σημειωματαριο κηπων

Ιουνίου 15, 2013

ο Ιούλιος

.

.

.

 

στη μέση τού ιούνιου ένας ιούλιος, αναδημοσίευση από τό
e–περιοδικό
στάχτες, φωτογραφία «σκιές αγνώστων» από
τόν στράτο φουντούλη / αγριμολόγο

.

.

   πήγε στην ουγκάντα και μετά έγινε και κει μια χούντα, πολλές φορές αναρωτιόμουνα αν επέζησε. Είχε τέτοια όρεξη για ζωή, ήθελε να τά μάθει όλα, να τά δει όλα, μια φορά μού ’στειλε μια κάρτα χωρίς να τήν υπογράψει και στην αρχή ήταν ένα αίνιγμα αυτή η κάρτα πιο πολύ κατάλαβα ότι προέρχεται από αυτόν από τόν γραφικό του χαρακτήρα, αλλά ήταν τόσο συμπαθητικό που δεν τήν υπόγραψε, δεν είχε ίχνος αλαζονείας αυτό, ήταν αυθόρμητο και ρυθμικό, έδειχνε συναισθήματα, και τά συναισθήματα σ’ ανθρώπους τόσο ζωντανούς δεν έχουνε ποτέ ονόματα : έχουνε ρυθμό περπάτημα, αγκάλιασμα και τό πολύ–πολύ μία πρόταση : dear Bethy, αυτήν τήν στιγμή ευρίσκομαι εις τήν Βιέννη τής Αυστηρίας αυτό ήταν όλο, αλλά με τόν τρόπο που τήν είχε απλώσει πάνω στην κάρτα αυτήν τήν πρόταση ήταν μια αποθέωση, ένας χορός : είχε κάτι τό κωμικό αυτή η απότομη ανακοίνωση τού πού βρίσκεται αυτή τή στιγμή, αλλά από τήν άλλη μεριά ήταν μαζί με τόν πιο γήινο και ειλικρινή τρόπο ρυθμικό σαν παιδικό όπως μόνο τά παιδιά έχουν θαυμασμό και έρωτα για τή στιγμή αυτήν που έχουν μπροστά τους τώρα μόνο

   όταν ήμουνα μικρή βλεπόμαστε συχνότερα, ερχόταν τότε στο εξοχικό που έμενα με τή μητέρα μου, και ήτανε συνδεδεμένος επίμονα έτσι με καλοκαιρινά πρωινά και με πανάλαφρα ξυπνήματα :

   άκουγα τή σιδερένια καγκελόπορτα τού κήπου να τρίζει, τό δωμάτιό μου ήτανε προς αυτή τή μεριά τήν έξω, και γνώριζα σχεδόν τό τρίξιμό της, έλεγα Αυτός πρέπει ναν’ ο Ιούλιος. (Είχε εξελληνίσει τ’ όνομά του, τί συμπαθείς άνθρωποι, πόσο προσπαθούσαν να ζήσουν όσο πιο ειρηνικά γίνεται). Μού ’χε δείξει τήν ταυτότητά του, στ’ αγγλικά τ’ όνομά του μεταφραζόταν σε κάτι σαν Τζουλ, κι από κει τό ’χε μεταφράσει στο ελληνικό πάλι Ιούλιος, αλλά δεν θυμάμαι τό πραγματικό του όνομα δηλαδή τής αφρικής πώς ήτανε, απ’ τό οποίο έγινε δύο φορές μεταφρασμένο κατά προσέγγιση. Αυτή η προσέγγιση είναι συνήθως αυθαίρετη. Τό αφρικάνικό του όνομα ήταν πάντως ήρεμο και άγνωστο. Άκουγα λοιπόν τήν καγκελόπορτα να τρίζει μ’ έναν αφρικάνικο μεγαλόπρεπο και μαζί συνεσταλμένο τρόπο, (σαν γκογκ και σαν καμπανάκι μαζί από τό ορατόριο τών χριστουγέννων) κι αμέσως μετά τά βήματά του και τά βήματα τής μάνας μου να βγαίνει στην μπροστινή βεράντα κι αμέσως μετά ακολουθούσαν εκείνα τά Καλώς τον, μπα, νά ο Ιούλιος, τί κάνεις Ιούλιε, πέρασε μέσα (πόσο ήμουν ευγνώμων στη ζωή τότε γι’ αυτές τίς καλοσυνάτες της μέρες) και θα άκουγα στη συνέχεια ταυτόχρονα τόν πήδο του στην μπροστινή βεράντα, απαξιούσε να πάει στην πόρτα και θα πήδαγε πάντα από τήν βεράντα σαν να ’ταν αυτό τό αποκορύφωμα τού μεγάλου του παιδιάστικου σοβαρού αφρικάνικου πρωινού και ταυτόχρονα με τά βήματά του και τίς δήθεν φοβισμένες φωνές τής μάνας μου (τό διασκέδαζε η χρονολουλού) Μή βρε παιδί μου θα σπάσεις κάνα πόδι τί κάνεις εκεί πώς πηδάς έτσι, ερχόταν για πρώτη φορά τότε κι η φωνή του, μ’ αυτόν τόν πήδο και τήν προσγείωσή του επιτέλους χαρούμενα στην βεράντα θα ερχόταν τότε για πρώτη φορά και η τολμηρή και συνεσταλμένη φωνή, Μέσα είναι η γρηά; Αυτό τό γρηά ήταν φοβερά συμπαθητικό κι ας ήταν αστείο, κι ήταν και φοβερά συγκινητικό, γιατί επέμενε να μιλάει στην αφρικάνική του διάλεκτο μ’ αυτό τό γρηά, και συγχρόνως δεν ήταν μόνο τό ότι τού θύμιζε τήν αφρική όταν τό ’λεγε, ένωνε κι εμένα με αυτήν τήν αφρική, και κατ’ αυτόν τόν τρόπο μέ έχριζε με κάποιον τίτλο πριγκηπικό ή αυτοκρατορικό, μέ στεφάνωνε με δόξες ανείπωτες και ανίδεες μέχρι τότε, μέ τιμούσε (αυτό ήταν κάτι που τό καταλαβαίναμε και οι δυο μας, αν και είχε προσέξει να τό εξηγήσει μ’ αυτήν τήν αλαζονεία του σε όλους) (δηλαδή και στη μάνα μου) ότι στην πατρίδα του τό γρηά είναι τό πιο ένδοξο και τιμημένο δηλαδή χαϊδευτικό που υπάρχει, τό λένε δηλαδή μόνο στον άνθρωπο που αξίζει και που αγαπάνε πάνω από κάθε τί άλλο, και τό ότι στην πατρίδα του τό λένε στα μικρά κορίτσια πολύ πιο πολύ, είναι η πιο χαϊδευτική κουβέντα για τά μικρά κορίτσια να τά πούνε γρηά. Έτσι, αυτό τό ξεκαθάρισε για να μήν υπάρχει απορία και μετά συνέχισε να τό λέει. Η μάνα μου φρόντιζε να τόν καθησυχάζει τότε, δήθεν με συγκατάβαση, λέγοντας Μέσα είναι, μέσα είναι, κοιμάται, και τότε, καθώς εγώ ετοιμαζόμουνα και ντυνόμουνα μέσα βιαστικά σιχτιρίζοντάς τον ελαφρώς γιατί μού χάλαγε και λίγο τό χουζούρι, ύψωνε τότε αυτός για πρώτη φορά τή φωνή, ήσυχος και ανακουφισμένος επιτέλους, γιατί όλα είχαν πάει επιτέλους τελείως καλά, και καμιά δυσάρεστη έκπληξη δεν τόν περίμενε στην εξόρμησή του : Κοιμάται; (με ένα μεγάλο θαυμαστικό.) Ακόμα; (Δύο θαυμαστικά.) Να τήν ξυπνήσεις (η έλλειψη πληθυντικού ήταν κατανοητή μόνο σ’ αυτόν. Η μάνα μου δεν θα τήν ανεχόταν δηλαδή σε άλλον και δεν είμαι σίγουρη ότι δεν μπορούσε να πει τόν πληθυντικό, αλλά δεν πρέπει να πήγαινε στους ρυθμούς τής ευγένειας που ένιωθε : κατά πάσα πιθανότητα στην αφρική ένας τέτοιος πληθυντικός πρέπει να είναι όντως γελοίος, και τιμούσε τήν μάνα μου μιλώντας της ειλικρινά αφρικάνικα, γιατί στο πανεπιστήμιο ήξερε να μιλάει λιμοκοντορίστικα στους καθηγητές, κι αυτό τό ξέρω καλά, αλλά συγχρόνως η μέρα που ερχόταν στην θάλασσα να μάς βρει ήταν και τόσο ευχάριστη, που δεν ήθελε να τή χαλάσει με κακές μεταφράσεις). Να τήν ξυπνήσεις λοιπόν. Δεν μπορεί να κοιμάται ακόμα, ακόμα κοιμάται η γρηά; (με μια μικρή ερώτηση και πολλά μαζί θαυμαστικά) τήν ίδια στιγμή που άκουγα τό σώμα του να βυθίζεται στη σεζλόνγκ. Να πέφτει μ’ έναν ρυθμικό βαρύ φιλικό κι απροσποίητο γδούπο. Κι όταν εμφανιζόμουνα αγουροξυπνημένη, και ήθελα να κάνω πρώτα καφέ πάντα εγώ έλαμπε τό πρόσωπό του, τί ωραίο να τό θυμάμαι, τήν ώρα που μού ’λεγε Νά η γρηά τί κάνεις γρηά ακόμα κοιμάσαι; Γελούσε ολόκληρος. Τί ωραίο που τό θυμάμαι.

   έφτιαχνα λοιπόν καφέδες κι ύστερα τούς πήγαινα στη βεράντα όπου καθόμαστε και τά λέγαμε. Θυμάμαι ότι κοιτούσε τή θάλασσα γερμένος πίσω σαν να ’ταν κάτι εντελώς οικείο, (να σημειώσω ότι ήταν όμορφος) αφημένος μέσα της, κι ότι μιλούσε πολύ συχνά, πάρα πολύ συχνά για τήν αφρική. Έτσι έχω μάθει διάφορες λεπτομέρειες. Επίσης άλλες φορές σώπαινε, και τότε κινιόταν μόνο πάνω στην καρέκλα ρυθμικά και μαζί αδιόρατα, ή μού διηγόταν τά λόγια και μού τραγουδούσε τά τραγούδια που λέγαν όταν ήταν παιδιά. Έτσι ξέρω διάφορες ας πούμε λεπτομέρειες. Αυτό που θυμάται κανείς όταν έχει ακούσει αφρικανούς να μιλάνε, είναι ότι στις αναμνήσεις τους πρωταγωνιστούν πάνω απ’ όλα γυναίκες : έτσι ξέρω και βλέπω διάφορες εικόνες, τά τραγούδια ας πούμε που λεν οι γυναίκες όταν λυώνουν τήν μπανάνα σε έναν κύκλο για να τήν ψήσουν, όταν φυλάνε τά μικρά παιδιά έξω απ’ τίς καλύβες και τραγουδάνε, και άλλα πολλά. Έχεις τήν αίσθηση ότι γι’ αυτά τά υπέροχα μαύρα σώματα, η γειτνίαση με τό σώμα τής μάνας τους ήτανε κάτι σαν μέρος τού χώματος, μαύρου, κόκκινου, ή τού κόκκινου ουρανού : και μπλε μαζί : Ενωμένα κουβάρι τά μαύρα τρυφερά μπαλάκια, με τά χεράκια όλο ν’ αγκαλιάζουνε και να ζητάνε, με τά δαχτυλάκια όλο να ψάχνουνε τρώνε γλείφουνε κυλώντας δώθε κείθε ανεξάρτητα και κολλημένα σαν εξάρτημα που ’χουν πάνω τους εκείνες θεόρατες θεόσοφες θεόμαυρες γήινες θεές, αυτές με τό γουδί και τήν μπανάνα τήν καλύβα και τό τραγούδι

σίσι τουασά ιδιανέ / κουά – ουχρού /
σίσι τουασά ιδιανέ / κουά – ουχρού /
κένια – γιουγκάντα – τανζανιά
σίσι τουασά ιδιανέ

   και οι άντρες; πού ήτανε; Α, αυτοί, (έκανε μία κίνηση με τό χέρι σαν να πετάει κάτι – άχρηστο σχεδόν – πίσω του) αυτοί φεύγουνε πρωί–πρωί να πάνε δουλειά.

 

   τώρα στην γειτονιά που μένω υπάρχουνε πολλοί μαύροι με όλες τίς ηλικίες από γυναίκες μέχρι παιδιά : Είναι ντυμένοι με τά πολύχρωμα και έχουν κάτι μεγάλα άσπρα (ή κόκκινα) παλιά αυτοκίνητα : Τό καλοκαίρι μαζεύονται στο πάρκο σε παρέες στα παγκάκια και όρθιοι γιατί δεν έχουνε σπίτι δροσιά : Μια μέρα καθόμαστε μ’ έναν φίλο μου σ’ ένα παγκάκι και είπαμε κάποια στιγμή κάτι για τό πόσο χαρούμενοι είναι ενώ λυπούνται και σκέφτονται κατά βάθος πάντα τήν αφρική, γιατί ποιός μπορεί να μην σκέφτεται πάντα τήν αφρική και μάλιστα σε μια χώρα ξένη που έχει πάρκα λίγα και μίζερα; μίλησα σιγά (όπως μιλάγαν και αυτοί) (χωρίς να μάς κοιτάζουν εφόσον είναι ευγενικοί και περήφανοι) αλλά όμως καταλάβαμε αμέσως ότι μόλις ακούσανε τή λέξη αφρική αυτοί (παιδιάστικα σαν τόν Ιούλιο) σώπασαν όλοι μαζί : ακριβώς με τόν ίδιο γδούπο που ένιωθε κι αυτός μερικές φορές (αλλά με τέτοια αίσθηση τού ρυθμού έπρεπε να τό περιμένω ότι θα είχανε φοβερό αυτί) και με τήν ίδια εκείνη άνεση (που δεν ήταν ούτε θάρρος ακριβώς ούτε φόβος αλλά μόνο αξιοπρέπεια) σώπασαν και μάς κοίταξαν φευγαλέα και αυτοί επίσης μόλις άκουσαν τή λέξη αφρική : Έπρεπε να τό καταλάβω ότι με τέτοια ικανότητα ήχων θα είχανε και φοβερό αυτί. Μού φαίνεται μάλιστα ότι μερικοί έχουνε κουβαλήσει και τίς γιαγιάδες τους εδωπέρα : σαν να μην μπορούν παρά να θέλουν ακόμα και σ’ έναν ξένο τόπο να βλέπουν μπροστά τους τό τραγούδι με τήν καλύβα : Είναι σκληρό όμως γι’ αυτές.

   λοιπόν, τί σημαίνουν για τίς γυναίκες τά τραγούδια και τί σημαίνει ειδικά να τά τραγουδάνε όταν είναι μεγάλης μάλιστα ηλικίας, θεόρατες θεόσοφες και όμως παιδιά μέσα σ’ ένα (ατέλειωτο) καλοκαίρι; Πρέπει τώρα να γυρίσω δηλαδή σ’ αυτό που ήθελα να πω στην αρχή

 

απόσπασμα από ανέκδοτο μυθιστόρημα (βιογραφίες αγνώστων)

.

.

άλλα στο περιοδικό στάχτες :
«ο πιτσιρικάς στην κομμούνα» τεύχος 25 / 2009,
«βιογραφίες αγνώστων / κινέζοι»
τεύχος 23 / 2009

.

.

.

Ιουνίου 12, 2013

τσοπανάκοι

.

.

 

 

   ο ρατσισμός έχει τό χαρακτηριστικό να χτυπάει τόν ήδη πεσμένο (ή τόν αδύναμο που ξέρεις ότι με ένα χτύπημα θα πέσει) – δεν υπάρχει ρατσισμός που να αντιτίθεται σε παντοδύναμο : μια τέτοια κίνηση θα λεγόταν απλώς αντίσταση, γιατί ενέχει ακριβώς κίνδυνο γι’ αυτόν που τήν κάνει : ο ρατσισμός έχει τό χαρακτηριστικό να είναι πάντα εκ τού ασφαλούς : είτε απευθύνεται στις γυναίκες, φτωχές και πλούσιες, είτε στις μαύρες και τούς μαύρους, είτε στις εβραίες και τούς εβραίους, είτε στις μετανάστριες και τούς πρόσφυγες : τό βασικό χαρακτηριστικό τού ρατσισμού είναι η δειλία – η «λεβεντιά» έχει μια ενσωματωμένη περηφάνια να μην καταδέχεται (και να μην έχει και καιρό για) τά εύκολα –

   «η ιστορία είναι ένας εφιάλτης από τόν οποίο προσπαθώ να ξυπνήσω» : η γνωστή άποψη τού στήβεν δαίδαλου για μένα μεταφραζόταν (διαπίστωσα κάποτε, ομολογώ με δυσαρέσκεια) (από μέσα μου) ως : «η χώρα αυτή, τήν οποία ξέρω καλύτερα από οποιαδήποτε άλλη, είναι ένας εφιάλτης απ’ τόν οποίο δεν ξυπνάω με τίποτα»

   δεν περίμενα ποτέ ας πούμε ότι θα νιώσω αλληλεγγύη και θα σκεφτώ να υπερασπιστώ ποτέ μια τηλεόραση, κι ακόμα κι ένα ραδιόφωνο – και τό κυριότερο που μέ εκνεύρισε σ’ αυτή τήν ιστορία δεν είναι τόσο που δεν μπορώ ν’ ακούσω τώρα τρίτο πρόγραμμα ας πούμε (που κι αυτό τά χάλια του είχε όλο και περισσότερο) αλλά τό ότι αναγκαζόμαστε (μιλάω και για λογαριασμό άλλων τώρα, τό ξέρω καλά) να κάνουμε διαρκώς αυτόν τόν συμβιβασμό, αυτήν τήν έκπτωση, να γινόμαστε όλο και πιο ταπεινωτικά ρεαλιστές : «χάλια είναι κι αυτοί, αλλά ήταν καλύτεροι από τά χάλια τών άλλων» – αλλά κυρίως μέ θυμώνει, γιατί μέ προσγειώνει μονίμως στην ιστορία, αυτή η επίγνωση τού πόσο η ελληνική δεξιά είναι ασύγκριτη και απλησίαστη σε σχέση με τίς δεξιές τών άλλων : φυσικά γιατί οι άλλοι μέσα στην τρέχουσα αλαζονεία τους δεν ξέρουν καν τί σημαίνει να κυβερνάνε σε μια χώρα μετά από έναν άδοξο εμφύλιο εκείνοι που λύσσαξαν ενάντια στην αντίσταση ενός ολόκληρου φτωχού κόσμου, να κυβερνάνε εδώ (και να κάνουν και τίς δικτατορίες τους όταν τούς παίρνει – όπως τώρα τά χρυσά αβγά τού συστήματος ετοιμάζονται και για τή δικιά τους) να κυβερνάνε εδώ σχεδόν αδιαλείπτως εκείνοι που στον άλλο κόσμο τούς ξυρίσανε γουλί και τούς περάσαν κι από δίκες και τούς είπαν και «συνεργάτες» – εδώ τούς είπαμε «νικητές» και τούς τρώμε έκτοτε στη μάπα – τί να εξηγήσεις στον έξω κόσμο για τό γεγονός πως η ιστορία εδώ δεν είναι καν εφιάλτης, είναι απλώς μονιμότητα;

 

   μ’ ενοχλεί λοιπόν αυτή η κουτοπονηριά με τήν οποία βρίσκομαι διαρκώς αντιμέτωπη όταν κοιτάω τά πολιτικά αυτής τής χώρας : τόσον καιρό δεν μπόρεσε ο χοροπηδηχτός τσιφλικομπέμπης τής μεσσηνίας ν’ αγγίξει τούς δημόσιους υπάλληλους γιατί αυτή είναι η πελατεία του (κι αυτουνού και τού δεύτερου κυβερνώντος ασφαλώς (οι τρίτοι προς τό παρόν ως προς αυτά έχουν μια ασυλία – σχετική))  (θεωρητικά μιλώντας δεν εύχομαι να χάσει τή δουλειά του άνθρωπος κι ας θεωρώ τή δουλειά όχι δικαίωμα αλλά κατάντια και εφιάλτη) : τούς έχουν διορίσει, ξέρουνε ότι είναι ψηφοφόροι τους, αυτοί δεν έχουν κανενός είδους ανθρωπιστική αναστολή, βλέπουν χρόνια ανθρώπους να χάνουν τίς δουλειές τους και σφυρίζουν στην κυριολεξία κλέφτικα : μ’ ενόχλησε όμως η κουτοπονηριά να απολύσουν από τό δημόσιο τούς μόνους που εκ τών πραγμάτων ήταν υποχρεωμένοι να είναι και λίγο δημιουργικοί, και να μην είναι και τόσο απόλυτα δούλοι

   και στη συνέχεια μ’ ενόχλησαν οι πληττόμενοι, ή οι υποστηρικτές τών πληττόμενων (δεν πρόκειται να βάλω εδώ συνδέσμους, τά διάβασα και τ’ άκουσα, κι αποτελούν εξάλλου ως εκφράσεις τό μόνιμο μουσικό χαλί σ’ αυτή τή χώρα : ) λένε λοιπόν (περίπου όλοι : και οι αριστεροί (αυτοί μ’ ενδιαφέρουν περισσότερο)) : «γίναμε ουγκάντα», ή, ακόμα χειρότερα, «ούτε στην ουγκάντα δεν τά κάνουν αυτά» γιατί η αφρική είναι δεδομένο ότι βρίσκεται από κάτω – και δεν λένε ας πούμε «γίναμε κίνα» – που θα ’ταν και κυριολεκτικά σωστότερο : διότι βλέπεις η κίνα αναδύεται όλο και δυνατότερη, μες στη φριχτή της δικτατορία (ενώ η ουγκάντα είχε μια, και τήν ξεπέρασε – όπως κι εμείς άλλωστε είχαμε και μια και δυο και τρεις και τίς, ας πούμε, ξεπεράσαμε) και τό κυριότερο είναι ότι απ’ αυτήν τήν άνοδο προσδοκάμε και οικονομικά οφέλη (ένα σωρό τσοπανάκηδες έχω μάθει ότι στην κρήτη τή λεβεντομάνα ή τήν πελοπόννησο τήν χωροφυλακοτρόφο πουλάνε τά λάδια τους (προσπαθούνε) στην κίνα : μεγάλη αγορά – δεν σού πάει να πεις «καταντήσαμε σαν και δαύτους») – πάντως υπάρχει και μια υπόγεια παρηγοριά όταν λες «καταντήσαμε σαν» διότι εξάγεται ως αυτονόητο πως «ό,τι και να λέμε μπορεί να είμαστε σαν, αλλά, γι’ αυτό ακριβώς κιόλας, δεν είμαστε και ακριβώς» – τονίζουμε υπόγεια λοιπόν τό ότι «δεν είμαστε» ακριβώς επειδή υπέργεια έχουμε τήν αξιολύπητη «αυτογνωσία» να παραδεχόμαστε ότι μοιάζουμε : ρητορικό σχήμα είν’ αυτό, λέμε λοιπόν και καμιά υπερβολή και ψιλοαυτομαστιγωνόμαστε για να ψιλοανέλθουμε ψιλοβιαίως : είναι αυτές οι φτηνές ηδονές που ’λεγε κι ο φρόϋντ – ίδια με κείνην τής αυτόματης ανακούφισης που διαπίστωσε σκληρά ότι νιώθουν όλοι (προφανώς μελετώντας ως συνήθως τόν εαυτό του) παρακολουθώντας μια κηδεία (διότι ο νεκρός είναι προς τό παρόν άλλος)

.

.

.

.

(με τήν ουγκάντα άλλωστε εγώ – θέλω να λέω ότι – έχω και προηγούμενα : αλλά
περί αυτού στο αμεσότερο μέλλον)

.

.

.

Ιουνίου 9, 2013

γεράσιμος λυκιαρδόπουλος : στον μονόδρομο – προς τά πού ;

.

.

.

   Εδώ που έχουμε φτάσει δεν υπάρχει ελπίδα, παρεκτός κι αν τολμήσουμε ν’ απελπιστούμε στ’ αλήθεια : να τό πάρουμε απόφαση πως βρισκόμαστε πράγματι σε μονόδρομο· αρκεί μόνο να οπλίσουμε τή ματιά μας με περισσότερη λογική, δηλαδή με περισσότερο θάρρος, ώστε να δούμε πως δεν πρόκειται για τόν περιβόητο «μονόδρομο» τής υποταγής στη μοίρα, στην ακόρεστη τυφλή και κουφή βούληση τών «αγορών», αλλά για τόν όντως  μ ο ν ό δ ρ ο μ ο  μιας ζωτικά αναγκαίας – πρωτίστως εσωτερικής – αναστροφής.

   Ειδάλλως είμαστε χαμένοι από χέρι. Συνεχίζοντας να καταπίνουμε τό δόλωμα τής «ελπίδας» έρπουμε προς τό μοιραίο, ψυχρά υπολογισμένο και πολιτικά «κοστολογημένο», τέλος μας. Κάθε κατάφασή μας (εκβιασμένη, κουρασμένη, υπνωτισμένη) προς αυτή τήν τζούφια ελπίδα προακυρώνει κάθε μελλοντικό ενδεχόμενο επαν–όρθωσης, ήτοι ανατροπής τής καθεστηκυίας αταξίας, ανομίας και αδικίας. Αυτό που συμβαίνει σήμερα δεν είναι απλώς ο δίκην φυσικής καταστροφής θάνατος τής «οικονομίας» αλλά ένα έγκλημα εν ψυχρώ εναντίον μας – στο οποίο εκβιαζόμαστε να συμμετάσχουμε με τή δέουσα «πολιτική υπευθυνότητα».

   Εκεί έχουμε φτάσει· και εκεί θα βαλτώσουμε για πάντα (ή όσο μπορεί να κρατήσει αυτό τό «πάντα»), εάν δεν υπάρξει η ατομική και συλλογική εκείνη υπέρβαση που μόνο μια άξια τού ονόματός της αριστερά θα μπορούσε να εμπνεύσει. Υπάρχει αυτή η αριστερά ;

   Στο σημείο αυτό ας μάς επιτραπεί να «μιζεριάσουμε», ήγουν να κρίνουμε «εξ όνυχος τόν λέοντα» επιμένοντας σε κάποιες όχι και τόσο τυχαίες και όχι μόνο «συμβολικής» αξίας «λεπτομέρειες». Πώς ανέχεται, λ.χ., η αριστερά τής «ρήξης και τής ανατροπής» κορυφαία στελέχη της να συναγελάζονται σε κοσμικές και «πνευματικές» εκδηλώσεις με τό άνθος τής εθνικής μας γκλαμουριάς «τιμώντας» «πατριαρχικές» φιγούρες τού κατεστημένου ή να συνομιλούν σε «γεύματα εργασίας» με τούς ολιγάρχες τών διαπλεκομένων συμφερόντων ;

   Και τά πράγματα γίνονται πιο απογοητευτικά όταν στα – φίλια πλην όμως δικαίως αυστηρά – ερωτήματα που διατυπώνονται σχετικά ακούγονται απαντήσεις σαν αυτή που έδωσε ο Αλέξης Τσίπρας : «Μή φοβάστε, η συναναστροφή μας με τόν διάβολο δεν θα μάς διαβολίσει» (ή κάπως έτσι).

   Απάντηση διόλου καθησυχαστική βέβαια, καθώς μέσα στην άνετη συγκαταβατικότητά της διαφαίνεται η μετάβαση τού παλαιολιθικού κομματοκρατικού λόγου από τό σκυθρωπό ήθος τής θεωρητικής «καθαρότητας» τού ΚΚΕ στον ελευθεριάζοντα παραγοντισμό και τή χαριτολογούσα τακτική τών δημοσίων σχέσεων τής μεταμοντέρνας αριστεράς – αλλά ο σκληρός δογματικός πυρήνας παραμένει πάντα ο ίδιος : «τό κόμμα  ξ έ ρ ε ι  καλύτερα από σένα».

 

   Ωστόσο η σοβαρότητα τής κατάστασης που τή ζούνε στο πετσί τους αυτοί που «δεν ξέρουν», οι «από κάτω», δεν τά σηκώνει πλέον αυτά και απαιτεί τό ξερίζωμα και τό σάρωμα κάθε παρόμοιας νοοτροπίας και συμπεριφοράς. Αλλιώς έχουμε πάλι μια από τά ίδια : αμνηστεύουμε γι’ άλλη μια φορά τόν χειρότερό μας εαυτό κρύβοντας τά ξερά μέσα στα χλωρά, κλείνουμε τό μάτι στον αντίπαλο ξεπλένοντας τό μεγάλο του έγκλημα μέσα στις δικές μας μεγάλες ή μικρές αδυναμίες, γελοιογραφούμε τή σοβαρότητα ως σοβαροφάνεια και – κατ’ αντιστροφή – βαφτίζουμε τήν αρχαία λαμογιά νεωτεριστικό πνεύμα και τήν μπαγαποντιά τού αξιακού σχετικισμού πολιτική ευστροφία.

   Έτσι συνεχίζουμε να βράζουμε στο ζουμί μας, ήτοι στην αμφίθυμη νεοελληνική «δυσφορία» που εκφυλίζεται είτε σε νοσταλγία τής παραδείσιας πασοκικής «καλοπέρασης» είτε σε προσδοκία τής νεοδημοκρατικής «ανάπτυξης» τών τρωκτικών συμφερόντων που ροκανίζουν τήν Ελλάδα.

   Απ’ αυτή τήν ισόπαλη αμφιθυμία, απ’ αυτό τόν ισοψηφούντα «δικομματισμό» απορρέει η έσχατη μορφή πνευματικής έκπτωσης, ο υπαρκτός εκείνος μηδενισμός που δεν εκφράζεται μόνο στον «εθνολαϊκισμό» τών «ηλιθίων» μαζών αλλά και στην προϊούσα αποκολοκύνθωση τής πολιτικής ελίτ, η οποία από τή μία μεριά περιφέρει ως άλλη μπερλίνα ένα αμφιλεγόμενο νομοσχέδιο ορθοπολιτικού μιντιακού «αντιρατσισμού» (αμφιβόλου μάλιστα χρησιμότητας καθώς οι ρατσιστές ξεσαλώνουν καθημερινά, ουδόλως ενοχλούμενοι από τούς ήδη υπάρχοντες, επαρκώς αυστηρούς αλλά σκανδαλωδώς υπνώττοντες, σχετικούς νόμους), από τήν άλλη μεριά, η ίδια αυτή ελίτ, κανακεύει τούς νεοναζιστές πλέκοντάς τους ένα προστατευτικό κουκούλι υποκριτικής θεσμολαγνείας : «Τί να κάνουμε ; Τούς έχει ψηφίσει ένα εκατομμύριο Έλληνες ! ».

   Σ’ αυτούς τούς ντροπαλούς εραστές τού πολιτικού τραμπουκισμού, σ’ αυτούς τούς ακραιφνείς «δημοκράτες» που ψηφίζουν προθυμότατα νόμους που ποινικοποιούν τόν ρατσιστικό  λ ό γ ο  αλλά εμφανίζονται μάλλον απρόθυμοι να καταστείλουν τήν καθημερινή ρατσιστική  π ρ α κ τ ι κ ή  θα θέλαμε να επαναλάβουμε ότι εάν όντως οι κανόνες τής δημοκρατίας επιτρέπουν να μπαίνουν στο «ναό» της οι μαχαιροβγάλτες, τότε αυτή η «δημοκρατία» είναι καταδικασμένη – και είναι άξια τής μοίρας της.

 

από τό περιοδικό «σημειώσεις» που κυκλοφορεί : τεύχος 77, ιούνιος 2013

.

.

.

.

Ιουνίου 3, 2013

ελένη βακαλό

.

.

.

. 

φυτική αγωγή

I

Τά φυτά έχουν άλλη απ’ τών ανθρώπων τήν αγωγή
Ότι δεν κινούνται δεν είναι μοναδικό
Ούτε πως δεν αυτοκτονούν
Τά φυτά είναι μονίμως επαναστατικά
Σκεφτείτε πως τήν ώρα τού φεγγαριού αυξάνουνε τά φυτά

.

VII

Ποιες συνήθειες τών φυτών μέ τρομάζουν :
Στα ξερά τά κλαδιά όταν σκάνε τά μάτια
διπλωμένα είναι μέσα τους ένα ένα τά πράσινα φύλλα
– Ίσως είναι γι’ αυτό που δεν ξέρεις τά φυτά αν πεθαίνουν στ’ αλήθεια –
γιατί ένα κλωνάρι καινούργιο
γερό
που ανθίζει
πετάει απ’ τήν ίδια τή ρίζα
και τή θέση τού κορμού που μαραίνεται παίρνει
πάλι είναι φυτά πριν πεθάνουν ο σπόρος τους πέφτει
στην κατάλληλη εποχή θα τά δεις να φυτρώνουν
ή η ρίζα τους μένει
πιο πολλά που γεμίζουνε τότε τόν επόμενο χρόνο μάς δίνει

Η αντοχή τών φυτών μέ ξαφνιάζει
Μερικά με τή ρίζα περνούν προχωρώντας στα θεμέλια
Απ’ τόν κήπο στο πλάϊ
Μία λεύκα μάς φύτρωσε έτσι κι’ είναι τώρα μεγάλη
Τά φυτά δεν τά ορίζεις
Τά κλαδεύεις μονάχα όταν πρέπει
Τί φυτά που απλά τά νομίζουμε όλοι

 

IX

Συνεχίζω περνώντας τό τοπείο τών κάκτων
Στον τόπο εκείνον σήπεται
Στερημένος διεισδύσεως
Κι’ επιμονής· διεισδύσεως προς τήν άνοδο
Τόν χώρο αναπνοής
Απ’ τό πλήθος τών άλλων
Απλώς μεγαλώνοντας να ζητήσει
Σε ανάστημα σώματος
Που χωρίς τούς χυμούς ελάχιστο έχει μείνει
Ο κάκτος
Πιο μαλακός κι’ ευπρόσιτος έχει γίνει

Στα ερπετά περισσότερο μοιάζουν

.

.

η έννοια τών τυφλών

VIII

γνωριμία απ’ τούς ίσκιους

– ή στη μεγάλη αυλή –

Γύρω μου σαν καθόμουνα στην αυλή κι απ’ τούς ίσκιους σημάδια
αγνώριστα ένα–ένα πετούσαν δεν ήξερες ποιο κι από πού
πολύς θόρυβος ξαφνικά σα να είχανε όλα μαζί σηκωθεί, απ’ τά
χέρια, τούς ώμους μου, φεύγοντας
τά ζευγάρια τών άλλων πουλιών μες στο πλήθος τους άγγιζαν φτε–
ρουγίζοντας

Ήταν πάντοτε βράδυ κι ήταν πάντοτε ανήσυχα πρώτα πριν να
πέσει τό φως
Και φανέρωναν τότε μόλις για μια στιγμή σα μια πεδιάδα με ήλιο
ξανά, ανάμεσά της για να περνούν
τά ζευγάρια που πέταξαν, τά σημάδια τών ίσκιων ένα σχήμα κινήσεως
γνωρίζοντας
– αυτά που είχαν
φύγει απ’ τή νύχτα και τά άλλα που έκρυβα σε χιλιάδες φωλιές με
δροσιά –
εκείνα τά ερωτευμένα παιδιά μες στον ίσκιο τους ακουμπώντας τόν
ίδιο καθώς ένα σάλεμα τά παιρνε φεύγοντας
για τούς κόκκινους λόφους που κάπου κλείνουν τή γη

.

.

Ο τρόπος να κινδυνεύομε είναι ο τρόπος μας σαν ποιητές

Σε όλο τό χώρο μου έρχονταν τόσο πολλά. Κι η κυριαρχία τών νέων
δεχόταν απότομα, γρήγορα να περνά τή σκιά τους αφού είχαν
μακρύνει προτύτερα αυτά, τά ηλιόλουστα στο τοπίο τής πτήσης
και στο σώμα τους σκοτεινά

Σ’ αυτό τό δέντρο που χρόνια καθόμουν τόν ήχο του ν’ ανεβαίνει τόν
άκουγα, τόν περίμενα ν’ ακουστεί

Όσα γινήκαν φωνές και τ’ άλλα σιωπή
Θυμηθείτε το αυτό όταν μέ διέτρεχε η σκιά

Εγώ δεν είχα ποτέ μου πολλές άλλες φωνές

Μέσα σε όνειρο βαθύ που βλέπει όνειρο άλλο

.

.

.

δεν έχω τά βιβλία της κοντά μου αυτή τή στιγμή – ό,τι πήρα, τά πήρα από εδώ

.

.

.

και βέβαια δεν θα ασχοληθώ ούτε σήμερα με τό (ηλίθιο εθνικοπρεπές) λυντσάρισμα εναντίον γυναίκας (που συνεχίζεται για χρόνια, αμείωτο, ξεδιάντροπο, ανερυθρίαστο) από ιθαγενείς που σα να λυσσάνε γιατί υπάρχει στη χώρα άνθρωπος, και μάλιστα γυναίκα, με τή γενναιότητα να λέει τή γνώμη της με βάση τήν επιστημoνική της (και κάθε άλλη) τιμιότητα… γιατί από τήν άλλη, οι ιθαγενείς επιμένουνε στα παραμύθια κι είναι και περήφανοι : τά είπε όμως καλά νομίζω για τή μαρία ρεπούση εδώ ο landstreicher

αλλά μή βιαστεί κανείς να πει πως η ταυτόχρονη εκ μέρους μου συζήτηση περί τών δύο τώρα γυναικών – τής μιας που ασχολήθηκε με τή ζωγραφική και τήν ποίηση, και τής άλλης που ασχολείται με τήν πολιτική και τήν ιστορία – είναι αυθαίρετη και άκυρη και άσχετη, γιατί δεν είναι : τό ξέρω και τό έχω δει κι από κοντά τό πώς ένδοξοι εικαστικοί ιθαγενείς κοροϊδεύανε τήν ελένη βακαλό εν χορώ για τίς ακαταλαβίστικες (και επομένως άκυρες) εικαστικές της απόψεις (τίς θαυμάσιες κριτικές της) με όλο τό άρωμα τής αντρικής μνησικακίας μοχθηρίας και μισογυνισμού που έκρυβε τότε αυτό επίσης. Κι αν η ίδια επέζησε με ένα κύρος στον χώρο μόνο τών ποιητών ήτανε λόγω τών διαπροσωπικών της σχέσεων, νομίζω – όπως νομίζω ότι δεν είναι καθόλου σίγουρο πως τό κύρος τής μαρίας ρεπούση στον χώρο τών ιστορικών θα τήν βοηθήσει να επιζήσει και στον άλλον, τής πολιτικής, επίσης

η ίδια η ελένη βακαλό έχει πει βέβαια για μια άσχετη περίπτωση (που είναι και τό πιο γνωστό της ποίημα) :

Θα σάς πω πώς έγινε
Έτσι είναι η σειρά

Ένας μικρός καλός άνθρωπος αντάμωσε στο δρόμο του έναν χτυπημένο
Τόσο δα μακριά από κείνον ήτανε πεσμένος και λυπήθηκε

Τόσο πολύ λυπήθηκε
Που ύστερα φοβήθηκε

Πριν κοντά του να πλησιάσει για να σκύψει να τόν πιάσει,
σκέφτηκε καλύτερα

Τί τά θες τί τά γυρεύεις

Κάποιος άλλος θα βρεθεί από τόσους εδώ γύρω, να
ψυχοπονέσει τόν καημένο.

Και καλύτερα να πούμε
Ούτε πως τόν έχω δει

Και επειδή φοβήθηκε
Έτσι συλλογίστηκε

Τάχα δεν θα είναι φταίχτης, ποιον χτυπούν χωρίς να φταίξει ;
Και καλά τού κάνουνε αφού ήθελε να παίξει με τούς άρχοντες

Άρχισε λοιπόν και κείνος
Από πάνω να χτυπά

Αρχή τού παραμυθιού καλημέρα σας 

.

.

.

διαδικτυωμένα ποιήματά της υπάρχουν εδώ, εδώ, εδώ,
εδώ, και εδώ 

ένα βίντεο με τήν ίδια να μιλάει για τόν εξπρεσιονισμό στη
ζωγραφική, με αφορμή τόν μπουζιάνη, εδώ (από τό 4:14΄)

βιογραφικό και κριτικό σημείωμα εδώ

σελίδα με δύο βίντεα από τό 2ο διεθνές συμπόσιο τό
αφιερωμένο στη μνήμη και τό έργο της εδώ

εδώ στοιχεία και βιβλία

.

.

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: