σημειωματαριο κηπων

Αύγουστος 4, 2016

καλοκαίρι με παλτά / μικρή καλοκαιρινή ιστορία

 

 

 

 

θα παω (ελεγα, λοιπον) στο νησι που μια χρονια αγαπησα πολυ κι απο τοτε το ξεχασα. το ξεχασα χωρις να το ξεχασω. ηταν αξεχαστο γιατι σε κεινο το νησι επιβεβαιωσα εντελως και τη θεωρια μου, οτι οι αντρες μάς μιλανε μόνο και μόνο γιατι μας θεωρουν δοχειο (νυκτος ή ημερας δεν εχει σημασια) (πορσελάνινο ή πλαστικο δεν εχει σημασια), παντως δοχειο για να μηρυκαζουν, και εν συνεχεια να απορριπτουν, τις ζωες τους. δεν χρειαζομουνα το νησι για να το επιβεβαιωσω, ειχα τον καλυτερο μου φιλο που μπορουσε να μιλαει για βδομαδες χωρις διακοπη, κι οταν μιλουσε ο αλλος, κοιτουσε το ρολοϊ του – καμια φορα μαλιστα ελεγε και το καταπληκτικο «μου το ’χεις ξαναπει αυτο», ποιος ; αυτος που διηγοταν τις ιδιες ιστοριες ακαταπαυστα και ακουραστα – αλλά το ειχα αρχικα αποδωσει σε συγγραφικη ιδιομορφια (οταν γνωρισα αλλους απο την οικογενεια καταλαβα οτι ηταν απλως οικογενειακο ελαττωμα – κι αυτο οσο κι αν θελω δεν μπορω να το συχωρεσω – τους ανθρωπους που δεν διορθωνουν τα κληρονομικα τους ελαττωματα καταβαθος τούς περιφρονω : κι ομως αυτος ηταν ο καλυτερος μου φιλος. η ζωη μας ειναι γεματη παγιδες και αντιφασεις).

ομως εκεινον τον αυγουστο που θα πηγαινα μόνη μου στο νησι θα επιβεβαιωνα τη θεωρια μου με τον πιο γελοιο τροπο – δηλαδη με τον πιο γελοιο ανθρωπο – παρ’ ολο που το πραγμα συνεβη τη νυχτα κατα την οποια συνεβησαν και πραγματα εξωτικα και ολως εξαιρετικα. αρχικα λοιπον κι ενω ειχα κατσει εξω–εξω σε μια μικρη μπαρα για να κοιταω τη θαλασσα (δεν ειχε σκοτεινιασει ακομα εντελως) ηρθε απροσκλητος και μου κολλησε κεινος ο βλαχος ο γελοιωδεστατος κι αρχισε να μου αφηγειται τη ζωη του, καθήμενος απεναντι μου και ξεκινωντας λες και γνωριζομαστε κι απο πριν, και να μου κανει και υποδειξεις για τη δικια μου ζωη – το ιδιο εκεινο βραδυ ομως που τον ξεφορτωθηκα και χωθηκα βαθυτερα, στην πιο μεσα μπαρα του μπαρ, θα ’ρχοντουσαν να με βρουνε και κεινοι οι δύο. μού ειναι αδυνατον να θυμηθω τί μού ειπε ο βρωμικουλης, αλλά μού μίλαγε λες και τού ειχα δωσει καμιά αδεια, και δύο πλεον μόνο πράγματα θυμαμαι καλα – ενα απ’ τη μεση κι ενα απ’ το τελος τής παρλαπίπας – διοτι ηταν και τα δύο εξαιρετικα : οχι, το ενα δεν ηταν απ’ τη μεση, ηταν σχεδον στην αρχη, σχολίασε τον τροπο μου στην αμμουδια ο βλακας, διοτι κεινη τη μερα εχοντας ξεχασει να παρω μαζι μου πετσετα και ψαθα βγαινοντας απ’ το νερο ξαπλωσα πανω στο μπλουτζην μου, αφου το εστρωσα πρωτα καλα, και η συγκεκριμενη αμμουδια οντας η μονη για τους τσίτσιδους στο νησι ητανε πηχτρα, και προφανώς καπου βρισκοτανε ο πανιβλαξ και με κοιταζε, κι ετσι λοιπον δεν ειχε αρχισει ακομα καλα–καλα να μιλαει και πεταξε την πρωτη του σοφια «ηταν πολυ ωραια ετσι που ξαπλωσες πανω στο μπλουτζην σου, αλλά να μην το ξανακανεις γιατι μπορει να παρεξηγηθεις». απο ποια γκράβαρα ειχε κατεβη ο μπασμενος (ηταν και λιμος και κοντος) και ποιος του’δωσε το δικαιωμα να κατσει μπροστα μου, ετσι που μου ’κοβε κιολας τη θέα και δεν μ’ αφηνε και να πιω και με την ησυχια μου ; εχω μαθει να ταξιδευω συχνα μόνη και ξερω ολα τα προβληματα, ομως τα προβληματα συνηθως ειναι άλλα και οχι να κατσει απροσκλητος ενας μπουφος στο τραπεζι σου και να σου διηγειται τη ζωη του και να σου κανει και υποδειξεις – τον αφησα να μιλαει πετωντας του πού και πού διαφορα ειρωνικα χμ και χμ τα οποία εν τη ρυμη και τω κατακλυσμω τού λογου του ουτε που τ’ ακουγε, ουτε και που τα καταλαβαινε, και στο τελος επειδη κατεβηκα απ’ το σκαμνι κι ετοιμαζομουνα να φυγω, εκανε το αλλο, πολιτογραφημενο εντελως σ’ αυτου του ειδους τον πληθυσμο : προσποιηθηκε οτι ο χωρισμος γινοταν απο δική του επιθυμια και επιταγη και πεταξε το υστατο μεγαλειωδες : «θα μπορουσα να σου μιλαω για ωρες αν δεν επρεπε να φυγω τωρα, αλλά πραγματικα θα μπορουσα να σου μιλαω για ωρες». το ον νομιζε οτι ετσι μου ’κανε και φιλοφρονηση προφανως. πηγα πιο μεσα να κατσω και να πιω με την ησυχια μου στο βαθος τού μπαρ κοιταζοντας τους καθρεφτες.

τοτε (κι αφου ειχε σκοτεινιασει για τα καλα) ξαναρθανε οι ψυχαναλυτες. «ξαναρθανε» θα πει ξαναρθε ο ενας που τον ειχα ζησει στο καραβι, τους αλλους δεν τους ηξερα (η μια ηταν γυναικα, αυτη γρηγορα αφαιρεθηκε και πηγε αλλού), κι ο αλλος που δεν τον ηξερα ηταν αυτος ουσιαστικα που ηρθε. περιεργο, διεσχισε ολη την εκταση του μπαρ εις βαθος (πλατος δεν υπηρχε) κι ηρθε και κουρνιασε πλαϊ μου με τον πιο περιεργο τροπο, κουρνιασε σαν παλιος φιλος, σαν πουλι, σαν παρηγοριά, δεν ξερω πώς το λενε αυτο, κουρνιασε παντως μ’ εναν τροπο που εδιωξε ολα τα κακα, και ουτε μιλησε ουτε τιποτα άλλο για λιγο, μόνο ακουμπησε σχεδον τον εναν ωμο του στον ωμο μου και σχεδον αγγιχτήκαν τα κεφαλια μας και ηταν ομορφος πολυ. μεχρι που ηρθε και ο αλλος, αυτος που τον ειχα ζησει στο καραβι και σταθηκε λιγο πιο πισω αυτος κι εβγαζε το μπουφαν του, και τοτε ο ψηλος κι ο ομορφος (κι ο αλλος απο το καραβι ομορφος ηταν, αλλά ητανε λιγο κοντοχοντρος, και εξαυτου πολυ σεξυ) και μου ειπε «εμεις εδω ξερεις ειμαστε ψυχαναλυτες» «ολοι ; » τού λεω – «ολοι», μου λεει, – και τοτε ειπα να τον γελασω λιγο και του ειπα «τοτε να φοραμε τα παλτα μας σιγα–σιγα και να φευγουμε» και τοτε υψωσε τη φωνη και φωναξε στον αλλον που ακομα ηταν πισω μου «ακους τι λεει ; να φορανε τα παλτα τους λεει σιγα–σιγα και να φευγουνε» και γυρισα και γω να κοιταξω τον αλλον, να δω αν με θυμοτανε απο το καραβι, κι αυτος φτιαχνοντας τα μανικια τού μπουφαν του και κοιτωντας τα εξεταστικα με τα ματια χαμηλωμενα ειπε «να βγαζετε τα παλτα σας και να μενετε» – κι αυτα γινανε, κι ετσι πιασαμε την κουβεντα.

καταλαβα οτι με θυμοτανε απο το καραβι και πώς θα μπορουσε να μη με θυμαται, γιατι καθομαστε σε δυο παγκακια που ειχαν κοινη την πλατη και αυτος μεν μιλουσε με κατι γαλλους εγω δε με κατι παιδια που πηγαινανε για μυκονο και κάθονταν στα αντικρυνα μου παγκακια και μόνο αργοτερα ηρθε και καθισε στα ποδια του δικου μου τού παγκου (που δεν χωραγε κιολας, γιατι ειχα φορεσει το σληπινγκ μπαγκ κι ημουνα ξαπλωμενη καταμηκος) αλλά αυτος ο βλαχος ηρθε να κατσει στα ποδια μου και δεν πηγε να κατσει με τα παιδια που ητανε γκαιη και βαλθηκε να με στριμωξει και να μπει στην κουβεντα και ειχε κι ενα σκυλακι φλώρικο, και αρχισε να λεει οτι δεν του αρεσουν οι γατες και τοτε πηρα τελειως αναποδες κι αρχισα να τον κοροϊδευω κι οσο αυτος ελεγε «καθολου δεν μ’ αρεσουν, τις πειραζεις κι αυτες βγαζουνε αμεσως νυχι και σου κανουν ετσι» κι εγω του ελεγα με ειρωνεια «ενω εσεις, μολις σας επιτεθει ανθρωπος αμεσως του χαμογελατε και γυριζετε και το αλλο μαγουλο» αλλά ο στουρνος οπως ολοι οι στουρνοι δεν ακουγε τι του ελεγες, απλως ελεγε αυτος τα ιδια και ακουγε μόνο τον εαυτο του, και μενα το αλλο μου αυτι ητανε γυρισμενο και προς τα πισω εκει που ο γεματουλης μιλουσε γαλλικα κι ελληνικα αναμιξ, με κατι γαλλους, κι ειχε βαλει και το μπρατσο του πανω στην πλατη του παγκου κι ετσι το χερι του ηταν ριγμενο στη μερια μου σα να θελει να μου πει, και το κοιταζα γιατι ητανε πολυ ωραιο χερι, και στη διαρκεια της νυχτας που ολοι κοιμωνται κι ειναι η καλυτερη μου και μενω ξυπνια στο καταστρωμα για να τους χαζευω, τον ειδα απ’ τη μια στιγμη στην αλλη να ξεφυτρωνει ακινητος σε εναν στυλο του καραβιου και να κοιταει μονόπαντα και τοτε συνειδητοποιησα οτι ητανε κοντοχοντρος αλλά δεν επαυε να μου αρεσει, μολονοτι δεν ημουνα σιγουρη οτι ηταν αυτος, γιατι ειχε πολυ σκοταδι σ’ αυτο το μερος. αλλά το οτι ηταν εντελως προσηλωμενος μού αποδειχνε οτι ηταν αυτος. Και ηρθε πολυ φυσικο να μιλησουμε για το καραβι και κεινος πρωτος μου ειπε κοιταζοντας με απο τον καθρεφτη «ωραια το παλευες με τον βλαχο, αλλά δεν επαιρνε χαμπαρι αυτος, αχρηστο πηγε» κι εγω του ειπα για να διωξω τη χαρα μου επειδη ειχα χαρει που με προσεχε «αλλά κι εσυ καημενε, σου ειπε ο κακομοιρης ο γαλλος ‘αερολιμανι’ και τον αποπηρες τοσο» γιατι οντως μιλαγανε καποια στιγμη για αεροδρομια και ο γαλλος εφτιαξε αυτη τη λεξη και μου ’κανε εντυπωση πόσο αναισθητα και  κοφτα τον διορθωσε αμεσως ο αλλος : οχι, αεροδρομιο, ουϊ αεγοδγομιο, ειπε κι αυτος ντροπιασμενος, και εγω του το κρατουσα. κι αυτος μου ειπε τοτε αμεσως «α, δεν εχω υπομονη τωρα πια» κι υστερα, στριβοντας απ’ τον καθρεφτη και κοιτωντας με ειπε «εισαι παρατηρητικο κοριτσι ομως» και «αυτο ελειπε» ειπα εγω, και γελασαμε. και οπως τους ειχα τον εναν απο αριστερα και τον αλλον απο δεξια σκεφτομουνα τι ωραια που θα ηταν να συνεχιζαμε και στο κρεβατι ετσι αλλά δεν το συνεχισα γιατι ηξερα οτι δεν γινεται, δεν συνεχισα τη σκεψη δηλαδη γιατι ηξερα οτι αν συνεχιζα τη σκεψη θα γινοτανε εντελει και πραξη, και ξερω πως αυτο δεν γινεται, δηλαδη οχι οτι δεν γινεται καθολου (γινεται και παραγινεται) αλλά με ανθρωπους τετοιους που ειναι και αστοι αλλά και καλλιεργημενοι μαζι και μαζι σ’ ενδιαφερουν κιολας και οι δύο, αμα γινει, αμεσως το πραγμα (θελουμε – δε θελουμε) μετατοπιζεται ξαφνικα σε αλλη πλατφορμα – και α, δεν μ’ αρεσει καθολου αυτη η πλατφορμα, ειναι μια πλατφορμα που καταβαθος βρωμαει το παρκε της κατι σαν αλλοιωση σαν περιφρονηση και δεν ειχα καμία διαθεση να τα μυρισω αυτα τωρα, ασε που αν δεν βρωμησει αλλοιωση και περιφρονηση θα βρωμησει ερωτες και τσακωμους, πραγματα εξισου δυσκολα για τα οποία δεν αντεχα τωρα, κι ετσι αφησα τον ψηλο να κανει λιγο πισω και κρατησαμε τα κρεβατια μας χωριστα σαν καλοζυγισμενα χωραφακια.

και να που τωρα ο χοντρουλης που η νυχτα μαζι του ηταν τοσο απογειωμενη, κι ειχε και ολα τα παραφερναλια που πρεπει να ’χει μια ωριμη νυχτα, εχει φυγει πηγε ο χαζος και πεθανε, και ο ψηλος ειναι φιλος μου

 

κι ετσι λοιπον σκεφτομαι να ξαναπαω στο νησι

 

 

 

 

(ελαφρα προσαρμοσμενη παλια αναρτηση στο φεϊσμπουκ – εξαλλου γι’ αυτο δεν μπορω να σας τη στειλω μετα της ημερομηνιας ουτε και των σχολίων – δεν πειραζει (ενα απο τα θλιβεροτερα χαρακτηριστικα τής ζουκεμβέργιας εφευρεσης ειναι να χανονται αλυπήτως τα παλαιοτερα – : αμερικάνικος θετικισμος : «η μερα κι ο αιωνας, ειναι η στιγμη» ( : εγω κραταω αντιγραφα απλως…)))

 

 

 

 

 

 

Advertisements

Μαΐου 29, 2016

american stories : θετικισμός και πολυλογίες

 

 

 

 

σα συγγραφέας τά πάω πολύ καλά με τά ψέματα

μία φορά όμως, παλιά, είχα κάνει μια σκέψη που μού φάνηκε ότι θα μπορούσε να γίνει η βάση για ένα μυθιστόρημα διαστημικό – επιστημονικής φαντασίας που λέμε και σήμερα : πώς θα `ταν δηλαδή ένας κόσμος, και τί θα γινότανε σ` αυτόν (και πώς δηλαδή θα αναπτυσσότανε – και πόσο διαφορετικά – και η κοινωνία, και η ιστορία, και η τέχνη μας) εάν η φύση μας ήτανε έτσι φτιαγμένη ώστε να μη χρειάζεται καν να μιλάμε – και συνεπώς να μην μπορούμε να λέμε και ψέμματα : τί θα γινόταν δηλαδή εάν η σκέψη μας ακουγόταν αυτόματα απ` τόν απέναντι, ή και τήν διάβαζε, γραμμένη κάπου, τήν ώρα που εμείς τήν κάναμε, αυτοστιγμεί

πρέπει να πω ότι δεν είναι μόνο η δικιά μου ζωή που μέ οδήγησε σ` αυτή την διαστημική φαντασία, και που για μια στιγμή τή νόμισα εξαιρετική : όχι : μέ απασχολούσε από χρόνια μια μετάφραση τού ευριπίδη, και εκειμέσα υπάρχει αυτός ο προβληματισμός – από τότε – περίπου ολόκληρος :

λέει δηλαδή κάπου η μήδεια : πούστη θεέ, γιατί τούς κάνεις όσους είναι ψεύτες, να μιλάνε όμορφα ; Με ποιο δικαίωμα να έχει ικανότητες ρητορικές ο σκάρτος ; Γιατί να μην μπορούμε να διαβάζουμε στο μέτωπό του, απ` τήν αρχή, ότι έχουμε απέναντί μας έναν ψεύτη δηλαδή ; Γιατί να μη μάς δίνεις μια στιγμή κάποιο σημάδι, με ποιον έχουμε να κάνουμε ;

ο ευριπίδης, καθώς είν` συνοπτικός, και καθώς ελέγχει άριστα βεβαίως τίς ανάγκες μιας θεατρικής παράστασης, τό σταματάει φυσικά εκεί

εγώ περί ψεμάτων όμως θα μπορούσα να συνεχίσω όσο ήθελα : να επιμένω δηλαδή στο πρόβλημα τής σκέψης και τής κάθε της μετάφρασης – αφού ετούτο είναι με μια πρώτη (βιαστική) ματιά τά λόγια : κι αν δεν υπήρχε αυτή η διάσταση, δεν θα υπήρχαμε καθόλου ούτε κι εμείς – γι’ αυτό ήμουν σίγουρη : τά λόγια είμαστε ολόκληροι, από τά λόγια μας αποτελούμαστε, ίσως, μονάχα

δεν θα υπεισέλθω σε φιλοσοφίες περί γλώσσας, και περί τής σχέσης που `χει η σκέψη με τή γλώσσα τώρα – και δεν θα μ` απασχολήσει ούτε τό σε ποιο βαθμό, τό με ποιον τρόπο μεταφράζουμε – θα μέ απασχολήσει όμως τό τί σημαίνει εκείνο τό κενό, εκείνη δηλαδή η σιωπή, ανάμεσα στην σκέψη και τόν ήχο της μετά

διότι, βέβαια, μόνο σιωπή δεν είναι, και μόνο άδειο πράγμα, και κενό, δεν ήτανε αυτό ποτέ : Αν είμαστε ολόκληροι τά λόγια μας, είμαστε ακριβώς γιατί κρατάμε κάποια λόγια μέσα, που δεν μεταφράζονται : δεν είναι τόσο αυτά που κρύβουμε απ` τούς άλλους, είναι κυρίως αυτά που κρύβουμε από μάς (κι εκεί βεβαίως μπαίνει θριαμβευτικά επί σκηνής ο κύριος φρόϋντ) – κι αυτά τά λόγια ασφαλώς δεν είναι λόγια στο αλφάβητο που ξέρουμε : έχουνε χρώματα, εικόνες, μυρωδιές, και πόνο, και αφή, και μνήμη

(τί είν` αυτή η μνήμη, πόσο διαφέρει από τή σκέψη μας ; και πόσο μέσα στα όνειρά μας τήν ακούμε ; ) (καμιά φορά βέβαια – και εδώ είναι που περισσότερο είμαστε ακριβώς εμείς ολόκληροι – τήν έχουμε ακούσει και αλλού – αυτή είν` η πεζογραφία και η ποίηση – αυτή είναι η τέχνη μας και ο χορός κι η μουσική μας)

 

………

 

αυτό πάντως τό οτιδήποτε που μάς αποτελεί δεν γίνεται να βγει έξω ολόκληρο, παρά μονάχα μ` ένα είδος ψέμα – ένα είδος εφεύρεσης με άλλα λόγια : η ίδια η ομιλία αποτελεί, εφόσον είναι μια προσπάθεια να εκφραστεί αυτό τό μέσα σύνολο, μία διαδικασία και μία προσπάθεια (και μια επιτυχία ή μια χονδροειδής απογοήτεψη) απ’ τήν αρχή της καλλιτεχνική θα έλεγα

όλοι μας μ’ άλλα λόγια είμαστε ολόκληροι σε κείνο τό σημείο δηλαδή που δεν μπορούμε σε καμιά περίπτωση να πούμε ακριβώς αυτό που θέλουμε : όχι γιατί δεν έχουμε τά μέσα (τά μέσα – η μίμηση – τόσο κινήσεων, όσο και ήχων – θα ήταν – είναι – επαρκή) αλλά γιατί δεν γίνεται να καταλήξουμε (εύκολα) τί είναι ακριβώς αυτό που θέλουμε : τί είναι ακριβώς αυτό που `χουμε μέσα μας : και τί σκεφτόμαστε εντέλει :

κι αυτό που εμποδίζει πάνω απ’ όλα, δεν είν` η ανεπάρκειά μας να μιμηθούμε τόν εαυτό μας, αλλά η «υπερεπάρκεια» (η ακούραστη, η καταστροφική η προθυμία) τών άλλων να μιμούνται πράγματα, που ξέρουμε πως μες στη φύση δεν υπάρχουν : βέβαια η φύση είναι πια πολύ μακριά από μάς – και πιθανώς αγνώριστη – : ίσως μες στον (αλλόγλωσσο) (και άγνωστό μας πλέον) παράδεισο, όταν μαζεύαμε μονάχα φρούτα (απαγορευμένα ή εφικτά) και ερωτευόμαστε ή πηδιόμαστε μονάχα, ίσως να μη μιλάγαμε πολύ : (μπορεί επιπλέον, εάν μάς βλέπαμε τότε, από μακριά, να λέγαμε ότι απλώς μουγκρίζαμε – μονάχα – αλλ’ όμως σε καμιά περίπτωση προς κάποιου είδους θεό, να πούμε – αν είχαμε ανάγκη από ιδέες (και εξουσίες) ανώτερες, θα ’τανε σίγουρα αυτά γυναίκες και θεές – έτσι μάς δείχνουν τά γλυπτά μας και οι μύθοι μας τουλάχιστον) : αν όμως διαθέταμε και βίντεα τής προϊστορίας αυτής, μπορεί να διαπιστώναμε ότι τά μουγκρητά εκείνα είχαν τόσες διαφορές ανάμεσά τους, και τόσο ενδιαφέρουσες διαφορές, ώστε να μοιάζουνε πραγματικά με άγνωστη μεν τώρα πια για μάς, αλλά απολύτως λογική και δομημένη γλώσσα : έτσι μπορεί να άρχισε η γλώσσα όπως την εννοούμε κι όπως τή μιλάμε δηλαδή

: σα μια ερωτική κραυγή ικανοποίησης : ακολουθεί λοιπόν απλώς στην ιστορία η προσπάθειά μας να τήν ξαναζήσουμε : μπορεί η αρχική αφήγηση – που πουθενά δεν γράφτηκε – να ήτανε μία μίμηση πετυχημένη – άγραφη και πρωτόγονη, αλλά πετυχημένη ασφαλώς – κι ό,τι τήν έκανε αποτυχία, να είμαστε μόνο εμείς μέσα στον χρόνο : αλλά όμως τώρα πια, μόνο αυτό είμαστε εμείς

 

………

 

γιατί σχεδόν δεν γίνεται να θυμηθούμε τί άλλο είμαστε – παρά μονάχα αν αφήσουμε στον εαυτό μας χρόνο πάλι για μια – άλλη τώρα – θεία στιγμή : εκεί που, όχι μόνο ψάχνουμε να βρούμε τόν εαυτό μας, αλλά και να τόν θυμηθούμε ακριβέστερα : εκεί ακριβώς που δεν μπορούμε δηλαδή ούτε να μιλήσουμε ούτε να μεταφράσουμε και που αχρηστευόμαστε σε πρώτη φάση. Σε πρώτη φάση, επειδή είμαστε σε μία φάση ίσως τελική

και έτσι μπαίνει στη σκηνή ο κύριος φρόϋντ κι η ανάλυση – τήν είπε ανάλυση ψυχής γιατί δεν ήξερε τί άλλο να τό ονομάσει, όμως είναι ουσιαστικά η ανάλυση εκείνης τής ολότητας που `χουμε χάσει : εκείνης τής χαράς που απλώς θυμόμαστε (αν τή θυμόμαστε). Και είναι ακριβώς η καταβύθισή μας σε εκείνο τό «κενό», τό άδειο, τό γεμάτο, που δεν λέγεται – κι ίσως δεν νιώθεται κιόλας καλά – και είναι βέβαια, εντέλει, η προσπάθεια να τό μεταφράσουμε κιόλας μόλις τό βρούμε : δεν μεταφράζουμε ποτέ καλά, δεν μεταφράζεται ποτέ καλά, κι αυτή η αποτυχία είναι επίσης ένα είδος σωτηρίας μας : είμαστε πάντοτε πολύ πιο ατέλειωτοι απ` ό,τι γίνεται να βγει αυτό στους άλλους, προς τά έξω, και ακόμα και σ` εμάς τούς ίδιους πιθανόν δεν βγαίνει, γιατί και για τό ασυνείδητό μας είμαστε πια ένα άλλο ένα ξένο κι ένα έξω πια κι εμείς

όμως και η ζωή μας, και η τέχνη μας, στηρίζεται σε κείνην τήν προσπάθεια να αναδυθεί να διερευνηθεί και να μιλήσει σε μετάφραση τό άγνωστο, που αξιολύπητα εκλιπαρούμε να μην μάς πει αλήθεια ακριβώς, να μην μάς πει όμως ούτε και εντελώς χοντροκομμένο ένα ψέμα

 

………

 

μες στους αιώνες γίναν θαύματα φτιάχνοντας από ετούτη τήν ανικανότητά μας ποιήματα. Και ό,τι πιο σωτήριο προέκυψε για αυτόν τόν ταλαιπωρημένο τόν πλανήτη, προέκυψε από τό πείσμα (μερικών) απέναντι σε τούτη τήν αποτυχία τους να μεταφράσουν και τούς ήχους και τά χρώματα σωστά : αυτό που δεν περιέχει λόγια, να αποκτήσει για τούς άλλους μ` άλλα λόγια, λόγια.

αυτό τό πείσμα είναι όμως επικίνδυνο για μια κατασκευή όπως η κοινωνία που ’χουμε, και με ανθρώπους τού δικού μας είδους : Τό πείσμα μας μονίμως να αποτυχαίνουμε να λέμε αυτό που δεν μπορούμε δηλαδή να πούμε, είναι μεν ό,τι ανατρεπτικότερο προέκυψε (αν κι ίσως μόνο για τό ορατό μας παρελθόν και για τό πιο αόρατο τό μέλλον) – αλλά ακριβώς προς τό παρόν έχουμε γίνει πονηροί κι ηλίθιοι, έχουμε εγκαταστήσει τή φτηνότερη (και καταστρεπτικότερη) φιλοσοφία, έχουμε υιοθετήσει τόν καθόλου αθώο κι εντελώς θρασύ θετικισμό ως μάρτυρα τής χαζομάρας μας και της δειλίας μας, είμαστε αξιολύπητα και κατά κράτος ηττημένοι, δηλαδή μισοί :

γι’ αυτό όταν είπε ο αντόρνο – αναφερόμενος στη φράση τού βιτκενστάϊν ότι «για κείνο που δεν μπορείς να μιλήσεις δεν πρέπει να μιλάς» – ότι είναι «απλώς αντίθετη προς τήν φιλοσοφία» (άσχετή της) δεν ξεμπέρδεψε εύκολα ή δογματικά με κάτι πιο περίπλοκο και δύσκολο : έλεγε ο ίδιος κάτι δύσκολο, που εύκολα μπορεί να υπερκεραστεί, αν έτσι έχουμε εμείς αποφασίσει

όμως ακόμα και σ` έναν θετικισμό που έχει νικήσει κατά κράτος, κι ο ίδιος ο βιτκενστάϊν ακόμα απλοποιείται σε τέτοιο βαθμό, ώστε να γίνει ακόμα βλακωδέστερος : Τό πράγμα έχει μετατραπεί στο ότι οφείλουμε απλούστατα πλέον να τά λέμε όλα : μ` έναν μοιραίο επίσης τρόπο αυτό επιπλέον μετατράπηκε στο ότι : δεν υπάρχει παρά μόνο ό,τι αναδύεται ευκόλως και κοσμίως, και ευκόλως και κοσμίως μεταφέρεται στους άλλους : μεταφράζεται αμέσως, εύκολα, καλά. Η υποβόσκουσα και, ας πούμε ειλικρινής, διάθεση στον θετικισμό (όλες οι καλές προθέσεις φυσικά παρούσες) για καταδίκη τού (μεταφυσικού υποτίθεται) ψεύδους, έχει μετατραπεί τώρα μονάχα σε έναν μηχανισμό λογοκρισίας που αναστέλλει τήν ανάδυση (ή τήν «ανασκαφή» όπως τού άρεσε τού φρόϋντ να τό λέει) κάθε άλλου στρώματος, ή βάθους : από τό «μπορεί να μην γίνεται να τό εκφράσω σωστά και ολόκληρο, αλλά θα τό πω στραβά και μισό», πήγαμε στο «αφού δεν τό `χω ψάξει και δεν το ’χω εντοπίσει, δεν υπάρχει». Κι ακόμα περισσότερο : ο εντοπισμός είν` όχι μόνο άχρηστος, είναι κι ανόητος – και είν’ και βλαβερός

κάποιοι γερμανοί, εκ φραγκφούρτης, ανατρέχοντας στα πιο δικά τους παρελθόντα, διαπιστώσαν ότι ήταν ανατρεπτικότερη η μεταφυσική ας πούμε τού χριστιανισμού απ’ τόν θετικισμό που ενέσκηψε (κηρύσσοντας ανήλεα τήν άτεγκτη υποταγή σε κάθε υπαρκτό παρόν) : καθώς εκείνη τουλάχιστον αναγνώριζε τόν εφιάλτη ετούτου τού παρόντος, και αυτού τού υπαρκτού, εφευρίσκοντας μια άλλη ζωή, καλύτερη – έστω και για τό αόρατο τό μέλλον

εμείς απλώς εξολοθρεύουμε έτσι με τό γάντι, πέρα από τή ζωή μας, κι όλη τήν παρελθούσα κι ένδοξη υποτίθεται φιλοσοφία μας, καθόσον παίρνει η μπάλα και τόν καημένο τόν ηράκλειτο και τό εδιζησάμην του – κατά ειρωνική απολύτως σύμπτωση τήν ίδια εποχή που ’χουμε κρεμαστεί με νύχια και με δόντια από τά αρχαία μας, μια που αισθανόμαστε δικαίως πιο κενοί από κάθε άλλη εποχή στα νέα

 

………

 

λοιπόν όχι μόνο κάθε ανασκαφή και αναζήτηση και ανάλυση είναι εκτός μόδας πλέον και δεν νοείται ότι χρησιμεύει και σε τίποτα, αλλά (πολύ περίεργως) αντί αυτή η τύφλωση, κι η έλλειψη λόγου, να οδηγήσει στη σιωπή, οδήγησε σε μία πολυλογία επιεικώς ακατάσχετη

και τό, ακόμα πιο περίεργο, είναι ότι αυτή η πολυλογία έχει όλα τά σουσούμια μιας προσπάθειας για αυτοεξερεύνηση που εξαπλώνεται με υστερικό σχεδόν τρόπο κατά πλάτος, όντας υποχρεωμένη να αγνοήσει ταυτοχρόνως τήν ίδια τήν (τρομοκρατική γι’ αυτόν τόν καταπτοημένο πληθυσμό) έννοια τού βάθους : και, απ’ τήν άλλη, τό πολύ τραγικό είναι ότι η κατάσταση αυτή ταυτίζεται σήμερα με μια εξόχως και σχεδόν αποκλειστικά γυναικεία πολυλογία : Τό βλέπουμε στο υποτιθέμενο μυθιστόρημα (μιλάμε για διεθνές φαινόμενο – στην ελλάδα τό είδος μιμείται απλώς τά ήδη κατισχύσαντα λανσαρισμένα – κουλτούρα μαζική, πασπαλισμένη με όλα τά μπαχαρικά μιας συμπαθούς, μισής και άθλιας, και αυτοκαταργούμενης χειραφέτησης)

τό βλέπουμε όμως και σ` ένα άλλο είδος που προϋποθέτει και εμπεριέχει τυπικά όλες τίς ιδιότητες τού μυθιστορήματος, και μάλιστα εκείνου τού μυθιστορήματος που ήτανε επίσης «μαζική κουλτούρα» κάποτε στις εφημερίδες : τήν τηλεοπτική σειρά. Να πω ότι είναι εξόχως διασκεδαστικές και ενδιαφέρουσες ορισμένες – αν έχει μάλιστα κανείς υπόψη του από πόσα κύματα (στην αμερική μόνο, εννοείται) περνάνε τά σενάρια ώσπου να εγκριθούν, θαυμάζει τήν επιμονή τών σεναριογράφων (που συχνά είναι γυναίκες) στο να «περάσουν» κάποια «τολμηρότερα» τού συνήθους λόγια, ή πράξεις : θα `λεγε κανείς ότι είναι δώρον–άδωρον, αλλά δεν νομίζω τελικά ότι είναι εντελώς άδωρο τό δώρο : δεν ισοπεδώνονται μέσα στη γενική αρλούμπα και όλα, και ειδικά όσον αφορά τήν όποια ελευθερία τού έρωτα υπάρχουν πράγματα που ακόμα και περασμένα από σαράντα μηχανισμούς ισοπέδωσης, εξακολουθούν να προβάλλουν σαν αγκάθια ή κέρατα : ενοχλούν, κι αυτό ποτέ δεν βλάπτει

η παραπάνω διαπίστωση πρέπει όμως να συνοδευτεί από τό λυπηρό συμπλήρωμα πως τά αγκάθια αυτά λειαίνονται εξαιρετικά μέσω τής ίδιας λογικής τήν οποία υποτίθεται ότι ενοχλούν : όταν ας πούμε ο οργασμός (τών γυναικών : σχεδόν ποτέ οι σειρές δεν μιλάνε για οργασμό αντρών) αντιμετωπίζεται σαν χόμπυ (μίας μεμονωμένης και εκκεντρικής ηρωίδας κατά τά λοιπά απολύτως συμβιβασμένης και συμβιβαστικής) – και η γυναικεία μαλακία αφορά μετ` επιτάσεως αποκλειστικά δονητές που μιμούνται πέη – στα οποία τό μέγεθος έχει βέβαια τή γνωστή σημασία – τότε είναι εκεί ακριβώς, για να τό πούμε απλά, που η αντρική μυθολογία μπαίνει στην κυριολεξία από τήν πίσω πόρτα – και ο έρωτας επανέρχεται ως αποκλειστικά σχεδόν βίτσιο αντρών

όμως άλλο εμένα μού προξενεί απέραντη θλίψη κι απέχθεια : Αυτή η πολυλογία τού «να τά λέμε όλα» εμπεριέχει σπόρους τέτοιας αποβλακωτικής απλοποίησης που καταντάει θα `λεγε κανείς κι ανήθικη : Και εδώ πάλι τό αξιοπερίεργο είναι ότι τό φαινόμενο εξαπλώνεται αγνοώντας κάθε δήθεν εθνική ιδιομορφία με μια διάθεση χειραφέτησης πάλι πιθανόν, αλλά που η επιφανειακότητά της σού φέρνει σύγκρυο : Δεν ξέρω αν επηρέασε τό σήριαλ τίς συμπεριφορές, ή τό ανάποδο, αλλά τό ζήτημα είναι ότι καθιερώνεται ένα είδος ειλικρίνειας που οδηγεί πια όχι σε αυτολογοκρισία απλώς, αλλά σε αυτοευνουχισμό, λοβοτομή : ό,τι δεν γίνεται με λίγα λόγια να μεταφερθεί από τό τηλέφωνο, ή τήν ώρα τού μπαρ, δεν υπάρχει – και έχει κανείς τήν εντύπωση ότι είναι αντιστρόφως και υποχρεωτικό, ό,τι υπήρξε, να μεταφέρεται αμέσως από τό τηλέφωνο, ή τήν ώρα τού μπαρ : Πέρα από τήν ικανότητα τού σύγχρονου, μοντέρνου άνθρωπου να ζει συνεχώς ποζάροντας σαν να έχει μπροστά του μόνιμα έναν φακό (άλλοτε φωτογραφικό και τώρα τηλεόρασης), πρέπει τώρα κιόλας να μιλάει, λέγοντας (και σκεπτόμενος, αφού ό,τι σκέφτεται τό λέει) σαν να απαγγέλλει διαρκώς ένα σενάριο που πέρασε κι από τήν έγκριση (βεβαίως) τών παραγωγών

τό θέμα έχει ατέλειωτες παραλλαγές : Σε κάποιες εκπομπές τύπου big brother (τίς παρακολουθούσα σκεφτόμενη με κατάπληξη τήν κατάπληξη που θα ’νιωθε ο όργουελ από την πανηγυρική αποδοχή ετούτου τού φριχτού ονόματος) οι παίχτες και κυρίως οι παίχτριες αυτοσχεδίαζαν σενάρια πολύ καλύτερα τών ήδη υπαρχόντων, και παίζανε (ζούσαν) μιμούμενοι τούς ηθοποιούς που βλέπουμε στην τηλεόραση, όμως : ακολουθώντας ακριβώς τήν υποκριτική τους είχε κανείς τήν εντύπωση ότι ήταν πολύ καλύτεροι ηθοποιοί από τά πρότυπά τους (τό ξέρουμε δα, ότι στους ηθοποιούς τής τηλεόρασης δεν επιτρέπεται ούτε τόν εαυτό τους δημιουργικά να μιμηθούν)

κι είναι ανήθικο αυτό τό κακό γούστο τελικά, όχι μονάχα από μια άποψη «στενόμυαλα» αισθητική : είναι πράγματι, και σε βάθος, ανήθικο γιατί προσβάλλει μια ανάγκη που ήτανε, όμως, ανά τούς αιώνες, ηθική : να μη μένει η ζωή – τών γυναικών κυρίως, αυτονών κυρίως μοίρα ήταν αυτό – μονίμως στη σιωπή : αυτή η μετατροπή τώρα τής προσπάθειας για ομιλία σε κουτσομπολιό, τσακίζει κόκκαλα

 

………

 

η συνομιλία τής μήδειας με τίς γυναίκες τού χορού εμπεριέχει όχι μόνο τήν απελπισμένη προσπάθεια να εκμαιεύσει η ίδια μια απόφαση από τόν εαυτό της, και τήν έγκριση γι` αυτήν τήν απόφαση από τίς – κατάπληκτες – άλλες (τήν αποσπάει τήν έγκριση αυτή τελικά : κάν` το, τής λεν στο τέλος, δίκιο έχεις – να τόν τιμωρήσεις, έτσι αχρεία που σε κορόϊδεψε), αλλά εκθέτει κυρίως τήν προσπάθειά της να μεταπείσει η ίδια τόν εαυτό της : όμως γι` αυτό έχουμε να κάνουμε με τραγωδία : τά λόγια εδώ δεν είναι «για να είμαστε ειλικρινείς» και να «μη λέμε ψέματα» – αλλά για να μην πεθάνουμε –

η θλίψη όμως εξαφανίζεται (και σαν πρόθεση και σαν αποτέλεσμα) όχι απλώς με τήν ανυπαρξία πια έργων καλών, αλλά με τήν πολυλογία πάνω απ’ όλα τών ζωντανών ηρώων εν ζωή : πολυλογία που ανακουφίζει απλώς ό,τι έχει ήδη ισοπεδωθεί – κι ό,τι δεν κινδυνεύει πια γιατί έχει ήδη πεθάνει –

 

………

 

λοιπόν ως προς τό θέμα τής «αυτόματης» μετάφρασης τών σκέψεων, που έλεγα και στην αρχή για τό διαστημικό μου, κατέληξα (από καιρό) ότι αυτό θα δημιουργούσε έναν εφιάλτη απόλυτης ασυνεννοησίας, έχθρας θυμού και θάνατου. Τό είδος αυτό με τήν φοβερή ειλικρίνεια και τίς φοβερές «μεταφραστικές» ικανότητες, ή θα όδευε ολοταχώς προς εξαφάνιση, ή θα κατέληγαν όλοι φυτά, όπου δεν θα σκεφτόταν πλέον κανείς απολύτως τίποτα

μια απελπισμένη ίσως ομάδα θα ήταν αυτή που θα προσπαθούσε να μάθει να κρύβεται – ιδέα δεν θα `χε ότι αυτό θα οδηγούσε στην «τέχνη» μας – γι` αυτούς θα οδηγούσε απλώς στην επιβίωσή τους –

αλλά αυτή η τάση όλο θα μεγάλωνε (εγώ είμαι αισιόδοξη) και τό είδος θα ανέπτυσσε μια τεχνική να δημιουργεί τέτοια στρώματα σκέψεων (πιο μέσα ή πιο βαθειά ώστε να μην ακούγονται – και να μπορούν να καμώνονται όλοι ότι οι εν λόγω σκέψεις δεν υπάρχουν : ) στρώματα βαθειά χωμένα, που δεν θα ακουγόντουσαν και δεν θα μεταφράζονταν

και, για να προχωρήσω λίγο ακόμα τήν αφήγηση τού διαστημικού μου, που φυσικά ποτέ δεν έγινε, από αυτό τό είδος, που θα είχε αυτήν τήν ειδικά ανεπτυγμένη ανικανότητα, θα προερχόμαστε αργότερα όλοι εμείς

 

 

 

 

(σύνοψη/μεταγραφή από τό παλιότερο βλογ, 2009)

η ξυλογραφία από αμερικάνικη θεατρική αφίσα τού προπροηγούμενου αιώνα

 

 

 

 

 

Απρίλιος 25, 2016

μεθ’ υμων με θυμον μετα θυμου και ανυποληψεως

 

 

 

βρεθηκα χτες το απογευμα στο κολωνακι και φοβαμαι οτι θα φανω μιζερη και μικροψυχη με τη σημειωση που θα κρατησω τωρα αλλά δεν ειναι αυτος ο σκοπος, για την αφελεια μου θελω να μιλησω και για το πώς ακομα εκπλησσομαι μερικες φορες μολονοτι κατα βαση τιποτα πλεον δεν με εκπλησσει λεω, λοιπον δεν ηταν εντελως τυχαια που βρεθηκα, βασικα ηταν μια μερα με πολλες δουλειες και οταν εχω πολλες δουλειες ο κανονας ειναι παντα να περναω στο τελος κι απο το χωριο μου, ετσι το λεω γιατι εκει οντας η πατρογονικη μου κληρονομια και η παιδικη γειτονια μου, και μολονοτι απο μικρη την απαρνηθηκα και την εγκατελειψα ασπλαχνα (για τη μαμα μου τουλαχιστον) δεν εχω ομως κι αλλο χωριο, οπότε όποτε πολλα να κανω εξω εχω, εκει πηγαινω στο τελος για δουλειες και για ψωνια και στην αρχη εκανα οντως μερικα ψωνια, επρεπε να παρω κι ενα δωρο για μια φιλη μου, πηρα και κατι κρεμες σωματος και προσωπου (ενα απ’ τα πραγματα που μου ’μαθε η μανα μου ηταν οτι οι γυναικες δεν πρεπει να φοβωνται να φροντιζουν το δερμα τους – και εδω που τα λεμε αυτο ειναι σωστο, και ειναι καλό που μου το ’μαθε μόνο που δεν το ’κανε για μενα, αλλά ειχε η ιδια εναν μεταφυσικο φοβο για τα ασχημα γεραματα στη ζωη ολων – και τη ζωη της) πρωτα κρεμες λοιπον, και μετα στο ωραιο μαγαζι για σοκολατακια, κι ισως και κατι αλλο ακομα που τωρα δεν το θυμαμαι, και εμεινα λοιπον βασικα καταπληκτη με τον καταπληκτικο τροπο που βρηκαν τοσο γρηγορα οι επιχειρηματιες να φοροδιαφευγουν παλι – ενω στην αρχη δηλαδη τού μετρου ολα τα μηχανηματακια για να πληρωνεις με καρτα δούλευαν, σιγα–σιγα ανακαλυψα οτι βρηκαν παλι οι απατεωνες (ολοι οι επιχειρηματιες στη χωρα κατα περιεργο τροπο ειναι απατεωνες) εναν τροπο να ξεφευγουν – την αρχη την εκανε το υποκαταστημα τού οτε (που δεν δεχοταν την καρτα μου με τιποτα, ενω η καρτα μου δεν ειχε, οπως αποδειχτηκε αργοτερα, κανενα προβλημα) και μετα, χτες για την ακριβεια, σε κανενα μαγαζι πια η καρτα μου δεν δουλευε : ενω δουλευε μια χαρα οταν πηγα στο ατιμί (εγω ατιμί το λεω, και οι πωλητριες ειδικα, οταν το ακουσουν κοιτανε πολυ ειρωνικα, κι αυτο με διασκεδαζει εγω αντιθετα τις κοιταω με αγαπη και οικτο) και σηκωσα τα λεφτα που δικαιούμουν και επρεπε, κι ομως στα μαγαζια που πηγα ολα μού ειχαν βγαλει την καρτα σκαρτη, αλλά σκαρτο ηταν το μηχανημα τους γιατι βρηκαν εναν τροπο δηλαδη να του κανουν καποιο κολπο και να το αχρηστευουν – κι αυτες ειναι οι στιγμες που ευχεσαι κατι αστειο κινηματογραφικο, να βρεθουνε ας πουμε πολλες πελατισσες μαζι την ιδια ωρα στο ιδιο μαγαζι και να χαρειτε την αμηχανια και την ντροπη τους των απατεωνων, αλλά ποτέ δεν γινονται αυτα, πληρωσα τοις μετρητοις, και βρηκαν παλι τροπο να φοροδιαφευγουν κι αυτο με θυμωνει πολυ, η ιδεα οτι νομιζουν οτι μπορουνε να κοροϊδευουν κι οτι νομιζουν οτι οι υπολοιποι ειμαστε ηλιθιες –

και καθως περιφερομουνα απο τη σκουφα στην πατριαρχου ιωακειμ και παλι πισω για να σηκωσω λεφτα απ’ την τραπεζα και να συνεχισω τις δουλειες μου προσεξα κατι πολυ περιεργο, εναν τροχονομο να ρυθμιζει την κινηση – και μου φανηκε πολυ παραξενο γιατι δεν χρειαζοτανε τροχονομος εκει, υπηρχαν φαναρια, και ποτέ δεν στεκοταν τροχονομος σε κεινο το σημειο – και καθως μού ειχε περασει πια ο θυμος και ειχαν τελειωσει οι δουλειες μου και ξαναπηγαινα στη σκουφα για να κατσω στο καφενειο να πιω εναν ωραιο καφε, επειδη ειχα ηρεμησει πια και εβλεπα λογικοτερα και καθαροτερα, ειδα οτι υπηρχαν κι αλλοι τροχονομοι, τι στα κομματια, δυο–δυο και τρεις–τρεις μαζεμενοι, για να κανουν παρεα ο ενας στον αλλον ητανε, τί ητανε, ηρεμοι ητανε, διαδηλωση δεν γινοτανε – δεν υπηρχαν φωνες, μεγαλη ησυχια επικρατουσε, και οπως ανεβαινα προς το καφενειο εβλεπα τη σκουφα αδεια δεν υπηρχαν αυτοκινητα μεχρι που ενα μπουλουκι κοσμος φανηκε στο βαθος σταματημενος σαν να περιμενε, πολυ περιεργος κοσμος, δεν ηταν διαδηλωση, κοσμος καταμαυρος, ολοι μαυροι, τί διαολο, πολυ μού εξαπτεται η φαντασια σε κατι τετοιες περιπτωσεις, και μια γριουλα ηταν εξω απο την εβγα και κοιταζε κι αυτη προς τα πανω προς τον κοσμο οπως και αλλοι σκορπιοι στα πεζοδρομια κοίταζαν προς τα πανω προς τον αη διονυση και της λεω με συγχωρειτε μηπως ξερετε τι γινεται, και μου λεει η κηδεια τού αρσενη, και ετσι καταλαβα και ησυχασα – διοτι οταν η κατασταση ειναι αγνωστη ολα ειναι δυνατα, αλλά οταν παρει ενα ονομα, οι δυνατοτητες περιοριζονται, και ετσι μπορεις να κάνεις σχέδια ανετα απεναντι στην πραγματικοτητα, να κανονισεις κι εσυ την πορεια σου και να πας να πιεις ησυχα εναν καφε – αλλά αναγκαστικα θα πλησιαζα πολυ τον ησυχο και ακινητο αυτον κοσμο γιατι το καφενειο μου ειναι εκει κοντα και ετσι αρχισα να παρατηρω, καταρχας πόσο ακινητοι ητανε, και κατα δευτερον πόσο πολυ κολωνακιωτες ητανε και ντυμενοι με τα καλυτερα τους, και κατα τριτον πόσο αμηχανοι ητανε απεναντι στο γεγονος μιας συναθροισης, δεν ητανε ατομα συνηθισμενα να βρισκονται ολοι μαζι σαν πληθος, το πληθος τούς ξενιζε, σαν να ηθελε ο καθενας να κανει επιδειξη σε πασαρελα τού εαυτου του, και επιδειξη ολης της υποβοσκουσας εχθροτητας, αντιπαλοτητας, μίσους, απανθρωπίας, διαχωρισμου, οπως σε μια επιχειρηση, εβλεπα δηλαδη τους επιχειρηματιες μαζεμενους, ολους αυτους που φοροδιαφευγουν, ολους αυτους που ’χουν τα μαγαζια που με κοροϊδευουν, ολη αυτη τη ζωη που σιχαινομαι : και ομως ολοι αυτοι πενθουσαν, ειχαν τωρα ολοι δικαιωμα να γινουνε σεβαστοι, μού θύμιζαν επισης το πασχα στην εκκλησια του αγιου νικολαου ή στη ριζαρειο οταν ημουνα μικρη που διασκεδαζα με την επιδειξη κουστουμιων φορεματων και θλιψης και τα δηθεν κατηφή ύφη στον επιταφιο και τα μετρημενα δηθεν χαρουμενα πανω–κατω τής λαμπαδας στην ανασταση, και τα κουνηματα τού κεφαλιου και τους ευγενικους και μετρημενους χαιρετισμους τού ενος οικογενειαρχη προς τον αλλον, και τα υποτονθορισματα και ψιθυρισματα που ομως ακουγοντουσαν περιφημα και παντα, απο εμας τα παιδια, του καθενος προς τη γυναικα του, εκεινος ειναι ο ταδε, αυτος ειναι ο αλλος, τι κανετε κυριε προεδρε, χαιρετε κυριε διοικητα, ω αγαπητε μου, υπηρχαν και μερικοι καθηγητες πανεπιστημιου που χρησιμοποιουσαν ακομα και δοτικη, καταλαβες αγαπητε μοι, τι γελιο που καναμε, παραλιγο να φαμε και ξυλο σε κατι τετοιες περιπτωσεις, και τελος παντων εγω θα πηγαινα για καφε – και οταν ηρθε ο καφετζης τού λεω με κοινωνικο υφος, ουτε που ξερω ακριβως γιατι, ειναι η κηδεια του αρσενη ε ; και μου λεει κι αυτος πολυασχολος κοιτωντας προς τη γωνία της σκουφα ναι τωρα μολις εφυγε ο τσιπρας – και τοτε επαθα τη δευτερη κριση θυμου και μού ηρθε νταμπλας και θυμηθηκα επιπλεον και τη μαυρη γυαλιστερη υπερκουρσα που αποχωρησε μολις πριν, με τους μαυρους γυαλιστερους τροχονομους μαζεμενους πεντεξη τριγυρω της που κουνουσανε και σα μαριοντετες τα χερια

και οφειλω να εξηγησω οτι δεν εχω τιποτα εναντιον του συγκεκριμενου ανθρωπου που πεθανε και ουτε μου ηταν ιδιαιτερα αντιπαθης, και τα κατσε καλα γερασιμε εγω τα ακουγα σαν πολυ πληκτικα και βερεσε διοτι ειναι η φυση τω πραματω τετοια που αποκλειεται οποιαδηποτε κινηση στα παιδευτικα πλεον να γινει, εδω και ετη πολλα, χωρις να σηκωθει σκονη και βουητο και χαλασμος και κουρνιαχτος – και ουδεις ξερει πλεον τι πρεπει ή τι δεν πρεπει να θελει να γινει ή για ποιο λογο να φωναζει ή αντιθετως να καθεται καλα, και τα παιδια ειναι λογικο πλεον να φωναζουν ακομα και ανευ λογου και να κανουν απεργιες απο τα μαθηματα καθοτι τα μαθηματα ειναι τοσο αιωνια πληκτικα και βαρετα και βλαβερα και εφοσον δεν διακρινεται διεξοδος απο ετη πολλα καμία, και συνεπως δεν ειχα τιποτα εναντιον του ανθρωπου

αλλά παρ’ ολ’ αυτα θυμωσα και προσπαθησα να καταλαβω γιατι θυμωσα και μαλιστα τοσο πολυ, να καταλαβω δηλαδη για να μπορεσω μετα να πιω τον καφε μου ησυχα, και κατεληξα οτι μαλλον ειχα θυμωσει διοτι ο κυριος αυτος που ηρθε εδω με την αριστοκρατια να πενθησει δεν ειχε παρει τα ποδια του να παει να πενθησει οταν επρεπε την αδελφη τού διάσημου μετασταντος, σε κεινη την κηδεια με τον λιγοστο κοσμο και τους ελαχιστους πολιτικους που ητανε ομως μια κηδεια πολιτικη και ο τωρα μεταστας μαζι με τους υπόλοιπους συγγενεις ειχε σταθει ορθιος πανω απ’ το φερετρο για οση ωρα κρατήσαν οι λογοι, και δεν κρατήσαν και λιγο, και φαινοταν συντετριμμενος οπως ητανε και ολοι αλλωστε, παλιοι συναγωνιστες και αριστεροι κι οχι του κωλου υπουργαρες και χαλκινα και πνευστα και μπαντες του δημου και τροχονομοι, και ετσι σιγουρα τα ηθελε η ιδια η Κιττυ, χωρις τηλεορασεις και κουστουμια

και γιναν ολοι οι θυμοι της μερας με τις κοροϊδιες ενα ολοι μαζι ενω ηξερα συγχρονως οτι εχω και αδικο, διοτι απο πού κι ωσπού να φταιει ενας αμορφωτος ψευτοαριστερος της δεκαρας που μεγαλωσε με ηρωες της αυταρχιας και της καταστολης απο πού κι ωσπού να ξερει την Κιττυ αφου αλλοι ητανε οι ηρωες του αυτουνου, κανας ζαχαριαδης κανας κολλιγιαννης κανας φαρακος, κανας ηθικον ακμαιοτατον, κανας τετοιος μαλακας τελος παντων, που του εμαθε να ψοφαει για υπουργιλικι και πρωθυπουργιλικι και να υποκλινεται στις υπουργαρες ζωντανες ή νεκρες, τί φταιει που δεν ηξερε να υποκλιθει στην Κιττυ αφου αυτα τού αξιζουνε, αυτες τις ρεβεραντζες ποθει η ψυχη του και γι’ αυτες κλαιει, τι φταιει αυτος αν οπως ανεχομαστε την κοροϊδια με τα μηχανακια της εφοριας, ανεχομαστε την κοροϊδια αυτουνου και τον ψηφιζουμε, κι οπως εκανα αυτες τις μαυρες σκεψεις άρχισαν και να ηχουν τα τυμπανα και να παιζουν πενθιμοτατα τα χαλκινα εμβατηρια, και χαλασε ο κοσμος απο τα ριγη και τα πενθη, και χτυπήσαν κι οι καμπανες στη διαπασων και με ξεκουφαναν την ωρα που προσπαθουσα στα μαυρα χάλια να πιω τον καφε μου

 

 

 

ημερολογιο της 21ης απριλιου 2016

ο τιτλος παρμενος απο ενα ενωτιον του στρατη δουκα – εκεινος μού επισημανε οτι το μεθ’ υμων και το με θυμον, αν τ’ ακους μόνο, δεν διαφερουν.

 

 

 

πηγη

 

 

 

Μαρτίου 25, 2016

ευχαριστω, κυριε παπαδιαμαντη

 

 

 

«Τον ειδα σκυμμενον ωρας ολοκλήρους εις γραφεια εφημεριδων, να μεταφραζη αρθρα, μυθιστορηματα, ειδησεις, τηλεγραφηματα, χαμενον παντα πισω απο ενα βουνον αγγλικων εφημεριδων, περιοδικων, βιβλιων.

Για τις εφημεριδες οπου συνεργασθηκε [ ] δεν ητανε ο μεγαλος διηγηματογραφος, ητανε [ ] ο ταπεινος μεταφραστης.

Στο “Αστυ” εφτανε αργα παντα, τρυπωνε στο γραφειο του, χωρις να πλησιαση  κανεναν και ριχνοτανε στη δουλειά, για να ξαναφυγη παντα με τον ιδιο τροπο. Καποτε τον εβλεπα μόνο να μπαινη μεσα στο γραφειο τού κ. Κακλαμάνου, αλαφροπατωντας σαν ησκιος, να προχωρη προς το τραπεζι τού διευθυντη, ν’ αφηνη τα χειρογραφα του, χωρις να πη λεξη, και να φευγη βιαστικα, περπατωντας συρριζα στον τοιχο, [ ] Οσοι δεν τον γνώριζαν, καθως ητανε κακοντυμενος, με ξεφτισμενες παντα τις ακρες τών μανικιων του, μπορουσαν να τον παρουν και για υπηρετη τού γραφειου. Και μόνο ο σεβασμος, με τον οποίον ο κ. Κακλαμανος τού ξαναλεγε, καθε φορά, παιρνοντας τα χειρογραφα του : “ευχαριστω, κυριε Παπαδιαμαντη…”, σκορπιζε την ανάξια αυτη, αλλά τοσο φυσικη, παρεξηγηση.» *

 

σαν να μιλουσε τουλαχιστον για μενα (και κανονικα για ολους μας) αυτος ο (αγνωστος μου) κ. κακλαμανος, λεγοντας του καθε φορά αυτο το «ευχαριστω κυριε Παπαδιαμαντη» (κι ουτε κυριε Κοσμοκαλογερε, ουτε κυριε Αγιε των γραμματων μας, ουτε κυριε Μπαρμπαλεξανδρε, ουτε καμιά αλλη απ’ αυτες τις, συνηθισμενες στην ελληνικη θρησκευόμενη ευρηματικη αμετροεπεια, μαλακιες)

ο παπαδιαμαντης εξακολουθει να μην αναγιγνωσκεται σωστα κατα τη γνωμη μου στη χωρα αυτη οπου υποτιθεται οτι μιλαει την ιδια γλωσσα μαζι του, και καμία εντυπωση δεν μου κανει που ο μόνος (κριτικος) που τον διαβασε καπως σωστα ηταν αλλογλωσσος** . Με τον παπαδιαμαντη μάς χωριζει θα ’λεγε κανείς οχι μόνο η ίδια γλωσσα (που κι αυτη μάς χωριζει) οσο η ίδια χωρα : κι οταν λεω γλωσσα δεν εννοω την «καθαρευουσα του» – οταν ειμαστε εμεις στο σχολείο χρησιμοποιουσαμε γλωσσαρι για τη δημοτικη του – οσο ακριβως μάς χωριζουν οι ίδιοι άνθρωποι που τοτε τον εβλεπαν με σεβασμο ως υπηρετη (ή τελος παντων και κατα παραχωρηση φτωχον) και σημερα με τον ιδιο ανιδεο και ιδιοτελη σεβασμο ως θρησκευομενο ανθρωπο. Πιθανως αν ηταν γαλλος ή γερμανος οι παρεξηγησεις να μην υπηρχαν (ή να ειχαν ηδη διαλευκανθει), γραφοντας στα ελληνικα δεν τον χωραει – ακομα και σημερα – ο τοπος.

παρ’ ολ’ αυτα, ή ακριβως γι’ αυτα, ειναι ακρως (και επιθετικα) ερωτικος, και ακρως (και ανυποταχτα) ερωτευμενος συγγραφεας ο παπαδιαμαντης : μη γελιομαστε, θρησκευόμενη και χρηστομαθή ηθογραφια εκαναν πολλοι και οχι μόνο συγχρονοι του, αλλά μαλιστα και συγγενεις του : Να πω λοιπον τωρα κι εγω ενα ανεκδοτακι : Πριν απο χρονια, τοτε που ημουν πολυ μεγαλυτερη απ’ ο,τι ειμαι τωρα, και ζουσα σε μια πολυ πιο μακάρια εποχη απ’ αυτη που ζω τωρα και ειχα τριγυρω και φιλους και ημουν και ερωτευμενη με τη ζωη μου, ειχα ολη τη μακαρια διαθεση – και τις μακαριες ομολογουμενως συνθηκες – να διαβαζω καθε χρονο, φτου κι απ’ την αρχη, ολα τα μυθιστορηματα τού ντοστογιεφσκυ και ολα τα διηγηματα τού παπαδιαμαντη

για τον ρωσο ειχαμε ως γνωστο την τυχη στην ελλαδα τών μεταφρασεων τού αρη αλεξανδρου στις εκδοσεις γκοβοστη (στις οποιες μεταφρασεις χώθηκαν κατα καιρους και δύο γυναικες – τη μία την κοραλία μακρη τη θυμαμαι, της αλλης δυστυχως το ονομα το ξεχναω – μολονοτι αυτην τη δευτερη, μια γλυκύτατη γηραια κυρια, την ειχα συναντησει μια μερα στο βιβλιοπωλειο στην πεσμαζόγλου (ανεβαινοντας εγω τα σκαλακια μετα απο μια αγορα, κατεβαινοντας, πολυ προσεκτικα, εκεινη) – την προσφωνησανε με σεβασμο οι υπαλληλοι γι’ αυτο και την αναγνωρισα κι εγω (και νά που τωρα δεν θυμαμαι τ’ ονομα της…))*** πρεπει λοιπον παρεμπιπτοντως να πω, με τη δεουσα αιδω και καταισχυνη, οτι το μόνο βιβλιο τού ντοστογιεφσκυ που δεν μού αρεσε καθολου (εκτος απο μερικες σκηνες) και που εξαυτου ποτέ δεν το ξαναδιαβαζα, ητανε το «εγκλημα και η τιμωρια» : το ευρισκα ιδιαιτερα διδακτικο (ελεγα) ισως, δεν ξερω γιατι, παντως δεν μου αρεσε. Δεν με απασχολησε ομως και καθολου το ζητημα – μεχρι που εκδοθηκε η (ακρως καθαρευουσιανικη φυσικα) μεταφραση τού παπαδιαμαντη, που την πηρα για να την κανω καπου δωρο και αποφασισα πριν τη δωσω να της ριξω μια ματιά : Λοιπον ουτε που την εδωσα δωρο και ουτε που αφησα κατω το βιβλιο σχεδον μεχρι να τελειωσει – κι αυτο ειναι πια απο τα πραγματα που αγγιζουν περιπου τα ορια του υπερφυσικου : εκτος κι αν καταλαβει κανεις (εστω και αργα δηλαδη) (στο συνολο του δηλαδη πια) τον παπαδιαμαντη :

το βιβλιο δηλαδη στη μεταφραση τού παπαδιαμαντη, με ολη κεινη του την αφυσικη υποτιθεται καθαρευουσα, δεν απεπνεε ουτε κουκουτσι διδακτικοτητας, και επιπλεον ξεχειλιζε απεριγραπτα απο ερωτα : οχι ευγενη αισθηματα και αγαπες και τετοια – ενδεικτικα και κυριολεκτικα, θυμαμαι καθισα μετα και συγκρινα, οτι οντως, εκει που οι αλλοι μεταφραζανε «αγαπη» ο κοσμοκαλογερος μετεφραζε «έρωτα» – που αναρωτηθηκα κι εγω χαζα αν ειχα συνειδητοποιησει στο παρελθον τον ογκο τού ενσωματωμενου και μασιφ και ανεκδιηγητου (κυριολεκτικα ανεκδιηγητου εδω) ερωτισμου στη γλωσσα και τις υποθεσεις και τις προθεσεις τού καθημας (δλδ τους κριτικους (μας)) αγίου. Ομως για να γινω πιο ακριβης : πρεπει να τα ειχα δει φυσικα, και να τα ειχα νιωσει, ομως δεν τα ειχα καταλαβει – διοτι διαβαζοντας τον παπαδιαμαντη καθε χρονο, με παρασερνε το συμπαν : συνεπως επρεπε να εισβαλει στη ζωη μου «διαμεσολαβημενος» μεσω μεταφρασης ο σκιαθιτης, για να εκβαλει ακολουθως και «αμεσα» μετα ο ερωτισμος τού συμπαντος του εις την νησον της βλακειας και της τυφλωσης μου.

ακριβως (υποθετω) διοτι ποτέ μεχρι τοτε δεν ειχα αναρωτηθει τί ηταν αυτο που με συνεπαιρνε και με υπνωτιζε, τι πραγμα ηταν αυτη η χαρα που ενιωθα διαβαζοντας τον παπαδιαμαντη (καθε χρονο, φτου κι απ’ την αρχη). Για τον ρωσο δεν απορουσα, ηξερα και ημουνα εντελως σιγουρη : η «απολαυση» μαζι του που δεν ηταν ποτε εκεινη η ανεπαναληπτη τής πρωτης φοράς, μετασχηματιζοταν και συνεχιζοταν καθε φορά, στο μετεπειτα, ως η ιδιοτελης χαρα στη διερευνηση των άπειρων λεπτομερειων – συνεπως δεν ηταν ισως πια ακριβως «απολαυση», αλλά ικανοποιηση μιας κακοηθεστατης, αλλά και συμπαθεστατης πιθανως (οπως μπορει να τού φαινοτανε τού ιδιου αν ηταν στις καλες του οταν θα με παρακολουθουσε), περιεργειας : τον ρωσο τουτεστιν μετα την πρωτη φορα τον διαβαζα σαν να μου εκανε πια μαθημα, καθε φορα σε καθε του βιβλιο ανακαλυπτα κρυμμενα κολπα αρχιτεκτονικα, αριστουργηματα μηχανικης και στερεωσης τού κτισματος, απυθμενα βαθη τής φαινομενικης ελαφροτητας και προχειροτητας, τρυπες και πορτες και παραθυρα αυλες ταρατσες και σωληνωσεις κολωνες και στηριγματα – ακομα και τη λειτουργικοτητα που μπορει να εχει ενας αδιεξοδος διαδρομος ή ενα κλειστο παραθυρο καρφωμενο για να μην ανοιξει ποτέ – ετσι που ειχα (μετα απο χρονια) την εντυπωση οτι τον ειχα ακουσει προφορικα να μου μιλαει για τη δουλεια του. Και ηξερα πια, μετα απο χρονια ακριβως, οτι ειναι ο μονος δασκαλος για το μυθιστορημα αυτος ο ζοφερος ανθρωπος με το απιστευτο χιουμορ ( : απο τα πιο σκοτεινα του, και το «υπογειο» και «ο σωσιας» και (το αγαπημενο μου) «ο εφηβος» πλεουνε σ’ ενα περιβαλλον ξεκαρδιστικης ειρωνειας – εχουνε μα την αληθεια ξεκαρδιστικες σκηνες). Ξερω πως δεν θα μπορουσα ποτε να γραψω πραγματικα μυθιστορημα αν δεν ειχα διαβασει τον ντοστογιεφσκυ, και ολοι οι αλλοι, οσο κι αν τούς αγαπησα, κι οσα κι αν εμαθα απ’ αυτους, δεν θα μπορουσαν ποτέ να με βοηθησουν να καταλαβω το μυθιστορημα, αν δεν ειχε προϋπαρξει το, μικρονοϊκο σχεδον στη λεπτομερεια και τη σχολαστικοτητα του, φροντιστηριο που μου εκανε τοσα χρονια αυτος. Ακομα κι αν σημερα δηλαδη τον αρνεισαι ή τον συχαινεσαι ή τον μισεις ή τον περιφρονεις, ή τον βαριεσαι πια (εγω ας πουμε τωρα δυσκολα πιανω να τον ξαναδιαβασω) αν γραφεις μυθιστορημα ξερεις οτι ειναι ο μεγαλος σου κι ο αγαπημενος σου κι ο χιλιοδιαβασμενος σου κι ο πιο βασανισμενος σου ο δασκαλος σου.

καμία σχεση ομως, σαφεστατα και ολοκαθαρα, ολ’ αυτα με κεινο το πραγμα που μοιαζει τοσο με υπνωση και χαρα συγχρονως και που σε κατακλυζει ξεχειλιζοντας στο δωματιο και στην απλη σκεψη – στο πλησιασμα εστω κι απο μακρια – ακομα κι απο τη στιγμη τής αοριστης αποφασης οτι θα τον ξαναπιασω στα χερια μου – του παπαδιαμαντη : και σαμπως λεγοντας οτι ειναι ερωτικος λεω και τιποτα σπουδαιο ; δεν ειναι δυνατον να μιλησω για τον παπαδιαμαντη, θα ’πρεπε να ’μαι παπαδιαμαντης για να εξηγησω τη γοητεια που ασκει πανω μου ο παπαδιαμαντης : (καποτε στις αρχες μπορουσα να μιλαω για κεινον τον ερωτα του για τις γυναικες, για κεινη του τη νοσταλγό τόπων – που διεψευσε και τσακωθηκε κατευθειαν και με τον φλωμπερ του οποίου η ηρωιδα «αναζητουσε συγκινησεις και οχι τοπία» – εκεινη τη γυναικα που δεν θελει να ζησουν οι αλλες γυναικες αυτα που η ιδια ξερει και εζησε, εκεινους τους ερωτευμενους ανθρωπους πανω στο χιονι : οχι, ουτε οι αλλες γυναικες ουτε οι αλλοι αντρες ουτε τ’ αλλα παιδια : οχι, ουτε οι λεξεις ουτε η γλωσσα ουτε καν η «περιφημη» ατμοσφαιρα) : αυτο που με πλημμυριζει, εμένα προσωπικα, στη σκεψη τού παπαδιαμαντη ακομα και στην αναμνηση της πεζογραφιας του, δεν μπορει να ειπωθει αλλιως παρα μονάχα σαν κατι πολυπλοκο οπως η λεξη χαρα, αυτη η αοριστη παιδικη λεξη.

και ειναι μια χαρα σα βυθισμα, και σαν προοπτικη βυθισματος, σε κεινους τούς μαυρους πανυψηλους μυστηριους καθρεφτες στα πιο αλλοκοτα τής παιδικης μας ηλικιας λουνα παρκ – με ολον τον θορυβο και τη βαβουρα τών πραματευτων, των γονιων, των παιδιων, και των αλλων παιχνιδιων τριγυρω. Αν θελησω να το θυμηθω θα πω οτι ειχαμε την εντυπωση πως παιρνοντας την αδεια να μπουμε σε κεινην τη σκοτεινη σπηλια με τους καθρεφτες ειχαμε την επιγνωση οτι πηγαινουμε σε κατι ανεκδιηγητα κι απαγορευτικα δικο μας – και οχι μόνο δεν φοβομαστε την παραμορφωση που μάς περιμενε ακινητη κι αχορταγη (και που, μολονοτι την ξεραμε, ποτέ δεν τη βρισκαμε ιδια, ουτε και τη βαριομαστε) αλλά τη φανταζομαστε κιολας μονιμα εναλλασσόμενη και περιμεναμε τις καινουργιες της εκφανσεις καθε φορα (και μαλιστα ανυπομονα) σαν αυτο το επιτελους εντελως μυστικο και ουσιαστικα ανεκφραστο να ητανε επιτελους το κομματι τού κοσμου το πιο δικο μας.

υψώνονταν γυρω μας τεραστιοι οι μεγαλοι καθρεφτες, και χάνονταν το υψος τους στα μυστικα υφασματα τής οροφης, κι ο,τι βλεπαμε πανω τους, οσο ασχημο κι αν ηταν ή αναπαντεχο, ηταν παντα μια μορφη τής ελευθεριας μας να ειμαστε αλλοι κι αλλιως και αλλού. Και ποτέ δεν προσεχεις τις ταπεινες ή φτενες διαστασεις τού δωματίου κι οι καθρεφτες δεν μιμουνται τιποτα αλλά σού γελανε, σου μιλανε, και σε περιμενουν.

πηγαινεις υπνωτισμενη στο παναρχαιο, το ολοκαινουργιο και το ολοσκοτεινο ξανα, στο δικο σου ξανα, σα να μην ειχανε τελος τα βασανα και οι καημοι του καθρεφτη σου αυτου του κοσμου.

 

 

 

 

* απο γραπτα του παυλου νιρβανα για τον παπαδιαμαντη, στα αυτια τής εκδοσης τού «αόρατου», εκδοσεις κιχλη

** γκυ σωνιέ

*** αργοτερα τό θυμηθηκα : το ονομα τής μεταφραστριας ητανε στέλλα βουρδουμπά

εδω η (εξαντλημενη, και μη επανεκδοθεισα) μεταφραση τού ντοστογιεφσκυ για το εγκλημα και τιμωρια

 

 

πηγη

 

 

 

 

 

 

Δεκέμβριος 19, 2015

μέσα στο τσιμέντο

 

 

 

 

Υπάρχει ένα απόσπασμα σε κείνο τό κεφάλαιο για τήν παλιά γειτονιά που αναφέρεται στην τσιμεντένια πισίνα τής εκκλησίας : στην πραγματικότητα, περισσότερο απ’ όλα θα ’πρεπε να αναφέρεται στο όνομα τής εκκλησίας, και στον χαρακτηρισμό της – στο όνομα με τήν έννοια ότι θα ’πρεπε να ξεκαθαριστεί, για ποιο λόγο τό όνομα δεν μπορούσε να αναφερθεί ποτέ (δεν υπήρχε τρόπος να αναφερθεί), και στον χαρακτηρισμό της, γιατί εξαιτίας αυτού τού χαρακτηρισμού χαρακτηρίστηκε μια μεγαλύτερη περιοχή, όχι πια τής πόλης ή τής χώρας, αλλά τού χάρτη – από τότε – κι ώσπου ν’ αλλάξουν οι χάρτες για τά καλά, εκείνος ο χαρακτηρισμός ήταν ο πρώτος (θ’ ακολουθούσαν ακόμα και κάποιοι δεύτεροι και τρίτοι) που θ’ αφορούσαν κάτι που θα ήταν πάντα «τό μεγαλύτερο τών βαλκανίων» – και πάντα έτσι θα λεγότανε, μ’ αυτήν τήν επισημότατη γενική που έδειχνε κάτι ξένο κι απόμακρο, κι επίσης ένα καμάρι που θα ξεκινούσε από περιφρόνηση και θα κατέληγε σ’ αξιολύπητο (επαρχιωτισμό και εξαυτού) οίκτο : η μεγαλύτερη εκκλησία τών βαλκανίων : τό μεγαλύτερο νοσοκομείο ή και τό μεγαλύτερο μπαρ (άκουσα πολύ αργότερα για ένα τρίπατο σε μια απ’ αυτές τίς περιοχές που καμαρώνουν ότι ήταν φτωχές και ανέρχονται ή ήταν ανερχόμενες και κατέρχονται) τών βαλκανίων : έπρεπε ν’ αναστραφεί ο χάρτης ολόκληρος για ν’ αρχίσω να συναισθάνομαι πόσο ηλίθιο ήταν αυτό τό φριχτό καμάρι : κι ήταν μαζί οι πρώτες φορές που άρχισα να καταλαβαίνω ότι βρισκόμαστε όλοι μαζί, σ’ αυτήν τήν περιοχή, και πουθενά αλλού, και όχι απέξω, ή πιο ψηλά – και γι’ αυτό ξόρκιζες αυτό που δεν μπορούσες να φτάσεις, δηλαδή τό «μεγαλύτερο τής ευρώπης» να πούμε ή «τό μεγαλύτερο τού κόσμου», ή τό «μεγαλύτερο τής υφηλίου» και «τού σύμπαντος» και «τού γαλαξία» : είμαστε εκεί, σ’ εκείνη τή γειτονιά που δεν είχε άλλο όνομα πέρα από τό όνομα τής εκκλησίας, τής «μεγαλύτερης τών βαλκανίων» – φτηνή επαρχιώτικη γελοιωδέστατη ονομασία και παρηγοριά – όχι για τούς κατοίκους τών βαλκανίων, αλλά για τούς άλλους γείτονες τής γειτονιάς που ήτανε παραπάνω από τούς άλλους τών βαλκανίων –

Όμως, τώρα που τό σκέφτομαι, δεν ήτανε τόσο σπουδαίος ο χαρακτηρισμός όταν παίζαμε μέσα στο τσιμέντο (τής πισίνας) και γύρω από τούς αυστηρούς αφιλόξενους απρόθυμους κακοσχηματισμένους τοίχους (τής εκκλησίας) με τίς εσοχές και τίς κάθετες γραμμές που ορθωνόντουσαν σαν λαιμητόμοι και που στις κρυφές τους οξείες γούβες σέ είχε οδηγήσει μια μέρα γελώντας αυτή, έντρομη εσένα, να κατουρήσεις η ανέμελη υπηρέτρια και που μέσα στον τρόμο σου είδες ξάφνου να υψώνεται πίσω από τή φαρδειά της φούστα που έκρυβε τό μουντό απόγευμα – ήταν η ώρα που κανένας δεν έπαιζε πια κι η πλατεία ήταν σχεδόν άδεια – τό αυστηρό πρόσωπο τού ανήλεου άντρα (όλοι οι άντρες είχαν ένα ύφος ανήλεο ιδίως όσοι περνούσαν σαν ξένοι και έφευγαν – ένα ύφος ανέκφραστο κοροϊδευτικό και ανήλεο –) που μην καταδεχόμενος καν να ασχοληθεί, περνώντας απλώς πίσω απ’ τή φούστα της, έφτυσε με τό καταδικαστικό ύφος τού ύστατου κριτή εκείνο τό ερωτηματικό «στην εκκλησία κατουράς» – και πέρασε ( : ό,τι κυρίως θυμάσαι ήταν η απορία και όχι τόσο (ακόμα) ο θυμός, και μαζί κάτι σαν διασκέδαση για τό άδηλο και άγνωστο τεράστιο μέλλον – έτσι που χωρίς να έχεις (ακόμα) θυμώσει έμεινες σ’ εκείνη τήν περιφρόνηση προς τή φούστα αυτηνής, και τό ότι έχωσε για μια στιγμή μάλιστα τό κεφάλι του σχεδόν πάνω απ’ τή φούστα αυτηνής, ρίχνοντας εκείνο τό κοίταγμα μόνο σε σένα σαν να προφήτευε (αλλά δεν ήθελες να τό σκεφτείς γιατί αν τό σκεφτόσουνα θα σού κοβότανε τό κατούρημα) να προφήτευε μια απροσδιόριστη κατάσταση από κακία ή διαίσθηση που θα παρέβλεπε και στο μέλλον τίς άλλες φούστες ακόμα κι αν σέ κρύβαν εντελώς πίσω τους ώστε διάφοροι τέτοιοι με τέτοιο πρόσωπο αιωνίως, και σαν να ήταν τό κάτουρο κάτι κακό κι η εκκλησία κάτι καλύτερο, περνώντας τά μικρά σα μπίλιες μάτια πάνω από τά καρώ υφάσματα θα είχαν τήν κακία να διακρίνουν πάντα με τήν τρελή εμμονή τού ύστατου κριτή εσένα μόνο σκυφτή όταν έγραφες ή κατουρούσες) : θα ’ταν φτηνό κόλπο όμως να ασχοληθώ με τό αν κόπηκε και πώς τό κάτουρο ή αν συνεχίστηκε και πώς : εκείνη πάντως δεν έδωσε καμιά σημασία και σέ μάζεψε ευχαριστημένη.

Και θα ’ταν φτηνό κόλπο να πω για τό εσωτερικό τής εκκλησίας και τούς γυμνούς τούβλινους αχανείς αφιλόξενους άξενους, ξένους, τοίχους της που απορροφούσαν τίς φωνές, τίς ελάχιστες φορές που είχες μπει μέσα και είχες τολμήσει να τούς έχεις κοιτάξει – και τότε συνηγορούσαν, τά γυμνά τούβλινα πανύψηλα ικριώματα με τόν τόπο όπου μπορούσε κανείς να τού έρθει να κατουρήσει από τό κρύο όσο τόν έβλεπε, και μαζί έβλεπε απόμακρα μέσα στην αχανή αδειοσύνη με τίς ελάχιστες ζωγραφιές, κάποια μικρή φιγούρα παπά να μιλάει διδακτικά σ’ έναν καντηλανάφτη. Αλλά δεν ήταν αυτό που σ’ ενδιέφερε : ό,τι υπήρχε ήταν τό γύρω από τήν εκκλησία, τή μεγαλύτερη τών βαλκανίων, και πάνω απ’ όλα, κάτω χαμηλά η βυθισμένη πισίνα (υπήρχε φυσικά και τό καφενείο – ήταν κάτω χώμα και μετά δέντρα και δρόμοι και μετά σπίτια που σαν να φτιάχναν τό σκηνικό ενός θέατρου, αλλά ήτανε κυρίως τό καφενείο που έβγαζε τά σιδερένια στρογγυλά στο πεζοδρόμιο και είχε ένα γκαρσόνι πολύ ψηλό και λεπτό και έβγαζε αυτός τά στρογγυλά τραπέζια στον κήπο κουβαλώντας τα θριαμβευτικά, κάτω από μια σειρά ψηλά δέντρα που θα καθόντουσαν μόνο μεγάλοι που θα μιλούσαν με ύφος μυστικό και ανήλεο για να μην καταλαβαίνουμε εμείς ποτέ μας τί λένε : (πάντα θα καθότανε κάποιος σαν τόν μπαμπά και σαν τήν μαμά και αυτούς είχαμε περισσότερη επιθυμία συνήθως να τούς μυρίσουμε έτσι ώστε τρέχοντας περνάγαμε δίπλα τους για να τούς μυρίσουμε όχι μόνο μία φορά αλλά ξανά και ξανά όμως αυτοί κοιτάζαν ο ένας τόν άλλον και δεν μάς δίναν καμιά σημασία παρά μόνο αν η γυναίκα χαμογέλαγε σε κάποια από μάς, όμως τό γκαρσόνι που πηγαινοερχόταν διασχίζοντας τόν δρόμο ανήλεο με τόν δίσκο στο χέρι ψηλά έκανε μια κίνηση σα να μάς έδιωχνε κρατώντας τό δίσκο σα μυγοσκοτώστρα)). (Όμως δεν έχω μπορέσει να βρω τή μυρωδιά αυτή ποτέ πια και τίς λέξεις για τή μυρωδιά, γλυκάνισο, τουρσί, κραγιόν, νερό, ούζο, γλυκό, πικρό, ξυνό, μαλλιά, και δέντρο μαζί και πράσινο και χώμα, και ρούχα καρώ και πουά και ταγιέρ σκουλαρίκια και τσάντα και κόκκινο στόμα κραγιόν και φαΐ τουρσί ομιλίες μυστικές και ανήλεες). Τό χώμα όμως δεν ήτανε μόνο χώμα γιατί ήτανε και τσιμέντο και τούβλα και η πισίνα με τό τσιμέντο χωρίς τό νερό : ή μάλλον τό τσιμέντο τής πισίνας στη μέση, βαθύ στρογγυλεμένο, τετραγωνισμένο, με σκαλάκια για να κατεβαίνουμε και να παίζουμε – εκτός από όταν τή γεμίζανε με νερό και δεν μπορούσαμε να παίξουμε γιατί ερχόντουσαν τά ορφανά – παίζανε κολυμπώντας μέσα στο νερό περιμένοντας στη σειρά περιμένοντας με τή σειρά αφού τά φέρνανε όλα από κάπου με τή σειρά – και κανείς δεν ήξερε από πού ερχόντουσαν – είχανε όμως αυτό τό όνομα «τά ορφανά» που ήταν μια λέξη ακατανόητη η οποία απόκτησε αμέσως νόημα από τό γεγονός ότι κάποιοι από μάς τήν ξέρανε και τήν είπανε, και αμέσως μετά και κολλητά από τό γεγονός ότι εμείς συνεπώς είμαστε διαφορετικοί και καλύτεροι – και η πισίνα είχε γεμίσει νερό από τήν αρχή πριν φτάσουμε εμείς τό πρωί και δεν μπορούσαμε επομένως να παίξουμε εκεικάτω αλλά είχαμε τό παιχνίδι που ήταν περίπου διασκεδαστικό να στεκόμαστε σε μία σειρά παραδίπλα παραπέρα – γιατί δεν έπρεπε να πλησιάσουμε, και από κει όρθιοι και ανήλεοι και περήφανοι και κακεντρεχείς να χαζεύουμε τά κοριτσάκια – κυρίως ήταν νομίζω πιο πολύ κοριτσάκια – που τά βάζανε στη σειρά και ίσως να ερχόντουσαν κιόλας σε μία σειρά – πάντως καμιά μας δεν ήξερε από πού ερχόντουσαν – και ύστερα περιμένανε ανά δύο στη σειρά και με κάποιο σύνθημα πέφτανε ανά δύο στο νερό που ’χε γεμίσει τό τσιμέντο και έτσι ανά δύο τά θυμάμαι σχεδόν που κολυμπάγανε ώσπου με κάποιο αόρατο σύνθημα πάλι βγαίναν αυτές και μπαίναν οι άλλοι και υπήρχαν λίγες φωνές και κάτι λίγο σαν παιχνίδι ή χαρά και σκανταλιά αλλά ελάχιστο, πιο πολύ μού φαινόντουσαν άβουλα σαν να βρίσκονται ακόμα στην τάξη (ακόμα και μες στο νερό σαν να καθόντουσαν και μες στο νερό σε ένα θρανίο ανά δύο και περιμένανε με τά χέρια σταυρωμένα τό διάλειμμα) και δεν θυμάμαι τά πρόσωπα τών μεγάλων καθόλου, αλλά ήταν κυρίες, κυρίως κυρίες αν και πρέπει να υπήρχαν και άντρες, μεγάλοι που μού θύμιζαν καντηλανάφτες κι ανήλεοι, μυστηριωδώς αδίστακτοι γεμάτοι σκοτούρες, και όλο αυτό ήτανε σαν κάτι που έπρεπε να γίνει αλλά δεν είχε σχεδόν καθόλου παιχνίδι – κάποια μέσα στο νερό προσπαθούσαν να γελάσουν – ίσως τά παρηγορούσε μόνο που τά κοιτάζαμε εμείς απέξω και δεν μπορούσαμε να παίξουμε κι εμείς στο νερό, ίσως αυτό ήταν η περηφάνια τους (κι ακόμα ίσως και τό ότι μάς είχαν πάρει τήν πισίνα – αν τό ξέρανε (αλλά πού να ξέρουνε ότι η πισίνα ήταν άδεια πριν έρθουν αυτά, κι εμείς παίζαμε μέσα εκεί στο τσιμέντο όλες τίς άλλες φορές – δηλαδή τόν κανονικό μας τόν χρόνο –) αλλά είχα τήν εντύπωση ότι τά ενοχλούσε που τά κοιτάζαμε κι ότι τά ενοχλούσε που ήταν αυτά ορφανά κι εμείς είχαμε άλλους μεγάλους μαζί μας, κρυμμένους στο σπίτι – παρόλο που δεν φαινόντουσαν τώρα – είμαστε μόνοι εμείς και μόνοι αυτοί (αν και αυτοί είχαν κάποιους μεγάλους μαζί τους που τούς έβαζαν στη σειρά και που δίνανε τά συνθήματα και τίς εντολές) – αλλά πολύ αυστηρά και δεν ήταν κανονικοί μεγάλοι αλλά και οι δικοί μας τά ίδια περίπου κάνανε (εκτός από τίς υπηρέτριες που ήτανε οι καλύτερες όλων με τίς φαρδειές τους τίς φούστες, συνήθως καρώ) αλλά αυτές δεν τό ήξεραν και μάλλον στεκόμαστε εκεί με τήν περηφάνια και τήν αλαζονεία τού πρόσκαιρου ψεύδους ότι οι δικοί μας μεγάλοι ήταν καλύτεροι – και αυτές υποφέρανε και κολυμπούσαν, φώναζαν και λίγο, παίζαν και λίγο, αλλά καταβάθος καιροφυλακτούσε η ταπείνωση εκεί, αυτή η ταπείνωση – ότι εμείς είμαστε πολύ καλύτεροι αφού είχαμε άλλους μεγάλους πιο πίσω – όμως παρόλ’ αυτά καιροφυλακτούσε κι απ’ τή μεριά τους, ήμουνα σίγουρη, η χαιρεκακία ότι μάς είχανε πάρει για τή μέρα αυτή, ήταν μόνο δικιά τους να παίζουν αυτή η πισίνα. Κι αυτό γινόταν αρκετές φορές, κι ήταν σαν ένα σημάδι ότι είχε έρθει τό καλοκαίρι.) Όμως ξαφνικά η πισίνα ξαναάδειαζε και ξαναμπαίναμε μέσα. Και εκειμέσα παίζαμε οι πιο μεγάλοι και οι πιο σπουδαίοι τό Περνά περνά η μέλισσα και τό Καλημέρα σας κυρία μπερλίνα και τό Πινακωτή πινακωτή από τό άλλο μου τ’ αυτί γιατ’ είν’ η μάνα μου κουφή.

Αλλά τό «σάς πήραμε σάς πήραμε» τό θυμάμαι περισσότερο και για τά λόγια αλλά και γιατί τότε έπρεπε να φτιάξουμε τούς δύο στρατούς (με τά χέρια μπλεγμένα απ’ τήν κάθε μεριά και να τρέχουμε μετά να σπάσουμε ο ένας τίς αλυσίδες τού άλλου, με τό στομάχι έπρεπε να σπάσουμε τά χέρια τών άλλων αλλά πολλοί ανήλεοι βάζαν τά χέρια μπροστά στο στομάχι και σπάγαν τά χέρια με χέρια) : κι ήταν μια περιπέτεια να μάθουμε ο ένας τού άλλου δηλαδή τά ονόματα ώστε όταν θα φωνάζανε Ποιόν παραγγείλατε, να ξέρουμε να φωνάξουμε τό όνομα αυτουνού που δεν θα ’τρεχε ούτε γρήγορα ούτε και δυνατά ώστε να μην καταφέρει να σπάσει τήν αλυσίδα και ηττημένον να τόν ενσωματώσουμε στις γραμμές μας και με κακεντρεχή περηφάνια να φωνάξουμε Σάς πήραμε σάς πήραμε φλουρί κωνσταντινάτο και να τούς ακούσουμε ν’ απαντάνε με τό πιο κακεντρεχές τους ύφος περιφρονητικότατα Μάς πήρατε μάς πήρατε βαρέλι δίχως πάτο αλλάζοντας ξαφνικά γνώμη για τόν μέχρι τώρα φίλο τους και στο, αμέσως μετά πιο συμβιβαστικό δικό μας, Σάς πήραμε σάς πήραμε μια όμορφη κοπέλα, αυτούς να τούς ακούσουμε ν’ απαντάνε με τό ακόμα πιο παράλογα απορριπτικό δικό τους Μάς πήρατε μάς πήρατε μια παληοκατσιβέλα, κι ύστερα επομένως η αγωνία όταν φωνάζαν τό δικό σου τό όνομα, η αγωνία και η ταπείνωση, γιατί αυτό σήμαινε ότι περιμένανε τώρα ότι δεν θα έχεις δύναμη εσύ, κι ότι δεν θα έχεις τήν δύναμη και τήν ικανότητα να σπάσεις και να διαλύσεις καμιά αλυσίδα εσύ, και τό ξέρανε, κι ότι ήτανε σίγουροι, κι ότι είχαν αυτήν τήν χαιρέκακη προφητεία και γνώση, και μέσα σ’ όλη σου τήν σύγχυση και τόν θυμό που σέ διαλέγαν για αντίπαλο σχεδόν εκ τών προτέρων ηττημένο έπρεπε συγχρόνως να ψάξεις πριν ξεκινήσεις τό τρέξιμο και να προκαθορίσεις (και να προφητέψεις) με κακεντρέχεια κι εσύ τήν πορεία σου έτσι ώστε να υποθέσεις (και να προφητέψεις) πού βρισκόταν ένας άλλος αδύναμος τώρα ή μάλλον οι δύο αδύναμοι απέναντι, (ώστε να ξεκινήσεις κατευθείαν γι’ αυτούς τούς δυο και εσύ) (με τήν ελπίδα να μην νιώσεις πάνω εκεί στο ύψος τού στομαχιού και τής κοιλιάς αυτήν τήν ανήλεη και αδιάσπαστη ενότητα τήν χαιρέκακη και κακεντρεχή δύναμη που δεν αφήνει κενό να περάσει) τήν νιώθεις ολόκληρη κι ενιαία στις γροθιές που σφίγγονται πάνω σου όπως πέφτεις με τό στομάχι επάνω τους, ανίδεες ανείπωτες ανάκουστες άγνωστες γροθιές και δυνατές : κι ύστερα όταν ένας άλλος ετοιμάζεται να έρθει πια από απέναντι (προβλέποντας με φόβο, προφητεύοντας με απορία, ότι διαλέγει τά δικά σου τά χέρια να σπάσει) τήν αντίθετη ας πούμε φορά που πρέπει να κάνεις εσύ τά χέρια γροθιά σφίγγοντας τά χέρια σου γερά με τούς δίπλα, όσο γίνεται πάλι πολύ δυνατά, για να μην περάσει ο άλλος αυτός που εσύ φώναξες με τ’ όνομά του, ή οι άλλοι φώναξαν κι εσύ ακολούθησες και φώναξες τό όνομά του επίσης κι εσύ (με τήν ελπίδα ότι είναι αυτός τό ίδιο αδύναμος όπως ήσουν κι εσύ και δεν θα μπορέσει να σπάσει τά χέρια) : μάλιστα όταν τόν βλέπεις να ξεκινάει από τήν δικιά του αφετηρία και να κατευθύνεται εντελώς καταπάνω σου έχεις έτσι από μέσα σου όλη τήν έκπληξη (και τόν τρόμο) που σέ θεωρεί τόσο εύκολο και σίγουρο και νικημένον εκ τών προτέρων αντίπαλο ώστε να ’ναι σίγουρο ότι τό δικό σου τό χέρι δεν θα αντέξει ποτέ τή δύναμη εκείνου τού άκαμπτου τοίχου τού στομαχιού τού σκληρού κι εχθρικού. Που πέφτει σαν λεπίδι σαν ξυράφι σαν μαχαίρι και μαζί σαν τούβλο επάνω σου, και σαν τοίχος από μαχαίρι, τήν ώρα που σού κόβει τή γροθιά σου στα δύο, αυτουνού τό απέναντι στομάχι ανήλεο και πας πίσω τρέχοντας καθώς σέ γυρίζει στη δικιά του αλυσίδα αιχμάλωτη, και τόν ακολουθείς δήθεν ότι δεν σέ πειράζει καθώς σέ γυρίζει στη δικιά του αλυσίδα σα λάφυρο, και σέ παρηγορεί τό ότι τώρα – από μια αναπότρεπτη στροφή τού στίχου και τού τραγουδιού θα μετατραπείς εσύ τώρα από νικημένος σε λάφυρο, και σε κάτι που όντως οι ίδιοι οι νικητές σου θα αισθανθούν εξαιτίας του τήν ανάγκη να σέ επαινούν : και να λένε ότι είσαι φλουρί : δηλαδή να τό λέει τό τραγούδι : και δεν είναι πια, μέσα στον κήπο η αίσθηση ότι σέ διάλεξαν επειδή είσαι αδύναμος αλλά επειδή είσαι πολύτιμος και όμορφος και φλουρί. Νιώθεις έτσι τήν αγαλλίαση τών άγριων εκείνων λέξεων : Σάς πήραμε σάς πήραμε φλουρί κωνσταντινάτο (και δεν θέλεις νά ’ρθει η στιγμή που θ’ ακούσεις από μακριά (να έρχεται σαν ηχώ από έναν κόσμο εχθρικό πλέον τώρα, εκείνον τών πρώην αλυσιδωτών σου συντρόφων) τό Μάς πήρατε μάς πήρατε βαρέλι δίχως πάτο).

Μεγάλο μέρος τού παιχνιδιού αυτού επομένως – και μέρος όχι μόνο κεντρικό και νευραλγικό αλλά και τραγικό επομένως – αποτελούσαν τά ονόματα και μ’ άλλα λόγια οι λέξεις : και για να ’μαι ακριβής όχι μόνο τά ονόματα αλλά και τά πρόσωπα πίσω και μαζί με τά ονόματα, και μάλιστα όχι μόνο τά πρόσωπα, αυτό που θα ’λεγε δηλαδή κανείς γενικά πρόσωπα, αλλά και όλα τά σημαντικά και σπουδαία και ανίκητα τού κάθε προσώπου (που η δύναμή του στο τρέξιμο και η δύναμή του στα χέρια (κι όχι μόνο στα χέρια όταν ήταν ακίνητος, αλλά και στα χέρια όταν έτρεχε) (ώστε να σπάει πονηρά και κρυφά με τά χέρια κι όχι με τό σώμα του μόνο απλώς τήν αλυσίδα (αν μπορεί)) (χέρια πάνω σε χέρια, γροθιά πάνω στη γροθιά) ήταν αυτά που φυσικά εννοούνταν μαζί με τά ονόματα και με τίς λέξεις). Και φυσικά εννοούνταν ότι ήταν πάρα πολλά τά παιδιά μες στην πισίνα εκεί τότε που παίζανε, και γι’ αυτό φροντίζαμε να ξέρουμε όσο γίνεται περισσότερα ονόματα (και τίς ικανότητες και τίς ανικανότητες και τίς αδυναμίες τού κάθε καινούργιου στο τρέξιμο και στις μπουνιές) (και ειδικά οι αδυναμίες ήταν τά μεγαλύτερα προσόντα τού λάφυρου τού φλουριού τού βαρελιού ή τής κατσιβέλας : ) Κι έτσι όσα παιδιά κι αν ερχόντουσαν καινούργια τά δοκιμάζαμε στο Μέλι γλυκύτατο μες στην πισίνα, και εκεί στην πισίνα μάς άρεσε κυρίως να παίζουμε (στο γκρι της τσιμέντο) κατεβαίνοντας τά λίγα σκαλάκια έτσι ώστε να γινόμαστε όντως αόρατοι σχεδόν για τούς μεγάλους μετά, και να χτυπιόμαστε μέσα σ’ ένα χώρο μονομαχιών ανελέητων μικροσκοπικών, κολοσσαίο με μελλοθάνατους νεογέννητους.

Αλλά ήταν φορές που τριγυρνάγαμε μέσ’ στην πισίνα κατά παρέες συζητώντας ή περπατώντας ή και, χωρίς σκοπό και κανόνες περισσότερους, μέσ’ στους σκληρούς της τοίχους μόνο τρέχοντας.

 

 

δημοσιευμένο στο τεύχος 81 (δεκέμβριος 2015) τού περιοδικού «σημειώσεις»

 

φωτογραφιες 1, 2

 

 

 

 

 

 

Δεκέμβριος 8, 2015

χέρμπερτ μαρκούζε – ή η επανάσταση στον παράδεισο / τό βίντεο «herbert’s hippopotamus» και μια μεταγραφή του /

 

 

 

 

 

το περιφημο (τωρα πια) αυτο βιντεακι, διαρκειας κατι παραπανω απο μια ωρα, φιλοδοξησε με τα λιγοστα μεσα που ειχε τοτε στη διαθεση του ο σκηνοθετης του (φοιτητης ακομα) να εξερευνησει τη ζωη του χερμπερτ μαρκουζε στην καλιφορνια (ζωη επικινδυνη, απ’ την οποια δεν ελειψαν και οι απειλες για δολοφονια του (σε σημειο που οι φοιτητες ειχαν οργανωσει βάρδιες μερα–νυχτα γυρω απο το μικρο του σπιτι) – και δεν ελειψε καν ο (μετεπειτα παγκοσμιως δυστυχως γνωστος) ροναλντ ρηγκαν (τοτε κυβερνητης της καλιφορνιας) που του εκανε την τιμη να του επιτεθει προσωπικα (ειναι απολαυστικα τα αποσπασματα που δειχνουν εναν ρηγκαν ηπιως εξωφρενων και αποβλακωμενο, που δεν καταλαβαινει καν περι τινος ακριβως προκειται)

η ταινια εγινε το 1996 απo τoν paul alexander juutilainen και εξεταζει τη ζωη του μαρκουζε στο πανεπιστημιο τού σαν ντιεγκο, την κρισιμη (κυριως) διετια 1968–1969 : περιλαμβανονται σκηνες απο επικαιρα τής εποχης, συνεντευξεις, το ξεσαλωμα των εφημεριδων και του στρατου εναντιον του μαρκουζε (ωραιες σκηνες : μελη της «αμερικανικής λεγεωνας» να περιερχονται την πολη μαζευοντας υπογραφες για την απολυση του απο το πανεπιστημιο) – και συζητιεται επισης η συναντηση τοτε της κριτικης θεωριας με τα προβληματα του τριτου κοσμου, το φεμινιστικο κινημα, και το (σε μεγαλη εξαρση τοτε – δυστυχως μόνο τοτε –) αντιπολεμικο κινημα.

στη διαδικτυακη σελιδα τού χερμπερτ μαρκουζε, ο χαρολντ (εγγονος του απο την πρωτη του γυναικα (ο μαρκουζε παντρευτηκε τρεις φορες αλλά ειχε μόνο εναν γιο τον πέτερ απο τον πρωτο του γαμο με τη μαθηματικο sophie wertman που πεθανε το 1951)) ο οποίος την εφτιαξε και την επιμελειται, γραφει :

« εχω κανει μια περιληψη αυτης της ταινιας (που διαρκει μια ωρα και 9 λεπτα) ωστε αν θελετε μπορειτε να τη χρησιμοποιειτε σαν οδηγο, για το ποια κομματια να ξαναδειτε – και τη χωριζω σε 6 μερη ως εξης :

Ι – μαης τού ’68 – ο μαρκουζε γινεται ο συμβολικος ηγετης τών κινηματων διαμαρτυριας στον κοσμο

ΙΙ – ο χερμπερτ σαν ανθρωπος και σα δασκαλος

ΙΙΙ – οι προσπαθειες να τον απομονωσουν και να τον φοβισουν

IV – η χρηση βίας, η αποφαση να τον ξεφορτωθουν

V – η δικη της αντζελας (νταιηβις), και σχετικα με την κοινωνικη ανυπακοη

VI – η επομενη μερα, και η κληρονομια που μας αφησε »

(απο την αρχικη ταινια, στο βιντεο (αναφερει ο χαρολντ οτι) λειπουν λιγα λεπτα απ’ το τελος, εξαιτιας τεχνικων προβληματων)

εδω η σελιδα, με την εκτενη περιληψη – αν και η χρονομετρηση δεν συμπιπτει με αυτο που βλεπω εγω

 

…………………..

 

ειχα αποφασισει λοιπον να μεταφρασω καποια απ’ οσα περιλαμβανει ο λεπτομερης αυτος καταλογος περιεχομενων – αλλά οταν ξαναδα το βιντεο και εκανα μια συγκριση ειδα οτι δεν υπαρχει απολυτη αντιστοιχια μ’ αυτα που γραφει (ισως ο εγγονος μαρκουζε ειχε υποψη του καποια αλλη βερσιον (αναφερει, αν δειτε, αρκετες)) και ετσι παραθετω απλως μια γενικη επισκοπηση (μπορει βεβαια να καταφερω καποτε να το υποτιτλισω το βιντεο (τοτε δλδ που θ’ ανεβασω και κατι άλλα, δικης μου κοπής που τα εχω και περιμενουν))

 

……………………

 

καταρχην ομως ας κανω μια γενικη διακηρυξη αρχων : δεν πιστευω οτι ενας καλος φιλοσοφος γινεται καλυτερος αν συμμετεχει στους αγωνες στον δρομο, οπως δεν πιστευω κι οτι ενας που αγωνιζεται στους δρομους μετατρεπεται εξαυτου σε καλον (ή καθολου) φιλοσοφο – ο αντορνο, ας πουμε, αρνηθηκε να τρεξει στους δρομους (ειχε το σκεπτικο του – και το πληρωσε ακριβα (δλδ με τη ζωη του (τα ’χω πει καπου (και το λεω για οσες τα αγνοουν) – και εν παση περιπτωσει η αλληλογραφια μαρκουζε–αντορνο επι του θεματος ακριβως αυτου, υπαρχει ακομα, και αξιζει τον κοσμο να διαβαζεται – οχι για καναν άλλο λογο αλλά ακριβως επειδη τα επιχειρηματα και των δύο ειναι εξισου και πειστικα και χρησιμα)) αλλά ο αντορνο πεθανε με τραγικο τροπο, (ισως) επειδη οι φοιτητες του ειχαν καλομαθει με τον μαρκουζε να τρεχει – και μην ξεχναμε οτι ο τριτος (και γεννητορας) της παρεας μαξ χορκχαϊμερ ειχε διατυπωσει κατι πολυ καλο επ’ αυτου : « ποιος λεει οτι και η σκεψη δεν ειναι μια μορφη πραξης ; » – ακριβως. Με τον μαρκουζε εχουμε ομως μια εξαιρετικη κι ισως μοναδικη περιπτωση στη φιλοσοφια – ο μαρκουζε ειχε παρει μερος εξαλλου απο παλια, στα νιατα του, και στα οδοφραγματα της επαναστασης στη γερμανια – και αυτο δεν ειναι ουτε συγκρισιμο ουτε συνεκτιμαται, οταν μιλαμε για τη φιλοσοφια : ας το θεωρησουμε λοιπον απλως και ασυγκριτο, και ανεκτιμητο, και ας (τού) ειμαστε ευγνωμονες.

και μια που η κουβεντα γι’ αυτους τους δυο, ας προσθεσω και κατι (που δεν το ειδα στο βιντεο) : διαβαζοντας καποτε την «αλληλογραφια με τους γονεις» του αντορνο ειχα ανακαλυψει οτι ο ιπποποταμος ητανε αγαπημενο ζωο και για τον «τεντυ» – μαζι με την καμηλοπαρδαλη που αρεσε παρα πολυ στην «γκρετελ» – : ετσι οι συγγενειες φαινεται οτι (εξισου οπως και οι διαφορές) απλωνονταν μεγαλοθυμα αναμεσα στα μελη της κριτικης σχολης, και επεκτείνονταν αδιάκριτα μεχρι και τις μασκωτ τού καθενος

για οσους ενδιαφερονται, εδω ειναι το εξωφυλλο απο το βιβλιο, με εναν ιπποποταμο και μια καμηλοπαρδαλη, που σταλθηκαν (απο την αμερικη στους γονεις (του αντορνο)) υπο μορφην καρτας

 

………………………

 

[ και τωρα ακολουθει διπλοσεντονο – που, οσων τ’ αγγλικα ειναι καλυτερα απο τα δικα μου, δεν χρειαζεται να το διαβασουν – απ’ αυτους δεκτές ευχαριστως και διορθωσεις για λεξεις που τυχον μου ξεφυγανε ]

 

στην αρχη λοιπον ακουγεται διαμαρτυρόμενη η φωνη καποιου (αργοτερα αυτος ο καποιος θα εμφανιστει και δια ζωσης κι ετσι πληροφορουμαστε οτι ειναι αμερικανος λεγεωναριος) που κλαιγεται : «ειχαμε ταραχες στη ρωμη εμφανιστηκε ο μαρκουζε, γιναν μετα ταραχες στο παρισι, να ’σου κι ο μαρκουζε, γιναν φοιτητικες ταραχες στο βερολινο, να ’σου παλι κι ο μαρκουζε»

βλεπουμε την αντζελα νταιηβις να μιλαει λιγο για το γεγονος οτι ο μαρκουζε ηταν συνεχως παρων στο φοιτητικο κινημα

προβαλλονται σκηνες απο το παρισι τού ’68

ο καναδος φιλοσοφος andrew feenberg (που ειχε υπαρξει μαθητης του μαρκουζε) σχολιαζει πως ο μαρκουζε ειχε θεωρηθει ηθικος αυτουργος για τις ταραχες και βλεπουμε φωτογραφιες αρθρων με τιτλους που τον χαρακτηριζουν «ειδωλο των εξεγερμενων φοιτητων»
«υπηρξαν εφημεριδες που γραψανε οτι οι ταραχες ξεκινησανε εξαιτιας του βιβλιου “ο μονοδιαστατος ανθρωπος”»

ο μαρκουζε βιντεσκοπημενος σε συνεντευξη : «πιστευω οτι φταιει ακριβως η κοινωνια της αφθονιας για το γεγονος οτι βλεπουμε να υπαρχει αυτη η τρομαχτικη αισθηση δυσφοριας»

ο καθηγητης λογοτεχνιας fredric jameson θυμιζει οτι ο μαρκουζε συνομιλουσε με ανθρωπους της αμερικανικης κοινωνιας που θεωρουνταν επικινδυνοι, οπως τον h. rap brown (μαυρο ακτιβιστη και προεδρο τοτε της «συντονιστικης επιτροπης των φοιτητων για τη μη–βία» (και εν συνεχεια και επ’ ολιγον συνεργατη των μαυρων πανθηρων)) που ειχε πει το διαβοητο οτι «η βία ειναι τοσο αμερικάνικο προϊον οσο και η μηλοπιττα» και με κατι τετοια οι αμερικάνικες εφημεριδες ξεσαλωσαν πως «ο μαρκουζε καλει σε γενικη κατεδαφιση της αμερικανικης κοινωνιας»

μεσολαβουν αποσπασματα συνεντευξεων με τον τοτε πρυτανη της σχολης william mcGill, που θα μπλεκοταν χωρις να το θελει ο κακομοιρης με την υποθεση του μαρκουζε στο πανεπιστημιο

και βλεπουμε κεινον τον βετερανο της αμερικανικης λεγεωνας να κλαψουριζει οτι οπου γινεται ταραχη ή εξεγερση παγκοσμιως «νασου κι ο μαρκουζε» – η οργανωση των βετερανων κατοπιν αυτου αναλαμβανει την πρωτοβουλια να μαζεψει υπογραφες για την απομακρυνση του απο το πανεπιστημιο

ο πρυτανης αποκαλυπτει οτι η οργανωση των βετερανων (που ειχε μεγαλη δραση επι μακαρθισμου) τού εστειλε γραμμα προσφεροντας του 20 χιλιαδες δολλαρια για να αγορασει το συμβολαιο του μαρκουζε με τη σχολη ( : «μα δεν μπορεις να αγορασεις το συμβολαιο ενος καθηγητη… ουτε με επαγγελματιες ποδοσφαιστες δεν γινονται τετοια πραματα… και το πανεπιστημιο ειναι πιο σοβαρος χωρος στην κοινωνια…») – το θεμα περναει στις εφημεριδες

συζητησεις με τον συγγραφεα reinhard lettau, για τον μαρκουζε στην ευρωπη, τις διαφορές της ζωης στην αμερικη, μικρη ιστορια τού σαν ντιεγκο – συζητησεις με παλιους φοιτητες του

φραση του μαρκουζε απο το 1967 : «η εκπαιδευση σημερα οφειλει να ασχολειται και με το μυαλο και με το σωμα, να ενδιαφερεται και για τη λογικη και για τη φαντασια, να ικανοποιει τις αναγκες τοσο της νοησης οσο και των ενστικτων»

σκηνες απο διαλεξη τής αντζελας νταιηβις το 1991 στο χαρβαρντ σχετικα με την καταληψη τού γραφειου τού πρυτανη, ως διαμαρτυρια για τις δυσκολιες που συναντουσαν στη δημιουργια τού «κολλεγιου λουμούμπα / ζαπάτα» που σχεδίαζαν να φτιαξουν : «– Ηταν κι ο μαρκουζε κει ; – Φυσικα ! Ηταν ο πρωτος που ηρθε (στην καταληψη)» λεει η νταιηβις

στη διαρκεια της καταληψης εσπασε μια πορτα

αφηγειται ο πρυτανης mcGill : «ελαβα μια ωραια ημερα ενα γραμμα με μια επιταγη ανωνυμη, οπου καποιος πληρωνε για την αντικατασταση της σπασμενης πορτας»

αφηγηση πρωην φοιτητων του ( : του καθηγητη, πλεον, λογοτεχνιας carlos blanco και της γυναικας του iris) οτι τα λεφτα για την αποκατασταση της πορτας τα εβαλε ο μαρκουζε – συνεχιζουν αφηγουμενοι για τις διδακτικες πρακτικες του : «πρεπει να κανουμε σημερα πλατωνα – ναι να κανουμε πλατωνα – πρεπει ομως να διαβασουμε και τον φανόν –»

ο πρωην φοιτητης του peter zelin μιλαει για την αγαπη του μαρκουζε για τους ιπποποταμους – πρεπει να ’χε στο γραφειο του καμια τριανταρια πηλινα και πορσελανινα ιπποποταμακια, με διαφορα χρωματα και στασεις – «περιεργο ζωο» ελεγε, «εχει τον παραλογισμο ενσωματωμενο πανω του» – ελεγε επισης οτι ενσαρκωνει τις δυνατοτητες της ανθρωπινης φαντασιας : σε σχεση μαλιστα με το περιρρεον τοτε συνθημα τού γαλλικου μαη «αναζητειστε το αδυνατο» ο μαρκουζε ελεγε οτι ο ιπποποταμος ηταν η ζωντανη ενσαρκωση τού αδύνατου. Κι ελεγε επισης οτι οπως ο ιπποποταμος ενωνει την ξηρα με τη θαλασσα, επικοινωνοντας και με τα δυο, ετσι και το πανεπιστημιο επρεπε να ενωνει τον μεσα με τον εξω κοσμο, διαχεοντας τη γνωση.

ο πρωην φοιτητης του barry shapiro δειχνει το γραφειο τού μαρκουζε και τη θεα απο κει προς την υπολοιπη πανεπιστημιουπολη οπου γινονταν οι καθιστικες διαμαρτυριες εναντια στον πολεμο του βιετναμ, και θυμαται να βλεπει τον καθηγητη του κατω στο campus αυτο να μιλαει για τον πολεμο ( : «θελουν να μας κανουν συνεργους τους, σκοτωνουνε στο ονομα μας») (στο ενδιαμεσο βλεπουμε αστραπιαια τον μαρκουζε με την ντουντουκα να μιλαει στο campus)

σκηνες απο φοιτητικες διαδηλωσεις

ο μαρκουζε απανταει στον δρομο σε δημοσιογραφο που τον ρωταει αν οι ταραχες στο πανεπιστημιο βλαπτουν την εκπαιδευτικη κοινοτητα : «βία ασφαλως και δεν ασκουν οι φοιτητες, βία ασκουν οι νομοι που εναντιωνονται σ’ αυτα που προσπαθουν να προστατεψουν οι φοιτητες» «και αν αυτες οι, καταστρεπτικες δραστηριοτητες οπως λετε, εχουν σκοπο να σταματησουν τον πολεμο ειναι απολυτα δικαιωμενες.»

φοιτητης αυτοπυρπολειται διαμαρτυρομενος για τον πολεμο του βιετναμ

κι αλλες φοιτητικες διαδηλωσεις

ο ροναλντ ρηγκαν (κυβερνητης της καλιφορνιας) στελνει τον στρατο στο πανεπιστημιο (ο πρυτανης λεει : «φαινοταν ενας μοντερνος ανθρωπος, αλλά μου ’κανε εντυπωση που δεν ειχε καταλαβει τιποτα απ’ ο,τι συνεβαινε»)

ο ρηγκαν δινει συνεντευξη στο μπερκλεϋ – λεει στους φοιτητες οτι το πανεπιστημιο ειναι ιδιωτικη περιουσια. Ενας καθηγητης του λεει «πρεπει ν’ ακουσουμε ομως τούς φοιτητες». Ο ρηγκαν αποχωρει απο την αιθουσα.

ο πρυτανης αφηγειτα πως ο ρηγκαν του ειχε πει : «τούς ξερω καλα ολους αυτους τούς κουμουνιστες απο τοτε που ημουνα στο χολυγουντ» : «δεν καταλαβαινουν αυτοι παρα μόνο τη βία – ε, βία θα τούς δωσω κι εγω»

ο ρηγκαν στη συνεντευξη : «να διαπραγματευτω ; για τι πραγμα ; τι εννοεις να διαπραγματευτω ; »

ο shapiro για τον μαρκουζε και για την παντελη ελλειψη σεβασμου που τού εδειξε ο ρηγκαν («στο κατω–κατω ηταν μια προσωπικοτητα με διεθνες κυρος και δεν ηταν καν κομμουνιστης»)

η συνεντευξη του σπιρο αγκνιου στην τηλεοραση : «εχουμε εναν εξτρεμιστη καθηγητη που δηλητηριαζει στην κυριολεξια, εχει δηλητηριασει πολλα νεανικα μυαλα με μπουρδες», και : «οι νεοι να μαθαινουν να ’ναι παραγωγικοι ανθρωποι κι οχι να καθονται και να εξεταζουν τα κινητρα της ανθρωπινης υπαρξης.»

οι απειλες για τη ζωη του (αποκομματα εφημεριδων) – ο shapiro αφηγειται πώς οργάνωναν βάρδιες για να τον φυλανε στο σπιτι του – γιατι ηταν η εποχη της δολοφονιας τού malcolm x (τον απριλιο τού ’68) και τού ρομπερτ κεννεντυ (τον ιουνιο τού ’68) – και τον ιουλιο άρχισαν οι απειλες κατα της ζωης τού μαρκουζε

σκηνες επικαιρων απο τις δολοφονιες –

ο μαρκουζε φευγει απ’ το σαν ντιεγκο και μενει καπου στην κεντρικη καλιφορνια

μικρη αναδρομη στη σχολη της φραγκφουρτης – επισκεψη τού σκηνοθετη στο «ινστιτουτο κοινωνικων ερευνων» – τα διαβατηρια του μαρκουζε : το γερμανικο, το αμερικανικο, το διαβατηριο του εξόριστου και του μεταναστη

πισω στην αμερικη / τα απειλητικα σημειωματα : «στον αναρχικο αθεο δολοφονο που τον πληρωνει ο λαος της καλιφορνιας» «ο χιτλερ τελικα ειχε δικιο, ο χερμπερτ να ξεκουμπιστει στη ρωσια…» γραμμα απο την κου–κλουξ–κλαν : «βρωμερο γουρουνι κουμουνιστη» «σου μειναν 72 ωρες, ερχομαι να σε σκοτωσω» «ο μαρκουζε δινει στους νεους ναρκωτικα – σεξ εξεγερση και μαρξιστικη ιδεολογια»

η τελευταια σελιδα απο τον «μονοδιαστατο ανθρωπο», οπου το βιβλιο κλεινει με τη φραση τού μπενγιαμιν : «μόνο για λογαριασμο εκεινων που δεν εχουν καμια ελπιδα, ειναι που μια ελπιδα μας εχει δοθει.»

για τον μπενγιαμιν και την αυτοκτονια του

συντομο πλανο του μαρκουζε απο ψηλα και πισω, να μιλαει με φοιτητες

η αντζελα νταιηβις για την αδελφη της, φάνια, που ηταν επισης μαθητρια τού μαρκουζε και χτυπηθηκε απο την αστυνομια και μετα τη συλλαβανε κιολας – ο ο μαρκουζε εδωσε την εγγυηση για να βγει η φανια απο τη φυλακη

βιντεοσκοπημενη συνεντευξη τού μαρκουζε : «δεν μ’ αρεσουν οι φτηνες ψυχολογικες ερμηνειες που δεν εχουν καμια εφαρμογη στην περιπτωση τού φοιτητικου κινηματος» (ο δημοσιογραφος τού ειχε πει οτι πιθανως οι φοιτητες να ξεδινουν ψυχολογικα μεσω των διαδηλωσεων) : «η λογικη αυτη αγνοει και περιφρονει και τα κινητρα και τους σκοπους τών εξεγερμενων : και υπαρχει μια τεραστια διαφορα απο την αμυντικη ώς την επιθετικη βία» (σκηνες απο ειρηνικες αντιπολεμικες εκδηλωσεις στο πανεπιστημιο) : «οι φοιτητες ειναι απολυτως ειρηνικοι, τραγουδανε μπητλς, αυτο δεν ειναι βία (συνεχιζει ο μαρκουζε), ειναι αντιδραση στη βια, ειναι αντι–βία» (χαμογελαει) / –Δηλαδη η αντι–βια κατ’ εσας ειναι οκεϋ, επιμενει ο δημοσιογραφος / Μαρκουζε (παντα χαμογελωντας : δεν ειναι το ζητημα αν ειναι ή δεν ειναι οκεϋ, το προβλημα ειναι αν, και πότε, ειναι απαραιτητη. Απαραιτητη για να διατηρησεις τη ζωη σου ζωντανη, και αυτα τα οποια πιστευεις.» (Ολη η συζητηση αυτη απο το 35.16΄ ώς το 39.00΄)

αποφαση των φοιτητων για απολυτως σιωπηλη διαδηλωση κατα του ρηγκαν, με αφορμη την αποφαση να στρατολογει η cia πρακτορες απο τους φοιτητες (σκηνες απο επικαιρα της εποχης : ο ρηγκαν λεει στον δημοσιογραφο «δεν θα με πειραζε αν οι φοιτητες καταλαβαίναν τι γινεται, αλλά δεν εχουν ιδεα» «εδωπερα εξελισσεται συνωμοσια για την καταστροφη του πανεπιστημίου»)

44.55΄ : (24 οκτωβριου 1969) λογος τού μαρκουζε στους φοιτητες : «πιστευω οτι ο αγωνας τωρα μολις ξεκιναει ν’ αρχιζει – ο αγωνας εναντιον ολων εκεινων, και τού καθενα, που θελει να μετατρεψει το αμερικανικο πανεπιστημιο σε σχολη εκπαιδευσεως για να πειστει η κοινωνια να τεθει στην υπηρεσια της ασφάλειας των πλουσίων και της ευημερίας των πλουσίων – μεσα απ’ την καταπιεση και την υποδουλωση ολόκληρου του λαου»

η αντζελα νταιηβις, που μιλησε επισης την ιδια μερα στη συγκεντρωση μετα τον μαρκουζε, περιγραφει πώς, ενω ο ιδιος δεν συμφωνουσε καθολου με την αποφαση της να γραφτει στο κομμουνιστικο κομμα, δεν αλλαξε σε τιποτα τη σταση του απεναντι της, και την υποστηριξη που της προσφερε

(δικη της αντζελα νταιηβις και διαδηλωσεις)

απ’ την αλλη μερια ολοι ενωμενοι κατα του μαρκουζε – η αμερικανικη λεγεωνα, ο πάπας, η πραβδα, ο άγκνιου, ο ρηγκαν – ολοι εξω φρενων με τον «διαφθορεα της νεολαιας»

(μαγνητοσκοπημενες σκηνες του μαρκουζε στο αμφιθεατρο)

ο πρυτανης πρεπει ν’ αποφασισει τι θα κανει με τον μαρκουζε – ανακοινωνει οτι αποφασισε να τον ξαναπροσλαβει για το ’69–’70 (ηθελε λεει να του δωσει συνταξη αλλά «χωρις να τον προσβαλει») και ανακοινωνει οτι ολοι οι μεγαλης ηλικιας καθηγητες πρεπει να φευγουν για να δινουν τοπο στους νεους – ισχυριζεται οτι αλλωστε ο μαρκουζε πεθανε μετα απο 3–4 χρονια (ο σκηνοθετης juutilainen διευκρινιζει οτι στην πραγματικοτητα ο μαρκουζε, που ητανε τοτε 70, εζησε άλλα δεκα χρονια.)

μαγνητοφωνημενη η φωνη του μαρκουζε, σε συνεντευξη στο ραδιοφωνο : «δεν ηταν ο ζητημα αν θα με ξαναπροσλαβει ο πρυτανης, το ζητημα ητανε οτι πιστευω πως δεν εχω τελειωσει ακομα τη δουλεια μου, κι οτι εχω ακομα κατι να διδαξω παρ’ ολη τη βιολογικη μου ηλικια.»

 

 

(οπως ειπα, το βιντεο τελειωνει πριν την κανονικη ολοκληρωση τής ταινιας – απο τα περιεχομενα τού χαρολντ μαρκουζε στη σελιδα που ανεφερα στην αρχη, μεταφερω εδω μια ιδεα για ο,τι επακολουθησε στο μερος που χασαμε :

ο macGill γινεται προεδρος του πανεπιστημιου κολουμπια
ο ρηγκαν επανεκλεγεται κυβερνητης της καλιφορνιας
ο μαρκουζε σε συνεντευξη στην τηλεοραση λεει οτι ποτε δεν θεωρησε τον εαυτο του «πατερα» της νεας αριστερας
και απορει αν τον καταλαβαινουν καλα
πεθαινει πριν δει τον ρηγκαν να γινεται προεδρος της αμερικης

ακουγεται τελος η φραση του :
«καθε εκπραγματισμος ειναι μιας μορφης αμνησία – η μνημη αντιθετα τροφοδοτει τον ποθο να απαλειφθει ο πονος και να παγιωθει η ηδονη.»)

 

 

 

πρωτη δημοσιεψη : facebook ( : εδω δλδ ακολουθειται η αντίστροφη απο τα ειωθοτα πορεια – αλλά καθως προσωπικα στη σελιδα μου στο φ.μπ. ανεβαζω και μεγαλυτερα κειμενα – μερικα απ’ αυτα πιστευω οτι πρεπει να τα μεταφερω και εδώ.)

 

εδω πληροφοριες για τον φιλλανδο–δανο σκηνοθετη paul alexander juutilainen που γι’ αυτο το ντοκυμαντερ (την πρωτη του εξαλλου δουλεια, οσο ηταν ακομα φοιτητης) κερδισε καμια εικοσαρια βραβεια παγκοσμιως, συμπεριλαμβανομενου ενος emmy και μιας διακρισης το ’98 στις καννες

 

 

 

 

 

 

 

 

Δεκέμβριος 1, 2015

γεράσιμος λυκιαρδόπουλος / κριτικά γραπτά, άγρυπνη διαλεκτική, και ο διάλογος με τον παναγιώτη κονδύλη (από φώτη τερζάκη 2.)

 

 

 

 

(σαν συνέχεια από τό προηγούμενο) απομονώνω σήμερα, από τό δοκίμιο τού φώτη τερζάκη «ανάμεσα στην εξέγερση και τή φυγή» που περιλαμβάνεται στο τεύχος 20 τού περιοδικού «πανοπτικόν» τό αφιερωμένο στον γεράσιμο λυκιαρδόπουλο, κάποιες προτάσεις του που αφορούν κυρίως τήν κριτική οξυδέρκεια και ασυμβίβαστη οξύτητα τού ποιητή δοκιμιογράφου και φιλόσοφου που ενσαρκώνει από μια άποψη τήν καρδιά και τό μυαλό τού «έρασμου» και τών «σημειώσεων»

τό περιοδικό κυκλοφορεί, μπορείτε να διαβάσετε τό άρθρο με τήν ησυχία σας ολόκληρο στο χαρτί

(οι λίγοι τονισμοί στο κείμενο είναι δικοί μου (διευκρινίζω – προς αποφυγή παρεξηγήσεων, αν και όσες μέ διαβάζουν δεν μέ παρεξηγούνε, καθότι μέ ξέρουνε ! – ότι ο τονισμός δεν σημαίνει πως θεωρώ τις φράσεις αυτές «σπουδαιότερες» από τις άλλες (ό,τι δημοσιεύω εννοείται ότι το θεωρώ σπουδαίο)) απλώς επιθυμώ κάποια πράγματα να διακρίνονται (και να απομνημονεύονται) ευκολότερα)

 

 

[ ] Με τα κριτικά του γραπτά ο Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος είναι αυτός που κυρίως θα χαράξει το θεωρητικό στίγμα τού περιοδικού Σημειώσεις (που συσπειρώνεται πλέον γύρω του για να διασχίσει, σαν κιβωτός, τα σκοτεινά νερά τής Μεταπολίτευσης).

Σαν ποιητής από ιδιοσυγκρασία, παρουσίαζε ανέκαθεν μια οξύτατη αυτοσυνειδησία τής ιδιαίτερης ιστορίας του. Δεν γνώριζε μόνο καλά τη νεοελληνική λογοτεχνία, με την αβίαστη οικειότητα τής οικογενειακής κληρονομιάς, αλλά είχε επιπλέον μια μοναδική ικανότητα να διεισδύει στις κρίσιμες συνάψεις ανάμεσα στις ιδέες και τις αισθητικές μορφές. Παραμένει αξεπέραστος στην χαρτογράφηση τής πάλης τών ιδεών (που ήταν ασφαλώς ο καθρέφτης τής ταξικής πάλης) μέσα στην ποιητική παραγωγή τού εικοστού αιώνα – στην ελληνική γλώσσα, πρωτίστως, αλλά και στην παγκόσμια λογοτεχνία… Και πάντα, στο βάθος, οι σημασίες που έφερνε έτσι στην επιφάνεια είχαν κάτι το ειδικό και βαρυσήμαντο να πουν για τη φύση τής ίδιας τής τέχνης. Στο «Ειδώλου είδωλον (Αναφορές, 1979) [ ] θα κάνει την πρώτη απομυθοποιητική, ιστορικά επικεντρωμένη, αποτίμηση τής λεγόμενης γενιάς τού ’30, ως εξής : «Στον θεσμοποιημένο ελληνοκεντρισμό τής εποχής, η οποία μετέθεσε το φορτίο τής εθνικής μειονεξίας από τους ώμους τών εθνικών λογίων στους ώμους ενός δημοτικιστή δικτάτορα, ο Σεφέρης θα αντιτάξει βέβαια τη δική του απάντηση – ‟δική τουˮ ωστόσο, δηλαδή διαφορετική, μόνο ως προς το περίβλημά της. Η λανθάνουσα ταυτότητα τόσο τού “ελληνικού νεοελληνισμού” τού Σεφέρη όσο και τής “ελληνικότητας” τού Τσάτσου με την κρατούσα ελληνοκεντρική ιδεολογία φανερώνεται στις μετέπειτα φιλολογικές πολιτικές τύχες και τών δύο εκδοχών. Οι καιροί τού πολέμου, καιροί υλικής και πνευματικής επιστράτευσης, απαιτούσαν την έκφραση μιας ηθικής τής τέχνης, μιαν έκφρασή της που να υπερβαίνει τη χυδαιότητα τού επερχόμενου στρατωνισμού τού πνεύματος [ στο σημείο αυτό παραθέτει μιαν ανατριχιαστική εμφυλιοπολεμική δήλωση με τις υπογραφές τών Βενέζη, Δημαρά, Κανελλόπουλου, Καραγάτση, Μυριβήλη, Ι. Μ. Παναγιωτόπουλου, Σαχίνη, Τερζάκη, Τσάτσου, Π. Χάρη, Θεοτοκά· και συνεχίζει : ] Η έκφραση αυτή βρέθηκε στην ευτυχή συνάντηση τού αφηρημένου ιδεαλισμού τού φιλοσόφου (και πολιτικού) με τον αισθητικό (και πολιτικό) εμπειρισμό τού ποιητή και διπλωμάτη. Το αποτέλεσμα στην ποίηση ήταν η μεταπολεμική επιβίωση (και η αποκορύφωση) τού μεσοπολεμικού ιδεολογήματος τής “ελληνικότητας” στον σεφερικό μακρυγιαννισμό, δηλαδή στην ηθικιστική εκείνη αισθητική τού “θέλω να μιλήσω απλά”» (σελ. 10–11).

Εδώ, βέβαια, υπό κρίσιν είναι περισσότερο η ποιητική ιδεολογία και λιγότερο η ίδια η ποίηση. Επιδοκιμάζει, αποσυμπλέκοντάς τες προσεκτικά από την ιδεολογική τους επικάλυψη, κάποιες τραγικές ποιότητες τής γραφής τού Σεφέρη (μιαν αντήχηση τής οποίας μπορεί να διαγνώσει κάποιος και στη δική του ποίηση) σε αντίθεση, για παράδειγμα, με τη ρητορική «αγαλλίαση» τού λεγόμενου ελληνικού σουρεαλισμού. Προσπαθώντας να ανιχνεύσει τις πηγές τού τελευταίου, θα φτάσει στην πρώτη μεγάλη ποιητική διχοτομία (υφολογική και ιδεολογική) τού εικοστού αιώνα : Σικελιανός και Βάρναλης. [ ]

Στο επόμενο δοκιμιακό του έργο, Η «Ρωμιοσύνη» στον Παράδεισο. Σημειώσεις για μια κριτική τού νεοελληνικού αντιδιανοουμενισμού (1983), επεκτείνει τη διάσταση τής ιδεολογικής κριτικής που είδαμε ήδη εν δράσει [ ], ως προσέγγιση διακριτή αλλά συμπλεκόμενη στενά με την καθαυτό ποιητική κριτική, στη συμπτωματολογία ενός λαϊκιστικού λόγου που έχει τις πηγές του τουλάχιστον στα τέλη τού δέκατου ένατου αιώνα, αλλά στις ημέρες που γράφονται τα κείμενα – με την έφοδο τού ΠΑΣΟΚ προ τών πυλών – αποκτά διευρυμένες λειτουργίες και νέα δραστικότητα : ως ιδεολογικό τσιμέντο, για να το πούμε έτσι, τού «ιστορικού συμβιβασμού» δεξιάς και αριστεράς. Ωστόσο, χαρακτηριστικό τής οξύτατης ευαισθησίας και τής άγρυπνης διαλεκτικής αίσθησης τού Γ. Λυκιαρδόπουλου είναι ότι, μέσα στην επόμενη εικοσαετία, με την αλλαγή τών πολιτικών προτεραιοτήτων και τη συνακόλουθη μετάλλαξη τής δημόσιας ρητορικής, βλέπει καθαρά ότι ένας νέος «αντι–λαϊκισμός» που αναδύεται (συνώνυμος τού τεχνοκρατικού εκσυγχρονισμού και τού νεοφιλελεύθερου ευρωπαϊσμού) καλείται να παίξει τον ίδιο χειραγωγικό ρόλο με τον προηγηθέντα, και υστερόβουλα απαξιωμένο πλέον, λαϊκισμό. Στο εισαγωγικό σημείωμα που γράφει για την επανέκδοση τού 2004, σημειώνει : «Πρέπει δηλαδή οπωσδήποτε να διαλέξει κανείς ανάμεσα στον “μακρυγιαννισμό” και στον “λακανισμό” ; Ανάμεσα στον απολιθωμένο “εθνοκομμουνισμό” και την αβάσταχτη ελαφρότητα τού “εκσυγχρονισμού” ; […] Σήμερα που τα σύνορα τών κρατών κατεδαφίζονται όχι από τους “αδελφωμένους λαούς” αλλά από τις πολυεθνικές συμμορίες, ποιον άλλον σκοπό θα μπορούσε τάχα να έχει μια κριτική εναντίον τού μαζικού εθνολαϊκιστικού φολκλόρ αν όχι την κατάδειξη εκείνων ακριβώς τών χαρακτηριστικών του που το καθιστούν μιαν ακόμη θυγατρική τής παγκόσμιας αυτοκρατορίας τού κιτς ; » (σελ. 11).

[ ]

Εν κατακλείδι, η κριτική τού Γεράσιμου Λυκιαρδόπουλου (και σε κυμαινόμενους βαθμούς τών συνοδοιπόρων του στο εκδοτικό εγχείρημα) λάμπει σαν μετέωρο στη νύχτα τής ελληνικής κριτικογραφίας, αυτής που μονοπωλεί την επαγγελματική σκηνή και τα μέσα δημοσιότητας στις ημέρες μας, σε αντιστρόφως ανάλογο βαθμό με τη διανοητική της φτώχεια. Και είναι αυτή ακριβώς η «κριτική» τών συγκροτημάτων τού τύπου και τών πανεπιστημίων που, σε άρρητη συναίνεση και κάτω από την προσποίηση μιας αμέριστης εκτίμησης, καλύπτει αυτό το έργο και αυτή τη συλλογική κατάθεση, εξ επιλογής άλλωστε αντιδημοφιλή, με ένα ένοχο πέπλο σιωπής

 

 

Υπάρχει μια έμμονη ιδιοσυγκρασιακή προσήλωση τού Γ. Λυκιαρδόπουλου στο συγκεκριμένο, μια αποστροφή για τη μεγαλοστομία και τις υποστασιοποιημένες αφαιρέσεις, μαζί με μια σπάνια διόραση τών λεπτών αποχρώσεων ανάμεσα στις άκαμπτες διλημματικές διαζεύξεις. Είναι αυτό που λέμε διαλεκτική αίσθηση, στην καλύτερη μορφή της· αυτό είναι που κάνει τη σκέψη του, τις φιλοσοφικής εμβέλειας κρίσεις του οι οποίες αστράφτουν μέσ’ από τη συζήτηση ακόμη και τού πιο ταπεινού υλικού, να συγγενεύει αβίαστα με τη σκέψη τού Αντόρνο, τού Λούκατς ή και τού ίδιου τού Μαρξ, τού ίδιου τού Χέγκελ, όπως και από άλλες απόψεις με τού Κίρκεγκωρ – περισσότερο απ’ όσο το ότι ο ίδιος έχει συχνά μεταφράσει, σχολιάσει ή εκδώσει έργα τους…

Οι φιλοσοφικές κορυφώσεις τής σκέψης τού Γ. Λυκιαρδόπουλου γίνονται εμφανείς προπαντός σε έναν φορτισμένο διάλογο που έγινε από τις σελίδες τών Σημειώσεων (τ. 13–14, 16, 17 και 19) μεταξύ 1977 και 1979, ανάμεσα στον ίδιον και στον λίγο νεότερό του Παναγιώτη Κονδύλη (που πλαισιώνεται από δύο ακόμα κείμενα, τού Μάριου Μαρκίδη και τού Στέφανου Ροζάνη). Θα μπορούσε κανείς να μιλήσει και για μία «αόρατη» συμμετοχή, αυτήν τού Αντώνη Λαυραντώνη : όχι μόνο επειδή το εναρκτήριο λάκτισμα τής όλης συζήτησης, μια κριτική τού Μ. Μαρκίδη στον Erich Fromm, δημοσιεύθηκε υπό μορφήν επιστολής στον Α. Λαυραντώνη, αλλά και για τον λόγο ότι πολλές από τις απόψεις που ο Π. Κονδύλης εκφράζει εκεί απηχούν την πρώιμη και διαμορφωτική επιρροή που δέχθηκε από αυτόν τον ανέκαθεν διαφωνούντα συνομιλητή τού Άγι Στίνα (τον οποίον άλλωστε – σύμφωνα με αρκετές μαρτυρίες – προσπάθησε επίμονα να εμπλέξει στη συζήτηση). Βέβαιον είναι άλλωστε ότι ο Κονδύλης επιθυμούσε μια συνέχεια και κλιμάκωση τής αντιπαράθεσης, πράγμα που για διάφορους λόγους δεν έγινε.

Η συζήτηση αυτή είχε ένα προανάκρουσμα : την αντιπαράθεση ανάμεσα στον Αντώνη Λαυραντώνη και τον Μανόλη Λαμπρίδη στο τεύχος 10 τού περιοδικού Μαρτυρίες (Νοέμβριος 1964) πάνω στο ζήτημα τών ιδεολογιών, όπου το επίδικο ήταν στην πραγματικότητα η «επαναστατική ιδεολογία». Στο κείμενό του που επιγράφεται ακριβώς «Η “επαναστατική ιδεολογία” και οι περιπέτειές της» ο Α. Λαυραντώνης επιχειρεί μια δριμεία κριτική σε κάθε σύστημα ιδεών που «θέτει ως σκοπό και υπαγορεύει μια κοινωνική δράση ικανή να οδηγήσει στην καθολική ανθρώπινη απελευθέρωση» : η καμπάνα χτυπάει βεβαίως για τον μαρξισμό, που οι εξελίξεις του μοιάζουν να δικαιολογούν την καχυποψία τού Α. Λαυραντώνη απέναντι στη «μυστικοποίηση τών απελευθερωτικών αιτημάτων τού πραγματικού κινήματος και τη μετατροπή τους σε “επαναστατική ιδεολογία” », τής οποίας τα πουριτανικά και αυταρχικά γνωρίσματα σκιαγραφεί άλλωστε με οξύτητα. Σημειωτέον ότι ο Α. Λαυραντώνης δεν αρνείται – ακόμα – τη νομιμότητα τών ίδιων αυτών αιτημάτων, τον προαιώνιο πόθο τού ανθρώπου για επιστροφή στον χαμένο παράδεισο τής ελευθερίας, τής ισότητας, τής αδελφοσύνης και τής λύτρωσης από την προπατορική κατάρα να κερδίζει το ψωμί του εν τω ιδρώτι τού προσώπου του· καταγγέλλει μόνο τη μετατροπή τους σε ιδεολογία που καθ’ οδόν λησμονεί τον σκοπό και αποθεώνει τα μέσα, νομιμοποιώντας νέους κυριάρχους : όμως ο υπεριστορικός και οιονεί μεταφυσικός, εσκεμμένα διατυπωμένος σε θρησκευτική γλώσσα, χαρακτήρας τών αιτημάτων αυτών αποκλείει σχεδόν εκ προοιμίου τη δυνατότητα να συμβεί αλλιώς. Και αυτή τη δυνατότητα είναι που θέλει να υπερασπιστεί ο Μανόλης Λαμπρίδης.

[ ]

Η συζήτηση τού 1977–79 μοιάζει να προεκτείνει την παραπάνω διασταύρωση θέσεων, ως όξυνση μιας αντιπαράθεσης που σοβούσε καιρό στον συγκεκριμένο πνευματικό κύκλο. Ξεκινάει λοιπόν με το προαναφερθέν κείμενο τού Μάριου Μαρκίδη όπου ψέγεται ο ρηχός και ψευτο–αισιόδοξος ανθρωπισμός τού Erich Fromm, τονίζοντας τη μη εξαλείψιμη τραγικότητα και οδύνη που είναι η πραγματική ανθρώπινη ύπαρξη· υποβάλλεται μάλιστα μια υπεριστορική διάσταση τού δράματος, ως εάν επρόκειτο για ριζική οντολογική συνθήκη και ανυπέρβατη μοίρα. Αγγίζοντας με τον τρόπο αυτό μια χορδή τού σαρδώνειου πεσιμισμού που ήδη συμμερίζονταν Λαυραντώνης και Κονδύλης, την κοινή τους καχυποψία απέναντι σε όλες τις επαναστατικές ή απελευθερωσιακές βλέψεις, θα προκαλέσει μια εκτενή παρέμβαση τού Π. Κονδύλη με τίτλο «Η παλιά και η νέα θεότητα». Άξονας τού επιχειρήματός του είναι η κατ’ ουσίαν εξίσωση τού μαρξισμού (τής «επαναστατικής ιδεολογίας») με όλες τις παλαιότερες θρησκευτικές πεποιθήσεις που υποτίθεται ήρθε να εκθεμελιώσει· γενικότερα, η ταύτιση κάθε ριζικού οράματος ιστορικής λύτρωσης με μεταφυσική η οποία, κατά την οπτική τού Κονδύλη, παραγνωρίζει τους ανυπέρβατους περιορισμούς τής ανθρώπινης «φύσης». Η απάντηση του Λυκιαρδόπουλου (απηχώντας εν πολλοίς θέσεις που αυτός συμμεριζόταν αντίστοιχα με τον Μανόλη Λαμπρίδη), προκαλεί δεύτερη επίθεση τού Κονδύλη με τίτλο «Οι φωτεινές και οι σκιερές πλευρές τών οραμάτων», στην οποία ο Λυκιαρδόπουλος ανταπαντά με το σημείωμα «Ούτε ο Θεός ούτε ο Χέγκελ». Δύο τεύχη αργότερα εμφανίζεται το κείμενο τού Στέφανου Ροζάνη «Μη επιστημονικό υστερόγραφο περί ιδεολογίας» το οποίο, κάπως πιο φιλολογικό και χωρίς να προσθέτει επιχειρηματολογικώς στα προηγηθέντα, παρότι δεν αναφέρεται ονομαστικά γράφτηκε εμφανώς για ν’ αποτελέσει επίλογο στην όλη συζήτηση.

[ ]

Ο Γ. Λυκιαρδόπουλος, από την πλευρά του, οδηγώντας σέ αξιοθαύμαστες κορυφώσεις ένα κριτικό ύφος που αφομοιώνει όχι μόνο τη μεταμαρξιστική παράδοση μιας «διαλεκτικής τού συγκεκριμένου» αλλά και όλη τη δύναμη τών κιρκεγκωριανών φωτοσκιάσεων, θα επιμείνει στο μη αναγώγιμο τής επαναστατικής επιθυμίας, τού οράματος τής απελευθέρωσης, σε οποιοδήποτε καταπιεστικό «δια ταύτα» τής επίσημης ιστορικής ετυμηγορίας. Η «ταυτότητα τής εννοιολογικής δομής» (μεταξύ δύο αντίπαλων θεωριών, κατά τον Κονδύλη) είναι ένα ισοπεδωτικό λογικό στρατήγημα που συγκαλύπτει περισσότερα απ’ όσα φανερώνει. Διαβασμένη προσεκτικά, η κριτική τού Λυκιαρδόπουλου μοιάζει να εμπερικλείει την αγόρευση τού Π. Κονδύλη σε έναν ατέρμονα κινητικό και ουσιωδώς ανοιχτό στοχασμό, δείχνοντας αναμφίλογα τη συγγένειά της με την ίδια την αστική ιδεολογία τού «εσαεί αμετάτρεπτου» τής παρούσας ιστορικής πραγματικότητας. Διότι στο κάτω κάτω, λέει, «εκείνο που αμφισβητούμε είναι το ότι κάθε νοηματοδότηση τής ζωής ανήκει στην ιδεολογική παρακαταθήκη τής εξουσίας. Αν δεχόμαστε αυτή τη θέση τότε θα πρέπει να δεχτούμε πως όχι μόνο κάθε “νοηματοδότηση” τής ζωής αλλά και κάθε της ερμηνεία (επιστημονική, φιλοσοφική, μυθική ή ποιητική), κάθε κοσμοθεώρηση (είτε “θετική” είτε “μηδενιστική”), κάθε ιδέα, κάθε σκέψη, και για την ακρίβεια η ίδια η σκέψη, “ανήκει στην εξουσία”. Από την πλευρά μας θα ’μασταν έτοιμοι να δεχτούμε κάτι τέτοιο μαζί με τη συναφή άποψη πως ό,τι διασώθηκε από τον πνευματικό πολιτισμό, ό,τι υπάρχει “γραμμένο” και “παραδομένο” ανήκει στην εξουσία· μόνο που τότε θα έπρεπε να ξαναδούμε τί εννοούμε με τη λέξη “εξουσία”, γιατί σ’ αυτήν εδώ την περίπτωση η έννοιά της διευρύνεται τόσο ώστε να κλείνει μέσα της και τη “ζωή” και την “ιστορία” και την “πραγματικότητα”, οπότε βέβαια ό,τι “πραγματοποιείται” τής ανήκει, αφού ό,τι υπάρχει (ή ό,τι ζει) ανήκει στη ζωή έστω κι αν τής εναντιώνεται […] Σε “τελική” – πάντα – ανάλυση πίσω από όλη την ανθρώπινη δραστηριότητα, πίσω από τον έρωτα και τον πόλεμο, πίσω από τα μνημεία και τα δάκρυα που πετρώνουν σε τέχνη παραμένει πάντα σαν γενικό συμπέρασμα το απλό γεγονός πως ο άνθρωπος ζει και πεθαίνει […] Όμως τό ζήτημα είναι πώς ζει και πώς πεθαίνει ο καθένας – κι αυτό δεν μας το λέει κανένα συμπέρασμα, γιατί τα συμπεράσματα δεν μαρτυρούν τα επιμέρους πάθη αλλά αποφαίνονται “εν γένει” […] Ούτε για τους μεν ούτε για τους δε έχει σημασία αν υπάρχει παράδεισος ή αν η αταξική κοινωνία είν’ ένα άπιαστο όραμα. Γιατί δεν είναι απαραίτητο να υπάρχει ο παράδεισος για να υπάρχει το όραμά του – αρκεί που υπάρχει η κόλαση : το “Εκείθεν” τών επαναστατικών ιδεολογιών γεννιέται μέσ’ από τα σπλάχνα τού “Εντεύθεν”» (σελ. 62–3). [ ]

 

………

 

Για να γυρίσουμε πάλι στην πολιτική ανάλυση, που είναι η πρώτη και η τελευταία λέξη αυτών τών δοκιμίων, ο Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος [ ] θα κάνει μια αλάθητη διάγνωση : «Ο δυισμός τού φασισμού έγκειται στο ότι είναι και δεν είναι μια επανάσταση […] Δεν είναι η τρέλα αλλά η αποδοτικότερη χρησιμοποίηση τής τρέλας από την πολιτική· δεν είναι η εξέγερση αλλά ο μύθος και η επίκληση τής εξέγερσης […] Απ’ αυτή την άποψη ο φασισμός δεν είναι καθόλου η “άρνηση” τού πολιτισμού μας αλλά ίσα ίσα η ουσία του. Δεν είναι το παρελθόν αλλά το μέλλον» (σελ. 68, υπογράμμιση δική μου). Αυτή η διφυής, απατηλή όψη τού φασισμού εξηγεί από τη μία πλευρά τη σαγήνευση μιας ρομαντικά εξεγερμένης διανόησης (σκεφτόμαστε πάλι εδώ τον Έζρα Πάουντ, αλλά και τον Σελίν, και τον Γιούκιο Μίσιμα και άλλους) που το νόημα τού έργου της μόνο μια εξίσου παραπλανημένη ανάγνωση μπορεί να τού χαρίσει (τού φασισμού)· από την άλλη πλευρά – και αυτό είναι απείρως σημαντικότερο – δείχνει εκείνο που ο φασισμός έχει κατ’ ουσίαν κοινό με τις σύγχρονες «φιλελεύθερες δημοκρατίες» τής Δύσης. Έχοντας απόλυτη επίγνωση αυτού, αποφασισμένος μάλιστα να το θυμίζει με κάθε τίμημα, ο Γ. Λυκιαρδόπουλος κλείνει το βιβλίο του με ένα συγκινητικό κείμενο που επιγράφεται «Οι τελευταίοι» – μια ελεγειακή αναφορά στους «τρομοκράτες» τής Δυτικής Γερμανίας, την ομάδα Μπαάντερ–Μάινχοφ : «Κανένας δημοκράτης δεν ομολογεί ότι το καθεστώς που θέτει το δίλημμα Ή εγώ ή τα τανκς κυβερνάει ήδη με τα τανκς […] Όσο τώρα για τον ισχυρισμό ότι πράξεις όπως αυτές τής ομάδας Μπαάντερ–Μάινχοφ δίνουν αφορμή για αντιδημοκρατικές λύσεις, απλώς αντιστρέφει το πρόβλημα. Διότι η πολιτική αυτοδικία δεν αποτελεί την αιτία αλλά το σύμπτωμα τού κακού […] Και το ερώτημα είναι : από πού βγαίνουν όλοι αυτοί οι τρομοκράτες ; Από ποια σκοτάδια απελπισίας πέφτουν αυτοί οι πυροβολισμοί στην καρδιά τού άτρωτου Λεβιάθαν που συντρίβει έναν έναν τούς μάταιους αντάρτες ; […] Ποιες είναι λοιπόν αυτές οι μαυρισμένες ψυχές που καμιά εκκλησία, κανένα κόμμα δεν τις θέλει και καμιά ποίηση δεν τις χωράει ; “Αναρχικοί” και “τρομοκράτες”, κομμάτια μοναξιάς που σφαδάζουν μέσα σε σιδερένια δάχτυλα και σκοτώνουν εν αμύνη – μόνο που η άμυνά τους είναι παράνομη γιατί καμία άμυνα δεν νόμιμη εναντίον τού κράτους» (σελ. 94–95). Για ν’ αναφωνήσει εντέλει : «Όσο το Κράτος είναι υποχρεωμένο να σκοτώνει, σημαίνει πως υπάρχουν ακόμη άνθρωποι».

 

 

 

 

 

 

 

« Προηγούμενη σελίδαΕπόμενη σελίδα: »

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: