σημειωματαριο κηπων

Δεκέμβριος 20, 2011

glenn gould ♫♪ the boy sings the piano ♪ τό αγόρι τραγουδάει στο πιάνο του ♪♫

Filed under: μουσική — χαρη @ 10:53 μμ
Tags: , ,

.

.

  

.

.

   θα ξεκινήσω εξομολογητικά (και αλαζονικά) τό απαιτεί η προκείμενη περίπτωση : ο glenn gould είναι, μαζί με τόν sviatoslav richter, δυο πολύ δικοί μου άνθρωποι : έτσι τούς είχα (και έτσι τούς έχω ακόμα φαντάζομαι) και για χρόνια ό,τι βιβλίο έγραφα είχε ως ηχητικό background (soundtrack κατά τό επίσης κοινώς λεγόμενο) έργα για πιάνο παιγμένα απ’ αυτούς : ό,τι άλλο μπορεί να μπει ανάμεσα (τήν ώρα που δουλεύω) είναι μεγάλη εξαίρεση : πιστεύω λοιπόν ότι τή δουλειά μου (αυτό δεν είναι καθόλου αυτοδιαφήμιση, περί (νηφάλιας) ανάλυσης πρόκειται) εξαιτίας ίσως ακόμα και μόνο αυτού, μπορεί να τή χαρεί να τήν καταλάβει και πιθανώς να τήν εκτιμήσει μόνο αυτός που θ’ ακούσει αυτούς τούς ρυθμούς που καραδοκούν από πίσω ή από κάτω (ή από δίπλα) της – και δεν είναι δικό μου βέβαια μόνο χούϊ αυτό : η πεζογραφία ενγένει είναι θέμα ρυθμών καταρχάς, θα έλεγα, εξίσου ή και περισσότερο απ’ ό,τι η ποίηση – και δευτερευόντως ζήτημα επεισοδίων και ιδεών : όποιος δεν επικοινωνεί με τούς ρυθμούς επομένως (ή με τά beat ελληνιστί πάλι) δεν επικοινωνεί καθόλου : τό ίδιο ισχύει βέβαια και για τή ζωγραφική και τή γλυπτική – για να μην πω για κείνο τό θηρίο τήν αρχιτεκτονική…

   χρονολογικά λοιπόν, πρώτα γνώρισα τόν ρίχτερ : μού άρεσε ο πολύ ροκάδικος (άγριος και καθόλου ρομαντικός) τρόπος που έπαιζε – αυτός ένας ρώσος που δεν είχε βγει έξω απ’ τή ρωσία για χρόνια, καθώς τού απαγορευότανε – εξάλλου φοβόταν κι ο ίδιος να αποσκιρτήσει στη δύση όπως έκανε αργότερα (όταν τούς επιτράπηκε να περιοδέψουν) ο ροστροπόβιτς (είχε τά χίλια δίκια του κι αυτός) : ο ρίχτερ δεν μπορούσε όμως να αντιμετωπίσει τό ενδεχόμενο να μην ξαναδεί τή ρωσία – η αγάπη τών ρώσων για τό τοπίο τους είναι άλλο πράγμα – πολύ συγκινητικό. Είπα για άγριο και ροκάδικο τρόπο (παρακάτω έχω ένα βίντεο όπου ο γκουλντ μιλάει για τόν ρίχτερ και τό παίξιμό του) και αυτό γιατί για μένα τό πιάνο είναι ένα κατεξοχήν θορυβώδες όργανο (εξάλλου ουσιαστικά πρόκειται για κρουστό) και έτσι ήταν άλλωστε από τήν πρώτη στιγμή που εφευρέθηκε : διότι τό pianoforte, όπως είναι ολόκληρη η ονομασία του (επί λέξει δηλαδή τό σιγανοδυνατό – και μην πάει τό μυαλό σας στη σιγανοπαπαδιά – ίσως δεν είναι κι η καλύτερη δηλαδή μετάφραση), ακριβώς επειδή είχε τή δυνατότητα τών απότομων αλλαγών χωρίς ιδιαίτερες ευαισθησίες στην ένταση τού ήχου, αποτέλεσε μια ανατρεπτική κατάκτηση στη μουσική, μια εφεύρεση τόσο μοντέρνα όσο ήταν στη δικιά μας εποχή τό σαξόφωνο ή η ηλεκτρική κιθάρα να πούμε – και ο μπετόβεν τό αντιμετώπισε εξάλλου ακριβώς μ’ αυτόν τόν τρόπο : έπαιζε ο ίδιος (όπως ξέρετε ήταν εκτός από συνθέτης, και εξαιρετικός, και βιρτουόζος, πιανίστας) τόσο δυνατά που έσπαγε τίς χορδές τών πιάνων στις συναυλίες του κατ’ έθιμο και κατ’ εξακολούθηση, γι’ αυτό και υπήρχε πάντα ένας ειδικός τεχνίτης που τσακιζόταν να διορθώνει και να αντικαθιστά τίς χορδές καθοδόν (μεταξύ μας, τό ίδιο έκανε κι ο μπαχ με τό όργανο, αυτό τό υποτίθεται σεβάσμιο εκκλησιαστικό όργανο που ο μπαχ τό έσπαγε επίσης κατά κανόνα στις εκκλησίες όπου έπαιζε (πολύ δυνατά και άγρια) τή μουσική του, ώσπου στο τέλος οι εκκλησιαστικοί παράγοντες τού βγάλανε και φετφά ότι θα πληρώνει ο ίδιος κάθε φορά για τίς ζημιές που κάνει) : αυτά για όσους θεωρούν τή μουσική αυτή ήρεμη και παρωχημένη (ήρεμος και παρωχημένος είναι ο τρόπος τους). Όταν λοιπόν (μερικά χρόνια αργότερα) άκουσα τόν γκουλντ είχα τήν εντύπωση ότι ήτανε μαθητής τού ρίχτερ, τόσο πολύ κατά τή γνώμη μου έμοιαζε τό παίξιμό τους, αυτό όμως δεν ισχύει έτσι ακριβώς – ο γκουλντ ήταν βέβαια ελαφρώς νεότερος αλλά πρέπει να τόν άκουσε μάλλον αργά – η σύμπτωση είναι απλώς η κοινή αντίληψη που ενώνει δυο ιδιοφυίες. Οι ομοιότητες σταματάνε κατά κύριο λόγο εδώ, κατά τά άλλα οι ζωές τους ήταν τελείως διαφορετικές, ο ρίχτερ (που είναι ο μόνος τόν οποίο και έχω δει να παίζει ζωντανά (και στην ελλάδα μάλιστα) ( : κι είναι η μία απ’ τίς μοναδικές δύο περιπτώσεις που στάθηκα από τά ξημερώματα σε ουρά για να βρω εισιτήριο – κι όταν έφτασε η ώρα να μπούμε επιτέλους στο πάνω διάζωμα τού ηρώδειου ένας γνωστός μου πιανίστας με τόν οποίο περιμέναμε μαζί ν’ ανοίξουν οι πόρτες, μέ κορόϊδεψε για τόν τρόπο που τσακίστηκα ν’ ανεβαίνω μάλλον αλλόφρων τά σκαλιά για να βρω θέση να κάτσω έτσι που να βλέπω τα χέρια του (τούς ξεπέρασα όλους κι έφτασα πρώτη επάνω, σημειώνω), φωνασκών μου γελοιότατα εν μέση οδώ «χάρη έχουν και τυρόπιτες επάνω!» – τί άσχετος αν και τής δουλειάς! δεν νοιαζόταν αυτός να βρει θέση κατάλληλη για να βλέπει τά χέρια του; τσκ τσκ)) ο ρίχτερ λοιπόν δεν σταμάτησε να περιοδεύει, απ’ τή στιγμή που τού δόθηκε η άδεια απ’ τή σοβιετία, ούτε να δίνει ρεσιτάλ και συναυλίες, ενώ ο ιδιομορφότατος (και ομορφότατος – αλλά κι ο ρώσος ήταν πολύ όμορφος) καναδός βαρέθηκε τίς δημόσιες εμφανίσεις από νωρίς και κάποια στιγμή τίς σταμάτησε κιόλας εντελώς, προς μεγάλη απογοήτεψη εκατομμυρίων παγκοσμίως (δημιουργήθηκε και τό κλισέ γι’ αυτόν πως ήταν ο «πιανίστας που μισούσε τό κοινό του») (ο ίδιος έλεγε απλώς πως όταν υπάρχουν τόσα τεχνικά μέσα που μπορεί πια κανείς σ’ ένα στούντιο να κάνει εντελώς ό,τι θέλει, και να διορθώσει κι ένα λαθάκι τό οποίο μπορεί εν πάση περιπτώσει να γίνει στη συναυλία – και τό οποίο στη συναυλία δεν διορθώνεται – είναι μάταιο να τρέχει πάνω κάτω σ’ όλον τόν κόσμο και να ταλαιπωρείται – είχε τόση εμπιστοσύνη στην τεχνολογία (τό προσωπικό του στούντιο ήταν απ’ τά καλύτερα και πιο προηγμένα (και ακριβότερα) στον κόσμο) που μια φορά επειδή βαριόταν να ταξιδέψει για πρόβες ζήτησε από μια τραγουδίστρια να κάνουν τήν πρόβα από τό τηλέφωνο («μα δεν γίνονται αυτά τά πράγματα» τού απάντησε πληγωμένη αυτή)) : υπάρχουν άφθονα ανέκδοτα για τόν γκουλντ σ’ αυτό τό ζήτημα, αυτό όμως που μ’ αρέσει εμένα περισσότερο είναι η αφήγηση κάποιου που τόν αναζητούσε (τήν εποχή που δεν τόν έβλεπε πια κανένα κοινό) και πήγε στον καναδά να τόν βρει, και τού είπανε ότι είναι κοντά σε μια λίμνη, και τόν βρήκε να παίζει άρπα για κάτι εσκιμώους (ή ινδιάνους, δεν θυμάμαι ακριβώς) (που τόν ακούγανε έκθαμβοι) (και για τούς οποίους έπαιζε φυσικά τζάμπα, αυτός που τού δίναν περιουσίες για να παίξει επί πληρωμή.) (Παρακάτω έχω ένα βίντεο που παίζει και τραγουδάει σε ελέφαντες.) Τό άλλο ανέκδοτο που μ’ αρέσει είναι για κάποια κοπέλα στην αμερική τού ’50, που είπε ότι άκουγε μόνο ροκεντρόλ μέχρι που κατάλαβε τήν κλασική μουσική κι άρχισε να τήν αγαπάει απ’ τή στιγμή που άκουσε στο πιάνο τόν γκουλντ – και βέβαια τά ανέκδοτα για τήν καρέκλα του (δεν μπορούσε να παίξει παρά μόνο καθισμένος σ’ αυτήν, που δεν είχε καμία σχέση με τά συνηθισμένα σκαμπώ τού πιάνου, και τήν κουβαλούσε μαζί του όπου κι αν πήγαινε – τό ίδιο περίεργος ήταν και με τά πιάνα του) : αυτά και άλλα πολλά ανέκδοτα κυκλοφορούν ευρέως, αλλά εγώ έμαθα πολλά κι από ένα (πολύ ιδιόμορφο, σχεδόν ασεβές) βιβλίο που βρήκα κάποτε στη γερμανία (και αναγκάστηκα να τό διαβάσω και γερμανικά που δεν μού ήταν και ιδιαίτερα ευχάριστο (θα προτιμούσα να ’χα τό αγγλικό πρωτότυπο)) : τό βιβλίο αυτό τό ’χε γράψει ο andrew kazdin, που υπήρξε παραγωγός του για πολλά χρόνια (ένας από τούς καλύτερους μουσικούς παραγωγούς όπως φαίνεται κι από εδώ, που πέθανε δυστυχώς πρόσφατα όπως έμαθα ψάχνοντας ψιλολεπτομέρειες γι’ αυτό τό ποστ) : αυτό που μέ συγκλόνισε και μέ δυσαρέστησε σ’ αυτό τό βιβλίο ήταν από τή μια ό,τι ακριβώς είχε δυσαρεστήσει και τόν ίδιο τόν συγγραφέα του – τό πόσο δηλαδή αντιπαθητικός δυσάρεστος και κυριολεκτικά αχώνευτος μπορούσε να γίνεται στις προσωπικοεπαγγελματικές του σχέσεις ο γκουλντ – σ’ ένα επεισόδιο θυμάμαι ότι σκέφτηκα πως αν μού τό ’κανε εμένα θα τόν έσπαγα στο ξύλο (ορίστε : μέρες σαν κι αυτές, χριστούγεννα, κι ο καζντίν τόν κάλεσε σπίτι του για φαγητό : καθισμένος ο γκλεν μας σε μια πολυθρόνα βρήκε δίπλα του σ’ ένα τραπεζάκι τό σημειωματάριο (τήν ατζέντα) τού καζντίν και θρασύτατα άρχισε να τό ξεφυλλίζει και να τό διαβάζει εμβριθώς – ο παραγωγός στην αγωνία του προσπαθούσε να θυμηθεί μήπως είχε γράψει τίποτα περίεργο για τόν γκουλντ και τήν συνάντησή τους εκειπέρα – ή γενικά οτιδήποτε – και (ευτυχώς, λέει) τό μόνο που είχε σημειώσει για τή συγκεκριμένη μέρα ήταν να πάει να πάρει τό περιοδικό «κοσμοπόλιταν» για τή γυναίκα του : εν πάση περιπτώσει πέρασαν στιγμές αγωνίας και οι δυο τους, παρακολουθώντας τόν γκουλντ να διαβάζει ανερυθρίαστα τήν ατζέντα, μέχρι που τήν τέλειωσε, τήν ξανάβαλε δίπλα στο τραπεζάκι, και είπε τού καζντίν με ύφος ήρεμο (που εμένα θα μού φαινότανε πολύ κοροϊδευτικό πάντως) «ωραία, τίς πέρασες τίς εξετάσεις». Δεν συζητάω για τή φοβερή αγένεια ενός προσκεκλημένου σε δείπνο χριστουγέννων, συζητάω για τό ότι ο καζντίν δεν τού ’σπασε τό κεφάλι, και συζητάω επίσης για τό γεγονός ότι διαβάζοντας τό βιβλίο του θύμωσα και με τόν ίδιο τόν καζντίν (που είχε ξεκινήσει τή μουσική του καριέρα σαν ντράμερ – άλλα ανέκδοτα εδώ για τό πώς τό αντιμετώπισε αυτό ο γκουλντ) που μού έδωσε μια τόσο αντιπαθητική εικόνα γι’ αυτό τό (μεγαλοφυές) κωλόπαιδο) : Υπάρχει όμως παρεμπιπτόντως στα γραφτά αυτά και εκείνη η φοβερή ιστορία για τά χέρια του – η οποία μπλέκεται με τήν ιστορία τών ψεμάτων με τά οποία τόν φλόμωνε (ο γκουλντ τόν καζντίν) μια ολόκληρη εποχή, σχετικά με κάτι κρυφές εγγραφές που θα κάνανε οι δυο τους στο δικό του στούντιο – ώσπου να τόν πουλήσει και πάλι θρασύτατα (ο γκουλντ τόν καζντίν) – από τήν οποία όμως ιστορία προδοσίας βγήκε τελικά ότι οι αναβολές και τά ψέματα τού γκουλντ κρύβανε ένα μυστικό φοβερό – τέτοιο που μόνο με τήν κουφαμάρα τού μπετόβεν θα μπορούσε να συγκριθεί : ο γκουλντ έζησε δηλαδή μια περίοδο νιώθοντας τά χέρια του να τόν εγκαταλείπουν (κάποιου είδους ρευματικά μάλλον) (είχε πάντα μια φοβερή έγνοια για τά χέρια του – ίσως είχε από νωρίς προειδοποιήσεις – και πέρα από τό ότι φορούσε μετά μανίας γάντια, πριν παίξει στο στούντιο πήγαινε και τά βούταγε σε καφτό νερό σε βαθμό να γίνονται κατακόκκινα, και έτσι έπαιζε) (μια φορά μιλώντας για τά κρουστά με τόν καζντίν τού είπε «αν, όμως, βούταγες τά χέρια σου σε ζεστό νερό, δεν θα ’χες τέτοια…»)

   για τόν θάνατό του από εγκεφαλικό ο καζντίν έγραψε : «τό κατεξοχήν όργανό του τόν πρόδωσε». Ένας πληγωμένος άνθρωπος (και θαυμαστής) μπορεί να γίνει σκληρός – τώρα που τό σκέφτομαι ήρεμα καταλήγω ότι η κωλοπαιδίστικη πλευρά τού γκουλντ πρέπει να συμπεριληφτεί στους τρόπους που είχε να προστατεύεται από τούς πάντες – αυτό όμως που καμιά φορά δεν μπορούν να καταλάβουν οι άλλοι είναι ότι ένας (τόσο εξοργιστικά μεγάλος) καλλιτέχνης δεν είναι ποτέ απλώς και μόνο μυαλό : ο (δικός μας) σολωμός τό είχε θέσει νομίζω πολύ καλά – όπως τό θυμάμαι τώρα : «πρέπει πρώτα με δύναμη να συλλάβει τό μυαλό κι έπειτα η καρδιά ζεστά να νιώσει ό,τι τό μυαλό συνέλαβε» – η διαφορά είναι ότι πολλές φορές, οι γύρω, με τό μυαλό είναι που τρομάζουν : δεν είναι όμως ποτέ μόνο του, μην τό ξεχνάμε αυτό

   ένα από τά χαρακτηριστικά τής πιανιστικής ιδιομορφίας τού γκουλντ ήταν λοιπόν οι γρήγοροι, δυνατοί και ασεβείς ρυθμοί – τελείως ξένοι προς τήν κλασική νοοτροπία – αλλά και πάλι όχι πάντα : σε ένα από τά βίντεο που έχω βάλει παρακάτω υπάρχει η ιστορία μιας συναυλίας με τόν μπέρνστάϊν ο οποίος εξηγεί (στο κοινό) (πριν τή συναυλία) γιατί δέχτηκε τούς πολύ αργούς ρυθμούς τού γκουλντ (τό έργο παίχτηκε έτσι πρώτα με τή λογική τού γκουλντ και μια επόμενη φορά με τήν κλασική άποψη τού μπέρνστάϊν). Τίς «παραλλαγές γκόλντμπεργκ» τού μπαχ τίς είχε παίξει τή δεκαετία τού πενήντα (σχεδόν παιδί) γρήγορα (σχεδόν τρέχοντας), και αργότερα (μεγάλος) επιζήτησε να τίς ξαναπαίξει, αυτή τή φορά πολύ αργά (υπάρχουν και οι δύο δίσκοι, πλέον σε σιντί) (συστήνω σε όποιον ενδιαφέρεται για τή μουσική να ακούει (και για καιρό) και τίς δύο εκδοχές – είναι μοναδικό σχολείο για να καταλάβεις τόν μπαχ)

   αλλά τό χαρακτηριστικότερο στοιχείο τής προσωπικότητάς του ήταν από μια άποψη σίγουρα τό «τραγούδι» του : ο γκουλντ παίζοντας πιάνο τραγουδούσε κιόλας τή μουσική, και τόσο δυνατά μάλιστα που υπήρχε πρόβλημα στην παραγωγή, τί να κάνουν για να μην ακούγεται αυτή η φωνή με τά διάφορα «α α α ο ο ο» στον δίσκο (σήμερα είμαστε τυχεροί με τά λίγα βίντεα όπου σώζεται ακριβώς και ακούγεται αυτή η φωνή) : είχαν βρει στο τέλος μια ευρεσιτεχνία με κάτι σαν (διαφανή) κουκούλα με τήν οποία σκέπαζαν τό πρόσωπό του κι ένα μέρος τού σώματός του όσο έπαιζε, για να πετυχαίνουν ηχομόνωση

   καλή διασκέδαση

.

.

.

.

.

.

.

επειδή ο ήχος εδώ είναι πολύ κακός, μεταφράζω τή μεταγραφή που έκανε κάποιος στο γιουτούμπ από ένα μέρος τού μονολόγου
τού γκουλντ (τό κομμάτι με τούς ελέφαντες δεν χρειάζεται μετάφραση…) :

«…μπορεί να μέ γοητεύουν τά ζώα και τά μικρά παιδιά και να τά θαυμάζω, απλώς και μόνο επειδή νιώθω να έχω
μεγαλύτερη σχέση μαζί τους απ’ ό,τι με τούς μεγάλους – ήμουνα ένα παιδί αυτιστικό και ακόμα και σήμερα από
πολλές απόψεις έχω μυαλό μικρού παιδιού – πράγμα που μού ’χει δημιουργήσει πολλά προβλήματα με τόν
κόσμο τών μεγάλων, διότι συνήθως λέω ό,τι μού ’ρχεται στο μυαλό μια κι έξω. Δεν μπορώ ούτε να προσποιηθώ
ότι ενδιαφέρομαι για ανθρώπους που αντιπαθώ, ούτε να είμαι ευγενικός μαζί τους, και τό αποτέλεσμα
είναι οι κοινωνικές μου σχέσεις (με τούς συνομήλικους) να έχουν τά χάλια τους»

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

αυτό ήταν εννοείται ένα γιορταστικό ποστ για να τά ξαναπούμε σε ένα χρόνο

♫ ♪ καλή χρονιά ♪ ♫

.

.

.

.

.

.

.

.

μια σελίδα για τόν glenn gould | η σελίδα τού gould στη wiki | μια σελίδα για
τόν
sviatoslav richter
 | μια επίσης ενδιαφέρουσα σελίδα για τόν γκουλντ εδώ (βίντεο,
κείμενο, φωτογραφίες και ηχητικά αποσπάσματα) |
τό βιβλίο τού άντριου καζντίν

.

.

.

.

.

.

.

.

Δεκέμβριος 19, 2011

τά τετραψήφια

.

.

            

.

.

τό παρακάτω κείμενο είναι δημοσιευμένο στο τεύχος 74 τού περιοδικού «σημειώσεις» που κυκλοφορεί

.

.

(με αφορμή τά 200 χρόνια από τήν αυτοκτονία, στις όχθες τής λίμνης wannsee στο βερολίνο, τού heinrich von kleist (18 οκτωβρίου 1777 – 21 νοεμβρίου 1811 : 34 χρονών, κι αυτός κι η εριέττα φόγκελ – ήταν συνομήλικοι))

.

   1777 : η γέννηση είναι μια ημερομηνία, πριν πας ακόμα σχολείο πολλές φορές τή μαθαίνεις, τότε που ένας αριθμός και μία λέξη γίνονται δικά μας και, βέβαια, κοσμοϊστορικά : τόσο σπουδαία που θαμπωμένοι και κατάπληκτοι δεν ρωτάμε πώς και γιατί αλλά τά θεωρούμε τά πιο αυτονόητα πράγματα τού κόσμου : μια ημερομηνία και ένα όνομα : όλα θα μείνουν δηλαδή έτσι για πάντα

   μέχρι που οι αριθμοί αρχίζουν να κινούνται και να χοροπηδάνε

   ο τελευταίος αριθμός (μόνο) δηλαδή, τού τετραψήφιου, θα διαπιστώσεις, μετά από δύο τρία ή τέσσερα χρόνια (ανάλογα με τήν παρατηρητικότητά σου) ότι δεν είναι καθόλου σταθερός, δεν μένει καθόλου δηλαδή καθηλωμένος στη μέρα που εσύ γεννήθηκες, και για τήν ακρίβεια χοροπηδάει συστηματικά : εξαφανίζεται μάλιστα κάθε τόσο καθώς παίρνει άλλος τή θέση του : ο τελευταίος αριθμός μ’ άλλα λόγια δεν είναι ούτε σημαντικός ούτε κοσμοϊστορικός γιατί αλλάζει, αυτός δηλαδή κατά κάποιον τρόπο σού δείχνει ότι υπάρχει κάπου κάτι που καιροφυλακτεί – αλλά δεν έχεις καθόλου τή διάθεση να τό προσέξεις ιδιαίτερα μια που αυτός ο θάνατος και αυτή η εξαφάνιση δεν είναι καθόλου κακά πράγματα : είναι η ζωή σου, είναι η ζωή που χοροπηδάει χαρούμενα και γεμάτη εκπλήξεις κι ο αριθμός απλώς τήν παρακολουθεί – και στεγνά ο κακόμοιρος προσπαθεί να δείξει ότι είναι κι αυτός ζωντανός : με τή λιτή και άχαρη μοίρα τών αριθμών να σού δείξει ότι παίρνει κι αυτός μυρωδιά από τή ζωή : πολύ λιτή και πολύ λιγομίλητη, αριθμητική, μυρωδιά –

   ώσπου ν’ αρχίσει τό σχολείο να ασχολείται με τούς άλλους σπουδαίους ανθρώπους – και στο μάθημα τής ιστορίας να σέ βάζει να μαθαίνεις γι’ αυτούς, που έχουν κι αυτοί ένα όνομα και δίπλα (μέσα σε παρένθεση) δύο (όμως, αυτοί) αριθμούς, (πάντα τετραψήφιους) : αλλά δεν δίνεις και πάλι σημασία γιατί αυτοί είναι πεθαμένοι, παλιοί, και δεν έχουν σχέση με τήν ζωή σου – απλώς τώρα (με τό σχολείο) η ζωή έχει και βάσανα και πρέπει να μαθαίνεις και να παπαγαλίζεις και ονόματα άλλων – και αριθμούς : και είναι βάσανο αυτοί οι αριθμοί τών άλλων :

   στην πραγματική ζωή, δηλαδή τή δικιά σου, αυτή η δεύτερη ημερομηνία δεν υπάρχει – όταν υπάρξει η παραμικρή σκέψη γι’ αυτήν αυτό λέγεται τότε όντως θάνατος

   στην αρχή μάλιστα σ’ ενοχλεί που, στις εγκυκλοπαίδειες και τίς ζωές τών άλλων που έχουν κάνει έργα διάφορα, δίπλα στα ονόματα και μες στην παρένθεση υπάρχει επίσης (σε λίγους όμως) ένας μόνο επίσης αριθμός και δίπλα μια παύλα μόνο : αυτό, από αισθητική άποψη σ’ ενοχλεί – δεν σ’ ενοχλούσε ποτέ η ασυμμετρία – σού άρεσε κιόλας – αλλά εδώ δεν πρόκειται για ασυμμετρία αλλά για πράγματα κολοβά : σαν μια εκκρεμότητα που δεν έχει ακόμα κλείσει

   1811 ο θάνατος : θα περάσουνε χρόνια, και έργα πολλά, πριν αρχίσεις να μαθαίνεις, και να προσέχεις, τίς λεπτομέρειες για τόν δεύτερο αυτόν αριθμό : αυτό λέγεται τότε πάλι θάνατος : κυρίως όταν οι λεπτομέρειες για τόν δεύτερο αυτόν αριθμό σού δείχνουν ότι τό όνομα θέλησε, και φρόντισε, και διάλεξε μόνο του, πότε ο δεύτερος αυτός αριθμός θα σχηματιστεί : φοβερό.

   αυτή είναι η κρύα και ανήλεη στιγμή λοιπόν που όλα τά τετραψήφια παγώνουν, και γίνονται ένα κρύο επιτύμβιο από άχρωμο και παγωμένο μάρμαρο και τότε είναι που μπορείς να πεις τό 2011 γίνονται 200 τά χρόνια από τό 1811 που αυτοκτόνησε ο κλάϊστ (μαζί με τήν εριέττα), αλλά μπορείς να κάνεις κι άλλους υπολογισμούς : για τήν ακρίβεια αυτούς τούς υπολογισμούς άρχισες να τούς κάνεις από πιο πριν, σχεδόν από τήν ίδια τήν εποχή που άρχισε να σ’ αρέσει και ο κλάϊστ – και αυτό συνέπεσε μάλλον με τήν εποχή που διαπίστωσες ότι δεν χοροπηδούσε μόνο ο τελευταίος αριθμός, αλλά άλλαζε και ο προτελευταίος, ο τρίτος : περνάγανε, και φεύγαν προς τά πίσω (και στην πραγματικότητα άραγε προς πού;) μέρες και μήνες χρόνια και καιροί, ομαδοποιημένοι ως δεκαετίες πλέον : κι ύστερα, αργότερα πολύ, έγινε τό καταπληκτικό και άλλαξε και ο δεύτερος ο αριθμός – εκείνο τό μονίμως σταθερό 9 (που για τόν κλάϊστ ήτανε εκείνο τό μονίμως σταθερό 7 που θα γινότανε αιφνιδίως 8) – κι αυτό συμβαίνει όπως ξέρεις σε πολύ λιγότερους στον κόσμο (αλλά συνέβη (στη δικιά σου ζωή) να αλλάξει έτσι μαζί και ο πρώτος – τό ακόμα σταθερότερο εκείνο 1 : αυτό πλέον κι αν είναι σπανιότατο – για τήν ακρίβεια μόνο δύο φορές έχει συμβεί στην ανθρωπότητα ώς τώρα, εσύ έχεις ζήσει βέβαια τήν δεύτερη)

   όμως από πιο πριν (τότε που πρόσεξες ότι ο τρίτος αριθμός είχε αλλάξει όχι μόνο μια, αλλά και δυο, και τρεις φορές) άρχισε να συμβαίνει κάτι άλλο, παράλληλο, που είχε ξαφνικά σχέση και με τούς άλλους που ζούσαν σύγχρονα με σένα : αυτοί οι άλλοι δηλαδή άρχισαν να μιλάνε για τά πράγματα και για τούς αριθμούς λες και τούς ξέρανε κι αυτοί : μα δεν τούς ξέρανε καλά : δεν τούς ξέρανε, γιατί, όταν τούς ξέρεις, ξέρεις πως τίποτα δεν γίνεται όπως λέγαν αυτοί μετά εκ τών υστέρων : και άρχισε και να σ’ εκνευρίζει που τά χωρίζαν όλα έτσι, τόσο ψυχρά και αντικειμενικά, και δήθεν μαθηματικά, σε ομαδούλες και δεκαετίες : όμως τά πράγματα δεν πάνε έτσι, και πολύ περισσότερο όταν ζεις τά πράγματα ποτέ δεν λογαριάζεις αριθμούς : μπορεί να τούς σκεφτείς τούς αριθμούς καμιά φορά κλεφτά (και από μέσα σου), κάποια φορά ας πούμε στις περιπτώσεις που ο τρίτος και ο τέταρτος γίναν ολόϊδιοι (τόν έκανες τόν υπολογισμό, εκ τών υστέρων, για τήν περίπτωση τού 66 και τού 77) αλλά αυτό ήταν κάτι που αφορούσε μόνο τί συνέβη στη δικιά σου τή ζωή ας πούμε τότε : αλλά ποτέ για ό,τι έγινε, για όποιον αριθμό έγινε διάσημος, ξέρεις καλά πως ούτε συ ούτε κανένας άλλος απ’ αυτούς που αυτά τά ζήσανε, δεν σκέφτονταν τούς αριθμούς ας πούμε τότε : γι’ αυτό πολλοί μπερδεύονταν όταν τούς έλεγες «ποιο 73; 72 τό θυμάμαι γω» ή : «τό 65 ή τό 63 ήταν αυτό;» και ξαφνικά έγινε τό 89 ας πούμε περιβόητο, ενώ ήτανε σπουδαιότερο για σένα γι’ άλλους λόγους. Όπως τό 99 ήτανε επίσης σπουδαιότερο για σένα γι’ άλλους λόγους, και είσαι σίγουρη ότι κανείς απ’ όσους τό ’ζησαν δεν τό ’ζησαν σαν ένα απλό προθάλαμο τού κοσμοϊστορικού (που θα ’ταν μια αλλαγή πλέον ταυτόχρονα και στον πρώτο και στον δεύτερο αριθμό τής τετράδας, πράγμα πού ’χε συμβεί άλλη μία φορά, είπαμε, μονάχα στον πλανήτη – κει πέρα στο μεσαιωνικό (κι ωραίο) 1000 – και είναι τόσο μακριά μας τώρα αυτοί που καλά–καλά δεν έχουμε ιδέα πώς σκεφτόντουσαν (κάτι αφέλειες περί δευτέρας παρουσίας, ή περί γενικής κατάρρευσης τού ιντερνέτ, δεν λογαριάζονται, μιλάμε για τούς σοβαρούς ανθρώπους –)

   για να μην πω και για τούς μήνες – και συγγράψω σύγγραμμα : εγώ πάντως αυτές τίς λεπτομέρειες τού χρόνου μόνο με χώρους τούς συνδύαζα, ή με άλλα πράγματα πάντως : επομένως έκανα αιώνες για ν’ αρχίσω να θυμάμαι έναν φλεβάρη – πάντοτε τόν ανακαλούσα μέσω τών εφημερίδων ότι αυτές τόν θυμόντουσαν επειδή εκείνη τήν ημέρα πέθανε μια ηθοποιός και οι εφημερίδες ως συνήθως τήν μνημόνευαν : στις τόσες τού φλεβάρη επομένως, ναι : χαμένα, όλα. (Τήν τραγωδό μονίμως θα τήν μνημονεύουν – και θα διευκολύνουνε κι εμένα να θυμάμαι τ’ άλλα τά δικά μας : γιατί ποτέ τήν ώρα που τό κάνεις κάτι δεν κρατάς τήν ώρα τήν ημέρα και τούς αριθμούς τού τετραψήφιου). Πρόσεξα όμως κάτι ενδιαφέρον – και αυτό τό πρόσεξα με τόν καιρό : οι πιο σημαντικοί ας πούμε άνθρωποι έζησαν με τό ένα πόδι σ’ ένα νούμερο (για τόν 2ο αριθμό μιλάμε τώρα) και με τό άλλο σ’ άλλο : άλλαζαν οι αιώνες δηλαδή στο μέσο τής ζωής τους : κι ο κλάϊστ είχε τό προσόν να γεννηθεί σε ομοιόμορφο εντελώς νούμερο : 3 εφτάρια στη σειρά : τό πρόσεξε άραγε; τού άρεσε καθόλου; Πάντως είμαι απολύτως, πλέον, σίγουρη ότι καμία σημασία δεν έδωσε στην τελική ημερομηνία που όλα θα τά πάγωνε : στα απαυτά του ποια ημερομηνία σχηματίστηκε όταν με τήν εριέττα πήραν τήν απόφαση : και επομένως και στα απαυτά του παρομοίως αν είναι φέτος η επέτειος τών διακοσίων ή δεν είναι –

   (μ’ αρέσει βέβαια να σκέφτομαι τήν εποχή που ο αριθμός δεν θα ’ναι μόνο τετραψήφιος, αλλά είναι τόσο φοβερό αυτό που δεν μπορείς να πεις πολλά πέρα από ένα : αν ζει ο πλανήτης ο κακόμοιρος ώς τότε – κι αν τά έργα που ’γιναν (ώς τότε) θα έχουνε εντωμεταξύ όλα διασωθεί – ίσως με άλλους μόνο τρόπους : φαντάζομαι ότι αν έχει εξακολουθήσει ο πλανήτης πάντως να υφίσταται, θα έχουν γίνει εξυπνότεροι ας πούμε όλοι, ώστε δεν θα υπάρχει προβληματισμός στα χρόνια τού 9999 για τήν επόμενη χρονιά που όλα θα ’ναι πενταψήφια και θα αρχίζουν (πάλι) από 1 : 10000 και 10001 δηλαδή, χωρίς τήν αγωνία πλέον (καμιανής) κατάρρευσης)

   άσε που δεν μπορεί να έχεις και ασφαλή ιδέα για τό αν θα μετράνε ακόμα όλοι με τόν ίδιο τρόπο τότε – μπορεί να ’χει προκύψει δηλαδή θέλω να πω απόφαση νεότερη για κάποια σπουδαιότερη (μπορεί και τετραψήφια, μπορεί και πενταψήφια) χρονολογία ή θάνατο και γέννηση

.

(από τό ανέκδοτο μυθιστόρημα «μέρες τοπίου»)

.

.

μερικά τεύχη τού περιοδικού «σημειώσεις» υπάρχουν εδώ

για τόν κλάϊστ άλλα εδώ, εδώ, εδώ, κι εδώ

.

.

.      .      

.

η ζωγραφική από εδώ και εδώ

.

.

.

Δεκέμβριος 11, 2011

τό υψίστατο και καλυτερότερο criterion για να μην πάμε πουθενά και να μη φάμε τίποτα

.

 

.

   μαζεμένες παρατηρήσεις περί γλώσσας σήμερα, μάλλον καθυστερημένες, που τίς σκεφτόμουνα δηλαδή από καιρό αλλά μπαίναν άλλα (κατά τή γνώμη μου σημαντικότερα) στη μέση…

   ξεκινώντας λοιπόν από τά αρχαιότερα : πριν (κάμποσα) χρόνια είχε γίνει μια φασαρία για τή λέξη καλυτερότερο η οποία επικράτησε, και έλυσε και έδεσε, σε κάποιους (μικρούς) χώρους και κάποια (νεανικά) μυαλά μια ολόκληρη εποχή, ενώ οι «μεγάλοι» (σε άλλους χώρους και με άλλα μυαλά) τήν χαρακτήρισαν (λίγο–πολύ τήν ανάγκη φιλοτιμίαν ποιούμενοι) (κι αφού δεν μπόρεσαν να τήν εξαφανίσουν και να τή σβήσουν τελείως με όπλο εκείνη τή φοβερή τρομοκρατία περί λάθος γλώσσας και περί αμορφωσιάς και περί αγγλωσσίας) ως «ιδίωμα νεανικό». Στο αναμεταξύ δεν ακούγεται πια και τόσο – θέλω να πω όμως έστω και καθυστερημένα τή γνώμη μου κι εγώ : ότι δεν ήταν δηλαδή λάθος (απολύτως καθόλου) και επιπλέον πιστεύω ότι θα ξαναεπιστρέψει : όχι μόνο η λέξη η ίδια αλλά και ο τρόπος σύγκρισης αυτού τού είδους, και σύμπασα η κατασκευή συγκριτικών, πιστεύω ότι από ένα σημείο και πέρα θα γίνεται με βάση μια παρόμοια λογική :

   γιατί η λογική αυτή είναι πολύ απλή και καθαρή, και εντελώς μέσα στις πιο βαθειές διαθέσεις τής γλώσσας : η διάθεση για σύγκριση, δηλαδή ουσιαστικά για κρίση, είναι βέβαια μια κατεξοχήν ζωντανή και ανατρεπτική πράξη – και η γλώσσα τή θέλει αυτή τήν κριτική πράξη έντονη, σημαντική και δικιά της : έτσι ενώ προσθέτει μόνιμα τήν (ίδια) κατάληξη (–τερος ή –τατος) για να κρίνει και να συγκρίνει δύο πράγματα (ενώ στα αρχαία υπήρχαν διάφορες εξαιρέσεις τού κανόνα (και τό καλός ας πούμε γινότανε καλλίων και κάλλιστος)), φτάνει στο σημείο να μην αναγνωρίζει μια κριτική που έγινε παλιότερα, αν τώρα έχει τόσο παγιωθεί τό νόημά της ώστε να έχει ατονήσει η διάθεση για αμφισβήτηση μέσα του, με αποτέλεσμα η κρίση να εμφανίζεται περίπου εξαφανισμένη

   μ’ αυτήν τήν νοοτροπία που δίνει σημασία μόνο στη ζωντανή ζωή, τό καλύτερος εκλαμβάνεται πια δικαίως ως λέξη ενιαία και η κατάληξή της δεν έχει ιδιαίτερο κριτικό νόημα, και μόνο τό καλυτερότερος (ακολουθώντας ακριβώς τόν κανόνα) ξαναζωντανεύει τή σύγκριση. Δεν θυμάμαι για χρόνια να πρόσεξα πάντως άλλες περιπτώσεις όπου αυτό να λειτούργησε, τουλάχιστον εκκωφαντικά ώστε να τό μάθω κι εγώ, ώσπου πρόσφατα άκουσα κάποιο παιδί στην τηλεόραση απ’ τό οποίο παίρναν συνέντευξη (για κάποιο επιστημονικό θέμα) να λέει «τό υψίστατο βραβείο». Νά λοιπόν που τό ίδιο πράγμα μπορεί να επαναλαμβάνεται : η λέξη ύψιστος έχει ασφαλώς χάσει τήν έννοια τής σύγκρισης, κι έχει γίνει πλέον παγωμένη και άχρωμη – κολλώντας τή δημοτική κατάληξη τού υπερθετικού, ο ύψιστος μπορεί και ξαναγίνεται ύψιστος

    προσωπικά είμαι απολύτως πεπεισμένη, από τή μια ότι η γλώσσα με τά λάθη που κάνει (ο φυσικός της ομιλητής) ακολουθεί τούς πιο μόνιμους κανόνες και τίς πιο σταθερές τάσεις της, κι από τήν άλλη ότι, ψυχαναλύοντάς την ας πούμε, θα μπορούσαμε να βρούμε έναν βαθειά κρυμμένο υλισμό, κι έναν αμετανόητο αναρχισμό επίσης, σ’ αυτές τίς τάσεις. Αυτά όμως δεν είναι τής παρούσης ακριβώς – αν και ίσως όχι κι εντελώς εκτός τών ορίων τού σημερινού θέματος

   ένα σημείο στο οποίο η γλώσσα εμφανίζει ακριβώς τήν ανυποταξία της απέναντι σε κανόνες που δεν αναγνωρίζει ως δικούς της είναι η περίπτωση τών ξένων λέξεων, τίς οποίες ενσωματώνει χωρίς συμπλέγματα – γι’ αυτό ή θα τούς κολλήσει μια κατάληξη που θα κάνει τή λέξη κάτι αντίστοιχο με τό καλυτερότερος, δηλαδή μια νέα λέξη που θα έχει ως μορφή τά χαρακτηριστικά που εκείνη αναγνωρίζει ως λειτουργικά, και η οποία θα κλίνεται με τίς ελληνικές καταλήξεις (τά παραδείγματα είναι άπειρα, και τά γνωστά γλωσσικά ιστολόγια έχουν ασχοληθεί πολύ με τό θέμα) ή, αν δεν τής κολλήσει μια κατάληξη θα αρκεστεί με μεγάλη αυτάρκεια σε μια μορφή (άκλιτη) τής λέξης, μόνο στον ενικό ή στον πληθυντικό ανάλογα : τό ανάλογα έχει κι αυτό φυσικά τή λογική του, και η λογική αυτή (σε πλήρη συμφωνία με τόν υλισμό που λέγαμε) ενδιαφέρεται μόνο για τή λειτουργία τής λέξης στη ζωντανή ζωή : έτσι αν τό πράγμα είναι ακριβό και τό αγοράζουμε ένα–ένα, η λέξη σταθεροποιείται στη μορφή τού ενικού (που είχε στην αρχική γλώσσα) όπως έγινε αρχικά με τή λέξη φίλμ, αλλά αν πρόκειται για πράγματα που τά ξέρουμε τά βλέπουμε και τά ζούμε (δυστυχώς) σε σύνολα, θα παγιωθεί στον πληθυντικό (τό τανκς). ( : Έτσι τό λέγαμε από τήν αρχή εμείς, και έτσι ήξερα κι εγώ ότι τό έλεγε ο κόσμος όλος, μέχρι να πλακώσουν οι ξενομαθείς τών εφημερίδων – τούς οποίους δεν έχουν καμία αναστολή βέβαια να μιμηθούν οι αστοί (και δυστυχώς και πλείστοι – πλειστότατοι – πλέον αριστεροί))

.

.

   ουσιαστικά πρόκειται για ένα θεωρητικό και φιλοσοφικό ζήτημα, που δείχνει ανάγλυφα και εκφραστικά τήν τάση τής γλώσσας να αποτινάζει υπόγεια κάθε «ξένη» εξουσία και επιβολή από πάνω της : διότι η γλώσσα είναι ένα σύστημα απολύτως κλειστό – και γι’ αυτό και ανοίγεται, χωρίς φόβους συμπλέγματα και ενδοιασμούς, χρησιμοποιώντας ό,τι τήν βολεύει κάθε φορά με μια διάθεση και κοινοκτημοσύνης και διεθνισμού (πράγματα τά οποία λειτουργούν με όρους αντάρτικου ακριβώς, και τής επιτρέπουν να διατηρεί τήν ειρωνική φύση και τήν υπονομευτική ψυχολογία της : η γλώσσα δεν αρέσκεται δηλαδή στην αλλοτροίωση – αν τήν πάρουμε σοβαρά υπόψη, και δούμε τίς τάσεις της μέσα στον χρόνο θα διαπιστώσουμε ότι τήν αλλοτροίωση όχι απλώς τήν απωθεί, αλλά τήν φτύνει)

   και τί άλλο από αλλοτροίωση (και αποξένωση, όπως είναι ακριβώς η άλλη εκδοχή τής γερμανικής λέξης απ’ τήν οποία μεταφράζουμε), τί άλλο από αλλοτροίωση και αποξένωση είναι αυτή η μανία τής μικρόψυχης καθαρολογίας ως προς τό πώς προφέρεται ακριβώς μια ξένη λέξη εντός μιας συγκεκριμένης γλώσσας; Ο φυσικός ομιλητής δεν έχει καμία σκασίλα για τό πώς κλίνει τή λέξη η άλλη γλώσσα, εφόσον τό μόνο που τόν ενδιαφέρει είναι να χρησιμοποιήσει τή λέξη για τίς δικές του ανάγκες – μόνο ο αλλοτροιωμένος «διανοούμενος» ενδιαφέρεται να δείξει ότι ξέρει και τόν ενικό και τόν πληθυντικό τής ξένης λέξης, γιατί γι’ αυτόν η μεγαλύτερη ανάγκη ακριβώς είναι να χρησιμοποιήσει τή λέξη όχι ως νόημα αλλά ως στοιχείο τής καριέρας του – να αποδείξει δηλαδή ότι ξέρει ξένες γλώσσες : απ’ αυτήν τήν άποψη η χρηστικότητα τής γλώσσας λειτουργεί και πάλι στην εντέλεια κι ο κανόνας επιβεβαιώνεται παίρνοντας νέα μορφή : η γλωσσική αλλοτροίωση γίνεται στοιχείο κοινωνικής ανόδου

   αντίθετα ο φυσικός ομιλητής (ο ιθαγενής ομιλητής όπως τόν παγίωσε ο τσόμσκυ) χρησιμοποιεί τά ξένα στοιχεία ως άκλιτα διότι μόνο έτσι προστατεύει τά δικαιώματά του έναντι κανόνων τούς οποίους δεν αναγνωρίζει : αυτός ο κανόνας της είναι ουσιαστικά και η σημαντικότερη μορφή τού υλισμού που είπα παραπάνω : η γλώσσα (ανα)γνωρίζει δηλαδή μόνο τό υλικό απ’ τό οποίο αποτελείται, ζει με τό σώμα της, ξέρει μόνο προτάσεις ρυθμούς και λέξεις – και όχι ιδέες : και ακριβώς πίσω απ’ αυτήν τήν αντίσταση προς κάθε ξένη προς τίς επιθυμίες της διάθεση καιροφυλακτεί μια ακλόνητη ιδέα – η ιδέα τής αυτονομίας της 

   αυτά ισχύουν γενικά για τήν γλώσσα, όχι μόνο για τήν ελληνική (ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής τής τάσης τών γλωσσών να μην κλίνουν τίς ξένες λέξεις είναι ας πούμε η άρνηση τών δυτικοευρωπαίων να δεχτούν τήν γενική ενικού στα γυναικεία επώνυμα – κι έτσι έχουμε εκείνα τά (γελοία για μάς) maria papadopoulosvicky leandros) – τά οποία όμως, μέσα από τήν αλλοτροίωση τών ντόπιων σουσουδιστών αστών έχουν αποκτήσει σχεδόν τό γόητρο τού περιώνυμου επώνυμου – και κάποιες τά περιφέρουν και στα καθημάς με περηφάνεια) (να σημειώσω εδώ ότι οι ρώσοι, με τήν μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση που είχαν πάντα ως λαός και ως έθνος, επέβαλαν τή γυναικεία εκδοχή τών επωνύμων τους από τήν αρχή, και έτσι έχουμε μαρίνα τσβετάγιεβα και όχι μαρίνα τσβετάγιοφ (νά, αυτό μού ήρθε τώρα…)) – όμως εδώ υπεισέρχεται και ένα ζήτημα φεμινιστικής συνείδησης (που τού αξίζει σίγουρα ξεχωριστή ανάρτηση) : γιατί βλέπει κανείς (να τό πω με συντομία) ότι όταν οι γυναίκες διατηρούν τό δικό τους επώνυμο, και κάνουν μ’ αυτό καριέρα, τό φαινόμενο εξαφανίζεται – θα μπορούσε λοιπόν να πει κανείς αποφθεγματικά ότι η χειραφέτηση αρνείται εξαρχής και ανατρέπει κιόλας τή (γλωσσική τουλάχιστον) αλλοτροίωση…

   όμως στους δυτικοευρωπαίους υπήρξε και ένα άλλο γλωσσικό έθιμο (φαινομενικά αντίθετο με τήν άρνηση που είπα παραπάνω) τό οποίο αφορούσε όμως μόνο (μεγάλη μας τιμή) τά αρχαία ελληνικά και τά λατινικά : γιατί υπήρξε κάποτε (αυτή τή στιγμή δεν θυμάμαι ακριβώς πότε καθιερώθηκε) μια συμφωνία «κυρίων», απόρροια μάλλον δέους και φόβου απ’ τή μεριά τών νεογέννητων και έκθαμβων μεσαιωνικών γλωσσών : θα παραβαίναν λοιπόν για χάρη τής μεγάλης παράδοσης τών κλασικών σπουδών τόν κανόνα, και θα χρησιμοποιούσαν και τούς 2 τύπους : δηλαδή και τόν ενικό και τόν πληθυντικό, είτε τών ελλήνων είτε τών ρωμαίων : έτσι ο μορφωμένος άγγλος έλεγε (έγραφε) τό phenomenon αλλά και τά phenomena, τό criterion αλλά τά criteria, τό forum αλλά τά fora. Όμως οι νέες γλώσσες πάλιωσαν, και δεν έχουν καμία διάθεση να είναι πλέον τόσο έκθαμβες : ο κανόνας δεν παρακολουθείται πια ανελλιπώς (άσε που εμείς ουσιαστικά δεν τόν είχαμε και ποτέ – για τά λατινικά βέβαια (* εδώ μπαίνει αστερίσκος : γιατί από μία στιγμή και πέρα εισήχθησαν «τό φόρουμ και τά φόρα» και σε μάς – νομίζω από τόν εξαιρετικά άγλωσσο ανδρέα παπανδρέου)). Αν λοιπόν μεταξύ τών λογίων στην δύση ήταν (και είναι) δείγμα παιδείας καλλιέργειας και ανώτερης μόρφωσης να λένε τά criteria και τά fora – η καθομιλουμένη lingua franca τών αγγλικών έχει αρχίσει πια και αδιαφορεί ευθαρσώς. Έτσι άκουσα τήν κυρία λαγκάρντ (εγώ λέω προς τιμήν της) να λέει κάπου τελευταία «other criterias» – πράγμα που είναι δηλαδή ακριβώς πλέον σαν να είπε σήμερα κάποιος στην ελλάδα «τά άλλα φόρουμ» : εγένετο άραγε χαμός;

   αντιθέτως, δεν νομίζω να τό προσέξαν πολλοί – από τούς εδώ τουλάχιστον απ’ όσο ξέρω κανένας – από τούς εκεί ψάρεψα τή σχετική κοροϊδία, εμπλουτισμένη με τίς συνήθεις μισογυνικές εικονίτσες, κάποιου γαλλόφωνου γραμματιζούμενου. Όμως τό (καθόλου) λάθος τής κ. λαγκάρντ δείχνει ότι τό έθιμο φθίνει ραγδαία κι ότι δεν έχει πια νόημα αυτή η επίδειξη νεκρογλωσσομάθειας ακόμα και για τίς τάξεις εκείνες από τίς οποίες κάποτε τράφηκε : αν λοιπόν ακόμα και οι ανώτερες τάξεις ξαναγυρίζουν στις φυσικές τάσεις τής γλώσσας, τότε οι φυσικές τάσεις τής γλώσσας επιβεβαιώνουν υπονομευτικότατα τή δύναμή τους

.

 

.

   αντιθέτως στην ελλάδα βρισκόμαστε σε μία φάση που η γλωσσική αλλοτροίωση ζει και βασιλεύει με τόσο εξαγριωμένο (και εξαγριωτικό – για μένα τουλάχιστον) τρόπο, ώστε καταντάει δίκοπο μαχαίρι να υποστηρίζει κανείς νηφάλια τήν επιστημονική αρχή πως στη γλώσσα δεν υπάρχουνε λάθη : διότι, ναι, δεν υπάρχουνε, όταν γίνονται από φυσικούς ομιλητές, όχι από ομιλητές φερέφωνα τής εξουσίας τών γελοίων μέσων παιδείας τού έθνους όπως έχουν φτάσει να είναι οι δημοσιογράφοι οι πολιτικοί και οι (χουντικοί) μας γλωσσολόγοι : Τό κλασικότερο παράδειγμα είναι εκείνο τών τανκς και τών κόμιξ – δηλαδή τού τανκ και τού κόμικ : η επίδειξη όμως ξενογλωσσομάθειας μεταστρέφεται, ανηλεώς και από τόν ίδιο δρόμο, σε απόδειξη γλωσσοαμάθειας, μολονότι είναι τόσο ισχυρή η κοινωνική ανταμοιβή προς όποιον ξέρει τόν πληθυντικό δυο ξένων λέξεων (σιγά τά ωά, κανείς δεν τολμάει να κάνει τέτοια και με τά γαλλικά τά ρώσικα ή τά κινέζικα ας πούμε) ώστε περνάει τελείως στο ντούκου η τιμωρία τήν οποία η ίδια η γλώσσα (επιστρέφουσα ακάθεκτη) εν συνεχεία τούς επιβάλλει : διότι αυτός ο δήθεν σεβασμός, κανόνων μιας ξένης γλώσσας εντός μιας άλλης γλώσσας, αποβάλλεται μετά τόσης βδελυγμίας και αηδίας από τήν ίδια τή γλώσσα (τών ίδιων τών ομιλητών) που καθώς η γλώσσα επανέρχεται τελικά πάντα στους δικούς της όρους έστω και από τήν ανάποδη, ο σεβασμός απογυμνώνεται και επιδεικνύει διάφανα τό αρχικό του νόημα – δηλαδή τήν απλή επίδειξη καλυτεροσύνης – : όταν ο ομιλητής, παρασυρμένος από τή μανία του, θα πει και τόν πληθυντικό με εξίσου πρωτότυπο τρόπο, δηλαδή θα πει λίγο αργότερα τά τανκ και τά κόμικ (έχει πια διαδοθεί τόσο, που δεν χρειάζονται παραδείγματα, κοντεύει να γίνει σχεδόν ο κανόνας μεταξύ γραφιάδων ενός συγκεκριμένου τύπου – και απορώ πώς δεν καταλαβαίνουν κι οι ίδιοι πόσο πολύ τούς προδίδει αυτό τό (σύμφωνα με τούς δικούς τους κανόνες) λάθος)

.

  

.

 

.

   αλλά τί να λέμε τώρα, η καθαρολογία κάθε μορφής είναι ένα γελοίο φαινόμενο που ως βασικό του συστατικό έχει όχι τόσο τήν άγνοια όσο μια αγιάτρευτη (ψυχολογική αλλά και επαγγελματική) ανασφάλεια : Έτσι όσοι θέλουν ν’ αποδείξουν ότι κάτι ξέρουν περισσότερο απ’ τούς άλλους (και συνεπώς είναι διαφορετικότεροι αξιότεροι καλυτερότεροι (για να μην πω και υψίστατοι)) ανατρέχουν συνήθως στα αρχαία για να διορθώσουν δήθεν λάθη που έχουν γίνει «από κακή χρήση» : τούς διαφεύγει, και δεν είναι περίεργο, ότι η έννοια τής «κακής» χρήσης είναι καθαρά ηθικής χροιάς, και μ’ αυτήν τήν έννοια απολύτως εξουσιαστικής – αλλά τό τελευταίο, και να τό διαπίστωναν, μάλλον δεν θα τούς πείραζε

   τήν ανασφάλειά τους όμως τή βρίσκουμε εναργέστερη όταν δεν μπορούν να ανατρέξουν πια σε κανένα αρχαίο, και ανατρέχουν έτσι σε κυριολεξίες δήθεν, σημερινές : έτσι κάθε λίγο και λιγάκι κάτι «διορθώνεται» άνευ ουδενός πραγματικά λόγου : προκύπτουν έθιμα κωμικότατα λοιπόν κατά καιρούς, και στις τηλεοράσεις και τίς εφημερίδες (είπαμε, αυτοί μαζί με τούς επώνυμους γλωσσολόγους μας είναι οι διδάσκαλοι τού γένους) : Εσχάτως, δεν ξέρω κι εγώ ακριβώς από πότε (τά φαινόμενα αυτά μού έρχονται ως κατραπακιές, εντελώς απροσδόκητα τίς λίγες φορές που πάω ν’ ανοίξω εφημερίδα ή να δω ειδήσεις στην τηλεόραση και συνεπώς δεν είμαι σίγουρη για τό πότε ξεκίνησαν) εσχάτως λοιπόν κάποιοι τέτοιοι ανακάλυψαν τό γουδή τό γουδοχέρη, με ήτα, τό «καλημέρα σας» στις 12 και 1΄ τά μεσάνυχτα, και τό περιβόητο «λάθος» τών δύο αρνήσεων (που δεν είναι πάντοτε και οι δύο αρνήσεις) (και που συνεπώς δεν «κάνουν πάντα μία κατάφαση») : Έτσι καταλήξαμε στο να καταργηθεί σχεδόν διά ροπάλου η λέξη κανένας και τίποτα, και να μιλάμε μόνο με κάποιους και για κάτι – ακόμα κι όταν δεν έχουμε να πούμε απολύτως κάτι με απολύτως κάποιον. Είναι κρίμα, όχι τόσο γιατί όταν πω (με έμφαση εγώ, διότι από πείσμα ή μαζοχισμό εγώ άλλο τίποτα) σε πωλήτρια ή σε σερβιτόρο σήμερα «όχι δεν θέλω τίποτ’ άλλο» θα με κοιτάξει με άφατη περιφρόνηση (που δεν έχω ενημερωθεί για τίς νέες τάσεις τής γλώσσας), όσο γιατί χάθηκε μια ιδιομορφία – πραγματικό διαλεκτικό, φιλοσοφικό και εκφραστικό διαμάντι – τής νεοελληνικής που απ’ ό,τι ξέρω είχε μοναδικό αντίστοιχο τά αμερικάνικα μαύρα : τό «να βρούμε κάνα φίλο να πάμε πουθενά και να φάμε τίποτα» μόνο με τό i don’t know nothin’ δηλαδή, ή τό ain’t nobody’s business και άλλα τέτοια νέγρικα μπορεί να συγκριθεί – σε λαμπερότητα άρνησης, διαύγεια έμφασης, και στιλπνότητα εκφραστικής αυτοπεποίθησης. Και ενώ αυτό ακριβώς τό νέγρικο αμερικάνικο ιδίωμα κατακυριεύει όχι μόνο τήν αμερική, αλλά εξαπλώνεται και σε όλον τόν κόσμο, και κοντεύει να γίνει η lingua franca τής σημερινής εποχής, τό ελληνικό αντίστοιχο έχει καταπλακωθεί από τήν καθωσπρεποσύνη τής πρωινάδικης και δημοσιογραφοπολιτικής ηλιθιότητας. Κι είναι κρίμα και για έναν επιπλέον λόγο, γιατί έχοντας οι δυο γλώσσες αυτήν τήν εντελώς αντίστοιχη ιδιομορφία (όπου η άρνηση επί αρνήσεων δεν σημαίνει καθόλου yes) επιδείκνυαν και χαίρονταν μια κοινή κρυφή τάση αντίστασης στην καθωσπρέπει γλώσσα τών κυρίων τους με μια γλώσσα δηλαδή που έβγαινε και στις δύο περιπτώσεις από 400 χρόνια σκλαβιάς – αλλά οι μεν μαύροι επιμένουν (και γι’ αυτό και θα νικήσουν) οι δε εδώ ιθαγενείς σκιάζονται, χέζονται πάνω τους μη δε τούς πουν καθωσπρέπει, και έτσι γίνονται απλώς αξιοπρεπείς πωλητές και σερβιτόροι : κι είναι κι αυτός (δεν μού τό βγάζει άνθρωπος εμένα από τό νου) κι ένας από τούς λόγους που (συνέχεια) χάνουν

   όταν ξαναβρούν τήν άρνηση (τήν πραγματική και χωρίς φόβο) τότε θα τά ξαναπούμε

.

.

   και έτσι, μ’ αυτή τή λογική κιόλας φαντάζομαι, εξαφάνισαν ως διά μαγείας οι τηλεοπτικοί μας αστέρες και τούς χαιρετισμούς και τίς ευχές με τίς οποίες εγώ τουλάχιστον μεγάλωσα : Εμένα μού λέγαν δηλαδή καλησπέρα τ’ απόγευμα όταν μέ υποδέχονταν, και καληνύχτα τό βράδυ, όταν θέλαν να μ’ αποχαιρετήσουνε. Αυτά ήταν ζωντανότερα και πολύ καλυτερότερα από ένα «μεγαλίστικο» καλό απόγευμα ή καλό βράδυ, αμφότερα χρησιμοποιούμενα μόνο ως αποχαιρετισμοί πάντως : άντε, καλό απόγεμα, έλεγε ας πούμε μια θεία, τήν ώρα που έφευγε από τό σπίτι τ’ απομεσήμερο. (Εμείς λέγαμε «γεια»). Και «γεια σου, καλό βράδυ» λέγαν οι μεγάλοι μεταξύ τους όταν αποχαιρετιόντουσαν, με μια κάπως πονηρότερη (και καλυτερότερη) οικειότητα

   τώρα δεν τολμάω ν’ ανοίξω τηλεόραση και χάνω τ’ αυγά και τά πασχάλια μου : «Η Τάδε τώρα θα μάς πει τίς ειδήσεις, καλό απόγευμα Τάδε». Κι εγώ τή βλέπω να εμφανίζεται και να εξαφανίζεται ταυτοχρόνως, αφού τήν αποχαιρετήσανε κιόλας. Και περιμένω να εξαφανιστεί, κι αυτή εκεί, καλό απόγευμα λέει, κι αντί να χαθεί, συνεχίζει.

   ίσως προσπαθώντας ενστικτωδώς (και καλοπροαίρετα) να επανέλθουν σε κάποιου είδους φυσικότητα, ορισμένοι μάς λένε στα τελευταία νυχτερινά δελτία και «καλό ξημέρωμα». Αυτό όμως είναι εξωφρενικό, τί φυσικότητα κατραπακιά είν’ αυτή. Καλό ξημέρωμα είναι μια κουβέντα απολύτως οικεία, δεν είναι κουβέντα για τηλεπαρουσιαστές αυτό. Σ’ αυτό τό ψυχρό μέσο τό πολύ που μπορεί να πει κανείς είναι Χαίρετε, καληνύχτα σας. Άκου καλό ξημέρωμα, σιγά μη μάς πούνε και όνειρα γλυκά.

   άντε πολλά είπα, καληνύχτα σας και καλό ξημέρωμα

.

.

.

 

   μπορείτε από τά γλωσσικά να δείτε κι αυτό τό καλοκαιρινό

   ενημέρωση για τά στοιχεία τών εκπομπών που ανέφερα : τό «υψίστατο» στην εκπομπή τής ετ1 «εικόνα σου είμαι» (θέμα καινοτομίες) τής 11ης μαρτίου 2011, η κυρία lagarde στην τηλεόραση τού «άλφα», ειδήσεις τής 9ης νοεμβρίου 2011

.

.

.

 

.

.

.

.

.

.

 

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: