σημειωματαριο κηπων

Νοέμβριος 1, 2014

γυναικεία γλωσσικά : η παρθενογένεση τών μουστακιών και μιας σ@χλαμάρας

 

 

 

 

σκοπεύω να θίξω σήμερα δύο ζητήματα : α) ότι η γυναίκα δεν ισούται με τό μηδέν, και, β) ότι γυναίκα δεν είναι κάποια που τής λείπει κάτι : δεν είναι κάποιος που τού λείπει κάτι

με αφορμή μάλιστα τίς δυο τελευταίες προτάσεις (που συνήθως γράφονται συνοπτικά : κάποιος/κάποια – τό αρσενικό πάντως πρώτο) θα μιλήσω εδώ, στην εισαγωγή, και για τό θέμα αυτής τής φεμινιστικής σαχλαμπούχλας αντί δηλαδή να μιλάμε κανονικά και να παραθέτουμε έστω και τίς δύο εκδοχές (ακόμα βέβαια αργούμε να φτάσουμε στο επίπεδο κάποιων αμερικανών (μόνο σε αμερικανούς τό έχω μέχρι τώρα δει) που βάζουνε μόνο τό θηλυκό (για να τή σπάσουνε σε κείνους που μέχρι τώρα βάζανε μόνο τό αρσενικό)) τό θέμα λοιπόν τής φεμινιστικής αυτής επιπολαιότητας (που δυστυχώς τήν έχει υιοθετήσει και ένα συμπαθέστατο βλογ) αντί να γράφουνε ας πούμε κάποιος και κάποια να γράφουνε κάποι@ : πιθανώς θεωρείται ότι είναι σύντομο και εξόχως ιντερνετικό (εκτός από εξόχως φεμινιστικό) : έχω λοιπόν κι εγώ τήν αφελή (και εξόχως φεμινιστική επίσης) απορία, τουτέστιν : και τότε πώς στον γαμημένο διάβολο τό λέμε ;

ή μήπως δεν τό λέμε ; ή μήπως έχουμε πια τήν εντύπωση ότι τώρα μόνο γράφουμε και πια δεν μιλάμε ; διότι τότε, πρέπει να πω, ότι έχουμε προχωρήσει πια πάρα πολύ, από τήν κοινωνία τού θεάματος δηλαδή στην κοινωνία τού ψευτογραψίματος (για να συμπληρώσω κι εγώ τόν θείο γκυ) : καθότι τό πραγματικό γράψιμο λαμβάνει πάντοτε υπόψη του (αυτό τό έχει αναπτύξει και ο γιώργος κοροπούλης στις πολύ ωραίες εκπομπές του στο τρίτο, δεν θυμάμαι σε ποια, ακούστε τις όλες αν δεν τίς έχετε ακούσει) τό πραγματικό γράψιμο λοιπόν συμπεριλαμβάνει και τόν ήχο τού γραφτού (για να μην πούμε ότι ο πραγματικός ποιητής (εδώ συμπεριλαμβάνονται βέβαια και οι πεζογράφοι – οι πολύ καλοί όμως) δεν μπορεί να γράψει αν δεν ψιθυρίσει έστω αυτά που γράφει – πάντως αν δεν τά ακούσει και δεν τά πει –) : και εν ολίγοις δεν υπάρχει γραπτός λόγος χωρίς τόν προφορικό (καταντήσαμε να λέμε και γνωστά πράγματα)

λοιπόν εμένα μέ θλίβει η προχειρότητα η έλλειψη σκέψης και ο τσαπατσουλισμός στα κατά τή γνώμη μου σημαντικά – τό ’χω πει τόσο για τήν κακή κατά τή γνώμη μου εφαρμογή τού μονοτονικού, και τό λέω ξανά τώρα με τήν ευκαιρία αυτού τού @ , για αυτές τίς άσκεφτες εφαρμογές τού φεμινισμού – τό περίεργο είναι ότι και στις δύο περιπτώσεις ακούω δικαιολογίες (ρητές ή υπόρρητες) για τό ότι και στις δύο αυτές εφαρμογές κυριότερος λόγος είναι τό να γλυτώσουμε κόπο ή να πετύχουμε συντομία : ας πω για τή «συντομία» λοιπόν ότι αυτή η περίφημη έννοια τής βιασύνης αποτελεί τό αντίστοιχο τής οικονομικής εκμετάλλευσης στο πεδίο τής σκέψης : όταν «συντομεύουμε» τή σκέψη μας τήν καθιστούμε ευθέως εμπόρευμα – και με τήν ίδια ακριβώς λογική η μεγάλη λογοτεχνία – ο προυστ παραδείγματος χάρη – θα έπρεπε να συμπτυχθεί, αντί για κείνους τούς ανοικονόμητους τόμους, σε μία πρόταση : ό,τι θυμάμαι χαίρομαι.

και νά που με τό τρίτο πια ξεμπέρδεψα, και ήδη τό τακτοποίησα (ήταν και τό πιο εύκολο αυτό, πάει τέλειωσε)

 

 

ξεκινάω λοιπόν τώρα από τό δεύτερο, και μετά θα πάω, εννοείται, και στο πρώτο : όταν οι άντρες επομένως δηλώνουν (τό δηλώνουν παντού και πάντοτε, τόσο που δεν χρειάζεται καν ν’ αναφέρω παραδείγματα) ότι μια γυναίκα γίνεται άντρας διά τής προσθήκης πάνω της κάποιου πράγματος δεν κάνουν τίποτα παραπάνω από τό να υποκύπτουν στον υπόγειο εκείνο μισογυνισμό που λέγαμε – για τόν απλούστατο καταρχάς λόγο ότι δεν δείχνουν ποτέ να πιστεύουν, εξίσου και αντιστοίχως, πως κι ένας άντρας μετατρέπεται σε γυναίκα διά τής προσθήκης πάνω του κάποιου πράγματος : όχι, ο άντρας αν γίνει γυναίκα υφίσταται πάντα μια τομή εγχείρηση ή αφαίρεση – όμως, δεν θεωρούν ποτέ ότι μπορεί κι η γυναίκα, αν είναι να γίνει άντρας, να υφίσταται μια αφαίρεση επίσης : γιατί, αν τό θεωρούσανε, τότε αντί να τής βάζουνε μουστάκια (τό λένε και οι πιο καλοπροαίρετοι όπως ο σαραντάκος) θα έπρεπε να πάρουν μια εικόνα από κάτι τουλάχιστον πιο συνηθισμένο αντρικό – να τήν κάνουνε ας πούμε καραφλή, να τής προσθέσουνε τουτέστιν φαλάκρα : όμως, αυτό είναι τό ζήτημα : φαίνεται ότι οι άντρες απεχθάνονται τό γεγονός να σκεφτούν τήν ύπαρξή τους ως μια φύση που κάτι τής λείπει (ακόμα κι αν πρόκειται για τρίχες και μαλλιά) – και να παραδεχτούν έστω και για αστεία επομένως ότι αν κάποιος πρόκειται να μετέχει τής φύσης τους, θα τού αφαιρεθεί κάτι – και κάτι θα χάσει

τό συγκεκριμένο πρόβλημα βέβαια φαίνεται να έχει πολύ βαθιές ρίζες (υποστηρίζω τώρα εγώ) και γι’ αυτό και δεν πρόκειται να τό αναπτύξω εδώ εις μάκρος – αν ήτανε να τό πω όμως περιληπτικά (κείνη η συντομία που λέγαμε) θα έλεγα ότι οι άντρες δεν γίνεται ποτέ να συχωρέσουν τόν εαυτό τους που τό σώμα τους δεν μοιάζει με τής γυναίκας – που δεν τούς έχει χαρίσει τό προνόμιο δηλαδή να διαθέτει τήν φοβερή εκείνη ανωτερότητα και δυνατότητα μυστικότητας αυτάρκειας και απόκρυψης που, αυτονόητα και χωρίς κόπο, διαθέτουν οι γυναίκες : κάποιοι άντρες βέβαια στην πορεία τής ιστορίας μας επί τού πλανήτη είχαν και λίγο μυαλό, και έτσι τό ηρακλείτειο εκείνο (όλοι σέβονται τόν ηράκλειτο, αλλά, παρ’ όλ αυτά, εξακολουθούν να τόν θεωρούνε σκοτεινό) τό όντως περίεργο εκείνο φύση κρύπτεσθαι φιλεί να θεωρείται εν γένει σοφό και σωστό – φτάνει να αποσιωπούν, κι από τόν ίδιο τόν εαυτό τους, τό γεγονός πως είναι αυτό ακριβώς που τούς εμφανίζει τότε σαν τό είδος που υστερεί – σαν τό είδος που η φύση θεωρεί εκ φύσεως ατελές ή δευτερεύον – όχι δηλαδή απολύτως χαρακτηριστικό τού εαυτού της – τής εαυτής της : και η ζήλεια για τό μουνί (αυτό που ο φρόϋντ, σε μια από τίς πιο άδοξες και δειλές στιγμές του, διέστρεψε και γύρισε τούμπα (αλλά με πόση διαφάνεια) επιστρέφοντάς το στις γυναίκες ως ζήλεια για τόν πούτσο) είναι η μία όψη τής ανασφάλειας που αισθάνεται ο μειονεκτών σε κάτι – ο στερημένος κατά τι : έτσι όμως κυρίως προδίδεται η μνησικακία τού άντρα για τίς γυναίκες : από τό γεγονός ότι (ξέρει από τήν αρχή – από παιδί – πως) επειδή τό σώμα του είναι πολύ φανερό, και δεν μπορεί να κρυφτεί, ακριβώς γι’ αυτό, επειδή κάτι δηλαδή τού κρέμεται και εξέχει πολύ, κάτι τού λείπει : είναι δηλαδή αδύναμος και ευάλωτος εφόσον δεν διαθέτει μ’ άλλα λόγια τή δύναμη τής θέλησής του, με τήν έννοια ότι δεν έχει τή δύναμη να εμφανίζει εκείνος όποτε θελήσει τόν (πραγματικό και κρυφό και μυστικό του) εαυτό : τόν ερωτικό του εαυτό : αντίθετα εκτίθεται μόνιμα, είτε έχει επιθυμία, είτε δεν έχει : διότι εάν μεν έχει επιθυμία τρομάζει με τήν ιδέα ότι μετράνε τό μήκος τής επιθυμίας του (οι άλλοι, οι γυναίκες, συγκρίνουν τό μήκος με άλλα μήκη) κι αν δεν έχει επιθυμία, πάλι τρομάζει με τήν τόσο ορατή έλλειψη επιθυμίας που τόν καταδικάζει να εμφανίζεται ως μικρός : αυτά φυσικά δεν θα αποτελούσαν (εγώ είμαι σίγουρη) κανενός είδους ελάττωμα στον παράδεισο, όπου η εύα (ας τήν πούμε έτσι, η εύα η λίλιθ ήρα ίσιδα αστάρτη αφροδίτη) ήταν ελεύθερη, δεν τίθενταν δηλαδή θέμα εξουσίας – και τά πάντα ήταν απλώς καθαρός και αθώος έρωτας : όταν όμως προέκυψε μέσω τού δηλητηριώδους φιδιού η επιθυμία ανισότητας τότε πρέπει να προέκυψε ακριβώς και η γνώση ότι ο εξουσιαστής ήτανε φύσει (από τόν θεό του ! ) κατώτερος : υποκείμενος δηλαδή σε διαρκή κριτική : κι έτσι ξεκίνησε (λέω τώρα εγώ) τό λαμπρό αυτό φαινόμενο τού μισογυνισμού που μάς πλήττει ακάθεκτος ώς τά σήμερα, και γι’ αυτό και τό μίσος εναντίον τών γυναικών αποτελεί (κι ας μη γίνεται ακόμα, τό ξέρω, ευρέως (ή καθόλου) αποδεκτό) τήν πρωταρχική στιγμή, τό αρχέτυπο δηλαδή (τήν πηγή και τό πρότυπο) κάθε ρατσισμού – και τονίζω : όχι μόνο επειδή είναι ο πρώτος χρονικά ρατσισμός στην ιστορία, ούτε μόνο γιατί ασκείται οριζοντίως από όλους τούς άντρες, όλων δηλαδή τών χρωμάτων τάξεων και φυλών – αλλά κυρίως επειδή είναι ο πιο βαθιά θαμμένος – και ο πιο νομοτελειακά άναρθρος ( : αυτή η ρίζα τού μισογυνισμού όπως τήν αναφέρω ας πούμε, αν ειπωθεί σε μια τυχαία παρέα αντρών θα αντιμετωπιστεί με τήν πιο βίαιη και ακόμα και κανιβαλική κοροϊδία – δηλαδή απώθηση – και συγχρόνως και υπογείως θα επικαλεστεί ακόμα και οίκτο – δοκιμάστε το). (Και τό λέω εγώ, δηλαδή εγώ μπορώ να τό λέω, επειδή θεωρώ εξαρχής τή συζήτηση περί τής αξίας ή απαξίας τού μεγέθους ηλίθια, δεδομένου ότι θεωρώ εξαρχής ότι μεγάλο μέγεθος και μικρό μέγεθος ψυχολογικών ή ηθικών παραμέτρων (τής επιθυμίας ή τού ερωτισμού ας πούμε) δεν μετριέται με τό υποδεκάμετρο – όπως δεν μετριέται η δύναμη και η αποτελεσματικότητα ενός θανάσιμου όπλου με τό μήκος του, γιατί τότε θα ήταν στον αιώνα τόν άπαντα θανασιμότερο όπλο τό μακρύ δόρυ από τό κοντό magnum)

όμως, επειδή όλ’ αυτά δεν (πρέπει να) λέγονται ούτε (να) υπάρχουν, ο άντρας όταν «γίνεται γυναίκα» δεν «προσθέτει μουνί» αλλά «κόβει πέος» – λες και η γυναίκα είναι ακριβώς ευνούχα – όπερ και έδει ακριβώς δείξαι ( : τό ότι στην παράδοση τών μέχρι σήμερα μονοθεϊστών διασώζεται δυστυχώς η προσπάθεια και η πρακτική να τήν ευνουχίζουν και εμπράκτως, δεν αφαιρεί αλλά προσθέτει εγκυρότητα στο επιχείρημα, φαντάζομαι είναι σαφές) : αλλά όλη η προσπάθεια τού πατριαρχικού πολιτισμού είναι κατά βάθος αυτή, να μετατρέψει τό ψέμα σε αλήθεια, να κρύψει τό ελάττωμα και τήν έλλειψη πείθοντας τόν εαυτό του ότι αποτελεί προσόν και προσθήκη : εξού και η αλλοφροσύνη τών αντρών για τό ότι έχουνε αυτό τό πράγμα που είναι διαρκώς εκτεθειμένο, τό μετράνε και τό ξαναμετράνε και πείθουν τόν εαυτό τους ότι είναι και επικίνδυνο όπλο – ο αγώνας είναι να μην ειπωθεί ποτέ ότι τό μεγάλο όπλο είναι αντιθέτως αυτό που όλοι φοβούνται, αυτό στο οποίο ευθέως κιόλας επιτίθενται (όμως απέξω–απέξω κάτι μαύρες φυλές τό παραδέχονται, ότι «αν δεν ευνουχίσουν τίς γυναίκες τους αυτές θα τούς επιτεθούν, θα τούς πλήξουν, ή θα τούς κάνουν (κάποιο μυστηριώδες) κακό (στο κρεβάτι)» : ποτέ δεν προχωράνε παραπέρα να εξηγήσουν τί κακό θα κάνει στο αντρικό μουνί τό γυναικείο μουνί – κι αυτή η αποσιώπηση είναι πιστεύω η πιο εύγλωττη, απ’ όλες τίς αποσιωπήσεις) . Μέσα σ’ αυτή λοιπόν τήν παράδοση τής αντρικής νεύρωσης και τής απώθησης προς τήν αλήθεια τού αρχικού φόβου, η γυναίκα πρέπει να μην διαθέτει ακριβώς τίποτα, γιατί τίποτα πάνω της δεν μετριέται – και εκεί λοιπόν εντάσσεται και η περίφημη μυθολογία τής τρύπας : επειδή οι άντρες φοβούνται ακριβώς αυτό που υπάρχει χωρίς να γίνεται αντικείμενο κριτικής (κανείς δεν ψάχνει μια γυναίκα πόσο τήν έχει μεγάλη) φτάνουν στο σημείο να ευνουχίζουν όλοι (εντάξει, μιλάμε για τήν πλειοψηφία, οι εξαιρέσεις τιμούν τούς ελάχιστους εξαιρετέους) τίς γυναίκες – αν όχι όπως οι αφρικανοί, ή οι ασιάτες, πρακτικά – όμως έναρθρα, ιδεατά, με τή γλώσσα : και αγνοώντας αυτό τό αμέτρητο και μυστικό και παντοδύναμο μουνί πηδάνε κατευθείαν στον κόλπο – και ποιητικότατα (η ποίηση ήταν ανέκαθεν τό στοιχείο τους) τό μετασχηματίζουν σε τρύπα : μ’ άλλα λόγια σε κενό : μ’ άλλα λόγια σε τίποτα.*

 

* τρύπα τό λέει κάπου κι ο σαρτρ (νομίζω σε κάποια του επιστολή στην μπωβουάρ (κάτι ήξερε κι αυτή όταν έλεγε ότι οι γυναίκες ζουν τήν τραγωδία όταν ερωτεύονται άντρες να ερωτεύονται έναν εχθρό)) (παρεμπιπτόντως η ίδια έχει πει και για τόν φροϋδικό «φθόνο τού πέους» πως για κάθε μικρό κοριτσάκι «αυτό τό σωληνάκι που κρέμεται από τ’ αγοράκια μέσα απ’ τό παντελονάκι τους δεν έχει τίποτα τό αξιοζήλευτο, αντιθέτως») αλλά και τρύπες βλέπουν παντού αντί για μουνιά και μερικοί σημερινοί προοδευτικοί μάλιστα άντρες (κι ας συγκαλύπτουν τήν τρύπα ποιητικότατα ως ρουφήχτρα) (τριαρίδης)

επειδή όμως οι εξαιρέσεις είναι η παρηγοριά τού πλανήτη, υπάρχουν (υπήρχαν) και τολμηροί άντρες από παλιά, που δεν έβλεπαν τρύπες (ίσως γιατί δεν ήταν ομοφυλόφιλοι και είχαν ερωτευτεί τίς γυναίκες, ακριβώς επειδή είχαν μουνί, και όχι επειδή δεν είχαν τίποτα)

 

κι έτσι, μ’ αυτό τό τίποτα τώρα, περνάμε πια στο πρώτο μέρος τού θέματος επαρκώς προετοιμασμένοι :

η «παραχώρηση» να δοθεί στη γυναίκα (μεγαλόψυχα) κάτι που δεν έχει ο άντρας γίνεται λοιπόν πλέον πονηρά μόνο μέσω τής τεκνοποιΐας – και αυτό ανήκει χρονικά πιστεύω στην ιστορική περίοδο κατά τήν οποία η γυναίκα ηττάται ως ελεύθερο αυτόνομο και ερωτικό υποκείμενο – δηλαδή σα φύση : είναι όμως επίσης κι η στιγμή τής μεγαλύτερης πονηριάς που επιδεικνύει η «πατριαρχία» ( : γι’ αυτό ακριβώς και τό προηγούμενο καθεστώς εγώ δεν θα τό ’λεγα ποτέ «μητριαρχία» – γιατί εκείνη ήταν μια εποχή κατά τήν οποία η γυναίκα ήταν κατεξοχήν φύση όχι λόγω μητρικής ιδιότητας παρά μόνο λόγω ερωτικής δυναμικής (ωραία βέβαια τά λέει στην Η, αλλά και σε άλλα ο ρεμπώ) – ενώ αντίθετα είναι σαφές ότι ο άντρας έχει εξουσία μόνο από τή στιγμή που υπάρχει οικογένεια, όταν ο ίδιος δηλαδή ασκεί τήν εξουσία τού πατέρα) : είναι όμως και μια πονηριά που αναδεικνύει, αν θες και αντέχεις να δεις, θαυμάσια όλες τίς αντιφάσεις τού ψεύδους που προϋποθέτει : κι έτσι οι θρησκείες (οι μονοθεϊστικές σίγουρα) είναι αναγκασμένες να περιβάλλουν τή δήθεν αγιότητα τής γυναίκας με όλα τά δυνατά παράλογα – στα οποία στηρίζεται κατά κάποιον τρόπο και η όλη αντρική μεταφυσική – με παραλογότερο όλων εκείνη τή επίμονη λυσσαλέα μανία με τήν παρθενία – τήν οποία και εξιδανικεύουν σε βαθμό υστερίας. (Δεν χρειάζεται να μιλήσω εδώ για τό ότι οι άντρες αποσιωπούν μετ’ επιτάσεως τή δική τους παρθενία, σα να ’ναι αυτή η «αρχική» ισότητα τών φύλων στον τομέα τής ερωτικής πράξης κάτι που εξαιρετικά τούς ενοχλεί για να μην πω ότι κυρίως τούς ανησυχεί) ( : καθότι η απειρία προϋποθέτει άτομο χωρίς προηγούμενη γνώση και επομένως ανίκανο να κάνει συγκρίσεις μεγεθών – είναι η μόνη περίπτωση δηλαδή κατά τήν οποία οι γυναίκες στο κρεβάτι είναι σχετικά ακίνδυνες – αν η ίδια εμπειρία μεταφερθεί όμως στους άντρες θα σήμαινε τή νευραλγική εκείνη στιγμή κατά τήν οποία τίθεται υπό αμφισβήτηση η δικιά τους ερωτική συνολική αποτελεσματικότητα, και μάλιστα – εφόσον συνήθως τούς ξεπαρθενεύουν γυναίκες μεγαλύτερης ηλικίας (και πολύ συχνά πουτάνες) μετριέται κιόλας, κρίνεται και ταξινομείται (αυτό τουλάχιστον φοβούνται – δεν φαντάζονται βέβαια ούτε κατά διάνοια ότι μπορεί τό ίδιο να ζουν και οι γυναίκες –). (Ο σταντάλ που η κατανόησή του για τό άλλο φύλο είναι περίπου μοναδική, έχει μια ηρωίδα που για να αποφύγει τήν άχαρη διαδικασία όταν θα πάει με τόν εραστή που τής αρέσει, πληρώνει έναν πλανόδιο να τήν απαλλάξει «από αυτό τό άχρηστο βάρος» – και ο φώκνερ που ακολουθεί, με πολύ πολυπλοκότερους μαιάνδρους βάθους σύνταξης και ανάλυσης, βάζει στη βουή και τό πάθος τόν ερωτευμένο με τήν αδελφή του αδελφό να παραπονιέται εντός του ότι «για κείνην» ο παρθενικός της υμένας δεν ήταν κάτι σπουδαιότερο από μια παρανυχίδα). Εν ολίγοις, ένας άνθρωπος που είναι παρθένος δεν είναι καθόλου ανύπαρκτος – είναι αντιθέτως ένα παιδί, με ένα πολύ πρακτικό πρόβλημα – αυτό τό άχρηστο βιολογικό υπόλοιπο, σαν τίς αμυγδαλές που πρέπει απλώς να τίς βγάλει –

νά που όμως στα ελληνικά (μόνο) είναι σε ευρεία χρήση η λέξη «παρθενογένεση» με νόημα άσχετο εντελώς από τά βιολογικά, αλλά – (κυρίως) και – από τά θρησκευτικά και μεταφυσικά προβλήματα που γεννάει στις θρησκείες τό πρόβλημα τής γέννησης τού θεού τους μόνο από γυναίκα : η λέξη παρθενογένεση στην καθημερινή της χρήση στα ελληνικά δεν έχει καμιά έννοια ιερότητας ή σεβασμού (όσο παράλογος κι αν είναι ο σεβασμός σε μια γυναίκα μόνο εάν γεννήσει χωρίς γαμήσι) : έχει αντίθετα τήν έννοια τού εκ τού μηδενός – για τήν οποία έκφραση οι άλλες γλώσσες (τουλάχιστον απ’ όσο ξέρω οι δυτικοευρωπαϊκές) χρησιμοποιούν τό λατινικό «ex nihilo» : όμως, οι δικοί μας έχουν βρει αυτόν τόν ωραίο τρόπο για να επαναλαμβάνουν και να επιβεβαιώνουν τόν μισογυνισμό τους, περήφανα και απολύτως αθώα (γιατί είναι μια έκφραση που, κι αυτό είναι χαρακτηριστικό, τή χρησιμοποιούν όλοι στην ελλάδα, και άντρες και γυναίκες – με απόλυτη κιόλας αθωότητα) ενώ συγχρόνως επιμένουν να καλύπτουν τά νώτα τους αγνοώντας δήθεν τί λένε.

προσωπικά πρωτοσυνάντησα τήν έκφραση στα γραφτά τής γενιάς τού ’30 όπου – τού σεφέρη πρωτοστατούντος («δεν υπάρχει παρθενογένεση στην τέχνη») – μια παρέα αντρών, μεταξύ μας μάλλον μπούληδων επιπλέον και εξόχως πουριτανών – η αντιπάθειά τους για τόν καβάφη δεν κρύφτηκε ποτέ – μάς έκατσαν και στο σβέρκο ως διανόηση σβήνοντας όποιον δεν τούς ταίριαζε και δημιουργώντας μια παράδοση κριτικού και κοινωνικού ήθους που κρατάει ώς τά σήμερα – φυσικά : ίσως γιατί όντας στη μεγάλη τους πλειοψηφία μηδενικά οι ίδιοι απόφευγαν φαντάζομαι όπως ο διάολος τό λιβάνι τόν όρο εκ τού μηδενός – αλλά μόνο γι’ αυτό ;

η φράση «εκ τού μηδενός» ή ex nihilo έχει μια ιστορία στη φιλοσοφία και προέρχεται από τόν επίκουρο (η ελληνική εκδοχή του – «τίποτα δεν γίνεται από τό τίποτα» είπε ο άνθρωπος) και η λατινική του από τόν λουκρήτιο που μετέφερε τήν περί φύσεως φιλοσοφία τού «δασκάλου του» σε στίχους στα λατινικά, κάνοντας έτσι τό nihil ex nihilo γνωστό και παροιμιώδες (σε όλα τά δυτικοευρωπαϊκά) ( : θα μπορούσαμε βέβαια να τό ’χουμε κάνει κι εμείς παροιμία, και να λέμε «μηδέν εκ τού μηδενός», μια που είμαστε σαν έθνος και αρχαιόπληκτοι : αλλά όχι ! Προκειμένου να βρίσουμε τίς γυναίκες, η αρχαιοπληξία μας έρχεται δεύτερη) : για να παραφράσω κι εγώ ένα άλλο παλιότερο δημοφιλές «κανείς δεν έχασε ποτέ φράγκο στην ελλάδα βρίζοντας και υποτιμώντας γυναίκες». Κι έτσι τούς φαίνεται καθωσπρέπει και μορφωμένο να τσαμπουνάνε κι ένα «δεν υπάρχει παρθενογένεση εδώ» και «δεν υπάρχει παρθενογένεση εκεί» όταν θέλουνε να πούνε ότι τίποτα δεν είναι πρωτότυπο, και δεν μπορεί να είναι, ότι όλα έχουνε προγόνους προκατόχους και προλαλήσαντες και ότι τίποτα δεν προέρχεται από τόν εαυτό του (πολλές φορές δηλαδή για να δικαιολογήσουνε απλώς τό ότι κλέβουν : «όλοι κλέβουνε, όλοι έχουν επηρεαστεί από κάπου, δεν υπάρχει παρθενογένεση στην τέχνη», δηλαδή : τίποτα δεν γίνεται εκ τού μηδενός). Και για να τό κάνω λιανά : τό μηδέν αυτό δεν είναι η παντελής έλλειψη γέννησης : τό μηδέν αυτό είναι η γυναίκα : αυτό ακριβώς εννοούμε όταν λέμε ότι «δεν υπάρχει παρθενογένεση» : ότι η γυναίκα είναι μηδέν – και ποια γυναίκα μάλιστα ; Η πιο ιερή : αυτή που γεννάει χωρίς τόν άντρα, ακριβώς για να τήν αποδεχτεί μ’ αυτόν τόν τρόπο (ο άντρας) ως ιερή.

 

 

εδώ να κάνω αναγκαστικά μια μικρή παρέκβαση για τόν επίκουρο ( : κάπου βρήκα να αποδίδουν τό «μηδέν εκ τού μηδενός» στον (κατά πολύ πρωιμότερο) παρμενίδη (μολονότι αμέσως παρακάτω παραθέτουν τόν λουκρήτιο, δηλαδή τόν επίκουρο…) πράγμα που δείχνει ή κακοήθεια και συνειδητή παραχάραξη, ή τουλάχιστον βλακεία και άγνοια, γιατί ο παρμενίδης (που ακολουθεί τόν πυθαγόρα και ακολουθείται (με σεβασμό) από τόν πλάτωνα) μόνο κάτι τέτοιο δεν θα ήταν δυνατόν να πει : ο παρμενίδης πίστευε στο μηδέν, και μάλιστα επειδή πίστευε στο μηδέν, τό τοποθετεί αξιολογικά πριν από τό έν (τή μονάδα), πόσο μάλλον που πιστεύει ότι ο θεός προέρχεται από τό μηδέν – μ’ άλλα λόγια ο παρμενίδης διδάσκει τό εντελώς αντίθετο από τό «μηδέν εκ τού μηδενός» (ή nihil ex nihilo) πράγμα βέβαια τελικά άσχετο με τή συζήτηση). Τό λέω μόνο και μόνο για να δείξω ότι με τόν επίκουρο συμβαίνουν αυτά – ό,τι καλύτερο έχει πει συνήθως διαστρέφεται, ή – όπως τώρα – αν είναι πολύ διάσημο – γίνεται προσπάθεια να αποδοθεί σε άλλους μόνο και μόνο ίσως για να μην αναφερθεί τ’ όνομά του

ο επίκουρος πίστευε λοιπόν γενικά ότι απ’ τό τίποτα δεν παράγεται τίποτα : απ’ τό τίποτα δεν γίνεται τίποτα – ακόμα καλύτερα, τό τίποτα δεν υπάρχει καθόλου στη φύση – (Γι’ αυτό και τό τίποτα τού θανάτου είναι μια σχετική έννοια στον επίκουρο (παρ’ όλο που αυτό συνήθως αγνοείται – όπως αγνοείται από τή φυσική του φιλοσοφία και η αναρχική εκείνη απόκλιση, μαζί με τό τυχαίο τής κίνησης τών ατόμων, που κατεδαφίζει τήν ολοκληρωτική αναγκαιότητα : η ύλη για τόν επίκουρο είναι διαρκώς κινούμενη άλλωστε) : «άφθαρτός μοι περιπάτει και ημάς αφθάρτους διανοού» έγραψε σ’ έναν αγαπημένο μαθητή του, με τόν οποίο παλιότερα περπάταγαν μαζί στον κήπο – αλλά γι’ αυτά, και για πολλά άλλα που ειπώθηκαν κι έγιναν σ’ εκείνον τόν κήπο πρέπει να αφιερώσω κάποια φορά επιτέλους χωριστή ανάρτηση – μια που κυρίως εκείνον τόν κήπο κατά τό παρελθόν είχα στο μυαλό μου όταν σκεπτόμουν τό όνομα τού παρόντος). Τίποτα δεν βγαίνει λοιπόν απ’ τό μηδέν : nihil ex nihilo, όπως τό διαιώνισε ο λουκρήτιος : τά πάντα βγαίνουν από τά πάντα, θα μπορούσε να τό πει κανείς αντίστροφα (συναντώντας έτσι, πράγμα απολύτως θεμιτό στον επίκουρο, και τόν πανθεϊσμό τού μπρούνο) : Χρειάζεται μεγάλη δόση επομένως μιζέριας για να κάνει κανείς τό διανοητικό άλμα που περιφέρεται περηφάνως στην ελλάδα, και να εξισώσει τή γυναίκα που γεννάει, με αυτό τό τίποτα – ακόμα κι αν, με βάση τόν αντρικό πουριτανισμό, και τούς υπόγειους ευσεβείς του πόθους, αυτή η γυναίκα γεννήσει χωρίς άντρα – χωρίς έρωτα δηλαδή : είτε έτσι είτε αλλιώς, πάντως, για μια γυναίκα μιλάμε, και χρειάζεται μεγάλη δόση μίσους για να τήν μετατρέψουμε σε μηδέν. Και τόσο μεγάλη μάλιστα που να τό τσαμπουνάνε σ’ αυτή τη χώρα, εντελώς αποενοχοποιημένα κιόλας, σε αγαστή σύμπνοια άντρες και γυναίκες μαζί.

και μην ξεχνάμε ότι τήν ίδια τή στιγμή που ταυτίζουμε τήν έννοια «παρθενογένεση» με τήν έννοια «γέννηση εκ τού μηδενός» διαπράττουμε και τό φιλοσοφικό κατόρθωμα να θεωρούμε ότι ακόμα και μέσα από τήν θεοτοκία της η γυναίκα είναι παρ’ όλ’ αυτά ένα τίποτα – κι έτσι η επικίνδυνη ούτως ή άλλως μεταφυσική αντίφαση λύνεται σχεδόν αμέσως, ταυτόχρονα, με τόν πιο αποτελεσματικό τρόπο – κάνοντας μια κωλοτούμπα δηλαδή προς τόν εαυτό της : η γυναίκα, η αιτία τής αμαρτίας, αποτινάσσει τήν αμαρτία αν αρνηθεί τόν έρωτα – αν φτάσει δηλαδή στην υπερβολή να γεννήσει χωρίς καν γαμήσι : Παρ’ όλ’ αυτά, ένα τίποτα ήτανε και ένα τίποτα θα παραμείνει : Κι έτσι, μ’ ένα σμπάρο δυο τρυγόνια : Εκτός τής ανέραστης θεότητας (που, έτσι κι αλλιώς τίποτα είναι) όλες οι υπόλοιπες γυναίκες μπορούν ελεύθερα να είναι πουτάνες.

δεν έχω ακούσει μέχρι τώρα όμως καμιά γυναίκα να διαμαρτυρηθεί για αυτή τήν κουτοπόνηρη ύβρη, γι’ αυτό γράφω σεντόνια κι εγώ μολονότι καιρό δεν έχω.

 

 

 

 

 

 

 

σημείωση :
όταν γράφω έτσι, υπερασπίζοντας κατά κάποιον τρόπο τίς γυναίκες, αισθάνομαι εντονότατη τήν ειρωνεία τού να τό κάνει κανείς αυτό σε μια χώρα όπου η πλειοψηφία (και γυναικών και αντρών) περιγράφει γλαφυρά τό αντίθετο κάθε έννοιας απελευθέρωσης ή χειραφέτησης (αλλά και ειρωνείας θα’ πρεπε να πω, και αυτοειρωνείας επίσης) : αλλά ησυχάστε : δεν σκέφτομαι τήν πλειοψηφία τών γυναικών όταν υπερασπίζομαι γενικά τίς γυναίκες : ας πούμε εγώ τώρα αυτή τήν εποχή σκέφτομαι κυρίως αυτές τίς κούρδισσες που θυσιάζονται στο αντάρτικό τους – ξέρουν άραγε τί τίς περιμένει (τί ανύπαρκτο ευχαριστώ τίς περιμένει) όταν με τό καλό νικήσουν, επέλθη ειρήνη, τελειώσει ο πόλεμος, και ξαναγυρίσουν στην κουζίνα τους ; – εδώ τό είδαμε, φοβάμαι ότι θα τό δούνε κι αυτές – δυστυχώς

δεν βρήκα τό σχετικό βίντεο (με τήν υπεράσπιση τού ευνουχισμού από αφρικανούς άντρες) – υποψιάζομαι ότι ή εγώ δεν ψάχνω καλά ή για λόγους πολιτικής ορθότητας προωθούνται πλέον μόνο τά βίντεα εναντίον τής «πρακτικής» – πάντως τό μόνο κάπως σχετικό με αυτά που λέω είναι αυτό, στο οποίο βρίσκεται και μια ωραιότατη μαρτυρία (από γυναίκα) περί τού μηδενός τών γυναικών στο 2.20΄ (ταιριάζει γάντι με τήν ανάρτηση όμως τό βρήκα τυχαία) και δυο άλλες ενδιαφέρουσες προτάσεις (στο 4΄ και στο 6.45΄)

εικόνες :
από πάνω : picasso και χρήστος κούρτογλου (τόν οποίο ευχαριστώ για τήν άδεια) collages 11 // picasso διάφορα (τό τρίτο σχέδιο λέγεται δύο γυμνά με μια γάτα) // gustave cοurbet η καταγωγή τού κόσμου (με δικιά μου χρωματική επεξεργασία) // και κάτω (πάλι με μια χρωματική επεξεργασία, από αρχαιοελληνικό αγγείο) : γυναίκα ποτίζει περιχαρής φαλλούς να μεγαλώσουν και να πληθύνουν (η αρχαϊκή εποχή βρίσκεται πολύ κοντά στην προκατακλυσμιαία περίοδο κατά τήν οποία ο γυναικείος ερωτισμός είναι ενεργητικός, σχεδόν επιθετικός, και χωρίς ενοχές)

 

 

 

 

 

 

 

Advertisements

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: