σημειωματαριο κηπων

Απρίλιος 27, 2013

τό εθνικόν και η αλήθεια τού ερωτικού : σχόλιο πάνω στην αμφιφυλοφιλία τού σολωμού και μία μονίμως παρεξηγούμενη πρόταση*

 

.

.

 

 

κατά τόν κάτασπρο λαιμό που λάμπει ωσάν τόν κύκνο,
κατά τό στήθος τό πλατύ και τό ξανθό κεφάλι

 

   για τήν ερωτική ζωή τού σολωμού δεν ξέρουμε τίποτα (όπως και για όλων τών γυναικών – κυρίως – αλλά και  τών αντρών στις περασμένες εποχές). Άλλωστε ο σολωμός ήτανε τό μπάσταρδο μιας υπηρέτριας και φαντάζομαι ότι πολλές φορές σκέφτηκε με τρόμο πώς γλύτωσε παρά τρίχα τό να μην γίνει ποτέ κόμης και να μείνει για πάντα ένας λούμπεν (σαν τόν κάλβο ας πούμε – με τόν οποίο ενδεικτικά δεν είχε καθόλου καλές σχέσεις) κι επιπλέον μπάσταρδος – συνεπώς είχε παραπάνω λόγους (περισσότερους απ’ ό,τι οι σύγχρονοί του δηλαδή) να κρατάει καλά προστατευμένη τήν ερωτική του ζωή… (ενδόμυχα μπορεί και να φοβότανε μην είχε κληρονομήσει και τήν επιθετική ασυδοσία τού κόμητα μπαμπά του)

   ό,τι συνάγουμε λοιπόν βγαίνει κυρίως από τό έργο του, και στο έργο του είναι αμφιφυλόφιλος (θα λέγαμε σήμερα) – δεν νομίζω ότι υπήρχε ο όρος τότε, αλλά και η ίδια η πρακτική πρέπει να ήταν εντελώς μυστική και παράνομη – έχει γράψει πάντως εξαίρετα ερωτικά προς γυναικεία πρόσωπα (ας ξεχάσουμε για δυο λεπτά τή γυναίκα τής ζάκυθος που μπορεί να είναι και μάσκα για αντρικό πρότυπο) και οι στίχοι τού κρητικού, για κείνη τή «φεγγαροντυμένη» που

«έτρεμε τό δροσάτο φως στη θεϊκιά θωριά της»
και
«εκοίταξε τ’ αστέρια, κι εκείνα αναγαλλιάσαν,
και τήν αχτινοβόλησαν και δεν τήν εσκεπάσαν·
κι από τό πέλαο, που πατεί χωρίς να τό σουφρώνει,
κυπαρισσένιο ανάερα τ’ ανάστημα σηκώνει,
κι ανεί τσ’ αγκάλες μ’ έρωτα και με ταπεινοσύνη,
κι έδειξε πάσαν ομορφιά και πάσαν καλοσύνη…»

είναι από τις ερωτικότερες (καθότι και εσωτερικότερες) σίγουρα περιγραφές γυναικών στη γλώσσα μας – από τήν άλλη ο πόρφυρας είναι ένα ποίημα με ξεκάθαρο ερωτισμό γραμμένο όμως για έναν άντρα – κάποιον άγγλο ως γνωστόν που κατασπαράχτηκε στην θάλασσα από καρχαρία (πόρφυρας ήταν η λέξη η επτανησιακή για τό θηρίο ίσως) (και τό ποίημα δεν περιγράφει ανθρωπιστική θλίψη για τό ατύχημα, είναι σαφές)

   τό θέμα θα ’μενε εδώ, αν ο «πόρφυρας» δεν είναι ακριβώς τό ποίημα που προκάλεσε μια έκρηξη νεύρων τού σολωμού (που ήταν και μάλλον διάσημος για τά νεύρα του) και η οποία έγινε έτσι η αιτία για κείνη τή φράση του, που αφού αρχικά αποσιωπήθηκε (και όταν ήμουν εγώ στο σχολείο αποσιωπούνταν ακόμη επισήμως) έγινε ύστερα σιγά–σιγά διάσημη, μεταφερόμενη και μεθερμηνευόμενη, αλλά αποσιωπούμενη και πάλι καθώς κανείς δεν φαίνεται να είναι σε θέση ν’ αντέξει τά αρχικά της συμφραζόμενα

η ιστορία έχει (λοιπόν) (περίπου) σε διαδοχικές εκτελέσεις ως εξής (στη φαντασιόπληκτη μεταγραφή συμφραζομένων τή δικιά μου) :

ένας φίλος του τού παρατηρεί :

«ερωτικό ποίημα, χρυσέ μου, τώρα; τό έθνος περιμένει από σένα και πάλι κάτι εθνικόν»

και ο διονύσιος τού απαντά ως καθόλου ιερομόναχος :

«τό έθνος να μάθει να θεωρεί εθνικόν και τόν έρωτα»
ή :
«αν τού αρέσει η τέχνη μου και τήν περιμένει, τό έθνος να μάθει ότι η τέχνη μου είναι εθνική ακόμα κι αν ασχολείται με τά βίτσια μου»
ή :
«να πάει στο διάλο και τό έθνος κι ο γρύλος του : και η πουστιά μου εθνική υπόθεση είναι»
ή :
«τό έθνος να μάθει να κάνει όχι μόνο πόλεμο αλλά και έρωτα»
ή, πιο περιδιαγραμμάτου :
«τό έθνος να μάθει ότι η τέχνη όταν λέει αλήθεια, όταν είναι δηλαδή μεγάλη τέχνη, είναι γενικώς υπόθεσή του, ασχέτως ηθικότητας ή ανηθικότητας τού περιεχομένου της, ασχέτως εξοικείωσης ή φρικίασης τών εθνικοφρόνων με τίς ιδέες της και αφού είμαι στενεμένος να ξαναπώ τά πράγματα σού λέω να μάθει τό έθνος να ζει υγιεινά, ειδαλλιώς δεν τό βλέπω καλά, κι ας πάνε να τού σηκώσουν τή γλώσσα.»

αυτά για τόν διάλογο, όπως (σεμνότερα, κατά τή μεταφορά τού σεμνότατου πολυλά) μάς παραδίδεται :
«τό έθνος ήθελε δεχθεί καλύτερα ένα ποίημα εθνικό»
«τό έθνος πρέπει να μάθει να θεωρεί εθνικόν ό,τι είναι αληθές»

 

νά και ολόκληρος ο πόρφυρας :

«Kοντά ’ναι τό χρυσόφτερο και κατά δω γυρμένο,
π’ άφησε ξάφνου τό κλαδί για τού γιαλού τήν πέτρα
κι εκεί γρικά τής θάλασσας και τ’ ουρανού τά κάλλη
κι εκεί τραβά τόν ήχο του μ’ όλα τά μάγια πόχει.
Γλυκά ’δεσε τή θάλασσα και τήν ερμιά τού βράχου
κι α δεν είν’ ώρα για τ’ αστρί θε να συρθεί και νά ’βγει.
(Xιλιάδες άστρα στο λουτρό μ’ εμέ να στείλ’ η νύχτα !).
Πουλί πουλάκι που λαλείς μ’ όλα τά μάγια πόχεις,
ευτυχισμός α δέν ειναι τό θαύμα τής φωνής σου,
καλό δεν άνθισε στη γη, στον ουρανό, κανένα.
Δεν τό ’λπιζα να ’ν’ η ζωή μέγα καλό και πρώτο !
Aλλ’ αχ, αλλ’ αχ, να μπόρουνα σαν αστραπή να τρέξω,
Ακόμ’, αφρέ μου, να βαστάς και να ’μαι γυρισμένος
με δυο φιλιά τής μάνας μου, με φούχτα γη τής γης μου !».
Kι η φύσις όλη τού γελά και γένεται δική του.
Eλπίδα, τόν αγκάλιασες και τού κρυφομιλούσες
και τού σφιχτόδεσες τό νου μ’ όλα τά μάγια πόχεις.
Nιος κόσμος όμορφος παντού χαράς και καλοσύνης. 

Aλλ’ απαντούν τά μάτια του τρανό θεριό πελάγου
κι αλιά, μακριά ’ναι τό σπαθί, μακριά ’ναι τό τουφέκι !
Kοντά ’ν’ εκεί στο νιον ομπρός ο τίγρης τού πελάγου·
αλλ’ όπως έσκισ’ εύκολα βαθιά νερά κι εβγήκε
κατά τόν κάτασπρο λαιμό που λάμπει ωσάν τόν κύκνο,
κατά τό στήθος τό πλατύ και τό ξανθό κεφάλι,
έτσι κι ο νιος ελεύτερος, μ’ όλες τές δύναμές του,
τής φύσης από τσ’ όμορφες και δυνατές αγκάλες,
οπού τόν εγλυκόσφιγγε και τού γλυκομιλούσε,
ευτύς ενώνει στο λευκό γυμνό κορμί π’ αστράφτει,
τήν τέχνη τού κολυμπιστή και τήν ορμή τής μάχης.
Πριν πάψ’ η μεγαλόψυχη πνοή χαρά γεμίζει:
Άστραψε φως κι εγνώρισεν ο νιος τόν εαυτό του. 

Aπομεινάρι θαυμαστό ερμιάς και μεγαλείου,
όμορφε ξένε και καλέ και στον ανθό τής νιότης,
άμε και δέξου στο γιαλό τού δυνατού τήν κλάψα.

 

με τήν ευκαιρία τής ανάρτησης, νά και μερικές επιπλέον παρατηρήσεις (σκόρπιες τώρα όπως μού ’ρχονται, στο μέλλον μπορεί να έχω κι άλλες) :

απομεινάρι θαυμαστό ερμιάς και μεγαλείου,
όμορφε ξένε και καλέ και στον ανθό τής νιότης

τονίζω εδώ να προσεχτεί η σολωμική βαρύτητα τής λέξης ξένος (έτσι αυτονόητα και ήπια, και σε γειτονία με τή λέξη καλός (για τή λ. καλός στον σολωμό θα μπορούσε να γραφτεί ολόκληρος τόμος – θυμίζω τή φύση που βρίσκει ως στιγμιαία περιγραφή και αποκορύφωμα (στους ελεύθερους) τήν καλή και τή γλυκειά της ώρα –))

άμε και δέξου στο γιαλό τού δυνατού τήν κλάψα

τονίζω να προσεχτεί ότι κλάψα ονομάζει ο σολωμός εδώ (ψυχρά) τό ποίημα του, και χωρίς ίχνος αυτοέπαινου (προφανώς διότι ξέρει και τήν παρεξήγηση που θα επακολουθήσει) ονομάζει εν συνεχεία δυνατόν τόν εαυτό του…

τονίζω επίσης ότι ο όμορφος νεαρός άγγλος που κατασπαράχτηκε από τόν καρχαρία μπορεί εύκολα να γίνει κατανοητός ως απομεινάρι μεγαλείου, αλλά ερημιάς γιατί ; τό μεγαλείο είναι η ομορφιά του που χάθηκε αλλά η ερημιά ποια είναι ; (η ερημιά έχει αναφερθεί μια φορά παραπάνω ας θυμηθούμε, σε σχέση με τόν απόμακρο βράχο)

εγώ πιστεύω ότι ο σολωμός με τή λέξη ερμιά περιγράφει τόν εαυτό του σε στενότατη σχέση με τό αντικείμενο τής περιγραφής : όχι για τήν γενική ερμιά που μπορεί να είχε η ζωή του τήν εποχή εκείνη, αλλά για τήν ειδική ερμιά που είχε η επιθυμία του

έτσι αυτή η λέξη ερμιά για μένα είναι μια απ’ τίς λαμπρότερες και αστραφτερότερες στιγμές λειτουργικής (και δη μονολεκτικής) ταύτισης που έχουμε (από καλλιτέχνη) τού εαυτού του με τό έργο του

η σκηνή μάλιστα που βλέπω όταν ακούω αυτό τό «απομεινάρι θαυμαστό ερμιάς… άμε και δέξου» είναι η εξής : ένας μαυροντυμένος με μακρύ παλτό στέκεται με τά χέρια στην τσέπη και τό κεφάλι χαμηλωμένο προς τήν άμμο και βλέπει μπροστά του, ή φαντάζεται, τό κατασπαραγμένο σώμα ενός όμορφου άντρα – μιας ομορφιάς – : και αυτό που βλέπει μπροστά του συγχρόνως τού φαίνεται ότι είναι τό δικό του κομματιασμένο σώμα, δηλαδή κοιτάζεται με απορία θαυμασμό και τρόμο μες στον καθρέφτη.

.

.

νιος κόσμος όμορφος παντού χαράς και καλοσύνης 

για αυτήν τήν πρόταση ο σολωμός έχει κάνει άπειρες δοκιμές – που σώζονται στα χειρόγραφα – ως όμορφος κόσμος ηθικός κλπ κλπ – μπορεί νά ’χει ενδιαφέρον να δει κανείς τίς μεταβολές και τίς μεταπτώσεις

 .

.

.

.

*

(για όλο αυτό είχα γράψει προ καιρού (με αφορμή τά θυμωμένα, ανυπόμονα, απελπισμένα, ιδιο(αυτο)κριτικά σκατά τού σολωμού στα χειρόγραφά του) και σε υποσημείωση (αλλά δυστυχώς οι υποσημειώσεις υπάρχει μια τάση να θεωρούνται δευτερεύον υλικό, μολονότι στα δικά μου τουλάχιστον (παντός είδους τέλους καιρού σκοπού) γραφτά για τίς σημειώσεις τίς υποσημειώσεις (και τίς παρενθέσεις) (διαπίστωσα καθοδόν και προ καιρού ότι) κρατάω μάλλον τά σημαντικότερα –) είχα γράψει λοιπόν εδώ σε υποσημείωση μια πρώτη παρατήρηση και διευκρίνιση για τήν βιαίως διάσημη αυτή φράση η οποία είθισται να παπαγαλίζεται (μεθερμηνευόμενη, κάθε φορά για διάφορους λόγους) χωρίς όμως ποτέ να έρχεται στην επιφάνεια ο έντονος ερωτισμός της – ή μάλλον η υπεράσπιση από μέρους της τού έρωτα :  βρίσκω λοιπόν χρήσιμο τώρα να επαναδιατυπωθεί, και τήν έκανα έτσι εν συντομία κυρίως θέμα, με τόν σκοπό να προσεχτεί ιδιαίτερα η προκλητική ιδιαιτερότητά της, η επίμονη νεωτερικότητά της, ο ελευθεριάζων μοντερνισμός της και ο βίαιος αντιπουριτανισμός της)
(έλεγα :
«επισημαίνω για τή γενικότερη σημασία τής φράσης τού σολωμού (και προς γνώση τών ακριβών συμφραζομένων της) ότι ο πόρφυραςτηρουμένων όλων τών σολωμικών ιδιωμάτων, αντιστοιχιών, και αναλογιών – πέρα από τό ότι είναι από τά ωριμότερα (και ωραιότερα) γραφτά και σχεδιάσματα, διαπνέεται (ή προέρχεται ή ξεκινάει) και από μία κρυμμένη, υπόγεια, αλλά τελικά σαφή, ομοφυλόφιλη ερωτική διάθεση – δεν είναι αυτό που τό κάνει μεγάλο ποίημα, αλλά είναι σίγουρα αυτό στο οποίο αντέταξε τό εθνικό ο φίλος του, και συνεπακόλουθα και αυτό στο οποίο αντέταξε τό αληθές ο ίδιος ο σολωμός»
και :
«δεν έχει επομένως κανείς παρά να ελπίζει πως κάποτε, έτσι όπως «άστραψε φως κι εγνώρισεν ο νιος τόν εαυτό του» θα γνωρίσει και τό έθνος, καλύτερα και αληθινότερα, τούς δυο εθνικούς του ποιητές – ο άλλος είναι ο καβάφης …»)

τό απόσπασμα τής διήγησης (στο κεφάλαιο «εθνική η αλήθεια») από τόν αλέξη πολίτη :

«Όταν, γύρω στο 1850, ο Σολωμός έγραφε τόν «Πορφυρά», ένας φίλος του «τού επαρατήρησε», μάς λέει ο Πολυλάς, «ότι τό έθνος ήθελε δεχθεί καλύτερα ένα ποίημα εθνικό. – Τό έθνος πρέπει να μάθει να θεωρεί εθνικόν ό,τι είναι αληθές» απάντησε, ξέρουμε, ευθύς [και ξερά, προσθέτω εγώ] ο Σολωμός. Ξέρουμε όμως και με τί απογοήτευση δέχθηκε τό κοινό όχι μόνον τόν «Πορφυρά», αλλά όλα τά Ευρισκόμενα τού ποιητή.»

 .

.

.

ευτύς ενώνει στο λευκό γυμνό κορμί π’ αστράφτει

.

.

.

 

 

 

Advertisements

Απρίλιος 8, 2012

διονύσιου σολωμού αυτόγραφα έργα : αυτοκριτικές και βρωμόλογα

.
.
.     

.

.

   «τό έθνος πρέπει να μάθει να θεωρεί…» : όποιος έχει γενικά τά κότσια να δίνει εντολές, και μάλιστα σ’ ένα έθνος που ακόμα δεν έχει σταθεί καλά–καλά στα πόδια του, πρώτ’ απ’ όλα ένα πράγμα υπονοεί : ότι έχει μάθει (κάτι) ο ίδιος – Κι αυτό που εκλαμβάνεται (κατά κόρον σήμερα) ως εντολή τού σολωμού στον χώρο τής πολιτικής ή τής κοινωνίας, καλό θα ’ταν να θυμόμαστε ότι λέχθηκε για έναν άλλο χώρο* κι ότι ο ίδιος πριν δώσει οποιαδήποτε συμβουλή τήν είχε εφαρμόσει, και με πάθος (ακριβοπληρωμένο), σε μια άλλη πλατφόρμα και σχεδόν σε μια άλλη γλώσσα – που τό «έθνος» θ’ αργούσε πολύ να τή μάθει – αν τήν έμαθε ποτέ : τόν χώρο τής τέχνης, που εκείνος τόν ήξερε καλά, και που για χάρη του (για χάρη τής αλήθειας τών ποιημάτων του) ήταν που θεώρησε ότι τίποτα δεν έχει (δεν είχε δηλαδή) τελειώσει :

   συνεπώς η μανία τού σολωμού για αληθώς ανολοκλήρωτα σχεδιάσματα πρέπει μάλλον να ειδωθεί σαν μια μανία για αλήθεια στον χώρο τής αισθητικής

   τά «βρωμόλογα» με τά οποία στολίζει τήν ίδια του τήν τέχνη, όταν βρίσκει ότι δεν είναι ακόμα αληθινή, δεν θα ’πρεπε ούτε να εκπλήσσουν, ούτε – πολύ περισσότερο – να κρύβονται. Γιατί, πολύ περισσότερο ακριβώς, από τό «τελειωμένο» έργο του όπως μάς παραδόθηκε ελέω πολυλά – μάλλον στην κυριολεξία με βιά – με κάποιας μορφής βία σίγουρα, έστω και από δικαιολογημένον έρωτα και θαυμασμό για τήν ατελείωτη τέχνη του – πολύ μεγαλύτερης αξίας μάθημα εθνικό είναι κατά τή γνώμη μου η εκτίμηση τής σκατολογικής του απέχθειας για ό,τι ο ίδιος θεωρούσε αναληθές στην ποίηση και τή γλώσσα – τόν χώρο δηλαδή στον οποίον (μην έχοντας άλλο στο νου του πάρεξ γλώσσα και ελευθερία) οικειοθελώς περιχαρακώθηκε

   η δουλειά τού καθηγητή λίνου πολίτη στο πανεπιστήμιο θεσσαλονίκης να φωτοτυπήσει όλα του τά χειρόγραφα και συγχρόνως να τά μεταγράψει τυπογραφικά, είναι επίσης ένα μάθημα εθνικής αλήθειας γιατί πέρα από τήν καθαρή φιλολογική του αξία μάς παραδίνει κι έναν εθνικό ποιητή που γράφει ανορθόγραφα (ή με φωνητική γραφή, όπως θέλουμε τό λέμε) και, πάνω απ’ όλα, γράφοντας, σβήνει διορθώνει και φωνάζει : όξο όξο, όξω ούλα και : σκατά σκατά :

   τήν εποχή τής χαμογελαστής και ανέμελης θετικής σκέψης όπου η αθώα αυτοδιαφήμιση, η επιδεικτική αυτοεκτίμηση, τό επίμονο αυτοσερβίρισμα και τό γοητευτικό αυτοπλασάρισμα, αποτελούν και εθνικό και πανεθνικώς θαυμαζόμενο σπορ, τό μάθημα τής αυτοαμφισβήτησης τού σολωμού είναι πιστεύω ένα γερό χαστούκι στα μούτρα μας. Όσο περισσότερο τό θεωρήσουμε αληθινό, τόσο πιο χρήσιμοι μπορούμε να γίνουμε κι εμείς για τήν ίδια μας τή ζωή, ή γι’ αυτό που ο καθένας μας θεωρεί ως δικό του χώρο και έθνος

   είν’ αλήθεια ότι η ανάρτηση δεν θα γινότανε αν δεν είχε ριχτεί η ιδέα σ’ ένα σχόλιο. Και δεν θα γινότανε, γιατί αυτήν τήν εποχή διαθέσιμο ήτανε μόνο ένα καβουρδιστήρι κινητό, και μ’ αυτό τό σόνυ έρικσον έρριξον κι εγώ ό,τι μπορούσα καλύτερο στη σελίδα. Η ποιότητα τής φωτογράφισης, δηλαδή, θέλω να πω, είναι ασυζητητί σκατά. Αλλά δεν πειράζει, κάποτε ελπίζω θα επακολουθήσουν καλύτερες αποδόσεις τών χρωμάτων ( : οι σελίδες τών τετραδίων όπου έγραψε ο σολωμός μ’ άλλα λόγια είναι μπεζ–ροζ, και όχι πρασινωπές όπως βγήκαν εδώ)

   η ανάρτηση θέλησα λοιπόν πάση θυσία να είναι έτοιμη σήμερα, επέτειο 214η από τήν ημέρα που η αγγελική νίκλη (μανιάτικης καταγωγής), υπηρέτρια τού (κρητικής καταγωγής) κόντε νικόλαου σολωμού, αστράφτοντας φως και γνωρίζοντας ως νια τήν εαυτή της (και τή βιά εναντίον τού φύλου (και τής τάξης) της) γέννησε εξώγαμον τόν πρώτο της γιο, διονύσιο : τόν μεγάλωσε με τά λαϊκά μανιάτικα τραγούδια και νανουρίσματά της, και εννιά χρόνια τόν κράτησε κοντά της (θα ακολουθούσε και άλλος γιος στην παράνομη σχέση γέρου κόμη / υπηρέτρας, η οποία θα κρατούσε 11 χρόνια και θα νομιμοποιούνταν τήν παραμονή τού θανάτου τού κόμη) : αυτά τα εννιά χρόνια έζησε ο σολωμός λοιπόν τά ελληνικά τής μάνας του, μέχρι να τόν στείλουν, για άλλα εννιά πάλι χρόνια, στην ιταλία – καταπώς ήταν τό έθιμο στην αριστοκρατία τών επτανήσων – να μορφωθεί ως ιταλός και ως κόντες : και σ’ αυτά τά ελληνικά χρωστάμε πάνω απ’ όλα τελικά τό ότι ο σολωμός δεν έγινε ο ιταλός ποιητής που είχε τήν άνεση να γίνει : τό σχίσμα ανάμεσα στις δύο γλώσσες (και τίς δύο καταγωγές) ήταν όμως ισχυρότατο και κράτησε μια ζωή : ο σολωμός υπέγραφε πάντα ιταλικά (η κοινωνική θέση ως υπερεγώ, από τή μεριά τού πατέρα) και έγραψε ποιήματα εντέλει ελληνικά, πεισματικά ανορθόγραφα, διανύοντας ολομόναχος τόν χρόνο τριών τουλάχιστον ποιητικών γενιών ( : τό «πεισματικά» αφορά τίς διανοητικές του ικανότητες : διότι πιστεύω ακράδαντα ότι ο σολωμός μπορούσε να μάθει τήν ελληνική ορθογραφία, αν ήθελε, όπως (θέλησε και) έμαθε τήν ιταλική) : τό πεισματικά και ιδιόμορφα ανορθόγραφο ιδίωμα όμως που κράτησε στα ελληνικά του (και τό οποίο δεν υπακούει σε κανέναν κανόνα «απλούστερης» φωνητικής γραφής αλλά έχει όλη τήν ελευθερία και τήν αυθαιρεσία παιδικού παιχνιδιού) ήταν, κατά τή γνώμη μου, η μοναδική σχέση που τόν ένωνε πλέον και με τήν ελευθερία τής  παιδικής ηλικίας και με τή μάνα του (που κάπως έτσι πρέπει να ήταν τά ελληνικά της όσο και ό,τι έγραψε) – ακριβώς ίσως, πολύ περισσότερο, επειδή ο ίδιος θεώρησε από ένα σημείο και μετά ότι τό αγαπημένο αυτό και ημιπαράνομο πρόσωπο τόν πρόδωσε : δεν μπορούμε συνεπώς να έχουμε μπροστά μας ολόκληρο τό πρόσωπο τού σολωμού, χωρίς τίς ανορθογραφίες του – ορθές, πάνω απ’ όλα για τήν ίδια τήν ψυχική του συγκρότηση – όπως μάς τό ’χει άλλωστε υπόγεια δηλώσει κι ο ίδιος :

«κάνε τήν είχε ερωτικά ποιήσει ο λογισμός μου, / καν τ’ όνειρο, όταν μ’ έθρεφε τό γάλα τής μητρός μου…» : κανε τιν ιχε εροτικα πιισι ο λογισμοσμου / καν τ’ ονυρο οταν μ’ εθρεφε το γαλα τις μιτροσμου.

.

.

.

.

   * όταν, γύρω στο 1850, ο σολωμός έγραφε τόν «πόρφυρα», ένας φίλος του, μάς λέει ο πολυλάς, «τού επαρατήρησε ότι τό έθνος ήθελε δεχθεί καλύτερα ένα ποίημα εθνικό. – Τό έθνος πρέπει να μάθει να θεωρεί εθνικόν ό,τι είναι αληθές» απάντησε ο σολωμός

   (η αναφορά αυτή τού καθηγητή αλέξη πολίτη βρίσκεται ιντερνετικά εδώ)

   επισημαίνω για τή γενικότερη σημασία τής φράσης τού σολωμού – και προς γνώση τών ακριβών συμφραζομένων της – ότι ο «πόρφυρας» τηρουμένων όλων τών σολωμικών ιδιωμάτων, αντιστοιχιών, και αναλογιών, πέρα από τό ότι είναι από τά ωριμότερα (και ωραιότερα) γραφτά και σχεδιάσματα, διαπνέεται (ή προέρχεται ή ξεκινάει) και από μία κρυμμένη, υπόγεια, αλλά τελικά σαφή, ομοφυλόφιλη ερωτική διάθεση – δεν είναι αυτό που τό κάνει μεγάλο ποίημα, αλλά είναι σίγουρα αυτό στο οποίο αντέταξε τό εθνικό ο φίλος του, και συνεπακόλουθα και αυτό στο οποίο αντέταξε τό αληθές ο ίδιος ο σολωμός…

   (δεν έχει επομένως κανείς παρά να ελπίζει πως κάποτε, έτσι όπως «άστραψε φως κι εγνώρισεν ο νιος τόν εαυτό του» θα γνωρίσει και τό έθνος, καλύτερα και αληθινότερα, τούς δυο εθνικούς του ποιητές (ο άλλος είναι ο καβάφης : ανεξάρτητα και αυτός από τίς ερωτικές του προτιμήσεις αλλά ποτέ αγνοώντας τες…))

.

.

.

.

.

.

 

.

.

 

.

.

.

.

.

.

.

.

 

.

.

   υστερόγραφο στις φωτογραφίες :

   τώρα που ξανακοίταζα τούς τόμους για να βάλω εδώ τίς φωτογραφίες αυτές τών σελίδων, ανακάλυψα (αν δεν μού ξέφυγε και τίποτα, γιατί η δουλειά δεν έγινε και με όλο τόν χρόνο στη διάθεσή μου) ανακάλυψα λοιπόν ότι τή λέξη «σκατά» ο σολωμός τή χρησιμοποιεί ως κριτική τής δουλειάς του, και κατά κόρον, ουσιαστικά μόνο σ’ ένα πολύ πρώιμο χειρόγραφο και ποίημα, τήν ωδή «εις τόν θάνατον τού λορδ μπάϊρον» τού 1927

   τό ποίημα για τόν θάνατο τού λόρδου μπάϋρον είναι όμως όντως από τά πιο ασήμαντα, ποιητικά, κατασκευάσματα τού σολωμού – μαζί θα έλεγα με τόν «ύμνο στην ελευθερία» (πρωιμότερο, τού 1823) στον οποίο εξάλλου και μοιάζει μορφικά (και τού οποίου πάντως δεν υπάρχει χειρόγραφο – για να βλέπαμε τίς διορθώσεις και τίς εντολές που θα υπήρχαν σίγουρα και εκεί…)

   ο σολωμός φαίνεται εξόχως έξαλλος πάντως εδώ με τή δημιουργία του, και μάλιστα καθώς προχωράει τή διόρθωση : στην αρχή, όπως βλέπουμε στην (αμέσως παραπάνω) πρώτη σελίδα, φαίνεται πιο υπομονετικός με τά λάθη του : «όξω (λέει) φθάνει γι’ αυτό μια φράση μια λέξη» – αλλά φαίνεται να χάνει εντελώς τήν υπομονή του στη συνέχεια. Αν μού επιτρέπεται λοιπόν μια εντελώς προσωπική ερμηνεία, μπορεί να υπάρχει κι αυτός ο λόγος : τό κείμενο στο οποίο δουλεύει τίς διορθώσεις τού «μπάϊρον» τού έχει δοθεί ορθογραφημένο, καθώς τό αντέγραψε για χάρη του ο φίλος του (θείος του) λουδοβίκος στράνης – αυτό ίσως έκανε τόν σολωμό να τό δει ξαφνικά πολύ περισσότερο, και πολύ πιο απότομα, «ως ξένο» και πολύ πιο ξαφνικά «από μεγαλύτερη απόσταση» : τά ξένα γράμματα (και η ξένη, από πολλές απόψεις γι’ αυτόν, ορθογραφία) θα πρέπει να λειτούργησαν ίσως, για τόν εξόχως άλλωστε ευερέθιστο σολωμό, όπως (mutatis mutandis) λειτουργούσε για όλους τούς συγγραφείς αργότερα η δακτυλογράφηση τού κειμένου τους στη γραφομηχανή (και για μάς σήμερα στο λαπτόπ) – πράγματα που απομακρύνουν δηλαδή τελεσίδικα τόν οποιοδήποτε, ακόμα και τόν χειρότερο συγγραφέα, από τήν οικειότητα (και τή συγκατάβαση και τή δέσμευση) προς τό χειρόγραφο

   είναι όμως σίγουρα σαφές ότι ούτε στον «ύμνο» ούτε στην «ωδή» ο σολωμός είναι ακριβώς «ο σολωμός» (αυτός δηλαδή με τόν οποίο ασχολούμαστε και για τόν οποίον μιλάμε σήμερα, δυο αιώνες περίπου μετά τό γράψιμο τών μεγάλων ποιημάτων (τών σχεδιασμάτων του)) : όμως στα ποιήματα που διαμόρφωσαν όντως τό σολωμικό πρόσωπο δεν συναντάμε τόσο πολλά και φωναχτά όξω όξω όσο ακριβώς έχουμε αλλεπάλληλες τίς έμπρακτες αποδείξεις τών εξωπεταγμάτων και τών ξαναγραψιμάτων, πρακτική που μάς άφησε (μέσα ειδικά απ’ τήν έκδοση τού λίνου πολίτη) μια συγκινητική μορφή τής ζωής του και τής πάλης του με τίς συνεχείς γραφές, τούς στίχους, τίς ομοιοκαταληξίες, τήν αγωνία για μια λέξη και τόν γύρω της χώρο, που αλλάζει και ξανααλλάζει. Γι’ αυτό και στα έργα τής ωριμότητας, τόν «κρητικό», τή «γυναίκα» τούς «ελεύθερους» τόν «πόρφυρα», οι εντολές τού σολωμού προς εαυτόν είναι, πολύ πιο ήρεμες, αλλά και πολύ πιο βαριές ουσιαστικά : ξανακοίταξέ το, ξαναφτιάξτο, σκέψου το, μελέτησε καλά, με άλλα λόγια. Απ’ αυτήν ακριβώς τή μεριά, πιστεύω λοιπόν τώρα, μπορεί ειδωμένη η λέξη «σκατά» να είναι βαρύτερη και σημαντικότερη απ’ τήν απλή βωμολοχία που φαίνεται στην αρχή : γιατί δεν προσβάλλει τόσο τό ποίημα στο οποίο αναφέρεται, όσο προβάλλει στο μέλλον, και μέσα απ’ τήν βωμολοχούσα ακριβώς απέχθεια τού σολωμού για τό «παρόν» τών πρωτόλειών του, τόν πραγματικό και μελλοντικό σολωμό – αυτόν τής αδιάκοπης μάχης με τή γλώσσα του, και τήν αληθινή του ποίηση :

.

.

ο κρητικός :
ϗ απο το πελαο που πατι χορίς να το σουφρονι
κυπαρισενιο αναερα τ’ αναστιμα σικονι.
(κι από τό πέλαο που πατεί…: γραφές και ξαναγραφές)

.

.

ο πόρφυρας : ομορφος κοσμος υθικός…

.

.

ο πόρφυρας : μεγαλος κοσμος ιθικος…

.

.

σε πίσω σελίδα τών σχεδιασμάτων, λογαριασμοί

.

.

η γυναίκα τής ζάκυθος : μελετισε καλα τιν ομιλία…

.

.

τό κρίσιμο και συζητημένο (με αφετηρία τόν ζήσιμο λορεντζάτο) «chiudi nella tua anima la Grecia (o altra cosa…» (κλείσε μέσα στην καρδιά σου τήν ελλάδα – ή οτιδήποτε άλλο …) γραμμένο κυριολεκτικά στο περιθώριο τής σελίδας και ανάποδα

.

.

.

.

.

.

                                                       

.

η (μοναδική πραγματικά) έκδοση τών σολωμικών χειρογράφων Διονυσίου Σολωμού Αυτόγραφα Έργα, τόμ. Α΄ : Φωτοτυπίες, τόμ. Β΄ : Τυπογραφική Μεταγραφή έγινε με τήν επιμέλεια τού καθηγητή Λίνου Πολίτη στο πανεπιστήμιο θεσσαλονίκης τό 1964, και σήμερα είναι εξαντλημένη. (Από αυτήν τήν έκδοση έγινε η φωτογράφιση για τό παρόν ποστ – σχετικά είχα γράψει και εδώ απ’ όπου ξεκίνησε τό θέμα με τό σχόλιο τού steppenwolf, στον οποίον αφιερώνεται με ευχαριστίες για τό απροσδόκητο ξαναδιάβασμα στο οποίο μπήκα εξαιτίας του η σημερινή ανάρτηση). Τό έργο υπάρχει σήμερα (σε περισσότερους τόμους) στην έκδοση τού μορφωτικού ιδρύματος τής εθνικής τράπεζας

μουσείο σολωμού : έργα

.

.

.

.

.

Ιουλίου 11, 2011

καβάφης, 4 (+ ρεμπώ + σολωμός): τό σπίτι τό μισό πρέπει να γκρεμισθεί (: σημειώσεις και καταστροφές)

  τά προηγούμενα για τόν καβάφη : εδώ εδώ και εδώ

 

 
.
.

Δυνάμωσις 

.

Όποιος τό πνεύμα του ποθεί να δυναμώσει
να βγει απ’ τό σέβας κι από τήν υποταγή.
Από τούς νόμους μερικούς θα τούς φυλάξει,
αλλά τό περισσότερο θα παραβαίνει
και νόμους κ’ έθιμα κι απ’ τήν παραδεγμένη
και τήν ανεπαρκούσα ευθύτητα θα βγει.
Από τές ηδονές πολλά θα διδαχθεί.
Τήν καταστρεπτική δεν θα φοβάται πράξι·
τό σπίτι τό μισό πρέπει να γκρεμισθεί.
Έτσι θ’ αναπτυχθεί ενάρετα στην γνώσι.

(από τά κρυμμένα ποιήματα 1877; – 1923) (καλύπτουν δηλαδή μια περίοδο τού καβάφη από τά 14 ώς τά 60 του χρόνια)

.

 

   σ’ αυτό δίπλα τό ποίημα βρέθηκε η σημείωση :

.

ΟΧΙ ΓΙΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΙ.
ΑΛΛΑ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΜΕΝΕΙ
ΕΔΩ.

.

   ο καβάφης έβαλε μια τέτοια επισήμανση δίπλα (τήν κόλλησε με συνδετήρα από πάνω δηλαδή) σε 11 συνολικά ποιήματα

   γραμμένη κάποτε και στ’ αγγλικά, ως :

.

not for publication but may remain here

.

   είναι βέβαια μεγάλη συζήτηση τό γιατί δεν τά θεώρησε κατάλληλα για έκδοση : τά ποιήματα αυτά δεν ανήκουν στα «πρωτόλειά» του, και μερικά είναι εξαιρετικά – αλλά φαίνεται ότι δεν μπορούσε να τά εντάξει στον γενικό του σχεδιασμό (εδώ έχει γίνει μια πολύ πρωτότυπη δουλειά από έναν έλληνα καβαφιστή – για τήν οποία θα γράψω άλλη φορά – αν μέ αφήσει – γιατί τό έργο είναι ανέκδοτο) 

   όμως κάτι άλλο εμένα μ’ ενδιαφέρει τώρα εδώ : δυο πράγματα μάλλον (ως πρόχειρες παρατηρήσεις) :

   (1) : τό ένα είναι η σχέση τού περιεχομένου τού ποιήματος με τήν αναρχία και τήν ιδέα τής καταστροφής :

   ο ρεμπώ έχει ήδη γράψει για τήν έλλειψη κάθε είδους σεβασμού ή αποδοχής προς τούς  «προκατόχους» – πάλι σε συνδυασμό με τή λέξη σπίτι (στο γράμμα προς τόν δάσκαλό του demeny) :

.

εξάλλου οι νεοεισερχόμενοι έχουν κάθε δικαίωμα να καταριώνται τούς προκατόχους : είναι κανείς στο σπίτι του και έχει καιρό

 rimbaud 1871 (17 χρονών)

.

  

.

   δεν είμαι προσωπικά οπαδός τής παλιάς «κλασικής» άποψης ότι η αναρχία είναι πάνω απ’ όλα καταστροφή : για μένα τό πρωτεύον στοιχείο τής αναρχικής συνείδησης είναι ο έρωτας (έρωτας και για τόν έρωτα και για τήν ελεύθερη ελευθερία (κατά τή διατύπωση επίσης τού ρεμπώ)). Όμως νομίζω ότι υπάρχει μια όψη τής καταστροφής (κάθε καθιερωμένου και ιερού) που διατρέχει τόν ίδιο τόν πολιτισμό, όχι μόνο σε κάθε φάση τών μεγάλων ταραχών και αλλαγών στον πλανήτη μας (αυτό είναι λίγο–πολύ γνωστό), αλλά και σε κάθε βήμα τής (μεγάλης) τέχνης : όταν ο ρεμπώ λοιπόν διεκδικεί τό δικαίωμα να καταριέται όλους τούς προκατόχους του (είναι 17 χρονών, και προηγείται ασφαλώς) δεν βρίσκεται καθόλου μακριά από τόν καβάφη με τό (σίγουρα ειρωνικότερο, καθότι μετριοπαθέστερο) τό σπίτι τό μισό πρέπει να γκρεμιστεί : αν έχει καμιά σημασία να ασχοληθούμε τελικά με τίς ηλικίες : ο ρεμπώ είναι πολύ νεότερος από τόν καβάφη γενικά όταν γράφει (ο καβάφης γεννήθηκε τό 1863 και ο ρεμπώ τό 1854, έχουν δηλαδή 9 χρόνια διαφορά – και υπάρχει και η επιπλέον διαφορά που οφείλεται στο ότι ο ρεμπώ έγραψε και τέλειωσε τό έργο του ώς τά 19, και ο καβάφης άρχισε τό καθεαυτό του έργο μετά τά 30) 

   όμως η ιδέα και τών δύο ότι ουσιαστικά γκρεμίζουν τά πάντα για να φτιάξουν τό έργο τους, κατά τή γνώμη μου δεν αφορά μόνο τήν τέχνη – η ιδέα ότι τό σύμπαν ολόκληρο ως παρελθόν αξίζει μια απόρριψη ή μια κατάρα ή πρέπει να γκρεμιστεί, απεικονίζει θαυμάσια τήν ίδια τή στιγμή όπου ο «πολιτισμός» μας ενοποιείται, και η αναστολή τής βαρβαρότητας κρέμεται εξίσου από τίς χειρόγραφες (ή τυπωμένες) σελίδες κάποιων μελών αυτής τής κοινωνίας – τά οποία ο πολιτισμός αυτός (αφού τούς κάνει πρώτα τή ζωή πατίνι) θα περιλάβει αργότερα χωρίς ενοχές και στα «ιερά» και «καθιερωμένα» του – : ίσως γιατί αυτό που ονομάζουμε πολιτισμό μας έχει τίς ίδιες αντοχές, τίς ίδιες αντιφάσεις, και τήν ίδια σατανική ευελιξία να ξεπερνά τίς αντιφάσεις του, με ό,τι στην φιλοσοφία θα ονομαζόταν κάποια στιγμή κεφαλαιοκρατία : σίγουρα κάποια απ’ αυτά τά κεφάλαια μπορούν να λειτουργούν (ακόμα και καταχωνιασμένα στις αποθήκες) ακόμα πάντως ως πυριτιδαποθήκες…

.

.

   (2) marginalia : τό δεύτερο που θέλω να επισημάνω είναι ένα παράλληλο γεγονός που πολύ μ’ αρέσει να τό σκέφτομαι – παράλληλο δηλαδή σχετικά με τίς σημειώσεις στο περιθώριο και με τίς επίσης ασεβείς συνήθειες ενός άλλου έλληνα ποιητή :

   γιατί και ο σολωμός όπως ξέρουμε συνήθιζε να γράφει στο περιθώριο τών δοκιμών του (τά περισσότερα από τά ποιήματα (και τά πεζά του) που έχουμε αποτελούν ως γνωστόν «ημιτελείς» δοκιμές) διάφορα, άκρως διασκεδαστικά κιόλας μερικές φορές (αν θελήσουμε να αγνοήσουμε τήν καλλιτεχνική απόγνωση που ασφαλώς τά συνόδευε) όπως, ας πούμε :

.

σκατά

.

   : αν προσέξετε τήν φωτογραφική αναπαραγωγή τού χειρόγραφου που βρίσκεται παρακάτω (είναι από τή Γινέκα τής Ζάκιθος, ή «Γυναίκα τής Ζάκυθος» όπως συνηθίσαμε να τό μεταγράφουμε – έτσι όπως μεταγράφουμε κατά (κακόν) κανόνα και όλο τό σολωμικό έργο – πράγμα τό οποίο δείχνει και ασέβεια και περιφρόνηση (προς τόν καλλιτέχνη) από τή μια, και απ’ τήν άλλη βαθειά επίσης γλωσσική ανασφάλεια… – μην ξεχνάμε ότι πρόκειται για ένα έργο κρίσιμο και εξόχως σημαντικό για ολόκληρη τήν ευρωπαϊκή μας πεζογραφική ενδοχώρα) : επάνω αριστερά λοιπόν, δίπλα στο κείμενο ξεχωρίζει νομίζω ευκρινώς η λέξη σκατά : (λέξη που ο σολωμός τήν χρησιμοποίησε κάμποσες φορές για να περιγράψει κομμάτια τής δουλειάς του (μαζί με άλλες σημειώσεις (πολλές φορές και στα ιταλικά) που βρίσκουμε στα αυτόγραφα έργα του))

.

.

 

   δυστυχώς δεν μπορώ αυτόν τόν καιρό να σκανάρω η ίδια από αυτόν τόν τόμο – που τόν απόκτησα πάμφθηνα πριν κάμποσα χρόνια βγάζοντάς τον απ’ τή σκόνη τής αποθήκης κάποιου βιβλιοπωλείου στη σόλωνος : (ήταν τόσο ανέλπιστα μεγάλη και η τύχη και η χαρά μου, που πήρα τότε τούς δυο τεράστιους δερματόδετους τόμους* όχι μια αλλά τρεις φορές : για δώρο και στον εαυτό μου, και σ’ έναν φίλο ποιητή, και στον πατέρα μου – εξαιτίας τού οποίου άλλωστε μεγάλωσα με τήν εικόνα τού σολωμού μες στα μούτρα : έχω ακόμα πάντα μπροστά μου έτσι αυτόν τόν βλοσυρό κύριο φίλο τού μπαμπά που έβλεπα από μικρή (ντυμένον στα μαύρα και με τό μικρό χεράκι του κάτασπρο πάνω στο στήθος) – όπως θυμάμαι εξάλλου και τούς στίχους από τόν «κρητικό» με τούς οποίους μέ κανάκευε (και έχω βάλει γι’ αυτό και μια μικρή αυτοβιογραφική παρεμβολή (καταλλήλως μεταλλαγμένη για τίς ανάγκες τού μυθιστορήματος) στην «έκθεση βαθυτυπίας» : τέλος οι αναμνήσεις) :  κι ήμουνα λοιπόν σίγουρα κωμωδία όπως περπάταγα μ’ αυτό τό βάρος). Έτσι σήμερα παίρνω για εδώ ό,τι βρίσκω από τό χάος τού web (και ευτυχώς βρίσκονται πάντως αρκετά πράγματα) 

   ας πω επιπλέον ότι αυτή η φοβερή δουλειά για τήν έκδοση τών αυτόγραφων τού σολωμού (όπως είπα είναι 2 τόμοι, ο πρώτος με φωτοτυπημένο όλο τό αρχείο και ο δεύτερος με τήν τυπογραφική του μεταγραφή) έγινε στο πανεπιστήμιο θεσσαλονίκης τό 1964 από τόν (χαλκέντερο πρέπει να υποθέσουμε) καθηγητή λίνο πολίτη

   σήμερα εκείνη η (πολύ μεγάλου σχήματος, και πανέμορφη) έκδοση δεν υπάρχει πια : βλέπω ότι έχει γίνει ανατύπωσή της από τό μορφωτικό ίδρυμα τής εθνικής τράπεζας, αλλά απ’ ό,τι καταλαβαίνω, έχει «σπάσει» σε πολλούς, μικρότερους, τόμους.

* λίνου πολίτη «διονυσίου σολωμού αυτόγραφα έργα, τόμ. α’ : φωτοτυπίες, τόμ. β’ : τυπογραφική μεταγραφή» / επιμέλεια – σημειώσεις : λίνος πολίτης / αριστοτέλειο πανεπιστήμιο θεσσαλονίκης 1964 /

.

.

.

μια ιδέα για τά αυτόγραφα τού σολωμού, όπως υπάρχουν εκδομένα σήμερα, εδώ και εδώ

ένας γοητευτικός πάντως κατάλογος χειρογράφων τού σολωμού on line βρίσκεται εδώ

τά χαρακτικά τού david hockney (Illustrations for Fourteen Poems from C P Cavafy / 1966–1967) εδώ

η επίσημη σελίδα τού hockney

και τό αρχείο καβάφη στο σπουδαστήριο νέου ελληνισμού

.

.

.

.

.

     

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: