σημειωματαριο κηπων

Απρίλιος 1, 2014

καθρέφτης στο νερό : μια σημείωση για τόν νάρκισσο

 

 

 

με αφορμή ένα περασμένο σχόλιο (δηλαδή μια υπόσχεση στη ρενάτα) θα εκθέσω εδώ μερικές γενικές περιρρέουσες αντιπαθείς νεφελώδεις και εντελώς προσωπικές απόψεις για ένα θέμα τής ψυχανάλυσης που μέ απασχολεί από παλιά (πολύ παλιά) και παρόλ’ αυτά δεν βρήκα ποτέ τόν χρόνο να τό θίξω εδωπέρα (κάποιες νύξεις του υπάρχουν μόνο στην λολίτα) :

να πω αρχικά (και πάλι) ότι διαφωνώ οριζοντίως καθέτως πλαγίως βουστροφηδόν και περιδιαγραμμάτου για ορισμένες ορολογίες που ο φρόϋντ εισήγαγε στην ψυχανάλυση από τήν ελληνική αρχαιότητα, και οι οποίες στη συνέχεια πήραν τή θέση κλισέ – κακοχωνεμένων κιόλας [ εν παρενθέσει : πιστεύω πως όλο αυτό οφείλεται στο ότι ο φρόϋντ δεν ήξερε καλά τήν ελληνική γραμματολογία, άλλωστε δεν διάβαζε ελληνικά και μάλλον δεν διάβαζε ούτε λατινικά, οι γνώσεις του ήταν μέσω τών γερμανικών – πράγμα πολύ επικίνδυνο, καθώς δεν μπόρεσε έτσι να ξεπεράσει (από μια άποψη δεν μπόρεσε και να υποπτευθεί) τήν εξιδανικευτική, ρωμαϊκής καταγωγής, ευρέως δυτικοευρωπαϊκή, οπτική τού μετέπειτα μονοθεϊστικού και χριστιανικού κόσμου (ημών συμπεριλαμβανομένων) για τά ελληνικά πράγματα τής αρχαιότητας – οπτική δηλαδή η οποία πολύ μικρή σχέση έχει με τά ελληνικά πράγματα τής κλασικής (και τής προκλασικής) αρχαιότητας – (αλλά αυτό είναι μια άλλη, πολύ φαρδειά και πλατειά, συζήτηση) ] :

ας ξεκινήσω λοιπόν (εισαγωγικά, δεν είν’ αυτό τό θέμα μου) με τό πιο εύκολο, τόν οιδίποδα : επειδή τό «οιδιπόδειο σύμπλεγμα» όντας ένας από τούς δύο βασικούς πυλώνες τής σκέψης του (τού φρόϋντ) (ο άλλος είναι ο ερωτισμός τών παιδιών) έχει καθιερωθεί σαν τό κατεξοχήν αντρικό σύμπλεγμα : έτσι όμως συσκοτίζεται τό γεγονός πως, αν πρόκειται να βρούμε οπωσδήποτε κάποιο σύμπλεγμα με βάση τή σκέψη τού σοφοκλή, θα ’πρεπε μάλλον να προσανατολιστούμε προς ένα σύμπλεγμα καθαρά γυναικείο και να τό ονομάσουμε συνεπώς και ιοκάστειο, διότι ο οιδίποδας ο κακομοίρης δεν έχει ιδέα (σ’ όλη τή διάρκεια τής τραγωδίας) για τό τί κάνει, και ούτε επεδίωξε ποτέ να γαμήσει τή μάνα του : αντιθέτως, η ιοκάστη ξέρει πολύ καλά, από μια στιγμή και μετά τουλάχιστον, τί γίνεται και τί κάνει – και κατά πάσα πιθανότητα κιόλας τήν έχει καταβρεί, και τής αρέσει : αυτό που φοβάται είναι μόνο η αποκάλυψη, γιατί ξέρει ότι δεν θα τό αντέξει (ούτε και θα τό συχωρέσει) ο γιος της αλλά και όλοι οι άλλοι : εξού και (όποιος διαβάσει τόν οιδίποδα τύραννο τό βλέπει σαφώς) προσπαθεί να αποτρέψει τή λύση τού αινίγματος, με διάφορες δήθεν άγνοιες κολπάκια και τρικλοποδιές – και κάποια στιγμή προβλέποντας τί μπορεί να συμβεί αν η διαδικασία διαλεύκανσης τού εγκλήματος βαδίσει κανονικά προς τή λύση και τό τέλος, λέει στο γιο της : Καλά, μην κάνεις έτσι, και ποιο αγόρι δεν ονειρεύτηκε κάποια στιγμή ότι πηδάει τή μάνα του… (για τήν ακρίβεια σὺ δ᾽ εἰς τὰ μητρὸς μὴ φοβοῦ νυμφεύματα : πολλοὶ γὰρ ἤδη κἀν ὀνείρασιν βροτῶν μητρὶ ξυνηυνάσθησαν)

 

ο φρόϋντ παιδί

 

αυτά εισαγωγικά : ας πάμε στο ακόμα πιο αντιπαθητικό τώρα θέμα, τόν νάρκισσο :

όταν πρωτομελέτησα τή μυθολογία, πριν από αρκετά χρόνια, κυρίως μέσω τού όμηρου και τού απολλόδωρου, τά ’χασα με τό πόσο οργανωμένη είναι : αυτό οφείλεται, έχω καταλήξει, στο ποσό τού χρόνου που τή στηρίζει ώσπου να παγιωθεί ( : γραφές επί γραφών, παραδόσεις επί παραδόσεων (θυμίζουν όλ’ αυτά τίς διαδικασίες τών δημοτικών τραγουδιών, κι ακόμα και τών ομηρικών επών), και τελικά κάποιος συμπιλητής που έφτασε ώς εμάς με τό κύρος μιας αυθεντίας, συζητήσιμης : οφείλουμε συνεπώς να βρούμε ποιος μπορεί να ήταν ο πυρήνας τού προβλήματος (γιατί ασφαλώς η μυθολογία, με μια μορφή πρωτογενούς και ακατέργαστης (δηλαδή αυθεντικής και αυθόρμητης) φιλοσοφικής διάθεσης, προβλήματα λύνει)) : βυθιζόμενη εκειμέσα, αισθάνεσαι λοιπόν σα να μην υπάρχει τίποτα τυχαίο, τίποτα δευτερεύον, όλα σα να έχουν μια τόσο εξωφρενικά ξεκάθαρη σημασία που λες και πρόκειται για μαθηματικές εξισώσεις : όταν κοιτάμε τόν νάρκισσο, λέω λοιπόν τώρα, ότι πρέπει να είμαστε διπλά προσεκτικοί :

τί μάς μένει δηλαδή σήμερα απ’ αυτό τό μυστήριο παιδί που βυθίζεται ερωτευμένο στην εικόνα του (και εδώ, στο ερωτευμένο, πιστεύω ότι πρέπει να δώσουμε ιδιαίτερη σημασία) – πέρα από τίς μυθολογικές παραλλαγές (πολλές απ’ αυτές πολύ μεταγενέστερες, έως και ρωμαϊκές) τής ιστορίας του ; ο νάρκισσος παρασύρεται κοιτάζοντας τόν εαυτό του σ’ ένα αντικαθρέφτισμα μες στο νερό : (είναι εντέλει ερωτευμένος, ή δεν είναι – και με ποιον ; θα πω τά δικά μου αφού πρώτα παραθέσω μερικά αποσπάσματα από τό «έρως και πολιτισμός» τού μαρκούζε, μια που εκείνος έδωσε τή διαυγέστερη και γενναιότερη ερμηνεία σε ό,τι μπορούμε άνετα να θεωρήσουμε (εφεξής) ανατρεπτικότητα τής ιστορίας, τής φύσης, και τής λογικής τού νάρκισσου (παίρνω από τό όγδοο κεφάλαιο στο eros and civilization «the images of orpheus and narcissus» (στοιχεία για τήν ελληνική μετάφραση στο τέλος*)) :

«οι κατηγορίες με τίς οποίες η φιλοσοφία αντιλήφθηκε τήν ανθρώπινη ύπαρξη έχουν διατηρήσει τή σύνδεση μεταξύ λόγου και καταπίεσης : οτιδήποτε ανήκει στη σφαίρα τής αισθητικότητας, τής ηδονής, τής ορμής, έχει τή χροιά ότι είναι ανταγωνιστικό προς τόν λόγο – ότι είναι κάτι που πρέπει να υποταχθεί, να περιορισθεί. Η καθημερινή γλώσσα έχει διατηρήσει αυτήν τήν αξιολόγηση : Οι λέξεις που ισχύουν γι’ αυτή τή σφαίρα έχουν τόν ήχο τού κηρύγματος ή τής αισχρολογίας /…/ η δυσφήμηση τής αρχής τής ηδονής απόδειξε τήν ακατανίκητή της δύναμη· η αντίθεση σ’ αυτή τή δυσφήμηση γίνεται εύκολα αντικείμενο γελοιοποίησης… /…/ Όταν ο φρόϋντ υπογράμμισε τό θεμελιακό γεγονός ότι η φαντασία διατηρεί μιαν αλήθεια που είναι ασυμβίβαστη με τόν λόγο, ακολουθούσε μια μακρόχρονη ιστορική παράδοση. Η φαντασία είναι γνωστική εφόσον συντηρεί τήν αλήθεια τής Μεγάλης Άρνησης /…/ Στην περιοχή τής φαντασίας, οι παράλογες εικόνες τής ελευθερίας γίνονται έλλογες και τό «κατώτερο βάθος» τής ικανοποίησης τών ενστίκτων παίρνει μια νέα αξιοπρέπεια /…/ Ο ορφέας και ο νάρκισσος (σαν τόν διόνυσο με τόν οποίο συγγενεύουν) /…/ δεν έγιναν οι ήρωες τού δυτικού κόσμου : Η δικιά τους εικόνα είναι η εικόνα τής χαράς και τής πλήρωσης· η φωνή τους είναι εκείνη που δεν διατάζει αλλά τραγουδάει· η χειρονομία τους είναι εκείνη που προσφέρει και δέχεται /…/ Ο νάρκισσος /…/ ονειρεύεται [ paul valéry : narcisse rêve au paradis /…/ ] Οι εικόνες τού ορφέα και τού νάρκισσου /…/ υπενθυμίζουν τήν εμπειρία ενός κόσμου που δεν είναι στη φύση του να υποταχθεί και να ελεγχθεί αλλά να απελευθερωθεί /…/ τά πράγματα τής φύσης γίνονται ελεύθερα να είναι ό,τι είναι. Αλλά για να είναι ό,τι είναι   ε ξ α ρ τ ώ ν τ α ι   από τήν ερωτική στάση : Δέχονται τό   τ έ λ ο ς   τους μόνο μέσα σ’ αυτή. /…/ Στη θράκη [ο νάρκισσος] βρίσκεται σε στενή σχέση με τόν διόνυσο /…/ Ζει σύμφωνα μ’ έναν έρωτα δικό του, και δεν αγαπά τόν εαυτό του μόνο /…/

Ίσως τώρα μπορούμε να βρούμε κάποια υποστήριξη για τήν ερμηνεία μας στην έννοια τού π ρ ω τ ο γ ε ν ο ύ ς   ν α ρ κ ι σ σ ι σ μ ο ύ   τού φρόϋντ /…/ η ανακάλυψή του σήμαινε περισσότερα από τήν προσθήκη ακόμα μιας φάσης στην ανάπτυξη τής λίμπιντο· μαζί της εμφανίστηκε τό αρχέτυπο μιας άλλης υπαρξιακής σχέσης προς τήν   π ρ α γ μ α τ ι κ ό τ η τ α. Ο πρωτογενής ναρκισσισμός είναι περισσότερο από αυτοερωτισμός· αγκαλιάζει τό ‟περιβάλλονˮ, ανακατεύοντας τό ναρκισσιστικό εγώ με τόν αντικειμενικό κόσμο. /…/ ‟Αρχικά τό εγώ περιέχει τά πάντα /…/ Τό αίσθημα τού εγώ, τού οποίου έχουμε επίγνωση τώρα, είναι έτσι μόνο ένα συνεσταλμένο απομεινάρι ενός πολύ πιο εκτεταμένου αισθήματος – ενός αισθήματος που   α γ κ ά λ ι α ζ ε   τ ό   σ ύ μ π α ν /…/ˮ [ : φρόϋντ ο πολιτισμός πηγή δυστυχίας ] Ο φρόϋντ περιγράφει τό ‟ιδεατό περιεχόμενοˮ τού επιζώντος πρωτογενούς αισθήματος τού εγώ σαν ‟απεριόριστη προέκταση και ενότητα με τό σύμπανˮ (ωκεάνειο συναίσθημα). Και διατυπώνει τή γνώμη πως τό ωκεάνειο συναίσθημα επιζητά να επαναφέρει τόν ‟απεριόριστο ναρκισσισμόˮ. Τό χτυπητό παράδοξο ότι ο ναρκισσισμός, που συνήθως γίνεται αντιληπτός σαν εγωιστικό αποτράβηγμα από τήν πραγματικότητα, εδώ συνδέεται με τήν ενότητα προς τό σύμπαν, αποκαλύπτει τό νέο βάθος τής αντίληψης : Πέρα από κάθε ανώριμο αυτοερωτισμό, ο ναρκισσισμός σημαίνει μια θεμελιακή συγγένεια με τήν πραγματικότητα εκείνη η οποία μπορεί να παραγάγει μιαν ολοκληρωτική υπαρξιακή τάξη 20. Μ’ άλλα λόγια, ο ναρκισσισμός μπορεί να περιέχει τό σπέρμα μιας διαφορετικής αρχής τής πραγματικότητας : /…/ μετασχηματίζοντας αυτόν τόν κόσμο σε ένα νέο τρόπο τού είναι.

Οι ορφικές – ναρκισσιστικές εικόνες είναι εκείνες τής Μεγάλης Άρνησης /…/

Η κλασική παράδοση συνδέει τόν Ορφέα με τήν εισαγωγή τής ομοφυλοφιλίας. Σαν τόν Νάρκισσο, απορρίπτει τόν κανονικό Έρωτα, όχι για ένα ασκητικό ιδεώδες, αλλά για έναν πιο πλήρη Έρωτα. Σαν τόν Νάρκισσο, διαμαρτύρεται ενάντια στην απωθητική τάξη τού διαιωνιστικού σεξουαλισμού. Ο Ορφικός και Ναρκισσιστικός Έρωτας είναι μέχρι τό τέλος η άρνηση αυτής τής τάξης – η Μεγάλη Άρνηση. /…/ Η ζωή τού Νάρκισσου είναι η ζωή τής   ο μ ο ρ φ ι ά ς   κι η ύπαρξή του είναι   ο ν ε ι ρ ο π ό λ η μ α. /…/»

 

 

και μια από τίς σημειώσεις που ο μαρκούζε παραθέτει σ’ αυτό τό κεφάλαιο : «20 στο σύγγραμά του ‟η καθυστέρηση τής εποχής τής μηχανήςˮ ο hanns sachs έκανε μιαν ενδιαφέρουσα προσπάθεια να αποδείξει ότι ο ναρκισσισμός ήταν ένα ουσιώδες μέρος τής αρχής τής πραγματικότητας μέσα στον ελληνικό πολιτισμό. Εξέτασε τό πρόβλημα τού γιατί οι έλληνες δεν ανάπτυξαν μια μηχανική τεχνολογία, παρόλο που είχαν τήν τεχνική ικανότητα και τίς γνώσεις που χρειάζονταν. Οι συνηθισμένες οικονομολογικές και κοινωνιολογικές εξηγήσεις δεν τόν ικανοποιούσαν. Αντί γι’ αυτές, εξέφρασε τή γνώμη ότι τό ναρκισσιστικό στοιχείο που επικρατούσε στον ελληνικό πολιτισμό ήταν εκείνο που εμπόδιζε τήν τεχνολογική πρόοδο. Η λιμπιντική κάθεξη τού σώματος ήταν τόσο δυνατή, που αντιμαχόταν τή μηχανοποίηση και τήν αυτοματοποίηση. (1933)»

 

 

 

επανέρχομαι στα δικά μου, αν και θα μπορούσα να σταματήσω εδώ : προσωπικά, πίσω από τήν ύστερη (υπόγεια) αντιπάθεια τού φρόϋντ (στη χειρότερή της τότε μορφή, τή μορφή μιας συγκατάβασης) για τόν νάρκισσο βλέπω κλισέ και πουριτανισμούς τού ώριμου άντρα τής πατριαρχίας : καταρχάς στην πατριαρχία ο καθρέφτης θεωρείται ιδιαίτερα γυναικείο σύνεργο – συνεπώς ο νάρκισσος (αν και αγόρι) θαυμάζοντας τό πρόσωπό του πρέπει να έχει (όντως έχει) γυναικεία χαρακτηριστικά (αυτό που λέει ο μαρκούζε για τή σχέση τού νάρκισσου με τόν διόνυσο δεν πρέπει να τό ξεπεράσουμε στα πεταχτά : ο διόνυσος είναι κι εκείνος ένας θεός αμφίσημος, με προβληματική ταυτότητα – άντρας και γυναίκα μαζί : άντρας τυπικά, γυναίκα ουσιαστικά – αλλά γι’ αυτό χρειάζεται ολόκληρη, άλλη, ανάρτηση) (υπαινικτικά και ελάχιστα για τίς «βάκχες» έχω γράψει εδώ)

έτσι ο φρόϋντ απόδωσε εντέλει στον νάρκισσο χαρακτηριστικά που έβλεπε να έχουν αυτοί που θα λέγαμε σήμερα ωραιοπαθείς και εγωμανείς προσωπικότητες, και μ’ αυτήν τήν έννοια χρησιμοποιείται σήμερα σαν κλισέ ο ναρκισσισμός. Δεν ξέρω πόσο καταβάθος φοβήθηκε και δίστασε να επιμείνει εντέλει στο ότι ο παιδικός ερωτισμός ο οποίος στα δικά του (τού φρόϋντ) τά νιάτα αποτέλεσε τή ραχοκοκκαλιά τής θεωρίας του, σχετιζόταν απόλυτα με κείνον τόν αρχικό, αρχαίο, νάρκισσο – και όχι με τήν εικόνα τού δύστυχου που έβλεπε καθημερινά να σπαράζει στο ντιβάνι του, με μια πληγωμένη, αδιέξοδη εγωμανία. Ότι ο παιδικός ερωτισμός σχετιζόταν δηλαδή με τόν έφηβο νάρκισσο ο οποίος διατηρούσε με πείσμα άφθαρτη τήν αίσθηση (που ο ίδιος ο φρόϋντ τήν είχε ονομάσει παλιά ωκεάνεια) τού να κολυμπάει στο σύμπαν σε μια αποθέωση πανερωτισμού : ακολούθησε μ’ άλλα λόγια ο γερασμένος φρόϋντ που γινόταν όλο και περισσότερο από (τολμηρό) παιδί, διστακτικός (και ρεαλιστής) άντρας

 

sigmund freud εισαγωγή στον ναρκισσισμό

 

όμως αλλοίμονο αν συρρικνώσουμε τό θάμβος τού μυθικού νάρκισσου στην αξιολύπητη (μισή, ούτε καν μονή) διάσταση τού ωραιοπαθή που ασχολείται πληκτικά με έναν (ευνουχισμένο, πραγμοποιημένο, διασυρμένο στις δημόσιες σχέσεις) εαυτό (με στόχο τήν αναγνώρισή του ως πετυχημένου από μια διασυρμένη πραγμοποιημένη ευνουχισμένη κοινωνία) : και που είναι ευτυχής μόνο όταν κοιτάζει τή φάτσα του στο τζάμι τού καθρέφτη ή θαυμάζει τή φωτογραφία του στον τοίχο τού φέϊσμπουκ : ο άνθρωπος αυτός δεν έχει έρωτα για τίποτα – ούτε καν για τόν εαυτό του – γιατί δεν έχει εαυτό : ένα άδειο κουτί έχει, με μια κοινωνικά αποδεκτή ταμπέλα, που τό περιφέρει επιδιώκοντας να εκμαιεύσει μ’ αυτό τό άλλοθι τά ελάχιστα υποκατάστατα ηδονής που τού απομένουν : ασκώντας μ’ άλλα λόγια εξουσία όπου μπορεί – συνηθέστερα και ευκολώτερα στον στενό κοινωνικό του περίγυρο και τούς οικείους του, ή αν είναι τυχερός και στον ευρύτερο κοινωνικό χώρο – και τότε δυστυχούμε εμείς που τούς τρώμε στη μάπα σαν πετυχημένους πολιτικούς ή πετυχημένους πνευματικούς ανθρώπους. Τό είδος αυτό (κοινότατο και συνηθέστατο, ρενάτα,) έχει πολλά κοινά με τόν φασίστα (άσχετα από τό ποιο κόμμα υποστηρίζει) : γιατί, αυτός ο άνθρωπος, εξίσου όπως και ο φασίστας, έχει τήν εντύπωση ότι κινδυνεύει από παντού, ότι όλοι τού επιτίθενται, ότι είναι μονίμως αμυνόμενος, κι ότι έχει μονίμως δίκαιο : πρόκειται για τήν ψυχολογική πανούκλα που συνήθως θέλει διακαώς να κυβερνήσει, αν δεν κυβέρνησε, να γίνει γνωστός αν δεν έγινε, να κάνει λεφτά αν δεν έκανε

και μην κάνουμε τό λάθος να τόν μπερδέψουμε με τόν απλό εγωιστή : γιατί κι ο εγωισμός είναι πιο ενεργητικός δημιουργικός και απαιτητικός απ’ ό,τι ζητάει αυτή η μόνιμη καταβύθιση στην αλλοτροίωση : ο εγωιστής θέλει ακόμα και κλέβοντας να μαθαίνει, γιατί έτσι μεγαλώνει τόν εαυτό του – ο εγωμανής δεν θα παραδεχτεί ποτέ ότι κάτι δεν τό ξέρει γιατί όλα όσα δεν ξέρει τού φαίνονται επικίνδυνα καθώς τόν αντιμάχονται, κάθε τι ξένο τού είναι εκ τών προτέρων εχθρικό καθώς ολόκληρος ο κόσμος τού είναι ξένος : δεν αγαπάει κανέναν κόσμο όπως δεν αγαπάει και τήν ομορφιά, όπως δεν αγαπάει τελικά ούτε τόν εαυτό του : γιατί δεν είναι σε θέση ν’ αγαπήσει απλώς τίποτα (εξαυτού δεν έχει φαντασία και στον έρωτα, είναι πληκτικός στο κρεβάτι όσα ακροβατικά, μιμούμενος τίς ταινίες τής τηλεόρασης, και να κάνει, κι ας πηγαίνει στα ραντεβού του, όπως λέει κι ο μαρκούζε, φορώντας τό αποσμητικό τής μόδας) : για τόν υστερικό αυτού τού είδους η μόνη κατάσταση άξια λόγου που υπάρχει είναι η οποιαδήποτε μορφή άσκησης εξουσίας – είπαμε, δεν διαθέτει φαντασία μνήμη ή κρίση ώστε να ξεχωρίζει τά μεγέθη : τό μόνο λοιπόν που επιζητά είναι να ξεχνάει, μέσω τής μόνιμης ενασχόλησης με τόν εαυτό του, ότι δεν έχει εαυτό : φυσική συνέπεια είναι να μισεί θανάσιμα (δεν μπορεί ούτε να τό κρύψει) οποιονδήποτε υποψιαστεί ότι έχει αυτοεξαιρεθεί απ’ τόν ευνουχισμό αυτής τής ωριμότητας, (τού ρεαλισμού και τής επιτυχίας) : ας μη γελιόμαστε, ο ωραιοπαθής άνθρωπος τόν μισεί τόν νάρκισσο, καθόλου δεν τού μοιάζει

 

από τήν άλλη μεριά, τό παιδί αυτό (πολλές φορές μέ προβλημάτισε, και έτσι προσπάθησα να τό ανακαλέσω) τί ακριβώς κάνει όταν περιεργάζεται τήν εικόνα του στον καθρέφτη ; λοιπόν για να μιλήσω εντελώς πρακτικά, πιστεύω ότι προσπαθεί να δει αυτό που βλέπει πάνω του ο κόσμος, και κυρίως αυτό που θα ερωτευτεί σ’ εκείνο, εκείνος, ο αχανής και άγνωστος, με τόν οποίο τό παιδί είναι ήδη ερωτευμένο : μέσω τής αντανάκλασης, και τού καθρέφτη, και τού νερού, μπαίνει στη θέση εκείνου που θα τόν δει, ονειρεύεται εκείνον που θα τόν ονειρευτεί, φαντάζεται με λίγα λόγια τόν ίδιο τόν έρωτα, είναι γεμάτο με λίγα λόγια από τήν αναπόληση εκείνου τού έρωτα προς τό σύμπαν : και μ’ αυτήν τήν έννοια παραβλέπει περιστασιακά υποκείμενα (και αντικείμενα) επιθυμίας : γιατί, δεν πρέπει να ξεχνάμε, ότι ο νάρκισσος είναι μόνο παιδί (όπως δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι παιδί, σχεδόν μωρό, είναι και ο ίδιος ο έρωτας) και μπορεί να φαντάζεται ή να ονειρεύεται τόν έρωτα παντοδύναμον, δεν έχει μάθει ακόμα : η παντοδυναμία τής επιθυμίας του αντανακλάται στην εικόνα που βλέπει στο νερό και η εικόνα τού επιστρέφει τόν έρωτα τόν οποίο ακτινοβολεί ο ίδιος : ο νάρκισσος είναι ο έρωτας στην καθαρή του μορφή γιατί βυθίζεται αθώα στην αναπόληση ενός έρωτα συνολικού, μιας αυθεντικής κι αυθόρμητης παιχνιδιάρικης παιδικής παρτούζας – εξού και δεν τού χρειάζονται τά μεμονωμένα άτομα που τόν πολιορκούν με διάθεση αποκλειστικότητας (η αποκλειστικότητα κι ο ασκητισμός ως βασική ηθική τού πολιτισμού – στον οποίο ο νάρκισσος δεν θέλει (κι από μια άποψη δεν μπορεί κιόλας) να ανήκει)

και έτσι, βυθισμένος στην ελευθερία, φαντάζεται τό αντικείμενο τής ερωτικής του επιθυμίας με τόν πιο ενεργητικό και ευρηματικό τρόπο, γίνεται δηλαδή ο ίδιος εκείνος ο άλλος που τόν κοιτάει στο μέλλον : ο νάρκισσος βλέπει τόν εαυτό του ακριβώς σαν αντικείμενο ερωτικής επιθυμίας, επειδή είναι τό υποκείμενο αυτής τής αρχικής, τής πρώιμης, και τής ατέλειωτης

και η στιγμή τού καθρεφτίσματος είναι και η στιγμή που τό υποκείμενο ακριβώς χάνεται : περιδιαβάζοντας τόν εαυτό του και τόν άλλον μαζί, και καθώς γίνεται ο ίδιος ένας άλλος (νάτος πάλι ο πιτσιρίκος και ο έφηβος τής σαρλβίλ) είναι, αυτό τό παιδί, ο πιο αναρχικός ερωτευμένος γιατί είναι ερωτευμένος πέραν εαυτού : αυτή τήν ανατρεπτική εποχή τής παιδικής αναζήτησης ο έρωτας λειτουργεί στ’ αλήθεια, εξαφανίζοντας δηλαδή τίς διακρίσεις τών σωμάτων

απ’ αυτήν όμως τήν άποψη, και απ’ αυτή ακριβώς τήν ηλικία, τό παιδί (και ο νάρκισσος) είναι ορκισμένοι εχθροί τής πατριαρχίας, και είναι και για τήν ίδια τήν πατριαρχία ξένο σώμα κι επίφοβο (και γι’ αυτό δεν πρέπει να επιζήσει) : η λογική τών ιεραρχήσεων που στερεώνει τά θεμέλια τής εξουσίας θέλει τόν έρωτα διαδικασία μεταξύ σαφώς διαχωρισμένων φύλων και εαυτών : δεν πρέπει λοιπόν να επιζήσει – στη λογική τής κυριαρχίας ο άνθρωπος πρέπει να ωριμάσει να ξεχάσει και να σβήσει αυτό τό παιδί από τήν ιστορία του (η μετέπειτα μυθολογία που θα επικρατήσει για τήν αθωότητα και τήν αγνότητα τών παιδιών είναι τό κυρίαρχο όπλο σ’ αυτόν τόν ανελέητο πόλεμο μνήμης, που εξαφανίζει εκείνη τή συμπαντική ολότητα από τό προσκήνιο : τά όπλα εναντίον τού νάρκισσου θα είναι και απλούστερα και ευκολότερα) :

θα τόν συκοφαντήσουν απλώς ως ανίκανο, καταργώντας τά στοιχεία τών δύο εαυτών που ο νάρκισσος χαίρεται – και τού θεατή και τού θεώμενου : όμως ο νάρκισσος θα επιμείνει στη φαντασία – όσων επιμένουν : θα εξακολουθεί να βλέπει τόν εαυτό του στο υγρό στοιχείο που θα τού επιστρέφει τήν αιώνια επιθυμία του – και θα πνίγεται μέσα σ’ αυτά τά νερά : ο ωραιοπαθής θα αρκεστεί στον καθρέφτη τού λακάν, ένα σκέτο τζάμι : αυτός δεν πεθαίνει ποτέ, δηλαδή δεν τελειώνει : τό υγρό στοιχείο έχει εξατμιστεί, ο ίδιος δεν μπορεί ούτε να χύσει : έξαλλος, γιατί τό σκέτο τζάμι δεν επιστρέφει παρά μόνο απουσία, φτάνει τότε στο άλλο άκρο τού εκκρεμούς : θα σάς σκοτώσω όλους, λέει, κι αυτό είναι τό μόνο που απομένει όταν ο έρωτας δεν είναι πια εκεί : έτσι γεννιέται ο πολιτισμός μας

 

 

     

 

 

   * για τήν ελληνική μετάφραση τού μαρκούζε χρησιμοποίησα τήν έκδοση : herbert marcuse «έρως και πολιτισμός», μετάφραση ιορδάνη αρζόγλου, «κάλβος» 1970

 

  πηγή φωτογραφίας

 

 

 

 

 

 

Δεκέμβριος 2, 2012

walter benjamin : ο αφηγητής

.

.

.

.

   «Και ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα», λέει τό παραμύθι. Τό παραμύθι, που ακόμη και σήμερα είναι ο πρώτος σύμβουλος τών παιδιών, γιατί κάποτε υπήρξε κι ο πρώτος τής ανθρωπότητας, συνεχίζει να ζει κρυφά στην αφήγηση. Ο πρώτος αληθινός αφηγητής είναι και παραμένει ο παραμυθάς. Εκεί όπου η κατάσταση ήταν δύσκολη, τό παραμύθι γνώριζε να συμβουλεύει, εκεί όπου η ανάγκη υπήρξε μεγάλη, τό παραμύθι ήξερε αμέσως να βοηθάει. Τό παραμύθι μάς γνωστοποιεί τά πιο πρώιμα μέτρα που πήρε η ανθρωπότητα για ν’ αποτινάξει τόν βραχνά που έβαλε ο μύθος στα στήθη της. Μάς δείχνει με τή μορφή τού χαζού, πώς η ανθρωπότητα «κάνει τή χαζή» απέναντι στον μύθο, μάς δείχνει με τή μορφή τού μικρού αδελφού, πώς μεγαλώνουν οι ευκαιρίες της εάν απομακρυνθεί από τόν μυθικό προϊστορικό χρόνο, μάς δείχνει στη μορφή αυτού που ξενιτεύεται για να μάθει τί είναι ο φόβος, ότι τά πράγματα που μπροστά τους νιώθουμε φόβο είναι διάφανα, μάς δείχνει στη μορφή τού ευφυούς ήρωα ότι τά ερωτήματα που θέτει ο μύθος είναι αφελή (όπως είναι τό ερώτημα τής σφίγγας), μάς δείχνει με τή μορφή τών ζώων που προστρέχουν για να βοηθήσουν τό παιδί τού παραμυθιού, ότι η φύση μπορεί να δεσμεύεται μεν από τόν μύθο αλλά μπορεί πολύ περισσότερο να επικεντρώνεται στον άνθρωπο. Τό πλέον φρόνιμο, έτσι δίδαξε τό παραμύθι πριν από αιώνες τήν ανθρωπότητα κι έτσι διδάσκει ακόμη και σήμερα τά παιδιά, τό πλέον φρόνιμο είναι ν’ αντιμετωπίσουμε τίς εξουσίες τού μυθικού κόσμου με δόλο και υπεροψία. (Έτσι πολώνει τό παραμύθι τό θάρρος· δηλαδή διαλεκτικά : σε δειλία (μ’ άλλα λόγια σε δόλο) και θράσος). Η απελευθερωτική μαγεία που διαθέτει τό παραμύθι δεν φέρνει τή φύση με μυθικό τρόπο στο παιχνίδι, αλλά είναι ο υπαινιγμός τής συνενοχής της με τόν απελευθερωμένο άνθρωπο. Αυτή τή συνενοχή τήν αισθάνεται ο ώριμος άνθρωπος μόνο κάποιες φορές, δηλαδή στην ευτυχία. Τό παιδί όμως έρχεται να τό προϋπαντήσει αρχικά στο παραμύθι και τό κάνει να νιώθει ευτυχισμένο.

.

.

.

//

   Όλο και πιο σπάνια συναντάμε ανθρώπους που μπορούν να διηγηθούν κάτι με τόν δέοντα τρόπο. Όλο και πιο συχνά απλώνεται αμηχανία στη παρέα όταν αρθρώνεται η επιθυμία για μια ιστορία. Είναι ως να αφαιρέθηκε από μάς μια δυνατότητα που μάς φαινόταν αναπαλλοτρίωτη, τό ασφαλέστερο τών ασφαλών. Δηλαδή η δυνατότητα ν’ ανταλλάσσουμε εμπειρίες.

   Μια αιτία αυτού τού φαινομένου είναι πρόδηλη : η τιμή τής εμπειρίας έπεσε. Και φαίνεται σαν να συνεχίζει να πέφτει απύθμενα. Κάθε βλέμμα στην εφημερίδα αποδεικνύει ότι η εμπειρία έφτασε σε μια νέα κρίση, ότι όχι μόνο η εικόνα τού εξωτερικού κόσμου αλλά κι η εικόνα τού ηθικού κόσμου υπέστησαν μέσα σε μια νύχτα αλλαγές, που κανείς ποτέ δεν θεώρησε δυνατές. Με τόν παγκόσμιο πόλεμο άρχισε να εκδηλώνεται μια διαδικασία που από τότε δεν σταμάτησε. Δεν πρόσεξε κανείς στο τέλος τού πολέμου ότι οι άνθρωποι έρχονταν βουβοί απ’ τό πεδίο τής μάχης ; Όχι πιο πλούσιοι – πιο φτωχοί σ’ ανακοινώσιμη εμπειρία. Ό,τι πλημμύρισε κατόπιν, δέκα χρόνια αργότερα, τόν ποταμό τών βιβλίων για τόν πόλεμο ήταν ο,τιδήποτε άλλο εκτός από εμπειρία που πηγαίνει από στόμα σε στόμα.

//

   Μια γενιά που ακόμη πήγαινε σχολείο με τή δημόσια άμαξα, στάθηκε κάτω από τόν ανοιχτό ουρανό, σ’ ένα τοπίο όπου τίποτα άλλο δεν παρέμεινε αμετάβλητο παρά τά σύννεφα, και κάτω απ’ αυτά σ’ ένα δυναμικό πεδίο καταστροφικών ρευμάτων κι εκρήξεων, τό μικρούλι, σαθρό ανθρώπινο σώμα.

//

   Τό πρωιμότερο δείγμα μιας εξελικτικής διαδικασίας, που στο πέρας της βρίσκεται η πτώση τής διήγησης, είναι η εμφάνιση τού μυθιστορήματος στην αρχή τών νέων χρόνων. Ό,τι χωρίζει τό μυθιστόρημα από τό διήγημα (και με μια ειδικότερη έννοια από τό έπος) είναι η ουσιαστική εξάρτησή του από τό βιβλίο. Η εξάπλωση τού μυθιστορήματος καθίσταται δυνατή μόνο με τήν επινόηση τής τέχνης τού τυπογράφου.

//

   Ο μυθιστοριογράφος έχει απομονωθεί. Η γενέθλια κάμαρα τού μυθιστορήματος είναι τό υποκείμενο στη μοναξιά του, τό οποίο δεν δύναται να εκφράσει παραδειγματικά τά σπουδαιότερα ενδιαφέροντά του, τό ίδιο είναι αμήχανο και δεν μπορεί να δώσει καμιά συμβουλή. Να γράφεις ένα μυθιστόρημα σημαίνει να ωθείς στα άκρα τό ασύμμετρο στην έκθεση τής ανθρώπινης ζωής. Εν μέσω τής πληθώρας τής ζωής και μέσα από τήν έκθεση αυτής τής πληθώρας τό μυθιστόρημα αναγγέλλει τή βαθιά αμηχανία τού ζώντος. Τό πρώτο μεγάλο βιβλίο τού είδους, ο «Δον Κιχώτης», μάς διδάσκει κατευθείαν ότι τό ψυχικό μεγαλείο, η γενναιότητα, η ετοιμότητα για βοήθεια (στοιχεία ενός από τούς ευγενέστερους – αυτού ακριβώς τού Δον Κιχώτη) έχουν εγκαταλείψει κάθε ελπίδα ότι θα δώσουν συμβουλή, κάθε ελπίδα ότι θα βρεις μέσα τους τήν ελάχιστη σπίθα σοφίας.

//

   Πρέπει κανείς να στοχαστεί τή μετατροπή τών επικών μορφών επιτελεσμένη με ρυθμούς οι οποίοι μπορούν ν’ αντιπαραβληθούν μ’ εκείνους τούς ρυθμούς τής μεταβολής που υπέστη η επιφάνεια τής γης στο πέρασμα τών χιλιετιών. Σπάνια μορφές ανθρώπινης ανακοίνωσης έχουν διαμορφωθεί τόσο αργά, έχουν χαθεί τόσο αργά. Τό μυθιστόρημα, που οι απαρχές του ανάγονται στην αρχαιότητα, χρειάστηκε εκατομμύρια χρόνια πριν να προσκρούσει, μέσα σε μια αναπτυσσόμενη αστική τάξη, στα στοιχεία εκείνα που υπήρξαν πρόσφορα για τήν άνθισή του.

//

   Ο Villemessant, ιδρυτής τής «Figaro», χαρακτήρισε τήν ουσία τής πληροφορίας σε μια διάσημη συνταγή : «Για τούς αναγνώστες μου», συνήθιζε να λέει, «είναι σημαντικότερη μια πυρκαγιά σε κάποια στέγη τού Quartier Latin από μια επανάσταση στη Μαδρίτη». Αυτό ξεκαθαρίζει μεμιάς ότι τώρα εισακούεται προθυμότατα, όχι πλέον η εμπειρική γνώση που έρχεται από μακριά, αλλά η πληροφορία που προμηθεύει ένα έρεισμα για τό εγγύτατο. Η εμπειρική γνώση που ερχόταν από τήν ξένη – είτε τή χωρική τών ξένων τόπων είτε τή χρονική τής παράδοσης – διέθετε μια αυθεντία που τής χορηγούσε κύρος κι εκεί ακόμη όπου αυτή δεν προσαγόταν στον έλεγχο. Η πληροφορία όμως αξιώνει τή γρήγορη και ακριβή επαληθευσιμότητα. Εδώ προέχει τ’ ότι η πληροφορία εμφανίζεται ως «καθ’ αυτή και δι’ εαυτή κατανοητή». Συχνά δεν είναι ακριβέστερη απ’ ό,τι υπήρξε η εμπειρική γνώση τών προηγούμενων αιώνων. Όμως ενώ αυτή η τελευταία αρεσκόταν να δανείζεται από τό θαύμα, είναι απαραίτητο στην πληροφορία να ηχεί εύλογα. Έτσι αυτή αποδεικνύεται ασυμβίβαστη με τό πνεύμα τής διήγησης. Αν η τέχνη τής διήγησης έχει γίνει σπάνια, τότε μετέχει αποφασιστικά σ’ αυτό τό γεγονός η διάδοση τής πληροφορίας.

   Κάθε πρωινό μάς πληροφορεί για τά νεότερα τής γήινης σφαίρας. Κι εντούτοις είμαστε φτωχοί σε θαυμαστές ιστορίες. Αυτό συμβαίνει επειδή κανένα γεγονός δεν φτάνει πλέον σε μάς, που να μην έχει αναμειχθεί ήδη με εξηγήσεις. Με άλλα λόγια : σχεδόν τίποτα πλέον απ’ ό,τι συμβαίνει δεν αποβαίνει σε όφελος τής διήγησης, σχεδόν όλα ωφελούν τήν πληροφορία. Στην πραγματικότητα η μισή τέχνη τής διήγησης συνίσταται στο να κρατά κανείς μια ιστορία ελεύθερη από εξηγήσεις, ενώ τήν αναπαράγει.

//

   Ο πρώτος αφηγητής τών Ελλήνων ήταν ο Ηρόδοτος. Στο δέκατο τέταρτο κεφάλαιο τού τρίτου βιβλίου τών «Ιστοριών» του βρίσκεται μια ιστορία από τήν οποία μπορούμε να διδαχτούμε πολλά. Πραγματεύεται για τόν Ψαμμήνιτο. Όταν ο βασιλιάς τών Αιγυπτίων Ψαμμήνιτος ηττήθηκε και αιχμαλωτίστηκε από τόν βασιλιά τών Περσών Καμβύση, επεδίωξε ο Καμβύσης να ταπεινώσει τόν αιχμάλωτο. Έδωσε διαταγή να τοποθετήσουν τόν Ψαμμήνιτο στο δρόμο που θα διέσχιζε η θριαμβευτική πομπή τών Περσών. Και στη συνέχεια τά διευθέτησε έτσι, ώστε ο αιχμάλωτος να δει τήν κόρη του να περνά ως θεραπαινίδα, που πήγαινε με τή στάμνα στο πηγάδι. Καθώς όλοι οι Αιγύπτιοι θρηνούσαν κι οδύρονταν γι’ αυτό τό θέαμα, στεκόταν μόνο ο Ψαμμήνιτος άφωνος κι ακίνητος, τά μάτια καρφωμένα στη γη· κι όταν αμέσως μετά είδε τόν γιο του που φερόταν στην πομπή για εκτέλεση, αυτός παρέμεινε όμοια ακίνητος. Όταν όμως κατόπιν αναγνώρισε στις γραμμές τών αιχμαλώτων έναν από τούς υπηρέτες του, ένα γέρο, εξαθλιωμένο άντρα, τότε χτυπούσε με τίς γροθιές τό κεφάλι του κι έδειχνε όλα τά σημάδια τής πιο βαθιάς θλίψης. Απ’ αυτή τήν ιστορία μπορεί να δει κανείς, πώς έχει τό πράγμα με τήν αληθινή διήγηση. Η αξία τής πληροφορίας δεν επιβιώνει πέρα απ’ τή στιγμή που αυτή υπήρξε νέα. Ζει μόνο σ’ αυτή τή στιγμή, είναι αναγκασμένη να τής παραδοθεί εντελώς και, χωρίς να χάνει χρόνο, ορίζεται μέσα σ’ αυτήν. Διαφορετικά η διήγηση : δεν σπαταλά τόν εαυτό της. Διατηρεί συγκεντρωμένη τή δύναμή της και μετά πολύ χρόνο είναι ακόμη ικανή γι’ ανάπτυξη. Έτσι επανήλθε ο Montaigne σ’ αυτόν τόν Αιγύπτιο βασιλιά κι αναρωτήθηκε : «Γιατί αυτός θρηνεί μόνο στη θέα τού υπηρέτη ; » Ο Montaigne απαντά : «Αφού ξεχείλιζε ήδη από θλίψη, χρειαζόταν μόνο η ελάχιστη επαύξηση και κατέρρευσαν τά προχώματά της». Αυτά για τόν Montaigne. Θα ήταν δυνατό όμως να πει επίσης κανείς : «Τόν βασιλιά δεν τόν συγκινεί η μοίρα τών βασιλοπαίδων, γιατί είναι η δική του». Ή : «στη σκηνή μάς συγκινούν πολλά που δεν μάς συγκινούν στη ζωή. Αυτός ο υπηρέτης είναι για τόν βασιλιά μόνο ένας ηθοποιός». Ή : «ο μεγάλος πόνος στοιβάζεται και ξεσπά μόνο με τή χαλάρωση. Η θέα αυτού τού υπηρέτη ήταν η χαλάρωση». Ο Ηρόδοτος δεν εξηγεί τίποτα. Η εξιστόρησή του είναι η πλέον ξερή. Γι’ αυτό κι αυτή η ιστορία από τήν αρχαία Αίγυπτο είναι πάντα σε θέση να προκαλεί τόν θαυμασμό και τόν στοχασμό.

//

   Ο σημερινός άνθρωπος δεν επεξεργάζεται πλέον ό,τι δεν δύναται να συντομευθεί. Πράγματι κατόρθωσε να συντομεύσει και τήν ίδια τή διήγηση. Βιώσαμε τό γίγνεσθαι τού short story, που διαφεύγει από τήν προφορική παράδοση και δεν επιτρέπει πλέον εκείνη τήν αργή αλληλοεπικάλυψη λεπτών και διαφανών στρώσεων, που δίνει τήν πιο επιτυχημένη εικόνα τού τρόπου, με τόν οποίο έρχεται στο φως η τέλεια διήγηση από τή διαστρωμάτωση πολλαπλών μεταδιηγήσεων.

//

   Ο Valéry // [λέει] : «Είναι σχεδόν, σαν να συμπίπτει η φθορά τής σκέψης τής αιωνιότητας με τήν αυξανόμενη αποστροφή για μακρόχρονη εργασία». Η σκέψη τής αιωνιότητας είχε ανέκαθεν τή δυνατότερη πηγή της στον θάνατο. Όταν αυτή η σκέψη φθίνει, τότε συμπεραίνουμε ότι και τό πρόσωπο τού θανάτου έχει μεταλλαχτεί. Αποδεικνύεται ότι αυτή η μεταβολή είναι η ίδια που περιόρισε σε τέτοιο βαθμό τή δυνατότητα να ανακοινωθεί μια εμπειρία, ώστε η τέχνη τής διήγησης έφτασε στο τέλος της. Εδώ και αρκετούς αιώνες μπορούμε να παρακολουθήσουμε τίς απώλειες που υφίσταται στην κοινή συνείδηση η σκέψη τού θανάτου σε σχέση με τήν πανταχού της παρουσία και τήν εικονιστική της δύναμη. Η διαδικασία αυτή στα τελευταία στάδιά της επιταχύνεται. Και στη διάρκεια τού δέκατου ένατου αιώνα η αστική κοινωνία πραγμάτωσε με υγειονομικά και κοινωνικά, ιδιωτικά και δημόσια μέτρα ένα δευτερεύον αποτέλεσμα, που υπήρξε ίσως και ο υποσυνείδητος πρωταρχικός της σκοπός : να χορηγήσει στους ανθρώπους τή δυνατότητα να ξεφύγουν από τό θέαμα τών ετοιμοθάνατων. Τό να πεθαίνει κανείς ήταν κάποτε ένα δημόσιο γεγονός στη ζωή τού μεμονωμένου ατόμου και ύψιστα παραδειγματικό (σκέφτεται κανείς τίς εικόνες τού μεσαίωνα, όπου η επιθανάτια κλίνη έχει μεταμορφωθεί σ’ έναν θρόνο, προς τόν οποίο κατευθύνεται συνωστιζόμενος ο λαός μέσα από τίς διάπλατα ανοιγμένες θύρες τού σπιτιού). Στη διάρκεια τών νέων χρόνων τό θνήσκειν εκτοπίζεται όλο και περισσότερο από τόν αντιληπτικό κόσμο τών ζωντανών.

//

   Κάποτε δεν υπήρχε κανένα σπίτι, ίσως και κανένα δωμάτιο, που να μην είχε πεθάνει τουλάχιστον μια φορά κάποιος. (Ο μεσαίωνας αισθάνθηκε και χωρικά ό,τι επισημαίνει σαν χρονικό αίσθημα εκείνη η επιγραφή σ’ ένα ηλιακό ρολόι τής Ίμπιζας: Ultima multis). Σήμερα οι αστοί είναι αποστειρωμένοι κάτοικοι τής αιωνιότητας μέσα σε χώρους που παρέμειναν καθαροί απ’ τόν θάνατο, και οι κληρονόμοι θα τούς στοιβάξουν, όταν θα φτάσει τό τέλος τους, σε σανατόρια ή νοσοκομεία. Είναι όμως αλήθεια ότι, όχι μόνο η γνώση ή η σοφία τού ανθρώπου αλλά πρώτιστα η βιωμένη ζωή του – κι αυτή είναι τό υλικό απ’ όπου γίνονται οι ιστορίες –, παίρνει μεταδόσιμη μορφή στον ετοιμοθάνατο. Όπως ακριβώς, όταν φεύγει η ζωή, τίθενται σε κίνηση μια σειρά από εικόνες στο εσωτερικό τού ανθρώπου – εικόνες διαμορφωμένες από τίς απόψεις τού δικού του προσώπου, και που ανάμεσά τους, χωρίς να τό συνειδητοποιεί, συνάντησε τόν ίδιο τόν εαυτό του –, έτσι πληρούται αίφνης τό ύφος και τό βλέμμα του από τό αλησμόνητο, και μεταδίδει σ’ όλα όσα τόν αφορούν, τήν αυθεντία εκείνη, που στον θάνατο κατέχει ακόμα κι εκείνος που υπήρξε ο πιο κακομοίρης για τούς ζωντανούς τριγύρω του. Στην πρωταρχή τού αντικειμένου τής διήγησης υπάρχει αυτή η αυθεντία.

//

   Ο ιστορικός υποχρεούται να εξηγήσει τά συμβάντα που πραγματεύεται με τόν ένα ή τόν άλλο τρόπο – σε καμία περίπτωση δεν μπορεί ν’ αρκεστεί στο να τά δείξει απλώς σαν υποδειγματικά τμήματα τού κοσμικού γίγνεσθαι. Όμως αυτό ακριβώς κάνει ο χρονικογράφος, και ιδιαίτερα εμφαντικά τό κάνει ο χρονικογράφος στους κλασσικούς του εκπροσώπους : τούς χρονικογράφους τού μεσαίωνα – που υπήρξαν οι πρόδρομοι τών νεότερων ιστοριογράφων. Ενώ εκείνοι θεμελίωσαν τή διήγηση τής ιστορίας τους στο θεϊκό σχέδιο τής λύτρωσης, που ήταν κάτι ανεξερεύνητο, αποτίναξαν εκ τών προτέρων από πάνω τους τό φορτίο μιας εξήγησης που όφειλε ν’ αποδειχθεί. Στη θέση της έρχεται η ερμηνεία, που δεν έχει να κάνει με μια επακριβή αλυσιδωτή έκθεση καθορισμένων γεγονότων, αλλά με τόν τρόπο ένταξής τους στο μεγάλο κοσμικό γίγνεσθαι. Αν τό κοσμικό γίγνεσθαι εξαρτάται από τήν ιστορία τής λύτρωσης ή είναι φαινόμενο φυσικό, αυτό δεν συνιστά καμία διαφορά. Στον αφηγητή διατηρήθηκε ο χρονικογράφος με μια μεταλλαγμένη, τρόπον τινά εκκοσμικευμένη, μορφή.

//

   Τό «νόημα τής ζωής» είναι τό μέσο, γύρω απ’ τό οποίο κινείται τό μυθιστόρημα. Τό ερώτημα γι’ αυτό δεν είναι όμως τίποτα άλλο παρά η αρχική έκφραση τής αμηχανίας, με τήν οποία ο αναγνώστης τού μυθιστορήματος βλέπει τόν εαυτό του να έχει τοποθετηθεί μέσα σ’ αυτήν ακριβώς τή γραπτή ζωή. Εδώ «νόημα τής ζωής» – εκεί «ηθική τής ιστορίας» : μ’ αυτές τίς συνθηματικές λέξεις αντιπαρατάσσονται μυθιστόρημα και διήγημα τό ένα προς τό άλλο και απ’ αυτές τίς λέξεις μπορούμε να διαβάσουμε τόν τελείως διαφορετικό ιστορικό δείκτη τής κοινωνικής τάξης αυτών τών μορφών τέχνης. Αν τό πιο πρώιμο τέλειο υπόδειγμα μυθιστορήματος είναι ο «Δόν Κιχώτης», τότε είναι ίσως η «Αισθηματική αγωγή» τό υστερότατο.

//

   Στα τελευταία λόγια αυτού τού μυθιστορήματος κατακάθεται τό νόημα, που συνάντησε τήν αστική εποχή στις πράξεις της τήν περίοδο τής παρακμής της, σαν κατακάθι στο κύπελλο τής ζωής. Ο Φρεντερίκ κι ο Ντελωριέ, οι δυο φίλοι, θυμούνται τή φιλία τής νιότης τους. Κι εδώ υπάρχει μια μικρή ιστορία : πώς παρουσιάστηκαν κι οι δυο μια μέρα έντρομοι και στα κρυφά στον οίκο ανοχής τής πατρικής τους πόλης, δίχως να κάνουν τίποτα άλλο παρά να προσφέρουν στην πάτρωνα μια ανθοδέσμη που είχαν μαζέψει από τόν κήπο τους. Γι’ αυτήν τήν ιστορία μιλούσαν ακόμη τρία χρόνια αργότερα. Και τώρα τή διηγήθηκαν διεξοδικά ο καθένας συμπληρώνοντας τίς αναμνήσεις τού άλλου. «Αυτό ήταν ίσως», είπε ο Φρεντερίκ όταν τελείωσαν, «ό,τι πιο ωραίο στη ζωή μας». «Ναι, μπορεί να ’χεις δίκιο», είπε ο Ντελωριέ, «αυτό ήταν ίσως ό,τι πιο ωραίο στη ζωή μας». Με τέτοιες αναμνήσεις βρίσκεται τό μυθιστόρημα στο τέλος, που με μια στενή έννοια προσιδιάζει σ’ αυτό περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη διήγηση. Πράγματι δεν υπάρχει καμιά διήγηση που η ερώτηση : Τι έγινε παρακάτω; θα έχανε τά δικαιώματά της. Απεναντίας, τό μυθιστόρημα δεν μπορεί να ελπίζει ότι θα κάνει τό παραμικρό βήμα πέρα από εκείνο τό όριο, στο οποίο προσκαλεί τόν αναγνώστη να φέρει στη μνήμη του με τήν προαίσθηση τό νόημα τής ζωής γράφοντας κάτω απ’ τίς σελίδες ένα «Finis».

//

   Αυτό που έλκει τόν αναγνώστη στο μυθιστόρημα είναι η ελπίδα να ζεστάνει τήν παγωμένη ζωή του σ’ έναν θάνατο, για τόν οποίο διαβάζει.

.

   διαβάζετε ολόκληρο τό δοκίμιο στο περιοδικό «λεβιάθαν»

.

.

   κι ένα βιογραφικό σημείωμα τού βάλτερ μπένγιαμιν όπως τό ’γραψε σε κάποια φάση τής ζωής του ο ίδιος :

   Curriculum Vitae τού διδάκτορα Walter Benjamin

   Γεννήθηκα στις 15 Ιουλίου 1892 στο Βερολίνο, γιος τού εμπόρου Emil Benjamin. Παρακολούθησα τά μαθήματα ενός ουμανιστικού ανθρωπιστικού γυμνασίου απ’ όπου απεφοίτησα τό έτος 1912. Σπούδασα φιλοσοφία στα πανεπιστήμια τού Φράιμπουργκ στη Βάδη, τού Μονάχου και τού Βερολίνου, και παράλληλα γερμανική φιλολογία, λογοτεχνία και ψυχολογία. Τό έτος 1917 μέ οδήγησε στην Ελβετία, όπου συνέχισα τίς σπουδές μου στο Πανεπιστήμιο τής Βέρνης.

 

 

   απόδοση στα ελληνικά ουρανίας νταρλαντάνη

.

.

.

.

.

τό σχέδιο στην κορυφή : απαγορευμένο πουλί, σκίτσο που ο μπένγιαμιν έκανε πειραματιζόμενος για ζωγραφική υπό τήν επήρεια μαριχουάνας (κάπου μεταξύ 1927 και 1934) από τό walter benjamin gesammelte schriften, τόμος 6, suhrkamp verlag 1985, σελ. 617 (από εδώ) | σχετικά διαβάζετε και παλιότερο ποστ εδώ | οι φωτογραφίες τών χειρογράφων είναι από εδώ εδώ και εδώ | κι εδώ διαβάζετε μια ποιητική παραλλαγή τού τμήματος τού κειμένου που περιέχει τή φράση ultima multis – the last day for many, από τόν στέφανο στεφανίδη

.

.

.

.

.

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: