σημειωματαριο κηπων

Φεβρουαρίου 23, 2011

one–dimensional man vs anna akhmatova

.

       

  

   συνεχίζω από εκεί που είχαμε μείνει πριν μεσολαβήσει η επέτειος τού μπρούνο
   βέβαια στους κήπους ασχολούμαι μόνο με πρόσωπα και κείμενα που αγαπώ αλλά σήμερα, κατ’ εξαίρεσιν (και συνεχίζοντας τήν προ–τελευταία παρένθεση), θα ασχοληθώ λίγο ακόμα με τόν σλάβοϊ ζίζεκ
   τότε πιάστηκα από τό αστείο ενός ανέκδοτου, θα πιαστώ σήμερα από τή «λεπτομέρεια» δυο «φιλοσοφημένων σημειολογικά» παραδειγμάτων :

   σε μια διάλεξή του προς τούς ανθρώπους λοιπόν τής γκουγκλ  ο ζίζεκ έκανε μια σημειολογική παρατήρηση (με τήν αυτοπεποίθηση ανθρώπου που ρίχνει κανονιές εκεί που ένας άλλος θα ντρεπόταν να αναφέρει αυτές τίς παρατηρήσεις ακόμα και ως φτέρνισμα) ( : πάντως δεν είχαν ακριβώς και τήν ανταπόκριση που θα ήθελε οι παρατηρήσεις του – εξ αυτού όπως φαίνεται και στο βίντεο (στο τέλος του, μετά από μια ώρα, 1. 09΄. 16΄΄), ο εκφωνητής τους, αφού πάγωσε λίγο, επιδόθηκε μετά νέας μανίας στο ξύσιμο τής μύτης του και στις χειρονομίες νευρόσπαστου τίς οποίες ίσως πιστεύει ότι εκλαμβάνουν όλοι ως αμεσότητα – εγώ πάντως τίς εκλαμβάνω ως δείγμα ταραγμένης ψυχολογίας, και μ’ εκνευρίζει να τίς βλέπω κιόλας (όπως απ’ τήν άλλη μ’ ευχαριστεί να βλέπω, σε κάποιες φωτεινές περιπτώσεις, ανθρώπους να λένε μισογύνικα ρατσιστικά «αστεία» και να παγώνουν μόλις συνειδητοποιούν ότι τό ακροατήριό τους αποτελείται, κατά λάθος, από χειραφετημένες γυναίκες (και άντρες…)) Εξάλλου (εμένα) προσωπικά, από πάντα, οι άντρες που κουνάγανε πάρα πολύ τά χέρια τους ασχολούμενοι διαρκώς με τό σώμα τους όταν μιλάγανε, ξύνοντας ας πούμε κάθε τόσο τ’ απαυτά τους ή τή μύτη τους, μού δίνανε τήν εντύπωση ότι θέλουν  να κυριαρχήσουν καταβάθος στο σύμπαν και ντρέπονται να τό πουν (Αντίθετα, μ’ αρέσουν πολύ οι ήρεμοι άνθρωποι, αλλά δεν έχει και πολλή σημασία τί μ’ αρέσει εμένα τώρα)

   επί τού θέματος λοιπόν : ο ζίζεκ διατύπωσε, με τήν ευκαιρία μιας ερώτησης από τό ακροατήριο, δύο βαθυστόχαστες κατά τή γνώμη του σημειολογικές διαζεύξεις, που κατά τή γνώμη του πάλι (αν και κρυμμένες πίσω από ένα άλλοθι εν παρόδω σημειολογικής μαεστρίας) τσάκιζαν τά κόκαλα τής δημοφιλούς, αφελούς, και μονοσήμαντης σύγκρισης σταλινισμού και φασισμού ( : αδυνατώ να καταλάβω εν πάση περιπτώσει γιατί τόσο πολλοί κολλάνε τόσο, τελευταία, σ’ αυτή τή σύγκριση – γιατί τούς ενοχλεί δηλαδή η ίδια η δυνατότητα συγκρίσεων; – και ακόμα δεν έχει μπει στο παιχνίδι για τά καλά ο σταλινισμός που κάθισε με τήν ίδια εγκληματική αθωότητα στο σβέρκο τών κινέζων – έχουμε μέλλον δηλαδή συγκρίσεων και διαζεύξεων – και ενοχλήσεων).

   Οι (σεμνές) σημασιολογικές παρατηρήσεις τού ζίζεκ σπάνε πάντως κατά τή γνώμη μου πραγματικά κόκαλα – με τήν μονοδιάστατη αφέλεια και τήν αντιδιαλεκτική τους μονολιθικότητα – που θα γίνονταν κατανοητές πιθανόν, από μένα τουλάχιστον, μόνο στη ρητορική πρώην κνίτη περιπτερά ή ταξιτζή : Τίς χαρακτήρισε «μικρές λεπτομέρειες, που τού αρέσουν ως διαφορές – και που (προφανώς) έχουν τή σημασία τους» (επί τής «σημασίας» πάντως δεν επεκτάθηκε, αν και τήν «επέκταση» τής «σημειολογικής» παρατήρησης περιμένει ένα φιλοσοφημένο κοινό κυρίως)

   ποιες είναι οι μικρές λεπτομέρειες τίς οποίες ξεχνάνε όσοι συγκρίνουν τόν σταλινισμό με τόν ναζισμό;

   1 : ο χαιρετισμός τού χίτλερ και τό χειροκρότημα τού στάλιν :

   στις τεράστιες ναζιστικές συγκεντρώσεις βλέπουμε τό πλήθος να χαιρετάει ναζιστικά, και τόν χίτλερ άκαμπτο να κάνει μια ανεπαίσθητη κίνηση αποδοχής : στη μόσχα όταν τό πλήθος χαιρετάει τόν στάλιν, και όλο τό κόμμα, αυτοί οι δεύτεροι τό χειροκροτούν : αυτή η λεπτομέρεια αρέσει στον ζίζεκ, και τήν θεωρεί παρήγορο δείγμα τής διαφοράς νοοτροπίας, ως προς τήν αντιμετώπιση τών «μαζών», από τόν χίτλερ στον στάλιν.

   τώρα, είναι παραβίαση πλήθους ανοιχτών πορτών να επισημάνει κανείς τί πλήθος λεπτομέρειες αγνοούνται ή παραμερίζονται εδώ : ενώ τονίζεται η «ακαμψία» τού σώματος τού χίτλερ, παραβλέπεται καταρχήν μεγαλοπρεπώς η εξίσου ακαμψία τού σώματος τού στάλιν ακόμα και «χειροκροτούντος». Όπως εξίσου παραβλέπεται τό ψυχρά πειθαρχημένο, έως καρικατούρας, περπάτημα και τών δύο παρελάσεων – ένα περπάτημα που (μια που έχουμε να κάνουμε και με ψυχαναλυτή) θα ’πρεπε να πούμε ειρήσθω εν παρόδω ότι εξαφανίζει τή φυσικότητα τού ανθρώπινου σώματος μέσα από τήν επιδεικτική απανθρωπιά τής υποταγής του στην ιδέα τής (ιδεολογικής) στρατιωτικής (και κομματικής) πειθαρχίας : αυτό όμως που πάνω απ’ όλα φαίνεται να τού διαφεύγει τού φιλόσοφου (και ψυχαναλυτή) είναι ένα παράπλευρο γεγονός, κατά τό οποίο μεταλλάσσεται και γελοιοποιείται η ίδια η πράξη τού χειροκροτήματος : ό,τι ξεκίνησε κάποτε δηλαδή αρχικά, και καθιερώθηκε μέσ’ απ’ τούς αιώνες, ως αυθόρμητη ένδειξη αγάπης τού κοινού μιας θεατρικής παράστασης προς τούς υποκριτές της : Στην πραγματικότητα (όπως έχω πει μιλώντας για άλλα) τό χειροκρότημα είναι μια πράξη τέλους «γεμάτη αλήθεια», συμπληρωματική τής αρχικής πράξης τού «ψέματος» ενός έργου τέχνης – η στιγμή κατά τήν οποία τό κοινό γίνεται κι αυτό καλλιτέχνης, υποκριτής ή συγγραφέας, και μιλάει επιτέλους κι αυτό, μιλάει δείχνοντας ενθουσιασμό, θέρμη ή αγάπη. Ό,τι λοιπόν στη ρωσία ξεκίνησε προφανώς ως (περιττή, και ελαφρώς υποκριτική) επιστροφή αυτής τής θέρμης από τούς υποκριτές στο κοινό τους – και έτσι καθιερώθηκε τό χειροκρότημα κατά τή διάρκεια τών υποκλίσεων τών ηθοποιών, απ’ τήν σκηνή προς τήν πλατεία τώρα ως απάντηση, (μια τελετουργία επιδεικτικής διακήρυξης κάποιας ισότητας στο δόγμα τού «όλοι εργάτες είμαστε» : «μάς επιβραβεύετε για τήν καλλιτεχνική μας πράξη, κι εμείς σάς συγχαίρουμε για τή ζωή σας και τό γούστο σας, που σάς έφεραν ώς εδώ») καταλήγει, όταν εφαρμόζεται στις κομματικές εκδηλώσεις και παρελάσεις, σε παγωμένη κίνηση μαριονετών που μόνο η θέρμη τής λείπει, αν μη τί άλλο : με αυτό τό προηγούμενο πιθανώς καθιερώθηκε σιγά–σιγά στη σοβιετική ένωση και εκείνος ο παγωμένος τύπος χειροκροτήματος που θυμίζει τό ρυθμικό και πειθαρχημένο χτύπημα τής μπότας καθώς παρελαύνει ενώπιον τού κόμματος ακόμα και όταν τό κοινό ακούει τόν σβιατοσλάβ ρίχτερ να παίζει μια σονάτα για πιάνο τού μότσαρτ. Ο καθεστωτικός σφετερισμός τού χειροκροτήματος απογύμνωσε τελειωτικά μια κίνηση θέρμης από τή θέρμη της, μεταβάλλοντάς την σε επιταγή στρατοπέδου – μιας απ’ τίς πολλές, αλλά ίσως όχι η πιο ανώδυνη μετάλλαξη ακριβώς επειδή φαίνεται δευτερεύουσα –

 

   2 : τά γενέθλια τού στάλιν :

   όταν ερχόταν η μέρα τών γενεθλίων τού στάλιν, οι εξόριστοι φυλακισμένοι κρατούμενοι, στα διάφορα σοβιετικά γκουλάγκ, μαζεύονταν και τού γράφανε ένα γράμμα ευχετήριο για τά γενέθλιά του, τό οποίο μετά τό στρατόπεδο φρόντιζε να τού αποστείλει. Παρατήρηση τού ζίζεκ : Φαντάζεστε τού εβραίους και άλλους κρατούμενους στα διάφορα άουσβιτς να διανοούνται να στείλουν ευχετήριο για τά γενέθλια τού χίτλερ; είναι από μόνο του αδιανόητο. Αυτή η μικρή λεπτομέρεια και διαφορά αρέσει επίσης στον ζίζεκ.

   παράξενο, για έναν ψυχαναλυτή αρχικά, τό με τί ανατριχιαστική αθωότητα ή άγνοια πηδάει πάνω από τίς ψυχολογικές παραμέτρους μιας τέτοιας «πρωτοβουλίας» : Και αισθάνομαι άσχημα, αισθάνομαι (πολύ) άβολα, γιατί τό να ρίξεις μερικές ψιλές στ’ αυτιά ενός σταλινικού που διάβασε λίγο και μορφώθηκε, πρέπει να ’ναι πέραν τών φιλοδοξιών κάθε ανθρώπου με σώας τας φρένας – και επίσης τό ν’ ασχολούμαι να συζητάω τέτοια, προσωπικά είναι πέραν τής αντοχής τού στομάχου μου : Τό βρίσκω όμως αδιανόητο τέτοιες «φιλοσοφημένες» κουτοπονηριές να μπορούν να περνάνε ως μοντέρνες σήμερα φιλοσοφίες : Ας πω μόνο τά απολύτως απαραίτητα, κι ας αφήσω τά (τεράστια) υπόλοιπα να τά πει κάποιος άλλος, που έχει ούτως ή άλλως απαντήσει από χρόνια – από τά «τρομερά χρόνια» – με τή συνολικότητα τής ποίησής της : τού έργου, τής σκέψης της, και τής συντριβής τής ζωής της –

   εγώ λοιπόν τό βλέπω ανάποδα όλο αυτό : και βλέπω τά αντίθετά του : βλέπω δυστυχώς ότι στον ναζισμό δηλαδή υπάρχει μια ειλικρίνεια, διαυγής όσο και τό κρύσταλλο τής απανθρωπιάς του, που ακριβώς επειδή απουσιάζει εντελώς από τή σταλινική τρομοκρατία, τήν κάνει ακόμα πιο απάνθρωπη, τήν κάνει από (φυσιολογικά) μισητή έως (δυσοίωνα) ανίκητη : και πράγματι : η αναγκαστική επίδειξη αγάπης προς τόν δολοφόνο σου είναι ένας μακιαβελισμός τόν οποίο ο χίτλερ ούτε σκέφτηκε ούτε τόλμησε και ούτε μπορούσε να ενεργοποιήσει : και τό ότι δεν μπορούσε δεν είναι τό πιο ασήμαντο : Τό ότι ο άλλος μπορούσε δηλαδή, δεν είναι καν τό πιο σημαντικό : διότι ο άλλος και μπορούσε και ήθελε και τόλμησε να αναγκάσει τά θύματά του σ’ αυτό τό ύστατο ψέμα  προς τόν ίδιο τους τόν εαυτό : Η θηριωδία αυτής τής απαίτησης (για ευχές γενεθλίων από ανθρώπους εξαιτίας σου μελλοθάνατους) είναι μάλιστα που κάνει, τώρα που τό σκέφτομαι, τήν θηριωδία τών σοβιετικών στρατοπέδων ακόμα πιο θανατερή : δεν τούς καις στα κρεματόρια, τούς αφαιρείς τόν αέρα λίγο–λίγο καίγοντάς τους όχι μόνο τήν ψυχή, ούτε μόνο τό σώμα, τούς καις τήν ίδια τή ζωντανή τους, προς τό παρόν, ζωή, όση έχει απομείνει, κατά τήν οποία θα μπορούσαν τουλάχιστον να διατηρούν τήν καταχωνιασμένη ανθρώπινη ελευθερία πεθαίνοντας να σέ μισούν : Κι αν ο ζίζεκ οχυρώνει τήν «ψυχαναλυτική» του ανεμελιά πίσω από τήν «βεβαιότητα» ότι κανείς επίσημα από τήν διοίκηση τών στρατοπέδων δεν ανάγκαζε τούς κρατούμενους να στείλουν ένα τέτοιο γράμμα, αλλά ότι μια τέτοια κίνηση μπορούσε να είναι «ψυχολογικά» λογική στα γκουλάγκ, ενώ δεν μπορούσε να γίνει «ψυχολογικά κατανοητή» στα άουσβιτς, θα ’πρεπε μάλλον να παραιτηθεί από τίς «έδρες» του και να ξαναπροσγειωθεί σε τίποτα θρανία : Δεν είναι δουλειά τού φιλόσοφου να είναι τόσο αθώος, και σίγουρα δεν είναι ίδιον τού ψυχαναλυτή να μην ξέρει κολύμπι : Αλλά ακόμα και στην αμμουδιά αν κάθεσαι (τόν βυθό τόν) βλέπεις καλύτερα…

   υγ 1 : από «ψυχολογική» άποψη εμένα πάντως αυτό μού λέει ότι ένας άνθρωπος που μπορεί να βλέπει τέτοιες «λεπτομέρειες» με τέτοιον τρόπο, είναι (ψυχολογικά) έτοιμος να γίνει δεσμοφύλακας : ας ευχηθούμε κάποιοι από μάς  να μην τόν βρούμε, σε κανένα λαμπρό μέλλον, μπροστά μας…

   υγ 2 : δεν είναι βέβαια πρόσφατο, ούτε πρωτότυπο πια, τό συμπέρασμα – τό υιοθετώ όμως ξανά εκ νέου, κάθε φορά που τό θυμάμαι εξαιτίας κάτι τέτοιων «φιλοσόφων» και (κυρίως…) «ψυχαναλυτών» : αν η σοβιετία ενσάρκωσε πράγματι και πραγματοποίησε, ακόμα και θεωρητικά, ένα έγκλημα, αυτό δεν ήταν μόνο εις βάρος τής ζωής όσων είχαν τήν ατυχία να ζήσουν (ή να πεθάνουν) εντός τών συνόρων της ( : άλλωστε φρόντισε η ίδια, ορισμένους καταζητούμενους από τόν χίτλερ να τού τούς στείλει πακέτο, ως δώρο κι αυτό «γενεθλίων» όπως ξέρουμε) : όμως τό μεγαλύτερο έγκλημα από μια άποψη (άκρως ψυχαναλυτική σ’ αυτήν τήν περίπτωση) ήταν εις βάρος τών ονείρων – εκείνων που εντός και εκτός συνόρων της τήν ονειρεύτηκαν…

 

   άχρηστη σημείωση : 

   τό αστείο είναι ότι οι επισήμως σταλινικοί θεωρούν τούς τύπους σαν τόν ζίζεκ επικίνδυνους εχθρούς, αλλά αυτό συμβαίνει επειδή αυτοί γενικώς δεν καταλαβαίνουν και πολλά – και η παραμικρή αναφορά στη σύνδεση μαρξισμού με ψυχανάλυση τούς προκαλεί σύγκρυο – πράγμα που συμβαίνει (εκτός από τήν ολομέλεια τών «ορθόδοξων σταλινικών») και στην πλειοψηφία τών «ορθόδοξων ψυχαναλυτών» : ο ζίζεκ είναι αρκετά ευφυής ώστε να ξέρει πάντως ότι δεν πρέπει να απευθύνεται σ’ αυτούς : έχει επίγνωση ότι αυτοί είναι καμένο χαρτί για όλο τό μέλλον – κι αυτός (έχει τή φιλοδοξία να) ποντάρει σε κάποιου είδους μέλλον, πατώντας πάνω στα ερείπια ενός συγκεκριμένου παρελθόντος από τή μια, και στην εξέγερση που βλέπει να ’ρχεται από τήν άλλη
    (αυτό τό είδος τού ανθρώπου έχει βέβαια ένα ειδικό θάρρος, να μπορεί να φέρνει στο επίπεδό του τά πράγματα αλλοιώνοντάς τα ανεπαίσθητα (υπάρχει μια ειδική λέξη γι’ αυτό αλλά καθώς δεν είμαι ειδική στη φιλοσοφία μού διαφεύγει) ώστε να παίρνει απ’ αυτά ό,τι οι τεντωμένες κεραίες του τού λένε ότι θα έχει πέραση στη συγκεκριμένη περίοδο κατά τήν οποία ο ίδιος φτιάχνει μια καριέρα. Τό κοινό του βέβαια είναι μια άλλη ιστορία, και έχει πολύ περισσότερες διαστάσεις, νομίζω : στη διάλεξη που έδωσε εδώ ο ίδιος μπορεί να μην πήγα, είδα όμως τά βίντεο και τίς φωτογραφίες και ομολογώ ότι αισθάνθηκα διχασμένη : αισθάνομαι δηλαδή ότι υπάρχει μια τεράστια απόσταση ανάμεσα στην παράσταση τού ίδιου και στο κοινό τής παράστασής του : δεν πρόκειται για τό ίδιο έργο προφανώς : Κι αυτή η διαστολή έχει σίγουρα μια διάσταση θλιμμένη αλλά, από τήν άλλη μπορεί, και ελπιδοφόρα : σε άλλα πράγματα ποντάρει ο υποκριτής και σε άλλα η πλατεία που βλέπει (και χειροκροτεί) τό έργο : κι έτσι εγώ βρίσκομαι στην ίδια θέση όπως όταν βλέπω ανθρώπους να κάνουν ουρά για ν’ αγοράσουν μια λογοτεχνία που προσωπικά σιχαίνομαι και η οποία όμως προς τό παρόν αποτελεί τή μοναδική τους σχέση με τήν τέχνη, επομένως μπορεί ν’ αποτελέσει και τήν είσοδό τους σ’ αυτήν, μια που μπορεί να βρουν κάποτε και τά μεγάλα έργα αφού τούς αρέσει τό διάβασμα)

 

 

 

  άννα πασών τών ρωσιών

 

   και μια που μιλάμε για μεγάλα έργα, ας πούμε μερικά και για τήν άννα αχμάτοβα : σε καμία περίπτωση βέβαια η ανάρτηση δεν είναι αφιερωμένη σ’ αυτήν, θέλω απλώς να κάνω μια αντίστιξη τού έργου (και τής ζωής της, είναι πολύ δεμένα αυτά τά δύο στη δικιά της περίπτωση) με τόν κρυφοσταλινισμό που επιπλέει ή και ξανασηκώνει κεφάλι τίς μέρες μας, τώρα που η φρίκη τού καπιταλισμού γίνεται επίσης ασήκωτη
   θα παραθέσω λοιπόν μερικούς στίχους από τό «ρέκβιεμ»
   (δεν έχω καιρό να τό μεταφράσω όλο ή μάλλον να ξαναδουλέψω μια μετάφραση που είχα κάνει παλιά και που τή βρίσκω τώρα παιδιάστικη (σχεδόν παιδί τήν έκανα άλλωστε…) – άλλη φορά, και σε ανάρτηση αφιερωμένη στην ίδια εντελώς, ίσως επανέλθω)

   τό ρέκβιεμ είναι μια σύνθεση που αποτελείται από τά εξής ποιήματα :

   αντί προλόγου
   αφιέρωση
εισαγωγή
1
2
3
4
5
6
7  απόφαση καταδίκης
8  στον θάνατο
9
10  σταύρωση
επίλογος ( Ι – ΙΙ )

   (τό τελευταίο κομμάτι τού επίλογου ακούγεται μελοποιημένο, στο 4ο βίντεο τής σειράς, στο τέλος)

 

   τό συνθετικό ποίημα ρέκβιεμ γράφτηκε για τόν γιο της lev gumilyov που τόν συνέλαβαν στα 1934 χωρίς ποτέ να ξεκαθαριστεί και εντελώς (συνηθισμένο αυτό τότε) ποια ήταν η κατηγορία. Έμεινε σε στρατόπεδα συγκεντρώσεως τόν περισσότερο καιρό, με ένα διάλειμμα κατά τό οποίο κλήθηκε να πολεμήσει, γύρισε σπίτι του τό ’45, τό ’49 συνελήφθη πάλι, και έμεινε σε στρατόπεδο μέχρι τό 1956 που απελευθερώθηκε τελικά
   ο λεβ ήταν γιος της από τόν πρώτο της άντρα, τόν ποιητή νικολάϊ γκουμιλιόφ τόν οποίο τό καθεστώς είχε ήδη εκτελέσει τόν αύγουστο τού 1921 (η αχμάτοβα τόν είχε παντρευτεί τό ’10 και τό ’18 είχαν ήδη χωρίσει) : εκτελέστηκε με βάση μια υποτιθέμενη συνωμοσία διανοουμένων εργατών χωρικών και λοιπά, φαινόμενο (οι κατηγορίες) επίσης συνηθισμένο τότε
   δεν ήταν ίσως αυτό που η ίδια θεώρησε ως τή μεγαλύτερη ταπείνωση τής ζωής της τό ότι έγραψε ποίημα στον στάλιν για να σώσει τή ζωή τού γιου της
   τόν αύγουστο τού 1946 έπεσε επίσημα σε δυσμένεια με πρωτοβουλία τού ζντάνοβ ο οποίος διακήρυξε πως «αυτές οι θολούρες μοναξιάς κι απελπισίας δεν έχουν καμία σχέση με τή σοβιετική λογοτεχνία, και χαρακτηρίζουν όλο της τό έργο»
   τά ποιήματά της ήταν απαγορευμένα και έζησαν κυριολεκτικά στην αφάνεια για τό μεγαλύτερο μέρος τής ζωής της – δεν τολμούσε όχι φυσικά να τά εκδόσει (αυτό είχε αποκλειστεί), όχι να τά κυκλοφορήσει ως χειρόγραφα, αλλά ούτε καν και να τά γράψει – από τόν φόβο μην κάνει κακό στη ζωή τού γιου της : τά μάθαινε απέξω και τα ’λεγε στους φίλους της που τά μάθαιναν απέξω και τά ’λεγαν στους φίλους τους που τά μάθαιναν απέξω… (αν έχετε διαβάσει τό φαρενάϊτ 451 τού μπράντμπερυ… κάπως έτσι)
   έπρεπε να πεθάνει ο στάλιν και να αρχίσει η σχετική αποσταλινοποίηση για να ξαναεκδοθεί στη ρωσία η ποίηση τής αχμάτοβα (τής οποίας τό όνομα, παρεμπιπτόντως, είναι ψευδώνυμο – για περισσότερα βιογραφικά της εδώ)
   η άννα αχμάτοβα στα νιάτα της ήταν πανέμορφη και είχε υπάρξει κατά τό ταξίδι της στη γαλλία (τό 1910 και ’11) φίλη τού μοντιλιάνι, με τόν οποίο είχε μια τρικυμιώδη σχέση για ένα διάστημα και ο οποίος τήν έχει ζωγραφίσει
   παντρεύτηκε τρεις φορές (ο δεύτερος άντρας της πέθανε επίσης σε στρατόπεδο συγκέντρωσης)
   η μεγαλύτερη, και πιο αγαπημένη (μαζί με τήν μαρίνα τσβετάγιεβα, η οποία και τής έδωσε τό όνομα «άννα πασών τών ρωσιών») ποιήτρια τής ρωσίας πέθανε τόν μάρτιο τού 1966
   τό «ρέκβιεμ» που άρχισε να γράφεται τό 1935 και τέλειωσε τό ’40, εκδόθηκε για πρώτη φορά στη δύση, στο μόναχο, τό 1963 «χωρίς γνώση και άδεια τής συγγραφέως»

  
      «τό παρίσι στη γκρίζα ομίχλη
      ο μοντιλιάνι ίσως ξανά
      αδιόρατος μ’ ακολουθεί
      έχει τή θλιβερή αρετή
      ώς και τά όνειρά μου να ανακατώνει
      και να μού κουβαλάει δυστυχίες»
(από τό «ποίημα χωρίς ήρωα»)

requiem 1935 – 1940

όχι, κάτω απ’ τόν θόλο όχι άλλου ουρανού
κι όχι σ’ άλλων φτερών τήν προστασία,
με τόν δικό μου τόν λαό ήμουνα εγώ,
κι ήμουν εκεί που έζησε τήν τιμωρία
                                                          1961

  

   αντί προλόγου

   τά τρομερά χρόνια τής γιεζοφτσίνα πέρασα μήνες δεκαεφτά να στέκομαι στις μακριές ουρές τής φυλακής τού λένινγκραντ
μια μέρα ένας μέ αναγνώρισε
ύστερα μια γυναίκα με ένα στόμα μελανό από τό κρύο, κάποια που στέκονταν πίσω μου ακριβώς, και φυσικά δεν μ’ είχε ξανακούσει
βγήκε από κείνη κει τήν ύπνωση που μέσα κολυμπάγαμε όλοι μας, και μού ψιθύρισε
(όλοι ψιθυριστά μιλάγαμε εκειπέρα) :
«κι αυτό; μπορείς να τό περιγράψεις;»
κι είπα «μπορώ!»
τότε κάτι που έμοιαζε με χαμόγελο χάραξε πάνω σ’ αυτό που ήταν κάποτε τό πρόσωπό της.

                                                                                                                 1 απριλίου 1957, λένινγκραντ

            γιεζοφτσίνα : η μυστική αστυνομία τού στάλιν από τόν επικεφαλής της γιεζόφ

εισαγωγή

ήτανε μέρες που μονάχα οι νεκροί
χαμογελούσανε γαλήνια χωρίς φόβο,
τό λένινγκραντ ταλαντευότανε σαν εκκρεμές
στις φυλακές του πλάϊ αχρηστευμένο
μέρες που απ’ τά βασανιστήρια τρελαμένο
πέρναγε τών κατάδικων τό σύνταγμα
και παίρναγαν τά τραίνα κι όλο μούγκριζαν
έναν σκοπό αποχαιρετισμού σακατεμένο
αστέρια θάνατου μάς επιθεωρούσαν
η αθώα ρωσσία πόναγε κουλουριασμένη
κάτω από τόν τροχό τής κλούβας,
κάτω από μία μπότα ματωμένη

3

όχι, αυτό δεν είμαι εγώ – άλλος πονάει
δεν θα τό άντεχα – μαύρα παραπετάσματα
ας τό σκεπάσουν ό,τι έγινε,
κι ας πάρουν μακριά τό φως τού δρόμου…
Νύχτα.

5

μήνες δεκαεφτά πέρασα ουρλιάζοντας
φωνάζοντάς σου να γυρίσεις σπίτι,
αγκάλιασα τού δήμιου τά γόνατα
Είσαι ο γιος μου και ο τρόμος.
Όλα μπερδεύτηκαν για πάντα
και τώρα δεν μπορώ να ξεχωρίσω
ποιος είναι ο άνθρωπος και ποιο τό κτήνος
και πότε η εκτέλεση θα ’ρθεί.
Έχουνε μείνει άνθη μες στη σκόνη,
τό τρίξιμο ενός θυμιατού, τά ίχνη
βημάτων από ένα μέρος προς κανένα.
Ένα πελώριο αστέρι
ίσια στα μάτια μέ κοιτάζει
και μ’ απειλεί με γρήγορη καταστροφή.

                                                                    1939

8
στον θάνατο

θα έρθεις οπωσδήποτε – γιατί όχι τώρα;
σέ περιμένω – μού είναι δύσκολο πολύ.
Έκλεισα φώτα, άνοιξα πόρτες
για να ’ρθείς – απλός κι ωραίος τόσο.
Πάρε ό,τι σχήμα θέλεις
ξεχύσου αέριο δηλητηρίου
ή έλα σερνάμενος σαν κλέφτης,
κόλλησέ με τύφο
Έλα με μια κατηγορία που θα βρεις,
φτιάξε την μόνος σου
τήν πιο κοινή που να μέ πιάσει αηδία,
να δω τήν μπλε στολή τού αστυφύλακα
πίσω απ’ τό πρόσωπο τού θυρωρού άσπρο απ’ τόν τρόμο.
Καθόλου δε μέ νοιάζει τώρα
Ο ποταμός στη σιβηρία κυλάει
Τό πολικό αστέρι λάμπει
Και η γαλάζια λάμψη τών αγαπημένων μου ματιών
κρύβεται πίσω απ’ τόν τρόμο τόν πιο τελευταίο.

                                                     19 αυγούστου 1939

επίλογος

Ι

βρήκα πώς γίνεται τά πρόσωπα να μαραθούν
και πώς ο τρόμος ξεφυτρώνει απ’ τά βλέφαρα
και πώς η οδύνη γράφεται στα μάγουλα
σκληρές σελίδες σε γραφή ακατάληπτη,
Και πώς μαλλιά και μαύρα και ξανθά
γίνονται ασημένια σε μια νύχτα,
και πώς χαμόγελα πεθαίνουνε στα χείλια τής υποταγής
κι ο φόβος παίζει τρέμοντας πάνω στα γέλια στέγνας κι ανυδρίας.
Και δεν τό κάνω για εμένα μόνο όταν προσεύχομαι
αλλά για όλους όσους στήθηκαν στο δρόμο αυτό μαζί μου,
στο άσπλαχνο κρύο και στην κάψα μέσα τού καλοκαιριού,
κάτω από τό τυφλό και κόκκινο εκείνο τείχος

ΙΙ

η ώρα τής μνήμης σέρνεται ξανά κοντά,
σάς βλέπω σάς αισθάνομαι και σάς ακούω.

Εσάς που δύσκολα βαδίζατε προς τό παράθυρο
εσάς που δεν πατάτε άλλο πια σ’ αυτό τό χώμα

εκείνη που είπε σείοντας τό όμορφο κεφάλι της
«κάθε φορά που φτάνω εδώ γυρίζω σπίτι».

Και πώς θα ήθελα να πω όλα τά ονόματα
μά πήραν τόν κατάλογο και δεν θυμάμαι

ύφανα για όλους ένα πέπλο σάβανο
απ’ τίς κουβέντες που άκουγα να λένε.

Και τούς θυμάμαι όλους, πάντοτε, παντού,
και δεν θα τούς ξεχάσω ό,τι κι αν γίνει.

Κι αν μου φιμώσουνε ξανά τό στόμα που ούρλιαξε
για εκατομμύρια άλλους μέχρι τώρα

θέλω κι αυτοί τό ίδιο να μέ θυμηθούν
αν θα γιορτάσουνε τή μέρα που ’χω φύγει.

Γιατί αν ποτέ σκεφτούνε να υψώσουνε
μνημείο για τή μνήμη μου σ’ αυτή τή χώρα,

θα συμφωνήσω ήσυχα, με έναν όρο όμως μοναχά :
να μην τό χτίσουν στο γενέθλιό μου χώμα :

κι όχι μνημείο δικό μου πλάϊ στη θάλασσα
κι ο τελευταίος μου δεσμός με θάλασσα έχει σπάσει

ούτε στον κήπο με τά άγια τά δέντρα του,
όπου μια σκιά απαρηγόρητη μέ ψάχνει :

αλλά εδώ, εδώ που στήθηκα τριακόσιες ώρες και περίμενα
και δεν εδέησαν τήν πόρτα να μ’ ανοίξουν.

Γιατί ακόμα και τόν ελεήμονα τόν θάνατο αντικρύζοντας
τρέμω μην τύχει και ξεχάσω πώς ηχούσε η κλούβα

μην τύχει και ξεχάσω τό πώς μούγκριζε η μισητή η πύλη κλείνοντας
και πώς η γριά γυναίκα αλυχτούσε ζώο πληγωμένο μπρος της.

Κι ας τρέχουνε τά χιόνια λυώνοντας σα δάκρυα
από τ’ ακίνητα και μπρούτζινα τά βλέφαρά μου,

κι ας κρώζουνε τής φυλακής τά περιστέρια στην απόσταση
και τά καράβια να κυλάνε αργά στον Νέβα

                                                                                                    μάρτιος 1940

 

© για τήν μετάφραση «σημειωματάριο κήπων»
έκανα τή μετάφραση από τήν αγγλική έκδοση «anna akhmatova, selected poems / translated with an introduction by richard mckane and an essay by andrei sinyavsky / penguin modern european poets»
 
 

 

 

ωραία σελίδα αμερικανού ποιητή ρώσικης καταγωγής που μεταφράζει ποιήματά της παραθέτοντας και τό πρωτότυπο

βιογραφία της μεταφρασμένη στα ελληνικά

διάβασέ με : άλλες πληροφορίες και εργογραφία στα ελληνικά

κι εδώ ένα ενδιαφέρον κείμενο τής σόνιας ιλίνσκαγια τό ’98 όταν (ξανα)εκδόθηκε η μετάφραση τού «ρέκβιεμ» από τόν άρη αλεξάνδρου : αναφέρει ότι η ίδια είχε πρωτοδιαβάσει τό ποίημα στη ρωσία σε σαμιζντάτ, και κάνει και ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις για τά μεταφραστικά προβλήματα τής αχμάτοβα

η σελίδα τής γερμανικής ταινίας a film about anna akhmatova

η σελίδα τής amazon με τά βιβλία της στα αγγλικά

εκδόσεις τού «ρέκβιεμ» στα ελληνικά :

η μετάφραση τού άρη αλεξάνδρου εδώ και εδώ

ένα ποίημα από τή μετάφραση αλεξάνδρου

μετάφραση δημήτρη β. τριανταφυλλίδη επίσης σε δίγλωσση έκδοση

update 24 φεβρουαρίου 8.28΄βράδι : στο μεταξύ έχουν «φαγωθεί» τρία βίδεα και δεν ξέρω από ποιον (προσπαθώ βέβαια να τά (ξανα)ανεβάσω αλλά δεν μού γίνεται τό χατήρι)
συγνώμη, θα επανέλθω και οψόμεθα (δεν φαντάζομαι να φταίει η λιβύη…) 
στο μεταξύ τά βλέπετε από εδώ : απόσπασμα μελοποίησης από τόν ούγγρο συνθέτη györgy kurtág (songs to poems by anna akhmatova, op. 41 – #4 ) εδώ : η ίδια η άννα αχμάτοβα (σε μεγάλη ηλικία) απαγγέλει και εδώ : μελοποιημένo από τήν ρωσίδα συνθέτρια zlata razdolina τό ρέκβιεμ (επίλογος, τέλος)

  

2o update 9 μαρτίου ξημερώματα (σχετικά με τό βιντεοπρόβλημα) : όπως είδατε όλα επανήλθαν – μετά από διαβουλεύσεις με τό support team τής wordpress διαφωτίστηκα (και τό λέω για όποιον τυχαίνει να ‘ναι εξίσου άσχετος στα τεχνικά με εμένα) : τά βίδεα για να ανέλθουν κανονικά πρέπει να μην έχουν υποστεί hyperlink κατά τό κοινώς λεγόμενον – περισσότερες λεπτομέρειες, όποιος είναι εξίσου άσχετος με μένα, μέ ρωτάει αύριο – διότι τώρα είναι ξημερώματα και μάλλον πάω για ύπνο

 

Advertisements

Φεβρουαρίου 12, 2011

ο υποδιοικητής και η λογοτεχνία (ή : ο άμλετ τού υποδιοικητή)

 
   

. 

«για τήν επόμενη επανάσταση ο πλανήτης θα συνεννοηθεί μέσω ίντερνετ» είχε πει παλιά ο υποδιοικητής…
: η αίγυπτος μάλλον δεν είναι η αρχή αλλά είχε τόση φαντασία : κι είμαστε ακόμα στην αρχή

 

υποσχέθηκα πέρσι να μεταφράσω τή συνέντευξη που πήρε ο κολομβιανός συγγραφέας γκαμπριέλ γκαρσία μαρκές από τόν μεξικάνο υποδιοικητή μάρκος, και να τήν βάλω στην ίδια ανάρτηση με τό κεφάλαιο τού «μονοδιάστατου άνθρωπου» τού γερμανού χέρμπερτ μαρκούζε, που θα ακολουθούσε, περί τέχνης και αισθητικής : νομίζω όμως ότι τής αξίζει εντέλει, και στην αρχή τού χρόνου, χωριστή ανάρτηση

{ η αρχική σελίδα «writings of subcommander marcos of the ezln» στο διαδίκτυο, που περιείχε διάφορα γραφτά τού υποδιοικητή και από τήν οποία πρωτοδιάβασα τή συνέντευξη (και έδωσα ένα πρώτο δείγμα της εδώ) έχει όπως φαίνεται κατέβει (ή επισκευάζεται…)· εντέλει βρήκα τή συνέντευξη στο αμερικάνικο περιοδικό nation στο τεύχος τής 2 ιουλίου 2001 (διαβάζεται ευκολότερα και από εδώ) (τό περιοδικό αναφέρει ότι πρόκειται για τμήμα μεγαλύτερης συνέντευξης που είχε πάρει από τόν υποδιοικητή, νωρίτερα τόν ίδιο χρόνο, τό περιοδικό cambio με τή συνεργασία τού  μαρκές)· διαβάζετε επίσης τήν ίδια συνέντευξη στ’ αγγλικά και σ’ αυτό τό μπλογκ

τελικά όμως βρήκα ολόκληρη τή συνέντευξη (στα αγγλικά, και σε μια λίγο διαφορετική μετάφραση) στο περιοδικό new left review (τεύχος 9, μάϊος – ιούνιος 2001) που δίνει και τήν πληροφορία ότι : «this interview was first published in «revista cambio», bogotá, 26 march 2001» με τόν υπότιτλο «interviewed by garcía márquez and roberto pombo just after the ezln’s entry into mexico city, marcos explains the strategy of zapatista patience and the literary origins of a revolutionary militant»

 (μπορεί επομένως, τώρα που τή βρήκα ολόκληρη, κάποια άλλη φορά να μεταφράσω και τό πρώτο μέρος τής συνέντευξης, που δόθηκε από τόν μάρκος αμέσως μετά τήν είσοδο τού ezln στην πόλη του μεξικού) }

 

          
        
η φωτογραφία από τήν ισπανική σελίδα τής συνέντευξης,
         ευγενής παραχώρηση τού τσαλ, ευχαριστούμε

.

βρίσκετε ακόμα τόν καιρό να διαβάζετε μέσα σ’ όλες αυτές τίς φασαρίες ;

ναι, γιατί αλλιώς… τί θα κάναμε ; παλιότερα στους άλλους στρατούς οι στρατιώτες ξέκλεβαν χρόνο για να καθαρίσουν τά όπλα τους και να ανασυγκροτηθούν… τά όπλα μας εμάς είναι τά λόγια μας, και τό οπλοστάσιό μας τό χρειαζόμαστε ανά πάσα στιγμή και πρέπει να τό φροντίζουμε

όλα όσα λέτε – και ως μορφή και ως περιεχόμενο – δείχνουν γερό λογοτεχνικό υπόβαθρο από τή μεριά σας. Πού οφείλεται και πώς τά καταφέρατε ;

από τά παιδικά μου χρόνια προέρχεται. Στη οικογένειά μου οι λέξεις είχαν αξία πολύ ιδιαίτερη. Βγήκαμε στον κόσμο μέσω τής γλώσσας. Δεν μάθαμε να διαβάζουμε στο σχολείο, μάθαμε ανάγνωση διαβάζοντας εφημερίδες. Και μάς έμαθαν και οι δύο, και η μητέρα μου και ο πατέρας μου, να διαβάζουμε βιβλία – τά οποία μάς αποκάλυψαν από πολύ νωρίς άλλα πράγματα. Ήταν σαν με τόν ένα ή τόν άλλο τρόπο να αποκτήσαμε τήν επίγνωση πως η γλώσσα δεν ήταν και τόσο τρόπος για να επικοινωνούμε αναμεταξύ μας όσο κυρίως τό μέσο για να χτίσουμε κάτι. Ήταν δηλαδή περισσότερο ευχαρίστηση και λιγότερο καθήκον ή υποχρέωση. Από τήν άλλη, όταν έρχεται η εποχή τής παρανομίας, που ’ναι ένας κόσμος στον οποίο οι αστοί διανοούμενοι δεν συμμετέχουν, τά λόγια δεν απολαμβάνουν και τής μεγαλύτερης εκτίμησης. Υποβιβάζονται, θεωρούνται δευτερεύοντα. Όμως μόλις μπεις στις κοινότητες τών ιθαγενών η γλώσσα γίνεται καταπέλτης : συνειδητοποιείς ότι υπάρχουν πράγματα που οι λέξεις σου δεν μπορούν να τά πουν, κι αυτό σέ κάνει να θες να αναπτύξεις τίς δυνατότητες τής γλώσσας σου, να παλέψεις με τίς λέξεις – να γυρνάς και να ξαναγυρνάς στις λέξεις για να τίς οπλίσεις και τίς αφοπλίσεις

δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι συνέβη και τό αντίστροφο – δηλαδή αυτός ο έλεγχος και η γνώση τής γλώσσας ακριβώς να έκαναν δυνατή τήν πραγματοποίηση μιας νέας φάσης για τόν αγώνα ;

μα είναι σαν ένα μπλέντερ, δεν ξέρεις με ποια σειρά ρίχτηκαν μέσα τά πράγματα, καταλήγεις όμως να ’χεις στα χέρια σου στο τέλος ένα κοκτέϊλ

να ρωτήσουμε γι’ αυτή τήν οικογένεια ;

ήταν μια αστική οικογένεια. Ο πατέρας μου που ήταν η κεφαλή της είχε κάνει δάσκαλος σε χωριά τήν εποχή τού lázaro cárdenas τότε που, όπως μάς έλεγε, κόβαν τ’ αυτιά τών δασκάλων που κατηγορούνταν για κομμουνιστές. Η μητέρα μου ήταν επίσης δασκάλα στην επαρχία μέχρι που έφυγε. Και σιγά–σιγά γίναμε μια οικογένεια μεσοαστική – δεν είχαμε οικονομικά προβλήματα. Όλ’ αυτά βέβαια στις επαρχίες, όπου ο μορφωτικός σου ορίζοντας καθορίζεται από τίς κοινωνικές σελίδες τής τοπικής φυλλάδας. Ο έξω κόσμος κι η μεγάλη πόλη, η πόλη τού μεξικού, είχαν εκείνη τή φοβερή γοητεία εξαιτίας τών βιβλιοπωλείων τους. Γίνονταν όμως και γιορτές βιβλίων στις επαρχίες και έτσι μπορούσαμε ν’ αγοράσουμε μερικά πράγματα. Ο γκαρσία μάρκες, ο φουέντες, ο βάργκας λιόσα – ασχέτως με τίς ιδέες του – για να αναφέρω λίγους μόνο, μάς επισκέφτηκαν μέσω τών γονιών μου. Αυτοί μάς βάλαν να τούς διαβάσουμε. Με τά «εκατό χρόνια μοναξιάς» καταλάβαμε τί ήταν οι επαρχίες εκείνα τά χρόνια, και ο «θάνατος τού αρτέμιου κρουζ» μάς έδωσε να καταλάβουμε τί έγινε με τήν μεξικάνικη επανάσταση. Τό «dias de guardar» τού carlos monsiváis μάς εξήγησε τί συνέβαινε με τήν αστική τάξη. Όσο για τήν «πόλη και τά σκυλιά», αυτό ήταν από μια άποψη τό πορτραίτο μας αν και ελαφρώς απογυμνωμένο. Όλα υπήρχαν εκειμέσα. Βγαίναμε έξω στον κόσμο βυθιζόμενοι στη λογοτεχνία. Και λέω ότι αυτό μάς σημάδεψε : η είσοδός μας στον κόσμο δεν έγινε μέσα από τά επίκαιρα τών εφημερίδων αλλά με ένα μυθιστόρημα, με ένα δοκίμιο ή με ένα ποίημα : αυτό μάς έκανε τελείως διαφορετικούς. Μέσα απ’ αυτόν τόν καθρέφτη, σαν ένα πρίσμα, οι γονείς μου θέλησαν να αντικρύσω εγώ τόν κόσμο, κατά τόν ίδιο τρόπο που άλλοι δίνουν στα παιδιά τους ως πρίσμα τά μέσα μαζικής ενημέρωσης ή ένα μαύρο γυαλί μέσα από τό οποίο δεν μπορείς να πάρεις καν χαμπάρι τί γίνεται γύρω σου

 κι ο δον κιχώτης πού βρισκόταν μέσα σ’ όλ’ αυτά τά διαβάσματα ;

όταν ήμουν δώδεκα χρονών μού χαρίσανε ένα υπέροχο βιβλίο με χοντρό εξώφυλλο – ήταν ο «δόν κιχώτης τής μάντσα». Τόν είχα διαβάσει, αλλά πιο παλιά, σε μια απ’ αυτές τίς παιδικές εκδόσεις. Ήταν ένα βιβλίο ακριβό κι ένα δώρο πολύτιμο – κάπου πρέπει να υπάρχει ακόμα. Ο σαίξπηρ έφτασε ακριβώς μετά. Αλλά αν ήταν να μιλήσω για τή σειρά με τήν οποία ήρθανε τά βιβλία, πρώτη ήταν η λατινοαμερικάνικη έκρηξη, ύστερα ο θερβάντες, ύστερα ο garcía lorca, κι ύστερα ήταν μια εποχή με ποίηση μόνο. Επομένως λοιπόν, είσαι κι εσύ [δείχνοντας τόν μαρκές] εν μέρει υπεύθυνος για όλ’ αυτά

υπήρχαν οι υπαρξιστές και ο σαρτρ πουθενά σ’ όλ’ αυτά ;

όχι. Αυτά αργήσανε : σαφέστατα, και στον υπαρξισμό, και, πριν απ’ τόν υπαρξισμό, στην επαναστατική φιλολογία φτάσαμε όταν είχαμε πλέον αρκετά διαβρωθεί – όπως θα λέγαν οι ορθόδοξοι : συνεπώς τήν εποχή που πήγα στον μαρξ και τόν ένγκελς είχα πια διαφθαρεί εντελώς από τήν ειρωνεία και τό χιούμορ τής λογοτεχνίας

δεν διαβάζατε πολιτική θεωρία ;

αρχικά, όχι : από τ’ αλφαβητάρι μου μεταπήδησα κατευθείαν στη λογοτεχνία και πολύ αργότερα στα θεωρητικά και πολιτικά κείμενα – αυτά τά ’πιασα τήν εποχή περίπου τού γυμνασίου

οι συμμαθητές σας πιστεύανε ότι είσαστε, ή μπορεί να γίνετε ποτέ, κομμουνιστής ;

μπα δεν νομίζω, τό πιο πολύ που μού ’χαν πει ήταν ότι ήμουνα σα ραπανάκι : κόκκινος απέξω κι άσπρος από μέσα

τί διαβάζετε τώρα ;

έχω πάντα πλάϊ μου τόν δον κιχώτη και κουβαλάω μαζί μου συνήθως και τίς τσιγγάνικες μπαλάντες (τό romancero gitano) τού garcía lorca. Ο δον κιχώτης είναι τό καλύτερο βιβλίο που υπάρχει στον κόσμο για τήν πολιτική θεωρία, κι ακολουθούν ο άμλετ και ο μάκβεθ. Δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος για να κατανοήσει κανείς τήν τραγωδία και τήν κωμωδία τής πολιτικής κατάστασης στο μεξικό από τόν άμλετ, τόν μάκβεθ, και τόν δον κιχώτη. Αξίζουν πολύ περισσότερο από οποιαδήποτε πολιτική ανάλυση

γράφεις με τό χέρι ή στον κομπιούτερ ;

στον κομπιούτερ. Μόνο σ’ αυτή τήν πορεία έγραψα πολύ με τό χέρι, γιατί δεν είχα τόν χρόνο να δουλέψω κανονικά. Κανονικά γράφω ένα πρώτο πρόχειρο, κι ύστερα τό διορθώνω και τό διορθώνω και τό ξαναδιορθώνω. Θα νομίζετε ότι κάνω πλάκα αλλά συνήθως είναι έτοιμο στην έβδομη διόρθωση

τί βιβλίο γράφετε τώρα ;

ήθελα να γράψω μια τρέλα, ένα πράγμα παράλογο : να εξηγήσω τόν εαυτό μας στον εαυτό μας από τήν πλευρά τού εαυτού μας, τό οποίο είναι κατ’ ουσίαν αδύνατο. Θα πρέπει να συνειδητοποιήσουμε και να διηγηθούμε τό παράδοξο που αποτελούμε : γιατί ένας επαναστατικός στρατός δεν στοχεύει στην κατάληψη τής εξουσίας, και γιατί ένας στρατός δεν πολεμάει – εφόσον αυτή είναι η δουλειά του… Όλα τά παράδοξα τού κόσμου που αντιμετωπίσαμε : τό πώς μεγαλώναμε, τό πώς δυναμώναμε, μέσα σε μια κοινότητα τόσο απόμακρη και αποξενωμένη απ’ τήν κατεστημένη κουλτούρα

αν όλοι ξέρουν ποιος είσαι τότε προς τί η μάσκα ;

κομμάτι κοκεταρία. Πάντως ούτε ξέρει κανείς ποιος είμαι ούτε νοιάζεται. Αυτό που μετράει εδωπέρα είναι τό ποιος είναι ο υποδιοικητής μάρκος τώρα, κι όχι τό ποιος ήταν ξεκινώντας.

 

 

αυτός λοιπόν ο άνθρωπος εμένα μ’ αρέσει και μού εμπνέει εμπιστοσύνη όχι μόνο γιατί αγαπάει τήν τέχνη (καθόλου δεν είθισται), αλλά και γιατί έχει χιούμορ και δεν έχει καθόλου σοβαροφάνεια : πέρα από τό ότι έχει και μια πολύ καλά οργανωμένη αναρχική συνείδηση, που για μένα συμπυκνώνεται (τό ’χω πει τού λόγου μου αλλού  : δεν υπάρχει κατάργηση τής εξουσίας αν δεν καταργηθεί πρώτα η δικιά σου) στη φράση when we say “no” to leaders, we are also saying “no” to ourselves.

πιστεύω λοιπόν ακράδαντα [και όχι γιατί έχω παρακολουθήσει κάθε πτυχή τής πορείας του – συγγραφέας είμαι, και τό σταθερό ενδιαφέρον μου είναι η λογοτεχνία, η οποία όπως είπε και ο ezra pound είναι εργασία πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης και ένα επάγγελμα κερατένιο τό οποίο σού ζητάει κάθε μέρα να είσαι στη διάθεσή του, και απορώ πώς βρίσκω καιρό ν’ ασχολούμαι και με τό μπλογκ – αλλά τέλος πάντων αφού ασχολούμαι έστω και με διαλείμματα και με τό μπλογκ ας συμπληρώσω τή σκέψη μου η οποία είναι ότι : ]

ο υποδιοικητής δεν θα προδώσει ποτέ όσα αγαπάει και είμαι σίγουρη πως θα επιμείνει ώς τό τέλος σ’ αυτά που τόν συνδέουν με τόν κόσμο (και όχι σ’ αυτά που θα τόν συνέδεαν με μια καριέρα * ) και ότι επομένως αξίζει τόν κόπο να τόν αγαπάει κανείς : διότι ενσαρκώνει μιαν ελπίδα για τόν αιώνα και τήν χιλιετία που μπήκε : τήν ελπίδα ότι η επανάσταση, η εξέγερση, η αλλαγή στο μυαλό τήν καρδιά και τή ζωή μας, δεν θα γίνει με μέτρο τά συνηθισμένα ώς τώρα – δεν θα γίνει με μέτρο δηλαδή μόνο τήν πείνα αλλά και τήν υπόλοιπη ανθρώπινη κατάσταση : τό να είσαι γυναίκα, παιδί, ομοφυλόφιλος, μαύρη, κίτρινη, κόκκινη, να αγαπάς τήν τέχνη, να μη θέλεις να δουλέψεις για τό κράτος, να μη θέλεις να δουλέψεις για κανέναν – να θέλεις να ζήσεις ελεύθερη κι ευτυχισμένος *

 

                 

 

*  τέτοια πράγματα δεν θα κατορθωθούν βέβαια με τά ανέκδοτα τού περιοδεύοντος σοφού τών βαλκανίων : (τόν όρο «βαλκάνιος» τόν χρησιμοποιώ, όπως ξέρουν όσοι μέ διαβάζουν, ως ηθική κατηγορία και όχι γεωγραφική : ο όρος βαλκάνιος σημαίνει για μένα δηλαδή τόν κακομαθημένο άντρα, λευκής ή άλλης φυλής, που δεν θέλει να ξεκολλήσει από τόν  μισογυνισμό και τήν ξενοφοβία στα οποία τόν έμαθε η οικογένεια και η λοιπή κοινωνία, ακόμα και η αριστερά στην οποία μπορεί να ανήκει, και ο οποίος θεωρεί κάποιου είδους συνδιαλλαγή με τήν εξουσία, επίσης φυσιολογική για τή ζωή του : ακόμα και τό να γίνει εξουσία ο ίδιος δεν τό θεωρεί συνεπώς αποτρόπαιο, αλλά αποτέλεσμα σοφής κατάληξης, σοφής θεωρίας, και σοφής καριέρας.) Και για να ολοκληρώσω ένα προηγούμενο σχόλιo με τήν ευκαιρία : Ένας τέτοιος άντρας είθισται να χρησιμοποιεί τή θεσμοθετημένη βία κατά τού (άλλου) μισού τού πλανήτη, ως ευκαιρία για να γελάσει παρέα με τό (ελεήμον) κοινό του : και δεν τόν αθωώνει τό ότι εξηγεί στο τέλος (3.13΄ λεπτό) – επειδή φοράει και τή μάσκα τού αμερικανού ή τού ευρωπαίου τέλος πάντων – πως «και οι γυναίκες λένε τέτοια ανέκδοτα» : οι γυναίκες μπορεί να λένε, αυτός δεν επιτρέπεται να λέει –

   αλλά οι ευαισθησίες, και η χειραφετημένη συνείδηση, είναι σαφές ότι δεν διδάσκονται (αν δεν έχεις ήδη μέσα σου μια καταραμένη προδιάθεση για τέτοια πράγματα) : ο άντρας αυτού τού είδους γελάει λοιπόν αθώα, και αν τού κάνεις κριτική θα σού πει ότι είσαι και κατά τού γέλιου. Αν ήταν όντως φιλόσοφος όμως, και όχι πασίχαρος περιπλανώμενος δερβίσης, θα τό ήξερε : όπως τό ήξερε καλά ο (ανθρωπολόγος, και καθόλου φιλόσοφος) πιερ μπουρντιέ, που διακήρυξε ότι τό να μιλάει εξ ονόματος τών γυναικών ένας άντρας, είναι έμπρακτη συμμετοχή σε μια μορφή συμβολικής βίας, κατά τήν οποία τό να γίνεις αυτές είναι εύκολο, και είναι ζήτημα δικής σου απόφασης : γιατί (συμβολικά) η ιδιότητα τού «άλλου» είναι ξέφραγο αμπέλι  στη διάθεσή σου – εφόσον είσαι άντρας –

   η πραγματικότητα είναι ανήλεη όμως – δυστυχώς : άλλο λοιπόν εκ γαλλίας κι άλλο εκ σλοβενίας, όπως άλλο εκ κολομβίας κι άλλο εκ μεξικού, ή αργεντινής ( : και πάλι, ηθικής κατηγορίας είναι τά ονόματα τόπων, όχι γεωγραφικής … )

   έτσι τό μεξικό ξάφνου (μπορεί να) έρχεται πολύ κοντά μας – και μάλιστα πολύ κοντύτερα από τή γειτονιά μας τών βαλκανίων : Γιατί ο μεξικάνος διανοούμενος που συμπάσχει με τούς άφωνους στην πατρίδα του και τόν άλλο πλανήτη, δεν φοράει τή μάσκα για να πάρει (και να σφετεριστεί) τή φωνή τους ώστε να κάνει καλύτερη καριέρα σε, οποιοδήποτε, πανεπιστήμιο : φοράει τή μάσκα ως ηχείο, αντηχείο και τηλεβόα, τής φωνής τών άλλων – όταν λέει «είμαι γυναίκα εδώ» και «ομοφυλόφιλος εκεί» τό κάνει δηλαδή με κίνδυνο τής ζωής του, και γι’ αυτό δεν μπορεί να γίνει ανέκδοτο : μπορούμε όμως να τόν αγαπάμε

   να τόν αγαπάμε και να τόν θαυμάζουμε (βέβαια) σε πείσμα τών υποκωμικών και υπερκωμικών υπανάπτυκτων φιλοσοφούντων (τό λινκ παραπέμπει σε συνέντευξη για τήν οποία καμάρωσε προ καιρού η εφημερίδα «αυγή»)

    

 

 

 

τό κείμενο που ακούγεται είναι μια συντομευμένη παραλλαγή ενός ποιήματος που δόθηκε αρχικά ως απάντηση από τόν υποδιοικητή
όταν κάποιοι (ευφυείς) κυκλοφόρησαν τή φήμη ότι είναι ομοφυλόφιλος μπας και τόν μειώσουν λίγο στη συνείδηση τών «οπαδών του»
– ως αναρχικός είμαι σίγουρη ότι σιχαίνεται, τόσο τήν τελευταία  λέξη όσο και τήν πραγματικότητα που υπονοεί :
«ναι, ο μάρκος είναι ομοφυλόφιλος… ο μάρκος είναι γκαίη στο σαν φραντσίσκο μαύρος στη νότια αφρική μετανάστης από τήν ασία
στην ευρώπη… αναρχικός στην ισπανία… εβραίος στη γερμανία… τσιγγάνος στην πολωνία… κομμουνιστής τήν εποχή
τού ψυχρού πολέμου και ζωγράφος χωρίς έργα και χωρίς γκαλερί : ειρηνιστής στη βοσνία, νοικοκυρά πνιγμένη στη μοναξιά τό σαββατόβραδο
σ’ όλες τίς γειτονιές και τίς πόλεις τού μεξικού… απεργός… μικροδημοσιογράφος… μια γυναίκα μόνη στο μετρό στις 10 η ώρα τό βράδυ…
είναι ένας αγρότης χωρίς γη, ένας εργάτης χωρίς δουλειά, ένας θλιμμένος φοιτητής, ένας συγγραφέας
που δεν έχει ούτε βιβλία ούτε αναγνώστες, και, φυσικά, είναι ένας ζαπατίστας
στα βουνά τού μεξικού : ο μάρκος είναι ένας οποιοσδήποτε άνθρωπος
σ’ αυτό τόν κόσμο : είναι οι μειονότητες αυτού τού κόσμου, που καταπιέζονται, που βρίσκονται
στο περιθώριο, που άλλοι τίς εκμεταλλεύονται :
που κάποια στιγμή αντιστέκονται και λένε ‘ώς εδώ’…
ναι, είναι οι μειονότητες που τώρα αρχίζουν
να μπορούν να μιλάνε, και οι πλειονότητες
που καλά θα κάνουν να σκάσουν και ν’ αρχίσουν ν’ ακούνε… είναι
οι άνθρωποι που συναντούν μπροστά τους
τή μισαλλοδοξία και που ψάχνουν να βρουν
έναν τρόπο να εκφραστούν… Ο μάρκος
είναι αυτό που κάνει τήν εξουσία να
ξεβολεύεται, και τήν ήσυχη συνείδηση αυτών που έχουν τήν εξουσία να ανησυχεί»

 

      

 

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: