σημειωματαριο κηπων

Δεκέμβριος 25, 2010

πορτοκάλια και κινέζικο δέντρο (χριστουγεννιάτικες προσαρμογές)

 

     

   κι έτσι ήρθαν να μείνουν στην πολυκατοικία μας αυτοί οι κινέζοι, κι εμείς βάλαμε στα παιχνίδια μας και τήν αναμπέλ 

   δεν ξέρω καθόλου πώς συνεννοηθήκαμε ότι θα συνεννοούμαστε στην αρχή, δεν θυμάμαι κιόλας τήν πρώτη φορά που συναντηθήκαμε, πιθανώς στα τρεχάματα και στα παιχνίδια στις σκάλες να κόλλησε κι αυτή με τό θάρρος της κι ας ήταν πιο κοντή από πολλούς από μάς, και προφανώς μίλαγε τά γαλλικά της νομίζοντας ότι αυτή είναι η μόνη γλώσσα που όλοι καταλαβαίνουν εκτός από τά κινέζικα

   ήταν αυτονόητη όμως η πιο οικουμενική γλώσσα τών ουρλιαχτών και τών χειρονομιών, και με τήν αναμπέλ και με όλους μας, ενώ ο χένσελ απείχε με περιφρόνηση από κάθε προσπάθεια να συνεννοηθεί μαζί της και μού έλεγε Πες της αυτό, ή Τί λέει αυτή – και τήν κοιτούσε σκεφτικά με τό χέρι στο σαγόνι (για να τόν εντυπωσιάσω μάθαινα από τή μαμά μου διάφορες λέξεις πολύ γαλλικές και τίς έλεγα στην αναμπέλ και αυτός μέ κοίταζε)
πάντως για να πω τήν αλήθεια από τήν αρχή οι πρώτες πληροφορίες για τούς κινέζους πέσαν αλληλοδιαδόχως σαν βροχή από τήν daily και πιτσιλήσανε διάφορα πράγματα αλλοπρόσαλλα έτσι που μέ έκαναν να έχω φοβερή περιέργεια να δω και τό σπίτι τους : ίσως μάλιστα να τήν προσκαλέσαμε εμείς τήν αναμπέλ που ήτανε ανάμεσα στα μικρότερα παιδιά τής παρέας, ή έστω τά μεσαία, να μπει κι αυτή στο παιχνίδι με τήν σκέψη να αποκτήσουμε αν είμαστε τυχεροί τό προνόμιο να εισβάλουμε σε κάτι που η πολυλογία τής daily είχε μεταβάλει σε μυθικό – όχι βέβαια μόνο τό σπίτι τους αλλά και τούς τρόπους : Θα ήμουν σαφής αν έλεγα τό κινέζικο μυαλό τους : αλλά θα έπρεπε να περιγράψω τό ήσυχο και σιωπηλό απόμακρο άρωμα που κυριάρχησε πρώτα στον όροφο 

   παρ’ όλα όσα έλεγε η daily, και μερικές φορές και εξαιτίας ίσως αυτών, για μάς τό σπίτι αυτό που δεν τό βλέπαμε (και θα αισθανόμουνα σπουδαία που θα τό ’βλεπα εγώ μια φορά) (και στο τέλος θα τό παραέβλεπα) τό σπίτι αυτό και ο όροφος όμως ολόκληρος είχε αποκτήσει έναν αέρα ανείπωτου μέλλοντος 

   αυτοί οι κινέζοι ήταν πραγματικά τελείως διαφορετικοί απ’ τούς άλλους ήταν τελείως αλλόκοτοι, σαν να μιλούσαν (ή να σκεφτόντουσαν κιόλας) κινέζικα : και μολονότι θα ’πρεπε να ’ναι μικροκαμωμένοι, ήταν μεν σιωπηλοί αλλά είχαν κανονικά μεγέθη και τό κυριότερο : ζούσανε, απ’ ό,τι μαθαίναμε, σ’ ένα καθεστώς ελευθερίας απόλυτης συστηματικής : ελευθερία που σχολιαζότανε με τόση περιέργεια σαν να ήτανε απολύτως και δικαίως και νομίμως εξωπραγματική, φοβερή. Φυσικά ο πατέρας δούλευε στην πρεσβεία, ήταν σαφές αυτό και γι’ αυτό είχαν πιάσει σπίτι στο σπίτι μας, αλλά ο Αυδόπουλος μάς τό διευκρίνισε αμέσως και από τήν αρχή και με αυστηρότητα : Είναι από τήν Εθνικιστική Κίνα, με τήν Κίνα τήν κομμουνιστική δεν έχουμε διπλωματικές σχέσεις, αλλά τό μόνο που καταφέρανε αυτές οι λέξεις ήτανε να κάνουν ακόμα πιο μυστήριο και τό εθνικιστικό και όλα τ’ άλλα

   κάθε μέρα η daily μάς προμήθευε με καινούργιες ειδήσεις για τό εσωτερικό τού σπιτιού και τή ζωή τους σ’ αυτό, ενώ ήταν σαφές ότι δεν είχε μπει εκειμέσα ούτε μία φορά, χτυπώντας πάντα τήν πόρτα μπουκωμένη από σάλιο ευχαρίστησης και όρθια εκεί στο πλατύσκαλο τά ’λεγε στην μάνα μου που τήν άκουγε με τά χέρια βρεγμένα από τό φαΐ που ετοίμαζε ή και γεμάτα αλεύρι : Άρχιζε πάντα μ’ ένα Τά μάθατε για τούς Κινέζους ; Καλά, δεν τά μάθατε ; Και συνέχιζε με μεγάλες λεπτομέρειες από τό σπίτι τους που λες και είχε μπει η ίδια και μέσα. Αλλά τά νέα πάντα τής daily είχανε έναν τέτοιον αέρα φερεγγυότητας, που ήταν σαν θέσφατα : Μπορεί κανείς να κορόϊδευε τήν ίδια, που είχε πληροφοριοδότες παντού, και ήξερε τά πάντα, και ήτανε πρώτη φίλη με όλους τούς θυρωρούς και η έξοδός της για ψώνια ήτανε έξοδος για πληροφορίες κυρίως – μόνο τά ψώνια δηλαδή δεν τήν ενδιαφέρανε – (και όταν μάς έβγαζε η μάνα μου να πάμε στο πάρκο συναντούσαμε στον ερχομό και στον πηγαιμό τήν daily σε πλατύσκαλα και εισόδους να μιλάει με θυρωρούς ή με γείτονες – και στις πιο απόμακρες εννοώ γειτονιές : και δεν ένιωθε μάλιστα αμηχανία να μάς βλέπει – απλώς δεν μάς έδινε σημασία γιατί εκείνη τήν ώρα εργαζότανε), κανείς όμως δεν αμφισβητούσε τίς ειδήσεις της. Μπορούσε λοιπόν να ανακοινώσει τί έκανε στις 3 η ώρα τό βράδυ η κυρία στον πέμπτο απέναντι, που βγήκε να ποτίσει στη βεράντα της τελείως γυμνή, ή τί είπε η υπηρέτρια τού σπιτιού πέντε γωνίες στο τέρμα τού δρόμου πιο κάτω : και τά μόνα κουτσομπολιά που γινόντουσαν πίσω απ’ τήν δική της τήν πλάτη ήτανε για τό αν κοιμάται και καμία φορά, και πότε κοιμάται, αλλά οι ειδήσεις της όμως δεν διαψεύστηκαν πάντως ποτέ : ήταν σίγουρο πως ό,τι έλεγε ήτανε με σχεδόν υπερφυσικό τρόπο γεγονός, που θα επιβεβαιωνόταν περίτρανα κάποια μέρα αργότερα από όλους
   (κι αν κάτι φαινότανε ότι έπαιρνε άλλη στροφή από αυτήν που τά ίδια τά λόγια της είχανε πει ότι θα πάρει, ήταν αμέσως έτοιμη να εξηγήσει τήν καινούργια αυτή πορεία με καινούργιο κατακλυσμό ειδήσεων ακόμα πιο συνταρακτικό από τά πριν. Και τίποτα δεν φαινόταν να τήν φέρνει σε αμηχανία (ούτε κατά διάνοιαν δεν φαινόταν κάτι τέτοιο) : Αντιθέτως, όλα τής δίνανε καινούργια δύναμη και ευχαρίστηση)

   πάντως, σε σχέση με πολλούς άλλους στην πολυκατοικία εκείνη, αυτή ήταν ένας άνθρωπος μάλλον χαρούμενος και τό πρόσωπό της ήταν γελαστό, τά γαλάζια μάτια της γεμάτα επιστημονική περιέργεια. Ναι, αυτό ήτανε : τό ύφος της ήταν επιστημονικό και φιλέρευνο, και κατά έναν περίεργο τρόπο θα μπορούσε να πει κανείς ότι ήταν ύφος καλοσυνάτο αν και οξύ : σαν να μελετούσε τά ανθρώπινα από ένα έδρανο που από σύμπτωση ήταν τοποθετημένο πολύ χαμηλά χωρίς αυτή να τό θέλει ούτε να τό αξίζει αυτό, αλλά η τάση της επίμονα ήτανε να ανεβαίνει μ’ ένα αυτοσχέδιο ασανσέρ δικό της, επάνω, πιο πάνω απ’ τούς άλλους, κι ύστερα να τραβάει και τούς άλλους αυτούς στην ίδια επιφάνεια μαζί της : σχεδόν με καλοσύνη και φιλανθρωπία. Εγώ πάντως που είχα μεγάλη γνώση για γυναίκες από τήν αμερική διότι πίστευα ότι είχα πείρα από μικρή με αυτές, τήν είχα κατατάξει στην κατηγορία απλώς τών μυνχάουζεν

   είχε όμως – και αυτό πρέπει να τό πω αν και μέ διαψεύδει ίσως έστω και λίγο λέγοντάς το – και μια περίεργη αξιοπρέπεια η daily : μέσα από τήν οξεία γαλανομάτικη περιέργειά της σού έδινε (τώρα μπορώ να τό εκφράσω με λόγια, τότε απλώς είχα τήν αίσθηση ή τήν εντύπωση) τήν εικόνα ανθρώπου που ψοφάει απλώς για παρέα, και που δεν έχει άλλον τρόπο να τήν βρει παρά μόνο με αυτό τό σκληρά απεγνωσμένο και δομημένο επάγγελμα : τό να μιλάει συνέχεια για τούς άλλους, όχι μόνο στους άλλους, αλλά και στον εαυτό της τόν ίδιο : σίγουρα υπήρχε πολύ δυστυχία και ερημιά ίσως (τώρα λέω εγώ) στην χαρούμενη για όλους – και ενημερωτική για τούς πάντες – νεύρωση αυτή

   γιατί χαρούμενα θα ήτανε όλα τά νέα της πάντοτε όσο θλιβερό κι αν ήταν τό περιεχόμενό τους : αυτό τό «τά μάθατε;» με τό οποίο ξεκίναγε τήν καθημερινή της ρουτίνα ήτανε ο τρόπος να λέει ας πούμε «πάμε πάλι μια καινούργια μέρα με τούς φίλους μας» κι αμέσως ύστερα θα άρχιζε ο κατακλυσμός τών ειδήσεων που ήταν σχεδόν πασπαλισμένες με τήν φαντασία τού καλλιτέχνη, και που είχαν επίσης σχεδόν τή μυρωδιά τών ονείρων που ξέχασαν να τήν επισκεφτούν τό βράδυ : Και γι’ αυτό και τής επιστημονικής περιέργειας που θα τήν αντάμειβε : σαν τό κάθε τί που μετέφερε να αποσκοπούσε σε ένα «Τί κόσμος λοιπόν που υπάρχει! Τί τεράστιος ανεξάντλητος κόσμος! τί φιλάνθρωπος! Πόσο γεμίζει τή ζωή μου με εκπλήξεις!» Ναι, η daily ήτανε λίγο κι αυτή σαν παιδί

   τήν εποχή που ήρθαν να μείνουν λοιπόν στην πολυκατοικία μας οι γονείς και τ’ αδέλφια τής αναμπέλ, τήν απορρόφησαν για ένα μεγάλο διάστημα θα μπορούσα να πω αυτοί οι κινέζοι εντελώς, σαν να προσπαθούσε να πείσει τόν εαυτό της ότι δεν είναι ο άντρας της που μιλάει κινέζικα και δεν τόν καταλαβαίνει : αν προσπαθήσω να μιλήσω αντικειμενικά για κείνην τήν εποχή, δηλαδή να σκαλίσω τή μνήμη μου σκληρά για να μην κάνω κατασκευές και πω και γω λογοτεχνικά ας πούμε ψέματα ως συνήθως στην λογοτεχνία, μού φαίνεται ότι τότε η daily αφιέρωνε τό ογδόντα ή τό ενενήντα ή και τό εκατό καμιά φορά τοις εκατό τών νέων της αποκλειστικά στους Κινέζους – και στο τί γίνεται μέσα σε κείνο τό σπίτι

   εμείς είχαμε αρχίσει ήδη να έχουμε τίς πρώτες επαφές μας και να παίζουμε με τήν αναμπέλ, ή η αναμπέλ να ’χει κάνει ήδη τήν πρώτη αποφασιστική και γενναία επαφή της μαζί μας, ώστε να μπει στα παιχνίδια ακάθεκτη : κι έτσι θα ’φτανε λοιπόν όπου να ’ναι η μέρα η άγρια, και ο ανήλεος ο καιρός που θα τήν έπιανα τήν κυρία ντιάνα (ή νταϊάν γιατί έτσι ήταν τό κανονικό όνομά της – έτσι δηλαδή τήν φώναζε με επισημότητα ο άντρας της) να μην ξέρει απλώς τί τής γίνεται και να λέει και ψέματα και ιστορίες δικές της. Για να πω τήν αλήθεια, ίσως να ’τανε και από τίς μοναδικές περιπτώσεις που πιάστηκε να λέει και ψέματα :

   αν και τό ενδιαφέρον ίσως είναι ότι δεν τό διέψευσα εγώ τόσο έντονα όσο η πολυδιαφημισμένη αγάπη μου για τήν αλήθεια, τώρα που τό σκέφτομαι, θα απαιτούσε – ίσως να είπα μόνο κάτι τήν ώρα τού φαγητού – αλλά πάντως τό ακόμα πιο ενδιαφέρον είναι ότι (τήν πρώτη φορά που μπήκα σπίτι τους) αυτό μ’ απασχόλησε (κι όλες τίς άλλες φορές όμως επίσης) και κοιτούσα λοιπόν πάντα με τρόπο, μήπως δω κάτω απ’ τούς καναπέδες ή τά κρεβάτια τίς φλούδες απ’ τά πορτοκάλια που η daily έλεγε ότι τά πετάνε όταν τά ξεφλουδίζουνε για να τά φάνε γιατί είναι τσαπατσούληδες και βρώμικοι, και τό σπίτι βρωμάει

   και τό ακόμα πιο ενδιαφέρον ήτανε ότι δεν εννοούσα να πειστώ τόσο εύκολα ότι αυτή η γυναίκα έλεγε ψέματα – κι έτσι έρριχνα ματιές κάτω απ’ τούς καναπέδες σαν να μέ είχε υπνωτίσει ή σαν να βρισκόμουνα στην κατάσταση – τό θυμόμουνα αυτό – που κάνεις κάτι ενώ ξέρεις ότι είναι ηλιθιότητα και βλακεία, και μάλιστα και πολλή ντροπή. Και συγχρόνως θυμάμαι ότι τίς ώρες που η Αναμπέλ μάς έφερνε σπίτι της και εγώ κοιτούσα κλεφτά κάτω από τούς καναπέδες στο πάτωμα απορούσα απ’ τή μια για τό πώς είναι δυνατό ένας άνθρωπος να λέει τέτοια ψέματα, κι απ’ τήν άλλη για τό πώς γίνεται εγώ να μην μπορώ να τό πάρω απόφαση ότι έχω πέσει θύμα ενός ανθρώπου που λέει ψέματα και να επιμένω παρ’ όλ’ αυτά να διελευκάνω, μήπως τυχόν και, παρ’ όλα αυτά, λέει εντούτοις και κάποια αλήθεια, ναι, είναι φοβερό : περίμενα ότι κάποια στιγμή θα βρω καμιά φλούδα. (Ίσως τό πιο υπνωτιστικό στην νταίηλυ να ήταν τό χαρούμενο ύφος της τήν ώρα που έλεγε ό,τι έλεγε)

   και η ντροπή ήτανε γενική και ποτέ δεν αισθάνθηκα άνετα όταν τούς έβλεπα σπίτι τους (όλους) (δηλαδή τήν μάνα τίς αδελφές και τόν εκτόρ, γιατί τόν πατέρα σπανίως τόν βλέπαμε) και κάπως περίεργα αισθανόμουνα ενώ έκανα τήν άνετη, μπροστά σ’ αυτούς τούς ανθρώπους που ήτανε τόσο ήρεμοι που σαν να ήταν από άλλον πλανήτη και μυρίζαν αμερικάνικα και τό κυριότερο : τόσο όμορφοι : Και επίσης ψηλοί : πολύ ψηλοί : Ήταν πολύ περίεργο αυτό : ο πιο κοντός ήταν δηλαδή ο πατέρας. «Είναι επειδή είναι από τήν εθνικιστική Κίνα, γι’ αυτό» έλεγε ο Αυδόπουλος. «Στην άλλη Κίνα δεν είναι έτσι.»

   μιλούσαν πάντα χαμογελώντας, ναι, σαν ο τελικός τόνος κάθε πρότασής τους να ήταν ένα ερώτημα που επανερχόταν απλώς από θεωρητική περιέργεια : Η γλώσσα αυτή ήτανε λοιπόν τόσο αναπάντεχα διαφορετική που σαν να ήτανε οικεία (και τελείως άσχετη με κείνα τά τσιν-τσον-τσιν) : ακουγόντουσαν ήχοι με βάθος και πλάτος, τά φωνήεντα είχαν μια σχέση σχεδόν γεωμετρίας μ’ εκείνα τά θαμπά σύμφωνα που σαν να αναδύονταν από μια βαθύτερη θάλασσα : ναι αν τότε ήξερα αυτά που ξέρω μετά, θα μπορούσα τότε να πω ότι η γλώσσα τους θύμιζε τό ήθος τού θουκυδίδη : απέπνεε μια διαρκή εγρήγορση και μια ενσωματωμένη διάθεση κριτικής σαν να μιλούσαν σχεδόν πάντα μ’ ένα είδος αμφιταλάντευσης ανάμεσα στην σοβαρότητα και τήν επιείκεια – κι ο μόνος που δεν είχε καμία διάθεση για χαμόγελα ήταν αυτός ο εκτόρ

   η δικιά του η γλώσσα όταν μιλούσε στις αδελφές του, σαν να είχε περισσότερα σύμφωνα από τών άλλων, αν και σκεπασμένα με τόνους νερού

   όμως η γλώσσα αυτών τών ανθρώπων ήταν σαν να φιλτραριζόταν συνέχεια από τήν ιδέα ενός τοπίου κι ενός κόσμου που περνούσε τίς εντάσεις ανάμεσα στα φωνήεντα και τά σύμφωνα από ένα κόσκινο υδάτινο, και δεν μπορούσα να καταλάβω αλλιώς τήν αποτελεσματικότητά του παρά μόνο σαν θαμπή σκληρότητα, ή και σκληρή θαμπάδα – περιείχαν νοήματα που δεν τά καταλάβαινα οι μεταξύ τους κουβέντες

   μολονότι ήταν τόσο μοντέρνες με τίς στενές κοντές φούστες και τίς πετσέτες έτσι τυλιγμένες στο κεφάλι τους μετά τό μπάνιο, είχα εγώ διαρκώς τήν εντύπωση όταν τίς άκουγα να μιλάνε μεταξύ τους και με τόν αδελφό τους, ότι δεν θα μπορούσα να καταλάβω ποτέ αυτά που λέγανε. Η μητέρα κι ο πατέρας (αλλά τούς είχα ακούσει σπανίως να μιλάνε) σαν να επιβεβαίωναν λίγο περισσότερο τήν προκατάληψη για τόν οξύ ήχο που περιέχουν τά σύμφωνα τής γλώσσας αυτής

   τήν αναμπέλ απ’ τήν άλλη μεριά έχω τήν εντύπωση ότι δεν θυμάμαι να τήν άκουσα ποτέ να μιλάει κινέζικα, κι αυτό είναι περίεργο, αλλά μού φαίνεται ότι όταν ήμουνα μπροστά μιλούσε στη μαμά και στις αδελφές της σαν μ’ ένα θυμωμένο τελεσίγραφο σχεδόν συνεχώς γαλλικά, σαν σχεδόν να τά απαιτούσε, αλλ’ αυτό πρέπει να ’ναι μάλλον μια ιδέα ή μια αφαίρεση, και μια προκατάληψη ίσως δικιά μου

   τό πρώτο πράγμα που είδα λοιπόν στο σπίτι όταν μπήκα ήταν οι πάπυροι : οι πάπυροι με τά μαύρα χοντρά γράμματα που ήταν σαν αρχιτεκτονικά σχέδια πολλών μικρών σπιτιών και είχανε δίπλα τίς λεπτές αυτές θαμπές ζωγραφιές (σαν όνειρα που περιγράφει κανείς με λεπτό πινελάκι και νερωμένο θαμπό χρώμα, μόνο και μόνο σαν σημείωση δηλαδή τών ονείρων) στους τοίχους όλους τριγύρω – οι πάπυροι απλωμένοι προσεκτικά μ’ αυτό τό ζεστό θαμπό χαρτί και τίποτ’ άλλο από πάνω, σ’ ένα ύψος τόσο πολύ χαμηλό που να μπορώ να τό φτάνω, και με μια ομοιογένεια στη διάταξη και μια τέτοια γαλήνη στη σειρά, που τό σπίτι όλο σαν να είχε χαμηλώσει και σα να μην ήτανε εκεί που ήτανε

   ήταν μεγάλη στιγμή δηλαδή για μένα όταν η αναμπέλ μέ έμπασε μέσα στο σπίτι : και πέρα από τίς εικόνες τών κοριτσιών με τίς πετσέτες στο κεφάλι και τά μπουρνούζια ή τήν εικόνα τού εκτόρ να γλιστράει σ’ έναν διάδρομο αδιάφορος, και πέρα κι από τήν θαμπή ανάμνηση τής λέξης βουδιστές που κάπου κυριαρχούσε πιο πριν στο κεφάλι μου και δεν θυμάμαι από ποιον ειδικά, ειπωμένη από τόν πατέρα μου ίσως ή μπορεί και τήν νταίηλυ, τή λέξη αυτή βουδιστές και για όλους τους, αυτό που σκέπασε τήν ατμόσφαιρα μόλις η πόρτα έκλεισε πίσω μου και πριν ακόμα η πόρτα κλείσει πίσω μου για τά καλά, ήταν (μαζί με τήν περίεργη λεπτή και ζεστή μυρωδιά που δεν μπορούσα να τήν εξηγήσω, και που μύριζε απλώς σαν απογείωση και σαν ταξίδι – και σαν να κινούμαστε ανάλαφρα υψωνόμενοι διαρκώς, ενώ όλα παρέμεναν φαινομενικά στον ίδιο τόπο), αυτό που πάνω απ’ όλα λοιπόν κυριάρχησε ήταν μια αρχιτεκτονική ανατροπή ολόκληρου τού σπιτιού που οφειλόταν απλώς και μόνο στον τρόπο που απλωνόντουσαν τά γράμματά τους κι η γλώσσα τους εκεί πάνω στους τοίχους : γιατί δεν είχανε φέρει μαστόρους, ούτε είχανε γκρεμίσει τοίχους ούτε είχανε χαμηλώσει ταβάνια πριν μπούνε να μείνουνε στο σπίτι αυτό, και όμως : δεν είχε καμία σχέση τό σχήμα του με τά υπόλοιπα. Και θα ’πρεπε να ξαναπάω πολλές φορές για ν’ αρχίσω να προσέχω (κι όχι μόνο να κοιτάω τά γράμματα στους τοίχους ή, ξεφορτωνόμενη για μερικά λεπτά τήν Αναμπέλ, ή τήν ώρα που εκείνη, έχοντας στρώσει τό τραπέζι με τίς ψάθες κάτω απ’ τά πιάτα εκδηλώνοντας ένα τελετουργικό κέφι, θα μού μάθαινε να τρώω με τά βασανιστικά ξυλαράκια που σαν να σέ κοροϊδεύουνε διαρκώς, και σαν να ’ταν φτιαγμένα για να τήν κάνουνε να είναι αυτή πιο μεγάλη συνεχώς από μένα και σ’ αυτό ακόμα –) να ξεκλέβω λίγο χρόνο (ή να έχω σε τελευταία ανάλυση όλον τόν χρόνο που ήθελα), για να προσέξω (πέρα από τά γράμματα και τή γλώσσα και τήν ιστορία που ιδέα δεν είχα τί έλεγε, έτσι όπως ήταν απλωμένη στους τοίχους), να προσέξω τότε εκείνες τίς πηγές φωτός τά φανάρια : με τά μαύρα γράμματα πάνω τους και τίς έντονες ζωγραφιές σκορπισμένα σε γωνίες τριγύρω : έτσι κάθε φορά που παρακολουθούσα τή διάταξη τών γραμμάτων στους τοίχους και τίς ζωγραφιές γύρω–γύρω, γινότανε κάθε φορά ένα μικρό καινούργιο άνοιγμα, και μια διασαφήνιση κι ένα ξεμπλέξιμο τής ίδιας εικόνας και τού ίδιου νοήματος που παρέμενε σιωπηλό – ώστε να ’βρισκα, είτε μες απ’ τό στρώσιμο τού τραπεζιού με τίς τετράγωνες ψάθες που η αναμπέλ χοροπηδώντας μού προετοίμαζε, είτε μες απ’ τίς ομιλίες τών αδελφών μεταξύ τους πιο πέρα, ή ακόμα και τήν αδιόρατη αυτή μικρή κάμψη τού κεφαλιού (και σχεδόν και τών ώμων) τής μαμάς τήν ώρα που θα μάς άνοιγε τήν πόρτα (ή ακόμα και τό βλέμμα τού εκτόρ που μάς έβλεπε αγορίστικα χωρίς να μάς βλέπει (αν τύχαινε να μπει ή να βγει ή να πάει στον διάδρομο πέρα)) μπορούσα πάνω απ’ όλα ξεκλέβοντας χρόνο να ανακαλύπτω πράγματα μέσα στο σπίτι που κάναν τά ευρωπαϊκά έπιπλα που ήταν τοποθετημένα με προσοχή (σαν κάτι που δεν σού ανήκει ακριβώς και συνεπώς δεν μπορείς να παίξεις μαζί του) να μειώνονται και να συρρικνώνονται ακριβώς σε αυτό: σε αδιάφορα κι αναγκαστικά παιχνίδια που έπρεπε να τοποθετηθούν με τάξη για να καλύψουν τούς νόμους τού γενικού παιχνιδιού : τού ταξιδιού που θα κάνανε από χώρα σε χώρα κι από χρόνο σε χρόνο : έπιπλα που δεν μπορούσαν να κουβαλάνε μαζί τους και θα αγοράζανε κάθε φορά από κει που βρισκόντουσαν : ενώ τριγύρω και πάνω, στους τοίχους και στον αέρα τόν ίδιο, θα κυκλοφορούσε η αίσθηση και η μυρωδιά τών μικρών πραγμάτων που μπορούσαν να τυλίγονται και που μπορούσαν να τά παίρνουν μαζί τους και αυτό θα ήταν η γλώσσα τους και τά σχέδια τών ονείρων τους και τά ξυλαράκια που τρώγαν : Έτσι που αργότερα κατάλαβα (ναι, όταν είχαν πια φύγει) ότι ο τρόπος με τόν οποίο έπρεπε να διπλώνω τά δάχτυλα για να πιάνω (σχεδόν με τίς αρθρώσεις, ή μόνο τούς κόμπους) εκείνα τά ξύλα, δεν ήταν μία κίνηση τών δαχτύλων απλώς, γιατί απαιτούσε μια ολόκληρη διαφορετική στάση όχι μόνο καθίσματος αλλά και κυλίσματος και βαδίσματος και αναπνοής (όπως τότε που βγάζεις προς τά έξω τούς ήχους αυτούς που εικονίζονται με σκληρό μαύρο στους πάπυρους πάνω, σαν συνεχώς ανθισμένοι ή τσαλαπατημένοι ιβίσκοι ή σαν σπίτια μ’ ανοιχτές τίς πόρτες για να μπαινοβγαίνεις)

   αλλά κανείς δεν ήξερε φυσικά ότι όλα τελειώνανε τότε εκειπέρα κοντά. Αντιθέτως, όλα κυλούσαν ήσυχα, και τά χριστούγεννα η νταίηλυ θα έδενε και θα έλυνε με τό χριστουγεννιάτικο δέντρο. (Αλλά η πρώτη που θα τό ’βλεπε θα ήμουν εγώ, γιατί μόνο εγώ μπορούσα να μπαίνω στο σπίτι τής αναμπέλ τόσο συχνά και συνέχεια)

   πάντως τίποτα δεν άλλαξε, από τήν ζωή μας στο σπίτι : στα σπίτια μας :

   δεν άλλαξε τίποτα. Η ζωή συνεχίστηκε ίδια, η αναμπέλ ήθελε να μέ μαθαίνει να τρώω με τά ξυλαράκια, αφού θα μού ’στρωνε πρώτα αυτή τό τραπέζι, κι εγώ δεν θα ήξερα ότι για να χρησιμοποιήσω τά δάχτυλα μου μ’ αυτόν τόν τρόπο θα έπρεπε να σταθώ πρώτα με τόν τρόπο αυτόν και ν’ αναπνέω με τόν τρόπο αυτόν, κι όλα κύλησαν ήσυχα, και ύστερα ήρθανε τά χριστούγεννα

   δεν είχα δηλαδή προλάβει να δω εγώ τίποτα γιατί όλα έγιναν σε μια μέρα που δεν είχαμε πάει να παίξουμε σπίτι της αλλά παίζαμε έξω στην κάτω αυλή κι η daily πρόλαβε έτσι να πάρει αυτή τήν πρωτιά όπως τό ’θελε, και να ανακοινώσει στη μητέρα μου, με τό στόμα γεμάτο σάλιο χτυπώντας τό κουδούνι θριαμβευτικά ένα μεσημέρι φαντάζομαι : Τά μάθατε, καλά δεν τά μάθατε εσείς με τούς κινέζους, έχουνε φτιάξει χριστουγεννιάτικο δέντρο

   τό περίεργο μ’ αυτήν τήν γυναίκα είναι ότι παρ’ όλο που ήξερε πολύ καλά (γιατί τά ’ξερε βέβαια όλα) ότι υπήρχαμε κι εμείς εκεί δίπλα της που μπαίναμε μέσα στο σπίτι αυτό κάθε μέρα, κι ότι επομένως κάτι παιδιά μπορεί να ξέραν τά πάντα και θα μπορούσαν να τήν ενημερώνουν και να τής δίνουν και λεπτομέρειες, δεν ρώτησε ποτέ της, ούτε εμένα, ούτε κανέναν άλλον από εμάς ας πούμε για τίποτα : λες και τό πιο σημαντικό γι’ αυτήν ήταν να προλαβαίνει τά νέα και να τά λέει στους άλλους πρώτη αυτή, όταν οι άλλοι δεν τά ξέραν ας πούμε ακόμα (να καταπίνει δηλαδή ολόκληρη τή δικιά τους τήν έκπληξη, κι αυτό δηλαδή τής έδινε μεγαλύτερη απόλαυση από τήν ίδια τή δικιά της – τήν υποτιθέμενη – απόλαυση – όταν τά μάθαινε – αν ένιωθε ποτέ η ίδια τέτοιο πράγμα για τίποτα) κι όχι να τά μαθαίνει η ίδια ακριβώς. Κι έτσι δεν ρώτησε καν, αν πήγαν τά παιδιά σας χτες σπίτι τους, κι αν είδαν τό δέντρο, ούτε καν αισθανόταν τόν φόβο μήπως και τή διαψεύσουμε τελικά, αλλά ανάγγελνε πάντοτε θριαμβευτική και περήφανη – και – στην περίπτωση αυτή – και με κάπως κατεβασμένη φωνή σαν να έλεγε ένα αξιοσέβαστο πολύ μυστικό : Καλέ τό ξέρετε ότι οι Κινέζοι έχουνε κάνει χριστουγεννιάτικο δέντρο; – ναι μού τό ’πε η καθαρίστρια τού διπλανού τους – και μεγάλο ε; κανονικό και μεγάλο, ολόκληρο δέντρο σάς λέω

   ήταν τόση μ’ άλλα λόγια η ταραχή της που πρώτη φορά ομολόγησε και τόν πληροφοριοδότη της δηλαδή. Και τίς κουβέντες της διαδεχόταν σιωπή από όλες αυτές τίς μεριές. Φαίνεται ότι τούς έκανε εξαιρετική εντύπωση όλων αυτό τό πράγμα, και σαν να τό θεώρησαν δύσκολο να τό αντιμετωπίσει κανείς, να τό πει δηλαδή, και να βρει τίς κατάλληλες λέξεις. Εγώ πάντως τό είδα πολύ σύντομα, ίσως τό επόμενο κιόλας απόγευμα που μέ ξαναπήγε στο σπίτι της η αναμπέλ : κανείς δεν μιλούσε γι’ αυτό, ούτε κι αυτή, αλλά περάσαμε από μπροστά του για να πάμε στο μέσα σαλόνι, γιατί τό είχαν μπροστά στο μικρό σαλονάκι στην πρώτη γωνία όπως έμπαινες, έτσι που να τό βλέπουμε όλοι και από τήν πόρτα αμέσως

   είχε κάτι περίεργο τό δέντρο αυτό όμως, τό χάζεψα εγώ πολύ αδιόρατα τόσο που να μην τήν φέρω σε δύσκολη θέση, και κείνη χαμογέλασε και τό προσπέρασε με περηφάνεια χοροπηδώντας λίγο, σαν προς τιμήν μου. Ήταν ένα μεγάλο γιορτινό και επίσημο δέντρο (ήτανε, ναι, ακόμα και χαρούμενο) τιμητικά στολισμένο με μπαλάκια που αστράφτανε από φυσικό έλατο σκούρο πράσινο και ψηλό, δεν είχε χιόνι, ήταν ολοπράσινο, και στεκόταν και καμάρωνε εκεί στη γωνία : σα να ’χε γύρω του μια ατμόσφαιρα που τού έλεγε ότι είναι μοναχικό εκειπέρα αλλά πάντως καμάρωνε, και η μητέρα και οι αδελφές ήταν γεμάτες – κάτι στο περπάτημά τους, στα λακκάκια στα μάγουλα – από ελαφριά και αδιόρατη επισημότητα που θέλανε να δείξουν ότι τήν μοιράζονται μαζί μας τίς μέρες αυτές και τό σπίτι άστραφτε (ως συνήθως) αλλά αυτό δεν τούς έφτανε, νομίζανε ότι έπρεπε να έχει και κάτι παραπάνω τίς μέρες αυτές σαν έναν σεβασμό σιωπηλό και γεμάτο σιωπηλούς ήχους όπως νομίζανε ότι έπρεπε να είναι όλα τά πράγματα, γιατί οι σιγανοί ήχοι (που σχεδόν να μοιάζουνε εντελώς με σιωπή) ήταν τό πιο αξιοσέβαστο όπως φαινόταν γι’ αυτούς, τό πιο αξιοσέβαστο που μπορούσαν να έχουν τά πράγματα – μόνο η αναμπέλ δεν έδινε και πολλή σημασία και μέ έπαιρνε μέσα να παίξουμε με τά ξυλαράκια και τά άλλα παιχνίδια της (που δεν είχε δηλαδή και πολλά, μόνο αυτά που μπορούσανε να τής κουβαλάνε (να κουβαλάει στην κυριολεξία η ίδια) από μέρος σε μέρος έτσι όπως πηγαίνανε, μια που αυτή ήταν η δουλειά τού μπαμπά) (ή ίσως κι αυτά που τής αγόραζαν σε κάθε καινούργια χώρα που βρίσκονταν, που θα βρισκόντουσαν κάθε φορά μέσα σ’ αυτή τή ζωή αλλεπάλληλων μετακινήσεων, και πολλές φορές θα ’χε αναγκαστεί ν’ αφήσει πίσω της πολλά από τά παιχνίδια αυτά φεύγοντας) κι έτσι παίζαμε με τά δικά μου κυρίως – κι ίσως γι’ αυτό κιόλας τά πιο αγαπημένα της να είχαν να κάνουν με τραγούδι δηλαδή με γλώσσα που μεταφέρεται

   όμως αυτό είχε κάνει όντως μεγάλη εντύπωση. Σαν να τούς περιέβαλε ξαφνικά ένας φόβος σχεδόν από παντού κι ακουγόντουσαν διάφορα. – Πολιτισμένος λαός! αυτό ακουγότανε από παντού τώρα μάλλον για αυτούς : Ακόμα κι η Νταίηλυ είχε δείξει δέος μπροστά στην είδηση που έφερε. Κι ο Αυδόπουλος έμεινε έκπληκτος, όταν τό έμαθε και κυρίως θέλησε να δείξει τήν έκπληξή του στην Χρονολουλού για να τήν διδάξει καλούς τρόπους μ’ αυτήν, όπως ήθελε να κάνει συνέχεια πάντοτε, και σ’ εμάς φυσικά : Σήκωνε τό δάχτυλο συχνά όλες τίς μέρες αυτές στο τραπέζι όταν τρώγαμε (ή άλλη ώρα κι αλλού) και όλο έλεγε : – Αυτό είναι ένδειξη μεγάλου πολιτισμού. Είναι αρχαίος ο λαός που τό κάνει αυτό. Αλλά αυτοί είναι από τήν Εθνικιστική Κίνα βλέπεις.

   από αλλού ακουγόντουσαν άλλα : Φοβήθηκαν ότι αν δεν κάνουνε δέντρο όπως εμείς θα μάς προσβάλουν, και λοιπά, κλπ.

   κι εμείς συνεχίζαμε τά παιχνίδια, χωρίς άλλα περίεργα ούτε ασυνήθιστα, και όλα κύλησαν ήσυχα για λίγο καιρό. Ώσπου μετά ξαφνικά, η νταίηλυ μίλησε πάλι πρώτη ξανά
– Φεύγουν τά μάθατε; Ο πατέρας πεθαίνει και είπαν ότι θέλει να πάει να πεθάνει στην Κίνα, προλαβαίνουνε–δεν προλαβαίνουνε να πάνε γρήγορα για να πεθάνει στην Κίνα

   δεν μπορούσαμε να καταλάβουμε στην αρχή τό μήκος και τό πλάτος τών λέξεων απόλυτα αυτή τή φορά

   τίποτα δεν άλλαξε πάντως τή μέρα αυτή και τίς άλλες εκεί τότε κοντά, έτσι που αρχίσαμε όλοι φωναχτά τώρα πια να αμφιβάλλουμε πρόθυμα για τήν αξιοπιστία τής νταίηλυς. Δεν μπορώ πραγματικά να θυμηθώ στη ζωή μας τίποτα άλλο πέρα από μία θαμπάδα και μία ασάφεια μετά απ’ τά νέα αυτά. Περιμέναμε ένα σημάδι απ’ τήν συμπεριφορά τής αναμπέλ για να καταλάβουμε αλλά εκείνη δεν έδειξε τίποτα, κι ίσως μάλιστα να μην εμφανίστηκε ούτε καν η ίδια τίς δυο μέρες αυτές, μέχρι που, κοντούλα και μικροκαμωμένη, ψηλώνοντας συνέχεια όμως με σοβαρότητα, ψέλλισε με τά γαλλικά της, έδειξε με τά σχέδιά της, ότι θα φύγουν. Έντιμη εφημερίδα, θα μπορούσαμε σαν τόν σαίξπηρ να αναφωνήσουμε τότε όλοι μαζί και εμείς, δεν μάς κορόϊδεψες ούτε άλλοτε ούτε αυτή τή στιγμή

.
προσαρμοσμένο απόσπασμα από τό κεφάλαιο «κινέζοι» τού μυθιστορήματος «βιογραφίες αγνώστων» © χάρη σταθάτου
περαιτέρω αποσπάσματα από τό ανέκδοτο μυθιστόρημα στην ιστοσελίδα απολίτιστες τέχνες

 

,

Advertisements

Δεκέμβριος 22, 2010

herbert marcuse «ο μονοδιάστατος άνθρωπος» / 3η συνέχεια (+ μερικά για τή διαλεκτική τής απελευθέρωσης)

διαβάστε κι αυτό    

 .

.

μεταφράζω μερικές προτάσεις από αυτή τήν εισήγηση που ο μαρκούζε έκανε, στα πλαίσια ενός συνέδριου με θέμα «η διαλεκτική τής
απελευθέρωσης» στο λονδίνο τό 1967 : τό παραπάνω βίντεο περιλαμβάνει μόνο τά πρώτα 8 λεπτά τής εισήγησής του
(«απελευθέρωση από τήν κοινωνία τής αφθονίας») – αλλά ολόκληρο τό κείμενο (στα αγγλικά) βρίσκεται εδώ

(θα μού πει βέβαια κανείς ότι η ίδια η διατύπωση απελευθέρωση από τήν κοινωνία τής αφθονίας σήμερα ηχεί και ειρωνικά
και παράκαιρα, όταν η κοινωνία αυτή τείνει ιλιγγιωδώς πλέον να μετατραπεί σε «παγκόσμια κοινωνία τής
αμεταμφίεστης φτώχειας» : ίσως όμως όχι τόσο ειρωνικά ούτε τόσο παράκαιρα αν σκεφτούμε τίς διαπιστώσεις ακριβώς και τού ίδιου
τού μαρκούζε και τών συνεργατών του τής «κριτικής θεωρίας» για τά στοιχεία που καθορίζουν τό άτομο και τίς (αυτο)ματαιωνόμενες
κατά κανόνα
δυνατότητές του να εξεγερθεί εγκαίρως και ριζοσπαστικά ενάντια στη μεταμφιεσμένη ευημερία του – περί αυτού
ακριβώς και τά αποσπάσματα από τόν «μονοδιάστατο άνθρωπο» που ακολουθούν, και θα ακολουθήσουν)

 

   είμαι πολύ ευτυχής που βλέπω τόσα λουλούδια εδωμέσα, και γι’ αυτό θα ’θελα να σάς υπενθυμίσω ότι τά λουλούδια από μόνα τους δεν έχουν καμιά απολύτως δύναμη, άλλην από τή δύναμη τών ίδιων τών αντρών και τών γυναικών που τά φροντίζουν και τά προστατεύουν από τήν επιθετικότητα και τήν καταστροφή
   σαν φιλόσοφος χωρίς ελπίδα, και για τόν οποίο η φιλοσοφία έγινε αξεχώριστη από τήν πολιτική, φοβάμαι ότι θα σάς βγάλω σήμερα έναν λόγο μάλλον φιλοσοφικό, οπότε ζητώ τήν επιείκειά σας. Θα μιλήσουμε για τή διαλεκτική τής απελευθέρωσης (που πιστεύω ότι σαν φράση είναι στην πραγματικότητα πλεονασμός, μια που η διαλεκτική όλη είναι μια απελευθέρωση) και για τήν απελευθέρωση όχι μόνο με τή διανοητική της σημασία, αλλά για τήν απελευθέρωση που αγκαλιάζει τό σώμα και τό μυαλό μαζί, τήν απελευθέρωση που αφορά ολόκληρη τήν ανθρώπινη ύπαρξη…
 

   μιλώ εδώ για τήν απελευθέρωση από τήν κοινωνία τής αφθονίας, δηλαδή σαν να λέμε από τίς κοινωνίες τού προηγμένου καπιταλισμού. Τό πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε δεν είναι η απελευθέρωση από μια κοινωνία φτώχειας, από μια κοινωνία σε κατάρρευση, ούτε καν στις περισσότερες περιπτώσεις από μια κοινωνία τρόμου, αλλά απελευθέρωση από μια κοινωνία που σε μεγάλο βαθμό έχει αναπτύξει τίς υλικές και ακόμα και τίς μορφωτικές και καλλιτεχνικές ανάγκες τού ανθρώπου… 

   αυτό σημαίνει πως έχουμε να κάνουμε με τήν απελευθέρωση από μια κοινωνία μέσα στην οποία η έννοια τής απελευθέρωσης δεν έχει καθόλου μαζική βάση… 

   πιστεύω πως όλοι μας (και θα χρησιμοποιώ αυτό τό «όλοι μας» καθ’ όλη τή διάρκεια τής ομιλίας μου) έχουμε διστάσει πολύ, έχουμε ντραπεί πολύ, ίσως κατανοητά ντραπεί, να επιμείνουμε στα ουσιώδη, στα ριζοσπαστικά στοιχεία μιας σοσιαλιστικής κοινωνίας, να επιμείνουμε στην ποιοτική διαφορά της από τίς κατεστημένες κοινωνίες… 

   έχουμε, για να τό πούμε έτσι, καταστείλει πολλά απ’ αυτά που θα ’πρεπε να ’χουμε πει, απ’ αυτά που θα ’πρεπε να ’χουμε τονίσει… 

   εάν σήμερα αυτά τά ουσιώδη χαρακτηριστικά, αυτά τά αληθινά ριζοσπαστικά χαρακτηριστικά που θα έκαναν τή σοσιαλιστική κοινωνία να είναι η οριστική άρνηση όλων τών κοινωνιών που έχουν υπάρξει μέχρι σήμερα, εάν αυτή η ποιοτική διαφορά σήμερα παρουσιάζεται σαν Ουτοπική, σαν ιδεαλιστική, σαν μεταφυσική, ε ακριβώς μ’ αυτήν τή μορφή πρέπει να εμφανίζονται αυτά τά ριζοσπαστικά χαρακτηριστικά : αν πρόκειται ν’ αποτελέσουν πράγματι τήν οριστική άρνηση τής κατεστημένης κοινωνίας… 

   ο βάλτερ μπένγιαμιν βάζει κάπου μαρτυρίες από τίς μέρες τής παρισινής κομμούνας : πως σ’ όλες τίς γειτονιές τού παρισιού άνθρωποι πυροβολούσαν τά ρολόγια πάνω στα κωδωνοστάσια τών εκκλησιών ή τίς στέγες τών ανακτόρων ή αλλού, εκφράζοντας μ’ αυτόν τόν τρόπο συνειδητά ή και μισοσυνείδητα τήν ανάγκη που ένιωθαν ο χρόνος κατά κάποιον τρόπο να σταματήσει : πως εκείνο τουλάχιστον τό κυρίαρχο, τό κατεστημένο συνεχές τού χρόνου έπρεπε να διακοπεί, κι ένας νέου είδους χρόνος να ξεκινήσει – θέλοντας έτσι να τονίσουν με κάθε τρόπο τήν ποιοτική διαφορά και τήν ολοκληρωτική ρήξη που έπρεπε να υπάρξει ανάμεσα στην παλιά κοινωνία και τήν καινούργια… 

   μ’ αυτήν τήν έννοια θα μ’ άρεσε να συζητήσω εδώ μαζί σας για τά καταχωνιασμένα (καταπιεσμένα) προαπαιτούμενα τής ποιοτικής αλλαγής. Λέω επίτηδες «τής ποιοτικής αλλαγής» και όχι «τής επανάστασης» γιατί έχουμε ήδη δει πάρα πολλές επαναστάσεις κατά τίς οποίες τό συνεχές τής καταστολής και τής καταπίεσης διατηρήθηκε, επαναστάσεις που αντικατέστησαν απλώς τό ένα σύστημα κυριαρχίας μ’ ένα άλλο. Πρέπει ν’ αποκτήσουμε συνείδηση τών ουσιωδώς νέων χαρακτηριστικών που θα συντελέσουν στο ν’ αποτελέσει η ελεύθερη κοινωνία τήν συγκεκριμένη τήν καθαρή άρνηση τών κατεστημένων κοινωνιών – και πρέπει ν’ αρχίσουμε να τά διαμορφώνουμε αυτά τά χαρακτηριστικά, χωρίς να μάς νοιάζει πόσο μεταφυσικοί, χωρίς να μάς νοιάζει πόσο Ουτοπικοί, και θα ’λεγα ακόμα χωρίς να μάς νοιάζει και πόσο γελοίοι μπορεί να φανούμε στα μάτια τών κανονικών ανθρώπων όλων τών παρατάξεων, και τής δεξιάς και τής αριστεράς… 

   απελευθέρωση σημαίνει και προϋποθέτει ν’ ανοίξει και να ενεργοποιηθεί μια βαθύτερη διάσταση στην ανθρώπινη ύπαρξη, αυτή η πλευρά της που βρίσκεται μαζί και κάτω από τήν παραδοσιακή υλική της βάση : όχι μια ιδεαλιστική διάσταση που βρίσκεται πάνω από τήν υλική της βάση και τήν περιφρονεί, αλλά μια διάσταση ακόμα πιο υλική από τήν υλική της βάση, μια διάσταση που αποτελεί τό θεμέλιο τής υλικής της βάσης

   η έμφαση που δίνω σ’ αυτή τή νέα διάσταση δεν σημαίνει καθόλου ότι θέλω να βάλω στη θέση τής πολιτικής τήν ψυχολογία, αλλά μάλλον τό ακριβώς αντίθετο : σημαίνει τελικά ότι πρέπει να καταλάβουμε πως η κοινωνία έχει εισβάλει και στις βαθύτερες γωνιές και ρίζες τής ατομικής ύπαρξης, έχει καταλάβει ακόμα και τό ασυνείδητο τού ανθρώπου. Πρέπει να μπούμε στις ρίζες τής κοινωνίας καταδυόμενοι στα βάθη τών ίδιων τών ατόμων, τών ατόμων που, υποκείμενα στους μηχανισμούς τής κοινωνίας, σταθερά και μόνιμα αναπαράγουν τό συνεχές τής καταπίεσης ακόμα και στη διάρκεια τών μεγαλύτερων επαναστάσεων… 

   η διαλεκτική τής απελευθέρωσης, μετατρεπόμενη καθοδόν από ποσότητα σε ποιότητα, θα προκαλέσει, ας τό ξαναπώ, ένα ρήγμα σ’ αυτό τό συνεχές τής καταπίεσης, που φτάνει στη βαθύτερη διάσταση τού ίδιου τού ανθρώπινου οργανισμού… 

   τό εργαστηριακό πείραμα η επιστήμη κι η τεχνολογία θα μπορούσαν, αλλά και θα ’πρεπε κιόλας, να γίνουν ένα παιχνίδι με τίς ώς τώρα κρυμμένες – μεθοδικά κρυμμένες και μπλοκαρισμένες – δυνατότητες τών ανθρώπων και τών πραγμάτων, τής κοινωνίας και τής φύσης

   κι αυτό είναι ένα απ’ τά παλιότερα όνειρα κάθε ριζοσπαστικής θεωρίας και πρακτικής : σημαίνει ότι η δημιουργική φαντασία, κι όχι μόνο ο ορθολογισμός τής «αρχής τής αποτελεσματικότητας», μπορεί να γίνει δύναμη παραγωγική και να οδηγήσει στη μεταμόρφωση τού κοινωνικού και τού φυσικού σύμπαντος : σημαίνει ότι μια νέα μορφή πραγματικότητας μπορεί να κάνει τήν εμφάνισή της, που θα ’ναι και τό αποτέλεσμα και τό μέσο για τήν ανάπτυξη και τής λογικής και τής ευαισθησίας τού ανθρώπου

   κι εδώ θα ρίξω τή φοβερή ιδέα : αυτό θα ’ταν μια πραγματικότητα «αισθητικής φύσεως» : η κοινωνία σαν έργο τέχνης : είναι η πιο Ουτοπική, η πιο ριζοσπαστική πιθανότητα για τήν απελευθέρωση σήμερα…

μετάφραση στα ελληνικά © σημειωματάριο κήπων 2010

    

               marcuse@history.ucsb.edu

   μετά από τή διακοπή λοιπόν που μεσολάβησε διά λόγους ανωτέρας και κατωτέρας βίας, συνεχίζω σήμερα να διαλέγω αποσπάσματα από τόν «μονοδιάστατο άνθρωπο» τού χέρμπερτ μαρκούζε
   είμαστε στο 2ο κεφάλαιο (τά αποσπάσματα τής εισαγωγής και τού 1ου κεφάλαιου (από τό πρώτο μέρος) βρίσκονται εδώ και εδώ)

 

 

μέρος πρώτο : η μονοδιάστατη κοινωνία / κεφάλαιο
δεύτερο : η περιχαράκωση τής πολιτικής ζωής

 

   τά παραδοσιακά ανατρεπτικά στοιχεία έχουν εξαφανιστεί ή απομονωθεί και όσοι απειλούσαν τήν τάξη έχουν εξουδετερωθεί

   η οικονομία αλληλοκαλύπτεται με ένα παγκόσμιο σύστημα στρατιωτικών συμμαχιών, νομισματικών συμφωνιών, τεχνικής βοήθειας και σχεδίων ανάπτυξης· οι εργάτες ταυτίζονται σιγά–σιγά με τούς υπάλληλους κι οι συνδικαλιστές με τούς διευθυντές τών εργοστασίων, οι διασκεδάσεις και οι επιθυμίες τών διαφόρων τάξεων γίνονται ομοιόμορφες· μια προκαθορισμένη αρμονία βασιλεύει ανάμεσα στις επιστημονικές έρευνες και στους εθνικούς στόχους· τέλος μέσα στα σπίτια έχει εισβάλει η κοινή γνώμη και στην κρεβατοκάμαρα η τηλεόραση

   στη σφαίρα τής πολιτικής, αυτές οι τάσεις εκδηλώνονται με τήν ξεκάθαρη ή σχεδόν ξεκάθαρη εξομοίωση τών διαφωνούντων

   η εξομοίωση αυτή επεκτείνεται και στην εσωτερική πολιτική, όπου γίνεται όλο και περισσότερο δύσκολο να διακρίνουμε μια κάποια διαφορά ανάμεσα στα προγράμματα τών μεγάλων κομμάτων· έχουν τόν ίδιο βαθμό υποκρισίας και χρησιμοποιούν τά ίδια κλισέ

      

   στο βαθμό που η ατομική και δημόσια ύπαρξη έχει εμφιαλωθεί μέσα στον κατεστημένο τεχνικό μηχανισμό – που είναι τό μέσο ελέγχου και συνοχής ενός πολιτικού συνόλου όπου έχουν ενσωματωθεί οι εργαζόμενες τάξεις – στον ίδιο βαθμό είναι αναγκαία, για μια ποιοτική μετατροπή, η αλλαγή τής ίδιας τής τεχνολογικής δομής. Για να γίνει όμως μια τέτοια αλλαγή, θα έπρεπε οι εργαζόμενες τάξεις να είναι και με τήν ίδια τους ακόμη τήν ύπαρξη «α π ο ξ ε ν ω μ έ ν ε ς» απ’ αυτό τό σύνολο, θα έπρεπε να τούς φαίνεται αδύνατο να συνεχίσουν να ζουν μέσα σ’ αυτόν τόν κόσμο, θα έπρεπε να είναι γι’ αυτές ζήτημα ζωής και θανάτου η ανάγκη μιας ποιοτικής αλλαγής. Η άρνηση θα έπρεπε να προϋπάρχει τής αλλαγής. Η άποψη ότι οι ιστορικές απελευθερωτικές δυνάμεις πρέπει να αναπτυχθούν   σ τ ο   ε σ ω τ ε ρ ι κ ό   τής κατεστημένης κοινωνίας είναι ο ακρογωνιαίος λίθος τής μαρξιστικής θεωρίας

        

   οι περισσότεροι άνθρωποι δεν μπορούν πια ούτε να φανταστούν, με τή στενή έννοια, έναν κόσμο με ποιοτικά διαφορετικό λόγο και πράξη, μια και η κοινωνία καταπνίγει κάθε προσπάθεια αντίθεσης και καθορίζει τή φαντασία. Όσοι βρίσκονται στις ζώνες πείνας τής κοινωνίας τής αφθονίας γίνονται αντικείμενα τόσο κτηνώδικης μεταχείρισης που αναβιώνει τά μεσαιωνικά βασανιστήρια και μερικά άλλα πιο πρόσφατα. Όσο για τούς άλλους, λιγότερο απόκληρους, η κοινωνία απαντά στην ανάγκη τους για ελευθερία ικανοποιώντας ανάγκες που κάνουν υποφερτή κι ίσως ανυποψίαστη τή σκλαβιά

   η μηχανοποιημένη εργασία, που στο μεγαλύτερο μέρος της αποτελείται από αυτόματες και μισοαυτόματες αντιδράσεις, είναι πάντα μια απασχόληση που σκεπάζει ολόκληρη τή ζωή, είναι πάντα μια εξαντλητική, αποκτηνωτική, απάνθρωπη σκλαβιά

   αυτή η μορφή υποδούλωσης «ανώτερης ποιότητας» δεν διαφέρει ουσιαστικά απ’ αυτή που ασκείται πάνω στη δακτυλογράφο, πάνω στον τραπεζικό υπάλληλο, πάνω στον πωλητή και στην πωλήτρια που συνέχεια είναι στο πόδι, πάνω στον εκφωνητή τής τηλεόρασης. Η ισοπέδωση, η ρουτίνα, εξομοιώνουν τίς παραγωγικές με τίς μη παραγωγικές εργασίες. Ο προλετάριος τών περασμένων εποχών τού καπιταλισμού ήταν πραγματικά τό ζώο που κάλυπτε με τή δουλειά τού κορμιού του τίς ανάγκες και τίς πολυτέλειες τής ζωής, ενώ αυτός ζούσε μέσ’ στην ταπεινοσύνη και τή φτώχεια. Ήταν έτσι μια «ζωντανή» άρνηση τής κοινωνίας του. Αντίθετα, ο εργάτης τών προχωρημένων τμημάτων τής τεχνολογικής κοινωνίας, αισθάνεται πολύ λιγότερο τήν ανάγκη αυτής τής άρνησης. Όπως κι όλα τά άλλα ανθρώπινα αντικείμενα τού κοινωνικού καταμερισμού τής εργασίας, βρίσκεται σε μια πορεία ενσωμάτωσης στην τεχνολογική κοινωνία. Στους τομείς με μεγαλύτερο βαθμό αυτοματισμού, ένα είδος τεχνολογικής κοινότητας συνενώνει τά άτομα στη δουλειά τους. Η μηχανή μοιάζει να επιβάλλει στους χειριστές της έναν υπνωτικό ρυθμό

   η μηχανική διαδικασία μέσα στον τεχνολογικό κόσμο καταστρέφει ό,τι μυστικό και κρυφό έχει η ελευθερία, συνενώνει δουλειά και σεξουαλικότητα σ’ έναν αυτόματο και ασυνείδητο ρυθμικό αυτοματισμό

   οι δούλοι τού βιομηχανικού πολιτισμού μπορεί να είναι εκλεπτυσμένοι δούλοι, αλλά είναι δούλοι, γιατί η δουλεία δεν ορίζεται «από τήν υποταγή, ούτε από τή σκληρή δουλειά, αλλά απ’ τή μεταβολή τού ανθρώπου σε εργαλείο κι από τή μετατροπή του σε πράγμα» (φρανσουά περρού, 1958)

   η καθαρή μορφή σκλαβιάς είναι : να υπάρχει σαν εργαλείο, σαν πράγμα. Ακόμη κι αν τό πράγμα είναι έμψυχο, αν διαλέγει μόνο του τήν υλική και πνευματική του τροφή, ακόμη κι αν δεν καταλαβαίνει ότι είναι ένα πράγμα, ακόμη κι αν είναι όμορφο, καθαρό, ζωηρό, δεν παύει να είναι υποδουλωμένο

     

   τό επιχείρημα τής ιστορικής καθυστέρησης, ότι δηλαδή η απελευθέρωση πρέπει να γίνεται βίαια και από τήν κυβέρνηση σε συνθήκες κυριαρχικής πνευματικής και υλικής ανωριμότητας, είναι τό οχυρό τού σοβιετικού μαρξισμού· ακόμη, τό υποστήριξαν και όλοι οι θεωρητικοί τής «διαπαιδαγωγητικής δικτατορίας», από τόν πλάτωνα μέχρι τόν ρουσσώ. Είναι εύκολο να ειρωνευτούμε αυτό τό επιχείρημα, είναι όμως δύσκολο να τό απορρίψουμε : έχει τό προσόν να παραδέχεται χωρίς πολλή υποκρισία τίς υλικές και πνευματικές συνθήκες που φράζουν τό δρόμο για έναν πραγματικό και νοητικό αυτοκαθορισμό
   ακόμα, κάτω απ’ τό επιχείρημα αυτό διαφαίνεται μια ιδεολογία ανελεύθερη, μια ιδεολογία που συγκαλυμμένα λέει ότι η ανθρώπινη ελευθερία μπορεί να ανθίσει μέσα σε μια ζωή δουλειάς, φτώχειας και ηλιθιότητας

   και στο βαθμό που οι σκλάβοι διαπαιδαγωγούνται να ζουν σαν σκλάβοι, για να μένουν ευχαριστημένοι μ’ αυτή τήν κατάσταση, είναι αναγκαίο να έρχεται η απελευθέρωσή τους από τά έξω, από τά πάνω. Θα «υποχρεωθούν να είναι ελεύθεροι», θα υποχρεωθούν «να βλέπουν τά πράγματα όπως είναι, και κάποτε–κάποτε όπως θάπρεπε νάναι», θα υποχρεωθούν να μπουν «στο σωστό δρόμο», που στην αναζήτησή του βρίσκονται (ρουσσώ)
   παρ’ όλη τήν αλήθεια του όμως, τό επιχείρημα αυτό δεν μπορεί ν’ απαντήσει στο ερώτημα που γίνεται όλο και πιο πιεστικό με τόν καιρό : ποιος καθοδηγεί τούς καθοδηγητές, και ποια απόδειξη υπάρχει ότι κατέχουν «τό σωστό»; Και δεν αλλάζει τίποτα στο ερώτημα τό γεγονός ότι μπορεί να γίνει και για μερικές δημοκρατικές μορφές κυβέρνησης, όπου οι βασικές αποφάσεις σχετικά με τό τί είναι καλό για τό έθνος παίρνονται από αιρετούς αντιπροσώπους (ή μάλλον οπισθογραφούνται από αιρετούς αντιπροσώπους) – αντιπροσώπους που εκλέγονται κάτω από συνθήκες αποτελεσματικού και ελεύθερα αποδεκτού ετεροκαθορισμού. Η «διαπαιδαγωγητική δικτατορία» μπορεί να επικαλεσθεί για τήν υπεράσπισή της τό επιχείρημα (αρκετά αδύνατο άλλωστε) ότι η τρομερή κακοδαιμονία που δημιουργεί δεν είναι τρομερότερη, ούτε χειρότερη από τήν κακοδαιμονία που δημιουργούν οι μεγάλες φιλελεύθερες και αυταρχικές κοινωνίες
   όμως, αντίθετα με τίς θολές ιδεολογικές συνταγές, η διαλεκτική λογική τονίζει τό γεγονός ότι οι σκλάβοι πρέπει να είναι κιόλας   ε λ ε ύ θ ε ρ ο ι   για να διεκδικήσουν τήν απελευθέρωσή τους, προτού μπορέσουν να γίνουν τέτοιοι κι ότι ο σκοπός πρέπει να κατοπτρίζεται και στα μέσα που χρησιμοποιούνται για τήν επίτευξή του. Ο μαρξ τό έχει υπόψη του αυτό όταν λέει ότι η απελευθέρωση τής εργατικής τάξης πρέπει να είναι αποτέλεσμα τής δράσης τής ίδιας τής εργατικής τάξης. Ο σοσιαλισμός πρέπει να γίνει μια πραγματικότητα απ’ τήν πρώτη κιόλας πράξη τής επανάστασης γιατί πρέπει να βρίσκεται έτοιμος μέσα στη συνείδηση και στη δράση αυτών που κάνουν τήν επανάσταση

   η ανάπτυξη τής κομμουνιστικής κοινωνίας, σήμερα, βρίσκεται σε διαμετρική αντίθεση μ’ αυτή τήν οπτική

   η σταλινική εκβιομηχάνιση συντελέστηκε μέσα σε κατάσταση «εχθρικής συνύπαρξης» κι αυτό ίσως εξηγεί τόν τρομοκρατικό της χαρακτήρα· παράλληλα όμως έθεσε σε κίνηση τίς δυνάμεις που κάνουν τήν τεχνική πρόοδο μέσο διαρκούς καταπίεσης. Τά μέσα καταστρέφουν τόν σκοπό

   η σύγχρονη βιομηχανική κοινωνία δεν περιόρισε αλλά πολλαπλασίασε τίς παρασιτικές και αλλοτριωμένες λειτουργίες (που προορίζονται για τήν κοινωνία σαν σύνολο αλλά και για τό άτομο). Η δημοσιότητα, οι δημόσιες σχέσεις, η διαπαιδαγώγηση, η οργανωμένη σπατάλη δεν είναι πια μη παραγωγικές δαπάνες, αλλά είναι τμήμα τών βασικών παραγωγικών δαπανών

   η τέτοια διαμόρφωση τών πραγμάτων, όσον καιρό διαρκέσει, θα χαμηλώσει τήν αξία χρήσης τής ελευθερίας· γιατί στο κάτω–κάτω να θέλουμε αυτοκαθορισμό τής ζωής μας, μια και η ετεροκαθοριζόμενη ζωή είναι η άνετη ζωή κι ακόμα η «καλή» ζωή ; Πάνω σ’ αυτή τήν ορθολογιστική και υλική βάση συντελείται η ενότητα τών αντιθέτων και γίνεται δυνατή μια μονοδιάστατη πολιτική συμπεριφορά

     

   στο πιο προχωρημένο στάδιο τού καπιταλισμού, η κοινωνία είναι ένα σύστημα ελεγχόμενου πλουραλισμού, όπου οι αντιμαχόμενοι θεσμοί συνενώνονται στην εδραίωση τής εξουσίας τού συνόλου πάνω στο άτομο

   ανάμεσα στους κυρίαρχους θεσμούς δεν συμπεριλαμβάνονται όσοι τούς αμφισβητούν στο σύνολό τους. Η κυρίαρχη εξουσία προσπαθεί να θωρακίσει τό κοινωνικό σύνολο ενάντια σε κάθε άρνηση, είτε έρχεται απ’ έξω, είτε από μέσα

   ο πλουραλισμός έχει μια απατηλή ιδεολογική υφή. Δεν περιορίζει τή χειραγώγηση και τήν συναρμογή, αντίθετα τίς γενικεύει· δεν εμποδίζει τήν αναπόφευκτη ενσωμάτωση, τήν διευκολύνει. Οι φιλελεύθεροι θεσμοί ανταγωνίζονται με τούς αυταρχικούς θεσμούς στο να κάνουν τόν Εχθρό μια θανάσιμη απειλή   σ τ ο   ε σ ω τ ε ρ ι κ ό   τού συστήματος. Κι αν η θανάσιμη αυτή απειλή είναι κίνητρο για τήν ανάπτυξη τής παραγωγικότητας και τής πρωτοβουλίας, αυτό δεν συμβαίνει μόνο επειδή ο «τομέας» τής άμυνας αποκτά αποφασιστική οικονομική σημασία και επιρροή, αλλά γιατί η κοινωνία στο σύνολό της γίνεται μια κοινωνία άμυνας. Γιατί ο Εχθρός είναι διαρκώς παρών. Δεν εμφανίζεται μόνο επεισοδιακά στις στιγμές κρίσης, αλλά είναι παρών και στη φυσιολογική κατάσταση τών πραγμάτων. Είναι τό ίδιο απειλητικός σε καιρό ειρήνης όπως και σε καιρό πολέμου (ίσως τόν καιρό τής ειρήνης να είναι πιο απειλητικός)· έχει λοιπόν κι αυτός τή θέση του στο σύστημα, είναι ένα στοιχείο τής συνοχής του

   η παραφροσύνη τού συνόλου τού συστήματος δικαιολογεί τούς παραλογισμούς τών μερών του και μετατρέπει σε ορθολογιστική επιχείρηση μια σειρά από εγκλήματα ενάντια στην ανθρωπότητα

   ακόμη και οι πιο φριχτοί υπολογισμοί έχουν ορθολογισμό : για παράδειγμα, καλύτερα να εξοντωθούν πέντε εκατομμύρια άνθρωποι παρά δέκα, είκοσι, και λοιπά. Μάταια τονίζεται ότι ένας πολιτισμός που δικαιολογεί τήν άμυνά του με τέτοιους υπολογισμούς, υπογράφει τή θανατική του καταδίκη

   τά πολιτικά κόμματα συναγωνίζονται άραγε για τό ποιο θα οδηγήσει στην ειρήνη ή για τό ποιο θα κάνει τή βιομηχανία εξοπλισμού ισχυρότερη και δαπανηρότερη ; Η παραγωγή άραγε τής «αφθονίας» δουλεύει για τήν ικανοποίηση τών ακόμη ανικανοποίητων αναγκών ή αντίθετα τήν καθυστερεί ; Αν οι πρώτες υποθέσεις είναι σωστές /…/ τότε η δημοκρατία είναι τό αποτελεσματικότερο σύστημα καταπίεσης

   η εικόνα τού Κράτους τής ευημερίας που σκιαγραφήθηκε στις προηγούμενες παραγράφους έχει τά χαρακτηριστικά μιας ερμαφρόδιτης κτηνωδίας που βρίσκεται ανάμεσα στον οργανωμένο καπιταλισμό και στον σοσιαλισμό, ανάμεσα στη σκλαβιά και τήν ελευθερία, ανάμεσα στον ολοκληρωτισμό και τήν ευτυχία

     

   ακόμη κι ο καλύτερα οργανωμένος καπιταλισμός χρησιμοποιεί τίς κοινωνικές ανάγκες σαν ρυθμιστές τής οικονομίας /…/ δηλαδή συνεχίζει να συνδέει τήν πραγματοποίηση τών γενικών συμφερόντων με τίς ιδιωτικές επενδύσεις και τά ιδιωτικά συμφέροντα
   δρώντας έτσι, κρατάει ανοιχτή τή σύγκρουση /…/ ανάμεσα στην προοδευτική κατάργηση τής εργασίας και στην ανάγκη να διατηρηθεί η εργασία σαν πηγή κέρδους
   αυτή η σύγκρουση διαιωνίζει τίς απάνθρωπες συνθήκες ζωής για όσους βρίσκονται στη βάση τής κοινωνικής πυραμίδας – για όσους ζουν στο περιθώριο και για όσους είναι φτωχοί, για όσους δεν χρησιμοποιούνται και δεν είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθούν : τίς καταδιωκόμενες έγχρωμες φυλές, τούς τρόφιμους τών φυλακών, τούς τρόφιμους τών ψυχιατρικών κλινικών

   αν τα δυο μοναδικά «κυρίαρχα» κοινωνικά συστήματα στον σύγχρονο κόσμο, μοιραία, εξαρτώνται στενά τό ένα απ’ τό άλλο, αυτό συμβαίνει γιατί η ρήξη ανάμεσα στην πρόοδο και στην πολιτική, ανάμεσα στον άνθρωπο και στους αφέντες του έχει γίνει καθολική
   όταν ο καπιταλισμός συγκρούεται με τόν κομμουνισμό και τόν προκαλεί, συγκρούεται ταυτόχρονα με τίς ίδιες του τίς δυνατότητες : μπορεί να αναπτύξει με θεαματικό τρόπο όλες τίς παραγωγικές του δυνάμεις – αν τά ιδιωτικά συμφέροντα, που για λόγους κερδοσκοπικούς τόν εμποδίζουν να προχωρήσει σ’ αυτή τήν ανάπτυξη, υποταχτούν σ’ αυτές
   όταν ο κομμουνισμός συγκρούεται με τόν καπιταλισμό και τόν προκαλεί, συγκρούεται ταυτόχρονα με τίς ίδιες του τίς δυνατότητες : θεαματικές ανέσεις, ελευθερίες, μια λιγότερο πιεστική ζωή. Και τά δυο συστήματα έκαναν αυτές τίς δυνατότητες αγνώριστες. Για τόν ίδιο λόγο και στις δυο περιπτώσεις, σε τελευταία ανάλυση : αντιμάχονται μια μορφή ζωής που θα υπονόμευε τά θεμέλια τής καταπίεσης.

 

© για τή μετάφραση : «herbert marcuse / ο μονοδιάστατος άνθρωπος» μετάφραση μπάμπη λυκούδη / εκδόσεις παπαζήση 1971
1η έκδοση : one–dimensional man © boston : beacon 1964 (και : 1968, 1991 με καινούργια εισαγωγή τού douglas kellner)
( τήν επόμενη φορά : αποσπάσματα από τό τρίτο κεφάλαιο)

  

  

  

  

  

  

τό πρώτο βίντεο από μια σειρά συνεντεύξεων τού μαρκούζε, (ίσως) στην αγγλική τηλεόραση,
(από τό 3ο λεπτό και μετά απολαυστική είναι η (ευγενέστατα) ειρωνική του αντίδραση όταν ο συνομιλητής του
τόν ονομάζει «μέντορα» τών εξεγέρσεων τού ’60 : «δεν διατέλεσα μέντορας : οι φοιτητές τής γενιάς που εξεγέρθηκε δεν είχαν
καμία ανάγκη ούτε από μπαμπά ούτε από παππού για να διαμαρτυρηθούν ενάντια σ’ αυτή τήν
κοινωνία…» και ενδιαφέρον επίσης έχει σίγουρα η εξήγηση που δίνει (μετά τό 6ο λεπτό) για τήν
περιρρέουσα ατμόσφαιρα «κατά τών διανοουμένων»

  

  

  

 

Δεκέμβριος 4, 2010

εγκώμιον τού παράνομου έρωτα : από τόν ωραίο μεσαίωνα

διαβάστε κι αυτό    

                        

 

 

αναδημοσιεύω εδώ (από ένα (παλιό) γραφτό μου, συντομευμένο κάπως) τήν ιρλανδοαγγλική ιστορία τού έρωτα τής ιζόλδης και τού τριστάνου όπως τήν περιγράφει με τά αρχαία γερμανικά του ο γοδεφρείδος τού στρασβούργου περί τά 1200

τρίτη συνέχεια τού μαρκούζε είχα υποσχεθεί τό ξέρω για τό μετά τό προ–προηγούμενο (επεξηγηματικό) κείμενο αλλά

μεσολάβησε (στο προηγούμενο) ο μεσαιωνικού τύπου αποτρόπαιος θάνατος, και καθώς δεν μπορώ να βλέπω άλλο τήν αγχόνη κάθε που ανοίγω τό βλογ μου, και καθώς ο μαρκούζε αργεί ακόμα λέω να βάλω εδώ μια γνήσια μεσαιωνική αναίρεση :

  

   (…) δεν είναι μόνο οι σκηνές επάνω στο καράβι, αλλά και όλη η υπόλοιπη ιστορία : αρκεί όμως να σκεφτεί κανείς με τί υπέροχα αθώο τρόπο εκμεταλλεύεται ο γοδεφρείδος τή σύμβαση που διαφορετικά θα τόν καθήλωνε με τήν πουριτανική της αγκύλωση : μιλάω για τό αρχικό τό σχέδιο με τό οποίο ξεκινάει αυτός ο έρωτας, σχέδιο που στέλνει παραπέμπει και θυμίζει, ίσια θα ’λεγα, στη διαλεκτική τών σοφιστών : και είναι μάλιστα, λες και αυτός κάνει μια άμεση – και επί λέξει – αναφορά στην υπεράσπιση τού έρωτα εκ μέρους τού γοργία – (τόν οποίο κανείς δεν ξέρει αν τόν είχε καν διαβάσει) 

   τό αρχικό εύρημα λοιπόν είναι ότι οι δύο εραστές πρώτα αλληλομισούνται, και θα ερωτευτούν αργότερα, μονάχα με τή διαμεσολάβηση τού φίλτρου : τυχαία, θα ’λεγε κανείς ή μάλλον κατά λάθος : αυτό θα γίνει πάνω στο καράβι (σ’ ένα κινούμενο δηλαδή έδαφος που φεύγει και γλιστρά) με τό οποίο ταξιδεύει αυτή να πάει να παντρευτεί έναν άντρα που καθόλου δεν αγαπάει, ούτε τόν ξέρει καν, κοινό μοτίβο αιώνες τώρα στη ζωή τών γυναικών (και όχι απλώς στην τέχνη) : αυτός λοιπόν τήν συνοδεύει προστατευτικά, τό φίλτρο δε από τήν άλλη τό ετοίμασε μια φίλη της για να τό πιούνε ένα βράδυ με τόν άντρα της τόν μέλλοντα, να κάνει όλη τή ζωή τους πιο υποφερτή : στο έργο λοιπόν τό φίλτρο γίνεται ο ιμάντας που τό εκτοξεύει στην πιο ανηθικολόγα λογική, τήν πιο υπονομευτική θεώρηση : ο μεσαιωνικός μας δηλαδή εκμεταλλεύεται με απίστευτο ρεαλισμό και χιούμορ τό λάθος που γίνεται – να πιουν τό φίλτρο ο τριστάνος κι η ιζόλδη, μια μέρα που τό καράβι σταματάει σ’ ένα λιμάνι για ξεκούραση (κι όλο τό πλήρωμα έχει βγει στη στεριά για να διασκεδάσει ή και να ξεκουραστεί) – αυτοί οι δύο δε, μένουνε κατηφείς και άκεφοι επάνω στο κατάστρωμα, και πλήττουνε εκ παραλλήλου και οι δυο θανάσιμα μ’ αυτήν τήν επιπλέον αντιπάθεια που έχουν αναμεταξύ τους :

   έτσι, σε μια εντελώς ανθρώπινη προσπάθεια να ξεπεράσουνε τήν αθυμία τους αποφασίζουνε να πιουν κι αυτοί λιγάκι : λίγο κρασί να διασκεδάσουνε σαν άνθρωποι : όμως τό εύρημα αυτό παίρνει τή θέση μίας στέρεης πραγματικότητας, που ξεπερνάει τήν χριστιανική τήν ηθική και συναντάει τήν αρχαία αντίληψη εκείνη για τό δικαιωμένο όσο και ανεξήγητο ταυτόχρονα τού πάθους τού ερωτικού, – πράγμα που η αρχαία λογική τό τακτοποίησε θαυμάσια, αποδίδοντάς το στην παντοδυναμία ενός μικρού παιδιού – ενός θεού – ο οποίος βέβαια ως θεός είναι κι ανίκητος (και επομένως εάν τούς στοχεύσει αυτός δεν έχουνε καμιά ευθύνη εκείνοι πλέον για τό πάθος τους, κι αντίθετα, είναι και επιπλέον απόδειξη θρησκευτικής εντέλει ευσέβειας τό να υποκύψουνε κιόλας στη θέλησή του) – αυτή είναι ακριβώς η υπεράσπιση που κάνει ο γοργίας παίζοντας, όπως λέει και ο ίδιος και για δική του ευχαρίστηση, στο εγκώμιο που έγραψε για τήν ελένη – : και τό οποίο η νεογέννητη κι αθώα σκέψη τού μεσαίωνα, φορτωμένη από τά επιπλέον χριστιανικά που μεσολάβησαν, βρίσκει τόν τρόπο να τό μεταλλάξει και να τό μεταποιήσει και να τό τακτοποιήσει τώρα πια, αποδίδοντάς το σε μια νέου τύπου θεότητα, τήν μεσαιωνικά απολύτως δηλαδή αποδεκτή και ακριβώς ίσως γι’ αυτό επίφοβη μαγεία

   

   η πραγματικότητα λοιπόν αυτής τής ανεξήγητης δύναμης βαραίνει έκτοτε σαν τό πιο ατράνταχτο και οικουμενικό ας πούμε (και λογικό ας πούμε) γεγονός, επάνω στην υπόθεση, έτσι ώστε με τήν ελαφρά αυθαιρεσία τής καταγωγής της να αποκτάει μια τέτοια, λογική όμως, διαύγεια, ώστε να ταυτιστεί θαυμάσια με τήν προηγηθείσα αυθαιρεσία τής θέλησης ενός θεού και εκεί να μείνει

   όλο τό υπόλοιπο έργο δεν κουνιέται ρούπι, ούτε αμφισβητεί ποτέ αυτήν τήν αρχή. Αλλά με έναν εξαντλητικό και στέρεο ρεαλισμό, κι ένα αχόρταγο και αυτονόητο (κι ήρεμο) χιούμορ να περιγράφονται μετά όσα προέκυψαν : Ετούτα δε που προέκυψαν είναι σαφή και καθαρά : είναι, με λίγα λόγια, τό τί γίνεται όταν δυο άνθρωποι είναι ερωτευμένοι διαρκώς και επιμόνως, και μονίμως : Εάν μπορούσανε να παντρευτούν, η ιστορία βέβαια θα σταμάταγε, μα τό πολύ ανήθικο όμως τής υπόθεσης είναι ότι εκείνη είναι εκ τών προτέρων σίγουρο ότι θα παντρευτεί έναν άλλον : και όμως, αυτοί οι δύο δεν θα είναι εραστές από μακριά, ούτε και θα πονάν ματαίως (ή πλατωνικώς) ο ένας για τόν άλλον : θα είναι μονίμως και επιμόνως όντως εραστές, κι όλες τους οι ίντριγκες θα είναι αθώα και καθαρά και μόνιμα, προσανατολισμένες εκεί πάνω : πάνω στο πώς θα κοροϊδεύουν δηλαδή συνέχεια τούς άλλους, για να βρίσκονται όποτε μπορούν στο ίδιο κρεβάτι οι δυο μαζί

   

   ας τό ξεκαθαρίσουμε : αμφιβολίες και οδύνες υπάρχουνε συνέχεια στον κόσμο αυτό (τόν μεσαιωνικό…) αλλά όχι, ποτέ, για τό αν αυτό που κάνουνε είναι ή όχι δηλαδή σωστό : αυτό δεν τίθεται ποτέ ούτε αμφισβητείται : ο έρωτας είναι απολύτως νόμιμος, παράνομα είναι τά εμπόδια που τού τίθενται, κι αυτό είναι ένα πράγμα που διαχέεται με τέτοια βίαιη άνεση σε όλο τό βιβλίο ώστε τό μετατρέπει στο πιο έξαλλα ερωτογόνο κείμενο που θα μπορούσε να γραφτεί : και πέρα όμως απ’ αυτό, έχει και τέλειο χιούμορ : 

   δεν θα καθίσω τώρα εδώ να περιγράψω κείνην τήν καταπληκτική σκηνή που θυμίζει κωμωδία (έχουμε δει παλιά τέτοια σκηνή από τόν γούντι άλλεν) σκηνή που γίνεται στο δωμάτιο τού παντρεμμένου πλέον ζευγαριού : όταν ο τριστάνος κάνει δοκιμές πώς θα προσγειωθεί πηδώντας από μακριά επάνω στο κρεβάτι τής ιζόλδης ώστε να μην πατήσει τήν παγίδα που ’χει απλώσει ο άντρας της κάτω από τό κρεβάτι και τόν πιάσει : περιγραφές λεπτομερείς και ασταμάτητες τών πηδημάτων, τής αποτυχίας, και τά λοιπά

   ούτε θ’ ασχοληθώ με κείνην τήν εκπληκτική σκηνή που δίνει μια (πραγματικά ολοκληρωμένη) καλλιτεχνική διάσταση σ’ αυτόν τόν σύζυγο, όταν μετά από πολλές δοκιμασίες και παγίδες που τούς έχει στήσει, και από τίς οποίες αυτοί εξέρχονται (έστω και τελευταία στιγμή έστω και διά τής βίας) (με πλήθος πονηριές) (και τήν καλή τους τύχη – λες κι επιζεί ακόμα η αφροδίτη ως δύναμη μες στον μεσαίωνα) τά βγάζουν πέρα λοιπόν σ’ όλ’ αυτά και εξέρχονται αθώοι, κι όταν τόν έχει πείσει πια η ιζόλδη αυτόν τόν σύζυγο ότι δεν τρέχει τίποτα κι ότι μπορεί ακίνδυνα να τόν αφήσει τόν τριστάνο να ξαναμπεί στ’ ανάκτορο από τήν εξορία που τόν έστειλε 

   αυτός ο σύζυγος ξάφνου παρατηρώντας τους στο δείπνο διαπιστώνει (με πόσο πόνο ζήλεια και καϋμό) (γιατί είναι και ο ίδιος δηλαδή ερωτευμένος) (χωρίς να έχει πιεί φίλτρο αυτός) ότι καμιά φορά από μακριά όπως κάθονται ο ένας απ’ τόν άλλον στο μεσαιωνικό τραπέζι, σαν τό τραπέζι ενός μοναστηριού, κοιτάνε ο ένας τόν άλλον φευγαλέα με έναν τρόπο που τόν κάνει άνω-κάτω και τόν αναστάτωνε : είναι ερωτευμένοι καταλήγει αυτός τότε μέσα του, πάει τελείωσε, ό,τι κι αν λένε, ο τρόπος που κοιτιώνται είναι ομιλητικός απόλυτα, δεν παίρνει άλλη συζήτηση : τί κάνει λοιπόν τότε αυτός ο τόσο βάρβαρος και μεσαιωνικός δηλαδή άνθρωπος ;  απλούστατα σύμφωνα με τά ήθη τους που δυστυχώς ακόμα δεν τά έχουμε, κι είναι χαμένα, τούς παίρνει εκεί παράμερα κι ενώ αυτοί χλωμιάζουνε και κοκκινίζουνε αλληλοδιαδόχως (διότι δεν ξέρουνε τώρα τί τούς περιμένει πια, ένα σωρό ήδη αναγκαστικοί χωρισμοί έχουν προηγηθεί, περάσανε) αυτός τούς λέει: Ακούστε να σάς πω, τώρα επιτέλους τό κατάλαβα, πάει τέλειωσε : εσείς οι δυο είσαστε ερωτευμένοι μην τό αρνιέστε δεν θέλω άλλα ψέματα είσαστε ερωτευμένοι δηλαδή τελεία και παύλα : πρέπει να είσαστε μαζί αυτό είναι όλο. Αυτό που θέλετε λοιπόν, αυτό θα γίνει : Άντε πηγαίνετε στην ευχή και φύγετε από δω.

   και τούς διώχνει και τούς δυο πλέον μαζί, να φύγουν ανενόχλητοι από τό παλάτι. Και φεύγουνε πιασμένοι χέρι-χέρι ενώ αυτουνού σπαράζει η καρδιά του : άλλοι καιροί και άλλα ήθη δηλαδή

     

   …η φυγή τών πρωτόπλαστων ; (και ο διωγμός τους από έναν θεό που έχει μετατραπεί τώρα σε σύζυγο ; ) αλλά θα γίνουν όλα τώρα αντεστραμμένα : τώρα θα φύγουν απ’ τήν κόλαση και θα γυρίσουν στον παράδεισο : θα ζήσουνε μέσα στη φύση και στο δάσος μακριά από τά ψέματα, μες στην αλήθεια τήν πρωταρχική : και ξάφνου τήν φοβούνται τήν αλήθεια τήν πρωταρχική : (δεν βλέπουμε σκηνές πορνό εδώ, είναι ο σταντάλ που μάς μιλάει : ) παράδεισος ίσως να μην υπάρχει γιατί κάθε παράδεισος έχει σημαδευτεί από τήν κόλαση που ακολούθησε : 

   νά η ιστορία που είναι μόνιμα παρόν και μάς κολάζει διασκεδάζοντας : η ενοχή και η ντροπή τούς πιάνει και τούς ξετινάζει πλέον στα σημεία : τώρα που είναι εντελώς ελεύθεροι τό κάνουνε ίσως καλύτερα, αλλ’ όμως δεν κοιμούνται πια αγκαλιασμένοι : Είναι ανάμεσά τους ένα φοβερό σπαθί, τό βάζει εκείνος να κοιμούνται χώρια : (Μπορεί να είναι και η αντιπάθεια τού ανθρώπου που ’μαθε να κρύβεται – και να πιστεύει καταβάθος μοναχά στον φόνο – στον πολιτισμό αυτόν – μια αντιπάθεια για τήν απόλυτη ελευθερία {τής ζωής} που τότε τόν πλακώνει). Μπορεί να είναι, επιπλέον, και μια πρώτη νύξη για τήν αλλοτροίωση που ’χει πλακώσει εμάς αιώνες τώρα – και που όπως λέει και η ψυχανάλυση, τί φίλτρο και ξε-φίλτρο, η απαγόρευση είναι αυτή που σέ καυλώνει πιο πολύ. Μες στον παράδεισο λοιπόν, ανασυστήνουν τελετές μιας κόλασης, γιατί σ’ αυτήν συνήθισαν! τί θαύμα! Όμως, ακόμα κι αν αυτό είναι ένα τέλος μεγαλοφυές, τό έργο δεν τελειώνει εκεί : Όχι, τό έργο είπαμε είναι σταντάλ, δεν θα μπορούσανε μακριά από τήν κοινωνία τών ανθρώπων : Ίσως εδώ ο μεσαιωνικός μας να είναι ο πιο ρεαλιστής απ’ όλους μας : κάτι τούς λείπει, λοιπόν, κι έτσι : κι έτσι γυρίζουν πίσω : τό έργο είπαμε δεν είναι ηθογραφία, είναι φρόϋντ στην καλύτερη του τή στιγμή, μαρκούζε τήν στιγμή του τήν συνηθισμένη

   

   και μήπως δεν είναι σταντάλ, εκείνη η καταπληκτική σκηνή, που ’χει προηγηθεί βεβαίως, όταν σε έναν απ’ τούς αναγκαστικούς τούς χωρισμούς τους που αυτός βρίσκεται εξόριστος σε ένα μακρινό παλάτι, και κάνει ανδραγαθήματα (ως συνήθως τότε αυτοί) και αποκτάει (επειδή τό θέλει, αντί για μια γυναίκα που τού πρόσφεραν) (βέβαια τό μεγάλο δίδαγμα τού γοδεφρείδου, να τό πούμε και αυτό, είναι ότι ο έρωτας μόνο όταν είναι αμοιβαίος έχει νόημα) αποκτάει τότε κείνος ως βραβείο κάτι που είναι δυνατόν να τόν παρηγορήσει έστω και λίγο από τόν πόνο του ;  Δεν θα πω τώρα εδώ όλο τό έργο φυσικά, μα τέλος πάντων πρόκειται για ένα μικρό, πολύ μικρό σκυλάκι, που έχει δεμένο στον λαιμό του μ’ ένα φιόγκο ένα κουδούνι μικροσκοπικό κρυστάλλινο, τό οποίο όταν ηχεί, είναι τόσο ωραίος ο ήχος του, ώστε για λίγο είσαι ευτυχισμένος. Και πράγματι, όταν τ’ ακούει ο τριστάνος, ξάφνου γίνεται τόσο καλά : αυτό στην κυριολεξία τόν εκπλήσσει, ναι, γίνεται για λίγο ευτυχής : δεν νιώθεται πια η πληγή. Κι όμως, τί κάνει ; Απλούστατα τό στέλνει σε αυτήν : για να ανακουφίσει εκείνης δηλαδή τόν (βέβαιο) πόνο : Κι αυτή τότε τί κάνει ; Παίρνει έκπληκτη τό δώρο του και γίνεται για λίγο και αυτή ευτυχισμένη (τό δικαιολογεί μάλιστα επιτούτου και στον άντρα της ότι είναι δώρο δήθεν από τήν μαμά) και γίνεται ευτυχισμένη τότε και αυτή όταν έχει μαζί της τό σκυλάκι, κι ακούει κείνο κει τό γυάλινο κουδούνι του. Τί κάνει τότε τελικά ; Τί σκέφτεται ; Τί άλλο να σκεφτεί : απλούστατα, ότι δεν πρέπει να ’ναι ευτυχισμένη από τόν τριστάνο μακριά : λύνει λοιπόν τό καμπανάκι από τόν λαιμό τού πετικρί και τό πατάει τό σπάει με τό παπουτσάκι της και τό κάνει χίλια κομμάτια στα πλακάκια

   αυτή είναι η μονογαμική η πίστη σε αυτόν τόν κώδικα : αυτή είν’ η προσήλωση τών εραστών με άλλα λόγια : διάθεση για πίστη υπάρχει, συνεχώς – όμως όχι εκεί που θα ’θελε η ηθική – πίστη στην απιστία όμως μόνο : γιατί ο σύζυγος από τήν άλλη παραμένει δίπλα, μακριά, τόσο μες στο μυαλό τους όσο και στην πράξη τους απατημένος, χωρίς καμιά αμφιβολία, όμως χωρίς καμιά ενοχή επίσης απ’ τήν άλλη, απ’ τή δική τους τή μεριά

   

   δεν πρόκειται να κάτσω τώρα να διηγηθώ και εκείνη τή θαυμάσια και έξοχη ιστορία τής δεύτερης ιζόλδης (με τίς απίστευτες ψυχαναλυτικο–σαιξπηρο–ντοστογιεφσκικές της προεκτάσεις) μια άλλη ιζόλδη που συνάντησε ο τριστάνος σε ένα άλλο παλάτι, όπου ήτανε ξανά φιλοξενούμενος, σε μία άλλη από τίς εξορίες που τόν στείλαν : μία γυναίκα που ’χει τ’ όνομα με λίγα λόγια τής αγαπημένης του – και η οποία, αντίθετα από τήν πανέμορφη ξανθιά του τήν ιζόλδη, έχει απλώς πολύ ωραία κάτασπρα χέρια, ολόλευκα : – ναι βέβαια, δεν πρόκειται να κάτσω να αφηγηθώ τίς καταπληκτικές του ενδοαμφισβητήσεις – που ξεκινάν από τή γλώσσα, με άλλα λόγια τό κοινό τό όνομα, και καταλήγουν σε διατυπώσεις ευρηματικές σαν αυτήν :

 

   «Αχ θε μου έλεος : πώς μέ τρελαίνει αυτό τό όνομα ! Αλλάζει και μπερδεύει τήν αλήθεια με τό ψέμα – μες στο μυαλό μου, και μπροστά στα μάτια μου. Η Ιζόλδη γελάει, τήν ακούν τ’ αυτιά μου, κι όμως ξέρω πού βρίσκεται η Ιζόλδη. Τά μάτια μου που βλέπουν τήν Ιζόλδη, δεν βλέπουν τήν Ιζόλδη. Η Ιζόλδη είναι μακριά μου και κοντά. Φοβάμαι, η Ιζόλδη μέ μαγεύει για δεύτερη φορά. […] Απ’ τήν Ιζόλδη βγήκε η Ιζόλδη. Όταν κανείς τήν φωνάζει αυτήν τήν κοπέλα Ιζόλδη μού φαίνεται ότι ξαναβρήκα τήν Ιζόλδη. Μ’ αυτό ανακατώνομαι εντελώς. Τί περίεργο, να ξαναδώ τήν Ιζόλδη που τήν λαχταρούσα όλον τόν καιρό. Και τώρα βρίσκομαι λοιπόν στο ίδιο μέρος που ’ναι η Ιζόλδη, κι όμως δεν είμαι στην Ιζόλδη κοντά, όσο κι αν είμαι κοντά στην Ιζόλδη. Κάθε μέρα βλέπω τήν Ιζόλδη, κι όμως δεν τήν βλέπω. Αυτό είν’ τό βάσανό μου. Βρήκα τήν Ιζόλδη αλλά όχι τήν ξανθιά που μέ παιδεύει με τόν έρωτα. Αυτή είναι η Ιζόλδη που μ’ έκανε να τά σκεφτώ αυτά, (…) αλλά είναι η άλλη Ιζόλδη όχι η Ιζόλδη η ξανθιά. Πονάω που δεν τήν βλέπω. Όμως, ό,τι μπορώ να βλέπω, κι ό,τι έχει τ’ όνομά της, μ’ όλη μου τήν καρδιά εγώ θέλω να τό ζω : Συνέχεια θέλω να τό σκέφτομαι τό αγαπημένο όνομα που ’δωσε στη ζωή μου τήν χαρά και μ’ έκανε να ζήσω ευτυχισμένος»

   η δύναμη τών λέξεων (τής γλώσσας επομένως) διατρέχει τόσο αυτό τό κείμενο που έχει επισημανθεί ήδη από διάφορους. Αλλά εγώ θα πω ένα τώρα μόνο : κάτι που έχει τόσο χιούμορ και σέ σκλαβώνει τόσο – απ’ τήν αρχή κιόλας τής ιστορίας, αν κι είναι ένα κολπάκι με τίς λέξεις μόνο πάλι : και τό δημιουργεί η ίδια η ιζόλδη : Στην αρχή–αρχή ακόμα δηλαδή, όταν δεν αντέχει πια να κρύψει τόν έρωτα που πλέον αισθάνεται (κι ιδέα δεν έχει ότι θα βρει ανταπόκριση) – και έχει πολύ περίεργες προεκτάσεις η σκηνή αυτή : διότι εδωπέρα υπεισέρχεται και ένα αίνιγμα που είναι γλωσσικό. Όμως τό ακόμα πιο ενδιαφέρον είναι κιόλας ότι στο μεσαιωνικό αυτό τό κείμενο θεωρείται και κανονικό να τού τά ρίξει πρώτη η γυναίκα ενός άντρα : Εφόσον δεν αντέχει δηλαδή άλλο η ιζόλδη αποφασίζει να ριχτεί επάνω στο καράβι στον τριστάνο αυτή : 

   βρίσκονται και οι δυο τους στο κατάστρωμα. Εκείνος υποτίθεται ότι είναι εκεί για να τήν προστατεύει, όμως μετά από τό φίλτρο επιδιώκουν και οι δυο συχνότερα να βρίσκονται μαζί (μα ιδέα δεν έχει ο καθένας από μόνος του ότι τό ίδιο δηλαδή συμβαίνει και στον άλλον : )  έχουνε τήν εντύπωση ότι υποφέρει ο καθένας μόνος του – έχουν αρχίσει όμως, λόγω φίλτρου, να μην μπορούν να δείξουν πια και τόση έχθρα, και μιλάνε τώρα μεταξύ τους φιλικά : ένα απόγευμα λοιπόν η ιζόλδη δεν αντέχει άλλο (ούτε κι αυτός αντέχει άλλο αλλά τό κρύβει μια χαρά) – λοιπόν εκείνη γέρνοντας καθώς δύει ο ήλιος πάνω στη θάλασσα και ακουμπώντας ξαφνικά τό ξανθό κεφάλι της στο στήθος του, τού λέει παίζοντας με τά ωραία γαλλικά (διότι σε πολλά σημεία τό βιβλίο παίζει με τά γαλλικά – κι αυτή η ακομπλεξάριστη αποδοχή από τήν αρχή – που υπάρχει και στο αγγλικό τών ιπποτών τής στρογγυλής τραπέζης – ότι η αφήγηση ακουμπάει σε ένα βιβλίο προηγούμενο (και μάλιστα ξενόγλωσσο) τό εμπλουτίζει και τό ενδυναμώνει απίστευτα (από άποψη και μοντερνιστική ακόμα) αυτό τό έργο) αποφασίζει επομένως τότε αυτή να τού μιλήσει όσο μπορεί πλαγίως, και με ένα καλαμπούρι που μπορεί να κάνει μοναχά στα γαλλικά  – Κύριε, τού λέει επομένως, υποφέρω.  – Από τί υποφέρετε πανέμορφη κυρία ; τής λέει αυτός (τώρα δεν μεταφράζω κατά λέξη όπως πριν, αλλά τά παραθέτω από μνήμης), και :  – Υποφέρω κύριε από λαμέρ, τού λέει αυτή. Περίεργο, σκέφτεται αυτός, τί είναι τούτο που λέει αυτή τώρα ; Σκέφτεται αμέσως ότι η λέξη έχει τρεις σημασίες – δηλαδή, πολλές : η μία είναι ο έρωτας, κι αυτήν τήν έννοια φυσικά τήν αποκλείει διότι δεν τολμάει καν να τήν σκεφτεί.  [ Εδώ έχουμε και μία μαρτυρία γλωσσολογική, απίστευτου ενδιαφέροντος, που θα τήν πούμε αν έχουμε και κέφι παρακάτω : ας πω μονάχα εδώ προκαταβολικά ότι ο έρωτας στα γαλλικά ήταν l’ ameur (κι αυτό είναι τό λαμέρ εδώ) κι amour ήταν η προφορά τής λέξης μόνο στα προβηγκιανά. Η προφορά αυτή επιβλήθηκε όμως αργότερα, σ’ ολόκληρη τή χώρα, κι έτσι επιβεβαιώνεται, ακόμα κι από μία μόνο λέξη, αυτό που λέει κι ο σταντάλ ότι όλα τά ερωτικά τους στη γαλλία τά κληρονόμησαν εντέλει σαν σημαδεμένα από κει – από τήν επαρχία που ’τανε σα στοιχειωμένη απ’ τήν ερωτική τήν ποίηση τών αράβων ].  Η δεύτερη κι η τρίτη λοιπόν έννοια που θα μπορούσε ο τριστάνος να υποθέσει ότι σημαίνει τό λαμέρ, είναι η λέξη πίκρα από τή μια κι από τήν άλλη βέβαια η θάλασσα : (l’ ameir, μάς λέει και μάς εξηγεί μέσα στο κείμενο ο συγγραφέας αναλυτικά (σημάδι ότι απευθύνεται σε μη–γαλλόφωνους κι ότι τό ξέρει) σημαίνει έρωτας, μα και l’ ameir σημαίνει πίκρα, και la meir σημαίνει βέβαια θάλασσα).  Σάς πείραξαν, λέει λοιπόν, ωραία μου Ιζόλδη, η θάλασσα κι η πίκρα της ; η θάλασσα και τούτος ο αέρας, μή σάς πίκραναν ; (ρωτάει εκείνος με ταχυκαρδίες) : σβήνοντας έτσι με ταχυκαρδίες τήν τρίτη – ή τήν πρώτη – εκδοχή τής λέξης, που δεν τολμάει καν να τήν σκεφτεί : Και αυτό κάνει βέβαια τήν ιζόλδη να απελπιστεί τελείως, κι ανυπόμονη πια τώρα να ταυτολογήσει (φαινομενικά) εφόσον στην ερώτησή του «υποφέρετε από λαμέρ ή από λαμέρ ; » εκείνη ν’ απαντήσει σαν ταπεινωμένη :  – Μα όχι κύριε, υποφέρω από λαμέρ. Όμως αφού έχει διώξει τίς δύο άλλες εκδοχές, γίνεται πλέον φανερό ότι μιλάει με τήν τρίτη – και η ταυτολογία εξαφανίζεται. Ούτε η θάλασσα τής προξενεί λαμέρ, ούτε προέρχεται οτιδήποτε από πίκρα. Τό μόνο πικρό πέλαγος μες στο οποίο πνίγεται είν’ ο έρωτας : έρωτας και μοναχικός κι ανομολόγητος : Κι αυτός μες στην χαρά και μες στο μπέρδεμα όλο αυτό, σκύβει τήν αγκαλιάζει και λιποθυμάνε δηλαδή ο ένας πάνω εκεί στον άλλον όπως θα ’λεγε αργότερα και ο ρεμπώ :  Κι εγώ υποφέρω από τό ίδιο πράγμα, λέει. Κι έτσι ξεκίνησαν τά πράγματα…

   

   υπάρχει όμως και μια άλλη εικόνα που μες στην ανακούφιση αυτής τής αναγνώρισης, γλυκά υπεισέρχεται, ξανάρχεται, στρογγυλοκάθεται για μια στιγμή, και κάνει τούτη εδώ τήν πρώτη τους ερωτική επαφή να ολοκληρώνεται μ’ έναν ακόμα πιο ειρωνικό ας πούμε τρόπο : διότι στην αρχή τού ταξιδιού, που ήταν και οι δυο ακόμη υγιείς και αδιάφοροι, και η ιζόλδη απλώς τόνε μισούσε, πολλές φορές προσπάθησε εκείνος να τήν παρηγορήσει για τό ότι πήγαινε να παντρευτεί έναν άντρα που δεν γνώριζε, και ούτε που αγαπούσε καν : και μολονότι ήταν ανηψιός της μακρινός (και ελαφρώς μικρότερος) πολλές φορές προσπάθησε να τήν παρηγορήσει όταν τήν εύρισκε να κλαίει αυτήν, κι έτσι τήν χάϊδευε, και τήν αγκάλιαζε, και τή λυπότανε ειλικρινά : τής χτύπαγε λοιπόν τήν πλάτη ώσπου μια μέρα, εκείνη ξέσπασε, με μια σχεδόν υστερική κακία, και τού είπε : «Πάρε τά χέρια σου επιτέλους από πάνω μου, πάψε να μέ αγγίζεις, μη μέ πλησιάζεις μη μέ ακουμπάς» και ο τριστάνος φυσικά λυπήθηκε πληγώθηκε κι απομακρύνθηκε αμέσως κι απλώς ρώτησε μονάχα όσο μπορούσε κόσμια κι αξιοπρεπώς :  – Γιατί Κυρία ; κι αυτή τού απάντησε έξω φρενών  – Γιατί μέ εκνευρίζεις σέ σιχαίνομαι. Κι αυτός :  – Γιατί ωραία μου Κυρία ;  Κι αυτή :  – Διότι σκότωσες τόν θείο μου. Και ο τριστάνος :  – Αλλά αυτό τό ξεκαθαρίσαμε, ότι έγινε από λάθος.  – Τό ίδιο κάνει, είπε αυτή, αν δεν ήσουνα εσύ, δεν θα ’χα βάσανα, κι αυτός απομακρύνθηκε βαρύθυμος και δεν μπορούσε βέβαια ξανά να πλησιάσει

   

 

   καλά θα κάνουμε λοιπόν να μάθουμε λιγάκι τόν μεσαίωνα, μήπως και καταλάβουμε καλύτερα και τά δικά μας… : ο πουριτανισμός που ήρθε αργότερα και που επιβλήθηκε κρατάει ακόμα και πολύ γερά, γι’ αυτό ακριβώς και η αρχαϊκή εκείνη νοοτροπία η μεσαιωνική μάς είναι ξένη εντελώς, και άγνωστη : ο έρωτας γίνεται στον μεσαίωνα με τιμωρία ίσως, αλλά δίχως ενοχή : αυτό που κατάφερε ο μετέπειτα χριστιανισμός είναι να τόν εμπλουτίσει και τώρα έχει και τιμωρία κι ενοχή. Κι όσο μειώνεται η τιμωρία, τόσο αυξάνει η ενοχή, νομίζω 

   μ’ αυτήν τήν έννοια ακριβώς καταλαβαίνουμε και τόν σταντάλ όταν μάς έλεγε ότι τό έργο του ήτανε μόνο για όσους δεν φοβόντουσαν να χάνουνε τόν χρόνο τους ερωτευόμενοι :  κάνοντας μ’ άλλα λόγια άχρηστα πράγματα :  αλλά αυτός δεν μπαίνει στον κανόνα, υπερασπίστηκε και τίς γυναίκες και τά κείμενα τού μεσαίωνα πολύ καλά. Και οπωσδήποτε απ’ αυτόν τό πρωτομάθαμε ότι η φράση «σκοτεινοί χρόνοι» για τόν μεσαίωνα δεν είναι βέβαια περιγραφή, ούτε καν μεταφορική, αλλά ένας μύθος. Εύσχημος πόθος μάλλον θα μπορούσε να ’λεγε κανείς, και ίσως μόνο έτσι γίνεται και αντικειμενική και η μεταφορά και η κυριολεξία του :  με άλλα λόγια, στην πραγματικότητα όλοι αυτοί που ονόμασαν τά πρώτα χίλια ευρωπαϊκά μας χρόνια έτσι, τότε που λίγο ή πολύ όλα ξεκινούσαν κι όλα γίνονταν για πρώτη δηλαδή φορά (κι ίσως και μερικά ήταν τόσο τολμηρά, που ακόμα και σήμερα επιπλέον να μάς φοβίζουνε) θέλαν απλώς να πουν ότι εκείνη η εποχή θα επιθυμούσανε να μείνει στο σκοτάδι διαπαντός – να μην τήν δούμε δηλαδή ποτέ για τήν ακρίβεια

   από μια άλλη άποψη μες στον μεσαίωνα βρισκόμαστε ακόμη σήμερα κι αυτή η ιστορία δεν έχει τελειώσει ούτε και θα τελειώσει πιθανόν στο άμεσο μέλλον δηλαδή, όσο μπορούμε τώρα να τήν δούμε

   μονάχα ίσως ένα πρώτο βήμα θα είναι τό ν’ αρχίσουμε να μελετάμε και να εκτιμάμε καλύτερα εκείνα εκεί τά χίλια πρώτα χρόνια τής αθώας και τής τρομαγμένης λάμψης τών πρώτων γλωσσών (…)

  

 

(από τό μυθιστόρημα «βιογραφίες αγνώστων», έκτο κεφάλαιο, σημείωση β΄ : jenseits von Gut) copyright © 2οο3 hari stathatou, all rights reserved
προσαρμοσμένο απόσπασμα ανάρτησης από τό σημειωματάριο τεχνών

 

 

 

  

η εικόνα με τά μολύβια επάνω από εδώ, οι βικτωριανές κυρίες στην παραλία από εδώ  

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: