σημειωματαριο κηπων

Μαρτίου 27, 2014

πάνω στο χαλί

 

 

 

 

αναδημοσίευση από τό e–περιοδικό στάχτες (και η εικόνα από εκεί) τού ποιητή / εικαστικού στράτου φουντούλη / αγριμολόγου :

.

   όμως ωραία δεν ήτανε πάνω εκεί στο χαλί ; όπως καθόμαστε ; που ακουμπάγαμε ο ένας πάνω στον άλλο ; και γινόμαστε αμέσως φίλοι διατηρώντας τήν αφόρητη μοναξιά μας καθώς μάς είχαν ρίξει εκεί οι μεγάλοι να τά βγάλουμε πέρα μόνοι μας μέσα σ’ ένα πηγάδι από πλήθος, και δεν έχουμε τότε τήν αίσθηση ότι είμαστε παιδιά αλλά ότι είμαστε στον μεγάλο καινούργιο κόσμο ότι είμαστε ο μεγάλος καινούργιος κόσμος, ότι είμαστε ο κανονικός κόσμος εμείς, καθισμένοι εκεί στο χαλί στο ύψος σχεδόν τού χαλιού έτοιμα να μιλήσουμε αλλά μην ξέροντας τή γλώσσα ακόμα, προσπαθώντας να μάθουμε τή γλώσσα για πρώτη φορά γιατί τότε συναισθανόμαστε για πρώτη φορά έτσι όπως είμαστε ο ένας πλάϊ στον άλλον ότι η γλώσσα που μιλούσαμε μέχρι τώρα στο σπίτι ήταν ανεπαρκής κι ότι υπάρχει μια γλώσσα που τή μιλάνε όλοι παρέα φωνάζοντας, κι ότι υπάρχει μια γλώσσα που τή φωνάζουμε όλοι ζητώντας αν και δεν ξέρουμε ακόμα τί πρέπει λοιπόν να ζητήσουμε, ότι υπάρχουνε γλώσσες λοιπόν ατελείωτες που πρέπει να τίς μιμηθούμε και από μέσα του ο καθένας είναι σίγουρος ότι μόνο αυτός δεν τίς ξέρει ότι μόνο αυτός καθυστέρησε κι ότι όλοι οι άλλοι είναι ένα σύνολο πέρα απ’ αυτόν, που ’χει αρχίσει πιο πριν, προχωρήσει πιο πριν, μάθει πράγματα απολύτως πιο πριν, κι έτσι εκεί στο χαλί τραγουδώντας κοιτώντας αντιγράφουμε μυστικά και επίφοβα ο ένας τόν άλλον μαθαίνοντας και τήν γλώσσα τού τρανταχτού γέλιου και τήν γλώσσα τού τρανταχτού φόβου και τού τρανταχτού ουρλιαχτού και τού θόρυβου τού τρανταχτού και τού ομαδικού και τής διασκέδασης τής τρανταχτής και τής ομαδικής και τής αποδοχής και τής αναμονής και τής υπομονής

   και τών ανακρίσεων τών τρανταχτών

   και τών εκπλήξεων τών τρανταχτών που θα μάς πέσουν στο κεφάλι από τό άγνωστο μαύρο σκοτεινό εκείνο τετράγωνο τής μαύρης τρύπας εκείνης τής σκηνής

   και τής ανάκρισης τής σκοτεινής

   κι αυτός ο κόσμος είναι για πρώτη φορά τόσο γεμάτος από άγνωστες γλώσσες κινήσεις συμπεριφορές

   και ανακρίσεις

   και αν θυμάσαι κρυφοκοιτάζαμε ο ένας τόν άλλον να δούμε τί έπρεπε να κάνει και πώς έπρεπε να φερθεί και ένιωθες μέσα απ’ αυτήν τήν μίμηση συμπεριφορών μια συντροφικότητα κάπως περίεργη – αυτή πιστεύω εγώ είναι η πρώτη μορφή γλώσσας που τή μαθαίνεις μέσα σε μια συντροφικότητα πηγαδιού στο οποίο σέ πετάν δια τής βίας : η γλώσσα τού μπάρμπα–μυτούση

   ναι συντροφικότητα στη δυστυχία και τήν αγωνία

   και έτσι λοιπόν μαθαίνουμε πρώτα να ουρλιάζουμε για να αρχίσει τό έργο, και να φωνάζουμε : ύστερα να τραγουδάμε : ύστερα να χειροκροτάμε, ή μάλλον να χτυπάμε τά χέρια μας ενώ τραγουδάμε : τό θυμάσαι τό τραγούδι που μάς έβαζε μια κυρία να λέμε ; μια κυρία μπροστά που μάς έδινε τόν τόνο και που χτύπαγε τά χέρια της για να μάθουμε να τά χτυπάμε τά χέρια κι εμείς, μια ψηλή κυρία : Δε μού λες, λες αλήθεια να ’χαμε συναντηθεί καμία φορά, λες να ’χαμε κάτσει και δίπλα–δίπλα ; Μη μού πεις, τί μαγεία αυτά τά τεράστια σώματα από λιλιπούτεια πλάσματα μες στο σκοτάδι, δηλαδή σιγά–σιγά τρεμόσβηναν τά φώτα και χαμήλωναν μέχρι να γίνει τό σκοτάδι τέλειο και να φωτιστεί ξαφνικά εκειπάνω ψηλά η σκηνή : όμως ενώ όσο ακόμα είχε φως περιεργαζόμαστε εμείς τά περήφανα μέλη τού γενναίου καινούργιου κόσμου που μόλις είχε βγει απ’ τ’ αυγό (και γι’ αυτό ήταν τό σημαντικότερο πράγμα τό να είναι τό μέγεθός σου ελάχιστο) όμως με τ’ απόλυτο ξάφνου σκοτάδι, ξάφνου τά ουρλιαχτά μας γινόντουσαν πραγματικά ουρλιαχτά, δηλαδή γνήσια απόλυτη και ώριμη πλέον σιωπή, σαν να ξέραμε τί θα συμβεί πλέον στο μέλλον

   και ότι θ’ αρχίσει κανονικά η ανάκριση : (Τό ξέραμε κι αυτό, ή τό μαθαίναμε : κι αν δεν τό ξέραμε τήν πρώτη φορά τό ’χαμε μάθει πια τή δεύτερη)

   και έτσι λοιπόν είμαστε πάλι ζωάκια που μυρίζαμε τό ένα τό άλλο πάνω κεί στο χαλί για να ξεπατικώσουμε φωνές και να μάθουμε επιτέλους τή γλώσσα με τήν οποία έπρεπε να μιλήσουμε σ’ αυτόν τόν κωλόγερο

   ώστε να ξέρουμε μετά πώς να ουρλιάξουμε όταν θα άρχιζε πια μετά κανονικά η ανάκριση που δεν ξέραμε σε ποιο κεφάλι θα πέσει – και η οποία από τήν αρχή κρεμόταν πάνω εκεί στα κεφάλια μας – περισσότερο απ’ όσο κρεμόταν η ίδια η ωραία αυτή σου σκηνή

   και τής οποίας η ώρα θα ερχότανε κάποτε βέβαια και τελικά ήρθε : Ορίστε λοιπόν ανυπόμονη : τώρα είναι η ώρα της, τώρα που ανοίγει και φωτίζεται η σκηνή ψηλά εκεί πάνω κι όχι τόση ώρα, που φαγώθηκες λες κι ήθελες να μού κόψεις τήν όρεξη τή ρέντα και τόν ειρμό : είχα ρέντα, ωραία δεν τά ’πα, ε ; Πώς μού ’ρχόντουσαν έτσι ωραία οι ιδέες : δεν τά ’χω ξαναπεί αυτά έτσι ωραία αν θες να ξέρεις. Ήμουν σε φόρμα μέ ενέπνεε τό περιβάλλον : Λέγε λοιπόν τώρα, άσχετη που μόνο εσύ θέλεις να μιλάς : πολυλογού που δεν ξέρεις ούτε καν τήν σειρά τών πραγμάτων : ακόμα δεν έμαθες τρόπους ; δεν έμαθες τίποτα ανεπίδεκτη ; Λέγε λοιπόν : Τί σέ πείραζε από τήν ανάκριση ; Δεν έτρωγες όλο τό φαΐ σου κακό κορίτσι ;

   και γιατί δεν ήσουν ήσυχο παιδί Μπετούλα ; Γιατί στενοχώρησες τή μαμά σου Νικολάκη ; Και γιατί δεν έπεσες νωρίς για ύπνο χτες Γιαννάκη ;

   και γιατί τρως τά νύχια σου Βασιλάκη ; Και γιατί στενοχωρείς τή γιαγιά σου Δημητράκη ;

   και γιατί κουνάς τά πόδια σου όταν τρως Φωτεινούλα ;

   και γιατί ρουφάς τή μύτη σου όταν σού μιλάει ο μπαμπάς Αργυρούλα ;

   και γιατί έσπασες τό ωραίο πιάτο απ’ τόν μπουφέ Γιαννούλα ; Και γιατί ζωγραφίζεις στον τοίχο με τά χρωματιστά μολύβια που σού πήρε ο θείος Μαχούλα ; Και γιατί χορεύεις όλη τήν ώρα Ισιδωρούλα ;

   και γιατί μικρή Ντιάνα κυνηγάς τ’ άλλα παιδάκια ;

   και γιατί μικρή Ελένη κυνηγάς τά αγοράκια ; Τό σοκ δεν ήταν τόσο, η διαπόμπευση δεν ήταν τόσο επειδή ήξερε τί έχω κάνει και μέσα στο σπίτι κιόλας τό οποίο ήταν πολύ μακριά και στο οποίο ήμουνα σίγουρη ότι δεν είχε έρθει ποτέ αυτός ο διαολικός μπάρμπας επίσκεψη, κι ούτε καν τό ότι ήξερε καλά και φώναζε κιόλας δυνατά τ’ όνομά μου, μπροστά σε όλους, άσχετα από τό αν αυτοί δεν τό ξέρανε (κι αυτό ήταν η μόνη μου παρηγοριά (κι άρχισα σιγά–σιγά να μαθαίνω ότι αυτό ήταν κι η παρηγοριά και τών άλλων επίσης, κι έτσι, αντί να μάς ενώνει οτιδήποτε πάνω εκεί στο χαλί που ωραία εσύ τό αναγόρευσες σε σπουδαίο και ηρωικό και περίφημο, μάς χώριζε ακριβώς και μάς σκέπαζε προστατευτικά και μάς κουκούλωνε τό ότι είμαστε απόλυτα ξένοι και ότι ξένοι ελπίζαμε για πάντα να μείνουμε) (τό ότι δεν είχαμε και δεν θα είχαμε, αν είμαστε έστω ελάχιστα μέσα στην ατυχία μας αυτή τυχεροί, καμιά με κανέναν εκεί απόλυτα σχέση)) όχι λοιπόν τόσο τό ότι έλεγε εκεί ενώπιον όλων όλα τά φοβερά και φριχτά που ’χα κάνει, όσο τό ότι συμφωνούσε απολύτως δηλαδή με τή μάνα μου στο ότι αυτά ήταν όντως φοβερά και φριχτά : και αυτή ήταν μια μεταφυσικής τρομαχτικής ισχύος νίκη που αυτή κατάφερε αποδεδειγμένα εναντίον μου και τήν οποία αμέσως κατάλαβα ότι δεν θα τής συγχωρέσω ποτέ. Αν κάτι έμαθα εγώ τότε, επειδή τά είπες τόσο ωραία και γλαφυρά προηγουμένως, δεν ήταν ούτε να μιλάω πάνω κεί σε εκείνο εκεί τό χαλί ούτε να γελάω ούτε να κλαίω αλλά να κρύβομαι ακριβώς μες στο πλήθος, πάνω εκεί στο χαλί, αν κάτι μού ’μαθε δηλαδή αυτός ο παλιόγερος δεν ήταν κανενός είδους κοινά ιδιώματα γλώσσες και λοιπά και λοιπά και πολύ λυπάμαι αν σέ στενοχωρώ γλωσσολόγα μου, αλλά τό ότι μες στο πλήθος χάνεσαι, ότι μπορεί να λουφάξεις και να κάνεις τόν ψόφιο κοριό μες στο πλήθος. Κι αυτό γιατί σύντομα (πανικόβλητη όπως ήμουν και συνεπώς και γι’ αυτό και μόνο πανέξυπνη) διαπίστωσα ότι δεν κοιτούσε καν προς τή μεριά που καθόμουνα όταν μιλούσε για μένα ο μυστήριος πάνινος πάνσοφος αλλά τελείως αλλού και μέ παρηγόρησε (πολύ χαιρέκακη παρηγοριά, σημείωσέ το σέ παρακαλώ) τό ότι δεν ήμουνα μόνη μου στην συγκλονιστική αυτή ψυχρολουσία αλλά τό ότι όλοι κοιτούσαμε μέσα στα δήθεν γέλια που νόμιζες εσύ ότι μάς ένωναν, απλώς ποιος ψυχρολουζότανε κάθε φορά ή ποιος είχε ήδη ψυχρολουστεί και ακριβώς τό ότι δεν μπορούσαμε να καταλάβουμε τίποτα ήταν τό μόνο που μάς παρηγορούσε επίσης : έτσι ακριβώς μάθαμε να κρυβόμαστε μέσα στο πλήθος κυρία μου (σημείωσέ το : εντελώς κουτοπόνηρα) και να χαιρόμαστε με τήν αόρατη αλλά σίγουρη (και πρόσεξε : όσο πιο αόρατη τόσο πιο σίγουρη, όσο πιο πολύ γελούσαμε τόσο πιο πολύ πονούσαμε) δυστυχία ο ένας τού άλλου :

   και με τήν ακόμα πιο αφόρητη δυστυχία (ανατριχιάζω και μόνο που τό θυμάμαι, θυμάσαι ; ) κάποιων ακόμα περισσότερο δυστυχισμένων – τά θυμάσαι αλήθεια αυτά τά κακόμοιρα – που σαν υπνωτισμένα από τά πάνινα χέρια και τό πάνινο κεφάλι πάνω εκεί στη σκηνή, σαν μαγεμένα με τό στόμα ανοιχτό μόλις ακούγανε τ’ όνομά τους τού απαντάγανε κιόλας : τί φρίκη. Και μόλις καταλαβαίναν τό λάθος τους κοιτάζανε γύρω : ντρεπόντουσαν, πόσο ντρεπόντουσαν : και μεις χαιρόμαστε πόσο χαιρόμαστε (που υπήρχανε κάποιοι που τήν είχαν πατήσει : επιβεβαιώνοντας ότι εμείς δεν τήν πάθαμε : ) έτσι επιβεβαιωνόταν η αντίληψη (που ακολουθεί τόν κόσμο σ’ όλη του τή ζωή) (και για τήν οποία ο κόσμος, εμείς (δηλαδή οι έξυπνοι που μετράμε τά λόγια μας και δεν μιλάμε με ξένους ούτε στον δρόμο ούτε στο πεζοδρόμιο ούτε στις γκαλερί) καμαρώνουμε) περί τής δικής μας εξυπνάδας εφόσον υπάρχει η χαζομάρα τών άλλων : Εμείς είμαστε οι έξυπνοι δηλαδή κυρία ζωγράφα μου απλώς και μόνο διότι υπάρχουνε κι οι άλλοι που, εφόσον είναι παραδομένοι στην μαγεία τού θέατρου τού σκοταδιού και τής τέχνης, είναι χαζοί. Πόσο πρέπει να αγαπούσαν τά κακόμοιρα αυτά τό θέατρο και πόσο να θεωρούσαν σωστό τό αυταπόδεικτο που δεν υφίσταται πουθενά όμως πλέον, δηλαδή να πάρουνε αυτό τό πράγμα τό αστείο στα σοβαρά – και να ’ναι ειλικρινέστατα εκειπέρα εκεικάτω μαζί του : νομίζω αυτοί είναι στους αιώνες τών αιώνων αμήν και για τόν αιώνα τόν άπαντα οι πιο απόλυτα γνήσιοι τίμιοι παραδομένοι δηλαδή και μαγεμένοι στη μαγεία του θεατές

   που όμως δεν πηγαίνουν ποτέ τους στο θέατρο : δεν πρέπει να ξαναπήγαν ποτέ από τότε δηλαδή διότι πρέπει να τούς έγινε μάθημα : ναι, φρίκη : πόσο πρέπει να τό μισήσαν αυτοί ακριβώς τότε τό θέατρο, ε ; Αυτοί οι τόσο τέλεια παραδομένοι και γνήσιοι αυτοί οι πιο τίμιοι απ’ όλους όπως λές θεατές βάζω στοίχημα ότι δεν πηγαίνουν πλέον ποτέ τους στο θέατρο

   χα. Λες να μην πηγαίνουνε πλέον, να μην ξαναπήγαν ποτέ από τότε ; Λες δηλαδή να μην υπάρχει ούτε ένας ; ούτε ένας ; ούτε μία ποτέ ;

   πιστεύω λοιπόν ότι αυτό ήταν ένα απ’ τά πιο δύσκολα μαθήματα που έπρεπε μετά μεγαλώνοντας όλοι – αν είμαστε λίγο τυχεροί φυσικά – να ξεμάθουμε : αν τό ξεμάθαμε φυσικά, αν θελήσαμε να τό ξεμάθουμε φυσικά, κι αν μπορέσαμε – είναι κι αυτό – να τό ξεμάθουμε, είναι κάτι που μοιάζει λίγο με τό πώς πρέπει να ξεμάθουμε να ζωγραφίζουμε μετά, όταν πάμε μετά εκεί στο σχολείο

   ή με τό πώς πρέπει να ξαναμάθουμε να μιλάμε μετά, αφού αφήσουμε μετά εκεί τό σχολείο, αφού πάψουμε να γράφουμε τίς εκθέσεις που γράφαμε δηλαδή εκεί στο σχολείο

   δεν ξέρω εσύ πάντως πότε κατάλαβες ακριβώς τί συμβαίνει και τί χρωστάς στη μαμάκα σου, αλλά εγώ τό χρωστάω στον αδελφό μου αυτό : μάλιστα, τόν πιτσιρίκο :

   στην αρχή ήμουνα μόνη, ολομόναχη πάνω εκεί στο χαλί όπως λες και εσύ. Έφαγα όλες αυτές τις ψυχρολουσίες εκεί ολομόναχη – κι έντρομη

   τό κακόμοιρο

   κατάλαβα όμως καλά τί συμβαίνει όταν άρχισε πλέον να παίρνει η μάνα μου και τόν αδελφό μου μαζί : Βέβαια είχα μεγαλώσει κι εγώ πλέον τότε λιγάκι : Και για όλα έφταιγαν αυτές οι κουίντες που δεν ξέρω πώς τά λέτε καλά στο θέατρο εσείς – αυτή η αυλαία τέλος πάντων εκεί, η κουρτίνα, όχι η μικρή η ασήμαντη αυτού τού ασήμαντου μικρού παράθυρου που ήταν τό κουκλοθέατρο αλλά η άλλη, η μεγάλη, η μαύρη, που μπερδευόσουνα και χανόσουνα μέσα της που σέ περίμενε, μαύρη μυστηριώδης ακίνητη παλλόμενη μετά τήν μεγάλη γυάλινη είσοδο αν θυμάσαι μάς περίμενε ακίνητη, και ήταν αυτή η είσοδος τής σπηλιάς με τήν οποία αν μπλεκόσουνα έμπαινες μέσα, μέσα στην τεράστια αίθουσα αυτή με τά παιδιά εκεί χαμηλά στα χαλιά, και όλον τόν κόσμο εκεί χαμηλά στα χαλιά,

   και όλες τίς πολύχρωμες φωνές και τά γέλια και τά τραγούδια και τήν αναμονή χαμηλά στα χαλιά : και τόν καινούργιο κόσμο που κοιτούσε τριγύρω να δει τούς άλλους καινούργιους που θα καθόντουσαν κι αυτοί εκεί χαμηλά στα χαλιά –

   όμως, όμως, πριν μπεις μέσα, ήταν αυτή η κυρία εκεί στο χωλ αριστερά και μού πήρε τόσον καιρό τόσο απίστευτα ηλίθιο καιρό να καταλάβω ότι τήν ώρα που η μάνα μου μ’ έσπρωχνε μες από τήν κουρτίνα και μού ’λεγε, Προχώρα και θά ’ρθω εγώ μετά να κάτσω πίσω με τούς μεγάλους, καθώς εγώ προχωρούσα μες απ’ τήν βελουδένια υφή προς τό βελουδένιο χαλί, αυτή έδινε σ’ ένα χαρτί γραμμένα χαρτί και καλαμάρι τά χαφιεδίστικά της στην κυρία αυτή που ήταν στο χωλ και τήν είσοδο : Γι’ αυτό ήταν αυτή η κυρία στο χωλ και τήν είσοδο : για να παίρνει πληροφορίες για μάς, κι όχι για να παίρνει εισιτήριο. Κι όταν μάς πήγε μια μέρα η μαμά μου με τόν αδελφό μου μαζί, τόν έσπρωξα τότε μια μέρα μέσα από τήν κουρτίνα κι εγώ με τό χέρι μου κι έμεινα πίσω για λίγο με τή μαμά μου εγώ, και τήν κυρία αυτή στο χαμηλό τραπεζάκι, και τότε άκουσα τό φριχτό προεόρτιο τού θεάτρου : τότε άκουσα τούς απαίσιους ψίθυρους τότε άκουσα τόν κοφτερό ψίθυρο (κοφτερό πιο πολύ, ζεματιστό πιο πολύ, επειδή ήταν χαμηλόφωνος σιωπηλός χαμογελαστός δημητράκης φωτεινούλα ισιδώρα αργυρούλα και γιαννάκης και κωστάκης μάχη νίκος και ανθούλα – ονόματα συριστικά σαν δαγκώματα σε λίγο φιδιού, υπόκωφα σαν κατραπακιά σε λίγο από γκιλοτίνα) που τίς ένωνε όλες αυτές τίς μαμάδες με τά υπέροχα κασκόλ μαντίλια παλτά αρώματα νάϋλον χρώματα καμηλό και καρρώ μάλλινα χρώματα που περιμένανε συνωμοτικά όλο ψίθυρο στη σειρά υπομονετικά μιλώντας σιγανά μεταξύ τους κι ανταλλάσσοντας κασκόλ και καρρώ και πουά και τουήντ κι ήταν αυτή αυτονών η συμμετοχή κι η δημιουργία που θα είχαν ποτέ τους αυτοί με τήν τέχνη, ψίθυροι ήταν η τέχνη τους, σφυρίγματα μες στα τουήντ κατραπακιές στη σειρά μέσα στο φωτεινό μεσημέρι (νομίζω ότι μάς πηγαίνανε πάντα χειμώνα) μεσημέρι που έλαμπε πάντως από τή μυρωδιά (και τήν σκόνη) τών διαστημικών τών διαπλανητικών χριστουγέννων –

από τό μυθιστόρημα «έκθεση βαθυτυπίας», εκδόσεις «απόπειρα» 2006

 

 

 

 

 

 

 

 

  

Advertisements

Μαρτίου 8, 2014

ματωμένα βιβλία, υποκριτικές κατά συρροή

 

  

 

  

   είμαι κατά τών φόνων κι είμαι κατά τής βίας : κι είμαι κατά τής υποκρισίας εκείνων που τούς αρέσουν τά παραπάνω φτάνει να επωφελούνται οι ίδιοι απ’ αυτά, αλλά όταν επωφελούνται κι οι εχθροί τους διαμαρτύρονται : διαμαρτύρονται δηλαδή ότι οι εχθροί τους είναι ανήθικοι και μάλιστα και τρομοκράτες : εμένα μέ τρομοκρατούν όλ’ αυτά – και μάλιστα τό παιχνίδι ειδικά με τίς λέξεις μέ τρομοκρατεί κατεξοχήν

   τό παιχνίδι με τίς λέξεις είναι κατεξοχήν τρομοκρατικό γιατί πάει να μέ τουμπάρει ότι είναι ακίνδυνο, ενώ είναι δολοφονικό γιατί καταδικάζει και αθωώνει : αυτό καταδικάζει και αθωώνει : ως βασικό στοιχείο τού παιχνιδιού με τή βία και τούς φόνους έχουμε δηλαδή πάντα τίς λέξεις : δεν καταδικάζουμε κανέναν αν δεν τόν περιτυλίξουμε πρώτα με τίς κατάλληλες λέξεις : τό ίδιο πράγμα άλλοτε είναι φόνος κι άλλοτε δεν είναι δηλαδή : εμείς οι ίδιοι, καθόλα λογικοί, άλλα τά λέμε φόνους κι άλλα τά λέμε εργατικό δίκαιο – άλλα τά λέμε φόνους κι άλλα τά λέμε καπιταλισμό – άλλα τά λέμε φόνους κι άλλα τά λέμε πατριαρχία ή οικογένεια, θρησκεία ή χριστιανισμό ή δωδεκάθεο – : όταν τό κοριτσάκι και η γυναίκα ξεφορτωθούν τό νεογέννητο που δεν θέλησαν ποτέ να γεννήσουν είναι μήδειες φόνισσες και τέρατα – όταν ο μαλάκας εγκαταλείπει ένα κοριτσάκι έγκυο και τό σκάει είναι άντρας και φοράει παντελόνια : όταν ο άλλος μαλάκας σκοτώνει μωρά στον πόλεμο δεν είναι ούτε τέρας ούτε φονιάς ούτε μήδειος (ναι), είναι πατριώτης στην χειρότερη περίπτωση, και στην καλύτερη «χαζός που δεν μπορεί να κάνει αλλιώς, τόν πήρανε στρατιώτη τόν κακομοίρη» : όταν ο πάτερ φαμίλιας διδάξει στον γιο του ότι είναι καλό πράγμα η πατρίδα και ο στρατός που τήν περιφρουρεί, αυτό λέγεται πατρική συμβουλή (και οικογενειακός προσανατολισμός) – όταν ο ναυτικός σκοτώσει τήν πουτάνα στο λιμάνι (ή τή γυναίκα του και τήν κόρη του στο σπίτι : επειδή τόν απατήσανε ή γαμηθήκανε γενικώς) αυτό λέγεται η απελπισία κι η αμορφωσιά τής φτώχειας η κοινή λογική τής κοινωνίας ή ο βρασμός ψυχής τών αντρών : εγκλήματα τιμής είν’ αυτά : κι όταν ο εφοπλιστής αυγατίζει τήν περιουσία του φουντάροντας καράβια αύτανδρα (ή απλώς βάζοντας τούς ναυτικούς να δουλεύουν σα σκλάβοι για πάρτη του) αυτό λέγεται επιχειρηματικότητα και απλώς καπιταλισμός : όταν ο βιομήχανος έχει σκλάβους που αυγατίζουν τήν περιουσία του, και κάποιοι απ’ αυτούς σκοτώνονται σε εργατικά ατυχήματα (γιατί είναι και αγνώμων στους ανθρώπους που τόν τρέφουν και δεν φροντίζει να πληρώσει κάτι παραπάνω για τήν ασφάλειά τους), αυτό λέγεται απλώς καπιταλισμός : που είναι τό μόνο λογικό σύστημα και έχει τήν τάση να καταπίνει αμάσητες και τίς κρίσεις του – και όταν ο εφοπλιστής σκοτώνει τή γυναίκα του στις κλωτσιές αυτό λέγεται επίσης ότι ο τύπος αυτός είναι λιγάκι νευρικός άνθρωπος

   εμένα λοιπόν μέ τρομοκρατεί ο διάχυτος φόνος η διάχυτη βία ο διάχυτος πόλεμος – και η διάχυτη κοινή λογική που τά θεωρεί όλ’ αυτά φυσικά, φτάνει να μη στραφεί κανένα μπιστόλι ή μαχαίρι κατά λάθος ή εξεπίτηδες εναντίον της : και εμένα μ’ αρέσει επίσης πολύ η ιστορία : μ’ αρέσει να τά βλέπω όλα δηλαδή κατά καιρούς (όταν έχω καιρό) από μακριά, σαν να γίνανε όλα πριν από δυο χιλιάδες χρόνια :

   είμαι λοιπόν μια αρειανή δηλαδή που κοιτάει τόν πλανήτη από μακριά : τά βράδια κάνει ένα ταχύτατο ζάπινγκ σε ό,τι παίζουνε αυτά τά κουτιά με τά οποία αποκοιμίζονται (όλη μέρα, όλη τους τή ζωή) οι σκλάβοι (ο πλανήτης αυτός έχει 99% σκλάβους – μυστήρια πράγματα υπάρχουν στους γαλαξίες : ) λοιπόν αποκοιμίζονται με αίματα, αίματα συνεχώς και παντού : αίματα για να μην τούς ενοχλούν τά αίματα : αίματα για να θεωρούν κανονικά τά αίματα τά δικά τους τής γειτόνισας και τού γείτονα : αίματα για να θεωρήσουν κανονικά τά αίματα που θα δουν μετά για δυο ώρες στις ειδήσεις : και έτσι λοιπόν αποκοιμίζονται με φόνους : φόνους για να νομίζουν ότι ο φόνος γίνεται με τό μαχαίρι και να μην καταλάβουν ότι έχουν οι ίδιοι δολοφονηθεί από ιδέες κι από λέξεις (και από τήν ηθική και από τή μεταφυσική και από τήν ανάγκη) : αίματα για να νομίζουν ότι οι ίδιοι είναι αναίμακτοι : αίματα με τίς λέξεις για να νομίζουν ότι οι λέξεις είναι αναίμακτες κι αθώες και άσπιλες : αίματα με βιβλία για να μη διαβάσουν ποτέ βιβλία που θα τούς δείξουν τά αίματα που κάποτε προσπάθησαν να τούς ελευθερώσουν : και αίματα με τό μυαλό για να μη βάλουν ποτέ τό μυαλό τους να δουλέψει, και αίματα με τά μάτια για να μη δουν ποτέ, και ποτέ να μη νιώσουν

   κάνω λοιπόν συχνά ζάπινγκ στην ιστορία αυτών τών σκλάβων : όλα κόκκινα και βαμμένα με αίμα – σε σπάνια (πολύ μικρά, λιλιπούτεια) διαστήματα βλέπω και κάτι άλλα χρώματα, κάτι μικρές λάμψεις γαλαζωπές ξεκούραστες από ανθρώπους που είχαν προς στιγμήν και κάτι άλλο στο μυαλουδάκι τους (αυτός ο πλανήτης έχει μικρό μυαλό), κάτι μικρές λάμψεις γαλαζωπές ή και χρυσαφιές ξεκούραστες (που μού θυμίζουν για λίγο τόν δικό μου πλανήτη) λάμψεις γαλήνιες γαλαζωπές και χρώματα που προσπάθησαν να ψελλίσουν δυο λέξεις αλλιώς, τό χρώμα γύρω είναι αλλιώτικο (μού ξεκουράζει τά μάτια) (αυτός ο πλανήτης λέγεται γαλάζιος, κι ακόμα δεν έχουνε καταλάβει ότι τό αίμα τους είναι μπλε – ούτε τίς φλέβες στο χέρι τους δεν έχουν καταφέρει να κοιτάξουν οι δύστυχοι – δεν έχουν καταλάβει ότι τό αίμα τους είναι μπλε – κι ας είναι κάτι επιστήμονες (έτσι τούς λένε, μολονότι κι αυτοί σκλάβοι είναι) που τούς τσαμπουνάνε ότι τό χρώμα που βγάζει ζέστη είναι τό μπλε, κι όχι τό κόκκινο όπως νομίζουνε – ο πλανήτης είναι μπλε, τό αίμα όταν είναι ζωντανό (μέσα τους, και ζεστό) είναι μπλε – κοκκινίζει όταν παγώσει και νεκρωθεί (και βγει απέξω και πλημμυρίσει και χυθεί) – όλοι έχουν γαλάζιο αίμα οι βλάκες και δεν τό ξέρουνε : απλώς είναι πολύ λίγοι αυτοί που δεν τούς χύνεται γιατί δεν τούς αγγίζει κανείς (κι έτσι μένει πάντα γαλάζιο μέχρι να πεθάνουνε και να πάνε στην κόλαση (η κόλαση είναι γεμάτη πρίγκηπες, κόλαση λένε αυτοί τό μέρος που εμείς λέμε σκουπιδιάρικο και καίμε τά σκουπίδια για να μη μολύνουν και τόν υπόλοιπο κόσμο)) : οι άλλοι λοιπόν φτύνουν αίμα όλη μέρα, και τό αίμα τους είναι τριγύρω παντού κι έχουν συνηθίσει να τό βλέπουν νεκρό παγωμένο και κόκκινο)

   καμιά φορά βλέπω και μερικούς που προσπάθησαν να ψελλίσουν δυο λέξεις αλλιώς – καμιά φορά, λίγες φορές, ξεσήκωσαν κι άλλους – λέω, νά που υπάρχουν κι έξυπνοι σκλάβοι – κι ύστερα τούς βλέπω να πνίγονται κι αυτοί στα κόκκινα : κι έτσι ξαναρχίζει τό κόκκινο και τό αίμα πάλι τρέχει και μέ πνίγει, και τό συχαίνομαι αυτό τό πράμα : αυτό τό χρώμα μού θυμίζει εκείνους τούς πλανήτες τούς παγωμένους : παγωνιά και πόνος που δεν υποφέρεται : αλλά και πυρές φωτιές φλόγες εξίσου άφλογες και παγωμένες : τό ζάπινγκ να σού πω τήν αλήθεια είναι αφόρητο, μ’ ενοχλεί εξαιρετικά, κι ύστερα μ’ ενοχλεί κι η κοροϊδία σα συνδυάζει χρώματα με ήχους (περίεργη σχέση έχουνε με τίς λέξεις αυτοί οι άνθρωποι, άπαξ κι οι λέξεις λένε κάτι κοντά σ’ αυτό που συμβαίνει τίς σκεπάζουν με μαύρο) (άλλο χρώμα κι αυτό πολύ διαδεδομένο πολύ εκεί ανάμεσα) : είναι λίγες, πολύ λίγες οι διαμαρτυρίες σ’ αυτόν τόν πλανήτη και με λέξεις και με τρεξίματα και με σκουντουφλιές και με γροθιές (και με δρεπάνια καμιά φορά (κάτι αγρότες εκεί σ’ αυτό που τό λένε προϊστορία – κάτι λέξεις που βρίσκουν – πάντα να συνδυάζουν τίς λέξεις με τίς αμαρτίες τους)) (εξεγέρσεις τίς λένε κανονικά (ή επανάσταση) αλλά δεν τίς αγαπάνε τίς λέξεις και τίς φοβώνται, κουκουλώνονται με τήν κουβέρτα τους μόλις τίς πεις να τά βλέπουνε όλα μαύρα) αίμα λοιπόν, πολύ αίμα : εναντίον τού ελάχιστου αίματος που ζητούσαν οι ξυπόλητοι να χυθεί για να φύγουν οι πρίγκηπες, να γίνουνε πρίγκηπες όλοι : αυτοί τού ενενηνταεννιά (τοίς εκατό) που θέλαν να ζήσουνε γαλάζια και γαλήνια, και κυρίως εκείνα τά αξιολύπητα τού άλλου γένους, τού φύλου, πώς τά λέγανε – αυτά δεν χύσαν μόνο αίμα χύσαν και φωτιά, τά πνίξανε τά εξαφανίσανε, τά αλλάξανε, τά κάψανε – και τώρα κάνουν ότι δεν τά ξέρουν, τούς αφιερώνουν μια μέρα

   γενικά κάνουν ότι δεν καταλαβαίνουν τίποτα όλοι : μόνο οι πρίγκηπες καταλαβαίνουν τό συμφέρον τους σ’ αυτό τό χαζό μέρος

   ύστερα μ’ αρέσει να μπαίνω στο αυτί μιανής που όλο γράφει και που δεν καταλαβαίνει κανείς τί λέει γιατί λέει διάφορα παλαβά : αυτό τό είδος υπάρχει από παλιά και λέγεται παλαβοί : μπαίνω στ’ αυτί της και τήν ακούω, δηλαδή ακούω τί σκέφτεται που βγαίνει μετά από τ’ αυτί της και, επειδή είναι παλαβή, μπαίνει μετά και στο στόμα της και τά λέει και δυνατά : εχτές μού είπε (δηλαδή δεν τά είπε σ’ εμένα, αλλά τήν άκουσα και τήν έγραψα από μέσα μου κι έπειτα πήγα στον πλανήτη μας και τά ’βαλα να τήν ακούσει κι ένας από τούς φίλους μου (κι ένας απ’ τούς εικοσιπέντε εραστές μου) που αυτός ξέρει τή γλώσσα της (αυτός ξέρει τή γλώσσα γιατί ασχολείται ειδικά με τίς ξένες γλώσσες, τών πλανητών εκείνων που είναι αδύναμοι κι έχουνε γλώσσες εύκολες, και τίς γράφουν και με πολύ πρωτόγονο τρόπο σαν άγριοι πάνω σε κάτι βαριές πλάκες χαρτιά – κι έχουνε κάτι γλώσσες που μόλις διαβάσεις τήν πρώτη λέξη καταλαβαίνεις μετά τή συνέχεια) : λοιπόν αυτή έβριζε, αρχικά έβριζε μόνο, κι έλεγε ότι όταν όλα ήταν ζόρικα κανείς δεν έκανε τέτοια, και μόνο ένας που πήγε να δολοφονήσει τόν αρχιδολοφόνο, τού χύσαν τό αίμα του ρυάκι, αλλά αυτοί τώρα δολοφονούνε εκ τού ασφαλούς γιατί δεν πρόκειται να περάσουν βασανιστήρια, και μια γυναίκα που πέρασε βασανιστήρια τής είπε ότι τότε που τήν βασάνιζαν οι δολοφόνοι αν είχε μπιστόλι θα τούς δολοφονούσε η ίδια, αλλά μετά δεν είχε νόημα, και ήταν σα να πυροβολείς μόνο πτώματα – λοιπόν είναι χαζοί κι έχουν και χαζό όνομα (λέει) διότι σφετερίζονται τή δράση άλλων που έγινε όταν τά πράγματα ήταν ζόρικα και κινδύνευε ο κόσμος με βασανιστήρια, ενώ αυτοί δεν κινδυνέψαν με βασανιστήρια και τό ξέρουνε και δεν λέγεται έτσι αυτό «εικοσιεφτά οκτώβρη», μπαίνει άρθρο ανάμεσα και λέγεται «εικοσιεφτά τού οκτώβρη» η ζωντανή μας γλώσσα εμάς (λέει) γουστάρει τά άρθρα, γουστάρει πολύ τά άρθρα, τά λέει και τά ξαναλέει, κι εκεί έλεγε συνέχεια κάτι τέτοια, αλλά αυτοί μιμήθηκαν από τήν αρχή τά νεκρά τά πεθαμένα και τή γλώσσα τών κομμάτων που ήταν νεκρά και πεθαμένα, και που θέλαν δήθεν να δείξουν ότι μιλάνε δήθεν τή γλώσσα τή ζωντανή χωρίς να μπορούν να τή φανταστούνε κιόλας ποτέ και μεταφράζοντας μόνο από μια γλώσσα νεκρή και πεθαμένη, διότι όταν μιλάς τή γλώσσα σου ζωντανή βάζεις και άρθρο ανάμεσα – όμως από τήν άλλη δεν μπορεί (λέει) και να υποφέρει και τήν υποκρισία τής ιστορίας (μού λέει) (τούς λέει εκεινών δηλαδή, εμένα δεν μέ ξέρει, ούτε μ’ έχει δει ποτέ η κακομοίρα – ούτε και θα μέ δει – είμαστε για τόν χαζό πλανήτη αόρατοι – ) δεν μπορώ να υποφέρω λοιπόν και τήν υποκρισία τής ιστορίας λέει και εκνευρίζομαι γιατί αυτοί σκοτώσαν είκοσι ανθρώπους και θα περάσουν όλη τους τή ζωή στη φυλακή ενώ οι άλλοι που σκοτώνουνε χιλιάδες κάθε μέρα (γιατί όποιος δουλεύει σκλάβος τους στα εργοστάσιά τους, στην οικογένειά τους, στην πατρίδα τους, στα στρατά τους, στα σκατά τους, είναι κάθε ξημέρωμα κι απ’ τήν αρχή ξανά νεκρός) ενώ αυτοί ζούνε και βασιλεύουν και θα ζουν όσο ζήσουν αθώοι και ελεύθεροι και με πισίνες – και να σκοτώνουνε και τίς γυναίκες τους στο ξύλο λέει άμα λάχει και τούς τή δώσει να πούμε, ή ξυπνήσουνε στραβά ή δεν τούς σηκώνεται να πούμε, και μετά οι κληρονόμοι τους πάλι τά ίδια –  και θα πάει έτσι συνέχεια στους αιώνες τών αιώνων αμήν

   γιατί ο μεγαλύτερος φόνος δεν είναι η κατάργηση τού σώματος αλλά η κατάργηση τής θέλησής του, και πάνω απ’ όλα η κατάργηση τού χρόνου, γιατί ενώ η κατάργηση τού σώματος τελειώνει σε δύο λεπτά, η κατάργηση τής θέλησης κρατάει μια ζωή, και η κατάργηση τού χρόνου γίνεται για να επαυξηθεί ο χρόνος τού άλλου που νομίζει ότι είναι εξυπνότερος επειδή έχει τά λεφτά, γι’ αυτό μη μού μιλάτε εμένα για φόνους, ζείτε σ’ ένα σύστημα φονικών, όπου ο φόνος τού δολοφόνου είναι και ο μόνος που τιμωρείται : τώρα, αν υπάρχουν και μερικοί που νομίζουν ότι σκοτώνοντας τούς δολοφόνους κάτι κάνουνε, αυτοί είναι αφελείς και σίγουρα αμόρφωτοι, και τό πληρώνουνε πάντα, γιατί ποτέ οι φόνοι δεν ήταν τρόπος να καταργηθούν οι φόνοι, και σε άλλες μεριές τού γαλαξία αυτό τό μάθημα θα τό μαθαίναν αμέσως και τουλάχιστον δεν θα χρειάζονταν σαράντα χιλιάδες χρόνια για να τό καταλάβουν : γιατί σε άλλες μεριές τού γαλαξία τό εμπέδωσαν, ότι ο μόνος τρόπος για να καταργηθούν οι φόνοι είναι να καταργηθεί τό μυαλό τού δολοφόνου, κι αυτό τό μυαλό δεν καταργείται παρά μόνο με θέληση και με χρόνο, αλλά γι’ αυτό δεν χρειάζονται και σαράντα χιλιάδες χρόνια για να τό θελήσεις – και να ’χεις τόν χρόνο για να τό καταλάβεις

  

 

 

 

lewis hine (λεπτομέρεια από φωτογραφία)

 

 

 

 

  

Μαρτίου 1, 2014

«απολίτιστες τέχνες» : a farewell to –my– arms

.

.

 

a farewell to (my) arms :
μεταφερθήκαμε παραπλεύρως

 

.

   ενδοσκοπική ανακοίνωση σήμερα για τήν κατάργηση τού πρώτου μου ιστότοπου – καθώς τά αναρτημένα (μέσω pdf  (εκτενέστατα, βαρεθήκατε να διαβάζετε…)) αποσπάσματα εκδομένων (και μη) βιβλίων μου μεταφέρθηκαν ήδη (όσοι είσαστε προσεκτικοί τό προσέξατε) εδώ και λίγο καιρό, μέσω τής δυνατότητας που μάς δίνει η πρόσφατη (εν πάση περιπτώσει εγώ τουλάχιστον τώρα τήν έμαθα) τεχνολογία τής εταιρείας (τί καλή η εταιρεία) παραπλεύρως : στον κατάλογο τών «σελίδων» με τόν σεμνό τίτλο «περί εμής»

   οι απολίτιστες τέχνες έκαναν δηλαδή πλέον τόν κύκλο τους, σαν αυτόνομη χωροθετημένη αφηρημένη, απολύτως απολίτιστη αναρχία και απόλυτη βέβαια απολυταρχία κι έκαναν και μια συγκεκριμένη ασφαλώς δουλειά : πέρα από όπλο και χέρια, λειτούργησαν και σαν τό βιτριόλι που διαχωρίζει τά μέταλλα : έκανα κάποιους (λίγους και τί καλούς) φίλους εξαιτίας τους (από τή μια), είδα και ποιοι αδιαφορούνε για ό,τι δεν τσαπατσουλεύεται στις φυλλάδες (κι ας λεν οι ίδιοι, ό,τι ευσεβάστως γουστάρουνε, για τούς ίδιους) από τήν άλλη

   πρέπει να πω ότι τότε (εκείνα τά έξη χρόνια, ας πούμε, πριν) είχα θυμώσει (ως μη ώφειλα : θα ’πρεπε να καταλαβαίνω, κι ας ήμουν μικρότερη, καλύτερα) ήμουν δηλαδή θυμωμένη με τήν άκρα σιωπή από τή μεριά τής επίσημης εφημεριδολογίας (συνάδελφοι* κι ομότεχνοι μιλήσανε, έχουν, και τό ξέρουν αυτοί, τίς (ολικές και ολιγαρκώς πληθωρικές μου) ευχαριστίες…) για τήν απόλυτη δηλαδή σιωπή προς ένα βιβλίο που οι σοβαροί ας τό λέγαν σοβαρό – από τή μεριά τής επίσημης εφημεριδογραφίας που, δικαίως λέω σήμερα, (δικαίως, και με συγκινητική αυτογνωσία, λέω σήμερα) υποδέχτηκε αγνοώντας το τό δεύτερό μου μυθιστόρημα – τό εκδοθέν μετά από δεκαετία και βάλε μονομανούς κλεισίματος και γραψίματος, σπίτι μου, μακριά από τό γαϊδουροπάζαρο : τό οποίο είχα αφήσει τό ’87 (με τήν έκδοση τού πρώτου μυθιστορήματος) σχετικά ανθρώπινο, και τό βρήκα – όταν ξαναβγήκα στην αγορά να βρω εκδότη (εκείνο τό μηδενικό 2000) – ξελιγωμένο στους διαδρομισμούς και τίς μικρότητες, μ’ άλλα λόγια τά ταπεινά κείνα λεφτά τών μπεστσέλερ : έφτασα μες στο θυμό μου παρότι δεν μ’ αρέσει καθόλου ούτε η νοσταλγία ούτε η ιδέα τής νοσταλγίας, να θυμάμαι με νοσταλγία ανθρώπους όπως η αλόη σιδέρη ή ο γιώργος σαρηγιάννης που διάβασαν χωρίς κανένας να τούς πει τίποτα ένα πρώτο βιβλίο σαν τίς «προετοιμασίες», και μέ ζητήσαν στο ραδιόφωνο, τό μόνο μέσο που είχαν τότε, για να μιλήσουμε ( : μέ είχαν καλέσει, όπως λέω και αλλού, αρκετοί άνθρωποι τότε και πήγα στους περισσότερους μολονότι αντιπαθώ να μιλάω γι’ αυτά που κάνω (τό βρίσκω τουλάχιστον άτοπο να προσπαθώ (με τό δεδομένο κύρος τού δημιουργού) να επιβάλω μια μορφή ανάγνωσης τών γραφτών μου απέναντι σε μιαν άλλη που θα ήταν εξίσου λογική πιθανώς, ακόμα κι αν δεν θα μού άρεσε) γι’ αυτό και προσωπικά χάρηκα περισσότερο μια εκπομπή που είχε τότε ο γιάννης κοντός (ο ποιητής, αλλά τότε και συνεργάτης τού εκδότη μου, τού «κέδρου», συνεπώς αυτός πιέστηκε ίσως απ’ τήν εκδότρια ! ) και λεγόταν «προσωπική ανθολογία» αν θυμάμαι καλά τόν τίτλο, όπου μπορούσα (και έπρεπε ! ) να μιλήσω μόνο για τά βιβλία τών άλλων που μού αρέσανε) ( : με τί κέφι πολυλόγησα για τόν επίκουρο τόν αντόρνο και τόν σταντάλ, με τί κέφι μού είπε ότι ήταν η καλύτερη εκπομπή του κείνη η εκπομπή μας, και ότι θα τή χρησιμοποιούσε στο μέλλον και για πιλότο ( : ήταν κι η μόνη εκπομπή για τήν οποία είχα πληρωθεί – απίστευτα πράγματα : τώρα πληρώνουν κι από πάνω με όποιο τρόπο μπορούν φίλοι και συγγενείς, σύζυγοι πανεπιστημιακοί ή κουμπάροι έμποροι για να ειπωθεί και να γραφτεί μια κουβέντα – δεν τά λέω στα κουτουρού, μολονότι δεν αποδεικνύονται : (ίσως) αποδεικνύονται μόνο από τό γεγονός πως εγώ (τρώγοντας τήν αποσιώπησή τους στα μούτρα) δεν κινούμαι καθόλου προς αυτή τήν κατεύθυνση – και απαγορεύω και στους φίλους μου να κινηθούν : δεν τούς έχω τούς φίλους μου για να τούς χρησιμοποιώ, όλα κι όλα : δεν θα επεκταθώ επ’ αυτού))

   βέβαια, οι πιο αγαπημένοι κι οι πιο σημαντικοί μου φίλοι (οι φίλοι δηλαδή από τίς εκδόσεις «έρασμος» πάνω απ’ όλα, ο αντρέας μυλωνάς κυριότατα) μού τό ’λεγαν (με έγνοια που μέ στηρίζει ακόμα και σήμερα, μετά τόν θάνατό του, με θυμό που ακόμα και σήμερα μέ ταρακουνεί όταν τόν αναπολώ) : βγες απ’ τό σπίτι βρε χάρη έστω λίγο, κάνε μια προδημοσίευση, δώσε μας κάτι να σού βάλουμε – θα σέ ξεχάσουν… Εκείνος ήξερε… εγώ είχα τό γαϊδουρινό πείσμα να κλειστώ για να γράφω – και να κάνω ή να προσπαθώ να κάνω ό,τι θεωρούσα επείγον…

   όσοι δεν τά ξέρουν ας αδιαφορήσουν… όσοι τά ξέρουν θα καταλάβουν… τά ’χω γράψει εξάλλου και στην υποκριτική, και σε άλλα παλιότερα… δεν ωφελεί να πω περισσότερα : η ενδοσκόπηση έχει και τά όριά της σ’ αυτό τό μπλοκάκι –

   λοιπόν, ως προς τά εδώ, οι άνθρωποι που μπήκαν στις απολίτιστες διάβασαν και μού γράψανε (και κυρίως – έδινα μεγάλη σημασία όταν ήμουν αρχάρια σ’ αυτό – βάλαν τίς «απολίτιστες τέχνες» στο μπλογκρόλ τους) ώς εδώ, και μού φτάνουν

   τά λέω τώρα διότι τώρα, τό καταλάβατε, ετοιμάζομαι να ξαναεκδόσω πάλι – πόσα χρόνια θα πάρει η προσπάθεια θα τό δούμε (τήν άλλη φορά έφαγα έξη χρόνια : για να δούμε, αυτή τή φορά, ποιος ήρωας θα βρεθεί να πληρώσει για να διαβάσετε σεις εφτακόσιες σελίδες – από τήν άλλη ενστερνίζομαι απόλυτα και τό αρχαίο ρητό που λέει «αλλοίμονο στον συγγραφέα που ’χει ανάγκη από ήρωες»)

τιμής ένεκεν σ’ εκείνο τό πρώτο θυμωμένο λοιπόν τοπίο η πρώτη σελίδα του σήμερα εδώ :

(τίς άλλες θα τίς βρείτε σαν εισαγωγικά κείμενα (φωτογραφημένα πλέον) στις σελίδες με τά pdf παραδίπλα)

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

*
η (διορατική, άμα και εκτενής) κριτική τού πεζογράφου γιώργου συμπάρδη για τήν
«έκθεση βαθυτυπίας» δημοσιεύτηκε τό 2007 στο 78ο τεύχος τού περιοδικού «εντευκτήριο» και δεν βρίσκεται διαδικτυακά

.

φωτογραφίες
brassaï και leslie
jones από εδώ

.

για τόν τίτλο (αν χρειάζεται η
βοήθεια) κάτι
εδώ ή εδώ

.

.

.

.

.

.

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: