σημειωματαριο κηπων

Ιανουαρίου 21, 2013

τό μαντήλι κόμπος ο φρόϋντ και ο τζορντάνο μπρούνο

.

 

.

   ένα από τά βιβλία που πήρα για τίς γιορτές ήταν δώρο για μένα και τό ίδιο τό γεγονός ότι εκδόθηκε : είναι η «τέχνη τής μνήμης» τής φράνσις γαίητς, μιας γυναίκας τήν οποία θαύμασα για τό βιβλίο της «ο τζορντάνο μπρούνο και η παράδοση τού ερμητισμού» που δυστυχώς δεν έχει μεταφραστεί ακόμα. Τό βιβλίο για τό οποίο μιλάω σήμερα μεταφράστηκε ευτυχώς από τόν άρη μπερλή και βγήκε τό 2012 από τό μορφωτικό ίδρυμα τής εθνικής τράπεζας σε μια καθόλα προσεκτική τυπογραφικά μεταφραστικά και αισθητικά έκδοση.

   θα πω λίγα σήμερα, καθώς δεν τό έχω τελειώσει ακόμα (στην πραγματικότητα τό έχω μόνο ξεφυλλίσει και έχω διαβάσει μερικά κομμάτια για τόν μπρούνο, αλλά κυρίως έχω χαζέψει τήν εικονογράφηση) : οι σκέψεις μου για τό θέμα τής «μνημοτεχνικής» προέρχονται λοιπόν κυρίως από τό άλλο βιβλίο τής γαίητς που είπα παραπάνω, και τώρα με τήν αφορμή αυτού τού δεύτερου συστηματοποιούνται περισσότερο, επομένως τό σημείωμα αυτό θα ’χει να κάνει βασικά με κάποια δικά μου ζητήματα σχετικά με θέματα μνήμης.

.

.

   υπάρχει ένας ογκόλιθος που ορθώνεται μπροστά μας σε σχέση με αυτή τή λέξη, κι αυτός ο ογκόλιθος είναι στην πραγματικότητα όχι βουνό και ύψωμα αλλά βάραθρο και χάσμα : για μάς σήμερα, που ζούμε μετά τήν ανακάλυψη τής ψυχανάλυσης, η λέξη «μνήμη» πρέπει να κάνει πολύ μεγάλο άλμα για να συναντήσει τό νόημα που είχε κατά τήν αναγέννηση, τόν μεσαίωνα, και τήν αρχαιότητα. Η γαίητς εντοπίζει τό χάσμα στην εφεύρεση τής τυπογραφίας, κι αυτό είναι σίγουρα ένα χάσμα που προηγήθηκε : Όμως ενώ η αλλαγή που ’φερε η τυπογραφία στο ζήτημα τής μνήμης (και σίγουρα η μεγαλύτερη ακόμα αλλαγή που έφερε στο θέμα τής μνήμης ο ηλεκτρονικός υπολογιστής) είναι πράγματα που διαρρηγνύουν τή σχέση μας σχεδόν ολοσχερώς με τή μνήμη, η ψυχανάλυση ξαναμπλοκάρει αυτή τή σχέση με τόν πιο αναπάντεχο τρόπο : όχι ποσοτικά πια, αλλά ποιοτικά και εσωτερικότερα : Γιατί, ενώ στην πραγματικότητα η «τέχνη τής μνήμης» στους παρελθόντες από τήν αρχαιότητα αιώνες αφορά τήν απομνημόνευση κειμένων – και πήρε φιλοσοφικές διαστάσεις αργότερα (ο μπρούνο αποτελεί τήν κορύφωση αυτής τής σύνδεσης – με τή φιλοσοφία δηλαδή), στην εποχή που ζούμε εμείς σήμερα η ιστορία τής μνήμης (φαίνεται να) σχετίζεται αποκλειστικά με άλλα πράγματα

   (τό περίεργο είναι ότι βρήκα μια αναφορά για τή μνήμη, σε σχέση με τήν παιδική ηλικία, σε κάποιον αρχαίο)

   θυμάμαι λοιπόν ότι ως παιδί διασκέδαζα αφάνταστα με τά πονηρά κόλπα τών γυναικών τού σπιτιού για να θυμούνται πράγματα – τόν κόμπο στο μαντήλι, ή τήν αλλαγή τής θέσης τής βέρας : και τό αποκορύφωμα ήταν τά τρανταχτά γέλια όλων στη θέα κάποιας γιαγιάς ή μαμάς ή θείας να πηγαινοέρχεται εκνευρισμένη πάνω–κάτω στο σπίτι, λύνοντας τό μαντήλι ή ψαύοντας τά δάχτυλα και μονολογώντας στενοχωρημένη : γιατί τόν έδεσα αυτόν τόν κόμπο τώρα, τί ήθελα να θυμηθώ;

   υπάρχει κάτι που τώρα μού φαίνεται σχεδόν τραγικό, αλλά τότε ήταν αστείο : τό γεγονός ότι για μάς τά παιδιά η δυσκολία τών μεγάλων (και η πρόβλεψή τους γι’ αυτή τή δυσκολία) να θυμηθούν πράγματα, φαινόταν αφύσικη – και σχεδόν κάτι σαν αρρώστια ή βίτσιο – αλλά αρρώστια ήταν η καταλληλότερη λέξη, σ’ αυτήν είχαμε πέσει μέσα –

   ή κάτι άλλο (που μάς ενώνει αναπάντεχα με τήν «μνημοτεχνική» και τόν μπρούνο) :  – Πού τό άφησα; έλεγε ένας βασανισμένος μεγάλος, κι ύστερα πήγαινε στο άλλο δωμάτιο : «Από δω ξεκίνησα» (εξηγούσε) : και όντως, μ’ αυτή τή βόλτα σε άλλους χώρους, ξαφνικά θυμόταν :

   χωρίς να τό ξέρουν (υποθέτω) χρησιμοποιούσαν όμως τήν «αρχιτεκτονική» μέθοδο μνημοτεχνικής, που λέει και τό βιβλίο : σύνδεση ιδεών, εικόνων και λέξεων με χώρους

   στην προσωπική μου ζωή τό θεώρησα μεγάλο κατόρθωμα, τό ότι κάποια στιγμή θυμήθηκα πως χρησιμοποιούσα κι εγώ ένα κόλπο : επειδή δεν τά πάω καλά με τούς αριθμούς, ανακάλυψα κάποια στιγμή ότι, όταν ήθελα να θυμηθώ πράγματα (πρόσωπα και γεγονότα) σχετικά με μια χρονολογία, είχα αυτόματα βοήθεια ανασύροντας από τό παρελθόν χώρους : τήν τάδε εποχή ήμουν εκεί, άρα για να ’μαι εκεί, δεν μπορούσε να ’χει συμβεί αυτό, αλλά αυτό. Δεν μπορεί να ’ταν αυτός παρών, γιατί αυτός δεν έχει μπει ποτέ σ’ αυτό τό σπίτι – άρα αυτό συνέβη όταν άλλαξα – άρα μετά τό χίλια εννιακόσια τόσο

   σε γενικές γραμμές, θυμήθηκα επιπλέον ότι, χρησιμοποιούσα τήν αρχιτεκτονική μέθοδο μνημοτεχνικής (έτσι ονομάστηκε δηλαδή από τόν κοϊντιλιανό όπως λέει τό βιβλίο) στις εξετάσεις τού σχολείου για να θυμάμαι ημερομηνίες στην ιστορία : Επειδή ουσιαστικά στο σχολείο δεν μαθαίνουμε να σκεφτόμαστε ιστορικά (ούτε να σκεφτόμαστε και με κανέναν άλλο τρόπο…) δεν έχουμε τή δυνατότητα να συγκρίνουμε κριτικά τά πράγματα ώστε να ’χουμε μια λογική άποψη τών χρόνων και τών γεγονότων : οι ημερομηνίες έτσι είναι κενό γράμμα (κενοί αριθμοί), ακαταλαβίστικα ιερογλυφικά στην πραγματικότητα, που μάς βασανίζουν : Η αρχιτεκτονική μου μέθοδος είχε να κάνει με τήν αρχιτεκτονική τής σελίδας, και τίς φωτογραφίες (εικόνες γενικά) κάτω από τίς οποίες φιγουράριζαν νούμερα : συνέδεα τήν οπτική εικόνα ενός τετραψήφιου με εικαστικά ή νοηματικά στοιχεία τής εικονογράφησης, κι αυτά συγχρόνως με τή θέση τού τετραψήφιου στη σελίδα : σήμερα δεν τολμώ ούτε να σκεφτώ αυτό τό βασανιστήριο, αλλά τότε απέδιδε…

.

.

   αλλά και στην ορθογραφία, η μέθοδός μου για τήν ανάκληση τής σωστής θέσης ενός γράμματος στη λέξη, είχε να κάνει περισσότερο με εικόνες, παρά με νοήματα – ή μάλλον με εικόνες που ανακαλούσαν ένα νόημα (π.χ. : «κυνηγός : τό πρώτο ύψιλον γιατί μοιάζει με τή σακκούλα που βάζει αυτός τό ζώο, και τό δεύτερο ήτα γιατί μοιάζει με τό σκυλί που τρέχει πίσω του» – «λιμός και λοιμός : τό πρώτο έχει ένα γράμμα λιγότερο αφού στην πείνα έχουμε λιγότερο φαΐ», κλπ, κλπ) (αλλά για να πούμε και κάτι που έχει αμεσότερη, αν και ίσως αστεία σχέση, με τήν ιστορία τού μεσαίωνα και τής αναγέννησης, εγώ ακόμα και σήμερα δεν μπορώ να ξεφύγω από τήν πρώτη εντύπωση που μού δημιούργησε η εβραϊκή καβάλα, ότι έχει σχέση και κατάγεται από τήν δική μας πόλη – Και μάλιστα επειδή αρχικά η καββάλα γραφόταν με δύο βήτα, για πολύ καιρό θυμήθηκα τώρα ότι μπερδευόμουνα μήπως έπρεπε να γράφω και τήν πόλη με δύο : αυτό προς επίρρωση τής άποψης ότι οι ήχοι είναι τό ισχυρότερο στοιχείο στη σκέψη μας, όταν θυμόμαστε λέξεις – Όχι όμως πως και η όραση και η όσφρηση και όλες οι άλλες αισθήσεις δεν έπαιζαν πάντα ρόλο) :

   ειδικά για τά βιβλία θυμάμαι κιόλας ότι τά θυμόμουνα πάντα να έχουν τό χρώμα και τά στοιχεία που είχανε όταν τά πρωτογνώρισα – όσα τά πρωτογνώρισα – στην τεράστια βιβλιοθήκη που βρισκόταν τριγύρω μου (σαν ριγέ πέπλο) όταν ήμουν παιδί (τεράστια φαινότανε τότε, μεγάλη ήτανε όμως) : έτσι η ερωφίλη θα ’ναι πάντα μονοδιάστατα άσπρη, ας πούμε, με μαύρα λεπτά γράμματα κι ο ερωτόκριτος διφορούμενα υπόλευκος με μαύρα χοντρά : και τά παιδικά βιβλία που βρήκα κρυμμένα στο ντουλάπι ενός άλλου σπιτιού ένα καλοκαίρι, θα ’χουν τό χρώμα που είχε τό ράφι σε κείνη τή γωνία, και τή μυρωδιά – τήν ξένη μυρωδιά – αυτής τής ντουλάπας : έτσι θα ’ναι πάντα τό Χωρίς Οικογένεια τού έκτορος μαλώ, συνδυασμένο μ’ ένα ντουλάπι. Η «αρχιτεκτονική» μνήμη σ’ αυτήν τήν περίπτωση είναι κάθετη – και γίνεται απλώς ένα οριζόντιο ταξίδι όταν συναντάει χρόνια αργότερα τή μνήμη τού προυστ απλωμένη σαν σειρά μπισκότων στο άσπρο τραπεζομάντηλο με δαντέλες : Η αρχιτεκτονική τής μνήμης για τήν μνήμη είναι κατεξοχήν η τέχνη τών βιβλίων –

   κι έτσι με τήν ψυχανάλυση η μνήμη παίρνει μια θέση αυτοκρατορική ως στοιχείο τής εσωτερικής ζωής, και έτσι οι συνέπειές της στην «εξωτερική» γίνονται φαντασμαγορικές στην κυριολεξία :

   ο φρόϋντ σύγκρινε τήν μέθοδό του με τήν αρχαιολογία (τήν οποία εξαυτού αγαπούσε) με τήν έννοια ότι και οι δύο έσκαβαν κατά στρώματα ανεβάζοντας στην επιφάνεια πράγματα χαμένα από καιρό ( – η διαφορά βέβαια είναι ότι στην αρχαιολογία τά «πράγματα» είναι σταθερά αναλλοίωτα και λίγο–πολύ αναγνωρίσιμα, έστω και αν ανασύρονται κομματιασμένα, ενώ στη μνήμη πολλές φορές δεν είμαστε σίγουροι για τό τί ακριβώς ανασύρουμε – ) Και υπάρχει και τό θέμα τής «απατηλής ανάμνησης» που είναι απλώς «ευσεβής πόθος» – και μία από τίς ενδοξότερες στιγμές στο μυαλό τού φρόϋντ ήταν όταν συνέλαβε τήν ιδέα ότι για τήν ψυχική συγκρότηση τού ατόμου ο ευσεβής πόθος μπορεί να είναι ακόμα σημαντικότερος από ένα «πραγματικό» γεγονός – ως πόθος δηλαδή ακριβώς

   η φράνσις γαίητς αναγνωρίζει τή σχέση τής μνημοτεχνικής με τή φαντασία (και τής φαντασίας με τήν τέχνη) πάνω απ’ όλα στις σελίδες που περιγράφει (και στα δύο βιβλία) τό ταξίδι τού μπρούνο στην αγγλία και τήν σύγκρουσή του με τούς πουριτανούς – προσωπικά τώρα για πρώτη φορά πρόσεξα ότι στην ελισαβετιανή αγγλία υπήρχε ένα θεωρητικό υπόστρωμα εικονομαχίας και απώθησης προς τήν τέχνη (από τήν πλευρά τής θρησκευτικής ηγεσίας και τών «φιλόσοφων» τής οξφορδιανής ορθοδοξίας). (Εδώ ξαφνικά βρήκα και έναν επιπλέον λόγο για τόν οποίο οι σύγχρονοί του διανοούμενοι περιφρονούσαν τόν σαίξπηρ, ως μη έχοντα πάει στο πανεπιστήμιο – αυτός ήταν ένας τρόπος για να τόν κατηγορούν χωρίς ενοχές για ευκολίες λαϊκότροπες και έλλειψη «φιλοσοφικού» βάθους – ουσιαστικά δηλαδή για έλλειψη ευσέβειας). Για τή σχέση τού μπρούνο με τήν τέχνη θα ’χαμε να πούμε πολλά γιατί τό θέμα είναι ανεξάντλητο γοητευτικό και αμφίσημο για να μην πω πολύπλευρο, αλλά προς τό παρόν μέ απασχολεί εδώ ότι η γαίητς κάνει μια διαπίστωση (ή ανακάλυψη ( : όποιος γνωριστεί με τά βιβλία της θα εξοικειωθεί με τήν επιστημονική της σεμνότητα – και μια μετριοπάθεια ως προς τήν πρωτοτυπία και τήν τόλμη τού – εξαιρετικού – της έργου)) : Όταν ο μπρούνο ήτανε στην αγγλία και έδωσε τίς διαλέξεις του στην οξφόρδη, είχε προστάτες κάτι ευγενείς που συνομιλούσαν, όπως αποδείχθηκε, και με τόν σαίξπηρ – ο οποίος τήν ίδια εποχή είχε ξεκινήσει ήδη τήν καριέρα του σαν ηθοποιός : η ίδια λοιπόν έχει βρει απηχήσεις τού «καθαυτό (λέει) λογοτεχνικού έργου» τού μπρούνο, τού Spaccio della bestia trionfante στο Loves Labours Lost ένα από τά πρώτα έργα τού σαίξπηρ. Τό ταξίδι τού μπρούνο στην αγγλία μπορεί να υπήρξε πηγή εκνευρισμού αλλά αποδείχτηκε ούτως ή άλλως δημιουργικότατο για τόν «οξύθυμο Νολάνο» που ήρθε μεν σε σύγκρουση με τόν πουριτανισμό τής κυρίαρχης (εκεί) προτεσταντικής ορθοδοξίας αλλά η εμμονή του με τήν φαντασία, τή μνήμη, και τόν έρωτα, άφησε όπως φαίνεται ένα βαθύ σημάδι στη σκέψη όσων νοιάζονταν για τό πώς δουλεύει σε σχέση με τήν ανθρώπινη μοίρα η καλλιτεχνική της μετάπλαση και μετατροπή. Και αυτό που εξάγει κανείς από τό βιβλίο εντέλει είναι ότι η εμμονή τού τζορντάνο με τή μνήμη είναι πάνω απ’ όλα εμμονή με τίς ερωτικές και δημιουργικές δυνάμεις τής φαντασίας

   η γαίητς χρησιμοποιεί μια διατύπωση που μού άρεσε πολύ : «στο Eroici furori τού Μπρούνο είμαστε κοντά με τίς ερωτικές μεταφορές που έχουν τή δύναμη να ανοίγουν “τίς μαύρες διαμαντένιες πόρτες” τής ψυχής» : ε, δεν μπορώ να μην σκεφτώ πόσο θα άρεσε αυτή η διατύπωση στον φρόϋντ : (με κάτι τέτοια) έχει κανείς τήν εντύπωση ότι η απόσταση από τόν Νολάνο ώς τόν Μοραβό είναι μια τρίχα, συν κάτι αιώνες

   η απόσταση από τήν μνήμη «τού Μάγου» ώς τήν ψυχαναλυτική μνήμη (τού άλλου μάγου) είναι όντως ελάχιστη – αν υπάρχει καν :

   έτσι επιβεβαιώνεται και η προσωπική μου εμμονή, ότι στην πραγματικότητα ο αναγεννησιακός μπρούνο αν αναδίνει επιμόνως κάποιο άρωμα δεν είναι τόσο αυτό τού «μάρτυρα τής επιστήμης» που επιμένει, όχι μόνο στο ηλιοκεντρικό κοπερνίκειο σύστημα, αλλά και τό εξακτινίζει στους αναρίθμητους κόσμους που δεν έχουν καν έναν ήλιο ως κέντρο – και που (σε αντίθεση με τόν γαλιλαίο) δεν ανακαλεί, βαδίζοντας (μικρόσωμος) προς τήν τεράστια πυρά – αλλά τό άρωμα πάνω απ’ όλα τού σκοτεινού ερμητικού ηδονιστή που βλέπει τή φύση να είναι θεός (θα ’μουν συνεπέστερη με τή δικιά του μυστικά ανατρεπτική γλώσσα αν έλεγα «θεά»)

   η απόσταση από τόν κατά τρεις αιώνες μεταγενέστερο γερμανοεβραίο που είδε τή φύση να είναι επίσης παντοδύναμη, και να μάς τιμωρεί με τούς πιο ύπουλους τρόπους για τήν απομάκρυνσή μας απ’ αυτήν, είναι όντως ελάχιστη : εντοπίζεται πάνω απ’ όλα στην έλλειψη πυράς (ο ίδιος ο φρόϋντ είχε πει : Καίνε τά βιβλία μου, είναι πρόοδος, κάποτε θα καίγαν εμένα τόν ίδιο) και μετατοπίζεται καθοδόν στην μετατροπή τού ερμητισμού σε φωτεινό λεξιλόγιο : Κατά τ’ άλλα η μνήμη συνεχίζει τίς διαδρομές και τίς καταβάσεις της εξίσου σκοτεινά μυστικά και ανατρεπτικά, όπως τότε –

   όταν τελειώσω τό βιβλίο μπορεί να πούμε περισσότερα –

.

.

μή δίνετε μεγάλη σημασία στην παραπάνω προσωπογραφία τού μπρούνο – έγινε εκατό χρόνια μετά τόν θάνατό του – όσο ζούσε μάλλον δεν τόν είχε ζωγραφίσει κανείς (ίσως να επεδίωξε ο ίδιος αυτού τού είδους τήν «ανωνυμία» λόγω τής επικινδυνότητας (τήν είχε υπόψη του, δεν ήταν αφελής) τού έργου του)

τό μόνο σίγουρο είναι ότι ενώ τήν καλογερική κάπα και τήν κουκούλα τήν έβγαλε, και μόνο κατά καιρούς τήν ξαναφόρεσε, δεν είχε τά μαλλιά του κομμένα κατά τόν καλογερικό τρόπο, τά διατηρούσε μακριά

.

…………………………………………………………………………………….

.

   είδα ότι η γαίητς κλείνει τό βιβλίο της με τήν επίδραση τής σκέψης και τής μεθόδου τού μπρούνο στη διαμόρφωση τού απειροστικού λογισμού (ο λάϊμπνιτς αναφέρει σε γράμματά του ότι τόν ήξερε και τόν είχε διαβάσει). Δεν μού κάνει όμως εντύπωση, γιατί ο μπρούνο στο θέμα τής επιστήμης επιβεβαιώνεται συνέχεια (η επιστήμη χρειάζεται και ζει με αποδείξεις, βλέπετε (και με άλλα τέτοια όργανα, «απτά», πέραν τού νου και τής φαντασίας)…) Δεν έχω λοιπόν καμιά αμφιβολία ότι, επιστημονικά, θα ’χουμε συνέχεια και για τούς επόμενους αιώνες μαζί μας τόν μεγαλοφυή ναπολιτάνο που τόλμησε (με μόνο του όπλο και όργανο τή φιλοσοφία) να μιλήσει «περί τών άπειρων κόσμων» σε μια εποχή που αυτό επέσυρε (ως χειρότερη βαρύτερη και απανθρωπότερη απόδειξη περί τής ορθότητάς του) τήν θανατική ποινή – καθώς οι παπάδες που αποφάσισαν να κάψουν τόν (αμετανόητο) φιλόσοφο ζωντανό σε χαμηλή (όμως) φωτιά για να τιμωρηθεί όπως τού άξιζε – τόν μήνα που έρχεται είναι η (τόσο) θλιβερή επέτειος – ένα πράγμα έβλεπαν και για ένα κυρίως ενδιαφέρονταν : ότι μ’ αυτόν τόν τρόπο τό μαγικό χέρι τού τζορντάνο αφαιρούσε από τό σύστημά τους τό ακίνητο κέντρο του και τόν αυταρχικό θεό του, μέσα σ’ εκείνην τήν αποθέωση και τήν χλαπαταγή από κόσμους, σύμπαντα, και μεταβαλλόμενες μορφές μιας φύσης παντοδύναμης ανθρώπινης και εντέλει ηρωικά και θριαμβευτικά γήινης

   (μιας γης που καθώς ο μπρούνο επέμεινε κινείται διαρκώς σαν «τού κύκλου τά γυρίσματα που ανεβοκατεβαίνουν» για να θυμηθούμε και τόν αναγεννησιακό μας ερωτόκριτο)

.

.

.

.

.

 

Ιουλίου 10, 2012

η τεχνολογία (μας) και η αυταρχία (της)

.

.

     

.

   ήταν μια εποχή που διάβαζα κάτι αγαπημένους γερμανούς φιλόσοφους, και τότε έζησα για τά καλά αυτό που πιστεύω ότι ζουν πάντα όλοι όταν διαβάζουν τά πράγματα που τούς εκφράζουν : η έκπληξη και η χαρά δεν είναι δηλαδή στο ότι μαθαίνεις ακριβώς άγνωστα πράγματα αλλά στο ότι τά αναγνωρίζεις : στο ότι βλέπεις να διατυπώνονται με άγνωστο μεν αλλά τήν ίδια στιγμή με (ανοίκεια!) οικείο τρόπο αυτά που ναι μεν τά ξέρεις αλλά δεν μπορούσες με τίποτα να τά πεις τόσο καλά τού λόγου σου

.

    

.

   κάπου εκεί λοιπόν είχα πέσει σε μια πρόταση τού max horkheimer που έλεγε περίπου (βαριέμαι τώρα να ψάξω να τήν ξαναβρώ, αλλά τό νόημά της τό θυμάμαι) ότι : υπάρχει μια ιστορική στιγμή κατά τήν οποία διαφοροποιείται για τά καλά η σχέση τού ανθρώπου με τήν τεχνολογία – και η στιγμή βασίζεται στη διαφορά χρόνου τόσο κατασκευής όσο και αφομοίωσης : έτσι εικονογραφείται ολοζώντανα η αλλοτρίωση τού ανθρώπου (που υποκύπτει (γιατί πάντα θα υποκύπτει)) στην τεχνολογία : τόν μεσαίωνα δηλαδή, αλλά και στην αρχαϊκή εποχή όπως και όλες τίς άλλες εποχές μέχρι τή σημερινή (και εννοούσε τή σημερινή δική του, αλλά αυτό ισχύει ακόμα περισσότερο για τή σημερινή δικιά μας) η πρόοδος τής τεχνολογίας ήταν κυριολεκτικά στα χέρια του, με τήν έννοια ότι οι αλλαγές προχωρούσαν μ’ έναν ρυθμό που ήταν κυριολεκτικά δικός του – στον ρυθμό δηλαδή τού χρόνου τής δικιάς του ζωής, και τού δικού του σώματος – : με άλλα λόγια κάθε εξέλιξη στις μηχανικές διευκολύνσεις και εφευρέσεις γινόταν, αν όχι στην κυριολεξία απ’ τόν ίδιον ή τόν γείτονά του, γινόταν πάντως με ρυθμούς που προλάβαινε να τούς ενσωματώσει στη ζωή του, και κυρίως να τούς καταλάβει. Από τήν εποχή τής βιομηχανικής επανάστασης και μετά όμως, οι αλλαγές γίνονται όλο και πιο γρήγορα, και κυρίως όλο και πιο απόμακρα, από κέντρα που δεν τά ελέγχει, που συνδέονται αμεσότατα με μια (αόρατη) εξουσία, και σε ρυθμούς που τόν τρομάζουν τόν αποξενώνουν και τόν εξουθενώνουν ταυτόχρονα : έτσι τό καινούργιο νόημα τής αλλοτρίωσης (στην νεωτερικότερη νεωτερικότητα) έχει κυρίως τήν έννοια ότι όχι μόνο η ίδια η δουλειά που κάνει κανείς τού είναι ακατανόητη, αλλά και τό προϊόν τής εργασίας του τού επιβάλλεται χωρίς ο ίδιος να τό έχει επιζητήσει και χωρίς πια να τό καταλαβαίνει – πρέπει απλώς να τό καταναλώσει…

   τό είπα με πολύ περισσότερα λόγια εννοείται, η διατύπωση τού χορκχάϊμερ φυσικά ήταν λιτή ως συνήθως – μέ τήν ίδια δικιά μου πολυλογία λοιπόν ας μού επιτραπεί να προσθέσω ότι η χαρά που παίρνουμε από τήν κατανάλωση νομίζω ότι ταυτίζεται σ’ αυτήν τήν περίπτωση με μια μορφή απώθησης που θα έλεγε και η (σοβαροφανής) ψυχανάλυση – μ’ άλλα λόγια ο σύγχρονος άνθρωπος κρύβει – καταναλώνοντας ασύστολα προϊόντα τά οποία τού πέφτουν στο κεφάλι αλλεπάλληλα και χωρίς να προλάβει να καταλάβει όχι μόνο αν πράγματι τά χρειάζεται τά θέλει και τά επιζητεί ή όχι, αλλά και πώς δουλεύουνε – κρύβει λοιπόν πίσω από τή μανία τής ευθυγράμμισής του με τήν τεχνολογία, μια δυσαρέσκεια για τήν αυταρχικότητα με τήν οποία αυτή η ίδια η τεχνολογία έχει εισβάλλει στη ζωή του

   και τήν οποία (τεχνολογία, όχι δυσαρέσκεια) προσπαθούμε εξάλλου να τήν εκμεταλλευτούμε κι εμείς όσο μπορούμε – αυτό κάνουμε ας πούμε με τό ίντερνετ τά κινητά μας και τά λοιπά παραφερνάλια για τά οποία είμαστε τόσο περήφανοι που (μπορούμε να) αγοράζουμε και να έχουμε (με κρυφή κι ανομολόγητη ικανοποίηση που ανήκουμε σ’ αυτούς που μπορούν – τό φάσμα ενός άθλιου κόσμου φτώχειας δυο βήματα παραπέρα στον συρρικνωμένο πλέον πλανήτη μας (συρρικνωμένον ακριβώς μέσω τής τεχνολογίας – τή φτώχεια του τή μυρίζουμε πια μέσω γιουτούμπ ας πούμε) αυτό τό φάσμα λειτουργεί στην περίπτωσή μας όπως ακριβώς διείδε κείνος ο άθλιος ο φρόϋντ να λειτουργεί η τελετή ταφής για τούς επιζώντας συγγενείς τού νεκρού : με μια υπόγεια και ανομολόγητη αίσθηση ανακούφισης που αυτοί είναι ακόμα ζωντανοί –)

   η ειλικρινής ελπίδα μας στην καλύτερη περίπτωση είναι ότι εμείς θα καταφέρουμε παρόλα αυτά να επέμβουμε στην τεχνολογία και να τή χρησιμοποιήσουμε, να τή φέρουμε στα μέτρα τής αντιεξουσιαστικής (ας πούμε) ιδεολογίας μας, και να ανατρέψουμε κάποτε εκ τών έσω τόν ενσωματωμένο της αυταρχισμό : και αυτό κάνουμε με τά βλογ μας (ελπίζουμε) (και με διάφορα άλλα πράγματα και μέσα επίσης, που τά χρησιμοποιούμε πιστεύοντας ότι θα εκμεταλλευτούμε τίς αντιφάσεις τους) : πιστεύουμε έτσι ακράδαντα ότι θα μεταλλάξουμε τήν αλλοτρίωση που μάς έχει επιβληθεί, σαν δικτατορική εντολή, σχετικά με τήν αναγκαστική τους χρήση – θα τήν μεταλλάξουμε σε κάτι δημιουργικό, απελευθερωτικό, ανατρεπτικά ωραίο, αντίστοιχο τής αιώνιας ζωής με τήν ελπίδα τής οποίας συμμετείχαν στην κηδεία οι παραπάνω συγγενείς τού ανωτέρω νεκρού : τά ίδια όπλα εξάλλου έχει λίγο–πολύ και η τέχνη – είναι περιορισμένης φαντασίας τό οπλοστάσιο τού πλανήτη, δεν μπορούμε να κάνουμε επ’ αυτού τίποτα

   θέλω να πω πως προσωπικά πάντως (είμαι στην περίπτωση αυτή, δεν ξέρω γιατί, βλακωδώς αισιόδοξη) ελπίζω ότι θα είμαστε μακροπρόθεσμα αποτελεσματικοί. Για να φέρω μια μικρή αναλογία που είναι σχετική με τό μέσο που χρησιμοποιώ εγώ αυτή τή στιγμή γράφοντας κι εσείς διαβάζοντας, τό πρώτο βιβλίο που τυπώθηκε με τήν τεχνολογική ανακάλυψη τού γουτεμβέργιου, ήταν ένα βιβλίο θρησκευτικό (η βίβλος), όμως στη συνέχεια ούτε ο γουτεμβέργιος ούτε οι άρχοντες τής εποχής, και όλων τών εποχών που ακολούθησαν, μπόρεσαν να εμποδίσουν τά βιβλία τού έρασμου, τού τζορντάνο μπρούνο, και εντέλει και τού χορκχάϊμερ με τόν οποίο ξεκίνησα τήν ανάρτηση, να εκδοθούν

   (άλλο αν τόν μπρούνο τόν κάψαν στην πυρά τόν ίδιο : ο φρόϋντ είχε τήν πολυτέλεια να αναφωνήσει με (ειλικρινή) ανακούφιση «τώρα καίνε τά βιβλία μου, κάποτε θα μέ καίγαν τόν ίδιο», και κάποιοι άλλοι σαν τόν χορκχάϊμερ τή γλίτωσαν στην αμερική)

.

    

.

   συνεπώς διαπνεόμαστε από μια σχετική αλαζονεία, μόνο που πολλές φορές πέφτουμε και θύμα της : προσωπικά μέ συνεφέρνουν, και μέ κάνουν να επανέλθω στην υγιή μου δυσφορία και να νιώσω στην κυριολεξία σα μαλάκας, οι περιπτώσεις (που εσχάτως, δεν ξέρω γιατί, πληθαίνουνε) σαν κι αυτήν :

.

     

.

   με λίγα λόγια – και περιληπτικά :

   τίς προάλλες είδα, σχετικά με τήν (πολύ βολική) σελίδα τού i–google, αυτό :

.

     

.

   πέρσι, παρόλες τίς – επί παγκοσμίου επιπέδου – διαμαρτυρίες  εξαφάνισαν και τόν ίδιον τόν google reader :

.

.

   ήταν φανερό ότι επιχείρησαν να μάς χειραγωγήσουν για να πάμε στην καινούργια σελίδα τού google+ (η οποία θα εξυπηρετούσε τήν αντιπαλότητα τού google με τό facebook, μια αντιπαλότητα μεταξύ εταιρειών δηλαδή, τής οποίας θύμα θα έπεφτε επομένως τό κέφι μας, η συνήθειά μας, αλλά και ο κόπος εν πάση περιπτώσει που είχαμε κάνει για να οργανώσουμε τίς «φιλίες» και τίς συζητήσεις μας (τουτέστιν τά  «σχόλια») στον ρήντερ : όλ’ αυτά, με μια απροσχημάτιστη κυνικότητα εκ μέρους τών εταιρειών που μάς εξυπηρετούν, χαρακτηρίζονταν υπογείως άνευ σημασίας και για πέταμα : συμβολικά για πέταμα είναι τό ίδιο τό άτομο που χρησιμοποιεί τήν οποιαδήποτε υπηρεσία τίθεται ελεήμων στη διάθεσή του)

   (μια μορφή αντίστασης σ’ αυτό θα ήταν να μην πάει καμιά μας να γραφτεί στον google+ πράγμα τό οποίο φυσικά δεν έγινε : αυτό κατά τή γνώμη μου δείχνει ότι είμαστε κατώτεροι τής τεχνολογικής προόδου, δηλαδή δεν προοδεύει παράλληλα και η ετοιμότητά μας να τήν αμφισβητούμε δημιουργικά και με φαντασία – και με θυμό επομένως άμα χρειαστεί)

.

.

   στη συνέχεια – περίπου δηλαδή ταυτόχρονα – άλλαξαν και τή μορφή (δηλαδή τήν όλη λειτουργία) τού youtube : εδώ υπόκυψα κι εγώ (ενόψει – δικαιολογήθηκα (στην εαυτή μου) – τού ότι θέλω κάποτε να κάνω ενεργό τό «κανάλι μου», δηλαδή να «ανεβάσω» δικά μου βίντεα (προς τό παρόν έχω μόνο «άλλων που βρίσκω ωραία ή χρήσιμα» (τά περίφημα αγαπημένα…)))

   έτσι, χωρίς να μέ ρωτήσουν, περιορίστηκε η δυνατότητα που είχα να καθορίζω τή μορφή – και τό πράγμα έχει πάρει τώρα μια μορφή κυριολεκτικά άλλη –

.

     

.

   χάθηκαν επίσης και εδώ τά σχόλια, ο πίνακας συνδρομών μου, και η «αλληλογραφία» μου, και άλλαξε και η εσωτερική λειτουργία τής σελίδας : ώστε αντί να βλέπω εγώ κι εσείς απ’ τή σελίδα μου τά βίντεα, πάω στη γενική σελίδα τού youtube που είναι και κακάσχημη (οι αλλαγές έγιναν σ’ αυτήν από πιο πριν – χάσαμε κι από κει τίς συνήθειές μας, αλλά ας πούμε ότι θα συνηθίσουμε τίς καινούργιες – και ας πούμε επίσης ότι η γενική σελίδα τού γιουτούμπ ανήκει στο γιουτούμπ περισσότερο απ’ όσο η προσωπική δική μας ( : η άνεση όμως με τή οποία επιβάλλονται οι αλλαγές και στη δική μας, υπογραμμίζει και πάλι τό ανωτέρω συμβολικό : ότι ο προσωπικός μας μόχθος, οι προσωπικές μας επιλογές και τό προσωπικό μας γούστο δεν μετράει, είναι ένα τίποτα, και να λέμε κι ευχαριστώ για τίς υπηρεσίες που μάς διατίθενται από τήν εταιρεία))

.

   

  

  

.

   κι έρχομαι τώρα στα εδώ (τά πιο εδώ) : εσχάτως εξαφανίστηκε από τήν wordpress και η vodpod (στα widget και συνεπώς και στο sidebar). Η εταιρεία αυτή τήν οποία (χωρίς να μάς ρωτήσει (αλλά αυτό εμπίπτει στις εκπλήξεις και τά «δωράκια» που μάς κάνει κατά καιρούς η καλή μας γουώρντπρες)) έβαλε μια ωραία ημέρα σαν δυνατότητα στα γουίτζετ – ώστε, όσοι θέλαμε, να τήν υιοθετήσουμε και να ’χουμε στην στήλη δεξιά μια σειρά από βίδεα επιλεγμένα από μάς να τά βλέπει όποιος θέλει – τήν βοντπόντ λοιπόν, τήν οποία και εγώ υιοθέτησα ενθουσιωδώς, καταναλώνοντας χρόνο και κόπο να φτιάξω μια δισκοθήκη τήν οποία ονόμασα petitcreiu (όσοι μέ παρακολουθούν ξέρουν ότι είναι τό όνομα από τό αγαπημένο σκυλάκι στον «τριστάνο και τήν ιζόλδη» τού μεσαιωνικού γοδεφρείδου), η εταιρεία αυτή λοιπόν, μετά τήν πρώτη αρχή κατά τήν οποία λειτούργησε σχετικά άψογα – και μπορούσα επομένως να κάνω edit στα βίντεα και να γράφω και τά σχόλιά μου δίπλα τους – άρχισε σύντομα να κάνει κι αυτή αλλαγές – εκεί έστειλα ένα γράμμα φωτογραφίζοντας και τίς δυσκολίες :

.

.

και διατυπώνοντας και τίς απορίες που προέκυψαν, στο οποίο γράμμα πήρα (από τόν τότε υπεύθυνο τής βοντπόντ) μια απολύτως ασαφή και καθόλου ικανοποιητική απάντηση : στην πράξη αυτό που κατάλαβα ήταν ότι έπαψα να μπορώ να κάνω έδιτ στα βίδεα (τό μόνο που μπορούσα ήταν απλώς να τά ανεβάζω) – και αυτό ήδη μέ είχε εκνευρίσει αρκετά – αλλά τουλάχιστον εξακολουθούσε να υπάρχει η συλλογή

   στη συνέχεια (προσφάτως) η συλλογή όμως υπέστη μια κακοήθη οβιδιακή μεταμόρφωση : άλλαξε όνομα και μορφή, έπαψε να είναι vodpod, έγινε lockerz, και τά σχόλια (μου) εξαφανίστηκαν εντελώς

   ώσπου μία μέρα (προσφατότερα) ούτε η συλλογή πια (στο παρόν βλογ, αλλά, απ’ ό,τι είδα, και στα άλλα βλογ) υπήρχε : εξαφανίστηκε δηλαδή εντελώς από τή διπλανή στήλη, κι όταν πήγα στα γουίτζετ είδα ότι όσο σιωπηρώς είχε κάποτε εκεί εμφανιστεί, εξίσου σιωπηρώς τώρα είχε εξαφανιστεί (η δυνατότητα χρήσης τού vodpod)

   έγραψα λοιπόν στην γουώρντπρες ρωτώντας την για τήν εξαφάνιση (και μάλιστα ήμουνα τόσο τσαντισμένη που έγραψα τήν εξαφάνιση στα αγγλικά με δύο διαφορετικούς τρόπους) – και η απάντηση ήτανε :

.

  

.

   ωραία : τί να πεις τώρα; ότι αφού (όπως καταλαβαίνω εγώ με τά ελάχιστα αγγλικά μου – ομολογώ πάντως ότι αυτό τό has had quite a few issues… εμένα μού φαίνεται αφενός αρκετά αφηρημμένο και αφετέρου αρκετά διπλωματικό και δίσημο) (και τό ερμηνεύω : ) «μετά τήν αγορά από τό lockerz η vodpod έμεινε με λίγους χρήστες» (απορίας άξιον γιατί, όμως : μέχρι τώρα είχε πολλούς : η εξαγορά από τή lockerz τούς έφερε όλους (δηλαδή τούς περισσότερους…) στο facebook;) «πήραν τή δύσκολη απόφαση κι αυτοί να καταργήσουν τή βοντπόντ και να τή βγάλουν ως δυνατότητα από τά γουίτζετ» ( : to avoid further issues, we have made the hard decision to disable vodpod embeds and remove the widget)

   εμάς όμως δεν μάς έκριναν άξιους – δε λέω να μάς ρωτήσουν, αυτή θα ήταν απίστευτα παράλογη απαίτηση – ούτε καν να μάς ενημερώσουν πάντως για τή δύσκολη απόφαση που θα παίρνανε

   να υποθέσω δηλαδή (θεός φυλάξοι!) ότι μεθαύριο μπορεί να πάρουν και τήν απόφαση να κλείσουν μερικά «θέματα» που έχουν «πιο λίγους» οπαδούς, ώστε μια ωραία ημέρα θα ανοίξουμε τό βλογ μας και θα τό βρούμε αλαμπουρνέζικο; (ύστερα από μια δύσκολη απόφαση όμως;)

   και αυτό σημαίνει ότι οι λίγοι (few) είναι κανείς και τίποτα τότε; και επειδή μ’ αρέσει εμένα όλα να τά πηγαίνω στα πολιτικά, δεν μεταφράζεται αυτό σ’ εκείνο τό (όντως αυτονόητο για μια μεριά τής κοινής γνώμης) ότι πλειοψηφία ίσον όλοι, και μειοψηφία ίσον κανείς και τίποτα; Ταιριάζει αυτό όμως σαν νοοτροπία σ’ ένα νεανικό επιχειρηματικό σχήμα, τού οποίου ο ιδρυτής έχει προσωπικό βλογ με παιχνιδιάρικες φωτογραφίες; πρέπει να είμαι εγώ ευχαριστημένη που δεν χάθηκε τελείως η συλλογή και πήρε αυτό τό μιζεριασμένο σχήμα (τό οποίο δυσκολεύομαι εξάλλου και να τό βρω – οι δε άλλοι δεν μπορούν να τό βρούνε με τίποτα; (αλλά και να τό βρούνε, τί να τό κάνουνε έτσι που έγινε;)) :

.

.

   επισημαίνω πάντως (και θα επιμένω με μονομανία σ’ αυτό) ότι όταν πλειοψηφία ίσον όλοι, και μειοψηφία ίσον κανείς τότε πηγαίνουμε από φιλοσοφικής (άμα και πολιτικής) απόψεως σε επικίνδυνα νερά. Δεν θα ’πρεπε να ’ναι τά νερά τής γουώρντπρες αυτά. Η γουώρντπρες, ως εταιρεία νεανική και δη αμερικάνικη, που σημαίνει ότι κουβαλάει ένα ευχάριστο ήθος αμφισβήτησης μαζί της, οφείλει κατά τή γνώμη μου να σέβεται τόσο τούς πολλούς που τήν εμπιστεύονται όσο και τούς λίγους, που τήν εμπιστεύονται επίσης

   θυμίζω εξάλλου ότι οι λίγοι (για να ’μαστε ακριβολογότεροι : οι ελάχιστοι) έχουν δικαιωθεί όχι μόνο από τήν ιστορία αλλά και από τήν τέχνη – η πιο γνωστή τους δικαίωση είναι αυτή που πυροδοτήθηκε με τήν επίμονη αναφορά από τόν σταντάλ στους happy few τού σαίξπηρ («εμείς οι ελάχιστοι, οι ευτυχείς ελάχιστοι», όπως εμψύχωσε στον «ερρίκο τόν 5ο» ο βασιλιάς τούς λίγους που τόν ακολούθησαν, και νίκησαν μαζί του στη μάχη τού αζινκούρ…)

   εγώ έγραψα πάντως και στη lockerz μήπως και καταλάβω τίποτα περισσότερο – αλλά η (ευγενική οπωσδήποτε, και πάλι) απάντηση που πήρα :

.

  

.

μέ άφησε απλώς να καταλάβω ότι ή δεν επικοινωνούν (οι εταιρείες) μεταξύ τους, ή έχουν χωρίσει εντελώς πια τά τσανάκια τους, και η λόκερτζ αποβλέπει μόνο στους «πολλούς» τού facebook. Εγώ με τό φατσόμπουκο από τήν άλλη δεν επικοινωνώ, κι έτσι τό μόνο που μού μένει είναι να προσπαθήσω να μεταφέρω με τόν καιρό τήν βοντποδική συλλογή μου από βίντεα στο «κανάλι μου» τώρα τού γιουτούμπ

   με λίγα λόγια δεν έδωσα συνέχεια σε καμιά από τίς δυο αλληλογραφίες, και προτίμησα να κάνω αντ’ αυτού αυτό τό ποστ. Πάντως να προσθέσω εν κατακλείδι ότι μ’ αυτά, όταν συμβαίνουν, αισθάνομαι τελείως ηλίθια : νιώθω ένα απλό όργανο σε χέρια επαϊόντων τεχνοκρατών που μ’ έχουν γραμμένη – με τόν ίδιο τρόπο που αισθάνομαι να μ’ έχει γραμμένη και κάθε άλλος που έχει εξουσία, σχέση με κόμματα εφημερίδες και τηλεοράσεις, σ’ αυτόν τόν τόπο : εμείς οι few, οι unhappy few, να περιμένουμε να κερδίσουμε κάποτε μέσω ελαχιστότατων χάκερ και τεχνογνωστών αφοσιωμένων στον ανθρώπινο κόπο, και στους κόπους μας, κάποια (ονειρική) μάχη;

αυτά για σήμερα

.

.

(ακολουθούν (για να μάς φτιάξει τό κέφι) μερικά βίδεα που θα έβαζα στο βοντπόντ μου, αν τό είχα ακόμα)

.

παύλου αγγλικά :

.

.

τό κοσμοφλασάκι (! flashmob) που οργάνωσε μια ισπανική τράπεζα (τουλάχιστον οι τράπεζες εκεί έχουνε χιούμορ, ξέρουνε και τόν μπετόβεν) :

.

.

και για να γελάσουμε, μ’ όλη τή ζέστη, λίγο περισσότερο :

.

.

(αυτό τό βρήκα εδώ)

.

.

.

.

.

.

 

 

Μαρτίου 1, 2012

η λολίτα

.

.

.

.

   είχα πάρει τή «λολίτα» να τή διαβάσω μικρή, αφενός γιατί βρισκόταν στη βιβλιοθήκη και αφετέρου γιατί βρισκόταν στα κρυμμένα τής βιβλιοθήκης ( : τό κρύψιμο είχε σκοπό να προστατέψει εμένα από επικίνδυνα διαβάσματα – αλλού έχω πει και θα λέω μάλλον για καιρό λεπτομέρειες γι’ αυτήν τή φοβερή (επίφοβη θαυμάσια καταπληκτική αφελή) διαδικασία τής ανακάλυψης, μπορώ απλώς τώρα να δηλώσω, έτσι για τήν ιστορία, ότι στα κρυμμένα ανακάλυψα μια φορά κι έναν ντοστογιέφσκυ – ας προσθέσω επίσης, για να κλείσω, ότι εμένα πάντως δεν μέ ανακάλυψε ποτέ κανείς (εγώ κρυβόμουν καλύτερα δηλαδή απ’ όλους…) : η «λολίτα» λοιπόν ήταν σε μια φτηνή έκδοση, μ’ ένα κακόγουστο εξώφυλλο, υποτίθεται πολύ τολμηρό, και είχε και τό ειδικό γόητρο τού βιβλίου που είχε περάσει από δίκη για ν’ απαγορευτεί – συνεπώς ήταν ό,τι έπρεπε για να τό ανακαλύψω και να τό διαβάσω με μεγάλη απόλαυση – αλλά αυτό ειδικά απ’ τήν πρώτη κιόλας πρόταση μού φάνηκε εξαιρετικά πληκτικό – γραμμένο από έναν άντρα μουτρωμένο γκρινιάρη και κλαψιάρη (τό χειρότερο είδος αντρών δηλαδή) : συνεπώς τό άφησα με απογοήτεψη πίσω στα ράφια και δεν τό τέλειωσα

   τό ξαναπήρα και τό διάβασα μεγάλη, γιατί είχε αρχίσει να μ’ εκνευρίζει ο μύθος του : και τότε τίποτα δεν ανέστειλε τήν αρχική αντιπάθεια, ενώ αντίθετα βρήκα τώρα και πλήθος πράγματα που τήν δικαιολογούσαν λογικά, και τήν εμπλούτιζαν : Και πια δεν μπορώ να καταλάβω πώς μπορεί να θεωρείται ερωτικό αυτό τό βιβλίο – εκτός κι αν τό δούμε διά τής εις άτοπον απαγωγής – όπως τό ίδιο δεν θέλει δηλαδή : έπαιξε ρόλο βέβαια, τήν εποχή που τό διάβασα, και τό ότι μπορούσα πια να απομακρύνομαι και να βλέπω τήν προσωπική μου εμπειρία να κατασταλάζει και να αποκρυσταλλώνεται : εμπειρία  μικρού κοριτσιού που μεγαλώνει – εμπειρία από άντρες που μικραίνουν : και που αποκαλύπτονται όλο και πιο φοβισμένοι, πίσω από τό προσωπείο τού μάγκα, τού στάλιν, τού χίτλερ, τού αριστερού τού δεξιού τού οικογενειάρχη, τού μισογύνη : που δεν έχει παρά έναν φόβο, μην αποκαλυφτεί πόσο η γυναίκα του αν μιλούσε θα έλεγε ότι τόν ξέρει διαφορετικόν από τό άγαλμα που έχει φτιάξει τού εαυτού του ο ίδιος. Οι άντρες αυτού τού είδους είναι για μένα απλώς χαζοί – και ο κόσμος ξεδιπλώνει επί σκηνής τό πραγματικό του τοπίο όταν γυρίσεις ανάποδα τό ηλίθιο είδωλο που έχουν κατασκευάσει αυτοί για τούς πλανήτες τή φύση και τόν έρωτα : και δεις και τόν εαυτό σου επομένως καθαρά στον καθρέφτη : ως λολίτα δεν σ’ αγαπάει δηλαδή ( : γιατί αυτό ήθελες πάνω απ’ όλα, να σ’ αγαπάνε) κανείς – νομίζουν απλώς ότι επειδή είσαι πολύ μικρή θα σού κρυφτούνε θα σέ κοροϊδέψουν και θα σέ μπερδέψουν – συνεπώς ως λολίτα μπορούν να σέ χρησιμοποιούν έστω για λίγο – γιατί έχουν τήν υποψία, που αποκαλύπτεται τελικά με τά χρόνια σωστή – ότι μεγαλώνοντας, η δύναμή τους να σού λένε πειστικά ψέματα θα εξασθενίσει έως εξαφάνισης : αυτό μισούνε και πάνω σου από τήν αρχή, τό ότι μια μέρα μπορεί να τούς δεις επομένως καθαρά – και τότε δεν θα μασήσεις τίς αρλούμπες τίς φιλοσοφίες τίς τέχνες και τίς φοβίες τους : εξαυτού και τό μίσος τους απευθύνεται εξαρχής στη γυναίκα όταν είναι μεγάλος άνθρωπος, ώριμος και ολοκληρωμένος δηλαδή – και τότε παίρνει τή μορφή τού συμβολικού έστω φόνου ενώ όταν απευθύνεται στα κοριτσάκια παίρνει απλώς τή μορφή τού εξωραϊσμένου βιασμού

   αυτή είναι και η πρώτη αντίφαση που θα συναντήσεις στον έρωτα, αν είσαι από τά κοριτσάκια που τούς αρέσουν οι ώριμοι άντρες : νομίζεις ότι κι αυτοί εκτιμούν τό πόσο ώριμη ήδη είσαι, ενώ αυτοί ρίχνουν όλες τους τίς ελπίδες στο πόσο ανίδεη είσαι ακόμα. [Πιθανώς τά αγοράκια που τούς αρέσουν οι ώριμες γυναίκες να συναντάν κάποιες αντιστοιχίες σ’ αυτό (θα τό σκεφτώ άλλη φορά – δεν είναι τής παρούσης : διαφορές από φύλο σε φύλο  δεν νομίζω ότι υπάρχουν πολύ μεγάλες όταν ο άνθρωπος κατακτά μια εξουσία απέναντι στους άλλους, και μάλιστα απλώς λόγω χρόνου : ίσως τά αγοράκια όμως να μην κακοπέφτουν και τόσο πολύ, επειδή οι γυναίκες που τολμούν να διαδηλώσουν μια τέτοια προτίμηση δεν είναι και πολύ συνηθισμένες – και συνεπώς μπορεί να είναι λίγο καλύτερες από τίς υπόλοιπες : η προσωπική μου εμπειρία μού λέει ότι κι αυτές πάντως έχουν μια τάση να ασκούν εξουσία – αλλά μάλλον τούς λείπει εντελώς τό μίσος : έχουν απλώς ένα απωθημένο, να αναγνωριστεί η ωριμότητά τους επιτέλους – και επιπλέον σίγουρα περνάν καλύτερα στο κρεβάτι απ’ ό,τι μ’ έναν γκρινιάρη μεγάλον (και σίγουρα υπάρχει μια χαρωπή αίσθηση αμαρτίας κι απ’ τίς δυο μεριές τότε (γιατί τό αγόρι έχει και τή μάνα του που τό κυνηγάει)) αλλά σίγουρα σηκώνει περισσότερη συζήτηση τό θέμα)]

   στο έργο τού ναμπόκοφ ξεδιπλώνεται λοιπόν κατά τή γνώμη μου γλαφυρή η γλώσσα τού ανέραστου που ελπίζει ότι μπορεί να νιώσει επιτέλους ερωτικός, μ’ έναν άνθρωπο που δεν έχει ακόμα ερωτική ζωή – και συνεπώς ελπίζει ότι δεν θα έχει καθόλου απαιτήσεις : η λολίτα είναι δηλαδή μια πρώτη πρώιμη έκδοση τής πλαστικής κούκλας με τήν οποία ένας άντρας ακοινώνητος θα έχει μια ψευδαίσθηση ερωτικής συνεύρεσης χωρίς προβλήματα. Δεν πρέπει φυσικά εδώ καθόλου να παραβλέψουμε τή μανία τού ναμπόκοφ να σκοτώνει πεταλούδες : να τίς πιάνει στο δίχτυ και να τίς καρφιτσώνει – δήθεν για να τίς μελετήσει (να μην ξεχάσουμε επίσης ότι «πεταλούδα» λένε σε πολλές γλώσσες οι άντρες τίς νεαρές γυναίκες που ζουν μια ανέμελη και άτακτη (και αμαρτωλή) ερωτική ζωή – είναι δηλαδή «ελεύθερες» σ’ έναν κόσμο αντρών που τίς θέλει σ’ αυτόν ειδικά τόν τομέα, απολύτως υποδουλωμένες)

   δεν ξέρω αν τό έχει ομολογήσει πουθενά ο ίδιος, αλλά πιστεύω ότι απ’ τήν ίδια του τή ζωή βγαίνει μάλλον αβίαστα τό συμπέρασμα ότι τό πάθος του να σκοτώνει πεταλούδες ήταν πολύ μεγαλύτερο, και διαρκέστερο, από τό πάθος του και για γαμήσι και για γράψιμο. Πάντως, τόσο τό ανυπεράσπιστο (όμορφο) έντομο στην απόχη του, όσο και η ανυπεράσπιστη μικρής ηλικίας γυναίκα (στη φαντασία του, τή ζωή του ή τό γραφτό του) είναι και τά δύο εύκολα κλεισμένα έως θανάτου στις χούφτες του : και όπως δεν έγινε εντομολόγος σπουδαίος, και δεν ήτανε (φαντάζομαι, βασίμως μάλλον) και εραστής, έτσι δεν υπήρξε και συγγραφέας καν σημαντικός : μέτριος μες στους κακούς, θα απολαμβάνει λοιπόν τή δόξα τού «ερωτικού βιαστή» ή τού «συγγραφέα», όσο οι γυναίκες θα παραμένουν καθηλωμένες στη διανοητική κατάσταση που τίς θέλει ο μύθος, όσο θα αρνούνται να δούνε ότι πρέπει να μένουνε δηλαδή «αιωνίως παιδιά» μόνο εφόσον έτσι δεν θα διαθέτουν κρίση ωριμότητα και ομιλία :

   τό βιβλίο τής δικιάς τους ζωής θα πρέπει πάντα να τό γράφει ένας άλλος

.

        

.

   έτσι ρώσοι άραβες και μη, θρήσκοι άθεοι και μη, γίνονται ευχαρίστως δολοφόνοι (συμβολικά και μη) τών γυναικών αν αυτές μιλάνε και δηλαδή κρίνουν : αλλά επειδή ο καιρός τής πυράς ενγένει έχει περάσει, αρκούνται στο να διαβάζουν τή λολίτα (εκείνοι που δεν έχουν ακόμα νόμιμο και θεσμοθετημένο τόν λιθοβολισμό και δεν σκοτώνουν για πολύ μικρότερα αμαρτήματα) – νοσταλγώντας τίς (φανταστικές) λολίτες τής δικιάς τους ζωής

   για ν’ αφήσω όμως τούς λιθοβολισμούς και τίς αγχόνες που ακόμα στήνονται στην ανατολή, να πω απλώς για τήν ευρωπαϊκή πυρά και τό ευρωπαϊκό κυνήγι μαγισσών ότι όσοι έχουν ασχοληθεί έστω και λίγο με τήν ιστορία ξέρουν πως τό πρότυπο τής μισητής (και «επικίνδυνης») γυναίκας, τό πρότυπο δηλαδή τής μάγισσας δεν είναι καθόλου ένα όμορφο μικρό κοριτσάκι αλλά αντίθετα η μεγάλη και έμπειρη («άσχημη και γριά») γυναίκα : και κάτι που αποκαλύπτει τόν πυρήνα τού αντρικού (χριστιανικού, και πάντως μονοθεϊστικού) φόβου για τόν έρωτα και ενγένει τή φύση, είναι ότι αυτή ακριβώς η γυναίκα παρουσιάζεται ως και επικίνδυνα και εφευρετικά (σατανικά στην κυριολεξία) ερωτική ( : όλες οι «ομολογίες» που έπρεπε να εκμαιευτούν απ’ αυτές – στον τροχό – και τά άλλα όργανα βασανιστηρίων – περιστρέφονταν γύρω από ερωτικά μόνο όργια)

   ο μύθος τής μάγισσας λοιπόν εμπεριέχει μια βασικότατη αντίφαση τής αντρικής (ενγένει ας πούμε μονοθεϊστικής) ιδεολογίας για τόν έρωτα : γιατί αυτή η ιδεολογία, στο «συνειδητό» της μέρος εικονογραφεί τή γυναίκα που μεγαλώνει ως «παροπλισμένη» ερωτικά, και στο «ασυνείδητο» και χωρίς αναστολές φαντασιακό της τήν αναγνωρίζει ως τόσο ενεργή και αποτελεσματική που να καταντάει απολύτως επικίνδυνη

   αντιστρέφοντας επομένως (στην απελευθέρωση τής φαντασίας του) τίς (παρήγορες) κατασκευές τής λογικής του, ο άντρας τούτος δω καθόλου δεν βλέπει ας πούμε σ’ εκείνη τήν «άσχημη γριά με τή σκούπα» μια ασήμαντη (κι ανύπαρκτη έως πεθαμένη) οντότητα, αλλά αντίθετα τόν πιο σημαντικό κίνδυνο τής ζωής του : τήν παντοδύναμη που θα τόν ξεσκεπάσει στην ανεπάρκειά του (από ερωτική άποψη) και στη βλακεία του (από διανοητική) : [Τηρουμένων τών αναλογιών ο φόβος αυτός μεταστρέφεται με όμοιο τρόπο σε ιδεολογία ανωτερότητας (αυτό που λέμε δηλαδή ρατσισμό) και από τή μεριά τών λευκών αντρών προς τούς μαύρους άντρες, λόγω τού διαδεδομένου μύθου και τρόμου τους ότι οι μαύροι τούς ξεπερνούν σε ερωτική δυναμική διότι έχουν μεγαλύτερα πέη. (Οι αντρικοί μύθοι ταξιδεύουν στο διάστημα τόν χρόνο και τήν ιστορία τόσο παγιδευμένοι στους φόβους που τούς γέννησαν, ώστε να αγνοούν σταθερά τή φύση και τίς ανάγκες, τόσο τών γυναικών όσο και τού έρωτα : Σίγουρα αν ρωτήσουμε τίς μαύρες γυναίκες που καταδυναστεύονται από τούς ρατσισμούς τών μαύρων αντρών τους δεν θα τίς βρούμε να απολαμβάνουν καμιά επιπλέον ευτυχία επειδή έχει αυτό ή εκείνο τό μέγεθος τό πέος τού μαλάκα που τίς καταδιώκει, τίς τιμωρεί, και τίς μισεί)]. Μ’ αυτόν τόν τρόπο λοιπόν ακριβώς η «μάγισσα» γίνεται τόσο επικίνδυνη ώστε να πρέπει να «καεί», και δυστυχώς όχι μόνο συμβολικά – κάτι εκατομμύρια γυναίκες (κατά τούς μπόσικους υπολογισμούς, εκατοντάδες χιλιάδες κατά τούς μίζερους, αλλά έχει εντέλει σημασία;) στον πλανήτη τούς (χριστιανικούς) αιώνες γνώρισαν πολύ καλά τή φρίκη που ’χει τό αντίθετο αυτού τού «συμβολικού» –

   αφού έχουμε φύγει όμως, οι ευτυχέστερες, από αυτήν τήν φρίκη, αρκούμαστε στους μετριοπαθείς άντρες, τούς νοικοκύρηδες, τούς επαναστάτες τούς καλλιτέχνες, και τελικά τόν ναμπόκοφ : προσέξτε πώς περιγράφει (όπως τό θυμάμαι τώρα) τή μεγάλη γυναίκα που έχει γεννήσει ένα κοριτσάκι και τό μεγαλώνει μόνη : ηλίθια φάλαινα : τή βλέπει ερωτευμένη (με τόν εαυτό του κιόλας, όχι τίποτ’ άλλο) και χωρίς αναστολές τήν μισεί : Αλλά και τό κοριτσάκι «ηλίθια φάλαινα» θα καταντήσει όταν θα τού φέρει αντιρρήσεις, όταν μεγαλώσει δηλαδή κι αυτό και γίνει γυναίκα που (προσπαθεί να) μάθει τί θέλει και (προσπαθεί να) μην είναι πλέον θύμα : Ήδη, πέρα από τίς σαχλαμπούχλες περί τού πόσο ωραία βρίσκει τά μικρά της ποδαράκια, από πολύ νωρίς αφήνει ο ίδιος (τόσο καλός συγγραφέας είναι) να διακρίνεται σαφώς ο τραμπούκος που θα τήν κοροϊδέψει κι αυτήν, με όποιους τρόπους βρει πρόσφορους, όταν ενηλικιωθεί – ενώ δεν θα έχει χάσει φυσικά τίποτα από τήν ομορφιά της (στα δεκαοχτώ ή τά είκοσι : αν ήταν δηλαδή η ομορφιά ακριβώς που τόν ενδιέφερε)

.

  

.

   αλλά έχει κι ένα στοιχείο που μπορεί να παγιδέψει τίς γυναίκες η «λολίτα» – και εξαυτού τού στοιχείου πιστεύουν μερικές φορές οι γυναίκες ότι τό βιβλίο τίς αφορά – και ότι είναι σχεδόν «δικό τους» (και σ’ αυτό δεν έχουνε και τόσο άδικο) : στο ότι τό κοριτσάκι είναι δηλαδή εκ φύσεως ερωτικό (έτσι «προκαλεί» με βλέμματα τόν γερασμένο νοικάρη τής μαμάς) – αλλά πρέπει να πούμε ότι δεν ανακάλυψε ο ναμπόκοφ πρώτος τόν φρόϋντ – οι γυναίκες τόν ξέρανε δηλαδή πολύ πριν καν γεννηθεί :

   ναι, τό κοριτσάκι, όπως όλα τά παιδιά, είναι εκ φύσεως ερωτικό, και η διαφορά είναι ότι στις περιπτώσεις όπως τής λολίτας δεν έχει καταστείλει τόν ερωτισμό του, δεν έχει δηλαδή καλοδεχτεί πάνω της κανένα «υπερεγώ», δεν έχει υποταχτεί, ούτε φοβηθεί, ούτε συμβιβαστεί (ακόμα) ( : δεν πρόκειται για τήν πλειοψηφία τών γυναικών : να είμαστε εξηγημένοι : αν οι γυναίκες ήταν όλες έτσι, ο κόσμος θα ήταν ήδη αλλιώς). Μού έκανε εντύπωση πάντως σ’ αυτό τό ζήτημα πόσο ο ναμπόκοφ χωρίς να τό θέλει τήν περιγράφει αρκετά σωστά : και επειδή είναι μέτριος συγγραφέας πιστεύω ότι μάλλον είχε τό κατάλληλο πρότυπο απ’ τή μια, όπως και τήν παρατηρητικότητα τού μαζοχιστή από τήν άλλη : όταν παραδείγματος χάριν τήν έχει απαγάγει και τήν τρέχει από δω κι από κει στα μοτέλ τής αμερικανικής επαρχίας για να βρει τρόπο να τήν πηδήξει με τήν ησυχία του, οι εφιάλτες της, και τό ότι δεν αφήνει τόν εαυτό της τίς νύχτες να κοιμηθεί, είναι εξαιρετικό «εύρημα» (έτσι θα τό’λεγαν εκείνοι οι «κριτικοί» που θάβουνε στη σιωπή κάθε γυναίκα αν με τή σειρά της θα θεωρούσε κι αυτή εφιάλτη τό να μιλήσει τή δικιά τους πεθαμένη γλώσσα) :

   διότι ακριβώς εδώ δεν πρόκειται για «εύρημα» ούτε για κατασκευή : απλώς οι άντρες συγγραφείς ανά τούς αιώνες «κλέβουν» τή ζωή τών γυναικών για να αποκτήσουν τήν ελάχιστη «οικουμενικότητα» που θεωρούν απαραίτητη – και όσο λιγότερο «παραποιούνε» τόσο «καλύτερα» γράφουνε. [Μεγάλο πρότυπο σ’ αυτήν τήν περίπτωση θα μπορούσε να θεωρηθεί η ευριπίδης, αν η παθιασμένη του μανία για δικαιοσύνη δεν τόν καθιστούσε εξοργιστικά μεγάλον, σχεδόν πέραν κάθε συγκρίσεως – και ακολουθούν ελάχιστοι, όπως ο σταντάλ ή ο φώκνερ… (για τόν ευριπίδη τό λέγαν ήδη οι σύγχρονοί του (αυτοί που τόν ονομάσανε και μισογύνη…) ότι αναμάσησε σχεδόν (αδι)άκριτα τίς απόψεις μιας γυναίκας με μόρφωση – τήν οποία σήμερα οι ίδιοι θα ονομάζανε χωρίς αναστολές μεγαλοπουτάνα – ο σταντάλ όμως (με όλο του τό έργο, και ιδιαίτερα, θα έλεγα, στον «λυσιέν λεβέν» και στο «περί έρωτος») και ο φώκνερ (με όλο μεν, αλλά ειδικότατα, θα ’λεγα επίσης, στη «βουή και τό πάθος», ή τό «ιερό», ή τό «ρέκβιεμ») πιστεύω ότι ανήκουν σ’ εκείνους – τούς ελάχιστους – που παρατήρησαν με προσοχή τίς ζωές και τά λόγια (και τά (άδοξα) πάθη) τών γυναικών γύρω τους όχι για να τίς κλέψουν (ή να τίς βιάσουν ως μωρά) – δηλαδή όχι επειδή τίς μισούσαν αλλά επειδή ακριβώς ως άντρες τίς αγάπησαν

   η αγάπη όμως για τίς γυναίκες σ’ αυτόν τόν κόσμο πληρώνεται ακριβά, και ναι μεν ο «μισογύνης» έχει πια μαζί του τούς αιώνες (ούτε κι αυτό είναι όμως τέλειο φάρμακο – ο νίτσε π.χ. δεν τόν κατάλαβε, ή δεν τόν γούσταρε, καθόλου) αλλά οι άλλοι δύο ούτε κατά διάνοιαν δεν χαίρουν (στο πλατύ κοινό) τής εκτίμησης που χαίρει ο μαλάκας ρώσος…]

.

       

.

   με τόν τρόπο που λειτουργεί η γλώσσα λοιπόν, και με τόν τρόπο που, για να βρεις τήν αλήθεια της πρέπει συνήθως να τήν αντιστρέψεις, να τήν γυρίσεις ανάποδα, και να διαβάσεις τά μέσα έξω – εννοείται ότι οι ώριμες γυναίκες εκτός από πουτάνες και μάγισσες και μέγαιρες πρέπει να είναι και ηλίθιες : αυτό είναι τό τίμημα τού να μην καταδέχονται να ευνουχίσουν (εκτός από τό σώμα τους) και τό μυαλό τους (για να παραμείνουν ες αεί γερασμένες λολίτες) : (τό ότι εξαυτού καταλήγουν ενίοτε και μήδειες, είναι κάτι που πρέπει να αναλυθεί και διά μακρών μια άλλη φορά). Έχω τή διάθεση πάντως να προσθέσω, καθαρά φιλολογικά, ότι ο παιδικός ερωτισμός δεν έχει γίνει αντικείμενο ευρύτερα καλλιτεχνικά παρά μόνο στη βουή και τό πάθος τού φώκνερ – όπου έχουμε μια άψογη επεξεργασία αυτής τής οπτικής στις σύγχρονες και αυτοχειριαστικές λεπτομέρειές της : τόσο τό μοναδικό κοριτσάκι τής οικογένειας όσο και τό μικρότερο αγοράκι (που, ενδεικτικά εδώ, είναι επισήμως «ηλίθιο») θα πληρώσουν ακριβά και διά βίου – η μεν δραπετεύοντας από τήν οικογένεια (και περνώντας εφεξής όλα τά συναφή συνεπακόλουθα τής ανταρσίας) ο δε ευνουχιζόμενος (κυριολεκτικά) από τήν ίδια τήν οικογένεια (παραδειγματικά μάλιστα : από τόν ίδιο τόν αρχηγό/πατριάρχη τής φάρας). Τό ότι ο ερωτισμός τού μπέντζυ τόν ωθεί να γίνει πάντως από παιδί ένα είδος βιαστής και αυτός, είναι χαρακτηριστικό τής καλλιτεχνικότητας όσο και τής απίστευτης μεγαλοσύνης τού φώκνερ, που μπορεί ακόμα και στο θύμα, όταν είναι αγόρι, να βλέπει έναν δυνάμει θύτη : Από τήν άλλη μεριά ο μεγαλύτερος αδελφός, με τόν έρωτα προς τήν ατίθαση αδελφή του καλύπτει αφηγηματικά, και όχι μόνο με τήν λεπτό προς λεπτό ανατομία τής αυτοχειρίας του, τόσο τήν ίδια τή «βουή», όσο και τό δίδυμο έργο της, τόν «αβεσαλώμ» ( : κι ας μην τό ’χω δει να επισημαίνεται πουθενά ότι αυτά τά δύο αποτελούνε δίπτυχο (μα κανείς, ούτε δω ούτε κει, δεν διαβάζει πια φώκνερ;)) ( : για τήν ακρίβεια, ολόκληρο τό «αβεσαλώμ, αβεσαλώμ» αποτελεί έναν μονόλογο έρωτα–μίσους  προς σύμπαν τό φωκνερικό σύμπαν (« – Γιατί μισείς τόν Νότο; – Δεν τόν μισώ, δεν τόν μισώ», όπως και τό έργο τελειώνει) απ’ τή μεριά τού κουέντιν με τό πρόσχημα τής αφήγησης «νότιων» ιστοριών προς τόν φίλο και συγκάτοικό του στο πανεπιστήμιο, μια μέρα ακριβώς πριν αυτοκτονήσει) : αυτός ο αιμομεικτικός έρωτας βαραίνει όμως με τέτοιον τρόπο στην ενγένει ηθική αδιαλλαξία ( : ανατρεπτικότητα) τού φωκνερικού έργου, ώστε αυτό δικαίως σχεδόν να μην μπορεί να γίνει έως σήμερα απόλυτα και νηφάλια κατανοητό – δηλαδή «αποδεκτό». Εν πάση περιπτώσει ο φώκνερ είναι ο μόνος μεγάλος που επεξεργάστηκε τόν ερωτισμό παιδιών προς παιδιά (τό πιο αντιπαθητικό ταμπού για όλους τούς «μεγάλους») (σταθερά και εκ παραλλήλου με τίς φυλετικές διακρίσεις) σε όλο του τό έργο με τή σιγουριά τής απροσδόκητης σκέψης του και με τήν απίστευτη καλλιτεχνικότητα τής ασυμβίβαστα εσωτερικής του γλώσσας – : που είναι πολύ σημαντικότερη από τού τζόϋς κατά τή γνώμη μου, γιατί στον ιρλανδό καταντάει σχεδόν ακατάληπτη, ενώ στον αμερικάνο έχουμε απλώς μια «άλλη» γλώσσα : πρέπει να θελήσεις  δηλαδή όχι απλώς να τήν καταλάβεις αλλά στην κυριολεξία να τήν «αναγνωρίσεις» (στα ελληνικά διαθέτουμε ευτυχώς τή «βουή» στην καλή μετάφραση τού νίκου μπακόλα)

   (δεν αντέχω να μην κάνω μια νύξη εδώ για τήν περίπτωση τού δάντη, όπου τό θέμα αποτελεί με τόν κρυπτικό τρόπο τού τοσκανού τήν εκ τών ών ουκ άνευ αρχή του : αλλά ασφαλώς η γενναία εισβολή τού θέματος από τόν (ωραίο μας) μεσαίωνα – με τόν έρωτα τής εννιάχρονης βεατρίκης και τού κατάπληκτου συνομήλικού της – μάς επαναφέρει με τούς πιο στενά καλλιτεχνικούς όρους σε μία τάξη η οποία και πριν και μετά θα διαταράσσεται συνεχώς : εξαυτού λες, η θυμωμένα παθιασμένη ιδιοσυγκρασία τού ιταλού θα συλλάβει τή μορφή τού έρωτα στον, κατά κυριολεξία ενιαίο αν και απαγορευμένο της χρόνο : Τό κοριτσάκι θα είναι ως παιδί έρωτας, και έρωτας πάλι ως γυναίκα – και ο έρωτας θα κρατήσει μια ολόκληρη (Νέα) Ζωή, τόσο μεγάλη όσο και μια Κωμωδία

   ο παιδικός έρωτας στον δάντη δηλαδή, θα μπορούσε να πει κανείς, αποτελεί απλώς τήν παρανυχίδα μιας πραγματικότητας μεγάλης όσο και τό χέρι που γράφει – η γυναίκα είναι μια μορφή τόσο ενιαία ώστε να μπορεί μεγάλη και ώριμη (έως νεκρή) να αποτελεί τόν οδηγό που θα τόν πάρει στην τελευταία ζωή τής ευτυχίας, συμβολικά (και, απ’ αυτήν τήν άποψη, πραγματικά και κυριολεκτικά) αναστημένη)

   (είναι γι’ αυτό – ας προσθέσω πάλι φιλολογικά – ενδεικτική η δευτερεύουσα σημασία που δόθηκε για αιώνες στην (πεζή) Νέα Ζωή σε αντιδιαστολή με τήν δόξα τής έμμετρης Κωμωδίας : κι αυτό έγινε πιστεύω επειδή η Vita Nuova όχι μόνο τόλμησε να είναι ένα αδίστακτα πρωτοποριακό κείμενο, αλλά και επειδή ακριβώς αρνήθηκε να χρησιμοποιήσει τίς «θεολογικές» μάσκες τής (θείας) Κωμωδίας και αναγνώρισε απλώς τόν παιδικό έρωτα ως αρχή τού παντός καθιστώντας τίς συνέπειες τής ανάμνησής του αιώνιες και άχρονες ( : εδώ και λίγα χρόνια έχουμε τήν τύχη να διαθέτουμε κι εμείς τή Νέα Ζωή μεταφρασμένη και δη εξαίρετα από τόν πολύ δικό μας (λόγω κοινών μ’ άλλα λόγια γλωσσικών απόψεων) νίκο κούρκουλο))

   ο παιδικός λοιπόν έρωτας είναι τόσο μισητό ταμπού στον πολιτισμό μας, ακριβώς γιατί αποτελεί πραγματική πυριτιδαποθήκη επί τών ηθών του : γι’ αυτό κυρίως οι «μεγάλοι» παρεμβαίνουν άτσαλα ή βίαια, με τόν δικό τους ενήλικο «ερωτισμό» εδώ, προσπαθώντας έτσι να εξαφανίσουν τήν αυτονομία τής παιδικής αυτάρκειας : μεταγενέστερα όλες οι ιδεολογίες τού φόβου (για τίς «παιδοφιλίες» τών μεγάλων ας πούμε) καθώς και η υστερική κατασκευή τής «παιδικής αγνότητας» (για τόν αν–ερωτισμό τών παιδιών) δεν αποτελούν παρά προσπάθειες να αναστραφεί τό είδωλο αυτής τής πραγματικότητας και να συσκοτιστεί η επανάσταση που καραδοκεί και πάλλεται στα βάθη τής ασυνείδητης επιθυμίας (όλων – όταν όλοι είναι αυτό που δεν θέλουν πια να θυμούνται – δηλαδή παιδιά) : η συσκότιση πετυχαίνει τότε ακριβώς επειδή πάνω της σείεται τό (έμπρακτο πλέον) φόβητρο τού βιασμού : Αλλά αυτή ακριβώς είναι και η νόθα, η κατασκευασμένη κατάληξη και μορφή που παίρνει τό πράγμα, όταν μπλεχτούν σ’ αυτό ακριβώς οι «μεγάλοι» :

   διότι εκεί ακριβώς που τό πράγμα συσκοτίζεται, είναι και εκεί που θα έπρεπε να είναι εντελώς καθαρό : από πότε δηλαδή θεωρείται λογικό και αυτονόητο ότι επειδή υπάρχει ερωτισμός, νομιμοποιείται (και δικαιώνεται) ο βιασμός; Σ’ έναν πολιτισμό που θα σεβόταν απλώς τή φύση – δηλαδή σ’ έναν πολιτισμό πραγματικά πολιτισμένο και άγριο – τά παιδιά θα μέναν ανενόχλητα – θα αφηνόντουσαν δηλαδή μόνα τους να λύσουν τό θέμα αυτό μεταξύ τους : οι μεγάλοι δεν έχουν καμία θέση εδώ. (Και όσοι θυμόμαστε τέτοια από τήν παιδική μας ηλικία, ξέρουμε ότι βία τότε δεν νοούνταν καν.)

   αλλά μια τέτοια προοπτική προκαλεί τόσο έξαλλη ζήλεια στον ενήλικα (που θεωρεί τό τέλος τής πορείας του ως τή μοναδική της πλέον φάση) επειδή θέλει να ξεχνάει, ακόμα κι αν έχει ζήσει κάποτε ο ίδιος κάτι ανάλογο στα βάθη τού ασυνείδητου παρελθόντος του, ότι τά θέματα αυτά μεταξύ τών παιδιών λύνονται απολύτως διαφορετικά – κι ότι μόνο όταν τά παιδιά έχουν αρχίσει να μιμούνται πια τούς μεγάλους υπεισέρχεται οποιαδήποτε μορφή βίας.

   απ’ αυτήν τήν άποψη ο φρόϋντ – ο πρώτος και μόνος εκτός τέχνης που διαπίστωσε τό πρόβλημα – δεν άντεξε, ως ενήλικας ούτε κι αυτός για πολύ να τό διαπιστώνει : φυσικά, επειδή ο παιδικός ερωτισμός αποτελεί τόν βασικό πυλώνα τής ψυχανάλυσης, δεν τόν απαρνήθηκε τυπικά ποτέ – γερνώντας όμως ο ίδιος τόν φόρτωσε με όσες περισσότερες περιπλοκές μπορούσε ώστε τελικά να τόν μετατρέψει σε κάτι σαν αρρώστια

   ο ίδιος μπορεί ως μοναχικός να συγχωρείται – οι υπόλοιποι, και μεταγενέστεροι ως κοπάδι, όχι

   με τήν συμβατική δηλαδή μορφή που έχει πάρει η ψυχανάλυση εξαιτίας τής ατολμίας τών επιγόνων – και ιδιαίτερα, θα έλεγα (σ’ αυτές έπεφτε κατά τή γνώμη μου τό βάρος) τών γυναικών – τό παιδί – τό κορίτσι – θα νιώθει απειλητικά πάντα μόνο και αβοήθητο : ο έρωτάς της θα πρέπει να ’χει μονίμως ως αντικείμενο κάποιον «μεγάλον» δηλαδή – είτε συγγενή είτε όχι – και θα καταγράφεται έτσι στην ιστορία, επιστημονικότατα, ως προϊόν τών «ελλείψεών» της, τών ελαττωμάτων και τών μειονεκτημάτων της, και ποτέ ως αποτέλεσμα τής δημιουργικότητας, τής αυτάρκειας, και τής ανατρεπτικότητας τής δικιάς της επιθυμίας. Με όρους χώρου και χρόνου, «τοπικούς» και «οικονομίας», ο έρωτάς της θα βρίσκεται δηλαδή πάντοτε κάτω από τήν μπότα τής ιδιοκτησίας ενός άλλου –

   αυτό εκφράζοντας η «λολίτα» αποτυχαίνει ακριβώς να είναι ερωτικό βιβλίο, και καλά τό ’πιασα εγώ ασυνείδητα όταν ήμουν παιδί : τό φαντασιακό που καταλαμβάνει μοχθηρά ολόκληρη τήν έκταση τής αφήγησης τού βιβλίου, είναι αυτό τού ηττημένου ενήλικα που καννιβαλίζει επί τού ζωντανού ακόμα, και παραπαίοντος ήδη, «σώματος τού έρωτα» ενός παιδιού : η «ανάγκη» τού ενήλικα να κάνει κτήμα του διά τής βίας έναν ερωτισμό που δεν απευθύνεται σε αυτόν, και έτσι να τόν εξαφανίσει, καταλήγει και στην περίπτωση τού βιβλίου (όπως και τής ενγένει ζωής) σε έναν βιασμό – τόν οποίο τό κοριτσάκι φυσικά και φοβάται και συχαίνεται : ο αφηγητής απολαμβάνει αυτάρεσκα τήν εξουσία του επιπλέον στο τέλος να μπορεί να τήν περιγράψει πια κι αυτήν ως μεγάλη – πώς έχει ευνουχιστεί πια επίσης : πώς δεν ξεπέρασε δηλαδή τήν αηδία που αυτός τής προξένησε : ώστε κάθε είδους έρωτας μέσα της να έχει πάει εν ολίγοις περίπατο : έτσι διαιωνίζεται θριαμβευτικά η γυναίκα ως ηλίθια φάλαινα, που, στην περίπτωση τής λολίτας, θα φοράει και γυαλιά – χαρακτηριστικό που οι άντρες – διοπτροφόροι και μη – απεχθάνονται στις γυναίκες και τό συγκαταλέγουν στην αισθητική τους τού αντιαισθητικού επειδή ακριβώς τούς υπενθυμίζει ότι τό άλλο φύλο διαθέτει επίσης εντέλει τήν ικανότητα (σίγουρα) να διαβάζει και (πιθανώς) να γράφει

   γιατί ο ασυνείδητος φόβος τους ανά τούς αιώνες ήταν ότι κάποτε θα μπορούσαν να γίνουν αντικείμενο λεπτομερειακής περιγραφής και οι ίδιοι

.

          

.

   όπως όμως οι αιώνες επελαύνουν ραγδαίοι, ένα μικρό, ανατρεπτικό και (με τόν τρόπο του) ανήλεο, δείγμα ανάλογης περιγραφής υπάρχει ήδη, και τό ’χω μια φορά κιόλας αναφέρει – βρίσκω όμως ότι ταιριάζει και αξίζει τόν κόπο να παρατεθεί ξανά και εδώ – και μ’ αυτό να κλείσω

   πρόκειται για μια αντίστοιχη, δηλαδή εντελώς αντίθετη, μαρτυρία, γυναίκας αυτή τή φορά – πολύ καλής συγγραφέας (και θαρραλέας, τόσο στη διανοητική όσο και στην προσωπική της ζωή) : η μαργαρίτα γιουρσενάρ λοιπόν, ανατρέχοντας στις αναμνήσεις τής παιδικής της ηλικίας, παραθέτει όπως λέει κι η ίδια ένα απόσπασμα που θα μπορούσε να παρεξηγηθεί και γι’ αυτό θα μπορούσε άνετα να τό αποσιωπήσει – καθώς αφορά ένα επεισόδιο από τήν ερωτική της ζωή ως κοριτσάκι : και ύστερα εξηγεί η ίδια επαρκώς τούς λόγους για τούς οποίους τό θεωρεί μάλλον χρήσιμο

   αλλά είναι και ωραίο

   μ’ αυτό τό «άλλο άκρο τού φάσματος» που συμβαίνει λοιπόν σε μια παιδική κρεβατοκάμαρα ας τελειώσει και τό σημερινό δικό μου σεντόνι, τό πρώτο τού χρόνου – αλλά όπως είπα στην προηγούμενη μικρή ανάρτηση ήμουν μακριά από τά δίχτυα και κοντά στα χαρτιά

.

   «…έκλεισε αθόρυβα τήν πόρτα πίσω του, μέ πλησίασε, μού χάϊδεψε τά μαλλιά, τράβηξε τό ακόμα παιδιάστικο νυχτικό μου που είχε και γιακά και μανίκια και κουμπιά και τό ’κανε να γλιστρήσει και να πέσει στο πάτωμα. Τέλος μέ παρέσυρε μπροστά στον καθρέφτη και μέ χάϊδεψε με τά χείλη και με τά χέρια βεβαιώνοντάς με ότι είμαι ωραία. Διακριτικά, πήρε τό χέρι μου και έβαλε τά δάχτυλά μου να μαντέψουν κάτω από τό χοντρό μπουρνούζι τήν τοπογραφία τού αντρικού σώματος. Πέρασε ένα λεπτό. Σηκώθηκε (είχε γονατίσει) και βγήκε με τίς ίδιες γελοίες προφυλάξεις. Μάντευα αορίστως ότι κάτι τού είχε συμβεί. Αλλά ούτε πανικοβλήθηκα ούτε πειράχτηκα, και ασφαλώς δεν τραυματίστηκα και δεν πληγώθηκα. Εάν καταχωρώ εδώ αυτό τό επεισόδιο που θα μπορούσα τόσο εύκολα ν’ αποσιωπήσω, τό κάνω για να καταγγείλω κατηγορηματικά ως πλαστή τήν υστερία που προκαλεί στις μέρες μας κάθε επαφή, όσο επιπόλαιη και αν είναι, ανάμεσα σ’ έναν ενήλικο και ένα παιδί, που δεν έχει ακόμα μπει ή μόλις έχει μπει στην εφηβεία. Ασφαλώς η βία, ο σαδισμός (ακόμα και χωρίς φανερή σχέση με τή σεξουαλικότητα), και η πεινασμένη σεξουαλικότητα που ασκείται πάνω σ’ ένα άοπλο πλάσμα, είναι απαίσια πράγματα και συχνά στρεβλώνουν ή καταπιέζουν μια ζωή, χωρίς να υπολογίζουμε τή ζωή τού ενηλίκου που πολλές φορές κατηγορείται αδίκως. Αντιθέτως, δεν είναι βέβαιο ότι μια μύηση σε ορισμένες πλευρές τού σαρκικού παιχνιδιού είναι πάντα επιζήμια : ορισμένες φορές κερδίζει κανείς χρόνο. Αποκοιμήθηκα ευχαριστημένη που μέ είχε βρει ωραία, συγκινημένη που εκείνα τά μικροσκοπικά εξογκώματα πάνω στο στέρνο μου ονομάζονταν ήδη στήθη, ικανοποιημένη επίσης που είχα μάθει κάτι περισσότερο πάνω σ’ αυτό που είναι ένας άντρας. Αν οι μουδιασμένες αισθήσεις μου δεν αντέδρασαν, ή αντέδρασαν μετά βίας, οφείλεται ίσως στο γεγονός ότι η ηδονή, για τήν οποία είχα ακόμα μια εξαιρετικά συγκεχυμένη ιδέα, ήταν για μένα από τότε άρρηκτα δεμένη με τήν ιδέα τής ομορφιάς (…)
   Βρισκόμασταν μακριά απ’ όλ’ αυτά : ο εξάδελφος Χ. δεν ήταν ωραίος.»

                                                                                                                  margueriteyourcenar: Quoi? – L’ Éternité / ελληνικά, 1997: «Τί; – Η αιωνιότητα», εκδόσεις χατζηνικολή

.

.

.

 

     

.

                                                                                                                                                           

.

.

.

  

 

Νοέμβριος 21, 2011

ανάμεσα σε μοναχικούς λύκους ( : δευτερεύον σχεδιάγραμμα και αριθμοί)

    

.

.

                              jacob reinhold lenz 1751 – 1792 / friedrich hölderlin 1770 – 1843 / heinrich von kleist 1777 – 1811 / georg büchner 1813 – 1837 / sigmund freud 1856 – 1939

 

   εξαιτίας τής επετείου του (τόν μήνα όλον, αλλά και ειδικά σήμερα) θα ’πρεπε, θα ’λεγε ένας λογικός άνθρωπος, να διαβάζω μόνο κλάϊστ – αλλά ποτέ δεν γίνονται τά πράγματα ακριβώς όπως είναι λογικά : επειδή έλεγα λοιπόν σ’ ένα προηγούμενο ότι πήρα μαζί μου στις διακοπές τόν lenz τού γκέοργκ μπύχνερ κι ότι δεν τόν τέλειωσα, κι ότι τόν είχα αρχίσει κι αφήσει στη μέση πολλές φορές, πρέπει μάλλον να συμπληρώσω τώρα ότι τελικά τά κατάφερα… Δεν είναι και κανένα μεγάλο βιβλίο (πενήντα σελίδες είναι όλο κι όλο) έχει μάλιστα τήν σπάνια τύχη να κυκλοφορεί τώρα μεταφρασμένο ταυτόχρονα από πολλούς εκδότες – εγώ είχα τήν έκδοση τής άγρας που είναι μάλλον η καλύτερη (και περιέχει κι ένα σωρό άλλα κείμενα) (και η μετάφραση μού φάνηκε πολύ καλή πραγματικά) : λοιπόν επιτέλους τόν διάβασα ολόκληρον – και κατάλαβα πολύ καλά όταν τέλειωσα τό βιβλίο, τί ήταν αυτό που μέ απωθούσε στο διάβασμα 

   πρόκειται για ένα καταπληκτικό διήγημα, είναι όμως ίσως τό πιο ζοφερό έργο που υπάρχει – ή τουλάχιστον που έχω εγώ υπόψη : ουσιαστικά πρόκειται για τήν περιγραφή μερικών ημερών σχιζοφρένειας – αλλά δεν είναι βέβαια αυτή η βασική του αξία. Ο μπύχνερ καταφέρνει να είναι μέσα κι έξω από τόν ίδιον τόν λεντς διαδοχικά ή ταυτόχρονα, κι αυτό τό ή είναι τελείως διαφορετικό από ένα και : δεν καταλαβαίνεις αμέσως πότε βλέπει από μακριά τήν υπόθεση, και πότε μπαίνει εντελώς μέσα στον ήρωα, κι αυτό τό πράγμα, πέρα από τήν έκπληξη που σού δημιουργεί στην αμέσως επόμενη πρόταση, έχει μια βαθύτερη λειτουργία – που ξεπερνάει τά όρια τής καλλιτεχνικής ικανότητας, και γίνεται κάτι παραπάνω : μια ομολογία πίστης, ένα ουσιαστικά ψυχολογικό μανιφέστο, εκ παραλλήλου με μια επιθετική ποιητική : θα χρειαζόταν μια κανονική πραγματεία για να εξηγήσει δηλαδή κανείς τήν άποψη ότι ανάμεσα στον κανονικό άνθρωπο και τόν τρελό, οι διαφορές μπορεί να είναι και ζήτημα οπτικής, ή να οφείλονται στις μεταλλαγές τού φωτός, ή τήν κατακόρυφη άνοδο ενός ήχου : ο μπύχνερ διαπράττει τό μανιφέστο αντί να τό γράφει

   και ξαφνικά, όταν κοίταξα τό βιογραφικό του διαπίστωσα ότι στη βιοποριστική του ζωή ήταν γιατρός. Σκέφτηκα τότε αν τόν ήξερε ο φρόϋντ – δεν θυμόμουνα κάτι τέτοιο – και άρχισα να ασχολούμαι με τίς χρονολογίες και τούς αριθμούς : στους συνδυασμούς τότε, ανάμεσα στον λεντς, τόν μπύχνερ, και τόν φρόϋντ, υπεισήλθε φυσικά και ο κλάϊστ και λόγω τής επετείου (είπαμε, 200 χρόνια, σήμερα ακριβώς, απ’ τήν αυτοκτονία του)

   θυμήθηκα λοιπόν (δεν τό ’χα ξεχάσει και ποτέ) ότι είχα δει μία ταινία τού νέου γερμανικού κινηματογράφου (ήταν, αν θέλετε να ξέρετε, μια εποχή που ο νέος γερμανικός κινηματογράφος ήτανε νεότερος) ενός σκηνοθέτη που δεν θυμάμαι τ’ όνομά του, και η ταινία λεγότανε «λεντς» : οι προβολές και τά αφιερώματα αυτά γινόντουσαν στο ινστιτούτο γκαίτε, που τότε δεν ήτανε εκεί που είναι τώρα, αλλά σ’ ένα στενό δρομάκι, στη φειδίου : αγοράζαμε χύμα τσιγάρα «τέλειον» από τό περίπτερο στη γωνία : τό ινστιτούτο ήτανε σε μια παλιά στενή πολυκατοικία δίπλα σε άλλες παλιές στενές πολυκατοικίες, και η αίθουσα προβολών ήταν μικρή. Καθόμασταν σε κάτι ελαφρές πάνινες πολυθρόνες και μπροστά από τήν οθόνη στήναν ένα τραπέζι με τούς ομιλητές. Μια φορά είδα έναν ψηλό γκριζομάλλη γερμανό κύριο με χρυσά γυαλάκια να στέκεται όρθιος (πριν τήν προβολή) μπροστά στον μπροστινό μου καθήμενο και να ’χουνε μία κουβέντα. (Ο ψηλός κύριος (ακουγόταν ότι) ήταν ο διευθυντής τού ινστιτούτου, και ήταν συμπαθέστατος – στη μεταπολίτευση γράφτηκαν διάφορα, ότι ήταν αριστερός κι ότι είχε κινδυνέψει ο ίδιος) : κοιτούσε τόν έλληνα χαμογελαστά (ελληνικά μιλούσανε) και στο τέλος τού είπε πονηρά : «Όπως τό λέει κι ο αντόρνο» : Αμέσως μού γεννήθηκε μια εντύπωση και είπα από μέσα μου : Αυτός ο αντόρνο πρέπει να ’ναι μεγάλος επαναστάτης, έτσι που τό λέει αυτός. Πρέπει να τόν βρω. (Τόν βρήκα πολύ αργότερα). Κάποιες φορές οι προβολές απειλήθηκαν ή διαλύθηκαν από τήν ασφάλεια, αλλά πολλές φορές επίσης έγιναν κανονικά. Θυμάμαι από αυτήν τήν ταινία μία σκηνή : Ένας ξυλοκόπος με σκουφί μυτερό, σ’ ένα χιονισμένο δάσος, κόβει ξύλα μ’ ένα τσεκούρι τραγουδώντας με οξεία φωνή κάτι ρυθμικό. Αλλά τό πιο συνταρακτικό είναι ότι, σ’ αυτήν τήν ταινία ειδικά, κάποιος αποχώρησε απ’ τά πίσω καθίσματα φωνάζοντας «Α, α, α». Δεν γυρίσαμε να δούμε ποιος είναι, αλλά μού ’κανε μεγάλη εντύπωση ότι κάποιος δεν άντεξε τήν ταινία. Τί πρόβλημα είχε; Μήπως ήταν επιδειξιομανής;

   εμένα απ’ αυτήν τήν ταινία και μετά μού έμεινε απλώς η ακλόνητη πίστη ότι υπάρχουνε στην γερμανία πολλοί λεντς. Μέχρι πρότινος δεν έχω μπορέσει να τήν χάσω αυτήν τήν πεποίθηση : Ότι υπάρχει δηλαδή κάποιος μυστήριος ποιητής, ότι υπάρχει ένα έργο κάποιου μυστήριου συγγραφέα, κι ότι υπάρχει κι άλλος ένας ανάμεσά τους, και πέρα απ’ αυτούς. Κι ίσως να υπάρχει κι ένας τέταρτος –
    (δεν εννοείται καθόλου εδώ, τό καταλάβατε, ότι μπορεί να μετράω και κάποιον άλλον μ’ αυτό τό επώνυμο) 

   άρχισα λοιπόν να τά συγκροτώ, μετά τήν ανάγνωση, όλα λογικά, και έψαξα και τίς χρονολογίες :

   τά πράγματα λοιπόν έχουν ως εξής :

   ο λεντς γεννήθηκε πριν απ’ όλους – τό 1751, 26 χρόνια πριν γεννηθεί ο κλάϊστ, και πέθανε τό 1792, όταν ο κλάϊστ ήταν 15 χρονών, και 19 χρόνια πριν τήν αυτοκτονία του. Έζησε όμως ο λεντς 41 χρόνια, δηλαδή 7 χρόνια περισσότερα από τόν κλάϊστ, που έζησε μόνο 34. Όμως λιγότερα χρόνια κι απ’ τούς δύο έζησε ο μπύχνερ που πέθανε ξαφνικά μάλλον από τύφο στα 24, τό 1837 – ο μπύχνερ που είχε γεννηθεί 2 χρόνια μετά τόν θάνατο τού κλάϊστ, και πέθανε 35 χρόνια μετά τόν θάνατο τού λεντς. Είχε επομένως γεννηθεί 21 ολόκληρα χρόνια μετά τόν θάνατο αυτού για τόν οποίο θα έγραφε λες και τόν ήξερε απέξω κι ανακατωτά

   ο λεντς δεν έζησε μόνο περισσότερο από τούς άλλους – κοντά τά διπλάσια από τόν συγγραφέα του μάλιστα – αλλά υπήρξε και διασημότερος και πιο πετυχημένος κατά κάποιον τρόπο απ’ όλους τούς άλλους εν ζωή. Υπήρξε στενός φίλος τού γκαίτε (ο οποίος, ως μέγας δημοσιοσχεσίτης και μηχανορράφος είχε κυκλώματα και κλίκες – και με τόν οποίο τσακώθηκαν αργότερα) ενώ υπήρξε ουσιαστικά και αναγνωρισμένος πρωτοπόρος ενός σπουδαίου κινήματος στη γερμανία, που ονομάστηκε «θύελλα και ορμή» : τά έργα του είχαν γενικά επιτυχία. Με τό χτύπημα τής σχιζοφρένειας  ξεχάστηκε ελαφρώς αλλά όχι από όλους. Βρέθηκε για άγνωστους λόγους (πιθανώς δεν τούς ήξερε δηλαδή ούτε ο ίδιος) στη ρωσία, πέθανε άγνωστος από άγνωστη αιτία στη μόσχα, και έχει ταφεί σε άγνωστο μέρος

   και οι τρεις πάντως σπούδασαν – και έκαναν (λίγο ή πολύ) καριέρα καταρχάς – σ’ αυτό που ήθελε ο πατέρας τους και απαιτούσε η οικογένεια : ο λεντς θεολογία, ο κλάϊστ στρατιωτικός, ο μπύχνερ γιατρός. Αλλά και οι τρεις ασχολήθηκαν μετά με τήν φιλοσοφία. (Βέβαια, γράφοντάς τα αυτά, έχω έναν πειρασμό ν’ ασχοληθώ και μ’ έναν άλλον «τρελό», τόν χαίλντερλιν, αλλά δεν μπορώ, γιατί γι’ αυτόν πρέπει μάλλον να γράψω πάρα πολλά μια που τόν αγάπησα πρώτον απ’ όλους : και δεν νομίζω ότι είμαι τώρα σε θέση. Βρίσκονται όμως κοντά χρονολογικά όλοι μαζί, και ο χαίλντερλιν κυριολεκτικά τούς έθαψε όλους, ζώντας μέχρι τά 73, δηλαδή ολόκληρα 40 χρόνια τρελός, όπως δηλαδή ακριβώς περίπου και ο «δικός μας» χαλεπάς – μόνο που ο χαλεπάς έκανε τό σπουδαιότερο έργο του στη «μεταλογική» του περίοδο – ή ας πούμε μετά τήν τρέλα – ενώ ο χαίλντερλιν από μια άποψη κυρίως πριν ( : αν και τά κείμενά του μετά τήν λογική έχουν μια (και όχι μόνο ποιητική) βαρύτητα που ακόμα δεν έχει ούτε μελετηθεί ούτε αναλυθεί ούτε ταξινομηθεί πλήρως)). Η φιλοσοφία λοιπόν έπαιξε σπουδαίο ρόλο στη ζωή ολονών – ο λεντς ασχολήθηκε με τόν καντ τού οποίου παρακολούθησε μαθήματα λογικής (ακριβώς), ο δε κλάϊστ πέρασε στη ζωή του μια περίοδο που ονομάστηκε «καντιανή κρίση». Ο χαίλντερλιν απ’ τήν άλλη ήταν φίλος με τόν χέγκελ με τόν οποίο μοιράζονταν και τό ίδιο δωμάτιο σαν φοιτητές, δεν έπαψε δε να τόν αγαπάει ποτέ : Είναι γνωστό τό γράμμα που τού ’γραψε, μεγάλος πια, λέγοντάς του «ήσουν ο καλός μου άγγελος». Ο μπύχνερ διάβαζε μπαμπέφ, και άλλους ουτοπικούς σοσιαλιστές – αλλά αυτός είχε και παράνομη πολιτική δράση (ένας φίλος του πέθανε στη φυλακή από τά φριχτά βασανιστήρια τής γερμανικής αστυνομίας) : όταν κυνηγούσε και τόν ίδιον η ασφάλεια, εκδόθηκε εναντίον του επίσημο ένταλμα σύλληψης, δηλαδή τόν επικήρυξαν : τή γλίτωσε φεύγοντας για τό στρασβούργο (κατά σύμπτωση στα μέρη αυτά, τήν αλσατία δηλαδή, έγινε και η  περιπλάνηση τού λεντς – που θα άρχιζε άλλωστε να απασχολεί τόν μπύχνερ συγγραφικά τήν ίδια ακριβώς περίοδο)

.

    καταζητείται : γκέοργκ μπύχνερ,
    φοιτητής, ετών 21, γκρίζα μάτια, ξανθά μαλλιά φρύδια και μουστάκι, μικρό στόμα,
. . . . . .       . . . . . .       . . . . . .    . . . . . .       . . . . . .     χαρακτηριστικά ιδιαίτερα : μύωψ
. . 13 ιουνίου 1835

.

.

   ο φρόϋντ τώρα έδωσε μεγάλη σημασία σε δύο κυρίως βιβλία στη ζωή του, και κανένα απ’ τά δύο δεν ήταν ο λεντς τού μπύχνερ (και ούτε μελέτησε, απ’ όσο ξέρω, τήν επίπτωση τών βίαιων ερωτικών καταστολών στη ζωή και τού λεντς και τού χαίλντερλιν – σε συνδυασμό μάλιστα με προηγηθείσες θεολογικές σπουδές) : τό ένα βιβλίο ήταν η γνωστή gradiva, και τό άλλο ο πρόεδρος σρέμπερ (δηλαδή daniel paul schreber «τά απομνημονεύματα ενός νευρασθενούς»). Θα ’πρεπε τώρα να κάτσω να ψάξω, αλλά βαριέμαι, αν ο φρόϋντ έχει κάπου γενικά αναφορά στον λεντς και τόν μπύχνερ – ή και τόν χαίλντερλιν. Πάντως δεν μπορεί να τά περιμένει κανείς όλα απ’ όλους. Αυτό που έχει όμως μια σημασία είναι ότι τό καλλιτεχνικό κριτήριο τού φρόϋντ είναι από ασήμαντο έως ανύπαρκτο – ή μάλλον μπερδεύει τήν τέχνη με τήν χρησιμότητά της στη δουλειά του : η «gradiva» είναι ένα ασήμαντο λογοτέχνημα, ο δε «πρόεδρος σρέμπερ» δεν είναι καθόλου λογοτέχνημα – εξαυτού όμως είναι και πιο ενδιαφέρον – και, θα έλεγα προσωπικά – και πιο καλογραμμένο : (ο «πρόεδρος σρέμπερ» μόνο πρόεδρος δεν ήτανε – πρόεδρο τόν έλεγε ο φρόϋντ για να δείξει τό πόσο τόν εκτιμούσε : ήταν ένας δικαστικός που μελέτησε με υπομονή και σχολαστικισμό αξιοθαύμαστο τήν ίδια του τή σχιζοφρένεια (τό βιβλίο είναι ογκώδες). Ο φρόϋντ έλεγε μεταξύ σοβαρού και αστείου στις καθιερωμένες συγκεντρώσεις τους τών ψυχαναλυτών ότι πρόεδρός τους έπρεπε να ’ναι ακριβώς αυτός ο σρέμπερ –)

   όταν κάνει κάποιος τήν αρχή, είναι πολύ εύκολο όλοι οι άλλοι μετά να αλωνίζουνε – έτσι μπορώ εγώ να λέω τώρα, ας πούμε, ότι θα ήταν πολύ καλύτερο (και σωστότερο) να είχε ασχοληθεί (τουλάχιστον επίσης) και με τόν λεντς τού μπύχνερ

   διότι ο φρόϋντ, για να ξαναπάμε στις χρονολογίες, είναι μεταγενέστερος όλων, και γι’ αυτό τυπικά πρέπει να τούς ήξερε όλους αυτούς (που έγραψαν και στη γλώσσα του) : και τόν χαίλντερλιν φυσικά

   (μερικές χρονολογίες ακόμα, με τήν ευκαιρία) :

   ο χαίλντερλιν γεννήθηκε περίπου είκοσι χρόνια μετά τή γέννηση τού λεντς (19 για τήν ακρίβεια : lenz 1751 – hölderlin 1770) και εφτά χρόνια πριν τόν κλάϊστ (εκείνος είχε τά τρία εφτάρια 1777 στη γέννησή του), αλλά, μολονότι ο λεντς έζησε περισσότερο απ’ τούς άλλους δύο (είπαμε, ώς τά 41 του) ο χαίλντερλιν (όπως επίσης είπαμε) τούς ξεπέρασε κατά πολύ σε μακροβιότητα : πέθανε τό 1843, δηλαδή 30 χρόνια ακριβώς μετά τή γέννηση τού μπύχνερ, και 6 χρόνια μετά τόν θάνατό του : έζησε εν ολίγοις 73 χρόνια – και τό «εν ολίγοις» εδώ δεν είναι σχήμα λόγου : αφορά τήν πραγματική ας πούμε ουσία τής βιαίως στερημένης θλιμμένης και μοναχικής ζωής του

   αριθμητικά με αιώνες τώρα : 

   ο χαίλντερλιν και ο κλάϊστ γεννιώνται στον 18ο αιώνα και πεθαίνουν στον 19ο (ο μόνος που έζησε και πέθανε στον 18ο αιώνα είναι ο λεντς) : ο κλάϊστ ζει 11 χρόνια στον 19ο και ο χαίλντερλιν 43. Ο φρόϋντ μαζί με τόν μπύχνερ είναι οι μόνοι που γεννιώνται μέσα στον 19ο αιώνα και ο φρόϋντ ο μόνος που πεθαίνει στον 20ο – και ζει και περισσότερο απ’ όλους, ώς τά 83 του. Μια που είναι έτσι πιο κοντά στον μπύχνερ, και ήταν και οι δύο γιατροί, αξίζει μια σύγκριση τών χρονολογιών αυτών τών δύο : ο φρόϋντ γεννιέται 43 χρόνια μετά τόν μπύχνερ και πεθαίνει σχεδόν 100 χρόνια (+2) μετά τόν θάνατό του

   η σημασία τού «λεντς» για τόν φρόϋντ έπρεπε να είναι τεράστια – και βάζω τόν λεντς εδώ σε εισαγωγικά, γιατί δεν εννοώ τό πραγματικό πρόσωπο απλώς, αλλά τό έργο τού μπύχνερ. Βέβαια, και τό πραγματικό πρόσωπο θα μπορούσε να τό μελετήσει ο φρόϋντ, γιατί ο μπύχνερ βασίστηκε  στα απομνημονεύματα ενός ανθρώπου που είχε ζήσει τόν λεντς από κοντά (ο πάστορας όμπερλιν). Αυτό που έχει για μένα μεγάλη σημασία είναι ότι και ο λεντς και ο χαίλντερλιν (δηλαδή οι δύο «τρελοί») αναγκάζονται απ’ τήν οικογένεια να σπουδάσουν θεολογία, και ένας ματαιωμένος έρωτας υπάρχει στη ζωή και τών δύο (τού χαίλντερλιν κατεξοχήν σημαντικός, και με ανταπόκριση, αλλά με μία παντρεμμένη)

   τελειώνοντας ας αφήσω τελειωτικά τούς αριθμούς :

   αυτό που κάνει τόν λέντς τού μπύχνερ μεγάλο έργο κατά τή γνώμη μου είναι ότι είναι ξερό, δεν έχει συναισθηματολογίες, δεν έχει αναδρομές στο παρελθόν και δικαιολογίες, δεν έχει τύψεις, και δεν ασχολείται με τό μέλλον : ο μπύχνερ μάς κρατάει διά τής βίας σκυμμένους να βλέπουμε μέσα από ένα μικροσκόπιο τήν περιορισμένη φάση μιας κρίσης, τίποτ’ άλλο : σα βασανιστής (δεν είναι τυχαίο ότι τήν ίδια εποχή νιώθει ο ίδιος τούς βασανιστές τής γερμανικής αστυνομίας να τρέχουν από πίσω του) μάς βυθίζει μέσα σ’ αυτές τίς μέρες που κράτησε η κρίση τής σχιζοφρένειας στα βουνά τής αλσατίας και στο σπίτι τού πάστορα όμπερλιν – η περιγραφή τού τοπίου είναι εσωτερική, όλα είναι εσωτερικά, ο μπύχνερ αγνοεί πλήρως οποιαδήποτε αντικειμενικότητα, και έτσι καταφέρνει να μάς πείσει πως αυτό με τό οποίο ασχολείται είναι αντικειμενικό – τό κάνει δικό του για να μάς πείσει ότι δεν είναι μόνο δικό του 

   εδώ ακριβώς όμως βλέπω επίσης τώρα και άλλα – άλλα που δεν τά ’χα σκεφτεί από τήν αρχή, για να επαληθευτεί έτσι, για άλλη μία φορά, εκείνο τό δοκίμιο τού κλάϊστ για τό «πώς οι σκέψεις διαμορφώνονται σταδιακά κατά τή διάρκεια τής ομιλίας» : ότι υπάρχει δηλαδή μια συγγένεια, μια υπόγεια και υπονομευτική ομοιότητα, ανάμεσα στον λεντς τού μπύχνερ και στον μίχαελ κολχάας τού κλάϊστ :

   είπαμε ότι ο κλάϊστ έχει προηγηθεί κατά πολύ τού μπύχνερ, και βέβαια ο μπύχνερ λογικά πρέπει να τόν ξέρει – οι χρονολογίες βοηθάνε εδώ : ο κλάϊστ αυτοκτονεί τό 1811 και ο μπύχνερ γεννιέται 2 χρόνια αργότερα, τό 1813 : επομένως όταν ο μπύχνερ είναι 22 ας πούμε χρονών (γύρω στο ’35 που κάνει τή στροφή του από τήν πολιτική δράση προς τή λογοτεχνία) τό μεγαλύτερο μέρος τού έργου τού κλάϊστ έχει εκδοθεί (ο μίχαελ κολχάας σίγουρα : εκδόθηκε τό 1810, ένα χρόνο πριν τήν αυτοκτονία (παρεμπιπτόντως να πω ότι ο κάφκα, ο οποίος έχει ομολογήσει σαφή και καθαρή επίδραση τού έργου τού κλάϊστ πάνω στο δικό του, αφιέρωσε τή μία από τίς μοναδικές δύο δημόσιες εμφανίσεις του στο να διαβάζει σελίδες από τόν μίχαελ κολχάας)) – ο κλάϊστ λοιπόν εν ζωή, αν και τόν πρήξανε οι καταστάσεις στη γερμανία, η βλακεία τών συγχρόνων του, η μικρόνοια τών κριτικών, τού γκαίτε, και οι διάφορες κλίκες (ο πρίγκηπας τού χόμπουργκ δεν βρήκε θέατρο ν’ ανέβη στη σκηνή, ως έργο αντεθνικό) εντούτοις είχε ήδη εκδόσει τά θεατρικά και τά πεζά του, είχε γράψει δοκίμια, είχε αρθρογραφήσει, ήταν αρκετά γνωστός δηλαδή και είχε κάνει έναν σχετικό θόρυβο με τό έργο του – και βέβαια μετά τή σκανδαλώδη διπλή αυτοκτονία με τήν εριέττα ο θόρυβος μεγάλωσε – σίγουρα λοιπόν τό έργο του θα συνέχιζε και δυο δεκαετίες μετά τόν θάνατό του να είναι γνωστό σε κύκλους νέων, τουλάχιστον ως μια επιθετική αβανγκάρντ (υπάρχει πάντα στα γερμανικά ο χαρακτηρισμός τού κλάϊστ ως «ο πρώτος μοντέρνος άνθρωπος τής γερμανίας»)

   σκέφτομαι λοιπόν τώρα : ο μίχαελ κολχάας είναι ένα έργο που, με τόν βαθύ και ασυμβίβαστο τρόπο τού κλάϊστ, αποτελεί από μια άποψη τήν συστηματική παρακολούθηση τής ανάδυσης μιας αναρχικής συνείδησης : ο ήρωας φτάνει στο τέλος να γίνει επαναστάτης, συνωμότης, και ό,τι θα περιγραφότανε σήμερα ως κανονικός τρομοκράτης : φυσικά η μεγαλύτερη αξία τού έργου είναι ότι πρόκειται ακριβώς για έργο τού κλάϊστ – γραμμένο με τόν ανεπανάληπτο και ακατανόητο φαινομενικά τρόπο του. Οι ομοιότητες λοιπόν ανάμεσα στην παρακολούθηση μιας αναδυόμενης σχιζοφρένειας, και στην παρακολούθηση τών αδικιών που μετατρέπουν τόν αστό σε επαναστάτη μοιάζουν ακριβώς γιατί δεν μοιάζουν – μοιάζουν, ακριβώς επειδή φαινομενικά είναι αντίθετες : όσο ο μπύχνερ βαδίζει μες στην ομίχλη τού διχασμού του ως αφηγητή, κι αρνείται επιθετικά να ξεκαθαρίσει πότε είναι απέξω, και πότε είναι ο ίδιος τρελός, τόσο ο κλάϊστ τυλίγεται με τήν ειρωνική αντικειμενικότητα που μόνο αυτός ξέρει να υπονομεύει : χρησιμοποιώντας όχι μόνο τίς λέξεις ή τό ανήλεο χτίσιμο τών προτάσεων, αλλά και τήν ίδια τή στίξη – ειδικά στον μίχαελ κολχάας η στίξη παίζει τόν ρόλο τού από μηχανής θεού, λέει όσα πρέπει να ειπωθούν αμίλητα, κρυμμένα : ταυτίζει τήν ανάσα τού αφηγητή με τό λαχάνιασμα τού ήρωα, μ’ έναν τρόπο τόσο πιο ανήλεο επειδή είναι τελείως υπόκωφος : σαν τό αμίλητο χτύπημα τής παλάμης στο τοίχωμα τής φυλακής

   σταματάω εδώ για σήμερα. Ξεκίνησα να γράψω για μεμονωμένους λύκους και τελικά πήραν όλοι μαζί μορφή παρέας, ακόμα και με τή βοήθεια τών αριθμών : όμως τέτοια σύνολα μοναχικών δεν αποτελούν τελικά παρά σπηλιές αυτονομίας. Δεν νομίζω επομένως ότι σε μια κλαϊστική επέτειο μού βγήκε τυχαία τό κείμενο να ασχολείται με μια ομάδα αντί για ένα μόνο άτομο : Είναι βαθιά ριζωμένη μέσα μου η πεποίθηση ότι στην καλλιτεχνική διαδικασία η έννοια τού ατόμου είναι ξεκάθαρη μαζί και θαμπή – αυτονόητη και ακατανόητη μαζί. Ο κλάϊστ τό έδειξε αυτό ακόμα και με τόν θάνατό του, που τόν διάλεξε να είναι, τουλάχιστον, διπλός : η εριέττα αποτελούσε γι’ αυτόν, όπως τής έγραψε κάποτε «τόν δεύτερο, και καλύτερο, εαυτό του». Αυτός ο μοναδικός ήξερε να διχάζεται χωρίς να διαλύεται, μπορούσε (και δεν τό φοβόταν) να γίνει όλοι

   γιατί στο τέλος ένας λύκος δεν αυτοκτονεί από παραίτηση αλλά από περηφάνεια : αυτή είναι και τό τελευταίο καρφί στο πλαίσιο που θα σταθεροποιήσει, στον χρόνο,  τό ουρλιαχτό του.

.

 

(άλλα εδωμέσα για τόν κλάϊστ : παλιότερο, πρόσφατο

.

.

.

Οκτώβριος 14, 2011

φρόϋντ, μιχαήλ άγγελος, και παλαβά λεωφορεία

   

.

.

  

«νομίζω ότι είναι εν γένει καλό να σκέφτεται κανείς ενίοτε ότι οι άνθρωποι συνήθιζαν να ονειρεύονται ήδη προτού υπάρξει ψυχανάλυση»
sigmund freud

.

.

   δεν κρατάω ημερολόγια, και, πολύ περισσότερο, ακόμα κι αν κράταγα δεν θα τά δημοσίευα : αν πρόκειται να πεις τά σώψυχά σου, τότε τά σώψυχά σου δεν είναι για μπλογκάρισμα (πιστεύω) – γιατί η ιδέα τής δημοσίευσης θα οδηγήσει σε αυτολογοκρισίες – είναι κάτι σαν τήν διαστημική φαντασία τής σκέψης για τήν οποία είχα γράψει αλλού : (αυτό που καθιστά τή σκέψη δυνατή, είναι τό ότι ξέρεις πως οι άλλοι δεν τήν ξέρουν) : (κατά σύμπτωση ένα ψυχαναλυτικό δοκίμιο που πήρα μαζί μου στις διακοπές περιέχει μια σκέψη που βρίσκεται πολύ κοντά σ’ εκείνη τή λογική : «αυτό που δίνει μια ελευθερία στη σκέψη είναι τό ότι είναι μυστική» (ή κάπως έτσι : δεν ψάχνω να τό ξαναβρώ εκνευρισμένη διότι σίγουρα δεν διατυπώθηκε ύστερα από τήν ανάγνωση τού δικού μου.))

   οι «κήποι» λοιπόν δεν έχουνε γίνει γι’ αυτά, κι αν κάποιος θελήσει να βρει δικές μου ημερολογιακές σημειώσεις θα πρέπει να ψάξει για υπενθυμίσεις προς εαυτήν πάνω στα χειρόγραφα τών βιβλίων μου – υπενθυμίσεις που όμως, ούτως ή άλλως, γίνονται κατανοητές μόνο από μένα και θα μπέρδευαν πολύ έναν μελλοντικό μελετητή (διότι δεν μπορώ φυσικά να αποκλείσω ότι ένας τέτοιος μαζοχιστής θα εμφανιστεί και στην περίπτωση τή δικιά μου όταν αυτού τού είδους τό βίτσιο είναι κανόνας στην περίπτωση κάθε μετά θάνατον έρευνας ακόμα και τού πιο ασήμαντου έργου – θα ’μουν επομένως υπεραισιόδοξη και μόνο αν μού περνούσε απ’ τό μυαλό να αποκλείσω τήν ιδέα και τού θανάτου και τού μελετητή : προς τό παρόν μακριά απ’ τόν κώλο μας βεβαίως –)

   υπάρχει όμως μιας μορφής υπεράσπιση τών ημερολογίων, γραμμένη από τόν θαυμάσιο συγγραφέα τού «γατόπαρδου», τόν τζιουζέπε ντι λαμπεντούζα : είναι απ’ αυτές τίς σκέψεις, τίς πολύ πρωτότυπες, και τίς αποκλειστικά δικές του, που στην αρχή (τόσο πρωτότυπη είναι, που) σού φαίνεται βλακώδης : «οι άνθρωποι  θα ’πρεπε να ’ναι σχεδόν υποχρεωτικό να κρατάν ημερολόγια όλοι – σε όλον τόν κόσμο – ο κόσμος έτσι θα γινόταν καλύτερος πολύ συντομότερα» ( : η διατύπωση πάλι κατά προσέγγιση). Είναι μια τολμηρή και γενναία σκέψη, που ταυτίζει, πιστεύω κάθε ατομική γραφή με τή (συζητήσιμη) λογική τής (δήθεν αντικειμενικής) ιστορίας : ημερολόγια, συνθήματα, γραφές στους δρόμους και γράφιτι : όλα εμφανίζουν τό πρόσωπο τών ατόμων σε μια δεδομένη ιστορική στιγμή και αλληλεπιδρούν με τούς συγχρόνους τους : επιπλέον καταρρίπτονται κι ένα σωρό ταμπού και ενοχοποιητικά μυστικά που οι περισσότεροι άνθρωποι νομίζουν ότι είναι μόνο δικά τους : αν μπορούσε η ανθρωπότητα σε μια δεδομένη ώρα (δηλαδή μεταφράζω τή σκέψη τού λαμπεντούζα) να διαβάσει τά ημερολόγια τής ανθρωπότητας που ’χει ήδη πεθάνει, τό σοκ τού πόσο συνηθισμένη και μονότονη είναι ώς τώρα, θα τήν έκανε πιστεύω να ξεκουνηθεί και να κάνει μερικά πιο γρήγορα βήματα…

   είναι καιρός όμως τώρα που ’χω διαπιστώσει ότι αυτόν ακριβώς τόν ρόλο παίζει τό μπλογκάρισμα – μια μορφή ημερολογιακών δημοσιεύσεων και κοινοποιήσεων που ο λαμπεντούζα δεν μπορούσε να ’χε προβλέψει – και που, πέρα απ’ τήν στενοχώρια που ενίοτε προσωπικά μού προκαλεί καθώς εγκαθιδρύει μια δημοφιλή σχολή ωραίου γραψίματος η οποία τό μόνο που καταφέρνει είναι να μού κόβει τήν όρεξη και μερικές φορές και τά πόδια – πέρα όμως απ’ αυτό, αυτού τού είδους τό μπλογκάρισμα είναι όπως και να τό κάνουμε μια μορφή αυτού που ονειρεύτηκε ο λαμπεντούζα : και πιστεύω ότι ο ίδιος θα χαιρόταν μάλλον πολύ – όσο δεν εκνευριζόταν ως αμετανόητος εστέτ και αριστοκράτης, από μια δόση  ευκολίας στα ψέματα που διευκολύνει και προϋποθέτει αυτή η τάση κοινοκτημοσύνης και κοινοποίησης τής εσωτερικής ζωής εν απολύτω θερμώ

   λιγότερο εστέτ – και αριστοκρατική – από τόν λαμπεντούζα εγώ, βλέπω μόνο τά καλά αυτής τής μπλογκαριστικής σχολής – και τήν παρακολουθώ μάλλον μετά μανίας. Και επειδή τό χούϊ πεθαίνει τελευταίο, μού ’χει τύχει να πω από μέσα μου (κατά τό «γενναίοι γάλλοι, λίγο ακόμα και θα γίνετε πραγματικά δημοκράτες» τού μαρκήσιου : ) γενναίε μπλόγκερ, λίγο ακόμα και θα έλεγες πραγματικά τήν αλήθεια –

   αλλά δεν πειράζει : κι η διάθεση, πολλές φορές, είναι αρκετά ενδεικτική (κι ώς εδώ καλά…)

   ( : έπειτα, κατά τόν φρόϋντ, τό ψέμα που θα πεις γίνεται με λίγο ψάξιμο καθαρός και λαμπερός καθρέφτης τής αλήθειας σου)

   κι εξάλλου μην είμαστε πάντα τόσο αυστηροί – τό ψέμα μερικές φορές μπορεί να σημαίνει ότι θα θέλαμε μόνο να ονειρευόμαστε

.

 

.

   τούτων δοθέντων, ας πω κι εγώ με όσο λιγότερα ψέματα μπορώ τά ημερολογιακά μου :

   πήρα μαζί μου στη θάλασσα που πήγα, τό «περί μαγείας» τού τζιορντάνο μπρούνο που μεταφράστηκε μόλις (μπρούνο δεν έχει άλλον στα ελληνικά : ώς τώρα ολόκληρον τόν έχω βρει στα γερμανικά μόνο)

   ένα σοφτ–γκαίη–πορνό τού όσκαρ ουάϊλντ ή τών συν αυτώ, τό «τέλενυ» – ασήμαντο ως κείμενο – αξίζει μόνο για τήν εισαγωγή στην οποία περιλαμβάνεται η ιστορία τού χειρογράφου (δεν νομίζω – κι εγώ όπως κι ο επιμελητής – ότι τό έγραψε από τήν αρχή ώς τό τέλος ο ουάϊλντ – ίσως επενέβη μόνο στα σημεία που γίνεται και καλύτερο, με τά μικρά αφηγηματικά του κολπάκια)

   από φρόϋντ (αυτό κι αν είναι χούϊ καλοκαιρινό…) τό τέλος μιας αυταπάτης στην δίγλωσση έκδοση τής printa σε μετάφραση τού (και ποιητή, αλλά τώρα όπως μαθαίνω διδάσκοντος στο πανεπιστήμιο θράκης) δημήτρη νταβέα (πρόκειται κατά τήν ταπεινή μου γνώμη για ένα νευραλγικότατο κείμενο γιατί βλέπουμε εδώ ουσιαστικά ολοζώντανη τήν ώρα που ο θείος ζίγκι διστάζει μπροστά στα ίδια του τά συμπεράσματα (χρειαζόταν προφανώς ένας μαρκούζε για να τόν επαναφέρει στον ανατρεπτικό εαυτό του))

   μερικά άλλα ψιλά ψυχαναλυτικά, για ενημέρωση περί τά ελληνικά τοιαύτα

   και ένα πολύ παλιό ψυχαναλυτικό που είναι όμως μαζί (και κυρίως…) σοβαρή λογοτεχνία από τίς λίγες : τόν λεντς τού γκέοργκ μπύχνερ (στις εκδόσεις άγρα – έχει εκδοθεί περιέργως (για τά ελληνικά πράγματα) πάντως αυτό τό βιβλίο σε πολλούς εκδότες (εδώ, εδώ, και εδώ) : η έκδοση τής «άγρας» είναι όμως σίγουρα η πληρέστερη (δεν έχω ελέγξει όλες τίς μεταφράσεις, εννοείται, αλλά στην έκδοση που πήρα μαζί μου υπάρχουν πλήθος άλλα σχετικά κείμενα και πληροφορίες, καθώς και εργοβιογραφία κλπ (ως συνήθως στην πολύ καλή εκδοτική πρακτική τής  άγρας) (πρόκειται για ένα βιβλίο που τό ’χω αρχίσει άπειρες φορές και τό άφηνα πάντα στη μέση – ούτε τώρα τό τέλειωσα (ξέρω, χρήζει σχετικών αναλύσεων αυτό –)

   και ένα εγκώμιο από τά λίγα : τήν σαρλότα κορνταί τού ονφραί (αλλά για τήν τυραννοκτόνο τού ζαν–πωλ μαρά θα πρέπει να γράψω κάποτε κι εγώ περισσότερα, καθότι μού άνοιξε και η όρεξη)

   τό μοναδικό ξενόγλωσσο που πήρα μαζί μου ήταν μια μετάφραση στα αγγλικά (όλων τών) ποιημάτων και (επιλογής από τήν) (απολαυστική) αλληλογραφία τού μιχαήλ άγγελου : Ήξερα απλώς, από παλιά, ότι είχε γράψει σονέτα, και δη ομοφυλόφιλα ( : αυτό τό τελευταίο διαψεύστηκε ελαφρώς : ερωτευόταν σαν τόν (κατοπινότερό του κατά 50 χρόνια) σαίξπηρ και άντρες και γυναίκες) (μεταξύ μας νομίζω ότι αυτό κάνουν οι περισσότεροι – άλλο αν δεν θέλουμε να τό παραδεχτούμε –)

   και για να γίνει ένας τέλειος κύκλος, μια φράση από τήν «ερμηνεία τών ονείρων» τού φρόϋντ (εκ τών υστέρων, τεύχος 22) : «είναι σαν να κρυφακούει κανείς μια συνομιλία που διεξάγεται σε απόσταση ή χαμηλόφωνα» ήρθε αιφνίδια ως κεραυνός να προστεθεί στον μιχαήλ άγγελο και σ’ ένα του ποίημα :

.

.

επίγραμμα (χρονολογία : 1545 ή 1546)

μ’ αρέσει ο ύπνος μου, περί πολλού τόν έχω, και τό ότι είμαι πέτρινος
όσο αντέχει ο πόνος κι η ντροπή μου.
Τύχη τό λέω τό ότι δεν μπορώ να δω ούτε ν’ ακούσω·
λοιπόν, μή μέ ξυπνάτε, και μιλάτε σιγανά

(βλ. όμως και εδώ)

.

. 

   γι’ αυτό τό τελευταίο βιβλίο θα ’θελα να πω και μερικά ακόμα :

   η αλληλογραφία του είναι πολύτιμη – και ενίοτε ξεθεωτική – πλήρης πόνου και κεφιού ( : ο τοσκανός, αν δεν έγραφε σε φίλους του αστεία έγραφε σε (πάπες μαικήνες ή) συγγενείς του, κατά κανόνα θυμωμένα)
   τά ποιήματα (σονέτα και μαδριγάλια στην πλειοψηφία τους) μ’ έκαναν επιπλέον να θέλω να δοκιμάσω μεταφράσεις τους έτσι απ’ τ’ αγγλικά, πρόχειρα :

.

.

μαδριγάλι (νο. 8 )

Πώς γίνεται και δεν ανήκω πια σε μένα;
ω ουρανέ, ουρανέ
Ποιος μού ’κλεψε τόν εαυτό μου
ποιος είν’ στον εαυτό μου πιο κοντά
ή κάνει περισσότερα με μένα απ’ ό,τι εγώ;
ω ουρανέ, ουρανέ
Ποιος είν’ αυτός που μέσα στην καρδιά μου περπατά
και δεν μ’ αγγίζει διόλου;
Τί είν’ αυτό, ω έρωτα
τό πράγμα που απ’ τά μάτια ερημώνει τήν καρδιά
τήν κατοικεί και γέμισε τό κάθε κομματάκι;
Που αν εκραγεί;

.

.

σονέτο στον τομάζο καβαλιέρι (1532) (νο. 58)

Τό ξέρεις πως τό ξέρω, Κύριέ μου, ότι τό ξέρεις
πως ήρθα για να σέ χαρώ από πιο κοντά·
τό ξέρεις πως τό ξέρω ότι τό ξέρεις πως εγώ είμαι,
κι έτσι γιατί να αναβάλλουμε άλλο πια;

Αν η ελπίδα που μού έδωσες λέει τήν αλήθεια,
κι αλήθεια αν λέει ο καλός σου πόθος που μέ τύλιξε,
ας πέσει αυτός ο τοίχος που ’ν’ ανάμεσά μας
η μυστική η θλίψη είναι δυο φορές βαριά

Κι αν αγαπώ σε σένα μόνο, Κύριέ μου,
αυτό που εσύ σε σένα πιο πολύ αγαπάς
μή μού θυμώσεις – αγαπιώνται δύο πνεύματα

Αυτό που στ’ όμορφό σου πρόσωπο έμαθα κι ονειρεύτηκα
κάθε μυαλό ανθρώπου θα τό έπιανε άσχημα,
είναι για να πεθαίνει αυτός που θέλει να τό δει καλά.

.

.

σονέτο (νο. 85)

Θέλω να θέλω, Κύριε, ό,τι δεν θέλω,
κι ανάμεσα από τήν καρδιά κι απ’ τή φωτιά ένα πέπλο πάγου
νερό γεμίζει τή φωτιά και ψεύτη βγάζει τό γραφτό,
αφού η πένα μου κι η στάση μου δεν δένουν

Σέ αγαπάω με τή γλώσσα μου κι ύστερα κλαίω,
ο έρωτάς μου δεν αγγίζει τήν καρδιά, δεν είν’ σε θέση,
να βρει πού βρίσκεται τής χάριτος η πύλη ώστε να μπει,
και να πετάξει τήν ανήλεη περηφάνια απ’ τήν καρδιά μου

Τό πέπλο ξέσκισε εσύ και σπάσε αυτόν τόν τοίχο, Κύριέ μου,
που η σκληράδα του κρατάει ψυχρόν τόν ήλιο
διώχνει τό φως σου· σβήστηκε από τή γη

στείλε τήν ίδια αχτίνα φως στην ομορφιά που αγάπησες
για να μπορέσω να τήν έχω και εγώ, και να καώ,
και η καρδιά μου να μπορέσει να σέ νιώσει άφοβα

.

     

. 

   αυτός λοιπόν ο κατά γενικήν ομολογίαν ασκητικός (και μάλλον άσχημος άνθρωπος – δεν άφηνε ακριβώς γι’ αυτό και να τόν ζωγραφίσουν : είχε κατά τή γνώμη του μεγάλα αυτιά, και τού είχε σπάσει και τή μύτη ένας συμμαθητής του στο σχολείο) που δεν έτρωγε καλά, δεν πλενόταν πολύ, και κοιμόταν συχνά με τά ρούχα του (και με τίς μπότες του ακόμα πάνω στο κρεβάτι, όπως κουτσομπολεύανε οι γύρω) βγάζει στο γράψιμό του, αν τό δούμε αλλιώς, περισσότερο πάθος απ’ όσο έβαλε ποτέ στην κυρίως τέχνη του : κι ακόμα περισσότερο ζωντανεύει η ταλαιπωρημένη του ιδιοσυγκρασία με τήν αλληλογραφία του : γιατί, για τά σονέτα, (και τά άλλα ποιήματα) δεν πρέπει να παρασυρθούμε απ’ τήν απόσταση τού χρόνου που τά κάνει όλα εξωτικά, περίεργα, «ρομαντικά» : η αποστολή ποιημάτων συνηθιζόταν εκείνη τήν εποχή (και από τόν μεσαίωνα ακόμα) ούτως ή άλλως, και μπορούσε να ’ναι, εκτός από τήν ανακοίνωση ερώτων, κι ένα είδος ευχαριστίας για δώρο ή ακόμα και για γεύμα – οι άνθρωποι επικοινωνούσαν ξαποστέλνοντας δηλαδή ο ένας στον άλλον ραβασάκια παντός είδους (κι από τήν ιστορία τής ελοΐζας και τού αβελάρδου έχουμε και τό εκπληκτικό απόσπασμα «γράφε μου ό,τι θέλεις, λατινικά οι υπηρέτες δεν ξέρουν…») κι έτσι μπορούμε να πούμε ότι αυτού τού είδους η καθημερινή επαφή ήταν από μια άποψη τά sms και τά ημαίηλ τής εποχής – και με κώδικα μάλιστα : Στα σύντομα ειδικότερα σημειώματα που συνόδευαν τήν αποστολή ποιημάτων, η ειρωνία και τό χιούμορ τού μιχαήλ άγγελου πολλές φορές δίνουν ρεσιτάλ – ειδικά στην περίπτωση τών 48 επιτάφιων τετράστιχων ( + 1 σονέτο, + 1 μαδριγάλι) που έγραψε μετά τά επίμονα (και κατ’ εξακολούθηση δώρα και) αιτήματα τού luigi del riccio για τόν θάνατο τού ανηψιού του cecchino bracci (1544) : (οι ειδικοί λένε μάλιστα ότι τά αντιμετώπισε περισσότερο σαν ποιητικές ασκήσεις και στοίχημα με τόν εαυτό του) έχουμε πάντως σε κάθε νέα αποστολή κι ένα καινούργιο σημείωμα – και δεν μπορεί να ’ναι τυχαίο τό πως, απ’ όλα τά σημειώματα που συνοδεύουν ποιήματα, αυτά είναι τά πιο αστεία : (σε άλλη περίπτωση ας πούμε σημειώματος κάτω από σονέτο έχουμε μια σοβαρότερη διευκρίνιση : «μάστρο Ντονάτο, μού ζητάς πράγμα που δεν έχω» – ή : «μάστρο Τζόρτζιο, σού στέλω δυο σονέτα, και μολονότι είναι χαζοδουλειά, στα στέλνω για να δεις τί σκέφτομαι και πού γυρνάει τό μυαλό μου, κι όταν θα γίνεις κι εσύ ογδονταενός χρονού όπως κι εγώ, θα μέ πιστέψεις…»)

   στην αποστολή επιταφίων κυριαρχούνε πάντως γαστρονομικές εξηγήσεις : (και εδώ, όπως και αλλού, επαληθεύεται έτσι και η μαρτυρία συγχρόνων του ότι ο μιχαήλ άγγελος ήταν ευσυγκίνητος με τά δώρα : ενθουσιαζόταν και φιλοτιμούνταν πολύ αν τού χαρίζαν οτιδήποτε – και ο ρίτσιο τόν είχε φορτώσει όπως φαίνεται πέστροφες)

   λίγα παραδείγματα :

   συνοδεύει τό μαδριγάλι 155 με τό σημείωμα :
   «αυτό είναι για τήν πέστροφα· τό σονέτο που σού ’λεγα θα ’ναι για τό πιπέρι που κοστίζει λιγότερο, αλλά δεν μπορώ να γράψω. Σέ χαιρετώ.»

   κι είχε σημειώσει πάνω στο μαδριγάλι 154 :
   «να τό γυαλίσω τό πρωί»

   συνοδεύει τό μαδριγάλι 165 («στον έρωτα») με τό υστερόγραφο :
   «για τή χτεσινοβραδινή πάπια» 

   στο 167 σημειώνει «πρόκειται περί σάτιρας, και σέ χαιρετώ» και στο 170 «αυτό τό βάζω όχι σα σάτιρα αλλά σαν όνειρο» (και τά δύο μαδριγάλια στέλνονται στον ρίτσιο και μιλάν για γυναίκες)

   (από τά επιτάφια για τόν τσεκίνο μπράτσι) : στο 188 γράφει στον ρίτσιο : «αν δεν θέλεις να σού στείλω άλλα, μη μού στέλνεις κι εσύ άλλα» (προφανώς εννοεί δώρα, πέστροφες ή μανιτάρια)

   για τό 192 γράφει στον ίδιο : «αυτό δεν ήθελα να στο στείλω γιατί είναι λίαν αδέξιο, αλλά μπροστά σε πέστροφες και τρούφες και θεοί πείθονται. Τά χαιρετίσματά μου»

   στον ίδιο, για τό επιτάφιο 196 : «για τά αλμυρά μανιτάρια, μια που δεν θα ’χεις τίποτ’ άλλο»

   για τό 199 : «αυτά τά λέει η πέστροφα, όχι εγώ· αν δεν σ’ αρέσουν τό λοιπόν οι στίχοι, μην τίς ξαναμαρινάρεις άλλη φορά χωρίς πιπέρι»

   για τό 205 : «για τή χελώνα· για τό ψάρι θα μιλήσει ο Ουρμπίνο αφού τό καταβροχθίσει»

   για τό 212 εξηγεί (επί τού θέματος) : «Ο τάφος μιλάει σ’ όποιον διαβάσει τίς γραμμές αυτές. Χαζοπράματα, αλλά αφού θέλεις να σού φτιάξω χίλια, θα ’χουμε αναγκαστικά όλων τών ειδών»

   όπως και να ’χει, ο μιχαήλ άγγελος φαίνεται απ’ τά ίδια του τά ποιήματα ότι δούλευε με τήν ίδια προσοχή και τά μάρμαρα και τά χρώματα και τά γραφτά του – και σώζονται σε κάποιες περιπτώσεις αλλεπάλληλες εκδοχές και βασανισμοί στίχων (έχουμε και τήν περίπτωση ενός σονέτου που αρχικά τό ’γραψε για μια (άγνωστή μας) γυναίκα και σε μια μεταγενέστερη εκδοχή τό έστειλε (μάλλον) στον τομάζο καβαλιέρι) : η τελειομανία πάντως τού τεχνίτη βγαίνει ολοκάθαρη και στον τρόπο με τόν οποίο δουλεύει τήν ποίησή του : και προσωπικά τό βρήκα και συγκινητικό τό ότι χρησιμοποιεί τήν έκφραση «θα τό πατινάρω αύριο τό πρωί» ή «θα τό γυαλίσω αργότερα» για τά  ποιήματα, χρησιμοποιώντας ακριβώς δηλαδή μια  έκφραση από τήν γλυπτική : αλλά τό γεγονός πως θεωρούσε τήν ενασχόληση με οποιαδήποτε τέχνη μέρος τής ίδιας διαδικασίας, βγαίνει ανάγλυφα θα ’λεγε κανείς και από τή συνήθειά του να σημειώνει τίς πρώτες γραφές ποιημάτων στο ίδιο χαρτί που έχει ζωγραφίσει προσχέδια ενός πίνακα ή ενός γλυπτού

.

 

.

   στην καθεαυτό αλληλογραφία του πάντως, τά πράγματα σοβαρεύουν με άλλο τρόπο και γίνονται μάλλον μουντά – υπήρξε ένας ανηψιός ειδικά που πολύ φαίνεται να τόν κούρασε (χωρίς να έχω περισσότερες πληροφορίες αυτή τή στιγμή, κάτι μού θυμίζει αυτό και από τή ζωή ενός άλλου νευρικού, τού μπετόβεν) : έτσι, με τά γράμματά του, μού ήρθε κατακούτελα ένας τοσκανός πολύ πιο καθημερινός και πλήρης – ενδιαφέρων έως σπαρακτικός στα διάφορα βάσανα που πέρασε (με συγγενείς, μαικήνες, μέδικους, βατικανά, πάπες, πολιτικά αδιέξοδα) (και σ’ αυτό έμοιασε θέλοντας και μη, και με τόν δάντη – τόν οποίο θαύμαζε, σεβόταν, φοβόταν, ήθελε να τού μοιάσει, κτλ) :

 

   απ’ τά γράμματα θα βάλω σαφώς λιγότερα δείγματα :

.

   (ΣΤΟΝ ΜΑΣΤΡΟ ΤΟΜΑΖΟ ΚΑΒΑΛΙΕΡΙ ΣΤΗ ΡΩΜΗ· ΦΛΩΡΕΝΤΙΑ, 1 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 1533)

   Άρχισα να γράφω στην ευγενεία σου, απερίσκεπτα πολύ, κι υπόθεσα ότι εγώ πρώτος έπρεπε να κάνω κίνηση, λες κι έπρεπε να τήν κάνω σαν χρωστώντας απάντηση σ’ ένα δικό σου· κι ύστερα αργότερα κατάλαβα τό λάθος μου πολύ περισσότερο, όταν δοκίμασα και μύρισα και διάβασα τό δικό σου, που ’χες κείνη τήν ευγένεια· και μένα μού φαίνεται ότι απέχεις τόσο απ’ τό μόλις τώρα να γεννήθηκες, όπως μού τό λες στο δικό σου, παρά πως ήσουνα στον κόσμο χίλιες φορές πριν από τώρα, και γω λέω για τόν εαυτό μου πως είμαι αγέννητος ή αλλιώς γεννήθηκα νεκρός, και θα τό φώναζα έτσι που να σκάσει κι ο ουρανός κι η γη, αν δεν ήτανε μονάχα που σε σένα είδα και πίστεψα που η ευγενεία σου δέχτηκε τόσο πρόθυμα να πάρει μερικά από τά έργα μου, κι αυτό μ’ έκανε εμένα και πιο πολύ θάμαξα παρά αναγάλλιασα. Κι αν είν’ αλήθεια αληθινό αυτό που λες, ότι νιώθεις από μέσα όπως μού γράφεις απέξω, κρίνοντας τά έργα μου, αν κατά τύχη κάποιο απ’ αυτά όπως πολύ επιθυμώ σού άρεσε, εγώ αυτό τό έργο θα τό πω όχι τόσο καλό όσο τυχερό. Μη σέ κουράζω δεν θα γράψω άλλο. Πολλά πράγματα που θα ’χα να σού πω μένουν στην άκρη τού φτερού αλλά ο φίλος μας ο Πιεραντόνιο, που τόν ξέρω πως μπορεί και θέλει να συμπληρώσει ό,τι δεν μπορώ, θα στο τελειώσει στα προφορικά.

   Επιτρεπτό είναι να πει σ’ αυτόν που θα τό πάρει τούτο δω όλα όσα ο άλλος τού δίνει μα από λεπτότητα δεν τό κάνει δωμέσα.

.

   (ΣΤΟΝ ΜΑΣΤΡΟ ΤΟΜΑΖΟ ΚΑΒΑΛΙΕΡΙ ΣΤΗ ΡΩΜΗ· ΦΛΩΡΕΝΤΙΑ, 28 ΙΟΥΛΙΟΥ 1533)

   Αγαπημένε μου κύριε : Αν δεν είχα πιστέψει ότι σέ είχα πείσει για τήν τεράστια, τί λέω, τήν αμέτρητη αγάπη που σού έχω, δεν θα τό ’βρισκα περίεργο ούτε θα απορούσα που δείχνεις τόση υποψία στα όσα στέλνεις κι υποψιάζεσαι επειδή δεν σού ’γραψα μην και σέ ξέχασα. Αλλά τί λέω ούτε καινούργιο είναι ούτε να ξαφνιάζομαι, αφού και όλα τά υπόλοιπα μού παν ανάποδα, να πάει κι αυτό ανασούμπαλα, γιατί αυτό που η ευγενεία σου μού λέει, τό ίδιο θα ’πρεπε εγώ να σού τό πω· ίσως όμως να τό κάνεις για να μέ τσιγκλίσεις ή για ν’ ανάψεις νέα και μεγαλύτερη φωτιά, αν μπορεί να υπάρξει μεγαλύτερη· μα ό,τι και να λες εσύ, εγώ ένα ξέρω πως θα ξεχάσω τ’ όνομά σου τήν ίδια ώρα και στιγμή που θα ξεχάσω αυτό που τρώω για να ζω· και μπα πιο εύκολα θα ξεχάσω αυτό που τρώω για να ζω, που τρέφει μόνο σώμα με τή δυστυχία, παρά τό όνομά σου, που τρέφει σώμα και ψυχή, και τά γεμίζει και τά δυο με τέτοια γλύκα, που δεν καταλαβαίνω πια ούτε πόνο ούτε φοβάμαι θάνατο όσο η μνήμη μου μέ κάνει τ’ όνομά σου να θυμάμαι. Σκέψου μονάχα αν τά μάτια μου είχαν κι αυτά μερίδιο, σε τί κατάσταση θα ήμουνα.

.

   (ΣΤΟΝ ΑΝΗΨΙΟ ΤΟΥ ΛΙΟΝΑΡΝΤΟ· ΡΩΜΗ, ΙΟΥΛΙΟΣ 1544)

   Λιονάρντο : ήμουνα άρρωστος, και συ, όπως σέ πρότρεψε ο μάστρο Τζιοβάν Φραντσέσκο, ήρθες για να μέ αποτελειώσεις και να δεις αν σού αφήνω τίποτα. Δεν είναι αρκετά δικά μου στη Φλωρεντία να σού φτάνουν; Μην τό αρνιέσαι σαν τόν πατέρα σου είσαι, που μέ πέταξε έξω απ’ τό σπίτι μου στη Φλωρεντία. Μάθε ότι έχω κάνει διαθήκη με τρόπο τέτοιο που απ’ αυτά που έχω στη Ρώμη να μην λογαριάζεις πλέον τίποτα. Και άντε στην ευχή και μην ξαναφανείς μπροστά μου, και μη μού ξαναγράψεις, και να κάνεις όπως ο παπάς.

Μικελάντζελο

.

.

.

 

.

   τέλος, ως επιστέγασμα τής παρούσας σινδόνης, και μερικά ημερολογιακότερα όλων :

   δεν θα πω σε ποιο νησί ήμουν, όπως τό απόφυγα και πέρυσι : Φέτος οι λόγοι είναι επιπλέον σαφέστεροι : θα μπορούσα βέβαια να προσθέσω με τήν ευκαιρία και τή δικιά μου πραγματεία στις ήδη υπάρχουσες περί «ανάλυσης τής κρίσης», τό ζητάει κι η εποχή, και δεν θα ’θελα σε καμία περίπτωση να θεωρήσει κάποιος πως τό γεγονός ότι απόφυγα τό θέμα, όλον αυτόν τόν καιρό, σημαίνει ότι τό θέμα δεν μέ ενδιαφέρει (συμβαίνει τό εντελώς αντίθετο)

   δεν πρόκειται όμως – θα πω λίγα μόνο :

   πήγα λοιπόν σ’ ένα μικρό νησί, και τό βασικό συμπέρασμα στο οποίο κατέληξα είναι ότι οικονομική κρίση για ένα μέρος τής ελληνικής επικράτειας δεν υφίσταται (πράγμα που θα μπορούσε από μιαν άλλη οπτική να οδηγήσει στη διαπίστωση πως εκεί ακριβώς βλέπει κανείς διάφανα μερικούς εσωτερικούς τουλάχιστον λόγους που διευκόλυναν χειραγώγησαν ή επέκτειναν τήν ολική κρίση)
   (δεν θα πω για τό τοπίο, που ήταν υπέροχο – αλλά για τό τοπίο δεν ευθύνονται οι κάτοικοι, και η συμμετοχή τού τοπίου στην κρίση είναι πολύ συζητήσιμη)
   πάντως πρώτη φορά, τουλάχιστον εγώ, έπεσα πάνω σε μια κοινότητα, με τέτοια σύμπνοια συσπειρωμένη γύρω από τήν εκδοχή τής (πρώην) ελληνικής ευφορίας πως ο καθένας πρέπει να κουβαλάει όπου πάει μαζί του και τό αυτοκίνητο – τό οποίο εννοείται ότι πρέπει να έχει – : πόσα δεν δικαιολογεί όμως (και δεν επεξηγεί) αυτό για τήν περίοδο τού έξαλλου νεοπλουτισμού που προηγήθηκε (κι απ’ τήν οποία μάλλον δεν θέλουμε να συνέλθουμε – φοβάμαι ότι τά μικροαστικά στρώματα που ορύονται ότι η χούντα δεν έπεσε τό ’73 (όσοι τούς είδαμε, στο σύνταγμα, μάλλον βεβαιωθήκαμε ότι τό ’73 ήταν ευτυχείς και σώοι και αβλαβείς) δεν εκνευρίζονται παρά για τό ότι αυτός ο νεοπλουτισμός τούς κόπηκε, και όχι για τό ότι ήτανε ψεύτικος ή βλαβερός – εξαιρούνται παντός λιβέλου οι υπάλληλες τού ιδιωτικού τομέα, (έχω υπάρξει τοιαύτη και ξέρω), αλλά αυτές μάλλον δεν ήταν φέτος για διακοπές σε νησί)
   γνώρισα πάντως και εξαιρετικούς ανθρώπους (νομίζω ότι έκανα και φίλους) ( : ένα από τά χαρακτηριστικά τού νησιού είναι ότι έχει φήμη πως τό επισκέπτονται διάφοροι δύστυχοι μονομανείς (με τήν καλύτερη έννοια τού όρου) : δεν διαψεύστηκα και σε όλα –)

.

   τό νησάκι πάντως είναι τελείως κάθετο από άποψη τοπογραφίας : και για να πας απ’ τό δωμάτιό σου στη θάλασσα πρέπει ν’ ανεβοκατέβης τό παλαμήδι ας πούμε καμιά εικοσαριά φορές. Υπάρχει (υπήρχε) βέβαια λεωφορείο, αυτό ήταν όμως επίσης πρόβλημα – για όσους πέφτουν κατά κανόνα σε ύπνο βαθύ (και δεν μιλάω ψυχαναλυτικά τώρα) η διαδικασία τού ξυπνήματος έχει μερικές πολύ στρυφνές απαιτήσεις : που σημαίνει ότι δεν χωράει εύκολα λεωφορείο στη ζωή σου πρωινιάτικα (τό «πρωινιάτικα» είναι σχήμα λόγου : ποτέ πριν τό μεσημέρι.) Προτιμώ να πηγαίνω στη θάλασσα με τά πόδια, και να ’ναι, ει δυνατόν, η θάλασσα και στα πόδια μου. Αυτό ήταν σίγουρα τό μεγάλο πλην τού νησιού.
   υπήρχαν βέβαια τά (αρκετά) δρομολόγια τού λεωφορείου αλλά αυτό, εκτός από τό ότι σέ ανάγκαζε να γίνεις μέρος θέλοντας και μη μιας χαρωπής αγέλης με τό που άνοιγες τά μάτια σου, σέ υποχρέωνε επιπλέον να έχεις στο μυαλό σου διαρκώς και τήν ώρα – πράγμα απαράδεκτο για μένα στις διακοπές τουλάχιστον. Επιπλέον, έπρεπε να ακούς, πριν καλά–καλά ξυπνήσεις, τίς μουσικές επιλογές τού λεωφορειούχου και τήν χαρωπή ελληνοπρεπή περιαυτολογία του : ήδη η επαφή με τή θάλασσα και τίς ωραίες αμμουδιές είχε υποστεί δηλαδή σοβαρότατο πλήγμα. Αλλά δεν έφταιγε τό νησί γι’ αυτό (εσύ τό διάλεξες) και στο κάτω–κάτω η κοινότητα σού ’δινε τήν εντύπωση ότι έκανε ό,τι μπορούσε για να βολέψει τίς παράλογες καλοκαιρινές ανάγκες σου –

.

   κάθε νησί έχει τούς φθόνους και τίς αντιζηλίες του : τό συγκεκριμένο τά ’χει βάλει με τό μεγάλο διπλανό που «έχει σαιζόν πέντε μήνες» (ενώ τό μικρούλι αυτό φουλάρει τόν αύγουστο, και αυτό είναι όλο : κατά τίς αφηγήσεις κατοίκων). (Δεν ήξερα γιατί δεν φουλάρει και τούς άλλους μήνες – για μένα τό νησί ήταν πανέμορφο : η θέα απ’ τό δωμάτιό μου ήταν από τίς ωραιότερες (μόνο μια φορά είχα δει ωραιότερη άποψη τού αιγαίου αλλά εκεί μόνο αφού ανέβαινες στο κάστρο, όχι από τό δωμάτιο ή τή βεράντα σου – εδώ είχα τή δυνατότητα να δουλεύω με υπέροχη διάθεση λοιπόν τίς τελευταίες (πάντα ελπίζω!) διορθώσεις τού βιβλίου μου, μαζί με τόν καφέ μου κάθε πρωί, και ήμουνα σχεδόν ευτυχισμένη, ναι για λίγες μέρες) : προλάβαμε λοιπόν να κάνουμε μερικά σεπτεμβριάτικα μπάνια μεταφερόμενοι έτσι όπως είπαμε αγεληδόν ώσπου ύστερα ξαφνικά ένα βράδυ, και χωρίς περαιτέρω διαδικασίες, ο λεωφορειούχος δήλωσε ότι τά δρομολόγια ουσιαστικά σταματούσαν : θα γινόταν δηλαδή μόνο ένα τό πρωί κι ένα τό απόγευμα, ελλείψει αρκετής και σεβαστής αγέλης. (Έτσι εξηγούνται και τά περί φουλαρίσματος ή μη, σκέφτηκα) : Τό πρώτο σοκ τό διαδέχτηκε μια προσπάθεια εκ μέρους μου ως συνήθως αφελών εκλογικεύσεων ( : αλλά ήταν μάταιο, ο παλιός γνώριμος άρχων τής ελληνικής κοινωνίας αναδύθηκε περίλαμπρος) : Στην βλακώδη μου παρατήρηση «καλά, έτσι θέλετε να μοιάσετε στους δίπλα, με τούς πέντε μήνες; Μόλις κόβεται λίγο ο κόσμος μάς κόβετε και τή θάλασσα; Και τί λογική είν’ αυτή, να πετάτε στη θάλασσα αυτούς που θέλουν να σάς επεκτείνουν τή σαιζόν;» Έπεα πτερόεντα, και μπαινάκης και βγαινάκης : η λογική του, τετράγωνη λογική εκσυγχρονισμένου οικονομολόγου βαλκανιομάγκα : «Και τί θα κάνω εγώ, θα δουλεύει τό λεωφορείο, με τόση βενζίνη, για τό ενάμιση ευρώ πού κάνεις εσύ;» Λαμπρά. Δηλώνουμε αποχώρηση και τό βράδυ στο μπαρ τό συζητάμε με έλληνες και ξένους, φανατικούς οπαδούς τής ξερολιθιάς :

   Έπρεπε να φέρετε τ’ αυτοκίνητο (αυτοί είχαν φέρει)

   Θα έρχομαι να σέ κατεβάζω εγώ

   Δεν είσαι καλά που θ’ ανεβοκατεβαίνεις για χάρη μου

   Καλά κατέβαινε τό μεσημέρι με τά πόδια και τό βράδυ θα σ’ ανεβάζω

   Μού ’φυγε τό κέφι, έπειτα εσείς φεύγετε σε λίγο, δεν θέλω να μείνω κι εγώ άλλο, άκου «τό ενάμιση ευρώ που κάνω εγώ» : η κοινότητα όμως τί λέει;

   Ποια κοινότητα, δεν υπάρχει κοινότητα : η μαγκιά τού καθενός εδώ είναι η οικογένειά του και τά σπίτια που νοικιάζει

   Άλλωστε δεν ανήκει στην κοινότητα τό λεωφορείο. Κανείς δεν ξέρει πού ανήκει τό λεωφορείο. Είναι ιδιωτική επιχείρηση. Ο λεωφορειούχος – προσθέτει ο παντογνώστης μπάρμαν – είναι ουσιαστικά στον αέρα κι εντελώς παράνομος

   Έχεις προσέξει τά εισιτήρια που κόβει; Έχεις δει να έχουνε θεώρηση από τήν εφορία; Δεν έχουν. Σκέτο κωλόχαρτο.

   (δυστυχώς από τόν θυμό μου είχα πετάξει και τό τελευταίο εισιτήριο)

   Καλά, οι υπόλοιποι δεν έχουν τήν αίσθηση ότι πρέπει να κρατήσουν τόν κόσμο που έρχεται σεπτέμβρη μήνα να τούς μεγαλώσει τή σαιζόν;

   Ποιοι υπόλοιποι; Αυτοί έχουν τά κατσίκια τους και τίς είκοσι μέρες τού αυγούστου – τούς φτάνουν και τούς περισσεύουν. Τίμιοι και ολιγαρκείς.

   Καλά, δήμος δεν υπάρχει;

   Έλα μωρέ, αστειεύεσαι; Δε μού λες, εσένα θα σού δώσουν απόδειξη για τό δωμάτιο;

   Μού ’πε ότι έκλεισε ο λογιστής του τόν αύγουστο

   Τά βλέπεις; Ένας άλλος που τούς έκανε φασαρία ακόμα στα δικαστήρια θα τρέχει

   Καλά δεν έχουν αίσθηση κοινού συμφέροντος όλοι μαζί εδωχάμω;

   Να σού φέρω ένα καινούργιο ποτό να συνέλθεις;

.

   τήν άλλη μέρα λοιπόν ετοιμαζόμαστε για αναχώρηση : η σκοτεινή τρύπα που χρησιμεύει για πρακτορείο εξυπηρετείται από ένα βαρύ μουτρωμένο αντίγραφο πρωινάδικου : η αναχώρηση από νησί όμως ως γνωστόν δεν είναι κι εύκολη υπόθεση : πρέπει να βρεις τό κατάλληλο πλοίο (έχω σκυλοπνιγεί από τούς σκυλοπνίχτες τών εφοπλιστών, για τούς οποίους επίσης δεν υπάρχει κρίση) και πρέπει να βρεις τίς κατάλληλες ώρες, και επιπλέον εγώ προσέχω και τόν καιρό : «Να ξανάρθουμε αύριο;» «Σήμερα είναι η τελευταία μέρα, κλείνουμε : από αύριο μόνο στο λιμάνι και μία ώρα πριν φύγει τό καράβι»
   : θα κάνουμε τρία χιλιόμετρα να συνεννοηθούμε, και τρία χιλιόμετρα να ξανανέβουμε, κι ύστερα τρία να ξανακατέβουμε
   ξαναπετάω τό αγαπημένο μου επιχείρημα : Καλά, έτσι θέλετε να μοιάσετε στους διπλανούς με τούς πέντε μήνες σαιζόν; Με κοιτάει φτύνοντας πρωινιάτικες γοητείες : «Δεν μάς ενδιαφέρουν καθόλου οι διπλανοί, εμείς είμαστε φίσκα τόν αύγουστο, και μάς φτάνει». (Κατά μυστήριο τρόπο) βάζω στοίχημα με τόν εαυτό μου ότι είναι η γυναίκα τού λεωφορειούχου – κάποιος θα τής σφύριξε τή χτεσινή συζήτηση στο μπαρ και φτύνει τό φτωχό μου σαρκίο τού ενός ευρού με όλη της τή δύναμη
   αναγκαστική παραμονή μερικών ημερών ακόμη – συνηθισμένα πράγματα αυτά στα νησιά : από τά περήφανα μη αγελαία μου πλέον τρία χιλιόμετρα προς τή θάλασσα έχω βγάλει και κάτι φουσκάλες, στα πόδια μου με τά οποία όπως φαίνεται εξίσου γράφω όσο και με τά χέρια, αλλά ούτε αυτό μέ πειράζει : η φουσκάλα τής κρίσης λάμπει σα φλογοβόλο πάνω από τό κεφάλι μου. Οι άλλοι έχουν αναχωρήσει, και κάποιος μού τηλεφωνεί από τό περσινό νησί τί γίνομαι (έχω κι ενοχές που τούς άφησα κι ήρθα εδώ) : εκεί φυσικά ανοιχτά όλα μέχρι τέλος και σεπτεμβρίου και  οκτωβρίου
   στο τέλος αναχωρώ και εγώ : Συμπαθής εστιατόρισσα μού ανακοινώνει ότι τά δρομολόγια τού λεωφορείου ξανάρχισαν – μια μέρα πριν φύγω. – Πώς αυτό; – Ε, είδε ότι έχει ακόμα λίγο κόσμο, ήρθαν και μερικοί καινούργιοι.

.
   να τούς χαιρόμαστε όλοι μαζί λοιπόν τούς τουριστικοφάγους συγκατοίκους μας τής άτεγκτης κρίσης και τούς εκτιμημένους εκ νέου εαυτούς μας τού ενάμιση ευρού

.

   και δεν μ’ ενδιαφέρει φυσικά να βρουν τιμωρία από μένα που μού χάλασαν τίς διακοπές μου – για τόν ίδιο λόγο, και εξαιτίας ενός παλαιόθεν ακραίου φυσικού πολιτικοασαφούς συμπλέγματος δεν θα κάνω τίποτα για τήν παράνομη κατάσταση τού λεωφορείου : θα τούς τακτοποιήσουν όμως άλλα πράγματα, είμαι σίγουρη, ή τουλάχιστον τό ελπίζω : αργά ή γρήγορα  δηλαδή θα τήν βρούνε τήν τιμωρία τους οι κατσικοαστοί – κι ίσως μάλιστα κάποια στιγμή να τούς αγγίξει και κάποιου άλλου είδους κρίση που να μετατρέψει τό ευρώ τού καθενός σε σκληρότερο νόμισμα


   (γιατί, πώς να τό κάνουμε, δεν διάλεξα εγώ ν’ ασχοληθώ με τόν τουρισμό, αυτοί ασχολούνται – και πρέπει κάποια στιγμή να μάθουν να κάνουν καλά τή δουλειά τους όλοι σ’ αυτή τήν χώρα όπου η αυθαιρεσία και τό αποφασίζομεν και διατάσσομεν όπου μάς παίρνει, θεωρείται προϊόν ονομασίας προέλευσης : στο κάτω–κάτω αν είχανε τά κότσια ας εξακολουθούσανε να χτίζουνε τίς κατοικιές τους, και να βόσκουνε τίς κατσίκες τους, και να τό παίζουνε στην πρωινιάτικη συμβία τους (όσο θα τούς παίρνει κι εκεί)  μαχαλόμαγκες : αλλά αφού δεν τούς πέφτουν κι άσχημα τά λεφτά ημών τών κουτόφραγκων πρέπει κάποια στιγμή να καταλάβουνε ως έλληνες ότι όσο και να απομυζούν υπεραξία από τό τοπίο, οι ίδιοι δεν δημιουργούνε ούτε παράγουνε πια τίποτα : υπηρεσίες προσφέρουνε, και τά συμπλέγματα τών υπανάπτυκτων που θέλουν να ’ναι σερβιτόροι με νοοτροπία μεγαλέξαντρου θα πάνε αργά ή γρήγορα νομοτελειακά περίπατο, πάει τελείωσε τό λοφίο αυτό έχει σαπίσει).

   αυτά τά λίγα ημερολογιακά κι από μένα και με τά λιγότερα ψέματα

   ας έχουμε έναν βαρύ ασήκωτο και δημιουργικό χειμώνα

.

.

.

                

.

 

.

.

.

Ιουλίου 7, 2010

εκ τών έσω : τά βιβλία δεν είναι ούτε «για δωράκια» ούτε «για τήν αμμουδιά» : ένα telos, βίντεα, μελαγχολίες.

 

  

 

όσοι μπαίνετε στους κήπους και αγαπάτε τούς κάκτους ξέρω ότι τό ξέρετε : ότι όσοι (μερικοί δηλαδή από όσες) (με ανθρωποκτόνο μυγοκτόνο χρονοβόρο και ακατανόητο πείσμα) γράφουμε (και αλλιώς + αλλού), δεν συρρικνώνουμε τή ζωή μας στο χαρτί (τουλάχιστον) για να ’χουνε να κάνουνε μερικοί καλοί άνθρωποι που μαστίζονται κι από τήν κρίση φτηνά δώρα στα βαφτιστήρια τους (όπως κατά κόρον έχω ακούσει ότι ζητιανεύουν από τηλεοράσεως οι έλληνες εκδότες και πολύ πριν τήν κρίση) ( : βλέπω εξάλλου ότι και εδώ μια παρόμοια αντίληψη θεωρείται λογική, ανώδυνη και ταιριαστή, ακόμα και για διανοούμενους τής βλογόσφαιρας – όχι δεν θα βάλω λινκ) : η τσέπη μας λοιπόν αρκετά υποφέρει (τί να κάνουμε, έχουμε κι εμείς τσέπη – παρανόμως σχεδόν, παραδόξως ασφαλώς) από τήν συρρίκνωση σε έναν εαυτό (μία εαυτή) που δεν πουλάει κατά κανόνα στο ευρύ (πόσο στενό…) κοινό τό οποίο άνετα δικαιούται (αυτό, ναι) και να έχει τσέπη και να θέλει να κάνει φιγούρα διανοούμενου στην αμμουδιά… : ευτυχώς ή δυστυχώς ό,τι κάνω (ας μιλήσω για μένα, αν και είμαι σίγουρη ότι και για κάποιους ακόμα άλλες μιλάω) δεν γίνεται όλο αυτό για να ανακουφίζεται καμία (απολύτως) τσέπη – ούτε και νοιαζόμαστε για τό αν θα ’χετε ή δεν θα ’χετε να διαβάζετε και καμιά μαλακία για να περνάει η ώρα μετά τό μπάνιο

 

μερικές μελαγχολικές προτάσεις (προς σκέψιν
ακρόασιν ανάγνωσιν θέασιν) :

  

καταρχάς υπήρχε ένας συμπαθητικός βιβλιοπώλης που δεν τά έλεγε και άσχημα (ως προς τίς τιμές είχε δίκιο δηλαδή…) (είναι κι από τήν επαρχία…) αλλά τό βίδεο αρνείται να ανέλθη, και δεν μπόρεσα να βρω άλλα στο γιουτούμπ, πολύ πιο διασκεδαστικά εκείνα, με τούς ένδοξους εκδότες τής αθήνας να διαφημίζουν καμαρωτά από τήν τηλεόραση, μαζί με τούς συγγραφείς τους, «τό βιβλίο ως τό φτηνότερο δώρο»

συνεπώς

 

 

 

 

 

 

 

 

σημειώσεις

  

μπορείτε να δείτε περισσότερα για τήν ομάδα nova melancholia εδώ,  και μπορείτε επίσης να στρέφεστε περιοδικά αν δεν τό κάνετε ήδη στό φιλοσοφικό περιοδικό telos (που στο τελευταίο του τεύχος επικεντρώνει και τήν προσοχή του (epitelous κάποιος να τό κάνει, έχουμε ζαλιστεί με τήν μεγάλη αγορά τής κίνας που θα μάς «απορροφήσει και τό λάδι») στο δολοφονικό καθεστώς που όλοι λαδώνουν αυτήν τήν περίοδο)

και τελικά, και για όσους μπορούν να «πεταχτούν» (σε οικονομική θέση), ένα ακόμα telos – στη νέα υόρκη

τέλος λοιπόν για σήμερα (και για λίγο καιρό αυτό τό καλοκαίρι – αν και περιοδικά, είμαι σίγουρη, θα ξανάρχομαι) : ένα (παλιό) μουσικό κομματάκι μόνο ακόμα, για όσες και όσους αισθανόμαστε με μυστήριο τρόπο συγγενείς, και εδώ και έξω – και ως μικρή συνέχεια βέβαια προς τήν αποκάτω ανάρτηση – που τήν σκέπασα τόσο γρήγορα μολονότι λογάριαζα να τήν αφήσω πάρα πολύ :

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: