σημειωματαριο κηπων

Νοέμβριος 27, 2009

gottfried von strassburg

    για έναν συγγραφέα με γνήσιο βάθος γενναίο πλάτος και λαμπερή, γήινη, γλώσσα σήμερα εδώ ο λόγος : 

   « (…) Αχ θε μου έλεος : πώς μέ τρελαίνει αυτό τό όνομα ! Αλλάζει και μπερδεύει τήν αλήθεια με τό ψέμα – μες στο μυαλό μου, και μπροστά στα μάτια μου. Η Ιζόλδη γελάει, τήν ακούν τ’ αυτιά μου, κι όμως ξέρω πού βρίσκεται η Ιζόλδη. Τά μάτια μου που βλέπουν τήν Ιζόλδη, δεν βλέπουν τήν Ιζόλδη. Η Ιζόλδη είναι μακριά μου και κοντά. Φοβάμαι, η Ιζόλδη μέ μαγεύει για δεύτερη φορά. (…) »

    και για ένα έργο που, κλείνοντας φέτος ο χρόνος, συμπληρώνει τά σίγουρα 800 χρόνια τής ζωής του ανάμεσά μας, και πιο μπροστά από μάς :

 
γοδεφρείδου από τό στρασβούργο : τριστάνος και ιζόλδη, 1210 μ. Χ.

Advertisements

Νοέμβριος 23, 2009

[ενημερώσεις] : γλωσσικά

Filed under: ενημερώσεις — χαρη @ 9:38 μμ
Tags: ,

 

μπορείτε να δείτε στο άλλο σημειωματάριο    τών τεχνών μερικές γλωσσικές επεξηγήσεις που θα χρωστούσα να κάνω κι εδώ – αλλά μια και επικοινωνούν τά σημειωματάρια, βολεύομαι στην τεμπελιά μου…

γλωσσικά

  

 

 

Νοέμβριος 21, 2009

κράτημα από αέρα

 

 

Ω
πέστα μου όλα
για τήν Άννα Λίβια. Τά θέλω
όλα να τ’ ακούσω για τήν Άννα Λίβια. Μπα
τήν ξέρεις κι εσύ τήν Άννα Λίβια ; Μα τί λες τώρα,
όλοι τήν ξέρουμε τήν Άννα Λίβια, πέστα μου όλα.
Τώρα πέστα. Θα πεθάνεις αν τ’ ακούσεις.
(Φίνεγκαν)

 

          Να σού πω ένα πράγμα, ήμουνα ευτυχισμένη για μια μέρα. Είδα για μέρες ένα όνειρο κι ύστερα είδα και για μέρες εφιάλτη. Πρώτα η ευτυχία ύστερα η δυστυχία : πρώτα ο παράδεισος μετά η κόλαση : first you feel, then you fall που λέει κι ο φίνεγκαν.  /…/  Πρέπει να τά δέχομαι δηλαδή (και με ευχαρίστηση) όπως εκείνη η κοπέλα στο καράβι που είχε σταθεί (σ’ ένα σημείο τής διαδρομής με αέρηδες) κόντρα στον άνεμο κι είχε αφήσει τόν άνεμο να τήν χτυπάει, πόδια ανοιχτά, χέρια απλωμένα πλάϊ (τό κεφάλι γυρισμένο ψηλά, στον αέρα ή τόν ήλιο) κι είχε αφήσει τόν αέρα να τήν χτυπάει και μ’ αυτόν τόν τρόπο να τήν στηρίζει : τήν κοίταξα πολύ τότε, δεν έπεσε ούτε στιγμή : μία στιγμή που ο αέρας δυνάμωσε (παραπλέαμε ένα νησί απ’ τήν πίσω του μεριά που ’ταν όλο βράχοι) (α, αυτή η διαδρομή μέσα στο αιγαίο, πόσο απαραίτητη μού ήτανε πάντοτε, πιο πολύ απ’ τόν τελικό προορισμό, μ’ όλες της τίς εκπλήξεις : τήν πρώτη φορά τά νησιά ξεφυτρώνανε σαν φιλικά χέρια, συμπληγάδες, σειρήνες–) (ύστερα, θυμάμαι πολλές φορές κοιμόμουνα μες στον υπνόσακκο γιατί τό κατάστρωμα ήτανε γεμάτο κι ο ήλιος πολύς, κι είχα βρει μια άκρη πλάϊ–πλάϊ στο κάγκελο, ψηλά, πάνω ψηλά απ’ τό νερό, και χωνόμουνα όλη μέσα για να γλιτώσω τόν ήλιο, και κάποια στιγμή έλεγα – χωρίς φαινομενικά ιδιαίτερο λόγο – ένα νησί μού ψιθυρίζει τώρα, μάλλον εκείνο τό τριγωνικό μικρό βραχάκι θα είναι, και πέταγα από πάνω τήν κουκούλα, έβγαζα τό κεφάλι έξω, και τό έβλεπα : να περνάει εκείνη τήν ώρα ακριβώς σαν πλέοντας δίπλα μου, απέναντι : ) Αυτήν τήν επαφή με τούς βράχους, τήν έχεις, σού μιλάνε όπως και άλλα πράγματα μερικές φορές : Κατάλαβα αρκετά για τήν φυσική, περισσότερα κι από τό σχολείο, όταν είδα αυτήν τήν κοπέλα να χρησιμοποιεί τόν άνεμο για στήριγμα : Με τόν ίδιο τρόπο που εγώ έβγαζα τό κεφάλι μου από τόν σάκκο (και τό καράβι ήτανε φίσκα, αλλά σιωπηλό, όλοι είχανε αποχαυνωθεί από τόν ήλιο – ακούγονταν μόνο μικρά τιτιβίσματα ψιθύρων καμμένων λες μέσα στο φως, και πιο δυνατά μού μίλησε εμένα ο βράχος πριν από ένα λεπτό είν’ αλήθεια) σ’ εκείνη τήν περίπτωση όμως τότε με τήν κοπέλα αυτή, τό κατάστρωμα ήταν σχεδόν τώρα άδειο, καθόμαστε στα παγκάκια ελάχιστοι και χαζεύαμε κοιτώντας τόν ήλιο ψηλά, και ξαφνικά αυτή η καυτή ανάσα άρχισε να ηχεί και να δυναμώνει, με τόν τρόπο που ζωγράφιζαν τούς ανέμους παλιά : έγινε ένα στρογγυλό καραφλό πρόσωπο αυτή η φλεγόμενη μάζα εκεί ψηλά, φούσκωσε τά μάγουλά του ο ήλιος κι άρχισε να μάς φυσάει όλους του τούς ανέμους μαζί : αρχίσαμε σιγά-σιγά ν’ ανοίγουμε τούς σάκκους μας όλοι και να βγάζουμε κάνα πουλόβερ παραπάνω : κι όλο δυνάμωνε, άρχισε να μάς παίρνει τά μαλλιά, αρχίσαμε να ψάχνουμε να τά μαζεύουμε με κορδέλες μαντήλια για να μπορούμε να βλέπουμε παρ’ όλ’ αυτά : Πάντως κανείς μας σχεδόν δεν κουνήθηκε (ούτε άλλαξε θέση) και συνεχίσαμε να έχουμε τά κεφάλια στραμμένα προς τόν κύριο, ψηλά, επιζητώντας να καούμε και να θαμπωθούμε κι άλλο, αλλά ο αέρας μάς βίτσιζε και μάς έδερνε – μαζί με αλάτι : πονούσε ο πούστης : και τότε αυτή η κοπέλα έκανε αυτό : σηκώθηκε όρθια (περπάτησε με δυσκολία, γιατί αν περπατούσες – ώσπου ν’ ακινητοποιηθείς – ήσουν εντελώς στο έλεός του – τό κόλπο δεν ίσχυε, τίποτα δεν σέ στήριζε τότε) και πήγε, παλεύοντας απαλά μαζί του, και στάθηκε εκεί, στο πιο εκτεθειμένο ακριβώς μέρος : σ’ εκείνο τό σημείο που ’ταν σαν διάδρομος, και που δεν τό προστάτευε κανένα κτίσμα τού καραβιού : ούτε τά τζάμια ούτε τά μέταλα, ούτε τό κουβούκλιο τού μπαρ : στάθηκε ίσια εκτεθειμένη στο σημείο αυτό τού κενού (παραπατώντας λίγο πήγε, και φοβόταν κανείς ότι μπορεί και να ’πεφτε) κι ύστερα ξαφνικά, σαν να ’ξερε ακριβώς τή θέση που θέλει να βρει, στάθηκε στο κενό και γαντζώθηκε πάνω σ’ αυτή τή δύναμη : στερέωσε τά πόδια της καλά, ανοίγοντάς τα όσο μπορούσε περισσότερο, άνοιξε τά χέρια της, ελαφρά απομακρύνοντάς τα απ’ τά πόδια, με τίς παλάμες της ανοιχτές προς τόν άνεμο, και σήκωσε τό κεφάλι ψηλά (όπως κάνουμε όταν έχουμε απέναντι ένα πρόσωπο με τό οποίο μιλάμε και φιλιόμαστε αδιακρίτως) : και μ’ αυτή τή στάση στερεώθηκε πάνω στον άνεμο, και λικνιζότανε μαζί του (με ηδονή, είχε κάτι τέτοιο, αυτό τό ελαφρώς μπρος–πίσω που έκανε, όπως συσπάται η θάλασσα, ή κι εμείς στην πράξη τού έρωτα πάνω) γαντζώθηκε πάνω του, πήγαινε ανεπαίσθητα με τά γούστα του, μπρος–πίσω, τά πόδια ακίνητα αλλά όλη η άλλη παλλόμενη, και δεν έπεφτε : τήν κοιτάζαμε όλοι όσοι καθόμαστε στα παγκάκια νομίζω : εγώ τήν κοίταζα πάντως : ένα σκυλί γαύγισε, και μόνο όταν ο άνεμος έπεσε γύρισε πάλι στη θέση της –

          Λοιπόν ναι αν δεν λικνιστείς έτσι μαζί με τήν κόλαση παραμύθι δεν γίνεται και πρέπει να τά φάω όλα στα μούτρα για να μπορέσω να σταθώ κανονικά – τό ξέρω : δεν ωφελεί να κάνεις κόλπα με τούς ανέμους : (και τό πιο φοβερό είναι η ανηλεότητα κι η μονιμότητα – που τήν υποψιάζεσαι (–στην αρχή–) κι ύστερα πια (σχεδόν) τήν ξέρεις : it happened once, it can happen again, που λέει κι ο φίνεγκαν) – τό ξέρω.  [ Όμως με τόν ίδιο τρόπο δεν θα ξανασυμβεί τό ορκίζομαι : δεν θα ξανασυμβεί στον ίδιο τόπο : έφυγα : έχω ήδη φύγει : δεν έχω καμιά σχέση πια εγώ με εδώ : πατριδικά τους όλα, να τά χαίρονται. ]

 

είν’ ο Φοίνιγας χρυσή μου. Και η
φλόγα του είν’ εδώ
άννα λίβια πλουραμπέλ
  
κάθε απόγευμα στου φωτός τήν ώρα
οπωσδήποτε και μέχρι νεοτέρας διατα–
γής στο Μαγαζί τού Φοινίποδα. (Μπαρ
και λοιπά πάντα ανοιχτά, τό Κλάμπ
τών Εφαιτών στα κάτω διαπτώματα)
φίνεγκαν 
 
 
απόσπασμα από τό μυθιστόρημα μέρες τοπίου
 copyright © 2oo9 hari stathatou for the text, and translations from james joyce’s finnegans wake : all rights reserved
 
 

 

 

                  

Νοέμβριος 15, 2009

παραμύθια

 

claude levi - strauss  κλωντ λεβί - στρως

  

 (στον γιάννη κ.)

      μυθοποίηση αυτή λοιπόν, τού έλεγα /…/, είν’ η ταπείνωση κι ο εξευτελισμός τής μνήμης, απλώς, μόνο : δεν φταίνε τά παιδάκια που δεν ξέρουνε, είν’ έργο τών γονιών τους τό κενό τους : είναι τό έργο κείνων που δεν αγαπήσανε ούτε καν και συμπαθήσανε τά πρόσωπά σας δηλαδή ούτε καν στις δίκες σας, αλλά που πάτησαν μετά γενναία από πάνω, για να κατασκευάσουνε τά παραμύθια τους : ότι υπήρξαν κάποιοι άλλοι διαστημικοί που δεν φοβήθηκαν, ώστε και να τρομοκρατούνε αυτοί έτσι τά παιδιά τους : όπως παλιά όταν τούς έλεγαν, Φάε τό φαΐ σου γιατί θα έρθει ο μπαμπούλας ή ο δράκουλας ή ο λύκος ή ο αστακός. Και για να μην τά ισοπεδώνουμε τά πράγματα, είναι αλήθεια  ότι υπάρχουνε πραγματικά φόβοι και φόβοι : ήτανε άλλος δηλαδή ο φόβος που εσένα ασφαλώς σέ τύλιγε, τότε που ήξερες τί είν’ αυτό που σέ περίμενε. Και μολονότι τό ’τρεμες δεν σέ σταμάταγε αλλά πηδούσες από πάνω του όπως πηδάγαμε και στις φωτιές τού αη-γιάννη. Κι είν’ άλλος ύστερα ο φόβος τών γελοίων αυτών, που είναι φόβος μόνο προς τά μέσα : φόβος μην τύχει, και γινόταν τίποτα, και καταλάβουν δηλαδή τόν φόβο τους : ο φόβος κι η τρομάρα για τόν φόβο : κι η μυθοποίηση που εσύ φοβάσαι τόσο (και σιχαίνεσαι) προέρχεται απ’ τό ότι νόμιζαν, μέσα στον φόβο τους, ότι θα γίνουν και αυτοί λίγο γενναίοι, κι ότι θα λέγαν λίγο ευχαριστώ αν λέγανε εκείνες τίς αρλούμπες που σ’ εκνεύριζαν : αν πουν τή λέξη ήρωες κι αν χρησιμοποιήσουν τέτοιες λέξεις : Ναι, αυτό είναι ακριβώς,  νομίζουν ότι λεν Ευχαριστώ διότι δεν ξέρουνε ότι τά λόγια δεν παρέχουν καμιάν άφεση (αμαρτιών), δεν είναι δηλαδή συχωροχάρτια :  Διότι δεν ξέρουν ακριβώς  ότι η αχαριστία δεν αλλάζει σε ευχαριστία ποτέ αν τής αλλάξεις μόνο ένα γράμμα : αλλά ότι λες ευχαριστώ μόνο μ’ ολόκληρο τό σώμα σου, κι ότι απ’ τό στόμα μόνο οι λέξεις δεν σού δίνουν άφεση καμία. Κι ότι ευχαριστείς, μονάχα αν πας και κάνεις ό,τι έκανε εκείνος τόν οποίον ευχαρίστησες, και ότι για να ευχαριστήσεις κάποιον δεν χρειάζεται άλλο, παρά να γίνεις μόνο ίδιος και εσύ μαζί του : κι ότι αν κάποιος βελτιώσει τή ζωή σου, δεν τόν ευχαριστείς παρά μονάχα βελτιώνοντας μία ζωή κι εσύ :  κι ότι, αν κάποιος  λες πως σ’ ελευθέρωσε, δεν τόν ευχαριστείς παρά μονάχα αν κι εσύ ελευθερώσεις : κι ότι, αν κάποιος λες πως σέ βοήθησε, κι έτσι δυο βήματα προχώρησες, δεν τόν ευχαριστείς παρά μονάχα αν κάνεις άλλους να βαδίσουν : σαν συγγραφέας που ασχολούμαι με τά άηχα από μικρή (καταραμένο επάγγελμα στ’ αλήθεια) έχω ένα κύρος και πολύ λυπητερό, όταν στο λέω, και με τό χέρι στην καρδιά τώρα αυτό εγώ : Τά λόγια είναι φτηνά κι αγύρτικα και ψεύτικα, και είν’ αγύρτικη και ψεύτικη αυτή η εμπιστοσύνη όλου τού κόσμου προς τά λόγια : αυτή η πεποίθησή του δηλαδή – και ο θεός τους να τό μετατρέψει με τήν ευλογία του σε πεποίθηση – πως λένε ένα ευχαριστώ και ξεμπερδεύουν –

 

η τζούλια μου όταν στα μετάξια προχωράει
πόσο, τότε μού φαίνεται γλυκά κατρακυλάει
η υγροποίηση απ’ τά ρούχα που φοράει
( robert herrick 1591-1674 )

 

   Ξέρεις, τού λέω, τί θα πει μυθοποίηση ; Η μυθοποίηση είναι η υγροποίηση τών ψεμμάτων σε μετάξι : Οι μύθοι είναι μια προσπάθεια να δικαιολογηθείς και να σωθείς, ενώ ξέρεις ότι δεν δικαιούσαι τέτοια σωτηρία : αυτή η παραλογία είναι μέσα στην πιο βαθειά ουσία τής κατασκευής τών μύθων : άμα τούς εξετάσεις λογικά, όλοι αναλύονται σε απολύτως τρελές σκέψεις : τούς είδαμε άλλωστε πώς τούς κατασκευάζουνε στα χρόνια μας : μπροστά στα μάτια μας τά είπανε : δεν ντρέπονται κιόλας : όμως αυτή ακριβώς η κρυμμένη απάτη, είναι και η σωτηρία τού μύθου, αυτό που φωτογραφίζει δηλαδή τόν μύθο στην πιο αναπάντεχη ώρα, και αποκαλύπτει ότι έχει και ένα κουκούτσι αλήθειας μέσα του : μόνο έτσι χρησιμεύει : ως ψέμμα που λέει διάφανα τήν αλήθεια του : ο μπαμπάς μου ως νομικός είχε να τό λέει για τήν υπεράσπιση ενός κακομοίρη, που για να σώσει τόν πελάτη του είπε τό καταπληκτικό κάποια στιγμή Και όπως αποδείξαμε κύριε πρόεδρε, τό πρόσωπο για τό οποίο κατηγορείται ο πελάτης μου, όχι μόνο είναι ανύπαρκτο, αλλά δεν ήτανε ούτε καν ανηψιά του, ήτανε θεία του : αυτό προσπαθεί ακριβώς λοιπόν να κάνει και ο μύθος μας : να παίξει σε όλα τά ταμπλώ : γελάς ε ; ναι, να εξασφαλιστεί από παντού : προ ουδενός ορρωδεί και ουδενός δεν φείδεται : ο μύθος είναι ανερυθρίαστος παιδί μου : γελοίος, καταγέλαστος, κι όμως, πρόσεξε, από μία κατάσταση αν σπάσει ο διάολος τό ποδάρι του, και διασωθεί μόνο ο μύθος της, γίνει ας πούμε ένας σεισμός ή καταποντισμός τώρα εδώ, και βυθιστεί όλη η ξηρά μέσα στη θάλασσα, (αρχαία διαδικασία, ξανάγινε ήδη στα νερά αυτά, δεν λέω απιθανότητες – αλλά μακριά απ’ τόν κώλο μας βεβαίως), και από όλη τήν ανθρώπινη ιστορία σωθεί λοιπόν μονάχα τό μπλοκάκι με τίς σημειώσεις μιας ηλίθιας, ένας μετρίως ευφυής διαστημικός θα μπορέσει και πάλι να βγάλει κάτι που θα ’ναι πολύ κοντά στην αλήθεια (και για όλους μας) (εφόσον θα δει χωρίς υστεροβουλίες φυσικά και άλλα συμφέροντα) (όσο γίνεται) : Άκου τώρα να σού πω κι ένα άλλο να γελάσουμε, που βρίσκεται ακριβώς στα πρόθυρα πλέον τής κατασκευής τού μύθου, τί πρόθυρα, έχει μπει μέσα πια για τά καλά, στο ίδιο τό κυρίως δωμάτιο, και στο σαλόνι κάθεται τού μύθου :  τό άκουσα μια μέρα με τ’ αυτιά μου από ένανε που ’χε διάθεση ένα βράδυ για συζήτηση, – Ξέρετε, λέει στον φίλο μου – ήτανε η δεκαετία τότε, που τά παιδιά τού σωλήνα είχανε μόλις αρχίσει να σκάνε μύτη, και αυτό ήτανε κάτι καινούργιο που τούς ανησύχησε, όπως αργότερα δηλαδή και πολλά άλλα – Η πρόταση που είπε αυτός ο περιπτεράς λοιπόν, πρόσεξε τώρα τί ωραία που ενσωμάτωσε παλιά και νέα δεδομένα ανήσυχα, ώστε να δημιουργηθεί ένα νέο σύνολο όσο πια γίνεται πιο ασφαλές, κι ακίνητο και απολύτως βλακωδέστατο και πάλι :

   – Ξέρετε, τού λέει, κύριέ μου ότι ο σατανάς υπάρχει ; Βεβαίως και υπάρχει διότι τό λέει ο άγιος ιωάννης στην αποκάλυψη, και είναι τό πρώτο παιδί τού σωλήνα, που γεννήθηκε από μία πόρνη και από έναν σκύλο μετά συγχωρήσεως. Γέλα, αλλά ξέρεις όμως τί έξυπνο που είναι αυτό ; Δείχνει θαυμάσια όλα τά στοιχεία τού μύθου :

   Πρώτος απαραίτητος όρος δηλαδή, η σύνδεση τών στοιχείων μεταξύ τους να είναι αναγκαστικά χαλαρότερη από τήν διακαή μας επιθυμία να συμπλεχτούν όλα τά στοιχεία μαζί που μάς ενδιαφέρουν : Αφού συμφωνήσουμε λοιπόν σ’ αυτό, μετά θα συμφωνήσουμε ότι και η ίδια η σύμπλεξη, έχει φυσικά τό ενδιαφέρον της. Ο τρόπος σύμπλεξης μπορεί να είναι από αρκετά αδέξιος δηλαδή έως σχεδόν πράγματι καλλιτεχνικός, όμως αυτό που αποτελεί τό κατεξοχήν τότε ασυνείδητο και σπουδαίο στοιχείο τού μύθου, αυτό που οδηγεί δηλαδή κατευθείαν στην αλήθεια του, είναι η προσπάθειά του να πει ένα ψέμμα που κάποιους ζωντανούς θα σώσει : η αλήθεια δηλαδή τού μύθου προέρχεται από τήν ανάγκη του να πει οπωσδήποτε ένα ψέμμα. Κι αυτό μόνο διότι η αλήθεια πονάει : αν βρει λοιπόν ο διαστημικός μας ο γιατρός τό κλειδί γι’ αυτόν τόν πόνο, εκμαιεύει και τήν αλήθεια ανώδυνα : οι άνθρωποι ποτέ δεν λένε ψέμματα ξέρεις από αγάπη για τό ψέμμα : τό αντίθετο συμβαίνει : αν είσαι σε θέση να αποκρυπτογραφήσεις τό είδος τού πόνου που ξορκίζεται κάθε φορά, μπορείς να οδηγηθείς δηλαδή στην πραγματικότητα : μόνο αν νομίζεις ότι τούς αρέσουν τά ψέμματα θα μείνεις κι εσύ στο ψέμμα : Όμως μην γελιέσαι, η αλήθεια είναι ηδονική, ακριβώς διότι οδηγεί σε μία φύση : κι εκεί βρίσκεται τό μυστικό για τήν καλλιτεχνικότητα ας πούμε, όπως φαίνεται εξωτερικά, τών μύθων : προσπαθούν να παρηγορηθούν μ’ αυτήν τήν μεταφύση για τήν φύση που χάσανε : στη βάση τών κατασκευών βρίσκεται η επιθυμία για ανάκτηση κάποιου είδους μνήμης – χωρίς πόνο όμως : θέλουν μ’ άλλα λόγια όλοι τους να κάνουν ομελέτα χωρίς να σπάσουν αυγά : αυτό, θα ’λεγε ένας διαστημικός, ότι είναι τό πιο γενικό συμπέρασμα που θα ’βγαινε ας πούμε από τή φυλή η οποία κατοικεί σ’ αυτόν τόν πλανήτη : ο πλανήτης δηλαδή αυτός δεν τρώει ποτέ αυγά μάτια. Ούτε αυγά βραστά. Τρώει μόνο ομελέτα χωρίς αυγά. Σκορδαλιά χωρίς σκόρδο. Σαγανάκι χωρίς τυρί. Κατάλαβες ; Μη μού λες τώρα λοιπόν ότι σέ πειράζει που σέ κοιτάζουνε με μισό μάτι κι ότι ο ποδογιατρός δεν κατάλαβε αυτά που τού είπες για τίς πατούσες σου κι ότι σέ κοίταξε με μισό μάτι γι’ αυτά που τού είπες για τίς φυλακές, και που αυτή εδώ η κυριούλα λέει αρλούμπες, και που τά παιδιά της δεν ξέρουνε τίποτα από τήν αλήθεια : Μα δεν σέ κοιτάζουν χρυσό μου με μισό μάτι – απλώς δεν μπορούνε να σέ δουν, κατάλαβες ; Πονάει αυτό, δεν τό καταλαβαίνεις ; Γιατί, αν δουν εσένα πρέπει να σπάσουν τούς καθρέφτες τους μετά : είναι τό ίδιο με τούς παπάδες και τό άγαλμα τού μπρούνο :  αν δούνε τά λουλούδια ν’ ακουμπάν γαλήνια πάνω του, αυτοί νομίζουνε ότι θα δούνε ξαφνικά τήν κόλαση η οποία τούς περιμένει : κι έχουμε να κάνουμε και με παπάδες, που πιστεύουνε στην κόλαση, ε ; Δεν φοβούνται τά λουλούδια σ’ ένα άγαλμα λοιπόν, τήν φωτιά στο σώμα τους φοβούνται, κατάλαβες ; Δεν τολμούν να ζήσουν αυτό που κάναν στον άλλον, τόσο χέστηδες, ούτε καν στον ύπνο τους δεν τολμούν να τό ζήσουν : δεν σέ κοιτάζουν λοιπόν χωρίς να σέ βλέπουν : σέ βλέπουν καλά : δεν σέ ξέχασαν : απλώς δεν μπορούν να σέ φτάσουν : ου μαν εκλελάθοντ’, αλλ’ ουκ εδύναντο επίκεσθαι, που λέει κι εκείνη η αρχαϊκιά.

   Θα έχεις τήν αίσθηση ότι ζεις ανάμεσα σε αχάριστους πάντα λοιπόν, αν δεν αποκτήσεις κι εσύ τήν επίγνωση ότι ζεις απλούστατα ανάμεσα σε ανθρώπους που σέ φοβούνται πολύ : περισσότερο απ’ ό,τι σέ φοβηθήκανε ποτέ οι βασανιστές σου θα έλεγα : Για τή μνήμη μιλάμε εδώ : και μια και μιλήσαμε πριν για τόν μπρούνο, πρέπει να ξέρουμε να μιλάμε για τήν μνήμη σωστά. (Μέ κοιτάει με τά χρυσαφένια του μάτια φωτισμένα, πελώρια : είναι, πάνω στην άμμο, σαν ένα παιδί : ) Κάνεις λοιπόν λάθος, τού λέω, κανείς δεν σέ ξέχασε, και κανείς δεν ξεχνάει, και κανείς δεν θα ξεχάσει ποτέ, ούτε εσάς, ούτε τόν άπειρο φόβο που ξεπεράσατε και πηδήξατε πάνω του : (όπως στις φωτιές τού άη-Γιάννη : ) δεν μπορούνε να φτάσουν εκειπέρα απλώς, παρά μόνο λέγοντας αυτές τίς αηδίες περί ηρώων.

απόσπασμα από τό μυθιστόρημα μέρες τοπίου
αρχαϊκιά : η σαπφώ
 

       


copyright © 2oo9 hari stathatou for the text and translation : all rights reserved
copyright © για τό αρχίγραμμα :
floral punch craft association (μέσω picsearch)
 

           

Νοέμβριος 13, 2009

επικήρυξη από άμφισσα

 

 

    δελτίο ειδήσεων σήμερα : που ασχολείται με τό έργο τέχνης που είναι η ζωή μερικών ανθρώπων, τέτοιο ας πούμε έργο είναι η στάση ενός αγοριού μπροστά στον οπλοφόρο που τό απειλεί, όπως τέτοιο έργο είναι και η φράση «και τί θα κάνεις, θα μέ σκοτώσεις ;» που προηγείται τού πυροβολισμού. Τό ίδιο έργο ξετυλίγεται καθώς παίρνουμε τίς ελάχιστες πληροφορίες για έναν χρόνο από τά επίσημα μέσα για τή μετά θάνατον νέα ζωή τής Κωνσταντίνας Κούνεβα – και όσο πιο πολιτισμένη και ήρεμη είναι εκείνη στη συνέντευξη που δίνει ας πούμε προχτές, τόσο πιο απολίτιστη και κακιά αισθάνομαι εγώ, χωρίς καμία διάθεση να κατανοήσω σε βάθος τήν ψυχολογία τών δραστών, όπως μπόρεσε να κάνει (υπερβολικά ήρεμα) εκείνη : φυσικά τά λόγια της όπως γράφονται στο κάτω μέρος τής οθόνης είναι ανύπαρκτα χωρίς τόν ήχο και τής (βαθιά) πολιτισμένης φωνής, και τού (απίστευτα) όμορφου γέλιου, και τού βαθιού και ασύλληπτου ρόγχου που έβγαινε κάθε δύο δευτερόλεπτα από τόν κομμένο λαιμό – αυτό τό αυτοσχέδιο όμως συμπίλημα φωτογραφιών παρμένων απ’ τήν τηλεόραση είναι απλώς ένα προσχέδιο που τό ανεβάζω τώρα με αφορμή μια άλλη είδηση – και θα επανέλθω στη φωτογράφηση, μολονότι είμαι σίγουρη ότι τό βίντεο με τήν συνέντευξη θα κυκλοφορεί.
 
    αλλά συνδέονται τά δυο πράγματα – γιατί θα μπορούσε να υπάρξει μεγαλύτερο μάθημα κατά τού φόβου όσων τρέμουν μια δίκη που θα τιμωρήσει τόν δολοφόνο ενός παιδιού στα μέρη τους, από τήν κουβέντα μιας γυναίκας που προγραμματίστηκε από έναν δολοφόνο να καεί : «τούς λυπάμαι, αυτοί οι άνθρωποι είναι τόσο φοβισμένοι» και : «ο φόβος είναι πολύ κακό πράγμα» ; και : «αν χρειαζόταν πάλι τά ίδια θα έκανα» ;

    θέλω όμως, για προσωπικούς μου λόγους, να πιστεύω πως ο οίκτος της απευθυνόταν μόνο στόν φυσικό αυτουργό τού βιτριολισμού, και όχι τόν εντολοδόχο του – αυτόν που οι αρχές ξέρουν σε ειδικές περιπτώσεις να βρίσκουν αμέσως, τόν ηθικό αυτουργό τού εγκλήματος δηλαδή (κατά σύμπτωση η ετοιμότητα να βρεθεί ο ηθικός είναι εξαιρετική όταν έχει θηλυκό άρθρο μπροστά τό επίθετο – είτε για φόνο πρόκειται όπως στην περίπτωση τής Κολιτσοπούλου (τήν θυμάστε;) είτε ακόμα και για αυτοκτονία (η τερατώδης προφυλάκιση ηθικής αυτουργού σε αυτοκτονία άλλου είναι πολύ πρόσφατη για να μην τήν θυμόμαστε όλες) .

    όμως με τήν ευκαιρία τής σημερινής (σωστής) απόφασης τής νέας κυβέρνησης να επικηρύξει όσους επιχείρησαν να κάψουν ζωντανή τήν κυρία Κούνεβα μού γεννιέται ακριβώς εμένα τό ερώτημα : η επικήρυξη αφορά μόνο τόν φυσικό αυτουργό, ή και τόν ηθικό ; Γιατί εδώ έχουμε οπωσδήποτε ένα παράδοξο : τόν φυσικό αυτουργό φυσικά και δεν τόν ξέρουμε αφού η αστυνομία δεν έκανε τή δουλειά της και προτίμησε να μην τόν βρει ώστε τώρα δικαίως για να τόν βρούμε να πρέπει να δώσουμε ένα εκατομμύριο, και καλά  θα κάνουμε. Στην περίπτωση όμως τού ηθικού αυτουργού, εάν ισχύουν και για τήν ανακάλυψη αυτουνού τά ίδια, τό ποσό πιστεύω ότι πρέπει να πάει από τώρα στην κυρία Κούνεβα διότι είναι η μόνη η οποία από τήν αρχή με επιμονή, υπομονή κατανόηση και ψυχραιμία τόν υπέδειξε : και εξακολουθεί να τόν υποδεικνύει και στή συνέντευξη που έδωσε προχτές, δεν έχει ταλαντευτεί ούτε στιγμή – ο άνθρωπος βλέπετε τήν απειλούσε – που να φανταζότανε ότι θα επιζήσει τής πυράς – εξάλλου και ο κόσμος τήν πιστεύει και τήν πίστεψε από τήν πρώτη στιγμή, τό φώναξε και τό φωνάζει και τό γράφει με κάθε τρόπο : αλλά δεν είναι αυτό φυσικά απόδειξη – ούτε επαρκής, σε μια δίκαιη δίκη, λόγος : όμως ο ηθικός αυτουργός που απειλεί και φοβερίζει και προειδοποιεί, απ’ τήν στιγμή που τό θύμα του τά κατάφερε σε πείσμα όλων τών προβλέψεων να επιζήσει, είναι αυτός που τό θύμα υποδεικνύει – μην τρελαθούμε κιόλας. Και, εν πάση περιπτώσει, ας γίνει και μια σοβαρότερη έρευνα εκεί στην περιοχή τής εργοδοσίας αφού η κυρία Κούνεβα επιμένει – εγώ πιστεύω πάντως ότι τό εκατομμύριο τό έχει ήδη κερδίσει. 

 

CH 22_20091112_0720(8)

  

MEGA T_20091108_1131(9)

 


 

  



   

 

    και γω είμαι σίγουρη ότι αυτός είναι στο τέλος τού δρόμου του τώρα, όσο σίγουρη είμαι και για τό ότι η Κωνσταντίνα Κούνεβα είναι στη μέση, για να μην πω και στην αρχή της ξανά.

    όμως η απόφαση (από τήν άλλη) να μην δικαστεί ο δολοφόνος τού Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου στην αθήνα, μού φαίνεται (θα μού πείτε, συνειρμούς που κάνω) ότι μοιάζει με κείνη τήν απόφαση τού Μητσοτάκη να ξαναφορέσουμε ποδιές (τήν θυμάται καμιά από εκείνα τά κορίτσια που ‘χανε διαδηλώσει τότε – σήμερα; –) διότι «χωρίς ποδιά αναδεικνύονται οι ταξικές διαφορές ανάμεσα στα παιδιά» : και φυσικά ταιριάζει γάντι κι εδώ η φράση τής κυρίας Κούνεβα : «ο φόβος είναι πολύ κακό πράγμα». Χαρακτηριστική ελληνική και λεβέντικη συμπεριφορά μού φαίνεται, να μη θέλει κανένας δήμος να γίνει η δίκη στα χωράφια του : Προβλέπουν, λέει, φασαρίες. Και λοιπόν ;

    οι φασαρίες θαν’ αλλιώτικες αν κουκουλωθούν στην επικράτεια άλλου δήμου απ’ τόν δικό μας ; ή θα ποντάρουμε στην άλλη ποδίτσα, τή γεωγραφική απόσταση που θα εμποδίσει τά πλήθη τών ενδιαφερομένων να πάνε στην άμφισσα ; κι αν αυτή η απόσταση εμποδίσει και τούς μάρτυρες να καταθέσουν – όπως – μέσα στ’ άλλα της επιχειρήματα – υποστηρίζει η μητέρα τού Αλέξανδρου, δεν πειράζει ε; Φτάνει ο θυμός για τόν φόνο ενός παιδιού να ‘ναι μακριά απ’ τόν κώλο μας – όπως ακριβώς και οι χωματερές : αυτή είναι η λειτουργία τών δήμων στην ελλάδα – κατά τ’ άλλα καμαρώνουμε που πρώτο συνθετικό είν’ ο δήμος για τή λέξη δημοκρατία. Κάτι τέτοιες ώρες τή σιχαίνομαι αυτή τή γλώσσα.

 

  

  

 

  

 

    όσο για τήν αξιολύπητη εμφάνιση τού Κούγια στην τηλεόραση τού άλφα χτες (μόνο άλφα και σκάϊ απ’ όσο εγώ τουλάχιστον κατάλαβα ασχολήθηκαν – και με τά δύο θέματα) καλύτερα να μην επεκταθώ και μού χαλάσει περαιτέρω τό κέφι : θα ζητούσα φυσικά πολύ μεγάλη καλλιγραφία, θάρρος, ή ετοιμότητα στην καλύτερη περίπτωση πνεύματος, από τόν δημοσιογράφο στον οποίο έδινε ο δικηγόρος συνέντευξη, ώστε όταν εκείνος επέμενε  «δεν θέλησα ποτέ να τόν θίξω» και αμέσως μετά τό συμπλήρωσε (κουτοπόνηρα αμέσως μετά) και με ένα «και δεν τόν έθιξα κιόλας»  ο άλλος να μην τό αφήσει να περάσει έτσι, λες και εκείνη τή στιγμή ακριβώς ο Κούγιας δεν είχε ξανανοίξει τόν οχετό του και δεν ξανάβριζε. Αλλά τί να πεις, τά ‘πε όλα τελικά εκείνη η κοπέλα που μίλησε για τή λάθος σφαίρα σκέφτομαι παραλογιζόμενη μερικές φορές.

 

 

 

  

    

     καινούργιες ειδήσεις τέλος. οι παλιές, έπονται.

 

 

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: