σημειωματαριο κηπων

Μαΐου 24, 2011

συγγραφικά xiii : blanco

    .

                                   

 

   ένα μυθιστόρημα (ως γνωστόν) δεν τελειώνει με τό να γραφτεί ούτε τελειώνει με τό να διορθωθεί, όσες διορθώσεις κι αν σού παίρνει τό μαγγανοπήγαδο αυτό συνήθως : τελειώνει με τό να εκδοθεί, δηλαδή πρέπει να βρεις εκδότη να συνεννοηθείς, μ’ άλλα λόγια να πέσεις πάνω σ’ έναν επιχειρηματία που να ρισκάρει για σένα και τίς τρέλες σου ένα δεδομένο αλλά καθόλου αυτονόητα διαθέσιμο κεφάλαιο (και οι διορατικοί διαβασμένοι μορφωμένοι ή απλώς γενναίοι εκδότες είναι σπάνιοι – και θα άξιζαν επί παγκοσμίου επιπέδου να τούς αφιερωθεί ειδικό κεφάλαιο (σε  ειδικό μυθιστόρημα)) (επιφυλάσσομαι)

   πάντως, όπως και να ’χει, τό βιβλίο πρέπει και να τελειώσει κάποια στιγμή για να φύγει από πάνω σου και να μπορέσεις απερίσπαστος (απερίσπαστη : γιατί όσο τά κρατάω στο συρτάρι τόσο συνεχίζω τίς διορθώσεις) να συνεχίσω απερίσπαστη λοιπόν με τό επόμενο : εκδιδόμενο έτσι (ως αμαρτωλή γυνή εκδιδόμενο – τό καλαμπούρι είναι παλιό και πάντα από άντρες και δη εκδότες εκφερόμενο) παραδίδεται (μπορεί φαινομενικά ανυπεράσπιστο, αλλά εξίσου αλαζονικό και αδιάφορο, μη γελιέστε) στη γενναιόδωρη μίζερη μικρόψυχη ή μεγαλόψυχη, θέα κριτική όρεξη ζηλοφθονία ή ανεκτικότητα, μόρφωση ή αμορφωσιά τών άλλων – ακόμα κι αν εσύ δεν τό ’γραψες δηλαδή για να σέ χειροκροτήσουνε όλοι οι άλλοι, ούτε να σού βάλουνε τή μούρη στην τηλεόραση, ούτε να βγάλεις γκόμενο, ούτε να σέ κοιτάξει μ’ άλλο μάτι η μάνα η γειτόνισσα η πεθερά ή η γιαγιά σου, ούτε να βγάλεις γκόμενα να παντρευτείς ή να αποκτήσεις επιτέλους (από τά δικαιώματα) πρώτη κατοικία αν δεν έχεις – ή εξοχικό αν επίσης δεν έχεις (ακόμα)

   : περί τών συγγραφικών λοιπόν τώρα, και για όσο πάει : για όσο θα κάνω δηλαδή τίς τελευταίες διορθώσεις σ’ ένα μυθιστόρημα που έχει τελειώσει

   οι διορθώσεις, καταρχάς, για μένα αποτελούσαν πάντα με δύο διαφορετικούς τρόπους ένα κομμάτι αυτονόητο, απ’ τή μια τού γραψίματος κι απ’ τήν άλλη τής εκδοτικής διαδικασίας – γιατί μιλώντας περί διορθώσεων μιλάμε και περί δακτυλογραφήσεων (ή, όπως λέγονται πλέον, πληκτρολογήσεων)

   : είχα λοιπόν μια αμφίθυμη σχέση με τά μηχανήματα πάντα : από μικρή μού άρεσαν – και τά διέλυα αν μπορούσα κιόλας – ενώ τά αντιμετώπιζα κατά βάθος και ως ψεύτικα πράγματα : και ως ψεύτικα τά βαριόμουν – όμως αγαπούσα από ανέκαθεν (από τήν πρώτη στιγμή δηλαδή που τίς γνώρισα) τίς γραφομηχανές μου

   και για να εξηγούμαι : δεν ανήκα ποτέ στην κατηγορία τών συγγραφέων που γράφουν κατευθείαν στη γραφομηχανή – ήμουν πάντα τού χειρόγραφου εγώ : η σχέση μου με τό χαρτί άλλωστε ήταν παλιά, από τότε που νόμιζα ότι θα αφοσιωθώ (διά βίου) στη ζωγραφική αλλά μολονότι πήρα, ευτυχώς εγκαίρως, τήν απόφαση ότι δεν κάνω για τέτοια αφοσίωση εγώ, η σχέση μου με τό χαρτί δεν έληξε : κι  αυτό τό κατάλαβα αργότερα, όταν συνειδητοποίησα, σε κάποια έκλαμψη αναδρομών, πως τό χειρόγραφο είχε πάντα και μια άλλη διάσταση για μένα : αλλιώς γιατί να δενόμουνα τόσο πολύ και μ’ αυτόν τόν περίεργο τρόπο και με τούς μαρκαδόρους και με τό σχήμα τού χαρτιού και με τό μέγεθος τού τετράδιου και με τό χρώμα τών γραμμών του; διότι εμένα μέ επηρεάζει στο γράψιμο και τό είδος ακόμα τού τετράδιου, μέχρι και τό (αχνό) χρώμα τών ραβδώσεων – διότι θέλω να υπάρχουν πάντα και ραβδώσεις –

   πιθανώς βέβαια (λέω τώρα, εκ τών υστέρων) αυτό να ήταν μια αντίδραση προς τό είδος τού χαρτιού που κυκλοφορούσε στο σπίτι και που λεγόταν δημοσιογραφικό – τό ’φερνε κάθε μέρα, ή τό πολύ–πολύ μέρα παρά μέρα, σε πακέτα ο πατέρας μου στο γραφείο του στο σπίτι – και υποθέτω ότι τό ίδιο κάναν και οι άλλοι δημοσιογράφοι επίσης – επειδή όλοι γράφαν όχι μόνο στα γραφεία τής εφημερίδας αλλά και στα γραφεία τους στο σπίτι : κι αυτό ήταν τό χαρτί στο οποίο τυπωνόταν η εφημερίδα – κιτρινωπό, άγριο, και ελαφρώς πρόχειρο (σα στρατσόχαρτο εμένα μού φαινότανε) αν και προσεκτικά κομμένο με μηχάνημα στο μέγεθος που κυκλοφορεί δηλαδή συνήθως στο εμπόριο ως άλφα τέσσερα και λευκό και πολυτελείας

   και επειδή αντιδρούσα από μικρή με κρυφή (στην αρχή) απέχθεια προς κάθε είδους σχέση με αυτό τό επάγγελμα, ίσως (κιόλας) γιατί μού προσφερότανε αυτονόητα και σχεδόν επιτακτικά, μια καριέρα στα χνάρια τής οικογένειας, έγραφα πάντα σε τετράδια δικά μου, αποκλείοντας εκείνο τό οικείο έτοιμο και χρωματισμένο από πράγματα που απεχθανόμουνα χαρτί – και έτσι συνεχίζω μονίμως χωρίς να θέλω τίποτα ν’ αλλάξει –

   άλλαξε μόνο, με τόν καιρό, τό είδος τών τετραδίων που χρησιμοποιώ : τώρα τά τετράδια είναι πολύ ακριβά, ώστε να ’χουνε κι εκείνες τίς αχνές γραμμώσεις που μ’ αρέσουν, και που τίς θέλω πολύ, (γιατί πάντα θα υπάρχουν γραμμώσεις : πιθανώς διότι μ’ αρέσει να αισθάνομαι και παιδί και αναλφάβητη όταν γράφω) καθώς επίσης (έχουν) κι έναν ειδικό τρόπο για να συνδέονται και να αποσυνδέονται οι σελίδες μεταξύ τους έτσι ώστε να μπορώ να τίς μεταφέρω όπου θέλω και επ’ αόριστον : έτσι τά βιβλία μου εμένα κοστίζουνε πολύ και εξαρχής (μια που είναι πάντα και ογκώδη – αυτή είναι η κατάρα μου φαίνεται – ) ας ξαναγυρίσω όμως στις γραφομηχανές

.

     

.

   οι γραφομηχανές λοιπόν έχουν για μένα σχέση μόνο μ’ αυτό τό ειδικό στάδιο τού γραψίματος που λέγεται διόρθωση (και που αποτελείται κατά μεγάλο μέρος και από διαγραφές) : είναι απαραίτητο αυτό τό στάδιο, γιατί, δακτυλογραφώντας τό κείμενο, η οικεία σου σχέση μαζί του εξαφανίζεται κι αντί για συγγραφέας γίνεσαι κι εσύ πια (σχεδόν μόνο πια) αναγνώστρια – κι έτσι ως τό τελευταίο στάδιο πριν από τήν (καταραμένη τήν) έκδοση τό δακτυλόγραφο είναι πολύτιμο : σηματοδοτεί τόν αποχωρισμό σου απ’ τήν ιδιωτικότητα τού κειμένου, τόν σύνδεσμό σου με τήν περίεργη συνάφεια τών άλλων :

   τότε μόνο δηλαδή αρχίζεις να αποξενώνεσαι και να τό βλέπεις ως ο απαιτητικός αναγνώστης που ήδη είσαι αλλά όταν γράφεις, τό ξεχνάς (ξεχνάς όχι ότι είσαι απαιτητικός αναγνώστης, ξεχνάς ότι είσαι αναγνώστης) – και τότε γίνονται και οι καλύτερες διορθώσεις

   φυσικά διορθώσεις γίνονταν (πάντα) και στο χειρόγραφο (τό οποίο μπορεί να παρουσίαζε και μια χαώδη κατάσταση έως ότου να μεταφερθεί στη δακτυλογράφηση) αλλά αυτές οι διορθώσεις δεν είχαν ποτέ ιδιαίτερο κόπο : αυτός δεν είναι δηλαδή κόπος χειρωνακτικός, τό αντίθετο μάλιστα, στο χειρόγραφο σβήνεις εύκολα και γράφεις εύκολα μουντζουρώνοντας και ξαναγράφοντας από πάνω και στο πλάϊ κι από κάτω και στα περιθώρια : ο κόπος τών διορθώσεων στο χειρόγραφο δεν έχει σχέση με τό καθεαυτό γράψιμο τόσο, όσο με τή γενική σύλληψη άποψη για τό βιβλίο, είναι περισσότερο ζήτημα σκέψης – εκεί που οι διορθώσεις ήτανε μπελάς εντελώς πρακτικός, ήτανε πάντα στη δακτυλογράφηση :

   δεν ξέρω για ποιο λόγο ακριβώς (ίσως και για να κάνω καλή εντύπωση στον μελλοντικό εκδότη, μπορεί να έπαιζε ασφαλώς και αυτό) ήταν σαν ζήτημα τιμής για μένα τό τελικό δακτυλόγραφο να είναι άψογο, εντελώς καθαρό (τό αντίθετο δηλαδή τού χειρόγραφου) : συνεπώς οι σελίδες γράφονταν και ξαναγράφονταν στη γραφομηχανή μέχρις αηδίας (κάποτε ανακάλυψα ή πείστηκα, δε θυμάμαι, ότι μπορώ να χρησιμοποιώ και τό blanco ή διορθωτικό (ή σκεπαστικό), ώστε να σβήνω και καμιά λεξούλα από πάνω – όμως και πάλι είχανε προηγηθεί άπειρα ξαναγραψίματα τής ίδιας σελίδας ώσπου να φτάσουμε εκεί) και τελικά τό γράψιμο στη γραφομηχανή έγινε συνώνυμο με τόν θόρυβο τών πλήκτρων τών νεύρων σου και τού χαρτιού τήν ώρα που τό βάζεις και τό βάζεις και τό ξαναβάζεις στη θέση του

    

   με τή γραφομηχανή στο πατρικό μου ως παιδί δεν είχα και πολύ στενό σύνδεσμο, γιατί δεν ήταν δικιά μου έπρεπε συνεπώς να προσέχω να μην τή χαλάσω – αλλά όπως και να τό κάνουμε σ’ αυτήν πρωτοέγραψα : ήτανε μια μεγάλη μαύρη με κολλημένο από κάτω της τόν πάτο από τό μαύρο της καπάκι (που σού έδινε τήν εντύπωση ότι γράφεις σε βαλίτσα έτοιμη για ταξίδι (δεν ήταν και πολύ κακή αίσθηση αυτή)) αλλά και μ’ έναν αφόρητα ξερό θόρυβο στα πλήκτρα : η πρώτη μεγάλη τεχνολογική πρόοδος ήτανε σίγουρα η άσπρη ηλεκτρική olympia που δεν έκανε καθόλου θόρυβο ( : γι’ αυτό εξάλλου κι αγοράστηκε : είμαστε δύο πια στο σπίτι με κοινό γραφείο κι όταν χτυπούσαν και οι δύο ταυτόχρονα, και εγώ και εκείνος και η γάτα μου εκνευριζόμαστε εκ περιτροπής ή ταυτοχρόνως) : όμως παρ’ όλο που ’ταν τόσο σιωπηλή δεν τήν συμπάθησα ποτέ γιατί ήταν ογκώδης (σε σχέση ειδικά με τή μικρούλα γαλαζωπή baby brother μου με τήν οποία είχα δεθεί πολύ από τήν αρχή τής ανεξάρτητης γραφομηχανικής μου καριέρας, και ήταν και δώρο) : όταν όμως βγήκαν οι ηλεκτρονικές, αυτές πήραν ομόφωνα τό βραβείο όχι μόνο από σιωπηλής αλλά κυρίως από διορθωτικής απόψεως : καθώς όλα (θα μπορούσαν να) διορθώνονται τώρα πια χωρίς blanco, και χωρίς μουντζούρες και χωρίς να πετάς ολόκληρη τή σελίδα : αυτή η ηλεκτρονική (brother κι αυτή) ήταν πρασινογάλαζη και πολύ κομψή – εξαιρετικής πράγματι αισθητικής ( : ποτέ δεν μπόρεσα να βρω αντίστοιχα ωραίο μηχάνημα, οι κομπιούτερ που τήν αντικατέστησαν (σύντομα) ήταν σαν καρνάβαλοι μπροστά της, και ελάχιστα τή φτάνουν ώς και σήμερα τά λαπτόπ, και πολύ μετά βίας : τόσο ωραίο μηχάνημα γραψιμοδιορθώματος δηλαδή δεν ξανάγινε) κι είχε μια οθονίτσα στην οποία μπορούσαν να διορθωθούν ώς και δύο γραμμές – ή μόνο μία, δεν θυμάμαι, γιατί δεν τή δούλεψα και ποτέ : μάς είχε φανεί και τών δύο εξαιρετικά πολύπλοκη αυτή η τεχνολογία αλλά εκείνος έκανε μια προσπάθεια – εγώ δεν πρόλαβα (πάντως ούτε ο τεχνικός που ήρθε σπίτι να μάς τά μάθει τά ήξερε καλά, και κοιτούσε συνέχεια τίς σημειώσεις του – μάς άφησε και ένα ραβασάκι με τίς σημειώσεις) καθώς προέκυψαν ταχύτατα οι υπολογιστές (τά πρώτα κόμιξ που διάβασα παιδί τούς λέγανε ηλεκτρονικούς εγκέφαλους : θυμάμαι ακόμα τό «όταν ήμουν πίθηκος, υπό τζίμυ όλσεν») : μεταφερθήκαμε έτσι με τόν συνάδελφο συγκάτοικο φίλο αλλά και με τή γάτα μου εκεί, και έτσι, με τή νέα τεχνολογία αλλάξαμε πλανήτη (εμείς και ο κόσμος όλος) : ολόκληρο τό σπίτι δηλαδή τώρα αναβαθμίστηκε και ανέβηκε σε μια νέα απολύτως σιωπηλή πλέον πλατφόρμα που δεν χρειαζόταν και χαρτί – πόσο μάλλον blanco : εκείνος τά ’μαθε όλα πρώτος αλλά εμένα αυτό με τό τύπωμα (παρόλο που κατέβαλα προσπάθειες) μέ μπέρδεψε : – ήθελα ακόμα κάθε σελίδα που έγραφα να τή βλέπω τυπωμένη, άργησα να συμβιβαστώ με τό ότι τυπωμένη–ξετυπωμένη, αυτή υπήρχε εκεί και δεν χανόταν με τίποτα : τυπωνότανε όλο μαζί στο τέλος

   τελείως άλλα ήθη, χρειαζόμουνα δηλαδή καιρό για τήν προσαρμογή : αλλά κανένας δεν μέ περίμενε, οι κομπιούτερ μεταλλάσσονταν πλέον ταχύτατα : άλλαζαν σχήμα, μέγεθος, χρώμα, ύφος, σχήμα μέγεθος χρώμα ύφος, σχήμα μέγεθος, πρόγραμμα : διότι μπήκαμε και στα προγράμματα : αλλάζανε τώρα εκτός απ’ τίς μηχανές και τά δισκάκια δηλαδή που καταπίνανε μέσα τους (από μια χαραμάδα σα στόμα) για να μπορέσουνε να δουλέψουν, διότι αλλιώς ήτανε κούφιες αυτές οι μηχανές – και όσο και να πατούσες τά πλήκτρα δεν γινότανε τίποτα : ακόμα θυμάμαι τό πρώτο με τό οποίο δέθηκα κάπως, τό volkswriter (κατά τό volkswagen, ήμουνα σίγουρη, νομίζω ότι ήτανε μάλιστα καλιφορνέζικο και τό είχα συνδυάσει με τόν μαρκούζε και με τό μπέρκλεϋ) και διαφημιζότανε ως πολύ φιλικό : και έτσι ήταν βέβαια σε σχέση με τά άκαμπτα και πολύπλοκα προηγούμενα, σού μιλούσε δηλαδή και λίγο ανθρώπινα, δεν θυμάμαι τώρα ακριβώς, αλλά έλεγε και κάτι «μπράβο», «ναι», «ωραία», «είσαι σίγουρη;» ή κάτι τέτοια : πάντως τό θεωρούσα κατάντια και αλλοτρίωση (τού προηγμένου καπιταλισμού) τό να συνδιαλέγομαι εγώ με μια νεκρή δισκέτα και να αναγκάζομαι συγχρόνως να χρησιμοποιώ και τέτοιες εκφράσεις)

     

   όμως τό κυριότερο ήταν τό ότι χρειαζόμουνα πολύ καιρό για να εξοικειωθώ με τό κάθε καινούργιο τούβλο εξωτερικά, έτσι όπως άλλαζε μέγεθος σχήμα χρώμα και ύφος ( : κάθε φορά η αλήθεια είναι ότι όλα μικραίναν πολύ, ανεπαίσθητα, γκριζάριζαν και καλυτέρευαν ελαφρώς, αλλά πάντα εξακολουθούσαν να είναι κάτι που δεν περιγραφόταν αλλιώς παρά μόνο ως καρνάβαλος (εάν σκεφτόμουνα ή θυμόμουνα ειδικά τήν baby brother μου) μέχρι να δώσουν δηλαδή επιτέλους οι θεοί και να εφεύρουν κάποιοι καλαίσθητοι και ευαίσθητοι αμερικανοί (έτσι τούς φανταζόμουνα) τελικά τά λαπτόπ : ποτέ δεν έπαψα να πιστεύω ότι με κάποιο μεταφυσικό τρόπο τό κάναν ειδικά για μένα : κατάλαβαν δηλαδή επιτέλους αυτοί οι άνθρωποι ότι μού ήταν αδύνατο να έχω στο γραφείο μου και στο δωμάτιό μου και στο σπίτι μου τέλος πάντων, ακόμα κι αν είχε προηγηθεί τό γράψιμο στο τετράδιο και στο χαρτί, να έχω μπροστά μου στημένο κι εγκατεστημένο να μέ κοιτάει αυτό τό τεράστιο ψυχρό ηλεκτρονικό τούβλο : μόνο τότε μπόρεσε λοιπόν τό κλίμα να ξαναγίνει ανθρώπινο στον χώρο και να επανέλθει ένα ύφος γραφομηχανής στη ζωή μου – και συνεπώς και στο μυαλό μου – ξανά

   όμως τό μυαλό φαίνεται πως είναι αργό και δεν καταλαβαίνει τίποτα αν δεν τό φάει πρώτα για τά καλά στη μάπα : διότι όλ’ αυτά θα αποδεικνυόντουσαν όχι μόνο αχαριστίες και σχολαστικισμοί (από μέρους μου) αλλά και εντελώς δευτερεύοντα όταν θα προέκυπτε αυτό – που δεν μπορεί να γίνει κατανοητό αν δεν φτάσει πρώτα η μαύρη (και χαρωπή) η ώρα τής έκδοσης :

   στα δύο πρώτα βιβλία που έβγαλα κατάλαβα καλά δηλαδή πόσο μαύρη είναι αυτή η ώρα : όλες οι διορθώσεις που είχα κάνει πλέον πήγαιναν χαμένες, καθώς τά χειρόγραφα τά έπαιρνε τώρα ένα ξένο χέρι και ένας τρίτος εγκέφαλος και τά ξανάγραφε, με τά δικά του μυαλά, στην μηχανή – λινοτυπία στην αρχή, φωτοσύνθεση αργότερα : αυτό σήμαινε ότι τό ωραίο, τακτικό και αλάνθαστό μου κείμενο ξαναγινότανε χάλια : κι έπρεπε τώρα από τήν αρχή να κάνω τήν επαγγελματική πια, τυπογραφική διόρθωση (έχοντας να παλέψω ιδεολογικά – γλωσσικά δηλαδή – και με τούς διορθωτές τών εκδοτικών οίκων – οι οποίοι είχαν και τίς εντολές τους και τίς απόψεις τους). Τό πράγμα ήταν αφάνταστα πολύπλοκο – αλλά και γελοίο – : συνειδητοποίησα για πρώτη φορά πόσο μακριά βρισκόντουσαν οι εκδότες από τή ζωή και τή δουλειά ενός συγγραφέα, κι ας τόν εκτιμούσαν τόσο, ώστε να τού χρηματοδοτήσουν ένα βιβλίο : Η γλώσσα που χρησιμοποιούσα, για μένα ήτανε άμεσα σχετική με τό κείμενο – και ξαφνικά τώρα έδινα μάχες για να περάσω ένα κόμμα πριν από τό και, ή μια λέξη που είχε ήδη καταργηθεί σύμφωνα με τά νεότερα (ο φίλος μου που περνούσε τά αντίστοιχα τήν ίδια περίπου εποχή, βρέθηκε να τσακώνεται μια μέρα με μια συμπαθέστατη κατά τά άλλα κυρία που ανήκε και στην αριστερά και είχε βασανιστεί πολύ στη ζωή της, όταν τής επισήμανε ότι η λέξη γέεννα που είχε γράψει έπρεπε να μείνει γέεννα και να μη γίνει γέννα (ήδη ο ορθογράφος τού κομπιούτερ μού κοκκίνισε και τώρα τή λέξη υποστηρίζοντας ότι οι μόνες σήμερα υπάρχουσες είναι γέννα, γεννά, γεννώ, Γιάννα, γόνα, γάνα) : και αποχωρώντας τότε απελπισμένος αφού τήν είχε πρώτα (έλπιζε) πείσει ότι πρόκειται για δυο διαφορετικές λέξεις που έχουν άλλο νόημα η καθεμία, τήν άκουσε να τού φωνάζει πίσω απ’ τήν πλάτη του δεικτικά «αν είστε καθαρευουσιάνος έπρεπε να μάς τό είχατε πει από τήν αρχή»)

.

  

.

   αλλά η απελευθέρωση μέσω κομπιούτερ δεν θα ήταν σ’ αυτά : διότι αυτά θα παραμένανε εσαεί, και παραμένουνε και μέχρι σήμερα, και θα παραμένουν και για όλο τό (άμεσο) μέλλον (φοβάμαι…) – όσο θα συνεχίζονται δηλαδή οι παρεξηγήσεις ως προς τό τί διάολο δουλειά είναι η κωλοδουλειά που κάνω – και αν είμαι υποχρεωμένη να συμβαδίζω σε όλα με τό σχολικό εγχειρίδιο, τό οποίο κατά τά άλλα συμφωνώ απολύτως ότι θα πρέπει να υπάρχει, ή δικαιούμαι να θέλω με τή σειρά μου να τό υπονομεύω σε ό,τι γουστάρω – όσο θα συνεχίζεται δηλαδή η παρεξήγηση για τό πόση διαολεμένη κωλοελευθερία διεκδικώ όχι μόνο νοητικά αλλά και γλωσσικά στην κωλοδημιουργική ζωή που νομίζω ότι μπορώ να κάνω : εκείνο που θα άλλαζε όμως ο πάνσοφος εγκέφαλος θα ήταν οι εκ νέου αβλεψίες τού λινοτύπη ή τού φωτοσυνθέτη (αργότερα), που θα ξανάγραφε δηλαδή απ’ τήν αρχή ένα κείμενο τό οποίο εγώ θα τού είχα τόσο προσεκτικά παραδώσει γραμμένο και ξαναγραμμένο και διορθωμένο ήδη (με blanco ή χωρίς)  ξαναδιορθωμένο δηλαδή χιλιάδες φορές και πεντακάθαρο : όλοι μου οι κόποι δηλαδή (μέχρι να βρεθούν τά κομπιούτερ) απ’ τήν αρχή που τό κείμενο θα εγκρινόταν για έκδοση, πηγαίναν χαμένοι : κι αυτό ήταν σαν μια μεταφυσική εντελώς τιμωρία (έκδοση ήθελες; τώρα να δεις τί έχεις να πάθεις…)

   και ξαφνικά μ’ αυτόν τόν νέο εγκέφαλο η μνήμη η δικιά μου, τά λάθη μου και οι μονομανίες μου γίνονταν σώμα και ύλη, υπαρκτά αμετακίνητα αναντίρρητα άφθαρτα : η τεχνολογία πήρε μια νέα, εντελώς μνημειακή δηλαδή για μένα πλέον υπόσταση : όλα μετατρέπονταν τώρα με τόν κομπιούτερ σε μια μάζα (σταθερή) όπου τίποτα δεν πήγαινε πλέον χαμένο, κανένας κόπος : και η δουλειά μου η χειρωνακτική αποκτούσε (μέσω τής τεχνολογίας) (αυτού τού καρνάβαλου) μια υπόσταση τόσο ρεαλιστικά πειστική ώστε τό κείμενο από τή μνήμη τού υπολογιστή μου μεταφερότανε (όταν ήρθε η ώρα τής έκδοσης τού επόμενου μυθιστορήματος) κατευθείαν στο χαρτί τού εκδότη : ό,τι είχα γράψει παρέμενε αναλλοίωτο τότε αυτονόητα (και μάλιστα ο εκδότης τό ήθελε, δεν έκανα καν αγώνα εγώ για να τόν πείσω («γράφεις στον υπολογιστή; λοιπόν θα μάς τό φέρεις και σε δισκέτα, σε σιντί σε ντιβιντί, ή θα μάς τό στείλεις κατευθείαν» – ξέρω γω, διάφοροι τρόποι –) που εξυπονοούσαν τώρα και κάτι άλλο που εμένα δεν μ’ ενδιέφερε φυσικά αμέσως, αλλά μόνο εμμέσως και ούτε καν λόγω επαγγελματικής, αλλά ιδεολογικής θα έλεγα, διαστροφής : ένα ολόκληρο επάγγελμα όδευε πλέον προς εξαφάνιση, κι εγώ, μέσω τής δικής μου τώρα πληκτρολόγησης, έπαιρνα τή δουλειά από τήν φωτοσυνθέτρια (χωρίς να παίρνω και τόν  μισθό της, φυσικά, αυτό έλειπε – αυτό τό κέρδος μεταβιβάστηκε αυτονόητα και κουτοπόνηρα (και αθώα) στον εκδότη – μέσω τής υπερεκμετάλλευσης δηλαδή τής υπεραξίας τής δικιάς μου (υπερευσυνείδητης και υπερέξυπνης και υπερβλακώδους) πληκτρολόγησης – ) η οποία φωτοσυνθέτρια θα έμενε σύντομα, όταν όλοι οι συγγραφείς θα άρχιζαν να γράφουν πια στον κομπιούτερ, ορατά σύντομα και σίγουρα, χωρίς δουλειά

   αλλά δεν αντέδρασαν : μού ’κανε εντύπωση που κανείς δεν αντέδρασε : ούτε καμιά «εταιρεία» συγγραφέων ζήτησε να αμείβεται κάπως, έστω δι’ αυξημένων δικαιωμάτων, ο συγγραφέας για (τό κόστος τής) παραπάνω δουλειάς απ’ τήν οποία απάλλασσε τόν εκδότη με τόν τρόπο αυτόν (μια δουλειά τήν οποία πολύ σύντομα αντιθέτως οι εκδότες θα άρχιζαν να απαιτούν πλέον, και πολύ ξερά από τούς «συγγραφείς τους» : δεν δεχόμαστε κείμενα παρά μόνο σε δισκέτα) : όμως ούτε – τό σημαντικότερο – απεργήσανε οι φωτοσυνθέτες και οι φωτοσυνθέτριες, όσο είχαν ακόμα τόν καιρό, με στόχο να κατοχυρωθούν κάπως οικονομικά τουλάχιστον απέναντι στην βέβαιη προοπτική τής ανεργίας που ενέσκηπτε : (ακόμα θυμάμαι – ήμουνα βλέπεις διορθώτρια και για λόγους βιοποριστικούς τότε * – τή φοβερή εκείνη απεργία τών τυπογράφων που κράτησε τήν ελλάδα για καιρό χωρίς εφημερίδες (αλλά οι τυπογράφοι είχανε δυνατό σωματείο, κάποιοι λέγανε τό δυνατότερο) όταν άρχισε να διαφαίνεται η προοπτική ότι οι εφημερίδες θα μεταφερθούν από τήν τυπογραφία στην φωτοσύνθεση και μετά στην 2η και 3η και νη γενιά κομπιούτερ καθιστώντας τους έτσι άχρηστους : η απεργία τους πέτυχε απόλυτα και πήρανε, ακόμα και οι νεότεροι, συντάξεις πληρέστατες, με τήν προοπτική τής επελαύνουσας ανεργίας : τώρα, οι φωτοσυνθέτες κι οι φωτοσυνθέτριες (που είχαν επωφεληθεί από κείνη κει ακριβώς τήν αλλαγή τεχνολογίας – και που απειλούνταν ακριβώς τώρα από τό γεγονός ότι είχα μάθει κι εγώ τή δουλειά τους και μπορούσα και τήν έκανα κι από τό σπίτι μου) κάτσανε στ’ αυγά τους – και τό ίδιο φυσικά κι εγώ, που βρέθηκα να κάνω για τόν εκδότη μια δουλειά που πριν πληρωνότανε, χωρίς να παίρνω μία : αλλοίμονο οι συγγραφείς είμαστε τόσο ευγνώμονες που κάποιος κεφαλαιούχος μάς βγάζει τά βιβλία, ώστε τά συμβόλαια που υπογράφουμε θα μπορούσαν κάλλιστα να ταξινομηθούν μαζί με τίς λοιπές συμβάσεις αποικιοκρατίας – και είναι σίγουρο ότι αν ένα βιβλίο δεν ανήκει στα ελάχιστα που θα αρέσουν σε εφημερίδες και επομένως και σε κοινό, ό,τι λεφτά βγάλει θα πάνε σε εκδότη, βιβλιοδέτη, βιβλιοπώλη και δεν ξέρω και ποιον άλλον, εσένα πάντως θα σού μείνει η δόξα, που δεν πληρώνεται βέβαια με τίποτα…

   και στην περίπτωση που πληρώσεις εσύ από τήν τσέπη σου τόν εκδότη για να σού βγάλει τό βιβλίο αν οι κεφαλαιούχοι αποδειχτούν εξυπνότεροι τών κεφαλαίων τους, τότε είναι ακόμα πιο σίγουρο ότι η δόξα σου (να γράφεις αηθέστατα ακαταλαβίστικα ανοίκεια αντιδημοφιλώς και αλαμπουρνέζικα) δεν θα σού (ξε)πληρωθεί ποτέ : θα ταΐσεις πολύ κόσμο και θα ’σαι και βλάκας, συνάδελφε

   αυτά τά λίγα σήμερα για τόν υποκριτή αναγνώστη, τόν όμοιό μου, τόν αδελφό μου ** : blanco σε όλα, μη σέ νοιάζει τίποτα – τί αξίζει περισσότερο από μιας ώρας ζωή μ’ ένα βιβλίο – κι ύστερα να θυμηθείς και τό περίφημο ρεφραίν τού γείτονά σου «καλά έτσι θα ’γραφα κι εγώ αν είχα τόν χρόνο, αλλά εγώ πρέπει να ζήσω κιόλας βλέπεις»

  

.

.

* για τή δουλειά τού διορθωτή και τού μεταφραστή – δουλειές που επίσης έκανα για πολύ μεγάλα διαστήματα – άλλη φορά : να ’χουμε και τίποτα συγγραφικά γενικά να λέμε
** charles baudelaire : hypocrite lecteur, mon semblable, mon frère
.
.
  

.

.

τά προηγούμενα δώδεκα σχετικά : i, ii, iii, iv, v, vi, vii, viii, ix, x, xi, xii
.
.
  

.

.

.

Advertisements

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: