σημειωματαριο κηπων

Ιουλίου 16, 2014

søren, 3 (πρόλογος σε υστερόγραφο)

 

 

τά προηγούμενα : 1, 2

 

τό παρακάτω κείμενο (τό πρώτο στο οποίο ο κίρκεγκωρ εμφανίζει και τό όνομά του – ως «ταπεινού, ασήμαντου άνθρωπου» εκδότη τού ψευδώνυμου συγγραφέα) είναι τόσο εύστοχο, καταπελτικό, τραγικό, και ολοσούμπιτα σύγχρονο, ισχύει δηλαδή τόσο και για εδώ και για τώρα και για παντού, που μολονότι αισθάνομαι τόν πειρασμό να γράψω διάφορα, από τήν άλλη μεριά δεν έχω διάθεση να γράψω (δηλαδή να προσθέσω) τίποτα.

φτάνει προτείνω να διαβαστεί σαν να γράφτηκε από έναν κοντινό μας, πολύ κοντινό, που ξαναπαίρνει τή μορφή τού βασανισμένου δανού για να μάς ξαλαφρώσει από τό βάρος τής κακοήθους άγνοιας, τής καταστροφικής ματαιοδοξίας, και τής ευεργετικής αγνόησης που μάς τυλίγει.

θα μπορούσα να προσθέσω πάντως ως προς τήν ημερομηνία, ότι μολονότι γράφτηκε 9 χρόνια πριν τόν θάνατο τού συγγραφέα, δεδομένου ότι ο κίρκεγκωρ είχε ήδη πίσω του μεγάλο μέρος τού έργου του, μπορεί να είναι κανείς απολύτως σίγουρος ότι είχε γνωρίσει και με τό παραπάνω τή μικρότητα τών συγχρόνων του κριτικών – έτσι ώστε η τελευταία παράγραφος (όπως και ολόκληρος ο πρόλογος άλλωστε) να ηχεί επαρκώς και έγκυρα και ψύχραιμα και σοφά : καθότι γκάφες συμβαίνουν ακόμη και στη λογοτεχνία.

 

 

 

 

Πρόλογος
από τό «Τελικό και μη επιστημονικό Υστερόγραφο στα Φιλοσοφικά Κομμάτια» :
μιμητικόν – παθητικόν – διαλεκτικόν σύγ–γραμμα
υπαρξιακή παρεμβολή
από τόν Ιωάννη τής Κλίμακος
υπεύθυνος για τήν έκδοση : S. Kierkegaard
Κοπεγχάγη, 27 Φεβρουαρίου 1846

 

Είναι ίσως σπάνιο για ένα λογοτεχνικό εγχείρημα να επαληθεύει σε τέτοιο βαθμό τίς επιθυμίες τού συγγραφέα του όσο τά Φιλοσοφικά μου Κομμάτια. Όντας συγκρατημένος και επιφυλακτικός στις αξιολογήσεις μου, τολμώ να πω με βεβαιότητα ότι δεν προκάλεσε τήν παραμικρή αίσθηση. Ανενόχλητος και σύμφωνα με τό επίγραμμα τού βιβλίου («κάλλιο καλοκρεμασμένος παρά κακοπαντρεμένος»*), ο κρεμασμένος, και μάλιστα ο καλοκρεμασμένος, συγγραφέας παραμένει στην κρεμάλα του χωρίς να βρεθεί ούτε ένας άνθρωπος να τόν ρωτήσει, αστεία ή σοβαρά, για ποιο λόγο κρεμάστηκε. Όμως αυτό και αυτός ήθελε : καλύτερα κρεμασμένος παρά αναγκασμένος από έναν ατυχή γάμο να συμπεθεριάσει με τόν κόσμο. Άλλωστε, με ένα τέτοιο θέμα, ήταν αναπόφευκτο. Ανάμεσα σε τόση ταραχή, ανάμεσα σε τόση πρόβλεψη εικασία και καιροσκοπία, έτρεμα μην τυχόν κάτι χαλάσει τό σχέδιό μου. Όσο και να προσπαθείς να ταξιδεύεις ινγκόγνιτο, είναι επικίνδυνο να φτάνεις σε μια πόλη τή στιγμή τής ενθουσιώδους αναμονής, με τά κανόνια γεμάτα και τά φιτίλια αναμμένα, με τά πυροτεχνήματα έτοιμα, τό δημαρχείο στολισμένο, τήν επιτροπή τών επισήμων έτοιμη για προσφώνηση και τούς κοντυλοφόρους έτοιμους να καταγράψουν στα ανοιχτά τεφτέρια κάθε σου λέξη. Κάτι μπορεί να πάει στραβά. Γκάφες συμβαίνουν ακόμη και στη λογοτεχνία.

Ευχαριστώ τή μοίρα που τίποτα δεν πήγε στραβά. Χωρίς τήν παραμικρή αναταραχή, χωρίς να χυθεί ούτε μία σταγόνα αίμα ή μελάνι, τό βιβλίο πέρασε απαρατήρητο. Δεν γράφτηκε ούτε μία λέξη γι’ αυτό, ούτε τό παραμικρό σχόλιο. Καμιά λογοτεχνική ιαχή δεν αναστάτωσε, κανένας ακαδημαϊκός διθύραμβος δεν παραπλάνησε τόν αδημονούντα οικοδεσπότη, καμιά κραυγή εκ τών επάλξεων δεν εξέγειρε τό αναγνωστικό κοινό. Αφού τό εγχείρημα δεν περιείχε κάποια μαγική συνταγή, ήταν επόμενο να μην αναστατώσει. Ο αυτουργός του, ως συγγραφέας, είναι στην ευχάριστη θέση να μην οφείλει τίποτα σε κανέναν. Αναφέρομαι σε κριτικούς, μεσάζοντες και αρθρογράφους, που στον κόσμο τών γραμμάτων είναι σαν τούς ράφτες, που «δημιουργούν», ορίζουν τή μόδα για τόν συγγραφέα και τήν άποψη για τόν αναγνώστη. Με τή βοήθεια και τήν τέχνη τους ένα βιβλίο καταλήγει άχρηστο. Όπως και οι ράφτες, αυτοί οι προθυμότατοι κύριοι σέ γδύνουν με τόν λογαριασμό που σού φέρνουν για τή δημιουργία τους. Και βουλιάζουμε στα χρέη, χωρίς να μπορούμε να ξεχρεώσουμε με ένα άλλο βιβλίο, γιατί κι εκείνου η σπουδαιότητα, αν ποτέ τήν αποκτήσει, θα οφείλεται στην έντεχνη παρέμβαση τών ίδιων προθυμότατων κυρίων.

Επομένως δύναμαι, άνευ εποχιακών περιορισμών και εξ ιδίων ορμώμενος, να πλάθω τίς σκέψεις μου μέχρι να μείνω ικανοποιημένος με τό ζυμάρι. Κάνω τό παν προκειμένου τό βιβλίο μου να μην προκαλέσει αίσθηση, ιδιαίτερα τήν αίσθηση τής επιδοκιμασίας. Μολονότι η εποχή είναι προοδευτική, φιλελεύθερη και καιροσκοπική, και κάθε παρέμβαση στα ατομικά δικαιώματα επικρίνεται έντονα από δημοφιλείς δημαγωγούς, αν εξετάζαμε τά επιχειρήματά τους δεν θα τούς ανταμείβαμε με ηχηρούς επαίνους, λαμπαδηδρομίες, και άλλες αντικοινωνικές εκδηλώσεις. Εσύ είσαι ελεύθερος να κάνεις ό,τι θέλεις. Αν θέλεις να μείνεις στην αφάνεια, κανείς δεν πρόκειται να σέ εμποδίσει. Κάθισε στο σαλόνι σου, κάπνισε τό πούρο σου, ασχολήσου με τίς σκέψεις σου, χαριεντίσου με τήν ερωμένη σου, περιφέρσου με τή ρόμπα σου, ρίξ’ το στον ύπνο, φύγε αν θέλεις, αφού η παρουσία σου δεν κρίνεται απαραίτητη. Όμως αν λείψει μία διασημότης, τού λόγου της πρέπει να επιστρέψει αμέσως. Αν έχει ανάψει ένα πούρο, πρέπει να τό σβήσει, αν έχει πάει για ύπνο, πρέπει να σηκωθεί, να τρέξει ξεσκούφωτη μέσα στο κρύο και να βγάλει λόγο.

Ό,τι ισχύει για τίς μαζικές εκδηλώσεις ισχύει και για τίς ιδιωτικές. Μια λογοτεχνική επίθεση σ’ έναν συγγραφέα δεν θεωρείται επέμβαση στην ελευθερία λόγου τού ενλόγω συγγραφέα. Ο καθένας έχει τό δικαίωμα να εκφράσει τήν άποψή του, και φυσικά αυτός στον οποίο επιτίθενται μπορεί να συνεχίσει τήν εργασία του απερίσπαστος, απολαμβάνοντας τήν πίπα του και αδιαφορώντας για τήν κριτική. Η επιδοκιμασία όμως είναι διαφορετική. Δεν είναι η κριτική που σέ αποπέμπει από τόν χώρο τής λογοτεχνίας, αλλά η κριτική που σού παραχωρεί μια θέση εκεί, αυτή που πρέπει να σέ τρομάζει. Ο περαστικός που σέ κοιτά υπεροπτικά, υποδηλώνοντας με τό βλέμμα του ότι δεν αξίζεις να σού βγάλει τό καπέλο, σέ γλιτώνει από τό να βγάλεις τό δικό σου. Τόν θαυμαστή όμως δεν τόν ξεφορτώνεσαι εύκολα. Καταντά τόσο φορτικός που, προτού τό αντιληφθείς, σού επιβάλλονται δυσβάσταχτοι δασμοί – παρά τήν οικονομική ευρωστία σου. Αν ένας συγγραφέας δανειστεί μια ιδέα από έναν άλλον εν αγνοία τού δεύτερου, και τήν παραποιήσει, δεν προσβάλλει τά ατομικά του δικαιώματα. Αν όμως κατονομάσει με θαυμασμό τόν συγγραφέα που παραποίησε, τότε γίνεται επιζήμιος. Τό θετικό μπορεί να φέρει πολύ αρνητικά αποτελέσματα. Όπως τό φιλελεύθερο κράτος τής βορείου αμερικής έχει ανακαλύψει τήν πιο απάνθρωπη τιμωρία, τή δουλεία, έτσι και η φιλελεύθερη προοδευτική εποχή μας έχει ανακαλύψει τίς πιο αντικοινωνικές στρεψοδικίες. Νυχτερινές λαμπαδηδρομίες, εύηχες προσφωνήσεις, τρις ημερησίως για τίς διασημότητες και άπαξ για τούς άσημους. Η κοινωνικότητα είναι φύσει αντικοινωνική.

Τό παρόν βιβλίο είναι ιδίαις χερσί, ιδίοις εξόδοις και προς ιδίαν χρήσιν. Τά λίγα πράγματα που έχουν γραφτεί αφορούν τόν συγγραφέα και κανέναν άλλο. Είθε η μοίρα να αποτρέψει τόσο τόν σοβαρό όσο και τόν σατιρικό κριτικό, ώστε να μην παγιδεύσουν τόν συγγραφέα σε μια ανάξια κριτική με πιθανές κωμικοτραγικές συνέπειες.

Ιωάννης τής Κλίμακος

 

 

 

 

 

* «κάλλιο καλοκρεμασμένος παρά κακοπαντρεμένος» : στη δωδεκάτη νύχτα ο σαίξπηρ βάζει τόν γελωτοποιό να λέει many a good hanging prevents a bad marriage και η αγγλική wiki επισημαίνει : «ο δανός φιλόσοφος σαίρεν κίρκεγκωρ ξεκινάει τό βιβλίο του “φιλοσοφικά κομμάτια” με τή φράση better well hanged than ill wed τό οποίο αποτελεί παράφραση τού σχόλιου που κάνει ο (γελωτοποιός) feste προς τήν μαρία (ακόλουθο τής κόμησας ολίβιας) (twelfth night· or, what you will, 1η πράξη, σκηνή 5η )»

(απ’ όσο μπόρεσα να καταλάβω, η δανέζικη wiki δεν αναφέρει καθόλου τή φράση σε σχέση με τόν κίρκεγκωρ – για να βλέπαμε πώς ακριβώς θα ήταν η παραλλαγή στα δανέζικα –)

με αφορμή πάντως ένα άλλο παράθεμα τού κίρκεγκωρ, από τόν τρωίλο και τή χρυσηίδα τού σαίξπηρ, η σκοπετέα σημειώνει : «Ο Κ. παραθέτει όπως συνήθως, παρά τά εισαγωγικά, από μνήμης. Τόν Σαίξπηρ τόν γνώριζε από τή γερμανική μετάφραση τών Tieck και Schlegel»

(παρεμπιπτόντως, αυτή η σελίδα έχει μεγάλα κομμάτια τού έργου του (ας πούμε εδώ από τά ημερολόγια) (βέβαια όμως στα αγγλικά, όχι στα δανέζικα))

 

 

 

οφείλω να κάνω τώρα μια σημείωση ως προς τά ψευδώνυμα, που δεν τήν συμπεριέλαβα νομίζω στα πριν – ο κίρκεγκωρ λοιπόν (και για τόν λόγο αυτό μπορεί κανείς (με λίγο (ασεβές) χιούμορ) να πει ότι ο στρυφνός φιλόσοφος ανήκει και στη συνομοταξία τών μπλόγκερ) έχει χρησιμοποιήσει άπειρα ψευδώνυμα, τόσα που μπερδευόταν καμιά φορά και ο ίδιος : Από τήν επανάληψη και τή μετάφραση/μελέτη/σχολιασμό τής σοφίας σκοπετέα έχουμε ας πούμε ένα τέτοιο διασκεδαστικό παράδειγμα μπερδέματος τού ίδιου τού κίρκεγκωρ, ο οποίος, ως johannes climacus λέει σε κάποιο του γραφτό, αναφερόμενος ακριβώς στην επανάληψη : «ο Κωνσταντίνος Κωνστάντιος έγραψε όπως τό αποκαλεί : ‟ένα ιδιότροπο βιβλίοˮ» – και η σκοπετέα σε υποσημείωση διευκρινίζει : «Ο χαρακτηρισμός είναι τού vigilius haufniensis· ο κωνσταντίνος κωνστάντιος δεν τόν χρησιμοποίησε. Καμιά φορά ο Κ. χάνει τόν λογαρισμό με τά πολλά ψευδώνυμα.»

 

χρονολογικά τά κυριότερα ψευδώνυμα :

Βίκτωρ Ερημίτης (ως εκδότης τού είτε/είτε)
Α (σα συγγραφέας στα «χαρτιά τού Α.», δηλαδή ο αφηγητής στο «ημερολόγιο ενός διαφθορέα» που περιλαμβάνεται στο είτε/είτε)
Πάρεδρος Γουλιέλμος (ταυτίζεται με τόν Β. που αποτελεί αντίστιξη στον Ιωάννη τόν Αποπλανητή (ή Αισθητή, ή Διαφθορέα) τού είτε/είτε)
Johannes de Silentio (ο συγγραφέας τού φόβος και τρόμος)
Κωνσταντίνος Κωνστάντιος (ο συγγραφέας στην επανάληψη, πρώτο μέρος)
Νέος (ο συγγραφέας στην επανάληψη, δεύτερο μέρος)
Vigilius Haufniensis (ο συγγραφέας στην έννοια τής αγωνίας)
Johannes Climacus (o συγγραφέας τών φιλοσοφικών κομματιών και τού τελικού μη επιστημονικού υστερόγραφου)
Nicolaus Notabene (ο συγγραφέας τών προλόγων)
Ιλάριος Βιβλιοδέτης (ο εκδότης τών σταδίων στον δρόμο τής ζωής)
Γουλιέλμος Αφεαυτού – William Afham (ο συγγραφέας τού in vino veritas που περιλαμβάνεται στα στάδια)
Frater Taciturnus (ο συγγραφέας τού ένοχος – μη ένοχος) (όπου συμπεριλαμβάνονται ημερολογιακές σημειώσεις τού παραπάνω :
Νέου (ο οποίος αργότερα ονομάζεται :
Quidam κάποιος», αναφορικά με τή σύναψη και διάλυση τών αρραβώνων τού Κ (και εδώ ο Κ συμπεριλαμβάνει αυτούσιο τό σημείωμα με τό οποίο συνόδεψε τό δαχτυλίδι που επέστρεψε στη Ρεγγίνα)))
Anti–Climacus (ο συγγραφέας τής ασθένειας προς θάνατον και τής εξάσκησης στον χριστιανισμό)

 

η σοφία σκοπετέα (από τήν οποία παίρνω όπως έχει γίνει σαφές τίς πληροφορίες (και – οπωσδήποτε – τίς μεταφράσεις) για τά ψευδώνυμα (και τά έργα)) σημειώνει ότι στο τέλος τού «Τελικού και μη επιστημονικού Υστερόγραφου στα Φιλοσοφικά Κομμάτια» γίνεται «επίσημη λύση τής ψευδωνυμίας με επώνυμη δήλωση (‟Μια πρώτη και τελευταία εξήγησηˮ) με τόν κατάλογο όλων τών ψευδωνύμων και τήν προειδοποίηση πως ο ίδιος δεν έγραψε τίποτα, εδημιούργησε απλώς εκδότες και συγγραφείς, και αναλόγως απαιτεί να γίνονται και τά παραθέματα και οι κρίσεις για τό έργο.» Έχουμε επίσης (από τήν ίδια, στον Πρόλογο τής Επανάληψης) τήν πληροφορία ότι στο «in vino veritas» «συνδαιτημόνες είναι ακριβώς όλα τά μέχρι τούδε ψευδώνυμα – σαν για να αποχαιρετιστούν, όπως και αναχωρώντας σπάνε τά ποτήρια τους θρυμματίζοντας τόν σκηνικό διάκοσμο τού έργου. Από δω και πέρα τά ψευδώνυμα που θα συναντήσουμε είναι είτε επαναλήψεις είτε διαφάνειες είτε σαφώς σατιρικά.»

(ίσως σ’ αυτά να συμπεριλαμβάνει και τά :
Inter et Inter (ο συγγραφέας τού Η κρίση και Μία κρίση στη ζωή μιας ηθοποιού)
και
H. H. (ο συγγραφέας τών δύο ηθικο–θεολογικών δοκιμίων)
που βρήκα ψάχνοντας εδώ κι εκεί)

 

 

 

 

εικόνες : επάνω, χειρόγραφο για τή σελίδα τίτλου τής «ασθένειας προς θάνατον», όπου ο κίρκεγκωρ σβήνει τό αρχικά γραμμένο πάνω–πάνω όνομά του, βάζει αντ’ αυτού τό Anti–Climacus και μόνο πιο χαμηλά βάζει τό όνομά του, ως εκδότη  //  στη μέση, ο κίρκεγκωρ στο καφενείο, 1843 (σχέδιο τού christian olavius zeuthen)  //  κάτω, προσωρινό σχεδίασμα για τόν πίνακα περιεχομένων στο «τελικό και μη επιστημονικό υστερόγραφο» – δοκιμές ενώ ακόμα δεν βρεθεί ο τελειωτικός τίτλος τού έργου –

 

 

 

 

 

 

Ιουλίου 9, 2014

søren, 2

 

 

ημερολογίων συνέχεια

τό προηγούμενο

 

κανείς γίνεται συγγραφέας σήμερα όχι για να εκφραστεί αλλά για να διαβαστεί.

σήμερα η συγγραφή έχει ξεπέσει σε τέτοιο βαθμό και αυτοί που γράφουν, γράφουν για πράγματα τόσο ανόητα και κενά από εμπειρίες, που αποφάσισα να διαβάζω μόνο τά γραπτά εκείνων που καταδικάστηκαν σε θάνατο ή αντιμετώπισαν κάποιο θανάσιμο κίνδυνο.

είναι τρομερό τό πώς αγοράζω κάθε μέρα, κάθε ώρα, και η τιμή έχει τόσες διακυμάνσεις !

δεν υπάρχουν στοχαστές να στοχαστούν, εραστές να ερωτευτούν. Υπάρχουν οι εφημερίδες, που περιβάλλουν τόν άνθρωπο με ένα μίασμα από σκέψεις, συναισθήματα, διαθέσεις, πορίσματα και προθέσεις που κανείς δεν διεκδικεί· είναι κοινά για όλους.

αν οι εφημερίδες κρεμούσαν μια πινακίδα έξω από τό μαγαζί τους, όπως κάνουν οι καταστηματάρχες, θα έγραφε : Εδώ οι άνθρωποι διαφθείρονται στο συντομότερο δυνατό χρόνο, στην ευρύτερη δυνατή κλίμακα και στη μικρότερη δυνατή τιμή.

κάθε άνθρωπος έχει μια ιδιαίτερη πραγματικότητα, και είναι αλαζονεία και έπαρση να μην τιμά τόν συνάνθρωπό του. Είναι παράλογο ότι χίλιοι άνθρωποι αξίζουν περισσότερο από έναν· αυτό θα τούς εξίσωνε με τά ζώα. Να είσαι άνθρωπος σημαίνει ότι η μονάδα είναι τό ανώτερο, χίλιες μονάδες μετρούν λιγότερο από τή Μία. Αν μπορούσα να τό πω αυτό στον καθένα, είμαι σίγουρος πως θα τόν συγκινούσα. Αφού πρώτα γίνω επιδέξιος στη διαλεκτική.

όσο περισσότερο συμμετέχουμε στον κόσμο, τόσο περισσότερο αναχαιτίζεται τό πνεύμα μας. Και τόσο μεγαλύτερη η επιτυχία μας.

πόσο ειρωνικό ! Τρομοκρατεί κυριολεκτικά τόν άνθρωπο να ξέρει τί τεράστιες ικανότητες έχει. Είσαι ικανός να ξέρεις ; Είσαι ικανός να ζεις στην ανέχεια, να ανέχεσαι οποιαδήποτε κακουχία μπορείς να φανταστείς ; Όμως δεν θέλεις να ξέρεις αν είσαι ικανός, έτσι δεν είναι ; Θα θύμωνες με όποιον σέ διαβεβαίωνε ότι είσαι, και θα θεωρούσες φίλο εκείνον που πείθεις λέγοντας «δεν μπορώ να τό αντέξω αυτό, είναι πέρα από τίς δυνάμεις μου».

πράξη δεν είναι η εξωτερική πράξη, αλλά η στιγμή που ο άνθρωπος αναιρεί τή σκέψη σαν πιθανότητα, για να ταυτιστεί με αυτή στην εσωτερικότητά του, να υπάρξει σ’ αυτή.

έχει δίκιο ο σοπενχάουερ : «Οι μόνοι ειλικρινείς είναι οι έμποροι, γιατί παραδέχονται δημόσια ότι κλέβουν».

η ειρωνεία δεν θαυμάζει τίποτα. Ειρωνεύεται ακόμη και τόν εαυτό της. Όμως στο χιούμορ ενυπάρχει η χαρά που θριαμβεύει παντού.

ο είρωνας που ανήκει στην πλειονότητα είναι μετριότητα. Η αμεσότητα μάς θέλει στην πλειονότητα. Η ειρωνεία είναι καχύποπτη και προς τή μεν και προς τή δε. Αντίθετα με τόν κωμικό, ο αληθινός είρωνας δεν βρίσκεται ποτέ στην πλειονότητα.

σε καιρούς φλογερούς, ο ενθουσιασμός είναι η αρχή που ενώνει τά πάντα. Σε καιρούς χαλεπούς, η αρνητική αρχή που ενώνει τά πάντα είναι ο φθόνος.

ό,τι ισχύει για τίς επιχειρήσεις ισχύει και για τή γνώση. Η συναλλαγή γινόταν αρχικά σε είδος, κατόπιν εφευρέθηκε τό χάρτινο υλικό, τό χρήμα. Η συναλλαγή της γνώσης γίνεται σε χάρτινο υλικό, για τό οποίο κανείς δεν ενδιαφέρεται παρά μόνο οι διανοούμενοι.

ο άνθρωπος πλησιάζει ολοένα περισσότερο τά ζώα : δεν μιλούν πια για χίλιους γερούς άντρες αλλά για ιπποδύναμη χιλίων ίππων.

παρά τούς βαστάζους της (πιοτό, κλπ), η φιλία σέρνεται άθλια και αξιολύπητη. Πόσο μέ αηδιάζουν αυτά τά τετριμμένα κηρύγματα περί αμοιβαίας κατανόησης. Σαφώς και ζητά κατανόηση η φιλία, όχι όμως αυτή που ο ένας ξέρει τί πρόκειται να πει ο άλλος. Η φιλία ζητά ο ένας να μην ξέρει τί θα πει ο άλλος. Αλλά δεν φτάνει ίσαμε εκεί, γιατί δεν υπάρχει. Σήμερα οι άνθρωποι καταλαβαίνουν τούς πάντες. Όταν λένε αυτάρεσκα πως περίμεναν ένα τέτοιο σχόλιο, υποθέτουν ότι τά λόγια τού άλλου είναι τόσο ασήμαντα και κενά όσο τά δικά τους. Δεν υποψιάζονται τά γνωρίσματα που μπορούν να κάνουν ενδιαφέρον και τό πιο μικρό σχόλιο. Καλά θα κάνουμε να αποφεύγουμε αυτούς που, παρά τήν κατανόησή τους, δεν παύουν να παρεξηγούν. Κάθε φορά που συνομιλούμε με δαύτους χειρονομούν και μορφάζουν τόσο μηχανικά, που μοιάζουν με λατέρνες.

θα άξιζε σαν θέμα ομιλίας αυτό που έχω γράψει κάπου στο δεύτερο μέρος τού είτε/είτε : Τρομερό δεν είναι να τιμωρηθώ όταν διαπράξω τό κακό, αλλά να τό διαπράξω ατιμωρητί.

σήμερα τό μόνο που έχουν να κάνουν ο άντρας και η γυναίκα είναι να ζευγαρώσουν, για να προκύψει ένα αθάνατο πλάσμα, και ύστερα, με ένα πιτσίλισμα στο κεφάλι του, ένας χριστιανός, με τήν αιώνια σωτηρία να απλώνεται εμπρός του. Δεν είναι αυτό ένας εύκολος τρόπος να παράγεις αθάνατα έργα ; Ο χριστιανισμός από πνευματική έννοια έχει μετατραπεί σε κοινοτοπία. Και συνεχίζει χωρίς να προκαλεί τήν παραμικρή υποψία. Απεναντίας, όλοι τόν θαυμάζουν.

αυτό που οι άνθρωποι θεωρούν βαρύτατο παράπτωμα και τιμωρούν σκληρά – και που δείχνει τή ζωική καταγωγή τους – είναι τό να διαφέρεις από τούς άλλους. Τά πουλιά δικαίως κατατρέχουν τό πουλί που δεν είναι σαν αυτά. Στο ζωικό βασίλειο, τό είδος είναι ανώτερο από τίς μονάδες. Τό ιδίωμα τού ανθρώπου είναι ότι ο καθένας είναι προορισμένος να διαφέρει, να έχει τήν ιδιομορφία του. Εντούτοις, οι άνθρωποι είναι αμείλικτοι όταν διαφέρεις.

η εξέλιξη τού πολιτισμού, η εμφάνιση τών μεγαλουπόλεων, η αστικοποίηση, και εκείνο που συνέβαλε σε όλα τούτα, ο τύπος, ως τό κατεξοχήν μέσο επικοινωνίας, έχουν δώσει στην ύπαρξη εντελώς λανθασμένη κατεύθυνση. Η προσωπική ζωή έπαψε να υπάρχει. Τό να αντλείς από τίς καθημερινές σου εμπειρίες και να τίς διδάσκεις στον δρόμο αχρηστεύθηκε τόσο, που κατάντησε γελοία υπερβολή. Κάθε μεταρρύθμιση που συνέβαινε αφορούσε τόν τρόπο διακυβέρνησης. Όμως κανείς δεν σκέφτηκε να μεταρρυθμίσει τό «πλήθος». Μια τέτοια ιδέα μόνο σε τρελοκομείο μπορεί να γεννηθεί – όμως αυτό σημαίνει μεταρρύθμιση. Και τό πλήθος αφέθηκε στην τύχη του. Ο τύπος τό εκμεταλλεύτηκε για να μεταρρυθμίσει τήν εξουσία· κατόπιν τό παράτησε βαρύ και άψυχο πάνω στο σώμα τής πολιτικής. Στο πλήθος δεν ανήκει μόνο τό κοινό, ανήκει και τό προλεταριάτο. Πώς να τό μεταρρυθμίσεις τώρα που όλοι αρχίζουν να ξυπνούν μουδιασμένοι, παγωμένοι από φόβο ;

είναι πολύ σημαντικό στη ζωή να ξέρεις πότε έρχεται η σειρά σου.

προσωπικά διατείνομαι ότι ο άνθρωπος είναι ανόητος – εξαιτίας τής γλώσσας. Διαμέσου τής γλώσσας ο καθένας μπορεί να μετέχει στο ύψιστο. Νομίζουμε ότι μετέχουμε στο ύψιστο απλώς και μόνο μιλώντας για αυτό. Σαν να μετέχουμε στο βασιλικό τραπέζι από τή γαλαρία. Αν ήμουν άθεος, θα έλεγα ότι μια ειρωνική θεότητα δώρισε τή γλώσσα στον άνθρωπο για να διασκεδάζει με αυτή τήν ψευδαίσθηση. Η γλώσσα ξεχωρίζει τόν άνθρωπο από τό ζώο. Ωστόσο, εκείνο υπερτερεί, γιατί δεν χρειάζεται να εξαπατά τό ύψιστο.

σήμερα η ηθική συμβαδίζει με τίς διακρίσεις και τό ταλέντο. Με τήν ίδια απάθεια που ένας λέει ότι δεν είναι ιδιοφυΐα, λέει πως δεν μπορεί να απαρνηθεί τόν εαυτό του. Τί συγκινητικό ! Και θέλει επιπλέον να τόν παινέψουν για τήν ταπεινοφροσύνη και τήν αποδοχή τού ξεπεσμού του. Έξοχα ! Φανταστείτε έναν κακό μαθητή που θέλει να τόν παινέψουν επειδή ομολογεί ταπεινά πως είναι τεμπέλης !

τό κλασικό διαιρείται τελείως από τό ιδανικό και τό πραγματικό. Τό ρομαντικό αφήνει κάποιο υπόλοιπο.

επιγραμματικό. Στην εποχή μας υποτίθεται πως όλα είναι ελεύθερα. Πρέπει να είναι κανείς ελεύθερος ακόμη κι αν δεν θέλει. Πρέπει οπωσδήποτε να είναι ελεύθερος, ειδάλλως θα καταδικαστεί εις θάνατον. Νά πόσο ελεύθερα είναι όλα.

ώς και στη σφαίρα τού πνεύματος υπάρχει ειρωνεία. Δεν είναι ειρωνικό ότι με τή γλώσσα μπορεί ο άνθρωπος να υποβιβάσει τόν εαυτό του χαμηλότερα κι από τό άναρθρο ; – αφού οι ανοησίες είναι κατώτερες από τίς άναρθρες κραυγές ;

επιγραμματικό. «Οδηγεί αυτός ο δρόμος στο Λονδίνο ; » «Ναι, αλλά πρέπει να στρίψεις, ειδαλλιώς απομακρύνεσαι από τό Λονδίνο». Υποκλίνομαι με θαυμασμό στην πολυμάθεια τής αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας, όμως διαφωνώ σε κάτι. Ίσαμε τόν Σωκράτη, τό αντικείμενο τής φιλοσοφίας ήταν ακόμα μόνο (προσέξτε τό ακόμα μόνο) η Ζωή. Όμως από τόν Πλάτωνα και έπειτα, τό αντικείμενό της έγινε η γνώση, έως και τήν εποχή μας, όπου από τήν κορυφή τής γνώσης κοιτάζουμε αφ’ υψηλού τόν Σωκράτη, γιατί η φιλοσοφία του ήταν ακόμα μόνο η Ζωή.
«Οδηγεί αυτός ο δρόμος στο Λονδίνο ; » «Ναι, αλλά πρέπει να στρίψεις». Αυτό που εννοεί η περίεργη αντιστροφή είναι ότι αν η ζωή σου είναι η φιλοσοφία (ή η θρησκεία), εφόσον και οι δύο είναι ξένες προς τήν επίγεια ζωή, η εξωτερική ζωή σου (καθότι φιλοσοφία και θρησκεία είναι η εσωτερική ζωή σου) πρέπει να στερηθεί τά επίγεια οφέλη. Όμως ο άνθρωπος δεν είναι διατεθειμένος να κάνει κάτι τέτοιο. Κατευθύνει τή ζωή του προς τά επίγεια οφέλη, μια και η φιλοσοφία δεν προσφέρει τίποτα άλλο από γνώση. Έτσι, στη θέση τού φιλοσόφου για τόν οποίο η φιλοσοφία ήταν ακόμα μόνο η ζωή, έχουμε τήν αυθεντία, που από επιστημονική, αντικειμενική, και ανώτερη άποψη βλέπει τόν Σωκράτη αφ’ υψηλού…
«Οδηγεί αυτός ο δρόμος στο Λονδίνο ; » «Ναι, αν στρίψεις…»

τό έργο μου. Τελικά ποια είναι η κατάληξη τού έργου μου ; Ότι προσέφερα λίγη ειλικρίνεια.

 

 

 

επάνω : εξώφυλλα και σελίδες από τά ημερολόγια

 

 

εδώ : χειρόγραφο από τά διαψάλματα (diapsalmata) (τμήμα τού είτε/είτε) όπου στην πρώτη σελίδα ο κίρκεγκωρ σβήνει όλο τό κείμενο κι αφήνει μόνο τήν εισαγωγή : «προτιμάω να μιλάω στα παιδιά, γιατί αυτά μπορεί κανείς να ελπίζει ότι θα μεγαλώσουν και θα γίνουν λογικά πλάσματα – όσο γι’ αυτούς που μεγάλωσαν – Θεός φυλάξοι ! »

(μεταφράζω, με βάση ας πούμε τό γενικό ύφος και τά συμφραζόμενα, τό Lord Jemini! μολονότι δεν βρήκα πουθενά σίγουρα τή σημασία του, και μάλιστα όπως μπορεί να τήν είχε στα δανέζικα)

συστήνω πάντως να διαβαστεί η φράση, και η συνακόλουθη στάση, τού Κ για τά παιδιά, σε σχέση με τήν άλλη φράση, στην τελική φάση τής ζωής, όπως μάς παραδίνεται, τού ηράκλειτου πως προτιμούσε να παίζει βόλους με τά παιδιά αντί να ασχολείται με τήν πόλη

αλλά για τή σχέση τού δανού με τόν εφέσιο (αρκούντως «σκοτεινοί», άλλωστε, και οι δύο) χρειάζεται ειδική διαπραγμάτευση – ο ίδιος πάντως, μολονότι, ειδικά στην «επανάληψη», θα έπρεπε να τόν έχει ψωμοτύρι, ασχολείται με τόν παρμενίδη ή τόν ζήνωνα ή τόν σωκράτη ή άλλους και (κάτι μού λέει ότι παριστάνει πως) τόν αγνοεί… Από μια άποψη είναι λογικό, αλλά σ’ αυτό θα επανέλθω ότ/αν γράψω για τήν «επανάληψη»

 

 

 

 

από εδώ

 

 

 

 

 

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: