σημειωματαριο κηπων

Απρίλιος 22, 2011

καζιμίρ μαλέβιτς, εγκώμιο στην τεμπελιά

 

.. 

    

 

   τό βιβλίο για τό οποίο γράφω σήμερα (μολονότι εγώ τώρα μόλις τό διάβασα) έχει εκδοθεί εδώ και καιρό

   και έχει γραφτεί ακόμα πιο παλιά : είναι κείμενο τού 1921, ο καζιμίρ μαλέβιτς πρέπει δηλαδή να τό έγραψε τήν εποχή που δίδασκε στη σχολή καλών τεχνών τού vitebsk, αυτήν που οργάνωσε ο ίδιος τό 1918 μαζί με τόν marc chagall (η σχολή έζησε πολύ λίγα χρόνια)

   μετά τόν θάνατο τού λένιν ο οποίος είχε τήν ευφυία (ή τήν πολιτικότητα) κάποια πράγματα να τά ανέχεται ακόμα κι αν δεν τά καταλάβαινε (απολύτως ή καθόλου) και με τήν άνοδο τού στάλιν τό φαινόμενο τής ρωσικής πρωτοπορίας έκανε μια πλήρη, και τραγική θα έλεγα, στροφή περί τόν εαυτό του περνώντας πλέον κανονικά στην παρανομία : δεν είχε καμία σχέση με τόν σοσιαλιστικό ρεαλισμό που θα επιβαλλότανε στο μέλλον ολοσχερώς, και διά φυλακής και διά  ροπάλου… : τά  περισσότερα μέλη τού εκπληκτικού αυτού κινήματος που είχε γεννηθεί σ’ εκείνα τά φοβερά γόνιμα και επαναστατικά χρόνια πριν τήν επανάσταση, (και δεν συμπεριλάμβανε μόνο ζωγράφους, αλλά και αρχιτέκτονες, φωτογράφους, μουσικούς και ποιητές – προς τιμήν τού μαγιακόφσκυ θα υπάρξει μόνο ένα βιντεάκι παρακάτω) άρχισαν να κρύβονται λοιπόν, να συλλαμβάνονται, να ανακρίνονται, να βασανίζονται – έχουμε και έναν θάνατο πάνω στα βασανιστήρια [παρένθεση : δεν έχω σκοπό να γράψω σήμερα γενικά για τή ρώσικη πρωτοπορία, κι ας είναι ένα θέμα που αγαπάω πάρα πολύ (είπαμε : για τόν μαγιακόφσκυ μόνο θα κάνω μια εξαίρεση (συγχωρούμαι) και θα βάλω και μερικούς πίνακες άλλων, εν είδει πινακοθήκης) : παρ’ όλ’ αυτά και επειδή δεν θέλω ν’ αφήνω τά πράγματα να αιωρούνται μισοειπωμένα προσπάθησα να θυμηθώ ποιος ζωγράφος ακριβώς ήταν αυτός που πέθανε πάνω στα βασανιστήρια (ή «στην ανάκριση» όπως είναι η πολιτικώς ορθή (και αντικειμενική δήθεν) έκφραση…) – έτσι όπως είχα ακούσει τήν ιστορία από τήν άννα καφέτση κατά τήν ξενάγησή της στην έκθεση εκείνη (τό ’96 στην εθνική «μας» πινακοθήκη (που με κάτι τέτοιες, ελάχιστες, εκθέσεις γινόταν κάποτε πραγματικά «μας»)) αλλά δεν τά κατάφερα : ψάχνοντας λοιπόν στη βίκι μήπως βγάλω άκρη από τά βιογραφικά τών μελών τού κινήματος ψάρεψα δύο «σχετικούς» θανάτους : τόν aleksandr drevin τόν συνέλαβε η μυστική αστυνομία τού στάλιν στις 17 ιανουαρίου τού 1938 και τόν εκτέλεσε στις 26 φεβρουαρίου / ο gustav klutsis συνελήφθη (επίσης!) στις 17 ιανουαρίου 1938 και πέθανε έξη βδομάδες μετά (ας προσθέσω ότι ο κλούτσις είναι ο περίφημος εφευρέτης τού φωτομοντάζ – οι αφίσες του επηρέασαν μετά και άλλους τού κινήματος και είναι ώς σήμερα πολύ γνωστές – έχει κάνει προπαγανδιστικά φωτομοντάζ με τόν λένιν και τόν στάλιν και ήταν ιδιαίτερα πιστός στο κόμμα τού οποίου ήταν και μέλος…) : τώρα ξέρουμε ότι πέθανε πάνω στα βασανιστήρια – ή εκτελέστηκε – διαλέγουμε όποια λέξη μάς αρέσει – στις φυλακές τού butovo κοντά στη μόσχα, λίγο μετά τή σύλληψή του – πάντως η γυναίκα του, η ζωγράφος και μαθήτριά του valentina kulagina αγωνιούσε για μήνες και χρόνια για τήν τύχη του, και τελικά πέθανε τό 1987 πιστεύοντας τήν επίσημη εκδοχή ότι ο κλούτσις «έπαθε καρδιακή προσβολή» στη φυλακή τό 1944]

 

       

 

   σημ.: για όποιον θέλει περισσότερες πληροφορίες για τήν (ζωγραφική) ρωσική πρωτοπορία συστήνω ανεπιφύλακτα (εδώ σε pdf) τή συνέντευξη τής άννας καφέτση (που οργάνωσε και τήν πρώτη έκθεση που έγινε στην αθήνα, από τόν δεκέμβριο τού 1995 ώς τόν απρίλιο τού 1996)

 

        

.

   αποσπάσματα από τό κείμενο λοιπόν «η τεμπελιά, πραγματική αλήθεια τού ανθρώπου» τού καζιμίρ μαλέβιτς :

   …η δουλειά πρέπει να θεωρείται καταραμένη, όπως διδάσκουν οι θρύλοι για τόν Παράδεισο, ενώ η τεμπελιά πρέπει ν’ αποτελεί τόν ουσιώδη στόχο τού ανθρώπου. Μα συμβαίνει τό εκ διαμέτρου αντίθετο. Αυτήν ακριβώς τήν αντιστροφή θέσεων θα ήθελα να εξηγήσω…

   …θαρρώ πως ο άνθρωπος έχει κάνει κάτι παράξενο με τίς αλήθειες· τίς έχει αντιμετωπίσει όπως ο μάγειρας, που έχει στη διάθεσή του πολλά δοχεία με διαφορετικά τρόφιμα μέσα. Βέβαια, τό κάθε δοχείο είχε αρχικά τό καπάκι του με μία ταμπέλα, αλλά ο μάγειρας, από αφηρημάδα, έκλεισε τά κουτιά μπερδεύοντας τά καπάκια και τώρα είναι αδύνατον να μαντέψει τί έχει μέσα τό κάθε δοχείο. Τό ίδιο ακριβώς έχει γίνει και με τίς αλήθειες : πολλά ρητά, πολλές αλήθειες έχουν ένα καπάκι με μια ταμπέλα και όλοι νομίζουν ότι καταλαβαίνουν θαυμάσια τί υπάρχει κάτω από τό καπάκι. Τό ένα καπάκι γράφει επάνω : «Αργία μήτηρ πάσης κακίας». Σκεπάσανε μ’ αυτό στα κουτουρού μια κατσαρόλα και πιστεύουν, μέχρι σήμερα, ότι μέσα έχει ατιμία και κακία…

   …στο φιλόπονο κοινοκτημονικό σύστημα, όλοι στέκουν αντιμέτωποι με τόν θάνατο, όλοι έχουν μόνο έναν αντικειμενικό σκοπό : να βρουν μια σανίδα σωτηρίας στην εργασία, στην παραγωγική εργασία, αλλιώς η τιμωρία τους θα είναι να πεθάνουν τής πείνας. Ένα τέτοιο σοσιαλιστικό εργασιακό σύστημα αποσκοπεί, ασύνειδα βέβαια, να ζέψει στη δουλειά ολόκληρη τήν ανθρωπότητα προκειμένου ν’ αυξήσει τήν παραγωγή, να εγγυηθεί τήν ασφάλεια, να ενδυναμώσει τήν ανθρωπότητα και να επιβεβαιώσει τό «Είναι» της με τήν παραγωγική της ικανότητα. Ασφαλώς, τό σύστημα αυτό, που δεν νοιάζεται για τό άτομο αλλά για ολόκληρη τήν ανθρωπότητα, είναι αναμφισβήτητα δίκαιο. Τό ίδιο, όμως, είναι και τό κεφαλαιοκρατικό σύστημα. Προσφέρει τό ίδιο δικαίωμα στην δουλειά, τήν ίδιαν ελευθερία τής δουλειάς, τής συσσώρευσης χρήματος στις τράπεζες ως εγγύηση τής «τεμπελιάς» στο μέλλον και, κατά συνέπεια, προϋποθέτει ότι ίσα ίσα τό χρήμα είναι τό μαγικό σύμβολο, επειδή θα φέρει τήν ευδαιμονία τής τεμπελιάς, που στην πραγματικότητα  όλοι τήν ονειρεύονται.
   Πράγματι, αυτός ακριβώς είναι ο λόγος ύπαρξης τού χρήματος. Τό χρήμα δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα κομματάκι τεμπελιάς. Όσο περισσότερο χρήμα θα έχεις, τόσο περισσότερο θα χαρείς τήν ευδαιμονία τής τεμπελιάς…

   …τό κεφαλαιοκρατικό σύστημα έχει διαμορφώσει, με όλα τά καλά ή κακά μέσα, μια κοινωνική τάξη κεφαλαιοκρατών που έχει εξασφαλίσει τήν ευδαιμονία της μέσα στην τεμπελιά. Αλλά καθώς αυτό που εξασφαλίζει τήν τεμπελιά είναι η εργασία, τό κεφαλαιοκρατικό σχέδιο οργάνωσης τής εργασίας έχει κατασκευάσει τό σύστημά του με τόν ακόλουθο τρόπο, που δεν επιτρέπει σ’ όλους τούς ανθρώπους να έχουν ισοτιμία στην χρήση τής τεμπελιάς : απολαμβάνουν τήν τεμπελιά μόνον όσοι έχουν εξασφαλίσει ένα κεφάλαιο. Έτσι, μια κοινωνική τάξη, η τάξη τών κεφαλαιοκρατών, απελευθερώνεται από τήν εργασία από τήν οποία οφείλει ν’ απελευθερωθεί ολόκληρη η ανθρωπότητα…

   …κατασκευάζει κάποιος μια μηχανή. Ο κεφαλαιοκράτης τήν χρησιμοποιεί προς όφελός του· οι κεφαλαιοκράτες κατόρθωσαν να περιορίσουν στο ελάχιστο τούς εργάτες και ν’ αυξήσουν τό κεφάλαιό τους στερώντας από τούς εργάτες τόν χαμηλότερο μισθό, τό χρήμα που θα λάμβαναν σαν τίτλο τεμπελιάς. Πολλοί τέτοιοι τίτλοι έμειναν στα χέρια τού επιχειρηματία. Ο εργάτης υποχρεώθηκε ν’ αρκεστεί στις μέρες τών γιορτών για να κατορθώσει να ξεκουραστεί σωματικά, ενώ οι επιχειρηματίες χαίρονταν απεριόριστα τήν τεμπελιά…

   …η σοσιαλιστική ανθρωπότητα θα φορτώσει τούς κάλους και τόν ιδρώτα της στα μπράτσα τών μηχανών και θα εξασφαλίσει στις μηχανές εργασία απεριόριστη, εργασία που δεν θα τούς αφήνει στιγμή ανάπαυσης. Στο μέλλον η μηχανή θα χρειαστεί ν’ απελευθερωθεί και να φορτώσει τή δουλειά της σ’ ένα άλλο πλάσμα, ν’ απαλλαγεί από τό βάρος τής σοσιαλιστικής κοινωνίας και να εξασφαλίσει κι αυτή τό δικαίωμα στην «τεμπελιά».
   Ώστε όλα τά ζωντανά που υπάρχουν, ρέπουν στην τεμπελιά. Από τήν άλλη μεριά, η τεμπελιά αποτελεί τό κυριότερο κίνητρο για τήν δουλειά, γιατί μόνο με τήν δουλειά μπορεί ο άνθρωπος να κατακτήσει τήν τεμπελιά, αφού είναι προφανές ότι ο άνθρωπος, με τήν δουλειά, βρίσκεται κατά κάποιον τρόπο υπό τήν επήρεια μιας κατάρας, ενώ προηγουμένως ζούσε μονίμως σε κατάσταση τεμπελιάς. Ίσως να υπήρξε πράγματι κάποτε μια τέτοια κατάσταση στην ανθρώπινη κοινότητα και ίσως ο θρύλος τού Παραδείσου και τής δημιουργίας  τού ανθρώπου και τής εκδίωξής του απ’ τόν Παράδεισο να είναι μια θολή ανάμνηση μιας κατάστασης τού παρελθόντος, εκτός αν πρόκειται για τήν εικόνα μιας μέλλουσας πραγματικότητας, στην οποία θα φτάσει ο άνθρωπος μέσα από τήν κατάρα τής εργασίας…

   …σήμερα, ο άνθρωπος δεν είναι πια μοναχός του : τόν συντροφεύει η μηχανή· αύριο, θα μείνει μόνον η μηχανή, ή κάτι άλλο, που θα επέχει θέση μηχανής. Τότε, θα υπάρχει πια μόνο μια και μοναδική ανθρωπότητα, καθισμένη στον θρόνο τής προεγκαθιδρυμένης της σοφίας, χωρίς αρχηγούς, χωρίς ηγεμόνες και χωρίς δημιουργούς τελειότητας· όλ’ αυτά θα είναι μέσα της· κι έτσι, θα χειραφετηθεί από τήν εργασία, θα φτάσει στην ειρήνη, στην αιώνια ανάπαυση τής τεμπελιάς και θα μπει μες στην εικόνα τής Θεότητας. Έτσι δικαιολογείται ο θρύλος τού Θεού ως τελειότητα τής «Τεμπελιάς»…

   …τό παράδοξο είναι ότι οι άνθρωποι δεν σπεύδουν με μεγάλες δρασκελιές προς αυτήν τήν υπέρτατη (supreme) ανθρώπινη σκέψη, αλλά εμμένουν στην κατάρα και στην ζέση τους ν’ απομακρύνονται απ’ τήν τεμπελιά, να εμποδίζουν όλες της τίς εκδηλώσεις, να τίς εμποδίζουν, αν χρειαστεί, ακόμα και με τήν πείνα και τόν θάνατο. Τέτοιο είναι τό σύστημα τής πάλης εναντίον τής τεμπελιάς και συγχρόνως τό σύστημα αυτό χρησιμοποιεί όλα τά μέσα, που οδηγούν στην τεμπελιά. Βέβαια, η προσπέλαση σε οποιαδήποτε ευδαιμονία οφείλει να περιβάλλεται από πολυάριθμες απαγορεύσεις, που χωρίς αυτές η ευδαιμονία θα μπορούσε να μετατραπεί σε θάνατο, τό ίδιο πράγμα δε, συμβαίνει και με τήν τεμπελιά : είναι όνειρο και είναι θάνατος…

   …κάθε αλήθεια φέρει μέσα της τήν εργασία ως μέσον για να κατακτήσουμε τήν τεμπελιά· αυτό δεν τό καταλαβαίνουν καθαρά ούτε ο λαός ούτε τό κράτος, γι’ αυτό και κάθε εδραιωμένη αλήθεια επιδιώκει πάντοτε να καταστρέψει τήν καινούριαν αλήθεια. Αυτή, όμως, δύσκολα ξεριζώνεται, γιατί είναι δύσκολο να τσακώσουμε μια σταγόνα νερό μέσα σ’ ολόκληρη τήν θάλασσα. Αν η θάλασσα ολόκληρη ήταν αυτή η καινούρια ιδέα, ή αν ο λαός ανακάλυπτε τήν αλήθεια μεμιάς, θα ήταν απλό ν’ αποκαλύψει τήν ιδέα αυτήν και να τήν καταστρέψει. Αλλά αφού μια ιδέα είναι πάντοτε μια σταγόνα νερό, είναι δύσκολο, είναι αδύνατον να τήν τσακώσουμε. Όλη η ιστορία είναι μάρτυρας τού παράξενου αυτού φαινομένου, αλλά, ποιος ξέρει γιατί, οι κυβερνήσεις δεν τό επισημαίνουν ποτέ…

η μετάφραση είναι τού βασίλη τομανά, από τό βιβλίο «η τεμπελιά, πραγματική αλήθεια τού ανθρώπου / σουπρεματισμός (με είκοσι έργα τού ζωγράφου)» © εκδόσεις νησίδες, 1997

   

 

   αν κάποιος ρώσος ενθουσιαζόταν ικανοποιημένα κι αυτάρεσκα με τό κείμενο τού μαλέβιτς, αυτός πιστεύω ότι θα ήταν σίγουρα ο ντοστογιέφσκυ
   ξέρω ότι θα ’βρισκε σ’ αυτό τό σχεδόν παραληρηματικό, αλλά και λογικότατο ταυτόχρονα, κείμενο τήν προσωπικότητα κάποιων δικών του επαναστατών, καταραμένων, δαιμονισμένων : όλη τή φιλοδοξία για φιλοσοφία και πάλι φιλοσοφία, τραβηγμένη ώς τά άκρα μιας αρχικής ιδέας
   όμως πιστεύω ότι ο μαλέβιτς (που, όπως έμαθα από τό βιβλίο, τή λέξη σουπρεματισμός τήν έφτιαξε από τή μητρική του γλώσσα τά πολωνικά (τό supreme επομένως, που δεν υπάρχει στα ρώσικα, έχει μια ευθαρσώς μεταφυσική χροιά ως αναφερόμενο σε κάτι, αορίστως αλλά και τόσο οριστικά, «υπέρτατο»)
) όταν γράφει τό δοκίμιό του, ιδέα δεν έχει πόσο ένα τέτοιο μπλέξιμο ρεαλισμού και μεταφυσικής στο οποίο με τόσο κέφι και καλλιτεχνική άνεση χοροπηδάει, θα τούς κόστιζε (όλων) πολύ ακριβά (ύστερα από τήν επέλαση τής άτεγκτης θεολογίας τού επερχόμενου πατερούλη) συνεπώς, σαφώς και δεν έχει ιδέα τί τόν περιμένει
   λίγο αργότερα, στον βωμό τής σοσιαλιστικής εργασίας, που γι’ αυτόν δεν έχει άλλον σκοπό από τήν μεταγενέστερη (γενική) αργία, η «δουλειά» τού καλλιτέχνη θα ξανάμπαινε τελειωτικά στις κατακόμβες απ’ τίς οποίες μόλις είχε βγει στα χρόνια τής προεπαναστατικής κοσμογονίας
   από τήν άλλη, ο μαλέβιτς υποστηρίζει ειλικρινά τόν σοσιαλισμό τήν ώρα που ταυτόχρονα εξυμνεί τό «υπέρτατο» και τήν ιδέα ενός περίεργου θεού που ενυπάρχει στον ίδιον και στη τέχνη του
   δεν είναι λοιπόν η εργασία ένα μέσον μόνο για τήν τεμπελιά (καταπληκτική και η σύλληψη και η επεξεργασία αυτής τής ιδέας) αλλά και η τεμπελιά είναι εντέλει ένα μέσον : απόφαση και απόφανση ενός καλλιτέχνη καταδικασμένου να δουλεύει σκληρά, μόνο, και πάνω απ’ όλα, σαν καλλιτέχνης – στους πιο επικίνδυνους καιρούς για μια τέτοια «δουλειά» όπως αποδείχτηκε

 

  

.

   σημείωση α : σίγουρα μπορεί να προκαλέσει διασκεδαστικές συγκρίσεις, σκέψεις, και φιλοσοφίες επί φιλοσοφιών, η αντιπαραβολή τών δύο κειμένων για τήν τεμπελιά : αυτού εδώ και τού άλλου, τού γνωστότερου (και που ο μαλέβιτς μπορεί λογικότατα να τό είχε υπόψη του) που έγραψε στη φυλακή σχεδόν πενήντα χρόνια πιο πριν, τό 1883, ο γαμπρός τού μαρξ, ο πωλ λαφάργκ (και τό οποίο στα ελληνικά έχει εκδοθεί επίσης και από τίς «νησίδες») : και για να μην πάω πολύ μακριά σκέφτομαι μόνο βιαστικά αυτή τή στιγμή τούς τίτλους – ο τίτλος ενός (καλού) βιβλίου για μένα είναι η (μόνη) δυνατή του περίληψη – ο γάλλος λοιπόν τοποθετείται απ’ τήν αρχή (επιθετικά) στον χώρο τής κοινωνίας θεωρώντας τήν τεμπελιά «δικαίωμα» τήν ώρα που ο ρώσος μπαίνει σ’ ένα σχεδόν ακατανόητο (αλλά εξίσου επικίνδυνο) βάθος μιλώντας για τήν ίδια του τήν «αλήθεια ως ανθρώπου»
   και – ό,τι διακρίνει εντέλει τόν καλλιτέχνη από τόν παθιασμένο ακτιβιστή – και χαρίζει στη «μελέτη» αυτή περισσότερη ζωή απ’ ό,τι θα ’χε και η πιο παθιασμένη πολιτική μπροσούρα – είναι πιστεύω οι στιγμές που ο καλλιτέχνης ακριβώς ξεχνάει κάθε «λογική» και συμπεριφέρεται στη φιλοσοφία (και τή σκέψη του) ως εάν ήταν ζωγραφικός (του) πίνακας : συμπεριφέρεται δηλαδή στη «ζωή» ως εάν δεν υπήρχε η «πραγματικότητα», και ως εάν κάθε πλάσμα (και πράγμα) έχει εντέλει δικαιωματικά τίς ίδιες ανάγκες και τούς ίδιους πόνους που έχει τό (πλάσμα ή) πράγμα «άνθρωπος» : «στο μέλλον η μηχανή θα χρειαστεί ν’ απελευθερωθεί και να φορτώσει τή δουλειά της σ’ ένα άλλο πλάσμα, ν’ απαλλαγεί από τό βάρος τής σοσιαλιστικής κοινωνίας και να εξασφαλίσει κι αυτή τό δικαίωμα στην «τεμπελιά» : ώστε όλα τά ζωντανά που υπάρχουν, ρέπουν στην τεμπελιά.»

   σημείωση β : ο γιώργος κωστάκης, ο «μεγάλος Κωστάκης» όπως είναι έξω κυρίως γνωστός, ο συλλέκτης που με τήν επιμονή του, τό καλλιτεχνικό του αισθητήριο, αλλά και με τή γενναιότητά του, έσωσε τά έργα τής ρώσικης πρωτοπορίας από τήν εξαφάνιση, συλλέγοντας κι αγοράζοντάς τα από τούς ζωγράφους (τήν εποχή που οι ίδιοι όχι μόνο κρύβονταν αλλά και κατάστρεφαν (οι ίδιοι) πολλές φορές τά έργα τους τρομαγμένοι απ’ τό κυνηγητό ή καταπτοημένοι από τή γενική απαξίωση) είχε δώσει κάποιες συνεντεύξεις και στα ελληνικά (όπου μιλούσε και για τόν μαλέβιτς) αλλά δεν μπόρεσα να βρω καμιά – μάλλον η ελληνική τηλεόραση τίς έσβησε ως μειωμένου ενδιαφέροντος (εν πάση περιπτώσει ας πω εδώ σύντομα τά εξής : τή συλλογή του, κουτσουρεμένη, αγόρασε εντέλει τό ελληνικό κράτος μετά από πλήθος περιπετειώδεις μιζέριες, σήμερα δε βρίσκεται στη θεσσαλονίκη – από τήν άλλη, οι ανανήψαντες ρώσοι ανακαλύψαντες εντέλει κι αυτοί τόν εαυτό τους αξίωσαν να κρατήσουν (μεγάλο) αριθμό έργων ως φόρο (τό τμήμα αυτό τής συλλογής βρίσκεται σήμερα στην πινακοθήκη τρετιακόφ)
   κάποια έργα επίσης τής συλλογής βρίσκονται και σε άλλες χώρες που αγόρασαν πριν αγοράσει η ελλάδα αλεπού ως γνωστόν στα παζάρια (η οποία είχε εκφράσει και τήν ελπίδα κάποτε ότι ο κωστάκης θα τής τά χάριζε…) Τόν θυμάμαι με τή γυναίκα του όταν είχαν μετακομίσει εδώ, κι είχαν αγοράσει ένα σπιτάκι κάπου προς τόν υμηττό αν θυμάμαι : κοιτούσαν, στη βεράντα τους γερμένοι, τόν όγκο τού απέναντι βουνού που σαν να τούς πλάκωνε καθώς όλη τους η στάση έδειχνε ανθρώπους που είχαν συνηθίσει κατά κανόνα να κοιτάνε μεγέθη στέπας)

   σημείωση γ : ας σημειώσω τέλος κάτι ακόμα : δεν ξέρω πόσο έχει γίνει συνείδηση, αλλά με τόν σουπρεματισμό του ο μαλέβιτς, και ιδιαίτερα με τό έξοχο «άσπρο πάνω σε άσπρο», προβλέπει και προεξοφλεί από τή μια τό «τέλος» τής πρωτοπορίας κι από τήν άλλη τόν επιπλέον χρόνο που η πρωτοπορία αυτή θα κερδίσει στην αμερική μ’ έναν ζωγράφο τού «αφηρημένου εξπρεσιονισμού» πια ( : τά ονόματα, αν έχουν καμιά σημασία, διαρκώς αλλάζουνε) που πολύ θαυμάζω και ο οποίος δούλεψε για χρόνια πάνω σ’ αυτό τό «τέλος» πριν επεξεργαστεί τό δικό του προσωπικό τέλος και αυτοκτονήσει τό 1970, τόν μάρκ ρόθκο : η απόλυτη «σιωπή» τής βαθειά επεξεργασμένης «μονοχρωμίας» αυτού τού (άλλου) ρώσου που έζησε και πέθανε αλλού, φέρνει στ’ αυτιά μας μια περιπετειώδη σιωπή τής σύγχρονης τέχνης πάντως που τήν ακούμε ακόμα

 

 

μεταφορά τής έκθεσης από τή μονή λαζαριστών τής θεσσαλονίκης στο μουσείο κυκλαδικής τέχνης στην αθήνα (2008)

 

 

«l’ avant–garde russe» : η «συλλογή κωστάκη» στο παρίσι

 

 

«part of a larger documentary film about architecture and russian avant–garde art»

 

 

τό τρέϊλερ ενός ιταλικού φιλμ «για τόν επαναστάτη μαλέβιτς»

 

 

ο ποιητής τής παρέας : για τόν μαγιακόφσκυ

 

 

ο μαγιακόφσκυ σκηνοθετεί και παίζει (1918)

 

 

σύνδεσμοι : 

wiki για τόν μαλέβιτς (αγγλικά)
ρωσική σελίδα για τά κυριότερα πρόσωπα τής ρωσικής πρωτοπορίας
qwiki πινακοθήκη με σύντομα βιογραφικά για τή ρώσικη πρωτοπορία
wiki (αγγλικά) για τόν συλλέκτη γιώργο κωστάκη
wiki (
ελληνικά) για τόν γιώργο κωστάκη
για τή συλλογή κωστάκη στη θεσσαλονίκη
συνέντευξη τής μαρίας τσαντσάνογλου (διευθύντριας τού κρατικού μουσείου σύγχρονης τέχνης) για τή συλλογή κωστάκη
τά βιβλία (και τά δύο «περί τεμπελιάς», και τού μαλέβιτς και τού πωλ λαφάργκ) τά έχουν εκδόσει οι «νησίδες», εδώ ο κατάλογος
wiki για τόν paul lafargue
τό «δικαίωμα στην τεμπελιά» τού πωλ λαφάργκ διαβάζεται στα αγγλικά
  εδώ ή εδώ

 

 

  

 

 

 

 

 

        

             

                 

                                        

      

           

 

 

 

 

         

Advertisements

Απρίλιος 19, 2011

for eliza : too much smoke

    

 

   σήμερα σελίδες από μυθιστόρημα :

   όλα ξεκίνησαν εκείνο τό βράδυ επειδή η λίζα (ως γνωστόν αυτό τό χαϊδευτικό στην ελισάβετ τής τό ’χω δώσει εγώ) άναβε τό ’να τσιγάρο πάνω στ’ άλλο (είχαμε βέβαια να ειδωθούμε καιρό και τό ’χα ελαφρώς ξεχάσει) : πολύ καπνίζεις, τής είπα, κάνε και λίγο κράτει : ξέρω ότι οι απαγορεύσεις είναι κακό πράγμα, αλλά η συγκεκριμένη μπορεί να σώσει και καμιά ζωή

   μην μιλάς σαν να ’σαι και γονιός μου γαμώτο, είπε εκείνη και στρογγυλοκάθισε. Εμένα εξάλλου μού ’χει σώσει τή ζωή τό τσιγάρο, τό ξέρεις αυτό; 

   υπερβολές, είπα, σαχλαμάρες

   ναι, είπε, εγώ μόνο μια σφαλιάρα έχω φάει στη ζωή μου, κι αυτό ακριβώς επειδή ήμουνα χαζή, και ηλίθια, και δεν ακολουθούσα τούς κανόνες, κάπνιζα επιπλέον πολύ

   μέ κοίταξε καλά–καλά, κι εγώ ως συνήθως στρογγυλοκάθισα (τρελαίνομαι ν’ ακούω ιστορίες και ειδικά τίς δικές της, και να τής τίς κλέβω κιόλας, ευσχήμως όμως και δημιουργικά εννοείται, είναι μέρος τής δουλειάς άλλωστε τά υλικά – αλλά κατά βάθος τήν κολακεύει αυτό και πιστεύω άλλωστε ότι γι’ αυτό θέλει τόσο πολύ και να μού μιλάει) : άντε λέγε, τής είπα.

   ε, είπε ευχαριστημένη κι έπιασε και τό ποτήρι της, έτσι είναι :

   όταν άρχισαν οι φασαρίες είπαμε ότι δεν πρέπει, όταν θα μάς παν μέσα, να καπνίσουμε για να μην δείξουμε ότι τό χρειαζόμαστε (δηλαδή τό κάπνισμα) τόσο πολύ : δηλαδή αυτό με τό τσιγάρο που σού λέω τώρα έχει μεν πολλή πλάκα, αλλά είναι και σοβαρό : μού ’χει σώσει εμένα τή ζωή τό τσιγάρο, τό πιστεύω απόλυτα αυτό που σού λέω : η ρέα βέβαια μού τό ’χε πει από τήν αρχή ότι μπορεί να μέ κρατάγανε μέσα για λίγο και να μην τρομάξω – λοιπόν μόνο μετά από καιρό και σκέψη πολλή κατάλαβα ότι τή γλίτωσα γιατί καταβάθος δεν μπόρεσα να μείνω χωρίς να καπνίσω ούτε στιγμή : πρέπει να μέ θεώρησαν επομένως εντελώς ακίνδυνη και άσχετη – γιατί βλέπεις κάπνισα αρειμανίως : βέβαια, ξέραμε ότι θα μάς αφήνανε να περιμένουμε ώρες, αυτό δεν μού ’κανε εντύπωση : δεν μπορώ να σού πω ακριβώς τώρα πώς μού φάνηκε εκείνη η καινούργια η ασφάλεια που δεν ήτανε η μπουμπουλίνας, και τί χρώμα και μυρωδιά και τί αίσθηση είχε γιατί θα χρειαζόμουνα τόμους σαν εκείνους τού προυστ, θα στο διηγηθώ όμως με πολύ λίγα λόγια γιατί ήταν από μια άποψη και εντελώς λιτό και ξεκάθαρο : εξάλλου αυτό τό άσπρο χαρτί κάτω απ’ τήν πόρτα που μάς είχανε στείλει, με όλη του τήν εξωτερική και απαίσια μυρωδιά – μάς φαινότανε, είμαι σίγουρη σε όλες μας, σαν φιλοφρόνηση, τό πιο άγριο πτυχίο που μάς είχανε δώσει ποτέ, τά πιο συνταρακτικά για όλους μας (και με κατεβασμένα τά μούτρα τών άλλων, γιατί όλες είμαστε καλών οικογενειών όπως καλά ξέρεις – ξέρω καλά, είπα) λοιπόν, είπε, συγχαρητήρια :

   βέβαια εγώ σκεφτόμουνα συνεχώς τίς συμβουλές που μού είχανε δώσει και τίς προειδοποιήσεις τους : δεν είχα σκοπό καταρχάς να διαφέρω – λοιπόν μέ αφήσανε να περιμένω όπως έπρεπε καμιά ώρα σε κείνον τόν διάδρομο που είχε έναν πάγκο μακρύ, και είμαι σίγουρη ότι είχα πάρει ύφος πολύ σκληρό, όπως συνήθιζα άλλωστε τότε, και χωρίς να τό καταλάβω άναψα ένα τσιγάρο σχεδόν αμέσως : ύστερα, μόλις τό κατάλαβα, έκανα μέσα μου τήν κατασκευή ότι πολύ καλά φερόμουνα διότι δεν ήθελα να φανεί αργότερα ότι μού λείπει : τό έκανα λοιπόν τό πραξικόπημα ενάντια στις διδαχές τους (εξάλλου τό χρειαζόμουνα : δεν υπήρχε λόγος να περάσω τά δύσκολα που θα ακολουθούσαν μετά, σκεφτόμουνα, έχοντας συγχρόνως και τήν επιθυμία αυτή να μέ δέρνει) : τό άναψα λοιπόν τό τσιγάρο ξεχνώντας αμέσως όλες τους τίς συμβουλές – και ούτε ίχνος ενοχής δεν είχα που τούς παράκουσα : ήμουν άλλωστε τελείως μόνη, δεν ακουγόταν τίποτα και είχα απλώς τήν υποψία ότι μπορεί και να μέ παρακολουθούνε από καμιά τρύπα στον τοίχο δεν ξέρω δηλαδή ακριβώς κιόλας τί είχα πάθει : νομίζω ότι ο οργανισμός εκκρίνει κάποιο ναρκωτικό σ’ αυτές τίς περιπτώσεις

   έβαλε ένας μέσα τό κεφάλι του μετά από ώρα, ένας λέρας απ’ αυτούς με τίς καμπάνες και τήν λερωμένη φάτσα και μέ κοίταξε κι ύστερα έφυγε : τόν κοίταξα κι εγώ καλά–καλά (εκείνη τήν ώρα κάπνιζα τό δεύτερο ή τό τρίτο τσιγάρο δεν θυμάμαι κιόλας ακριβώς τίς λεπτομέρειες – και τά πέταγα όλα τους κάτω – θυμάμαι πάντως ότι είχα σκεφτεί Δεν έχουν τασάκι και έχει γούστο να μού πουν ότι τούς λερώνω τό πάτωμα και να πιαστούν δήθεν ότι θυμώνουνε απ’ αυτό) όμως ένιωσα και μια σχετική απογοήτευση που δεν μέ κοιτάζανε από τίποτα μυστικά τζάμια – εξάλλου ήμουνα φυσικά τόσο ηλίθια που είχα τήν διάθεση να τού τό πω κιόλας δεικτικά «θα περιμένω κι άλλο ακόμα;» αλλά ευτυχώς κρατήθηκα : πιστεύω δηλαδή ότι κάνοντας τήν άνετη ξέχυνα μέσα μου τό ναρκωτικό μου για να μη μέ πιάσει ο φόβος

   πάντως διατηρούσα και τή διαύγεια να καταλάβω ότι ήτανε ελαφρώς χειροτεχνική η κατάσταση. Ή μήπως τή διατηρούσαν έτσι επίτηδες, ώστε να σού δημιουργήσουν μια οικειότητα, ότι τίποτα δεν είναι δήθεν περίεργο, και μετά ξαφνικά να στη σπάσουν, και τά περίεργα να σέ τσακίσουν μετά εντελώς; Μού έκανε πάντως εντύπωση που ήρθε ο ίδιος ακριβώς λέρας να μέ φωνάξει να πάω μέσα : μά, σκέφτηκα, δεν έχουνε άλλον υπάλληλο; σαν να ’ταν έρημο τό κτήριο φαινότανε : σχεδόν δεν μού μίλησε, μού φερόταν σαν να ’μαι κανένα σκυλί : τόν ακολούθησα και άνοιξε μια πόρτα (σαν από μόνη της, σαν να ’ταν από τήν σπηλιά τού αλή–μπαμπά) και μπήκα σ’ ένα δωμάτιο κανονικό και με φως αρκετό :

   βέβαια ήταν περίεργο να τό ονομάζεις κανονικό αυτό τό δωμάτιο, αλλά δεν θα μπορούσε να ’ναι και κανονικότερο : ακριβώς δημοσιοϋπαλληλικό σαν μιας εφορίας, ανάλογα δηλαδή με τά πράγματα που είχε μέσα. Και ήταν ένας χοντρός με πρόσωπο εξαιρετικά ασήμαντου, και δύσμορφου σχεδόν πίθηκου, αυτός που καθότανε πίσω από τό γραφείο : ήταν ο ασφαλίτης που είχαν ορίσει για μένα και ξέραμε τό όνομά του από τό χαρτάκι που  είχανε στείλει, τό είχαμε συζητήσει όλες δηλαδή μεταξύ μας ότι δεν ήταν από τούς πρώτους και από τούς καλύτερους (αυτό πρέπει να πω ότι ελαφρώς μέ πείραξε) είχε λοιπόν τ’ όνομά του γραμμένο σε ένα μαύρο ξύλο μπροστά : και μιλούσε στο τηλέφωνο πολύ δυνατά τήν ώρα που μπήκα, και κάποιος άλλος μέ έβαλε να καθίσω σε μία καρέκλα στο γραφείο μπροστά, και ήταν περίεργη η απόστασή της ήθελα να τήν κουνήσω αλλά δεν τόλμησα, είχε μια απόσταση από τό γραφείο και μια απόσταση από τόν τοίχο πιο πέρα και ήμουνα ξεκάρφωτη εντελώς εγώ εκειπέρα στη μέση : και τότε έκανα κάτι που δεν μπορώ να τό πιστέψω ούτε σήμερα ακόμα, κάθισα σταυροπόδι και άναψα τσιγάρο : αυτός συνέχιζε να φωνάζει έξαλλος στο τηλέφωνο κάτι είχε εναντίον τής κόρης του, και μού φάνηκε τελείως αντιεπαγγελματικό και πρόχειρο, τήν ώρα που ήταν να μέ ανακρίνει να έχει οικογενειακό τηλεφώνημα, κάτι έλεγε ίσως με τήν γυναίκα του, ή μιλούσε ίσως με κάποιον άλλον συγγενή, οπωσδήποτε όμως κατάλαβα ότι μιλούσε για τήν κόρη του και φώναζε με άγριο ύφος κοιτώντας με κιόλας, αλλά χωρίς να μέ χαιρετήσει που μπήκα, Θα πάρω τό μπιστόλι εγώ άμα η κόρη μου εμένα τολμήσει να μού κάνει τέτοια δεν τά ανέχομαι αυτά εγώ και θα τής τινάξω τά μυαλά στον αέρα, και εγώ τόν κοιτούσα και κάπνιζα και μέ κοιτούσε κι αυτός και κάποια στιγμή μάλιστα έσπρωξε μ’ έναν ήπιο τρόπο ένα τασάκι προς τό μέρος μου ίσια με τά δάχτυλά του προς τή μεριά μου, και στο τέλος έσβησα τό τσιγάρο και ύστερα τελείωσε και τό τηλεφώνημα (δεν θα άναβα άλλο τσιγάρο : στο λέω να ησυχάσεις) σταύρωσε λοιπόν τά χέρια του πάνω στο γραφείο και μέ κοίταξε ήρεμα και είπε Δεν μού λες τί είναι αυτά εδωπέρα που έχουμε Ελισάβετ; (ένα από τά γελοία που είχανε, και τό είχαμε συζητήσει κιόλας όλες, ότι θα σού μιλούσαν δηλαδή στον ενικό δήθεν ότι τά ξέραν όλα για σένα, αλλά με τό όνομα που έγραφε η ταυτότητα μόνο : δεν ξέραν τά παρατσούκλια οι ηλίθιοι)  σκύβοντας λοιπόν τότε λίγο προς τά πόδια του που δεν τά έβλεπα κιόλας, εμφάνισε σαν ταχυδακτυλουργός ένα χαρτονένιο πράγμα ξεθωριασμένου χρώματος κίτρινου ή ροζ από κάτω από τό γραφείο του ή πάνω από τά γόνατά του πολύ φτενό, πάρα πολύ λεπτό πράγματι : μού κόπηκε η ανάσα όταν σκέφτηκα με πολύ καμάρι ο φάκελος ο φάκελός μου έχω φάκελο που είναι μόνο δικός μου και γι’ αυτό είναι τόσο λεπτός – ένιωσα δηλαδή μια ευχαρίστηση που ήταν πολύ όμοια με περηφάνεια για τό γεγονός ότι δεν υπήρχε οικογενειακός φάκελος και ξεκινούσανε όλα από μένα (και οι άλλες όμως έτσι νιώθαμε οι περισσότερες), αλλά όταν τόν άνοιξε είχε κάμποσα χαρτιά μέσα, αυτό τό κατάλαβα, αλλά δεν έβλεπα από κει και καλά (προσπάθησα μού φαίνεται να δω κάπως καλύτερα αλλά δεν μπορούσα να καταλάβω αν εκείνο τό χαρτί δηλαδή ήταν δικό μου ή τό ’χε γράψει άλλος) αλλά αυτός τώρα φαινόταν πολύ θυμωμένος και ξεχωρίζοντας αυτό τό χαρτάκι από τά υπόλοιπα (τό είχε και πάνω–πάνω) μού είπε Τί είναι αυτά εδώ Ελισάβετ; – ήταν πολύ θυμωμένος και δεν καταλάβαινα τίποτα, ώσπου άρχισε να διαβάζει (είχε κι ένα ηλίθιο ύφος όπως οι δάσκαλοι που απαγγέλλουν στο δημοτικό) : Η σημερινή συνέλευση έδειξε ποια είναι η πλειοψηφία τών φοιτητών – ήταν τό ψήφισμά μας, θυμάμαι ότι ήμουν σε μεγάλη φόρμα και είχα πει τής ρέας άσε θα τό γράψω εγώ και κείνη συγκατένευσε και στο κάτω–κάτω θα τό ελέγχανε όλες μετά, εξάλλου ξέραμε, τό ύφος τών πραγμάτων που λέγαμε ήταν σαν ενιαίο, μιλάγαμε ο καθένας με τό ύφος του αλλά σαν να μιλάγαμε με τόν ίδιο μουσικό τόνο όλοι μαζί : κι έτσι είχα απομακρυνθεί θυμάμαι για λίγο μέσα στο πλήθος που σπρωχνότανε πάνω εκεί που ο ήλιος ήτανε τόσο ζεστός σ’ ένα πεζούλι να γράψω γιατί ήμουν σε φόρμα και μού ’χε έρθει αυτή η πρόταση Η σημερινή συνέλευση έδειξε ποια είναι η πλειοψηφία τών φοιτητών, και μού είχε φανεί πολύ ωραία αρχή (αλλά ήμουν και σίγουρη ότι όλοι θα τό αρχίζαμε έτσι) και – αυτό τό θυμάμαι καλά – ένιωσα κάποια στιγμή κάποιον να σκύβει από πάνω μου ενώ στριμωχνόντουσαν γύρω μου όλοι φωνάζοντας και γινόταν χαμός, κι ένιωσα έναν με προσοχή αδιάκριτη που μέ ενόχλησε, να σκύβει να δει ακριβώς τί θα γράψω και εκνευρίστηκα : (γιατί πάντα μ’ εκνευρίζει αυτό, δεν μπορώ να μέ κοιτάν όταν γράφω) (αλλά καμιά φορά δεν τό λέω όταν είμαι με φίλους) (όμως εκείνη τή φορά τό είπα γιατί μέ εκνεύρισε) και γύρισα λοιπόν και τόν είδα, ήταν ένα πρόσωπο άγνωστο απ’ αυτούς που δεν τούς ξέραμε και εγώ δεν τόν είχα ξαναδεί κι όχι μόνο κοίταζε με περιέργεια αλλά τό ύφος του δεν ήταν καν φιλικό, σαν να ήταν απλώς και μόνο περίεργος : και σταμάτησα και τού είπα Σέ παρακαλώ κάνε παραπέρα λιγάκι γιατί δεν μπορώ να γράφω άμα μέ κοιτάνε, και μέ κοίταξε μ’ ένα άχρωμο ύφος κι απομακρύνθηκε σα δυσαρεστημένος κιόλας : κι εκειπέρα σκέφτηκα «λοιπόν νά που μπορεί να ήταν χαφιές, νά που κάποιος εκειπάνω ήταν χαφιές, τό ψήφισμα αυτό ήτανε τής σχολής, πού τό ξέρουνε αυτοί ότι τό ’χα γράψει εγώ», και ήτανε μια σκέψη που μού έφερε μεγάλη αμηχανία, «είχαμε χαφιέδες λοιπόν στην ταράτσα» και ήταν, τό ήξερα ότι ήταν, απ’ αυτές τίς σκέψεις που όταν τίς έλεγα δυνατά στις άλλες σαν να ανέφερα κάτι περίεργο, όλες μαζί θα μού λέγανε γελώντας, Τί λες ρε επιτέλους, σοβαρά, τό κατάλαβες; αλλά εκείνη τήν ώρα τό σκεφτόμουνα μόνη μου με όλη τήν άνεση και μπορούσα να τό σκέφτομαι συνέχεια, και συγχρόνως δεν μπορούσα να καταλάβω καλά και τόν θυμό του αυτουνού : γιατί τό κείμενο δεν έλεγε και τίποτα περίεργο, αλλά σκεφτόμουνα Είχαμε ακόμα και στην ταράτσα χαφιέδες λοιπόν, και τά παρακολουθούσανε όλα, δεν τούς ξεφεύγει λοιπόν τίποτα
   όμως αυτός φαινότανε πολύ θυμωμένος και τό ’λεγε και τό ξανάλεγε, και τό διάβαζε απαγγέλλοντας : κι ύστερα ξαφνικά δεν κατάλαβα πώς, μες στο δωμάτιο ήταν κι άλλες φωνές και γύρισα, πρέπει να ’μουν κατάπληκτη, γιατί είδα ότι είχαν μπει απ’ τήν πόρτα πάρα πολλοί, κάτι περίεργο είχε συμβεί σ’ εκείνην τήν πόρτα και σ’ αυτό τό δωμάτιο κι ενώ δεν άκουσα θόρυβο ίσως ή δεν τήν είδα ν’ ανοίγει (αν και βέβαια κοιτούσα συνέχεια μπροστά προς αυτόν) εκείνη τή στιγμή γύρισα προς τήν πόρτα κι ήταν ένα μπουλούκι πάρα πολλοί εκεί, κι ήταν περίεργος ο τρόπος όπου στεκόντουσαν, ήτανε λίγο σαν σκηνογραφία μιας όπερας : λίγο σαν χορωδία ήτανε όλοι μαζί, γιατί ήταν μαζεμένοι τριγωνικά στο άνοιγμα τής πόρτας και άφηναν ένα τεράστιο κενό στο υπόλοιπο δωμάτιο, ανάμεσα σε μένα και σ’ αυτόν, ανάμεσα σ’ αυτούς και σε μάς, και μάς κοιτάζανε – και συγχρόνως είχαν αρχίσει να μουρμουρίζουν, αλλά δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί ήταν όλοι στριμωγμένοι εκεί πέρα : και τούς κοίταξα για λίγο, δεν ξέρω τί ύφος είχα αλλά τούς κοίταξα, κι ύστερα κοίταξα πάλι αυτόν, και τότε αυτός έκανε κάτι πολύ καταπληκτικό, κινήθηκε με φοβερή δηλαδή και σχεδόν αναπάντεχη ευελιξία για τόσο χοντρό και άσχημο άνθρωπο και έκανε μια πιρουέτα γύρω από τό γραφείο του και προς τ’ αριστερά και πριν προλάβω καν να καταλάβω τί θα γίνει ή τί γίνεται, έδωσε μια στην καρέκλα του πίσω και όρμησε προς τό μέρος μου προς τά μπροστά, κι αφού πρώτα έστριψε κυκλικά, με μια φοβερή ταχύτητα για έναν τόσο χοντρό και άσχημο άνθρωπο, τινάχτηκε από τή θέση του ήρθε στη θέση μου και μού έδωσε με τό δεξί του χέρι ένα χαστούκι (τώρα υποθέτω με βάση τήν εικόνα τής σκηνής αυτής ότι ήταν τό δεξί του τό χέρι, τότε δεν τό σκέφτηκα ή δεν τό κατάλαβα) αρκετά δυνατό για να μέ πετάξει κάτω από τήν καρέκλα (προς τά δεξιά, εκεί που ήτανε τό καλοριφέρ και επίσης πιο πίσω ήταν ένα τελείως σκοτεινό παράθυρο) και να πετάξει και τά γυαλιά μου κάτω με τήν ίδια κίνηση στο πάτωμα, σχεδόν κάτω από τό καλοριφέρ αυτά, και μού φάνηκε τόσο μικρό, αν και αναπάντεχο αυτό, και τόσο ελάχιστα αιτιολογημένος ο θυμός του (κι ακόμα δεν άντεχα να μην σκέφτομαι από μέσα μου ότι δεν ήτανε πραγματικά θυμωμένος κι ότι έπαιζε απλώς θέατρο) αλλά συγχρόνως όπως είχα πέσει πλαγίως προς τό καλοριφέρ κι έψαχνα να βρω τά γυαλιά μου κι έλπιζα ότι δεν θα μού απαγορέψουνε τώρα να τά φορέσω (τό να μη βλέπω καλά θα μ’ ενοχλούσε αφόρητα, ήθελα τουλάχιστον να ξέρω τί θα κάνανε όλοι και τί γίνεται), αλλά είχα κιόλας τήν αίσθηση ότι μπορεί όπως ήμουν πεσμένη να μού δώσει και μία κλωτσιά κι από πίσω, διότι ποιος ξέρει τί άλλο σκεφτόταν εκείνος ο άνθρωπος με τό ελάχιστο μυαλό που είχε μέσα στο γοριλίσιο κεφάλι του που από πίσω ήταν κομμένο σαν τού νεάντερταλ, αλλά όλ’ αυτά δεν ήταν καθόλου σημαντικά κι ας κάνω τόση ώρα να στα πω, τό σημαντικό ήταν άλλο : ότι με τήν ξαφνική του αυτή πιρουέτα κι επίδειξη ευλυγισίας και τό χαστούκι, μού ήρθε μια φοβερή επιθυμία να γελάσω : εκεί ακριβώς ήτανε που φοβήθηκα, και ευτυχώς που είχα πέσει κάτω και ήμουνα στραμμένη προς τόν τοίχο κι έψαχνα και για τά γυαλιά μου, για να μπορέσω να συνέλθω πρώτα λίγο  γιατί αν τυχόν (έλεγα από μέσα μου) σκάσω χαμόγελο θα πεθάνω τώρα εδωμέσα, ποιος ξέρει τί θα γίνει αν βάλω τά γέλια, και προτίμησα να σκέφτομαι ότι μπορεί να φάω καμία κλωτσιά στον πισινό για να φοβηθώ και να σοβαρέψω (όχι ότι δεν φοβόμουνα όλη τήν ώρα αυτή, αλλά να φοβηθώ έτσι που να μην μού ’ρχεται να γελάσω) : τότε ακριβώς μού ήρθε μια νέα διάθεση για γέλια καθώς σκέφτηκα ότι έτσι όπως ήταν ο κώλος μου γυρισμένος προς τό μέρος τους ήταν σαν έτοιμος σαν τουρλωμένος και έτοιμος για κλωτσιά : τότε ο τρόμος μέ συνέφερε καθώς σκέφτηκα ότι αν γελούσα αυτό θα ήταν τό τέλος μου, και σκέφτηκα εκειπάνω σκηνές θανάτου για να συνέλθω περισσότερο, και γύρισα όσο μπορούσα πιο ήρεμα και κάθισα ξανά στην καρέκλα και φόρεσα και τά γυαλιά μου κι ακόμα δεν ήμουνα σίγουρη ότι θα μπορέσω να κρατηθώ και δεν θα σκάσω κανένα χαμόγελο έτσι που κοιταζόμαστε πάλι ήσυχα σαν τίς κουμπάρες ο καθένας στο κάθισμά του ύστερα απ’ αυτό τό σύντομο ιντερμέτζο τής δήθεν βίας, λες και δεν ήξερα ότι αυτό δεν ήτανε τίποτα

   κι αυτός είχε σταυρώσει πάλι τά χέρια του και μέ κοίταζε σαν να μην είχε συμβεί απολύτως τίποτα, λες και τό ονειρεύτηκα : προσπάθησα τότε να μην σκεφτώ τήν εικόνα του να κάνει τόν ακροβάτη σε τσίρκο (αλλά αυτό ακριβώς σήμαινε ότι τήν είχα ήδη σκεφτεί κι αυτό ήταν πολύ επικίνδυνο) και σκέφτηκα θυμάμαι πολύ θυμωμένη «Τί θα γίνει λοιπόν νευρικό είν’ αυτό κατά βάθος, θα πεθάνω για μία βλακεία εδώ μέσα;» και δεν χρειάστηκε να πολεμήσω περισσότερο γιατί μέ έσωσε τότε, από κείνη τή στιγμή και μετά, αυτή η φασαρία που ξέσπασε από τ’ αριστερά : γιατί μόλις αυτός έκανε τήν πιρουέτα του ξαναγύρισε αμέσως και κάθισε (κι αυτό ήταν τό πιο αστείο) με σταυρωμένα πάλι τά χέρια και κοίταζε τήν καρέκλα μου ίσια μπροστά του ανέκφραστος, μέχρι να ξανακάτσω κι εγώ (και είναι βέβαια περίεργο πώς μπορεί πεσμένη να τόν είχα δει να ξαναγυρίζει στην καρέκλα του, αλλά έχω τήν εντύπωση ότι τόν είδα τήν ώρα που έψαχνα για τά γυαλιά μου συγχρόνως) και η πιο δύσκολη στιγμή ήταν όταν λοιπόν ξανακάθισα : διότι τώρα μού φαινόντουσαν όλα πιο αστεία από κάθε άλλη φορά : και απ’ αυτή τή δύσκολη κατάσταση μέ έσωσε ακριβώς εκείνος ο οχετός που ξεχύθηκε (ή που είχε αρχίσει κιόλας να ξεχύνεται) από τ’ αριστερά: Μιλούσανε όλοι μαζί, και μιλούσανε θυμωμένα ενώ δεν κουνιόντουσαν καθόλου, σαν πειθαρχημένη χορωδία μιας όπερας : και συγχρόνως μού έδιναν τήν εντύπωση ότι εγώ ήμουν γι’ αυτούς τό θέαμα κι αυτοί ήτανε τό κοινό, και καθόντουσαν στην άκρη στριμωγμένοι σαν να ήταν φτωχοί θεατές που δεν είχαν εισιτήριο να παν στις καλές θέσεις : φτωχοί και όρθιοι αλλά πολύ θυμωμένοι, και με πολύ ήρεμο τρόπο μαζί θυμωμένοι : στο σημείο αυτό φοβήθηκα λοιπόν πολύ από δύο κυρίως εκφράσεις τους : (νά τί κάνει η συζήτηση : τό ξέρει αυτό ξέρεις και ο κλάϊστ, αλλά και ο φρόϋντ : μόλις πριν από δύο λεπτά θυμόμουνα μόνο τό ένα, και νόμιζα μάλιστα ότι μόνο αυτό μού ’χει μείνει ολόκληρο από όσα μού είπανε, και τώρα μού ήρθε και τό δεύτερο που ήταν πολύ σπουδαιότερο, αυτό δηλαδή κατά βάθος που ίσως εξαιτίας του να φοβήθηκα και πιο πολύ, έτσι που να πήγαν περίπατο οι πιρουέτες : )

   κατ’ αρχάς πρέπει να σού πω ότι ήτανε πολλοί τώρα, και τώρα ήταν εκεί μαζεμένοι και οι πιο μεγάλοι, γι’ αυτό ήμουνα σίγουρη : και μιλάγανε όλοι μαζί, αλλά ένας ξανθός που ήταν σε μια πιο πίσω σειρά, και ήταν και πολύ ψηλός και τό κεφάλι του έβγαινε από πάνω, τά ’χε μαζί μου πολύ πιο πολύ : ήτανε όμως τόσο ήρεμοι και ψυχροί που στην κυριολεξία πάγωσα, ποτέ άλλοτε δεν είχα νιώσει ότι πλησιάζει η ώρα, και κάθε όρεξη για γέλιο μού είχε κοπεί : διότι οι περιγραφές τους ήτανε εντελώς επαγγελματικές και ψυχρές : κι όμως, μια από τίς σκέψεις που έκανα καθώς τούς κοίταγα έτσι κατάπληκτη (είμαι σίγουρη ότι τούς κοιτούσα κατάπληκτη, δεν μπορώ να τό ξέρω βέβαια, απλώς τό υποθέτω) μια λοιπόν από τίς πολλές σκέψεις που έκανα ανάμεσα στις άλλες σκέψεις (σχετικά με τόν πάγκο), ήταν και μια φοβερά περίεργη που πέρασε σαν αστραπή (και εξαφανίστηκε μαζί τήν ίδια στιγμή μάλλον) κι αυτή ήτανε Αυτός ο ξανθός είναι κατά βάθος ωραίος άντρας αλλά τό ύφος του τόν κάνει να ’ναι τόσο άσχημος τί θέλει εδωπέρα αυτός δεν μπορούσε να βρει άλλη δουλειά; και είναι περίεργο αλλά αυτός ακριβώς μέ απειλούσε με κάτι που μ’ ενοχλούσε πολύ, αν και δεν ήταν, άμα τό καλοσκεφτούμε, και πάρα πολύ σοβαρό : έλεγε δηλαδή κάθε τόσο αυτός Άσε μην έρθω τώρα εκεί μπροστά και τής χώσω τά γυαλιά μες στα μάτια : είναι περίεργο αλλά αυτά τά απαίσια όντα είχανε μια αίσθηση μουσικής πάντως στη δομή αυτών πού ’λεγαν : πεταγόταν ο καθένας κι έλεγε τό μακρύ του και τό κοντό του κι οι φωνές τους βαραίναν και ψήλωναν (κάθε τόσο και κάποιος από τούς μπροστά, τούς κοντούς, (αλλά νομίζω ότι ήταν από τούς σημαντικότερους τότε αυτός) (ξέραμε τά πρόσωπα) γύρναγε προς τά πίσω, προς τήν πόρτα, και έλεγε Πήγαινε να δεις αν τελείωσαν οι άλλοι με εκείνον στον πάγκο για να τήν πάμε μέσα αυτήν, και ύστερα οι άλλοι προσθέταν τίς φωνές τους, ψιλές και χοντρές, και φωνάζανε πάλι όλοι μαζί διάφορα που δεν τά θυμάμαι αυτά, και τότε ερχόταν η ώρα του, τέλεια μετρημένη σαν από μετρονόμο, κι έλεγε πάλι ο ξανθός Να έρθω τώρα εκεί πέρα μπροστά να τής χώσω τά γυαλιά μες στα μάτια (κι εδώ είναι δύο τά περίεργα αν θες να ξέρεις (δηλαδή εγώ τότε τά διαπίστωσα)), και τό ένα ήταν ότι μιλούσαν σε τρίτο πρόσωπο για μένα σαν να μην ήμουν εγώ εκεί, και τό δεύτερο ότι η απειλή αυτή με τά γυαλιά μέ τρόμαζε σχεδόν εξίσου με τόν πάγκο : τόν φοβόμουν αφάνταστα αυτόν τόν ψηλόν, τόν είχα ικανό για όλα έτσι με τέτοιο πρόσωπο να κάνει αυτή τή δουλειά) Κάποια στιγμή λοιπόν μού πέρασε απ’ τό μυαλό (σαν σίφουνας) ότι μού είχαν κοπεί τά γέλια κι ότι τούς κοίταζα πιθανώς σαν χαζή αλλά πραγματικά ήταν τό μόνο πράγμα που μπορούσα να κάνω αυτό : να τούς κοιτάω σα χαζή : ήτανε μια ασφάλεια έτσι, τουλάχιστον να ξέρω από πού θα μού έρθει, ποιος θα κινηθεί πρώτος, και τί ακριβώς θα κάνει ή θα πει : Είχα λιποθυμήσει από μέσα μου δηλαδή πιστεύω εντελώς, κατά κάποιον περίεργο τρόπο τό Δες αν τέλειωσε ο άλλος από μέσα με τόν πάγκο – πέρα από τό ότι τό θεωρούσα εντελώς σοβαρό και βέβαιο – μού ’φερνε με επιμονή και τήν εικόνα ενός συγκεκριμένου παιδιού που βασάνιζαν, ένα αγόρι από τή δικιά μου σχολή : δεν μπορώ καν να θυμηθώ αν είπαν τ’ όνομά του αλλά εγώ φανταζόμουνα αυτόν και μόνο αυτόν, και φανταζόμουνα βέβαια με λεπτομέρειες και τό δωμάτιο: καθαρό, ευάερο ευήλιο μ’ έναν πάγκο από άσπρο ξύλο σουηδικό καλολουστραρισμένον στη μέση : τό ότι δεν άκουγα φωνές ήταν ακόμα φριχτότερο : υπήρχε τόσο τέλεια μόνωση λοιπόν; επομένως δεν θ’ ακουγόμουνα ούτε εγώ. Δεν θ’ ακουγότανε τίποτα. Και εν τω μεταξύ η χορωδία συνέχιζε με τήν πλήρη της εκείνη δομή : Για δες αν τέλειωσε αυτός να τήν πάμε αυτήν, έλεγε ο ένας, μέ βρίζανε και μέ απειλούσανε με διάφορους τρόπους οι άλλοι, ο ένας ότι θα μέ χτυπήσει από δω, ο άλλος ότι θα μέ χτυπήσει από κει, και στο τέλος υψωνόταν σε κανονικά διαστήματα τέλεια εκείνη η λύσσα τού ξανθού τού ψηλού για τά γυαλιά : Θά ’ρθω τώρα να τής τά χώσω στα μάτια. Ώσπου να τήν πάμε πιο μέσα, έλεγε ο άλλος, για δες αν τέλειωσε με τόν πάγκο αυτός. Σέ διαβεβαιώ ότι δεν είχα λιποθυμήσει από μέσα μου άλλη φορά έτσι από φόβο –  αναγκασμένη να είμαι κιόλας καθιστή και ακίνητη : δεν ξέρω πώς ήμουνα όταν τούς κοιτούσα, αλλά θα πρέπει να ήμουν κατάπληκτη, πιθανόν και χλωμή και σίγουρα θα φαινόμουνα βλάκας : ένας βλάκας που ’χε ξεχάσει τελείως και τό τσιγάρο και όλα, και άκουγε απλώς σα βλάκας

   και μετά δεν ξέρω πώς έγινε, και ξαφνικά βγήκαν από τήν πόρτα και τό δωμάτιο άδειασε και νόμισα ότι ήρθε η ώρα μου, πώς και δεν λιποθύμισα; λοιπόν έχω πολύ απορήσει κατά τό παρελθόν πώς είχα τέτοια περιθώρια να μην πέσω ξερή : δεν είχα ο βλάκας τί άλλο να κάνω και κοίταζα τόν ασφαλίτη : πολλές φορές πρέπει να σού εξομολογηθώ ότι κατά τό παρελθόν, εκείνο τό σύντομο παρελθόν τών μερικών μηνών (που φαινόντουσαν αιώνες και σα να ’ταν η ζωή μας ολόκληρη) (και σα να μην είχε υπάρξει άλλη ζωή πριν απ’ αυτήν) όταν σκεφτόμαστε δηλαδή μεθόδους για άμυνα εγώ είχα καταλήξει (περιέργως δεν είχαν γελάσει τότε και τόσο, και οπωσδήποτε ήμουν ευγνώμων) είχα πει ότι θα λέω ποιήματα : τουλάχιστον όσο θα μπορούσα, δηλαδή στην αρχή : για ν’ αντέξω τούς έλεγα τόν τρόμο : κι εκείνη τήν ώρα λοιπόν κοιτώντας τόν ασφαλίτη σκεφτόμουνα ένα πράγμα, τί ποίημα τώρα να πω και δεν μού ’ρχότανε κανένα ποίημα ολόκληρο, μ’ όλες τίς δοκιμές που ’χα κάνει : παρά μόνο τό J’ est une autre τού ρεμπώ : κι ακόμα καλύτερο μόνο τό όνομα τού μικρού να φωνάζω : ή και άλλα ονόματα μού ’ρχόντουσαν, και ίσως μάλιστα όλα με τή σειρά τους : ρεμπώ και μπρετόν μαλλαρμέ, ρεμπώ και μπρετόν μαλλαρμέ, και μού ’χε μπει η ιδέα ότι θα τούς ξαφνιάσω έτσι και ότι μπορεί και να φοβηθούνε και λίγο : αλλά όλ’ αυτά βέβαια από μέσα μου: είμαι σίγουρη ότι τόν κοίταζα απολύτως εγώ σιωπηλή, ούτε ένα στίχο δεν είπα, αλλά κάποια στιγμή αυτός είπε Πάρτην μέσα για φωτογραφίες (σε κάποιον που είχε μπει χωρίς να τόν δω) : δεν ξέρω γιατί, αλλά κατάλαβα ότι είχε τελειώσει : Δεν ήμουνα σίγουρη, αλλά ήμουν συγχρόνως και βέβαιη : αν έλεγε μόνο Πάρτην μέσα πιθανόν και να λιποθύμαγα, να μη μέ κρατούσαν τά πόδια μου. Μπορεί και να μη μέ βαστούσαν τά πόδια μου πράγματι, τό πιστεύω : αλλά μ’ αυτό που είπε (σε κάποιον που είχε μπει χωρίς να τόν δω) μού φάνηκε ότι όλα τελείωσαν και μού τήν είχαν χαρίσει αυτήν τήν φορά, αλλά δεν μπορούσα να είμαι και σίγουρη : ίσως να ήταν αυτή η σειρά

   εκείνο τό δωμάτιο ήταν λίγο διαφορετικό και ελαφρώς τεχνοκρατικό : είχε καλώδια ξύλα βάθρα και μηχανήματα κι ήταν κάτι μικρότεροι χαφιέδες εκεί μέσα που κάναν αυτήν τήν δουλειά : θυμάμαι καλά τόν προβολέα, τό άσπρο πανώ, τό πρόσωπό μου απέναντι, και τή σκέψη ότι με τό χαστούκι και τήν τούμπα τά μαλλιά μου θα πετάγαν δεξιά–αριστερά και ποιος ξέρει πώς θα ’βγαινα (ναι καλά κάνεις και γελάς, γελάω κι εγώ τώρα, αλλά τότε δεν γέλασα καθόλου, απόρησα για τό πώς να ’μουνα άραγε, πώς να ήτανε τά μαλλιά μου) έκανα μάλιστα θυμάμαι και μια πολύ σύντομη ανασκόπηση στο παρελθόν και μού πέρασε αστραπιαία από τό μυαλό τό πως όταν ήμουν μικρή μού λέγανε πάντα να γελάω στις φωτογραφίες : και υπήρχε αυτή η φήμη ότι δεν γέλαγα εγώ στις φωτογραφίες ποτέ ενώ εγώ ήμουνα σίγουρη πως ήμουν πάντα πολύ γελαστή, και δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί επέμεναν τόσο πολύ να γελάω επιπλέον στις φωτογραφίες : πάντως εδώ πρόσεξα ότι κανείς δεν ασχολήθηκε με τό ύφος μου : ήρθε ένας μόνο και μέ έσπρωξε με τό χέρι του να γυρίσω δεξιά κι ύστερα αριστερά. Όταν μέ ξαναπήγανε μέσα για να μού δώσει τήν ταυτότητά μου πίσω ο ευλύγιστος (τό γραφείο τώρα ήταν έρημο και η πόρτα ανοιχτή) κατάλαβα ότι την είχα γλιτώσει μάλλον για τά καλά

   λοιπόν τί λες; δούλεψε απλούστατα σίγουρα αυτό με τό τσιγάρο – ήταν τόσο αντισυνωμοτική δηλαδή η συμπεριφορά μου που μάλλον μέ περάσαν για τελείως ηλίθια και άσχετη. Κατεβαίνοντας τήν σκάλα φοβόμουνα ακόμα, δίπλα μου ήταν τό ασανσέρ αλλά δεν μπήκα στο ασανσέρ (κι ούτε και ήξερα καν αν μπορούσε να μπει κανένας άλλος ποτέ στην αστυνομία σε ασανσέρ) βγήκα έξω κι η Μεσογείων μού φάνηκε ένα πολύ δροσερό μέρος γεμάτο ζωή : ένα αφάνταστο δώρο αυτός ο μουντός δρόμος : δεν περίμενε κανένας, καμιά μας δεν είχε δηλώσει επιθυμία να οργανώσουμε συνοδείες, οργανώναμε συνθήκες σκληραγώγησης καταλαβαίνεις, και επίσης κανένας δεν μίλησε και δεν διηγήθηκε ποτέ τήν ιστορία, πώς τήν πέρασε ο καθένας μας δηλαδή : και τό πιο ενδιαφέρον αν θες να ξέρεις είναι ότι ενώ απ’ τό σπίτι ξέρανε ότι αυτή ήταν η μέρα για τήν «υπόθεσή μου» ούτε ρώτησαν ούτε ενδιαφέρθηκαν : τό είχανε τότε οι μεγάλοι αυτό εκείνη τήν εποχή : όταν γινότανε θέμα για τούς κινδύνους που διατρέχουμε να μάς γυρνάνε περιφρονητικά τήν πλάτη : η στάση τους ήτανε ότι είμαστε παιδιά κι ότι κανείς δεν μάς λαμβάνει υπόψη του στα σοβαρά

   κατάλαβες λοιπόν, είπε : όταν δεν ακολουθείς τούς κανόνες σέ θεωρούνε ηλίθια, άσχετη και χαζή, κι έτσι γλιτώνεις μερικές φορές και τά χειρότερα : έτσι είναι

    ξέρω, τής είπα (μετά από λίγη σκέψη) εγώ τό ξέρω πολύ καλά αυτό – τό σκέφτηκα λίγο περισσότερο κι ύστερα πρόσθεσα : κι εγώ έτσι είμαι εξάλλου

   τί λες μού είπε, σοβαρά ; από πού κι ώς πού; εσύ δεν έχεις καμία σχέση, απλώς κλέβεις υλικά

   τί λες που δεν έχω, τής είπα : καταρχήν δίνω βιβλία, τά χαρίζω από δω κι από κει, κι αυτό είναι κάτι που δεν θα ’πρεπε, μού τό ’χει πει κι ο εκδότης μου και μ’ έχει προειδοποιήσει : να μην τό χαρίζεις, μού είχε πει από τήν αρχή που μού τό έβγαλε τό κωλοβιβλίο : γιατί πράγμα που χαρίζεται θεωρείται ή αυτό φτηνό ή εσύ χαζή κι ότι δεν ξέρεις τήν αξία του

   α, αυτό εννοείς, είπε (διέκρινα μια ειρωνεία) : διακρίνω μήπως μια ειρωνεία; τής είπα. Πιστεύεις ότι εσύ είσαι σε όλα ανώτερη κι ότι σού έχουν τύχει όλα τά ανώτερα δηλαδή; Δεν ξέρεις ότι οι συνθήκες αλλάζουν; Πρέπει να ξέρεις ότι άλλες είναι οι βλακείες σε καιρούς ειρήνης και άλλες σε καιρούς πολέμου

   τι άσχετη που είσαι βρε αδερφέ, μού είπε, δε σού μίλησα για κάνα πόλεμο, σιγά μην πήρα μέρος και στον δεύτερο παγκόσμιο : δικτατορία είχαμε : αλλά είναι και θέμα ηλικίας βέβαια, δεν καταλαβαίνετε τίποτα εσείς οι μικρότεροι

   μικρότερη είσαι και φαίνεσαι τής είπα και πήγα να φέρω καινούργιο μπουκάλι

   στρογγυλοκάθισε καλύτερα και μού φάνηκε πιο ευχαριστημένη τώρα : άσπρο είπε, όχι κόκκινο, ξέρεις ότι τό κόκκινο μέ πειράζει στο στομάχι (εκτός κι αν πιούμε από κείνο τό μπλάντυ μαίρη, πρόσθεσε (τήν  άκουσα από τήν κουζίνα) από τότε που τό μάθαμε έχω κολλήσει, δεν είναι και κακή ιδέα, τί λες;)

   αποφάσισε επιτέλους και μια φορά κι εσύ τί θέλεις, τής είπα κι είχα καταβάθος θυμώσει πολύ, χωρίς να ξέρω γιατί

(προσαρμοσμένο) απόσπασμα από τό μυθιστόρημα «βιογραφίες αγνώστων»

 

Απρίλιος 7, 2011

γεράσιμος λυκιαρδόπουλος : διανοούμενοι είστε και φαίνεστε

  

       

  

   τό σημερινό από τά κείμενα άλλων που παραθέτω είναι παλιότερο – όμως μολονότι άλλα επίσης αφορούσε τότε που γράφτηκε, μού φαίνεται ότι στον πυρήνα του αφορά μονίμως μια σταθερή και ιθαγενή νοοτροπία που θα μπορούσε να περιγραφτεί επίσης μέσα από τή ρήση τού μαρξ για τόν άνθρωπο ως αστό – ότι δηλαδή «ο άνθρωπος αυτός είναι μια ζωντανή αντίφαση»… ξέρω, είναι βαρετό να επαναλαμβάνουμε τά γνωστά, αλλά τό πρόβλημα ανακυκλώνεται μονίμως, και μονίμως έτσι (κάποιους (λίγους)) προκαλεί : γιατί αυτός που ζει (και ανασαίνει) μέσω τής τσέπης του η οποία έχει αναχθεί στον πυρήνα τής συνείδησής του, και η οποία έχει υποκαταστήσει με τόν τρόπο αυτό και τό (αν υπήρξε ποτέ) πρόσωπό του, είναι ο ίδιος που θα σπρώξει τούς απογόνους του να σπουδάσουν γιατροί ή δικηγόροι και μετά να παντρευτούν και να κάνουν παιδιά για να σπουδάσουν κι αυτά κάτι κερδοφόρο αντίστοιχο
   και είναι αυτός που ενώ θα κοροϊδεύει μονίμως τόν γρουσούζη γείτονα που έχει τή λόξα να γράφει ποιήματα και τήν παλαβή γειτόνισσα που έχει τήν εξίσου ακατανόητη λόξα να μπογιατίζει τελάρα, θα διαθέτει, επίσης μονίμως, τήν ψυχολογική άνεση να πετάει τήν κορώνα όπου και όταν (τού) χρειαστεί, περί «τών φώτων τού πολιτισμού» που εκπορεύτηκαν από κάποιους παλιότερους εδώ, οι οποίοι είχαν ακριβώς τή λόξα να γράφουν ποιήματα και να μπογιατίζουν τοίχους – : όπως είναι ο ίδιος που θα διακηρύξει, όπου δει, με αυταρέσκεια ότι δεν διαβάζει ούτε ένα βιβλίο τόν χρόνο (ή διαβάζει (θα μάς κάνει και τή χάρη) ένα) ( : πράγμα βέβαια χειρότερο καθώς αυτό τόν ανεβάζει αυτομάτως κι ένα σκαλί παραπάνω στο πάνθεο τής συλλογικής ενότητας τών ηλιθίων διαβασμένων)
   κι ακόμα είν’ ο ίδιος που θα περιμένει απ’ τούς «διανοούμενους» κάθε φορά να είναι ό,τι αυτός εκλαμβάνει ως διανόηση μέσω τού ανέντυπου γυαλιού ή τών έντυπων εφημερίδων που παρακολουθεί – και δεν τού έκανε ποτέ παράσιτα η υποψία καν ότι αν υπάρχει αυτού τού είδους τό ζώο, σήμερα είναι (όπως και ήταν πάντοτε) χωμένο στο σπίτι του με τή γρουσούζικη μονήρη ακατανόητη και άκερδη μονομανία τού συγγραφέα τού ζωγράφου ή τού μουσικού που δεν έχει εκδότη μάνατζερ ατζέντη και γκαλερίστα – καθώς κι αυτοί (εκδότες μάνατζερ και γκαλερίστες) υπάγονται στην ίδια  κατηγορία μ’ αυτόν, και τό πρόσωπό τους έχει γίνει κι εκείνων η τσέπη τους
   περίεργο ζώο όντως ο αστός μας : «ξέρει» ότι ο κόσμος αποτελείται μόνο από αυτόν και τούς ομοίους του – κι όμως, πόσο εύκολα πιστεύει ότι και οι ανόμοιοι μπορούν επίσης να επιζήσουν στον κόσμο του : φτάνει να βγάζουν τόν σκασμό και να μιλάνε μόνο όταν θα τούς χρειαστεί ο ίδιος
   τελικά έχει και κάτι τό ορθώς και θεμελιωδώς μεταφυσικό η σκέψη τού αστού μας…

 

 

 

   τό παρακάτω κείμενο τού γεράσιμου λυκιαρδόπουλου γράφτηκε τό 2002 και βρίσκεται στο βιβλίο του «ο Κάντιος και τά Βαλκάνια» :

   Πάνε κι έρχονται τά λύματα τής «πληροφόρησης» κατά τούς ανέμους τών προγραμμάτων και κατά τίς ανάγκες τών προγραμματιστών. Όσο για τίς πραγματικές ανάγκες, σκάβουν αλλού τά λαγούμια τους μεταθέτοντας τίς εκρήξεις τους στο μέλλον. Άλλοι θα πληρώσουν τίς φανφάρες τής εθνικής οπερέτας, άλλες κλάσεις θα κληθούν να αιμοδοτήσουν αυτά τά υπό μεγέθυνση μικρόβια οράματα.

   Πάνε κι έρχονται τά λύματα. Η αμηχανία τών πωλητών «ειδήσεων» ανακυκλώνει τά «γεγονότα» και τά «θέματα» στην αγορά, ανακατεύει απ’ τήν αρχή τά χαρτιά τής τράπουλας σε μια προσπάθεια να ξαναζωντανέψει τό παιχνίδι – αλλά τά ψάρια είναι λιγότερα απ’ τά δολώματα στα κανάλια. Ο ανταγωνισμός εξαγριώνει τούς ψαράδες και τούς μετατρέπει σε κυνηγούς κεφαλών. Τό παιχνίδι χοντραίνει σε πόλεμο κι ο πόλεμος σε θέαμα. Σκανδαλοτρόφοι και σκανδαλοθρεμμένοι ανατέλλουν κάθε βράδυ στα «παράθυρα» τής ενημέρωσής μας απ’ όπου ωρύεται κερδαλέος και ξετσίπωτος ο λόγος τού Τίποτα. Και μέσ’ απ’ αυτόν τόν παρδαλό ορυμαγδό εκτοξεύεται και τό εμβριθές ερώτημα : «Γιατί σιωπούν οι διανοούμενοι;»

   Τό ερώτημα, έτσι όπως τίθεται συνήθως, δεν είναι απλώς κούφιο, υποκριτικό, λαϊκιστικό και εισαγγελικό. Είναι προπάντων ψεύτικο, αφού δεν είναι δα και λίγοι οι διανοούμενοι που παίζουν τό παιχνίδι τού δημοκρατικού διαλόγου με τούς ενημερωτές τού λαού – οπότε θα μπορούσε ίσως κανείς να πει στους ερωτώντες : «Μή φτύνετε κόντρα στον άνεμο! Γιατί εσείς είστε οι διανοούμενοι».

© 2002 γεράσιμος λυκιαρδόπουλος «ο κάντιος και τά βαλκάνια / ασκήσεις λογικής» εκδόσεις ύψιλον/βραχέα

  

 

 

 

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: