστυχώς τίποτα σχετικό στο γιουτούμπ, αλλά εγώ τουλάχιστον τά θυμάμαι καλά))

   τή δεκαετία τού ’80 πάντως είχε γίνει μια εκτενέστατη συζήτηση, και παράθεση στοιχείων, σε μια σειρά από τεύχη τού περιοδικού «αντί» – δεν θυμάμαι λεπτομέρειες και δεν πρόκειται να πάω να κάνω αποδελτίωση τώρα (τά τεύχη πάντως υπάρχουν, για όποιον ενδιαφέρεται) : Θυμάμαι όμως πολύ καλά, γιατί αυτό μού έκανε εντύπωση αφού δεν τό ήξερα, ότι τό «άβατο» όπως αποδείχτηκε συνιστά παρανομία και παράβαση όχι μόνο με μέτρο τόν πολιτισμό τής ευρώπης τής γαλλικής επανάστασης και τής κοινωνίας τών πολιτών, αλλά και με μέτρο τήν ίδια τή δικιά του ρατσιστική απαρχή – καθώς η εναρκτήρια λογική του ήταν η απαγόρευση εισόδου (λογική παρόμοια σημερινών ιρανών ταλιμπάν, ας σημειωθεί) προς κάθε αγένειον, δηλαδή άνθρωπο που δεν είχε ή δεν άφηνε γένια – δηλαδή και άντρες και παιδιά και τών δύο φύλων, και φυσικά και γυναίκες –

   τό αρχικό ας πούμε λοιπόν σκανδαλώδες σ’ αυτήν τήν ιστορία είναι ότι η εναρκτήρια αυτή απαγόρευση με τήν πάροδο κάποιων αιώνων ανέστειλε όλα της τά (άναρθρα) άρθρα εκτός εκείνου που αφορούσε τίς γυναίκες – μετατρεπόμενη έτσι, σε αγαστή συμφωνία με τό γενικό ήθος τής χώρας, σε ρατσισμό και αντισυνταγματική διάκριση αποκλειστικά κατά τών γυναικών

   δεν θα ασχοληθώ με τά παιδαριώδη και ηλίθια «άλλοθι» που έχουν κατά καιρούς προβληθεί ως προς τό πόσο κακό θα έκανε στους καλογέρους ο πειρασμός τής γυναικείας μορφής περιφερόμενης στα χωράφια τους : είναι σαφές ότι οι ασκητές επιδιώκουν τούς πειρασμούς για να τούς υπερβαίνουν προς δόξαν  τών (άφυλων) αγγέλων – αλλά στην περίπτωση αυτή τά ασκητικά ήθη απλώς συνεχίζονται με περισσότερη ειλικρίνεια (όπως και υποκρισία εκ παραλλήλου) – καθώς «πειρασμό» αποτελεί γι’ αυτούς μόνο τό αντρικό σώμα, και έτσι τούς άντρες ακριβώς (γενειοφόρους και αγένειους) επέτρεψαν στον εαυτό τους να τούς χαίρονται γύρω τους οι καλογέροι : τίς γυναίκες εξακολουθούν να αποκλείουν επειδή πρωτίστως οι γυναίκες δεν τούς ενδιαφέρουν ως ερωτικό αντικείμενο – και δευτερευόντως επειδή έτσι επιβεβαιώνουν πανηγυρικά τόν μισογυνισμό τόσο τής θρησκείας τους, όσο και τής χώρας η οποία τούς ανέχεται (από αριστερά ώς δεξιά, είπαμε). Οι πονηριές δε περί ονομασίας τού χωραφιού τους με τό όνομα γυναικείας θεότητας (λογαριασμός εκ μεταφοράς, είπαμε) είναι για να πείθει τούς ήδη δελεασμένους ηλίθιους, και πάλι επομένως δεν θα ασχοληθώ ( : άλλωστε τό μασκάρεμα παράλληλα με τήν γελοιοποίηση, ή τήν απομίμηση, «γυναικείων» συμπεριφορών είθισται να αποτελεί ήθος και έθιμο για μια κατηγορία αντρών ρατσιστών, ομοφυλόφιλων και μη)

   αυτό που εμένα όμως μέ ενδιαφέρει είναι οι παρεξηγήσεις που υφίστανται ως προς τό τί σημαίνει αυτό τό όρος (δηλαδή τά επί τού όρους) όχι μόνο για τίς γυναίκες ασφαλώς (δηλαδή, υποθέτω), αλλά στην περίπτωσή μας ιδιαίτερα για τίς γυναίκες, και βεβαιότατα και ιδιαιτερότατα για μένα :

.

.

 

   

.

      μικρή προσωπική ιστορία τής ζωγραφικής

.

   ο μανουήλ πανσέληνος είναι ένας από τούς σημαντικότερους ζωγράφους τού ευρωπαϊκού μεσαίωνα (και κατά τή γνώμη μου ο ωραιότερος) και μάλιστα ο πρώτος εξαίρετος ευρωπαίος ιμπρεσιονιστής : πάνω του πάτησε ο κρυπτικός κατά κάποιον τρόπο ιμπρεσιονισμός τού θεοτοκόπουλου ώσπου να τόν ανακαλύψουν οι γάλλοι και να τόν καταστήσουν φανερότατον με τήν αποθέωση τού χρώματος από τόν σεζάν μέχρι τόν βαν γκογκ και πάει λέγοντας ώς τά σήμερα :

   πιθανώς η αποθέωση τού χρώματος (αλλά και η υποκειμενικότητα τής προοπτικής και ο συνεπακόλουθος κυβισμός) που χαρακτηρίζει τή ζωγραφική τού Πανσέληνου, αλλά και τήν ενγένει ζωγραφική τής μακεδονικής σχολής (η οποία συμπεριλαμβάνει μέσα της χρονικά τήν παλαιολόγεια αναγέννηση ( ≈ 800 – 1200), η οποία συμπίπτει χρονικά με τήν πρώτη επίσης αναγέννηση τού δυτικού μεσαίωνα (τροβαδούροι, δάντης ( ≈ 1100 – 1300))) αποτελεί κληρονομιά και λογική συνέχεια τής αρχαίας ζωγραφικής που ήταν εξίσου ιμπρεσιονιστική και γεμάτη χρώμα, όπως αποδεικνύεται από τά λίγα (λόγω χρόνου) διασωθέντα, και κυρίως τίς επιτάφιες ζωγραφιές στο νεκροταφείο δημητριάδας στη θεσσαλία : αν πάτε σήμερα στο μουσείο θα δείτε μερικούς μονέ και μερικούς ρενουάρ εκειπέρα – και επειδή οι ανασκαφές συνεχίζονται, πιστεύω ότι θα έχουμε συνέχεια τέτοιες εκπλήξεις : ήδη οι τοιχογραφίες τών «βασιλικών» τάφων στη μακεδονία, πάλι έναν ένδοξο ιμπρεσιονισμό επιδεικνύουν : Η αποθέωση τού χρώματος είναι λογικό να κυριάρχησε βέβαια στη ζωγραφική μιας χώρας με τό ανήλεα διάφανο φως και τήν ανήλεα εξαντλητική φιλοσοφική διάθεση τού παγανιστικού ελληνικού χώρου : αντίθετα, στη δύση (συμπεριλαμβανομένης και τής συγγενικής ιταλίας) τό χρώμα σκουραίνει, και με τόν χριστιανισμό βασιλεύει απρόσκοπτα η φωτοσκίαση, που έχει και σαφή ιδεολογική καταγωγή : τήν εκ μιας πηγής εκπορευόμενη μίζερη «φωτεινότητα» τού αγίου πνεύματος, που μισεί και απωθεί τήν ύλη σαν τίς αμαρτίες της. Τό χρώμα όμως ως η άλλη όψη τού χρόνου και τού χώρου, τό χρώμα ως ουσία τής ύλης, είναι και πανθεϊστικό και άθεο : εξαυτού, με τήν επάνοδό του επανέρχεται στη δύση και η επανάσταση τού ανθρώπινου σώματος (δεν είναι καθόλου τυχαία πιστεύω η συνειδητή ή ασύνειδη επιστροφή τού πικάσο, ωριμάζοντος και ανακαλύπτοντος τόν αισθησιασμό τών γυναικών (του) και τήν προοπτική τής αφαίρεσης, σε αρχαϊκά σχήματα)

   φυσικά η συζήτηση είναι τεράστια και έχει και πολλές άλλες παραμέτρους, εδώ θίγω ένα μόνο της μέρος που έχει σχέση με τήν βυζαντινή ζωγραφική και τόν μεγαλύτερό της μάστορα, τόν κυρ–μανουήλ πανσέληνο

   τό σωζόμενο έργο τού κυρ–μανουήλ όμως είναι οι τοιχογραφίες του σ’ ένα ωραιότατο αρχιτεκτονικό βυζαντινό κατασκεύασμα όπου στεγάζονται σήμερα οι διοικητικές υπηρεσίες τών καλογέρων, τό επιλεγόμενο και «πρωτάτο» – και όπου δεν μού επιτρέπεται λοιπόν εμένα να πατήσω τό πόδι μου, και να τίς δω από κοντά : ούτε εγώ, ούτε οι άλλες γυναίκες τής ευρώπης και τού πλανήτη

   και πώς λοιπόν τόν έμαθα; Κάποτε είχε γίνει μια πολύ ωραία έκδοση, και από κει απλώς τόν βρήκα : όπως με τόν ίδιο τρόπο βρήκα και τόν άλλο αγαπημένο μου, τόν max beckmann : δύο παρόμοιες εκδόσεις μεγάλου σχήματος, σε στρατσόχαρτο σχεδόν, που μού κάναν κλικ από τίς στοίβες τών παλιών αζήτητων σε κάτι βιβλιοπωλεία – ο μπέκμαν από τά χρόνια τού γυμνασίου και ο πανσέληνος από τά χρόνια τών (ασπούδαχτων) σπουδών –

   και τόν μεν μαξ μπέκμαν τόν είδα αργότερα και από πολύ κοντά σε κάτι μουσεία, αλλά τόν κυρ–μανουήλ πανσέληνο δυστυχώς δεν μπορώ :

.

                                            

.

   έτσι σήμερα έχω καταλήξει και χωρίζω πλέον, λόγω και τής σχετικής πείρας από τίς συζητήσεις που έχω κάνει, τούς άντρες στην ελλάδα σε δύο βασικότατες κατηγορίες : αυτούς που σ’ όλα αυτά απαντάνε «δεν πειράζει, εσείς θα τούς βλέπετε από φωτογραφίες», και σ’ όλους τούς άλλους – που είναι σαφώς από λιγότεροι έως ελάχιστοι, αλλά είναι και οι πραγματικοί φίλοι –

.

.

     

.

      μικρή παρέκβαση περί αναπαραγωγής

.

   ο ηλίθιος άνθρωπος έχει πάντα τήν εντύπωση ότι η ιστορία θα τόν συχωρέσει, γιατί αυτός διαφέρει από τούς άλλους : για να μην πω ότι πιστεύει ότι η ιστορία θα τού έδινε, αν μπορούσε, και βραβείο : άσε που πιστεύει ότι ζει πάντα τήν πιο πολιτισμένη ζωή, και λυπάται όλους τούς προηγούμενους – τούς βλέπει με συγκατάβαση, ακόμα κι αν τούς «θαυμάζει» : αλλά τό ίδιο και οι γυναίκες, πιστεύουν ότι αυτές, τώρα, είν’ ελεύθερες σε αντιδιαστολή μ’ όλες τίς προηγούμενες που δεν ήταν : έτσι ο αστός τής κλασικής αθήνας τής επέβαλε τό άβατο στην πολιτική ζωή ή στην παρακολούθηση τών αγώνων, πιστεύοντας ότι ασκεί απλώς ένα κεκτημένο του δικαίωμα διότι είναι πολιτισμένος – και εκ παραλλήλου όταν οι γυναίκες κέρδισαν τήν ψήφο στην πολιτική ζωή πίστεψαν επίσης ότι είναι τώρα πιο ελεύθερες απ’ τίς προηγούμενες και συνεπώς πιο πολιτισμένες, όταν τούς επιτράπηκε να παρακολουθούν τούς αγώνες πίστεψαν ότι είναι πιο ελεύθερες πια, όταν τούς επιτράπηκε η είσοδος στα άβατα τών πανεπιστημίων πίστεψαν ότι τώρα είναι πραγματικά πιο ελεύθερες, κι όταν τούς επιτράπηκε να σπουδάζουν στις σχολές καλών τεχνών και να έχουν πρόσβαση και σ’ εκείνο τό απαράμιλλο άβατο τών γυμνών μοντέλων, ειδικά τού αντρικού, πίστεψαν ότι τώρα ήταν επιτέλους ελεύθερες και επιτέλους πλέον πολιτισμένες : κάθε προηγούμενη εποχή ήταν μια σκλαβιά που ξεπεράστηκε, εκείνοι ήταν αξιολύπητοι, ετούτοι εδώ είναι επιτέλους κανονικοί : κοιτάνε τούς προηγούμενους με οίκτο. Δεν ξέρουν με πόσο οίκτο θα τούς κοιτάξουν οι επόμενοι αυτούς εδώ –

   προσωπικά με τή φωτογραφία έχω εξαιρετικές σχέσεις, και ειδικότερα με τή μαυρόασπρη φωτογραφία – τό ίδιο όπως και με τά παλιά «επίκαιρα» στο σινεμά

   αλλά η φωτογραφία τού έργου τέχνης είναι μια πολύ ειδική ιστορία και περικλείει πλήθος φαινόμενα, πολλά από τά οποία ανέπτυξε με τή συγκινητική του ιδιοφυία ο βάλτερ μπένγιαμιν στην πασίγνωστη «τέχνη τήν εποχή τής τεχνικής αναπαραγωγιμότητάς της» : όπως όμως τού συνέβη και με τήν περίπτωση τού σινεμά, έπεσε και εκεί στα αναπόφευκτα για κάθε εναργή κριτική κενά αέρος εξαιτίας ακριβώς τού ειδικού ιστορικού του χρόνου : έδωσε ας πούμε μεγάλη σημασία στο γκρο–πλαν, πιστεύοντας ότι έτσι ο θεατής θα ελέγχει και θα κρίνει εναργέστερα τήν υποκριτική τού ηθοποιού (αφού θα παρακολουθεί κριτικά όλες τίς λεπτομέρειες στην έκφραση τού προσώπου) και δεν έζησε αυτήν τήν ιστορία αρκετά, για να δει τό γκροπλάν ακριβώς να γίνεται τό όχημα με τό οποίο αναστέλλεται κάθε κριτική διάθεση και λειτουργία, καθώς είναι τό κυρίως μέσο με τό οποίο υπνωτίζεται ο θεατής και μπαίνει ως πρόβατο επί σφαγήν στην προπαγανδιστική φιλοδοξία τής μαζικής κουλτούρας : για τήν περίπτωση όμως τής εύκολης μαζικής πρόσβασης στη γνώση τού έργου τέχνης μέσω τής φωτογραφικής του αναπαραγωγής έχουμε άλλη μία, πολύ αξιόπιστη, εξύμνηση από έναν σημερινό (και πολύ αγαπημένον μου, επίσης) ζωγράφο, τόν david hockney : ο χόκνεϋ εξάλλου είναι γνωστός για τήν μετά μανίας χρησιμοποίηση κάθε νέου, και νεότερου, και νεότατου, τεχνικού μέσου στην ίδια τήν πραγματοποίηση τής δουλειάς του : και τά φωτογραφικά του κολλάζ είναι εξαίρετα – πρέπει να έχουν ήδη δημιουργήσει σχολή :

.

      

.

   σ’ ένα κείμενό του για τήν μεγάλη σημασία στον πολιτισμό μας (και για τόν ίδιον, όταν ήταν παιδί) τής διακίνησης τών ζωγραφικών έργων μέσω φωτογραφιών τά λέει λοιπόν πολύ καλά και νοιώθω να χρωστάω τήν ίδια χάρη που λέει κι αυτός, στην τεχνική εξέλιξη που μού έδωσε τή δυνατότητα από μικρή να βλέπω πίνακες απρόσιτους, τότε που δεν μπορούσα να πάω σ’ όλα τά μουσεία (κάτι που ισχύει σε μεγάλο βαθμό και σήμερα) : εντούτοις και αυτός, όπως κι ο μπένγιαμιν, παράβλεψε τό πόσο κιτς μπορεί να γίνει ένα έργο, μέσα ακριβώς από τήν μαζική του αναπαραγωγή, και λόγω τής αυταπάτης ότι έτσι είναι εύκολα προσβάσιμο και συνεπώς κατανοητό : ένα άλλο στοιχείο που τό διαπιστώνεις με τόν καιρό είναι ότι η μαζική παραγωγή υφίσταται η ίδια ταξικούς διαχωρισμούς, έχει δηλαδή η ίδια έναν, ενσωματωμένο στα ίδια της τά μέσα, ταξικό χαρακτήρα – και ενώ από τή μια μεριά δημιουργεί εκδόσεις ακριβές που φροντίζουν για τήν πιστότητα, τουλάχιστον τών χρωμάτων (είναι όμως ακριβώς πανάκριβες) από τήν άλλη μοιράζονται στο πλατύ κοινό φωτογραφίες που φτηναίνουν τήν πρώτη ύλη : και φτηναίνει τόσο η πρώτη αυτή ύλη (προϊούσης τής ιστορίας) ώστε να αλλοιώνει χωρίς σπουδαίους ενδοιασμούς τά χρώματα – εξίσου με τήν εκ τών προτέρων αυτονόητη αλλοίωση ούτως ή άλλως τών μεγεθών : και, όπως ακριβώς έκανε τό γκροπλάν, η μαζική αυτή αναπαραγωγή ασκεί κι έναν καταστροφικό υπνωτισμό στην κριτική ικανότητα τού θεατή καθώς αυτάρεσκα πλέον ο αστός που μαθαίνει τήν γκουέρνικα από μια φτηνή κάρτα αρκείται, πραγματικά και μεταφορικά, σ’ αυτό τό μέγεθος και αδιαφορεί κυριολεκτικά για τό πραγματικό : τό μέγεθος συρρικνώνεται όντως – και υπάρχει πια πιθανώς ως δυνατότητα μόνο για ένα παιδί που θα είναι ήδη όμως καλλιτέχνης, και μεγαλώνοντας θα επιδιώξει να πάει σ’ ένα μουσείο και να βρει εκεί τά πραγματικά δικά του μεγέθη.

   η εμπιστοσύνη αυτή, όλων μας λίγο–πολύ, στην τεχνική αναπαραγωγή είναι ίδιον τής δικιάς μας ιστορίας, και καταρρέει μόνο στην άμεση επαφή με τό πραγματικό έργο : αλλά αυτή η επαφή είναι ακριβώς που δεν επιδιώκεται πλέον ουσιαστικά, διότι δεν θεωρείται καν απαραίτητη : τό μέγεθος τού όντως έργου, τό αν είναι σε ξύλο σε μουσαμά ή αν είναι τοιχογραφία, τό πάχος τού χρώματος, η κίνηση τού πινέλου, τό είδος τού βερνικιού, αποσπούν τό υπνωτισμένο μάτι από τήν αυτάρκεια μιας ζωής  που παραβλέπει γενικά τέτοιες λεπτομέρειες, καθώς η μόνη λεπτομέρεια που έχει ζωτική σημασία για τή ζωή τού αστού είναι τό ύψος τών σκαλοπατιών που τόν χωρίζουν από τήν εξουσία τήν οποία ελπίζει ότι μπορεί να διεκδικήσει

   αυτό τό ζώο πιστεύει όντως ότι είναι αθάνατο, κι ότι η ιστορία τό δικαιώνει συνεχώς : όταν εκφέρει λοιπόν τήν άποψη ότι «σού απαγορεύεται να πας εκεί, αλλά δεν πειράζει, εμένα μού επιτρέπεται, κι έτσι – όλα καλά – και στο κάτω–κάτω υπάρχουν και οι φωτογραφίες» λέει κάτι πολύ περισσότερο από τό «μή μέ βλέπεις που ζω σήμερα, είμαι τό αιώνιο καθίκι που ήμουν και πριν δέκα αιώνες» :

   λέει επιπλέον : ό,τι καλύτερο παρήγαγαν αυτοί οι αιώνες δεν μέ αφορά

   γι’ αυτό και δεν τόν ενοχλεί η αντισυνταγματικότητα τού άβατου, και γι’ αυτό μπορεί «να ’ναι» αριστερός αλλά παρ’ όλ’ αυτά να μην τά βάζει με τήν εκκλησία «όταν δεν χρειάζεται» ( : διότι χρειάζεται μόνο εκεί που όλο αυτό αφορά τήν τσέπη του, όπως όταν σκέφτεται τό «βατοπέδι», παραδείγματος χάριν)

   οι έλληνες άντρες φίλοι τού «άβατου» στη σημερινή ελλάδα, δεν είναι μόνο ηλίθιοι ούτε μόνο ρατσιστές, και δεν πατάνε μόνο στην ανυπαρξία ενός φεμινιστικού κινήματος που θα ’λεγε στους καλογέρους ότι αν θέλουν να είναι ασκητές να πάνε να ζήσουν στην έρημο τού σινά παραδείγματος χάρη, και ν’ αφήσουν τά έργα τέχνης στην ησυχία τους αφού δεν ξέρουν καν να τά εκτιμήσουν : πατάνε σε μια ευρύτερη αντίληψη πολύ χαρακτηριστική τής ελληνικής πραγματικότητας ότι τά έργα τέχνης δεν χρειάζονται καν εκτίμηση : και από κανέναν – πολύ περισσότερο από τίς γυναίκες –

.

    

.

   παρεμπιπτόντως επιπλέον, προσωπικά δεν ξαφνιάστηκα όταν πριν κάποια χρόνια είδα σ’ ένα βιβλίο (που έβγαλε η «εστία» (νομίζω) κι ήταν γραμμένο από γυναίκα (νομίζω) – δεν μπορώ να τό ξαναβρώ τό βλέπω να ’χει θαφτεί, δεν ήταν και δημοφιλές ούτε κι εύκολο τό θέμα του) μια μελέτη που περιελάμβανε μεταξύ άλλων στοιχείων για τή βυζαντινή ζωγραφική κι έναν φετφά που έβγαλαν οι παπάδες και απαγόρεψαν τή ζωγραφική τού πανσέληνου, επιβάλλοντας διά νόμου στο εξής από κάποιον αιώνα και μετά, οι αγιογράφοι να ζωγραφίζουν με τήν «φλωρεντινή» τεχνοτροπία η οποία βασιζόταν στη φωτοσκίαση (τό ιταλιστί κιαροσκούρο) καταργώντας έτσι τή ζωγραφική τού χρώματος : με τή δικαιολογία κιόλας, αν θυμάμαι καλά τήν (κριτικοτεχνική) διατύπωση, ότι η φλωρεντινή ζωγραφική προάγει τήν μεταφυσικότητα τού έργου : όπερ και έδει απλώς δείξαι –

   πάντως τό χρώμα που όλους αυτούς, ελληνοέλληνες και ρατσιστές, θρήσκους και πολιτικάντηδες και καθηγητάδες και αριστεροδέξιους θα τούς θάψει, δεν θα ’ναι ούτε τό μαύρο τής κακιασμένης τους συνείδησης ούτε τό άσπρο τών ανύπαρκτων ματιών τους, αλλά τό κίτρινο τών ράβδων χρυσού για τό οποίο και μόνο νοιάζονται : γι’ αυτό και δεν μπορούν να καταλάβουν, δεν τό χωράει ο νους τους, πώς μπορεί κανείς, πέρα από τήν έγνοια για τήν αποκατάσταση τής νομιμότητας και τού «ελευθερία και ισότης», να νοιάζεται για τήν κατάργηση τού «άβατου» και επειδή θέλει να έχει πρόσβαση σε έργα τέχνης

   όσο για τούς καλογέρους, αυτοί να πάνε στην έρημο τής συρίας ή τής παταγονίας ή τού σινά ή τής σαχάρας ή τού λος άντζελες τέλος πάντων να ασκητέψουν, μ’ ένα μπογαλάκι ψωμί αν θέλουν να ’ναι πραγματικά ανενόχλητοι κι αν τούς ενοχλούν οι γυναίκες – και να πάψουν να παίρνουν τά λεφτά μας και τά λεφτά τής υπόλοιπης ευρωπαϊκής ένωσης μια που κατά τό μεγαλύτερο μέρος τους είναι λεφτά γυναικών, που δεν βλέπω να τά βρίσκουν και βρώμικα κι ακάθαρτα σ’ αυτήν ειδικά τήν περίπτωση – κι αν τούς αρέσει πολύ κάποιο έργο απ’ αυτά που ’χουν γύρω τους, όσα δεν καταστρέψανε, απ’ αυτά δηλαδή που κάποιοι τεχνίτες φτιάξαν σε πείσμα τους, και προς δόξαν τής τέχνης, να τό πάρουν στο μπογαλάκι τους και να τό βλέπουν από φωτογραφίες

   ασιχτίρ αβατοκαθίκια

.

.

.

.

.

.

[*] για τή συζήτηση στα ευρωπαϊκά όργανα περί τού «άβατου» (1997 και 2003) βρίσκονται μερικά εδώ (πηγαίνετε στην υποδιαίρεση «τό άβατο και η ευρωπαϊκή ένωση») | βρήκα επίσης άλλες δύο συνεντεύξεις (εκτός από αυτήν που ήδη έβαλα, στο 10%) τής ευρωβουλεύτριας άννας καραμάνου που, μόνη στην ελλάδα, υποστήριξε τήν κατάργηση – οι οποίες δίνουν (λίγο) τό κλίμα (και τήν αναστάτωση) τής εποχής εδώ και εδώ | για τά βιβλία που ανάφερα : βάλτερ μπένγιαμιν «τό έργο τέχνης τήν εποχή τής τεχνικής αναπαραγωγιμότητάς του» (κάλβος, 1978) | τό βιβλίο που είχα βρει μικρή (ανδρ. ξυγκόπουλου – φ. ζαχαρίου / a. xyngopoulos – ph. zachariou)  «manuel panselinos» ) υπάρχει ακόμα (τώρα και διαδικτυακά) | και τό βιβλίο που είχα βρει για τόν max beckmann υπάρχει επίσης

για τήν παλιά συζήτηση περί «άβατου» στο περιοδικό «αντί» μπορείτε να βρείτε εδώ (μαζί με τό τελευταίο γράμμα τού, χρόνια πολλά πολύτιμου, χρήστου παπουτσάκη για τό κλείσιμο τού περιοδικού (λίγο πριν πεθάνει)) πληροφορίες για τά τεύχη τούς τόμους του, και πώς μπορούν να βρεθούν

για τόν πανσέληνο τά πιο αξιόπιστα που βρήκα στο νετ είναι εδώ (αγγλικά) | και στη wiki μόνο στα ρώσικα!

συζήτηση επίσης περί άβατου στο βλογ τού «ροΐδη» όπου ενδιαφέρον έχουν και τά, παντός χρώματος, σχόλια (2008)

για τό εξαιρετικό μουσείο τού βόλου (όπου βλέπετε και τίς ζωγραφιστές επιτάφιες στήλες τής δημητριάδος, τού 3ου προχριστιανικού αιώνα – από τά ελάχιστα τόσο καλά συντηρημένα δείγματα αρχαίας ζωγραφικής, η οποία δεν έγινε από «μεγάλους» τεχνίτες και συνεπώς αποτελεί και μαρτυρία για τούς «κοινούς αισθητικούς τόπους τής εποχής» : για αυτές ακριβώς τίς στήλες πρέπει να έχουμε και τή σκληρότητα να ευγνωμονούμε τή φτώχεια τών νεκρών και τών συγγενών τους – που δεν είχαν τά λεφτά για να παραγγείλουν μαρμάρινες ή πέτρινες επιτάφιες πλάκες – και οι οποίες διασώθηκαν λόγω τού κεριού με τό οποίο οι φτωχοί τεχνίτες τής εποχής τίς κάλυπταν για να τίς συντηρήσουν) πληροφορίες εδώ

και η έκπληξη : «Man or Metaphor : Manuel Panselinos and the Protaton frescoes» : μια μελέτη (στα αγγλικά) που (δεν τήν έχω διαβάσει και) τήν βρήκα απλώς ψάχνοντας : γραμμένη από τόν matthew j. milliner, να ’ναι καλά τό παιδί – (ο τίτλος θα μπορούσε να μεταφραστεί «Άνθρωπος ή Μεταφορά : ο Μανουήλ Πανσέληνος και οι τοιχογραφίες τού Πρωτάτου»)

.

.

  

.

.

πηγές φωτογραφιών : αρχαιοελληνικά αγγεία εδώ, εδώ, και εδώ | για τόν «τάφο τής κρίσεως» από τήν νάουσα εδώ

.

.

.

.

.

.

.

.

Advertisements

Μαρτίου 8, 2012

η νάντια η άννα και ο όσιπ

.

.

       

.

   «…τή θυμάμαι στο δωματιάκι της // ή κουρνιασμένη στην άκρη τού καναπέ στο διαμέρισμα τής αχμάτοβα, που κάπου–κάπου επισκεπτόταν κρυφά στο λένινγκραντ //

   σχεδόν σού κόβει τήν ανάσα τό γεγονός ότι έγραψε και τούς δύο τόμους στα εξηνταπέντε της χρόνια //

   και ως άνθρωπος και ως συγγραφέας υπήρξε γέννημα δύο ποιητών με τούς οποίους συνδέθηκε άρρηκτα η ζωή της : τού μαντελστάμ και τής αχμάτοβα. Και τούτο όχι μόνο επειδή ο πρώτος υπήρξε σύζυγός της και η δεύτερη φίλη της μια ολόκληρη ζωή // χρόνια ολόκληρα δεν συναντιόταν με τήν αχμάτοβα, και στα γράμματα δεν μπορούσε να έχει καμιά εμπιστοσύνη. Γενικά τό χαρτί ήταν είδος επικίνδυνο. Ο μηχανισμός που ενίσχυσε τούς δεσμούς αυτού τού γάμου, όπως και αυτής τής φιλίας, ήταν η ανάγκη ν’ απομνημονευτεί και να συγκρατηθεί στη μνήμη αυτό που δεν θα μπορούσε κανείς να εμπιστευτεί στο χαρτί, οι στίχοι δηλαδή τών δύο ποιητών

   στην απασχόληση αυτή κατά τήν, σύμφωνα με τή διατύπωση τής αχμάτοβα, «προ τού γουτεμβέργιου» περίοδο, η ναντιέζντα γιακόβλεβνα σίγουρα δεν ήταν μόνη //

   οι δύο τόμοι τού βιβλίου της μπορούν όντως να συγκριθούν με τήν ημέρα τής Κρίσεως επί τής γης για τόν αιώνα της και τή λογοτεχνία τού αιώνα της· κρίση δικαιολογημένα φρικτή, εφόσον αυτός ακριβώς ο αιώνας επαγγέλθηκε τήν οικοδόμηση τού επίγειου παράδεισου //

   θα πρέπει να πούμε ότι η αντίδραση τών αρχών ήταν ειλικρινέστερη απ’ ό,τι τής διανόησης. Οι αρχές απλώς χαρακτήρισαν τήν κατοχή αυτών τών βιβλίων παράβαση τού νόμου. Στους κύκλους τών διανοουμένων, ιδίως στη μόσχα, ξέσπασε σάλος // Εμφανίστηκαν ανοιχτές ή μισάνοιχτες επιστολές γεμάτες αγανάκτηση, κάποιοι αποφάσισαν να μην τήν ξαναχαιρετήσουν ποτέ, φιλίες και γάμοι διαλύθηκαν με αφορμή τό ερώτημα αν η ναντιέζντα γιακόβλεβνα μαντελστάμ είχε δίκιο ή άδικο, όταν κατηγορούσε ως χαφιέ τόν άλφα ή τόν βήτα. Εξέχων αντιφρονών δήλωνε κουνώντας πέρα δώθε τή γενειάδα του : «Αυτή έχεσε ολόκληρη τή γενιά μας» //

   τό ζήτημα εντοπίζεται μάλλον στο γεγονός ότι ο ισχυρισμός «Είσαι δούλος» είναι πιο εύπεπτος από τόν ισχυρισμό «Από ηθική άποψη, είσαι ένα μηδενικό» //

   η σαφήνεια και η σκληρότητα τής γραφής της, που αντανακλούν χαρακτηριστικά τού μυαλού της, αποτελούν επίσης αναπόφευκτο στυλιστικό επακόλουθο τής ποίησης που διαμόρφωσε αυτό τό μυαλό //

   η προσωπικότητά της διαμορφώθηκε χάρη στην κουλτούρα και ό,τι καλύτερο αυτή παρήγαγε – δηλαδή χάρη στους στίχους τού άντρα της. Τούς στίχους του διέσωσε – και όχι τήν ανάμνησή του. Χήρα δική τους στάθηκε σαράντα χρόνια – όχι δική του. Και βέβαια τόν αγαπούσε, αλλά κι ό ίδιος ο έρωτας είναι τό πιο επιλεκτικό από τά πάθη. Μόνο με πλαίσιο τόν πολιτισμό ο έρωτας αποκτά όγκο και προοπτική, επειδή απαιτεί μεγαλύτερο χώρο στη συνείδηση απ’ ό,τι στο κρεβάτι. Έξω απ’ αυτό τό πλαίσιο, ο έρωτας καταλήγει κοινότοπη εξάσκηση. Εκείνη υπήρξε χήρα τού πολιτισμού, και νομίζω ότι στο τέλος τής ζωής της αγαπούσε τόν άντρα της περισσότερο απ’ ό,τι στην αρχή τού γάμου τους. Ίσως γι’ αυτόν τόν λόγο τούτα τά βιβλία αποτυπώνονται τόσο βαθιά στη μνήμη τών αναγνωστών. Κι ίσως ακόμα επειδή οι σχέσεις τού σύγχρονου κόσμου με τόν πολιτισμό μπορούν κι αυτές να χαρακτηριστούν ως χηρεία //

   κατά κάποιο τρόπο λαχταρούσε να πεθάνει, επειδή «εκεί θα ξαναβρεθώ με τόν όσιπ». «Όχι» τής είπε η αχμάτοβα όταν έτυχε κάποτε να τήν ακούσει, «αυτή τή φορά μαζί του θα βρεθώ εγώ» //

   τελευταία φορά τήν είδα στις 30 μαΐου τού 1972, στην κουζίνα τού μοσχοβίτικου διαμερίσματός της. Ήταν βραδάκι. Καθόταν και κάπνιζε στη βαθιά σκιά που έριχνε στον τοίχο ο μπουφές· τόσο βαθιά σκιά, ώστε τό μόνο που ξεχώριζε μέσα της ήταν τό τσιγάρο που καιγόταν και δυο μάτια που λαμποκοπούσαν // εκείνη φάνταζε σαν απομεινάρι μιας μεγάλης πυράς, σαν χωνεμένο κάρβουνο που θα σέ κάψει αν τό αγγίξεις.»

.

.

   τά παραπάνω είναι μερικά από τά λόγια που έγραψε ο ποιητής ιωσήφ μπρόντσκυ τό 1981 ως νεκρολογία για τόν θάνατο τής νάντιας (ή ναντιέζντας – ή νάντιενκας όπως τήν έλεγε η αχμάτοβα) μαντελστάμ. Ολόκληρο τό κείμενο βρίσκεται εν είδει εισαγωγής στο βιβλίο «ναντιέζντα μαντελστάμ, αναμνήσεις από τή ζωή μου με τόν όσιπ / ελπίδα στα χρόνια τής απελπισίας»

   ( : ή «ελπίδα εναντίον ελπίδας» : γιατί μ’ αυτόν τόν τίτλο τό βιβλίο εκδόθηκε πρώτα στη δύση και στ’ αγγλικά (νέα υόρκη, 1970) ταυτόχρονα με τήν έκδοσή του στα ρώσικα από τόν εκδοτικό οίκο «τσέχωφ» (πάλι στη νέα υόρκη) – ως πρώτος τόμος τών απομνημονευμάτων της hope against hope (ο δεύτερος τόμος με τόν τίτλο hope abandoned (η ελπίδα εγκαταλειμένη) εκδόθηκε, πάλι στη νέα υόρκη, τό 1974 – υπάρχει ένα κρυμμένο λογοπαίγνιο στους τίτλους, καθώς τό όνομα τής ίδιας τής ναντιέζντας στα ρώσικα σημαίνει ελπίδα) ( : τό πρώτο βιβλίο με τόν τίτλο αναμνήσειςvospominania – είχε κυκλοφορήσει από τήν ίδια – ή τούς θαυμαστές τής ποίησης τού μάντελσταμ – έτσι γίνονταν αυτά τότε – τή δεκαετία τού ’60 στη ρωσία, χειρόγραφα και παράνομα με τόν γνωστό επικίνδυνα γενναίο και ρωσικής κατασκευής τρόπο, ως σαμιζντάτ))

   στα ελληνικά κυκλοφορεί εδώ και ακριβώς έναν χρόνο από τίς εκδόσεις «μεταίχμιο» – εγώ τό διάβασα πριν δυο μήνες και ακόμα μέ κυνηγάει – θα συμβούλευα επομένως όποιον διαβάζει ελληνικά και δεν τό ’χει πάρει ακόμα, να πάει να τό αγοράσει και να τό διαβάσει. (Σημειώνω μόνο ότι διαφωνώ με τόν «εξελληνισμό» επί τό απλουστευτικότερο και ευκολοχωνευτικότερο τών τίτλων ορισμένων βιβλίων : τό ελληνικό κοινό δεν είναι πιο ηλίθιο  από τό αγγλόφωνο, για να χρειάζεται δηλαδή μασημένη τροφή, αυτό θέλω να πω : ο εκδοτικός οίκος όφειλε ή να σεβαστεί τόν τίτλο που έβαλε η ίδια η μαντελστάμ, ή να ακολουθήσει τόν αγγλικό τίτλο, με τόν οποίο τό έργο έγινε γνωστό στη δύση : βρίσκω εξάλλου τό «ελπίδα εναντίον ελπίδας» και ευρηματικό και εύστοχο, γιατί περιέχει ως περίληψη όλο τό δράμα : οι σταλινικοί διωγμοί έγιναν στο όνομα μιας ελπίδας που θα ήταν η επανάσταση, καταρρακώνοντας και τρομοκρατώντας τήν ίδια τήν ελπίδα τών επαναστατημένων και μετατρέποντάς τους σε θύματά της)

   θα γράψω, σήμερα, πολύ λίγα, γιατί συμφωνώ απόλυτα με τό απόσπασμα τού τζωρτζ στάϊνερ στο the new yorker όπως παρατίθεται στο οπισθόφυλλο τού βιβλίου :

   «δεν υπάρχουν λόγια που να μπορούν μεταδώσουν ή να θίξουν τή μεγαλοφυή φύση αυτού τού βιβλίου. Οποιαδήποτε κρίση επ’ αυτού συνιστά σχεδόν αναίδεια – ακόμα κι αν πρόκειται για έπαινο.»

.

    

.

   λοιπόν η νάντια («κοντούλα» που «με τά χρόνια στέγνωνε και ζάρωνε όλο και περισσότερο, σαν να προσπαθούσε να μεταβληθεί σε κάτι αβαρές κάτι που μπορείς να τό διπλώσεις και να τό χώσεις στα γρήγορα στην τσέπη σου – αν χρειαστεί να τό βάλεις στα πόδια») δεν είναι κατά τή γνώμη μου απλώς και μόνο η «μεγάλη χήρα τού όσιπ μάντελσταμ» – από τό βιβλίο της αναδύεται μια εκπληκτικά δυνατή προσωπικότητα, και μια συγγραφέα ολκής – ένας διανοούμενος άνθρωπος με όλη τή σημασία τής λέξης

   η διανοητική και συναισθηματική της δύναμη είναι τέτοια ώστε δεν διστάζει να βάλει τόν εαυτό της εξαρχής και χωρίς αναστολές σε δεύτερη μοίρα και να περιορίσει τή δημιουργικότητά της στην καταγραφή τής ζωής τού άντρα της – και τής εποχής, που έδωσε και στους δύο τό αποτρόπαιο προνόμιο να ζήσουν τή λογική ενός καφκικού έργου εκ τού φυσικού. Από τήν άλλη μεριά έχοντας απόλυτο θαυμασμό για τό ποιητικό έργο τού μαντελστάμ έγινε η ίδια απλώς η απομνημονεύτρια και η διασώστρια αυτού τού έργου, χωρίς καν να τό συζητήσει, σαν να τής ήτανε αυτονόητο : Καθώς όμως τά πέριξ τού έργου γεγονότα που και οι δύο έζησαν ήταν ούτως ή άλλως ασύλληπτα, περιγράφοντας η νάντιεζντα τό γενικό κλίμα αφήνει να αναδυθεί αναγκαστικά και ο εαυτός της (όπως τό λέει κι ο μπρόντσκυ στη νεκρολογία του) ως συνείδηση τής ρωσίας και τής τρομοκρατημένης διανόησης στην εποχή τής φριχτότερης εξορίας – τής εξορίας από τήν ίδια τή σκέψη

   η κριτική που διαρκώς και εκ τών πραγμάτων κάνει στην όλη κατάσταση, φαίνεται από τήν πρώτη στιγμή ότι είναι αποτέλεσμα και ολοκληρωμένης και συγκροτημένης σκέψης, και όχι απλώς συνέπεια απελπισίας ή θυμού : γιατί έχει συν τοις άλλοις και τό διανοητικό σθένος να αποδέχεται και τήν απελπισία ως οικείο στοιχείο τής ζωής της και να θεωρεί τόν θυμό απαραίτητον για τή σκέψη της : γράφει συνεπώς με ολόκληρον τόν εαυτό της χωρίς αναστολές και φόβους αλλά με ένα πάθος που τό διεκδικεί ως στοιχείο τουλάχιστον ειλικρίνειας

   και τό πρόσωπο που διακρίνεται πίσω απ’ τήν αφήγηση τών διωγμών τού μάντελσταμ εξαιτίας τών ποιημάτων του, πείθει για τήν αυθυπαρξία και τήν αυτονομία του, ενώ τήν ίδια ώρα η νάντια «ετεροκαθορίζει» συνεχώς τή ζωή της με τήν καταγραφή τήν αντιγραφή και τήν απομνημόνευση τών ποιημάτων εκείνου που θα πέθαινε πολύ νωρίς μετά τίς ανακρίσεις τίς εκτοπίσεις και τίς εξορίες, σε ένα σιβηριανό στρατόπεδο – ή καθοδόν προς αυτό ( : οι συνθήκες τού θανάτου τού μαντελστάμ παραμένουν άγνωστες, όπως και η ακριβής άλλωστε ημερομηνία (ακόμα) – μερικές απ’ τίς πιο συγκλονιστικές, και συγκινητικές μαζί, σελίδες τού βιβλίου είναι τά τελευταία του κεφάλαια όπου η ναντιέζντα περιγράφει περιγραφές άλλων για τό πώς τόν είδαν να πεθαίνει, ή να μην έχει πεθάνει ακόμα, ή να μην προσπαθεί καν να επιζήσει)

   δύο επιπλέον πράγματα για τά οποία τή θαύμασα σ’ αυτό τό βιβλίο είναι, αφενός η δυνατότητα και η ικανότητά της να αρνιέται από τήν αρχή τούς μύθους που γέννησε η επανάσταση και ταυτόχρονα να παρακολουθεί τόν εαυτό της με έξοχη αντικειμενικότητα να πέφτει κι η ίδια θύμα σε μερικούς απ’ αυτούς, και αφετέρου οι γλωσσικές της παρατηρήσεις για τή μεταβολή τών λέξεων και τών εννοιών τους στην καταρρακωτική  πορεία τής επανάστασης προς τόν μεγάλο τρόμο, τούς διωγμούς και τόν θάνατο : Ίσως τό πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ότι η λέξη συνείδηση στη ρωσία σιγά – σιγά εξαφανίστηκε, δεν τήν έλεγε πια ο κόσμος, δεν γραφόταν πουθενά

   αλλά τό βιβλίο είναι ανεξάντλητο σε εκπληκτικές παρατηρήσεις και κρίσεις, πέρα από τήν αφήγηση τής οδύνης στη σύντομη ζωή ενός ποιητή, που εν γνώσει του έγραψε τό ποίημα τό οποίο ήξερε ότι θα τόν σκοτώσει

   όπως τό διατύπωσε και η ίδια :

   ο θάνατος τού καλλιτέχνη δεν είναι σύμπτωση, αλλά η ύστατη δημιουργική του πράξη, η οποία σαν δέσμη αχτίδων φωτίζει τόν δρόμο τής ζωής του. Ο όσιπ μαντελστάμ τό κατάλαβε, παλικαράκι ακόμη, όταν έγραφε ένα άρθρο για τόν θάνατο τού σκριάμπιν. Γιατί ο κόσμος απορεί που οι ποιητές προβλέπουν με τόση διορατικότητα τή μοίρα τους και ξέρουν τί θάνατος τούς περιμένει; Άλλωστε τό τέλος και ο θάνατος είναι τό ισχυρότερο δομικό στοιχείο στο οποίο υποτάσσεται η όλη ροή τής ζωής. Εδώ δεν ισχύει κανένας ντετερμινισμός, η περίπτωση θα πρέπει να εξεταστεί μάλλον ως εκδήλωση ελεύθερης βούλησης. Ο μαντελστάμ οδήγησε αγέρωχα τή ζωή του προς τόν χαμό που τόν περίμενε, τήν πιο διαδεδομένη μορφή θανάτου στη χώρα μας, τόν θάνατο μαζί με τό κοπάδι. Τόν χειμώνα τού ’32 – ’33, σε μια βραδιά με ποιήματα τού όσιπ μαντελστάμ στα γραφεία τής literaturnaya gazetta (λογοτεχνική εφημερίδα), ο μαρκίς κατάλαβε ξαφνικά τά πάντα και είπε «Παίρνετε τόν εαυτό σας απ’ τό χέρι και τόν οδηγείτε στην εκτέλεση». // Ο όσιπ μαντελστάμ μιλούσε συνεχώς για αυτό τό είδος θανάτου στους στίχους του, αλλά οι άλλοι δεν τό είχαν αντιληφθεί, όπως δεν αντιλήφθηκαν και τίς συζητήσεις τού μαγιακόφσκυ περί αυτοκτονίας.

.

.

   λέω να παραθέσω όμως δυο–τρία ακόμη αποσπάσματα – αξίζει τόν κόπο κι ας μη δίνουν παρά μια πολύ μικρή,  ε λ ά χ ι σ τ η  εικόνα από τό βιβλίο :

   εγώ έχασα τήν αίσθηση τού θανάτου, επειδή εισέδυσα στην περιοχή τής ανυπαρξίας. Απέναντι στο πρόσωπο τής καταδίκης, ούτε καν ο φόβος δεν υπάρχει. Ο φόβος είναι φως, είναι η θέληση για ζωή, είναι αυτοπεποίθηση. Είναι ένα βαθιά ευρωπαϊκό συναίσθημα. Τρέφεται από τόν αυτοσεβασμό, τήν αίσθηση τής προσωπικής αξιοπρέπειας, τών προσωπικών δικαιωμάτων, τών αναγκών, τών απαιτήσεων και τών επιθυμιών. Ο άνθρωπος υπερασπίζεται ό,τι κατέχει, και φοβάται μην τό χάσει. Ο φόβος και η ελπίδα είναι στοιχεία αλληλένδετα. Χάνοντας τήν ελπίδα, χάνουμε και τόν φόβο – δεν έχουμε πια λόγο να φοβόμαστε.
   Ενώ πηγαίνουν τόν ταύρο στο σφαγείο, αυτός εξακολουθεί να πιστεύει ότι θα ξεφύγει και θα ποδοπατήσει τούς βρωμερούς σφαγείς του. Οι άλλοι ταύροι όμως δεν πρόφτασαν να τόν δασκαλέψουν ότι τέτοια πράγματα δεν συμβαίνουν και ότι τό ζώο που πηγαίνουν στο σφαγείο ποτέ πια δεν ξαναγυρνά στο κοπάδι. Στην κοινωνία τών ανθρώπων πάντως υπάρχει αδιάκοπη ανταλλαγή εμπειριών. Ποτέ δεν άκουσα για κάποιον που ανθίσταται, χτυπιέται, υπερασπίζεται τόν εαυτό του, ξεπερνά όλα τά εμπόδια και, τελικά, τό σκάει τήν ώρα που τόν πηγαίνουν για εκτέλεση. Οι άνθρωποι μάλιστα θεωρούν ιδιαίτερα γενναίο, εκ μέρους τού μελλοθανάτου, να απαγορεύσει να τού δέσουν τά μάτια και να πεθάνει βλέποντας τά πάντα. Εγώ όμως είμαι υπέρ τού ταύρου· είμαι υπέρ τής τυφλής του λύσσας. Υπέρ τού πεισματάρικου ζώου που δεν υπολογίζει τίς πιθανότητες επιτυχίας με τήν αποχαυνωτική λογική τών ανθρώπων· και αγνοεί τή βρωμερή αίσθηση τής απελπισίας.
   Έπειτα από καιρό άρχισα ν’ αναρωτιέμαι συχνά αν πρέπει κάποιος να ουρλιάξει όταν οι άλλοι τόν σκοτώνουν και τόν ποδοπατούν με τίς μπότες τους. Δεν είναι καλύτερα να παγώσει μες στη διαβολική του αλαζονεία και ν’ απαντήσει στους δημίους με σιωπή γεμάτη περιφρόνηση; Κι έκρινα ότι πρέπει να ουρλιάξει.
   Σ’ αυτό τό θλιβερό ουρλιαχτό που μερικές φορές, ποιος ξέρει από πού, φτάνει στ’ απόμακρα, αδιαπέραστα σχεδόν από τούς ήχους κελιά συμπυκνώνονται τά έσχατα υπολείμματα τής ανθρώπινης αξιοπρέπειας και τής πίστης στη ζωή. Με τούτο τό ουρλιαχτό ο άνθρωπος αφήνει ένα ίχνος πάνω στη γη και δηλώνει στους συνανθρώπους του πώς έζησε και πώς πέθανε.
   Αν δεν απομένει πια τίποτ’ άλλο, τότε θα πρέπει να ουρλιάξεις. Η σιωπή είναι πραγματικό έγκλημα κατά τής ανθρωπότητας.

.

    

.

   κάποια εποχή στη χώρα μας είχαν πάψει να διαβάζουν ποιήματα. «Τό θέμα με τήν ποίηση» έλεγε η άννα αχμάτοβα «είναι ότι, αν μια φορά καταπιείς ένα υποκατάστατό της, θα νιώθεις πάντα δηλητηριασμένος».

.

    

.

   ο θάνατος μπορούσε να έρθει με τή μορφή γρήγορης ή αργής εξόντωσης. Ο όσιπ μάντελσταμ ήταν άνθρωπος δραστήριος, προτιμούσε τή γρήγορη εξόντωση. Προτιμούσε να μην πεθάνει από τά χέρια τών συγγραφικών οργανώσεων στις οποίες ανήκε η πρωτοβουλία τής εξόντωσής του, αλλά από τά σωφρονιστικά  όργανα.
   Όπως και η άννα αχμάτοβα, έτσι και ο όσιπ μαντελστάμ δεν παραδεχόταν τή συνηθισμένη μορφή αυτοκτονίας. Κι όμως, στην αυτοκτονία τόν ωθούσαν τά πάντα, η μοναξιά, η απομόνωση, ο χρόνος – που τότε δούλευε εναντίον μας. // Ο όσιπ μάντελσταμ δεν αποκαλούσε τυχαία τήν άννα αχμάτοβα Κασσάνδρα. // Και καθημερινά, ένα πράγμα γινόταν σαφέστερο : ήταν όλο και πιο δύσκολο να μιλήσουμε με τή γλώσσα μας κομματιασμένη.
   Επιλέγοντας τό είδος τού θανάτου του, ο όσιπ μαντελστάμ εκμεταλλεύτηκε ένα αξιοπρόσεκτο προσόν τών ηγετών μας. Έτρεφαν υπέρμετρο, σχεδόν δεισιδαίμονα  σεβασμό στην ποίηση. «Όσα παράπονα  και αν έχουμε» έλεγε «μόνο στη χώρα μας  σέβονται τήν ποίηση – για χάρη της σκοτώνουν. Πουθενά αλλού πια δεν σκοτώνουν για χάρη τής ποίησης…».

.

.

.

 

.

.

.

τό βιβλίο στην ελληνική του μετάφραση | τό βιβλίο στην αγγλική του μετάφραση | για τό βιβλίο πολλά, γκουγκλίστε – εδώ βάζω ενδεικτικά δύο : από τήν «καθημερινή» | και ένας αντίλογος στην «αυγή», από ρωσίδα κλασική φιλόλογο | και μια προ διμήνου αναφορά στην ελληνική έκδοση τού βιβλίου (update!) από τό βλογ λεξήματα

κι εδώ άρθρο (τού κουβανού πεζογράφου josé manuel prieto) από τήν εφημερίδα new york review of books, με πληροφορίες και ανάλυση για τό ποίημα τού μαντελστάμ για τόν στάλιν, που τού στοίχισε τή ζωή (η φωτοτυπία παρακάτω δείχνει τή χειρόγραφη εκδοχή του από τόν ίδιον τόν ποιητή, όπως διασώθηκε στα αρχεία τής σοβιετικής ασφάλειας, τής φοβερής και τρομερής nkvd). Ένα απόσπασμα :  «κατά τήν (πρώτη) σύλληψη τού μαντελστάμ, τή νύχτα τής 13ης μαΐου 1934, η ασφάλεια δεν είχε καταφέρει να πάρει στα χέρια της τήν τελική μορφή τού ποιήματος. Ο ανακριτής ζήτησε από τόν ποιητή να τού γράψει ο ίδιος τό ποίημα στην αυθεντική του εκδοχή και ο μαντελστάμ χωρίς αντίρρηση ικανοποίησε τήν επιθυμία του. Οι δυο πρώτοι στίχοι είναι αυτοί στη φωτογραφία : Ο μαντελστάμ έγραψε τό ποίημα με τήν ίδια πένα με τήν οποία ο ανακριτής θα υπόγραφε τήν καταδίκη του»

(Ζούμε δίχως να νιώθουμε κάτω απ’ τά πόδια μας τή χώρα,
τά λόγια μας στα δέκα βήματα ψυχή δεν τ’ ακούει τώρα)

(η μετάφραση είναι τής σταυρούλας αργυροπούλου από τήν ελληνική έκδοση)

.

.

.

.

.


«…στο κελί τών μελλοθανάτων τής φυλακής τού λεφόρτοβο είδαν τήν εποχή τής τρομοκρατίας χαραγμένους στον τοίχο τούς στίχους του :
Άραγε είμαι αληθινός, κι ο θάνατος θά’ρθει στ’ αλήθεια;
ό
ταν τό έμαθε, χάρηκε και ηρέμησε κάπως για μερικές μέρες.»

.

.

.

.

.

Μαρτίου 1, 2012

η λολίτα

.

.

.

.

   είχα πάρει τή «λολίτα» να τή διαβάσω μικρή, αφενός γιατί βρισκόταν στη βιβλιοθήκη και αφετέρου γιατί βρισκόταν στα κρυμμένα τής βιβλιοθήκης ( : τό κρύψιμο είχε σκοπό να προστατέψει εμένα από επικίνδυνα διαβάσματα – αλλού έχω πει και θα λέω μάλλον για καιρό λεπτομέρειες γι’ αυτήν τή φοβερή (επίφοβη θαυμάσια καταπληκτική αφελή) διαδικασία τής ανακάλυψης, μπορώ απλώς τώρα να δηλώσω, έτσι για τήν ιστορία, ότι στα κρυμμένα ανακάλυψα μια φορά κι έναν ντοστογιέφσκυ – ας προσθέσω επίσης, για να κλείσω, ότι εμένα πάντως δεν μέ ανακάλυψε ποτέ κανείς (εγώ κρυβόμουν καλύτερα δηλαδή απ’ όλους…) : η «λολίτα» λοιπόν ήταν σε μια φτηνή έκδοση, μ’ ένα κακόγουστο εξώφυλλο, υποτίθεται πολύ τολμηρό, και είχε και τό ειδικό γόητρο τού βιβλίου που είχε περάσει από δίκη για ν’ απαγορευτεί – συνεπώς ήταν ό,τι έπρεπε για να τό ανακαλύψω και να τό διαβάσω με μεγάλη απόλαυση – αλλά αυτό ειδικά απ’ τήν πρώτη κιόλας πρόταση μού φάνηκε εξαιρετικά πληκτικό – γραμμένο από έναν άντρα μουτρωμένο γκρινιάρη και κλαψιάρη (τό χειρότερο είδος αντρών δηλαδή) : συνεπώς τό άφησα με απογοήτεψη πίσω στα ράφια και δεν τό τέλειωσα

   τό ξαναπήρα και τό διάβασα μεγάλη, γιατί είχε αρχίσει να μ’ εκνευρίζει ο μύθος του : και τότε τίποτα δεν ανέστειλε τήν αρχική αντιπάθεια, ενώ αντίθετα βρήκα τώρα και πλήθος πράγματα που τήν δικαιολογούσαν λογικά, και τήν εμπλούτιζαν : Και πια δεν μπορώ να καταλάβω πώς μπορεί να θεωρείται ερωτικό αυτό τό βιβλίο – εκτός κι αν τό δούμε διά τής εις άτοπον απαγωγής – όπως τό ίδιο δεν θέλει δηλαδή : έπαιξε ρόλο βέβαια, τήν εποχή που τό διάβασα, και τό ότι μπορούσα πια να απομακρύνομαι και να βλέπω τήν προσωπική μου εμπειρία να κατασταλάζει και να αποκρυσταλλώνεται : εμπειρία  μικρού κοριτσιού που μεγαλώνει – εμπειρία από άντρες που μικραίνουν : και που αποκαλύπτονται όλο και πιο φοβισμένοι, πίσω από τό προσωπείο τού μάγκα, τού στάλιν, τού χίτλερ, τού αριστερού τού δεξιού τού οικογενειάρχη, τού μισογύνη : που δεν έχει παρά έναν φόβο, μην αποκαλυφτεί πόσο η γυναίκα του αν μιλούσε θα έλεγε ότι τόν ξέρει διαφορετικόν από τό άγαλμα που έχει φτιάξει τού εαυτού του ο ίδιος. Οι άντρες αυτού τού είδους είναι για μένα απλώς χαζοί – και ο κόσμος ξεδιπλώνει επί σκηνής τό πραγματικό του τοπίο όταν γυρίσεις ανάποδα τό ηλίθιο είδωλο που έχουν κατασκευάσει αυτοί για τούς πλανήτες τή φύση και τόν έρωτα : και δεις και τόν εαυτό σου επομένως καθαρά στον καθρέφτη : ως λολίτα δεν σ’ αγαπάει δηλαδή ( : γιατί αυτό ήθελες πάνω απ’ όλα, να σ’ αγαπάνε) κανείς – νομίζουν απλώς ότι επειδή είσαι πολύ μικρή θα σού κρυφτούνε θα σέ κοροϊδέψουν και θα σέ μπερδέψουν – συνεπώς ως λολίτα μπορούν να σέ χρησιμοποιούν έστω για λίγο – γιατί έχουν τήν υποψία, που αποκαλύπτεται τελικά με τά χρόνια σωστή – ότι μεγαλώνοντας, η δύναμή τους να σού λένε πειστικά ψέματα θα εξασθενίσει έως εξαφάνισης : αυτό μισούνε και πάνω σου από τήν αρχή, τό ότι μια μέρα μπορεί να τούς δεις επομένως καθαρά – και τότε δεν θα μασήσεις τίς αρλούμπες τίς φιλοσοφίες τίς τέχνες και τίς φοβίες τους : εξαυτού και τό μίσος τους απευθύνεται εξαρχής στη γυναίκα όταν είναι μεγάλος άνθρωπος, ώριμος και ολοκληρωμένος δηλαδή – και τότε παίρνει τή μορφή τού συμβολικού έστω φόνου ενώ όταν απευθύνεται στα κοριτσάκια παίρνει απλώς τή μορφή τού εξωραϊσμένου βιασμού

   αυτή είναι και η πρώτη αντίφαση που θα συναντήσεις στον έρωτα, αν είσαι από τά κοριτσάκια που τούς αρέσουν οι ώριμοι άντρες : νομίζεις ότι κι αυτοί εκτιμούν τό πόσο ώριμη ήδη είσαι, ενώ αυτοί ρίχνουν όλες τους τίς ελπίδες στο πόσο ανίδεη είσαι ακόμα. [Πιθανώς τά αγοράκια που τούς αρέσουν οι ώριμες γυναίκες να συναντάν κάποιες αντιστοιχίες σ’ αυτό (θα τό σκεφτώ άλλη φορά – δεν είναι τής παρούσης : διαφορές από φύλο σε φύλο  δεν νομίζω ότι υπάρχουν πολύ μεγάλες όταν ο άνθρωπος κατακτά μια εξουσία απέναντι στους άλλους, και μάλιστα απλώς λόγω χρόνου : ίσως τά αγοράκια όμως να μην κακοπέφτουν και τόσο πολύ, επειδή οι γυναίκες που τολμούν να διαδηλώσουν μια τέτοια προτίμηση δεν είναι και πολύ συνηθισμένες – και συνεπώς μπορεί να είναι λίγο καλύτερες από τίς υπόλοιπες : η προσωπική μου εμπειρία μού λέει ότι κι αυτές πάντως έχουν μια τάση να ασκούν εξουσία – αλλά μάλλον τούς λείπει εντελώς τό μίσος : έχουν απλώς ένα απωθημένο, να αναγνωριστεί η ωριμότητά τους επιτέλους – και επιπλέον σίγουρα περνάν καλύτερα στο κρεβάτι απ’ ό,τι μ’ έναν γκρινιάρη μεγάλον (και σίγουρα υπάρχει μια χαρωπή αίσθηση αμαρτίας κι απ’ τίς δυο μεριές τότε (γιατί τό αγόρι έχει και τή μάνα του που τό κυνηγάει)) αλλά σίγουρα σηκώνει περισσότερη συζήτηση τό θέμα)]

   στο έργο τού ναμπόκοφ ξεδιπλώνεται λοιπόν κατά τή γνώμη μου γλαφυρή η γλώσσα τού ανέραστου που ελπίζει ότι μπορεί να νιώσει επιτέλους ερωτικός, μ’ έναν άνθρωπο που δεν έχει ακόμα ερωτική ζωή – και συνεπώς ελπίζει ότι δεν θα έχει καθόλου απαιτήσεις : η λολίτα είναι δηλαδή μια πρώτη πρώιμη έκδοση τής πλαστικής κούκλας με τήν οποία ένας άντρας ακοινώνητος θα έχει μια ψευδαίσθηση ερωτικής συνεύρεσης χωρίς προβλήματα. Δεν πρέπει φυσικά εδώ καθόλου να παραβλέψουμε τή μανία τού ναμπόκοφ να σκοτώνει πεταλούδες : να τίς πιάνει στο δίχτυ και να τίς καρφιτσώνει – δήθεν για να τίς μελετήσει (να μην ξεχάσουμε επίσης ότι «πεταλούδα» λένε σε πολλές γλώσσες οι άντρες τίς νεαρές γυναίκες που ζουν μια ανέμελη και άτακτη (και αμαρτωλή) ερωτική ζωή – είναι δηλαδή «ελεύθερες» σ’ έναν κόσμο αντρών που τίς θέλει σ’ αυτόν ειδικά τόν τομέα, απολύτως υποδουλωμένες)

   δεν ξέρω αν τό έχει ομολογήσει πουθενά ο ίδιος, αλλά πιστεύω ότι απ’ τήν ίδια του τή ζωή βγαίνει μάλλον αβίαστα τό συμπέρασμα ότι τό πάθος του να σκοτώνει πεταλούδες ήταν πολύ μεγαλύτερο, και διαρκέστερο, από τό πάθος του και για γαμήσι και για γράψιμο. Πάντως, τόσο τό ανυπεράσπιστο (όμορφο) έντομο στην απόχη του, όσο και η ανυπεράσπιστη μικρής ηλικίας γυναίκα (στη φαντασία του, τή ζωή του ή τό γραφτό του) είναι και τά δύο εύκολα κλεισμένα έως θανάτου στις χούφτες του : και όπως δεν έγινε εντομολόγος σπουδαίος, και δεν ήτανε (φαντάζομαι, βασίμως μάλλον) και εραστής, έτσι δεν υπήρξε και συγγραφέας καν σημαντικός : μέτριος μες στους κακούς, θα απολαμβάνει λοιπόν τή δόξα τού «ερωτικού βιαστή» ή τού «συγγραφέα», όσο οι γυναίκες θα παραμένουν καθηλωμένες στη διανοητική κατάσταση που τίς θέλει ο μύθος, όσο θα αρνούνται να δούνε ότι πρέπει να μένουνε δηλαδή «αιωνίως παιδιά» μόνο εφόσον έτσι δεν θα διαθέτουν κρίση ωριμότητα και ομιλία :

   τό βιβλίο τής δικιάς τους ζωής θα πρέπει πάντα να τό γράφει ένας άλλος

.

        

.

   έτσι ρώσοι άραβες και μη, θρήσκοι άθεοι και μη, γίνονται ευχαρίστως δολοφόνοι (συμβολικά και μη) τών γυναικών αν αυτές μιλάνε και δηλαδή κρίνουν : αλλά επειδή ο καιρός τής πυράς ενγένει έχει περάσει, αρκούνται στο να διαβάζουν τή λολίτα (εκείνοι που δεν έχουν ακόμα νόμιμο και θεσμοθετημένο τόν λιθοβολισμό και δεν σκοτώνουν για πολύ μικρότερα αμαρτήματα) – νοσταλγώντας τίς (φανταστικές) λολίτες τής δικιάς τους ζωής

   για ν’ αφήσω όμως τούς λιθοβολισμούς και τίς αγχόνες που ακόμα στήνονται στην ανατολή, να πω απλώς για τήν ευρωπαϊκή πυρά και τό ευρωπαϊκό κυνήγι μαγισσών ότι όσοι έχουν ασχοληθεί έστω και λίγο με τήν ιστορία ξέρουν πως τό πρότυπο τής μισητής (και «επικίνδυνης») γυναίκας, τό πρότυπο δηλαδή τής μάγισσας δεν είναι καθόλου ένα όμορφο μικρό κοριτσάκι αλλά αντίθετα η μεγάλη και έμπειρη («άσχημη και γριά») γυναίκα : και κάτι που αποκαλύπτει τόν πυρήνα τού αντρικού (χριστιανικού, και πάντως μονοθεϊστικού) φόβου για τόν έρωτα και ενγένει τή φύση, είναι ότι αυτή ακριβώς η γυναίκα παρουσιάζεται ως και επικίνδυνα και εφευρετικά (σατανικά στην κυριολεξία) ερωτική ( : όλες οι «ομολογίες» που έπρεπε να εκμαιευτούν απ’ αυτές – στον τροχό – και τά άλλα όργανα βασανιστηρίων – περιστρέφονταν γύρω από ερωτικά μόνο όργια)

   ο μύθος τής μάγισσας λοιπόν εμπεριέχει μια βασικότατη αντίφαση τής αντρικής (ενγένει ας πούμε μονοθεϊστικής) ιδεολογίας για τόν έρωτα : γιατί αυτή η ιδεολογία, στο «συνειδητό» της μέρος εικονογραφεί τή γυναίκα που μεγαλώνει ως «παροπλισμένη» ερωτικά, και στο «ασυνείδητο» και χωρίς αναστολές φαντασιακό της τήν αναγνωρίζει ως τόσο ενεργή και αποτελεσματική που να καταντάει απολύτως επικίνδυνη

   αντιστρέφοντας επομένως (στην απελευθέρωση τής φαντασίας του) τίς (παρήγορες) κατασκευές τής λογικής του, ο άντρας τούτος δω καθόλου δεν βλέπει ας πούμε σ’ εκείνη τήν «άσχημη γριά με τή σκούπα» μια ασήμαντη (κι ανύπαρκτη έως πεθαμένη) οντότητα, αλλά αντίθετα τόν πιο σημαντικό κίνδυνο τής ζωής του : τήν παντοδύναμη που θα τόν ξεσκεπάσει στην ανεπάρκειά του (από ερωτική άποψη) και στη βλακεία του (από διανοητική) : [Τηρουμένων τών αναλογιών ο φόβος αυτός μεταστρέφεται με όμοιο τρόπο σε ιδεολογία ανωτερότητας (αυτό που λέμε δηλαδή ρατσισμό) και από τή μεριά τών λευκών αντρών προς τούς μαύρους άντρες, λόγω τού διαδεδομένου μύθου και τρόμου τους ότι οι μαύροι τούς ξεπερνούν σε ερωτική δυναμική διότι έχουν μεγαλύτερα πέη. (Οι αντρικοί μύθοι ταξιδεύουν στο διάστημα τόν χρόνο και τήν ιστορία τόσο παγιδευμένοι στους φόβους που τούς γέννησαν, ώστε να αγνοούν σταθερά τή φύση και τίς ανάγκες, τόσο τών γυναικών όσο και τού έρωτα : Σίγουρα αν ρωτήσουμε τίς μαύρες γυναίκες που καταδυναστεύονται από τούς ρατσισμούς τών μαύρων αντρών τους δεν θα τίς βρούμε να απολαμβάνουν καμιά επιπλέον ευτυχία επειδή έχει αυτό ή εκείνο τό μέγεθος τό πέος τού μαλάκα που τίς καταδιώκει, τίς τιμωρεί, και τίς μισεί)]. Μ’ αυτόν τόν τρόπο λοιπόν ακριβώς η «μάγισσα» γίνεται τόσο επικίνδυνη ώστε να πρέπει να «καεί», και δυστυχώς όχι μόνο συμβολικά – κάτι εκατομμύρια γυναίκες (κατά τούς μπόσικους υπολογισμούς, εκατοντάδες χιλιάδες κατά τούς μίζερους, αλλά έχει εντέλει σημασία;) στον πλανήτη τούς (χριστιανικούς) αιώνες γνώρισαν πολύ καλά τή φρίκη που ’χει τό αντίθετο αυτού τού «συμβολικού» –

   αφού έχουμε φύγει όμως, οι ευτυχέστερες, από αυτήν τήν φρίκη, αρκούμαστε στους μετριοπαθείς άντρες, τούς νοικοκύρηδες, τούς επαναστάτες τούς καλλιτέχνες, και τελικά τόν ναμπόκοφ : προσέξτε πώς περιγράφει (όπως τό θυμάμαι τώρα) τή μεγάλη γυναίκα που έχει γεννήσει ένα κοριτσάκι και τό μεγαλώνει μόνη : ηλίθια φάλαινα : τή βλέπει ερωτευμένη (με τόν εαυτό του κιόλας, όχι τίποτ’ άλλο) και χωρίς αναστολές τήν μισεί : Αλλά και τό κοριτσάκι «ηλίθια φάλαινα» θα καταντήσει όταν θα τού φέρει αντιρρήσεις, όταν μεγαλώσει δηλαδή κι αυτό και γίνει γυναίκα που (προσπαθεί να) μάθει τί θέλει και (προσπαθεί να) μην είναι πλέον θύμα : Ήδη, πέρα από τίς σαχλαμπούχλες περί τού πόσο ωραία βρίσκει τά μικρά της ποδαράκια, από πολύ νωρίς αφήνει ο ίδιος (τόσο καλός συγγραφέας είναι) να διακρίνεται σαφώς ο τραμπούκος που θα τήν κοροϊδέψει κι αυτήν, με όποιους τρόπους βρει πρόσφορους, όταν ενηλικιωθεί – ενώ δεν θα έχει χάσει φυσικά τίποτα από τήν ομορφιά της (στα δεκαοχτώ ή τά είκοσι : αν ήταν δηλαδή η ομορφιά ακριβώς που τόν ενδιέφερε)

.

  

.

   αλλά έχει κι ένα στοιχείο που μπορεί να παγιδέψει τίς γυναίκες η «λολίτα» – και εξαυτού τού στοιχείου πιστεύουν μερικές φορές οι γυναίκες ότι τό βιβλίο τίς αφορά – και ότι είναι σχεδόν «δικό τους» (και σ’ αυτό δεν έχουνε και τόσο άδικο) : στο ότι τό κοριτσάκι είναι δηλαδή εκ φύσεως ερωτικό (έτσι «προκαλεί» με βλέμματα τόν γερασμένο νοικάρη τής μαμάς) – αλλά πρέπει να πούμε ότι δεν ανακάλυψε ο ναμπόκοφ πρώτος τόν φρόϋντ – οι γυναίκες τόν ξέρανε δηλαδή πολύ πριν καν γεννηθεί :

   ναι, τό κοριτσάκι, όπως όλα τά παιδιά, είναι εκ φύσεως ερωτικό, και η διαφορά είναι ότι στις περιπτώσεις όπως τής λολίτας δεν έχει καταστείλει τόν ερωτισμό του, δεν έχει δηλαδή καλοδεχτεί πάνω της κανένα «υπερεγώ», δεν έχει υποταχτεί, ούτε φοβηθεί, ούτε συμβιβαστεί (ακόμα) ( : δεν πρόκειται για τήν πλειοψηφία τών γυναικών : να είμαστε εξηγημένοι : αν οι γυναίκες ήταν όλες έτσι, ο κόσμος θα ήταν ήδη αλλιώς). Μού έκανε εντύπωση πάντως σ’ αυτό τό ζήτημα πόσο ο ναμπόκοφ χωρίς να τό θέλει τήν περιγράφει αρκετά σωστά : και επειδή είναι μέτριος συγγραφέας πιστεύω ότι μάλλον είχε τό κατάλληλο πρότυπο απ’ τή μια, όπως και τήν παρατηρητικότητα τού μαζοχιστή από τήν άλλη : όταν παραδείγματος χάριν τήν έχει απαγάγει και τήν τρέχει από δω κι από κει στα μοτέλ τής αμερικανικής επαρχίας για να βρει τρόπο να τήν πηδήξει με τήν ησυχία του, οι εφιάλτες της, και τό ότι δεν αφήνει τόν εαυτό της τίς νύχτες να κοιμηθεί, είναι εξαιρετικό «εύρημα» (έτσι θα τό’λεγαν εκείνοι οι «κριτικοί» που θάβουνε στη σιωπή κάθε γυναίκα αν με τή σειρά της θα θεωρούσε κι αυτή εφιάλτη τό να μιλήσει τή δικιά τους πεθαμένη γλώσσα) :

   διότι ακριβώς εδώ δεν πρόκειται για «εύρημα» ούτε για κατασκευή : απλώς οι άντρες συγγραφείς ανά τούς αιώνες «κλέβουν» τή ζωή τών γυναικών για να αποκτήσουν τήν ελάχιστη «οικουμενικότητα» που θεωρούν απαραίτητη – και όσο λιγότερο «παραποιούνε» τόσο «καλύτερα» γράφουνε. [Μεγάλο πρότυπο σ’ αυτήν τήν περίπτωση θα μπορούσε να θεωρηθεί η ευριπίδης, αν η παθιασμένη του μανία για δικαιοσύνη δεν τόν καθιστούσε εξοργιστικά μεγάλον, σχεδόν πέραν κάθε συγκρίσεως – και ακολουθούν ελάχιστοι, όπως ο σταντάλ ή ο φώκνερ… (για τόν ευριπίδη τό λέγαν ήδη οι σύγχρονοί του (αυτοί που τόν ονομάσανε και μισογύνη…) ότι αναμάσησε σχεδόν (αδι)άκριτα τίς απόψεις μιας γυναίκας με μόρφωση – τήν οποία σήμερα οι ίδιοι θα ονομάζανε χωρίς αναστολές μεγαλοπουτάνα – ο σταντάλ όμως (με όλο του τό έργο, και ιδιαίτερα, θα έλεγα, στον «λυσιέν λεβέν» και στο «περί έρωτος») και ο φώκνερ (με όλο μεν, αλλά ειδικότατα, θα ’λεγα επίσης, στη «βουή και τό πάθος», ή τό «ιερό», ή τό «ρέκβιεμ») πιστεύω ότι ανήκουν σ’ εκείνους – τούς ελάχιστους – που παρατήρησαν με προσοχή τίς ζωές και τά λόγια (και τά (άδοξα) πάθη) τών γυναικών γύρω τους όχι για να τίς κλέψουν (ή να τίς βιάσουν ως μωρά) – δηλαδή όχι επειδή τίς μισούσαν αλλά επειδή ακριβώς ως άντρες τίς αγάπησαν

   η αγάπη όμως για τίς γυναίκες σ’ αυτόν τόν κόσμο πληρώνεται ακριβά, και ναι μεν ο «μισογύνης» έχει πια μαζί του τούς αιώνες (ούτε κι αυτό είναι όμως τέλειο φάρμακο – ο νίτσε π.χ. δεν τόν κατάλαβε, ή δεν τόν γούσταρε, καθόλου) αλλά οι άλλοι δύο ούτε κατά διάνοιαν δεν χαίρουν (στο πλατύ κοινό) τής εκτίμησης που χαίρει ο μαλάκας ρώσος…]

.

       

.

   με τόν τρόπο που λειτουργεί η γλώσσα λοιπόν, και με τόν τρόπο που, για να βρεις τήν αλήθεια της πρέπει συνήθως να τήν αντιστρέψεις, να τήν γυρίσεις ανάποδα, και να διαβάσεις τά μέσα έξω – εννοείται ότι οι ώριμες γυναίκες εκτός από πουτάνες και μάγισσες και μέγαιρες πρέπει να είναι και ηλίθιες : αυτό είναι τό τίμημα τού να μην καταδέχονται να ευνουχίσουν (εκτός από τό σώμα τους) και τό μυαλό τους (για να παραμείνουν ες αεί γερασμένες λολίτες) : (τό ότι εξαυτού καταλήγουν ενίοτε και μήδειες, είναι κάτι που πρέπει να αναλυθεί και διά μακρών μια άλλη φορά). Έχω τή διάθεση πάντως να προσθέσω, καθαρά φιλολογικά, ότι ο παιδικός ερωτισμός δεν έχει γίνει αντικείμενο ευρύτερα καλλιτεχνικά παρά μόνο στη βουή και τό πάθος τού φώκνερ – όπου έχουμε μια άψογη επεξεργασία αυτής τής οπτικής στις σύγχρονες και αυτοχειριαστικές λεπτομέρειές της : τόσο τό μοναδικό κοριτσάκι τής οικογένειας όσο και τό μικρότερο αγοράκι (που, ενδεικτικά εδώ, είναι επισήμως «ηλίθιο») θα πληρώσουν ακριβά και διά βίου – η μεν δραπετεύοντας από τήν οικογένεια (και περνώντας εφεξής όλα τά συναφή συνεπακόλουθα τής ανταρσίας) ο δε ευνουχιζόμενος (κυριολεκτικά) από τήν ίδια τήν οικογένεια (παραδειγματικά μάλιστα : από τόν ίδιο τόν αρχηγό/πατριάρχη τής φάρας). Τό ότι ο ερωτισμός τού μπέντζυ τόν ωθεί να γίνει πάντως από παιδί ένα είδος βιαστής και αυτός, είναι χαρακτηριστικό τής καλλιτεχνικότητας όσο και τής απίστευτης μεγαλοσύνης τού φώκνερ, που μπορεί ακόμα και στο θύμα, όταν είναι αγόρι, να βλέπει έναν δυνάμει θύτη : Από τήν άλλη μεριά ο μεγαλύτερος αδελφός, με τόν έρωτα προς τήν ατίθαση αδελφή του καλύπτει αφηγηματικά, και όχι μόνο με τήν λεπτό προς λεπτό ανατομία τής αυτοχειρίας του, τόσο τήν ίδια τή «βουή», όσο και τό δίδυμο έργο της, τόν «αβεσαλώμ» ( : κι ας μην τό ’χω δει να επισημαίνεται πουθενά ότι αυτά τά δύο αποτελούνε δίπτυχο (μα κανείς, ούτε δω ούτε κει, δεν διαβάζει πια φώκνερ;)) ( : για τήν ακρίβεια, ολόκληρο τό «αβεσαλώμ, αβεσαλώμ» αποτελεί έναν μονόλογο έρωτα–μίσους  προς σύμπαν τό φωκνερικό σύμπαν (« – Γιατί μισείς τόν Νότο; – Δεν τόν μισώ, δεν τόν μισώ», όπως και τό έργο τελειώνει) απ’ τή μεριά τού κουέντιν με τό πρόσχημα τής αφήγησης «νότιων» ιστοριών προς τόν φίλο και συγκάτοικό του στο πανεπιστήμιο, μια μέρα ακριβώς πριν αυτοκτονήσει) : αυτός ο αιμομεικτικός έρωτας βαραίνει όμως με τέτοιον τρόπο στην ενγένει ηθική αδιαλλαξία ( : ανατρεπτικότητα) τού φωκνερικού έργου, ώστε αυτό δικαίως σχεδόν να μην μπορεί να γίνει έως σήμερα απόλυτα και νηφάλια κατανοητό – δηλαδή «αποδεκτό». Εν πάση περιπτώσει ο φώκνερ είναι ο μόνος μεγάλος που επεξεργάστηκε τόν ερωτισμό παιδιών προς παιδιά (τό πιο αντιπαθητικό ταμπού για όλους τούς «μεγάλους») (σταθερά και εκ παραλλήλου με τίς φυλετικές διακρίσεις) σε όλο του τό έργο με τή σιγουριά τής απροσδόκητης σκέψης του και με τήν απίστευτη καλλιτεχνικότητα τής ασυμβίβαστα εσωτερικής του γλώσσας – : που είναι πολύ σημαντικότερη από τού τζόϋς κατά τή γνώμη μου, γιατί στον ιρλανδό καταντάει σχεδόν ακατάληπτη, ενώ στον αμερικάνο έχουμε απλώς μια «άλλη» γλώσσα : πρέπει να θελήσεις  δηλαδή όχι απλώς να τήν καταλάβεις αλλά στην κυριολεξία να τήν «αναγνωρίσεις» (στα ελληνικά διαθέτουμε ευτυχώς τή «βουή» στην καλή μετάφραση τού νίκου μπακόλα)

   (δεν αντέχω να μην κάνω μια νύξη εδώ για τήν περίπτωση τού δάντη, όπου τό θέμα αποτελεί με τόν κρυπτικό τρόπο τού τοσκανού τήν εκ τών ών ουκ άνευ αρχή του : αλλά ασφαλώς η γενναία εισβολή τού θέματος από τόν (ωραίο μας) μεσαίωνα – με τόν έρωτα τής εννιάχρονης βεατρίκης και τού κατάπληκτου συνομήλικού της – μάς επαναφέρει με τούς πιο στενά καλλιτεχνικούς όρους σε μία τάξη η οποία και πριν και μετά θα διαταράσσεται συνεχώς : εξαυτού λες, η θυμωμένα παθιασμένη ιδιοσυγκρασία τού ιταλού θα συλλάβει τή μορφή τού έρωτα στον, κατά κυριολεξία ενιαίο αν και απαγορευμένο της χρόνο : Τό κοριτσάκι θα είναι ως παιδί έρωτας, και έρωτας πάλι ως γυναίκα – και ο έρωτας θα κρατήσει μια ολόκληρη (Νέα) Ζωή, τόσο μεγάλη όσο και μια Κωμωδία

   ο παιδικός έρωτας στον δάντη δηλαδή, θα μπορούσε να πει κανείς, αποτελεί απλώς τήν παρανυχίδα μιας πραγματικότητας μεγάλης όσο και τό χέρι που γράφει – η γυναίκα είναι μια μορφή τόσο ενιαία ώστε να μπορεί μεγάλη και ώριμη (έως νεκρή) να αποτελεί τόν οδηγό που θα τόν πάρει στην τελευταία ζωή τής ευτυχίας, συμβολικά (και, απ’ αυτήν τήν άποψη, πραγματικά και κυριολεκτικά) αναστημένη)

   (είναι γι’ αυτό – ας προσθέσω πάλι φιλολογικά – ενδεικτική η δευτερεύουσα σημασία που δόθηκε για αιώνες στην (πεζή) Νέα Ζωή σε αντιδιαστολή με τήν δόξα τής έμμετρης Κωμωδίας : κι αυτό έγινε πιστεύω επειδή η Vita Nuova όχι μόνο τόλμησε να είναι ένα αδίστακτα πρωτοποριακό κείμενο, αλλά και επειδή ακριβώς αρνήθηκε να χρησιμοποιήσει τίς «θεολογικές» μάσκες τής (θείας) Κωμωδίας και αναγνώρισε απλώς τόν παιδικό έρωτα ως αρχή τού παντός καθιστώντας τίς συνέπειες τής ανάμνησής του αιώνιες και άχρονες ( : εδώ και λίγα χρόνια έχουμε τήν τύχη να διαθέτουμε κι εμείς τή Νέα Ζωή μεταφρασμένη και δη εξαίρετα από τόν πολύ δικό μας (λόγω κοινών μ’ άλλα λόγια γλωσσικών απόψεων) νίκο κούρκουλο))

   ο παιδικός λοιπόν έρωτας είναι τόσο μισητό ταμπού στον πολιτισμό μας, ακριβώς γιατί αποτελεί πραγματική πυριτιδαποθήκη επί τών ηθών του : γι’ αυτό κυρίως οι «μεγάλοι» παρεμβαίνουν άτσαλα ή βίαια, με τόν δικό τους ενήλικο «ερωτισμό» εδώ, προσπαθώντας έτσι να εξαφανίσουν τήν αυτονομία τής παιδικής αυτάρκειας : μεταγενέστερα όλες οι ιδεολογίες τού φόβου (για τίς «παιδοφιλίες» τών μεγάλων ας πούμε) καθώς και η υστερική κατασκευή τής «παιδικής αγνότητας» (για τόν αν–ερωτισμό τών παιδιών) δεν αποτελούν παρά προσπάθειες να αναστραφεί τό είδωλο αυτής τής πραγματικότητας και να συσκοτιστεί η επανάσταση που καραδοκεί και πάλλεται στα βάθη τής ασυνείδητης επιθυμίας (όλων – όταν όλοι είναι αυτό που δεν θέλουν πια να θυμούνται – δηλαδή παιδιά) : η συσκότιση πετυχαίνει τότε ακριβώς επειδή πάνω της σείεται τό (έμπρακτο πλέον) φόβητρο τού βιασμού : Αλλά αυτή ακριβώς είναι και η νόθα, η κατασκευασμένη κατάληξη και μορφή που παίρνει τό πράγμα, όταν μπλεχτούν σ’ αυτό ακριβώς οι «μεγάλοι» :

   διότι εκεί ακριβώς που τό πράγμα συσκοτίζεται, είναι και εκεί που θα έπρεπε να είναι εντελώς καθαρό : από πότε δηλαδή θεωρείται λογικό και αυτονόητο ότι επειδή υπάρχει ερωτισμός, νομιμοποιείται (και δικαιώνεται) ο βιασμός; Σ’ έναν πολιτισμό που θα σεβόταν απλώς τή φύση – δηλαδή σ’ έναν πολιτισμό πραγματικά πολιτισμένο και άγριο – τά παιδιά θα μέναν ανενόχλητα – θα αφηνόντουσαν δηλαδή μόνα τους να λύσουν τό θέμα αυτό μεταξύ τους : οι μεγάλοι δεν έχουν καμία θέση εδώ. (Και όσοι θυμόμαστε τέτοια από τήν παιδική μας ηλικία, ξέρουμε ότι βία τότε δεν νοούνταν καν.)

   αλλά μια τέτοια προοπτική προκαλεί τόσο έξαλλη ζήλεια στον ενήλικα (που θεωρεί τό τέλος τής πορείας του ως τή μοναδική της πλέον φάση) επειδή θέλει να ξεχνάει, ακόμα κι αν έχει ζήσει κάποτε ο ίδιος κάτι ανάλογο στα βάθη τού ασυνείδητου παρελθόντος του, ότι τά θέματα αυτά μεταξύ τών παιδιών λύνονται απολύτως διαφορετικά – κι ότι μόνο όταν τά παιδιά έχουν αρχίσει να μιμούνται πια τούς μεγάλους υπεισέρχεται οποιαδήποτε μορφή βίας.

   απ’ αυτήν τήν άποψη ο φρόϋντ – ο πρώτος και μόνος εκτός τέχνης που διαπίστωσε τό πρόβλημα – δεν άντεξε, ως ενήλικας ούτε κι αυτός για πολύ να τό διαπιστώνει : φυσικά, επειδή ο παιδικός ερωτισμός αποτελεί τόν βασικό πυλώνα τής ψυχανάλυσης, δεν τόν απαρνήθηκε τυπικά ποτέ – γερνώντας όμως ο ίδιος τόν φόρτωσε με όσες περισσότερες περιπλοκές μπορούσε ώστε τελικά να τόν μετατρέψει σε κάτι σαν αρρώστια

   ο ίδιος μπορεί ως μοναχικός να συγχωρείται – οι υπόλοιποι, και μεταγενέστεροι ως κοπάδι, όχι

   με τήν συμβατική δηλαδή μορφή που έχει πάρει η ψυχανάλυση εξαιτίας τής ατολμίας τών επιγόνων – και ιδιαίτερα, θα έλεγα (σ’ αυτές έπεφτε κατά τή γνώμη μου τό βάρος) τών γυναικών – τό παιδί – τό κορίτσι – θα νιώθει απειλητικά πάντα μόνο και αβοήθητο : ο έρωτάς της θα πρέπει να ’χει μονίμως ως αντικείμενο κάποιον «μεγάλον» δηλαδή – είτε συγγενή είτε όχι – και θα καταγράφεται έτσι στην ιστορία, επιστημονικότατα, ως προϊόν τών «ελλείψεών» της, τών ελαττωμάτων και τών μειονεκτημάτων της, και ποτέ ως αποτέλεσμα τής δημιουργικότητας, τής αυτάρκειας, και τής ανατρεπτικότητας τής δικιάς της επιθυμίας. Με όρους χώρου και χρόνου, «τοπικούς» και «οικονομίας», ο έρωτάς της θα βρίσκεται δηλαδή πάντοτε κάτω από τήν μπότα τής ιδιοκτησίας ενός άλλου –

   αυτό εκφράζοντας η «λολίτα» αποτυχαίνει ακριβώς να είναι ερωτικό βιβλίο, και καλά τό ’πιασα εγώ ασυνείδητα όταν ήμουν παιδί : τό φαντασιακό που καταλαμβάνει μοχθηρά ολόκληρη τήν έκταση τής αφήγησης τού βιβλίου, είναι αυτό τού ηττημένου ενήλικα που καννιβαλίζει επί τού ζωντανού ακόμα, και παραπαίοντος ήδη, «σώματος τού έρωτα» ενός παιδιού : η «ανάγκη» τού ενήλικα να κάνει κτήμα του διά τής βίας έναν ερωτισμό που δεν απευθύνεται σε αυτόν, και έτσι να τόν εξαφανίσει, καταλήγει και στην περίπτωση τού βιβλίου (όπως και τής ενγένει ζωής) σε έναν βιασμό – τόν οποίο τό κοριτσάκι φυσικά και φοβάται και συχαίνεται : ο αφηγητής απολαμβάνει αυτάρεσκα τήν εξουσία του επιπλέον στο τέλος να μπορεί να τήν περιγράψει πια κι αυτήν ως μεγάλη – πώς έχει ευνουχιστεί πια επίσης : πώς δεν ξεπέρασε δηλαδή τήν αηδία που αυτός τής προξένησε : ώστε κάθε είδους έρωτας μέσα της να έχει πάει εν ολίγοις περίπατο : έτσι διαιωνίζεται θριαμβευτικά η γυναίκα ως ηλίθια φάλαινα, που, στην περίπτωση τής λολίτας, θα φοράει και γυαλιά – χαρακτηριστικό που οι άντρες – διοπτροφόροι και μη – απεχθάνονται στις γυναίκες και τό συγκαταλέγουν στην αισθητική τους τού αντιαισθητικού επειδή ακριβώς τούς υπενθυμίζει ότι τό άλλο φύλο διαθέτει επίσης εντέλει τήν ικανότητα (σίγουρα) να διαβάζει και (πιθανώς) να γράφει

   γιατί ο ασυνείδητος φόβος τους ανά τούς αιώνες ήταν ότι κάποτε θα μπορούσαν να γίνουν αντικείμενο λεπτομερειακής περιγραφής και οι ίδιοι

.

          

.

   όπως όμως οι αιώνες επελαύνουν ραγδαίοι, ένα μικρό, ανατρεπτικό και (με τόν τρόπο του) ανήλεο, δείγμα ανάλογης περιγραφής υπάρχει ήδη, και τό ’χω μια φορά κιόλας αναφέρει – βρίσκω όμως ότι ταιριάζει και αξίζει τόν κόπο να παρατεθεί ξανά και εδώ – και μ’ αυτό να κλείσω

   πρόκειται για μια αντίστοιχη, δηλαδή εντελώς αντίθετη, μαρτυρία, γυναίκας αυτή τή φορά – πολύ καλής συγγραφέας (και θαρραλέας, τόσο στη διανοητική όσο και στην προσωπική της ζωή) : η μαργαρίτα γιουρσενάρ λοιπόν, ανατρέχοντας στις αναμνήσεις τής παιδικής της ηλικίας, παραθέτει όπως λέει κι η ίδια ένα απόσπασμα που θα μπορούσε να παρεξηγηθεί και γι’ αυτό θα μπορούσε άνετα να τό αποσιωπήσει – καθώς αφορά ένα επεισόδιο από τήν ερωτική της ζωή ως κοριτσάκι : και ύστερα εξηγεί η ίδια επαρκώς τούς λόγους για τούς οποίους τό θεωρεί μάλλον χρήσιμο

   αλλά είναι και ωραίο

   μ’ αυτό τό «άλλο άκρο τού φάσματος» που συμβαίνει λοιπόν σε μια παιδική κρεβατοκάμαρα ας τελειώσει και τό σημερινό δικό μου σεντόνι, τό πρώτο τού χρόνου – αλλά όπως είπα στην προηγούμενη μικρή ανάρτηση ήμουν μακριά από τά δίχτυα και κοντά στα χαρτιά

.

   «…έκλεισε αθόρυβα τήν πόρτα πίσω του, μέ πλησίασε, μού χάϊδεψε τά μαλλιά, τράβηξε τό ακόμα παιδιάστικο νυχτικό μου που είχε και γιακά και μανίκια και κουμπιά και τό ’κανε να γλιστρήσει και να πέσει στο πάτωμα. Τέλος μέ παρέσυρε μπροστά στον καθρέφτη και μέ χάϊδεψε με τά χείλη και με τά χέρια βεβαιώνοντάς με ότι είμαι ωραία. Διακριτικά, πήρε τό χέρι μου και έβαλε τά δάχτυλά μου να μαντέψουν κάτω από τό χοντρό μπουρνούζι τήν τοπογραφία τού αντρικού σώματος. Πέρασε ένα λεπτό. Σηκώθηκε (είχε γονατίσει) και βγήκε με τίς ίδιες γελοίες προφυλάξεις. Μάντευα αορίστως ότι κάτι τού είχε συμβεί. Αλλά ούτε πανικοβλήθηκα ούτε πειράχτηκα, και ασφαλώς δεν τραυματίστηκα και δεν πληγώθηκα. Εάν καταχωρώ εδώ αυτό τό επεισόδιο που θα μπορούσα τόσο εύκολα ν’ αποσιωπήσω, τό κάνω για να καταγγείλω κατηγορηματικά ως πλαστή τήν υστερία που προκαλεί στις μέρες μας κάθε επαφή, όσο επιπόλαιη και αν είναι, ανάμεσα σ’ έναν ενήλικο και ένα παιδί, που δεν έχει ακόμα μπει ή μόλις έχει μπει στην εφηβεία. Ασφαλώς η βία, ο σαδισμός (ακόμα και χωρίς φανερή σχέση με τή σεξουαλικότητα), και η πεινασμένη σεξουαλικότητα που ασκείται πάνω σ’ ένα άοπλο πλάσμα, είναι απαίσια πράγματα και συχνά στρεβλώνουν ή καταπιέζουν μια ζωή, χωρίς να υπολογίζουμε τή ζωή τού ενηλίκου που πολλές φορές κατηγορείται αδίκως. Αντιθέτως, δεν είναι βέβαιο ότι μια μύηση σε ορισμένες πλευρές τού σαρκικού παιχνιδιού είναι πάντα επιζήμια : ορισμένες φορές κερδίζει κανείς χρόνο. Αποκοιμήθηκα ευχαριστημένη που μέ είχε βρει ωραία, συγκινημένη που εκείνα τά μικροσκοπικά εξογκώματα πάνω στο στέρνο μου ονομάζονταν ήδη στήθη, ικανοποιημένη επίσης που είχα μάθει κάτι περισσότερο πάνω σ’ αυτό που είναι ένας άντρας. Αν οι μουδιασμένες αισθήσεις μου δεν αντέδρασαν, ή αντέδρασαν μετά βίας, οφείλεται ίσως στο γεγονός ότι η ηδονή, για τήν οποία είχα ακόμα μια εξαιρετικά συγκεχυμένη ιδέα, ήταν για μένα από τότε άρρηκτα δεμένη με τήν ιδέα τής ομορφιάς (…)
   Βρισκόμασταν μακριά απ’ όλ’ αυτά : ο εξάδελφος Χ. δεν ήταν ωραίος.»

                                                                                                                  margueriteyourcenar: Quoi? – L’ Éternité / ελληνικά, 1997: «Τί; – Η αιωνιότητα», εκδόσεις χατζηνικολή

.

.

.

 

     

.

                                                                                                                                                           

.

.

.

  

 

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: