σημειωματαριο κηπων

Μαΐου 20, 2015

η έμιλυ η φήμη και η δυσώδης ξυπολησιά

 

society for me my misery

 

η φήμη και η δόξα – τί νόημα μπορεί να έχει για έναν σοβαρό άνθρωπο η φήμη και η γνώμη τών άλλων γι’ αυτόν ; αν εξαιρέσουμε τούς άλλους, τούς φαιδρούς, που θέλουν τή φήμη για να βγάλουν λεφτά ή να χτίσουν (τό δεύτερο σπίτι ή τό) εξοχικό, οι άλλοι, οι κανονικοί κατασκευαστές κόσμων (η διατύπωση είναι τού αλέξανδρου σχινά, αλλά μέ εκφράζει τόσο) αυτοί αν καμιά φορά τή θέλουν, τή θέλουν μόνο για να νιώσουν ότι τούς αγαπάνε. Δεν γίνεται να φτιάχνεις κόσμους δηλαδή και να μη νιώθεις ότι κάποιος θέλει να τούς κατοικήσει. Κι όμως. Όσο πιο σπουδαίοι είν’ οι κόσμοι, τόσο πιο ανοίκειοι και τόσο περισσότερο εξοικειώνεσαι με τή μοναξιά τού κατασκευαστή πριν απ’ τό τέρμα. Θυμώνουν ; Μπορεί, αλλά κατά κανόνα δεν τό δείχνουν. Υπάρχει αυτό τό πρόσωπο τής ειρωνείας, τής προσαρμογής ή τής προσγείωσης. Τού κυνισμού εντέλει ( : τί μαλάκες που είσαστε, μείνετε στις καλύβες σας.) Οι περισσότεροι τό κρατάνε έτσι μέχρι τό τέλος (συνήθως τελευτούν νωρίς). Μέσ’ απ’ τά συμφραζόμενα όμως καταλαβαίνουμε τή θλίψη τους κάποτε. Ο σταντάλ ας πούμε ήτανε ευχαριστημένος, έλεγε, εφόσον είχε τρεις καλούς αναγνώστες (έλεγε επίσης, ότι φυσικά ήξερε πως στο μέλλον θα είχε περισσότερους : – «παίζω σ’ έναν αριθμό που κληρώνει σε ογδόντα χρόνια» είχε πει κάπου στα 50 του…) (έπεσε ακριβώς μέσα : 80 χρόνια μετά τόν θάνατο του άρχισε να τόν ανακαλύπτει τό πλήθος), η καρδιά του όμως δεν άντεξε τόσο πολύ – νωρίς (για μένα) έπεσε κάτω στο πεζοδρόμιο («δεν βρίσκω τίποτα κακό στο να πεθαίνει κανείς στον δρόμο φτάνει να μην τό κάνει επίτηδες» είχε γράψει στο ημερολόγιό του). Ο τσέζαρε παβέζε πάλι είχε γράψει στο δικό του ημερολόγιο «δεν είμαι καθόλου φιλόδοξος, γιατί είμαι πολύ περήφανος» – ούτε κι αυτός άντεξε πάρα πολύ πάντως να ’ναι μόνος και περήφανος – πολύ νωρίς (για μένα) φύτεψε μια σφαίρα στο κεφάλι του και ησύχασε : Τά ίδια και ο κλάϊστ – η αίσθηση απομόνωσης ίσως γι αυτόν έγινε πλήρης όταν δεν εύρισκε ούτε θέατρο για ν’ ανεβάσει αυτό που σήμερα όλοι αναγνωρίζουμε σαν τελευταίο του αριστούργημα – είχε τή βεβαιότητα δε, ότι δεν τού ’χε μείνει τίποτα φιλικό, τίποτα που να τόν αγαπάει ή να τόν ζεσταίνει ( : ακόμα και ο ήλιος, έλεγε, τόν πλήγωνε), βρήκε λοιπόν μία γυναίκα πρόθυμη να καταλαβαίνει τίς κατασκευές του, και μαζί κατασκεύασαν τήν αυτοκτονία τους (πάρα πολύ νωρίς για όλους).

Δεν μάς αρέσει βέβαια και τόσο η συζήτηση, είναι και λίγο καταθλιπτική – και δεν τούς προτιμάμε τόσο ήρεμα, και μοιρολατρικά θα ’λεγε κανείς, προσγειωμένους, και θα τούς θέλαμε ίσως θυμωμένους…
Αν η ίδια τους η ζωή δεν δείχνει εμμέσως όμως πόσο θυμωμένοι ήτανε, αν δεν τό δείχνουν οι θάνατοί τους, δεν ξέρω πώς αλλιώς μπορούμε να τό καταλάβουμε – δεν έχω πολλά παραδείγματα μεγάλων κατασκευαστών που νά μάς σιχτιρίσανε ευθέως και ευθαρσώς. Ίσως η ίδια η δουλειά να εμπεριέχει όμως ανακαλύψεις. Τίς προάλλες εγώ για παράδειγμα θυμήθηκα ένα έμμεσο σιχτίρισμα, από γυναίκα. Βρισίδι καλλιτεχνικότατο, ποιητικότατο, κανονικότατο.

Η έμιλυ ντίκινσον έχει γράψει αυτό τό ποίημα για τή φήμη :

Fame is a bee.
It has a song –
It has a sting –
Ah, too, it has a wing.

που τό ’χω μεταφράσει εγώ έτσι :

η φήμη μέλισσα είναι
κι έχει τραγούδι
κι έχει κεντρί
κι έχει, α, φτερό

Ειδοποιώ : δεν θα σταθώ στη συζήτηση που είχα προ ημερών, στη νεοαποκτηθείσα σελίδα μου ευρείας καταναλώσεως (τά μπλογκ πλέον έχουν αρχίσει να ’χουν έναν αέρα αριστοκρατικής απομόνωσης) ως προς τίς άλλες πιθανές εκδοχές λέξεων και στίξης – τούς μεταφραστικούς αυτούς προβληματισμούς μπορείτε να τούς δείτε στον σύνδεσμο – θα σταθώ όμως απλώς λίγο στο ότι μ’ αυτήν τήν ευκαιρία συνειδητοποίησα πως και εδώ πραγματοποιήθηκε απόλυτα τό αξίωμα τού χάϊνριχ φον κλάϊστ : ναι, καθοδόν, μιλώντας, διαμορφώνει κανένας τίς ιδέες του

Γιατί με τή συζήτηση, και με τά πώς και τά γιατί τής «μέλισσας» τού «κεντριού» και τού «φτερού», αναγκάστηκα τέλος να θυμηθώ, τούς λόγους που τό έγραψε η έμιλυ αυτό τό ποίημα (αφελής η διατύπωση, αλλά πώς αλλιώς να τό πω ; ) : στην πραγματικότητα βρήκα ξεκάθαρα τά ίχνη τού θυμού της καθώς μάλιστα θυμήθηκα τό γράμμα της σ’ εκείνον τόν (μοναδικό) (περίπου) αναγνώστη της, όπου τού έγραψε πεζότατα άλλοτε για φήμη. Και τότε συνειδητοποίησα πως η έμιλυ, με όλους όσους δεν τήν καταλάβαιναν, και δεν τήν ήξεραν, και δεν θέλανε να τήν ξέρουν, ήτανε θυμωμένη. Και έτσι μάς τακτοποίησε όλους περίφημα.

Βέβαια μάς τακτοποίησε κυρίως γράφοντας τό ποίημα, αλλά τό ποίημα είναι ντικινσόνειο (πολύ περισσότερο απ’ τό πεζό) : ντικινσονικό είναι όμως εντέλει και τό πεζό. Επίσης, αν έχει κανείς υπόψη του τό πεζό, τού λύνονται και πολλά προβλήματα σε σχέση με τό ποίημα (και με τά πώς και τά γιατί τών μεταφράσεων) – διότι, όσο κι αν είναι απ’ τήν αρχή σαφές ότι τό «φτερό» συνοδεύεται από «κεντρί», κι ότι δεν έχει σχέση με τίποτα ανυψωτικά και μεταφυσικά φτερουγίσματα (που θα κολάκευαν τή φήμη ως εκ θεού), κι ότι δεν δίνει σε καμία περίπτωση εικόνα τό «φτερό» (έτσι, στον ενικό) από πουλί και πνεύμα άγιο που πετάει αλλά αντιθέτως, δίνει εικόνα σταθερή από πράγμα που (εκτός που πληγώνει) φεύγει συγχρόνως μακριά, απομακρύνεται κι εξαφανίζεται – τό ποίημα δηλαδή ευθαρσώς μιλάει για φήμη που απουσιάζει κι όχι για πέταγμα που απογειώνει

Εντούτοις, τό γράμμα προς τόν κύριο higginson είναι πολύ σαφέστερο, και, ω τής εκπλήξεως, περίπου θυμωμένο – καθώς εμπεριέχει και αυτή τήν καταπληκτική στην επιθετικότητά της, προσγειωμένη, αποφασισμένη, και εκνευρισμένη πρόταση : «If fame belonged to me, I could not escape her ; if she did not, the longest day would pass me on the chase, and the approbation of my dog would forsake me then. My barefoot rank is better.»

που εγώ τή μεταφράζω τώρα έτσι :

Αν μού ανήκε η φήμη, δεν τήν γλύτωνα –
Αν όμως δεν μού ανήκει, μέρα ατέλειωτη να ’τρεχα πίσω της δεν θα τήν φτάσω
Και δεν θα μέ συχώραγε κι ο σκύλος μου –
Η δυσωδία τής ξυπολησιάς μου είναι καλύτερη.

Λοιπόν ναι, η έμιλυ μάς λέει γενναία πως όσοι δεν τήν καταλαβαίνουν και τήν αγνοούν, βρωμούν και ζέχνουν…
και μέσα στους δικούς της, πάντοτε μυστικούς, περίτεχνα κρυμμένους κόσμους, η περιφρόνησή της – προς μια δόξα που βλέπει ότι δεν πρόκειται να τή συντροφέψει εν ζωή – τά άλλα ούτε τά ξέρει ούτε και θέλει να τά φανταστεί ούτε και βέβαια παρηγορούν – είναι απόλυτη : καλύτερα η βρώμα τής ξυπολησιάς από εκείνην τής ηλιθιότητας μάς λέει – και φυσικά πιο πολύ τή νοιάζει, επίσης, η γνώμη τού σκύλου της.

 

 

 

γράμματα στον χίγκινσον – στο ένα (με δυσκολία) διαβάζω :
«If ever you lost a friend – Master – you remember you could
not begin again because –– there was no world – A breathless
death is not so cold as a death that breathes
»
1878 (ελαφρώς παραλλαγμένο (προφανώς στη
φωτογραφία έχουμε ένα πρόχειρο τής ίδιας σκέψης…)
τό βρίσκω
εδώ)

 

 

 

 

 

 

Μαΐου 12, 2015

κατηγορίες

 

 

 

 

 

Τό πρώτο πράγμα που θα ’πρεπε να τού εξηγήσω αν κατέβαινε ένας αρειανός σ’ αυτόν τόν πλανήτη θα ήτανε για τά λεφτά.

Και μετά, αφού θα είχε καταλάβει τή λέξη λεφτά, θα προχωρούσαμε στα υπόλοιπα βασικά.

Και τά υπόλοιπα βασικά είναι χοντρικά τά εξής : οι άνθρωποι σ’ αυτόν τόν πλανήτη χωρίζονται σε τρεις κατηγορίες : αυτούς που δεν έχουν τίποτα, αυτούς που έχουν λίγα, κι αυτούς που έχουν πολλά. Η πρώτη κατηγορία είναι η πολυπληθέστερη, και οι άλλοι μισοί είναι η δεύτερη κατηγορία. Η τρίτη κατηγορία συμπεριλαμβάνει ελάχιστους. Ταυτοχρόνως, η πρώτη και η τρίτη κατηγορία είναι σχετικά μονοδιάστατες. Η δεύτερη κατηγορία όμως είναι ευέλικτη, και έχει σχετική ποικιλία. Σ’ αυτήν μπορούμε να διακρίνουμε τρεις βασικές υποκατηγορίες : Αυτούς με τά λίγα βασικά, αυτούς με τά λίγα αρκετά, και αυτούς με τά λίγα πολλά.

Ταυτοχρόνως, εάν θα έπρεπε να τού εξηγήσω τήν εικόνα από άποψη χώρου θα τού έλεγα ότι η πρώτη κατηγορία βουλιάζει τόν πλανήτη από τό βάρος και τόν όγκο της, η δεύτερη τόν ισορροπεί σαν τή σαβούρα πάνω στο πλοίο, και η τρίτη δεν φαίνεται καν με γυμνό μάτι, χωράνε όλοι σ’ ένα μικρό κρουαζιερόπλοιο που ταξιδεύει γαλήνια σε κάποια από τίς αχανείς μας θάλασσες.

Κι αν μεταφερόμαστε στη συνέχεια σε πιο λεπτεπίλεπτες έννοιες όπως είναι η ιστορία, θα τού έλεγα να προσέξει πως δεν υπάρχουν απευθείας αντιστοιχίες με τούς παραπάνω όγκους και τούς χώρους εδώ : στην πραγματικότητα, στα βιβλία τής ιστορίας, θα διαβάζει από τό μυαλό τής σαβούρας και μόνο, ο όγκος που βουλιάζει τόν πλανήτη ξαφνικά θα εξαφανίζεται, και οι επιβάτες τού κρουαζιερόπλοιου μολονότι ζουν με τήν αυταπάτη ότι είναι πανταχού ορατοί και υπαρκτοί, στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν : ή μάλλον υπάρχουν σαν να μην υπάρχουν : υπάρχουν με τόν ίδιο τρόπο που υπάρχει η πανούκλα, έχουν τή δύναμη να προκαλέσουν θανατηφόρες καταστροφές αλλά στην πραγματικότητα είναι ψύλλοι πάνω στις ράχες ποντικιών. Ο εγκέφαλος τού πλανήτη, ό,τι πιο λεπτεπίλεπτο έχει παράξει, η τέχνη του, η φιλοσοφία του, η ποίηση, προέρχεται αποκλειστικά από τήν σαβούρα.

Αυτή τή σαβούρα μετά, αν έχεις διάθεση, και δεν σού ’χουν κοπεί κιόλας τά πόδια, θα κάτσουμε να τήν αναλύσουμε. Η κάθε υποκατηγορία της έχει τή συμμετοχή της στη δημιουργία, και είναι διαφορετικά δημιουργική. Είναι όμως, όπως είπα και στην αρχή, ο μόνος πληθυσμός που μπορεί ν’ ανοίξει πόρτες, που έχει δηλαδή πόρτες μπροστά του, τίς οποίες μπορεί να τίς βρει και μισάνοιχτες : φυσικά άλλου είδους πόρτες είχε ο μονταίνιος, και άλλες ο βαν γκογκ : Με άλλες οικονομικές δυνατότητες ξεκίνησε από τήν πόλη του ο επίκουρος, και με άλλες ο μπρούνο : Όλοι όμως προέρχονταν από οικογένειες που είχαν εκείνα τά λίγα αλλά αρκετά ή πολλά : (Στο άκουσμα τής λέξης Μπρούνο, ο αρειανός μου θα χαμογελούσε με τρυφερότητα). Αλλά εγώ θα τόν ξεκινούσα διαφορετικά.

 

 

από τό ανέκδοτο μυθιστόρημα «μέρες τοπίου»

 

 

 

richard avedon

    marcel duchamp : alexander liberman

 

 

 

 

 

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: