σημειωματαριο κηπων

Φεβρουαρίου 28, 2010

η Έλλη Παππά θα υπόγραφε; (και θα τής ζητούσε άραγε η «Άγρα» να υπογράψει;)

 

           

 

   διαστροφικοί συνειρμοί : η χιλή και ο σεισμός της  μού φέρνουν πάλι στο μυαλό τό έξοχο κείμενο  «ο σεισμός στη χιλή» τού heinrich von kleist, και τό έξοχο κείμενο μού φέρνει πάλι στο μυαλό τόν καλόν έλληνα εκδότη που έχει εκδόσει όχι μόνο αυτό αλλά και άλλα κείμενα τού κλάïστ, και μ’ όλο αυτό ξανακυλάω στα επικαιρικά, μολονότι, ύστερα από τό μόλις χτες αναρτηθέν, έλεγα να ησυχάσω….

   Δεν θα πω πολλά όμως τώρα… Κατά σύμπτωση έχουμε κάνει σε χρόνο ανύποπτο κουβέντα για τίς εκδόσεις «άγρα» στο άλλο σημειωματάριο με τήν ευκαιρία κείνης τής ανάρτησης για τό κείμενο τού άρμπουθνοτ που από τήν «άγρα» εκδόθηκε ως κείμενο τού σουΐφτ, και είχαμε δικαιολογήσει τότε τόν εκδότη με διάφορους τρόπους, αν και η ελαφρά λαθροχειρία στο εξώφυλλο παρέμενε, με τήν υποψία να τήν βαραίνει πως έγινε για οικονομικούς λόγους – ο άρμπουθνοτ είναι άγνωστος, ο σουΐφτ γνωστός… στις μέσα σελίδες αποκαταστάθηκε τέλος πάντων η αλήθεια –

   Δεν θα πω πολλά γιατί δυσκολεύομαι με διάφορους τρόπους. Υπέρ τής εργοδοσίας (τού εκδότη Σταύρου Πετσόπουλου) στο ζήτημα τής απόλυσης τού Ντίνου Παλαιστίδη, εργαζόμενου στο βιβλιοπωλείο και τίς εκδόσεις τής «Άγρας» υπογράφουν και πρόσωπα που εκτιμώ… υπάρχουν και φίλοι εκειμέσα… Και δεν θέλω (αυτός είναι ίσως κι ο σπουδαιότερος λόγος) να μιλήσω τώρα, πατώντας πάνω στην δυστυχή επικαιρότητα ενός ανθρώπου που χάνει τή δουλειά του, για τά δικά μου που τά ‘χω εκθέσει άλλωστε κιόλας από τήν πλευρά μου επαρκώς νομίζω εδώ και εδώ .

   Εγώ αν τό σκέφτομαι τώρα τό θέμα (και ο σεισμός ήταν βεβαίως μια πρόφαση, όσο και εάν σαν άλλος σεισμός λειτούργησαν επίσης μερικά πράγματα για μένα σ’ αυτήν τήν ιστορία) δεν είναι για να σάς πω να υπογράψετε κι εσείς (υπέρ τού εργαζόμενου όμως!) εδώ – άλλωστε μπορεί να τό ‘χετε ήδη κάνει –, ούτε για να σάς επισημάνω τό σάïτ που λειτουργεί από μέρες και έχει και μερικά πολύ ενδιαφέροντα κείμενα, όπως αυτό τού Φώτη Τερζάκη που πιάνει τό θέμα (μακιαβελικώς) από τήν καθαρά φιλοσοφική του πλευρά (η δουλειά του!) ή εκείνο τού Θανάση Τριαρίδη που τά λέει περίφημα (αν και μιλάει λίγο παραπάνω για τόν εαυτό του απ’ ό,τι (εγώ) θα ήθελα – αλλά είμαι και η τελευταία που δεν θα καταλάβαινα τά προβλήματα τών ανθρώπων στην χώρα αυτή που έχουν προβλήματα γενικότερα σαν διανοούμενοι, και ειδικότερα σαν γραφιάδες – και θέλουν να τά πουν) – διαβάστε τους πάντως αν δεν τό κάνατε ώς τώρα, και τά δύο κείμενα είναι εξαίρετα και προσωπικά προσυπογράφω κάθε τους λέξη με τήν ίδια όρεξη που υπόγραψα και τίς (2) «διαμαρτυρίες» – : Αν τό θέτω τώρα λοιπόν τό θέμα δεν είναι τόσο γιατί μέ έβαλε σε σκέψεις η λογοκρισία από τήν Αυγή (μήπως δεν τά λέγαμε στο παρακάτω για τήν αριστερά μας – και σίγουρα είναι παρήγορο εδώ τό ότι υπήρξαν άνθρωποι από τήν εφημερίδα που διαφώνησαν με τήν λογοκρισία), όσο τό γεγονός ότι χρειάστηκε ακριβώς να δηλώσουμε, όσοι εκνευριστήκαμε με τήν απόλυση, τήν συμπαράστασή μας στον απολυμένο άνθρωπο 2 φορές :

   Εντάξει, είναι σαφές ότι ο εκδότης κάλεσε τούς συγγραφείς που εκδίδει ή όσους φίλους έχει, να τού «συμπαρασταθούν»… Αναρωτιέμαι όμως, εν πάση περιπτώσει, ώς πού είναι τέλος πάντων κανείς φίλος τών φίλων του, και συγγραφέας τών εκδοτών του… Απ’ όλα δηλαδή από πάνω, κι από τίς ιδέες μας κι από τά έργα μας κι από τίς (ας πούμε) αρχές μας, περνάει τό τεθωρακισμένο τής φιλίας μας και τά στρώνει – ή μια υπογραφή δεν κοστίζει τίποτα, και δεν λέει και πολλά ; Και πότε λέει δηλαδή αν λέει ;

   Κι έχω και τήν απορία – επίσης – τού τίτλου ακριβώς που έβαλα στην αναρτησούλα σήμερα (υποκορισμός δίκαιος, διότι σάς έχω συνηθίσει τόσο σε σεντόνια…)

   Δεν ξέρω δηλαδή, αναρωτιέμαι… Λίγο πριν πεθάνει η Έλλη Παππά είχε τήν ικανοποίηση να δει τά έργα της να εκδίδονται σ’ έναν από τούς καλύτερους και αισθητικότερους και εγκυρότερους έλληνες εκδότες : και είμαι σίγουρη πως η σπουδαία γυναίκα χάρηκε τότε, όπως είμαι εξίσου σίγουρη πως και ο Πετσόπουλος δεν εξέδωσε τότε τά βιβλία από υστεροβουλία και κερδοσκοπικό ενδιαφέρον και επειδή η παλιά συντρόφισσα τού Νίκου Μπελογιάννη ήταν πια (αφού είχαν περάσει προ πολλού και οι θάνατοι και οι κίνδυνοι και ο πόνος) ένα πρόσωπο αγαπητό σε πολλούς και σχετικά διάσημο, αλλά πάνω απ’ όλα (ότι τά εξέδωσε) ως διανοούμενος, γιατί συμφωνούσε δηλαδή με τό ήθος τους.

   Θα τής ζητούσε άραγε σήμερα κι εκείνης να υπογράψει;

   Και δεν θα μάθουμε ποτέ τί θα τού έλεγε εκείνη σήμερα (μπορούμε αν θέλουμε απλώς και μόνο να τό φανταστούμε).

   Ο γιος τού Νίκου Πλουμπίδη πάντως (ο ψυχίατρος Δημήτρης Πλουμπίδης – που όπως έχει πει τήν θεωρούσε κάτι σαν μητέρα του – και ο οποίος μαζί με τόν Παντελή Μπουκάλα παρουσίασαν μαζί κάποτε ένα βιβλίο της) απ’ ό,τι είδα δεν υπόγραψε… Δεν τόν βρήκανε, ή απαντάει εκείνος εμμέσως στη ερώτηση ;

    

   { Διαβάστε επίσης : τό Σχόλιο τού  Γιώργου Μίχου και τό κείμενο τού Ιού . }

   { και : update από τή σελίδα «απόλυση Άγρα» ( προτείνω καθημερινές επισκέψεις στη σελίδα για τά νεότερα, αλλά αυτό εδώ τών «σουρεαλιστών» τό βρήκα να ‘χει και χιούμορ – πικρό και θυμωμένο έστω μεν – αλλά φευ δικαιολογημένο) } 

 

   Αυτά. Και, α, στην παρουσίαση τού βιβλίου της οι εκδόσεις «άγρα», εδώ στη σελίδα τους στο δίκτυο, περιλαμβάνουν και δικό της κείμενο με τή φράση : «Στο ψυχορράγημά του ο εικοστός αιώνας φύλαγε μόνο ένα σαρδόνιο γέλιο». Ο αιώνας  μπορεί να άλλαξε αλλά για τά υπόλοιπα είναι (πολύ) κρίμα που κανείς δεν ξέρει –

  

 

 

                                     

 

 

 

 

 

 

 

Advertisements

Φεβρουαρίου 27, 2010

νεο-πουριτανισμοί, νεο-φασισμοί, νεο-σφετερισμοί – και η μεταμοντέρνα αθωότητα τού λά.ο.σ.

              

   Επειδή δεν πιστεύω πως είναι ακίνδυνες οι κουτοπόνηρες μπουρδολογίες τών ακροδεξιών και εδώ και αλλού (άλλωστε με «κοινά αποδεκτές» κοινοτυπίες – τό -τυ με ύψιλον για να έχει σχέση και με τίς εφημερίδες – σε κοινοτυπίες δηλαδή τής «απλής λογικής», τού «καλού μέσου άνθρωπου», βασίζεται πάντα η ιδεολογία τής καταπίεσης και τής κυριαρχίας),

   και με αφορμή ένα αφιέρωμα στο προτελευταίο (νομίζω) τεύχος (αριθμός 1827) τού περιοδικού Νέα Εστία όπου βρήκα μαζεμένες και δηλώσεις για τά γεγονότα τού περσινού δεκέμβρη *,

   λέω να πω τά εξής  χωρίς μεγάλη άνεση :

   1. usurper (=σφετεριστής) : μ’ αυτήν τήν λέξη τελειώνει τό πρώτο μέρος τού πρώτου κεφάλαιου τού «Οδυσσέα» τού james joyce – τό μόνο, σ’ ολόκληρο αυτό τό, τεράστιο, έργο που συνδέει τό (προηγηθέν) «Πορτραίτο τού Καλλιτέχνη» με τόν (ώριμο) Ulysses, καθώς συνεχίζει για λίγο ακόμη τήν υπόγεια ερωτική σχέση τού Stephen Dedalus με τόν Cranly…

   Από κει κι ύστερα, εισέρχεται για τά καλά ο κύριος Bloom, και μεταφερόμαστε αλλού…

   Γιατί είναι όμως τόσο ξεκάθαρα απεχθής γλοιώδης και αξιολύπητος ο ρόλος τού σφετεριστή ; Σίγουρα η ιδιοκτησία, ακόμα και ιδεών,  δεν είναι κάτι τό οποίο αξίζει να υπερασπιστεί – ή και να σέβεται – κανείς. Οι ιδέες είναι για να κυκλοφορούνε (απ’ αυτούς που τίς αγαπάνε). (Σφετερίζεται κανείς, όμως, έργα : τά οποία ούτε αγαπάει, ούτε καταλαβαίνει, και κατά βάθος τά μισεί καθώς τά ζηλεύει.)

   Ο σφετεριστής πιστεύω δηλαδή ότι δεν πλασάρει, για δικές του, ιδέες άλλων από έρωτα προς αυτές ούτε για να τίς αναπτύξει περαιτέρω… Μού δίνει αντίθετα τήν εντύπωση ανθρώπου που, πάσχοντας από εγγενείς ανασφάλειες, κυριαρχείται από ένα τόσο έντονο σύμπλεγμα κατωτερότητας ώστε πρέπει αφελώς (και αδέξια – για όσους έχουν καλή όραση) να τό μετατρέψει σε σύμπλεγμα ανωτερότητας για να επιζήσει : διότι ο σφετεριστής πάσχει ουσιαστικά από τήν μανία τής εξουσίας – χρησιμοποιεί τίς ιδέες προς όφελος τής (ελαττωματικής) ψυχολογίας του αδιαφορώντας για τά ελαττώματα (ή τά προτερήματα) τών ίδιων τών ιδεών…

   Ας αφήσω λοιπόν κατά μέρος τόν Buck Mulligan (ή χαϊδευτικά Cranly) για τόν οποίο η λέξη usurper ειπωμένη από τόν Stephen ηχεί σταθερά μέσα στα πλαίσια τής (ακόμα) εφηβικής και θυμωμένης σχέσης τους σαν ερωτική σχεδόν υπερβολή, κι ας πάμε στα «πολιτικότερα» :

   2. Μία αποενοχοποιημένη και θρασεία, επιθετική μάλιστα, πολιτική σφετερισμού ιδεών είναι χαρακτηριστικό κατά τή γνώμη μου κάθε κουτοπόνηρου που επιθυμεί διακαώς λοιπόν να έχει «ιδέες» ενώ τό μόνο που έχει είναι απωθημένα προς απόκρυψιν… Μπορούμε δηλαδή να δούμε καθαρά πως στο βάθος τής ψυχολογίας κάθε (για να μιλήσουμε γενικά : ) φασίστα, δεν ενεδρεύει μόνο μια ανασφάλεια, ως προς τήν ποταπότητα τών «ιδεών» του, αλλά και μια μνησικακία ως προς τούς αντιπάλους του οι οποίοι μπορούν να έχουν απόψεις «αυθεντικότερες τών δικών του».
Έτσι, κάνοντας ένα – επιτρεπόμενο, ως συνήθως στην «πολιτική» – λογικό άλμα, μπορούμε να πούμε ότι : Ο σφετερισμός απ’ τή μεριά τών ναζιστών στην γερμανία τής λέξης σοσιαλισμός («εθνικο-σοσιαλιστές») δεν απέχει και πολύ από τόν σφετερισμό εκ μέρους τής ελληνικής ακροδεξιάς τής λέξης λαός (καθότι : λά.ο.σ. = «λαός» αν διαβαστεί με κεφαλαία, και τονιστεί αλλιώς) (=πράγμα στο οποίο επιμένουν, μετά καθόλου αθώας μανίας, ιδρυτής και μέλη τού κόμματος).

   Η εκτίμηση δηλαδή – και ο φόβος – που είχαν προς τόν σοσιαλισμό οι χιτλερικοί συναντά κατά τή γνώμη μου αβίαστα τήν εκτίμηση και τόν φόβο  τών μελών τού λά.ο.σ. προς τήν ίδια την έννοια τού λαού.

   Σαφώς, και στη μία και στην άλλη περίπτωση, υπάρχει μια εξαρχής κακοήθης πρόθεση να «μπερδέψουν» ένα μέρος τού ήδη μπερδεμένου κόσμου (αλλά μήπως κι αυτοί που θα «μπερδευτούν» απ’ τά ίδια συμπλέγματα δεν θα πάσχουν ; – μεταφυσικής υφής ερώτηση… – : δεν θα επιθυμούν δηλαδή να ανήκουν στο (ιεροποιημένο) σύνολο που, αν έχει κάποιο νόημα, αυτό βρίσκεται σίγουρα στον αντίποδα τής δικής τους «ανάλυσης» ; ) (Ως γνωστόν η μετα-μοντέρνα λαίλαπα τής αρλουμπολογίας τού «everything goes» και τού «λέω ό,τι θέλω, κι ό,τι λέω ισχύει» βόλεψε κατεξοχήν τούς κατεξοχήν προ-μοντέρνους…)

   Αν ο «λαός» έχει τό (κολακευτικό) νόημα στο οποίο ο σφετεριστής δηλαδή ποντάρει, τότε σαφώς και δεν σημαίνει ένα σύνολο που φοβάται τόν ίδιο του τόν εαυτό… Όπως και δεν μπορεί ο σοσιαλισμός να ενώνεται με τά δεσμά τού γάμου (μέσω εκείνης τής, υπαρκτής ή νοητής, παυλίτσας) με τήν ιδέα πως η ισότητα για όλους υφίσταται μόνο αν χωρίσουμε πρώτα αυτούς τούς «όλους» σε ανθρώπους και υπανθρώπους, ή πολίτες πρώτης, δεύτερης και τρίτης κατηγορίας.

   3. Τό ερώτημα για μένα είναι γιατί ο σφετερισμός αυτός, μιας λέξης ιερής υποτίθεται για τήν αριστερά^, παίρνει ως απάντηση ένα συγκαταβατικό μόνο «βλάκες είναι δεν ξέρουνε τί λένε» (υπογείως), και επί τής επιφανείας (επί τών παραθύρων τού τζαμιού δηλαδή) ένα τίποτα ;
Μολονότι δεν είμαι φανατική τής τηλεόρασης, νομίζω πως είδα καλά ότι μόνο μεμονωμένες αντιδράσεις έχουν υπάρξει εναντίον αυτής τής επιθετικής κουτοπονηριάς : η σαφής μάλιστα, και με δυνατή φωνή εκπεφρασμένη, προήλθε προεκλογικά αν δεν κάνω λάθος μόνο από τούς οικολόγους – και όχι από στελέχη τής καθιερωμένης μας αριστεράς. Νομίζω πως είδα και μία (αντίδραση) (πολύ, μα πολύ διασκεδαστική) στην (κατά τ’ άλλα πολύ, μα πολύ καταθλιπτική – και σαφώς κυριολεκτική) ζούγκλα τής ιδιωτικής τηλεόρασης, αλλά και αυτή από ιδιώτες : οι οποίοι κατάφεραν ό,τι δεν κατάφεραν οι επίσημοι εκπρόσωποι του λαού  – να κάνουν μέλος τού λά.ο.σ. να χάσει τήν φωνακλάδικη ψυχραιμία του και να αποχωρήσει (όταν τόν είπαν «φασίστα» – άλλο χαρακτηριστικό τού τόπου και τού χρόνου, να μη θέλουν οι φασίστες να λέγονται φασίστες… (τόν είπαν βέβαια και μαλάκα… Αλλά δεν νομίζω ότι τόν πείραξε αυτό τόσο, όσο τό άλλο…))
Αρκεί η «περιφρόνηση» ; Είναι «εμφανές» στους υπόλοιπους δηλαδή τό νόημά της ; Ή μήπως μοιάζει περισσότερο με τό (χαϊδευτικό) usurper τού Στήβεν Δαίδαλου προς τόν Κράνλυ ;

   4. Δεν ξέρω για τήν υπόλοιπη ευρώπη, και όλον τόν άλλο κόσμο, στη χώρα μας όμως  τό φαινόμενο έχει σίγουρα κάποια εξήγηση : Κάποιος είπε (σχετικά πρόσφατα – δεν θυμάμαι ποιος – περί αυτού ντρέπομαι) ότι η ήττα τής αριστεράς μετά τόν εμφύλιο, ήτανε ήττα μόνο στο επίπεδο τής διακυβέρνησης, γιατί στο επίπεδο τών «ιδεών» η «αριστερά» κυριάρχησε όλα αυτά τά χρόνια : και στα γράμματα, και στις τέχνες, και στις «ιδέες» γενικά… Αλήθειες και μεγαλοστομίες, που δεν βρίσκονται και πολύ μακριά από τήν πραγματικότητα, γιατί δεν βρίσκονται και πολύ κοντά στην αλήθεια… Διότι η «αλήθεια» μετά τόν εμφύλιο βρισκόταν πάντα κάτω από τήν μπότα μιας μόνιμης λογοκρισίας – και όσο οι «φορείς» της κινδύνευαν διαρκώς από εξορίες εκτελέσεις και βασανιστήρια – ή αργότερα τή μόνιμη  απειλή τής ανεργίας, και, μέσω αυτής, κάτω από μια μόνιμη τρομοκρατία εξόντωσης – τόσο τά επίσημα κόμματα (σταλινικά από τά γεννοφάσκια τους, αφού τά ίδια φρόντισαν για τήν εξόντωση κάθε «αναρχικής» φωνής εντός και εκτός τους) ή και «αντι–σταλινικά» μετά τήν διάσπαση (για τήν οποία οι πρωτεργάτες της, όπως φάνηκε αργότερα, μετάνιωσαν στην πλειοψηφία τους, και συνεπώς φρόντισαν να διατηρήσουν τόν υπόγειο σταλινισμό τους σαν προσωπικό άλλοθι) – μπορούσαν συνεπώς, μέσα στη θολούρα τής παρανομίας, να φαντάζουν «απελευθερωτικότεροι» τών προθέσεών τους – και συνεπώς : δεν υπήρξε «καθαρή» αλήθεια τής «αριστεράς» στη χώρα μας ποτέ : Υπήρξε μια μίζερη, ομοφοβική, μισογυνική, θρησκευάμενη (μ’ όλον τόν αναγκαίο αντικληρικαλισμό που όμως δεν πολέμησε ποτέ τόν αδιατάρακτα ιερό πυρήνα τής πατριαρχίας – τόν ιερό θεσμό τής οικογένειας) : μια πουριτανική αριστερά, που χρησιμοποιούσε όποτε χρειαζόταν και τά όπλα τών «εχθρών» της για να κρατήσει τά «ζώα» της «στη στρούγκα» όπως είπε (πριν πεθάνει) ο Μάριος Χάκκας…

   Η «στρούγκα» ήταν πάνω απ’ όλα ο αστικός καθωσπρεπισμός, η αστική ηθική, ο αστικός πουριτανισμός, η αστική αποθέωση τής οικογένειας, η αστική λατρεία τής επιτυχίας (βλ. και τήν ανάρτηση για τό βιβλίο τού jacoby). Η λέξη αλήτες άλλωστε και αναρχικοί υπήρξε βρισιά και πολλών «αριστερών» προς τά παιδιά τους – όσα ήθελαν να ξεφύγουν από τή λογική και τή στρούγκα, τού κόμματος τών πατέρων… Και πολλοί από τούς ίδιους βασανισμένους εξορισμένους, φυλακισμένους τών προηγούμενων εποχών αντιμετώπισαν τήν εξέγερση τής Νομικής (και αργότερα τού «Πολυτεχνείου») με τόν όρο «κωλόπαιδα» και με πολύ εχθρικές διαθέσεις – αυτά είναι πολύ κοινές αλήθειες και πολύ κοινοί τόποι για όσους τά έζησαν…
Σήμερα όμως αυτά καλύπτονται πίσω από τό γενικό και βολικό κλισέ ότι (ενώ οι παλιότεροι που κάνανε τό έπος τού ΕΑΜ και τό έπος τών Αγώνων τού 1-1-4, τού Κυπριακού και τής Προίκας στην Παιδεία σάπισαν στις φυλακές) η «γενιά τού Πολυτεχνείου» «αποζημιώθηκε, ανταμείφθηκε και κυβέρνησε», μολονότι δεν είναι βέβαια αυτός ο λόγος… Ασφαλώς, κάποιοι από εκείνη τή «γενιά» κυβέρνησαν, αλλά τούς ήτανε αντιπαθείς κυρίως όσο ακόμα κινδύνευαν ακριβώς… (Άλλωστε οι ίδιοι δεν «κυβέρνησαν» γιατί δεν τούς τό επέτρεψαν οι «συνθήκες» – οι αλλεπάλληλες χούντες – μεταξάς, παπαδόπουλος–ιωαννίδης – δεν θα αρνούνταν να κυβερνήσουν αλλιώς : τό να κυβερνήσουν ήταν ο στόχος – λογικό άλλωστε : Γι’ αυτό και «κυβέρνησαν» στο βουνό…) (Άσε που και για να μην κυβερνήσουν, ούτε και από μακριά, έγινε η τελευταία χούντα).
Αλλά γιατί τόση μνησικακία για όσους βρήκαν μπροστά τους τίς συνθήκες που κι οι ίδιοι θα ήθελαν
 ; Και γιατί αυτή η εθελοτυφλία όταν μιλούν για «γενιά που κυβέρνησε» ; Αυτό ισχύει μόνο ηλικιακά – και εκεί είναι λογικό, συμπεριλαμβάνει και τόν κ. σαμαρά και τόν νεότερο κ. παπανδρέου. Σε επίπεδο ιδεών όμως, δεν κυβέρνησε καμία γενιά τής Νομικής (ούτε τού Πολυτεχνείου) : κυβέρνησαν κατά κανόνα οι σταλινικοί εκείνης τής γενιάς, οι εκφρασμένα δηλαδή φιλοσοβιετικοί, και οπαδοί τότε τού κκε–εξωτερικού, εκείνοι για τούς οποίους ο Γιαν Πάλατς ήταν (ακόμα και μέσα στη φωτιά που τόν έκαιγε) πράκτορας τού ιμπεριαλισμού, ο Κώστας Γεωργάκης (ακόμα και μέσα στη φωτιά που τόν έκαιγε) ανύπαρκτος (μέσω τής σύνδεσής του με τήν (ανύπαρκτη) ένωση κέντρου – τήν οποία θα θεωρούσε όμως υπαρκτή και ο Αλέξανδρος Παναγούλης αργότερα), τά τανκς  θα μπαίνανε χορευτικά στην Πράγα – βάσει τών γραπτών τού Ποιητή (που θα καμάρωνε για τό βραβείο Λένιν (κι αυτός αργότερα)…

 

 

   5. Δεν ξέρω αν είναι τυχαίο ότι οι  φιλοσοβιετικοί εκείνης τής γενιάς  ήταν κυρίως μαζεμένοι στην σχολή που θα τούς έβγαζε  όλους αργότερα δικηγόρους : Στο ίδιο κτίριο, αλλά στη φιλοσοφική επικρατούσε ο Ρήγας Φεραίος – και οι πολλοί – πάρα πολλοί – ανοργάνωτοι… Στις σκάλες τού κτιρίου τής Νομικής στη Σόλωνος, οι οποίες οδηγούσαν στη φιλοσοφική πρώτα, και ύστερα στη νομική σχολή, και στα χωλ μπροστά από τά αμφιθέατρα, τά κορίτσια και τά αγόρια που τραγουδούσαν μετά τίς αυτοσχέδιες ψηφοφορίες τόν ύμνο τού αλκοολικού αποσπασματογράφου  στην ελευθερία, (και πρόσθεταν  αυτόματα τίς στροφές που βρίσκονται «εκτός» εθνικού ύμνου συμπεριλαμβάνοντας και τήν «φοβέρα» και τήν «σκλαβιά») χτυπούσαν με λύσσα τά πόδια στα ψυχρά πατώματα σηκώνοντας μια θερμή σκόνη που έβγαινε μαζί με τίς θυμωμένες φωνές στη Σόλωνος – και εκεί, στα χωλ αυτά θα άρχιζε σε λίγο να κυκλοφορεί πολύς κόσμος από παιδιά άσχετα με τούς εν ενεργεία φοιτητές που ήταν ούτως ή άλλως άσχετοι με τούς επιμελείς φοιτητές τών προηγούμενων νεκρών χρόνων – με τούς οποίους δεν γνωριζόταν πια σχεδόν κανείς… Απ’ τήν αρχή λοιπόν μέχρι τό τέλος (εκείνων τών «ταραχών») τό πρώτο πάτωμα τής φιλοσοφικής, θα είχε στην κορφή τής σκάλας του ρηγάδες και ανένταχτους ενώ εκείνο τής νομικής  τούς πεντέξη σταλινικούς που θα εφοδίαζαν επί «δημοκρατίας» τόσο τά «αριστερά» κόμματα με (ανανήψαντες) αρχηγούς (αργότερα), όσο και τίς τηλοψίες (και τίς τέχνες) (και ποίησης και πεζογραφίας και σεναρίου) με ανανήψασες θεωρητικά και με καθυστέρηση τριακονταετίας… Έχοντας με καθυστέρηση αναθεωρήσει τόν σταλινισμό τους σιωπηρά όλες και όλοι… Αυτές οι σιωπηλές αλλαγές δεν είναι αναγκαστικά πάντως ειλικρινείς κατά τή γνώμη μου, γιατί η ειλικρίνεια είναι θορυβώδης. Όσο θορυβώδης ήταν ακριβώς η ειλικρίνεια τό ’72 – ’73 τών αντι-εφετζήδων¤ αυτών στην περιφρόνησή τους προς «ρηγάδες» και «παρτσαλιδικούς», πριν συνασπιστούν ως νεο-ιμπεριαλιστές μαζί τους και κλάψουν μαζί τους ως νεοφώτιστοι στο α’ νεκροταφείο για τόν θάνατο τού Αναγνωστάκη.

   Όσοι «ακούστηκαν» λοιπόν ως «γενιά» (και σκίστηκαν να κάνουν πολιτική ή τηλεοπτική ή λογοτεχνική καριέρα) προέρχονται – αποκλειστικά – καμία έκπληξη για όσους ξέρουν λίγο τά πράγματα – από τήν σταλινική μας πάνω απ’ όλα «αριστερά». Αλλά όλα σβήνουνε μπροστά στην καριέρα ενός τής οδοντιατρικής… Ή στην καριέρα τού «βία στη βία» Παναγιώτη, στο μέγαρο τής αγίας παρασκευής… (που στο κάτω–κάτω καλό έκανε στο τζάμι όσο άντεξε να τό βλέπει… ) Δεν μ’ αρέσει να μιλάω με γνώσεις άλλων – και είπα για έλλειψη άνεσης από τήν αρχή… Αλλά έλεος πια με τά ιερά ψέματα που μάς κυβερνάνε…

   Η γενιά τών παιδιών που δημιούργησε τό ξέσπασμα – τήν εξέγερση (με όλη τήν έννοια τής λέξης) τής Νομικής – και μετά (οι ίδιοι λίγο ή πολύ μαζί με ένα, μακρινό ώς τότε, πλήθος παιδιών) τού Πολυτεχνείου, άκουγαν stones και beatles και jimi hendrix, και ήταν έκλυτοι αλήτες και αναρχικοί (για όλους τούς άλλους). Οι οποίοι άλλοι βολεύονταν πίσω από τίς δικτατορίες για να μη φτάσει ώς εδώ τό «νέο» τών «άλλων» εξεγέρσεων – τού Βερολίνου, τού Μπέρκλεϋ, τού Παρισιού –… Αν ήταν δυνατόν να μη φτάσει… Φυσικά και τά ξέρανε όλα… Στις φράουλες και αίμα και στο γούντστοκ δεν έπεφτε καρφίτσα στα σινεμά… Οι εισαγωγείς δίσκων δεν σκέφτονταν ούτε στιγμή να μιλήσουν για οικονομική κρίση – και τό χαρτζιλίκι τότε ήταν πολύ μικρότερο από τό σημερινό. Κι ούτε υπήρχε ενημέρωση μέσω τιβί ή νετ… Πιο ζωντανή εκδοτική κίνηση ίσως κι ώς σήμερα δεν υπήρξε… Βγαίναν κείμενα αναρχικά, τροτσκιστικά, τού μαρκούζε, τού γκουεβάρα (έτσι λεγότανε τότε)… Εκδίδονταν λογοτεχνία νέων παιδιών – χωρίς λεφτά – (οι εκδόσεις κάλβος με τόν  παναγιώτη κονδύλη ακόμα τότε στην ομάδα)… Φυσικά οι τότε σταλινικοί συνεχίζοντας (ως πάντα σταλινικοί) τίς καριέρες τους (με βάση τή λατρεία τής επιτυχίας – βλέπε και τόν jacoby) τά ανακαλύπτουν όλ’ αυτά μετά τό ’89 – τήν καταστροφή δηλαδή γι’ αυτούς [τήν σωτηρία δηλαδή για κάποιους άλλους (λαούς) που έπρεπε πάση θυσία να θεωρούν ώς τότε τίς στάζι «υπηρεσίες προστασίας τού πολίτη»] — «εγώ, εδώ και 10 χρόνια πνευματικός άνθρωπος» καμάρωνε στα τέλη τής δεκαετίας τού ’90 διάσημος εκπρόσωπος αυτού τού «κυβερνητικού» χώρου… Ακριβώς : γίναν «πνευματικοί» άνθρωποι (και εν γένει «άνθρωποι») όταν έγινε σαφές πια τί άνθρωποι ήταν, οι «άνθρωποι» στους οποίους στηρίζονταν για να λένε άλλους ανθρώπους πράκτορες τού εχθρού και προβοκάτορες – και αυτός ο ανθρωπισμός κρατάει καλά : αυτός, ναι, κυβερνάει…

   Ξεχνάει κανείς εξάλλου (από τούς τότε αλήτες) τίς οδηγίες τού «οδηγητή» προς νέους ναυτιλόμενους (επί μεταπολίτευσης κιόλας, πιο πριν δεν υπήρχε τό ένδοξο όργανο) πως «η μουσική ροκ είναι προïόν τού αμερικάνικου ιμπεριαλισμού, πως οδηγεί σε έκλυση τών ηθών, και πως είναι έκφραση τής αστικής παρακμής»; Να αναλύσει κανείς ψυχαναλυτικά τό θράσος τού κνίτη που μετά τό ’89 πέφτει με τά μούτρα στη γοητεία τού καπιταλισμού, μαθαίνει κάτι κουτσο–αγγλικά, στρογγυλοκάθεται ως αναθεωρημένος καθ–οδηγητής στο ραδιόφωνο, πριν στρογγυλοκάτσει ως αναθεωρών καπιταλιστής στην κυβέρνηση – και θέλει να μάς πείσει ότι αυτός, αγνοώντας τούς φαρακικούς μικρούς του ήρωες άκουγε από τήν κούνια του Leadbelly ?
Μπορεί να αντιλαλούνε μέχρι και σήμερα οι φυλακές από τά χασικλίδικα τών απαγορευμένων ηρώων τού ρεμπέτικου αλλά νά που τώρα κοντεύουν να τούς κάνουν και μαυροσκούφηδες :
όσο «οργανωμένη κομματικά» κοντεύουν να κάνουνε και τήν κιθάρα τού μαύρου αλήτη που σε λίγο θα μάς βγει και αναδρομικά κνίτης.

   Αλλά, για να επανέλθω στο κυρίως θέμα μου (τών – κυρίως – σφετερισμών) :

 

   6. Από πού κι ώς πού θα ενοχληθούν λοιπόν οι (επί τού τζαμιού) («κυβερνώντες» και «μη») αριστεροί από έναν επιπλέον σφετερισμό, αυτόν τής λέξης λαός από τό λά.ο.σ. ; Αυτά είναι μικροπράγματα, ευαισθησίες περί (ασήμαντων εν πάση περιπτώσει) ονομάτων που δεν έχουν θέση στις πολιτικές τής φωτογένειας κατά τή διάρκεια τών αγώνων τηλοψίας : ντρέπομαι κι εγώ που ασχολούμαι ακόμα μ’ αυτό τό θέμα : οι λέξεις, αυτά τά ενοχλητικά πράγματα, έχουν τή σημασία τους μόνο όταν αφορούν σύγχρονα ιστορικά θέματα : τή μικρασιατική καταστροφή, τόν συνωστισμό ή μη στις αποβάθρες τού ’22, τό αν ήταν σχολάρχες ή όχι οι παπάδες (πριν) τό ’21… Τό πώς θα αποδεχτούμε να ονομάζουμε τόν κύριο καρατζαφέρη και τό κόμμα του είναι εξαιρετικά δευτερεύον, στο κάτω–κάτω πρόκειται για μικρό κόμμα, κομματάκι… Κι έχει περάσει (και μάς χωρίζει) πολύς καιρός από τότε, πολύ περισσότερος απ’ ό,τι μάς χωρίζει απ’ τό ’21 και τό ΄22, όταν ιδρυτές και μέλη (και πατεράδες μελών, και οπαδοί, και πατεράδες οπαδών) τού κόμματος συμφωνούσαν με τίς δικτατορίες και τούς γύψους και τίς εξορίες, τίς δολοφονίες τά βασανιστήρια τίς ταράτσες… Σήμερα θέλουν όλοι να λέγονται ο λαός… Επί παπανδρέου (τού β’) νομίζω ήταν που βρήκαν ως νέο όνομα για τήν αστυνομία τό ελάς, και τό κατανοήσαμε και αυτό, ήταν διαφορετικό άλλωστε και τό φύλο : εκείνος ήτανε ο ελάς, παρηγορηθήκαμε ότι υπήρχε διαφορά στο άρθρο και συνεπώς δεν υπήρχε και μεγάλη σχέση – και μάλλον υπερβάλλω λέγοντας ότι παρηγορηθήκαμε, δεν τό σκεφτήκαμε καν… Και ο όργουελ στο 84, και ο μαρκούζε στον Μονοδιάστατο έχουν κάνει (δυσάρεστες) σκέψεις για τή γλώσσα και τή χρήση (και τήν αχρησία της) αλλά δεν κάνω κέφι τώρα να επεκταθώ : αν αύριο η υπηρεσία προστασίας τού πολίτη ή κάνα κόμμα νέας τάξης θελήσει να αυτοαναγορευτεί και εάμ (και θα βρει λέξεις να ταιριάζουν με τά αρχικά, εγώ ξέρω ήδη μερικές αλλά μη δίνω και ιδέες) ιδέα όντως δεν έχω ποιοι θα ενοχληθούν και ποιοι θα αρνηθούν από τηλεοράσεως τό δικαίωμα τού καθενός να ονομάζεται όπως θέλει… Η δημοκρατία δεν κρίνει τίς προθέσεις, ούτε τίς συμβολικές παρενέργειες τών εμπνεύσεων τού καθενός…

   Αυτού τού είδους η δημοκρατία κρίνει άλλα πράγματα, και προστατεύει άλλα πράγματα, κι όχι τίς λέξεις και τά ονόματα τών πραγμάτων… Οι λέξεις και τά ονόματα αποκτούν διευρυμένη σημασία όταν προφέρονται υιοθετούνται και διεκδικούνται από άλλους, εκτός, αλλοεθνείς και αλλόθρησκους… εκεί τσαντιζόμαστε όλοι μαζί^ εδώ γιατί να εκνευριστούμε ; Προέχει η διαφύλαξη τών ιερών και τών οσίων τής κοινωνίας, και σ’ αυτόν τόν αγώνα οι διαφορές με τόν καρατζαφέρη μειώνονται, εξαφανίζονται, οι «κυβερνώντες» σαν να ανήκουν όλοι μαζί σε ένα μόνο κόμμα : Ο μισογυνισμός και τό μίσος προς τούς ομοφυλόφιλους τούς ενώνει… Τό μίσος και ο φόβος για τήν ελευθερία τού έρωτα τούς απογειώνει… Η τρυφερή εμπιστοσύνη στον παρηγορητικό θεσμό τής οικογένειας τούς φτάνει… Ο φόβος προς τήν έκλυση τών ηθών αρκεί και με τό παραπάνω ώστε να ενώσει σύμπαντα τόν λαό κάτω απ’ τή σκέπη τού λά.ο.σ. … Τά «κωλόπαιδα τών εξαρχείων» ενοχλούνε όσο ακριβώς ενόχλησαν και τά «κωλόπαιδα τής νομικής» (που «δεν καταλαβαίνουν τί κάνουνε, και παίζουνε τώρα, ενώ εμείς κινδυνεύουμε – αλλά ούτε οι ασφαλίτες δεν τά παίρνουνε στα σοβαρά» – αυτές οι «κριτικές» λίγο πριν μεταφερθεί η «ευθύνη» για τά «παιχνίδια τών κωλόπαιδων» από τούς ασφαλίτες στην ΕΣΑ). Η ζωντανή πραγματικότητα με λίγα λόγια, αυτή που αναπνέει έξω απ’ τά τζάμια και τούς δεκάρικους τής τηλεόρασης, αυτή που χρησιμοποιεί τίς λέξεις με χιούμορ (αυτο)σαρκασμό και πάθος, και τή ζωή με (ειλικρινή) απαισιοδοξία και (ειλικρινέστερο) θυμό για τήν τελετουργική της ματαίωση, αυτή η ζωντανή ζωή τών ανώνυμων, τών αόρατων και τών άφαντων, ενοχλεί και σήμερα δηλαδή όσο ενοχλούσε από πάντα… Ο κύριος καρατζαφέρης μπορεί να επαινεί λοιπόν δικαίως τό κκε για τήν αυτοπειθαρχία και τήν ηθική του… Ο φόβος για κάθε άλλη «ουσία» πέραν τής ουσίας τής καταπίεσης μπορεί να λειτουργεί δικαίως ως ουσία συγκολλητική… Η κυρία παπαρρήγα μπορεί δικαίως να διαμηνύει προς τήν Ιστορία ότι «στην πραγματική εξέγερση δεν θα άνοιγε ούτε μύτη…» (μυστήρια βιβλία ιστορίας πάντως διαβάζει, αν διαβάζει…) Και τό διήγημα τού Ριζοσπάστη περί «απλού μπάτσου» που βρίσκεται ενώπιον «πλούσιου κωλόπαιδου» μπορεί δικαιότατα να εκφράζει μεγάλο μέρος τού πληθυσμού, πολύ μεγαλύτερο τής εκλογικής βάσης τού «κ.»κ.ε. … Και τά κόκκαλα τού παζολίνι θα ‘χουν κι αυτά τό μικρό δίκιο τους να τρίζουνε – χτυπώντας με συντριβή και για κάποιες δικές του διατυπώσεις – όσο κι αν ειπώθηκαν σε χρόνο ανύποπτο –
   μπορεί να ‘ναι ανύποπτος όμως ο χρόνος ;

 

   7. γι’ αυτό η αριστερά στην ελλάδανομίζω ηττήθηκε τελειωτικά μετά τή μοναδική της νίκη : όταν ήρθε δηλαδή η (περίφημη – και σαν λέξη πολύ ασαφούς νοήματος) «μεταπολίτευση». Η «φωτισμένη» αριστερά (για τήν άλλη δεν έχω διάθεση να συζητήσω άλλο…) ηττήθηκε δηλαδή μέσα σε συνθήκες «ομαλής δημοκρατίας» (όσο και αν…) επειδή δεν μπόρεσε να μετατρέψει τόν αντιδικτατορικό αγώνα (από τόν οποίο ως κκε εσωτερικού και ρήγας φεραίος έβγαινε σαφώς έγκυρη και κερδισμένη) να μετατρέψει εκείνη τήν «ανατρεπτικότητα» σε μια εφ’ όλης τής ύλης ανατρεπτική και αντισυμβατική συμπεριφορά και θεώρηση μέσα στο αστικό καθεστώς «ελευθερίας» στο οποίο βρέθηκε και εξαιτίας τών δικών της αγώνων να ζει… Πλήρωσε με άλλα λόγια τή μεταπολίτευση τήν οποία λίγο–πολύ επεδίωξε… : Ούτε συζήτηση βέβαια ότι πλήρωσε και τή «νομιμοποίηση», σε μια χώρα που από γενέσεώς της τήν κυνηγούσε – δίνοντάς της έτσι τή δυνατότητα να φαντάζει «ανατρεπτική σε όλα», εκεί που ήταν ανατρεπτική μόνο σε αυτά κι αυτά (δηλαδή τά οικονομικά…) Και βέβαια πλήρωσε τόν εγγενή της πουριτανισμό ο οποίος, μέσα στις εφιαλτικές συνθήκες τής διά βίου παρανομίας, κρυβόταν και προστατευόταν από κάθε αμφισβήτηση : οι έλληνες αριστεροί είχαν τή δυνατότητα να «αγνοούν» δηλαδή τίς εξεγέρσεις τών παιδιών που ήθελαν να είναι πιο ελεύθερα στον υπόλοιπο «ελεύθερο» κόσμο… – μέχρι που η εξέγερση τής Νομικής τούς έκανε να δουν – έστω και από τήν κλειδαρότρυπα – τί φάτσα είχαν αυτά τά παιδιά… Να τά σβήνουμε αυτά όσο μπορούμε – μη χάνουμε και τό έδαφος κάτω απ’ τά πόδια μας τώρα που πατάμε καλά…
Έτσι στήνονται οι μυθολογίες περί νοέμβρη και θα στηθούν – μην έχετε καμιά αμφιβολία – και οι μυθολογίες περί δεκέμβρη… χαίρομαι πάντως που δεν έχουν στηθεί ακόμα συγκροτημένες μυθολογίες περί φλεβάρη και μάρτη
μη μιλάμε πολύ και τό γρουσουζέψουμε

  

  

   

σημειώσεις :

* μού σύστησαν τό τεύχος νοεμβρίου (2009) τού περιοδικού νέα εστία, κυρίως για μια «μεταγραφή» και μεταφορά στα καθημάς («λύση στο πρόβλημα τών μεταναστών») τού Ιωνάθαν Τσίφτη (που θέλησε ν’ αποτελέσει αναλογία στην «σεμνή πρόταση εξεύρεσης λύσης για τά παιδιά τών φτωχών στην ιρλανδία» τού αρχικού Τζόναθαν Σουΐφτ)… Τελικά περισσότερο μέ τράβηξε ένα αφιέρωμα στην νεοδεξιά, βασικά με τό άρθρο τού Πιέρ–Αντρέ Ταγκυέφ, αλλά και με μια αναδρομή στις δηλώσεις τού λά.ο.σ. για τόν δεκέμβρη τού 2008 από τόν Δημοσθένη Παπαδάτο–Αναγνωστόπουλο.

^ η αριστερά θα μπορούσε πολύ εύκολα να έχει σ’ αυτήν τήν περίπτωση τό επιχείρημα, ειδικά απευθυνόμενη σε ελληνικό ακροδεξιό κόμμα, ότι αν έχει κανείς τό δικαίωμα να διαλέγει τό όνομά του «ελεύθερα» (επειδή «έτσι τού αρέσει» και ασχέτως αν αυτό αποτελεί σφετερισμό ιερών και οσίων για κάποιους άλλους), τότε χάνει αυτόματα και όλα του τά «δίκαια» όταν εξαγριώνεται για τόν σφετερισμό άλλου ονόματος από μεριάς άλλων.

¤ αντι-εφετζήδες εννοώ τούς φιλοσοβιετικούς που υποστήριζαν τή φοιτητική παράταξη τού κκε–εξωτερικού με τό μεγαλόσχημο όνομα αντι–εφεέ στη δικτατορία. Ο σφετερισμός αυτός και η κλοπή με τό έτσι θέλω τού κύρους και τού ονόματος τής προ–δικτατορικής εφεέ φτάνει βέβαια για να εξηγήσει και τόν άλλο σφετερισμό, εκείνον τού έντυπου τών φοιτητών τού ’63–’65, τής ιστορικής δηλαδή πανσπουδαστικής – που η φήμη της σήμερα έχει θαφτεί κάτω από τήν δόξα τής «πανσπουδαστικής νο. 8» – εκείνης ακριβώς που «τακτοποίησε» τούς φοιτητές τού πολυτεχνείου τό ’73 ως προβοκάτορες και χαφιέδες.

και μια προ–τελευταία σημείωση : δεν νομίζω ότι είναι τυχαίο πως γυναίκες κυρίως από εκείνη τήν προηγούμενη γενιά κυνηγημένων, εκφράζονται σταθερά και αδιατάρακτα με ειλικρινή αγάπη για τή γενιά τών (κυρίως ανένταχτων, στο μεγάλο τους πλήθος) παιδιών τής Νομικής : Έχω στο μυαλό μου τώρα τήν Κίττυ Αρσένη – που η «κυβέρνηση» μπήκε και στο σπίτι της κάποια στιγμή, κι εκείνη γύρισε απ’ τήν άλλη μεριά και συνέχισε να παίζει θέατρο…
άραγε είναι επαρκώς γνωστή, εδωμέσα όσο κι απέξω, εκείνη και τό βιβλίο της Μπουμπουλίνας 18 ;


 

 

και η τελευταία – αχ – σημείωση : καθώς έγραφα τό ποστ, προέκυψε τό θέμα με τήν αφροδίτη τής μήλου που κάνει σεξουαλική χειρονομία προς τόν υπόλοιπο κόσμο– πράγμα που δεν κατάλαβα καθόλου γιατί ήτανε προσβλητικό, τόσο για τήν ίδια τήν αφροδίτη, όσο και για τή μήλο, για τήν ελλάδα, για μένα, ή για τόν άλλο κόσμο : ξέρετε όσοι μπαίνετε στούς κήπους  ότι αποφεύγω τά πολύ εμφανώς επικαιρικά – υπάρχουν άλλα μπλοκάκια, και φίλων, που κάνουν περίφημα αυτή τή δουλειά, και καλύπτουν πιστεύω αυτόν τόν τομέα υπερεπαρκώς – όμως μια που για πουριτανισμούς εδώ ο λόγος, δεν αντέχω να μην επισημάνω τώρα (επιτροχάδην) πόσο προσβλητική ή ανοίκεια θεωρήθηκε ομοθυμαδόν μια χειρονομία που παραπέμπει σε κάποιου είδους απλώς σεξουαλική πράξη – ενώ δεν είδα ας πούμε πουθενά, έστω και μεμονωμένα, να αναγνωρίζεται αυτή η συμπαθής έμπνευση απ’ τήν πλευρά τών ενόχων – να παρουσιάσουν μια γυναίκα θεά τού έρωτα ως εκφραστή τού συνολικού ήθους τής χώρας (μας) : και η γυναίκα αυτή να είναι επιπλέον και τόσο απελευθερωμένηώστε να παίζει στα δάχτυλα τά κλισέτής σύγχρονης ερωτικής κινησιολογίας…  (τό βρήκα χαριτωμένο και ας μείνω εδώ) ( : διότι κατά τ’ άλλα η πρωτοβουλία εμπεριείχε άτσαλα κι αδιάβαστα υπονοούμενα περί συλλογικής ευθύνης ενός λαού – νάτην πάλι η ιερή λέξη – για τά όσα διέπραξαν εκείνοι που τόν λήστεψαν – καθώς στο κάτω–κάτω τή ληστεία εις βάρος μας τήν κάνανε και εμείς πρώτες θα τήν πληρώσουμε πολύ πριν τήν πληρώσει, και αν ποτέ τήν πληρώσει, και κάνας άλλος (λαός). Άσε που ήταν και τελείως άστοχο να ταυτίσουν μια δεξιά κυβέρνηση με τή θεά τού έρωτα)

     

copyright © 2010 hari stathatou for the text

Φεβρουαρίου 12, 2010

russell jacoby, διαλεκτική τής ήττας, παραλογική τής εξουσίας, παραληρηματική τής επιτυχίας

 

   

   ένα από τά βιβλία που διάβασα όσο έλειπα ήταν η διαλεκτική τής ήττας (τί ωραίος τίτλος – )

   προσωπικά (για να πω και τά εισαγωγικά μου) αγάπησα τόν herbert marcuse μάλλον από μικρή, και μέσω αυτού ακριβώς ερωτεύτηκα μετά τούς υπόλοιπους τής κριτικής θεωρίας : αυτό τό πράγμα μέ εμπόδισε – ευτυχώς, όσο κι αν αυτή η καλή τύχη είναι απ’ αυτές που πληρώνονται – να συμβαδίσω ενγένει από ανέκαθεν με κάθε είδους ορθόδοξους ή κομματικούς μαρξιστές – και συνεπώς ήμουν ευγνώμων όλα τά χρόνια που ακολούθησαν τήν άνοδο και πτώση τών νεο-δεξιών φιλοσοφιών και μεταμοντέρνων φληναφλημάτων στους ελάχιστους που τόν θυμούνταν ακόμη και οργάνωναν τή σκέψη και τή δράση τους με βάση τήν ανυποχώρητη ανατρεπτικότητα τής δικής του σκέψης. Ένας λοιπόν από τούς λίγους αυτούς – και ίσως ο μόνος εμφανής για χρόνια – ήταν ο αμερικανός russell jacoby, μαθητής τού marcuse όπως έμαθα αργότερα από τά χρόνια τής καλιφόρνιας, τού οποίου ένα βιβλίο με τόν τίτλο «κοινωνική αμνησία» ήταν τό μόνο που κυκλοφορούσε σε ελληνική μετάφραση κατά τή δεκαετία τού ’80, και τό μόνο επίσης μάλλον που δεν επανεκδόθηκε ποτέ στην ίδια εκείνη σειρά φιλοσοφίας, «επειδή», όπως μού εξήγησε άνθρωπος τού εκδοτικού οίκου «δεν είχε κοινό».

   πρόσφατα λοιπόν, ή απόκτησε κοινό ή κάποιοι είναι τολμηρότεροι – μακριά από τό «αθηναϊκό κέντρο» – κι αυτό δεν είναι καθόλου συμπτωματικό – διότι (προσωπικά) έχω εδώ και καιρό τήν πεποίθηση ότι πάρα πολλά από τά πραγματικά τολμηρά κομμάτια τής κοινωνίας μας βρίσκονται εκεί – οι εκδόσεις νησίδες λοιπόν που ξεκίνησαν από τή σκόπελο και τώρα εδρεύουν στη θεσσαλονίκη βγάζουν εδώ και καιρό βιβλία του…

   (αλλά όσο περισσότερο αγριεύει η κατάσταση, κι όσο περισσότερο η εξέγερση ξαναπλησιάζει σαν λέξη και σαν ενδεχόμενο, τόσο κι ο ίδιος ο marcuse αρχίζει να «ξαναέχει» έτσι κι αλλιώς κοινό, και να ξαναεκδίδεται γενικά – στην αμερική τουλάχιστον
   αν κρίνω όμως και από ένα πολύ προσωπικό και περιορισμένης εμβέλειας στοιχείο, τίς αναζητήσεις στο γκουγκλ δηλαδή που μπαίνουν εδωμέσα, τό κοινό αποκτά μορφή (και στη χώρα μας) πλέον…
   πάντως για τήν ικανοποίηση τών (σημαντικών τουλάχιστον για μένα) ερωτημάτων εκείνων < π.χ. : ερωσ και πολιτισμοσ : τι λεει > πρέπει να κάνω μού φαίνεται μια μέρα χωριστή ανάρτηση…)

       

   για σήμερα λοιπόν θα αντιγράψω μερικές φράσεις, μικρά αποσπάσματα μόνο, από τό βιβλίο αυτό τού jacoby – η διαλεκτική τής ήττας είναι τό πιο πρόσφατο που εκδόσανε οι νησίδες – είχαν προηγηθεί (όχι πολύ καιρό πριν) οι τελευταίοι διανοούμενοι (για τό οποίο μπορεί να πω επίσης κάποτε, αλλά με ευκαιρία άλλα πράγματα) – να σημειώσω μόνο εδώ ότι επειδή τό βιβλίο είναι μεγάλο, και είναι φυσικά αδύνατο να δώσω μια εικόνα τού εύρους τής πολιτικής σκέψης που περιλαμβάνει, εστίασα περισσότερο στα αποσπάσματα τά σχετικά κάπως με τήν Κριτική Θεωρία – και για τό τέλος, έχει νομίζω τή σημασία του και τό επίμετρο που έγραψε ο jacoby τό 2009 ειδικά για τήν ελληνική έκδοση…

  

          

  

1   εισαγωγικά : 

   // σωστά οι ανατρεπτικοί σεβάστηκαν τήν ετυμηγορία τής πραγματικότητας · αλλά τό ότι τήν λάτρεψαν ακρωτηρίασε τόν μαρξισμό, αντικαθιστώντας τή σκέψη με τή μίμηση // αν η νίκη δεν είναι απόδειξη αλήθειας, ούτε η ήττα είναι //

   // επιτυχία και ήττα είναι εκβάσεις που οφείλουμε ν’ αναγνωρίσουμε, τίποτε παραπάνω · είναι βουβές, απαιτούν ερμηνεία και ανάλυση // Η απότιση φόρου τιμής στην επιτυχία είναι απότιση φόρου τιμής στη βία //

   // τό βιβλίο αυτό αμφισβητεί τό ήθος τής επιτυχίας που έχει πνίξει τήν κριτική τάση τού μαρξισμού · επιδιώκει να διασώσει έναν δυτικό μαρξισμό που σπάνια γνώρισε τή νίκη.  Η ιστορία τού δυτικού μαρξισμού δεν αντιλαλεί από επίσημες διακηρύξεις και θριαμβευτικά εμβατήρια · είναι η ιστορία τής δολοφονίας τής Ρόζας Λούξεμπουργκ, τής φυλάκισης τού Αντόνιο Γκράμσι, τής εξορίας τού Καρλ Κορς, τής φυγής τής Σχολής τής Φραγκφούρτης και τής μοίρας αναρίθμητων μαρξιστών που πήγαν κόντρα στο ρεύμα και τό πλήρωσαν // η ήττα δεν καθαγιάζει τόν ηττημένο · δείχνει μόνον ότι η άλλη πλευρά ήταν ισχυρότερη. Η ήττα ενδέχεται να εμπερικλείει μελλοντικές νίκες. Αντιστρόφως, η προσπάθεια ν’ αντιγράψουμε νίκες μακρινές – σε χώρο και σε χρόνο – ενδέχεται μόνο να διαιωνίσει ένα παρελθόν ηττών //

   // Οι αυστηρές φυσικές επιστήμες, που έχουν εξυψωθεί σε μοναδικό μοντέλο γνώσης, λογοκρίνουν τήν κριτική σκέψη //

   // Η μελέτη μου είναι αντι–εγκυκλοπαιδική · //

   // δεν διστάζω να είμαι ολιγόλογος //

   // η καταναγκαστική αντικειμενικότητα τού ορθόδοξου μαρξισμού είναι πιο πολύ καταναγκαστική παρά αντικειμενικότητα · αποφεύγει τό υποκειμενικό σαν να ήταν η απειλή που ενδεχομένως είναι. //

  

2   κυρίως θέματα :

   // Οι πολιτικοί διανοούμενοι που διαρκώς κυνηγούν επιτυχημένες επαναστάσεις προδίδουν τό ήθος τους : κυνηγούν τήν επιτυχία // Η επιτυχία περιφέρεται προς πώληση ώσπου φθείρεται, και μετά ξαναπεριφέρεται προς πώληση με νέα μορφή // Η αποτυχία δεν αποδεικνύει τίποτε, εκτός από τό ποιος είναι ο ηττημένος / αυτό συχνά τό ξεχνούμε. Σε κανέναν δεν αρέσουν οι ηττημένοι. Η ιστορία τής επανάστασης παρουσιάζεται συνήθως  σαν μια σειρά από νίκες, που τήν διαστίζουν ορισμένες αναποδιές και ήττες. Σπάνια συναντούμε εντιμότητα σαν τού Μαρξ, που έγραψε μετά τίς επαναστάσεις τού 1848 : «Με εξαίρεση λίγα μικρά κεφάλαια, όλα τά σημαντικά μέρη τών χρονικών τής επανάστασης από τό 1848 έως τό 1849 έχουν τίτλο : Ήττα τής επανάστασης!» //

   // Για κείνους που φαντάζονται ότι η διαλεκτική συνίσταται στο ν’ αντιπαρατάσσουμε μαθηματικά αντίθετα, δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα. Από τή μια υπάρχει κυριαρχία, από τήν άλλη αντίσταση. Ο Μονοδιάστατος άνθρωπος τού Μαρκούζε χλευάστηκε κανονικά ως αντι–διαλεκτικό βιβλίο. Ο Μαρκούζε ξέχασε ότι η κοινωνία είχε δύο διαστάσεις  // αυτή είναι η επίσημη μαρξιστική ερμηνεία τών πάντων ή η δύναμη τής θετικής σκέψης για μαρξιστές. Κάθε υποδήλωση τής νίκης τού κράτους ή τής αστικής κουλτούρας αντικρούεται με τόν τονισμό τής νίκης τών εργατικών τάξεων και τής κουλτούρας τους. Κάθε αρνητική δήλωση έχει ως απάντηση μία θετική. Αποτέλεσμα μηδέν. //

   // Οι ανορθόδοξοι μαρξιστές διέσωσαν τήν ουσία τού Μαρξ : ο σοσιαλισμός υποσχόταν κάτι παραπάνω από αύξηση τών μισθών ή επέκταση τών πόλεων // · ο Μαρξ, νεαρός και ώριμος, καταδίκασε τόν «κομουνισμό τής στρατώνας». Απελευθέρωση είναι κάτι περισσότερο από τό να εκλέγεις τ’ αφεντικά, αλλάζοντας έτσι τήν υποταγή με τήν υποταγή στον εαυτό σου. // Ο Μόρρις προειδοποιούσε επανειλημμένα να μη συγχέουμε «τά μηχανήματα τού σοσιαλισμού» με τόν σοσιαλισμό · // ο σοσιαλισμός δεν είναι ωφελιμισμός · είναι ελεύθερος χρόνος // Πρέπει να διασώσουμε αυτό που ο Μπλοχ ονόμασε τό «θερμό ρεύμα» τού μαρξισμού, γιατί αλλιώς θα τό πνίξει τό «ψυχρό ρεύμα» τού τεχνοκρατικού μαρξισμού. Ο Μπρετόν, όπως ο Μπλοχ, αρνήθηκε να κόψει τούς δεσμούς του με τή λογική // αρνήθηκε τό δίλημμα τής ορθοδοξίας : εκβιομηχάνιση ή φαντασία // « : όλοι μας επιδιώκουμε να περάσει η εξουσία από τά χέρια τής αστικής τάξης στα χέρια τού προλεταριάτου. Αλλά, στο μεταξύ, είναι απαραίτητο να συνεχιστούν τά πειράματα τής εσωτερικής ζωής» // Ιδού τί καταλογίστηκε στη Σχολή τής Φραγκφούρτης : «Στη θέση τής επαναστατικής επιστήμης εισέρχεται ο αστικός πολιτισμικός πεσιμισμός». Ο Αντόρνο και ο Χορκχάιμερ κατηγορήθηκαν για «πνευματοκρατία» και ο Μαρκούζε για «μικροαστικό αναρχισμό», έγκλημα που επεκτείνεται και «σ’ όλους όσοι τόν έχουν πάρει στα σοβαρά». Ο Βίλχελμ Ράιχ και οι υποστηρικτές του δεν γλίτωσαν τά πυρά : «Αφετηρία σας είναι η κατανάλωση, δική μας αφετηρία είναι η παραγωγή : άρα δεν είστε μαρξιστές». Οι σουρεαλιστές επικρίθηκαν επειδή παρεμπόδιζαν τήν καπιταλιστική ανάπτυξη // Ενάντια στις βρόμικες λέξεις – ρομαντισμός, υποκειμενισμός, αισθητισμός, ουτοπισμός – η ορθοδοξία επικαλείται τίς καθαρές : επιστήμη, αντικειμενικότητα, αυστηρότητα, δομή.  Εδώ γίνονται εμφανή τά τελικά, σχεδόν ψυχολογικά, περιγράμματα τού ορθόδοξου μαρξισμού. Ο χαρακτηρισμός τού θετικισμού από τόν Αντόρνο – «ο πουριτανισμός τής γνώσης» – ισχύει για τόν ορθόδοξο μαρξισμό. Η επιδίωξη είναι αυστηρός αυτο–έλεγχος και αυτο–πειθαρχία. Ο ασκητισμός τού ορθόδοξου μαρξισμού περιφρονεί τήν ανεξέλεγκτη διαίσθηση σαν να ήταν η απειλή που όντως είναι. //

   // Ο ασκητισμός είναι τό εννοιολογικό κέντρο βάρους τού ορθόδοξου μαρξισμού. Πάμπολλες έννοιες χρησιμοποιούνται για ν’ απαξιώσουν τίς έκλυτες σκέψεις και τούς έκλυτους στοχαστές. Τό αντικείμενο πρέπει να γίνει αντικείμενο · εξ ού και τό μίσος για τό υποκειμενικό. Τό ότι οι διαφωνούντες έχουν κατά κανόνα χλευαστεί ως νηπιακοί υπονοεί τόν ψυχοσεξουαλικό πυρήνα : απειλείται η εξουσία // Τό τουφέκι τής επιστήμης στρέφεται προς όπου η σκέψη σκέφτεται παραπάνω απ’ όσο χρειάζεται. Ένας άλλος κριτικός βρυχάται ότι // θα βασανιζόμαστε «άλλα σαράντα χρόνια από τήν παραλυμένη δεξιοτεχνία» τής Σχολής τής Φραγκφούρτης. Η απειλή τής παραλυμένης δεξιοτεχνίας αντιμετωπίζεται με προληπτικές συλλήψεις και πενταετή πλάνα. «Τό πρώτο τους μέλημα», έγραψε ο Χορκχάιμερ για τούς ορθόδοξους μαρξιστές, «όταν σκέφτονται για τήν ελευθερία, είναι τό νέο ποινικό σύστημα, όχι η κατάργησή του». //

   // Με τήν επιρροή, τήν παραγωγικότητα και τήν πρωτοτυπία της, η Σχολή τής Φραγκφούρτης, που περιλάμβανε τόν Μαξ Χορκχάιμερ, τόν Τέοντορ Αντόρνο  και τόν Χέρμπερτ Μαρκούζε, ανήκει στις πρώτες γραμμές τού δυτικού μαρξισμού // δεν μπορούμε να δώσουμε μια περίληψη τών δοκιμίων αυτών, εξαιτίας τής λακωνικότητας και τής συμπυκνωμένης έντασής τους · επιπλέον, υποδεικνύουν τήν ύπαρξη «δύο» Χορκχάιμερ. Ο ένας διεύθυνε τό Ινστιτούτο Κοινωνικής Έρευνας, έγραφε προλόγους και ευρέα  προγραμματικά δοκίμια για τήν κριτική θεωρία · // ο άλλος, έβγαζε κατά περιόδους τή γραβάτα και χρησιμοπούσε τήν «άμεση γλώσσα τού ελευθεριακού κομουνισμού». Τό Τέλος τού Λόγου έκλεινε με τά περίφημα λόγια τής Ρόζας Λούξεμπουργκ : «Η πρόοδος τού Λόγου που οδηγεί στην αυτοκαταστροφή του έχει φτάσει σ’ ένα τέλος · δεν έχει μείνει τίποτε εκτός από βαρβαρότητα ή ελευθερία». //

   // Ο Χορκχάιμερ αντιμετώπισε τό κόμμα σαν απονεκρωτική γραφειοκρατική δομή · οι πλατιές οργανώσεις τής εργατικής τάξης απομιμούνταν τά κράτη τά οποία αντιμάχονταν // «Είναι δυνατόν να υπάρξουν όχι μόνον ελευθερία», εξήγησε ο Χορκχάιμερ, «αλλά και μελλοντικές μορφές καταπίεσης». Επιπλέον, «οι κοινωνιολογικές και ψυχολογικές έννοιες είναι πάρα πολύ επιφανειακές για να εκφράσουν αυτό που έχει συμβεί στους επαναστάτες κατά τίς λίγες περασμένες δεκαετίες : η θέλησή τους για ελευθερία έχει καταστραφεί» // Επί δεκαετίες η σχολή τής φραγκφούρτης μιλούσε σε λίγους · εντούτοις, εάν η γλώσσα και οι έννοιές της δεν είχαν πολιτικό αντίκτυπο, αυτό δεν οφειλόταν σε προσωπικές αδυναμίες τών μελών της. Η κατάσταση τών άστεγων γερμανο–εβραίων εξορίστων δεν ενθάρρυνε τήν τόλμη. Όταν οι συνθήκες άλλαξαν στα τέλη τής δεκαετίας τού 1950, η γλώσσα τής θεωρίας άλλαξε κι αυτή, πιο εμφατικά στον Μαρκούζε. //

   // Για τούς ορθόδοξους μαρξιστές, η Σχολή τής Φραγκφούρτης παρέμεινε σκάνδαλο · // Αργά στη μακρά του καριέρα ο Λούκατς κατάγγειλε τόν Αντόρνο και άλλους μαρξιστές διανοούμενους για τόν πεσιμισμό τους και τήν απόστασή τους από τίς επαναστατικές οργανώσεις. Τούς κατηγόρησε ότι προτίμησαν να παραμείνουν στο «Grand Hotel Άβυσσος», ένα ωραίο ξενοδοχείο στο οποίο μπορούσες ν’ ατενίζεις τό κενό με ανέσεις πρώτης κατηγορίας  [ η μεταφορά πρωτοχρησιμοποιήθηκε στο βιβλίο τού Λούκατς The Destruction of Reason, που όπως είπε ο Αντόρνο απέδειξε τήν καταστροφή τού Λόγου {τού λογικού} τού ίδιου τού Λούκατς ]. Αυτή του η περιγραφή θεωρήθηκε μάλλον επιτυχής. Υπαινισσόταν ότι μαρξιστές διανοούμενοι χωρίς ένα κόμμα τού προλεταριάτου δεν είχαν σφρίγος και στράτευση. // οι κίνδυνοι ήταν όχι μόνο να πέσεις στην πρώτη γραμμή αλλά και να εκκαθαριστείς στα πίσω δώματα. Ενώ ο Λούκατς επιβίωσε στη Μόσχα τών δεκαετιών τού 1930 και τού 1940, άλλοι ήταν λιγότερο τυχεροί. Ακόμη και ο Μπέλα Κουν, ο σκληρός αντίπαλος τού Λούκατς στο ουγγρικό κόμμα, συνελήφθη  τό 1938. Να καταγγέλλεις τούς πρόσφυγες στο Ξενοδοχείο Άβυσσος χωρίς ν’ αναγνωρίζεις ότι τά ξενοδοχεία στην οδό τού μαρξισμού ήταν όχι μόνο πολύ μακριά αλλά και συχνά παγίδες, είναι να παραπλανείς τόν ταξιδιώτη. Οποιοσδήποτε Οδηγός που είναι κάτι περισσότερο από δημοσιοσχεσίτικο κόλπο πρέπει να εξετάζει διεξοδικά και ν’ αξιολογεί όλα τά διαθέσιμα καταλύματα. / Αν τό Ξενοδοχείο Άβυσσος μπορεί να είναι σύμβολο τού δυτικού μαρξισμού κατά τίς δεκαετίες τού 1930 και τού 1940, τό Ξενοδοχείο Λουξ μπορεί να είναι σύμβολο τού σοβιετικού μαρξισμού. Σε αντίθεση προς τό Ξενοδοχείο Άβυσσος, τό Λουξ ήταν όχι μεταφορά αλλά υπαρκτό ξενοδοχείο, που φιλοξενούσε τούς ξένους κομουνιστές οι οποίοι διέμεναν στη Μόσχα. Ένας λεπτομερής οδηγός πιθανόν θ’ ανέφερε ότι τό Λουξ παρείχε και μια ιδιαίτερη υπηρεσία : οι επισκέπτες συχνά απαλλάσσονταν από τόν κόπο να φύγουν. Πολλοί ξένοι κομουνιστές συνελήφθησαν στα δωμάτιά τους στο Λουξ. / Ο Οδηγός μπορεί πιθανόν να περιλαμβάνει και λεπτομέρειες για τά καταλύματα. Ο Χάιντς Νόυμαν, // αξιόπιστος υπηρέτης τής Κομιντέρν, διέμενε στο Λουξ μέχρι τή σύλληψή του τό 1937. Η γυναίκα του θυμάται ότι, αφού τελείωσε η έρευνα τού δωματίου τους, ο Νόυμαν τής είπε : «Μην κλαις». Έπειτα ο αρχηγός τής μυστικής αστυνομίας (τής Γκε Πε Ου) διέταξε : «Αρκετά. Πάμε τώρα». «Στην πόρτα», θυμήθηκε η γυναίκα, «ο Χάιντς στάθηκε, γύρισε πίσω, μ’ αγκάλιασε πάλι και μέ φίλησε. «Κλάψε», μού είπε. «Έχεις να κλάψεις για πολλά»». Ο Νόυμαν δεν επέστρεψε ποτέ. Η γυναίκα του, μαζί με άλλους γερμανούς κομουνιστές, σε μια από τίς πιο άτιμες δοσοληψίες τής ιστορίας, παραδόθηκε από τούς Ρώσους στους ναζί όταν υπογράφηκε τό σοβιετικο–ναζιστικό σύμφωνο. //

   // Η ιστορία στέγαζε μια ελπίδα να ξεφύγουμε από τήν αιώνια επανάληψη τής φύσης και ακόμη, στις πιο ουτοπικές διατυπώσεις της, ν’ απελευθερώσουμε τή φύση. «Πρέπει και τά πλάσματα να γίνουν ελεύθερα», είπε ο Μαρξ παραθέτοντας τόν Τόμας Μύντσερ. //

   // Η ταύτιση τής ταξικής συνείδησης με τήν επιτυχία, και τής απουσίας της με τήν ήττα, δεν έχει χάσει τό θέλγητρό της · // Τό τουφέκι και τά βασανιστήρια είναι δοκιμασμένα μέσα για τήν πειθάρχηση μιας ανυπότακτης κοινωνικής τάξης : αυτό δεν θα πρέπει να τό ξεχνούμε. // Παρ’ όλ’ αυτά, η εξουσία τής κοινωνίας βρίσκεται πέρα από τή φονική βία · διαμένει μες στις κοινωνικές και ανθρώπινες σχέσεις. //

   // σ’ ένα ορισμένο σημείο, η απουσία πολιτικής και ταξικής συνείδησης μάς αναγκάζει να ξανασκεφτούμε τίς οικονομικές και εξω–οικονομικές πηγές της. Η ταξική έλλειψη συνείδησης δεν μπορεί να εξηγηθεί απλώς με τήν ψευδή συνείδηση ή τόν υψηλότερο μισθό. Η διαλεκτική μέθοδος είναι να τά κρατούμε όλα μπροστά στα μάτια μας. Μια μονόφθαλμη θεωρία τής ταξικής έλλειψης συνείδησης είναι ακόμη μισότυφλη. //

 

3   επίμετρο : 

   Η διαλεκτική τής ήττας γράφτηκε στα τέλη τής δεκαετίας τού 1970, // 

   // επιδίωξα ν’ αμφισβητήσω τό ήθος που δέχεται τά γεγονότα τής ιστορίας ως ετυμηγορίες τής ιστορίας. //

   // Επαναστάτες, καπιταλιστές και πολίτες τιμούν τήν επιτυχία. Τό «Loser!» που σού πετάνε στον δρόμο είναι μεγάλη προσβολή. Ο Λένιν φάνταζε θεόρατος στους μαρξιστές επειδή πέτυχε. // Η Λούξεμπουργκ λησμονήθηκε, επειδή απέτυχε // επί πλέον, η Λούξεμπουργκ δολοφονήθηκε. //

   // Οι τυχεροί έγιναν πρόσφυγες. Οι άτυχοι, όπως ο Βάλτερ Μπένγιαμιν, δεν τά κατάφεραν. Η επαγγελματική επιτυχία σ’ ένα μεταγενέστερο στάδιο τής ζωής λίγων στοχαστών, όπως ο Τέοντορ Αντόρνο, δεν θα πρέπει να κρύψει τό γεγονός ότι πολλοί μετά βίας επιβίωσαν. Ο μαρξιστής θεωρητικός Καρλ Κορς έζησε απαρατήρητος στις Η.Π.Α., όπου κατά καιρούς δίδασκε. Ο αριστερός ψυχαναλυτής Βίλχελμ Ράιχ  πέθανε σε μια αμερικάνικη φυλακή. Ο μυθιστοριογράφος Βίκτορ Σερζ πέθανε σχεδόν άπορος στην πόλη τού Μεξικού και η αστυνομία τόν θεώρησε αρχικά απατεώνα. //

   // «Η δράση για τή δράση, η δράση ως αυτοσκοπός, δεν είναι καθόλου ανώτερη από τή σκέψη για τή σκέψη, τή σκέψη ως αυτοσκοπό», έγραψε ο Μαξ Χορκχάιμερ, «και είναι πιθανόν κατώτερη απ’ αυτήν». //

   // «Η φιλοσοφία, που κάποτε φάνηκε ξεπερασμένη, εξακολουθεί να ζει επειδή χάθηκε η στιγμή για τήν πραγματοποίησή της», έγραψε ο Αντόρνο. Στο μέτρο που «απέτυχε η προσπάθεια ν’ αλλάξουμε τόν κόσμο», η επίκληση στην πρακτική είναι «τό πρόσχημα που χρησιμοποιούν οι κυβερνώντες για να πνίξουν» τήν κριτική σκέψη. Στις προτάσεις αυτές ο Αντόρνο χαρτογραφεί τό έδαφος που κατέχει ο δυτικός μαρξισμός, ο φιλοσοφικός μαρξισμός τήν εποχή τής κακής κομουνιστικής πρακτικής. //

   // Με τό παλιό μαρξιστικό ιδίωμα, οι αντικειμενικές συνθήκες για έναν κοινωνικό μετασχηματισμό μπορεί να υπάρχουν, αλλά οι υποκειμενικές όχι. Μια πλήρης οικονομική κατάρρευση τώρα θ’ αποδείκνυε σωστό τόν Μαρξ και θα έφερνε τό τέλος τών μαρξιστών · θα οδηγούσε στη βαρβαρότητα, όχι στον σοσιαλισμό. Η μεγάλη κραυγή τών αντι–φασιστών στον ισπανικό Εμφύλιο – «No pasarán!» – θα ταρακουνούσε πιθανόν τούς μαρξιστές καθηγητές, αλλά μπορεί πιο ταιριαστά να ήταν τά λόγια τού Σάμιουελ Μπέκετ, αυτά που παρέθεσε ο Χέρμπερτ Μαρκούζε στον Μονοδιάστατο άνθρωπο : «Μην περιμένεις να σέ κυνηγήσουν για να κρυφτείς».
        Όμως ο κριτικός δρόμος παραμένει ανοιχτός. Οργανώσεις εναντίωσης – συχνά ρευστές και παροδικές – και άτομα που εναντιώνονται υπάρχουν παντού. Η κατάσταση δεν είναι μόνο απελπιστική · είναι και αντικειμενικά ασαφής. Αυτό σημαίνει ότι η πολιτική κατάσταση μπορεί ν’ αλλάξει  από στιγμή σε στιγμή. Τό 1959 κανείς δεν προέβλεψε τήν έκρηξη τής δεκαετίας τού 1960. Τό 1988 κανένας δεν προείδε τό τέλος τής Σοβιετικής Ένωσης. Παραμένει ως σύνθημα τό αδιαλλαξία πριν τήν πραγμοποίηση. Στην εισαγωγή στο βιβλίο μου παρέθεσα τά λόγια τού πεσιμιστικά οπτιμιστή Βίκτορ Σερζ στην τέταρτη χώρα στην οποία βρέθηκε εξόριστος : «Και έχουμε μάθει πώς να νικάμε, αυτό δεν πρέπει να τό ξεχάσουμε ποτέ». Αμήν.

Russell Jacoby
May 2009, Los Angeles
rjacoby@ucla.edu

 

        έτσι, με τή λέξη «Αμήν» κλείνει ο αμερικανός συγραφέας τό κείμενο που έστειλε για τίς γυναίκες και τούς άντρες που θα τόν διαβάσουν ελληνικά, στην μετάφραση τού Βασίλη Τομανά από τίς εκδόσεις Νησίδες. 

 

            

 

        πάντως όλος ο κατάλογος τών νησίδων χρειάζεται ένα κοίταγμα τουλάχιστον : τά βιβλία τους ειδικά στον τομέα τού δοκίμιου και τής μελέτης εμένα τουλάχιστον μέ προκαλούνε : προσωπικά θεώρησα εξαιρετική από τήν πρώτη στιγμή που τήν είδα τήν επιλογή τής (πολύτιμης) μάργκαρετ μηντ («αρσενικό και θηλυκό») για τήν οποία θα μ’ άρεσε να κάνω κι εγώ καμιά φορά ειδική ανάρτηση, αλλά ούτε εγώ μού φαίνεται είμαι έτοιμη ακόμα ούτε και τό βιβλίο μάλλον – τό καλό πράγμα αργεί να γίνει – όμως υπάρχουν ήδη : μάμφορντ, φερρό, κροπότκιν, ντεμπόρ, λέμαν (γι’ αυτόν κοιτάξτε και τήν ανάρτηση μετά βίδεου τής κατερίνας) και άλλοι, συμπεριλαμβανόμενου και τού ζωγράφου τής ρώσικης πρωτοπορίας κάζιμιρ μαλέβιτς καθώς και ενός ζωγράφου που πολύ αγαπώ (αν έχετε δει όσοι ψάχνετε στα widgets μου έχω ανεβάσει κι ένα βίντεο για τό τελευταίο σπίτι που έζησε) τού μαρκ ρόθκο δηλαδή – με σκέψεις του για τήν τέχνη  – [τόν μήνα που διανύουμε (στις 25 φεβρουαρίου τού 1970 αυτοκτόνησε σε ηλικία 66 χρονών) έχουμε και τήν επέτειο τού θανάτου του]

        τόν μαρκούζε στην αμερική ανέλαβε – εδώ και λίγα χρόνια – να ξαναβγάλει ο (άλλος μαθητής του) douglas kellner με πολύ προσεγμένο τρόπο

        νά κι ένας κατάλογος με τά έργα τού jacoby στα βιβλιοπωλεία (περιέχει και αρκετές αμερικάνικες εκδόσεις) : εδώ  εδώ)

 

       

 

        για τό τέλος, είχα τήν ιδέα να θυμηθούμε μετά μουσικής μιαν άλλη μαθήτρια τού herbert marcuse, τήν φοιτήτριά του (τότε) άντζελα νταίηβις, από ένα βίντεο με τό τραγούδι που έγραψαν γι’ αυτήν οι john και yoko όταν στη διάρκεια τών φοιτητικών κινημάτων τού ’60 στην αμερική τήν κλείσανε φυλακή
        [επιφυλάσσομαι για ένα πολύ διαφωτιστικότερο  βίντεο σχετικά με τήν ιστορία αυτή τού μαρκούζε στην καλιφόρνια, τήν επίδρασή του στο κίνημα τής εξέγερσης, τή σχέση τών φοιτητών μαζί του, και τούς διωγμούς που υπέστη – έχω βάλει σύνδεσμό του στό τεχνών, αλλά λέω να τό ανεβάσω και σε ανάρτηση για να βρίσκεται ευκολότερα – σκέφτομαι μόνο ότι θα πρέπει να συνεισφέρω και σε υπότιτλους γιατί τά αγγλικά του είναι με δανέζικη προφορά… τό θέμα είναι κι εγώ πώς θα τά καταλάβω όλα – και πώς θα τά ανεβάσω… ]
 

        (δυστυχώς τό βίντεο που λογάριαζα ν’ ανεβάσω, και που έχει σκηνές από τήν ιστορία και τή δράση τής άντζελας νταίηβις καθώς ακούγεται τό τραγούδι τού λένον, δεν μού επέτρεπε τό embed code κι έτσι ανέβασα κι ένα δεύτερο για πληρέστερη ενημέρωση…)

 

         

 

 

 

 

 

 

 copyright © 2010 hari stathatou for her text

 

Φεβρουαρίου 6, 2010

emily 1 + emily 2 + j. d. : η φήμη μέλισσα είναι : κι έχει κεντρί

 

στον Silent

Όσο έλειπα, μόνο ποίηση δεν διάβαζα. Διάβασα άλλα βιβλία, για τά οποία θα πω (μπορεί) σε επόμενα. Όμως σχεδόν όλο αυτόν τόν μήνα μ’ έναν ακαταλαβίστικο τρόπο τριγύρναγε στο μυαλό μου και βούιζε σα μέλισσα αυτή η έμιλυ – και λέω να τής αφήσω χώρο στην πρώτη ανάρτηση τού χρόνου να μιλήσει (περισσότερο) αυτή –

η φήμη μέλισσα είναι
κι έχει τραγούδι
κι έχει κεντρί
κι έχει, α, φτερό

– αυτό είναι ένα ολοκληρωμένο ποίημα, δεν είναι απόσπασμα – είναι ολοκληρωμένο από κάθε άποψη : –

Fame is a bee.
It has a song –
It has a sting –
Ah, too, it has a wing.

 

emily dickinson, ποίημα αριθμού 1763 (χωρίς χρονολόγηση)

 

Δεν έχει καμιά σημασία να κάνω τώρα ψυχανάλυση να βρω γιατί μού ’χε κολλήσει αυτό τό ποίημα… Η ντίκινσον άλλωστε είναι ένας έρωτας ξαφνικός αλλά και πολύ παλιός… ( : κάποτε σε μια σχολή που ήμουνα είχα περάσει ένα μάθημα εξαιτίας της : έγραψα ό,τι μού κατέβηκε αλλά είχα τήν βεβαιότητα ότι αυτά που μού κατέβαιναν θα μού σώζανε, δεν μπορεί, τόν (χαμένο) χρόνο – μού τόν σώσανε – :  μού κατέβηκε κι έγραψα για τή στίξη της, δεν είχα διαβάσει πολύ και μάλλον δεν ήξερα τίποτα γενικά, αλλά είχα θράσος κι έτυχε να πέσω σ’ έναν καλοπροαίρετο άγγλο που τό εκτίμησε – όταν οι άγγλοι έχουν χιούμορ, έχουν χιούμορ για τά καλά… Γλίτωσα λοιπόν τότε ολόκληρο τόν χαμένο μου χρόνο, με τήν έμιλυ : αλλά δεν τήν θεωρώ στενό οικογενειακό μου πρόσωπο εξαιτίας αυτού – και μόνο : νομίζω ότι τήν καταλαβαίνω κιόλας επιπλέον, κι αυτό μού φτάνει : τήν καταλαβαίνω δλδ κι ας μη συμφωνώ μαζί της σε όλα, κι ας τήν βαριέμαι κιόλας ώρες-ώρες (με τά ατέλειωτα ρημαγμένα της μοναχικά της, τά αυστηρά κι ανήλεα).)

Γιατί η έμιλυ είναι πολύ σοβαρή φιλόσοφος, δεν είναι μια ευαίσθητη γυναίκα που ως μωρό έπαιζε πιάνο και τό έλεγε και moosic, και δεν γράφει απλώς καταπληκτικά αισθαντικά συγκλονιστικά ανεπανάληπτα ποιήματα : τά ποιήματά της είναι φιλοσοφημένα (ό,τι διάολο και να σημαίνει αυτό) επειδή ακριβώς είναι σκέτη ποίηση : επιμόνως και ξεροκεφάλως και αποκλειστικά και πάνω απ’ όλα (μόνο) ποίηση : δεν μπορείς δηλαδή να πάρεις και να αναλύσεις τίς ιδέες της. Οι ιδέες της είναι αυτές που είναι, επειδή ακριβώς είναι ειπωμένες με αυτόν τόν τρόπο. Πάντα αυτό δεν συμβαίνει ; Ναι, αλλά στην ντίκινσον συμβαίνει «κατεξοχήν». Η έμιλυ δεν «γράφει» ποίηση, έχει στην κυριολεξία περιορίσει τήν ποίηση στην ποίηση – θα μπορούσε να παραφραστεί ένας στίχος της εδώ – « Between the form of Life and Life / The difference is as big… » (between the form of Poem and Poem δηλαδή) (συμφωνεί από μακριά κι ο πάουντ που κατά τήν γερμανική αντίληψη ενός λεξικού που βρήκε κάποτε κατέληξε κι αυτός ότι dichten = condensare,  ότι τό ποίημα δηλαδή είναι η δυνατότητά του να συμπυκνώνει). Αλλά ποιος τόν λογαριάζει τόν πάουντ σ’ αυτήν τήν περίπτωση, δεν είν’ άξιος ούτε να τής φέρει πρωί-πρωί τίς παντόφλες… Εξάλλου η έμιλυ είναι τόσο μοντέρνα που κι ο πάουντ θα τρόμαζε… Η στίξη της μια που μιλήσαμε και γι’ αυτό,  είναι εκ πρώτης όψεως αλλοπρόσαλλη και παράλογα τρελλή – και εκ δευτέρας απολύτως λογική και ανήλεη – η ξεροκέφαλη αυτή κάνει ποίηση σχεδόν μόνο με τίς παυλίτσες της και τίς τελίτσες της θα μπορούσες να πεις (γι’ αυτό και στα ελάχιστα ποιήματά της που δημοσιεύτηκαν όσο ζούσε, τής διόρθωναν οι εκδότες κατά κανόνα κυρίως τή στίξη) : σπάει έπειτα τόν ρυθμό σε βαθμό που να ακούγεται φάλτσα και να ενοχλεί, πρέπει να τήν ξαναδιαβάσεις και να χωθείς για τά καλά μέσα της ξεχνώντας ό,τι άλλο ξέρεις, πρέπει να γίνεις έμιλυ δηλαδή για να καταλάβεις τήν έμιλυ : και πρέπει να βρεις τόν δικό της ρυθμό μέσα στον σπασμένο ρυθμό, που τότε θα σού φανεί και σωστός ρυθμός – μόνο ο μπετόβεν που τόν κατηγόρησαν κι αυτόν για φάλτσα θα τήν καταλάβαινε ίσως εξαρχής και θα συμφωνούσε – και θα τήν άκουγε πιθανόν ευχαρίστως – αν μπορούσε να τήν ακούσει … Εξάλλου δεν σπάει μόνο τόν ρυθμό, αρνείται και τήν ομοιοκαταληξία, τήν κοροϊδεύει, κάνει ό,τι τής κατέβη με λίγα λόγια – έτσι φαίνεται…

 Εσχάτως έχει βγει και μια μόδα να τήν εξετάζουν ως σχιζοφρενή και να γράφονται και μελέτες (δεν θα δώσω πολλά βιβλιογραφικά στοιχεία σ’ αυτό τό ποστ, αν πάτε στη βίκι και εδώ και εδώ και αλλού, θα βρείτε άφθονα) για τό τί είδους ακριβώς και πόση ήταν η τρέλα της… Βασίζονται στις τελίτσες και τίς παυλίτσες της πάνω απ’ όλα… Όχι δηλαδή στις «ιδέες» της – που κι αυτές είναι αλλοπρόσαλλες αν τίς πάρουμε με τά τρέχοντα «λογικά» μυαλά –  αλλά κυρίως σ’ αυτό τό «σπάσιμο» τού ρυθμού, τόν τρόπο τής ομιλίας της δηλαδή…

Τό βρίσκω ξεκαρδιστικό, πολύ σοβαρό… Ακριβώς, στον «τρόπο ομιλίας» είναι τό ζήτημα, από εκεί προδίδονται και οι «ιδέες» και όλα τ’ άλλα… Κι η έμιλυ βρήκε πολύ νωρίς αυτόν τόν τρόπο ομιλίας –

Και πού ; Στην πιο μαύρη βικτωριανή αμερική τών πουριτανών στην μασαχουσέτη, στο amherst, που ο παππούς της ίδρυσε και τό περίφημο κολέγιό του – προερχόταν από εξαιρετικά καθωσπρέπει οικογένεια η δύστυχη…

 

A day! Help! Help! Another Day!

Could live – did live –
Could die – did die –
Could smile upon the whole

( : από τά ποιήματα 42 και 43, που είναι περίπου τού 1858 – τά περισσότερα ποιήματα δεν έχουν χρονολόγηση – τή χρονολόγηση οι μελετητές τή συνάγουν κυρίως απ’ τίς αλλαγές στον γραφικό της χαρακτήρα) : διότι η ίδια δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ ούτε να βάλει χρονολογία, ούτε περίμενε κατά πάσα πιθανότητα ότι θα εκδοθεί και ποτέ… και πόσο μάλλον ότι θ’ ασχολούμαστε εμείς μαζί της 180 χρόνια μετά από τή χρονιά που γεννήθηκε… ξέρω ότι δεν μού ανήκει η φήμη – γιατί αν μού ανήκε… έγραφε σ’ ένα της γράμμα. Ε, εδώ μπορεί να πει κανείς ότι δεν τά ’ξερε βέβαια όλα και εντελώς καλά – έπεσε μέσα μόνο όσο ακριβώς αφορούσε τόν χρόνο τής ζωής της… ( : παραφράζοντας (πάλι) / Between the time of Life and Life / … τό ποίημα αυτό ας συμπληρώσω ότι είναι τό υπ’ αριθμ. 1101 τού 1866 –  και εδώ έχουμε ακριβή χρονολόγηση – )

Δεν έμαθε ποτέ να διαβάζει τήν ώρα ώς τά 56 της που πέθανε, και κείνη τήν εποχή όταν κάποιος – γυναίκα – πέθαινε, οι συγγενείς του ευλαβικά τού καίγαν όλα τά προσωπικά του χαρτιά, έτσι η αδελφούλα της τής έκαψε τήν αλληλογραφία απ’ τήν οποία σίγουρα θα μπορούσαμε να μάθουμε και κάτι περισσότερο – η ίδια πάντως δεν ομολόγησε ποτέ ότι φοβόταν τόσο πολύ τόν πατέρα της – αντίθετα άφησε δείγματα απέχθειας προς τήν μονίμως άρρωστη μαμά της… Αλλά για να μην κατηγορούμε τήν αδελφή μονόπαντα, ήταν αυτή που καλώς–κακώς έσωσε πάντως ό,τι έργο της έχουμε σήμερα – βρήκε σ’ ένα μπαούλο δηλαδή στο δωμάτιό της (στο οποίο η έμιλυ τά τελευταία χρόνια δεν άφηνε να μπει κανείς, κι απ’ τό οποίο σχεδόν δεν έβγαινε πια καν, κι απ’ όπου μισανοίγοντας ίσως τήν πόρτα απλώς, και βγάζοντας έξω μόνο τό κεφάλι (μάς παραδίνεται αυτή η εικόνα από ανθρώπους που προσπάθησαν να τήν επισκεφτούν) θα έδωσε και τήν παραγγελία στην αδελφή να τής καταστρέψει τά ποιήματα μετά θάνατον) (ακριβώς, έχετε δίκιο να θυμόσαστε τόν κάφκα και τήν εντολή του στον μαξ μπροντ εδώ) κάπου 1800 ποιήματα λοιπόν γραμμένα ακόμα και πάνω σε χαρτάκια πασαλειμμένα από τό αλεύρι τής κουζίνας γιατί η έμιλυ ήταν γνωστή σ’ όλο τό άμχερστ ότι έψηνε περίφημο ψωμί – είχε πάρει και τό σχετικό βραβείο… Είχε μια μάλλον ομοφυλόφιλη (έστω και μάλλον μόνο στο μυαλό της) σχέση με μια φίλη της – τήν οποία παντρεύτηκε ο αδελφός της και με τήν οποία εκείνος δυστύχησε – κι εκείνη μάλλον εξίσου… Εντέλει ο αδελφός συνήψε και μια παράνομη σχέση με μία mabel η οποία (αξιοπρεπέστατη, και πολύ ενδιαφέρουσα κυρία – χωρίς να έχει γνωρίσει τήν έμιλυ ποτέ προσωπικά – τήν ήξερε όπως είπε ως Τόν Μύθο τής πόλης) θα βοηθούσε στην πρώτη μετά θάνατον έκδοση τών ποιημάτων της, όσων βρέθηκαν : γιατί αργότερα βρεθήκαν κι άλλα… (η φίλη της η sue, η γυναίκα τού αδελφού της τού awe, είχε καμπόσα) : η πρώτη πάντως συλλογή πέρασε από γερή διόρθωση και στη στίξη και σε άλλα : τελικά τό σώμα τών ποιημάτων της εκδόθηκε για πρώτη φορά ολόκληρο, πιστά και χωρίς καμιά επέμβαση στη μορφή του, τό 1955 – τέσσερα χρόνια μετά τήν έκδοση τού πρώτου (και μοναδικού) μυθιστορήματος τού j. d. salinger τό 1951…


φωτογραφία τού salinger με τήν κόρη του margaret.
ο j. d. salinger δεν έγραψε σίγουρα τήν franny και τόν zooey με πρότυπο τά δικά του παιδιά…
ο γιος του matt είπε για τό βιβλίο που η αδελφή του έγραψε για τόν πατέρα τους :
«δεν μού φαίνεται να μεγαλώσαμε στο ίδιο σπίτι»…

Όσο απομονωμένη και περίπου ολομόναχη έζησε η έμιλυ, τόσο απομονωμένος αλλά καθόλου ολομόναχος (προσπάθησε) να ζήσει τό δεύτερο μισό τής ζωής του ο salinger – τού οποίου προσωπικά, και από ανέκαθεν, κι όχι μόνο τώρα που πέθανε, μού άρεσαν πολύ περισσότερο τά συντομότερα έργα του, αυτά που ασχολούνται με τήν οικογένεια glass και με τά παιδιά τής οικογένειας glass… Πιστεύω ότι ο φύλακας στη σίκαλη είναι ένα εξαιρετικό μυθιστόρημα αλλά λίγο επιφανειακό, εκφράζει πάρα πολύ καλά μια συγκεκριμένη εποχή (τίς υπόγειες αλλά έτοιμες να εκραγούν τάσεις της) και γι’ αυτό έγινε και διάσημο αμέσως. Ο μύθος τής οικογένειας glass είναι πολύ πιο δύσκολος και εσωτερικός, και πιστεύω ότι σ’ αυτόν εκεί βρίσκεται τό πραγματικά καλύτερο έργο τού σάλινγκερ (εγώ έτσι τόν λέω γιατί μού θυμίζει σαλιγκάρι…). Ο seymour ο γάμος του η αυτοκτονία του ο zooey η franny η εφηβεία τά παιδικά τους χρόνια, όλο αυτό είναι μια άλλη ιστορία, και νομίζω ότι εκειμέσα ο salinger βρίσκεται και πολύ περισσότερο και διαρκέστερα : – τώρα που – ελπίζω – θα εκδοθούν τά βιβλία που έγραψε τά χρόνια τής απομόνωσης (είναι σαφές πως ήθελε τήν ησυχία του για να γράψει, και είναι πολύ ενδεικτικό που θεωρούσε πως κάθε έκδοση βιβλίου είναι 8 τουλάχιστον χαμένοι μήνες τή φορά – χαμένοι από τό γράψιμο διευκρίνισε) θα δούμε αν ασχολήθηκε κι άλλο ή μήπως και μονόπαντα, με τήν οικογένεια αυτή –.  Στον τρόπο βέβαια με τόν οποίον γράφει ο σάλινγκερ στα χρόνια τής ωριμότητάς του τόν μύθο τής οικογένειας γκλας ακούμε τούς τριγμούς και τίς ραφές και τά ψίχουλα από τήν τσέπη τού φώκνερ, αλλά αυτό δεν πειράζει, (τό λέω κινδυνεύοντας να παρεξηγηθώ – αλλά δεν μέ πειράζει και τόσο προκειμένου να πω τή γνώμη μου – ) στην  τσέπη τού φώκνερ βρισκόμαστε όλοι όσοι γράφουμε από τόν φώκνερ και μετά – θέλουμε δεν θέλουμε. Εξάλλου αν η σκέψη σάς φαίνεται πρωτοφανής πρέπει να σάς πω ότι όλα τά μοντέρνα γραψίματα που κυριαρχούν ένα γύρω, εσωτερικότητες και μαγικοί ρεαλισμοί και λοιπά δημοφιλή τούμπανα, από τά ψίχουλα τής τσέπης τού φώκνερ προέρχονται (βασικά και κυρίως και κατά μετάφραση παράφραση απλοποίηση εκλαΐκευση και διευκόλυνση) – και όχι καθόλου σε καμία περίπτωση από τόν τζόυς ή τόν προυστ. Δεν φταίει βέβαια ο φώκνερ γι’ αυτό, όπως και δεν φταίει ο σαίξπηρ για τό άλλο. Άλλωστε ο φώκνερ ούτε καν τό φανταζότανε (ότι δημιουργούσε έναν τρόπο ομιλίας επί τής πλάτης τού οποίου θα εισερχότανε μοναδικός και ολομόναχος περίπου στον αιώνα που έπονταν) – ο ίδιος θαύμαζε πολύ τόν τζόυς – όταν μάλιστα (λέγεται) η γυναίκα του (που προσπαθούσε κατά παραγγελία του να τόν διαβάσει) έφτασε κάποια στιγμή και μέσα στο αεροπλάνο νομίζω, ακούμπησε τό τούβλο τού νεοεκδομένου «οδυσσέα» στα γόνατά της και τού ’πε (απελπισμένη) «δεν καταλαβαίνω γρυ» ο γλυκύτατος αμερικάνος που δεν θα ’παιρνε τό νόμπελ αν δεν ήτανε στη μέση και κάτι γάλλοι να τόν καταλάβουν λίγο περισσότερο (νόμπελ τό οποίο δεν πήρε καθόλου ο σάλινγκερ, παρά τίς φιλότιμες προσπάθειες κάποιων αρθρογράφων που με τήν ευκαιρία τού θανάτου του τόν αναγόρευσαν και σε «μεγάλο νομπελίστα» (ο πρωταθλητισμός θεωρείται πλέον τόσο καθεστώς και στην τέχνη – ώστε αν δεν είσαι νομπελίστας, πώς στον κόρακα θα είσαι και μεγάλος * – ) λέγεται ότι τής είπε κοιτάζοντάς την κάπως σαν με μισό μάτι και πλαγίως παρόλο που (πολύ) τήν αγαπούσε (ακόμα) : try again.

να βλέπεις θερινό ουρανό είναι
ποίηση, όμως ποτέ δεν είναι σε βιβλίο –
τ’ αληθινά τά ποιήματα ξεφεύγουν –

να βλέπεις καλοκαιρινό ουρανό αυτό είναι
ποίηση, ποτέ δεν είναι όμως σε βιβλίο –
τ’ αληθινά τά ποιήματα ξεφεύγουν –

To see the Summer Sky
Is Poetry, though never in a Book it lie –
True Poems flee –

(ποίημα υπ’ αριθμ. 1472, περίπου τού 1879)

 

 

 

 

 

Δεν έμαθε ποτέ να λέει τήν ώρα αλλά είχε μεγάλες απαιτήσεις από τόν χρόνο γύρω της, τίς ίδιες ακριβώς που είχε κι απ’ τόν χώρο υποθέτω – άλλωστε πριν πεθάνει άφησε λεπτομερείς, λέγεται, εντολές – που εισακούστηκαν – για τήν ιστορία τό λέω αυτό – και για τό κύρος που είχε στην οικογένειά της και τήν μικρή πόλη γύρω της αυτή η έγκλειστη – εντολές λεπτομερείς από τοπογραφική άποψη για τό πώς να περιφέρουν τή σορό της μέσα στο φέρετρο (καθόλου δεν ήθελε άμαξα – αυτή που έγραψε τό περίφημο για τόν θάνατο στην άμαξα και τά λοιπά – ^ ) και από ποια λουλούδια και δρομάκια τού κήπου (τόν οποίο ήταν και πολύ ικανή στο να τόν φροντίζει – εκτός από τό ψωμί που έψηνε, στο άμχερστ ήταν περίφημη και για τίς βοτανολογικές της γνώσεις) να τήν περάσουν : κανόνισε έτσι λοιπόν τή διαδρομή επιβλέποντας λες τόν χρόνο εκ τών προτέρων, για τότε που δεν θα είχε πλέον χρόνο, με τό σταγονόμετρο –

Δεν ήταν όμως ακριβώς δική της ιδέα τό ποίημα που διάβασε ο ένας από τούς δύο ή τρεις άντρες με τούς οποίους καταδέχτηκε να ασχοληθεί (και με τούς οποίους αλαζονικά και ταπεινά ασχολήθηκε) στη ζωή της…

Αλλά ήταν καλή ιδέα, τόσο που να εκπλήσσεται κανείς. Αυτός ο άντρας δεν κατάλαβε τίποτα από τήν έμιλυ. Και σε προσωπικά του γράμματα ομολογούσε ότι τού ήτανε και εξαιρετικά δυσάρεστη, βαρέως καταθλιπτική η συναναστροφή μαζί της – τήν είδε δυο φορές, αλλά αλληλογραφούσανε. Ήταν ο άνθρωπος στον οποίο εμπιστευότανε τήν «παραγωγή» της, τόν διάλεξε για μέντορα να πούμε, ή για σύμβουλο – έβγαζε κάποιο περιοδικό αυτός ( ο higginson). Δεν κατάλαβε τίποτα, αλλά ήξερε φαίνεται αρκετά, για να ξέρει ποιο ποίημα τής άλλης έμιλυς – τής πεζογράφου κατεξοχήν – ετούτη η αλλόκοτη ντίκινσον αγαπούσε. Κι έτσι, πάνω από τή σορό της διάβασε τό ποίημα τής μπροντέ που άρχιζε :

ψυχή δειλή καμιά δικιά μου…

No Coward Soul Is Mine

Η χρονολογική σχέση μεταξύ τών δύο έμιλυ έχει ένα ενδιαφέρον : η μπροντέ γεννήθηκε στις 30 ιουλίου τού 1818 και πέθανε, στα τριάντα της, στις 19 δεκεμβρίου τού 1848 (εκείνη τήν περίφημη χρονιά τών επαναστάσεων, ε; ) (πλησιάζαν χριστούγεννα, μπορούμε να φανταστούμε τήν εποχή στην αγγλία και τό κρύο… ο αδελφός της ο μπράνγουελ είχε πεθάνει λίγο πριν…  και η έμιλυ έκανε κάτι σαν αυτοκτονία, εκτός κι αν θεωρήσουμε πως πίστευε απόλυτα πως είναι αθάνατη… σε μια εποχή που τά κρυώματα ήταν για όλους θανατηφόρα παρακολούθησε τήν κηδεία ντυμένη, παρ’ όλη τήν εκπεφρασμένη και έντονη και αλλόφρονα ανησυχία τών άλλων, πανάλαφρα – μού δίνει τήν εντύπωση ότι ήθελε να επιμείνει σε κάποιο – εσωτερικό – καλοκαίρι – έχω δηλαδή τήν πεποίθηση πως ο θάνατος τού branwell τήν έπληξε μ’ έναν τρόπο που δεν ήθελε καν να τόν παραδεχτεί εμφανώς – γιατί οι σχέσεις τών παιδιών μεταξύ τους όπως είχαν διαμορφωθεί, μάς λένε ότι οι φιλίες ήταν στενότερες μεταξύ έμιλυς και άννας, και ότι τόν μπράνγουελ θεωρούσε προστατευόμενό της κυρίως η σαρλότα (η οποία φαίνεται να σακατεύτηκε κι απόλυτα από τίς «κραιπάλες» και τά ερωτικά του σκάνδαλα)… αλλά η σαρλότα ήταν πιο προσγειωμένη… Μέσα στο έργο τής έμιλυς προσωπικά βλέπω να διαγράφεται μια περίεργη αντίληψη για τόν συμβολισμό και τή λειτουργία τών ονομάτων (θα πω άλλη φορά γι’ αυτό, σε ανάρτηση αφιερωμένη εξολοκλήρου, αν τά καταφέρω, σ’ αυτό τό απίστευτο θηρίο πεζού λόγου…) και εμένα προσωπικά μού δίνει στοιχεία όλο αυτό για μια άλλη, μυστικότερη, και πολύ πιο ερωτική (από τίς απλές, πρακτικές, και ευθέως πουριτανικές προστασίες τής σαρλότας) σχέση μεταξύ τής ατίθασης μοναχικής περήφανης έμιλυς και τού ατίθασου περήφανου και καταπτοημένου μπράνγουελ… Τέλος πάντων, δεν έχει (πια) σημασία : πήγε στην κηδεία σαν να ’θελε να πεθάνει κι εκείνη, ή σαν να ’θελε αντιθέτως να ξορκίσει τόν θάνατο… Δεν τά κατάφερε, και πιστεύω ότι θύμωσε ή έμεινε και στην κυριολεξία κατάπληκτη τελικά… γιατί ενώ αρνιότανε τή βοήθεια τού γιατρού μέχρι τήν τελευταία στιγμή, ξαφνικά  (τελευταία μέρα) είπε ξέπνοα στην αλλόφρονα σαρλότα «εντάξει, πέστε του νά ’ρθει» – αλλά ήταν πια αργά… )

Μέ πληγώνει βέβαια (κι όχι μόνο εμένα) να σκέφτομαι τί άλλο θα μπορούσε να ’χε γράψει… Αλλά με τήν ξεροκεφαλιά της τό μετατρέπει όλο αυτό κατεξοχήν σε ανόητο… Πάντως υπάρχει ένα ανέκδοτο από τή ζωή τών παιδιών όταν ήταν ακόμα πολύ μικρά, που τό βρίσκω, κι από κινηματογραφική ακόμα άποψη – σαν εικόνα δηλαδή – απολύτως εξαίρετο : Υπήρξε ένας άνθρωπος δηλαδή στο haworth, τό χωριό που μένανε, που πλήρωσε ο ίδιος με κυριολεκτική πεζοπορία τά γραψίματα τών παιδιών τής οικογένειας μπροντέ όταν ακόμα γράφαν και ποίηση… : Αν θυμάμαι τό ’χει περιγράψει ο ίδιος : Ήταν με λίγα λόγια ο Χαρτοπώλης τού χωριού – ο βιβλιοπώλης να πούμε… Λοιπόν, τά μικρά τής οικογένειας τού πάστορα [ τού οποίου btw τό ιρλανδικό όνομα ήτανε Brunty(αφού πρώτα αγγλοποιήθηκε, γιατί τό αρχικό ιρλανδέζικο τής οικογένειας ήτανε μάλλον Ó Proinntigh και αγγλοποιήθηκε πρώτα σε Prunty, τό μετέτρεψε όμως μόνος του σε Brontë απ’ τήν μανία του με τά (αρχαία) ελληνικά και για να παραπέμπει στον κύκλωπα (λένε) Βρόντη, ή στην ελληνική λέξη βροντή – ήτανε βλέπετε διανοούμενος (αν και πάμφτωχος, σ’ αντίθεση με τόν πουριτανό τής άλλης έμιλυς) ο μπαμπάς – και που να ’ξερε τί θέση τού επιφύλλασσε η μοίρα στην ενγένει διανόηση λόγω τών τεσσάρων μωρών ] τά πιτσιρίκια λοιπόν τόν είχαν τρελάνει τόν βιβλιοπώλη και πηγαίναν και τού αγοράζανε κάθε τόσο (πολλά) χαρτιά για να γράφουν τά ατέλειωτα μυθιστορήματα και τά ποιήματα που γράφανε (από πολύ μικρά) [τσακίζαν στα οκτώ τά χαρτιά και τά κάνανε μικρά χαριτωμένα τομάκια στα οποία γράφανε με μικρούλικα γραμματάκια – συμμετείχε κι ο branwell βέβαια τότε, μολονότι ζωγράφιζε κιόλας αυτός (μεταξύ μας νομίζω ότι ήτανε και πολύ καλός ζωγράφος) – ό,τι αξιόπιστες εικόνες έχουμε από τά κορίτσια είναι από τή δική του ζωγραφική – και στο ένα ομαδικό πορτραίτο που πήγε να κάνει και είχε βάλει και τόν εαυτό του μέσα  (ανάμεσα σε έμιλυ και σαρλότα) ύστερα από λίγο τόν εαυτό του τόν έσβησε, έτσι υπάρχει εκεί ένα κενό] λοιπόν ο χαρτοπώλης είχε πει (δεν θυμάμαι αν ήτανε μετά τήν διασημότητα τής σαρλότας, ή αν τό ‘χει γράψει στο ημερολόγιό του απλώς) ότι στην αρχή παραξενεύτηκε μόνο, τί τά κάνανε τόσο πολλά χαρτιά τά μικρά τού πάστορα, αλλά στη συνέχεια αποδέχτηκε τήν κατάσταση, και ακόμα πιο μετά, επειδή μεγαλώνοντας τά παιδιά η κατάσταση δεν άλλαζε και τά κορίτσια μπορεί να ‘ρχόντουσαν οποτεδήποτε και να τού ζητούσαν κι άλλα χαρτιά, άρχισε να ‘χει και άγχος : επειδή όμως ήταν ευσυνείδητος χαρτοπώλης βρέθηκε πολλές φορές, διαπιστώνοντας με τό τέλος τής μέρας ότι δεν είχε και τόσο πολλά χαρτιά για τήν επομένη, κατά τήν οποία πιθανόν να τόν επισκέπτονταν πάλι αυτά τά μανιακά με τό χαρτί, ξεκίναγε μες στη νύχτα (και με τά πόδια) για τήν κοντινή πόλη, ώστε ευσυνείδητα να βρει ν’ αγοράσει και να ‘χει για τήν επομένη (επαρκές) χαρτί.
Αυτά, για να αποδίδουμε και τά εύσημα που αρμόζουνε στον κάθε σχετικόν με τήν τέχνη. Μπορούμε να φανταστούμε δηλαδή τί (καταστροφή) θα συνέβαινε, αν η έμιλυ χρειαζότανε π.χ. χαρτί για να περιγράψει, ξυπνώντας ένα πρωί, τή σκηνή ανάμεσα στην κατερίνα και τήν νέλλη (εκείνη τήν σκηνή τού Νέλλη, είμαι ο Χήθκλιφ… ) και το χαρτί εκείνη τή μέρα είχε τελειώσει ; επειδή ο χαρτοπώλης βαριόταν τήν πεζοπορία ; (και ποιος ξέρει δηλαδή αν θα τό ‘γραφε και με ακριβώς τά ίδια λόγια τήν άλλη μέρα ; … )

Η ντίκινσον γεννήθηκε στις 10 δεκεμβρίου τού 1830 (δώδεκα χρόνια μετά τήν μπροντέ) και ήτανε δηλαδή χειμωνιάτικη, ενώ η άλλη έμιλυ γεννήθηκε μέσα στο ντάλα καλοκαίρι, όπως κι αν είν’ τό καλοκαίρι στο yorkshire, πέθανε όμως στις 15 μαΐου τού 1886, μέσα στην άνοιξη, που ο κήπος της θα ‘τανε ανθισμένος, όπως κι αν ήτανε οι (ανθισμένοι) κήποι στην μασαχουσέτη… Επέζησε δηλαδή η αμερικάνα τής αγγλίδας κατά 38 χρόνια, δεν ξέρουμε όμως αν τήν είχε διαβάσει κιόλας, διότι ο πουριτανός πατήρ  ασκούσε αυστηρή επίβλεψη στα βιβλία που μπαίναν στο σπίτι… (ξέρουμε όμως ότι από τόν αδελφό william – awe, ή κάποια φίλη, είχε εισέλθει κρυφίως μία σαρλότα, και ότι σαίξπηρ στη βιβλιοθήκη υπήρχε… – συνάγουν μάλιστα ότι τό όνομα που έδωσε η ντίκινσον στον σκύλο της ήταν προς τιμήν τού σκύλου carlo στην τζαίην έυρ). Παρεμπιπτόντως, σκύλο, και πολύ αγαπημένο μάλιστα, είχε και η άλλη έμιλυ – ο οποίος keeper στην κηδεία της τήν θρήνησε, και τόσο γοερά, που έμεινε στη μνήμη όλων, κι έτσι φτάνει μέχρι εμάς.
Και τά δύο κορίτσια δεν ήταν παντρεμμένα, και ξέρουμε ελάχιστα για τήν ερωτική ζωή τής ντίκινσον, τίποτα απολύτως δε για τήν τής μπροντέ – κι αυτό είναι ακόμα πιο εκνευριστικό διότι η κατεξοχήν ερωτική συγγραφέας είναι η μπροντέ… Υπάρχει όμως μια αμαρτωλή ερωτική ιστορία (έστω και ανολοκλήρωτη) στη ζωή τής ντίκινσον – η σχέση με τήν φίλη της sue – και μία επίσης απαγορευμένη (αυτήν τήν συνάγω εγώ, δεν έχω δει να τήν εντοπίζουν μέχρι στιγμής αν και είναι κατά τή γνώμη μου μάλλον εμφανής) τής μπροντέ – αυτή με τον αδελφό της (σιγουρότατα αυτή ανολοκλήρωτη, γιατί αν υπήρξαν παιδικά «παιχνίδια» μεταξύ τους, αυτά δεν εμπίπτουν στην κατηγορία τής «ολοκλήρωσης»)… Τής ντίκινσον έχει σωθεί επίσης ένα τμήμα αλληλογραφίας, σαφώς, υπογείως αλλά μάλλον παθιασμένα, ερωτικής με κάποιον άντρα που τόν αναγορεύει επιπλέον και my master (δεν εννοώ τόν μέντορα) – Μέ γοητεύει η ιδέα να δω καμιά φορά τήν ερωτική ζωή τών περασμένων ανθρώπων που γράψαν για τόν έρωτα ενώ δεν κάναν ποτέ έρωτα στη ζωή τους… Και γράψαν έτσι, που να μάς εκφράζουν, και να μάς ξεπερνάνε, εμάς που ζούμε υποτίθεται ολοκληρωμένα… (Για τήν έμιλυ τής αγγλίας οι υποθέσεις μπορεί να είναι πολλές… Μην ξεχνάμε ότι δεν χάρηκε κανένα ταξίδι, ούτε στο εσωτερικό ούτε στο εξωτερικό, κι ήθελε να ξαναγυρίσει στα βουνά της – στα λειβάδια στα ρείκια στους βάλτους κλπ… (Μόνο σ’ αυτά, ή υπήρχε και πρόσωπο που τήν έδενε μ’ αυτές τίς μοναχικές περιπλανήσεις ; )) Πάντως η σχέση τών γυναικών αυτών με τήν φύση (και οι δύο έμιλυ έχουν μια σχέση με τήν έννοια τού τοπίου, εξαιρετικά κυρίαρχη) διαψεύδει απολύτως κάποιους άντρες που λένε αρλούμπες γι΄αυτό (π.χ. ο φλωμπέρ : γιατί η φύση της ήτανε (δε θυμάμαι τή λέξη, αλλά είναι καταδικαστική) κι αναζητούσε συγκινήσεις και όχι τοπία) και θα ‘λεγα ότι μόνο ο (δικός μας) παπαδιαμάντης, και ο σταντάλ, έχουν διαβλέψει μια γυναικεία σχέση με τήν έννοια τού τοπίου – και τήν αφηρημένη σκέψη γενικά (ο παπαδιαμάντης με τήν νοσταλγό του είναι πρωτοπόρος μάλλον εδώ).

Αλλά να μην ξεχνάμε γενικά : μιλάμε εύκολα για αριστουργήματα (δεν μάς κοστίζουν οι λέξεις άμα πρόκειται να μάς τιμήσουν – ότι δηλαδή ξέρουμε κι αναγνωρίζουμε τά σπουδαία – φτάνει φυσικά να μην τά κάνει ο γείτονας, που μπορεί φυσικά να ‘ναι φτωχός, ή επικίνδυνος, ή και ακαλαίσθητος ακόμα άμα πεθαίνει τό ψαθάκι στο κεφάλι του ¤ – και φτάνει φυσικά να έχει γίνει ήδη διάσημος –  αλλά, και για να μην ξεχνιόμαστε : εδώ ας πούμε, με κοριτσάκια έχουμε να κάνουμε. Κοριτσάκια που κάναν τό δικό τους, σε πείσμα τού μπαμπά τους τής μαμάς τους τής θείας τους (και τού γείτονα), τρελά παιδάκια ξεροκέφαλα που κάναν τό δικό τους (σ’ έναν κόσμο που τίποτα δικό τους δεν τούς άφηνε).
Τά τρελά κοριτσάκια όμως (και οι τρελές γυναίκες και οι τρελοί άντρες) από χτες, πιθανόν να μάς σώζουνε σήμερα, και για αύριο να είναι (για όλους μας δηλαδή)  κανονικοί άνθρωποι (θέλω να πω, μακάρι : μπας και σωθεί έτσι κι ο πλανήτης – από τήν ηθική και από τή λογική και από τή νομιμότητά μας – ώστε να μη γίνουμε τελείως σκόνη όλοι στο τέλος, χωρίς ούτε βιβλία ούτε χαρτιά ούτε οθόνες… )

* και βλέπετε πριν φύγω διακοπές δεν σκέφτηκα να «αντιγράψω» τή σελίδα έτσι τώρα που πήγα να τήν ξαναβρώ τό «νομπελίστας» έχει διορθωθεί με τό εξαιρετικό «νοβελίστας» – τουτέστιν συγγραφέας «νοβέλων», σκέτος και αβράβευτος ελληνικά… δεν θα πείραζε τόσο τό λάθος όσο (πειράζει) η κουτοπόνηρη διόρθωση…
¤   ειπώθηκε από έναν πλούσιο ως ευφυολόγημα για τον παπαδιαμάντη
^   βέβαια στο ποίημα (αριθμός 712, περίπου τού 1863) υπάρχει άμαξα, και πόση άμαξα :

 

Γιατί εγώ δεν σταματούσα για τόν θάνατο
ευγενικά στάθηκε αυτός για μένα
κι είμαστε μόνο εμείς μέσα στην άμαξα
και τό αθάνατο που αντιπαθεί τά πεθαμένα

Διότι εγώ να σταματήσω για τόν Θάνατο δεν μπόρεσα –
Σταμάτησε αυτός ευγενικά πολύ για μένα –
Μέσα στην άμαξα κανείς οι δυο μας μοναχά –
Και ό,τι δεν δέχεται τά πεθαμένα

Κυλούσε αργά – Δεν βιάζονταν
Κι εγώ μαζί δεν ήμουν
Ούτε εργατική ούτε αργή,
Όλα πολιτισμένα –

Και τό σχολείο περάσαμε και τά παιδιά που τρέχαν

Because I could not stop for Death –
He kindly stopped for me –
The Carriage held but just Ourselves –
And Immortality.

We slowly drove – He knew no Haste
And I had put away
My labor and my leisure too,
For his Civility –

We passed the School, where Children strove

Σταματάω (πάντα) εδώ τή μετάφραση (και τίς δοκιμές της) διότι δεν τά κατάφερα ποτέ να τά βγάλω πέρα μ’ αυτήν… Αυτό τό Immortality με τίποτα δεν πρόκειται να τό μεταφράσω εγώ Αθανασία – αυτό στα ελληνικά είναι όνομα γυναίκας επιπλέον, και γίνεται και πολύ αστείο καλαμπούρι … «είμαστε μόνο εμείς και η Αθανασία» ή «είμαστε μόνο εμείς και η Αναστασία» ή «είμαστε μόνο εμείς και μια Ξανθή Κυρία»… Τρίχες… Είχα παίξει στην αρχή με τήν «Αιωνιότητα» ή «τό αιώνιο», αλλά αυτό κι αν είναι επέμβαση στο ποίημα, γιατί τή λέξη Eternity τήν βάζει ακριβώς η έμιλυ σαν τελευταία λέξη στο ποίημα της (κατά τ’ άλλα αιωνιότητα από αθανασία δεν έχει και μεγάλη διαφορά κατά τη γνώμη μου, αλλά εφόσον αυτή ξεχωρίζει τίς λέξεις, τή μια στην αρχή και τήν άλλη στο τέλος, δεν μπορώ να τίς ανακατέψω έτσι εγώ – λιγότερη επέμβαση μού φαίνεται η περίφραση, που στο κάτω-κάτω κάνει και μια ελαφρά ομοιοκαταληξία (όπως ακριβώς μια ελαφρά ομοιοκαταληξία κάνει και τό immortality αν διαβαστεί αργά και τονιστεί αλλιώς με τό kindly stopped for me)  
Τό ποίημα ολόκληρο (δεν έβαλε σχεδόν ποτέ τίτλο σε ποίημα της, τά αναφέρουμε με τούς αριθμούς τους) βρίσκεται εδώ, μαζί και με άλλα της.
Αλλά για να φύγουμε από τόν θάνατο και να ξαναγυρίσουμε στην φήμη, που είναι πιθανόν λιγότερο θανατερή :

είμαι κανείς, εσύ ποιος είσαι;
είσαι κι εσύ ένας κανείς;
α, είμαστε λοιπόν ζευγάρι;
θα διαφημίσουν : μην τό πεις –

πόσο φριχτό να είσαι κάποιος
πόσο δημόσιο – βατραχικό –
τόν αιώνιο ιούνιο να λες τ’ όνομά σου
σε βάλτο μέρος θαυμαστικό –

 

I’m Nobody! Who are you?
Are you – Nobody – Too?
Then there’s a pair of us?
Don’t  tell! they’d advertise – you know!

How dreary – to be – Somebody!
How public – like a Frog –
To tell one’s name – the livelong June –
To an admiring Bog!

(αριθμ. 288, περίπου 1861)

αυτά για σήμερα : με χειμώνα κρύο και κρυώματα – καλό υπόλοιπο χειμώνα συνεπώς, και περαστικά μας –

copyright © 2o10 hari stathatou for the text and translations

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: