σημειωματαριο κηπων

Οκτώβριος 15, 2012

(κάκτοι στους δρόμους # 2) : άρνηση φόβου άρνηση συζύγων άρνηση βραβείων

.
.
.
.

  πιο νέος μπροστά στο βιβλιοπωλείο του : φέτος (ούτε γω τό ’ξερα) γιορτάζονται στην αμερική τά 30 χρόνια ενός καταπληκτικού θεσμού : ένας μήνας αφιερωμένος στα απαγορευμένα βιβλία (περισσότερες πληροφορίες εδώ)

.
.
.

   άρνηση βραβείου ως προαγωγού λογοκρισίας

   ο αμερικανός ποιητής lawrence ferlinghetti αρνήθηκε πριν λίγες μέρες τό βραβείο pannonius (και τά συνακόλουθα 50.000 ευρώ που τό συνοδεύουν) διότι η ουγγρική κυβέρνηση που χρηματοδοτεί εν μέρει τό βραβείο είναι ένα «αυταρχικό καθεστώς που έχει καταστείλει τήν ελευθερία τού λόγου και τίς πολιτικές ελευθερίες» (ο φερλινγκέτι πρότεινε αντ’ αυτού τά χρήματα τού βραβείου να δοθούν στο ουγγρικό παράρτημα συγγραφέων τού pen club με μοναδικό σκοπό να βοηθηθεί η έκδοση έργων τών ούγγρων συγγραφέων που με τά γραφτά τους υποστηρίζουν τήν απόλυτη ελευθερία τού λόγου, τά πολιτικά δικαιώματα και τήν κοινωνική δικαιοσύνη)

   είναι ευχάριστο να βλέπει κανείς σήμερα τέτοια περιφρόνηση προς και λεφτά και βραβεία

   εδώ ολόκληρο τό γράμμα του

.

ο λώρενς φερλινγκέτι διαβάζει τό ποίημα του pity the nation : «να λυπάσαι τό έθνος» (εδώ παλιότερο ποίημα, με τόν ίδιο τίτλο, τού αμερικανολιβανέζου ποιητή khalil gibran)

.
.
.

   εδώ τό βιογραφικό τού φερλινγκέτι από τή σελίδα τού βιβλιοπωλείου και τών εκδόσεων city lights που ίδρυσε μαζί μ’ έναν φίλο του τό 1953 (τό 1956 εκδόσανε τό «ουρλιαχτό» τού γκίνσμπεργκ και ο φερλινγκέτι συνελήφθη με πρόσχημα κάποιον (αντίστοιχο τών δικών μας, υποθέτω) νόμο περί ασέμνων – πέρασε από μια δίκη, που συντάραξε τήν αμερική, και τελικά αθωώθηκε έχοντας τήν ομόθυμη υποστήριξη ολόκληρου τού λογοτεχνικού και ακαδημαϊκού κόσμου – εκεί).

.

.

.

   άρνηση συζύγου ως προαγωγού και προστάτη

   pussy riot : πήρανε τό όνομά τους από τό παλιό αμερικάνικο χαϊδευτικό για τίς γυναίκες, τό pussycat – που στη συνέχεια έγινε συγκεκομμένο (και αδιακρίτως εναλλασσόμενο, όπως και στα ελληνικά) και μουνί και γκόμενα : θα μπορούσε κανείς να μεταφράσει λοιπόν τό όνομα τού συγκροτήματος και εξεγερμένες γατούλες και εξεγερμένα μουνιά : τήν ιστορία που προέκυψε εσχάτως με τόν άντρα τής νάντιας τολοκονίκοβα τήν έμαθα από τό περιοδικό free–voina και επειδή δεν ξέρω ρωσικά, αρκούμαι σ’ ό,τι διάβασα εκεί μεταφρασμένο

.
.
.

   αυτό που μ’ ενδιαφέρει τώρα εμένα είναι η συνέπεια (όπως και στην περίπτωση τού αμερικανού ποιητή) προς κάποιες γαμημένες αρχές μας : δεν ξέρω τί μεσολάβησε ακριβώς, και τί ακριβώς δηλώσεις ή ενέργειες έκανε ο άντρας τής ναντιέζντας, πιότρ βερσίλοφ : (εδώ είχα βάλει ένα βίντεο όπου όντως μιλούσε σαν να εκπροσωπεί τό συγκρότημα) (στο μεταξύ η μία από τίς τρεις τού συγκροτήματος που είχαν συλληφθεί αφέθηκε όπως μάθαμε ελεύθερη (εδώ συνέντευξή της με πληροφορίες γενικά) αλλά οι άλλες μένουν στη φυλακή)

   κι έχει τεράστια σημασία πιστεύω ότι παρόλο που αντιμετωπίζουν τήν προοπτική μιας εκτόπισης – που κανείς δεν ξέρει πώς θα είναι και τί θα φέρει (τό καθεστώς τών σταλινοθρεμμένων ασφαλιτών που κυβερνάει τή ρωσία σήμερα έχει δώσει επαρκή δείγματα ότι ακολουθεί τίς μεθόδους τού παρελθόντος (;) πατερούλη και ως προς τούς (τίς) διαφωνούντες) – μία γυναίκα παρόλ’ αυτά αρνείται να δεχτεί τόν σύζυγό της τόν σύντροφό της τόν άντρα της, ως προστάτη και (εξαυτού) προαγωγό : επιμένοντας σε μια φεμινιστική καλλιτεχνική και αναρχική συνείδηση – που για τά δικά μας τουλάχιστον ήθη είναι ξένη γλώσσα – όχι απλώς ρώσικα αλλά στην κυριολεξία κινέζικα :

«pussy riot can be nothing other than a young woman in a balaclava»

«…ο πιοτρ βερσίλοφ σφετερίστηκε τόν ρόλο ανθρώπου που παίρνει αποφάσεις και εκπροσωπεί τίς pussy riot πράγμα που παραβιάζει τήν ίδια τήν ιδεολογία τού γκρουπ. Κι αυτό, γιατί νόμιμη εκπροσώπηση τής ομάδας δεν μπορεί να γίνεται παρά μόνο από ένα κορίτσι που φοράει μπαλακλάβα. Επιπλέον, δεν χωράει θέση παραγωγού/προαγωγού/οργανωτή σε ένα συγκρότημα πανκ με αντι–ιεραρχική δομή. Κάθε προσπάθεια να διεκδικήσει κανείς μια τέτοια θέση αποτελεί προδοσία και τού πανκ και τών pussy riot.
  τολοκονίκοβα ν. α., 11 οκτωβρίου 2012».

.

.

.

   malala yousafzai : η άρνηση τού φόβου μου

   η γενναιότητα τού μικρού κοριτσιού και τό μίσος τών άλλων μ’ έχουν αφήσει τόσο ξερή και άναυδη, που αδυνατώ να πω οτιδήποτε : εύχομαι μόνο με τή δύναμη που έχει να μπορέσει να νικήσει τίς σφαίρες και να επιζήσει    ( : και μακάρι να ’μουνα θρήσκα για να μπορούσα να καταραστώ στον φριχτότερο δυνατό θάνατο αυτά τά θρησκευόμενα κτήνη που είπαν ότι θα τό ξαναεπιχειρήσουν – μερικές φορές εύχεται κανείς να ’χε δίκιο ο δάντης και να μπορούσε να υπάρξει κόλαση –)

   εδώ και εδώ τά ημερολόγιά της όπως δημοσιεύτηκαν τό 2009 στο bbc urdu online

   και διαβάστε κι αυτό

.
.
  

.

.

.

.

.

.

.

.

Advertisements

Αύγουστος 25, 2012

φεμινιστικά ☻ με αφορμή τίς pussy riot ☻

.

.

.

.

.

   κατ’ αρχάς για να μην ξεχνιόμαστε : λείπω…

   αυτό τό ποστ γράφεται επομένως εν τη απουσία μου – όπως και τό προηγούμενο…

   αλλά επειδή τά γεγονότα δεν μ’ αφήνουν ούτε ν’ αγιάσω ούτε να δουλέψω ούτε να διαβάσω (για να ξεροσταλιάσω (δηλαδή στη θάλασσα) προς τό παρόν δεν τό συζητάμε…) :

   να πω ότι χρειάζονται επειγόντως υπογραφές για τήν απελευθέρωση τών pussy riot – απ’ όσες/όσους δεν έχουν υπογράψει ακόμα αν και θα τό ’θελαν ( : δεν θέλω να τό γρουσουζεύω αλλά η φυλακή για τά κορίτσια αυτά δεν μού φαίνεται να είναι και μια οποιαδήποτε φυλακή (σαν τού νορβηγού να πούμε) – προσωπικά φοβάμαι ακόμα και για τή ζωή τους – ο ρώσος μαφιόζος έχει αποδείξει ότι είναι ύπουλος εκδικητικός και μουλωχτός δολοφόνος) : υπογράφετε εδώ

.

   διαβάστε επίσης εδώ τήν ιστορία τής nagla wafa

   ( : αυτή τήν ιστορία τή βρήκα στο βλογ τής αλεξάνδρας κίνιας και για να τήν περιγράψω πολύ σύντομα ας πω ότι πρόκειται για μια γυναίκα από τήν αίγυπτο που έχει μπλέξει σ’ έναν άνευ προηγουμένου εφιάλτη στη σαουδική αραβία και αυτή τή στιγμή εκτίει ποινή φυλάκισης 5 χρόνων αφού πρώτα έφαγε και 500 βουρδουλιές – εξαιτίας τών οποίων σήμερα η υγεία της βρίσκεται σε κίνδυνο – διότι είχε τήν ατυχία ν’ ανοίξει μια πολύ πετυχημένη επιχείρηση σε μια χώρα που διαθέτει, εκτός από τίς άλλες της μισαλλοδοξίες και βασιλική οικογένεια, τής οποίας ένα μέλος (κάποια πριγκίπισσα να πούμε) αποφάσισε να τής φάει τήν επιχείρηση και να τήν πληρώσει προκαταβολικά και με βουρδουλιές)

.

.

νά και τό ιστορικό τών ακτιβισμών τής καλλιτεχνικής δράσης και τής σύλληψης τών κοριτσιών απ’ τή ρωσία,
όπως τό αφηγείται ο άντρας τής μιας απ’ αυτές, τής ναντιέζντας (σ’ ένα φόρουμ
για τήν ελευθερία
που έγινε στο όσλο τόν μάϊο, και τό βρήκα εδώ) :

.

.

.

βρήκα όμως κι ένα βίδεο για τόν ενγένει μισογυνισμό στα κοινωνικά δίχτυα μας (από τήν κουήνι με τής οποίας
τό κείμενο παρεμπιπτόντως συμφωνώ απολύτως αλλά ας μπει κι αυτό εδώ ως φόρος τιμής στις
απανταχού μισαλλοδοξίες) :

.

.

.

και νά κι ένα τραγούδι από τίς ωραίες γιαγιάδες (εδώ τα λόγια του)
(τό βρήκα στις φεμινιστοφιλοσόφισσες)

.

.

   αυτό βέβαια έχει ξεκινήσει, δεν χρειάζεται καν να τό πω (αν και δεν διάβασα και πολλά στα ελληνικά) από τήν γνωστή παγκοσμίως κοτσάνα για τόν «νομικά ορθό βιασμό» (ή «αυθεντικό», ή «γνήσιο» ! ) ενός αμερικανοηλίθιου πολιτικού

.

.

   αυτά για σήμερα και ελπίζω να μην χρειαστεί να ξανάρθω πριν ολοκληρωθούν οι αδιακόπως ήδη διακοπτόμενες διακοπές μου

.

.

.

.

.

Μαρτίου 19, 2012

τά αβατοπαίδια

.

                   

.

   τό τεραστίων διαστάσεων αισθητικό και ιδεολογικό αποκούμπι τής χώρας ο παρθενώνας (για χάρη τού οποίου όλοι οι άλλοι λαοί τής υφηλίου έχουνε φάει τά βελανίδια με τό κουτάλι) καλό θα είναι να θυμόμαστε πού και πού ότι ήταν ένας ναός αφιερωμένος ειλικρινά σε θεά, δηλαδή θεότητα γυναικεία : και ειλικρινά θα πει όχι ως άλλοθι καλογερικό και κουτοπόνηρο, όχι «περιβόλια» που τά «αφιερώνουμε» σε νεότερη γυναικεία ανακάλυψη – δηλαδή τώρα γυναίκα εξ ανάγκης και εκ μεταφοράς – μόνο και μόνο για να απαγορέψουμε μετά τήν είσοδο εκειμέσα στον μισό και παραπάνω (γυναικείο) πληθυσμό τού πλανήτη

   όμως η ελληνική κοινωνία που ξυπνάει με τόν εφιάλτη τής νέας φτώχειας, νομίζω ότι κοιμάται τόν παλιό ύπνο τού δικαίου : και τό πιο δυσοίωνο είναι ότι τώρα, έχοντας δίκιο σε πολλά (κι αυτό είναι τό χειρότερο, με τήν έννοια ότι πιστεύει πως αφού έχει δίκιο σε πολλά δεν χρειάζεται να διορθωθεί σε τίποτα) φοβάμαι ότι βυθίζεται ακόμα πιο αθώα στην υποκρισία και τήν αυταρέσκεια που τήν διακατέχανε παλαιόθεν : εννοώ τό είδος εκείνο τής αναιδούς μισαλλοδοξίας και τού περήφανου μισογυνισμού που διέτρεχε τήν ιδιοσυγκρασία της από τά αρχαία εκείνα χρόνια, όταν οι άπλυτοι αθηναίοι εμπόροι πετάγαν τίς ντομάτες τους στον ευριπίδη γιατί τούς χαλούσε τή ζαχαρένια με τίς εκάβες, τίς μήδειες, και τίς τρωάδες του

   και από τά ίδια εκείνα αρχαία χρόνια, όταν οι αρχιτέκτονες και οι γλύπτες (οι οποίοι ονειρεύτηκαν τά αγάλματα μέσα κι έξω απ’ τόν περί ού ο λόγος παρθενώνα) παίξαν τό κεφάλι τους στην κυριολεξία κορώνα–γράμματα μια που οι λοιποί ιθαγενείς (ανεβασμένοι στα γύρω δέντρα και τρώγοντας βελανίδια) θέλησαν να τούς πάνε και σε δίκη και να τούς εκτελέσουν για κλοπή υλικών

   θα έπρεπε βέβαια να γίνει κάποτε συνείδηση (και όχι μόνο σ’ αυτή τή χώρα) πόσο κούφιο είναι να περηφανεύεσαι για κάτι που ούτε έκανες ο ίδιος, αλλά ούτε καν σέβεσαι αυτόν που τό κάνει σήμερα – (πόσο μεγάλο είναι άραγε ειδικά στην ελληνική κοινωνία τό ποσοστό τών πατεράδων και τών μανάδων που ονειρεύονται, ή έστω ανέχονται, καριέρα καλλιτέχνη για τά παιδιά τους;) – και είναι σκληρό βέβαια, δεν έχω αντίρρηση, να τούς τσουβαλιάζει κανείς όλους σε μια εποχή δυστυχίας – όταν η δυστυχία χτυπάει τούς πιο αδύναμους και συνεπώς τούς πιο απαίδευτους, και επομένως υποτίθεται τούς πιο δικαιολογημένα αδαείς – αλλά από τήν άλλη εκνευρίζομαι κιόλας με τή διαρκή αδαοσύνη τών αδύναμων που τούς κάνει να ενστερνίζονται (μ’ ένα είδος μαζοχισμού θα έλεγα) όλες τίς πραγματικότητες και τίς απόψεις που δουλεύουν συστηματικά εναντίον τους : και που τούς έκανε, μεταξύ τών πολλών άλλων, όλα αυτά τά περασμένα χρόνια, να πέσουν τόσο εύκολα θύμα πεπαιδευμένων καθηγητάδων τού κατηχητικού, οι οποίοι (έχοντας θητεύσει ταπεινά στους παπάδες μια ζωή και) έχοντας στεριώσει τήν καριέρα τους, επίσης ταπεινά, σε μία χούντα – απ’ τήν οποία ούτε και ενοχλήθηκαν ούτε και τήν ενόχλησαν – κι έχοντας διδάξει επιπλέον με αργά και συστηματικά, τηλεοπτικής λογικής, μαθήματα έναν ολόκληρο λαό να ντρέπεται για τή φυσική του γλώσσα και να προσπαθεί να σουσουδίσει αξιολύπητα για να τήν μιλήσει πιο καθωσπρέπει – βλέπουν τώρα τήν καριέρα τους να απογειώνεται στις λαμπρές (και ελπίζουν καταβάθος όχι και τόσο πρόσκαιρες) υπουργικές δάφνες

   αλλά δεν φταίνε φυσικά μόνο αυτοί – δεν έχουν πέσει θύμα δηλαδή τών παπάδων και τών παπαδοδασκάλων μόνο οι απαίδευτοι και οι αδαείς : αλίμονο, εδώ υπάρχει γενικότερη σύμπνοια και συμφωνία : αριστερόστροφη και δεξιόστροφη σύμπνοια και συμφωνία, πολύ πριν τήν καταραμένη τήν κρίση

   λέω λοιπόν σήμερα να πιάσω μια πτυχή τού θέματος – εκείνη που κουνάει ως λεπτομέρεια σατανική, εκφραστικότατα όμως κατά τή γνώμη μου (ζωγραφίζει στην κυριολεξία), τήν ουρά τού διαβόλου :

.

     

.

   η θρασύτατη και ξεδιάντροπη ρατσιστική διάκριση κατά τών γυναικών, τήν οποία εκφράζει λοιπόν πανηγυρικά η συνεχής διατήρηση τής απαγόρευσης εισόδου σε μια περιοχή τής χώρας που ελέγχεται από ταλιμπάν καλογήρους, η ύπαρξη δηλαδή τού άβατου στο «άγιον» όρος, αποτελεί απλώς έναν (δηλητηριώδη) καθρέφτη μέσα στον οποίο εικονίζονται οι πάντες : όχι μόνο όσοι τό υπερασπίζονται αλλά και όσοι τό ανέχονται (σιωπηρώς – ή θορυβωδώς, όπως έγινε με τήν ψήφο τής πολιτικάντικης ηγεσίας μας παραδείγματος χάριν, από δεξιότατα έως αριστερότατα, στα ευρωπαϊκά όργανα [*] (και τότε η εδώ κοινή γνώμη με προεξάρχοντες τούς τηλεοπτικούς ασώματους εγκεφάλους επιδόθηκε μάλιστα σε λεκτικό λυντσάρισμα τής ελληνίδας βουλεύτριας που, μόνη από τή χώρα, υποστήριξε τήν κατάργηση τού άβατου – λεσβία τήν είπαν, ότι έχει μουστάκια τής είπαν, ότι είναι άσχημη είπαν (πράγμα που επιπλέον δεν συνέβαινε) και φυσικά τό πλήρωσε, εξαφανιζόμενη ύστερα κομματικώς, κλπ κλπ – δεν βρίσκω δυστυχώς τίποτα σχετικό στο γιουτούμπ, αλλά εγώ τουλάχιστον τά θυμάμαι καλά))

   τή δεκαετία τού ’80 πάντως είχε γίνει μια εκτενέστατη συζήτηση, και παράθεση στοιχείων, σε μια σειρά από τεύχη τού περιοδικού «αντί» – δεν θυμάμαι λεπτομέρειες και δεν πρόκειται να πάω να κάνω αποδελτίωση τώρα (τά τεύχη πάντως υπάρχουν, για όποιον ενδιαφέρεται) : Θυμάμαι όμως πολύ καλά, γιατί αυτό μού έκανε εντύπωση αφού δεν τό ήξερα, ότι τό «άβατο» όπως αποδείχτηκε συνιστά παρανομία και παράβαση όχι μόνο με μέτρο τόν πολιτισμό τής ευρώπης τής γαλλικής επανάστασης και τής κοινωνίας τών πολιτών, αλλά και με μέτρο τήν ίδια τή δικιά του ρατσιστική απαρχή – καθώς η εναρκτήρια λογική του ήταν η απαγόρευση εισόδου (λογική παρόμοια σημερινών ιρανών ταλιμπάν, ας σημειωθεί) προς κάθε αγένειον, δηλαδή άνθρωπο που δεν είχε ή δεν άφηνε γένια – δηλαδή και άντρες και παιδιά και τών δύο φύλων, και φυσικά και γυναίκες –

   τό αρχικό ας πούμε λοιπόν σκανδαλώδες σ’ αυτήν τήν ιστορία είναι ότι η εναρκτήρια αυτή απαγόρευση με τήν πάροδο κάποιων αιώνων ανέστειλε όλα της τά (άναρθρα) άρθρα εκτός εκείνου που αφορούσε τίς γυναίκες – μετατρεπόμενη έτσι, σε αγαστή συμφωνία με τό γενικό ήθος τής χώρας, σε ρατσισμό και αντισυνταγματική διάκριση αποκλειστικά κατά τών γυναικών

   δεν θα ασχοληθώ με τά παιδαριώδη και ηλίθια «άλλοθι» που έχουν κατά καιρούς προβληθεί ως προς τό πόσο κακό θα έκανε στους καλογέρους ο πειρασμός τής γυναικείας μορφής περιφερόμενης στα χωράφια τους : είναι σαφές ότι οι ασκητές επιδιώκουν τούς πειρασμούς για να τούς υπερβαίνουν προς δόξαν  τών (άφυλων) αγγέλων – αλλά στην περίπτωση αυτή τά ασκητικά ήθη απλώς συνεχίζονται με περισσότερη ειλικρίνεια (όπως και υποκρισία εκ παραλλήλου) – καθώς «πειρασμό» αποτελεί γι’ αυτούς μόνο τό αντρικό σώμα, και έτσι τούς άντρες ακριβώς (γενειοφόρους και αγένειους) επέτρεψαν στον εαυτό τους να τούς χαίρονται γύρω τους οι καλογέροι : τίς γυναίκες εξακολουθούν να αποκλείουν επειδή πρωτίστως οι γυναίκες δεν τούς ενδιαφέρουν ως ερωτικό αντικείμενο – και δευτερευόντως επειδή έτσι επιβεβαιώνουν πανηγυρικά τόν μισογυνισμό τόσο τής θρησκείας τους, όσο και τής χώρας η οποία τούς ανέχεται (από αριστερά ώς δεξιά, είπαμε). Οι πονηριές δε περί ονομασίας τού χωραφιού τους με τό όνομα γυναικείας θεότητας (λογαριασμός εκ μεταφοράς, είπαμε) είναι για να πείθει τούς ήδη δελεασμένους ηλίθιους, και πάλι επομένως δεν θα ασχοληθώ ( : άλλωστε τό μασκάρεμα παράλληλα με τήν γελοιοποίηση, ή τήν απομίμηση, «γυναικείων» συμπεριφορών είθισται να αποτελεί ήθος και έθιμο για μια κατηγορία αντρών ρατσιστών, ομοφυλόφιλων και μη)

   αυτό που εμένα όμως μέ ενδιαφέρει είναι οι παρεξηγήσεις που υφίστανται ως προς τό τί σημαίνει αυτό τό όρος (δηλαδή τά επί τού όρους) όχι μόνο για τίς γυναίκες ασφαλώς (δηλαδή, υποθέτω), αλλά στην περίπτωσή μας ιδιαίτερα για τίς γυναίκες, και βεβαιότατα και ιδιαιτερότατα για μένα :

.

.

 

   

.

      μικρή προσωπική ιστορία τής ζωγραφικής

.

   ο μανουήλ πανσέληνος είναι ένας από τούς σημαντικότερους ζωγράφους τού ευρωπαϊκού μεσαίωνα (και κατά τή γνώμη μου ο ωραιότερος) και μάλιστα ο πρώτος εξαίρετος ευρωπαίος ιμπρεσιονιστής : πάνω του πάτησε ο κρυπτικός κατά κάποιον τρόπο ιμπρεσιονισμός τού θεοτοκόπουλου ώσπου να τόν ανακαλύψουν οι γάλλοι και να τόν καταστήσουν φανερότατον με τήν αποθέωση τού χρώματος από τόν σεζάν μέχρι τόν βαν γκογκ και πάει λέγοντας ώς τά σήμερα :

   πιθανώς η αποθέωση τού χρώματος (αλλά και η υποκειμενικότητα τής προοπτικής και ο συνεπακόλουθος κυβισμός) που χαρακτηρίζει τή ζωγραφική τού Πανσέληνου, αλλά και τήν ενγένει ζωγραφική τής μακεδονικής σχολής (η οποία συμπεριλαμβάνει μέσα της χρονικά τήν παλαιολόγεια αναγέννηση ( ≈ 800 – 1200), η οποία συμπίπτει χρονικά με τήν πρώτη επίσης αναγέννηση τού δυτικού μεσαίωνα (τροβαδούροι, δάντης ( ≈ 1100 – 1300))) αποτελεί κληρονομιά και λογική συνέχεια τής αρχαίας ζωγραφικής που ήταν εξίσου ιμπρεσιονιστική και γεμάτη χρώμα, όπως αποδεικνύεται από τά λίγα (λόγω χρόνου) διασωθέντα, και κυρίως τίς επιτάφιες ζωγραφιές στο νεκροταφείο δημητριάδας στη θεσσαλία : αν πάτε σήμερα στο μουσείο θα δείτε μερικούς μονέ και μερικούς ρενουάρ εκειπέρα – και επειδή οι ανασκαφές συνεχίζονται, πιστεύω ότι θα έχουμε συνέχεια τέτοιες εκπλήξεις : ήδη οι τοιχογραφίες τών «βασιλικών» τάφων στη μακεδονία, πάλι έναν ένδοξο ιμπρεσιονισμό επιδεικνύουν : Η αποθέωση τού χρώματος είναι λογικό να κυριάρχησε βέβαια στη ζωγραφική μιας χώρας με τό ανήλεα διάφανο φως και τήν ανήλεα εξαντλητική φιλοσοφική διάθεση τού παγανιστικού ελληνικού χώρου : αντίθετα, στη δύση (συμπεριλαμβανομένης και τής συγγενικής ιταλίας) τό χρώμα σκουραίνει, και με τόν χριστιανισμό βασιλεύει απρόσκοπτα η φωτοσκίαση, που έχει και σαφή ιδεολογική καταγωγή : τήν εκ μιας πηγής εκπορευόμενη μίζερη «φωτεινότητα» τού αγίου πνεύματος, που μισεί και απωθεί τήν ύλη σαν τίς αμαρτίες της. Τό χρώμα όμως ως η άλλη όψη τού χρόνου και τού χώρου, τό χρώμα ως ουσία τής ύλης, είναι και πανθεϊστικό και άθεο : εξαυτού, με τήν επάνοδό του επανέρχεται στη δύση και η επανάσταση τού ανθρώπινου σώματος (δεν είναι καθόλου τυχαία πιστεύω η συνειδητή ή ασύνειδη επιστροφή τού πικάσο, ωριμάζοντος και ανακαλύπτοντος τόν αισθησιασμό τών γυναικών (του) και τήν προοπτική τής αφαίρεσης, σε αρχαϊκά σχήματα)

   φυσικά η συζήτηση είναι τεράστια και έχει και πολλές άλλες παραμέτρους, εδώ θίγω ένα μόνο της μέρος που έχει σχέση με τήν βυζαντινή ζωγραφική και τόν μεγαλύτερό της μάστορα, τόν κυρ–μανουήλ πανσέληνο

   τό σωζόμενο έργο τού κυρ–μανουήλ όμως είναι οι τοιχογραφίες του σ’ ένα ωραιότατο αρχιτεκτονικό βυζαντινό κατασκεύασμα όπου στεγάζονται σήμερα οι διοικητικές υπηρεσίες τών καλογέρων, τό επιλεγόμενο και «πρωτάτο» – και όπου δεν μού επιτρέπεται λοιπόν εμένα να πατήσω τό πόδι μου, και να τίς δω από κοντά : ούτε εγώ, ούτε οι άλλες γυναίκες τής ευρώπης και τού πλανήτη

   και πώς λοιπόν τόν έμαθα; Κάποτε είχε γίνει μια πολύ ωραία έκδοση, και από κει απλώς τόν βρήκα : όπως με τόν ίδιο τρόπο βρήκα και τόν άλλο αγαπημένο μου, τόν max beckmann : δύο παρόμοιες εκδόσεις μεγάλου σχήματος, σε στρατσόχαρτο σχεδόν, που μού κάναν κλικ από τίς στοίβες τών παλιών αζήτητων σε κάτι βιβλιοπωλεία – ο μπέκμαν από τά χρόνια τού γυμνασίου και ο πανσέληνος από τά χρόνια τών (ασπούδαχτων) σπουδών –

   και τόν μεν μαξ μπέκμαν τόν είδα αργότερα και από πολύ κοντά σε κάτι μουσεία, αλλά τόν κυρ–μανουήλ πανσέληνο δυστυχώς δεν μπορώ :

.

                                            

.

   έτσι σήμερα έχω καταλήξει και χωρίζω πλέον, λόγω και τής σχετικής πείρας από τίς συζητήσεις που έχω κάνει, τούς άντρες στην ελλάδα σε δύο βασικότατες κατηγορίες : αυτούς που σ’ όλα αυτά απαντάνε «δεν πειράζει, εσείς θα τούς βλέπετε από φωτογραφίες», και σ’ όλους τούς άλλους – που είναι σαφώς από λιγότεροι έως ελάχιστοι, αλλά είναι και οι πραγματικοί φίλοι –

.

.

     

.

      μικρή παρέκβαση περί αναπαραγωγής

.

   ο ηλίθιος άνθρωπος έχει πάντα τήν εντύπωση ότι η ιστορία θα τόν συχωρέσει, γιατί αυτός διαφέρει από τούς άλλους : για να μην πω ότι πιστεύει ότι η ιστορία θα τού έδινε, αν μπορούσε, και βραβείο : άσε που πιστεύει ότι ζει πάντα τήν πιο πολιτισμένη ζωή, και λυπάται όλους τούς προηγούμενους – τούς βλέπει με συγκατάβαση, ακόμα κι αν τούς «θαυμάζει» : αλλά τό ίδιο και οι γυναίκες, πιστεύουν ότι αυτές, τώρα, είν’ ελεύθερες σε αντιδιαστολή μ’ όλες τίς προηγούμενες που δεν ήταν : έτσι ο αστός τής κλασικής αθήνας τής επέβαλε τό άβατο στην πολιτική ζωή ή στην παρακολούθηση τών αγώνων, πιστεύοντας ότι ασκεί απλώς ένα κεκτημένο του δικαίωμα διότι είναι πολιτισμένος – και εκ παραλλήλου όταν οι γυναίκες κέρδισαν τήν ψήφο στην πολιτική ζωή πίστεψαν επίσης ότι είναι τώρα πιο ελεύθερες απ’ τίς προηγούμενες και συνεπώς πιο πολιτισμένες, όταν τούς επιτράπηκε να παρακολουθούν τούς αγώνες πίστεψαν ότι είναι πιο ελεύθερες πια, όταν τούς επιτράπηκε η είσοδος στα άβατα τών πανεπιστημίων πίστεψαν ότι τώρα είναι πραγματικά πιο ελεύθερες, κι όταν τούς επιτράπηκε να σπουδάζουν στις σχολές καλών τεχνών και να έχουν πρόσβαση και σ’ εκείνο τό απαράμιλλο άβατο τών γυμνών μοντέλων, ειδικά τού αντρικού, πίστεψαν ότι τώρα ήταν επιτέλους ελεύθερες και επιτέλους πλέον πολιτισμένες : κάθε προηγούμενη εποχή ήταν μια σκλαβιά που ξεπεράστηκε, εκείνοι ήταν αξιολύπητοι, ετούτοι εδώ είναι επιτέλους κανονικοί : κοιτάνε τούς προηγούμενους με οίκτο. Δεν ξέρουν με πόσο οίκτο θα τούς κοιτάξουν οι επόμενοι αυτούς εδώ –

   προσωπικά με τή φωτογραφία έχω εξαιρετικές σχέσεις, και ειδικότερα με τή μαυρόασπρη φωτογραφία – τό ίδιο όπως και με τά παλιά «επίκαιρα» στο σινεμά

   αλλά η φωτογραφία τού έργου τέχνης είναι μια πολύ ειδική ιστορία και περικλείει πλήθος φαινόμενα, πολλά από τά οποία ανέπτυξε με τή συγκινητική του ιδιοφυία ο βάλτερ μπένγιαμιν στην πασίγνωστη «τέχνη τήν εποχή τής τεχνικής αναπαραγωγιμότητάς της» : όπως όμως τού συνέβη και με τήν περίπτωση τού σινεμά, έπεσε και εκεί στα αναπόφευκτα για κάθε εναργή κριτική κενά αέρος εξαιτίας ακριβώς τού ειδικού ιστορικού του χρόνου : έδωσε ας πούμε μεγάλη σημασία στο γκρο–πλαν, πιστεύοντας ότι έτσι ο θεατής θα ελέγχει και θα κρίνει εναργέστερα τήν υποκριτική τού ηθοποιού (αφού θα παρακολουθεί κριτικά όλες τίς λεπτομέρειες στην έκφραση τού προσώπου) και δεν έζησε αυτήν τήν ιστορία αρκετά, για να δει τό γκροπλάν ακριβώς να γίνεται τό όχημα με τό οποίο αναστέλλεται κάθε κριτική διάθεση και λειτουργία, καθώς είναι τό κυρίως μέσο με τό οποίο υπνωτίζεται ο θεατής και μπαίνει ως πρόβατο επί σφαγήν στην προπαγανδιστική φιλοδοξία τής μαζικής κουλτούρας : για τήν περίπτωση όμως τής εύκολης μαζικής πρόσβασης στη γνώση τού έργου τέχνης μέσω τής φωτογραφικής του αναπαραγωγής έχουμε άλλη μία, πολύ αξιόπιστη, εξύμνηση από έναν σημερινό (και πολύ αγαπημένον μου, επίσης) ζωγράφο, τόν david hockney : ο χόκνεϋ εξάλλου είναι γνωστός για τήν μετά μανίας χρησιμοποίηση κάθε νέου, και νεότερου, και νεότατου, τεχνικού μέσου στην ίδια τήν πραγματοποίηση τής δουλειάς του : και τά φωτογραφικά του κολλάζ είναι εξαίρετα – πρέπει να έχουν ήδη δημιουργήσει σχολή :

.

      

.

   σ’ ένα κείμενό του για τήν μεγάλη σημασία στον πολιτισμό μας (και για τόν ίδιον, όταν ήταν παιδί) τής διακίνησης τών ζωγραφικών έργων μέσω φωτογραφιών τά λέει λοιπόν πολύ καλά και νοιώθω να χρωστάω τήν ίδια χάρη που λέει κι αυτός, στην τεχνική εξέλιξη που μού έδωσε τή δυνατότητα από μικρή να βλέπω πίνακες απρόσιτους, τότε που δεν μπορούσα να πάω σ’ όλα τά μουσεία (κάτι που ισχύει σε μεγάλο βαθμό και σήμερα) : εντούτοις και αυτός, όπως κι ο μπένγιαμιν, παράβλεψε τό πόσο κιτς μπορεί να γίνει ένα έργο, μέσα ακριβώς από τήν μαζική του αναπαραγωγή, και λόγω τής αυταπάτης ότι έτσι είναι εύκολα προσβάσιμο και συνεπώς κατανοητό : ένα άλλο στοιχείο που τό διαπιστώνεις με τόν καιρό είναι ότι η μαζική παραγωγή υφίσταται η ίδια ταξικούς διαχωρισμούς, έχει δηλαδή η ίδια έναν, ενσωματωμένο στα ίδια της τά μέσα, ταξικό χαρακτήρα – και ενώ από τή μια μεριά δημιουργεί εκδόσεις ακριβές που φροντίζουν για τήν πιστότητα, τουλάχιστον τών χρωμάτων (είναι όμως ακριβώς πανάκριβες) από τήν άλλη μοιράζονται στο πλατύ κοινό φωτογραφίες που φτηναίνουν τήν πρώτη ύλη : και φτηναίνει τόσο η πρώτη αυτή ύλη (προϊούσης τής ιστορίας) ώστε να αλλοιώνει χωρίς σπουδαίους ενδοιασμούς τά χρώματα – εξίσου με τήν εκ τών προτέρων αυτονόητη αλλοίωση ούτως ή άλλως τών μεγεθών : και, όπως ακριβώς έκανε τό γκροπλάν, η μαζική αυτή αναπαραγωγή ασκεί κι έναν καταστροφικό υπνωτισμό στην κριτική ικανότητα τού θεατή καθώς αυτάρεσκα πλέον ο αστός που μαθαίνει τήν γκουέρνικα από μια φτηνή κάρτα αρκείται, πραγματικά και μεταφορικά, σ’ αυτό τό μέγεθος και αδιαφορεί κυριολεκτικά για τό πραγματικό : τό μέγεθος συρρικνώνεται όντως – και υπάρχει πια πιθανώς ως δυνατότητα μόνο για ένα παιδί που θα είναι ήδη όμως καλλιτέχνης, και μεγαλώνοντας θα επιδιώξει να πάει σ’ ένα μουσείο και να βρει εκεί τά πραγματικά δικά του μεγέθη.

   η εμπιστοσύνη αυτή, όλων μας λίγο–πολύ, στην τεχνική αναπαραγωγή είναι ίδιον τής δικιάς μας ιστορίας, και καταρρέει μόνο στην άμεση επαφή με τό πραγματικό έργο : αλλά αυτή η επαφή είναι ακριβώς που δεν επιδιώκεται πλέον ουσιαστικά, διότι δεν θεωρείται καν απαραίτητη : τό μέγεθος τού όντως έργου, τό αν είναι σε ξύλο σε μουσαμά ή αν είναι τοιχογραφία, τό πάχος τού χρώματος, η κίνηση τού πινέλου, τό είδος τού βερνικιού, αποσπούν τό υπνωτισμένο μάτι από τήν αυτάρκεια μιας ζωής  που παραβλέπει γενικά τέτοιες λεπτομέρειες, καθώς η μόνη λεπτομέρεια που έχει ζωτική σημασία για τή ζωή τού αστού είναι τό ύψος τών σκαλοπατιών που τόν χωρίζουν από τήν εξουσία τήν οποία ελπίζει ότι μπορεί να διεκδικήσει

   αυτό τό ζώο πιστεύει όντως ότι είναι αθάνατο, κι ότι η ιστορία τό δικαιώνει συνεχώς : όταν εκφέρει λοιπόν τήν άποψη ότι «σού απαγορεύεται να πας εκεί, αλλά δεν πειράζει, εμένα μού επιτρέπεται, κι έτσι – όλα καλά – και στο κάτω–κάτω υπάρχουν και οι φωτογραφίες» λέει κάτι πολύ περισσότερο από τό «μή μέ βλέπεις που ζω σήμερα, είμαι τό αιώνιο καθίκι που ήμουν και πριν δέκα αιώνες» :

   λέει επιπλέον : ό,τι καλύτερο παρήγαγαν αυτοί οι αιώνες δεν μέ αφορά

   γι’ αυτό και δεν τόν ενοχλεί η αντισυνταγματικότητα τού άβατου, και γι’ αυτό μπορεί «να ’ναι» αριστερός αλλά παρ’ όλ’ αυτά να μην τά βάζει με τήν εκκλησία «όταν δεν χρειάζεται» ( : διότι χρειάζεται μόνο εκεί που όλο αυτό αφορά τήν τσέπη του, όπως όταν σκέφτεται τό «βατοπέδι», παραδείγματος χάριν)

   οι έλληνες άντρες φίλοι τού «άβατου» στη σημερινή ελλάδα, δεν είναι μόνο ηλίθιοι ούτε μόνο ρατσιστές, και δεν πατάνε μόνο στην ανυπαρξία ενός φεμινιστικού κινήματος που θα ’λεγε στους καλογέρους ότι αν θέλουν να είναι ασκητές να πάνε να ζήσουν στην έρημο τού σινά παραδείγματος χάρη, και ν’ αφήσουν τά έργα τέχνης στην ησυχία τους αφού δεν ξέρουν καν να τά εκτιμήσουν : πατάνε σε μια ευρύτερη αντίληψη πολύ χαρακτηριστική τής ελληνικής πραγματικότητας ότι τά έργα τέχνης δεν χρειάζονται καν εκτίμηση : και από κανέναν – πολύ περισσότερο από τίς γυναίκες –

.

    

.

   παρεμπιπτόντως επιπλέον, προσωπικά δεν ξαφνιάστηκα όταν πριν κάποια χρόνια είδα σ’ ένα βιβλίο (που έβγαλε η «εστία» (νομίζω) κι ήταν γραμμένο από γυναίκα (νομίζω) – δεν μπορώ να τό ξαναβρώ τό βλέπω να ’χει θαφτεί, δεν ήταν και δημοφιλές ούτε κι εύκολο τό θέμα του) μια μελέτη που περιελάμβανε μεταξύ άλλων στοιχείων για τή βυζαντινή ζωγραφική κι έναν φετφά που έβγαλαν οι παπάδες και απαγόρεψαν τή ζωγραφική τού πανσέληνου, επιβάλλοντας διά νόμου στο εξής από κάποιον αιώνα και μετά, οι αγιογράφοι να ζωγραφίζουν με τήν «φλωρεντινή» τεχνοτροπία η οποία βασιζόταν στη φωτοσκίαση (τό ιταλιστί κιαροσκούρο) καταργώντας έτσι τή ζωγραφική τού χρώματος : με τή δικαιολογία κιόλας, αν θυμάμαι καλά τήν (κριτικοτεχνική) διατύπωση, ότι η φλωρεντινή ζωγραφική προάγει τήν μεταφυσικότητα τού έργου : όπερ και έδει απλώς δείξαι –

   πάντως τό χρώμα που όλους αυτούς, ελληνοέλληνες και ρατσιστές, θρήσκους και πολιτικάντηδες και καθηγητάδες και αριστεροδέξιους θα τούς θάψει, δεν θα ’ναι ούτε τό μαύρο τής κακιασμένης τους συνείδησης ούτε τό άσπρο τών ανύπαρκτων ματιών τους, αλλά τό κίτρινο τών ράβδων χρυσού για τό οποίο και μόνο νοιάζονται : γι’ αυτό και δεν μπορούν να καταλάβουν, δεν τό χωράει ο νους τους, πώς μπορεί κανείς, πέρα από τήν έγνοια για τήν αποκατάσταση τής νομιμότητας και τού «ελευθερία και ισότης», να νοιάζεται για τήν κατάργηση τού «άβατου» και επειδή θέλει να έχει πρόσβαση σε έργα τέχνης

   όσο για τούς καλογέρους, αυτοί να πάνε στην έρημο τής συρίας ή τής παταγονίας ή τού σινά ή τής σαχάρας ή τού λος άντζελες τέλος πάντων να ασκητέψουν, μ’ ένα μπογαλάκι ψωμί αν θέλουν να ’ναι πραγματικά ανενόχλητοι κι αν τούς ενοχλούν οι γυναίκες – και να πάψουν να παίρνουν τά λεφτά μας και τά λεφτά τής υπόλοιπης ευρωπαϊκής ένωσης μια που κατά τό μεγαλύτερο μέρος τους είναι λεφτά γυναικών, που δεν βλέπω να τά βρίσκουν και βρώμικα κι ακάθαρτα σ’ αυτήν ειδικά τήν περίπτωση – κι αν τούς αρέσει πολύ κάποιο έργο απ’ αυτά που ’χουν γύρω τους, όσα δεν καταστρέψανε, απ’ αυτά δηλαδή που κάποιοι τεχνίτες φτιάξαν σε πείσμα τους, και προς δόξαν τής τέχνης, να τό πάρουν στο μπογαλάκι τους και να τό βλέπουν από φωτογραφίες

   ασιχτίρ αβατοκαθίκια

.

.

.

.

.

.

[*] για τή συζήτηση στα ευρωπαϊκά όργανα περί τού «άβατου» (1997 και 2003) βρίσκονται μερικά εδώ (πηγαίνετε στην υποδιαίρεση «τό άβατο και η ευρωπαϊκή ένωση») | βρήκα επίσης άλλες δύο συνεντεύξεις (εκτός από αυτήν που ήδη έβαλα, στο 10%) τής ευρωβουλεύτριας άννας καραμάνου που, μόνη στην ελλάδα, υποστήριξε τήν κατάργηση – οι οποίες δίνουν (λίγο) τό κλίμα (και τήν αναστάτωση) τής εποχής εδώ και εδώ | για τά βιβλία που ανάφερα : βάλτερ μπένγιαμιν «τό έργο τέχνης τήν εποχή τής τεχνικής αναπαραγωγιμότητάς του» (κάλβος, 1978) | τό βιβλίο που είχα βρει μικρή (ανδρ. ξυγκόπουλου – φ. ζαχαρίου / a. xyngopoulos – ph. zachariou)  «manuel panselinos» ) υπάρχει ακόμα (τώρα και διαδικτυακά) | και τό βιβλίο που είχα βρει για τόν max beckmann υπάρχει επίσης

για τήν παλιά συζήτηση περί «άβατου» στο περιοδικό «αντί» μπορείτε να βρείτε εδώ (μαζί με τό τελευταίο γράμμα τού, χρόνια πολλά πολύτιμου, χρήστου παπουτσάκη για τό κλείσιμο τού περιοδικού (λίγο πριν πεθάνει)) πληροφορίες για τά τεύχη τούς τόμους του, και πώς μπορούν να βρεθούν

για τόν πανσέληνο τά πιο αξιόπιστα που βρήκα στο νετ είναι εδώ (αγγλικά) | και στη wiki μόνο στα ρώσικα!

συζήτηση επίσης περί άβατου στο βλογ τού «ροΐδη» όπου ενδιαφέρον έχουν και τά, παντός χρώματος, σχόλια (2008)

για τό εξαιρετικό μουσείο τού βόλου (όπου βλέπετε και τίς ζωγραφιστές επιτάφιες στήλες τής δημητριάδος, τού 3ου προχριστιανικού αιώνα – από τά ελάχιστα τόσο καλά συντηρημένα δείγματα αρχαίας ζωγραφικής, η οποία δεν έγινε από «μεγάλους» τεχνίτες και συνεπώς αποτελεί και μαρτυρία για τούς «κοινούς αισθητικούς τόπους τής εποχής» : για αυτές ακριβώς τίς στήλες πρέπει να έχουμε και τή σκληρότητα να ευγνωμονούμε τή φτώχεια τών νεκρών και τών συγγενών τους – που δεν είχαν τά λεφτά για να παραγγείλουν μαρμάρινες ή πέτρινες επιτάφιες πλάκες – και οι οποίες διασώθηκαν λόγω τού κεριού με τό οποίο οι φτωχοί τεχνίτες τής εποχής τίς κάλυπταν για να τίς συντηρήσουν) πληροφορίες εδώ

και η έκπληξη : «Man or Metaphor : Manuel Panselinos and the Protaton frescoes» : μια μελέτη (στα αγγλικά) που (δεν τήν έχω διαβάσει και) τήν βρήκα απλώς ψάχνοντας : γραμμένη από τόν matthew j. milliner, να ’ναι καλά τό παιδί – (ο τίτλος θα μπορούσε να μεταφραστεί «Άνθρωπος ή Μεταφορά : ο Μανουήλ Πανσέληνος και οι τοιχογραφίες τού Πρωτάτου»)

.

.

  

.

.

πηγές φωτογραφιών : αρχαιοελληνικά αγγεία εδώ, εδώ, και εδώ | για τόν «τάφο τής κρίσεως» από τήν νάουσα εδώ

.

.

.

.

.

.

.

.

Μαρτίου 1, 2012

η λολίτα

.

.

.

.

   είχα πάρει τή «λολίτα» να τή διαβάσω μικρή, αφενός γιατί βρισκόταν στη βιβλιοθήκη και αφετέρου γιατί βρισκόταν στα κρυμμένα τής βιβλιοθήκης ( : τό κρύψιμο είχε σκοπό να προστατέψει εμένα από επικίνδυνα διαβάσματα – αλλού έχω πει και θα λέω μάλλον για καιρό λεπτομέρειες γι’ αυτήν τή φοβερή (επίφοβη θαυμάσια καταπληκτική αφελή) διαδικασία τής ανακάλυψης, μπορώ απλώς τώρα να δηλώσω, έτσι για τήν ιστορία, ότι στα κρυμμένα ανακάλυψα μια φορά κι έναν ντοστογιέφσκυ – ας προσθέσω επίσης, για να κλείσω, ότι εμένα πάντως δεν μέ ανακάλυψε ποτέ κανείς (εγώ κρυβόμουν καλύτερα δηλαδή απ’ όλους…) : η «λολίτα» λοιπόν ήταν σε μια φτηνή έκδοση, μ’ ένα κακόγουστο εξώφυλλο, υποτίθεται πολύ τολμηρό, και είχε και τό ειδικό γόητρο τού βιβλίου που είχε περάσει από δίκη για ν’ απαγορευτεί – συνεπώς ήταν ό,τι έπρεπε για να τό ανακαλύψω και να τό διαβάσω με μεγάλη απόλαυση – αλλά αυτό ειδικά απ’ τήν πρώτη κιόλας πρόταση μού φάνηκε εξαιρετικά πληκτικό – γραμμένο από έναν άντρα μουτρωμένο γκρινιάρη και κλαψιάρη (τό χειρότερο είδος αντρών δηλαδή) : συνεπώς τό άφησα με απογοήτεψη πίσω στα ράφια και δεν τό τέλειωσα

   τό ξαναπήρα και τό διάβασα μεγάλη, γιατί είχε αρχίσει να μ’ εκνευρίζει ο μύθος του : και τότε τίποτα δεν ανέστειλε τήν αρχική αντιπάθεια, ενώ αντίθετα βρήκα τώρα και πλήθος πράγματα που τήν δικαιολογούσαν λογικά, και τήν εμπλούτιζαν : Και πια δεν μπορώ να καταλάβω πώς μπορεί να θεωρείται ερωτικό αυτό τό βιβλίο – εκτός κι αν τό δούμε διά τής εις άτοπον απαγωγής – όπως τό ίδιο δεν θέλει δηλαδή : έπαιξε ρόλο βέβαια, τήν εποχή που τό διάβασα, και τό ότι μπορούσα πια να απομακρύνομαι και να βλέπω τήν προσωπική μου εμπειρία να κατασταλάζει και να αποκρυσταλλώνεται : εμπειρία  μικρού κοριτσιού που μεγαλώνει – εμπειρία από άντρες που μικραίνουν : και που αποκαλύπτονται όλο και πιο φοβισμένοι, πίσω από τό προσωπείο τού μάγκα, τού στάλιν, τού χίτλερ, τού αριστερού τού δεξιού τού οικογενειάρχη, τού μισογύνη : που δεν έχει παρά έναν φόβο, μην αποκαλυφτεί πόσο η γυναίκα του αν μιλούσε θα έλεγε ότι τόν ξέρει διαφορετικόν από τό άγαλμα που έχει φτιάξει τού εαυτού του ο ίδιος. Οι άντρες αυτού τού είδους είναι για μένα απλώς χαζοί – και ο κόσμος ξεδιπλώνει επί σκηνής τό πραγματικό του τοπίο όταν γυρίσεις ανάποδα τό ηλίθιο είδωλο που έχουν κατασκευάσει αυτοί για τούς πλανήτες τή φύση και τόν έρωτα : και δεις και τόν εαυτό σου επομένως καθαρά στον καθρέφτη : ως λολίτα δεν σ’ αγαπάει δηλαδή ( : γιατί αυτό ήθελες πάνω απ’ όλα, να σ’ αγαπάνε) κανείς – νομίζουν απλώς ότι επειδή είσαι πολύ μικρή θα σού κρυφτούνε θα σέ κοροϊδέψουν και θα σέ μπερδέψουν – συνεπώς ως λολίτα μπορούν να σέ χρησιμοποιούν έστω για λίγο – γιατί έχουν τήν υποψία, που αποκαλύπτεται τελικά με τά χρόνια σωστή – ότι μεγαλώνοντας, η δύναμή τους να σού λένε πειστικά ψέματα θα εξασθενίσει έως εξαφάνισης : αυτό μισούνε και πάνω σου από τήν αρχή, τό ότι μια μέρα μπορεί να τούς δεις επομένως καθαρά – και τότε δεν θα μασήσεις τίς αρλούμπες τίς φιλοσοφίες τίς τέχνες και τίς φοβίες τους : εξαυτού και τό μίσος τους απευθύνεται εξαρχής στη γυναίκα όταν είναι μεγάλος άνθρωπος, ώριμος και ολοκληρωμένος δηλαδή – και τότε παίρνει τή μορφή τού συμβολικού έστω φόνου ενώ όταν απευθύνεται στα κοριτσάκια παίρνει απλώς τή μορφή τού εξωραϊσμένου βιασμού

   αυτή είναι και η πρώτη αντίφαση που θα συναντήσεις στον έρωτα, αν είσαι από τά κοριτσάκια που τούς αρέσουν οι ώριμοι άντρες : νομίζεις ότι κι αυτοί εκτιμούν τό πόσο ώριμη ήδη είσαι, ενώ αυτοί ρίχνουν όλες τους τίς ελπίδες στο πόσο ανίδεη είσαι ακόμα. [Πιθανώς τά αγοράκια που τούς αρέσουν οι ώριμες γυναίκες να συναντάν κάποιες αντιστοιχίες σ’ αυτό (θα τό σκεφτώ άλλη φορά – δεν είναι τής παρούσης : διαφορές από φύλο σε φύλο  δεν νομίζω ότι υπάρχουν πολύ μεγάλες όταν ο άνθρωπος κατακτά μια εξουσία απέναντι στους άλλους, και μάλιστα απλώς λόγω χρόνου : ίσως τά αγοράκια όμως να μην κακοπέφτουν και τόσο πολύ, επειδή οι γυναίκες που τολμούν να διαδηλώσουν μια τέτοια προτίμηση δεν είναι και πολύ συνηθισμένες – και συνεπώς μπορεί να είναι λίγο καλύτερες από τίς υπόλοιπες : η προσωπική μου εμπειρία μού λέει ότι κι αυτές πάντως έχουν μια τάση να ασκούν εξουσία – αλλά μάλλον τούς λείπει εντελώς τό μίσος : έχουν απλώς ένα απωθημένο, να αναγνωριστεί η ωριμότητά τους επιτέλους – και επιπλέον σίγουρα περνάν καλύτερα στο κρεβάτι απ’ ό,τι μ’ έναν γκρινιάρη μεγάλον (και σίγουρα υπάρχει μια χαρωπή αίσθηση αμαρτίας κι απ’ τίς δυο μεριές τότε (γιατί τό αγόρι έχει και τή μάνα του που τό κυνηγάει)) αλλά σίγουρα σηκώνει περισσότερη συζήτηση τό θέμα)]

   στο έργο τού ναμπόκοφ ξεδιπλώνεται λοιπόν κατά τή γνώμη μου γλαφυρή η γλώσσα τού ανέραστου που ελπίζει ότι μπορεί να νιώσει επιτέλους ερωτικός, μ’ έναν άνθρωπο που δεν έχει ακόμα ερωτική ζωή – και συνεπώς ελπίζει ότι δεν θα έχει καθόλου απαιτήσεις : η λολίτα είναι δηλαδή μια πρώτη πρώιμη έκδοση τής πλαστικής κούκλας με τήν οποία ένας άντρας ακοινώνητος θα έχει μια ψευδαίσθηση ερωτικής συνεύρεσης χωρίς προβλήματα. Δεν πρέπει φυσικά εδώ καθόλου να παραβλέψουμε τή μανία τού ναμπόκοφ να σκοτώνει πεταλούδες : να τίς πιάνει στο δίχτυ και να τίς καρφιτσώνει – δήθεν για να τίς μελετήσει (να μην ξεχάσουμε επίσης ότι «πεταλούδα» λένε σε πολλές γλώσσες οι άντρες τίς νεαρές γυναίκες που ζουν μια ανέμελη και άτακτη (και αμαρτωλή) ερωτική ζωή – είναι δηλαδή «ελεύθερες» σ’ έναν κόσμο αντρών που τίς θέλει σ’ αυτόν ειδικά τόν τομέα, απολύτως υποδουλωμένες)

   δεν ξέρω αν τό έχει ομολογήσει πουθενά ο ίδιος, αλλά πιστεύω ότι απ’ τήν ίδια του τή ζωή βγαίνει μάλλον αβίαστα τό συμπέρασμα ότι τό πάθος του να σκοτώνει πεταλούδες ήταν πολύ μεγαλύτερο, και διαρκέστερο, από τό πάθος του και για γαμήσι και για γράψιμο. Πάντως, τόσο τό ανυπεράσπιστο (όμορφο) έντομο στην απόχη του, όσο και η ανυπεράσπιστη μικρής ηλικίας γυναίκα (στη φαντασία του, τή ζωή του ή τό γραφτό του) είναι και τά δύο εύκολα κλεισμένα έως θανάτου στις χούφτες του : και όπως δεν έγινε εντομολόγος σπουδαίος, και δεν ήτανε (φαντάζομαι, βασίμως μάλλον) και εραστής, έτσι δεν υπήρξε και συγγραφέας καν σημαντικός : μέτριος μες στους κακούς, θα απολαμβάνει λοιπόν τή δόξα τού «ερωτικού βιαστή» ή τού «συγγραφέα», όσο οι γυναίκες θα παραμένουν καθηλωμένες στη διανοητική κατάσταση που τίς θέλει ο μύθος, όσο θα αρνούνται να δούνε ότι πρέπει να μένουνε δηλαδή «αιωνίως παιδιά» μόνο εφόσον έτσι δεν θα διαθέτουν κρίση ωριμότητα και ομιλία :

   τό βιβλίο τής δικιάς τους ζωής θα πρέπει πάντα να τό γράφει ένας άλλος

.

        

.

   έτσι ρώσοι άραβες και μη, θρήσκοι άθεοι και μη, γίνονται ευχαρίστως δολοφόνοι (συμβολικά και μη) τών γυναικών αν αυτές μιλάνε και δηλαδή κρίνουν : αλλά επειδή ο καιρός τής πυράς ενγένει έχει περάσει, αρκούνται στο να διαβάζουν τή λολίτα (εκείνοι που δεν έχουν ακόμα νόμιμο και θεσμοθετημένο τόν λιθοβολισμό και δεν σκοτώνουν για πολύ μικρότερα αμαρτήματα) – νοσταλγώντας τίς (φανταστικές) λολίτες τής δικιάς τους ζωής

   για ν’ αφήσω όμως τούς λιθοβολισμούς και τίς αγχόνες που ακόμα στήνονται στην ανατολή, να πω απλώς για τήν ευρωπαϊκή πυρά και τό ευρωπαϊκό κυνήγι μαγισσών ότι όσοι έχουν ασχοληθεί έστω και λίγο με τήν ιστορία ξέρουν πως τό πρότυπο τής μισητής (και «επικίνδυνης») γυναίκας, τό πρότυπο δηλαδή τής μάγισσας δεν είναι καθόλου ένα όμορφο μικρό κοριτσάκι αλλά αντίθετα η μεγάλη και έμπειρη («άσχημη και γριά») γυναίκα : και κάτι που αποκαλύπτει τόν πυρήνα τού αντρικού (χριστιανικού, και πάντως μονοθεϊστικού) φόβου για τόν έρωτα και ενγένει τή φύση, είναι ότι αυτή ακριβώς η γυναίκα παρουσιάζεται ως και επικίνδυνα και εφευρετικά (σατανικά στην κυριολεξία) ερωτική ( : όλες οι «ομολογίες» που έπρεπε να εκμαιευτούν απ’ αυτές – στον τροχό – και τά άλλα όργανα βασανιστηρίων – περιστρέφονταν γύρω από ερωτικά μόνο όργια)

   ο μύθος τής μάγισσας λοιπόν εμπεριέχει μια βασικότατη αντίφαση τής αντρικής (ενγένει ας πούμε μονοθεϊστικής) ιδεολογίας για τόν έρωτα : γιατί αυτή η ιδεολογία, στο «συνειδητό» της μέρος εικονογραφεί τή γυναίκα που μεγαλώνει ως «παροπλισμένη» ερωτικά, και στο «ασυνείδητο» και χωρίς αναστολές φαντασιακό της τήν αναγνωρίζει ως τόσο ενεργή και αποτελεσματική που να καταντάει απολύτως επικίνδυνη

   αντιστρέφοντας επομένως (στην απελευθέρωση τής φαντασίας του) τίς (παρήγορες) κατασκευές τής λογικής του, ο άντρας τούτος δω καθόλου δεν βλέπει ας πούμε σ’ εκείνη τήν «άσχημη γριά με τή σκούπα» μια ασήμαντη (κι ανύπαρκτη έως πεθαμένη) οντότητα, αλλά αντίθετα τόν πιο σημαντικό κίνδυνο τής ζωής του : τήν παντοδύναμη που θα τόν ξεσκεπάσει στην ανεπάρκειά του (από ερωτική άποψη) και στη βλακεία του (από διανοητική) : [Τηρουμένων τών αναλογιών ο φόβος αυτός μεταστρέφεται με όμοιο τρόπο σε ιδεολογία ανωτερότητας (αυτό που λέμε δηλαδή ρατσισμό) και από τή μεριά τών λευκών αντρών προς τούς μαύρους άντρες, λόγω τού διαδεδομένου μύθου και τρόμου τους ότι οι μαύροι τούς ξεπερνούν σε ερωτική δυναμική διότι έχουν μεγαλύτερα πέη. (Οι αντρικοί μύθοι ταξιδεύουν στο διάστημα τόν χρόνο και τήν ιστορία τόσο παγιδευμένοι στους φόβους που τούς γέννησαν, ώστε να αγνοούν σταθερά τή φύση και τίς ανάγκες, τόσο τών γυναικών όσο και τού έρωτα : Σίγουρα αν ρωτήσουμε τίς μαύρες γυναίκες που καταδυναστεύονται από τούς ρατσισμούς τών μαύρων αντρών τους δεν θα τίς βρούμε να απολαμβάνουν καμιά επιπλέον ευτυχία επειδή έχει αυτό ή εκείνο τό μέγεθος τό πέος τού μαλάκα που τίς καταδιώκει, τίς τιμωρεί, και τίς μισεί)]. Μ’ αυτόν τόν τρόπο λοιπόν ακριβώς η «μάγισσα» γίνεται τόσο επικίνδυνη ώστε να πρέπει να «καεί», και δυστυχώς όχι μόνο συμβολικά – κάτι εκατομμύρια γυναίκες (κατά τούς μπόσικους υπολογισμούς, εκατοντάδες χιλιάδες κατά τούς μίζερους, αλλά έχει εντέλει σημασία;) στον πλανήτη τούς (χριστιανικούς) αιώνες γνώρισαν πολύ καλά τή φρίκη που ’χει τό αντίθετο αυτού τού «συμβολικού» –

   αφού έχουμε φύγει όμως, οι ευτυχέστερες, από αυτήν τήν φρίκη, αρκούμαστε στους μετριοπαθείς άντρες, τούς νοικοκύρηδες, τούς επαναστάτες τούς καλλιτέχνες, και τελικά τόν ναμπόκοφ : προσέξτε πώς περιγράφει (όπως τό θυμάμαι τώρα) τή μεγάλη γυναίκα που έχει γεννήσει ένα κοριτσάκι και τό μεγαλώνει μόνη : ηλίθια φάλαινα : τή βλέπει ερωτευμένη (με τόν εαυτό του κιόλας, όχι τίποτ’ άλλο) και χωρίς αναστολές τήν μισεί : Αλλά και τό κοριτσάκι «ηλίθια φάλαινα» θα καταντήσει όταν θα τού φέρει αντιρρήσεις, όταν μεγαλώσει δηλαδή κι αυτό και γίνει γυναίκα που (προσπαθεί να) μάθει τί θέλει και (προσπαθεί να) μην είναι πλέον θύμα : Ήδη, πέρα από τίς σαχλαμπούχλες περί τού πόσο ωραία βρίσκει τά μικρά της ποδαράκια, από πολύ νωρίς αφήνει ο ίδιος (τόσο καλός συγγραφέας είναι) να διακρίνεται σαφώς ο τραμπούκος που θα τήν κοροϊδέψει κι αυτήν, με όποιους τρόπους βρει πρόσφορους, όταν ενηλικιωθεί – ενώ δεν θα έχει χάσει φυσικά τίποτα από τήν ομορφιά της (στα δεκαοχτώ ή τά είκοσι : αν ήταν δηλαδή η ομορφιά ακριβώς που τόν ενδιέφερε)

.

  

.

   αλλά έχει κι ένα στοιχείο που μπορεί να παγιδέψει τίς γυναίκες η «λολίτα» – και εξαυτού τού στοιχείου πιστεύουν μερικές φορές οι γυναίκες ότι τό βιβλίο τίς αφορά – και ότι είναι σχεδόν «δικό τους» (και σ’ αυτό δεν έχουνε και τόσο άδικο) : στο ότι τό κοριτσάκι είναι δηλαδή εκ φύσεως ερωτικό (έτσι «προκαλεί» με βλέμματα τόν γερασμένο νοικάρη τής μαμάς) – αλλά πρέπει να πούμε ότι δεν ανακάλυψε ο ναμπόκοφ πρώτος τόν φρόϋντ – οι γυναίκες τόν ξέρανε δηλαδή πολύ πριν καν γεννηθεί :

   ναι, τό κοριτσάκι, όπως όλα τά παιδιά, είναι εκ φύσεως ερωτικό, και η διαφορά είναι ότι στις περιπτώσεις όπως τής λολίτας δεν έχει καταστείλει τόν ερωτισμό του, δεν έχει δηλαδή καλοδεχτεί πάνω της κανένα «υπερεγώ», δεν έχει υποταχτεί, ούτε φοβηθεί, ούτε συμβιβαστεί (ακόμα) ( : δεν πρόκειται για τήν πλειοψηφία τών γυναικών : να είμαστε εξηγημένοι : αν οι γυναίκες ήταν όλες έτσι, ο κόσμος θα ήταν ήδη αλλιώς). Μού έκανε εντύπωση πάντως σ’ αυτό τό ζήτημα πόσο ο ναμπόκοφ χωρίς να τό θέλει τήν περιγράφει αρκετά σωστά : και επειδή είναι μέτριος συγγραφέας πιστεύω ότι μάλλον είχε τό κατάλληλο πρότυπο απ’ τή μια, όπως και τήν παρατηρητικότητα τού μαζοχιστή από τήν άλλη : όταν παραδείγματος χάριν τήν έχει απαγάγει και τήν τρέχει από δω κι από κει στα μοτέλ τής αμερικανικής επαρχίας για να βρει τρόπο να τήν πηδήξει με τήν ησυχία του, οι εφιάλτες της, και τό ότι δεν αφήνει τόν εαυτό της τίς νύχτες να κοιμηθεί, είναι εξαιρετικό «εύρημα» (έτσι θα τό’λεγαν εκείνοι οι «κριτικοί» που θάβουνε στη σιωπή κάθε γυναίκα αν με τή σειρά της θα θεωρούσε κι αυτή εφιάλτη τό να μιλήσει τή δικιά τους πεθαμένη γλώσσα) :

   διότι ακριβώς εδώ δεν πρόκειται για «εύρημα» ούτε για κατασκευή : απλώς οι άντρες συγγραφείς ανά τούς αιώνες «κλέβουν» τή ζωή τών γυναικών για να αποκτήσουν τήν ελάχιστη «οικουμενικότητα» που θεωρούν απαραίτητη – και όσο λιγότερο «παραποιούνε» τόσο «καλύτερα» γράφουνε. [Μεγάλο πρότυπο σ’ αυτήν τήν περίπτωση θα μπορούσε να θεωρηθεί η ευριπίδης, αν η παθιασμένη του μανία για δικαιοσύνη δεν τόν καθιστούσε εξοργιστικά μεγάλον, σχεδόν πέραν κάθε συγκρίσεως – και ακολουθούν ελάχιστοι, όπως ο σταντάλ ή ο φώκνερ… (για τόν ευριπίδη τό λέγαν ήδη οι σύγχρονοί του (αυτοί που τόν ονομάσανε και μισογύνη…) ότι αναμάσησε σχεδόν (αδι)άκριτα τίς απόψεις μιας γυναίκας με μόρφωση – τήν οποία σήμερα οι ίδιοι θα ονομάζανε χωρίς αναστολές μεγαλοπουτάνα – ο σταντάλ όμως (με όλο του τό έργο, και ιδιαίτερα, θα έλεγα, στον «λυσιέν λεβέν» και στο «περί έρωτος») και ο φώκνερ (με όλο μεν, αλλά ειδικότατα, θα ’λεγα επίσης, στη «βουή και τό πάθος», ή τό «ιερό», ή τό «ρέκβιεμ») πιστεύω ότι ανήκουν σ’ εκείνους – τούς ελάχιστους – που παρατήρησαν με προσοχή τίς ζωές και τά λόγια (και τά (άδοξα) πάθη) τών γυναικών γύρω τους όχι για να τίς κλέψουν (ή να τίς βιάσουν ως μωρά) – δηλαδή όχι επειδή τίς μισούσαν αλλά επειδή ακριβώς ως άντρες τίς αγάπησαν

   η αγάπη όμως για τίς γυναίκες σ’ αυτόν τόν κόσμο πληρώνεται ακριβά, και ναι μεν ο «μισογύνης» έχει πια μαζί του τούς αιώνες (ούτε κι αυτό είναι όμως τέλειο φάρμακο – ο νίτσε π.χ. δεν τόν κατάλαβε, ή δεν τόν γούσταρε, καθόλου) αλλά οι άλλοι δύο ούτε κατά διάνοιαν δεν χαίρουν (στο πλατύ κοινό) τής εκτίμησης που χαίρει ο μαλάκας ρώσος…]

.

       

.

   με τόν τρόπο που λειτουργεί η γλώσσα λοιπόν, και με τόν τρόπο που, για να βρεις τήν αλήθεια της πρέπει συνήθως να τήν αντιστρέψεις, να τήν γυρίσεις ανάποδα, και να διαβάσεις τά μέσα έξω – εννοείται ότι οι ώριμες γυναίκες εκτός από πουτάνες και μάγισσες και μέγαιρες πρέπει να είναι και ηλίθιες : αυτό είναι τό τίμημα τού να μην καταδέχονται να ευνουχίσουν (εκτός από τό σώμα τους) και τό μυαλό τους (για να παραμείνουν ες αεί γερασμένες λολίτες) : (τό ότι εξαυτού καταλήγουν ενίοτε και μήδειες, είναι κάτι που πρέπει να αναλυθεί και διά μακρών μια άλλη φορά). Έχω τή διάθεση πάντως να προσθέσω, καθαρά φιλολογικά, ότι ο παιδικός ερωτισμός δεν έχει γίνει αντικείμενο ευρύτερα καλλιτεχνικά παρά μόνο στη βουή και τό πάθος τού φώκνερ – όπου έχουμε μια άψογη επεξεργασία αυτής τής οπτικής στις σύγχρονες και αυτοχειριαστικές λεπτομέρειές της : τόσο τό μοναδικό κοριτσάκι τής οικογένειας όσο και τό μικρότερο αγοράκι (που, ενδεικτικά εδώ, είναι επισήμως «ηλίθιο») θα πληρώσουν ακριβά και διά βίου – η μεν δραπετεύοντας από τήν οικογένεια (και περνώντας εφεξής όλα τά συναφή συνεπακόλουθα τής ανταρσίας) ο δε ευνουχιζόμενος (κυριολεκτικά) από τήν ίδια τήν οικογένεια (παραδειγματικά μάλιστα : από τόν ίδιο τόν αρχηγό/πατριάρχη τής φάρας). Τό ότι ο ερωτισμός τού μπέντζυ τόν ωθεί να γίνει πάντως από παιδί ένα είδος βιαστής και αυτός, είναι χαρακτηριστικό τής καλλιτεχνικότητας όσο και τής απίστευτης μεγαλοσύνης τού φώκνερ, που μπορεί ακόμα και στο θύμα, όταν είναι αγόρι, να βλέπει έναν δυνάμει θύτη : Από τήν άλλη μεριά ο μεγαλύτερος αδελφός, με τόν έρωτα προς τήν ατίθαση αδελφή του καλύπτει αφηγηματικά, και όχι μόνο με τήν λεπτό προς λεπτό ανατομία τής αυτοχειρίας του, τόσο τήν ίδια τή «βουή», όσο και τό δίδυμο έργο της, τόν «αβεσαλώμ» ( : κι ας μην τό ’χω δει να επισημαίνεται πουθενά ότι αυτά τά δύο αποτελούνε δίπτυχο (μα κανείς, ούτε δω ούτε κει, δεν διαβάζει πια φώκνερ;)) ( : για τήν ακρίβεια, ολόκληρο τό «αβεσαλώμ, αβεσαλώμ» αποτελεί έναν μονόλογο έρωτα–μίσους  προς σύμπαν τό φωκνερικό σύμπαν (« – Γιατί μισείς τόν Νότο; – Δεν τόν μισώ, δεν τόν μισώ», όπως και τό έργο τελειώνει) απ’ τή μεριά τού κουέντιν με τό πρόσχημα τής αφήγησης «νότιων» ιστοριών προς τόν φίλο και συγκάτοικό του στο πανεπιστήμιο, μια μέρα ακριβώς πριν αυτοκτονήσει) : αυτός ο αιμομεικτικός έρωτας βαραίνει όμως με τέτοιον τρόπο στην ενγένει ηθική αδιαλλαξία ( : ανατρεπτικότητα) τού φωκνερικού έργου, ώστε αυτό δικαίως σχεδόν να μην μπορεί να γίνει έως σήμερα απόλυτα και νηφάλια κατανοητό – δηλαδή «αποδεκτό». Εν πάση περιπτώσει ο φώκνερ είναι ο μόνος μεγάλος που επεξεργάστηκε τόν ερωτισμό παιδιών προς παιδιά (τό πιο αντιπαθητικό ταμπού για όλους τούς «μεγάλους») (σταθερά και εκ παραλλήλου με τίς φυλετικές διακρίσεις) σε όλο του τό έργο με τή σιγουριά τής απροσδόκητης σκέψης του και με τήν απίστευτη καλλιτεχνικότητα τής ασυμβίβαστα εσωτερικής του γλώσσας – : που είναι πολύ σημαντικότερη από τού τζόϋς κατά τή γνώμη μου, γιατί στον ιρλανδό καταντάει σχεδόν ακατάληπτη, ενώ στον αμερικάνο έχουμε απλώς μια «άλλη» γλώσσα : πρέπει να θελήσεις  δηλαδή όχι απλώς να τήν καταλάβεις αλλά στην κυριολεξία να τήν «αναγνωρίσεις» (στα ελληνικά διαθέτουμε ευτυχώς τή «βουή» στην καλή μετάφραση τού νίκου μπακόλα)

   (δεν αντέχω να μην κάνω μια νύξη εδώ για τήν περίπτωση τού δάντη, όπου τό θέμα αποτελεί με τόν κρυπτικό τρόπο τού τοσκανού τήν εκ τών ών ουκ άνευ αρχή του : αλλά ασφαλώς η γενναία εισβολή τού θέματος από τόν (ωραίο μας) μεσαίωνα – με τόν έρωτα τής εννιάχρονης βεατρίκης και τού κατάπληκτου συνομήλικού της – μάς επαναφέρει με τούς πιο στενά καλλιτεχνικούς όρους σε μία τάξη η οποία και πριν και μετά θα διαταράσσεται συνεχώς : εξαυτού λες, η θυμωμένα παθιασμένη ιδιοσυγκρασία τού ιταλού θα συλλάβει τή μορφή τού έρωτα στον, κατά κυριολεξία ενιαίο αν και απαγορευμένο της χρόνο : Τό κοριτσάκι θα είναι ως παιδί έρωτας, και έρωτας πάλι ως γυναίκα – και ο έρωτας θα κρατήσει μια ολόκληρη (Νέα) Ζωή, τόσο μεγάλη όσο και μια Κωμωδία

   ο παιδικός έρωτας στον δάντη δηλαδή, θα μπορούσε να πει κανείς, αποτελεί απλώς τήν παρανυχίδα μιας πραγματικότητας μεγάλης όσο και τό χέρι που γράφει – η γυναίκα είναι μια μορφή τόσο ενιαία ώστε να μπορεί μεγάλη και ώριμη (έως νεκρή) να αποτελεί τόν οδηγό που θα τόν πάρει στην τελευταία ζωή τής ευτυχίας, συμβολικά (και, απ’ αυτήν τήν άποψη, πραγματικά και κυριολεκτικά) αναστημένη)

   (είναι γι’ αυτό – ας προσθέσω πάλι φιλολογικά – ενδεικτική η δευτερεύουσα σημασία που δόθηκε για αιώνες στην (πεζή) Νέα Ζωή σε αντιδιαστολή με τήν δόξα τής έμμετρης Κωμωδίας : κι αυτό έγινε πιστεύω επειδή η Vita Nuova όχι μόνο τόλμησε να είναι ένα αδίστακτα πρωτοποριακό κείμενο, αλλά και επειδή ακριβώς αρνήθηκε να χρησιμοποιήσει τίς «θεολογικές» μάσκες τής (θείας) Κωμωδίας και αναγνώρισε απλώς τόν παιδικό έρωτα ως αρχή τού παντός καθιστώντας τίς συνέπειες τής ανάμνησής του αιώνιες και άχρονες ( : εδώ και λίγα χρόνια έχουμε τήν τύχη να διαθέτουμε κι εμείς τή Νέα Ζωή μεταφρασμένη και δη εξαίρετα από τόν πολύ δικό μας (λόγω κοινών μ’ άλλα λόγια γλωσσικών απόψεων) νίκο κούρκουλο))

   ο παιδικός λοιπόν έρωτας είναι τόσο μισητό ταμπού στον πολιτισμό μας, ακριβώς γιατί αποτελεί πραγματική πυριτιδαποθήκη επί τών ηθών του : γι’ αυτό κυρίως οι «μεγάλοι» παρεμβαίνουν άτσαλα ή βίαια, με τόν δικό τους ενήλικο «ερωτισμό» εδώ, προσπαθώντας έτσι να εξαφανίσουν τήν αυτονομία τής παιδικής αυτάρκειας : μεταγενέστερα όλες οι ιδεολογίες τού φόβου (για τίς «παιδοφιλίες» τών μεγάλων ας πούμε) καθώς και η υστερική κατασκευή τής «παιδικής αγνότητας» (για τόν αν–ερωτισμό τών παιδιών) δεν αποτελούν παρά προσπάθειες να αναστραφεί τό είδωλο αυτής τής πραγματικότητας και να συσκοτιστεί η επανάσταση που καραδοκεί και πάλλεται στα βάθη τής ασυνείδητης επιθυμίας (όλων – όταν όλοι είναι αυτό που δεν θέλουν πια να θυμούνται – δηλαδή παιδιά) : η συσκότιση πετυχαίνει τότε ακριβώς επειδή πάνω της σείεται τό (έμπρακτο πλέον) φόβητρο τού βιασμού : Αλλά αυτή ακριβώς είναι και η νόθα, η κατασκευασμένη κατάληξη και μορφή που παίρνει τό πράγμα, όταν μπλεχτούν σ’ αυτό ακριβώς οι «μεγάλοι» :

   διότι εκεί ακριβώς που τό πράγμα συσκοτίζεται, είναι και εκεί που θα έπρεπε να είναι εντελώς καθαρό : από πότε δηλαδή θεωρείται λογικό και αυτονόητο ότι επειδή υπάρχει ερωτισμός, νομιμοποιείται (και δικαιώνεται) ο βιασμός; Σ’ έναν πολιτισμό που θα σεβόταν απλώς τή φύση – δηλαδή σ’ έναν πολιτισμό πραγματικά πολιτισμένο και άγριο – τά παιδιά θα μέναν ανενόχλητα – θα αφηνόντουσαν δηλαδή μόνα τους να λύσουν τό θέμα αυτό μεταξύ τους : οι μεγάλοι δεν έχουν καμία θέση εδώ. (Και όσοι θυμόμαστε τέτοια από τήν παιδική μας ηλικία, ξέρουμε ότι βία τότε δεν νοούνταν καν.)

   αλλά μια τέτοια προοπτική προκαλεί τόσο έξαλλη ζήλεια στον ενήλικα (που θεωρεί τό τέλος τής πορείας του ως τή μοναδική της πλέον φάση) επειδή θέλει να ξεχνάει, ακόμα κι αν έχει ζήσει κάποτε ο ίδιος κάτι ανάλογο στα βάθη τού ασυνείδητου παρελθόντος του, ότι τά θέματα αυτά μεταξύ τών παιδιών λύνονται απολύτως διαφορετικά – κι ότι μόνο όταν τά παιδιά έχουν αρχίσει να μιμούνται πια τούς μεγάλους υπεισέρχεται οποιαδήποτε μορφή βίας.

   απ’ αυτήν τήν άποψη ο φρόϋντ – ο πρώτος και μόνος εκτός τέχνης που διαπίστωσε τό πρόβλημα – δεν άντεξε, ως ενήλικας ούτε κι αυτός για πολύ να τό διαπιστώνει : φυσικά, επειδή ο παιδικός ερωτισμός αποτελεί τόν βασικό πυλώνα τής ψυχανάλυσης, δεν τόν απαρνήθηκε τυπικά ποτέ – γερνώντας όμως ο ίδιος τόν φόρτωσε με όσες περισσότερες περιπλοκές μπορούσε ώστε τελικά να τόν μετατρέψει σε κάτι σαν αρρώστια

   ο ίδιος μπορεί ως μοναχικός να συγχωρείται – οι υπόλοιποι, και μεταγενέστεροι ως κοπάδι, όχι

   με τήν συμβατική δηλαδή μορφή που έχει πάρει η ψυχανάλυση εξαιτίας τής ατολμίας τών επιγόνων – και ιδιαίτερα, θα έλεγα (σ’ αυτές έπεφτε κατά τή γνώμη μου τό βάρος) τών γυναικών – τό παιδί – τό κορίτσι – θα νιώθει απειλητικά πάντα μόνο και αβοήθητο : ο έρωτάς της θα πρέπει να ’χει μονίμως ως αντικείμενο κάποιον «μεγάλον» δηλαδή – είτε συγγενή είτε όχι – και θα καταγράφεται έτσι στην ιστορία, επιστημονικότατα, ως προϊόν τών «ελλείψεών» της, τών ελαττωμάτων και τών μειονεκτημάτων της, και ποτέ ως αποτέλεσμα τής δημιουργικότητας, τής αυτάρκειας, και τής ανατρεπτικότητας τής δικιάς της επιθυμίας. Με όρους χώρου και χρόνου, «τοπικούς» και «οικονομίας», ο έρωτάς της θα βρίσκεται δηλαδή πάντοτε κάτω από τήν μπότα τής ιδιοκτησίας ενός άλλου –

   αυτό εκφράζοντας η «λολίτα» αποτυχαίνει ακριβώς να είναι ερωτικό βιβλίο, και καλά τό ’πιασα εγώ ασυνείδητα όταν ήμουν παιδί : τό φαντασιακό που καταλαμβάνει μοχθηρά ολόκληρη τήν έκταση τής αφήγησης τού βιβλίου, είναι αυτό τού ηττημένου ενήλικα που καννιβαλίζει επί τού ζωντανού ακόμα, και παραπαίοντος ήδη, «σώματος τού έρωτα» ενός παιδιού : η «ανάγκη» τού ενήλικα να κάνει κτήμα του διά τής βίας έναν ερωτισμό που δεν απευθύνεται σε αυτόν, και έτσι να τόν εξαφανίσει, καταλήγει και στην περίπτωση τού βιβλίου (όπως και τής ενγένει ζωής) σε έναν βιασμό – τόν οποίο τό κοριτσάκι φυσικά και φοβάται και συχαίνεται : ο αφηγητής απολαμβάνει αυτάρεσκα τήν εξουσία του επιπλέον στο τέλος να μπορεί να τήν περιγράψει πια κι αυτήν ως μεγάλη – πώς έχει ευνουχιστεί πια επίσης : πώς δεν ξεπέρασε δηλαδή τήν αηδία που αυτός τής προξένησε : ώστε κάθε είδους έρωτας μέσα της να έχει πάει εν ολίγοις περίπατο : έτσι διαιωνίζεται θριαμβευτικά η γυναίκα ως ηλίθια φάλαινα, που, στην περίπτωση τής λολίτας, θα φοράει και γυαλιά – χαρακτηριστικό που οι άντρες – διοπτροφόροι και μη – απεχθάνονται στις γυναίκες και τό συγκαταλέγουν στην αισθητική τους τού αντιαισθητικού επειδή ακριβώς τούς υπενθυμίζει ότι τό άλλο φύλο διαθέτει επίσης εντέλει τήν ικανότητα (σίγουρα) να διαβάζει και (πιθανώς) να γράφει

   γιατί ο ασυνείδητος φόβος τους ανά τούς αιώνες ήταν ότι κάποτε θα μπορούσαν να γίνουν αντικείμενο λεπτομερειακής περιγραφής και οι ίδιοι

.

          

.

   όπως όμως οι αιώνες επελαύνουν ραγδαίοι, ένα μικρό, ανατρεπτικό και (με τόν τρόπο του) ανήλεο, δείγμα ανάλογης περιγραφής υπάρχει ήδη, και τό ’χω μια φορά κιόλας αναφέρει – βρίσκω όμως ότι ταιριάζει και αξίζει τόν κόπο να παρατεθεί ξανά και εδώ – και μ’ αυτό να κλείσω

   πρόκειται για μια αντίστοιχη, δηλαδή εντελώς αντίθετη, μαρτυρία, γυναίκας αυτή τή φορά – πολύ καλής συγγραφέας (και θαρραλέας, τόσο στη διανοητική όσο και στην προσωπική της ζωή) : η μαργαρίτα γιουρσενάρ λοιπόν, ανατρέχοντας στις αναμνήσεις τής παιδικής της ηλικίας, παραθέτει όπως λέει κι η ίδια ένα απόσπασμα που θα μπορούσε να παρεξηγηθεί και γι’ αυτό θα μπορούσε άνετα να τό αποσιωπήσει – καθώς αφορά ένα επεισόδιο από τήν ερωτική της ζωή ως κοριτσάκι : και ύστερα εξηγεί η ίδια επαρκώς τούς λόγους για τούς οποίους τό θεωρεί μάλλον χρήσιμο

   αλλά είναι και ωραίο

   μ’ αυτό τό «άλλο άκρο τού φάσματος» που συμβαίνει λοιπόν σε μια παιδική κρεβατοκάμαρα ας τελειώσει και τό σημερινό δικό μου σεντόνι, τό πρώτο τού χρόνου – αλλά όπως είπα στην προηγούμενη μικρή ανάρτηση ήμουν μακριά από τά δίχτυα και κοντά στα χαρτιά

.

   «…έκλεισε αθόρυβα τήν πόρτα πίσω του, μέ πλησίασε, μού χάϊδεψε τά μαλλιά, τράβηξε τό ακόμα παιδιάστικο νυχτικό μου που είχε και γιακά και μανίκια και κουμπιά και τό ’κανε να γλιστρήσει και να πέσει στο πάτωμα. Τέλος μέ παρέσυρε μπροστά στον καθρέφτη και μέ χάϊδεψε με τά χείλη και με τά χέρια βεβαιώνοντάς με ότι είμαι ωραία. Διακριτικά, πήρε τό χέρι μου και έβαλε τά δάχτυλά μου να μαντέψουν κάτω από τό χοντρό μπουρνούζι τήν τοπογραφία τού αντρικού σώματος. Πέρασε ένα λεπτό. Σηκώθηκε (είχε γονατίσει) και βγήκε με τίς ίδιες γελοίες προφυλάξεις. Μάντευα αορίστως ότι κάτι τού είχε συμβεί. Αλλά ούτε πανικοβλήθηκα ούτε πειράχτηκα, και ασφαλώς δεν τραυματίστηκα και δεν πληγώθηκα. Εάν καταχωρώ εδώ αυτό τό επεισόδιο που θα μπορούσα τόσο εύκολα ν’ αποσιωπήσω, τό κάνω για να καταγγείλω κατηγορηματικά ως πλαστή τήν υστερία που προκαλεί στις μέρες μας κάθε επαφή, όσο επιπόλαιη και αν είναι, ανάμεσα σ’ έναν ενήλικο και ένα παιδί, που δεν έχει ακόμα μπει ή μόλις έχει μπει στην εφηβεία. Ασφαλώς η βία, ο σαδισμός (ακόμα και χωρίς φανερή σχέση με τή σεξουαλικότητα), και η πεινασμένη σεξουαλικότητα που ασκείται πάνω σ’ ένα άοπλο πλάσμα, είναι απαίσια πράγματα και συχνά στρεβλώνουν ή καταπιέζουν μια ζωή, χωρίς να υπολογίζουμε τή ζωή τού ενηλίκου που πολλές φορές κατηγορείται αδίκως. Αντιθέτως, δεν είναι βέβαιο ότι μια μύηση σε ορισμένες πλευρές τού σαρκικού παιχνιδιού είναι πάντα επιζήμια : ορισμένες φορές κερδίζει κανείς χρόνο. Αποκοιμήθηκα ευχαριστημένη που μέ είχε βρει ωραία, συγκινημένη που εκείνα τά μικροσκοπικά εξογκώματα πάνω στο στέρνο μου ονομάζονταν ήδη στήθη, ικανοποιημένη επίσης που είχα μάθει κάτι περισσότερο πάνω σ’ αυτό που είναι ένας άντρας. Αν οι μουδιασμένες αισθήσεις μου δεν αντέδρασαν, ή αντέδρασαν μετά βίας, οφείλεται ίσως στο γεγονός ότι η ηδονή, για τήν οποία είχα ακόμα μια εξαιρετικά συγκεχυμένη ιδέα, ήταν για μένα από τότε άρρηκτα δεμένη με τήν ιδέα τής ομορφιάς (…)
   Βρισκόμασταν μακριά απ’ όλ’ αυτά : ο εξάδελφος Χ. δεν ήταν ωραίος.»

                                                                                                                  margueriteyourcenar: Quoi? – L’ Éternité / ελληνικά, 1997: «Τί; – Η αιωνιότητα», εκδόσεις χατζηνικολή

.

.

.

 

     

.

                                                                                                                                                           

.

.

.

  

 

Μαρτίου 8, 2011

dies irae

 

λιθοβολισμοί ξύλο μαστιγώματα και απαγχονισμοί
πυρές για μερικές, και παγωνιά για όλους
καθυστερήσεις στα δίχτυα τού αέρα, άρνηση τών μουσικών να εμφανιστούν:
στο τέρμα μιας καθόλου γιορτινής μέρας λοιπόν
αυτά τά λίγα:

dies irae/μέρα οργής:

    

 

 

 

 

   
    
      
    
   
 

 

 

 

 

 

  

.

.

.

 

 

άλλα  (περσινά)

Μαρτίου 4, 2011

ιρανικού ζόφου συνέχεια : η sakineh ashtiani έκανε απόπειρα αυτοκτονίας μόλις έμαθε ότι (τελικά) θα τήν κρεμάσουν

 

         

.

: θα τήν κρεμάσουν από τόν γερανό
(μαζί και τόν δικηγόρο της) :

 

επιμένουν (και επανέρχονται) λοιπόν στις εκτελέσεις οι ιρανοί παπάδες – πιθανώς και σε μια (απελπισμένη;) επίδειξη δύναμης ενώπιον τού τσουναμιού τών εξεγέρσεων σε τυνησία, αίγυπτο, υεμένη, σαουδική αραβία και – κυρίως – λιβύη  (κι όποιον άλλον πάρει ο (ελεήμων) χάρος τής απελευθέρωσης)

δεν προλαβαίνω – ούτε κι έχω όρεξη – να γράψω πολλά

διαβάστε εδώ και εδώ και υπογράψτε (αν τό βρίσκετε νόμιμο ηθικό πρέπον και χρήσιμο…)

  

 

        

 

 

προηγούμενα δικά μου επί τού θέματος εδώ εδώ εδώ εδώ εδώ και εδώ
η φωτογραφία επάνω είναι τής εξαιρετικής ιρανής φωτογράφου shadi ghadirian ( © ) που τήν βρήκα στον αγριμολόγο

 

 

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: