σημειωματαριο κηπων

Ιουλίου 10, 2012

η τεχνολογία (μας) και η αυταρχία (της)

.

.

     

.

   ήταν μια εποχή που διάβαζα κάτι αγαπημένους γερμανούς φιλόσοφους, και τότε έζησα για τά καλά αυτό που πιστεύω ότι ζουν πάντα όλοι όταν διαβάζουν τά πράγματα που τούς εκφράζουν : η έκπληξη και η χαρά δεν είναι δηλαδή στο ότι μαθαίνεις ακριβώς άγνωστα πράγματα αλλά στο ότι τά αναγνωρίζεις : στο ότι βλέπεις να διατυπώνονται με άγνωστο μεν αλλά τήν ίδια στιγμή με (ανοίκεια!) οικείο τρόπο αυτά που ναι μεν τά ξέρεις αλλά δεν μπορούσες με τίποτα να τά πεις τόσο καλά τού λόγου σου

.

    

.

   κάπου εκεί λοιπόν είχα πέσει σε μια πρόταση τού max horkheimer που έλεγε περίπου (βαριέμαι τώρα να ψάξω να τήν ξαναβρώ, αλλά τό νόημά της τό θυμάμαι) ότι : υπάρχει μια ιστορική στιγμή κατά τήν οποία διαφοροποιείται για τά καλά η σχέση τού ανθρώπου με τήν τεχνολογία – και η στιγμή βασίζεται στη διαφορά χρόνου τόσο κατασκευής όσο και αφομοίωσης : έτσι εικονογραφείται ολοζώντανα η αλλοτρίωση τού ανθρώπου (που υποκύπτει (γιατί πάντα θα υποκύπτει)) στην τεχνολογία : τόν μεσαίωνα δηλαδή, αλλά και στην αρχαϊκή εποχή όπως και όλες τίς άλλες εποχές μέχρι τή σημερινή (και εννοούσε τή σημερινή δική του, αλλά αυτό ισχύει ακόμα περισσότερο για τή σημερινή δικιά μας) η πρόοδος τής τεχνολογίας ήταν κυριολεκτικά στα χέρια του, με τήν έννοια ότι οι αλλαγές προχωρούσαν μ’ έναν ρυθμό που ήταν κυριολεκτικά δικός του – στον ρυθμό δηλαδή τού χρόνου τής δικιάς του ζωής, και τού δικού του σώματος – : με άλλα λόγια κάθε εξέλιξη στις μηχανικές διευκολύνσεις και εφευρέσεις γινόταν, αν όχι στην κυριολεξία απ’ τόν ίδιον ή τόν γείτονά του, γινόταν πάντως με ρυθμούς που προλάβαινε να τούς ενσωματώσει στη ζωή του, και κυρίως να τούς καταλάβει. Από τήν εποχή τής βιομηχανικής επανάστασης και μετά όμως, οι αλλαγές γίνονται όλο και πιο γρήγορα, και κυρίως όλο και πιο απόμακρα, από κέντρα που δεν τά ελέγχει, που συνδέονται αμεσότατα με μια (αόρατη) εξουσία, και σε ρυθμούς που τόν τρομάζουν τόν αποξενώνουν και τόν εξουθενώνουν ταυτόχρονα : έτσι τό καινούργιο νόημα τής αλλοτρίωσης (στην νεωτερικότερη νεωτερικότητα) έχει κυρίως τήν έννοια ότι όχι μόνο η ίδια η δουλειά που κάνει κανείς τού είναι ακατανόητη, αλλά και τό προϊόν τής εργασίας του τού επιβάλλεται χωρίς ο ίδιος να τό έχει επιζητήσει και χωρίς πια να τό καταλαβαίνει – πρέπει απλώς να τό καταναλώσει…

   τό είπα με πολύ περισσότερα λόγια εννοείται, η διατύπωση τού χορκχάϊμερ φυσικά ήταν λιτή ως συνήθως – μέ τήν ίδια δικιά μου πολυλογία λοιπόν ας μού επιτραπεί να προσθέσω ότι η χαρά που παίρνουμε από τήν κατανάλωση νομίζω ότι ταυτίζεται σ’ αυτήν τήν περίπτωση με μια μορφή απώθησης που θα έλεγε και η (σοβαροφανής) ψυχανάλυση – μ’ άλλα λόγια ο σύγχρονος άνθρωπος κρύβει – καταναλώνοντας ασύστολα προϊόντα τά οποία τού πέφτουν στο κεφάλι αλλεπάλληλα και χωρίς να προλάβει να καταλάβει όχι μόνο αν πράγματι τά χρειάζεται τά θέλει και τά επιζητεί ή όχι, αλλά και πώς δουλεύουνε – κρύβει λοιπόν πίσω από τή μανία τής ευθυγράμμισής του με τήν τεχνολογία, μια δυσαρέσκεια για τήν αυταρχικότητα με τήν οποία αυτή η ίδια η τεχνολογία έχει εισβάλλει στη ζωή του

   και τήν οποία (τεχνολογία, όχι δυσαρέσκεια) προσπαθούμε εξάλλου να τήν εκμεταλλευτούμε κι εμείς όσο μπορούμε – αυτό κάνουμε ας πούμε με τό ίντερνετ τά κινητά μας και τά λοιπά παραφερνάλια για τά οποία είμαστε τόσο περήφανοι που (μπορούμε να) αγοράζουμε και να έχουμε (με κρυφή κι ανομολόγητη ικανοποίηση που ανήκουμε σ’ αυτούς που μπορούν – τό φάσμα ενός άθλιου κόσμου φτώχειας δυο βήματα παραπέρα στον συρρικνωμένο πλέον πλανήτη μας (συρρικνωμένον ακριβώς μέσω τής τεχνολογίας – τή φτώχεια του τή μυρίζουμε πια μέσω γιουτούμπ ας πούμε) αυτό τό φάσμα λειτουργεί στην περίπτωσή μας όπως ακριβώς διείδε κείνος ο άθλιος ο φρόϋντ να λειτουργεί η τελετή ταφής για τούς επιζώντας συγγενείς τού νεκρού : με μια υπόγεια και ανομολόγητη αίσθηση ανακούφισης που αυτοί είναι ακόμα ζωντανοί –)

   η ειλικρινής ελπίδα μας στην καλύτερη περίπτωση είναι ότι εμείς θα καταφέρουμε παρόλα αυτά να επέμβουμε στην τεχνολογία και να τή χρησιμοποιήσουμε, να τή φέρουμε στα μέτρα τής αντιεξουσιαστικής (ας πούμε) ιδεολογίας μας, και να ανατρέψουμε κάποτε εκ τών έσω τόν ενσωματωμένο της αυταρχισμό : και αυτό κάνουμε με τά βλογ μας (ελπίζουμε) (και με διάφορα άλλα πράγματα και μέσα επίσης, που τά χρησιμοποιούμε πιστεύοντας ότι θα εκμεταλλευτούμε τίς αντιφάσεις τους) : πιστεύουμε έτσι ακράδαντα ότι θα μεταλλάξουμε τήν αλλοτρίωση που μάς έχει επιβληθεί, σαν δικτατορική εντολή, σχετικά με τήν αναγκαστική τους χρήση – θα τήν μεταλλάξουμε σε κάτι δημιουργικό, απελευθερωτικό, ανατρεπτικά ωραίο, αντίστοιχο τής αιώνιας ζωής με τήν ελπίδα τής οποίας συμμετείχαν στην κηδεία οι παραπάνω συγγενείς τού ανωτέρω νεκρού : τά ίδια όπλα εξάλλου έχει λίγο–πολύ και η τέχνη – είναι περιορισμένης φαντασίας τό οπλοστάσιο τού πλανήτη, δεν μπορούμε να κάνουμε επ’ αυτού τίποτα

   θέλω να πω πως προσωπικά πάντως (είμαι στην περίπτωση αυτή, δεν ξέρω γιατί, βλακωδώς αισιόδοξη) ελπίζω ότι θα είμαστε μακροπρόθεσμα αποτελεσματικοί. Για να φέρω μια μικρή αναλογία που είναι σχετική με τό μέσο που χρησιμοποιώ εγώ αυτή τή στιγμή γράφοντας κι εσείς διαβάζοντας, τό πρώτο βιβλίο που τυπώθηκε με τήν τεχνολογική ανακάλυψη τού γουτεμβέργιου, ήταν ένα βιβλίο θρησκευτικό (η βίβλος), όμως στη συνέχεια ούτε ο γουτεμβέργιος ούτε οι άρχοντες τής εποχής, και όλων τών εποχών που ακολούθησαν, μπόρεσαν να εμποδίσουν τά βιβλία τού έρασμου, τού τζορντάνο μπρούνο, και εντέλει και τού χορκχάϊμερ με τόν οποίο ξεκίνησα τήν ανάρτηση, να εκδοθούν

   (άλλο αν τόν μπρούνο τόν κάψαν στην πυρά τόν ίδιο : ο φρόϋντ είχε τήν πολυτέλεια να αναφωνήσει με (ειλικρινή) ανακούφιση «τώρα καίνε τά βιβλία μου, κάποτε θα μέ καίγαν τόν ίδιο», και κάποιοι άλλοι σαν τόν χορκχάϊμερ τή γλίτωσαν στην αμερική)

.

    

.

   συνεπώς διαπνεόμαστε από μια σχετική αλαζονεία, μόνο που πολλές φορές πέφτουμε και θύμα της : προσωπικά μέ συνεφέρνουν, και μέ κάνουν να επανέλθω στην υγιή μου δυσφορία και να νιώσω στην κυριολεξία σα μαλάκας, οι περιπτώσεις (που εσχάτως, δεν ξέρω γιατί, πληθαίνουνε) σαν κι αυτήν :

.

     

.

   με λίγα λόγια – και περιληπτικά :

   τίς προάλλες είδα, σχετικά με τήν (πολύ βολική) σελίδα τού i–google, αυτό :

.

     

.

   πέρσι, παρόλες τίς – επί παγκοσμίου επιπέδου – διαμαρτυρίες  εξαφάνισαν και τόν ίδιον τόν google reader :

.

.

   ήταν φανερό ότι επιχείρησαν να μάς χειραγωγήσουν για να πάμε στην καινούργια σελίδα τού google+ (η οποία θα εξυπηρετούσε τήν αντιπαλότητα τού google με τό facebook, μια αντιπαλότητα μεταξύ εταιρειών δηλαδή, τής οποίας θύμα θα έπεφτε επομένως τό κέφι μας, η συνήθειά μας, αλλά και ο κόπος εν πάση περιπτώσει που είχαμε κάνει για να οργανώσουμε τίς «φιλίες» και τίς συζητήσεις μας (τουτέστιν τά  «σχόλια») στον ρήντερ : όλ’ αυτά, με μια απροσχημάτιστη κυνικότητα εκ μέρους τών εταιρειών που μάς εξυπηρετούν, χαρακτηρίζονταν υπογείως άνευ σημασίας και για πέταμα : συμβολικά για πέταμα είναι τό ίδιο τό άτομο που χρησιμοποιεί τήν οποιαδήποτε υπηρεσία τίθεται ελεήμων στη διάθεσή του)

   (μια μορφή αντίστασης σ’ αυτό θα ήταν να μην πάει καμιά μας να γραφτεί στον google+ πράγμα τό οποίο φυσικά δεν έγινε : αυτό κατά τή γνώμη μου δείχνει ότι είμαστε κατώτεροι τής τεχνολογικής προόδου, δηλαδή δεν προοδεύει παράλληλα και η ετοιμότητά μας να τήν αμφισβητούμε δημιουργικά και με φαντασία – και με θυμό επομένως άμα χρειαστεί)

.

.

   στη συνέχεια – περίπου δηλαδή ταυτόχρονα – άλλαξαν και τή μορφή (δηλαδή τήν όλη λειτουργία) τού youtube : εδώ υπόκυψα κι εγώ (ενόψει – δικαιολογήθηκα (στην εαυτή μου) – τού ότι θέλω κάποτε να κάνω ενεργό τό «κανάλι μου», δηλαδή να «ανεβάσω» δικά μου βίντεα (προς τό παρόν έχω μόνο «άλλων που βρίσκω ωραία ή χρήσιμα» (τά περίφημα αγαπημένα…)))

   έτσι, χωρίς να μέ ρωτήσουν, περιορίστηκε η δυνατότητα που είχα να καθορίζω τή μορφή – και τό πράγμα έχει πάρει τώρα μια μορφή κυριολεκτικά άλλη –

.

     

.

   χάθηκαν επίσης και εδώ τά σχόλια, ο πίνακας συνδρομών μου, και η «αλληλογραφία» μου, και άλλαξε και η εσωτερική λειτουργία τής σελίδας : ώστε αντί να βλέπω εγώ κι εσείς απ’ τή σελίδα μου τά βίντεα, πάω στη γενική σελίδα τού youtube που είναι και κακάσχημη (οι αλλαγές έγιναν σ’ αυτήν από πιο πριν – χάσαμε κι από κει τίς συνήθειές μας, αλλά ας πούμε ότι θα συνηθίσουμε τίς καινούργιες – και ας πούμε επίσης ότι η γενική σελίδα τού γιουτούμπ ανήκει στο γιουτούμπ περισσότερο απ’ όσο η προσωπική δική μας ( : η άνεση όμως με τή οποία επιβάλλονται οι αλλαγές και στη δική μας, υπογραμμίζει και πάλι τό ανωτέρω συμβολικό : ότι ο προσωπικός μας μόχθος, οι προσωπικές μας επιλογές και τό προσωπικό μας γούστο δεν μετράει, είναι ένα τίποτα, και να λέμε κι ευχαριστώ για τίς υπηρεσίες που μάς διατίθενται από τήν εταιρεία))

.

   

  

  

.

   κι έρχομαι τώρα στα εδώ (τά πιο εδώ) : εσχάτως εξαφανίστηκε από τήν wordpress και η vodpod (στα widget και συνεπώς και στο sidebar). Η εταιρεία αυτή τήν οποία (χωρίς να μάς ρωτήσει (αλλά αυτό εμπίπτει στις εκπλήξεις και τά «δωράκια» που μάς κάνει κατά καιρούς η καλή μας γουώρντπρες)) έβαλε μια ωραία ημέρα σαν δυνατότητα στα γουίτζετ – ώστε, όσοι θέλαμε, να τήν υιοθετήσουμε και να ’χουμε στην στήλη δεξιά μια σειρά από βίδεα επιλεγμένα από μάς να τά βλέπει όποιος θέλει – τήν βοντπόντ λοιπόν, τήν οποία και εγώ υιοθέτησα ενθουσιωδώς, καταναλώνοντας χρόνο και κόπο να φτιάξω μια δισκοθήκη τήν οποία ονόμασα petitcreiu (όσοι μέ παρακολουθούν ξέρουν ότι είναι τό όνομα από τό αγαπημένο σκυλάκι στον «τριστάνο και τήν ιζόλδη» τού μεσαιωνικού γοδεφρείδου), η εταιρεία αυτή λοιπόν, μετά τήν πρώτη αρχή κατά τήν οποία λειτούργησε σχετικά άψογα – και μπορούσα επομένως να κάνω edit στα βίντεα και να γράφω και τά σχόλιά μου δίπλα τους – άρχισε σύντομα να κάνει κι αυτή αλλαγές – εκεί έστειλα ένα γράμμα φωτογραφίζοντας και τίς δυσκολίες :

.

.

και διατυπώνοντας και τίς απορίες που προέκυψαν, στο οποίο γράμμα πήρα (από τόν τότε υπεύθυνο τής βοντπόντ) μια απολύτως ασαφή και καθόλου ικανοποιητική απάντηση : στην πράξη αυτό που κατάλαβα ήταν ότι έπαψα να μπορώ να κάνω έδιτ στα βίδεα (τό μόνο που μπορούσα ήταν απλώς να τά ανεβάζω) – και αυτό ήδη μέ είχε εκνευρίσει αρκετά – αλλά τουλάχιστον εξακολουθούσε να υπάρχει η συλλογή

   στη συνέχεια (προσφάτως) η συλλογή όμως υπέστη μια κακοήθη οβιδιακή μεταμόρφωση : άλλαξε όνομα και μορφή, έπαψε να είναι vodpod, έγινε lockerz, και τά σχόλια (μου) εξαφανίστηκαν εντελώς

   ώσπου μία μέρα (προσφατότερα) ούτε η συλλογή πια (στο παρόν βλογ, αλλά, απ’ ό,τι είδα, και στα άλλα βλογ) υπήρχε : εξαφανίστηκε δηλαδή εντελώς από τή διπλανή στήλη, κι όταν πήγα στα γουίτζετ είδα ότι όσο σιωπηρώς είχε κάποτε εκεί εμφανιστεί, εξίσου σιωπηρώς τώρα είχε εξαφανιστεί (η δυνατότητα χρήσης τού vodpod)

   έγραψα λοιπόν στην γουώρντπρες ρωτώντας την για τήν εξαφάνιση (και μάλιστα ήμουνα τόσο τσαντισμένη που έγραψα τήν εξαφάνιση στα αγγλικά με δύο διαφορετικούς τρόπους) – και η απάντηση ήτανε :

.

  

.

   ωραία : τί να πεις τώρα; ότι αφού (όπως καταλαβαίνω εγώ με τά ελάχιστα αγγλικά μου – ομολογώ πάντως ότι αυτό τό has had quite a few issues… εμένα μού φαίνεται αφενός αρκετά αφηρημμένο και αφετέρου αρκετά διπλωματικό και δίσημο) (και τό ερμηνεύω : ) «μετά τήν αγορά από τό lockerz η vodpod έμεινε με λίγους χρήστες» (απορίας άξιον γιατί, όμως : μέχρι τώρα είχε πολλούς : η εξαγορά από τή lockerz τούς έφερε όλους (δηλαδή τούς περισσότερους…) στο facebook;) «πήραν τή δύσκολη απόφαση κι αυτοί να καταργήσουν τή βοντπόντ και να τή βγάλουν ως δυνατότητα από τά γουίτζετ» ( : to avoid further issues, we have made the hard decision to disable vodpod embeds and remove the widget)

   εμάς όμως δεν μάς έκριναν άξιους – δε λέω να μάς ρωτήσουν, αυτή θα ήταν απίστευτα παράλογη απαίτηση – ούτε καν να μάς ενημερώσουν πάντως για τή δύσκολη απόφαση που θα παίρνανε

   να υποθέσω δηλαδή (θεός φυλάξοι!) ότι μεθαύριο μπορεί να πάρουν και τήν απόφαση να κλείσουν μερικά «θέματα» που έχουν «πιο λίγους» οπαδούς, ώστε μια ωραία ημέρα θα ανοίξουμε τό βλογ μας και θα τό βρούμε αλαμπουρνέζικο; (ύστερα από μια δύσκολη απόφαση όμως;)

   και αυτό σημαίνει ότι οι λίγοι (few) είναι κανείς και τίποτα τότε; και επειδή μ’ αρέσει εμένα όλα να τά πηγαίνω στα πολιτικά, δεν μεταφράζεται αυτό σ’ εκείνο τό (όντως αυτονόητο για μια μεριά τής κοινής γνώμης) ότι πλειοψηφία ίσον όλοι, και μειοψηφία ίσον κανείς και τίποτα; Ταιριάζει αυτό όμως σαν νοοτροπία σ’ ένα νεανικό επιχειρηματικό σχήμα, τού οποίου ο ιδρυτής έχει προσωπικό βλογ με παιχνιδιάρικες φωτογραφίες; πρέπει να είμαι εγώ ευχαριστημένη που δεν χάθηκε τελείως η συλλογή και πήρε αυτό τό μιζεριασμένο σχήμα (τό οποίο δυσκολεύομαι εξάλλου και να τό βρω – οι δε άλλοι δεν μπορούν να τό βρούνε με τίποτα; (αλλά και να τό βρούνε, τί να τό κάνουνε έτσι που έγινε;)) :

.

.

   επισημαίνω πάντως (και θα επιμένω με μονομανία σ’ αυτό) ότι όταν πλειοψηφία ίσον όλοι, και μειοψηφία ίσον κανείς τότε πηγαίνουμε από φιλοσοφικής (άμα και πολιτικής) απόψεως σε επικίνδυνα νερά. Δεν θα ’πρεπε να ’ναι τά νερά τής γουώρντπρες αυτά. Η γουώρντπρες, ως εταιρεία νεανική και δη αμερικάνικη, που σημαίνει ότι κουβαλάει ένα ευχάριστο ήθος αμφισβήτησης μαζί της, οφείλει κατά τή γνώμη μου να σέβεται τόσο τούς πολλούς που τήν εμπιστεύονται όσο και τούς λίγους, που τήν εμπιστεύονται επίσης

   θυμίζω εξάλλου ότι οι λίγοι (για να ’μαστε ακριβολογότεροι : οι ελάχιστοι) έχουν δικαιωθεί όχι μόνο από τήν ιστορία αλλά και από τήν τέχνη – η πιο γνωστή τους δικαίωση είναι αυτή που πυροδοτήθηκε με τήν επίμονη αναφορά από τόν σταντάλ στους happy few τού σαίξπηρ («εμείς οι ελάχιστοι, οι ευτυχείς ελάχιστοι», όπως εμψύχωσε στον «ερρίκο τόν 5ο» ο βασιλιάς τούς λίγους που τόν ακολούθησαν, και νίκησαν μαζί του στη μάχη τού αζινκούρ…)

   εγώ έγραψα πάντως και στη lockerz μήπως και καταλάβω τίποτα περισσότερο – αλλά η (ευγενική οπωσδήποτε, και πάλι) απάντηση που πήρα :

.

  

.

μέ άφησε απλώς να καταλάβω ότι ή δεν επικοινωνούν (οι εταιρείες) μεταξύ τους, ή έχουν χωρίσει εντελώς πια τά τσανάκια τους, και η λόκερτζ αποβλέπει μόνο στους «πολλούς» τού facebook. Εγώ με τό φατσόμπουκο από τήν άλλη δεν επικοινωνώ, κι έτσι τό μόνο που μού μένει είναι να προσπαθήσω να μεταφέρω με τόν καιρό τήν βοντποδική συλλογή μου από βίντεα στο «κανάλι μου» τώρα τού γιουτούμπ

   με λίγα λόγια δεν έδωσα συνέχεια σε καμιά από τίς δυο αλληλογραφίες, και προτίμησα να κάνω αντ’ αυτού αυτό τό ποστ. Πάντως να προσθέσω εν κατακλείδι ότι μ’ αυτά, όταν συμβαίνουν, αισθάνομαι τελείως ηλίθια : νιώθω ένα απλό όργανο σε χέρια επαϊόντων τεχνοκρατών που μ’ έχουν γραμμένη – με τόν ίδιο τρόπο που αισθάνομαι να μ’ έχει γραμμένη και κάθε άλλος που έχει εξουσία, σχέση με κόμματα εφημερίδες και τηλεοράσεις, σ’ αυτόν τόν τόπο : εμείς οι few, οι unhappy few, να περιμένουμε να κερδίσουμε κάποτε μέσω ελαχιστότατων χάκερ και τεχνογνωστών αφοσιωμένων στον ανθρώπινο κόπο, και στους κόπους μας, κάποια (ονειρική) μάχη;

αυτά για σήμερα

.

.

(ακολουθούν (για να μάς φτιάξει τό κέφι) μερικά βίδεα που θα έβαζα στο βοντπόντ μου, αν τό είχα ακόμα)

.

παύλου αγγλικά :

.

.

τό κοσμοφλασάκι (! flashmob) που οργάνωσε μια ισπανική τράπεζα (τουλάχιστον οι τράπεζες εκεί έχουνε χιούμορ, ξέρουνε και τόν μπετόβεν) :

.

.

και για να γελάσουμε, μ’ όλη τή ζέστη, λίγο περισσότερο :

.

.

(αυτό τό βρήκα εδώ)

.

.

.

.

.

.

 

 

Μαρτίου 24, 2011

walter benjamin για τό χασίς

 

        

 

δεν είναι επετειακό τό κείμενο, σήμερα τέλειωσε και σήμερα ανεβαίνει
όποιος θέλει κακόμοιρα αφιερώματα στην κακόμοιρη οδύσσεια τών άλλων ελληνικών ας πάει στο περσινό

 

   η σχέση τών μελών τής κριτικής θεωρίας μεταξύ τους θα αποτελούσε από μόνη της θαυμάσιο και ογκώδες μυθιστόρημα : και η σχέση τού μπένγιαμιν με τούς υπόλοιπους τής παρέας, άλλο ένα : η σχέση ανάμεσά τους είναι με τόν πιο χαρακτηριστικό τρόπο διαλεκτική, πλήρως και παραδειγματικά : και σχεδόν μπορεί να εικονιστεί όχι ως διαφορετικές πλευρές νομίσματος (μια μεταφορά τής οποίας τήν σχέση με τή διαλεκτική αρνήθηκε εξαρχής και εγκαίρως ο χέγκελ) αλλά ως σφαίρα, ως διαστημικό σώμα σχεδόν, όπου ο χώρος ο χρόνος και η διάσταση τού έρωτα υπάρχουν εξίσου σε κάθε της σημείο όσο και στην άϋλη περιβάλλουσα αύρα της – σφαιρική ίσως κι αυτή επίσης – με τήν προϋπόθεση ότι η σφαίρα ως σχήμα δεν είναι παρά μια αμήχανη εικονοποιΐα σύμπαντος

   αν είναι λοιπόν απολύτως ξεκάθαρο ότι ούτε η «σχολή τής φραγκφούρτης» δεν επρόκειτο να υπάρξει ως σχολή, ούτε η κριτική θεωρία θα είχε καν αυτό τό όνομα, χωρίς τόν χορκχάϊμερ, άλλο τόσο είναι σίγουρο – και ο ίδιος ο χορκχάϊμερ θα ήταν ο πρώτος που θα τό δεχόταν ευμενώς – ότι και η σχολή και η θεωρία δεν θα μπορούσαν να σταθούν αν ήταν ολομόναχος : ο χορκχάϊμερ υπάρχει εξίσου μέσα από τήν επίδραση που άσκησε στον αντόρνο, ο αντόρνο εξίσου μέσα από τά όσα πρόσθεσε στον χορκχάϊμερ, ο μαρκούζε εξίσου μέσα από όσα (ύστερα από τήν εμπειρία (του) τής επανάστασηςκαι) μέσω τής ασυμβίβαστα πολύπλοκης ιδιοσυγκρασίας του πρόσθεσε στον εαυτό του και στους άλλους : είναι όμως πραγματικά πολύ δύσκολο να σκεφτούμε τόν αντόρνο ειδικά χωρίς τόν μπένγιαμιν –

   φανατικοί τής «απελευθέρωσης από τήν κυριαρχία» – πιστεύω τόν μόνο φανατισμό που επέτρεψαν στον εαυτό τους – τά μέλη τής σχολής τής φραγκφούρτης προστατεύοντας σταθερά τήν προσωπική τους ζωή από τά μάτια τού «κοινού τους» πραγματοποιούσαν στο επίπεδο τής ιδιωτικότητας τήν ίδια απέχθεια προς τή μαζική κουλτούρα και τίς εύκολες λύσεις που αποδείκνυαν έμπρακτα στον χώρο τής θεωρίας όταν αρνούνταν να γίνουν εύκολα κατανοητοί. Εκείνος που εξέδωσε τά περισσότερο «προσωπικά» εν πάση περιπτώσει γραφτά όσο ζούσε ήταν ο αντόρνο, κι ήταν ακριβώς αυτός που είχε τήν στενότερη διανοητική επαφή με τόν μπένγιαμιν, ο οποίος μολονότι ανεχώρησε νωρίτατα αυτοκτονώντας στα πυρηναία ήταν εκείνος που είχε προλάβει να γράψει και να εκδόσει ανενδοίαστα, σχεδόν καθαρή, λογοτεχνία. Στην πραγματικότητα μπορεί να πει κανείς ότι όσο ο μπένγιαμιν οφείλει τήν αποφασιστική αποκάλυψη τού μαρξισμού για τή ζωή του σε μια γυναίκα, τιθασσεύοντας έτσι τίς μεταφυσικές του αλματώδεις διαθέσεις, άλλο τόσο ο αντόρνο βρήκε σ’ αυτή τήν ακομπλεξάριστη διπλή υπόσταση τού μπένγιαμιν τόν δρόμο που θα τόν έκανε να αποδεχτεί χωρίς ενοχές τήν (παιδιόθεν) ροπή του προς τήν τέχνη, ύστερα από τήν καταιγιστική εμπειρία τού απελευθερωμένου κριτικού μαρξισμού τόν οποίο απέπνεε, σχεδόν μονόχνωτα, ο χορκχάϊμερ

   τώρα πια έχουμε, μετά τόν εορτασμό τό 2004 στη γερμανία (κυρίως βέβαια) τών 100 χρόνων απ’ τή γέννησή του, όπου εκδόθηκαν άφθονα βιβλία σχετικά με τόν adorno (είτε περί αυτού είτε δικά του), ένα γοητευτικό του κείμενο για τά παιδικά του χρόνια (τίς καλοκαιρινές οικογενειακές διακοπές στο amorbach / Kindheit in Amorbach) που αν δεν μεταφραστεί σύντομα ίσως μεταφράσω εγώ για εδώ κάποια κομμάτια του, σήμερα όμως έχω στα χέρια μου ήδη μεταφρασμένο ένα άλλο γοητευτικό κείμενο – τού μπένγιαμιν αυτό – απ’ τό οποίο μπορώ να παραθέσω αποσπάσματα : πειράματα κυρίως με τό χασίς αλλά και άλλα. Έχει γίνει η σκέψη ότι τέτοιες εμπειρίες είχαν όλοι τους κάποια στιγμή (ή κατά περιόδους), ο μπένγιαμιν όμως όπως φαίνεται ασχολήθηκε σχολαστικά : τίς μελέτησε και τίς κατέγραψε

   πρόκειται για ένα βιβλίο συντριπτικής ειλικρίνειας και συχνά συντριβής : ένα μυαλό που μελετάει τά όριά του με προυστική λεπτολογία και παράλληλα με συχνά σχεδόν αγγλοσαξονικό κέφι

   για τίς υπόλοιπες πληροφορίες σάς παραπέμπω στο ίδιο τό βιβλίο : κυκλοφόρησε πριν δυο μήνες από τίς εκδόσεις «πλέθρον / μαρτυρίες» 
   η μετάφραση είναι τού θεόδωρου λουπασάκη
 

 

   οι άνθρωποι που τώρα μόλις – ή μήπως ήταν πριν δυο ώρες; – μέ είχαν παρασύρει ολόκληρο στη μαγεία τους ήταν σαν να είχαν σβηστεί με σφουγγάρι. «Από αιώνα σε αιώνα τά πράγματα γίνονται όλο και πιο ξένα», σκέφτηκα

   άρχιζε τώρα και τό παιχνίδι που θα βαστούσε για πολύ, αυτό τού να εμφανίζεται με κάθε καινούργιο πρόσωπο μπροστά μου ένας γνωστός μου· συχνά γνώριζα τ’ όνομά του, συχνά πάλι όχι· η αυταπάτη εξαφανιζόταν όπως εξαφανίζονται οι αυταπάτες στα όνειρα, δηλαδή όχι ντροπαλά και συμβιβαστικά αλλά φιλικά και χαρμόσυνα

   κοίταξα τόν κατάλογο, τί άλλα είχε κοντά σ’ αυτό τό πιάτο, σκόπευα να τά παραγγέλνω τό ένα μετά τό άλλο, έπειτα έπεφτε τό μάτι μου σ’ αυτό που βρισκόταν παραπάνω, και παραπάνω, μέχρι που ο κατάλογος τέλειωσε. Κι αυτό όχι μόνο από βουλιμία αλλά κι από μια έκδηλη ευγένεια για τά φαγητά που δεν ήθελα να τά προσβάλω αποκρούοντάς τα

   προχωρούμε, ανακαλύπτουμε όμως προχωρώντας όχι μόνο τούς δαίδαλους τού λαβύρινθου όπου νικήσαμε τόν εαυτό μας αλλά δοκιμάζουμε αυτή τήν ευτυχία τής ανακάλυψης κυρίως στο φόντο εκείνης τής άλλης ρυθμικής μακαριότητας που συνίσταται στο ξετύλιγμα ενός κουβαριού. Μια τέτοια σιγουριά για τό έντεχνα τυλιγμένο κουβάρι που ξετυλίγουμε – μήπως αυτό δεν είναι η ευτυχία κάθε παραγωγικότητας, τουλάχιστον τής πεζογραφικής; Και υπό τήν επήρεια τού χασίς είμαστε δοσμένοι στην απόλαυση, όντα τής πεζογραφίας στο αποκορύφωμα τής δύναμής τους

   δεν υπήρχαν όμως μόνο γνωστοί. Εδώ, στη φάση όπου είχα βυθιστεί βαθιά στο μεθύσι, γλίστρησαν μπροστά μου δύο φιγούρες – μικροαστοί, αλήτες, πού να ξέρω – «ο Δάντης κι ο Πετράρχης»

   οι ντόπιοι εκεί σα να μη μού μιλούσαν ξαφνικά αρκετά καλά γαλλικά. Είχαν μείνει στο επίπεδο διαλέκτου. Τό φαινόμενο τής αλλοτρίωσης που ίσως υπήρχε εδώ και που ο Κράους διατύπωσε όμορφα λέγοντας : «Όσο πιο κοντά κοιτάς μια λέξη, τόσο πιο μακρινή σού φαίνεται», μοιάζει να εκτείνεται και σε οπτικό επίπεδο. Όπως και να ’χει, ανάμεσα στις παρατηρήσεις μου βρίσκω τήν εκπληκτική σημείωση : «Πώς αντέχουν τά πράγματα στα βλέμματα;»

   κοιτάζοντας τά κρόσσια που κυματίζαν στον άνεμο δοκίμασα μια τέτοια ερωτική ευτυχία που πείστηκα ότι τό χασίς έκανε τή δουλειά του. Και όταν θυμάμαι αυτή τήν κατάσταση, θέλω να πιστεύω ότι τό χασίς ξέρει να πείθει τή φύση να μάς επιτρέπει τό σκόρπισμα τής ίδιας μας τής ύπαρξης – αυτό τό οποίο γνωρίζει ο έρωτας αλλά λιγότερο εγωιστικά απ’ αυτόν
   όπως δηλαδή τόν καιρό που αγαπάμε η ύπαρξή μας γλιστράει από τή φύση έτσι όπως γλιστράνε τά χρυσά νομίσματα από τά δάχτυλα που δεν μπορούν πια να τά κρατήσουν και τ’ αφήνουν να τούς πέσουν, για ν’ αγοράσουν με τόν τρόπο αυτόν κάτι καινούργιο : έτσι ακριβώς μάς ρίχνει τώρα εμάς μέσα στην ύπαρξη με τά χέρια της ορθάνοιχτα – χωρίς να μπορεί να ελπίζει τίποτα, ούτε να περιμένει

…………………………………………..

   ποιητικές προφάνειες σε φθογγολογικό επίπεδο : κάποια στιγμή διατυπώνω τόν ισχυρισμό ότι απαντώντας σε μια ερώτηση θα είχα ακριβώς χρησιμοποιήσει τή φράση μεγάλη διάρκεια μόνο αν θα είχα (για να τό πω έτσι) τήν αντίληψη μεγάλης διάρκειας στους φθόγγους και τών δύο λέξεων. Έχω τήν αίσθηση ότι αυτό είναι ποιητική προφάνεια
   αλληλουχία· διάκριση : με τό γέλιο έχεις τήν αίσθηση ότι φυτρώνουν στους ώμους φτερά. Γέλιο και φτερούγισμα συγγενικά … Είναι σαν να χορεύει ο νους στις μύτες τών ποδιών
   σού προκαλεί κατάπληξη πόσο μακροπερίοδος είναι ο λόγος σου. Και τούτο, μαζί με οριζόντια έκταση και (βέβαια) με γέλια

   ο θερμοθάλαμος τής σόμπας γίνεται γάτα

   με δυσφορία και βαρυθυμία παρακολουθώ τίς σκέψεις τών άλλων

   μού φάνηκε όσο δεν λέγεται αφόρητο να κουβεντιάζω για πράγματα πρακτικά, τό μέλλον, τά δεδομένα, τήν πολιτική. Είσαι δέσμιος τής διανοητικής σφαίρας, όπως καθηλώνονται κάποτε αυτοί που έχουν έμμονη ιδέα με τή σεξουαλική : η διανοητική σφαίρα σέ απομυζά

   δυσπιστία απέναντι στο φαγητό

   μια ορισμένη και πολύ τονισμένη συναισθηματική πτώση είναι ότι διαπιστώνεις σε πολλές περιπτώσεις : «δεν είναι δυνατόν να έχεις στα σοβαρά αυτή τήν εμφάνιση»

……………………………………………… 

   αρχίζεις γενικά να παίζεις με χώρους. Η αίσθηση τού προσανατολισμού παραπλανάται

   ο χώρος μεταμφιέζεται μπροστά μας, βάζει πάνω του, σαν να ’ναι ένα κατσαρό πράγμα, τίς φορεσιές τών ψυχικών διαθέσεων

   τά πράγματα είναι μόνο μαριονέτες

   δεν θέλεις να ξεκόψεις απ’ αυτή τήν κόλαση

   η ελπίδα ως προσκεφάλι σου τώρα μόνο αρχίζει να λειτουργεί
   η πρώτη μέθη μού γνώρισε τήν αστάθεια τής αμφιβολίας· η αμφιβολία βρισκόταν, ως δημιουργική απουσία διαφοράς, σ’ εμένα τόν ίδιο. Τό δεύτερο όμως πείραμα έκανε τά πράγματα να μοιάζουν αμφίβολα
   εγχείρηση στα δόντια. Αξιοπρόσεκτη μετάθεση μνήμης. Ακόμη και τώρα δεν μπορώ να ελευθερωθώ από τήν ιδέα ότι τό σημείο τής εγχείρησης βρισκόταν αριστερά 

   η εγγύτητα τού θανάτου διατυπώθηκε για μένα χθες στην πρόταση : Ο θάνατος βρίσκεται ανάμεσα σ’ εμένα και στη μέθη μου
   η εικόνα τής δέσμευσης στον εαυτό μου : κάποια πνευματικά πράγματα «γίνονται από μόνα τους λέξεις», όπως κατά τά άλλα κάνουν, ας πούμε, κάποιοι έντονοι πονόδοντοι κ.λπ. Όλα τά αισθήματα, και προπαντός τά πνευματικά, έχουν μια ακόμη πιο έντονη κλίση και παρασύρουν στο κρεβάτι τους τά λόγια

   ο Μπλοχ ήθελε να αγγίξει τό γόνατό μου. Τό άγγιγμα τό αισθάνομαι ήδη προτού γίνει, τό νιώθω ως εξαιρετικά δυσάρεστη προσβολή τής αύρας μου. Για να τό καταλάβει κανείς αυτό πρέπει να συνυπολογίσει ότι όλες οι κινήσεις μοιάζουν να αποκτούν μεγαλύτερη ένταση και να είναι περισσότερο σχεδιασμένες, και ότι ήδη ως τέτοιες τίς αντιλαμβάνεται κανείς με δυσαρέσκεια
   επίπτωση : ίσως μια κάποια εξασθένηση τής βούλησης. Τό ψυχαναγκαστικό όμως αίσθημα παίρνει τό πάνω χέρι όταν σβήνει η επίδραση. Έχει άραγε να κάνει με τό χασίς, τό γεγονός ότι τήν τελευταία φορά (παρά τή συνηθισμένη κατάθλιψη) η γραφή μου κινούνταν ανοδικά, κάτι που ποτέ άλλοτε δεν είχα ξαναδεί να γίνεται;

   ο συμπότης δεν έχει καλά–καλά ανοίξει τό στόμα του και η απογοήτευσή μας δεν έχει όρια. Τά λόγια του ούτε καν συγκρίνονται με ό,τι θα τού εμπιστευόμασταν με τόση προθυμία χίλιες φορές αν είχε κρατήσει τό στόμα του κλειστό. Μάς απογοητεύει επώδυνα με τό να ξεγλιστράει απ’ ό,τι μεγαλύτερο υπάρχει για να ελκύσει όλα τά μάτια στον κόσμο : από εμάς τούς ίδιους
   όσον αφορά όμως εμάς, όταν εμείς οι ίδιοι ξεγλιστράμε και πηδάμε από τό αντικείμενο τής συζήτησης, τό αίσθημα που αντιστοιχεί στη ρήξη τής επαφής, επί φυσικού επιπέδου, έχει κάπως τήν εξής όψη : αυτό για τό οποίο ακριβώς σκοπεύουμε να μιλήσουμε, αυτό και μάς βάζει συνεχώς σε πειρασμό· ό,τι η πρόθεσή μας φαντάζεται, σ’ αυτό ανοίγουμε ερωτικά τά χέρια. Όμως, δεν τό ’χουμε καλά–καλά αγγίξει και μάς απογοητεύει σωματικά. Τό αντικείμενο τής προσοχής μας μαραίνεται έξαφνα με τό άγγιγμα τής γλώσσας

   κάποιος έβαλε στο χέρι μου, κατά τη σατανική φάση, ένα βιβλίο τού Κάφκα : Παρατήρηση. Διάβασα τόν τίτλο. Τότε, όμως, αμέσως αυτό τό βιβλίο έγινε για μένα ό,τι γίνεται ένα βιβλίο που κρατά ένας ποιητής για τόν πιθανόν ελαφρώς ακαδημαϊκό γλύπτη που έχει αναλάβει να φτιάξει τόν αδριάντα αυτού τού ποιητή. Εντάχθηκε αμέσως στην πλαστική δομή τού προσώπου μου, και έτσι μού υποτάχθηκε κατά τρόπο κτηνώδη και απόλυτο, πολύ περισσότερο απ’ όσο θα μπορούσε να τό κάνει η πιο δυσμενής κριτική
   τά πράγματα όμως εξελίσσονταν και διαφορετικά : σα να μέ κυνηγούσε δηλαδή τό πνεύμα τού Κάφκα και τή στιγμή που μέ άγγιζε να γινόμουν πέτρα, όπως η Δάφνη που τό άγγιγμα τού Απόλλωνα τή μεταμόρφωσε σε δέντρο

…………………………………………..

   σε σχέση με τό προηγούμενο, τό σημερινό μεθύσι αντιδρά όπως ο Καλβίνος απέναντι στον Σαίξπηρ. Είναι ένα μεθύσι καλβινιστών

   εξατμίζομαι από τή γη. Βαθμίδα ενδιάμεση. Ακτίνες νηφαλιότητας

   χθόνιος. Μάς είδα να περνάμε κάτω από μία σκάλα για να πάρουμε, κατά κάποιον τρόπο, τή θέση μας κάτω από τή γη

   έντονο αίσθημα συνέχειας, που μέ κάνει εξαιρετικά ευτυχή : αυτές οι ακτές εκεί κάτω με τόν Άρνο να τίς διαρρέει. Είναι τό ίδιο νερό, μόνο που εδώ λέγεται Σπρέε

…………………………………………..

   γίνεσαι τόσο ευαίσθητος : φοβάσαι μην τυχόν σού κάνει κακό μια σκιά που πέφτει στο χαρτί. Η ναυτία εξαφανίζεται. Διαβάζεις τίς γραμμένες φράσεις στα ουρητήρια. Δεν θα μού έκανε εντύπωση αν κάποιος απ’ όλους αυτούς μέ πλησίαζε. Μια όμως που δεν τό  κάνουν, δεν μ’ ενοχλεί καθόλου. Έχει όμως πολύ θόρυβο για μένα εκεί

…………………………………………….

   ακόμη περισσότερο μπορούμε λοιπόν να τονίσουμε αυτό που τόσο στις δηλώσεις τής Γκ. όσο και στη μνήμη μου έχει μείνει ως πυρήνας αυτού τού πειράματος. Πρόκειται για τά όσα ανέφερα σε σχέση με τήν ουσία τής αύρας. Όλα όσα είπα είχαν μια πολεμική αιχμή κατά τών θεοσοφιστών, η απειρία και η ασοφία τών οποίων μού ήταν στο έπακρο απωθητικές, και αντιδιέστειλα από τρεις απόψεις – μολονότι βέβαια όχι σχηματικά – τή γνήσια αύρα προς τίς συμβατικές τετριμμένες αντιλήψεις τών θεοσοφιστών. Πρώτον, η αύρα εμφανίζεται σε όλα τά πράγματα. Όχι σε ορισμένα μόνο, όπως φαντάζονται οι άνθρωποι. Δεύτερον, η αύρα αλλάζει εξ ολοκλήρου και εκ βάθρων με τήν κάθε κίνηση που κάνει τό πράγμα τό οποίο περιβάλλει. Τρίτον : με κανένα τρόπο δεν μπορούμε να σκεφτούμε ότι η γνήσια αύρα είναι αυτή η τόσο ωραία πνευματιστική ακτινοβόλος μαγεία που φαντάζονται και περιγράφουν τά χυδαία μυστικιστικά βιβλία. Τό χαρακτηριστικό τής γνήσιας αύρας είναι μάλλον τό κόσμημα, ένας κύκλος σαν μενταγιόν που μέσα του βρίσκεται χυμένο τό πράγμα ή τό ον, σαν να βρίσκεται μέσα σε θήκη. Ίσως τίποτα δεν δίνει μια τόσο σωστή ιδέα για τή γνήσια αύρα όσο οι πίνακες τού ύστερου Βαν Γκογκ, όπου σε όλα τά πράγματα – αυτή τήν περιγραφή θα μπορούσες να κάνεις για τούς πίνακες – η αύρα έχει ζωγραφιστεί μαζί τους

   ακόμη πιο αξιοπρόσεχτο είναι, ίσως, ένα κατοπινό φαινόμενο που αναδύθηκε μπροστά μου ακούγοντας τή φωνή τής Γκ. Ήταν η ώρα που είχε πάρει μορφίνη κι εγώ, χωρίς να ξέρω τό παραμικρό για τή δράση αυτού τού ναρκωτικού, εκτός ίσως από τά βιβλία, τής περιέγραψα διεξοδικά και όπως έπρεπε τήν κατάστασή της στηριζόμενος – σύμφωνα με τά όσα ισχυριζόμουν – στον έντονο τόνο τής φωνής της. Κατά τά άλλα, αυτή η στροφή – η παρέκκλιση τού Ε. [egon wissing] και τής Γκ. [gert wissing] στη μορφίνη – ήταν για μένα, κατά μία έννοια, τό τέλος τού πειράματος, όπως και να ’χει όμως και μια αποκορύφωσή του. Τό τέλος, επειδή με τήν τεράστια ευαισθησία που προκαλεί τό χασίς κάθε έλλειψη κατανόησης απειλεί να φέρει τήν οδύνη. Όπως πράγματι υπέφερα εγώ που «οι δρόμοι μας θα είχαν χωρίσει». Αυτή ήταν, δηλαδή, η διατύπωσή μου

   δυο λόγια για τά χαρακτηριστικά τής ζώνης τών εικόνων. Ένα παράδειγμα : όταν μιλάμε σε κάποιον κι εκείνη τήν ώρα τόν βλέπουμε να καπνίζει ένα τσιγάρο, να περιφέρεται στο δωμάτιο κ.λπ., δεν απορούμε που, παρ’ όλη τήν προσπάθεια που καταβάλλουμε μιλώντας του, έχουμε ακόμη τήν ικανότητα να παρακολουθούμε τίς κινήσεις του. Όμως, εντελώς διαφορετικά θα είχε τό πράγμα αν οι εικόνες που σχηματίζονται μπροστά μας τήν ώρα που μιλάμε σε έναν τρίτο προέρχονταν από εμάς τούς ίδιους. Αυτό φυσικά αποκλείεται κατά τήν τρέχουσα συνειδησιακή κατάσταση. Αντίθετα, τέτοιες εικόνες προκύπτουν υποθετικά ή και διαρκώς, παραμένουν όμως τότε ασυνείδητες. Τά πράγματα όμως είναι διαφορετικά στη μέθη τού χασίς. Μπορεί τότε, όπως ακριβώς απέδειξε αυτό τό βράδυ, να υπάρξει μια θυελλώδης παραγωγή εικόνας, ανεξάρτητα από κάθε άλλη σταθεροποίηση και κάθε άλλον προσανατολισμό τής παρατηρητικότητάς μας. Ενώ οι εικόνες που αναδύονται ελεύθερα, και τίς οποίες με κανέναν τρόπο δεν προσέχουμε, μένουν συνήθως ασυνείδητες, υπό τήν επήρεια τού χασίς οι εικόνες προφανώς δεν χρειάζονται ούτε τό ελάχιστο τής προσοχής μας για να παρουσιαστούν μπροστά μας. Μπορεί πάντως η παραγωγή εικόνων να φέρει στο φως πράγματα τόσο έκτακτα και με τέτοια ταχύτητα ώστε, καθαρά λόγω τής ομορφιάς και τής αλλόκοτης υφής αυτών τών εικόνων, να μην μπορούμε να κάνουμε άλλο από τό να τίς παρατηρούμε
   κάθε λέξη που άκουγα από τόν Ε. – όπως τή διατυπώνω τώρα με μια κάποια ετοιμότητα που έχω να αναπαράγω διατυπώσεις τού ίδιου τού χασίς σε κατάσταση διαύγειας – μέ έστελνε λοιπόν σ’ ένα μακρύ ταξίδι. Για τίς ίδιες τίς εικόνες λίγα πια μπορώ να πω. Ήταν τέτοια η τεράστια ταχύτητα με τήν οποία εμφανίζονταν, σε μικρά πάντως, σχετικά, μεγέθη, και εξαφανίζονταν … τείχη, για παράδειγμα, ή θόλοι ή κάποια φυτά

   ένα ανήκουστο κύμα γέλιου ξέσπασε ανάμεσα στους άλλους, όταν μίλησα για τήν «παρακμή τής ζαχαροπλαστικής τέχνης»

…………………………………………..

   κατάθλιψη από τό χασίς, που πάει βαθιά χωρίς να βρίσκει πάτο. Αισθάνομαι σφόδρα ερωτευμένος με τήν Γκ. Παρατημένος έξω από κάθε μέτρο στην πολυθρόνα μου· υποφέρω που είναι μόνη της με τόν Ε. Κι όμως, κατά περίεργο τρόπο τή ζήλευε, απειλούσε συνεχώς ότι θα πηδήσει απ’ τό παράθυρο αν τόν εγκαταλείψει. Δεν τόν άφησε όμως. Σίγουρα υπάρχουν ήδη οι στέρεες βάσεις τής θλίψης μου

   η λύπη μου είναι τέτοια που πρέπει, για να μπορώ να ζω, να αρέσω συνεχώς

   ανεμόμυλοι που γονατίζουν από ένα παιδικό βιβλίο

   οι εικόνες θέλουν μόνο να ρέουν, δεν δίνουν δεκάρα για τίποτα

   η ανάμνηση είναι ένα λουτρό

   ειπώθηκε τότε : «Τό να καρφώνεις σχέδια στον άνεμο είναι μία αθλητικώς σωστή εκδήλωση»

   αργότερα : «Θα ’θελα να γράψω κάτι που να βγαίνει απ’ τά πράγματα, όπως τό κρασί απ’ τά σταφύλια»

 

 

 

περί τής αυτοκτονίας

 

 

περιδιάβαση προς τόν τάφο του στα πυρηναία (επάνω στην πλάκα έχει γραφτεί
η φράση του (από τίς «θέσεις για τήν έννοια τής ιστορίας»,
VII )) : «δεν υπάρχει
κανένα στοιχείο τού πολιτισμού που να μην είναι ταυτόχρονα και στοιχείο τής βαρβαρότητας»

es ist niemals ein Dokument der Kultur, ohne zugleich ein solches
der Barberei zu sein (Geschichtsphilosophische Thesen)

 

 

 

φιλμάκια για τό δοκίμιο τού μπένγιαμιν «τό έργο τέχνης τήν εποχή
τής τεχνικής αναπαραγωγιμότητάς του»

 

 

 

 

 

 

 

 

σύνδεσμοι

ολόκληρο τό «πρωτόκολλο» (στα αγγλικά) για τά πειράματα με χασίς όπιο και μεσκαλίνη που έκαναν (1927 – 1934) ο μπένγιαμιν και οι φίλοι του, μεταξύ τών οποίων ήταν και ο άλλος γερμανός φιλόσοφος ernst bloch 
μια σελίδα για τόν μπένγιαμιν
διεθνής εταιρεία μπένγιαμιν
ο μπένγιαμιν στη wiki ελληνικά, και αγγλικά
βιβλία τού μπένγιαμιν μεταφρασμένα στα ελληνικά
μία μελέτη περί τού βιβλίου στα αγγλικά («Hashish in Berlin : an Introduction to Walter Benjamin’s Uncompleted Work On Hashish») 
για τό βιβλίο επίσης ανάρτηση εδώ

 

 

 

τμήμα τού προλόγου από τήν αγγλική έκδοση τού βιβλίου :

 

  

  

 

  

 

 

 

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: