σημειωματαριο κηπων

Νοέμβριος 27, 2011

κλάϊστ κλασικά εικονογραφημένα

 

.

.

.

 

.

.

   είχα κλείσει τήν προηγούμενη ανάρτηση με λίγα λόγια για τόν μίχαελ κολχάας λέγοντας, συνοπτικά ίσως μεν, και αποφθεγματικά βεβαίως δε, ότι είναι ένα έργο που αποτελεί τή συστηματική παρακολούθηση τής ανάδυσης μιας αναρχικής συνείδησης : αφού ο ήρωας από ήσυχος και καθωσπρέπει αστός φτάνει στο τέλος, με τίς συσσωρευόμενες αδικίες εναντίον του, να γίνει επαναστάτης, συνωμότης, και ό,τι θα περιγραφότανε σήμερα ως κανονικός τρομοκράτης – και προσθέτοντας ότι η μεγαλύτερη αξία τής νουβέλας είναι πως πρόκειται πάντως για έργο τού χάϊνριχ φον κλάϊστ, γραμμένο δηλαδή με τόν ανεπανάληπτο μοναδικό και δύσκολο πιθανόν αρχικά να κατανοηθεί τρόπο του

   γι’ αυτό και πίστευα άλλωστε ότι οι μεταφορές τών έργων τού κλάϊστ στον κινηματογράφο έχουν ακόμη περισσότερες δυσκολίες απ’ όσες θα είχαν (και έχουν) κανονικά όλα τά έργα πεζογραφίας όταν πάνε να μεταφερθούν σε μια άλλη γλώσσα – και μάλιστα σε μια γλώσσα όπως η κινηματογραφική που τό έχει παράδοση να καταφεύγει στις ευκολίες και τίς υπεραπλουστεύσεις (καταστρέφοντας τίς περισσότερες φορές, όπως λέει και τό μπλουζάκι παραπάνω, τό βιβλίο)

   εντούτοις ένα σχόλιο τής katabran μ’ έκανε να ψάξω στο γιουτούμπ για μεταφορές στο σινεμά αυτού ειδικά τού έργου : βρέθηκαν λοιπόν παντός είδους εικονογραφήσεις – ακόμα και κινούμενα σχέδια, ακόμα και συγκροτήματα ροκ με τό όνομα αυτού τού εξεγερμένου τού 16ου αιώνα (που εκτελέστηκε φριχτά (και παραδειγματικά) στον τροχό (από αυτήν τήν πραγματική ιστορία πήρε ο κλάϊστ τήν υπόθεση))

   έτσι λέω σήμερα, ως συνέχεια τών αναρτήσεων για τή 200η επέτειο τής κλαϊστικής διπλής αυτοκτονίας να μεταφέρω και εδώ μερικές από τίς μεταφορές

   τό ποστ αυτό αφιερώνεται βέβαια (δικαιωματικά) στην katabran

.

.

.

για όσους τυχόν θέλουν να ρίξουν μια ματιά : michael kohlhaas τό κείμενο στα γερμανικά

άλλα εδωμέσα για τόν κλάϊστ : παλιότερο, πρόσφατο 1, πρόσφατο 2

.

.

.

 

.

.

.

 

Νοέμβριος 21, 2011

ανάμεσα σε μοναχικούς λύκους ( : δευτερεύον σχεδιάγραμμα και αριθμοί)

    

.

.

                              jacob reinhold lenz 1751 – 1792 / friedrich hölderlin 1770 – 1843 / heinrich von kleist 1777 – 1811 / georg büchner 1813 – 1837 / sigmund freud 1856 – 1939

 

   εξαιτίας τής επετείου του (τόν μήνα όλον, αλλά και ειδικά σήμερα) θα ’πρεπε, θα ’λεγε ένας λογικός άνθρωπος, να διαβάζω μόνο κλάϊστ – αλλά ποτέ δεν γίνονται τά πράγματα ακριβώς όπως είναι λογικά : επειδή έλεγα λοιπόν σ’ ένα προηγούμενο ότι πήρα μαζί μου στις διακοπές τόν lenz τού γκέοργκ μπύχνερ κι ότι δεν τόν τέλειωσα, κι ότι τόν είχα αρχίσει κι αφήσει στη μέση πολλές φορές, πρέπει μάλλον να συμπληρώσω τώρα ότι τελικά τά κατάφερα… Δεν είναι και κανένα μεγάλο βιβλίο (πενήντα σελίδες είναι όλο κι όλο) έχει μάλιστα τήν σπάνια τύχη να κυκλοφορεί τώρα μεταφρασμένο ταυτόχρονα από πολλούς εκδότες – εγώ είχα τήν έκδοση τής άγρας που είναι μάλλον η καλύτερη (και περιέχει κι ένα σωρό άλλα κείμενα) (και η μετάφραση μού φάνηκε πολύ καλή πραγματικά) : λοιπόν επιτέλους τόν διάβασα ολόκληρον – και κατάλαβα πολύ καλά όταν τέλειωσα τό βιβλίο, τί ήταν αυτό που μέ απωθούσε στο διάβασμα 

   πρόκειται για ένα καταπληκτικό διήγημα, είναι όμως ίσως τό πιο ζοφερό έργο που υπάρχει – ή τουλάχιστον που έχω εγώ υπόψη : ουσιαστικά πρόκειται για τήν περιγραφή μερικών ημερών σχιζοφρένειας – αλλά δεν είναι βέβαια αυτή η βασική του αξία. Ο μπύχνερ καταφέρνει να είναι μέσα κι έξω από τόν ίδιον τόν λεντς διαδοχικά ή ταυτόχρονα, κι αυτό τό ή είναι τελείως διαφορετικό από ένα και : δεν καταλαβαίνεις αμέσως πότε βλέπει από μακριά τήν υπόθεση, και πότε μπαίνει εντελώς μέσα στον ήρωα, κι αυτό τό πράγμα, πέρα από τήν έκπληξη που σού δημιουργεί στην αμέσως επόμενη πρόταση, έχει μια βαθύτερη λειτουργία – που ξεπερνάει τά όρια τής καλλιτεχνικής ικανότητας, και γίνεται κάτι παραπάνω : μια ομολογία πίστης, ένα ουσιαστικά ψυχολογικό μανιφέστο, εκ παραλλήλου με μια επιθετική ποιητική : θα χρειαζόταν μια κανονική πραγματεία για να εξηγήσει δηλαδή κανείς τήν άποψη ότι ανάμεσα στον κανονικό άνθρωπο και τόν τρελό, οι διαφορές μπορεί να είναι και ζήτημα οπτικής, ή να οφείλονται στις μεταλλαγές τού φωτός, ή τήν κατακόρυφη άνοδο ενός ήχου : ο μπύχνερ διαπράττει τό μανιφέστο αντί να τό γράφει

   και ξαφνικά, όταν κοίταξα τό βιογραφικό του διαπίστωσα ότι στη βιοποριστική του ζωή ήταν γιατρός. Σκέφτηκα τότε αν τόν ήξερε ο φρόϋντ – δεν θυμόμουνα κάτι τέτοιο – και άρχισα να ασχολούμαι με τίς χρονολογίες και τούς αριθμούς : στους συνδυασμούς τότε, ανάμεσα στον λεντς, τόν μπύχνερ, και τόν φρόϋντ, υπεισήλθε φυσικά και ο κλάϊστ και λόγω τής επετείου (είπαμε, 200 χρόνια, σήμερα ακριβώς, απ’ τήν αυτοκτονία του)

   θυμήθηκα λοιπόν (δεν τό ’χα ξεχάσει και ποτέ) ότι είχα δει μία ταινία τού νέου γερμανικού κινηματογράφου (ήταν, αν θέλετε να ξέρετε, μια εποχή που ο νέος γερμανικός κινηματογράφος ήτανε νεότερος) ενός σκηνοθέτη που δεν θυμάμαι τ’ όνομά του, και η ταινία λεγότανε «λεντς» : οι προβολές και τά αφιερώματα αυτά γινόντουσαν στο ινστιτούτο γκαίτε, που τότε δεν ήτανε εκεί που είναι τώρα, αλλά σ’ ένα στενό δρομάκι, στη φειδίου : αγοράζαμε χύμα τσιγάρα «τέλειον» από τό περίπτερο στη γωνία : τό ινστιτούτο ήτανε σε μια παλιά στενή πολυκατοικία δίπλα σε άλλες παλιές στενές πολυκατοικίες, και η αίθουσα προβολών ήταν μικρή. Καθόμασταν σε κάτι ελαφρές πάνινες πολυθρόνες και μπροστά από τήν οθόνη στήναν ένα τραπέζι με τούς ομιλητές. Μια φορά είδα έναν ψηλό γκριζομάλλη γερμανό κύριο με χρυσά γυαλάκια να στέκεται όρθιος (πριν τήν προβολή) μπροστά στον μπροστινό μου καθήμενο και να ’χουνε μία κουβέντα. (Ο ψηλός κύριος (ακουγόταν ότι) ήταν ο διευθυντής τού ινστιτούτου, και ήταν συμπαθέστατος – στη μεταπολίτευση γράφτηκαν διάφορα, ότι ήταν αριστερός κι ότι είχε κινδυνέψει ο ίδιος) : κοιτούσε τόν έλληνα χαμογελαστά (ελληνικά μιλούσανε) και στο τέλος τού είπε πονηρά : «Όπως τό λέει κι ο αντόρνο» : Αμέσως μού γεννήθηκε μια εντύπωση και είπα από μέσα μου : Αυτός ο αντόρνο πρέπει να ’ναι μεγάλος επαναστάτης, έτσι που τό λέει αυτός. Πρέπει να τόν βρω. (Τόν βρήκα πολύ αργότερα). Κάποιες φορές οι προβολές απειλήθηκαν ή διαλύθηκαν από τήν ασφάλεια, αλλά πολλές φορές επίσης έγιναν κανονικά. Θυμάμαι από αυτήν τήν ταινία μία σκηνή : Ένας ξυλοκόπος με σκουφί μυτερό, σ’ ένα χιονισμένο δάσος, κόβει ξύλα μ’ ένα τσεκούρι τραγουδώντας με οξεία φωνή κάτι ρυθμικό. Αλλά τό πιο συνταρακτικό είναι ότι, σ’ αυτήν τήν ταινία ειδικά, κάποιος αποχώρησε απ’ τά πίσω καθίσματα φωνάζοντας «Α, α, α». Δεν γυρίσαμε να δούμε ποιος είναι, αλλά μού ’κανε μεγάλη εντύπωση ότι κάποιος δεν άντεξε τήν ταινία. Τί πρόβλημα είχε; Μήπως ήταν επιδειξιομανής;

   εμένα απ’ αυτήν τήν ταινία και μετά μού έμεινε απλώς η ακλόνητη πίστη ότι υπάρχουνε στην γερμανία πολλοί λεντς. Μέχρι πρότινος δεν έχω μπορέσει να τήν χάσω αυτήν τήν πεποίθηση : Ότι υπάρχει δηλαδή κάποιος μυστήριος ποιητής, ότι υπάρχει ένα έργο κάποιου μυστήριου συγγραφέα, κι ότι υπάρχει κι άλλος ένας ανάμεσά τους, και πέρα απ’ αυτούς. Κι ίσως να υπάρχει κι ένας τέταρτος –
    (δεν εννοείται καθόλου εδώ, τό καταλάβατε, ότι μπορεί να μετράω και κάποιον άλλον μ’ αυτό τό επώνυμο) 

   άρχισα λοιπόν να τά συγκροτώ, μετά τήν ανάγνωση, όλα λογικά, και έψαξα και τίς χρονολογίες :

   τά πράγματα λοιπόν έχουν ως εξής :

   ο λεντς γεννήθηκε πριν απ’ όλους – τό 1751, 26 χρόνια πριν γεννηθεί ο κλάϊστ, και πέθανε τό 1792, όταν ο κλάϊστ ήταν 15 χρονών, και 19 χρόνια πριν τήν αυτοκτονία του. Έζησε όμως ο λεντς 41 χρόνια, δηλαδή 7 χρόνια περισσότερα από τόν κλάϊστ, που έζησε μόνο 34. Όμως λιγότερα χρόνια κι απ’ τούς δύο έζησε ο μπύχνερ που πέθανε ξαφνικά μάλλον από τύφο στα 24, τό 1837 – ο μπύχνερ που είχε γεννηθεί 2 χρόνια μετά τόν θάνατο τού κλάϊστ, και πέθανε 35 χρόνια μετά τόν θάνατο τού λεντς. Είχε επομένως γεννηθεί 21 ολόκληρα χρόνια μετά τόν θάνατο αυτού για τόν οποίο θα έγραφε λες και τόν ήξερε απέξω κι ανακατωτά

   ο λεντς δεν έζησε μόνο περισσότερο από τούς άλλους – κοντά τά διπλάσια από τόν συγγραφέα του μάλιστα – αλλά υπήρξε και διασημότερος και πιο πετυχημένος κατά κάποιον τρόπο απ’ όλους τούς άλλους εν ζωή. Υπήρξε στενός φίλος τού γκαίτε (ο οποίος, ως μέγας δημοσιοσχεσίτης και μηχανορράφος είχε κυκλώματα και κλίκες – και με τόν οποίο τσακώθηκαν αργότερα) ενώ υπήρξε ουσιαστικά και αναγνωρισμένος πρωτοπόρος ενός σπουδαίου κινήματος στη γερμανία, που ονομάστηκε «θύελλα και ορμή» : τά έργα του είχαν γενικά επιτυχία. Με τό χτύπημα τής σχιζοφρένειας  ξεχάστηκε ελαφρώς αλλά όχι από όλους. Βρέθηκε για άγνωστους λόγους (πιθανώς δεν τούς ήξερε δηλαδή ούτε ο ίδιος) στη ρωσία, πέθανε άγνωστος από άγνωστη αιτία στη μόσχα, και έχει ταφεί σε άγνωστο μέρος

   και οι τρεις πάντως σπούδασαν – και έκαναν (λίγο ή πολύ) καριέρα καταρχάς – σ’ αυτό που ήθελε ο πατέρας τους και απαιτούσε η οικογένεια : ο λεντς θεολογία, ο κλάϊστ στρατιωτικός, ο μπύχνερ γιατρός. Αλλά και οι τρεις ασχολήθηκαν μετά με τήν φιλοσοφία. (Βέβαια, γράφοντάς τα αυτά, έχω έναν πειρασμό ν’ ασχοληθώ και μ’ έναν άλλον «τρελό», τόν χαίλντερλιν, αλλά δεν μπορώ, γιατί γι’ αυτόν πρέπει μάλλον να γράψω πάρα πολλά μια που τόν αγάπησα πρώτον απ’ όλους : και δεν νομίζω ότι είμαι τώρα σε θέση. Βρίσκονται όμως κοντά χρονολογικά όλοι μαζί, και ο χαίλντερλιν κυριολεκτικά τούς έθαψε όλους, ζώντας μέχρι τά 73, δηλαδή ολόκληρα 40 χρόνια τρελός, όπως δηλαδή ακριβώς περίπου και ο «δικός μας» χαλεπάς – μόνο που ο χαλεπάς έκανε τό σπουδαιότερο έργο του στη «μεταλογική» του περίοδο – ή ας πούμε μετά τήν τρέλα – ενώ ο χαίλντερλιν από μια άποψη κυρίως πριν ( : αν και τά κείμενά του μετά τήν λογική έχουν μια (και όχι μόνο ποιητική) βαρύτητα που ακόμα δεν έχει ούτε μελετηθεί ούτε αναλυθεί ούτε ταξινομηθεί πλήρως)). Η φιλοσοφία λοιπόν έπαιξε σπουδαίο ρόλο στη ζωή ολονών – ο λεντς ασχολήθηκε με τόν καντ τού οποίου παρακολούθησε μαθήματα λογικής (ακριβώς), ο δε κλάϊστ πέρασε στη ζωή του μια περίοδο που ονομάστηκε «καντιανή κρίση». Ο χαίλντερλιν απ’ τήν άλλη ήταν φίλος με τόν χέγκελ με τόν οποίο μοιράζονταν και τό ίδιο δωμάτιο σαν φοιτητές, δεν έπαψε δε να τόν αγαπάει ποτέ : Είναι γνωστό τό γράμμα που τού ’γραψε, μεγάλος πια, λέγοντάς του «ήσουν ο καλός μου άγγελος». Ο μπύχνερ διάβαζε μπαμπέφ, και άλλους ουτοπικούς σοσιαλιστές – αλλά αυτός είχε και παράνομη πολιτική δράση (ένας φίλος του πέθανε στη φυλακή από τά φριχτά βασανιστήρια τής γερμανικής αστυνομίας) : όταν κυνηγούσε και τόν ίδιον η ασφάλεια, εκδόθηκε εναντίον του επίσημο ένταλμα σύλληψης, δηλαδή τόν επικήρυξαν : τή γλίτωσε φεύγοντας για τό στρασβούργο (κατά σύμπτωση στα μέρη αυτά, τήν αλσατία δηλαδή, έγινε και η  περιπλάνηση τού λεντς – που θα άρχιζε άλλωστε να απασχολεί τόν μπύχνερ συγγραφικά τήν ίδια ακριβώς περίοδο)

.

    καταζητείται : γκέοργκ μπύχνερ,
    φοιτητής, ετών 21, γκρίζα μάτια, ξανθά μαλλιά φρύδια και μουστάκι, μικρό στόμα,
. . . . . .       . . . . . .       . . . . . .    . . . . . .       . . . . . .     χαρακτηριστικά ιδιαίτερα : μύωψ
. . 13 ιουνίου 1835

.

.

   ο φρόϋντ τώρα έδωσε μεγάλη σημασία σε δύο κυρίως βιβλία στη ζωή του, και κανένα απ’ τά δύο δεν ήταν ο λεντς τού μπύχνερ (και ούτε μελέτησε, απ’ όσο ξέρω, τήν επίπτωση τών βίαιων ερωτικών καταστολών στη ζωή και τού λεντς και τού χαίλντερλιν – σε συνδυασμό μάλιστα με προηγηθείσες θεολογικές σπουδές) : τό ένα βιβλίο ήταν η γνωστή gradiva, και τό άλλο ο πρόεδρος σρέμπερ (δηλαδή daniel paul schreber «τά απομνημονεύματα ενός νευρασθενούς»). Θα ’πρεπε τώρα να κάτσω να ψάξω, αλλά βαριέμαι, αν ο φρόϋντ έχει κάπου γενικά αναφορά στον λεντς και τόν μπύχνερ – ή και τόν χαίλντερλιν. Πάντως δεν μπορεί να τά περιμένει κανείς όλα απ’ όλους. Αυτό που έχει όμως μια σημασία είναι ότι τό καλλιτεχνικό κριτήριο τού φρόϋντ είναι από ασήμαντο έως ανύπαρκτο – ή μάλλον μπερδεύει τήν τέχνη με τήν χρησιμότητά της στη δουλειά του : η «gradiva» είναι ένα ασήμαντο λογοτέχνημα, ο δε «πρόεδρος σρέμπερ» δεν είναι καθόλου λογοτέχνημα – εξαυτού όμως είναι και πιο ενδιαφέρον – και, θα έλεγα προσωπικά – και πιο καλογραμμένο : (ο «πρόεδρος σρέμπερ» μόνο πρόεδρος δεν ήτανε – πρόεδρο τόν έλεγε ο φρόϋντ για να δείξει τό πόσο τόν εκτιμούσε : ήταν ένας δικαστικός που μελέτησε με υπομονή και σχολαστικισμό αξιοθαύμαστο τήν ίδια του τή σχιζοφρένεια (τό βιβλίο είναι ογκώδες). Ο φρόϋντ έλεγε μεταξύ σοβαρού και αστείου στις καθιερωμένες συγκεντρώσεις τους τών ψυχαναλυτών ότι πρόεδρός τους έπρεπε να ’ναι ακριβώς αυτός ο σρέμπερ –)

   όταν κάνει κάποιος τήν αρχή, είναι πολύ εύκολο όλοι οι άλλοι μετά να αλωνίζουνε – έτσι μπορώ εγώ να λέω τώρα, ας πούμε, ότι θα ήταν πολύ καλύτερο (και σωστότερο) να είχε ασχοληθεί (τουλάχιστον επίσης) και με τόν λεντς τού μπύχνερ

   διότι ο φρόϋντ, για να ξαναπάμε στις χρονολογίες, είναι μεταγενέστερος όλων, και γι’ αυτό τυπικά πρέπει να τούς ήξερε όλους αυτούς (που έγραψαν και στη γλώσσα του) : και τόν χαίλντερλιν φυσικά

   (μερικές χρονολογίες ακόμα, με τήν ευκαιρία) :

   ο χαίλντερλιν γεννήθηκε περίπου είκοσι χρόνια μετά τή γέννηση τού λεντς (19 για τήν ακρίβεια : lenz 1751 – hölderlin 1770) και εφτά χρόνια πριν τόν κλάϊστ (εκείνος είχε τά τρία εφτάρια 1777 στη γέννησή του), αλλά, μολονότι ο λεντς έζησε περισσότερο απ’ τούς άλλους δύο (είπαμε, ώς τά 41 του) ο χαίλντερλιν (όπως επίσης είπαμε) τούς ξεπέρασε κατά πολύ σε μακροβιότητα : πέθανε τό 1843, δηλαδή 30 χρόνια ακριβώς μετά τή γέννηση τού μπύχνερ, και 6 χρόνια μετά τόν θάνατό του : έζησε εν ολίγοις 73 χρόνια – και τό «εν ολίγοις» εδώ δεν είναι σχήμα λόγου : αφορά τήν πραγματική ας πούμε ουσία τής βιαίως στερημένης θλιμμένης και μοναχικής ζωής του

   αριθμητικά με αιώνες τώρα : 

   ο χαίλντερλιν και ο κλάϊστ γεννιώνται στον 18ο αιώνα και πεθαίνουν στον 19ο (ο μόνος που έζησε και πέθανε στον 18ο αιώνα είναι ο λεντς) : ο κλάϊστ ζει 11 χρόνια στον 19ο και ο χαίλντερλιν 43. Ο φρόϋντ μαζί με τόν μπύχνερ είναι οι μόνοι που γεννιώνται μέσα στον 19ο αιώνα και ο φρόϋντ ο μόνος που πεθαίνει στον 20ο – και ζει και περισσότερο απ’ όλους, ώς τά 83 του. Μια που είναι έτσι πιο κοντά στον μπύχνερ, και ήταν και οι δύο γιατροί, αξίζει μια σύγκριση τών χρονολογιών αυτών τών δύο : ο φρόϋντ γεννιέται 43 χρόνια μετά τόν μπύχνερ και πεθαίνει σχεδόν 100 χρόνια (+2) μετά τόν θάνατό του

   η σημασία τού «λεντς» για τόν φρόϋντ έπρεπε να είναι τεράστια – και βάζω τόν λεντς εδώ σε εισαγωγικά, γιατί δεν εννοώ τό πραγματικό πρόσωπο απλώς, αλλά τό έργο τού μπύχνερ. Βέβαια, και τό πραγματικό πρόσωπο θα μπορούσε να τό μελετήσει ο φρόϋντ, γιατί ο μπύχνερ βασίστηκε  στα απομνημονεύματα ενός ανθρώπου που είχε ζήσει τόν λεντς από κοντά (ο πάστορας όμπερλιν). Αυτό που έχει για μένα μεγάλη σημασία είναι ότι και ο λεντς και ο χαίλντερλιν (δηλαδή οι δύο «τρελοί») αναγκάζονται απ’ τήν οικογένεια να σπουδάσουν θεολογία, και ένας ματαιωμένος έρωτας υπάρχει στη ζωή και τών δύο (τού χαίλντερλιν κατεξοχήν σημαντικός, και με ανταπόκριση, αλλά με μία παντρεμμένη)

   τελειώνοντας ας αφήσω τελειωτικά τούς αριθμούς :

   αυτό που κάνει τόν λέντς τού μπύχνερ μεγάλο έργο κατά τή γνώμη μου είναι ότι είναι ξερό, δεν έχει συναισθηματολογίες, δεν έχει αναδρομές στο παρελθόν και δικαιολογίες, δεν έχει τύψεις, και δεν ασχολείται με τό μέλλον : ο μπύχνερ μάς κρατάει διά τής βίας σκυμμένους να βλέπουμε μέσα από ένα μικροσκόπιο τήν περιορισμένη φάση μιας κρίσης, τίποτ’ άλλο : σα βασανιστής (δεν είναι τυχαίο ότι τήν ίδια εποχή νιώθει ο ίδιος τούς βασανιστές τής γερμανικής αστυνομίας να τρέχουν από πίσω του) μάς βυθίζει μέσα σ’ αυτές τίς μέρες που κράτησε η κρίση τής σχιζοφρένειας στα βουνά τής αλσατίας και στο σπίτι τού πάστορα όμπερλιν – η περιγραφή τού τοπίου είναι εσωτερική, όλα είναι εσωτερικά, ο μπύχνερ αγνοεί πλήρως οποιαδήποτε αντικειμενικότητα, και έτσι καταφέρνει να μάς πείσει πως αυτό με τό οποίο ασχολείται είναι αντικειμενικό – τό κάνει δικό του για να μάς πείσει ότι δεν είναι μόνο δικό του 

   εδώ ακριβώς όμως βλέπω επίσης τώρα και άλλα – άλλα που δεν τά ’χα σκεφτεί από τήν αρχή, για να επαληθευτεί έτσι, για άλλη μία φορά, εκείνο τό δοκίμιο τού κλάϊστ για τό «πώς οι σκέψεις διαμορφώνονται σταδιακά κατά τή διάρκεια τής ομιλίας» : ότι υπάρχει δηλαδή μια συγγένεια, μια υπόγεια και υπονομευτική ομοιότητα, ανάμεσα στον λεντς τού μπύχνερ και στον μίχαελ κολχάας τού κλάϊστ :

   είπαμε ότι ο κλάϊστ έχει προηγηθεί κατά πολύ τού μπύχνερ, και βέβαια ο μπύχνερ λογικά πρέπει να τόν ξέρει – οι χρονολογίες βοηθάνε εδώ : ο κλάϊστ αυτοκτονεί τό 1811 και ο μπύχνερ γεννιέται 2 χρόνια αργότερα, τό 1813 : επομένως όταν ο μπύχνερ είναι 22 ας πούμε χρονών (γύρω στο ’35 που κάνει τή στροφή του από τήν πολιτική δράση προς τή λογοτεχνία) τό μεγαλύτερο μέρος τού έργου τού κλάϊστ έχει εκδοθεί (ο μίχαελ κολχάας σίγουρα : εκδόθηκε τό 1810, ένα χρόνο πριν τήν αυτοκτονία (παρεμπιπτόντως να πω ότι ο κάφκα, ο οποίος έχει ομολογήσει σαφή και καθαρή επίδραση τού έργου τού κλάϊστ πάνω στο δικό του, αφιέρωσε τή μία από τίς μοναδικές δύο δημόσιες εμφανίσεις του στο να διαβάζει σελίδες από τόν μίχαελ κολχάας)) – ο κλάϊστ λοιπόν εν ζωή, αν και τόν πρήξανε οι καταστάσεις στη γερμανία, η βλακεία τών συγχρόνων του, η μικρόνοια τών κριτικών, τού γκαίτε, και οι διάφορες κλίκες (ο πρίγκηπας τού χόμπουργκ δεν βρήκε θέατρο ν’ ανέβη στη σκηνή, ως έργο αντεθνικό) εντούτοις είχε ήδη εκδόσει τά θεατρικά και τά πεζά του, είχε γράψει δοκίμια, είχε αρθρογραφήσει, ήταν αρκετά γνωστός δηλαδή και είχε κάνει έναν σχετικό θόρυβο με τό έργο του – και βέβαια μετά τή σκανδαλώδη διπλή αυτοκτονία με τήν εριέττα ο θόρυβος μεγάλωσε – σίγουρα λοιπόν τό έργο του θα συνέχιζε και δυο δεκαετίες μετά τόν θάνατό του να είναι γνωστό σε κύκλους νέων, τουλάχιστον ως μια επιθετική αβανγκάρντ (υπάρχει πάντα στα γερμανικά ο χαρακτηρισμός τού κλάϊστ ως «ο πρώτος μοντέρνος άνθρωπος τής γερμανίας»)

   σκέφτομαι λοιπόν τώρα : ο μίχαελ κολχάας είναι ένα έργο που, με τόν βαθύ και ασυμβίβαστο τρόπο τού κλάϊστ, αποτελεί από μια άποψη τήν συστηματική παρακολούθηση τής ανάδυσης μιας αναρχικής συνείδησης : ο ήρωας φτάνει στο τέλος να γίνει επαναστάτης, συνωμότης, και ό,τι θα περιγραφότανε σήμερα ως κανονικός τρομοκράτης : φυσικά η μεγαλύτερη αξία τού έργου είναι ότι πρόκειται ακριβώς για έργο τού κλάϊστ – γραμμένο με τόν ανεπανάληπτο και ακατανόητο φαινομενικά τρόπο του. Οι ομοιότητες λοιπόν ανάμεσα στην παρακολούθηση μιας αναδυόμενης σχιζοφρένειας, και στην παρακολούθηση τών αδικιών που μετατρέπουν τόν αστό σε επαναστάτη μοιάζουν ακριβώς γιατί δεν μοιάζουν – μοιάζουν, ακριβώς επειδή φαινομενικά είναι αντίθετες : όσο ο μπύχνερ βαδίζει μες στην ομίχλη τού διχασμού του ως αφηγητή, κι αρνείται επιθετικά να ξεκαθαρίσει πότε είναι απέξω, και πότε είναι ο ίδιος τρελός, τόσο ο κλάϊστ τυλίγεται με τήν ειρωνική αντικειμενικότητα που μόνο αυτός ξέρει να υπονομεύει : χρησιμοποιώντας όχι μόνο τίς λέξεις ή τό ανήλεο χτίσιμο τών προτάσεων, αλλά και τήν ίδια τή στίξη – ειδικά στον μίχαελ κολχάας η στίξη παίζει τόν ρόλο τού από μηχανής θεού, λέει όσα πρέπει να ειπωθούν αμίλητα, κρυμμένα : ταυτίζει τήν ανάσα τού αφηγητή με τό λαχάνιασμα τού ήρωα, μ’ έναν τρόπο τόσο πιο ανήλεο επειδή είναι τελείως υπόκωφος : σαν τό αμίλητο χτύπημα τής παλάμης στο τοίχωμα τής φυλακής

   σταματάω εδώ για σήμερα. Ξεκίνησα να γράψω για μεμονωμένους λύκους και τελικά πήραν όλοι μαζί μορφή παρέας, ακόμα και με τή βοήθεια τών αριθμών : όμως τέτοια σύνολα μοναχικών δεν αποτελούν τελικά παρά σπηλιές αυτονομίας. Δεν νομίζω επομένως ότι σε μια κλαϊστική επέτειο μού βγήκε τυχαία τό κείμενο να ασχολείται με μια ομάδα αντί για ένα μόνο άτομο : Είναι βαθιά ριζωμένη μέσα μου η πεποίθηση ότι στην καλλιτεχνική διαδικασία η έννοια τού ατόμου είναι ξεκάθαρη μαζί και θαμπή – αυτονόητη και ακατανόητη μαζί. Ο κλάϊστ τό έδειξε αυτό ακόμα και με τόν θάνατό του, που τόν διάλεξε να είναι, τουλάχιστον, διπλός : η εριέττα αποτελούσε γι’ αυτόν, όπως τής έγραψε κάποτε «τόν δεύτερο, και καλύτερο, εαυτό του». Αυτός ο μοναδικός ήξερε να διχάζεται χωρίς να διαλύεται, μπορούσε (και δεν τό φοβόταν) να γίνει όλοι

   γιατί στο τέλος ένας λύκος δεν αυτοκτονεί από παραίτηση αλλά από περηφάνεια : αυτή είναι και τό τελευταίο καρφί στο πλαίσιο που θα σταθεροποιήσει, στον χρόνο,  τό ουρλιαχτό του.

.

 

(άλλα εδωμέσα για τόν κλάϊστ : παλιότερο, πρόσφατο

.

.

.

Νοέμβριος 15, 2011

μεταλλικός αυτοσχεδιασμός ύμνοι και θρήνοι, προς επέτειο αυτοσχεδιασμού ανολοκλήρωτου

   

.

.

.

 

.

.

   1   εγώ δεν πιστεύω ότι η μνήμη είναι κοντή – πιστεύω όμως (κι εγώ όπως κι η ψυχανάλυση) πως τήν κονταίνουμε και τή μακραίνουμε καταπώς μάς βολεύει 

   2   ο «ύμνος στην ελευθερία» είναι από τά πιο άτεχνα και ασήμαντα ποιήματα τού σολωμού – αν εξαιρέσουμε ελαχιστότατους στίχους μεταξύ τών οποίων θα συμπεριλαμβανόταν οπωσδήποτε και τό ιταλικό δίστιχο από τόν δάντη, που προηγείται ως προμετωπίδα («libertà vo cantando, ch’ è si cara / come sa chi per lei vita rifiuta») ( : «θα τραγουδήσω τήν ελευθεριά που είναι αγαπημένη / όπως τό ξέρει και καλά όποιος γι’ αυτήν πεθαίνει» κατά δική μου σολωμικόφρονα απόδοση : γίνονται δεκτές και άλλες)

   3   προσωπικά σιχαινόμουν και τίς σημαίες και κάθε τί «εθνικόν» από μικρή : και ο συγκεκριμένος ύμνος απόκτησε για μένα νόημα μια φορά μόνο στη ζωή μου – έκτοτε ανακρούεται στα γήπεδα τίς παρελάσεις και σε συγκεντρώσεις φανατισμένων φάλτσων, πράγματα με τή βοήθεια τών οποίων ξαναβρίσκω ανόθευτη ολόκληρη τήν παλιά καλή εκείνη σιχαμάρα

   4   επειδή όμως, πέραν τών προσωπικών βίτσιων, υπάρχει και η ιστορία, τό βρίσκω πρέπον, σήμερα που αρχίζουν οι εορτασμοί για τήν επέτειο ενός αυτοσχεδιασμού που έμεινε στη μέση, να επισημάνω δυο πράγματα :

   5   ό,τι έμεινε στη μέση ανολοκλήρωτο (θυμάμαι ένα πανώ αριστεριστών στην πρώτη πορεία «δεν έγινε ο νοέμβρης για τόν καραμανλή» (προσθέτουμε εδώ ό,τι άλλα ονόματα θέλουμε σήμερα)), έμεινε ανολοκλήρωτο γιατί εν συνεχεία ακολουθήθηκε από τήν ολική επαναφορά εκείνων που είτε τόν πολέμησαν είτε τόν χάζεψαν και εκ τών υστέρων χτίσανε πολιτικές (και άλλες) καριέρες επάνω του :

   6   να μην ξεχνάμε λοιπόν ότι ο αυτοσχεδιασμός ήταν εναντίον μιας δικτατορίας τής οποίας οπαδοί και νοσταλγοί είναι τά γύφτικα σκεπάρνια που συγκυβερνάνε σήμερα : (φταίω εγώ ασφαλώς που δεν φαντάστηκα ότι τό κόντεμα της μνήμης θα μπορούσε να οδηγήσει τόσο πολύ μακριά)

   7   τό πράγμα δεν είναι ούτε γραφικό ούτε ακίνδυνο. Και ούτε εξαντλείται στα πρόσωπα. Ή μάλλον εξαντλείται ακριβώς στα πρόσωπα, αλλά όχι τού λά.ο.σ. : εξαντλείται εξαντλητικά στα πρόσωπα τού γύρω χώρου που αφήνεται μέσα σε τριαντατόσα χρόνια, να ξαναγίνει ό,τι ήτανε : αδιάφορος, για όλα εκτός απ’ τήν τσέπη του – λες και τό πρόβλημα τού φασισμού δεν ήταν, ούτε τότε, ούτε και τώρα, δικό του

   8   ο «ύμνος στην ελευθερία» είναι γραμμένος ανορθόγραφα – ή μάλλον, για να τό πω καθωσπρέπει – σε φωνητική γραφή (όπως έγραφε ο σολωμός άλλωστε όλα του τά ελληνικά (στα ιταλικά είχε μεγάλη άνεση, και ιταλικά υπόγραφε, και έτσι έκανε και τή διαθήκη του)). Όσοι θεωρούν τόν εθνικό μας ποιητή «εθνικόν», ας τό ’χουν κι αυτό υπόψη τους

   9   θα αναρτήσω προς τιμήν τής επετείου δύο βίντεα : τό ένα πρόσφατο ιταλικό (αναρτήθηκε αρχικά εδώ πηγαίνετε για να διαβάσετε και τίς λεπτομέρειες τού συμβάντος), τό άλλο πολύ πιο πρόσφατο, αμερικάνικο (αναρτήθηκε πριν πολύ λίγες μέρες εδώ)

.

   σημειώνω απλώς ότι :

   i   τό αγόρι που αυτοσχεδιάζει με τήν κιθάρα του τή μουσική τού μάντζαρου, τόσο δημιουργικά και χεβυμεταλλικά, είναι έντεκα χρονών, και μάλλον πρόκειται για παιδί ομογενών (έχει ελληνικό όνομα) 

   ii   τό ιταλικό συμβάν έγινε στην όπερα τής ρώμης όταν, μαέστρος και κοινό, συγχρονίστηκαν με τόν θρήνο va΄,pensiero τών σκλάβων εβραίων στην εξορία τής βαβυλώνας – και με αφορμή τά δικά τους σύγχρονα έκλαψαν τελικά όλοι μαζί για τήν «ωραία και χαμένη τους πατρίδα» : πατρίδα–ξεπατρίδα τά δράματα δεν έχουνε τελειώσει, δεν έχουν καν ίσως καλά–καλά αρχίσει : ας συγχρονιστούμε όλοι λοιπόν με τόν εβραϊκό θρήνο γιατί αλλιώς υπάρχει φόβος να κλάψουνε μαννούλες, πολύ περισσότερες φοβάμαι απ’ όσες θρήνησαν τό ’73

.

.

.

ένα παιδί αυτοσχεδιάζει πάνω στην heavy μεταλλική ελευθερία

.

.

κοινό και μαέστρος αυτοσχεδιάζουν πάνω στον εβραϊκό θρήνο : όμορφη και χαμένη μου πατρίδα

.

.

.

.

.

.

  

.

.

Νοέμβριος 6, 2011

heinrich von kleist ( + henriette vogel) 1811 – 2011 : (τά διακόσια χρόνια ενός διπλού θάνατου)

  

 

      τόν μήνα αυτόν (και ειδικά στις 21 νοεμβρίου) είναι η επέτειος τού θανάτου τού χάϊνριχ φον κλάϊστ – και δεν τόν αναφέρω ως διπλόν μόνο και μόνο επειδή αυτοκτόνησε μαζί με τήν εριέτα φόγκελ : με τούς (υστερόβουλους ασφαλώς) υπολογισμούς μου, πεθαίνοντας μέ στέρησε (εμένα τουλάχιστον, για να μην πω για τούς (πολλούς, σε όλον τόν κόσμο) άλλους) κι από τό έργο που θα έκανε αν δεχόταν να ζήσει λίγο ακόμα… Αλλά αυτά είναι κακοί υπολογισμοί, ασφαλώς : δεν άντεχε άλλο – η πατρίδα του τόν είχε πρήξει και φτύσει επαρκώς…

.

.

   1 τόν μήνα λοιπόν που είχαν αποφασίσει για τήν τελική σκηνή (και που θα έκανε τίς ημερομηνίες να σταματήσουν (και για τόν ίδιον και για κείνην) εντελώς και διά παντός – εκτός από τίς (ασταμάτητες ασφαλώς) ημερομηνίες που αφορούν τό εκπληκτικό, και μοναχικό, έργο του –  200 δηλαδή χρόνια πιο πριν, κι έναν όπως ετούτη τή στιγμή νοέμβρη, η εριέττα θα ’στελνε στον χάϊνριχ ένα γράμμα τόσο ωραίο αλλά και τόσο περίεργο, που δείχνει αν μη τί άλλο (εκτός από τό πόσο τόν αγαπούσε) ότι είχε εξαιρετικό ταλέντο κι η ίδια στο γράψιμο – έτσι που μάλλον θα καταλάβαινε περίφημα και τό δικό του έργο ( : άρα καλά έκανε κι αυτός από μια άποψη και «δεν ήθελε πια τίποτ’ άλλο απ’ τό να βρει έναν λάκκο για να μπεί μέσα μαζί της»)

   (τό γράμμα γράφτηκε τόν μήνα τής διπλής αυτοκτονίας αλλά δεν έχουμε τήν ακριβή ημέρα – και επειδή όλον εκείνο τόν μήνα προετοιμάζονταν και οι δύο στέλνοντας γράμματα σε συγγενείς και φίλους, μπορεί τό γράμμα να τό έστειλε η εριέττα οποιαδήποτε μέρα τού μήνα, ακόμα και τήν παραμονή τού πικνίκ στη wannsee)

   αντιγράφω λοιπόν :

.

.

      Βερολίνο, Νοέμβριος 1811

   Χάϊνριχ μου, αρμονικέ μου, παρτέρι μου από υάκινθους, αυγή μου, λυκόφως μου, γλυκέ μου ωκεανέ, αιολική μου άρπα, τριανταφυλλώνα μου, ουράνιο τόξο μου, μικρό παιδί στην αγκαλιά μου, αγαπημένη μου καρδιά, χαρά μέσα στον πόνο μου, αναγέννησή μου, λευτεριά μου, σκλαβιά μου, Σάββατό μου, χρυσό μου δισκοπότηρο, ατμόσφαιρά μου, ζέστα μου, λογισμέ μου, ποθητέ μου εκεί ψηλά κι εδώ κάτω, πολυαγαπημένο μου αμάρτημα, παρηγοριά τών ματιών μου, η πολυτιμότερη απ’ τίς έγνοιες μου, η πιο όμορφη απ’ τίς αρετές μου, καμάρι μου, προστάτη μου, συνείδησή μου, δάσος μου, λάμψη μου, κράνος μου και ξίφος μου, μεγαλοψυχία μου, δεξί μου χέρι, ουράνια σκάλα μου, Άι–Γιάννη μου, ιππότη μου, τρυφερέ μου ακόλουθε, αληθινέ μου ποιητή, κρύσταλλό μου, πηγή ζωής μου, κλαίουσα ιτιά μου, κύριέ μου κι άρχοντά μου, ελπίδα μου κι απόφασή μου, πολυαγαπημένε μου αστερισμέ, μικρέ μου χαδιάρη, απόρθητο κάστρο μου, ευτυχία μου, θάνατέ μου, πυγολαμπίδα μου, μοναξιά μου, όμορφο καράβι μου, ρεματιά μου, ανταμοιβή μου, Βέρθερέ μου, Λήθη μου, κούνια μου, θυμίαμα και μύρο μου, φωνή μου, κριτή μου, τρυφερέ μου ονειροπόλε, νοσταλγία μου, καθρέφτη μου χρυσέ, ρουμπίνι μου, αυλέ μου, αγκαθωτό στεφάνι μου, χιλιάδες θαύματά μου, δάσκαλέ μου, μαθητή μου, σ’ αγαπώ περισσότερο κι απ’ όσο μπορώ να φανταστώ. Η ψυχή μου σού ανήκει.

Εριέττα

   Υ. Γ. – Η σκιά μου τό μεσημέρι, η πηγή μου μέσα στην έρημο, η καλή μου μητέρα, η θρησκεία μου, η εσωτερική μου μουσική, φτωχέ μου άρρωστε Χάϊνριχ, αρνάκι μου πασχαλινό, τρυφερό κι άσπρο, Ουράνια Πύλη μου.

Ε.

 

      

 

   2 λέω να παραθέσω και  μερικές σκέψεις για τήν πεζογραφία του, αποσπασματικές ασφαλώς, που τίς αφιερώνω κι αυτές στη φετινή επέτειο : τής οποίας η υποδοχή στον κόσμο – και ειδικά στην γερμανία,  δικαιολογημένα βέβαια, έστω και κατόπιν εορτής – προετοιμάζεται από καιρό ( : φέτος τό καλοκαίρι μού είπαν ότι ο δήμος τού βερολίνου σχεδίασε με τήν ευκαιρία και μια σχετική βελτίωση τής κατάστασης τού τάφου (περί αυτού μπορείτε να διαβάσετε και μερικά άλλα δικά μου εδώ) :

.

   η αφηγηματική τέχνη τού κλάϊστ είναι πραγματικά μοναδική

   έχουμε να κάνουμε με ένα ύφος σκληρό σαν ατσάλι, παράφορο, στην κυριολεξία παραμορφωμένο διαστρεβλωμένο και παραφορτωμένο με υλικό – ένα ύφος συντακτικά περίπλοκο, με μεγάλες περιόδους, περιπεπλεγμένο, με μια έντονη τάση για προτάσεις τού στυλ «κατά τρόπον ώστε…» οι οποίες φτιάχνουν μια σύνταξη που από τή μια είναι αυστηρά λογική και από τήν άλλη ασθμαίνουσα μέσα στην έντασή της. Ο κλάϊστ μπορεί ν’ αφήσει έναν πλάγιο λόγο να απλωθεί σε παραπάνω από εικοσιτέσσερις γραμμές χωρίς να καταφύγει στην παραμικρή τελεία – σ’ αυτόν τόν λόγο μπορεί να συναντήσουμε ούτε λίγο ούτε πολύ δεκατρείς αναφορικές προτάσεις οι οποίες να αρχίζουν με τό αναφορικό «που» και να καταλήγουν σ’ ένα «κοντολογίς, κατά τρόπον ώστε…» πράγμα όμως τό οποίο παρ’ όλ’ αυτά δεν θα φέρει τήν πρόταση σ’ ένα τέλος, αλλά αντίθετα θα ανοίξει μία ακόμα αναφορική πρόταση! Η πρώτη φράση από τόν Σεισμό στη Χιλή από καιρό έχει καθιερωθεί σαν ένα αριστουργηματικό παράδειγμα περιεκτικού αφηγηματικού λόγου : «Στο Σαντιάγκο, πρωτεύουσα τού βασιλείου τής Χιλής, τή στιγμή ακριβώς τού μεγάλου σεισμού τού έτους 1647 κατά τόν οποίο πολλές χιλιάδες άνθρωποι έχασαν τή ζωή τους, ένας νεαρός Ισπανός με τ’ όνομα Χερώνυμο Ρουγκέρα κατηγορούμενος και φυλακισμένος για κάποιο έγκλημα, στεκόταν μπρος σ’ ένα στύλο στο κελί του, με τόν σκοπό να κρεμαστεί»

   τό καθετί σ’ αυτά τά διηγήματα είναι συναρπαστικό, εκθαμβωτικό, για να μην πω συγκλονιστικό. Όντας ο ίδιος ο κλάϊστ άνθρωπος τών άκρων, θέλγεται από ασυνήθιστα θέματα και οριακές ψυχικές καταστάσεις· καμιά φορά, μάλιστα, γίνεται και βίαιος

    η γκάμα τών ιστοριών του απλώνεται από τήν εκτεταμένη νουβέλα μέχρι τό σύντομο ανέκδοτο : από τόν Μιχαήλ Κολχάας, τήν ιστορία ενός άντρα που η βλάσφημη αντίληψή του για τή δικαιοσύνη τόν ωθεί στην παρανομία και τόν εμπρησμό, μέχρι τή Ζητιάνα τού Λοκάρνο, μια ιστορία μυστηρίου στην οποία ο ένοχος φεουδάρχης, εξαγριωμένος απ’ τό φόβο, βάζει φωτιά στο ίδιο του τό σπίτι : «Εξαγριωμένος απ’ τό φόβο». Ο αναγνώστης ας σταθεί σ’ αυτή τή φράση· είναι απόλυτα χαρακτηριστική στον κλάϊστ

   κάποτε ο κλάϊστ χρησιμοποίησε τή φράση «ο πλήρης τρόμος τής μουσικής». Όταν τό διάβασα αυτό, θυμήθηκα τήν περιγραφή τής έκφρασης τού προσώπου τού τολστόϊ, όταν άκουγε σπουδαία μουσική : ήταν μια έκφραση τρόμου.

   διαβάζοντας κανείς αυτά τά διηγήματα αισθάνεται, διαδοχικά και αντιφατικά, έξαψη έκπληξη και αγωνία. Η Μαρκησία τού Ο… είναι η πρώτη νουβέλα του. Τήν έγραψε σε ηλικία εικοσιοχτώ χρονώ, τήν εποχή που ήταν υπάλληλος σε ένα κτηματολόγιο στην καινιξβέργη, λίγο μετά αφ’ ότου είχε δημοσιεύσει ανώνυμα τήν Οικογένεια Σρόφενστάϊν. Τό θέμα είναι πολύ παλιό και κατά καιρούς πολλοί τό έχουν επεξεργαστεί. Ο κλάϊστ μπορεί να τό πήρε από κάποιο κύκλο γαλλικών μύθων, μπορεί από τόν θερβάντες, μπορεί και από τόν μονταίνιο· μπορεί όμως να τό πήρε και από τή ζωή. Όπως και να ’χει, ο τρόπος που τό χειρίστηκε φέρει τήν πιο προσωπική σφραγίδα, είναι ολοφάνερα κλαϊστικός. Θα ήταν αδύνατο να χειριστεί κανείς ένα παρόμοιο θέμα με μεγαλύτερη σοβαρότητα και αξιοπρέπεια

   «και μόνο η απλή περιληπτική αναφορά στο θέμα», έγραψε (όμως) μια εφημερίδα, «συνεπάγεται τόν άμεσο εξοβελισμό από τήν καθώς πρέπει κοινωνία. Η μαρκησία μένει έγκυος χωρίς να ξέρει κανείς πώς και από ποιον. Είναι τάχα αυτό θέμα που να αξίζει τίς σελίδες ενός περιοδικού ταγμένου να υπηρετεί τήν τέχνη; Μπορείτε να φανταστείτε τί είδους λεπτομέρειες είναι υποχρεωμένος να αναφέρει ο συγγραφέας και πόσο δυσάρεστα θα ηχήσουν σε κάποια ευαίσθητα αυτιά;» Τά ευαίσθητα αυτιά, για παράδειγμα, μιας κυρίας που έγραψε στον εκδότη : «Καμιά γυναίκα δεν μπορεί να διαβάσει τήν ιστορία τής Μαρκησίας τού Ο… χωρίς να κοκκινίσει. Πού μάς οδηγούν τέτοιου είδους γραφτά;». Είναι γεγονός πως κυρίως οι γυναίκες αντέδρασαν εναντίον τού κλάϊστ. Ακόμη όμως και άντρες σοκαρίστηκαν και ψέλλισαν τίς επικρίσεις τους, απέναντι σε ένα τολμηρό αριστούργημα που ήδη από τότε είχε θεωρηθεί ένα έργο μεγάλης πνοής

   η ιδέα τού σασπένς συνδέεται στενά με τήν ίδια τήν ιδέα τής αφήγησης, και έτσι πρέπει· τό να αφηγείσαι μία ιστορία σημαίνει να δημιουργείς σασπένς, και μέρος τής τέχνης τού πεζογράφου είναι η ικανότητά του να κάνει διάφορα σκοτεινά θέματα τής ιστορίας του να φαίνονται διασκεδαστικά· μέρος τής τέχνης του είναι επίσης τό να κατορθώνει να παραμένει συναρπαστική μία πλοκή, τής οποίας τήν έκβαση καταλαβαίνει κανείς εκ τών προτέρων. Όμως τό σασπένς τού κλάϊστ είναι τελείως διαφορετικό. Οι νουβέλες του μοιάζουν περισσότερο στο ιταλικό πρότυπο – τή novella· και novella σημαίνει νέα. Αυτά τά νέα μάς τά αφηγείται με τόση ψυχρότητα και απάθεια, και με τόσο ιδιόρρυθμο τρόπο, που τό σασπένς που δημιουργούν οι ιστορίες του να μάς φαίνεται ταυτόχρονα και ξένο και οικείο μαζί, έτσι που να λειτουργεί επάνω μας απολύτως ανησυχητικά. Όλες οι αισθήσεις μας είναι συγκεχυμένες. Ο κλάϊστ έχει τόν τρόπο του να μάς βασανίζει και – εδώ είναι ο θρίαμβός του σαν καλλιτέχνη – κατορθώνει να μάς κάνει να τόν ευγνωμονούμε γι’ αυτό τό μαρτύριο.

thomas mann

.

.

.

.

η κριτική τού τόμας μαν γράφτηκε στα αγγλικά, ως πρόλογος για τήν αμερικανική έκδοση τών διηγημάτων τού κλάϊστ τό 1954

τό γράμμα τής εριέττας φόγκελ και τά αποσπάσματα από τό κείμενο τού μαν είναι σε μετάφραση θοδωρή δασκαρόλη, από τήν έκδοση heinrich von kleist / 4 νουβέλες / (η μαρκησία τού ο…, ο σεισμός στη χιλή, ο έκθετος, η αγία καικιλία ή η δύναμη τής μουσικής) / που περιέχεται μαζί με τό κείμενο τού michel tournier «kleist ή ο θάνατος ενός ποιητή» αντί προλόγου στις εκδόσεις «άγρα» 1986

[τό κείμενο αυτό τού τουρνιέ (απ’ τό οποίο παίρνω πάντα πληροφορίες) είναι πολύτιμο γιατί παραθέτει, εκτός από τά γράμματα τών ίδιων, και καταθέσεις φίλων συγγενών και  μαρτύρων από τό αρχείο τής αστυνομίας κατά τίς έρευνες ύστερα από αυτήν τήν «αυτοκτονία μετά φόνου» (ο κλάϊστ θεωρήθηκε ότι δολοφόνησε τήν εριέττα πριν αυτοκτονήσει : η μαρτυρία κάποιου φίλου για τήν πραγματική διάσταση τών γεγονότων τού κόστισε ακριβά (αυτού τού φίλου) και στην προσωπική και στην επαγγελματική του ζωή) και φυσικά η κοινωνία τής εποχής θεώρησε τό γεγονός αυτό (τής παγίωσης μιας ημερομηνίας δηλαδή με τέτοιο ηθελημένο, χαρούμενο, και αποφασισμένο τρόπο) σκανδαλώδες αποσιωπητέο και απολύτως κατακριτέο : στον κοινό τάφο (ο φίλος φρόντισε να είναι όντως κοινός) δεν μπήκε πάντως τό όνομα τής εριέττας για τό μεγαλύτερο μέρος τών διακοσίων αυτών χρόνων – προστέθηκε απλώς μια μικρή πλάκα με τ’ όνομά της μόνο πρόσφατα (δηλαδή μέσα στην τελευταία δεκαετία) – προσωπικά μού φαίνεται μάλιστα σαν πρωτοβουλία ατομική, και πάντως όχι πολύ επίσημη…]

.

.

.

.

3 έχω ήδη γράψει εδώ κάτι δικό μου για τόν κλάϊστ
αλλά σήμερα που η δικιά μας (αλλά και η δικιά του) χώρα μάς πρήζει και μάς φτύνει πάλι επαρκώς, είπα (με αφορμή μια τόσο θλιμμένη επέτειο) να βάλω κι αυτά – προσωπικά (όσοι συχνάζουν στους κήπους τό έχουν φαντάζομαι υπόψη) δεν ξέρω καλύτερο αντιφτύσιμο από τή μεριά μας πέρα από τό να ασχολούμαστε με τήν τέχνη – αυτήν που κάνει σκουπίδι τά σκουπίδια

.

.

.

.

.

.

.

.

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: