σημειωματαριο κηπων

Μαΐου 30, 2010

herbert marcuse «ο μονοδιάστατος άνθρωπος» / 2η συνέχεια

 

        

 

στην πρώτη συνέχεια, εκτός από μια μικρή δικιά μου εισαγωγή και τά πρώτα αποσπάσματα απ’ αυτό τό (ιστορικό αλλά ολοζώντανο) (και διάσημο (όσο κι αν τό ίδιο αντιστέκεται σ’ αυτού τού είδους τούς χαρακτηρισμούς)) βιβλίο, υπάρχουν στο τέλος και μερικοί σύνδεσμοι – πράγμα που θα συνεχίζεται σε κάθε ανάρτηση αφιερωμένη στον μονοδιάστατο άνθρωπο (άνθρωπο για όλες τίς εποχές (δυστυχώς) ουσιαστικά) τού χέρμπερτ μαρκούζε : στο σημερινό ποστ πρόσθεσα στο τέλος κι άλλα βιβλία του που έχουν εκδοθεί στα ελληνικά (να σημειώσω μόνο ότι η πρώτη εμφάνιση τού μαρκούζε στην ελλάδα έγινε στις αρχές τής δεκαετίας τού ’70 από τίς εκδόσεις κάλβος (τό έρως και πολιτισμός – τώρα υπάρχει σε μια επανέκδοση τής δεκαετίας τού ΄80) και είχε βγει κι ένα μικρό βιβλιαράκι στις εκδόσεις «ρόμβος» (ήτανε, αν θυμάμαι καλά, συμπίλημα κάποιων δοκιμίων του με τόν τίτλο «εξέγερση–αναρχισμός–μοναξιά» (δεν υπάρχει πια) : δεν πρέπει όμως να ξεχνάμε ότι οι εκδόσεις έρασμος είναι κυρίως που έβγαλαν συστηματικά βιβλία τής κριτικής θεωρίας – (δέστε για παράδειγμα μερικούς τίτλους  εδώ, εδώ και εδώ) όλες εκείνες τίς δεκαετίες πριν γίνει η «σχολή τής φραγκφούρτης» πλατύτερα γνωστή στην ελλάδα, και εκδοθούν κάποια «μεγάλα» έργα της (όπως η διαλεκτική τού διαφωτισμού τών χορκχάϊμερ & αντόρνο) και από «μεγάλους» εκδότες
η «κίνηση» (μια που μιλήσαμε και για γκουγκλίσματα αρκετά ώς εδώ) μού δείχνει ότι σάς ενδιαφέρει, κι ας διαβάζετε (οι περισσότεροι ή) οι περισσότερες (βλέπω μόνο αριθμούς!) χωρίς να γράφετε – δεν έχει σημασία, εγώ έτσι κι αλλιώς θα συνεχίσω : και για όσες και όσους μού έγραψαν, και για όσους διαβάζετε σιωπηλοί – για μένα είναι απόλυτα κατανοητές και σεβαστές και οι δύο στάσεις – εξάλλου δεν απόβλεψα στις έτοιμες δημοφιλίες ούτε στα προσωπικά μου γραφτά, τώρα, και με αφορμή τόν μαρκούζε, θα ενδιαφερθώ για τά τέτοια ;

 

 

 

πρώτο μέρος / η μονοδιάστατη κοινωνία / κεφάλαιο 1 : οι καινούργιες μορφές ελέγχου (συνέχεια)

 

είναι χαρακτηριστικός για τή σύγχρονη βιομηχανική κοινωνία ο τρόπος που καταπνίγει τίς ανάγκες εκείνες που ζητούν απελευθέρωση – μαζί και τήν ανάγκη απελευθέρωσης από κάθε άνεση, ανάπαυση και κομφόρ – και παράλληλα στηρίζει και δικαιολογεί τήν καταστροφική δύναμη και τήν καταπιεστική λειτουργία τής κοινωνίας τής αφθονίας. Ο κοινωνικός έλεγχος γέννησε τήν ακατάπαυστη ανάγκη να παράγεται και να καταναλώνεται τό περιττό, τήν ανάγκη τής αποκτηνωτικής δουλειάς που δεν είναι πραγματικά αναγκαία, τήν ανάγκη μορφών ξεκούρασης που υποβοηθούν και οξύνουν αυτή τήν αποκτήνωση, τήν ανάγκη να διατηρούνται απατηλές ελευθερίες, όπως η ελευθερία τού ανταγωνισμού ανάμεσα σε τιμές απ’ τά πριν καθορισμένες, η ελευθερία ενός αυτολογοκρινόμενου τύπου, η ελευθερία τέλος να διαλέγεις ανάμεσα στις μάρκες και στα γκάτζετς.

περιχαρακωμένη από ένα καταπιεστικό σύνολο, η ελευθερία μπορεί να γίνει αποτελεσματικό όργανο καταπίεσης

η δυνατότητα να εκλέγεις ελεύθερα αφέντες δεν εξαλείφει ούτε τούς αφέντες ούτε τούς δούλους

κι αν τό άτομο εκδηλώνει τό ίδιο με τή σειρά του τίς ανάγκες που άλλοι τού επέβαλαν, αυτό δεν σημαίνει ότι είναι αυτόνομο, απλούστατα σημαίνει ότι ο έλεγχος είναι αποτελεσματικός

ο ετεροκαθορισμός δεν αρχίζει τή στιγμή που γίνεται μαζική παραγωγή ραδιοφώνων και μηχανών τηλεόρασης, τών οποίων ο έλεγχος γίνεται εξάλλου συγκεντρωτικά. Όταν οι άνθρωποι μπαίνουν σ’ αυτή τή φάση, έχουν από πολύ πριν αλλοτριωθεί. Εκείνο που έχει τώρα σημασία είναι ότι αμβλύνεται η αντίθεση (ή η σύγκρουση) ανάμεσα στο δυνατό και στο διαδεδομένο, ανάμεσα στις ικανοποιημένες ανάγκες και στις ανάγκες που δεν έχουν ικανοποιηθεί. Αυτό που ονομάζουν εξίσωση τών τάξεων φανερώνει εδώ τήν ιδεολογική του λειτουργία : τό γεγονός ότι ο εργοδότης κι ο εργάτης βλέπουν τό ίδιο πρόγραμμα στην τηλεόραση, ότι η δακτυλογράφος ντύνεται τό ίδιο καλά με τήν κόρη τού διευθυντού της, ότι ο Νέγρος διαθέτει Κάντιλακ, κι ότι όλοι διαβάζουν τήν ίδια εφημερίδα, δεν σημαίνει κι ότι οι τάξεις εξαφανίστηκαν. Αντίθετα δείχνει μέχρι ποιο βαθμό οι καταπιεζόμενες τάξεις συμμετέχουν στις ανάγκες και τίς ικανοποιήσεις που εξασφαλίζουν τή διατήρηση τών κυρίαρχων τάξεων

μπορεί να γίνει διάκριση ανάμεσα στην ψυχαγωγία και στους εκνευρισμούς που προσφέρει τό αυτοκίνητο ; ανάμεσα στις φρικαλεότητες τής αρχιτεκτονικής και στις ανέσεις που δίνει ; ανάμεσα στη δουλειά για τήν εθνική άμυνα και στη δουλειά για να συσσωρεύουν κέρδη τά τραστ ; ανάμεσα στην προσωπική μας ηδονή και στα εμπορικά και πολιτικά συμφέροντα που σχετίζονται με τήν αύξηση τών γεννήσεων ;

βρισκόμαστε μπροστά σε μια απ’ τίς θλιβερότερες πλευρές τής αναπτυγμένης βιομηχανικής κοινωνίας : τόν ορθολογιστικό χαρακτήρα τής ανορθολογικότητάς της

στο βαθμό που μετατρέπει τόν κόσμο–αντικείμενο σε διάσταση τού ανθρώπινου πνεύματος και σώματος, η ίδια η έννοια τής αλλοτρίωσης γίνεται προβληματική. Οι άνθρωποι αναγνωρίζουν τούς εαυτούς τους στα εμπορεύματά τους, βρίσκουν τήν ψυχή τους στο αυτοκίνητό τους, στην ταινία υψηλής πιστότητας που έχουν, στο σπίτι τους με τά δύο επίπεδα, στον τεχνικό εξοπλισμό τής κουζίνας τους

σήμερα ο τεχνικός έλεγχος έχει γίνει η ενσάρκωση τής Λογικής, είναι στην υπηρεσία όλων τών ομάδων, όλων τών κοινωνικών συμφερόντων – έτσι ώστε κάθε αντίθεση να μοιάζει ακατανόητη και κάθε αντίσταση αδύνατη

η πνευματική και συναισθηματική άρνηση τού κονφορμισμού θεωρούνται σαν δείγμα νεύρωσης και αδυναμίας

τό άτομο έχει κατακτηθεί  ο λ ο κ λ η ρ ω τ ι κ ά  από τή μαζική παραγωγή και διανομή, και η βιομηχανική ψυχολογία έχει από πολύ καιρό ξεπεράσει τά όρια τού εργοστασίου

η απώλεια εκείνου τού πνεύματος όπου η αρνητική σκέψη εύρισκε τή δύναμή της – τήν κριτική δύναμη τού Λόγου – είναι τό ιδεολογικό αντίκρυσμα τής υλικής διαδικασίας με τήν οποία η βιομηχανική κοινωνία αμβλύνει και συμφιλιώνει τίς αντιθέσεις

η έννοια τής αλλοτρίωσης γίνεται προβληματική όταν τά άτομα ταυτίζονται με τήν ύπαρξη που τούς επιβάλλεται, και αφενός πραγματοποιούνται και αφετέρου ικανοποιούνται μέσα σ’ αυτήν. Η ταύτιση αυτή δεν είναι απατηλή· είναι πραγματική. Αυτή όμως η πραγματικότητα δεν αποτελεί παρά ένα ακόμα πιο προχωρημένο στάδιο αλλοτρίωσης· έγινε μ’ άλλα λόγια ολοκληρωτικά αντικειμενική – και τό αλλοτριωμένο υποκείμενο απορροφήθηκε από τήν αλλοτριωμένη του ύπαρξη : Δεν έχει πια παρά μία μόνο διάσταση, σε οποιοδήποτε τόπο και υπό οποιαδήποτε μορφή. Τά επιτεύγματα τής προόδου δεν φοβούνται μη συναντήσουν ιδεολογική αμφισβήτηση και εξάλλου αδιαφορούν για τή δικαίωσή τους : η «πλαστή συνείδηση» τού ορθολογισμού μετατράπηκε ενώπιον τών δικαστών της σε συνείδηση αληθινή

τά προϊόντα πλάθουν και καθορίζουν μια ψυχολογία. Διαμορφώνουν μια πλαστή συνείδηση που είναι ανίκανη να νιώσει τήν πλαστότητά της. Κι όταν τά προϊόντα αυτά γίνουν προσιτά σ’ ένα μεγαλύτερο αριθμό ανθρώπων και σε πολυπληθέστερα κοινωνικά στρώματα, τότε η δημοσιότητα δημιουργεί έναν τρόπο ζωής. Είναι ένας τρόπος ζωής καλύτερος από τόν προηγούμενο, και γι’ αυτό, επειδή είναι καλύτερος, αντιστέκεται σε κάθε ποιοτική αλλαγή. Έτσι διαμορφώνεται η  μ ο ν ο δ ι ά σ τ α τ η   σ κ έ ψ η  κ α ι   σ υ μ π ε ρ ι φ ο ρ ά

η «ριζική αλλαγή τού τρόπου σκέψης μας» βρίσκεται στον τρόπο που τό κυρίαρχο σύστημα εναρμονίζει όλες τίς ιδέες και τίς προσδοκίες μ’ αυτές που τό ίδιο παράγει, στον τρόπο που τίς απορροφά και στον τρόπο που απαλλάσσεται απ’ όσες είναι ασυμβίβαστες μ’ αυτό. Η εγκαθίδρυση αυτής τής μονοδιάστατης πραγματικότητας δεν σημαίνει ότι βασιλεύει ο υλισμός, ότι οι πνευματικές και μεταφυσικές ενασχολήσεις και οι μποέμικες εκδηλώσεις εξαφανίστηκαν. Αντίθετα, κυκλοφορούν πολλά «ας προσευχηθούμε μαζί αυτή τήν εβδομάδα», πολλά «γιατί να μη δοκιμάσουμε τόν Θεό;», πολλά Ζεν, πολύς «υπαρξισμός», πολλοί «μπήτνικς». Αυτές όμως οι μορφές διαμαρτυρίας και υπέρβασης δεν αντιμάχονται τό στάτους κβο, δεν αρνούνται. Αποτελούν μάλλον τό τελετουργικό μέρος ενός πρακτικού μπηχαβιορισμού, τήν ανώδυνη άρνησή του, αφομοιώνονται απ’ τό στάτους κβο γρήγορα κι αποτελούν μέρος τής υγιεινής του δίαιτας.

η μονοδιάστατη σκέψη ευνοείται συστηματικά από τούς χειριστές τής πολιτικής και από τούς προμηθευτές μαζικής πληροφορίας που οι χειριστές αυτοί έχουν στη διάθεσή τους

η κίνηση τής σκέψης αναχαιτίστηκε με φραγμούς που εμφανίζονται σαν όρια τού ίδιου τού Ορθού Λόγου

ο θεωρητικός Λόγος συμμαχεί με τόν πρακτικό Λόγο. Η κοινωνία μάχεται κάθε ενέργεια, κάθε εκδήλωση αντιπολιτευτικού χαρακτήρα· συνακόλουθα, οι έννοιες που εκφράζουν αυτές τίς εκδηλώσεις φαίνονται απατηλές, έχουν χάσει τή σημασία τους. Η ιστορική υπέρβαση μοιάζει πολύ με υπέρβαση μεταφυσική, για τήν επιστήμη λοιπόν και τήν επιστημονική σκέψη είναι ύποπτη.

η «απάτη τού Λόγου» είναι ο Λόγος που εξυπηρετεί, όπως τό έχει κάνει συχνά μέχρι σήμερα, τά συμφέροντα τής καθεστηκυίας τάξης

έρχεται σε σύγκρουση με τήν ελεύθερη σκέψη και συμπεριφορά όταν αυτή προσπαθεί να διασταλεί από τή δοσμένη πραγματικότητα και να συλλάβει τίς απαγορευμένες εναλλακτικές λύσεις. Ο θεωρητικός και ο πρακτικός Λόγος, ο ακαδημαϊκός και ο κοινωνικός μπηχαβιορισμός έχουν κοινό πεδίο δράσης : τήν εξελιγμένη κοινωνία όπου η επιστημονική και τεχνική πρόοδος γίνεται όργανο καταπίεσης

ο όρος «πρόοδος» δεν είναι ουδέτερος όρος· είναι μια κίνηση προς σκοπούς ειδικούς που τούς καθορίζουν οι διάφοροι τρόποι βελτίωσης τής ανθρώπινης ζωής. Η προχωρημένη βιομηχανική κοινωνία βρίσκεται κοντά στο στάδιο εκείνο όπου, αν διαρκέσει η πρόοδος, η τωρινή διεύθυνση και οργάνωσή της θα αναστατωθούν. Τό στάδιο αυτό θα έρθει όταν η υλική παραγωγή θα αυτοματοποιηθεί σε τέτοιο βαθμό που θα είναι δυνατό να ικανοποιηθούν όλες οι βασικές ανάγκες, με χρόνο εργασίας ελάχιστο

στο επίπεδο αυτό, η τεχνική πρόοδος θα υπερφαλαγγίσει τό χώρο τής αναγκαιότητας όπου ήταν μέσο εκμετάλλευσης και καταπίεσης, και όπου η λογική της περιοριζόταν σε καλούπια. Η τεχνολογία τότε θα υποταχτεί στο ελεύθερο παιχνίδι τών δυνατοτήτων τού ανθρώπου στην πάλη για τήν ειρήνευση τής φύσης και τής κοινωνίας. Ο Μαρξ ένα τέτοιο στάδιο οραματιζόταν όταν μιλούσε για τήν «κατάργηση τής εργασίας»

μια ποιοτική μεταβολή θα απαιτήσει ακόμα τή μεταβολή τών τεχνικών βάσεων που στηρίζουν αυτή τήν κοινωνία – τών τεχνικών βάσεων που επιτρέπουν στους οικονομικο–πολιτικούς θεσμούς να επιβάλλουν στον άνθρωπο μια «δεύτερη φύση». Η τεχνική τής βιομηχανοποίησης είναι τεχνική πολιτική, και, σαν τέτοια, έρχεται σε άμεση αντίθεση με τούς στόχους τού Λόγου και τής Ελευθερίας

σ’ αυτό τό στάδιο αντί για αφθονία και ελευθερία έχουμε εισβολή τής καταπίεσης σ’ όλες τίς σφαίρες τής ατομικής ζωής, ενσωμάτωση από μέρους της κάθε αντίθετης τάσης, και απορρόφηση όλων τών κινημάτων ιστορικής αμφισβήτησης. Ο τεχνολογικός ορθολογισμός εκδηλώνει τόν πολιτικό του χαρακτήρα όταν γίνεται ο μέγας αγωγός τής τελειότερης καταπίεσης, οικοδομώντας έναν βαθειά ολοκληρωτικό κόσμο

(συνεχίζεται)
© για τή μετάφραση : «herbert marcuse / ο μονοδιάστατος άνθρωπος» μετάφραση μπάμπη λυκούδη / εκδόσεις παπαζήση 1971
1η έκδοση : one–dimensional man © boston : beacon 1964 (και : 1968, 1991 με καινούργια εισαγωγή τού douglas kellner)

 

 

       

 

 

 

σύνδεσμοι :

η international marcuse society, κατάλογος με βιβλία τού μαρκούζε στα ελληνικά, η σελίδα του από τό σάιτ τού douglas kellner τό αφιερωμένο στην κριτική θεωρία (και η εισαγωγή τού ίδιου για τόν μαρκούζε εδώ)

 

 

 

  

  

 
     marcuse@history.ucsb.edu

 

 

 

 

 

Advertisements

Μαΐου 23, 2010

herbert marcuse «ο μονοδιάστατος άνθρωπος» (αποσπάσματα)

 

 

η ανατρεπτική σκέψη τού χέρμπερτ μαρκούζε (και ολόκληρης τής κριτικής θεωρίας) αφού πυροδότησε τή μεγαλύτερη εξέγερση (τής φαντασίας) στον αιώνα που πέρασε και τήν μεγαλύτερη επανάσταση (τού έρωτα) στους αιώνες που πέρασαν, πολεμήθηκε όσο καμιά άλλη – αν ίσως εξαιρέσουμε τήν κατασυκοφάντηση τού επίκουρου και τήν προσπάθεια να αγνοηθεί με κάθε τρόπο η τεράστια σημασία τού giordano bruno – μολονότι τόσο η «απόκλιση» τού επίκουρου στη βιολογία (και η θεωρία του τής ηδονής στην ψυχανάλυση) όσο και οι «άπειροι κόσμοι» τού μπρούνο στη σημερινή (αστρο)φυσική τουλάχιστον, πάει καιρός που έχουν σιωπηρά (απολύτως ; ) αναγνωριστεί και δικαιωθεί… Δεν πρόκειται να κάτσω ν’ αναλύσω τώρα τούς λόγους, γιατί εγώ είμαι ανεπαρκής (ή βαριέμαι) και αυτοί είναι μάλλον λογικοί (και επομένως σαφείς) – θυμάμαι απλώς τήν ανάμνηση κάποιου μαθητή τού μαρκούζε που τόν θυμάται κι αυτός με τή σειρά του να υπογραμμίζει σκεφτικός απόσπασμα (γαλλικού) φληναφλήματος τής μεταμοντέρνας δόξας και να περιγράφει θλιμμένα (μμμ, τό γερμανοεβραϊκό του χιούμορ δεν νομίζω να τό έχασε πάντως ποτέ) : «και αυτό θεωρείται σήμερα φιλοσοφία»… 

παρόλο που ο μαρκούζε έζησε περισσότερο από τούς άλλους φίλους του στη σχολή τής φραγκφούρτης (που είχε μετοικήσει στο μεταξύ σούμπιτη, από φραγκφούρτη προς αμερικάς για να γλιτώσει τίς πυρές τού χίτλερ (εκτός από τόν βάλτερ μπένγιαμιν που αυτοκτόνησε στην ευρώπη φοβούμενος ότι δεν επρόκειτο να τίς γλιτώσει)) δηλαδή και τόν μαξ χορκχάϊμερ και τόν τέοντορ αντόρνο, και τόν έριχ φρομ, και άλλους, ελάσσονες αλλά καθόλου ασήμαντους, (και μην ξεχνάμε ότι και ο βίλχελμ ράιχ αυτοεξορίστηκε τότε επίσης, αλλά αυτός κατέληξε σε αμερικάνικη φυλακή και πέθανε πριν προλάβει να γίνει η δίκη του – πρόλαβε να δει όμως τά βιβλία του να καίγονται σε, αμερικάνικη τώρα, πυρά – εμπειρία που τήν είχαν όλοι τους κατά τ’ άλλα και στην εθισμένη σ’ όλα αυτά ευρώπη) πεθαίνοντας λοιπόν ο μαρκούζε στα τέλη τής δεκαετίας τού ’70 (και συγκεκριμένα τό ’79) πρόλαβε – αφού έζησε τήν εξέγερση και θεωρήθηκε και γκουρού της (καθόλου δεν τού αρέσαν αυτά) –, να ζήσει τήν επέλαση τής εκ νέου λαίλαπας τής «θετικής σκέψης» και τόν θρίαμβο τής αντεπίθεσης τού «ρεαλισμού». Τό «είμαστε πραγματιστές κι επιδιώκουμε τό απραγματοποίητο» (κατά ελαφράν παράφρασιν τού συνθήματος τού ’68) μετατράπηκε ρεαλιστικότατα σε «είμαστε ρεαλιστές και επιδιώκουμε μόνο τά πράγματα που μπορούμε να επιδιώξουμε – δηλαδή τίποτα». Με γλωσσική επίσης συνέπεια (πολύ χαρακτηριστική) τό «τίποτα» στην ελλάδα αποφάσισε να γίνει (εδώ και λίγα χρόνια) διά ροπάλου «κάτι»… Οι μαύροι δηλαδή στην αμερική (που έχουν τά ίδια 400 χρόνια σκλαβιάς πίσω τους με μάς εδώ) φαίνεται ότι εξακολουθούν να είναι (εκτός από πιο ρεαλιστές) και γενναιότεροι όταν εξακολουθούν να βάζουν (εκφραστικότατα – και γράφοντας εκεί που δεν πιάνει μελάνι κάθε δίδαγμα περί γλωσσικής ορθότητας) όταν μιλάνε λοιπόν άνετα με δύο (γενναίες και απανωτές) αρνήσεις στη σειρά – και επιμένοντας ότι κάτι εννοούν μ’ αυτό όταν λένε ότι they don’t mean nothin…

(αλλά μιμούμαστε όλα τά φαινόμενα τού προηγμένου καπιταλισμού μόνο όταν δεν θέτουν σε κίνδυνο τήν υποταγή μας σ’ αυτόν)

δεν θα πολυλογήσω άλλο τού λόγου μου – στο τέλος θα παραθέσω ελάχιστους συνδέσμους (έχουν ήδη υπάρξει κι  άλλοι εδώ (και περισσότερες φωτογραφίες εδώ)) – μια πρακτική (ιντερνετική) εξήγηση μόνο : μίλησα και στο προηγούμενο ποστ για «γκουγκλίσματα» : κατά βάθος δεν έχω ιδέα πώς λειτουργούν αλλά : μού έκανε εντύπωση η σταθερή επίσκεψη (και στα δυο βλογ – από τήν «κίνησή» τους βλέποντας και κρίνοντας) εδώ και καιρό αιτημάτων (δηλαδή γενικού ψαξίματος) τόσο για τόν μαρκούζε ονομαστικά όσο και για τόν μονοδιάστατο άνθρωπο (ή τό έρως και πολιτισμός) ειδικά – μού άρεσε μάλιστα μερικές φορές η λεπτομέρεια στο ψάξιμο (π.χ.: «τί λέει»…) Σ’ αυτές τίς ανώνυμες και τούς ανώνυμους γκουγκλιστές υπακούω σήμερα και παραθέτω από δω και στο εξής, και για όσο καιρό κάνουμε κέφι αμφότεροι – θα τό καταλάβω –, σε συνέχειες αποσπάσματα από τό πρώτο

(ξέρω βέβαια ότι γκουγκλίζοντας δεν ψάχνουν οι άνθρωποι για μένα αλλά για τά βιβλία και τόν άνθρωπο, και συνεπώς μη βρίσκοντας ίσως πολλά ώς τώρα (κάποια όμως βρήκαν, τουλάχιστον βιβλιογραφία) μπορεί οι ίδιοι και να μην ξανάρθουν… Όμως δεν έχει και τόση σημασία : σημασία έχει ότι οι καιροί τής εξέγερσης ξανάρχονται, σε παγκόσμιο επίπεδο, τό βλέπουμε και τό ζούμε – και οι καιροί τής εξέγερσης είναι οι καιροί τού μαρκούζε και τής κριτικής θεωρίας πάνω από κάθε τι άλλο… Η πρακτική τού ρεαλισμού έφαγε τά ψωμιά της, η θετική σκέψη επεκτάθηκε ώς εκεί που πρέπει ν’ αρνηθείς ολόκληρο τό σώμα και τή ζωή σου για να δεχτείς ως ζωή και ως σώμα ό,τι σού προσφέρεται δηλαδή και σού απομένει, κι επομένως η ώρα τής μεγάλης άρνησης τής ασκητείας, η άρνηση τού φτωχού κι ανέραστου ρεαλισμού έφτασε, ή θα φτάσει, πάλι… εκεί μονίμως μπορούμε να συναντιόμαστε…)

  

 

 

 

αποσπάσματα από τήν εισαγωγή/η νάρκωση τής κριτικής : μια κοινωνία χωρίς αντιπολίτευση

 

η κριτική θεωρία δεν δέχεται τό δοσμένο σύνολο γεγονότων σαν ένα πλαίσιο οριστικά διαμορφωμένο

μπρος σε γεγονότα φαινομενικά αντιφατικά η κριτική ανάλυση συνεχίζει να θεωρεί τήν ανάγκη τής κοινωνικής αλλαγής περισσότερο φλέγουσα και πιεστική από ποτέ

η πραγματικότητα και τά μέσα καταστροφής έχουν μια ταυτόχρονη ανάπτυξη· η ανθρωπότητα απειλείται με ολοκληρωτικό όλεθρο· η σκέψη, η ελπίδα, ο φόβος είναι στο έλεος τής εξουσίας· η αθλιότητα γειτονεύει με τεράστια πλούτη. Τά φαινόμενα αυτά, ακόμα κι αν δεν αποτελούν τόν λόγο ύπαρξης τής κοινωνίας αλλά μόνο τά δευτερογενή αποτελέσματά της, δεν δικαιολογούν μια αμερόληπτη αμφισβήτηση αυτής τής κοινωνίας ; Ο ορθολογισμός της, η πρόοδός της και η ανάπτυξή της είναι φαινόμενα ανορθολογικά στην αρχή τους

τό γεγονός ότι τό μεγαλύτερο μέρος τού πληθυσμού, εγκλιματισμένο σ’ αυτόν τόν τρόπο σκέψης, δέχεται αυτή τήν κοινωνία, δεν τήν κάνει περισσότερο λογική και λιγότερο αξιοκατάκριτη. Η διάκριση ανάμεσα στην αληθινή και στην κίβδηλη συνείδηση, ανάμεσα στο πραγματικό και στο άμεσο συμφέρον, δεν έχασε τίποτα απ’ τή σημασία της. Πρέπει όμως να αποδειχτεί. Κάθε άνθρωπος πρέπει να τήν αναζητήσει και να βρει τό μονοπάτι που θα τόν φέρει από τήν κίβδηλη στην αληθινή συνείδηση, απ’ τό άμεσο στο πραγματικό του συμφέρον. Και μπορεί να τό κάνει μόνο όταν αισθανθεί τήν ανάγκη ν’ αλλάξει τόν τρόπο ζωής του, ν’ απορρίψει τό θετικό, ν’ αρνηθεί.

πρέπει λοιπόν να αμφισβητηθούν τά πάντα

ένα τυχαίο γεγονός μπορεί ν’ αλλάξει τήν κατάσταση, αλλά αν δεν συγκλονισθεί η ίδια η συμπεριφορά τού ανθρώπου με τή συνειδητοποίηση από μέρους του τού τί έγινε και τί εμποδίστηκε να γίνει, ακόμα και μια καταστροφή δεν πρόκειται να φέρει ποιοτική αλλαγή

σ’ αυτήν τήν κοινωνία ο παραγωγικός μηχανισμός τείνει να γίνει ολοκληρωτικός, με τήν έννοια ότι καθορίζει ταυτόχρονα τίς δραστηριότητες, τίς μορφές και τίς ικανότητες που απαιτεί η κοινωνική ζωή, και τίς επιθυμίες και τίς ανάγκες τών ανθρώπων. Έτσι δεν υπάρχει πια αντίθεση ανάμεσα στη δημόσια και τήν ιδιωτική ζωή, στις κοινωνικές και τίς ατομικές ανάγκες. Η τεχνολογία επιτρέπει τήν εγκαθίδρυση καινούργιων, πιο αποτελεσματικών και πιο ευχάριστων, μορφών κοινωνικού ελέγχου και κοινωνικής συνοχής. Υπάρχει και μια άλλη πλευρά αυτής τής ολοκληρωτικής τάσης : ξαπλώνεται στις λιγότερο ανεπτυγμένες ή και προβιομηχανικές περιοχές τού κόσμου

με τήν ιδιότητά της τού τεχνολογικού συνόλου, η προχωρημένη βιομηχανική κοινωνία είναι και  π ο λ ι τ ι κό   σύνολο, είναι η τελευταία φάση ενός ειδικά ιστορικού  σ χ ε δ ί ο υ.   Πραγματοποιούνται, δηλαδή, η γνώση ο μετασχηματισμός και η οργάνωση τής φύσης, σαν απλά υποστηρίγματα τής κυριαρχίας

μέσα απ’ τήν τεχνολογία, η μόρφωση η πολιτική και η οικονομία ανακατεύονται σ’ ένα πανταχού παρόν σύστημα που καταβροχθίζει ή απωθεί κάθε αντίρροπη τάση. Αυτό τό σύστημα διαθέτει μεγάλη παραγωγικότητα, κι ένα διαρκώς αυξανόμενο δυναμικό, που σταθεροποιούν τήν κοινωνία και περιορίζουν τήν τεχνική πρόοδο μέσα στο καταπιεστικό σχήμα. Ο τεχνολογικός ορθολογισμός έγινε ορθολογισμός πολιτικός

διαφωτιστικά είναι απ’ αυτή τήν άποψη τό ράδιο και η τηλεόραση. Αρκεί να ακούει κανείς επί μία ώρα μερικές μέρες συνέχεια, χωρίς να τά κλείνει, τήν ώρα τών διαφημίσεων αλλάζοντας κατά διαστήματα σταθμό 

  

 

 

αποσπάσματα από τό πρώτο μέρος/η μονοδιάστατη κοινωνία/κεφάλαιο 1 : οι καινούργιες μορφές ελέγχου

  

η άνεση, η αποτελεσματικότητα, η λογική, και η έλλειψη ελευθερίας μέσα σ’ ένα δημοκρατικό πλαίσιο, νά τι χαρακτηρίζει τόν προχωρημένο βιομηχανικό πολιτισμό και συνηγορεί για τήν τεχνική πρόοδο.

με τή θεσμοποίησή τους και τήν ενσωμάτωσή τους στην κοινωνία, οι ελευθερίες και τά δικαιώματα συμμερίστηκαν και τήν τύχη αυτής τής κοινωνίας. Η υλοποίησή τους εξαφάνισε τίς προϋποθέσεις τους.

οικονομική ελευθερία θα πρέπει να σημαίνει  α π ε λ ε υ θ έ ρ ω σ η  από τήν οικονομία, απελευθέρωση απ’ τήν καθημερινή πάλη για τήν ύπαρξη, απαλλαγή απ’ τήν ανάγκη να κερδίζουμε τή ζωή μας. Πολιτική ελευθερία θα πρέπει να σημαίνει  α π ε λ ε υ θ έ ρ ω σ η  απ’ τήν πολιτική αυτή πάνω στην οποία τά άτομα δεν μπορούν να ασκήσουν ουσιαστικό έλεγχο. Πνευματική ελευθερία θα πρέπει να σημαίνει αποκατάσταση τής ατομικής σκέψης, που είναι σήμερα πνιγμένη από τά μέσα μαζικής επικοινωνίας και θύμα τής διαπαιδαγώγησης· θα πρέπει ακόμα να σημαίνει ότι θα πάψουν να υπάρχουν κατασκευαστές τής «κοινής γνώμης», και η ίδια η κοινή γνώμη ακόμα. Αν οι προτάσεις αυτές έχουν έναν τόνο εξωπραγματικό, αυτό δεν συμβαίνει επειδή είναι ουτοπικές, αλλά επειδή είναι ισχυρές οι δυνάμεις που τίς αντιμάχονται.

τό αποτέλεσμα είναι η ευφορία μέσα στη δυστυχία. Να αναπαύεσαι, να διασκεδάζεις, να δρας και να καταναλώνεις όπως όλοι οι άλλοι, να αγαπάς και να μισείς ό,τι αγαπούν και μισούν οι άλλοι, αυτά στο μεγαλύτερό τους μέρος είναι ανάγκες πλαστές.

τό γεγονός ότι οι συνθήκες κάτω από τίς οποίες ζει τό άτομο ανανεώνουν και δυναμώνουν συνεχώς αυτές τίς ανάγκες, με αποτέλεσμα τό άτομο να τίς κάνει πια δικές του, να ταυτιστεί μαζί τους, και να αναζητά τόν εαυτό του στην ικανοποίησή τους, δεν αλλάζει σε τίποτα τό πρόβλημα. Οι ανάγκες παραμένουν αυτό που πάντα ήταν, προϊόντα μιας κοινωνίας που τά κυρίαρχα συμφέροντά της απαιτούν τήν καταπίεση.

οι καταπιεστικές ανάγκες είναι οι ισχυρότερες, αυτό είναι γεγονός τετελεσμένο, καθιερωμένο από τήν ήττα και τήν αμάθεια. Είναι όμως και ένα γεγονός που πρέπει ν’ αλλάξει, και τό άτομο που «ευημερεί» έχει τό ίδιο συμφέρον ως προς αυτό, όσο και εκείνοι που πληρώνουν τήν ευημερία του με τή δικιά τους αθλιότητα.

σε τελευταία ανάλυση, τά ίδια τά άτομα είναι εκείνα που θ’ απαντήσουν σ’ αυτό τό ζήτημα τών αληθινών και τών πλαστών αναγκών, αλλά μόνο σε τελευταία ανάλυση, όταν δηλαδή θα είναι ελεύθερα να δώσουν τίς καθαρά δικές τους απαντήσεις. Όσο δεν έχουν καμιά αυτονομία, όσο είναι ετερόφωτα κι ετεροκαθοριζόμενα (και στο επίπεδο τών ενστίκτων τους έστω), η απάντηση που θα δίνουν δεν θα μπορεί να θεωρηθεί σαν δική τους. Για τόν ίδιο λόγο όμως, κανένα δικαστήριο δεν μπορεί να διεκδικήσει τό δικαίωμα να καθορίσει τίς ανάγκες που θα πρέπει να καλλιεργηθούν και να ικανοποιηθούν. Ένα τέτοιο δικαστήριο θα πρέπει να τό απορρίψουμε· απ’ τήν άλλη όμως αυτό δεν θα πρέπει να μάς κάνει να παρατήσουμε τό πρόβλημα : με ποιον τρόπο, άνθρωποι που έχουν υποστεί αποτελεσματική και πετυχημένη κυριάρχηση, θα μπορέσουν να πλάσουν οι ίδιοι τίς συνθήκες τής ελευθερίας ;

όσο η διοίκηση τής καταπιεστικής κοινωνίας γίνεται ορθολογιστική, παραγωγική τεχνική και ολοκληρωτική, τόσο περισσότερο τά άτομα δυσκολεύονται να καταλάβουν τά μέσα που θα τούς επιτρέψουν να τερματίσουν τήν υποδούλωσή τους και να αποκτήσουν τήν ελευθερία τους. Βέβαια, τό να θελήσει κάποιος να επιβάλει γενικευμένα τή Λογική σε ολόκληρη τήν κοινωνία, αυτό είναι μια παράδοξη και σκανδαλώδης ιδέα – έχουμε όμως τό δικαίωμα και να αμφισβητήσουμε τήν αρετή μιας κοινωνίας που αυτή τήν ιδέα τήν γελοιοποιεί ενώ ταυτόχρονα η ίδια ασκεί πάνω στον κόσμο της μια καθολικά γενικευμένη εξουσία.

για κάθε απελευθέρωση χρειάζεται πρώτα η συνειδητοποίηση τής σκλαβιάς

(συνεχίζεται)

 

© για τή μετάφραση:«herbert marcuse/ο μονοδιάστατος άνθρωπος» μετάφραση μπάμπη λυκούδη/εκδόσεις παπαζήση 1971
1η έκδοση : one dimensional man ©  boston : beacon 1964 (και : 1968, 1991 με καινούργια εισαγωγή τού douglas kellner)

 

 

   

 

στο αρχείο τού μαρκούζε  διαβάζετε τόν «μονοδιάστατο άνθρωπο» στα αγγλικά
στη σελίδα τών
εκδόσεων από τό σάιτ τού μαρκούζε βλέπετε βιβλία του σε διάφορες γλώσσες
πρόκειται για τήν οικογενειακή
ιστοσελίδα τού μαρκούζε, και εδώ είναι τό τμήμα τό αφιερωμένο στον ίδιο (τό σάιτ τό έφτιαξε ο εγγονός του harold)
βιβλία τού μαρκούζε μεταφρασμένα στα ελληνικά
και μια σύντομη βιογραφία στην
wikipedia

  

  

 

marcuse@history.ucsb.edu

  

 

 

  

 

Μαΐου 17, 2010

t. s. eliot «burnt norton» : η μετάφραση {πάλι}

 

       

 

κουαρτέτο για γραφτή φωνή   
/ burnt norton

 

1.

 

 

Παρόν παρελθόν παρόντα ίσως στον μέλλοντα
Κι ο μέλλων να εμπεριέχεται στο παρελθόν
Αν όλοι οι χρόνοι είναι πάντοτε παρόντες
Όλος ο χρόνος είναι αιωνίως ανήλεος.
Ό,τι θα ήταν είναι μια αφαίρεση
Και παραμένει δυνατότητα εις τόν αιώνα
Σε έναν κόσμο μόνο που τόν σκέφτεσαι
Ό,τι θα ήταν, κι ό,τι ήταν
Τείνουν προς ένα τέλος, αιωνίως παρόν.

Ηχούν στη μνήμη βήματα που πέφτουνε
Κάτω σε έναν δρόμο που δεν πήραμε
Κι όλο προς μία πόρτα που δεν άνοιξε
Και βγάζει στις τριανταφυλλιές. Ηχούν τά λόγια μου
Και στο μυαλό σου με αυτόν τόν τρόπο.
                                                                      Όμως προς τί
Να ανακάτευα τή σκόνη μες στην κούπα με ξερά ροδόφυλλα;
Δεν έχω ιδέα.
                       Κι άλλα πράγματα αντηχούν
Και κατοικούν στον κήπο. Λες να πάμε;
 

Άντε και γρήγορα, είπε τό πουλί
Και να τούς βρεις, πήγαινε να τούς βρεις,
Κρύβονται στη γωνία. Από τόν πρώτο φράχτη,
πίσω. Μέσα στον πρώτο μας τόν κόσμο. Λες να πάμε;
Ν` αφήσουμε τήν κίχλη να μάς ξεγελάσει
Μέσα στον πρώτο κόσμο που είχαμε,
Ήταν εκεί, αξιοπρεπείς κι αόρατοι,
Κινούνται μα δεν βιάζονται, πατάνε φύλλα πεθαμένα,
Στη φθινοπωρινή τή ζέστη, και στου αέρα τόν σπασμό,
Κι έτσι μιλούσε τό πουλί, σαν ν` απαντούσε στην
Ανάκουστη τή μουσική που κρύβονταν στους θάμνους
Και η αχτίνα τού ματιού αόρατη έψαχνε για τριαντάφυλλα,
γιατί έχουν όψη λουλουδιών άξια να τά κοιτάξεις.
 

Ήταν εκεί σαν να `ταν ξένοι, να τούς δέχεσαι, να δέχονται,
Κι εμείς κινούμαστε, κι αυτοί,
κανονικός σχηματισμός,
Όλοι διασχίζουμε τόν άδειο χώρο, προς τόν κύκλο
που μέσ` σε κύβο λες έχει τ` αγκάθια
Να ρίξουμε και μια ματιά στην ξεραμένη τή λακκούβα τού νερού.
Να `ναι στεγνή η νερολακκούβα,
Να `ναι στεγνό και τό τσιμέντο,
Να `χει και χρώμα κει στις άκρες,
Και να `ν` γεμάτη η λακκούβα
με τό νερό απ` τό φως τού ήλιου
Και οι λωτοί να ανεβαίνουν,
ήσυχα, ήσυχα πολύ,
Κι η επιφάνεια να γυαλίζει
απ` τού φωτός τά φυλλοκάρδια
Κι εκείνοι πίσω μας να στέκουν
Και να τούς βλέπω στο νερό.
 

Ύστερα ένα σύννεφο ήρθε,
Και η λακκούβα είχε αδειάσει. Άντε, να φύγεις, είπε τό πουλί,
Τό δέντρο γέμισε παιδιά,
Που ξαναμμένα κρυφτό παίζουνε,
Κρύβουν τό γέλιο τους πολύ,
Άντε, φύγε, φύγε, είπε τό πουλί : οι ανθρώποι
δεν αντέχουν τήν αλήθεια για πολύ.
 

Μέλλον και παρελθόν και ό,τι θα `ταν
και ό,τι ήτανε στ` αλήθεια,
Τείνουν προς ένα τέλος μόνο
που είναι πανταχού παρόν.

 

 

 

{ : είναι μια μετάφρασή μου που είχα ανεβάσει (πειραματικά) στο άλλο σημειωματάριο, τό τεχνών· έκτοτε διαπίστωσα ότι έχει μονίμως θαυμαστές (ή θαυμάστριες) – δεν βγάζω φύλα από τήν κίνηση! – και, πάντως, μια περίεργη (και ευχάριστη – οφείλω να ομολογήσω) ζήτηση : πολλές φορές γκουγκλίζονται ολόκληροι στίχοι της, ίσως για να έρθει με σιγουριά η συγκεκριμμένη μετάφραση : έτσι σκέφτηκα να τήν ανεβάσω και στους κήπους  – πάντως μπορείτε να πάτε και στην αρχική δημοσίευση για περισσότερες πληροφορίες και περί τού ποιήματος και περί τού έλιοτ και, βέβαια, για τό αγγλικό πρωτότυπο – δεν θέλω να τά επαναλάβω εδώ και όλα – μια που τή μετάφραση τήν παραθέτω χωρίς καμιά αλλαγή από τό πρώτο εκείνο πείραμα τού περασμένου αύγουστου (ένας χρόνος σχεδόν…) }

αν πάτε όμως και στο μπαράκι με τίς μουσικές (και τά άλλα) κάτω δεξιά (τό vodpod δλδ στα widgets – στη 2η σελίδα) θα βρείτε και τήν πηγή τών ποιημάτων (πηγή ή έμπνευση ή έναυσμα, κατά τόν ίδιο τόν έλιοτ) : αποσπάσματα δηλαδή από τά τελευταία κουαρτέτα τού μπετόβεν – τήν πιο δύσκολη μουσική που έγραψε, και που δεν τήν άκουσε ποτέ – μόνο, φυσικά, μέσα του…

[εκτός από αυτήν τήν εξαιρετική εκτέλεση που θα τήν δείτε κατευθείαν από εδώ γιατί – κάποιος απαγόρεψε τή μεταφύτευση]

 

 

 

   

 

 

  

Μαΐου 6, 2010

lautréamont

 

 

     

 

      δεν μετράω τόν χρόνο με αριθμούς ο χρόνος μετράει για μένα με γεγονότα και με αισθήματα (άντε και με χώρους) και με ό,τι σκέψεις όλα αυτά μέ κάνουν να συγκροτώ ή να ψελλίζω κατά περιόδους – συνεπώς γι’ αυτό και δεν επικοινωνώ ποτέ μ’ αυτούς (κι αυτές) που πιστεύουν στον χρόνο τών αριθμών και προσαρμόζουν τήν συμπεριφορά τους, τή ζωή τους, τά αισθήματά τους και τή σκέψη τους καταλλήλως – ανάλογα με τό τί τούς μάθανε οι «μεγάλοι» ότι πρέπει να κάνουν να ντύνονται να λένε και να αισθάνονται σε κάθε ηλικία και κατά περιόδους – και δεν λέω μ’ όλ’ αυτά «να σκέφτονται» γιατί ουσιαστικά όταν υπακούς τόσο πολύ σ’ αυτά που πιστεύουν γύρω σου οι «μεγάλοι», ψιλοαισθάνεσαι μεν, δεν σκέφτεσαι όμως ποτέ. Η σκέψη απαιτεί ελευθερία απόλυτη, τρέλα σχεδόν, κι όταν υπακούς τίς κοινωνικές νόρμες, αποκλείεται να τήν έχεις – και τήν ελευθερία, και τήν τρέλα. Η «ηλικία» (πέρα από μια διαδικασία αντικειμενικής αύξησης τής μνήμης σου) είναι μια μορφή κοινωνικής επιταγής και βίας για να σέ συμμαζεύει στα παραδεδεγμένα : γιατί μπορεί να μην είναι επικίνδυνο να ’σαι τρελούτσικος στα δεκάξι σου, γίνεσαι αντιπαθέστατος όμως και κινδυνεύει και η όποια καριέρα σου, αλλά και η ζωή σου καμιά φορά, αν είσαι τό ίδιο τρελούτσικος ή και τρελάρας στη συνέχεια και συνέχεια. Ε, λοιπόν λατρεύω αυτούς που μπορεί να είναι τό ίδιο και χειρότερο τρελοί στη συνέχεια και συνέχεια : η ιστορία προχωράει μόνο απ’ αυτούς (επιπλέον σε προηγούμενα ποστ έδωσα κάποια παραδείγματα, και για τίς «τρέλες», και για τίς φριχτές βασανιστικές «πληρωμές» της) και οι αρχαίοι ημών πρόγονοι που μέσα στις αρλούμπες τους λέγανε και κάνα σωστό (καμιά φορά), κάτι ξέρανε όταν θεωρούσανε τήν τρέλα «ιερή» και τήν σεβόντουσαν μετά μεγάλου φόβου – εμείς «ξέρουμε άλλα» όμως, μόνο που δεν ξέρουμε δυστυχώς και καλύτερα. Άλλωστε, και λογικά να τό πάρεις, δεν μπορεί ποτέ να έχουμε αντικειμενικά τήν ίδια ηλικία όλοι, αν δεν έχουμε και τήν ίδια τρέλα : αν δεν σκεφτήκαμε ποτέ τό ίδιο, δεν αμφισβητήσαμε ποτέ τά ίδια, δεν κινδυνέψαμε ποτέ για τά ίδια δεν ερωτευτήκαμε ποτέ τά ίδια και δεν κλάψαμε ποτέ για τούς ίδιους και με τόν ίδιο τρόπο : γιατί λοιπόν θα αποκτήσουμε – με βάση ποια μαθηματική λογική εξάλλου ανύπαρκτη – τίς ίδιες ρυτίδες ; δεν κάναμε ποτέ τίς ίδιες γκριμάτσες…  λοιπόν : «οι αριθμοί ασχολούνται με τό μέγεθος, γι’ αυτό κι αξίζουν όλη μας τήν περιφρόνηση» που είπε και ο χέγκελ 

      και όμως σε προηγούμενη ανάρτηση – και με αφορμή τήν επέτειο τής τελευταίας – ελπίζω όντως – ελληνικής δικτατορίας, έβαλα μουσική τού ξενάκη που ήταν ο πρώτος – αλλά πιθανόν (και δεν τό ελπίζω ούτε τό φοβάμαι αυτό) όχι ο τελευταίος – που έβαλε τούς αριθμούς τόσο απόλυτα, αποφασιστικά και καθοριστικά στην μουσική του

      βέβαια εκείνος ασχολήθηκε με τίς πιθανότητες και όχι με τίς «βεβαιότητες», αλλά πάντως μ’ αριθμούς όπως και να τό κάνουμε νταραβερίστηκε : η τρέλα του όμως – αυτή που δεν τόν άφησε να «φτιάξει» τό πρόσωπό του – τόν έκανε να «φτιάξει» από τούς αριθμούς και τούς τυχαίους συνδυασμούς τους μουσική – και όχι κοινωνικές αναγκαιότητες, ούτε συμπεριφορές ανάλογες και επιτακτικές : έτσι μπορεί να μην μπορεί να τόν ακούμε και κάθε μέρα, αλλά, όσοι τόν αγαπάμε, τόν αγαπάμε για όλες τίς μέρες 

      και σήμερα, λοιπόν, παραπατάω αντιφάσκοντας εμφανώς εξίσου : με αριθμούς βάδισε και ο επόμενος, που η μουσική του αποτελούνταν – όμως αυτουνού – μόνο από λόγια :

 

 

  

 

 

ισίδωρος ντυκάς κόμης τού λωτρεαμόν/isidore ducasse, comte de lautréamont : 1846 – 1870

  

  

  

      για έναν κεραυνό (αγαπημένο παιδιάστικο και τρομερό) σήμερα λοιπόν ο λόγος : που η φωτιά του άρπαξε λες τήν ποίηση τή στριφογύρισε τρελά κι αόρατα απ’ τό μοντεβιδέο ώς τό παρίσι, και έκαψε και τόν ίδιο τόν δημιουργό του καταμεσίς στην προστιθέμενη φωτιά τής κομμούνας

      φωτεινός και αόρατος όσο έζησε, προσγειώθηκε ύστερα πάνω στα έκθαμβα κεφάλια τών απογόνων του 50 χρόνια (47 για τήν ακρίβεια…) μετά τόν θάνατό του, καθώς εκείνοι που θα ονόμαζαν με αυταρέσκεια τούς εαυτούς τους υπέρ-ρεαλιστές, απλώς ξεκίναγαν (κι εκείνος που θα ’βαζε στίχους του ως άρθρα τής δικής του συνταγματικής επαναστατικής (ακόμα θυμόμαστε τή λογική του τρέλα) συνθήκης, θα ’κανε άλλα δεκαπέντε χρόνια για να γεννηθεί και πενήντα για να γράψει…)

      συνυπήρξε με τόν ρεμπώ προπορεύτηκε ελαφρώς και δεν τόν συνάντησε ποτέ στους ίδιους δρόμους που βάδισαν και σκόνταψαν

      δεν ξεχώρισε για τήν αγάπη του στα μαθηματικά στο σχολείο, αυτός που θα υμνούσε τόσο τούς αριθμούς ώστε χαμένο σ’ ένα ράφι μαθηματικής βιβλιοθήκης μόνο, να βρεθεί τά 50 εκείνα χρόνια μετά, εκείνο τό μοναδικό του βιβλίο…

      δεν ονόμασε τόν εαυτό του παρά (σεμνά) μόνο Κόμητα, δεν ονόμασε τήν δουλειά του παρά (με ολιγάρκεια) μόνο, Ποίηση : και Τραγούδια. Ποίηση Ι, Ποίηση ΙΙ, και : Τά Τραγούδια τού Μαλντορόρ

      στα 24 χρόνια που έζησε δεν πρόλαβε να δει τυπωμένο παρά μόνο τό πρώτο από τά τρία αυτά μεγέθη

      μια φράση του μόνο έφτασε για να γίνει σήμα κατατεθέν για μια ολόκληρη μορφή σκέψης – και όρασης : «είναι ωραίος σαν τήν τυχαία συνάντηση πάνω σ’ ένα τραπέζι ανατομίας, μιας ραπτομηχανής και μιας ομπρέλας».

      και για χρόνια δεν ξέραμε τό πρόσωπό του (κυκλοφορούσανε μόνο φανταστικά του σχέδια – όπως ώς σήμερα από τό κεφάλι ας πούμε τού Κάλβου) – τώρα νομίζουμε ότι τό ξέρουμε (ίσως και να τό μάθαμε τελικά πράγματι)…

      και νά δύο κομμάτια από μια μετάφρασή του στα ελληνικά που είχα βρει σ’ ένα μικρό βιβλιοπωλειάκι όταν ήμουνα μικρή (ανώριμη κι ανήλικη αλλά πολύ πιο ώριμη δυστυχώς απ’ ό,τι  αντικειμενικά είμαι σήμερα) – στο σχολείο : άλλη φορά θα σάς βάλω ίσως περισσότερα κι άλλα : (αλλάζω ως συνήθως μερικές λέξεις στις μεταφράσεις, όταν τίς αντιγράφω)

  

        

  

  

στην τάλι που τής τά είχα, από καιρό, υποσχεθεί

 

 

από τό Τραγούδι ΙΙ :

      Αριθμητική! Άλγεβρα! Γεωμετρία! μεγαλειώδης τριάδα, τρίγωνο φωτός!

      Μού φανερωθήκατε στα παιδικά μου χρόνια μια νύχτα τού μαΐου κάτω από τό φως τής σελήνης σ’ έναν λειμώνα καταπράσινο // κάνατε λίγα βήματα προς τό μέρος μου τυλιγμένες στο μακρύ φόρεμά σας που κυμάτιζε στην αχλύ και μέ τραβήξατε πάνω στ’ αγέρωχα βυζιά σας σαν παιδί δικό σας, ευλογημένο // Από τότε, ποτέ θεές μου που αντιμάχεστε, εγώ δεν θα σάς εγκατέλειπα. Από τήν εποχή αυτή, τί σχέδια ενεργητικά, πόση συμπάθεια που νόμιζα ότι τήν είχα πια χαράξει ανεξίτηλα επάνω στις σελίδες τής καρδιάς μου σαν να ‘τανε γραμμένη σε επιτύμβιο από μάρμαρο, δεν έσβησαν σιγά, και πόσο σιγανά δεν τίς κατάργησε η απογοητευμένη λογική μου. Οι διαμορφωμένες σας γραμμές σβήνουν σαν τήν καινούργια αυγή που ανατέλλει όλες εκείνες τίς σκιές τής νύχτας.  Από αυτήν τήν εποχή αντίκρυσα τόν θάνατο που πρόθεσή του διά γυμνού οφθαλμού ορώμενη είναι να επανδρώνει τάφους, να αλώνει τά πεδία τών μαχών, να τρέφεται με αίμα ανθρώπινο και να βοηθάει τ’ άνθη τού πρωινού να ξεφυτρώσουν πάνω σε κόκκαλα μακάβρια // Από αυτήν τήν εποχή ήμουν παρών σε κάθε επανάσταση τής υδρογείου μας· οι σεισμοί και η καυτή λάβα τών ηφαιστείων, τής ερήμου οι ανεμοθύελλες και τά ναυάγια στην καταιγίδα είχανε θεατή τήν παρουσία μου, απαθή // Από αυτήν τήν εποχή είδα ανθρώπινες γενιές ατέλειωτες κάθε πρωί να υψώνουνε φτερά και μάτια προς τό διάστημα μ’ όλη τήν απειρία τού εντόμου που χαιρετάει τήν τελευταία του μεταμόρφωση ώς να πεθάνει πριν τή δύση //

      Μα εσείς, εσείς μένετε πάντα οι ίδιες.

      Καμιά αλλαγή ούτε αέρας δεν αγγίζει τά βράχια τά απότομα και τίς απέραντες κοιλάδες τής ταυτότητάς σας // Τό πέρας τών αιώνων θ’ αντικρύσει όρθιους ακόμη επάνω στα ερείπια τού χρόνου τούς καβαλιστικούς σας αριθμούς, τίς εξισώσεις τίς λακωνικές, και τίς ολόγλυφες γραμμές σας αραγμένες στη εκδικητική δεξιά τού Παντοδύναμου τήν ώρα που τ’ αστέρια θα βυθίζονται απελπισμένα και σαν σίφουνες, προς τήν αιωνιότητα μιας νύχτας τρομερής και παγκόσμιας· όταν τό γένος τών ανθρώπων θα λογαριάζει μ’ έναν μορφασμό ποιοί οι λογαριασμοί του για τήν Παρουσία τήν δεύτερη και τελευταία.

      Ευχαριστώ για τίς άπειρες υπηρεσίες που μού προσφέρατε // Δίχως εσάς στην πάλη μου ενάντια στον άνθρωπο θα είχα ίσως νικηθεί // Μού χαρίσατε εκείνην τήν ψυχρότητα  τών θείων συλλήψεων που είναι απαλλαγμένη από τά πάθη… // Τίς χρησιμοποίησα για να εξοντώσω τίς ολέθριες πανουργίες τού θανάσιμου εχθρού μου, για να τού αντεπιτεθώ επιδέξια και να καρφώσω στα σπλάχνα τού ανθρώπου τό κοφτερό μαχαίρι που θα μείνει για πάντα βυθισμένο στο σώμα του· γιατί απ’ αυτήν τήν πληγή δεν θα συνέλθη.

      Μού δώσατε τή λογική, τήν πεμπτουσία τών σοφών σας διδαγμάτων· και με εκείνους τούς συλλογισμούς ο πολύπλοκος λαβύρινθος κατανοήθηκε κι ένιωσε η σκέψη μου να διπλασιάζονται οι τολμηρές της δυνάμεις.

      Μ’ αυτές τίς τρομερές βοήθειες ανακάλυψα στην ανθρωπότητα, καθώς βυθίστηκα στα βάθη κι έφτασα ώς τούς ύφαλους τού μίσους, τήν κακία μαύρη κι απαίσια να σαπίζει και να ομφαλοσκοπεί περιβλημένη τά φθοροποιά της μιάσματα // δανείστηκα τό όπλο σας τό βουτηγμένο στο δηλητήριο κι αποκαθήλωσα από τό βάθρο που τού έχτισε η ανθρώπινη ανανδρία τόν ίδιο τόν δημιουργό. Έτριξε τά δόντια…

      Ω άγια μαθηματικά, ας ήτανε με τήν αιώνια συναναστροφή σας να γινόταν να παρηγορήσετε τίς μέρες που μού απομένουν από τήν κακία τού ανθρώπου και από τήν αδικία τού Μεγάλου Παντός…

 

από τό Τραγούδι VI :

      Τό ρολόι τού χρηματιστηρίου χτύπησε οχτώ η ώρα : δεν είναι αργά // Οι περιπατηταί βιάζουνε τό βήμα και αποσύρονται σκεφτικοί στα σπίτια τους. Μια γυναίκα λιποθυμάει και πέφτει στην άσφαλτο. Κανείς δεν τήν σηκώνει // η οδός Βιβιέν βρίσκεται ξαφνικά παγωμένη από ένα είδος απολίθωσης // πού πήγανε τά ράμφη τού αεριόφωτος ; // Μια κουκουβάγια πετώντας σε ευθεία γραμμή και με τό ένα πόδι της σπασμένο περνάει // φωνάζοντας : «Ένα δυστύχημα ετοιμάζεται». Τό λοιπόν είναι σ’ αυτό τό μέρος που η πένα μου (η αληθινή μου φίλη που μού χρησιμεύει για εκφωνητής) έκανε πράγματα μυστήρια… Αν παρατηρήσετε από τό μέρος που η οδός Κολμπέρ εισέρχεται στην οδό Βιβιέν, θα δείτε στη γωνία που σχηματίζουνε οι δύο αυτοί δρόμοι ένα άτομο να επιδεικνύει τή σιλουέτα του και να στρέφεται ανάλαφρα προς τή λεωφόρο. Όμως αν πλησιάσει κανείς περισσότερο, κι ώς τό σημείο που δεν θα επισύρει τήν προσοχή τού διαβάτη αυτού, θα διαπιστώσει με έκπληξη ευχάριστη πως είναι νέος! Από μακριά στην πραγματικότητα θα τόν έπαιρναν για άνθρωπο μεγάλο. Τό ποσό τών ημερών δεν λογαριάζεται πια όταν πρόκειται να εκτιμήσουμε τή λογοτεχνική αξία μιας σοβαρής μορφής. Ξέρω να διαβάζω τήν ηλικία στις φυσιογνωμικές γραμμές τού μετώπου : Είναι δεκάξι χρόνων και τεσσάρων μηνών. Είναι ωραίος όπως η συστολή τού αρπαχτικού όρνεου ή ακόμα σαν τήν αβεβαιότητα εκείνων τών κινήσεων στα μαλακά μέρη τής πίσω εγκεφαλικής περιφέρειας, ή μάλλον σαν παγίδα αιώνια για ποντίκια // και προπαντός σαν τήν τυχαία συνάντηση επάνω σ’ ανατομικό τραπέζι μιας ραπτομηχανής και μιας ομπρέλας.

 

μετάφραση : σταύρου καρακάση / ανθολογία γαλλικής ποιητικής πρόζας 1753 – 1929 / επιμέλεια : ιάσων δεπούντης (δίφρος 1967) / 

 

 

 

  

  

(χρήσιμοι νομίζω) σύνδεσμοι :

ένα συνοπτικό χρονολόγιο (στα γαλλικά) / μια βιογραφία από τήν wiki / μια άλλη βιογραφία / από τό γαλλικό σάιτ αθηνά όλα τά τραγούδια τού μαλντορόρ / μια αγγλική μετάφραση αποσπασμάτων από 3 τραγούδια τού μαλντορόρ / μερικά «αποφθέγματα» (όχι και οι καλύτερες επιλογές) στα αγγλικά / κατάλογος βιβλίων με μεταφρασμένα στα ελληνικά κείμενά του / βιβλία σχετικά με τόν λωτρεαμόν (βιβλιογραφία) (από τό πανεπιστήμιο τού τορόντο) / ένα μικρό βιβλίο σε pdf (από τό πανεπιστήμιο τού δουβλίνου) για τή σχέση τού λωτρεαμόν με τόν σουρεαλισμό

τό γαλλικό του site, η σελίδα του στο facebook, η σελίδα του στο myspace, τό site sur•real με πολλές φωτογραφίες και βιογραφικά

ένα blog με πληροφορίες και φωτογραφίες για τήν ανακάλυψη τού λωτρεαμόν από τόν σουπώ, τήν ανακάλυψη τής φωτογραφίας του, και άλλα / σχετικά με τήν νέα έκδοση τών απάντων τού λωτρεαμόν από τίς εκδόσεις γκαλιμάρ

και : η διαδικτυακή σελίδα τών σιτουασιονιστών, η σελίδα τού αντρέ μπρετόν, και η σελίδα τού νεοϋορκέζικου σεξτέτου lautréamont concerts 

(update αυγούστου 2010 : ) δέστε κι αυτό τό άρθρο από τό λογοτεχνικό παράρτημα τών τάϊμς (tls)

 

 

                          

 

(περιληπτικά) για τήν ανακάλυψη τού λωτρεαμόν από τούς σουρρεαλιστές, και κάποια ακόμα (χάρη στη wiki) : 

1917 : ο philippe soupault  από τό στρατιωτικό νοσοκομείο που νοσηλευότανε βρίσκει σε μια έξοδό του προς τό μικρό παρισινό βιβλιοπωλειάκι εκεί κοντά ένα αντίτυπο τών Τραγουδιών τού Μαλντορόρ πάνω στο ράφι με τά βιβλία τών μαθηματικών, και γράφει στις «αναμνήσεις» του : «άρχισα να διαβάζω κάτω απ’ τό φως τού μοναδικού κεριού που μού επιτρεπόταν να έχω τίς νύχτες, κι ήταν σαν ν’ άστραψε φως… Μόλις ξημέρωσε πήρα πάλι να διαβάσω τά Τραγούδια γιατί νόμιζα ότι τά είχα ονειρευτεί… Τήν επομένη που ήρθε να μ’ επισκεφτεί ο andré breton τού ’δωσα τό βιβλίο και τού ’πα να τό διαβάσει – μού τό ’φερε τήν άλλη μέρα κι ήταν τό ίδιο ενθουσιασμένος με μένα»

έτσι ανακαλύφτηκε ο λωτρεαμόν και εισήλθε στο υπερρεαλιστικό πάνθεον ως ένας από τούς καταραμένους (poètes maudits) μαζί με τόν μπωντλέρ και τόν ρεμπώ – ο αντρέ ζιντ τόν θεωρούσε μάλιστα ακόμα σημαντικότερο πρόγονό τους κι από τόν ρεμπώ, και τόν ονόμασε «είσοδο στη λογοτεχνία τού μέλλοντος» : δήλωσε επίσης ότι χρωστάνε χάρη στον μπρετόν και τόν σουπώ που «κατάλαβαν αμέσως τήν λογοτεχνική και υπέρ-λογοτεχνική σημασία τού εκπληκτικού λωτρεαμόν»

τόν απρίλιο και τόν μάιο τού 1919 ο μπρετόν και ο αραγκόν, που είχαν ψάξει στο μεταξύ κι είχαν βρει τά δύο μοναδικά αντίτυπα από τά «Ποιήματα Ι και ΙΙ» τού λωτρεαμόν στην εθνική βιβλιοθήκη τής γαλλίας, τά δημοσιεύουν σε δύο συνεχόμενα τεύχη τού περιοδικού τους «λογοτεχνία» («literature») και τό 1925 βγαίνει μια ειδική έκδοση τού υπερρεαλιστικού περιοδικού «le disque vert» αφιερωμένη στον λωτρεαμόν με τόν τίτλο «le cas lautréamont» (η περίπτωση λωτρεαμόν)

τό 1938 εκδόθηκαν και τά πρώτα «άπαντα» τού λωτρεαμόν με τήν φροντίδα τού αντρέ μπρετόν που έκανε και τήν εισαγωγή : στην εικονογράφηση εκείνου τού βιβλίου πήρανε μέρος πολλοί υπερρεαλιστές και τό εξώφυλλο ήτανε τού tanguy  – μεταξύ τών άλλων έδωσαν εικαστικά τους οι magritte, echaurren, max ernst, andré masson, joan miro, και man ray

τό 1940 ο μπρετόν τόν συμπεριέλαβε στην ανθολογία του «τού μαύρου χιούμορ»

τό 1920 ο αμερικανός ζωγράφος man ray έφτιαξε ένα αντικείμενο που τό ονόμασε «τό αίνιγμα τού ισίδωρου ντυκάς» (l’ enigme d’ isidore ducasse) εμπνευσμένο από τήν περιγραφή τού 6ου Τραγουδιού : «ήταν ωραίος σαν τήν τυχαία συνάντηση πάνω σ’ ένα ανατομικό τραπέζι μιας ραπτομηχανής και μιας ομπρέλας» (στο τέλος τής ανάρτησης υπάρχουν τρία τέτοια αντικείμενα με τόν τίτλο : μαν ραίυ, αντικείμενο 1920 – 1971 : ομπρέλα και γραφομηχανή πακεταρισμένες, φόρος τιμής στον Λωτρεαμόν / από εδώ)

τά τραγούδια τού μαλντορόρ αποτέλεσαν πηγή έμπνευσης για πάρα πολλούς ζωγράφους έκτοτε, κι ο amedeo modigliani είχε πάντα λέγεται στην τσέπη του ένα αντίτυπο τού βιβλίου, τού άρεσε δε να διαβάζει φωναχτά αποσπάσματα από κει στους περίπατους που έκανε στο μονπαρνάς

ο félix vallotton και ο dalí ζωγράφισαν φανταστικά πορτραίτα τού λωτρεαμόν καθώς δεν υπήρχε καμιά φωτογραφία του (στην γαλλική έκδοση τών ποιημάτων του που έχω εγώ και η οποία είναι τού 2003 για παράδειγμα, υπάρχει μόνο τό φανταστικό του πορτραίτο : )

  (σήμερα υπάρχει όμως πια και η «ιστορία τής ανακάλυψης τού προσώπου» τού λωτρεαμόν, η οποία έγινε, όπως γίνονται όλες σχεδόν οι μεγάλες ανακαλύψεις, από ερασιτέχνη :  ο jean–jacques lefrère, τόν οποίο οι γάλλοι απ’ τήν τρελή τους πλέον χαρά που τούς «χάρισε» ένα (πιθανότατο) πρόσωπο για τόν λωτρεαμόν τόν ονομάζουνε ευθαρσώς «χρυσοθήρα» είναι γιατρός – αλλά πριν αρχίσει να ψάχνει για τόν λωτρεαμόν είχε κάνει έρευνα και για μια βιογραφία τού ρεμπώ χιλίων (και παραπάνω) σελίδων – : ίσως ξανα-ασχοληθώ με τήν ιστορία του, μολονότι δεν είμαι και ο καταλληλότερος άνθρωπος για να χώνεται και να  ψάχνει σε γαλλικές εφημερίδες…)

προς τό τέλος τής ταινίας τού jean-luc godard «week end» τού 1967, ακούγεται ένα κομμάτι από τά Τραγούδια τού Μαλντορόρ (δυστυχώς δεν υπάρχει τό απόσπασμα αυτό στο youtube, ή εγώ δεν μπόρεσα να τό βρω – αντ’ αυτού πάντως βρήκα και βάζω άλλα βιντεάκια : παρακάτω)

ο guy debord πήρε ένα ολόκληρο κομμάτι από τήν «Ποίηση ΙΙ» και τό έβαλε ως «θέση 207» στην Κοινωνία τού Θεάματος

η νεοϋορκέζα περφόρμερ shishaldin, επωφελούμενη από ένα παραθυράκι τού γαλλικού αστικού κώδικα, ζήτησε από τήν γαλλική κυβέρνηση να τής επιτρέψει να παντρευτεί τόν ποιητή μετά θάνατον

  

 

 

υπέρ–ρεαλιστικό υστερόγραφο : όσοι (φίλοι) συχνάζουνε στους κήπους ξέρουνε (λέω, θα όφειλαν…) πως τούτοι εδώ οι κάκτοι κάνουνε μέρες για να (μετα)φυτευτούν από τό χαρτί στον αέρα… Η ανάρτηση τού συγκεκριμένου ονείρου ετοιμαζότανε μέρες λοιπόν… Και θα ήταν (για τά στενά έστω μέτρα αυτών τών κάκτων) υποκρισία να ανασταλούν ενόψει τών θανάτων που μεσολάβησαν σήμερα, μέσα σε θυμούς εξόχως ρεαλιστικούς, και ταραχές εγκυμονούσες… Ας πω ένα μόνο : ξεκίνησα εκθέτοντας τά προσωπικά μου μέτρα για τό πώς δεν μετράω τόν χρόνο, ας τελειώσω διευκρινίζοντας ότι αυτός ο ίδιος χρόνος δεν είναι μαθηματικά τόσο ξεκάθαρος κι αντικειμενικά διαυγής όσο θα ήθελε ίσως ο λωτρεαμόν (αν έχουμε αντιληφθεί κιόλας καλά, τί τάχα ήθελε) : μόνο και μόνο επειδή οι νεκροί δεν είναι τρείς – ή τέσσερις, μαζί με τό παιδί που θα γεννιότανε – : είναι πολλοί που καταντούν αμέτρητοι : είναι οι νεκροί που άδοξα πέφτουν στα διυλιστήρια τίς αποθήκες τά γραφεία τά χωράφια τά μαγαζιά τά εργοστάσια τά σκλαβοπάζαρα κάθε μορφής, είναι οι νεκροί που θαύουνε τόν χρόνο τους όλη τή μέρα σε μία δουλειά που εκτείνει αέναα τόν φυσικό χρόνο αυτών που επωφελούνται… Πέρα από τούς νεκρούς ή επιζώντες από σφαίρες βιτριόλια ή παλουκώματα, και τών οποίων έστω κάποτε μαθαίνουμε τά ονόματα, είναι οι νεκροί τής πουλημένης εργασίας και τού πουλημένου στην δουλεία αυτή σώματος – τής πουλημένης στο χάρτινο κι αέρινο χρήμα ζωής – Αυτοί για τούς οποίους η Ποίηση θα είναι πάντα μια υδρόγειος αόρατη γιατί δεν προλαβαίνουνε μέσα στη μαύρη μέρα τής μεγάλης αδικίας και τού μεγάλου Παντός… : Εγώ αν ξανακούσω τόν λωτρεαμόν και σήμερα, αυτό μού λέει : Ένα δυστύχημα ετοιμάζεται… και μια παγίδα για ποντίκια, μία τυχαία προδιαγεγραμμένη που ίσως να μάς μετατρέψει και σε ωραίους, μάλιστα ίσως τελικά ωραία – συνάντηση.

 

 

 

 

     

 

 

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: