σημειωματαριο κηπων

Δεκεμβρίου 20, 2011

glenn gould ♫♪ the boy sings the piano ♪ τό αγόρι τραγουδάει στο πιάνο του ♪♫

Filed under: μουσική — χαρη @ 10:53 μμ
Tags: , ,

.

.

  

.

.

   θα ξεκινήσω εξομολογητικά (και αλαζονικά) τό απαιτεί η προκείμενη περίπτωση : ο glenn gould είναι, μαζί με τόν sviatoslav richter, δυο πολύ δικοί μου άνθρωποι : έτσι τούς είχα (και έτσι τούς έχω ακόμα φαντάζομαι) και για χρόνια ό,τι βιβλίο έγραφα είχε ως ηχητικό background (soundtrack κατά τό επίσης κοινώς λεγόμενο) έργα για πιάνο παιγμένα απ’ αυτούς : ό,τι άλλο μπορεί να μπει ανάμεσα (τήν ώρα που δουλεύω) είναι μεγάλη εξαίρεση : πιστεύω λοιπόν ότι τή δουλειά μου (αυτό δεν είναι καθόλου αυτοδιαφήμιση, περί (νηφάλιας) ανάλυσης πρόκειται) εξαιτίας ίσως ακόμα και μόνο αυτού, μπορεί να τή χαρεί να τήν καταλάβει και πιθανώς να τήν εκτιμήσει μόνο αυτός που θ’ ακούσει αυτούς τούς ρυθμούς που καραδοκούν από πίσω ή από κάτω (ή από δίπλα) της – και δεν είναι δικό μου βέβαια μόνο χούϊ αυτό : η πεζογραφία ενγένει είναι θέμα ρυθμών καταρχάς, θα έλεγα, εξίσου ή και περισσότερο απ’ ό,τι η ποίηση – και δευτερευόντως ζήτημα επεισοδίων και ιδεών : όποιος δεν επικοινωνεί με τούς ρυθμούς επομένως (ή με τά beat ελληνιστί πάλι) δεν επικοινωνεί καθόλου : τό ίδιο ισχύει βέβαια και για τή ζωγραφική και τή γλυπτική – για να μην πω για κείνο τό θηρίο τήν αρχιτεκτονική…

   χρονολογικά λοιπόν, πρώτα γνώρισα τόν ρίχτερ : μού άρεσε ο πολύ ροκάδικος (άγριος και καθόλου ρομαντικός) τρόπος που έπαιζε – αυτός ένας ρώσος που δεν είχε βγει έξω απ’ τή ρωσία για χρόνια, καθώς τού απαγορευότανε – εξάλλου φοβόταν κι ο ίδιος να αποσκιρτήσει στη δύση όπως έκανε αργότερα (όταν τούς επιτράπηκε να περιοδέψουν) ο ροστροπόβιτς (είχε τά χίλια δίκια του κι αυτός) : ο ρίχτερ δεν μπορούσε όμως να αντιμετωπίσει τό ενδεχόμενο να μην ξαναδεί τή ρωσία – η αγάπη τών ρώσων για τό τοπίο τους είναι άλλο πράγμα – πολύ συγκινητικό. Είπα για άγριο και ροκάδικο τρόπο (παρακάτω έχω ένα βίντεο όπου ο γκουλντ μιλάει για τόν ρίχτερ και τό παίξιμό του) και αυτό γιατί για μένα τό πιάνο είναι ένα κατεξοχήν θορυβώδες όργανο (εξάλλου ουσιαστικά πρόκειται για κρουστό) και έτσι ήταν άλλωστε από τήν πρώτη στιγμή που εφευρέθηκε : διότι τό pianoforte, όπως είναι ολόκληρη η ονομασία του (επί λέξει δηλαδή τό σιγανοδυνατό – και μην πάει τό μυαλό σας στη σιγανοπαπαδιά – ίσως δεν είναι κι η καλύτερη δηλαδή μετάφραση), ακριβώς επειδή είχε τή δυνατότητα τών απότομων αλλαγών χωρίς ιδιαίτερες ευαισθησίες στην ένταση τού ήχου, αποτέλεσε μια ανατρεπτική κατάκτηση στη μουσική, μια εφεύρεση τόσο μοντέρνα όσο ήταν στη δικιά μας εποχή τό σαξόφωνο ή η ηλεκτρική κιθάρα να πούμε – και ο μπετόβεν τό αντιμετώπισε εξάλλου ακριβώς μ’ αυτόν τόν τρόπο : έπαιζε ο ίδιος (όπως ξέρετε ήταν εκτός από συνθέτης, και εξαιρετικός, και βιρτουόζος, πιανίστας) τόσο δυνατά που έσπαγε τίς χορδές τών πιάνων στις συναυλίες του κατ’ έθιμο και κατ’ εξακολούθηση, γι’ αυτό και υπήρχε πάντα ένας ειδικός τεχνίτης που τσακιζόταν να διορθώνει και να αντικαθιστά τίς χορδές καθοδόν (μεταξύ μας, τό ίδιο έκανε κι ο μπαχ με τό όργανο, αυτό τό υποτίθεται σεβάσμιο εκκλησιαστικό όργανο που ο μπαχ τό έσπαγε επίσης κατά κανόνα στις εκκλησίες όπου έπαιζε (πολύ δυνατά και άγρια) τή μουσική του, ώσπου στο τέλος οι εκκλησιαστικοί παράγοντες τού βγάλανε και φετφά ότι θα πληρώνει ο ίδιος κάθε φορά για τίς ζημιές που κάνει) : αυτά για όσους θεωρούν τή μουσική αυτή ήρεμη και παρωχημένη (ήρεμος και παρωχημένος είναι ο τρόπος τους). Όταν λοιπόν (μερικά χρόνια αργότερα) άκουσα τόν γκουλντ είχα τήν εντύπωση ότι ήτανε μαθητής τού ρίχτερ, τόσο πολύ κατά τή γνώμη μου έμοιαζε τό παίξιμό τους, αυτό όμως δεν ισχύει έτσι ακριβώς – ο γκουλντ ήταν βέβαια ελαφρώς νεότερος αλλά πρέπει να τόν άκουσε μάλλον αργά – η σύμπτωση είναι απλώς η κοινή αντίληψη που ενώνει δυο ιδιοφυίες. Οι ομοιότητες σταματάνε κατά κύριο λόγο εδώ, κατά τά άλλα οι ζωές τους ήταν τελείως διαφορετικές, ο ρίχτερ (που είναι ο μόνος τόν οποίο και έχω δει να παίζει ζωντανά (και στην ελλάδα μάλιστα) ( : κι είναι η μία απ’ τίς μοναδικές δύο περιπτώσεις που στάθηκα από τά ξημερώματα σε ουρά για να βρω εισιτήριο – κι όταν έφτασε η ώρα να μπούμε επιτέλους στο πάνω διάζωμα τού ηρώδειου ένας γνωστός μου πιανίστας με τόν οποίο περιμέναμε μαζί ν’ ανοίξουν οι πόρτες, μέ κορόϊδεψε για τόν τρόπο που τσακίστηκα ν’ ανεβαίνω μάλλον αλλόφρων τά σκαλιά για να βρω θέση να κάτσω έτσι που να βλέπω τα χέρια του (τούς ξεπέρασα όλους κι έφτασα πρώτη επάνω, σημειώνω), φωνασκών μου γελοιότατα εν μέση οδώ «χάρη έχουν και τυρόπιτες επάνω!» – τί άσχετος αν και τής δουλειάς! δεν νοιαζόταν αυτός να βρει θέση κατάλληλη για να βλέπει τά χέρια του; τσκ τσκ)) ο ρίχτερ λοιπόν δεν σταμάτησε να περιοδεύει, απ’ τή στιγμή που τού δόθηκε η άδεια απ’ τή σοβιετία, ούτε να δίνει ρεσιτάλ και συναυλίες, ενώ ο ιδιομορφότατος (και ομορφότατος – αλλά κι ο ρώσος ήταν πολύ όμορφος) καναδός βαρέθηκε τίς δημόσιες εμφανίσεις από νωρίς και κάποια στιγμή τίς σταμάτησε κιόλας εντελώς, προς μεγάλη απογοήτεψη εκατομμυρίων παγκοσμίως (δημιουργήθηκε και τό κλισέ γι’ αυτόν πως ήταν ο «πιανίστας που μισούσε τό κοινό του») (ο ίδιος έλεγε απλώς πως όταν υπάρχουν τόσα τεχνικά μέσα που μπορεί πια κανείς σ’ ένα στούντιο να κάνει εντελώς ό,τι θέλει, και να διορθώσει κι ένα λαθάκι τό οποίο μπορεί εν πάση περιπτώσει να γίνει στη συναυλία – και τό οποίο στη συναυλία δεν διορθώνεται – είναι μάταιο να τρέχει πάνω κάτω σ’ όλον τόν κόσμο και να ταλαιπωρείται – είχε τόση εμπιστοσύνη στην τεχνολογία (τό προσωπικό του στούντιο ήταν απ’ τά καλύτερα και πιο προηγμένα (και ακριβότερα) στον κόσμο) που μια φορά επειδή βαριόταν να ταξιδέψει για πρόβες ζήτησε από μια τραγουδίστρια να κάνουν τήν πρόβα από τό τηλέφωνο («μα δεν γίνονται αυτά τά πράγματα» τού απάντησε πληγωμένη αυτή)) : υπάρχουν άφθονα ανέκδοτα για τόν γκουλντ σ’ αυτό τό ζήτημα, αυτό όμως που μ’ αρέσει εμένα περισσότερο είναι η αφήγηση κάποιου που τόν αναζητούσε (τήν εποχή που δεν τόν έβλεπε πια κανένα κοινό) και πήγε στον καναδά να τόν βρει, και τού είπανε ότι είναι κοντά σε μια λίμνη, και τόν βρήκε να παίζει άρπα για κάτι εσκιμώους (ή ινδιάνους, δεν θυμάμαι ακριβώς) (που τόν ακούγανε έκθαμβοι) (και για τούς οποίους έπαιζε φυσικά τζάμπα, αυτός που τού δίναν περιουσίες για να παίξει επί πληρωμή.) (Παρακάτω έχω ένα βίντεο που παίζει και τραγουδάει σε ελέφαντες.) Τό άλλο ανέκδοτο που μ’ αρέσει είναι για κάποια κοπέλα στην αμερική τού ’50, που είπε ότι άκουγε μόνο ροκεντρόλ μέχρι που κατάλαβε τήν κλασική μουσική κι άρχισε να τήν αγαπάει απ’ τή στιγμή που άκουσε στο πιάνο τόν γκουλντ – και βέβαια τά ανέκδοτα για τήν καρέκλα του (δεν μπορούσε να παίξει παρά μόνο καθισμένος σ’ αυτήν, που δεν είχε καμία σχέση με τά συνηθισμένα σκαμπώ τού πιάνου, και τήν κουβαλούσε μαζί του όπου κι αν πήγαινε – τό ίδιο περίεργος ήταν και με τά πιάνα του) : αυτά και άλλα πολλά ανέκδοτα κυκλοφορούν ευρέως, αλλά εγώ έμαθα πολλά κι από ένα (πολύ ιδιόμορφο, σχεδόν ασεβές) βιβλίο που βρήκα κάποτε στη γερμανία (και αναγκάστηκα να τό διαβάσω και γερμανικά που δεν μού ήταν και ιδιαίτερα ευχάριστο (θα προτιμούσα να ’χα τό αγγλικό πρωτότυπο)) : τό βιβλίο αυτό τό ’χε γράψει ο andrew kazdin, που υπήρξε παραγωγός του για πολλά χρόνια (ένας από τούς καλύτερους μουσικούς παραγωγούς όπως φαίνεται κι από εδώ, που πέθανε δυστυχώς πρόσφατα όπως έμαθα ψάχνοντας ψιλολεπτομέρειες γι’ αυτό τό ποστ) : αυτό που μέ συγκλόνισε και μέ δυσαρέστησε σ’ αυτό τό βιβλίο ήταν από τή μια ό,τι ακριβώς είχε δυσαρεστήσει και τόν ίδιο τόν συγγραφέα του – τό πόσο δηλαδή αντιπαθητικός δυσάρεστος και κυριολεκτικά αχώνευτος μπορούσε να γίνεται στις προσωπικοεπαγγελματικές του σχέσεις ο γκουλντ – σ’ ένα επεισόδιο θυμάμαι ότι σκέφτηκα πως αν μού τό ’κανε εμένα θα τόν έσπαγα στο ξύλο (ορίστε : μέρες σαν κι αυτές, χριστούγεννα, κι ο καζντίν τόν κάλεσε σπίτι του για φαγητό : καθισμένος ο γκλεν μας σε μια πολυθρόνα βρήκε δίπλα του σ’ ένα τραπεζάκι τό σημειωματάριο (τήν ατζέντα) τού καζντίν και θρασύτατα άρχισε να τό ξεφυλλίζει και να τό διαβάζει εμβριθώς – ο παραγωγός στην αγωνία του προσπαθούσε να θυμηθεί μήπως είχε γράψει τίποτα περίεργο για τόν γκουλντ και τήν συνάντησή τους εκειπέρα – ή γενικά οτιδήποτε – και (ευτυχώς, λέει) τό μόνο που είχε σημειώσει για τή συγκεκριμένη μέρα ήταν να πάει να πάρει τό περιοδικό «κοσμοπόλιταν» για τή γυναίκα του : εν πάση περιπτώσει πέρασαν στιγμές αγωνίας και οι δυο τους, παρακολουθώντας τόν γκουλντ να διαβάζει ανερυθρίαστα τήν ατζέντα, μέχρι που τήν τέλειωσε, τήν ξανάβαλε δίπλα στο τραπεζάκι, και είπε τού καζντίν με ύφος ήρεμο (που εμένα θα μού φαινότανε πολύ κοροϊδευτικό πάντως) «ωραία, τίς πέρασες τίς εξετάσεις». Δεν συζητάω για τή φοβερή αγένεια ενός προσκεκλημένου σε δείπνο χριστουγέννων, συζητάω για τό ότι ο καζντίν δεν τού ’σπασε τό κεφάλι, και συζητάω επίσης για τό γεγονός ότι διαβάζοντας τό βιβλίο του θύμωσα και με τόν ίδιο τόν καζντίν (που είχε ξεκινήσει τή μουσική του καριέρα σαν ντράμερ – άλλα ανέκδοτα εδώ για τό πώς τό αντιμετώπισε αυτό ο γκουλντ) που μού έδωσε μια τόσο αντιπαθητική εικόνα γι’ αυτό τό (μεγαλοφυές) κωλόπαιδο) : Υπάρχει όμως παρεμπιπτόντως στα γραφτά αυτά και εκείνη η φοβερή ιστορία για τά χέρια του – η οποία μπλέκεται με τήν ιστορία τών ψεμάτων με τά οποία τόν φλόμωνε (ο γκουλντ τόν καζντίν) μια ολόκληρη εποχή, σχετικά με κάτι κρυφές εγγραφές που θα κάνανε οι δυο τους στο δικό του στούντιο – ώσπου να τόν πουλήσει και πάλι θρασύτατα (ο γκουλντ τόν καζντίν) – από τήν οποία όμως ιστορία προδοσίας βγήκε τελικά ότι οι αναβολές και τά ψέματα τού γκουλντ κρύβανε ένα μυστικό φοβερό – τέτοιο που μόνο με τήν κουφαμάρα τού μπετόβεν θα μπορούσε να συγκριθεί : ο γκουλντ έζησε δηλαδή μια περίοδο νιώθοντας τά χέρια του να τόν εγκαταλείπουν (κάποιου είδους ρευματικά μάλλον) (είχε πάντα μια φοβερή έγνοια για τά χέρια του – ίσως είχε από νωρίς προειδοποιήσεις – και πέρα από τό ότι φορούσε μετά μανίας γάντια, πριν παίξει στο στούντιο πήγαινε και τά βούταγε σε καφτό νερό σε βαθμό να γίνονται κατακόκκινα, και έτσι έπαιζε) (μια φορά μιλώντας για τά κρουστά με τόν καζντίν τού είπε «αν, όμως, βούταγες τά χέρια σου σε ζεστό νερό, δεν θα ’χες τέτοια…»)

   για τόν θάνατό του από εγκεφαλικό ο καζντίν έγραψε : «τό κατεξοχήν όργανό του τόν πρόδωσε». Ένας πληγωμένος άνθρωπος (και θαυμαστής) μπορεί να γίνει σκληρός – τώρα που τό σκέφτομαι ήρεμα καταλήγω ότι η κωλοπαιδίστικη πλευρά τού γκουλντ πρέπει να συμπεριληφτεί στους τρόπους που είχε να προστατεύεται από τούς πάντες – αυτό όμως που καμιά φορά δεν μπορούν να καταλάβουν οι άλλοι είναι ότι ένας (τόσο εξοργιστικά μεγάλος) καλλιτέχνης δεν είναι ποτέ απλώς και μόνο μυαλό : ο (δικός μας) σολωμός τό είχε θέσει νομίζω πολύ καλά – όπως τό θυμάμαι τώρα : «πρέπει πρώτα με δύναμη να συλλάβει τό μυαλό κι έπειτα η καρδιά ζεστά να νιώσει ό,τι τό μυαλό συνέλαβε» – η διαφορά είναι ότι πολλές φορές, οι γύρω, με τό μυαλό είναι που τρομάζουν : δεν είναι όμως ποτέ μόνο του, μην τό ξεχνάμε αυτό

   ένα από τά χαρακτηριστικά τής πιανιστικής ιδιομορφίας τού γκουλντ ήταν λοιπόν οι γρήγοροι, δυνατοί και ασεβείς ρυθμοί – τελείως ξένοι προς τήν κλασική νοοτροπία – αλλά και πάλι όχι πάντα : σε ένα από τά βίντεο που έχω βάλει παρακάτω υπάρχει η ιστορία μιας συναυλίας με τόν μπέρνστάϊν ο οποίος εξηγεί (στο κοινό) (πριν τή συναυλία) γιατί δέχτηκε τούς πολύ αργούς ρυθμούς τού γκουλντ (τό έργο παίχτηκε έτσι πρώτα με τή λογική τού γκουλντ και μια επόμενη φορά με τήν κλασική άποψη τού μπέρνστάϊν). Τίς «παραλλαγές γκόλντμπεργκ» τού μπαχ τίς είχε παίξει τή δεκαετία τού πενήντα (σχεδόν παιδί) γρήγορα (σχεδόν τρέχοντας), και αργότερα (μεγάλος) επιζήτησε να τίς ξαναπαίξει, αυτή τή φορά πολύ αργά (υπάρχουν και οι δύο δίσκοι, πλέον σε σιντί) (συστήνω σε όποιον ενδιαφέρεται για τή μουσική να ακούει (και για καιρό) και τίς δύο εκδοχές – είναι μοναδικό σχολείο για να καταλάβεις τόν μπαχ)

   αλλά τό χαρακτηριστικότερο στοιχείο τής προσωπικότητάς του ήταν από μια άποψη σίγουρα τό «τραγούδι» του : ο γκουλντ παίζοντας πιάνο τραγουδούσε κιόλας τή μουσική, και τόσο δυνατά μάλιστα που υπήρχε πρόβλημα στην παραγωγή, τί να κάνουν για να μην ακούγεται αυτή η φωνή με τά διάφορα «α α α ο ο ο» στον δίσκο (σήμερα είμαστε τυχεροί με τά λίγα βίντεα όπου σώζεται ακριβώς και ακούγεται αυτή η φωνή) : είχαν βρει στο τέλος μια ευρεσιτεχνία με κάτι σαν (διαφανή) κουκούλα με τήν οποία σκέπαζαν τό πρόσωπό του κι ένα μέρος τού σώματός του όσο έπαιζε, για να πετυχαίνουν ηχομόνωση

   καλή διασκέδαση

.

.

.

.

.

.

.

επειδή ο ήχος εδώ είναι πολύ κακός, μεταφράζω τή μεταγραφή που έκανε κάποιος στο γιουτούμπ από ένα μέρος τού μονολόγου
τού γκουλντ (τό κομμάτι με τούς ελέφαντες δεν χρειάζεται μετάφραση…) :

«…μπορεί να μέ γοητεύουν τά ζώα και τά μικρά παιδιά και να τά θαυμάζω, απλώς και μόνο επειδή νιώθω να έχω
μεγαλύτερη σχέση μαζί τους απ’ ό,τι με τούς μεγάλους – ήμουνα ένα παιδί αυτιστικό και ακόμα και σήμερα από
πολλές απόψεις έχω μυαλό μικρού παιδιού – πράγμα που μού ’χει δημιουργήσει πολλά προβλήματα με τόν
κόσμο τών μεγάλων, διότι συνήθως λέω ό,τι μού ’ρχεται στο μυαλό μια κι έξω. Δεν μπορώ ούτε να προσποιηθώ
ότι ενδιαφέρομαι για ανθρώπους που αντιπαθώ, ούτε να είμαι ευγενικός μαζί τους, και τό αποτέλεσμα
είναι οι κοινωνικές μου σχέσεις (με τούς συνομήλικους) να έχουν τά χάλια τους»

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

αυτό ήταν εννοείται ένα γιορταστικό ποστ για να τά ξαναπούμε σε ένα χρόνο

♫ ♪ καλή χρονιά ♪ ♫

.

.

.

.

.

.

.

.

μια σελίδα για τόν glenn gould | η σελίδα τού gould στη wiki | μια σελίδα για
τόν
sviatoslav richter
 | μια επίσης ενδιαφέρουσα σελίδα για τόν γκουλντ εδώ (βίντεο,
κείμενο, φωτογραφίες και ηχητικά αποσπάσματα) |
τό βιβλίο τού άντριου καζντίν

.

.

.

.

.

.

.

.

Δεκεμβρίου 19, 2011

τά τετραψήφια

.

.

            

.

.

τό παρακάτω κείμενο είναι δημοσιευμένο στο τεύχος 74 τού περιοδικού «σημειώσεις» που κυκλοφορεί

.

.

(με αφορμή τά 200 χρόνια από τήν αυτοκτονία, στις όχθες τής λίμνης wannsee στο βερολίνο, τού heinrich von kleist (18 οκτωβρίου 1777 – 21 νοεμβρίου 1811 : 34 χρονών, κι αυτός κι η εριέττα φόγκελ – ήταν συνομήλικοι))

.

   1777 : η γέννηση είναι μια ημερομηνία, πριν πας ακόμα σχολείο πολλές φορές τή μαθαίνεις, τότε που ένας αριθμός και μία λέξη γίνονται δικά μας και, βέβαια, κοσμοϊστορικά : τόσο σπουδαία που θαμπωμένοι και κατάπληκτοι δεν ρωτάμε πώς και γιατί αλλά τά θεωρούμε τά πιο αυτονόητα πράγματα τού κόσμου : μια ημερομηνία και ένα όνομα : όλα θα μείνουν δηλαδή έτσι για πάντα

   μέχρι που οι αριθμοί αρχίζουν να κινούνται και να χοροπηδάνε

   ο τελευταίος αριθμός (μόνο) δηλαδή, τού τετραψήφιου, θα διαπιστώσεις, μετά από δύο τρία ή τέσσερα χρόνια (ανάλογα με τήν παρατηρητικότητά σου) ότι δεν είναι καθόλου σταθερός, δεν μένει καθόλου δηλαδή καθηλωμένος στη μέρα που εσύ γεννήθηκες, και για τήν ακρίβεια χοροπηδάει συστηματικά : εξαφανίζεται μάλιστα κάθε τόσο καθώς παίρνει άλλος τή θέση του : ο τελευταίος αριθμός μ’ άλλα λόγια δεν είναι ούτε σημαντικός ούτε κοσμοϊστορικός γιατί αλλάζει, αυτός δηλαδή κατά κάποιον τρόπο σού δείχνει ότι υπάρχει κάπου κάτι που καιροφυλακτεί – αλλά δεν έχεις καθόλου τή διάθεση να τό προσέξεις ιδιαίτερα μια που αυτός ο θάνατος και αυτή η εξαφάνιση δεν είναι καθόλου κακά πράγματα : είναι η ζωή σου, είναι η ζωή που χοροπηδάει χαρούμενα και γεμάτη εκπλήξεις κι ο αριθμός απλώς τήν παρακολουθεί – και στεγνά ο κακόμοιρος προσπαθεί να δείξει ότι είναι κι αυτός ζωντανός : με τή λιτή και άχαρη μοίρα τών αριθμών να σού δείξει ότι παίρνει κι αυτός μυρωδιά από τή ζωή : πολύ λιτή και πολύ λιγομίλητη, αριθμητική, μυρωδιά –

   ώσπου ν’ αρχίσει τό σχολείο να ασχολείται με τούς άλλους σπουδαίους ανθρώπους – και στο μάθημα τής ιστορίας να σέ βάζει να μαθαίνεις γι’ αυτούς, που έχουν κι αυτοί ένα όνομα και δίπλα (μέσα σε παρένθεση) δύο (όμως, αυτοί) αριθμούς, (πάντα τετραψήφιους) : αλλά δεν δίνεις και πάλι σημασία γιατί αυτοί είναι πεθαμένοι, παλιοί, και δεν έχουν σχέση με τήν ζωή σου – απλώς τώρα (με τό σχολείο) η ζωή έχει και βάσανα και πρέπει να μαθαίνεις και να παπαγαλίζεις και ονόματα άλλων – και αριθμούς : και είναι βάσανο αυτοί οι αριθμοί τών άλλων :

   στην πραγματική ζωή, δηλαδή τή δικιά σου, αυτή η δεύτερη ημερομηνία δεν υπάρχει – όταν υπάρξει η παραμικρή σκέψη γι’ αυτήν αυτό λέγεται τότε όντως θάνατος

   στην αρχή μάλιστα σ’ ενοχλεί που, στις εγκυκλοπαίδειες και τίς ζωές τών άλλων που έχουν κάνει έργα διάφορα, δίπλα στα ονόματα και μες στην παρένθεση υπάρχει επίσης (σε λίγους όμως) ένας μόνο επίσης αριθμός και δίπλα μια παύλα μόνο : αυτό, από αισθητική άποψη σ’ ενοχλεί – δεν σ’ ενοχλούσε ποτέ η ασυμμετρία – σού άρεσε κιόλας – αλλά εδώ δεν πρόκειται για ασυμμετρία αλλά για πράγματα κολοβά : σαν μια εκκρεμότητα που δεν έχει ακόμα κλείσει

   1811 ο θάνατος : θα περάσουνε χρόνια, και έργα πολλά, πριν αρχίσεις να μαθαίνεις, και να προσέχεις, τίς λεπτομέρειες για τόν δεύτερο αυτόν αριθμό : αυτό λέγεται τότε πάλι θάνατος : κυρίως όταν οι λεπτομέρειες για τόν δεύτερο αυτόν αριθμό σού δείχνουν ότι τό όνομα θέλησε, και φρόντισε, και διάλεξε μόνο του, πότε ο δεύτερος αυτός αριθμός θα σχηματιστεί : φοβερό.

   αυτή είναι η κρύα και ανήλεη στιγμή λοιπόν που όλα τά τετραψήφια παγώνουν, και γίνονται ένα κρύο επιτύμβιο από άχρωμο και παγωμένο μάρμαρο και τότε είναι που μπορείς να πεις τό 2011 γίνονται 200 τά χρόνια από τό 1811 που αυτοκτόνησε ο κλάϊστ (μαζί με τήν εριέττα), αλλά μπορείς να κάνεις κι άλλους υπολογισμούς : για τήν ακρίβεια αυτούς τούς υπολογισμούς άρχισες να τούς κάνεις από πιο πριν, σχεδόν από τήν ίδια τήν εποχή που άρχισε να σ’ αρέσει και ο κλάϊστ – και αυτό συνέπεσε μάλλον με τήν εποχή που διαπίστωσες ότι δεν χοροπηδούσε μόνο ο τελευταίος αριθμός, αλλά άλλαζε και ο προτελευταίος, ο τρίτος : περνάγανε, και φεύγαν προς τά πίσω (και στην πραγματικότητα άραγε προς πού;) μέρες και μήνες χρόνια και καιροί, ομαδοποιημένοι ως δεκαετίες πλέον : κι ύστερα, αργότερα πολύ, έγινε τό καταπληκτικό και άλλαξε και ο δεύτερος ο αριθμός – εκείνο τό μονίμως σταθερό 9 (που για τόν κλάϊστ ήτανε εκείνο τό μονίμως σταθερό 7 που θα γινότανε αιφνιδίως 8) – κι αυτό συμβαίνει όπως ξέρεις σε πολύ λιγότερους στον κόσμο (αλλά συνέβη (στη δικιά σου ζωή) να αλλάξει έτσι μαζί και ο πρώτος – τό ακόμα σταθερότερο εκείνο 1 : αυτό πλέον κι αν είναι σπανιότατο – για τήν ακρίβεια μόνο δύο φορές έχει συμβεί στην ανθρωπότητα ώς τώρα, εσύ έχεις ζήσει βέβαια τήν δεύτερη)

   όμως από πιο πριν (τότε που πρόσεξες ότι ο τρίτος αριθμός είχε αλλάξει όχι μόνο μια, αλλά και δυο, και τρεις φορές) άρχισε να συμβαίνει κάτι άλλο, παράλληλο, που είχε ξαφνικά σχέση και με τούς άλλους που ζούσαν σύγχρονα με σένα : αυτοί οι άλλοι δηλαδή άρχισαν να μιλάνε για τά πράγματα και για τούς αριθμούς λες και τούς ξέρανε κι αυτοί : μα δεν τούς ξέρανε καλά : δεν τούς ξέρανε, γιατί, όταν τούς ξέρεις, ξέρεις πως τίποτα δεν γίνεται όπως λέγαν αυτοί μετά εκ τών υστέρων : και άρχισε και να σ’ εκνευρίζει που τά χωρίζαν όλα έτσι, τόσο ψυχρά και αντικειμενικά, και δήθεν μαθηματικά, σε ομαδούλες και δεκαετίες : όμως τά πράγματα δεν πάνε έτσι, και πολύ περισσότερο όταν ζεις τά πράγματα ποτέ δεν λογαριάζεις αριθμούς : μπορεί να τούς σκεφτείς τούς αριθμούς καμιά φορά κλεφτά (και από μέσα σου), κάποια φορά ας πούμε στις περιπτώσεις που ο τρίτος και ο τέταρτος γίναν ολόϊδιοι (τόν έκανες τόν υπολογισμό, εκ τών υστέρων, για τήν περίπτωση τού 66 και τού 77) αλλά αυτό ήταν κάτι που αφορούσε μόνο τί συνέβη στη δικιά σου τή ζωή ας πούμε τότε : αλλά ποτέ για ό,τι έγινε, για όποιον αριθμό έγινε διάσημος, ξέρεις καλά πως ούτε συ ούτε κανένας άλλος απ’ αυτούς που αυτά τά ζήσανε, δεν σκέφτονταν τούς αριθμούς ας πούμε τότε : γι’ αυτό πολλοί μπερδεύονταν όταν τούς έλεγες «ποιο 73; 72 τό θυμάμαι γω» ή : «τό 65 ή τό 63 ήταν αυτό;» και ξαφνικά έγινε τό 89 ας πούμε περιβόητο, ενώ ήτανε σπουδαιότερο για σένα γι’ άλλους λόγους. Όπως τό 99 ήτανε επίσης σπουδαιότερο για σένα γι’ άλλους λόγους, και είσαι σίγουρη ότι κανείς απ’ όσους τό ’ζησαν δεν τό ’ζησαν σαν ένα απλό προθάλαμο τού κοσμοϊστορικού (που θα ’ταν μια αλλαγή πλέον ταυτόχρονα και στον πρώτο και στον δεύτερο αριθμό τής τετράδας, πράγμα πού ’χε συμβεί άλλη μία φορά, είπαμε, μονάχα στον πλανήτη – κει πέρα στο μεσαιωνικό (κι ωραίο) 1000 – και είναι τόσο μακριά μας τώρα αυτοί που καλά–καλά δεν έχουμε ιδέα πώς σκεφτόντουσαν (κάτι αφέλειες περί δευτέρας παρουσίας, ή περί γενικής κατάρρευσης τού ιντερνέτ, δεν λογαριάζονται, μιλάμε για τούς σοβαρούς ανθρώπους –)

   για να μην πω και για τούς μήνες – και συγγράψω σύγγραμμα : εγώ πάντως αυτές τίς λεπτομέρειες τού χρόνου μόνο με χώρους τούς συνδύαζα, ή με άλλα πράγματα πάντως : επομένως έκανα αιώνες για ν’ αρχίσω να θυμάμαι έναν φλεβάρη – πάντοτε τόν ανακαλούσα μέσω τών εφημερίδων ότι αυτές τόν θυμόντουσαν επειδή εκείνη τήν ημέρα πέθανε μια ηθοποιός και οι εφημερίδες ως συνήθως τήν μνημόνευαν : στις τόσες τού φλεβάρη επομένως, ναι : χαμένα, όλα. (Τήν τραγωδό μονίμως θα τήν μνημονεύουν – και θα διευκολύνουνε κι εμένα να θυμάμαι τ’ άλλα τά δικά μας : γιατί ποτέ τήν ώρα που τό κάνεις κάτι δεν κρατάς τήν ώρα τήν ημέρα και τούς αριθμούς τού τετραψήφιου). Πρόσεξα όμως κάτι ενδιαφέρον – και αυτό τό πρόσεξα με τόν καιρό : οι πιο σημαντικοί ας πούμε άνθρωποι έζησαν με τό ένα πόδι σ’ ένα νούμερο (για τόν 2ο αριθμό μιλάμε τώρα) και με τό άλλο σ’ άλλο : άλλαζαν οι αιώνες δηλαδή στο μέσο τής ζωής τους : κι ο κλάϊστ είχε τό προσόν να γεννηθεί σε ομοιόμορφο εντελώς νούμερο : 3 εφτάρια στη σειρά : τό πρόσεξε άραγε; τού άρεσε καθόλου; Πάντως είμαι απολύτως, πλέον, σίγουρη ότι καμία σημασία δεν έδωσε στην τελική ημερομηνία που όλα θα τά πάγωνε : στα απαυτά του ποια ημερομηνία σχηματίστηκε όταν με τήν εριέττα πήραν τήν απόφαση : και επομένως και στα απαυτά του παρομοίως αν είναι φέτος η επέτειος τών διακοσίων ή δεν είναι –

   (μ’ αρέσει βέβαια να σκέφτομαι τήν εποχή που ο αριθμός δεν θα ’ναι μόνο τετραψήφιος, αλλά είναι τόσο φοβερό αυτό που δεν μπορείς να πεις πολλά πέρα από ένα : αν ζει ο πλανήτης ο κακόμοιρος ώς τότε – κι αν τά έργα που ’γιναν (ώς τότε) θα έχουνε εντωμεταξύ όλα διασωθεί – ίσως με άλλους μόνο τρόπους : φαντάζομαι ότι αν έχει εξακολουθήσει ο πλανήτης πάντως να υφίσταται, θα έχουν γίνει εξυπνότεροι ας πούμε όλοι, ώστε δεν θα υπάρχει προβληματισμός στα χρόνια τού 9999 για τήν επόμενη χρονιά που όλα θα ’ναι πενταψήφια και θα αρχίζουν (πάλι) από 1 : 10000 και 10001 δηλαδή, χωρίς τήν αγωνία πλέον (καμιανής) κατάρρευσης)

   άσε που δεν μπορεί να έχεις και ασφαλή ιδέα για τό αν θα μετράνε ακόμα όλοι με τόν ίδιο τρόπο τότε – μπορεί να ’χει προκύψει δηλαδή θέλω να πω απόφαση νεότερη για κάποια σπουδαιότερη (μπορεί και τετραψήφια, μπορεί και πενταψήφια) χρονολογία ή θάνατο και γέννηση

.

(από τό ανέκδοτο μυθιστόρημα «μέρες τοπίου»)

.

.

μερικά τεύχη τού περιοδικού «σημειώσεις» υπάρχουν εδώ

για τόν κλάϊστ άλλα εδώ, εδώ, εδώ, κι εδώ

.

.

.      .      

.

η ζωγραφική από εδώ και εδώ

.

.

.

Δεκεμβρίου 11, 2011

τό υψίστατο και καλυτερότερο criterion για να μην πάμε πουθενά και να μη φάμε τίποτα

.

 

.

   μαζεμένες παρατηρήσεις περί γλώσσας σήμερα, μάλλον καθυστερημένες, που τίς σκεφτόμουνα δηλαδή από καιρό αλλά μπαίναν άλλα (κατά τή γνώμη μου σημαντικότερα) στη μέση…

   ξεκινώντας λοιπόν από τά αρχαιότερα : πριν (κάμποσα) χρόνια είχε γίνει μια φασαρία για τή λέξη καλυτερότερο η οποία επικράτησε, και έλυσε και έδεσε, σε κάποιους (μικρούς) χώρους και κάποια (νεανικά) μυαλά μια ολόκληρη εποχή, ενώ οι «μεγάλοι» (σε άλλους χώρους και με άλλα μυαλά) τήν χαρακτήρισαν (λίγο–πολύ τήν ανάγκη φιλοτιμίαν ποιούμενοι) (κι αφού δεν μπόρεσαν να τήν εξαφανίσουν και να τή σβήσουν τελείως με όπλο εκείνη τή φοβερή τρομοκρατία περί λάθος γλώσσας και περί αμορφωσιάς και περί αγγλωσσίας) ως «ιδίωμα νεανικό». Στο αναμεταξύ δεν ακούγεται πια και τόσο – θέλω να πω όμως έστω και καθυστερημένα τή γνώμη μου κι εγώ : ότι δεν ήταν δηλαδή λάθος (απολύτως καθόλου) και επιπλέον πιστεύω ότι θα ξαναεπιστρέψει : όχι μόνο η λέξη η ίδια αλλά και ο τρόπος σύγκρισης αυτού τού είδους, και σύμπασα η κατασκευή συγκριτικών, πιστεύω ότι από ένα σημείο και πέρα θα γίνεται με βάση μια παρόμοια λογική :

   γιατί η λογική αυτή είναι πολύ απλή και καθαρή, και εντελώς μέσα στις πιο βαθειές διαθέσεις τής γλώσσας : η διάθεση για σύγκριση, δηλαδή ουσιαστικά για κρίση, είναι βέβαια μια κατεξοχήν ζωντανή και ανατρεπτική πράξη – και η γλώσσα τή θέλει αυτή τήν κριτική πράξη έντονη, σημαντική και δικιά της : έτσι ενώ προσθέτει μόνιμα τήν (ίδια) κατάληξη (–τερος ή –τατος) για να κρίνει και να συγκρίνει δύο πράγματα (ενώ στα αρχαία υπήρχαν διάφορες εξαιρέσεις τού κανόνα (και τό καλός ας πούμε γινότανε καλλίων και κάλλιστος)), φτάνει στο σημείο να μην αναγνωρίζει μια κριτική που έγινε παλιότερα, αν τώρα έχει τόσο παγιωθεί τό νόημά της ώστε να έχει ατονήσει η διάθεση για αμφισβήτηση μέσα του, με αποτέλεσμα η κρίση να εμφανίζεται περίπου εξαφανισμένη

   μ’ αυτήν τήν νοοτροπία που δίνει σημασία μόνο στη ζωντανή ζωή, τό καλύτερος εκλαμβάνεται πια δικαίως ως λέξη ενιαία και η κατάληξή της δεν έχει ιδιαίτερο κριτικό νόημα, και μόνο τό καλυτερότερος (ακολουθώντας ακριβώς τόν κανόνα) ξαναζωντανεύει τή σύγκριση. Δεν θυμάμαι για χρόνια να πρόσεξα πάντως άλλες περιπτώσεις όπου αυτό να λειτούργησε, τουλάχιστον εκκωφαντικά ώστε να τό μάθω κι εγώ, ώσπου πρόσφατα άκουσα κάποιο παιδί στην τηλεόραση απ’ τό οποίο παίρναν συνέντευξη (για κάποιο επιστημονικό θέμα) να λέει «τό υψίστατο βραβείο». Νά λοιπόν που τό ίδιο πράγμα μπορεί να επαναλαμβάνεται : η λέξη ύψιστος έχει ασφαλώς χάσει τήν έννοια τής σύγκρισης, κι έχει γίνει πλέον παγωμένη και άχρωμη – κολλώντας τή δημοτική κατάληξη τού υπερθετικού, ο ύψιστος μπορεί και ξαναγίνεται ύψιστος

    προσωπικά είμαι απολύτως πεπεισμένη, από τή μια ότι η γλώσσα με τά λάθη που κάνει (ο φυσικός της ομιλητής) ακολουθεί τούς πιο μόνιμους κανόνες και τίς πιο σταθερές τάσεις της, κι από τήν άλλη ότι, ψυχαναλύοντάς την ας πούμε, θα μπορούσαμε να βρούμε έναν βαθειά κρυμμένο υλισμό, κι έναν αμετανόητο αναρχισμό επίσης, σ’ αυτές τίς τάσεις. Αυτά όμως δεν είναι τής παρούσης ακριβώς – αν και ίσως όχι κι εντελώς εκτός τών ορίων τού σημερινού θέματος

   ένα σημείο στο οποίο η γλώσσα εμφανίζει ακριβώς τήν ανυποταξία της απέναντι σε κανόνες που δεν αναγνωρίζει ως δικούς της είναι η περίπτωση τών ξένων λέξεων, τίς οποίες ενσωματώνει χωρίς συμπλέγματα – γι’ αυτό ή θα τούς κολλήσει μια κατάληξη που θα κάνει τή λέξη κάτι αντίστοιχο με τό καλυτερότερος, δηλαδή μια νέα λέξη που θα έχει ως μορφή τά χαρακτηριστικά που εκείνη αναγνωρίζει ως λειτουργικά, και η οποία θα κλίνεται με τίς ελληνικές καταλήξεις (τά παραδείγματα είναι άπειρα, και τά γνωστά γλωσσικά ιστολόγια έχουν ασχοληθεί πολύ με τό θέμα) ή, αν δεν τής κολλήσει μια κατάληξη θα αρκεστεί με μεγάλη αυτάρκεια σε μια μορφή (άκλιτη) τής λέξης, μόνο στον ενικό ή στον πληθυντικό ανάλογα : τό ανάλογα έχει κι αυτό φυσικά τή λογική του, και η λογική αυτή (σε πλήρη συμφωνία με τόν υλισμό που λέγαμε) ενδιαφέρεται μόνο για τή λειτουργία τής λέξης στη ζωντανή ζωή : έτσι αν τό πράγμα είναι ακριβό και τό αγοράζουμε ένα–ένα, η λέξη σταθεροποιείται στη μορφή τού ενικού (που είχε στην αρχική γλώσσα) όπως έγινε αρχικά με τή λέξη φίλμ, αλλά αν πρόκειται για πράγματα που τά ξέρουμε τά βλέπουμε και τά ζούμε (δυστυχώς) σε σύνολα, θα παγιωθεί στον πληθυντικό (τό τανκς). ( : Έτσι τό λέγαμε από τήν αρχή εμείς, και έτσι ήξερα κι εγώ ότι τό έλεγε ο κόσμος όλος, μέχρι να πλακώσουν οι ξενομαθείς τών εφημερίδων – τούς οποίους δεν έχουν καμία αναστολή βέβαια να μιμηθούν οι αστοί (και δυστυχώς και πλείστοι – πλειστότατοι – πλέον αριστεροί))

.

.

   ουσιαστικά πρόκειται για ένα θεωρητικό και φιλοσοφικό ζήτημα, που δείχνει ανάγλυφα και εκφραστικά τήν τάση τής γλώσσας να αποτινάζει υπόγεια κάθε «ξένη» εξουσία και επιβολή από πάνω της : διότι η γλώσσα είναι ένα σύστημα απολύτως κλειστό – και γι’ αυτό και ανοίγεται, χωρίς φόβους συμπλέγματα και ενδοιασμούς, χρησιμοποιώντας ό,τι τήν βολεύει κάθε φορά με μια διάθεση και κοινοκτημοσύνης και διεθνισμού (πράγματα τά οποία λειτουργούν με όρους αντάρτικου ακριβώς, και τής επιτρέπουν να διατηρεί τήν ειρωνική φύση και τήν υπονομευτική ψυχολογία της : η γλώσσα δεν αρέσκεται δηλαδή στην αλλοτροίωση – αν τήν πάρουμε σοβαρά υπόψη, και δούμε τίς τάσεις της μέσα στον χρόνο θα διαπιστώσουμε ότι τήν αλλοτροίωση όχι απλώς τήν απωθεί, αλλά τήν φτύνει)

   και τί άλλο από αλλοτροίωση (και αποξένωση, όπως είναι ακριβώς η άλλη εκδοχή τής γερμανικής λέξης απ’ τήν οποία μεταφράζουμε), τί άλλο από αλλοτροίωση και αποξένωση είναι αυτή η μανία τής μικρόψυχης καθαρολογίας ως προς τό πώς προφέρεται ακριβώς μια ξένη λέξη εντός μιας συγκεκριμένης γλώσσας; Ο φυσικός ομιλητής δεν έχει καμία σκασίλα για τό πώς κλίνει τή λέξη η άλλη γλώσσα, εφόσον τό μόνο που τόν ενδιαφέρει είναι να χρησιμοποιήσει τή λέξη για τίς δικές του ανάγκες – μόνο ο αλλοτροιωμένος «διανοούμενος» ενδιαφέρεται να δείξει ότι ξέρει και τόν ενικό και τόν πληθυντικό τής ξένης λέξης, γιατί γι’ αυτόν η μεγαλύτερη ανάγκη ακριβώς είναι να χρησιμοποιήσει τή λέξη όχι ως νόημα αλλά ως στοιχείο τής καριέρας του – να αποδείξει δηλαδή ότι ξέρει ξένες γλώσσες : απ’ αυτήν τήν άποψη η χρηστικότητα τής γλώσσας λειτουργεί και πάλι στην εντέλεια κι ο κανόνας επιβεβαιώνεται παίρνοντας νέα μορφή : η γλωσσική αλλοτροίωση γίνεται στοιχείο κοινωνικής ανόδου

   αντίθετα ο φυσικός ομιλητής (ο ιθαγενής ομιλητής όπως τόν παγίωσε ο τσόμσκυ) χρησιμοποιεί τά ξένα στοιχεία ως άκλιτα διότι μόνο έτσι προστατεύει τά δικαιώματά του έναντι κανόνων τούς οποίους δεν αναγνωρίζει : αυτός ο κανόνας της είναι ουσιαστικά και η σημαντικότερη μορφή τού υλισμού που είπα παραπάνω : η γλώσσα (ανα)γνωρίζει δηλαδή μόνο τό υλικό απ’ τό οποίο αποτελείται, ζει με τό σώμα της, ξέρει μόνο προτάσεις ρυθμούς και λέξεις – και όχι ιδέες : και ακριβώς πίσω απ’ αυτήν τήν αντίσταση προς κάθε ξένη προς τίς επιθυμίες της διάθεση καιροφυλακτεί μια ακλόνητη ιδέα – η ιδέα τής αυτονομίας της 

   αυτά ισχύουν γενικά για τήν γλώσσα, όχι μόνο για τήν ελληνική (ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής τής τάσης τών γλωσσών να μην κλίνουν τίς ξένες λέξεις είναι ας πούμε η άρνηση τών δυτικοευρωπαίων να δεχτούν τήν γενική ενικού στα γυναικεία επώνυμα – κι έτσι έχουμε εκείνα τά (γελοία για μάς) maria papadopoulosvicky leandros) – τά οποία όμως, μέσα από τήν αλλοτροίωση τών ντόπιων σουσουδιστών αστών έχουν αποκτήσει σχεδόν τό γόητρο τού περιώνυμου επώνυμου – και κάποιες τά περιφέρουν και στα καθημάς με περηφάνεια) (να σημειώσω εδώ ότι οι ρώσοι, με τήν μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση που είχαν πάντα ως λαός και ως έθνος, επέβαλαν τή γυναικεία εκδοχή τών επωνύμων τους από τήν αρχή, και έτσι έχουμε μαρίνα τσβετάγιεβα και όχι μαρίνα τσβετάγιοφ (νά, αυτό μού ήρθε τώρα…)) – όμως εδώ υπεισέρχεται και ένα ζήτημα φεμινιστικής συνείδησης (που τού αξίζει σίγουρα ξεχωριστή ανάρτηση) : γιατί βλέπει κανείς (να τό πω με συντομία) ότι όταν οι γυναίκες διατηρούν τό δικό τους επώνυμο, και κάνουν μ’ αυτό καριέρα, τό φαινόμενο εξαφανίζεται – θα μπορούσε λοιπόν να πει κανείς αποφθεγματικά ότι η χειραφέτηση αρνείται εξαρχής και ανατρέπει κιόλας τή (γλωσσική τουλάχιστον) αλλοτροίωση…

   όμως στους δυτικοευρωπαίους υπήρξε και ένα άλλο γλωσσικό έθιμο (φαινομενικά αντίθετο με τήν άρνηση που είπα παραπάνω) τό οποίο αφορούσε όμως μόνο (μεγάλη μας τιμή) τά αρχαία ελληνικά και τά λατινικά : γιατί υπήρξε κάποτε (αυτή τή στιγμή δεν θυμάμαι ακριβώς πότε καθιερώθηκε) μια συμφωνία «κυρίων», απόρροια μάλλον δέους και φόβου απ’ τή μεριά τών νεογέννητων και έκθαμβων μεσαιωνικών γλωσσών : θα παραβαίναν λοιπόν για χάρη τής μεγάλης παράδοσης τών κλασικών σπουδών τόν κανόνα, και θα χρησιμοποιούσαν και τούς 2 τύπους : δηλαδή και τόν ενικό και τόν πληθυντικό, είτε τών ελλήνων είτε τών ρωμαίων : έτσι ο μορφωμένος άγγλος έλεγε (έγραφε) τό phenomenon αλλά και τά phenomena, τό criterion αλλά τά criteria, τό forum αλλά τά fora. Όμως οι νέες γλώσσες πάλιωσαν, και δεν έχουν καμία διάθεση να είναι πλέον τόσο έκθαμβες : ο κανόνας δεν παρακολουθείται πια ανελλιπώς (άσε που εμείς ουσιαστικά δεν τόν είχαμε και ποτέ – για τά λατινικά βέβαια (* εδώ μπαίνει αστερίσκος : γιατί από μία στιγμή και πέρα εισήχθησαν «τό φόρουμ και τά φόρα» και σε μάς – νομίζω από τόν εξαιρετικά άγλωσσο ανδρέα παπανδρέου)). Αν λοιπόν μεταξύ τών λογίων στην δύση ήταν (και είναι) δείγμα παιδείας καλλιέργειας και ανώτερης μόρφωσης να λένε τά criteria και τά fora – η καθομιλουμένη lingua franca τών αγγλικών έχει αρχίσει πια και αδιαφορεί ευθαρσώς. Έτσι άκουσα τήν κυρία λαγκάρντ (εγώ λέω προς τιμήν της) να λέει κάπου τελευταία «other criterias» – πράγμα που είναι δηλαδή ακριβώς πλέον σαν να είπε σήμερα κάποιος στην ελλάδα «τά άλλα φόρουμ» : εγένετο άραγε χαμός;

   αντιθέτως, δεν νομίζω να τό προσέξαν πολλοί – από τούς εδώ τουλάχιστον απ’ όσο ξέρω κανένας – από τούς εκεί ψάρεψα τή σχετική κοροϊδία, εμπλουτισμένη με τίς συνήθεις μισογυνικές εικονίτσες, κάποιου γαλλόφωνου γραμματιζούμενου. Όμως τό (καθόλου) λάθος τής κ. λαγκάρντ δείχνει ότι τό έθιμο φθίνει ραγδαία κι ότι δεν έχει πια νόημα αυτή η επίδειξη νεκρογλωσσομάθειας ακόμα και για τίς τάξεις εκείνες από τίς οποίες κάποτε τράφηκε : αν λοιπόν ακόμα και οι ανώτερες τάξεις ξαναγυρίζουν στις φυσικές τάσεις τής γλώσσας, τότε οι φυσικές τάσεις τής γλώσσας επιβεβαιώνουν υπονομευτικότατα τή δύναμή τους

.

 

.

   αντιθέτως στην ελλάδα βρισκόμαστε σε μία φάση που η γλωσσική αλλοτροίωση ζει και βασιλεύει με τόσο εξαγριωμένο (και εξαγριωτικό – για μένα τουλάχιστον) τρόπο, ώστε καταντάει δίκοπο μαχαίρι να υποστηρίζει κανείς νηφάλια τήν επιστημονική αρχή πως στη γλώσσα δεν υπάρχουνε λάθη : διότι, ναι, δεν υπάρχουνε, όταν γίνονται από φυσικούς ομιλητές, όχι από ομιλητές φερέφωνα τής εξουσίας τών γελοίων μέσων παιδείας τού έθνους όπως έχουν φτάσει να είναι οι δημοσιογράφοι οι πολιτικοί και οι (χουντικοί) μας γλωσσολόγοι : Τό κλασικότερο παράδειγμα είναι εκείνο τών τανκς και τών κόμιξ – δηλαδή τού τανκ και τού κόμικ : η επίδειξη όμως ξενογλωσσομάθειας μεταστρέφεται, ανηλεώς και από τόν ίδιο δρόμο, σε απόδειξη γλωσσοαμάθειας, μολονότι είναι τόσο ισχυρή η κοινωνική ανταμοιβή προς όποιον ξέρει τόν πληθυντικό δυο ξένων λέξεων (σιγά τά ωά, κανείς δεν τολμάει να κάνει τέτοια και με τά γαλλικά τά ρώσικα ή τά κινέζικα ας πούμε) ώστε περνάει τελείως στο ντούκου η τιμωρία τήν οποία η ίδια η γλώσσα (επιστρέφουσα ακάθεκτη) εν συνεχεία τούς επιβάλλει : διότι αυτός ο δήθεν σεβασμός, κανόνων μιας ξένης γλώσσας εντός μιας άλλης γλώσσας, αποβάλλεται μετά τόσης βδελυγμίας και αηδίας από τήν ίδια τή γλώσσα (τών ίδιων τών ομιλητών) που καθώς η γλώσσα επανέρχεται τελικά πάντα στους δικούς της όρους έστω και από τήν ανάποδη, ο σεβασμός απογυμνώνεται και επιδεικνύει διάφανα τό αρχικό του νόημα – δηλαδή τήν απλή επίδειξη καλυτεροσύνης – : όταν ο ομιλητής, παρασυρμένος από τή μανία του, θα πει και τόν πληθυντικό με εξίσου πρωτότυπο τρόπο, δηλαδή θα πει λίγο αργότερα τά τανκ και τά κόμικ (έχει πια διαδοθεί τόσο, που δεν χρειάζονται παραδείγματα, κοντεύει να γίνει σχεδόν ο κανόνας μεταξύ γραφιάδων ενός συγκεκριμένου τύπου – και απορώ πώς δεν καταλαβαίνουν κι οι ίδιοι πόσο πολύ τούς προδίδει αυτό τό (σύμφωνα με τούς δικούς τους κανόνες) λάθος)

.

  

.

 

.

   αλλά τί να λέμε τώρα, η καθαρολογία κάθε μορφής είναι ένα γελοίο φαινόμενο που ως βασικό του συστατικό έχει όχι τόσο τήν άγνοια όσο μια αγιάτρευτη (ψυχολογική αλλά και επαγγελματική) ανασφάλεια : Έτσι όσοι θέλουν ν’ αποδείξουν ότι κάτι ξέρουν περισσότερο απ’ τούς άλλους (και συνεπώς είναι διαφορετικότεροι αξιότεροι καλυτερότεροι (για να μην πω και υψίστατοι)) ανατρέχουν συνήθως στα αρχαία για να διορθώσουν δήθεν λάθη που έχουν γίνει «από κακή χρήση» : τούς διαφεύγει, και δεν είναι περίεργο, ότι η έννοια τής «κακής» χρήσης είναι καθαρά ηθικής χροιάς, και μ’ αυτήν τήν έννοια απολύτως εξουσιαστικής – αλλά τό τελευταίο, και να τό διαπίστωναν, μάλλον δεν θα τούς πείραζε

   τήν ανασφάλειά τους όμως τή βρίσκουμε εναργέστερη όταν δεν μπορούν να ανατρέξουν πια σε κανένα αρχαίο, και ανατρέχουν έτσι σε κυριολεξίες δήθεν, σημερινές : έτσι κάθε λίγο και λιγάκι κάτι «διορθώνεται» άνευ ουδενός πραγματικά λόγου : προκύπτουν έθιμα κωμικότατα λοιπόν κατά καιρούς, και στις τηλεοράσεις και τίς εφημερίδες (είπαμε, αυτοί μαζί με τούς επώνυμους γλωσσολόγους μας είναι οι διδάσκαλοι τού γένους) : Εσχάτως, δεν ξέρω κι εγώ ακριβώς από πότε (τά φαινόμενα αυτά μού έρχονται ως κατραπακιές, εντελώς απροσδόκητα τίς λίγες φορές που πάω ν’ ανοίξω εφημερίδα ή να δω ειδήσεις στην τηλεόραση και συνεπώς δεν είμαι σίγουρη για τό πότε ξεκίνησαν) εσχάτως λοιπόν κάποιοι τέτοιοι ανακάλυψαν τό γουδή τό γουδοχέρη, με ήτα, τό «καλημέρα σας» στις 12 και 1΄ τά μεσάνυχτα, και τό περιβόητο «λάθος» τών δύο αρνήσεων (που δεν είναι πάντοτε και οι δύο αρνήσεις) (και που συνεπώς δεν «κάνουν πάντα μία κατάφαση») : Έτσι καταλήξαμε στο να καταργηθεί σχεδόν διά ροπάλου η λέξη κανένας και τίποτα, και να μιλάμε μόνο με κάποιους και για κάτι – ακόμα κι όταν δεν έχουμε να πούμε απολύτως κάτι με απολύτως κάποιον. Είναι κρίμα, όχι τόσο γιατί όταν πω (με έμφαση εγώ, διότι από πείσμα ή μαζοχισμό εγώ άλλο τίποτα) σε πωλήτρια ή σε σερβιτόρο σήμερα «όχι δεν θέλω τίποτ’ άλλο» θα με κοιτάξει με άφατη περιφρόνηση (που δεν έχω ενημερωθεί για τίς νέες τάσεις τής γλώσσας), όσο γιατί χάθηκε μια ιδιομορφία – πραγματικό διαλεκτικό, φιλοσοφικό και εκφραστικό διαμάντι – τής νεοελληνικής που απ’ ό,τι ξέρω είχε μοναδικό αντίστοιχο τά αμερικάνικα μαύρα : τό «να βρούμε κάνα φίλο να πάμε πουθενά και να φάμε τίποτα» μόνο με τό i don’t know nothin’ δηλαδή, ή τό ain’t nobody’s business και άλλα τέτοια νέγρικα μπορεί να συγκριθεί – σε λαμπερότητα άρνησης, διαύγεια έμφασης, και στιλπνότητα εκφραστικής αυτοπεποίθησης. Και ενώ αυτό ακριβώς τό νέγρικο αμερικάνικο ιδίωμα κατακυριεύει όχι μόνο τήν αμερική, αλλά εξαπλώνεται και σε όλον τόν κόσμο, και κοντεύει να γίνει η lingua franca τής σημερινής εποχής, τό ελληνικό αντίστοιχο έχει καταπλακωθεί από τήν καθωσπρεποσύνη τής πρωινάδικης και δημοσιογραφοπολιτικής ηλιθιότητας. Κι είναι κρίμα και για έναν επιπλέον λόγο, γιατί έχοντας οι δυο γλώσσες αυτήν τήν εντελώς αντίστοιχη ιδιομορφία (όπου η άρνηση επί αρνήσεων δεν σημαίνει καθόλου yes) επιδείκνυαν και χαίρονταν μια κοινή κρυφή τάση αντίστασης στην καθωσπρέπει γλώσσα τών κυρίων τους με μια γλώσσα δηλαδή που έβγαινε και στις δύο περιπτώσεις από 400 χρόνια σκλαβιάς – αλλά οι μεν μαύροι επιμένουν (και γι’ αυτό και θα νικήσουν) οι δε εδώ ιθαγενείς σκιάζονται, χέζονται πάνω τους μη δε τούς πουν καθωσπρέπει, και έτσι γίνονται απλώς αξιοπρεπείς πωλητές και σερβιτόροι : κι είναι κι αυτός (δεν μού τό βγάζει άνθρωπος εμένα από τό νου) κι ένας από τούς λόγους που (συνέχεια) χάνουν

   όταν ξαναβρούν τήν άρνηση (τήν πραγματική και χωρίς φόβο) τότε θα τά ξαναπούμε

.

.

   και έτσι, μ’ αυτή τή λογική κιόλας φαντάζομαι, εξαφάνισαν ως διά μαγείας οι τηλεοπτικοί μας αστέρες και τούς χαιρετισμούς και τίς ευχές με τίς οποίες εγώ τουλάχιστον μεγάλωσα : Εμένα μού λέγαν δηλαδή καλησπέρα τ’ απόγευμα όταν μέ υποδέχονταν, και καληνύχτα τό βράδυ, όταν θέλαν να μ’ αποχαιρετήσουνε. Αυτά ήταν ζωντανότερα και πολύ καλυτερότερα από ένα «μεγαλίστικο» καλό απόγευμα ή καλό βράδυ, αμφότερα χρησιμοποιούμενα μόνο ως αποχαιρετισμοί πάντως : άντε, καλό απόγεμα, έλεγε ας πούμε μια θεία, τήν ώρα που έφευγε από τό σπίτι τ’ απομεσήμερο. (Εμείς λέγαμε «γεια»). Και «γεια σου, καλό βράδυ» λέγαν οι μεγάλοι μεταξύ τους όταν αποχαιρετιόντουσαν, με μια κάπως πονηρότερη (και καλυτερότερη) οικειότητα

   τώρα δεν τολμάω ν’ ανοίξω τηλεόραση και χάνω τ’ αυγά και τά πασχάλια μου : «Η Τάδε τώρα θα μάς πει τίς ειδήσεις, καλό απόγευμα Τάδε». Κι εγώ τή βλέπω να εμφανίζεται και να εξαφανίζεται ταυτοχρόνως, αφού τήν αποχαιρετήσανε κιόλας. Και περιμένω να εξαφανιστεί, κι αυτή εκεί, καλό απόγευμα λέει, κι αντί να χαθεί, συνεχίζει.

   ίσως προσπαθώντας ενστικτωδώς (και καλοπροαίρετα) να επανέλθουν σε κάποιου είδους φυσικότητα, ορισμένοι μάς λένε στα τελευταία νυχτερινά δελτία και «καλό ξημέρωμα». Αυτό όμως είναι εξωφρενικό, τί φυσικότητα κατραπακιά είν’ αυτή. Καλό ξημέρωμα είναι μια κουβέντα απολύτως οικεία, δεν είναι κουβέντα για τηλεπαρουσιαστές αυτό. Σ’ αυτό τό ψυχρό μέσο τό πολύ που μπορεί να πει κανείς είναι Χαίρετε, καληνύχτα σας. Άκου καλό ξημέρωμα, σιγά μη μάς πούνε και όνειρα γλυκά.

   άντε πολλά είπα, καληνύχτα σας και καλό ξημέρωμα

.

.

.

 

   μπορείτε από τά γλωσσικά να δείτε κι αυτό τό καλοκαιρινό

   ενημέρωση για τά στοιχεία τών εκπομπών που ανέφερα : τό «υψίστατο» στην εκπομπή τής ετ1 «εικόνα σου είμαι» (θέμα καινοτομίες) τής 11ης μαρτίου 2011, η κυρία lagarde στην τηλεόραση τού «άλφα», ειδήσεις τής 9ης νοεμβρίου 2011

.

.

.

 

.

.

.

.

.

.

 

Νοεμβρίου 27, 2011

κλάϊστ κλασικά εικονογραφημένα

 

.

.

.

 

.

.

   είχα κλείσει τήν προηγούμενη ανάρτηση με λίγα λόγια για τόν μίχαελ κολχάας λέγοντας, συνοπτικά ίσως μεν, και αποφθεγματικά βεβαίως δε, ότι είναι ένα έργο που αποτελεί τή συστηματική παρακολούθηση τής ανάδυσης μιας αναρχικής συνείδησης : αφού ο ήρωας από ήσυχος και καθωσπρέπει αστός φτάνει στο τέλος, με τίς συσσωρευόμενες αδικίες εναντίον του, να γίνει επαναστάτης, συνωμότης, και ό,τι θα περιγραφότανε σήμερα ως κανονικός τρομοκράτης – και προσθέτοντας ότι η μεγαλύτερη αξία τής νουβέλας είναι πως πρόκειται πάντως για έργο τού χάϊνριχ φον κλάϊστ, γραμμένο δηλαδή με τόν ανεπανάληπτο μοναδικό και δύσκολο πιθανόν αρχικά να κατανοηθεί τρόπο του

   γι’ αυτό και πίστευα άλλωστε ότι οι μεταφορές τών έργων τού κλάϊστ στον κινηματογράφο έχουν ακόμη περισσότερες δυσκολίες απ’ όσες θα είχαν (και έχουν) κανονικά όλα τά έργα πεζογραφίας όταν πάνε να μεταφερθούν σε μια άλλη γλώσσα – και μάλιστα σε μια γλώσσα όπως η κινηματογραφική που τό έχει παράδοση να καταφεύγει στις ευκολίες και τίς υπεραπλουστεύσεις (καταστρέφοντας τίς περισσότερες φορές, όπως λέει και τό μπλουζάκι παραπάνω, τό βιβλίο)

   εντούτοις ένα σχόλιο τής katabran μ’ έκανε να ψάξω στο γιουτούμπ για μεταφορές στο σινεμά αυτού ειδικά τού έργου : βρέθηκαν λοιπόν παντός είδους εικονογραφήσεις – ακόμα και κινούμενα σχέδια, ακόμα και συγκροτήματα ροκ με τό όνομα αυτού τού εξεγερμένου τού 16ου αιώνα (που εκτελέστηκε φριχτά (και παραδειγματικά) στον τροχό (από αυτήν τήν πραγματική ιστορία πήρε ο κλάϊστ τήν υπόθεση))

   έτσι λέω σήμερα, ως συνέχεια τών αναρτήσεων για τή 200η επέτειο τής κλαϊστικής διπλής αυτοκτονίας να μεταφέρω και εδώ μερικές από τίς μεταφορές

   τό ποστ αυτό αφιερώνεται βέβαια (δικαιωματικά) στην katabran

.

.

.

για όσους τυχόν θέλουν να ρίξουν μια ματιά : michael kohlhaas τό κείμενο στα γερμανικά

άλλα εδωμέσα για τόν κλάϊστ : παλιότερο, πρόσφατο 1, πρόσφατο 2

.

.

.

 

.

.

.

 

Νοεμβρίου 21, 2011

ανάμεσα σε μοναχικούς λύκους ( : δευτερεύον σχεδιάγραμμα και αριθμοί)

    

.

.

                              jacob reinhold lenz 1751 – 1792 / friedrich hölderlin 1770 – 1843 / heinrich von kleist 1777 – 1811 / georg büchner 1813 – 1837 / sigmund freud 1856 – 1939

 

   εξαιτίας τής επετείου του (τόν μήνα όλον, αλλά και ειδικά σήμερα) θα ’πρεπε, θα ’λεγε ένας λογικός άνθρωπος, να διαβάζω μόνο κλάϊστ – αλλά ποτέ δεν γίνονται τά πράγματα ακριβώς όπως είναι λογικά : επειδή έλεγα λοιπόν σ’ ένα προηγούμενο ότι πήρα μαζί μου στις διακοπές τόν lenz τού γκέοργκ μπύχνερ κι ότι δεν τόν τέλειωσα, κι ότι τόν είχα αρχίσει κι αφήσει στη μέση πολλές φορές, πρέπει μάλλον να συμπληρώσω τώρα ότι τελικά τά κατάφερα… Δεν είναι και κανένα μεγάλο βιβλίο (πενήντα σελίδες είναι όλο κι όλο) έχει μάλιστα τήν σπάνια τύχη να κυκλοφορεί τώρα μεταφρασμένο ταυτόχρονα από πολλούς εκδότες – εγώ είχα τήν έκδοση τής άγρας που είναι μάλλον η καλύτερη (και περιέχει κι ένα σωρό άλλα κείμενα) (και η μετάφραση μού φάνηκε πολύ καλή πραγματικά) : λοιπόν επιτέλους τόν διάβασα ολόκληρον – και κατάλαβα πολύ καλά όταν τέλειωσα τό βιβλίο, τί ήταν αυτό που μέ απωθούσε στο διάβασμα 

   πρόκειται για ένα καταπληκτικό διήγημα, είναι όμως ίσως τό πιο ζοφερό έργο που υπάρχει – ή τουλάχιστον που έχω εγώ υπόψη : ουσιαστικά πρόκειται για τήν περιγραφή μερικών ημερών σχιζοφρένειας – αλλά δεν είναι βέβαια αυτή η βασική του αξία. Ο μπύχνερ καταφέρνει να είναι μέσα κι έξω από τόν ίδιον τόν λεντς διαδοχικά ή ταυτόχρονα, κι αυτό τό ή είναι τελείως διαφορετικό από ένα και : δεν καταλαβαίνεις αμέσως πότε βλέπει από μακριά τήν υπόθεση, και πότε μπαίνει εντελώς μέσα στον ήρωα, κι αυτό τό πράγμα, πέρα από τήν έκπληξη που σού δημιουργεί στην αμέσως επόμενη πρόταση, έχει μια βαθύτερη λειτουργία – που ξεπερνάει τά όρια τής καλλιτεχνικής ικανότητας, και γίνεται κάτι παραπάνω : μια ομολογία πίστης, ένα ουσιαστικά ψυχολογικό μανιφέστο, εκ παραλλήλου με μια επιθετική ποιητική : θα χρειαζόταν μια κανονική πραγματεία για να εξηγήσει δηλαδή κανείς τήν άποψη ότι ανάμεσα στον κανονικό άνθρωπο και τόν τρελό, οι διαφορές μπορεί να είναι και ζήτημα οπτικής, ή να οφείλονται στις μεταλλαγές τού φωτός, ή τήν κατακόρυφη άνοδο ενός ήχου : ο μπύχνερ διαπράττει τό μανιφέστο αντί να τό γράφει

   και ξαφνικά, όταν κοίταξα τό βιογραφικό του διαπίστωσα ότι στη βιοποριστική του ζωή ήταν γιατρός. Σκέφτηκα τότε αν τόν ήξερε ο φρόϋντ – δεν θυμόμουνα κάτι τέτοιο – και άρχισα να ασχολούμαι με τίς χρονολογίες και τούς αριθμούς : στους συνδυασμούς τότε, ανάμεσα στον λεντς, τόν μπύχνερ, και τόν φρόϋντ, υπεισήλθε φυσικά και ο κλάϊστ και λόγω τής επετείου (είπαμε, 200 χρόνια, σήμερα ακριβώς, απ’ τήν αυτοκτονία του)

   θυμήθηκα λοιπόν (δεν τό ’χα ξεχάσει και ποτέ) ότι είχα δει μία ταινία τού νέου γερμανικού κινηματογράφου (ήταν, αν θέλετε να ξέρετε, μια εποχή που ο νέος γερμανικός κινηματογράφος ήτανε νεότερος) ενός σκηνοθέτη που δεν θυμάμαι τ’ όνομά του, και η ταινία λεγότανε «λεντς» : οι προβολές και τά αφιερώματα αυτά γινόντουσαν στο ινστιτούτο γκαίτε, που τότε δεν ήτανε εκεί που είναι τώρα, αλλά σ’ ένα στενό δρομάκι, στη φειδίου : αγοράζαμε χύμα τσιγάρα «τέλειον» από τό περίπτερο στη γωνία : τό ινστιτούτο ήτανε σε μια παλιά στενή πολυκατοικία δίπλα σε άλλες παλιές στενές πολυκατοικίες, και η αίθουσα προβολών ήταν μικρή. Καθόμασταν σε κάτι ελαφρές πάνινες πολυθρόνες και μπροστά από τήν οθόνη στήναν ένα τραπέζι με τούς ομιλητές. Μια φορά είδα έναν ψηλό γκριζομάλλη γερμανό κύριο με χρυσά γυαλάκια να στέκεται όρθιος (πριν τήν προβολή) μπροστά στον μπροστινό μου καθήμενο και να ’χουνε μία κουβέντα. (Ο ψηλός κύριος (ακουγόταν ότι) ήταν ο διευθυντής τού ινστιτούτου, και ήταν συμπαθέστατος – στη μεταπολίτευση γράφτηκαν διάφορα, ότι ήταν αριστερός κι ότι είχε κινδυνέψει ο ίδιος) : κοιτούσε τόν έλληνα χαμογελαστά (ελληνικά μιλούσανε) και στο τέλος τού είπε πονηρά : «Όπως τό λέει κι ο αντόρνο» : Αμέσως μού γεννήθηκε μια εντύπωση και είπα από μέσα μου : Αυτός ο αντόρνο πρέπει να ’ναι μεγάλος επαναστάτης, έτσι που τό λέει αυτός. Πρέπει να τόν βρω. (Τόν βρήκα πολύ αργότερα). Κάποιες φορές οι προβολές απειλήθηκαν ή διαλύθηκαν από τήν ασφάλεια, αλλά πολλές φορές επίσης έγιναν κανονικά. Θυμάμαι από αυτήν τήν ταινία μία σκηνή : Ένας ξυλοκόπος με σκουφί μυτερό, σ’ ένα χιονισμένο δάσος, κόβει ξύλα μ’ ένα τσεκούρι τραγουδώντας με οξεία φωνή κάτι ρυθμικό. Αλλά τό πιο συνταρακτικό είναι ότι, σ’ αυτήν τήν ταινία ειδικά, κάποιος αποχώρησε απ’ τά πίσω καθίσματα φωνάζοντας «Α, α, α». Δεν γυρίσαμε να δούμε ποιος είναι, αλλά μού ’κανε μεγάλη εντύπωση ότι κάποιος δεν άντεξε τήν ταινία. Τί πρόβλημα είχε; Μήπως ήταν επιδειξιομανής;

   εμένα απ’ αυτήν τήν ταινία και μετά μού έμεινε απλώς η ακλόνητη πίστη ότι υπάρχουνε στην γερμανία πολλοί λεντς. Μέχρι πρότινος δεν έχω μπορέσει να τήν χάσω αυτήν τήν πεποίθηση : Ότι υπάρχει δηλαδή κάποιος μυστήριος ποιητής, ότι υπάρχει ένα έργο κάποιου μυστήριου συγγραφέα, κι ότι υπάρχει κι άλλος ένας ανάμεσά τους, και πέρα απ’ αυτούς. Κι ίσως να υπάρχει κι ένας τέταρτος –
    (δεν εννοείται καθόλου εδώ, τό καταλάβατε, ότι μπορεί να μετράω και κάποιον άλλον μ’ αυτό τό επώνυμο) 

   άρχισα λοιπόν να τά συγκροτώ, μετά τήν ανάγνωση, όλα λογικά, και έψαξα και τίς χρονολογίες :

   τά πράγματα λοιπόν έχουν ως εξής :

   ο λεντς γεννήθηκε πριν απ’ όλους – τό 1751, 26 χρόνια πριν γεννηθεί ο κλάϊστ, και πέθανε τό 1792, όταν ο κλάϊστ ήταν 15 χρονών, και 19 χρόνια πριν τήν αυτοκτονία του. Έζησε όμως ο λεντς 41 χρόνια, δηλαδή 7 χρόνια περισσότερα από τόν κλάϊστ, που έζησε μόνο 34. Όμως λιγότερα χρόνια κι απ’ τούς δύο έζησε ο μπύχνερ που πέθανε ξαφνικά μάλλον από τύφο στα 24, τό 1837 – ο μπύχνερ που είχε γεννηθεί 2 χρόνια μετά τόν θάνατο τού κλάϊστ, και πέθανε 35 χρόνια μετά τόν θάνατο τού λεντς. Είχε επομένως γεννηθεί 21 ολόκληρα χρόνια μετά τόν θάνατο αυτού για τόν οποίο θα έγραφε λες και τόν ήξερε απέξω κι ανακατωτά

   ο λεντς δεν έζησε μόνο περισσότερο από τούς άλλους – κοντά τά διπλάσια από τόν συγγραφέα του μάλιστα – αλλά υπήρξε και διασημότερος και πιο πετυχημένος κατά κάποιον τρόπο απ’ όλους τούς άλλους εν ζωή. Υπήρξε στενός φίλος τού γκαίτε (ο οποίος, ως μέγας δημοσιοσχεσίτης και μηχανορράφος είχε κυκλώματα και κλίκες – και με τόν οποίο τσακώθηκαν αργότερα) ενώ υπήρξε ουσιαστικά και αναγνωρισμένος πρωτοπόρος ενός σπουδαίου κινήματος στη γερμανία, που ονομάστηκε «θύελλα και ορμή» : τά έργα του είχαν γενικά επιτυχία. Με τό χτύπημα τής σχιζοφρένειας  ξεχάστηκε ελαφρώς αλλά όχι από όλους. Βρέθηκε για άγνωστους λόγους (πιθανώς δεν τούς ήξερε δηλαδή ούτε ο ίδιος) στη ρωσία, πέθανε άγνωστος από άγνωστη αιτία στη μόσχα, και έχει ταφεί σε άγνωστο μέρος

   και οι τρεις πάντως σπούδασαν – και έκαναν (λίγο ή πολύ) καριέρα καταρχάς – σ’ αυτό που ήθελε ο πατέρας τους και απαιτούσε η οικογένεια : ο λεντς θεολογία, ο κλάϊστ στρατιωτικός, ο μπύχνερ γιατρός. Αλλά και οι τρεις ασχολήθηκαν μετά με τήν φιλοσοφία. (Βέβαια, γράφοντάς τα αυτά, έχω έναν πειρασμό ν’ ασχοληθώ και μ’ έναν άλλον «τρελό», τόν χαίλντερλιν, αλλά δεν μπορώ, γιατί γι’ αυτόν πρέπει μάλλον να γράψω πάρα πολλά μια που τόν αγάπησα πρώτον απ’ όλους : και δεν νομίζω ότι είμαι τώρα σε θέση. Βρίσκονται όμως κοντά χρονολογικά όλοι μαζί, και ο χαίλντερλιν κυριολεκτικά τούς έθαψε όλους, ζώντας μέχρι τά 73, δηλαδή ολόκληρα 40 χρόνια τρελός, όπως δηλαδή ακριβώς περίπου και ο «δικός μας» χαλεπάς – μόνο που ο χαλεπάς έκανε τό σπουδαιότερο έργο του στη «μεταλογική» του περίοδο – ή ας πούμε μετά τήν τρέλα – ενώ ο χαίλντερλιν από μια άποψη κυρίως πριν ( : αν και τά κείμενά του μετά τήν λογική έχουν μια (και όχι μόνο ποιητική) βαρύτητα που ακόμα δεν έχει ούτε μελετηθεί ούτε αναλυθεί ούτε ταξινομηθεί πλήρως)). Η φιλοσοφία λοιπόν έπαιξε σπουδαίο ρόλο στη ζωή ολονών – ο λεντς ασχολήθηκε με τόν καντ τού οποίου παρακολούθησε μαθήματα λογικής (ακριβώς), ο δε κλάϊστ πέρασε στη ζωή του μια περίοδο που ονομάστηκε «καντιανή κρίση». Ο χαίλντερλιν απ’ τήν άλλη ήταν φίλος με τόν χέγκελ με τόν οποίο μοιράζονταν και τό ίδιο δωμάτιο σαν φοιτητές, δεν έπαψε δε να τόν αγαπάει ποτέ : Είναι γνωστό τό γράμμα που τού ’γραψε, μεγάλος πια, λέγοντάς του «ήσουν ο καλός μου άγγελος». Ο μπύχνερ διάβαζε μπαμπέφ, και άλλους ουτοπικούς σοσιαλιστές – αλλά αυτός είχε και παράνομη πολιτική δράση (ένας φίλος του πέθανε στη φυλακή από τά φριχτά βασανιστήρια τής γερμανικής αστυνομίας) : όταν κυνηγούσε και τόν ίδιον η ασφάλεια, εκδόθηκε εναντίον του επίσημο ένταλμα σύλληψης, δηλαδή τόν επικήρυξαν : τή γλίτωσε φεύγοντας για τό στρασβούργο (κατά σύμπτωση στα μέρη αυτά, τήν αλσατία δηλαδή, έγινε και η  περιπλάνηση τού λεντς – που θα άρχιζε άλλωστε να απασχολεί τόν μπύχνερ συγγραφικά τήν ίδια ακριβώς περίοδο)

.

    καταζητείται : γκέοργκ μπύχνερ,
    φοιτητής, ετών 21, γκρίζα μάτια, ξανθά μαλλιά φρύδια και μουστάκι, μικρό στόμα,
. . . . . .       . . . . . .       . . . . . .    . . . . . .       . . . . . .     χαρακτηριστικά ιδιαίτερα : μύωψ
. . 13 ιουνίου 1835

.

.

   ο φρόϋντ τώρα έδωσε μεγάλη σημασία σε δύο κυρίως βιβλία στη ζωή του, και κανένα απ’ τά δύο δεν ήταν ο λεντς τού μπύχνερ (και ούτε μελέτησε, απ’ όσο ξέρω, τήν επίπτωση τών βίαιων ερωτικών καταστολών στη ζωή και τού λεντς και τού χαίλντερλιν – σε συνδυασμό μάλιστα με προηγηθείσες θεολογικές σπουδές) : τό ένα βιβλίο ήταν η γνωστή gradiva, και τό άλλο ο πρόεδρος σρέμπερ (δηλαδή daniel paul schreber «τά απομνημονεύματα ενός νευρασθενούς»). Θα ’πρεπε τώρα να κάτσω να ψάξω, αλλά βαριέμαι, αν ο φρόϋντ έχει κάπου γενικά αναφορά στον λεντς και τόν μπύχνερ – ή και τόν χαίλντερλιν. Πάντως δεν μπορεί να τά περιμένει κανείς όλα απ’ όλους. Αυτό που έχει όμως μια σημασία είναι ότι τό καλλιτεχνικό κριτήριο τού φρόϋντ είναι από ασήμαντο έως ανύπαρκτο – ή μάλλον μπερδεύει τήν τέχνη με τήν χρησιμότητά της στη δουλειά του : η «gradiva» είναι ένα ασήμαντο λογοτέχνημα, ο δε «πρόεδρος σρέμπερ» δεν είναι καθόλου λογοτέχνημα – εξαυτού όμως είναι και πιο ενδιαφέρον – και, θα έλεγα προσωπικά – και πιο καλογραμμένο : (ο «πρόεδρος σρέμπερ» μόνο πρόεδρος δεν ήτανε – πρόεδρο τόν έλεγε ο φρόϋντ για να δείξει τό πόσο τόν εκτιμούσε : ήταν ένας δικαστικός που μελέτησε με υπομονή και σχολαστικισμό αξιοθαύμαστο τήν ίδια του τή σχιζοφρένεια (τό βιβλίο είναι ογκώδες). Ο φρόϋντ έλεγε μεταξύ σοβαρού και αστείου στις καθιερωμένες συγκεντρώσεις τους τών ψυχαναλυτών ότι πρόεδρός τους έπρεπε να ’ναι ακριβώς αυτός ο σρέμπερ –)

   όταν κάνει κάποιος τήν αρχή, είναι πολύ εύκολο όλοι οι άλλοι μετά να αλωνίζουνε – έτσι μπορώ εγώ να λέω τώρα, ας πούμε, ότι θα ήταν πολύ καλύτερο (και σωστότερο) να είχε ασχοληθεί (τουλάχιστον επίσης) και με τόν λεντς τού μπύχνερ

   διότι ο φρόϋντ, για να ξαναπάμε στις χρονολογίες, είναι μεταγενέστερος όλων, και γι’ αυτό τυπικά πρέπει να τούς ήξερε όλους αυτούς (που έγραψαν και στη γλώσσα του) : και τόν χαίλντερλιν φυσικά

   (μερικές χρονολογίες ακόμα, με τήν ευκαιρία) :

   ο χαίλντερλιν γεννήθηκε περίπου είκοσι χρόνια μετά τή γέννηση τού λεντς (19 για τήν ακρίβεια : lenz 1751 – hölderlin 1770) και εφτά χρόνια πριν τόν κλάϊστ (εκείνος είχε τά τρία εφτάρια 1777 στη γέννησή του), αλλά, μολονότι ο λεντς έζησε περισσότερο απ’ τούς άλλους δύο (είπαμε, ώς τά 41 του) ο χαίλντερλιν (όπως επίσης είπαμε) τούς ξεπέρασε κατά πολύ σε μακροβιότητα : πέθανε τό 1843, δηλαδή 30 χρόνια ακριβώς μετά τή γέννηση τού μπύχνερ, και 6 χρόνια μετά τόν θάνατό του : έζησε εν ολίγοις 73 χρόνια – και τό «εν ολίγοις» εδώ δεν είναι σχήμα λόγου : αφορά τήν πραγματική ας πούμε ουσία τής βιαίως στερημένης θλιμμένης και μοναχικής ζωής του

   αριθμητικά με αιώνες τώρα : 

   ο χαίλντερλιν και ο κλάϊστ γεννιώνται στον 18ο αιώνα και πεθαίνουν στον 19ο (ο μόνος που έζησε και πέθανε στον 18ο αιώνα είναι ο λεντς) : ο κλάϊστ ζει 11 χρόνια στον 19ο και ο χαίλντερλιν 43. Ο φρόϋντ μαζί με τόν μπύχνερ είναι οι μόνοι που γεννιώνται μέσα στον 19ο αιώνα και ο φρόϋντ ο μόνος που πεθαίνει στον 20ο – και ζει και περισσότερο απ’ όλους, ώς τά 83 του. Μια που είναι έτσι πιο κοντά στον μπύχνερ, και ήταν και οι δύο γιατροί, αξίζει μια σύγκριση τών χρονολογιών αυτών τών δύο : ο φρόϋντ γεννιέται 43 χρόνια μετά τόν μπύχνερ και πεθαίνει σχεδόν 100 χρόνια (+2) μετά τόν θάνατό του

   η σημασία τού «λεντς» για τόν φρόϋντ έπρεπε να είναι τεράστια – και βάζω τόν λεντς εδώ σε εισαγωγικά, γιατί δεν εννοώ τό πραγματικό πρόσωπο απλώς, αλλά τό έργο τού μπύχνερ. Βέβαια, και τό πραγματικό πρόσωπο θα μπορούσε να τό μελετήσει ο φρόϋντ, γιατί ο μπύχνερ βασίστηκε  στα απομνημονεύματα ενός ανθρώπου που είχε ζήσει τόν λεντς από κοντά (ο πάστορας όμπερλιν). Αυτό που έχει για μένα μεγάλη σημασία είναι ότι και ο λεντς και ο χαίλντερλιν (δηλαδή οι δύο «τρελοί») αναγκάζονται απ’ τήν οικογένεια να σπουδάσουν θεολογία, και ένας ματαιωμένος έρωτας υπάρχει στη ζωή και τών δύο (τού χαίλντερλιν κατεξοχήν σημαντικός, και με ανταπόκριση, αλλά με μία παντρεμμένη)

   τελειώνοντας ας αφήσω τελειωτικά τούς αριθμούς :

   αυτό που κάνει τόν λέντς τού μπύχνερ μεγάλο έργο κατά τή γνώμη μου είναι ότι είναι ξερό, δεν έχει συναισθηματολογίες, δεν έχει αναδρομές στο παρελθόν και δικαιολογίες, δεν έχει τύψεις, και δεν ασχολείται με τό μέλλον : ο μπύχνερ μάς κρατάει διά τής βίας σκυμμένους να βλέπουμε μέσα από ένα μικροσκόπιο τήν περιορισμένη φάση μιας κρίσης, τίποτ’ άλλο : σα βασανιστής (δεν είναι τυχαίο ότι τήν ίδια εποχή νιώθει ο ίδιος τούς βασανιστές τής γερμανικής αστυνομίας να τρέχουν από πίσω του) μάς βυθίζει μέσα σ’ αυτές τίς μέρες που κράτησε η κρίση τής σχιζοφρένειας στα βουνά τής αλσατίας και στο σπίτι τού πάστορα όμπερλιν – η περιγραφή τού τοπίου είναι εσωτερική, όλα είναι εσωτερικά, ο μπύχνερ αγνοεί πλήρως οποιαδήποτε αντικειμενικότητα, και έτσι καταφέρνει να μάς πείσει πως αυτό με τό οποίο ασχολείται είναι αντικειμενικό – τό κάνει δικό του για να μάς πείσει ότι δεν είναι μόνο δικό του 

   εδώ ακριβώς όμως βλέπω επίσης τώρα και άλλα – άλλα που δεν τά ’χα σκεφτεί από τήν αρχή, για να επαληθευτεί έτσι, για άλλη μία φορά, εκείνο τό δοκίμιο τού κλάϊστ για τό «πώς οι σκέψεις διαμορφώνονται σταδιακά κατά τή διάρκεια τής ομιλίας» : ότι υπάρχει δηλαδή μια συγγένεια, μια υπόγεια και υπονομευτική ομοιότητα, ανάμεσα στον λεντς τού μπύχνερ και στον μίχαελ κολχάας τού κλάϊστ :

   είπαμε ότι ο κλάϊστ έχει προηγηθεί κατά πολύ τού μπύχνερ, και βέβαια ο μπύχνερ λογικά πρέπει να τόν ξέρει – οι χρονολογίες βοηθάνε εδώ : ο κλάϊστ αυτοκτονεί τό 1811 και ο μπύχνερ γεννιέται 2 χρόνια αργότερα, τό 1813 : επομένως όταν ο μπύχνερ είναι 22 ας πούμε χρονών (γύρω στο ’35 που κάνει τή στροφή του από τήν πολιτική δράση προς τή λογοτεχνία) τό μεγαλύτερο μέρος τού έργου τού κλάϊστ έχει εκδοθεί (ο μίχαελ κολχάας σίγουρα : εκδόθηκε τό 1810, ένα χρόνο πριν τήν αυτοκτονία (παρεμπιπτόντως να πω ότι ο κάφκα, ο οποίος έχει ομολογήσει σαφή και καθαρή επίδραση τού έργου τού κλάϊστ πάνω στο δικό του, αφιέρωσε τή μία από τίς μοναδικές δύο δημόσιες εμφανίσεις του στο να διαβάζει σελίδες από τόν μίχαελ κολχάας)) – ο κλάϊστ λοιπόν εν ζωή, αν και τόν πρήξανε οι καταστάσεις στη γερμανία, η βλακεία τών συγχρόνων του, η μικρόνοια τών κριτικών, τού γκαίτε, και οι διάφορες κλίκες (ο πρίγκηπας τού χόμπουργκ δεν βρήκε θέατρο ν’ ανέβη στη σκηνή, ως έργο αντεθνικό) εντούτοις είχε ήδη εκδόσει τά θεατρικά και τά πεζά του, είχε γράψει δοκίμια, είχε αρθρογραφήσει, ήταν αρκετά γνωστός δηλαδή και είχε κάνει έναν σχετικό θόρυβο με τό έργο του – και βέβαια μετά τή σκανδαλώδη διπλή αυτοκτονία με τήν εριέττα ο θόρυβος μεγάλωσε – σίγουρα λοιπόν τό έργο του θα συνέχιζε και δυο δεκαετίες μετά τόν θάνατό του να είναι γνωστό σε κύκλους νέων, τουλάχιστον ως μια επιθετική αβανγκάρντ (υπάρχει πάντα στα γερμανικά ο χαρακτηρισμός τού κλάϊστ ως «ο πρώτος μοντέρνος άνθρωπος τής γερμανίας»)

   σκέφτομαι λοιπόν τώρα : ο μίχαελ κολχάας είναι ένα έργο που, με τόν βαθύ και ασυμβίβαστο τρόπο τού κλάϊστ, αποτελεί από μια άποψη τήν συστηματική παρακολούθηση τής ανάδυσης μιας αναρχικής συνείδησης : ο ήρωας φτάνει στο τέλος να γίνει επαναστάτης, συνωμότης, και ό,τι θα περιγραφότανε σήμερα ως κανονικός τρομοκράτης : φυσικά η μεγαλύτερη αξία τού έργου είναι ότι πρόκειται ακριβώς για έργο τού κλάϊστ – γραμμένο με τόν ανεπανάληπτο και ακατανόητο φαινομενικά τρόπο του. Οι ομοιότητες λοιπόν ανάμεσα στην παρακολούθηση μιας αναδυόμενης σχιζοφρένειας, και στην παρακολούθηση τών αδικιών που μετατρέπουν τόν αστό σε επαναστάτη μοιάζουν ακριβώς γιατί δεν μοιάζουν – μοιάζουν, ακριβώς επειδή φαινομενικά είναι αντίθετες : όσο ο μπύχνερ βαδίζει μες στην ομίχλη τού διχασμού του ως αφηγητή, κι αρνείται επιθετικά να ξεκαθαρίσει πότε είναι απέξω, και πότε είναι ο ίδιος τρελός, τόσο ο κλάϊστ τυλίγεται με τήν ειρωνική αντικειμενικότητα που μόνο αυτός ξέρει να υπονομεύει : χρησιμοποιώντας όχι μόνο τίς λέξεις ή τό ανήλεο χτίσιμο τών προτάσεων, αλλά και τήν ίδια τή στίξη – ειδικά στον μίχαελ κολχάας η στίξη παίζει τόν ρόλο τού από μηχανής θεού, λέει όσα πρέπει να ειπωθούν αμίλητα, κρυμμένα : ταυτίζει τήν ανάσα τού αφηγητή με τό λαχάνιασμα τού ήρωα, μ’ έναν τρόπο τόσο πιο ανήλεο επειδή είναι τελείως υπόκωφος : σαν τό αμίλητο χτύπημα τής παλάμης στο τοίχωμα τής φυλακής

   σταματάω εδώ για σήμερα. Ξεκίνησα να γράψω για μεμονωμένους λύκους και τελικά πήραν όλοι μαζί μορφή παρέας, ακόμα και με τή βοήθεια τών αριθμών : όμως τέτοια σύνολα μοναχικών δεν αποτελούν τελικά παρά σπηλιές αυτονομίας. Δεν νομίζω επομένως ότι σε μια κλαϊστική επέτειο μού βγήκε τυχαία τό κείμενο να ασχολείται με μια ομάδα αντί για ένα μόνο άτομο : Είναι βαθιά ριζωμένη μέσα μου η πεποίθηση ότι στην καλλιτεχνική διαδικασία η έννοια τού ατόμου είναι ξεκάθαρη μαζί και θαμπή – αυτονόητη και ακατανόητη μαζί. Ο κλάϊστ τό έδειξε αυτό ακόμα και με τόν θάνατό του, που τόν διάλεξε να είναι, τουλάχιστον, διπλός : η εριέττα αποτελούσε γι’ αυτόν, όπως τής έγραψε κάποτε «τόν δεύτερο, και καλύτερο, εαυτό του». Αυτός ο μοναδικός ήξερε να διχάζεται χωρίς να διαλύεται, μπορούσε (και δεν τό φοβόταν) να γίνει όλοι

   γιατί στο τέλος ένας λύκος δεν αυτοκτονεί από παραίτηση αλλά από περηφάνεια : αυτή είναι και τό τελευταίο καρφί στο πλαίσιο που θα σταθεροποιήσει, στον χρόνο,  τό ουρλιαχτό του.

.

 

(άλλα εδωμέσα για τόν κλάϊστ : παλιότερο, πρόσφατο

.

.

.

Νοεμβρίου 15, 2011

μεταλλικός αυτοσχεδιασμός ύμνοι και θρήνοι, προς επέτειο αυτοσχεδιασμού ανολοκλήρωτου

   

.

.

.

 

.

.

   1   εγώ δεν πιστεύω ότι η μνήμη είναι κοντή – πιστεύω όμως (κι εγώ όπως κι η ψυχανάλυση) πως τήν κονταίνουμε και τή μακραίνουμε καταπώς μάς βολεύει 

   2   ο «ύμνος στην ελευθερία» είναι από τά πιο άτεχνα και ασήμαντα ποιήματα τού σολωμού – αν εξαιρέσουμε ελαχιστότατους στίχους μεταξύ τών οποίων θα συμπεριλαμβανόταν οπωσδήποτε και τό ιταλικό δίστιχο από τόν δάντη, που προηγείται ως προμετωπίδα («libertà vo cantando, ch’ è si cara / come sa chi per lei vita rifiuta») ( : «θα τραγουδήσω τήν ελευθεριά που είναι αγαπημένη / όπως τό ξέρει και καλά όποιος γι’ αυτήν πεθαίνει» κατά δική μου σολωμικόφρονα απόδοση : γίνονται δεκτές και άλλες)

   3   προσωπικά σιχαινόμουν και τίς σημαίες και κάθε τί «εθνικόν» από μικρή : και ο συγκεκριμένος ύμνος απόκτησε για μένα νόημα μια φορά μόνο στη ζωή μου – έκτοτε ανακρούεται στα γήπεδα τίς παρελάσεις και σε συγκεντρώσεις φανατισμένων φάλτσων, πράγματα με τή βοήθεια τών οποίων ξαναβρίσκω ανόθευτη ολόκληρη τήν παλιά καλή εκείνη σιχαμάρα

   4   επειδή όμως, πέραν τών προσωπικών βίτσιων, υπάρχει και η ιστορία, τό βρίσκω πρέπον, σήμερα που αρχίζουν οι εορτασμοί για τήν επέτειο ενός αυτοσχεδιασμού που έμεινε στη μέση, να επισημάνω δυο πράγματα :

   5   ό,τι έμεινε στη μέση ανολοκλήρωτο (θυμάμαι ένα πανώ αριστεριστών στην πρώτη πορεία «δεν έγινε ο νοέμβρης για τόν καραμανλή» (προσθέτουμε εδώ ό,τι άλλα ονόματα θέλουμε σήμερα)), έμεινε ανολοκλήρωτο γιατί εν συνεχεία ακολουθήθηκε από τήν ολική επαναφορά εκείνων που είτε τόν πολέμησαν είτε τόν χάζεψαν και εκ τών υστέρων χτίσανε πολιτικές (και άλλες) καριέρες επάνω του :

   6   να μην ξεχνάμε λοιπόν ότι ο αυτοσχεδιασμός ήταν εναντίον μιας δικτατορίας τής οποίας οπαδοί και νοσταλγοί είναι τά γύφτικα σκεπάρνια που συγκυβερνάνε σήμερα : (φταίω εγώ ασφαλώς που δεν φαντάστηκα ότι τό κόντεμα της μνήμης θα μπορούσε να οδηγήσει τόσο πολύ μακριά)

   7   τό πράγμα δεν είναι ούτε γραφικό ούτε ακίνδυνο. Και ούτε εξαντλείται στα πρόσωπα. Ή μάλλον εξαντλείται ακριβώς στα πρόσωπα, αλλά όχι τού λά.ο.σ. : εξαντλείται εξαντλητικά στα πρόσωπα τού γύρω χώρου που αφήνεται μέσα σε τριαντατόσα χρόνια, να ξαναγίνει ό,τι ήτανε : αδιάφορος, για όλα εκτός απ’ τήν τσέπη του – λες και τό πρόβλημα τού φασισμού δεν ήταν, ούτε τότε, ούτε και τώρα, δικό του

   8   ο «ύμνος στην ελευθερία» είναι γραμμένος ανορθόγραφα – ή μάλλον, για να τό πω καθωσπρέπει – σε φωνητική γραφή (όπως έγραφε ο σολωμός άλλωστε όλα του τά ελληνικά (στα ιταλικά είχε μεγάλη άνεση, και ιταλικά υπόγραφε, και έτσι έκανε και τή διαθήκη του)). Όσοι θεωρούν τόν εθνικό μας ποιητή «εθνικόν», ας τό ’χουν κι αυτό υπόψη τους

   9   θα αναρτήσω προς τιμήν τής επετείου δύο βίντεα : τό ένα πρόσφατο ιταλικό (αναρτήθηκε αρχικά εδώ πηγαίνετε για να διαβάσετε και τίς λεπτομέρειες τού συμβάντος), τό άλλο πολύ πιο πρόσφατο, αμερικάνικο (αναρτήθηκε πριν πολύ λίγες μέρες εδώ)

.

   σημειώνω απλώς ότι :

   i   τό αγόρι που αυτοσχεδιάζει με τήν κιθάρα του τή μουσική τού μάντζαρου, τόσο δημιουργικά και χεβυμεταλλικά, είναι έντεκα χρονών, και μάλλον πρόκειται για παιδί ομογενών (έχει ελληνικό όνομα) 

   ii   τό ιταλικό συμβάν έγινε στην όπερα τής ρώμης όταν, μαέστρος και κοινό, συγχρονίστηκαν με τόν θρήνο va΄,pensiero τών σκλάβων εβραίων στην εξορία τής βαβυλώνας – και με αφορμή τά δικά τους σύγχρονα έκλαψαν τελικά όλοι μαζί για τήν «ωραία και χαμένη τους πατρίδα» : πατρίδα–ξεπατρίδα τά δράματα δεν έχουνε τελειώσει, δεν έχουν καν ίσως καλά–καλά αρχίσει : ας συγχρονιστούμε όλοι λοιπόν με τόν εβραϊκό θρήνο γιατί αλλιώς υπάρχει φόβος να κλάψουνε μαννούλες, πολύ περισσότερες φοβάμαι απ’ όσες θρήνησαν τό ’73

.

.

.

ένα παιδί αυτοσχεδιάζει πάνω στην heavy μεταλλική ελευθερία

.

.

κοινό και μαέστρος αυτοσχεδιάζουν πάνω στον εβραϊκό θρήνο : όμορφη και χαμένη μου πατρίδα

.

.

.

.

.

.

  

.

.

Νοεμβρίου 6, 2011

heinrich von kleist ( + henriette vogel) 1811 – 2011 : (τά διακόσια χρόνια ενός διπλού θάνατου)

  

 

      τόν μήνα αυτόν (και ειδικά στις 21 νοεμβρίου) είναι η επέτειος τού θανάτου τού χάϊνριχ φον κλάϊστ – και δεν τόν αναφέρω ως διπλόν μόνο και μόνο επειδή αυτοκτόνησε μαζί με τήν εριέτα φόγκελ : με τούς (υστερόβουλους ασφαλώς) υπολογισμούς μου, πεθαίνοντας μέ στέρησε (εμένα τουλάχιστον, για να μην πω για τούς (πολλούς, σε όλον τόν κόσμο) άλλους) κι από τό έργο που θα έκανε αν δεχόταν να ζήσει λίγο ακόμα… Αλλά αυτά είναι κακοί υπολογισμοί, ασφαλώς : δεν άντεχε άλλο – η πατρίδα του τόν είχε πρήξει και φτύσει επαρκώς…

.

.

   1 τόν μήνα λοιπόν που είχαν αποφασίσει για τήν τελική σκηνή (και που θα έκανε τίς ημερομηνίες να σταματήσουν (και για τόν ίδιον και για κείνην) εντελώς και διά παντός – εκτός από τίς (ασταμάτητες ασφαλώς) ημερομηνίες που αφορούν τό εκπληκτικό, και μοναχικό, έργο του –  200 δηλαδή χρόνια πιο πριν, κι έναν όπως ετούτη τή στιγμή νοέμβρη, η εριέττα θα ’στελνε στον χάϊνριχ ένα γράμμα τόσο ωραίο αλλά και τόσο περίεργο, που δείχνει αν μη τί άλλο (εκτός από τό πόσο τόν αγαπούσε) ότι είχε εξαιρετικό ταλέντο κι η ίδια στο γράψιμο – έτσι που μάλλον θα καταλάβαινε περίφημα και τό δικό του έργο ( : άρα καλά έκανε κι αυτός από μια άποψη και «δεν ήθελε πια τίποτ’ άλλο απ’ τό να βρει έναν λάκκο για να μπεί μέσα μαζί της»)

   (τό γράμμα γράφτηκε τόν μήνα τής διπλής αυτοκτονίας αλλά δεν έχουμε τήν ακριβή ημέρα – και επειδή όλον εκείνο τόν μήνα προετοιμάζονταν και οι δύο στέλνοντας γράμματα σε συγγενείς και φίλους, μπορεί τό γράμμα να τό έστειλε η εριέττα οποιαδήποτε μέρα τού μήνα, ακόμα και τήν παραμονή τού πικνίκ στη wannsee)

   αντιγράφω λοιπόν :

.

.

      Βερολίνο, Νοέμβριος 1811

   Χάϊνριχ μου, αρμονικέ μου, παρτέρι μου από υάκινθους, αυγή μου, λυκόφως μου, γλυκέ μου ωκεανέ, αιολική μου άρπα, τριανταφυλλώνα μου, ουράνιο τόξο μου, μικρό παιδί στην αγκαλιά μου, αγαπημένη μου καρδιά, χαρά μέσα στον πόνο μου, αναγέννησή μου, λευτεριά μου, σκλαβιά μου, Σάββατό μου, χρυσό μου δισκοπότηρο, ατμόσφαιρά μου, ζέστα μου, λογισμέ μου, ποθητέ μου εκεί ψηλά κι εδώ κάτω, πολυαγαπημένο μου αμάρτημα, παρηγοριά τών ματιών μου, η πολυτιμότερη απ’ τίς έγνοιες μου, η πιο όμορφη απ’ τίς αρετές μου, καμάρι μου, προστάτη μου, συνείδησή μου, δάσος μου, λάμψη μου, κράνος μου και ξίφος μου, μεγαλοψυχία μου, δεξί μου χέρι, ουράνια σκάλα μου, Άι–Γιάννη μου, ιππότη μου, τρυφερέ μου ακόλουθε, αληθινέ μου ποιητή, κρύσταλλό μου, πηγή ζωής μου, κλαίουσα ιτιά μου, κύριέ μου κι άρχοντά μου, ελπίδα μου κι απόφασή μου, πολυαγαπημένε μου αστερισμέ, μικρέ μου χαδιάρη, απόρθητο κάστρο μου, ευτυχία μου, θάνατέ μου, πυγολαμπίδα μου, μοναξιά μου, όμορφο καράβι μου, ρεματιά μου, ανταμοιβή μου, Βέρθερέ μου, Λήθη μου, κούνια μου, θυμίαμα και μύρο μου, φωνή μου, κριτή μου, τρυφερέ μου ονειροπόλε, νοσταλγία μου, καθρέφτη μου χρυσέ, ρουμπίνι μου, αυλέ μου, αγκαθωτό στεφάνι μου, χιλιάδες θαύματά μου, δάσκαλέ μου, μαθητή μου, σ’ αγαπώ περισσότερο κι απ’ όσο μπορώ να φανταστώ. Η ψυχή μου σού ανήκει.

Εριέττα

   Υ. Γ. – Η σκιά μου τό μεσημέρι, η πηγή μου μέσα στην έρημο, η καλή μου μητέρα, η θρησκεία μου, η εσωτερική μου μουσική, φτωχέ μου άρρωστε Χάϊνριχ, αρνάκι μου πασχαλινό, τρυφερό κι άσπρο, Ουράνια Πύλη μου.

Ε.

 

      

 

   2 λέω να παραθέσω και  μερικές σκέψεις για τήν πεζογραφία του, αποσπασματικές ασφαλώς, που τίς αφιερώνω κι αυτές στη φετινή επέτειο : τής οποίας η υποδοχή στον κόσμο – και ειδικά στην γερμανία,  δικαιολογημένα βέβαια, έστω και κατόπιν εορτής – προετοιμάζεται από καιρό ( : φέτος τό καλοκαίρι μού είπαν ότι ο δήμος τού βερολίνου σχεδίασε με τήν ευκαιρία και μια σχετική βελτίωση τής κατάστασης τού τάφου (περί αυτού μπορείτε να διαβάσετε και μερικά άλλα δικά μου εδώ) :

.

   η αφηγηματική τέχνη τού κλάϊστ είναι πραγματικά μοναδική

   έχουμε να κάνουμε με ένα ύφος σκληρό σαν ατσάλι, παράφορο, στην κυριολεξία παραμορφωμένο διαστρεβλωμένο και παραφορτωμένο με υλικό – ένα ύφος συντακτικά περίπλοκο, με μεγάλες περιόδους, περιπεπλεγμένο, με μια έντονη τάση για προτάσεις τού στυλ «κατά τρόπον ώστε…» οι οποίες φτιάχνουν μια σύνταξη που από τή μια είναι αυστηρά λογική και από τήν άλλη ασθμαίνουσα μέσα στην έντασή της. Ο κλάϊστ μπορεί ν’ αφήσει έναν πλάγιο λόγο να απλωθεί σε παραπάνω από εικοσιτέσσερις γραμμές χωρίς να καταφύγει στην παραμικρή τελεία – σ’ αυτόν τόν λόγο μπορεί να συναντήσουμε ούτε λίγο ούτε πολύ δεκατρείς αναφορικές προτάσεις οι οποίες να αρχίζουν με τό αναφορικό «που» και να καταλήγουν σ’ ένα «κοντολογίς, κατά τρόπον ώστε…» πράγμα όμως τό οποίο παρ’ όλ’ αυτά δεν θα φέρει τήν πρόταση σ’ ένα τέλος, αλλά αντίθετα θα ανοίξει μία ακόμα αναφορική πρόταση! Η πρώτη φράση από τόν Σεισμό στη Χιλή από καιρό έχει καθιερωθεί σαν ένα αριστουργηματικό παράδειγμα περιεκτικού αφηγηματικού λόγου : «Στο Σαντιάγκο, πρωτεύουσα τού βασιλείου τής Χιλής, τή στιγμή ακριβώς τού μεγάλου σεισμού τού έτους 1647 κατά τόν οποίο πολλές χιλιάδες άνθρωποι έχασαν τή ζωή τους, ένας νεαρός Ισπανός με τ’ όνομα Χερώνυμο Ρουγκέρα κατηγορούμενος και φυλακισμένος για κάποιο έγκλημα, στεκόταν μπρος σ’ ένα στύλο στο κελί του, με τόν σκοπό να κρεμαστεί»

   τό καθετί σ’ αυτά τά διηγήματα είναι συναρπαστικό, εκθαμβωτικό, για να μην πω συγκλονιστικό. Όντας ο ίδιος ο κλάϊστ άνθρωπος τών άκρων, θέλγεται από ασυνήθιστα θέματα και οριακές ψυχικές καταστάσεις· καμιά φορά, μάλιστα, γίνεται και βίαιος

    η γκάμα τών ιστοριών του απλώνεται από τήν εκτεταμένη νουβέλα μέχρι τό σύντομο ανέκδοτο : από τόν Μιχαήλ Κολχάας, τήν ιστορία ενός άντρα που η βλάσφημη αντίληψή του για τή δικαιοσύνη τόν ωθεί στην παρανομία και τόν εμπρησμό, μέχρι τή Ζητιάνα τού Λοκάρνο, μια ιστορία μυστηρίου στην οποία ο ένοχος φεουδάρχης, εξαγριωμένος απ’ τό φόβο, βάζει φωτιά στο ίδιο του τό σπίτι : «Εξαγριωμένος απ’ τό φόβο». Ο αναγνώστης ας σταθεί σ’ αυτή τή φράση· είναι απόλυτα χαρακτηριστική στον κλάϊστ

   κάποτε ο κλάϊστ χρησιμοποίησε τή φράση «ο πλήρης τρόμος τής μουσικής». Όταν τό διάβασα αυτό, θυμήθηκα τήν περιγραφή τής έκφρασης τού προσώπου τού τολστόϊ, όταν άκουγε σπουδαία μουσική : ήταν μια έκφραση τρόμου.

   διαβάζοντας κανείς αυτά τά διηγήματα αισθάνεται, διαδοχικά και αντιφατικά, έξαψη έκπληξη και αγωνία. Η Μαρκησία τού Ο… είναι η πρώτη νουβέλα του. Τήν έγραψε σε ηλικία εικοσιοχτώ χρονώ, τήν εποχή που ήταν υπάλληλος σε ένα κτηματολόγιο στην καινιξβέργη, λίγο μετά αφ’ ότου είχε δημοσιεύσει ανώνυμα τήν Οικογένεια Σρόφενστάϊν. Τό θέμα είναι πολύ παλιό και κατά καιρούς πολλοί τό έχουν επεξεργαστεί. Ο κλάϊστ μπορεί να τό πήρε από κάποιο κύκλο γαλλικών μύθων, μπορεί από τόν θερβάντες, μπορεί και από τόν μονταίνιο· μπορεί όμως να τό πήρε και από τή ζωή. Όπως και να ’χει, ο τρόπος που τό χειρίστηκε φέρει τήν πιο προσωπική σφραγίδα, είναι ολοφάνερα κλαϊστικός. Θα ήταν αδύνατο να χειριστεί κανείς ένα παρόμοιο θέμα με μεγαλύτερη σοβαρότητα και αξιοπρέπεια

   «και μόνο η απλή περιληπτική αναφορά στο θέμα», έγραψε (όμως) μια εφημερίδα, «συνεπάγεται τόν άμεσο εξοβελισμό από τήν καθώς πρέπει κοινωνία. Η μαρκησία μένει έγκυος χωρίς να ξέρει κανείς πώς και από ποιον. Είναι τάχα αυτό θέμα που να αξίζει τίς σελίδες ενός περιοδικού ταγμένου να υπηρετεί τήν τέχνη; Μπορείτε να φανταστείτε τί είδους λεπτομέρειες είναι υποχρεωμένος να αναφέρει ο συγγραφέας και πόσο δυσάρεστα θα ηχήσουν σε κάποια ευαίσθητα αυτιά;» Τά ευαίσθητα αυτιά, για παράδειγμα, μιας κυρίας που έγραψε στον εκδότη : «Καμιά γυναίκα δεν μπορεί να διαβάσει τήν ιστορία τής Μαρκησίας τού Ο… χωρίς να κοκκινίσει. Πού μάς οδηγούν τέτοιου είδους γραφτά;». Είναι γεγονός πως κυρίως οι γυναίκες αντέδρασαν εναντίον τού κλάϊστ. Ακόμη όμως και άντρες σοκαρίστηκαν και ψέλλισαν τίς επικρίσεις τους, απέναντι σε ένα τολμηρό αριστούργημα που ήδη από τότε είχε θεωρηθεί ένα έργο μεγάλης πνοής

   η ιδέα τού σασπένς συνδέεται στενά με τήν ίδια τήν ιδέα τής αφήγησης, και έτσι πρέπει· τό να αφηγείσαι μία ιστορία σημαίνει να δημιουργείς σασπένς, και μέρος τής τέχνης τού πεζογράφου είναι η ικανότητά του να κάνει διάφορα σκοτεινά θέματα τής ιστορίας του να φαίνονται διασκεδαστικά· μέρος τής τέχνης του είναι επίσης τό να κατορθώνει να παραμένει συναρπαστική μία πλοκή, τής οποίας τήν έκβαση καταλαβαίνει κανείς εκ τών προτέρων. Όμως τό σασπένς τού κλάϊστ είναι τελείως διαφορετικό. Οι νουβέλες του μοιάζουν περισσότερο στο ιταλικό πρότυπο – τή novella· και novella σημαίνει νέα. Αυτά τά νέα μάς τά αφηγείται με τόση ψυχρότητα και απάθεια, και με τόσο ιδιόρρυθμο τρόπο, που τό σασπένς που δημιουργούν οι ιστορίες του να μάς φαίνεται ταυτόχρονα και ξένο και οικείο μαζί, έτσι που να λειτουργεί επάνω μας απολύτως ανησυχητικά. Όλες οι αισθήσεις μας είναι συγκεχυμένες. Ο κλάϊστ έχει τόν τρόπο του να μάς βασανίζει και – εδώ είναι ο θρίαμβός του σαν καλλιτέχνη – κατορθώνει να μάς κάνει να τόν ευγνωμονούμε γι’ αυτό τό μαρτύριο.

thomas mann

.

.

.

.

η κριτική τού τόμας μαν γράφτηκε στα αγγλικά, ως πρόλογος για τήν αμερικανική έκδοση τών διηγημάτων τού κλάϊστ τό 1954

τό γράμμα τής εριέττας φόγκελ και τά αποσπάσματα από τό κείμενο τού μαν είναι σε μετάφραση θοδωρή δασκαρόλη, από τήν έκδοση heinrich von kleist / 4 νουβέλες / (η μαρκησία τού ο…, ο σεισμός στη χιλή, ο έκθετος, η αγία καικιλία ή η δύναμη τής μουσικής) / που περιέχεται μαζί με τό κείμενο τού michel tournier «kleist ή ο θάνατος ενός ποιητή» αντί προλόγου στις εκδόσεις «άγρα» 1986

[τό κείμενο αυτό τού τουρνιέ (απ’ τό οποίο παίρνω πάντα πληροφορίες) είναι πολύτιμο γιατί παραθέτει, εκτός από τά γράμματα τών ίδιων, και καταθέσεις φίλων συγγενών και  μαρτύρων από τό αρχείο τής αστυνομίας κατά τίς έρευνες ύστερα από αυτήν τήν «αυτοκτονία μετά φόνου» (ο κλάϊστ θεωρήθηκε ότι δολοφόνησε τήν εριέττα πριν αυτοκτονήσει : η μαρτυρία κάποιου φίλου για τήν πραγματική διάσταση τών γεγονότων τού κόστισε ακριβά (αυτού τού φίλου) και στην προσωπική και στην επαγγελματική του ζωή) και φυσικά η κοινωνία τής εποχής θεώρησε τό γεγονός αυτό (τής παγίωσης μιας ημερομηνίας δηλαδή με τέτοιο ηθελημένο, χαρούμενο, και αποφασισμένο τρόπο) σκανδαλώδες αποσιωπητέο και απολύτως κατακριτέο : στον κοινό τάφο (ο φίλος φρόντισε να είναι όντως κοινός) δεν μπήκε πάντως τό όνομα τής εριέττας για τό μεγαλύτερο μέρος τών διακοσίων αυτών χρόνων – προστέθηκε απλώς μια μικρή πλάκα με τ’ όνομά της μόνο πρόσφατα (δηλαδή μέσα στην τελευταία δεκαετία) – προσωπικά μού φαίνεται μάλιστα σαν πρωτοβουλία ατομική, και πάντως όχι πολύ επίσημη…]

.

.

.

.

3 έχω ήδη γράψει εδώ κάτι δικό μου για τόν κλάϊστ
αλλά σήμερα που η δικιά μας (αλλά και η δικιά του) χώρα μάς πρήζει και μάς φτύνει πάλι επαρκώς, είπα (με αφορμή μια τόσο θλιμμένη επέτειο) να βάλω κι αυτά – προσωπικά (όσοι συχνάζουν στους κήπους τό έχουν φαντάζομαι υπόψη) δεν ξέρω καλύτερο αντιφτύσιμο από τή μεριά μας πέρα από τό να ασχολούμαστε με τήν τέχνη – αυτήν που κάνει σκουπίδι τά σκουπίδια

.

.

.

.

.

.

.

.

Οκτωβρίου 22, 2011

παλιά ανεπίκαιρα «μικρά» o boy : κώστας γεωργάκης, ηθική και οικογένεια, ο παπαδιαμάντης και τό πτυχίο του, «ποτέ μην χορτάσετε, ποτέ μην λογικευτείτε», κ. ά.

.

.

   επειδή οι κήποι έκλεισαν αυτόν τόν μήνα δύο πλήρη χρόνια ζωής λέω σήμερα να εγκαινιάσω κάτι που τό σκεφτόμουνα – και μάλλον τό ήθελα και τό τριγύριζα – από καιρό :

   ένα είδος συντομότερων ποστ δηλαδή, πέρα από τά γνωστά μου σεντόνια, με μικρά, και σχετικώς νέα, και ασφαλώς ανεπίκαιρα :

   τα περισσότερα θα είναι μάλλον πράγματα που μαθαίνω από άλλα βλογ και τά βρίσκω μέσω τών «μοιρασμάτων» τού ρήντερ μου – και που πολλές φορές σκέφτηκα ώς τώρα ότι θα ’θελα να τά βάλω κι εδώ ή να τά σχολιάσω :

   σύντομα λοιπόν (όχι όμως αναγκαστικά και πράγματι μικρά), μάλλον εκτός χρόνου πλέον, αλλά ίσως γι’ αυτό ο σχολιασμός τους να μ’ ενδιαφέρει και περισσότερο :

.

.

  

   κάθε σεπτέμβρη λείπω, κι έτσι ποτέ δεν μπόρεσα να βάλω ανήμερα στην επέτειο (19 σεπτεμβρίου τού ’70 έγινε) τίς ελάχιστες γραμμές που μού αναλογούν για τήν αυτοπυρπόληση τού Κώστα Γεωργάκη

   φέτος γυρίζοντας από τή θάλασσα βρήκα αρκετά, και παλιότερα (και καινούργια), κι αυτό είναι καλό – θυμάμαι μια φορά που πήγα ν’ αγοράσω τό (νεοεκδοθέν τότε) βιβλίο γι’ αυτόν σε (συμπαθές (μου)) μεγάλο βιβλιοπωλείο : δεν τό ’βρισκα στους πάγκους και ζήτησα από νεαρό πωλητή «τό βιβλίο για τόν κώστα γεωργάκη» και μού απάντησε «ποιόν, τόν γιατρό τού ωνασείου;», «όχι, τό παιδί που αυτοπυρπολήθηκε στη χούντα» και τό αγόρι χτύπησε τρεις φορές τό κεφάλι του με τήν παλάμη του   π ά ρ α   π ο λ ύ   θυμωμένο : «ναι, ναι» είπε, «ξέρω, μα τί χαζομάρα έπαθα», έτρεξε τό βρήκε σ’ ένα ράφι και μού τό ’φερε

   δεν κατηγορώ επουδενί τό παιδί για τή στιγμιαία του αφηρημάδα σ’ ένα αναγνωστικό βιβλιοπωλειακό και τέτοιο κριτικό εν γένει περιβάλλον όπου τά μόνα βιβλία που προωθούνται διαβάζονται και μπαίνουν στους πάγκους και τίς σελίδες βιβλίων τών εφημερίδων είναι οι διάσημες μηδαμινότητες που μάς κατακλύζουν προ, επί, και (φοβάμαι) και μετά τήν κρίση
   (εξαυτού και δεν βρήκα στον κυβερνοχώρο καμία φωτογραφία από τό βιβλίο (και καθώς δεν λειτουργεί τό σκάνερ μου μπορώ να τό αναφέρω μόνο έτσι))

   απλώς όμως, και για τήν ιστορία, και για να ικανοποιήσω και κείνη τή μονομανία μου εναντίον τών μύθων, να πω ότι : καμία χούντα δεν κλόνισε τότε η πράξη του – στα ψιλά τών (γενναίων μας και δημοκρατικών) εφημερίδων μπήκε – κι όσοι διάβασαν, διάβασαν : αλλά και πολύ μετά, όσοι θυμόντουσαν, θυμόντουσαν : αν ήταν μέλος βέβαια κάποιου απ’ τά (πολλά μας) κκε, αλλιώς θα ’ταν, απ’ τήν αρχή ώς σήμερα και ώς τό τέλος, τά πράγματα…

.

«summer of protest» / «video dedicated to Prometheus, to Kostas Georgakis (Genoa 1970) and Carlo Giuliani (Genoa 2001)»

.

.

   κι είμαστε ακόμα στην αρχή – ας σκεφτούμε μόνο : τό 1910 τί μπορούσε να δει κανείς από τόν 20ο  αιώνα που μόλις έμπαινε; – κι επιπλέον τή φορά αυτή δεν έχουμε μόνο αλλαγή αιώνα αλλά και χιλιετίας : (τί μπορούσε να δει ο μεσαιωνικός άνθρωπος λοιπόν τό 1011 για τά όσα μέχρι τό 2011 θα ακολουθούσαν;)

   όμως εμείς έχουμε ήδη στα 10 πρώτα χρόνια μια εξέγερση που έχει κιόλας ξεκινήσει – κι αυτήν τή φορά απλώνεται με τή βοήθεια τής τεχνολογίας τής φτώχειας και τών χρυσών χρηματιστών σε όλον τόν πλανήτη

   λοιπόν θα ’λεγα να μην ξεχάσουμε πως κανένα σύστημα δεν θα καταρρεύσει  πλήρως και ικανοποιητικά και αποτελεσματικά, αν δεν πολεμήσουμε όχι μόνο τήν υλική δυστυχία μας αλλά και τήν ηθική τοιαύτη (πρωτίστως δηλαδή τήν ηθική τής οικογένειας (και τόν ίδιον τόν θεσμό) για να θυμηθούμε όχι μόνο τόν νίτσε μας, αλλά και τούς φραγκφουρτιανούς μας) –

.

ενδεικτικά, από τό πλήθος αναρτημένα :

.

.

   μιλώντας ο στηβ τζομπς στους τελειόφοιτους ενός πανεπιστήμιου τούς θύμισε (ως γνωστόν) τά λόγια ενός βιβλίου που είχε διαβάσει «τήν δεκαετία τού ’70, όταν ήταν στην ηλικία τους» : stay hungry, stay foolish ( : «μην χορτάσετε ποτέ, μην λογικευτείτε ποτέ» κατά τή δική μου μετάφραση)

   τώρα που μάθαμε τόσα – και βγήκαν και τά στραβά και τού ίδιου και τής άπλ στη φόρα, ας θυμόμαστε πάντως και τό ότι ήταν ένα παιδί που παράτησε τό πανεπιστήμιο και δεν πήρε ποτέ του πτυχίο – αντίθετα, ανακάλυψε ότι τού άρεσε η τέχνη τής τυπογραφίας, τό σχήμα τών γραμμάτων, η αισθητική και η τεχνική της

   παλιά πράγματα, που ενσωματώθηκαν εξαιτίας του (όταν αργότερα έγινε καπιταλίστας) στις πιο νέες εφευρέσεις τού αιώνα

   αναρωτιέμαι όμως πόσο μπορούν να καταλάβουν τό «μη χορτάσετε και μη λογικευτείτε» εκείνοι που σπουδάζουν μόνο και μόνο για να εξασφαλίσουν τό χόρτασμα τής (λογικής) μεγαλομανίας τών γονιών τους (να γίνει τό παιδί επιστήμων)

   έχει ένα κόστος η απάρνηση αυτής τής λογικής…

   επί τή ευκαιρία θυμήθηκα και τί απάντησε ο αλέξανδρος παπαδιαμάντης σ’ εκείνους που τόν ρωτούσαν γιατί είχε εγκαταλείψει (κι εκείνος) τό πανεπιστήμιο

   «Και ποιος να μέ εξετάσει;»

   έχει κι η αλαζονεία τών καλλιτεχνών τό νόημα, τήν αισθητική, και τήν ομορφιά της.

.

 

.

.

   και μια εξομολόγηση που τη χρωστάω περισσότερο στον εαυτό μου (ακριβώς επειδή για τόν άνθρωπο έχω γράψει παλιότερα ένα μικρό μεν αλλά ενθουσιώδες, και δίκαιο (πιστεύω) εγκώμιο) :  υπέγραψα μεν τή διαμαρτυρία τού νίκου σαραντάκου για τήν απόλυση τού γιάννη χάρη από τά «νέα» αλλά, θα μπορούσα εδώ να προσθέσω, μεταξύ μας : δεν απόρησα τόσο που απολύθηκε, όσο είχα απορήσει όταν προσελήφθη…

   δεδομένου ότι ο γιάννης χάρης (με τά μικρά γλωσσικά του από τή δεκαετία τού ’80 (νομίζω προς τό τέλος της, δεν θυμάμαι και καλά, και δεν μπορώ τώρα να ψάχνω αρχεία)) ήταν ο μόνος που υπερασπίστηκε με σθένος τή ζωντανή μας γλώσσα, και ο μόνος που πολέμησε από τόσο νωρίς και δημοσίως τόν νεοκαθαρευουσιανισμό και τό εν γένει αρλουμποειδές ιδίωμα που προέκυψε με τούς αρχοντοχωριατισμούς τής δήθεν ακριβούς μεταγραφής και προφοράς τών ξένων ( = αγγλικών) λέξεων στα καθημάς, και άλλους τέτοιους σουσουδισμούς : έθιμα δηλαδή που χρονολογούνται μεν από τή χούντα αλλά συνήθως ξεχνάμε (επειδή μετά γενικεύτηκαν) ότι είχαν ως κύριο σπόνσορα τό ξιπασμένο ήθος τών εντύπων τού συγκροτήματος…

   με τούς κύκλους τά κυκλάκια του και τά κυκλώματα : τώρα πια όλοι τό έχουν μιμηθεί και όλοι λειτουργούνε έτσι. Όμως η υπονόμευση τού αρχοντοχωριατισμού από μεριάς τού γιάννη χάρη έφερε αποτέλεσμα (κι αυτό είναι κάτι : γιατί τώρα εξακολουθούνε μερικοί να λένε «τής καλιφόρνια» (και «τής βέροια» συνεπώς) αλλά όσο να ’ναι οι περισσότεροι δεν ντρέπονται πια, ούτε τό θεωρούν απόδειξη ότι «δεν ξέρουνε ξένες γλώσσες» να πουν «τής τρόϊκας»). Κι όλ’ αυτά, χωρίς να εννοώ καθόλου ότι ο δημοτικισμός σέ κάνει αυτόματα κάτι σαν επαναστάτη – οι περισσότεροι δημοτικιστές ήταν συντηρητικότατοι άνθρωποι κατά τ’ άλλα, ο δε γιάννης ψυχάρης ήταν και θρήσκος και βασιλόφρων : μια μικρή αντιστοιχία είχαμε στη μεταπολίτευση (και κρατάει δυστυχώς ακόμα) με τή «δημοτική τών κομμάτων» (άμεσα και κύρια και πισογυρισματικώς) που έγινε ένα είδος συνθηματικής γλώσσας για ν’ αναγνωρίζονται οι καριερίστες τής πολιτικής μεταξύ τους

   έχει και η δημοτική τούς καθαρευουσιάνους της, όπως (περίπου) παραπονέθηκε ο καβάφης –

.

     

.

.

.

  

Οκτωβρίου 14, 2011

φρόϋντ, μιχαήλ άγγελος, και παλαβά λεωφορεία

   

.

.

  

«νομίζω ότι είναι εν γένει καλό να σκέφτεται κανείς ενίοτε ότι οι άνθρωποι συνήθιζαν να ονειρεύονται ήδη προτού υπάρξει ψυχανάλυση»
sigmund freud

.

.

   δεν κρατάω ημερολόγια, και, πολύ περισσότερο, ακόμα κι αν κράταγα δεν θα τά δημοσίευα : αν πρόκειται να πεις τά σώψυχά σου, τότε τά σώψυχά σου δεν είναι για μπλογκάρισμα (πιστεύω) – γιατί η ιδέα τής δημοσίευσης θα οδηγήσει σε αυτολογοκρισίες – είναι κάτι σαν τήν διαστημική φαντασία τής σκέψης για τήν οποία είχα γράψει αλλού : (αυτό που καθιστά τή σκέψη δυνατή, είναι τό ότι ξέρεις πως οι άλλοι δεν τήν ξέρουν) : (κατά σύμπτωση ένα ψυχαναλυτικό δοκίμιο που πήρα μαζί μου στις διακοπές περιέχει μια σκέψη που βρίσκεται πολύ κοντά σ’ εκείνη τή λογική : «αυτό που δίνει μια ελευθερία στη σκέψη είναι τό ότι είναι μυστική» (ή κάπως έτσι : δεν ψάχνω να τό ξαναβρώ εκνευρισμένη διότι σίγουρα δεν διατυπώθηκε ύστερα από τήν ανάγνωση τού δικού μου.))

   οι «κήποι» λοιπόν δεν έχουνε γίνει γι’ αυτά, κι αν κάποιος θελήσει να βρει δικές μου ημερολογιακές σημειώσεις θα πρέπει να ψάξει για υπενθυμίσεις προς εαυτήν πάνω στα χειρόγραφα τών βιβλίων μου – υπενθυμίσεις που όμως, ούτως ή άλλως, γίνονται κατανοητές μόνο από μένα και θα μπέρδευαν πολύ έναν μελλοντικό μελετητή (διότι δεν μπορώ φυσικά να αποκλείσω ότι ένας τέτοιος μαζοχιστής θα εμφανιστεί και στην περίπτωση τή δικιά μου όταν αυτού τού είδους τό βίτσιο είναι κανόνας στην περίπτωση κάθε μετά θάνατον έρευνας ακόμα και τού πιο ασήμαντου έργου – θα ’μουν επομένως υπεραισιόδοξη και μόνο αν μού περνούσε απ’ τό μυαλό να αποκλείσω τήν ιδέα και τού θανάτου και τού μελετητή : προς τό παρόν μακριά απ’ τόν κώλο μας βεβαίως –)

   υπάρχει όμως μιας μορφής υπεράσπιση τών ημερολογίων, γραμμένη από τόν θαυμάσιο συγγραφέα τού «γατόπαρδου», τόν τζιουζέπε ντι λαμπεντούζα : είναι απ’ αυτές τίς σκέψεις, τίς πολύ πρωτότυπες, και τίς αποκλειστικά δικές του, που στην αρχή (τόσο πρωτότυπη είναι, που) σού φαίνεται βλακώδης : «οι άνθρωποι  θα ’πρεπε να ’ναι σχεδόν υποχρεωτικό να κρατάν ημερολόγια όλοι – σε όλον τόν κόσμο – ο κόσμος έτσι θα γινόταν καλύτερος πολύ συντομότερα» ( : η διατύπωση πάλι κατά προσέγγιση). Είναι μια τολμηρή και γενναία σκέψη, που ταυτίζει, πιστεύω κάθε ατομική γραφή με τή (συζητήσιμη) λογική τής (δήθεν αντικειμενικής) ιστορίας : ημερολόγια, συνθήματα, γραφές στους δρόμους και γράφιτι : όλα εμφανίζουν τό πρόσωπο τών ατόμων σε μια δεδομένη ιστορική στιγμή και αλληλεπιδρούν με τούς συγχρόνους τους : επιπλέον καταρρίπτονται κι ένα σωρό ταμπού και ενοχοποιητικά μυστικά που οι περισσότεροι άνθρωποι νομίζουν ότι είναι μόνο δικά τους : αν μπορούσε η ανθρωπότητα σε μια δεδομένη ώρα (δηλαδή μεταφράζω τή σκέψη τού λαμπεντούζα) να διαβάσει τά ημερολόγια τής ανθρωπότητας που ’χει ήδη πεθάνει, τό σοκ τού πόσο συνηθισμένη και μονότονη είναι ώς τώρα, θα τήν έκανε πιστεύω να ξεκουνηθεί και να κάνει μερικά πιο γρήγορα βήματα…

   είναι καιρός όμως τώρα που ’χω διαπιστώσει ότι αυτόν ακριβώς τόν ρόλο παίζει τό μπλογκάρισμα – μια μορφή ημερολογιακών δημοσιεύσεων και κοινοποιήσεων που ο λαμπεντούζα δεν μπορούσε να ’χε προβλέψει – και που, πέρα απ’ τήν στενοχώρια που ενίοτε προσωπικά μού προκαλεί καθώς εγκαθιδρύει μια δημοφιλή σχολή ωραίου γραψίματος η οποία τό μόνο που καταφέρνει είναι να μού κόβει τήν όρεξη και μερικές φορές και τά πόδια – πέρα όμως απ’ αυτό, αυτού τού είδους τό μπλογκάρισμα είναι όπως και να τό κάνουμε μια μορφή αυτού που ονειρεύτηκε ο λαμπεντούζα : και πιστεύω ότι ο ίδιος θα χαιρόταν μάλλον πολύ – όσο δεν εκνευριζόταν ως αμετανόητος εστέτ και αριστοκράτης, από μια δόση  ευκολίας στα ψέματα που διευκολύνει και προϋποθέτει αυτή η τάση κοινοκτημοσύνης και κοινοποίησης τής εσωτερικής ζωής εν απολύτω θερμώ

   λιγότερο εστέτ – και αριστοκρατική – από τόν λαμπεντούζα εγώ, βλέπω μόνο τά καλά αυτής τής μπλογκαριστικής σχολής – και τήν παρακολουθώ μάλλον μετά μανίας. Και επειδή τό χούϊ πεθαίνει τελευταίο, μού ’χει τύχει να πω από μέσα μου (κατά τό «γενναίοι γάλλοι, λίγο ακόμα και θα γίνετε πραγματικά δημοκράτες» τού μαρκήσιου : ) γενναίε μπλόγκερ, λίγο ακόμα και θα έλεγες πραγματικά τήν αλήθεια –

   αλλά δεν πειράζει : κι η διάθεση, πολλές φορές, είναι αρκετά ενδεικτική (κι ώς εδώ καλά…)

   ( : έπειτα, κατά τόν φρόϋντ, τό ψέμα που θα πεις γίνεται με λίγο ψάξιμο καθαρός και λαμπερός καθρέφτης τής αλήθειας σου)

   κι εξάλλου μην είμαστε πάντα τόσο αυστηροί – τό ψέμα μερικές φορές μπορεί να σημαίνει ότι θα θέλαμε μόνο να ονειρευόμαστε

.

 

.

   τούτων δοθέντων, ας πω κι εγώ με όσο λιγότερα ψέματα μπορώ τά ημερολογιακά μου :

   πήρα μαζί μου στη θάλασσα που πήγα, τό «περί μαγείας» τού τζιορντάνο μπρούνο που μεταφράστηκε μόλις (μπρούνο δεν έχει άλλον στα ελληνικά : ώς τώρα ολόκληρον τόν έχω βρει στα γερμανικά μόνο)

   ένα σοφτ–γκαίη–πορνό τού όσκαρ ουάϊλντ ή τών συν αυτώ, τό «τέλενυ» – ασήμαντο ως κείμενο – αξίζει μόνο για τήν εισαγωγή στην οποία περιλαμβάνεται η ιστορία τού χειρογράφου (δεν νομίζω – κι εγώ όπως κι ο επιμελητής – ότι τό έγραψε από τήν αρχή ώς τό τέλος ο ουάϊλντ – ίσως επενέβη μόνο στα σημεία που γίνεται και καλύτερο, με τά μικρά αφηγηματικά του κολπάκια)

   από φρόϋντ (αυτό κι αν είναι χούϊ καλοκαιρινό…) τό τέλος μιας αυταπάτης στην δίγλωσση έκδοση τής printa σε μετάφραση τού (και ποιητή, αλλά τώρα όπως μαθαίνω διδάσκοντος στο πανεπιστήμιο θράκης) δημήτρη νταβέα (πρόκειται κατά τήν ταπεινή μου γνώμη για ένα νευραλγικότατο κείμενο γιατί βλέπουμε εδώ ουσιαστικά ολοζώντανη τήν ώρα που ο θείος ζίγκι διστάζει μπροστά στα ίδια του τά συμπεράσματα (χρειαζόταν προφανώς ένας μαρκούζε για να τόν επαναφέρει στον ανατρεπτικό εαυτό του))

   μερικά άλλα ψιλά ψυχαναλυτικά, για ενημέρωση περί τά ελληνικά τοιαύτα

   και ένα πολύ παλιό ψυχαναλυτικό που είναι όμως μαζί (και κυρίως…) σοβαρή λογοτεχνία από τίς λίγες : τόν λεντς τού γκέοργκ μπύχνερ (στις εκδόσεις άγρα – έχει εκδοθεί περιέργως (για τά ελληνικά πράγματα) πάντως αυτό τό βιβλίο σε πολλούς εκδότες (εδώ, εδώ, και εδώ) : η έκδοση τής «άγρας» είναι όμως σίγουρα η πληρέστερη (δεν έχω ελέγξει όλες τίς μεταφράσεις, εννοείται, αλλά στην έκδοση που πήρα μαζί μου υπάρχουν πλήθος άλλα σχετικά κείμενα και πληροφορίες, καθώς και εργοβιογραφία κλπ (ως συνήθως στην πολύ καλή εκδοτική πρακτική τής  άγρας) (πρόκειται για ένα βιβλίο που τό ’χω αρχίσει άπειρες φορές και τό άφηνα πάντα στη μέση – ούτε τώρα τό τέλειωσα (ξέρω, χρήζει σχετικών αναλύσεων αυτό –)

   και ένα εγκώμιο από τά λίγα : τήν σαρλότα κορνταί τού ονφραί (αλλά για τήν τυραννοκτόνο τού ζαν–πωλ μαρά θα πρέπει να γράψω κάποτε κι εγώ περισσότερα, καθότι μού άνοιξε και η όρεξη)

   τό μοναδικό ξενόγλωσσο που πήρα μαζί μου ήταν μια μετάφραση στα αγγλικά (όλων τών) ποιημάτων και (επιλογής από τήν) (απολαυστική) αλληλογραφία τού μιχαήλ άγγελου : Ήξερα απλώς, από παλιά, ότι είχε γράψει σονέτα, και δη ομοφυλόφιλα ( : αυτό τό τελευταίο διαψεύστηκε ελαφρώς : ερωτευόταν σαν τόν (κατοπινότερό του κατά 50 χρόνια) σαίξπηρ και άντρες και γυναίκες) (μεταξύ μας νομίζω ότι αυτό κάνουν οι περισσότεροι – άλλο αν δεν θέλουμε να τό παραδεχτούμε –)

   και για να γίνει ένας τέλειος κύκλος, μια φράση από τήν «ερμηνεία τών ονείρων» τού φρόϋντ (εκ τών υστέρων, τεύχος 22) : «είναι σαν να κρυφακούει κανείς μια συνομιλία που διεξάγεται σε απόσταση ή χαμηλόφωνα» ήρθε αιφνίδια ως κεραυνός να προστεθεί στον μιχαήλ άγγελο και σ’ ένα του ποίημα :

.

.

επίγραμμα (χρονολογία : 1545 ή 1546)

μ’ αρέσει ο ύπνος μου, περί πολλού τόν έχω, και τό ότι είμαι πέτρινος
όσο αντέχει ο πόνος κι η ντροπή μου.
Τύχη τό λέω τό ότι δεν μπορώ να δω ούτε ν’ ακούσω·
λοιπόν, μή μέ ξυπνάτε, και μιλάτε σιγανά

(βλ. όμως και εδώ)

.

. 

   γι’ αυτό τό τελευταίο βιβλίο θα ’θελα να πω και μερικά ακόμα :

   η αλληλογραφία του είναι πολύτιμη – και ενίοτε ξεθεωτική – πλήρης πόνου και κεφιού ( : ο τοσκανός, αν δεν έγραφε σε φίλους του αστεία έγραφε σε (πάπες μαικήνες ή) συγγενείς του, κατά κανόνα θυμωμένα)
   τά ποιήματα (σονέτα και μαδριγάλια στην πλειοψηφία τους) μ’ έκαναν επιπλέον να θέλω να δοκιμάσω μεταφράσεις τους έτσι απ’ τ’ αγγλικά, πρόχειρα :

.

.

μαδριγάλι (νο. 8 )

Πώς γίνεται και δεν ανήκω πια σε μένα;
ω ουρανέ, ουρανέ
Ποιος μού ’κλεψε τόν εαυτό μου
ποιος είν’ στον εαυτό μου πιο κοντά
ή κάνει περισσότερα με μένα απ’ ό,τι εγώ;
ω ουρανέ, ουρανέ
Ποιος είν’ αυτός που μέσα στην καρδιά μου περπατά
και δεν μ’ αγγίζει διόλου;
Τί είν’ αυτό, ω έρωτα
τό πράγμα που απ’ τά μάτια ερημώνει τήν καρδιά
τήν κατοικεί και γέμισε τό κάθε κομματάκι;
Που αν εκραγεί;

.

.

σονέτο στον τομάζο καβαλιέρι (1532) (νο. 58)

Τό ξέρεις πως τό ξέρω, Κύριέ μου, ότι τό ξέρεις
πως ήρθα για να σέ χαρώ από πιο κοντά·
τό ξέρεις πως τό ξέρω ότι τό ξέρεις πως εγώ είμαι,
κι έτσι γιατί να αναβάλλουμε άλλο πια;

Αν η ελπίδα που μού έδωσες λέει τήν αλήθεια,
κι αλήθεια αν λέει ο καλός σου πόθος που μέ τύλιξε,
ας πέσει αυτός ο τοίχος που ’ν’ ανάμεσά μας
η μυστική η θλίψη είναι δυο φορές βαριά

Κι αν αγαπώ σε σένα μόνο, Κύριέ μου,
αυτό που εσύ σε σένα πιο πολύ αγαπάς
μή μού θυμώσεις – αγαπιώνται δύο πνεύματα

Αυτό που στ’ όμορφό σου πρόσωπο έμαθα κι ονειρεύτηκα
κάθε μυαλό ανθρώπου θα τό έπιανε άσχημα,
είναι για να πεθαίνει αυτός που θέλει να τό δει καλά.

.

.

σονέτο (νο. 85)

Θέλω να θέλω, Κύριε, ό,τι δεν θέλω,
κι ανάμεσα από τήν καρδιά κι απ’ τή φωτιά ένα πέπλο πάγου
νερό γεμίζει τή φωτιά και ψεύτη βγάζει τό γραφτό,
αφού η πένα μου κι η στάση μου δεν δένουν

Σέ αγαπάω με τή γλώσσα μου κι ύστερα κλαίω,
ο έρωτάς μου δεν αγγίζει τήν καρδιά, δεν είν’ σε θέση,
να βρει πού βρίσκεται τής χάριτος η πύλη ώστε να μπει,
και να πετάξει τήν ανήλεη περηφάνια απ’ τήν καρδιά μου

Τό πέπλο ξέσκισε εσύ και σπάσε αυτόν τόν τοίχο, Κύριέ μου,
που η σκληράδα του κρατάει ψυχρόν τόν ήλιο
διώχνει τό φως σου· σβήστηκε από τή γη

στείλε τήν ίδια αχτίνα φως στην ομορφιά που αγάπησες
για να μπορέσω να τήν έχω και εγώ, και να καώ,
και η καρδιά μου να μπορέσει να σέ νιώσει άφοβα

.

     

. 

   αυτός λοιπόν ο κατά γενικήν ομολογίαν ασκητικός (και μάλλον άσχημος άνθρωπος – δεν άφηνε ακριβώς γι’ αυτό και να τόν ζωγραφίσουν : είχε κατά τή γνώμη του μεγάλα αυτιά, και τού είχε σπάσει και τή μύτη ένας συμμαθητής του στο σχολείο) που δεν έτρωγε καλά, δεν πλενόταν πολύ, και κοιμόταν συχνά με τά ρούχα του (και με τίς μπότες του ακόμα πάνω στο κρεβάτι, όπως κουτσομπολεύανε οι γύρω) βγάζει στο γράψιμό του, αν τό δούμε αλλιώς, περισσότερο πάθος απ’ όσο έβαλε ποτέ στην κυρίως τέχνη του : κι ακόμα περισσότερο ζωντανεύει η ταλαιπωρημένη του ιδιοσυγκρασία με τήν αλληλογραφία του : γιατί, για τά σονέτα, (και τά άλλα ποιήματα) δεν πρέπει να παρασυρθούμε απ’ τήν απόσταση τού χρόνου που τά κάνει όλα εξωτικά, περίεργα, «ρομαντικά» : η αποστολή ποιημάτων συνηθιζόταν εκείνη τήν εποχή (και από τόν μεσαίωνα ακόμα) ούτως ή άλλως, και μπορούσε να ’ναι, εκτός από τήν ανακοίνωση ερώτων, κι ένα είδος ευχαριστίας για δώρο ή ακόμα και για γεύμα – οι άνθρωποι επικοινωνούσαν ξαποστέλνοντας δηλαδή ο ένας στον άλλον ραβασάκια παντός είδους (κι από τήν ιστορία τής ελοΐζας και τού αβελάρδου έχουμε και τό εκπληκτικό απόσπασμα «γράφε μου ό,τι θέλεις, λατινικά οι υπηρέτες δεν ξέρουν…») κι έτσι μπορούμε να πούμε ότι αυτού τού είδους η καθημερινή επαφή ήταν από μια άποψη τά sms και τά ημαίηλ τής εποχής – και με κώδικα μάλιστα : Στα σύντομα ειδικότερα σημειώματα που συνόδευαν τήν αποστολή ποιημάτων, η ειρωνία και τό χιούμορ τού μιχαήλ άγγελου πολλές φορές δίνουν ρεσιτάλ – ειδικά στην περίπτωση τών 48 επιτάφιων τετράστιχων ( + 1 σονέτο, + 1 μαδριγάλι) που έγραψε μετά τά επίμονα (και κατ’ εξακολούθηση δώρα και) αιτήματα τού luigi del riccio για τόν θάνατο τού ανηψιού του cecchino bracci (1544) : (οι ειδικοί λένε μάλιστα ότι τά αντιμετώπισε περισσότερο σαν ποιητικές ασκήσεις και στοίχημα με τόν εαυτό του) έχουμε πάντως σε κάθε νέα αποστολή κι ένα καινούργιο σημείωμα – και δεν μπορεί να ’ναι τυχαίο τό πως, απ’ όλα τά σημειώματα που συνοδεύουν ποιήματα, αυτά είναι τά πιο αστεία : (σε άλλη περίπτωση ας πούμε σημειώματος κάτω από σονέτο έχουμε μια σοβαρότερη διευκρίνιση : «μάστρο Ντονάτο, μού ζητάς πράγμα που δεν έχω» – ή : «μάστρο Τζόρτζιο, σού στέλω δυο σονέτα, και μολονότι είναι χαζοδουλειά, στα στέλνω για να δεις τί σκέφτομαι και πού γυρνάει τό μυαλό μου, κι όταν θα γίνεις κι εσύ ογδονταενός χρονού όπως κι εγώ, θα μέ πιστέψεις…»)

   στην αποστολή επιταφίων κυριαρχούνε πάντως γαστρονομικές εξηγήσεις : (και εδώ, όπως και αλλού, επαληθεύεται έτσι και η μαρτυρία συγχρόνων του ότι ο μιχαήλ άγγελος ήταν ευσυγκίνητος με τά δώρα : ενθουσιαζόταν και φιλοτιμούνταν πολύ αν τού χαρίζαν οτιδήποτε – και ο ρίτσιο τόν είχε φορτώσει όπως φαίνεται πέστροφες)

   λίγα παραδείγματα :

   συνοδεύει τό μαδριγάλι 155 με τό σημείωμα :
   «αυτό είναι για τήν πέστροφα· τό σονέτο που σού ’λεγα θα ’ναι για τό πιπέρι που κοστίζει λιγότερο, αλλά δεν μπορώ να γράψω. Σέ χαιρετώ.»

   κι είχε σημειώσει πάνω στο μαδριγάλι 154 :
   «να τό γυαλίσω τό πρωί»

   συνοδεύει τό μαδριγάλι 165 («στον έρωτα») με τό υστερόγραφο :
   «για τή χτεσινοβραδινή πάπια» 

   στο 167 σημειώνει «πρόκειται περί σάτιρας, και σέ χαιρετώ» και στο 170 «αυτό τό βάζω όχι σα σάτιρα αλλά σαν όνειρο» (και τά δύο μαδριγάλια στέλνονται στον ρίτσιο και μιλάν για γυναίκες)

   (από τά επιτάφια για τόν τσεκίνο μπράτσι) : στο 188 γράφει στον ρίτσιο : «αν δεν θέλεις να σού στείλω άλλα, μη μού στέλνεις κι εσύ άλλα» (προφανώς εννοεί δώρα, πέστροφες ή μανιτάρια)

   για τό 192 γράφει στον ίδιο : «αυτό δεν ήθελα να στο στείλω γιατί είναι λίαν αδέξιο, αλλά μπροστά σε πέστροφες και τρούφες και θεοί πείθονται. Τά χαιρετίσματά μου»

   στον ίδιο, για τό επιτάφιο 196 : «για τά αλμυρά μανιτάρια, μια που δεν θα ’χεις τίποτ’ άλλο»

   για τό 199 : «αυτά τά λέει η πέστροφα, όχι εγώ· αν δεν σ’ αρέσουν τό λοιπόν οι στίχοι, μην τίς ξαναμαρινάρεις άλλη φορά χωρίς πιπέρι»

   για τό 205 : «για τή χελώνα· για τό ψάρι θα μιλήσει ο Ουρμπίνο αφού τό καταβροχθίσει»

   για τό 212 εξηγεί (επί τού θέματος) : «Ο τάφος μιλάει σ’ όποιον διαβάσει τίς γραμμές αυτές. Χαζοπράματα, αλλά αφού θέλεις να σού φτιάξω χίλια, θα ’χουμε αναγκαστικά όλων τών ειδών»

   όπως και να ’χει, ο μιχαήλ άγγελος φαίνεται απ’ τά ίδια του τά ποιήματα ότι δούλευε με τήν ίδια προσοχή και τά μάρμαρα και τά χρώματα και τά γραφτά του – και σώζονται σε κάποιες περιπτώσεις αλλεπάλληλες εκδοχές και βασανισμοί στίχων (έχουμε και τήν περίπτωση ενός σονέτου που αρχικά τό ’γραψε για μια (άγνωστή μας) γυναίκα και σε μια μεταγενέστερη εκδοχή τό έστειλε (μάλλον) στον τομάζο καβαλιέρι) : η τελειομανία πάντως τού τεχνίτη βγαίνει ολοκάθαρη και στον τρόπο με τόν οποίο δουλεύει τήν ποίησή του : και προσωπικά τό βρήκα και συγκινητικό τό ότι χρησιμοποιεί τήν έκφραση «θα τό πατινάρω αύριο τό πρωί» ή «θα τό γυαλίσω αργότερα» για τά  ποιήματα, χρησιμοποιώντας ακριβώς δηλαδή μια  έκφραση από τήν γλυπτική : αλλά τό γεγονός πως θεωρούσε τήν ενασχόληση με οποιαδήποτε τέχνη μέρος τής ίδιας διαδικασίας, βγαίνει ανάγλυφα θα ’λεγε κανείς και από τή συνήθειά του να σημειώνει τίς πρώτες γραφές ποιημάτων στο ίδιο χαρτί που έχει ζωγραφίσει προσχέδια ενός πίνακα ή ενός γλυπτού

.

 

.

   στην καθεαυτό αλληλογραφία του πάντως, τά πράγματα σοβαρεύουν με άλλο τρόπο και γίνονται μάλλον μουντά – υπήρξε ένας ανηψιός ειδικά που πολύ φαίνεται να τόν κούρασε (χωρίς να έχω περισσότερες πληροφορίες αυτή τή στιγμή, κάτι μού θυμίζει αυτό και από τή ζωή ενός άλλου νευρικού, τού μπετόβεν) : έτσι, με τά γράμματά του, μού ήρθε κατακούτελα ένας τοσκανός πολύ πιο καθημερινός και πλήρης – ενδιαφέρων έως σπαρακτικός στα διάφορα βάσανα που πέρασε (με συγγενείς, μαικήνες, μέδικους, βατικανά, πάπες, πολιτικά αδιέξοδα) (και σ’ αυτό έμοιασε θέλοντας και μη, και με τόν δάντη – τόν οποίο θαύμαζε, σεβόταν, φοβόταν, ήθελε να τού μοιάσει, κτλ) :

 

   απ’ τά γράμματα θα βάλω σαφώς λιγότερα δείγματα :

.

   (ΣΤΟΝ ΜΑΣΤΡΟ ΤΟΜΑΖΟ ΚΑΒΑΛΙΕΡΙ ΣΤΗ ΡΩΜΗ· ΦΛΩΡΕΝΤΙΑ, 1 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 1533)

   Άρχισα να γράφω στην ευγενεία σου, απερίσκεπτα πολύ, κι υπόθεσα ότι εγώ πρώτος έπρεπε να κάνω κίνηση, λες κι έπρεπε να τήν κάνω σαν χρωστώντας απάντηση σ’ ένα δικό σου· κι ύστερα αργότερα κατάλαβα τό λάθος μου πολύ περισσότερο, όταν δοκίμασα και μύρισα και διάβασα τό δικό σου, που ’χες κείνη τήν ευγένεια· και μένα μού φαίνεται ότι απέχεις τόσο απ’ τό μόλις τώρα να γεννήθηκες, όπως μού τό λες στο δικό σου, παρά πως ήσουνα στον κόσμο χίλιες φορές πριν από τώρα, και γω λέω για τόν εαυτό μου πως είμαι αγέννητος ή αλλιώς γεννήθηκα νεκρός, και θα τό φώναζα έτσι που να σκάσει κι ο ουρανός κι η γη, αν δεν ήτανε μονάχα που σε σένα είδα και πίστεψα που η ευγενεία σου δέχτηκε τόσο πρόθυμα να πάρει μερικά από τά έργα μου, κι αυτό μ’ έκανε εμένα και πιο πολύ θάμαξα παρά αναγάλλιασα. Κι αν είν’ αλήθεια αληθινό αυτό που λες, ότι νιώθεις από μέσα όπως μού γράφεις απέξω, κρίνοντας τά έργα μου, αν κατά τύχη κάποιο απ’ αυτά όπως πολύ επιθυμώ σού άρεσε, εγώ αυτό τό έργο θα τό πω όχι τόσο καλό όσο τυχερό. Μη σέ κουράζω δεν θα γράψω άλλο. Πολλά πράγματα που θα ’χα να σού πω μένουν στην άκρη τού φτερού αλλά ο φίλος μας ο Πιεραντόνιο, που τόν ξέρω πως μπορεί και θέλει να συμπληρώσει ό,τι δεν μπορώ, θα στο τελειώσει στα προφορικά.

   Επιτρεπτό είναι να πει σ’ αυτόν που θα τό πάρει τούτο δω όλα όσα ο άλλος τού δίνει μα από λεπτότητα δεν τό κάνει δωμέσα.

.

   (ΣΤΟΝ ΜΑΣΤΡΟ ΤΟΜΑΖΟ ΚΑΒΑΛΙΕΡΙ ΣΤΗ ΡΩΜΗ· ΦΛΩΡΕΝΤΙΑ, 28 ΙΟΥΛΙΟΥ 1533)

   Αγαπημένε μου κύριε : Αν δεν είχα πιστέψει ότι σέ είχα πείσει για τήν τεράστια, τί λέω, τήν αμέτρητη αγάπη που σού έχω, δεν θα τό ’βρισκα περίεργο ούτε θα απορούσα που δείχνεις τόση υποψία στα όσα στέλνεις κι υποψιάζεσαι επειδή δεν σού ’γραψα μην και σέ ξέχασα. Αλλά τί λέω ούτε καινούργιο είναι ούτε να ξαφνιάζομαι, αφού και όλα τά υπόλοιπα μού παν ανάποδα, να πάει κι αυτό ανασούμπαλα, γιατί αυτό που η ευγενεία σου μού λέει, τό ίδιο θα ’πρεπε εγώ να σού τό πω· ίσως όμως να τό κάνεις για να μέ τσιγκλίσεις ή για ν’ ανάψεις νέα και μεγαλύτερη φωτιά, αν μπορεί να υπάρξει μεγαλύτερη· μα ό,τι και να λες εσύ, εγώ ένα ξέρω πως θα ξεχάσω τ’ όνομά σου τήν ίδια ώρα και στιγμή που θα ξεχάσω αυτό που τρώω για να ζω· και μπα πιο εύκολα θα ξεχάσω αυτό που τρώω για να ζω, που τρέφει μόνο σώμα με τή δυστυχία, παρά τό όνομά σου, που τρέφει σώμα και ψυχή, και τά γεμίζει και τά δυο με τέτοια γλύκα, που δεν καταλαβαίνω πια ούτε πόνο ούτε φοβάμαι θάνατο όσο η μνήμη μου μέ κάνει τ’ όνομά σου να θυμάμαι. Σκέψου μονάχα αν τά μάτια μου είχαν κι αυτά μερίδιο, σε τί κατάσταση θα ήμουνα.

.

   (ΣΤΟΝ ΑΝΗΨΙΟ ΤΟΥ ΛΙΟΝΑΡΝΤΟ· ΡΩΜΗ, ΙΟΥΛΙΟΣ 1544)

   Λιονάρντο : ήμουνα άρρωστος, και συ, όπως σέ πρότρεψε ο μάστρο Τζιοβάν Φραντσέσκο, ήρθες για να μέ αποτελειώσεις και να δεις αν σού αφήνω τίποτα. Δεν είναι αρκετά δικά μου στη Φλωρεντία να σού φτάνουν; Μην τό αρνιέσαι σαν τόν πατέρα σου είσαι, που μέ πέταξε έξω απ’ τό σπίτι μου στη Φλωρεντία. Μάθε ότι έχω κάνει διαθήκη με τρόπο τέτοιο που απ’ αυτά που έχω στη Ρώμη να μην λογαριάζεις πλέον τίποτα. Και άντε στην ευχή και μην ξαναφανείς μπροστά μου, και μη μού ξαναγράψεις, και να κάνεις όπως ο παπάς.

Μικελάντζελο

.

.

.

 

.

   τέλος, ως επιστέγασμα τής παρούσας σινδόνης, και μερικά ημερολογιακότερα όλων :

   δεν θα πω σε ποιο νησί ήμουν, όπως τό απόφυγα και πέρυσι : Φέτος οι λόγοι είναι επιπλέον σαφέστεροι : θα μπορούσα βέβαια να προσθέσω με τήν ευκαιρία και τή δικιά μου πραγματεία στις ήδη υπάρχουσες περί «ανάλυσης τής κρίσης», τό ζητάει κι η εποχή, και δεν θα ’θελα σε καμία περίπτωση να θεωρήσει κάποιος πως τό γεγονός ότι απόφυγα τό θέμα, όλον αυτόν τόν καιρό, σημαίνει ότι τό θέμα δεν μέ ενδιαφέρει (συμβαίνει τό εντελώς αντίθετο)

   δεν πρόκειται όμως – θα πω λίγα μόνο :

   πήγα λοιπόν σ’ ένα μικρό νησί, και τό βασικό συμπέρασμα στο οποίο κατέληξα είναι ότι οικονομική κρίση για ένα μέρος τής ελληνικής επικράτειας δεν υφίσταται (πράγμα που θα μπορούσε από μιαν άλλη οπτική να οδηγήσει στη διαπίστωση πως εκεί ακριβώς βλέπει κανείς διάφανα μερικούς εσωτερικούς τουλάχιστον λόγους που διευκόλυναν χειραγώγησαν ή επέκτειναν τήν ολική κρίση)
   (δεν θα πω για τό τοπίο, που ήταν υπέροχο – αλλά για τό τοπίο δεν ευθύνονται οι κάτοικοι, και η συμμετοχή τού τοπίου στην κρίση είναι πολύ συζητήσιμη)
   πάντως πρώτη φορά, τουλάχιστον εγώ, έπεσα πάνω σε μια κοινότητα, με τέτοια σύμπνοια συσπειρωμένη γύρω από τήν εκδοχή τής (πρώην) ελληνικής ευφορίας πως ο καθένας πρέπει να κουβαλάει όπου πάει μαζί του και τό αυτοκίνητο – τό οποίο εννοείται ότι πρέπει να έχει – : πόσα δεν δικαιολογεί όμως (και δεν επεξηγεί) αυτό για τήν περίοδο τού έξαλλου νεοπλουτισμού που προηγήθηκε (κι απ’ τήν οποία μάλλον δεν θέλουμε να συνέλθουμε – φοβάμαι ότι τά μικροαστικά στρώματα που ορύονται ότι η χούντα δεν έπεσε τό ’73 (όσοι τούς είδαμε, στο σύνταγμα, μάλλον βεβαιωθήκαμε ότι τό ’73 ήταν ευτυχείς και σώοι και αβλαβείς) δεν εκνευρίζονται παρά για τό ότι αυτός ο νεοπλουτισμός τούς κόπηκε, και όχι για τό ότι ήτανε ψεύτικος ή βλαβερός – εξαιρούνται παντός λιβέλου οι υπάλληλες τού ιδιωτικού τομέα, (έχω υπάρξει τοιαύτη και ξέρω), αλλά αυτές μάλλον δεν ήταν φέτος για διακοπές σε νησί)
   γνώρισα πάντως και εξαιρετικούς ανθρώπους (νομίζω ότι έκανα και φίλους) ( : ένα από τά χαρακτηριστικά τού νησιού είναι ότι έχει φήμη πως τό επισκέπτονται διάφοροι δύστυχοι μονομανείς (με τήν καλύτερη έννοια τού όρου) : δεν διαψεύστηκα και σε όλα –)

.

   τό νησάκι πάντως είναι τελείως κάθετο από άποψη τοπογραφίας : και για να πας απ’ τό δωμάτιό σου στη θάλασσα πρέπει ν’ ανεβοκατέβης τό παλαμήδι ας πούμε καμιά εικοσαριά φορές. Υπάρχει (υπήρχε) βέβαια λεωφορείο, αυτό ήταν όμως επίσης πρόβλημα – για όσους πέφτουν κατά κανόνα σε ύπνο βαθύ (και δεν μιλάω ψυχαναλυτικά τώρα) η διαδικασία τού ξυπνήματος έχει μερικές πολύ στρυφνές απαιτήσεις : που σημαίνει ότι δεν χωράει εύκολα λεωφορείο στη ζωή σου πρωινιάτικα (τό «πρωινιάτικα» είναι σχήμα λόγου : ποτέ πριν τό μεσημέρι.) Προτιμώ να πηγαίνω στη θάλασσα με τά πόδια, και να ’ναι, ει δυνατόν, η θάλασσα και στα πόδια μου. Αυτό ήταν σίγουρα τό μεγάλο πλην τού νησιού.
   υπήρχαν βέβαια τά (αρκετά) δρομολόγια τού λεωφορείου αλλά αυτό, εκτός από τό ότι σέ ανάγκαζε να γίνεις μέρος θέλοντας και μη μιας χαρωπής αγέλης με τό που άνοιγες τά μάτια σου, σέ υποχρέωνε επιπλέον να έχεις στο μυαλό σου διαρκώς και τήν ώρα – πράγμα απαράδεκτο για μένα στις διακοπές τουλάχιστον. Επιπλέον, έπρεπε να ακούς, πριν καλά–καλά ξυπνήσεις, τίς μουσικές επιλογές τού λεωφορειούχου και τήν χαρωπή ελληνοπρεπή περιαυτολογία του : ήδη η επαφή με τή θάλασσα και τίς ωραίες αμμουδιές είχε υποστεί δηλαδή σοβαρότατο πλήγμα. Αλλά δεν έφταιγε τό νησί γι’ αυτό (εσύ τό διάλεξες) και στο κάτω–κάτω η κοινότητα σού ’δινε τήν εντύπωση ότι έκανε ό,τι μπορούσε για να βολέψει τίς παράλογες καλοκαιρινές ανάγκες σου –

.

   κάθε νησί έχει τούς φθόνους και τίς αντιζηλίες του : τό συγκεκριμένο τά ’χει βάλει με τό μεγάλο διπλανό που «έχει σαιζόν πέντε μήνες» (ενώ τό μικρούλι αυτό φουλάρει τόν αύγουστο, και αυτό είναι όλο : κατά τίς αφηγήσεις κατοίκων). (Δεν ήξερα γιατί δεν φουλάρει και τούς άλλους μήνες – για μένα τό νησί ήταν πανέμορφο : η θέα απ’ τό δωμάτιό μου ήταν από τίς ωραιότερες (μόνο μια φορά είχα δει ωραιότερη άποψη τού αιγαίου αλλά εκεί μόνο αφού ανέβαινες στο κάστρο, όχι από τό δωμάτιο ή τή βεράντα σου – εδώ είχα τή δυνατότητα να δουλεύω με υπέροχη διάθεση λοιπόν τίς τελευταίες (πάντα ελπίζω!) διορθώσεις τού βιβλίου μου, μαζί με τόν καφέ μου κάθε πρωί, και ήμουνα σχεδόν ευτυχισμένη, ναι για λίγες μέρες) : προλάβαμε λοιπόν να κάνουμε μερικά σεπτεμβριάτικα μπάνια μεταφερόμενοι έτσι όπως είπαμε αγεληδόν ώσπου ύστερα ξαφνικά ένα βράδυ, και χωρίς περαιτέρω διαδικασίες, ο λεωφορειούχος δήλωσε ότι τά δρομολόγια ουσιαστικά σταματούσαν : θα γινόταν δηλαδή μόνο ένα τό πρωί κι ένα τό απόγευμα, ελλείψει αρκετής και σεβαστής αγέλης. (Έτσι εξηγούνται και τά περί φουλαρίσματος ή μη, σκέφτηκα) : Τό πρώτο σοκ τό διαδέχτηκε μια προσπάθεια εκ μέρους μου ως συνήθως αφελών εκλογικεύσεων ( : αλλά ήταν μάταιο, ο παλιός γνώριμος άρχων τής ελληνικής κοινωνίας αναδύθηκε περίλαμπρος) : Στην βλακώδη μου παρατήρηση «καλά, έτσι θέλετε να μοιάσετε στους δίπλα, με τούς πέντε μήνες; Μόλις κόβεται λίγο ο κόσμος μάς κόβετε και τή θάλασσα; Και τί λογική είν’ αυτή, να πετάτε στη θάλασσα αυτούς που θέλουν να σάς επεκτείνουν τή σαιζόν;» Έπεα πτερόεντα, και μπαινάκης και βγαινάκης : η λογική του, τετράγωνη λογική εκσυγχρονισμένου οικονομολόγου βαλκανιομάγκα : «Και τί θα κάνω εγώ, θα δουλεύει τό λεωφορείο, με τόση βενζίνη, για τό ενάμιση ευρώ πού κάνεις εσύ;» Λαμπρά. Δηλώνουμε αποχώρηση και τό βράδυ στο μπαρ τό συζητάμε με έλληνες και ξένους, φανατικούς οπαδούς τής ξερολιθιάς :

   Έπρεπε να φέρετε τ’ αυτοκίνητο (αυτοί είχαν φέρει)

   Θα έρχομαι να σέ κατεβάζω εγώ

   Δεν είσαι καλά που θ’ ανεβοκατεβαίνεις για χάρη μου

   Καλά κατέβαινε τό μεσημέρι με τά πόδια και τό βράδυ θα σ’ ανεβάζω

   Μού ’φυγε τό κέφι, έπειτα εσείς φεύγετε σε λίγο, δεν θέλω να μείνω κι εγώ άλλο, άκου «τό ενάμιση ευρώ που κάνω εγώ» : η κοινότητα όμως τί λέει;

   Ποια κοινότητα, δεν υπάρχει κοινότητα : η μαγκιά τού καθενός εδώ είναι η οικογένειά του και τά σπίτια που νοικιάζει

   Άλλωστε δεν ανήκει στην κοινότητα τό λεωφορείο. Κανείς δεν ξέρει πού ανήκει τό λεωφορείο. Είναι ιδιωτική επιχείρηση. Ο λεωφορειούχος – προσθέτει ο παντογνώστης μπάρμαν – είναι ουσιαστικά στον αέρα κι εντελώς παράνομος

   Έχεις προσέξει τά εισιτήρια που κόβει; Έχεις δει να έχουνε θεώρηση από τήν εφορία; Δεν έχουν. Σκέτο κωλόχαρτο.

   (δυστυχώς από τόν θυμό μου είχα πετάξει και τό τελευταίο εισιτήριο)

   Καλά, οι υπόλοιποι δεν έχουν τήν αίσθηση ότι πρέπει να κρατήσουν τόν κόσμο που έρχεται σεπτέμβρη μήνα να τούς μεγαλώσει τή σαιζόν;

   Ποιοι υπόλοιποι; Αυτοί έχουν τά κατσίκια τους και τίς είκοσι μέρες τού αυγούστου – τούς φτάνουν και τούς περισσεύουν. Τίμιοι και ολιγαρκείς.

   Καλά, δήμος δεν υπάρχει;

   Έλα μωρέ, αστειεύεσαι; Δε μού λες, εσένα θα σού δώσουν απόδειξη για τό δωμάτιο;

   Μού ’πε ότι έκλεισε ο λογιστής του τόν αύγουστο

   Τά βλέπεις; Ένας άλλος που τούς έκανε φασαρία ακόμα στα δικαστήρια θα τρέχει

   Καλά δεν έχουν αίσθηση κοινού συμφέροντος όλοι μαζί εδωχάμω;

   Να σού φέρω ένα καινούργιο ποτό να συνέλθεις;

.

   τήν άλλη μέρα λοιπόν ετοιμαζόμαστε για αναχώρηση : η σκοτεινή τρύπα που χρησιμεύει για πρακτορείο εξυπηρετείται από ένα βαρύ μουτρωμένο αντίγραφο πρωινάδικου : η αναχώρηση από νησί όμως ως γνωστόν δεν είναι κι εύκολη υπόθεση : πρέπει να βρεις τό κατάλληλο πλοίο (έχω σκυλοπνιγεί από τούς σκυλοπνίχτες τών εφοπλιστών, για τούς οποίους επίσης δεν υπάρχει κρίση) και πρέπει να βρεις τίς κατάλληλες ώρες, και επιπλέον εγώ προσέχω και τόν καιρό : «Να ξανάρθουμε αύριο;» «Σήμερα είναι η τελευταία μέρα, κλείνουμε : από αύριο μόνο στο λιμάνι και μία ώρα πριν φύγει τό καράβι»
   : θα κάνουμε τρία χιλιόμετρα να συνεννοηθούμε, και τρία χιλιόμετρα να ξανανέβουμε, κι ύστερα τρία να ξανακατέβουμε
   ξαναπετάω τό αγαπημένο μου επιχείρημα : Καλά, έτσι θέλετε να μοιάσετε στους διπλανούς με τούς πέντε μήνες σαιζόν; Με κοιτάει φτύνοντας πρωινιάτικες γοητείες : «Δεν μάς ενδιαφέρουν καθόλου οι διπλανοί, εμείς είμαστε φίσκα τόν αύγουστο, και μάς φτάνει». (Κατά μυστήριο τρόπο) βάζω στοίχημα με τόν εαυτό μου ότι είναι η γυναίκα τού λεωφορειούχου – κάποιος θα τής σφύριξε τή χτεσινή συζήτηση στο μπαρ και φτύνει τό φτωχό μου σαρκίο τού ενός ευρού με όλη της τή δύναμη
   αναγκαστική παραμονή μερικών ημερών ακόμη – συνηθισμένα πράγματα αυτά στα νησιά : από τά περήφανα μη αγελαία μου πλέον τρία χιλιόμετρα προς τή θάλασσα έχω βγάλει και κάτι φουσκάλες, στα πόδια μου με τά οποία όπως φαίνεται εξίσου γράφω όσο και με τά χέρια, αλλά ούτε αυτό μέ πειράζει : η φουσκάλα τής κρίσης λάμπει σα φλογοβόλο πάνω από τό κεφάλι μου. Οι άλλοι έχουν αναχωρήσει, και κάποιος μού τηλεφωνεί από τό περσινό νησί τί γίνομαι (έχω κι ενοχές που τούς άφησα κι ήρθα εδώ) : εκεί φυσικά ανοιχτά όλα μέχρι τέλος και σεπτεμβρίου και  οκτωβρίου
   στο τέλος αναχωρώ και εγώ : Συμπαθής εστιατόρισσα μού ανακοινώνει ότι τά δρομολόγια τού λεωφορείου ξανάρχισαν – μια μέρα πριν φύγω. – Πώς αυτό; – Ε, είδε ότι έχει ακόμα λίγο κόσμο, ήρθαν και μερικοί καινούργιοι.

.
   να τούς χαιρόμαστε όλοι μαζί λοιπόν τούς τουριστικοφάγους συγκατοίκους μας τής άτεγκτης κρίσης και τούς εκτιμημένους εκ νέου εαυτούς μας τού ενάμιση ευρού

.

   και δεν μ’ ενδιαφέρει φυσικά να βρουν τιμωρία από μένα που μού χάλασαν τίς διακοπές μου – για τόν ίδιο λόγο, και εξαιτίας ενός παλαιόθεν ακραίου φυσικού πολιτικοασαφούς συμπλέγματος δεν θα κάνω τίποτα για τήν παράνομη κατάσταση τού λεωφορείου : θα τούς τακτοποιήσουν όμως άλλα πράγματα, είμαι σίγουρη, ή τουλάχιστον τό ελπίζω : αργά ή γρήγορα  δηλαδή θα τήν βρούνε τήν τιμωρία τους οι κατσικοαστοί – κι ίσως μάλιστα κάποια στιγμή να τούς αγγίξει και κάποιου άλλου είδους κρίση που να μετατρέψει τό ευρώ τού καθενός σε σκληρότερο νόμισμα


   (γιατί, πώς να τό κάνουμε, δεν διάλεξα εγώ ν’ ασχοληθώ με τόν τουρισμό, αυτοί ασχολούνται – και πρέπει κάποια στιγμή να μάθουν να κάνουν καλά τή δουλειά τους όλοι σ’ αυτή τήν χώρα όπου η αυθαιρεσία και τό αποφασίζομεν και διατάσσομεν όπου μάς παίρνει, θεωρείται προϊόν ονομασίας προέλευσης : στο κάτω–κάτω αν είχανε τά κότσια ας εξακολουθούσανε να χτίζουνε τίς κατοικιές τους, και να βόσκουνε τίς κατσίκες τους, και να τό παίζουνε στην πρωινιάτικη συμβία τους (όσο θα τούς παίρνει κι εκεί)  μαχαλόμαγκες : αλλά αφού δεν τούς πέφτουν κι άσχημα τά λεφτά ημών τών κουτόφραγκων πρέπει κάποια στιγμή να καταλάβουνε ως έλληνες ότι όσο και να απομυζούν υπεραξία από τό τοπίο, οι ίδιοι δεν δημιουργούνε ούτε παράγουνε πια τίποτα : υπηρεσίες προσφέρουνε, και τά συμπλέγματα τών υπανάπτυκτων που θέλουν να ’ναι σερβιτόροι με νοοτροπία μεγαλέξαντρου θα πάνε αργά ή γρήγορα νομοτελειακά περίπατο, πάει τελείωσε τό λοφίο αυτό έχει σαπίσει).

   αυτά τά λίγα ημερολογιακά κι από μένα και με τά λιγότερα ψέματα

   ας έχουμε έναν βαρύ ασήκωτο και δημιουργικό χειμώνα

.

.

.

                

.

 

.

.

.

Σεπτεμβρίου 1, 2011

μονωδία

 

 

   παλιά μουσική και τραγούδια σήμερα (που έλεγε και τό ραδιόφωνο όταν ήμουν μικρή) από τούς αιώνες και τά χρόνια που πέρασαν (έχουμε και μια ηλικία τώρα) τουτέστιν απλές μονωδίες, εκ πρώτης όψεως λόγω τού ότι θα πάω κι εγώ στη θάλασσα τώρα και αρχίζει τό κανονικό μου καλοκαίρι (ως πολύ γνωστόν εγώ φεύγω πάντα σεπτέμβρη) – εκ δευτέρας όμως διότι νιώθω τήν ανάγκη να αφιερώσω και κάτι σ’ εκείνο τό παιδί που έγραψε στον τοίχο ενός δρόμου τρεις γραμμές με μαρκαδόρο – και μες στον εξαρχειώτικο κυκεώνα από θυμωμένες απεγνωσμένες γνωστές, κατά κανόνα συνηθισμένες και ενπολλοίς κοινότυπες, αλλά τέλος πάντων διαμαρτυρίες αφίσες γράφιτι και γραφές – σκέφτηκε να διαδηλώσει προς κάποιους μίζερους νεοκλασικούς νοικοκυραίους τόν θυμό και τή λύπη του για ένα δεντράκι : «γιατί κόψατε τήν πικροδάφνη ρε ξεφτίλες;»

.

 

.

   οι κήποι εδώ συμπάσχουν, όπως είναι φυσικό, απόλυτα

   άσε που μού φάνηκε και σαν ποιηματάκι όταν τό πρωτοείδα ( : σαν να ανέδινε δηλαδή κάτι από τήν αρχαία τόλμη εκείνου τού εγωιστικού και αλαζόνα λυρισμού – έτσι όπως επέστρεψε με τό μεσαιωνικό θράσος τών τροβαδούρων από τό αρχαϊκό αιγαίο στην ευρώπη και τήν κατέλαβε πλέον (κι ας έλεγε ό,τι ήθελε ο αντόρνο) ανεπιστρεπτί –)

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

   και, μετά τίς μονωδίες και τά ντουέτα, νά κι ένα πεζό τρίο για να γελάσουμε : (είναι από παλιότερο εύρημα τού ρήντερ μου (από εδώ)) ταιριάζει όμως λίγο και με τήν προηγούμενη ανάρτηση (ειδικά όταν στο τέλος η κυρία, η οποία στην ερώτηση «τί πηγαίνει από χέρι σε χέρι» αντί για τό τσιγαριλίκι που πρότεινε ο ευθαρσής συμπαίκτης της αντιπρότεινε τόν δίσκο τής εκκλησίας, προκάλεσε εκτός από τό άφθονο γέλιο, και τό δίκαιο σχόλιο τού τολμηρού : αυτή έχει τό φωτοστέφανο κι εγώ τά κέρατα τού διαβόλου)

.

.

.

.

   να περνάτε (και να τραγουδάτε) πολύ καλά, όσο εγώ θα ’μαι στη θάλασσα!

.

.

.

.

.

.

.

.

Αυγούστου 12, 2011

βερολίνο hanfparade 2011 (πορεία για τήν αποποινικοποίηση τής κάνναβης) : «να πέσει αυτό τό τείχος» λέει (εκεί) και η αριστερά

(στα ελληνικά : «επιτρέψτε τό χόρτο, καταργείστε τό κουτόχορτο»)
.
.

.

   «να πέσει (και αυτό) τό τείχος» : νά ένα από τά συνθήματα που ακούστηκαν φέτος στην πορεία τού βερολίνου, τήν hanfparade (παρέλαση τού χόρτου), που έχει καθιερωθεί να γίνεται χρόνια τώρα κάθε καλοκαίρι με αίτημα τήν αποποινικοποίηση τής κάνναβης : και μαζί με τά παιδιά στην πορεία τό φώναξε εκεί και η αριστερά τους («die Linke»)

   ( : εμ, βέβαια, γι’ αυτό η αριστερά στη γερμανία μάλλον έχει μέλλον, ενώ στην ελλάδα αρκείται στείρα και αυτάρεσκα στο ένδοξο παρελθόν της και για τό παρόν βολεύεται με τούς καλούς νοικοκυραίους και τραμπούκους ταξιτζήδες)

.

.

   είναι σαφές ότι οι κήποι είναι ούτως ή άλλως, και διά λόγους αρχών, υπέρ τής ελεύθερης αυτοέκφρασης τών κάκτων και τών πάσης φύσεως άλλων αγαθοεργών φυτών

   κι ας φαίνεται, σ’ αυτούς που δεν ξέρουν πώς να τά πιάσουνε, ότι γρατζουνάνε : γιατί ακόμα κι αν αυτά γρατζουνάνε λίγο, πιο πολύ γρατζουνάει η αναισθησία εκείνων που βρίσκουν τόν κόσμο αυτόν θαυμάσιο και τόν αντέχουν με βάση τό δικό τους απόλυτα θανατερό ναρκωτικό : τό μίσος

   δεν παραδοξολογώ : τό μίσος ναρκώνει, τό ’χω παρατηρήσει : είναι αυτό, κατά τή γνώμη μου, τό ισχυρότερο ναρκωτικό με τό οποίο ποτίζεται ο ρατσιστής αστός καλός άνθρωπος δημοκράτης αριστερός δεξιός ανίδεος, πολύ ισχυρότερο ναρκωτικό αυτό τό μίσος από τήν ελαφριά ευφορία που προκαλούν κάποια φυτά

    αλλά δεν θα πολυλογήσω με ψυχαναλυτικά και λοιπά θεωρητικά σήμερα – αυτό τό ποστ είναι κλεφτό μέσα στον αύγουστο μόνο και μόνο εξαιτίας αυτών τών δύο (ή τριών) συμπτώσεων

.

. 

   1η σύμπτωση (πολύ αμφίσημη) : πριν λίγες μέρες ανακοινώθηκε από τόν αρμόδιο εδώ υπουργό ότι πάμε προς κάποιου είδους ελαφριά έστω αποποινικοποίηση (και διάφορα άλλα τέτοια) , οπότε μού γεννήθηκε η εξής απορία (που εκφράστηκε και στο buzz) : είναι τελείως τυχαίο άραγε, και συμπτωματικό ότι κοντά–κοντά, τίς ίδιες μέρες, ο ίδιος υπουργός ανακοινώνει τίς προθέσεις του, απ’ τή μια προς αποποινικοποίηση τών drugs και απ’ τήν άλλη προς ποινικοποίηση (γιατί αυτό είναι τελικά οι απειλές για ποινικοποίηση τής ανωνυμίας – άσχετο αν δεν πρόκειται να πιάσει) τών blogs;

   2η σύμπτωση (σίγουρα ευχάριστη) : η καθιερωμένη πλέον πορεία στο βερολίνο για τήν αποποινικοποίηση τής κάνναβης, που έγινε φέτος στις 6 αυγούστου (εγώ είχα βρεθεί σε μια παλιότερα, τήν πρώτη ή τήν δεύτερη αν θυμάμαι, και ήτανε σεπτέμβρης…)
    γι’ αυτό θα βάλω παρακάτω και δυο βιντεάκια από μια τέτοια πορεία παλιότερη, που τήν χρησιμοποίησα κιόλας σ’ ένα μυθιστόρημα (τήν «έκθεση βαθυτυπίας» όπως ξέρουν όσοι έχουν επισκεφτεί τό site μου) – και εκεί έβαλα και μερικές δικές μου φωτογραφίες σαν κι αυτές που βάζω σκόρπια κι εδώ :

.

.

.

.

   3η σύμπτωση (αμφίσημη κι αυτή, αλλά ίσως γόνιμη) : εξεγέρσεις θανατερές και επικίνδυνες, και θαρραλέες παντού : εκτός απ’ τόν αραβικό κόσμο (εκεί τό μίσος κι οι δολοφονίες δίνουν ούτως ή άλλως και παίρνουν), από καιρό μαζικές πορείες διαμαρτυρίας στο ισραήλ, μετά φοιτητική εξέγερση στο σαντιάγκο στη χιλή, και τώρα στο λονδίνο (και αλλού) στην αγγλία, μια ιστορία τόσο παρόμοια με τά δικά μας τού δεκέμβρη τού 2008 (πάλι buzz, κι από άλλον συνομιλητή : «και μόνο το ότι άρχισαν σαββατόβραδο έξι του μηνός με φόνο πολίτη από σφαίρα αστυνομικού είναι αλλόκοτη και κάπως τρομακτική σύμπτωση»)

   με τήν ευκαιρία, κάντε μια βόλτα από τό βλογ τού jody macintyre «lifeonwheels» : τελευταία ανέβασε τήν δικιά του εκδοχή για τα γεγονότα στο τότεναμ (from brixton to tottenham, the inequality at the heart of the riots) – και γράφει ως γνωστόν με τόν δικό του απολαυστικό τρόπο…

.

.

   ελάχιστα μόνο (ψιλο)ψυχαναλυτικά για τό τέλος – καλά, τό ξέρω, αυτή η ασθένεια που θα ’λεγε κι ο κίρκεγκωρ κι αν δεν είναι προς θάνατον είναι σίγουρα αναπότρεπτη – δεν τή γλιτώνει κανείς δηλαδή εδώ με τίποτα : 

   πίσω απ’ αυτήν τήν παράλογη απαγόρευση ενός φυτού πιστεύω εγώ ότι βρίσκεται μόνο τό μίσος για τήν απλή ευχαρίστηση και πάνω απ’ όλα για τήν ελεύθερη ελευθερία (η διατύπωση είναι τού ρεμπώ) : ένα μίσος που είναι τό πιο παλιό, τό πιο δημοφιλές, τό πιο αποτελεσματικό, τό πιο, όχι πια απλώς επιτρεπτό αλλά υποχρεωτικό, και μαζί τό πιο ηλίθιο και τό πιο επικίνδυνο ναρκωτικό που υπάρχει

    μίσος για τήν καθαρή ευχαρίστηση και τήν καθαρή ελευθερία, μίσος που στηρίζεται πάνω στην δαιμονοποίηση και τήν απαγόρευση ουσιαστικά και πρωταρχικά τού έρωτα : (στην ελεύθερη μορφή του εννοώ : όχι τού έρωτα μετά γάμου : τού έρωτα εκείνου στον οποίο η κοινωνία δεν έχει ρόλο – εκείνον κατά τόν οποίον η κοινωνία κλείνεται απολαυστικά έξω απ’ τό δωμάτιο –) αυτόν τόν έρωτα εννοώ κι αυτόν τόν έρωτα η κοινωνία, ως οργανωμένος θεσμός τής στέρησης πάνω απ’ όλα, τόν μισεί θανάσιμα –

.

.

   η βλακεία και τό αλκοόλ – τά επόμενα επικινδυνέστερα – έρχονται πολύ μετά : και ύστερα μόνο ακολουθούν – (άγια μπροστά τους και κατά πολύ αβλαβέστερα) – όλα τά άλλα : η επικινδυνότητα τών οποίων προέρχεται από τήν απαγόρευση και μόνο – απ’ τήν οποία απαγόρευση φτάνει κανείς ευθέως στις δυο πηγές τής θανατηφορίας : τή νοθεία (που αυξάνει τό κέρδος) απ’ τή μια, και τήν κατάχρηση (τήν οποία χρειάζονται ούτως ή άλλως οι μεγαλέμποροι, αλλά που τήν ευνοεί έτσι κι αλλιώς νομοτελειακά και η κουλτούρα τής απαγόρευσης) απ’ τήν άλλη

   τό πράγμα συνδυάστηκε, απ’ τήν αρχή του εξάλλου, και όχι μόνο για τήν κάνναβη αλλά και για τό όπιο, με οικονομικά (τήν κατεξοχήν κουλτούρα τής παγωνιάς και τού μίσους) συμφέροντα : πάει καιρός που είχα διαβάσει (δεν θυμάμαι πού για να παραπέμψω, αλλά δεν πειράζει, λίγο–πολύ αυτά είναι πλέον γνωστά σε όλους όσους θέλουν) για τήν παράδοση τού όπιου στην κίνα : τό χρησιμοποιούσαν δηλαδή για αιώνες οι μανδαρίνοι, τό χρησιμοποίησαν με τρόπο ήρεμο και λογικό, απλώς για τήν χαλάρωση και τήν ευχαρίστησή τους μετά τήν δουλειά, και δεν υπήρξαν ποτέ στην χώρα αυτή προβλήματα από τήν οπιοφαγία : έφτιαξαν επιπλέον οι κινέζοι κι έναν πολιτισμό εξαίρετο, με ποίηση, με φιλοσοφία, με (γλυκύτατη) ζωγραφική : όμως χαλάσανε όλα με τήν (δύστυχη) έλευση και τήν (κακοήθη) εισβολή τών άγγλων – α, η περίφημη αποικιοκρατία : όταν κατάλαβαν δηλαδή αυτοί τί θησαυρό είχαν στα χέρια τους τό απαγόρεψαν σ’ όλη τήν κίνα τό όπιο, για να τό εκμεταλλευτούν οι ίδιοι : κι ήτανε τότε, με τήν απαγόρευση, που άρχισαν ξαφνικά και στην κίνα τά φαινόμενα και τού εθισμού και τής κατάχρησης…

   αλλά η θεωρία τής οικονομίας έχει δεσμούς με τήν ψυχολογία – και δεν γίνεται αλλιώς, αλλιώς δεν λειτουργεί με τίποτα : κοιτάξτε λοιπόν τό μίσος, στο πρόσωπο τού ανθρώπου τό μίσος, αυτού που έχει εθιστεί να πιστεύει τήν λογική τής στέρησης, τού ασκητισμού, κι είναι ταγμένος στον αυταρχισμό τής οικογένειας, και τήν εξιδανίκευση τής οικονομίας ως συναισθηματικό του μοχλό : πώς φτύνει μίσος δηλαδή όταν μιλάει για ναρκωτικά και πουτάνες και πούστηδες : (ο «κανονικός» άντρας αρχικά, και διά λόγους αρχών, δεν φαίνεται να ελκύει και τόση αντιπάθεια – αυτός θεωρείται κατά κανόνα μέρος τού συστήματος –) όμως : οι ελεύθερες γυναίκες, οι ελεύθεροι άντρες, οι άνθρωποι που έλκονται από τήν ευχαρίστηση χωρίς να ενοχλούνε  άλλους – α, αυτοί τόν ενοχλούν τόν αριστεροδέξιο αστό μας (και προλετάριο) πολύ : «γιατί αυτοί δηλαδή να περνάν καλά;» αυτή είναι η αμοιβαδική λογική που σπάει (ζωές και) κόκαλα, και τά περί υγείας ή ηθικής είναι απλώς (αφελείς και) δηλητηριώδεις κατασκευές, για (αφελείς ή και) πανέξυπνους, ήδη πιασμένους στις δαγκάνες

   αυτό τό μίσος προς τήν απόλυτη, που δεν βλάπτει κανέναν φυσικά, ελευθερία είναι λοιπόν που τούς ενώνει όλους : κουτσούς στραβούς στον άγιο παντελεήμονα : είναι ντυμένο αρχικά με τό πανάρχαιο ρούχο τού μισογύνη, και τού ενγένει ρατσιστή κατά λογική συνέπεια κατόπιν : τού καλού αστού, δημοκράτη φασίστα αριστερού δεξιού καθωσπρέπει οικογενειάρχη – μια που τό μίσος συμβαδίζει αναγκαστικά με τήν αποθέωση τής οικογένειας ( : όλη η βία κι όλοι οι βιασμοί, όλοι οι ηθικοί εκβιασμοί, εκειμέσα δρουν ελεύθερα κι αποθεώνονται και έμπρακτα και θεωρητικά – : πάνω στην άρνηση τών μεγάλων, καταρχάς και κατεξοχήν, να δουν δηλαδή τά παιδιά (ναι, ερωτικά πλάσματα – δεν θα ανακαλύψουμε τώρα ούτε τήν πυρίτιδα ούτε τήν πυριτιδαποθήκη) κορίτσια και αγόρια, σαν πλήρεις και ελεύθερους ανθρώπους (οι εξαιρέσεις νομιμοποιούν τόν κανόνα)) : αυτή η ηθική ως μίσος, ως απώθηση και ως ρατσισμός, τούς ενώνει όλους και τούς τρέφει, τούς ναρκώνει : κι από κοντά ακολουθούν βέβαια μετά και καταϊδρωμένα τά κόμματα και οι φυλλάδες και η τηλεόραση : κουτσοί, στραβοί είπαμε στον άγιο παντελεήμονα

 

   καλό υπόλοιπο καλοκαίρι

.

.

.

.

.

.

  

.

.

Ιουλίου 14, 2011

καβάφης, 5 : τί άδικο, να είμαι εγώ μια τέτοια μεγαλοφυΐα (: ειρωνικές αυτογνωσίες)

 τά προηγούμενα για τόν καβάφη : εδώ εδώ εδώ και εδώ
.
.
.
.
.

Κάποτε σαν σκέπτομαι και αντιλαμβάνομαι δύσκολες έννοιες, και σχέσεις, και συνέπειες πραγμάτων και μέ πιάνει μια ιδέα που άλλοι δεν είναι εις θέσι να σκεφθούν και να νοιώσουν αυτά σαν και μένα· αυτό μέ κάμνει «uncomfortable». Γιατί αμέσως μέ περνά απ’ τόν νου· Τί άδικο, να είμαι εγώ μια τέτοια μεγαλοφυΐα, και μήτε ν’ ακούομαι πασίγνωστα, μήτε ν’ ανταμείβομαι. Και τότε η ιδέα που ίσως απατώμαι, και βρίσκονται κι’ άλλοι πολλοί που σκέπτονται έτσι μεγάλα και ορθά μέ ανακουφίζει. Τί πράγμα λοιπόν που είναι τό Συμφέρον, ή η Επιθυμία τής Αμοιβής! Πιο μέ ανακουφίζει η ιδέα να είμαι ίσος με πολλούς· παρά να είμαι ανώτερος και να στερούμαι τής αμοιβής μου. 

3 ιανουαρίου 1907 (καβάφης 44 χρόνων)

.

.

.

σημείωση :

   ο καβάφης ήξερε οικονομικά – έπαιζε και στο χρηματιστήριο – τά λίγα που έβγαζε από τήν προσωπική του εργασία ως δημόσιου υπάλληλου (στην αγγλική εταιρεία ύδρευσης τής αλεξάνδρειας)
   δεν αντέχω εδώ τόν πειρασμό να επισημάνω ότι δεν ήτανε μόνιμος ανανέωνε δηλαδή τή σύμβασή του κάθε λίγο και λιγάκι, κι αυτό οικειοθελώς, διότι είχε αποποιηθεί από πολύ νέος τήν αγγλική του υπηκοότητα (τήν οποία είχαν δικαιωματικά όλοι οι καβάφηδες)
   μ’ αυτόν τόν τρόπο δεν πήρε και σύνταξη όταν έφυγε (πολύ ευχαριστημένος όμως που παράτησε αυτόν τόν εφιάλτη) αλλά γι’ αυτό πρέπει να κάνω μάλλον άλλη ανάρτηση
   (οι καβάφηδες ήταν πλούσιοι μεγαλέμποροι και μεταπράτες αλλά, μετά τόν θάνατο τού πατέρα, τά οικονομικά τής οικογένειας πήγαν κατά διαόλου
   σίγουρα, ο καβάφης, εκτός από τό ότι ήξερε αρκετά οικονομικά για να τά βγάλει πέρα (αξιοπρεπώς) στη ζωή του (και να χρηματοδοτεί και τίς εκδόσεις του), τά θεωρεί άξια και για ποιητικές μεταφορές – θυμάμαι τώρα τό «εγώ στην τράπεζα τού μέλλοντος επάνω πολύ ολίγα συναλλάγματα θα βγάλω»)

 

   καλές διακοπές ιουλίου αυγούστου και σεπτεμβρίου – για όσους δεν έφυγαν ήδη – εγώ θα ’μαι και κοντά και μακριά αλλά μάλλον θ’ αργήσω να ξαναγράψω
   ο καβάφης είχε πει ότι αγαπούσε ιδιαίτερα τόν αύγουστο – εξάλλου ποιος δεν θυμάται και τήν αναφορά τού μήνα αυτού στο «μακρυά»; («εκείνη τού αυγούστου – αύγουστος ήταν; η βραδυά» –)

.

.

.

 

.

.

.

.

.

  

Ιουλίου 11, 2011

καβάφης, 4 (+ ρεμπώ + σολωμός): τό σπίτι τό μισό πρέπει να γκρεμισθεί (: σημειώσεις και καταστροφές)

  τά προηγούμενα για τόν καβάφη : εδώ εδώ και εδώ

 

 
.
.

Δυνάμωσις 

.

Όποιος τό πνεύμα του ποθεί να δυναμώσει
να βγει απ’ τό σέβας κι από τήν υποταγή.
Από τούς νόμους μερικούς θα τούς φυλάξει,
αλλά τό περισσότερο θα παραβαίνει
και νόμους κ’ έθιμα κι απ’ τήν παραδεγμένη
και τήν ανεπαρκούσα ευθύτητα θα βγει.
Από τές ηδονές πολλά θα διδαχθεί.
Τήν καταστρεπτική δεν θα φοβάται πράξι·
τό σπίτι τό μισό πρέπει να γκρεμισθεί.
Έτσι θ’ αναπτυχθεί ενάρετα στην γνώσι.

(από τά κρυμμένα ποιήματα 1877; – 1923) (καλύπτουν δηλαδή μια περίοδο τού καβάφη από τά 14 ώς τά 60 του χρόνια)

.

 

   σ’ αυτό δίπλα τό ποίημα βρέθηκε η σημείωση :

.

ΟΧΙ ΓΙΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΙ.
ΑΛΛΑ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΜΕΝΕΙ
ΕΔΩ.

.

   ο καβάφης έβαλε μια τέτοια επισήμανση δίπλα (τήν κόλλησε με συνδετήρα από πάνω δηλαδή) σε 11 συνολικά ποιήματα

   γραμμένη κάποτε και στ’ αγγλικά, ως :

.

not for publication but may remain here

.

   είναι βέβαια μεγάλη συζήτηση τό γιατί δεν τά θεώρησε κατάλληλα για έκδοση : τά ποιήματα αυτά δεν ανήκουν στα «πρωτόλειά» του, και μερικά είναι εξαιρετικά – αλλά φαίνεται ότι δεν μπορούσε να τά εντάξει στον γενικό του σχεδιασμό (εδώ έχει γίνει μια πολύ πρωτότυπη δουλειά από έναν έλληνα καβαφιστή – για τήν οποία θα γράψω άλλη φορά – αν μέ αφήσει – γιατί τό έργο είναι ανέκδοτο) 

   όμως κάτι άλλο εμένα μ’ ενδιαφέρει τώρα εδώ : δυο πράγματα μάλλον (ως πρόχειρες παρατηρήσεις) :

   (1) : τό ένα είναι η σχέση τού περιεχομένου τού ποιήματος με τήν αναρχία και τήν ιδέα τής καταστροφής :

   ο ρεμπώ έχει ήδη γράψει για τήν έλλειψη κάθε είδους σεβασμού ή αποδοχής προς τούς  «προκατόχους» – πάλι σε συνδυασμό με τή λέξη σπίτι (στο γράμμα προς τόν δάσκαλό του demeny) :

.

εξάλλου οι νεοεισερχόμενοι έχουν κάθε δικαίωμα να καταριώνται τούς προκατόχους : είναι κανείς στο σπίτι του και έχει καιρό

 rimbaud 1871 (17 χρονών)

.

  

.

   δεν είμαι προσωπικά οπαδός τής παλιάς «κλασικής» άποψης ότι η αναρχία είναι πάνω απ’ όλα καταστροφή : για μένα τό πρωτεύον στοιχείο τής αναρχικής συνείδησης είναι ο έρωτας (έρωτας και για τόν έρωτα και για τήν ελεύθερη ελευθερία (κατά τή διατύπωση επίσης τού ρεμπώ)). Όμως νομίζω ότι υπάρχει μια όψη τής καταστροφής (κάθε καθιερωμένου και ιερού) που διατρέχει τόν ίδιο τόν πολιτισμό, όχι μόνο σε κάθε φάση τών μεγάλων ταραχών και αλλαγών στον πλανήτη μας (αυτό είναι λίγο–πολύ γνωστό), αλλά και σε κάθε βήμα τής (μεγάλης) τέχνης : όταν ο ρεμπώ λοιπόν διεκδικεί τό δικαίωμα να καταριέται όλους τούς προκατόχους του (είναι 17 χρονών, και προηγείται ασφαλώς) δεν βρίσκεται καθόλου μακριά από τόν καβάφη με τό (σίγουρα ειρωνικότερο, καθότι μετριοπαθέστερο) τό σπίτι τό μισό πρέπει να γκρεμιστεί : αν έχει καμιά σημασία να ασχοληθούμε τελικά με τίς ηλικίες : ο ρεμπώ είναι πολύ νεότερος από τόν καβάφη γενικά όταν γράφει (ο καβάφης γεννήθηκε τό 1863 και ο ρεμπώ τό 1854, έχουν δηλαδή 9 χρόνια διαφορά – και υπάρχει και η επιπλέον διαφορά που οφείλεται στο ότι ο ρεμπώ έγραψε και τέλειωσε τό έργο του ώς τά 19, και ο καβάφης άρχισε τό καθεαυτό του έργο μετά τά 30) 

   όμως η ιδέα και τών δύο ότι ουσιαστικά γκρεμίζουν τά πάντα για να φτιάξουν τό έργο τους, κατά τή γνώμη μου δεν αφορά μόνο τήν τέχνη – η ιδέα ότι τό σύμπαν ολόκληρο ως παρελθόν αξίζει μια απόρριψη ή μια κατάρα ή πρέπει να γκρεμιστεί, απεικονίζει θαυμάσια τήν ίδια τή στιγμή όπου ο «πολιτισμός» μας ενοποιείται, και η αναστολή τής βαρβαρότητας κρέμεται εξίσου από τίς χειρόγραφες (ή τυπωμένες) σελίδες κάποιων μελών αυτής τής κοινωνίας – τά οποία ο πολιτισμός αυτός (αφού τούς κάνει πρώτα τή ζωή πατίνι) θα περιλάβει αργότερα χωρίς ενοχές και στα «ιερά» και «καθιερωμένα» του – : ίσως γιατί αυτό που ονομάζουμε πολιτισμό μας έχει τίς ίδιες αντοχές, τίς ίδιες αντιφάσεις, και τήν ίδια σατανική ευελιξία να ξεπερνά τίς αντιφάσεις του, με ό,τι στην φιλοσοφία θα ονομαζόταν κάποια στιγμή κεφαλαιοκρατία : σίγουρα κάποια απ’ αυτά τά κεφάλαια μπορούν να λειτουργούν (ακόμα και καταχωνιασμένα στις αποθήκες) ακόμα πάντως ως πυριτιδαποθήκες…

.

.

   (2) marginalia : τό δεύτερο που θέλω να επισημάνω είναι ένα παράλληλο γεγονός που πολύ μ’ αρέσει να τό σκέφτομαι – παράλληλο δηλαδή σχετικά με τίς σημειώσεις στο περιθώριο και με τίς επίσης ασεβείς συνήθειες ενός άλλου έλληνα ποιητή :

   γιατί και ο σολωμός όπως ξέρουμε συνήθιζε να γράφει στο περιθώριο τών δοκιμών του (τά περισσότερα από τά ποιήματα (και τά πεζά του) που έχουμε αποτελούν ως γνωστόν «ημιτελείς» δοκιμές) διάφορα, άκρως διασκεδαστικά κιόλας μερικές φορές (αν θελήσουμε να αγνοήσουμε τήν καλλιτεχνική απόγνωση που ασφαλώς τά συνόδευε) όπως, ας πούμε :

.

σκατά

.

   : αν προσέξετε τήν φωτογραφική αναπαραγωγή τού χειρόγραφου που βρίσκεται παρακάτω (είναι από τή Γινέκα τής Ζάκιθος, ή «Γυναίκα τής Ζάκυθος» όπως συνηθίσαμε να τό μεταγράφουμε – έτσι όπως μεταγράφουμε κατά (κακόν) κανόνα και όλο τό σολωμικό έργο – πράγμα τό οποίο δείχνει και ασέβεια και περιφρόνηση (προς τόν καλλιτέχνη) από τή μια, και απ’ τήν άλλη βαθειά επίσης γλωσσική ανασφάλεια… – μην ξεχνάμε ότι πρόκειται για ένα έργο κρίσιμο και εξόχως σημαντικό για ολόκληρη τήν ευρωπαϊκή μας πεζογραφική ενδοχώρα) : επάνω αριστερά λοιπόν, δίπλα στο κείμενο ξεχωρίζει νομίζω ευκρινώς η λέξη σκατά : (λέξη που ο σολωμός τήν χρησιμοποίησε κάμποσες φορές για να περιγράψει κομμάτια τής δουλειάς του (μαζί με άλλες σημειώσεις (πολλές φορές και στα ιταλικά) που βρίσκουμε στα αυτόγραφα έργα του))

.

.

 

   δυστυχώς δεν μπορώ αυτόν τόν καιρό να σκανάρω η ίδια από αυτόν τόν τόμο – που τόν απόκτησα πάμφθηνα πριν κάμποσα χρόνια βγάζοντάς τον απ’ τή σκόνη τής αποθήκης κάποιου βιβλιοπωλείου στη σόλωνος : (ήταν τόσο ανέλπιστα μεγάλη και η τύχη και η χαρά μου, που πήρα τότε τούς δυο τεράστιους δερματόδετους τόμους* όχι μια αλλά τρεις φορές : για δώρο και στον εαυτό μου, και σ’ έναν φίλο ποιητή, και στον πατέρα μου – εξαιτίας τού οποίου άλλωστε μεγάλωσα με τήν εικόνα τού σολωμού μες στα μούτρα : έχω ακόμα πάντα μπροστά μου έτσι αυτόν τόν βλοσυρό κύριο φίλο τού μπαμπά που έβλεπα από μικρή (ντυμένον στα μαύρα και με τό μικρό χεράκι του κάτασπρο πάνω στο στήθος) – όπως θυμάμαι εξάλλου και τούς στίχους από τόν «κρητικό» με τούς οποίους μέ κανάκευε (και έχω βάλει γι’ αυτό και μια μικρή αυτοβιογραφική παρεμβολή (καταλλήλως μεταλλαγμένη για τίς ανάγκες τού μυθιστορήματος) στην «έκθεση βαθυτυπίας» : τέλος οι αναμνήσεις) :  κι ήμουνα λοιπόν σίγουρα κωμωδία όπως περπάταγα μ’ αυτό τό βάρος). Έτσι σήμερα παίρνω για εδώ ό,τι βρίσκω από τό χάος τού web (και ευτυχώς βρίσκονται πάντως αρκετά πράγματα) 

   ας πω επιπλέον ότι αυτή η φοβερή δουλειά για τήν έκδοση τών αυτόγραφων τού σολωμού (όπως είπα είναι 2 τόμοι, ο πρώτος με φωτοτυπημένο όλο τό αρχείο και ο δεύτερος με τήν τυπογραφική του μεταγραφή) έγινε στο πανεπιστήμιο θεσσαλονίκης τό 1964 από τόν (χαλκέντερο πρέπει να υποθέσουμε) καθηγητή λίνο πολίτη

   σήμερα εκείνη η (πολύ μεγάλου σχήματος, και πανέμορφη) έκδοση δεν υπάρχει πια : βλέπω ότι έχει γίνει ανατύπωσή της από τό μορφωτικό ίδρυμα τής εθνικής τράπεζας, αλλά απ’ ό,τι καταλαβαίνω, έχει «σπάσει» σε πολλούς, μικρότερους, τόμους.

* λίνου πολίτη «διονυσίου σολωμού αυτόγραφα έργα, τόμ. α’ : φωτοτυπίες, τόμ. β’ : τυπογραφική μεταγραφή» / επιμέλεια – σημειώσεις : λίνος πολίτης / αριστοτέλειο πανεπιστήμιο θεσσαλονίκης 1964 /

.

.

.

μια ιδέα για τά αυτόγραφα τού σολωμού, όπως υπάρχουν εκδομένα σήμερα, εδώ και εδώ

ένας γοητευτικός πάντως κατάλογος χειρογράφων τού σολωμού on line βρίσκεται εδώ

τά χαρακτικά τού david hockney (Illustrations for Fourteen Poems from C P Cavafy / 1966–1967) εδώ

η επίσημη σελίδα τού hockney

και τό αρχείο καβάφη στο σπουδαστήριο νέου ελληνισμού

.

.

.

.

.

     

Ιουλίου 5, 2011

κ. π. καβάφης, 3 : τό ξέρω που χρειάζεται σοβαρότης…

τά δύο προηγούμενα για τόν καβάφη (κατά σύμπτωση καλοκαιρινά κι εκείνα) εδώ και εδώ

 

        

.

   επειδή αντιπαθώ φοβερά τήν πολλή σοβαρότητα, αυτήν που τρομοκρατεί με τό μεγάλο της βάθος (τό οποίο, όπως είπε και ο χέγκελ (και δεν είν’ ανέκδοτο) αν καταντήσει αυτοσκοπός (ή δεν θυμάμαι πώς αλλιώς τό είπε) παύει να έχει τελικά νόημα)
   και επειδή οι καιροί επιτάττουν κατά τ’ άλλα (δηλαδή εννοώ κατά τό παπαδιαμαντικό «ο φλοίσβος επιτάττει σιωπήν») επιτάττουν λοιπόν και σοβαρότητα εκτός από τόν γνωστό μας θυμό
   είπα να τήν διασκεδάσω λίγο αυτήν τήν σοβαρότητα με ένα, σοβαρότατο κατά τ’ άλλα, κείμενο τού καβάφη
   από τά εις εαυτόν : αυτά που έγραφε για τόν ίδιο δηλαδή, και ανακαλύφτηκαν πολύ μετά τόν θάνατό του :

 

   Τό ξέρω που για να επιτύχει κανείς στην ζωή, και για να εμπνέει σεβασμό χρειάζεται σοβαρότης. Και όμως μέ είναι δύσκολο να είμαι σοβαρός, και δεν εκτιμώ τήν σοβαρότητα.

   Ας εξηγηθώ καλλίτερα. Μέ αρέσει στα σοβαρά μόνον η σοβαρότης· δηλ. ½ ώρα, ή μια ώρα, ή δυο ή 3 ώρες σοβαρότητα τήν ημέρα. Συχνά βέβαια και σχεδόν ολόκληρη μέρα σοβαρότητα.

   Άλλως μέ αρέσουν τά χωρατά, η αστειότης, η ειρωνεία η με ευφυή λόγια, τό χαμπαγκάρισμα (humbugging).

   Αλλά δεν κάνει

   Δυσκολεύει τές δουλειές –

   Διότι ως επί τό πλείστον έχεις να κάμνεις με ζευζέκηδες και αμαθείς. Αυτοί δε είναι πάντοτε σοβαροί. Μούτρα, σέρια ζωωδώς· πού να αστειευθούν· αφού δεν καταλαμβάνουν. Τά σέρ(ι)α τους μούτρα είναι αντικατοπτρισμός. Όλα τά πράγματα είναι προβλήματα και δυσκολίες για τήν αγραμματοσύνη τους και για τήν κουταμάρα τους, γιαυτό σαν βώδια και σαν πρόβατα (τά ζώα έχουν σοβαρότατες φυσιογνωμίες) είναι περιχεμένη επάνω στα χαρακτηριστικά τους η σοβαρότης.

   Ο αστείος άνθρωπος γενικώς περιφρονείται, τουλάχιστον δεν λαμβάνεται υπ’ όψιν σημαντικά, δεν εμπνέει πολλήν πεποίθησιν.

   Γι’ αυτό κ’ εγώ καταγίνομαι στους πολλούς να παρουσιάζω σοβαρήν όψι. Ηύρα πως μεγάλως μέ διευκολύνει τές υποθέσεις μου. Εσωτερικώς γελώ και αστειεύομαι πολύ.

26. 10 ’08

(καβάφης 45 χρόνων)

 

   τά κείμενα αυτά έχουν γενικά πολύ μεγάλο ενδιαφέρον : αλλά εμένα πολύ μ’ αρέσει κι ένα μικρό (μια σημείωση δίπλα σ’ ένα ποίημα δηλαδή) που λέει έτσι με κεφαλαία :

 

ΟΧΙ ΓΙΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΙ.
ΑΛΛΑ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΜΕΝΕΙ
ΕΔΩ.

 

   και σκέφτομαι, τί να σημαίνει άραγε αυτό τό «μπορεί να μένει εδώ»; ίσως δύο τουλάχιστον πράγματα :
   1 : ότι παρ’ όλο που δεν μπορεί να τό εντάξει στον γενικό σχεδιασμό του, ή ακόμα και παρ’ όλο που τό βρίσκει ατελές, κάτι σ’ αυτό τού αρέσει, και θέλει να τό βλέπει, να γυρνάει και να τό ξαναδιαβάζει πού και πού,
   και
   2 : προσέχει τόν μελλοντικό του αναγνώστη, τόν «ιδανικό» του αναγνώστη, προβλέπει με σιγουριά στο μέλλον, ξέροντας τήν αξία τής δουλειάς του, και υποθέτοντας ότι για τόν μελετητή του (που τόν προεξοφλεί) θα έχει μια αξία κι αυτό.
   αυτοί λοιπόν οι δύο καβάφηδες (ο αδύναμος, που δεν μπορεί ας πούμε να αποχωριστεί ένα έργο όσο ατελές κι αν είναι, κι ο παντοδύναμος που ξέρει τήν αξία τού έργου του πολύ καλά) ενώνονται για μία στιγμή, άμα προσέξεις, σε ένα εσωτερικώς γελώ και αστειεύομαι πολύ

 

 

.

.

(όσο για τή σχέση τής σημείωσης με τό ποίημα για τό οποίο γράφτηκε : αυτό χρειάζεται παραπάνω συζήτηση : ίσως στο επόμενο – όπως είπα, αυτήν τήν εποχή τά κείμενά μου θα είναι σύντομα, αν δεν είναι απλές αναδημοσιεύσεις από παλιότερα)

.
.
.
.
τό αρχείο καβάφη στο σπουδαστήριο νέου ελληνισμού
.
  

Ιουνίου 18, 2011

michel de montaigne: περί βίας ή περί ρατσισμού, περί αγριότητας και πολιτισμού (και ένα καινούργιο βιβλίο)

 

      

.
.

   όταν ο μονταίνιος καταφέρεται κατά τής βίας ένας πόλεμος μαίνεται γύρω του, και θα μαίνεται επί τριάντα πάνω–κάτω χρόνια : η νύχτα τού αγίου βαρθολομαίου έγινε μάλιστα όταν ο ίδιος ήταν στην ωριμότητά του, πλησίαζε να γίνει δηλαδή 40 χρόνων : κατά σύμπτωση (;) τότε ακριβώς αρχίζει να γράφει και τά «δοκίμια» (αν δεν τό ξέρετε, είναι δικιά του η λέξη – και τό είδος…)

   ήτανε ένας πόλεμος ευρωπαϊκός τυπικά ενδο–θρησκευτικού φανατισμού, αλλά φυσικά, όπως πάντα, για τήν πολιτική εξουσία. Η βία εναντίον ανθρώπων για τίς ιδέες τους ήταν (είμαστε στην καρδιά τής «αναγέννησης») νόμιμη, βάρβαρη, αηδιαστική και απόλυτα έγκυρη : οι φωτιές που καίγαν τούς ανθρώπους ζωντανούς ήταν – για να μην πω για τά άλλα, επίσης φριχτά, βασανιστήρια – μια απειλή πάνω απ’ τό κεφάλι σου, που μπορούσε να σέ αγγίξει οποιαδήποτε στιγμή, όσο σπουδαίος κι αν ήσουνα

   ο μονταίνιος πέθανε τόν σεπτέμβριο τού 1592 : οκτώ χρόνια αργότερα, στις αρχές (συμβολικά) τού 1600, οι παπάδες αποφάσισαν να κάψουν ζωντανό τόν τζορντάνο μπρούνο – αυτό δεν τό έζησε ο μονταίνιος αλλά ούτως ή άλλως (πρέπει να) τό φοβόταν και για τόν εαυτό του συνέχεια : τό ότι ήταν άρχοντας και πλούσιος [χαρακτηριστικά η καταγωγή του ήταν τυπικά ευρωπαϊκή, ήταν πρωτίστως βάσκος και δευτερευόντως γάλλος από τή μεριά τού πατέρα του, πρωτίστως εβραίος και δευτερευόντως πορτογάλος από τή μεριά τής μητέρας του] τό ότι ήταν λοιπόν άρχοντας και πλούσιος σε καμία περίπτωση δεν θα τόν προστάτευε με σιγουριά, κι έτσι έκανε επανειλημμένες δηλώσεις νομιμοφροσύνης μέσα από τά γραφτά του – απόλυτης υποταγής στον καθολικισμό και με επιχειρήματα από τά πιο αδύναμα και ανάξιά του : αυτό άρκεσε για να τόν γλιτώσει από έναν φριχτό θάνατο και από φριχτά βασανιστήρια – άρκεσε για να γλιτώσει αυτόν, αλλά όχι τά γραφτά του : ήδη μια πρώτη επίπληξη πήρε από τόν πάπα τό 1581 (έναν μόνο χρόνο μετά τήν 1η έκδοση τού βιβλίου του) (οι παπάδες φαίνεται διαβάζουν πολύ γρήγορα) γιατί τόλμησε να μιλήσει καλά για τόν ιουλιανό – τόν γνωστό μας αποστάτη – αλλά και γιατί εξέφρασε μια αντίθεση (καθόλου ήπια) προς τά βασανιστήρια. (Σαν απάντηση, λες, γι’ αυτό, τό 1582 έκανε και 2η έκδοση : τό βιβλίο του πήγε δηλαδή πολύ καλά από εμπορική άποψη – τήν πρώτη έκδοση τήν έβγαλε μόνος του στην επαρχία του τό μπορντώ, αλλά για τήν δεύτερη είχε βρει ήδη στο παρίσι εκδότη)

   τό έργο του μπήκε τελικά στον κατάλογο τών απαγορευμένων μετά θάνατον, τό 1676, όμως στην ισπανία ήτανε απαγορευμένο από τό 1640 : μιλάμε για τήν περίφημη αναγέννηση στο αποκορύφωμά της. Και τήν λέμε «αναγέννηση» (με τόσο καμάρι) επειδή σ’ αυτήν ακριβώς εμφανίστηκαν τά μυαλά τών ανθρώπων που η αναγέννηση βασάνισε και σκότωσε με ευρηματικά χυδαίους τρόπους. Τρόπους που προκαλούσαν πόνο σωματικό αβάσταχτο, και αυτό είναι που σαν ανθρώπους πάνω απ’ όλα (πρέπει να) μάς ενδιαφέρει

   υπάρχει ακριβώς βέβαια εδώ μια επιπλέον δεύτερη σημαντικότατη παράμετρος που επιτείνει και τή χυδαιότητα και τή φρίκη : Σίγουρα για τόν πόνο μας υπεύθυνοι είναι – πάντοτε – οι άλλοι : όμως τόν ηθικό πόνο τόν ξεπερνάμε – αν τόν ξεπεράσουμε – μόνοι μας, σπίτι μας. Γλείφουμε τίς πληγές μας σαν τήν γάτα, γινόμαστε καλά και ξαναβγαίνουμε πάλι εκεί στον δρόμο. Υπάρχει μια ελάχιστη αξιοπρέπεια που μάς παραχωρείται εδώ. Στον σωματικό πόνο πρωταγωνιστούν σε όλο τό φάσμα του οι άλλοι, ενώπιόν τους τά θύματα ουρλιάζουνε επάνω στην πυρά, κι οι υπόλοιποι, οι αθώοι, μαζεύονται τριγύρω σου σαν πλήθος να σέ δούνε : ήταν υποχρεωτικό μάλιστα τήν εποχή αυτή και να σέ βρίζουνε, τήν ώρα που ψυχορραγούσες οικτρά : όποιος δεν έβριζε συλλαμβανόταν ως συνοδοιπόρος συμμορίτης άθεος αναρχικός ομοϊδεάτης : και τά λοιπά

   βέβαια η βία προϋπήρξε τής αναγέννησης (και ξέρουμε ότι συνεχίζεται και μετά απ’ αυτήν), θα πρέπει μάλλον να υποθέσουμε ότι αποτελεί μόνιμη συνοδό τής ιστορίας – τής πατριαρχίας όπως τήν ξέρουμε. Δεν πρόκειται να κάνω ιστορία όμως εδώ, δεν έχω ούτε τά φόντα, ούτε είμαι ιστορικός – τήν ζωή μου και τήν εποχή μου καλύτερα ξέρω : Αυτό λοιπόν με τό οποίο τά καλύτερα μυαλά τού πολιτισμού μας – φιλόσοφοι – συμφώνησαν απόλυτα, είναι ότι η βία – και ο φόνος σαν τό ακραίο χαρακτηριστικό της – είναι προϊόν τού (ίδιου αυτού) πολιτισμού : η καθαρή αγριότητα όπως πολύ ωραία (κάπου, δεν θυμάμαι πού) τό έθεσε ο χορκχάϊμερ δεν έχει φόνο. Μία από τίς πανουργίες όμως τού πολιτισμού είναι να αποδίδει τήν απαρχή τού φόνου, και μάλιστα τόν συμβολικά πιο πλήρη φόνο (τόν κανιβαλισμό) στους «άγριους» : κατά σύμπτωση λοιπόν, μια από τίς ωραιότερες – και πρωιμότερες – υπερασπίσεις τής καθαρής αγριότητας, έγινε από τόν ίδιο τόν μονταίνιο ο οποίος όμως (άγνοιες ή αντιφάσεις του όπως αυτή είναι που σηκώνουν χωριστή, και απολαυστική, διαπραγμάτευση) χρέωνε στην ίδια αυτή αγριότητα και τόν κανιβαλισμό – τόν οποίο όμως, συγκρίνοντας, τόν θεώρησε κατώτερη βία από αυτήν τών συγχρόνων του : τό δοκίμιο αυτό είναι εξαιρετικό :

   είναι πολύ πιο ανθρώπινο, έγραψε, να τρως τόν εχθρό σου αφού τόν έχεις σκοτώσει, παρά να τόν τρως ζωντανό, όπως κάνουμε εμείς

   και συνεχίζει με έναν από τούς ευφυέστερους λίβελλους κατά τής (πολιτισμένης) βίας, τών βασανιστηρίων, και εντέλει τού (πολιτισμένου) ρατσισμού :

 

michel de montaigne : essais [michel eyquem
όπως ήταν τό πραγματικό του όνομα :]
για
τούς καννίβαλους

.

 

.

   φοβούμαι ότι έχουμε μάτια πιο μεγάλα απ’ τό στομάχι μας, και περισσότερη περιέργεια απ’ όσην έχουμε αντίληψη. Αγκαλιάζουμε τό παν, αλλά δεν κρατούμε παρά αέρα

   γιατί οι εκλεπτυσμένοι άνθρωποι παρατηρούν και πιο προσεκτικά, και πολύ περισσότερα πράγματα – όμως τά σχολιάζουν : και, για να τονίσουν τή δική τους ερμηνεία και να τήν κάνουν πιο πειστική, αναγκαστικά αλλοιώνουν κάπως τήν Ιστορία : δεν σάς παρουσιάζουν ποτέ τά πράγματα καθαρά, παρά τούς δίνουν τή ροπή και τήν όψη με τήν οποία οι ίδιοι τά είδαν – και για να δώσουν στη γνώμη τους κύρος και να σάς κάνουν να τήν προσέξετε προσθέτουν συνήθως τά δικά τους γύρω από τό θέμα, τό μακραίνουν και τό διευρύνουν

   λοιπόν, για να ξαναγυρίσω σ’ αυτό που θέλω να πω, βρίσκω πως δεν υπάρχει τίποτε τό βάρβαρο και τό άγριο σ’ αυτούς τούς λαούς, σύμφωνα με όσα μού ανάφεραν σχετικά, εκτός από τό ότι ο καθένας ονομάζει βαρβαρότητα ό,τι είναι έξω από τίς συνήθειές του : πραγματικά, φαίνεται πως δεν έχουμε άλλο κριτήριο για τήν αλήθεια και τή λογική από τό παράδειγμα και τήν εικόνα τών αντιλήψεων και τών συνηθειών τού τόπου όπου βρισκόμαστε. Εκεί είναι πάντοτε η τέλεια θρησκεία, τό τέλειο πολίτευμα, ο τέλειος και πιο άψογος τρόπος με τόν οποίο γίνεται τό κάθε πράγμα. Αυτοί είναι άγριοι, τό ίδιο όπως εμείς ονομάζουμε άγρια τά φρούτα /…/

   κι όμως, παρ’ όλα αυτά, η ιδιαίτερη γεύση και η νοστιμιά από μερικά φρούτα τών χωρών εκείνων /…/ είναι, και για τό γούστο μας ακόμη εξαιρετική /…/ Έχουμε τόσο παραφορτώσει τήν ομορφιά και τόν πλούτο τών έργων τής φύσης με τίς επινοήσεις μας, που τήν έχουμε πνίξει εντελώς

   αυτοί οι λαοί μού φαίνονται λοιπόν μ’ αυτήν τήν έννοια βάρβαροι, ότι πήραν πολύ λίγα μαθήματα απ’ τό ανθρώπινο πνεύμα και βρίσκονται ακόμα πολύ κοντά στην αρχική τους φυσική κατάσταση. Οι φυσικοί νόμοι τούς κυβερνούν ακόμη, ελάχιστα νοθευμένοι απ’ τούς δικούς μας : διατηρούνται δε σε μια τέτοια καθαρότητα, που μέ πιάνει κάποτε θλίψη που δεν τούς γνωρίσαμε νωρίτερα, τόν καιρό που υπήρχαν άνθρωποι που θα μπορούσαν να τούς κρίνουν καλύτερα από μάς. Μέ λυπεί που ο Λυκούργος και ο Πλάτων δεν τούς γνώρισαν /…/

.

     

.

   δεν υπάρχει κανένα είδος συναλλαγής, καμμιά γνώση τών γραμμάτων, καμμιά γνώση τών αριθμών, κανένα όνομα δικαστικής ή πολιτικής εξουσίας, καμμία συνήθεια να υπάρχουν δούλοι, πλούσιοι ή φτωχοί, καθόλου συμβόλαια, καθόλου κληρονομιές, καθόλου μοιράσματα, και καθόλου ασχολίες εκτός από άκοπες : όπου δεν αναγνωρίζουν συγγένειες, κοινούς δεσμούς, δεν έχουν ενδύματα /…/ ακόμα και τίς λέξεις που σημαίνουν τό ψέμα τήν προδοσία τήν υποκρισία τήν τσιγγουνιά τή ζήλεια τήν κακολογία τή συγγνώμη, δεν τίς ακούς

   όλη τήν ημέρα τήν περνούν χορεύοντας /…/ Υπάρχει κάποιος απ’ τούς γέρους, που τό πρωί, πριν αρχίσουν να τρώνε, κηρύσσει σ’ όλους μαζί /…/ δεν τούς συνιστά παρά δυο πράγματα : τήν ανδρεία κατά τών εχθρών και τή φιλία με τίς γυναίκες τους. Και δεν παραλείπουν ποτέ να επισημάνουν αυτή τους τήν υποχρέωση, με τό ρεφραίν, ότι είναι αυτές που διατηρούν τό ποτό τους χλιαρό και νόστιμο

   ο προφήτης αυτός τούς μιλάει δημόσια, παρακινώντας τους στην αρετή και στο καθήκον τους : αλλά ολόκληρος ο ηθικός τους κώδικας δεν περιέχει παρά αυτά τά δύο άρθρα : τήν αποφασιστικότητα στον πόλεμο και τή στοργή προς τίς γυναίκες τους

   αφού για πολύ καιρό περιποιηθούν έναν αιχμάλωτό τους, και μ’ όλες τίς ανέσεις που μπορεί να φανταστεί, αυτός που είναι τώρα κύριός του, κάνει μια μεγάλη συγκέντρωση απ’ τούς γνωστούς του, δένει ένα σχοινί στο ένα χέρι τού αιχμαλώτου /…/ και δίνει στον πιο αγαπητό του φίλο τό άλλο χέρι να τό κρατά /…/ κι οι δυο τους, μπρος στα μάτια όλων τών παρισταμένων, τόν σκοτώνουν με τά ξίφη τους. Ύστερα απ’ αυτό, τόν ψήνουν και τόν τρώνε όλοι μαζί /…/

   δεν στενοχωριέμαι για τό ότι επισημαίνουμε τή φριχτή βαρβαρότητα που υπάρχει σε μια τέτοια πράξη, αλλά βέβαια για τό ότι, ενώ κρίνουμε σωστά τά σφάλματά τους, είμαστε τόσο τυφλωμένοι μπρος στα δικά μας. Νομίζω ότι υπάρχει περισσότερη βαρβαρότητα στο να τρως έναν άνθρωπο ζωντανόν απ’ τό να τόν τρως πεθαμένον, στο να ξεσχίζεις, με μαρτύρια και βασανιστήρια, ένα σώμα με ακέραιες ακόμα τίς αισθήσεις του, να τό σιγοψήνεις, να βάζεις τά σκυλιά και τά γουρούνια να τό δαγκώνουν και να τό μωλωπίζουν (όπως όχι μόνον τό διαβάσαμε, αλλά και τό είδαμε κι είναι πρόσφατο στη μνήμη μας, όχι ανάμεσα σε παλιούς εχθρούς, αλλ’ ανάμεσα σε γείτονες και συμπολίτες, και τό χειρότερο, κάτω απ’ τόν μανδύα τής ευλάβειας και τής θρησκείας) απ’ τό να τό ψήνεις και να τό τρως αφού πεθάνει

   μπορούμε λοιπόν σωστά να τούς ονομάζουμε βάρβαρους, όσον αφορά τούς κανόνες τής λογικής, αλλ’ όχι σε σύγκριση με μάς, που τούς ξεπερνάμε σε κάθε είδους βαρβαρότητα

   η αξία και η υπόληψη ενός ανθρώπου εξαρτάται απ’ τό θάρρος και τή θέληση, εκεί βρίσκεται η αληθινή του τιμή. Ανδρεία είναι η αντοχή όχι στα πόδια και στα μπράτσα, αλλά στο φρόνημα και στην ψυχή : δεν έγκειται στην αξία τού αλόγου μας ή τών όπλων μας, αλλά στη δική μας. Όποιος πέφτει εμμένοντας στο φρόνημά του – «si succiderit, de genu pugnat» *– όποιος, μπροστά σ’ οποιονδήποτε κίνδυνο να πεθάνει ύστερα από λίγο, δεν χάνει ούτε στιγμή τό θάρρος του, κι ακόμα όποιος κοιτάζει, ξεψυχώντας, τόν εχθρό του μ’ ένα βλέμμα σταθερό και περιφρονητικό, χτυπιέται όχι από μάς, αλλά από τήν τύχη : σκοτώνεται, δεν νικιέται.

   Οι πιο γενναίοι είναι μερικές φορές οι πιο άτυχοι άνθρωποι.

   Γι’ αυτό υπάρχουν ήττες που είναι εξίσου λαμπρές με τίς νίκες. Ουδέποτε αυτές οι τέσσερις αδελφές νίκες, οι πιο ωραίες που ο ήλιος ποτέ αντίκρυσε, τής Σαλαμίνας τών Πλαταιών τής Μυκάλης και τής Σικελίας, τόλμησαν ν’ αντιτάξουν όλη τους τή δόξα μαζί, στη δόξα τής καταστροφής τού βασιλιά Λεωνίδα και τών δικών του στο στενό τών Θερμοπυλών

.

  

.

   έχω ένα τραγούδι που έφτιαξε ένας αιχμάλωτος, όπου υπάρχει τό εξής ωραίο : ότι τούς καλεί να έρθουν θαρρετά όλοι τους και να συγκεντρωθούν για να δειπνήσουν απ’ αυτόν : γιατί θα φάνε μαζί και τούς πατέρες τους και τούς προγόνους τους, που χρησίμεψαν για τροφή στον ίδιον και έθρεψαν τό σώμα του. «Αυτοί οι μύες, λέει, αυτή η σάρκα κι αυτές οι φλέβες είναι οι δικές σας, καημένοι μου τρελλοί : δεν καταλαβαίνετε ότι μέσα σ’ αυτά η ουσία απ’ τά μέλη τών προγόνων σας βρίσκεται ακόμα; Να τά φάτε ωραία, θα ’ναι η γεύση τής ίδιας σας τής σάρκας». Εύρημα που δεν μυρίζει καθόλου βαρβαρότητα /…/ Χωρίς ψέματα, νά μερικοί πολύ άγριοι άνθρωποι σε σύγκριση με μάς – διότι θα πρέπει αυτοί οπωσδήποτε να είναι, αφού δεν είμαστε εμείς /…/

   κι έχω κι ένα άλλο, ένα τραγούδι ερωτικό που αρχίζει ως εξής : «φιδάκι στάσου, στάσου φιδάκι να πάρει όλα τά σχέδια που ’χεις επάνω σου η αδελφή μου, και να τά αντιγράψει και να τά κεντήσει στο ακριβό σειρήτι που ’θελα τόσο πάντα εγώ να τό χαρίσω στην αγαπημένη φίλη μου : κι είθε τήν ομορφιά και τήν ευλυγισία σου να προτιμούνε αιώνια οι άνθρωποι απ’ όλα τ’ άλλα φίδια». Αυτή είναι η πρώτη στροφή τού τραγουδιού κι είναι και τό ρεφραίν του. Κι έχω αρκετά πάρε–δώσε με τήν ποίηση για να κάνω τήν εξής κρίση : ότι όχι μόνο δεν υπάρχει τίποτα τό βάρβαρο σ’ αυτή τή σύλληψη, αλλά και ότι είναι εντελώς ανακρεοντική. Η γλώσσα τους, εξάλλου, είναι μια γλώσσα γλυκιά κι έχει έναν ήχο ευχάριστο, που θυμίζει πολύ τίς καταλήξεις τής αρχαίας ελληνικής.

   Μην ξέροντας πόσο ακριβά θα τούς στοιχίσει /…/ κι ότι απ’ τήν γνωριμία τους με μάς θα έλθει κι η καταστροφή τους – που καθώς υποθέτω έχει κιόλας αρκετά προχωρήσει – τρεις απ’ αυτούς, πραγματικά αξιολύπητοι που αφέθηκαν να τούς ξεγελάσει η επιθυμία τού νεωτερισμού και που άφησαν τόν γλυκό ουρανό τής πατρίδας τους για νάρθουν να δουν τόν δικό μας, βρέθηκαν στην Ρουέν τόν καιρό που ο μακαρίτης τώρα βασιλιάς Κάρολος ο ένατος βρισκότανε εκεί. Και μίλησε μαζί τους πολλή ώρα ο βασιλιάς, και τούς δείξαμε τόν τρόπο τής ζωής μας, και τή μεγαλοπρέπειά μας, και τήν όψη μιας ωραίας πόλης. Ύστερα, κάποιος τούς ζήτησε τήν γνώμη τους, ώστε να μάθει τί είχαν βρει τό περισσότερο αξιοπερίεργο : απάντησαν τρία πράγματα απ’ τά οποία ξέχασα τό τρίτο και πολύ λυπάμαι γι’ αυτό, θυμάμαι όμως ακόμη τ’ άλλα δύο. Είπαν πως εύρισκαν καταρχάς πάρα πολύ παράξενο τό ότι τόσοι άντρες, ψηλοί και με γενειάδα και δυνατοί και οπλισμένοι που ήτανε γύρω απ’ τόν βασιλιά, (μάλλον θα πρέπει να εννοούσανε τούς ελβετούς που είναι η φρουρά του) είχαν καταδεχτεί να υπακούουν ένα παιδί και δεν διαλέξανε έναν από αυτούς τούς ίδιους για να κυβερνάει – και δεύτερον (στη γλώσσα τους αυτοί οι άνθρωποι έχουν έναν τρόπο να μιλάνε για τούς ανθρώπους, σαν να ’ναι ένα πράγμα ολόκληρο που με τίς περιστάσεις χωρίζεται σε δύο μισά μέρη) είπανε πως παρατηρήσανε ότι υπήρχανε ανάμεσά μας άνθρωποι χορτάτοι απ’ όλα και που ζούσανε με όλες τίς ανέσεις, ενώ τά άλλα τους μισά μέρη ζητιάνευαν στις πόρτες τους, σα σκελετοί από τήν πείνα και τή φτώχεια – και ότι τό ’βρισκαν παράξενο που τούτα δω τά φτωχά μισά μέρη μπορούσαν να υποφέρουν μια τέτοια αδικία και που δεν έπιαναν τούς άλλους από τόν λαιμό ή που δεν έβαζαν φωτιά στα σπίτια τους.

   Μίλησα μ’ έναν απ’ αυτούς πάρα πολλήν ώρα (αλλ’ είχα έναν διερμηνέα που τόν εμπόδιζε τόσο πολύ η βλακεία να καταλάβει τίς σκέψεις μου /…/ )

   όλα αυτά δεν είναι άσχημα : αλλά τί τά θες, παντελόνια δεν φοράνε.

 michel de montaigne : essais
(εκδόσεις κάλβος 1979, μετάφραση εισαγωγή και σημειώσεις : θανάση νάκα)

.

* από τόν σενέκα : «και πεσμένος μάχεται με τά γόνατα» (για μια περίοδο τής ζωής του ο μονταίνιος ήταν οπαδός τών στωικών και τού άρεσε ιδιαίτερα ο σενέκας – εξάλλου τά γραφτά του είναι γεμάτα από αποσπάσματα λατινικά κυρίως γιατί μολονότι ελληνικά δεν ήξερε σχεδόν καθόλου και τά έργα τών φιλοσόφων που αγαπούσε από τήν ελλάδα τά διάβαζε σε λατινικές μεταφράσεις (και έτσι τόν επίκουρο τόν γνώρισε κυρίως μέσω τού λουκρήτιου) τά λατινικά ήταν, όπως έλεγε, η μητρική του γλώσσα – κι όταν τού ξέφευγαν αυθόρμητες κουβέντες, φώναζε ή έβριζε μόνο λατινικά : αυτό οφείλεται στην ανατροφή που αποφάσισε να τού δώσει ο πατέρας του, ο οποίος τού είχε από μικρόν δίπλα του έναν γερμανό που δεν ήξερε καθόλου γαλλικά και τού μιλούσε από τήν αρχή μόνο λατινικά. Έτσι κουτσοέμαθαν λατινικά, όπως μάς λέει, και οι άλλοι μέσα στο σπίτι, για να μπορούν να συνεννοούνται, στοιχειωδώς έστω, και για τά απαραίτητα καθημερινά, μ’ αυτόν τόν δάσκαλο. Τά γαλλικά του τά έμαθε μετά τά έξη, όταν πρωτοπήγε στο σχολείο). (Δεν είμαστε μόνοι στον κόσμο (που «οι μεγαλύτεροι ποιητές μας δεν ξέραν ελληνικά») – που κι αυτή η φράση – για τόν σολωμό ή τόν κάλβο και τόν καβάφη όπως ξέρετε ειπώθηκε – είναι απελπιστικά άστοχη : αυτοί ξέραν ελληνικά, τού σολωμού ήταν η μητρική του γλώσσα και σ’ αυτήν πρωτομίλησε, και τού κάλβου και τού καβάφη επίσης : ελληνικά τούς μιλούσε η μάνα τους : απλώς οι μετέπειτα σπουδές τους αυτών γίναν – αντίστροφα απ’ ό,τι στον μονταίνιο – σε μία ξένη γλώσσα (τώρα, πόσο φτωχομεγαλοαστικό κομφορμισμό (για τόν σεφέρη λέω) πρέπει να έχεις, για να μετατρέψεις τή γλώσσα τών σπουδών σου σε μητρική σου γλώσσα είναι άλλη συζήτηση).)

(απόσπασμα από παλιότερη ανάρτηση τού «άλλου» σημειωματάριου (τών τεχνών) : «γιατί η βία είναι μία αηδία»)

.

   

.

δεν θέλω να επαναλάβω εδώ ολόκληρο εκείνο τό παλιότερο ποστ που επικεντρωνόταν στην αντίθεση τού μονταίνιου προς κάθε είδος βίας : προτιμώ ν’ αφήσω τώρα τό κείμενό του μόνο, θα λειτουργήσει ίσως καλύτερα… όμως μού ήρθε μια ιδέα που δεν τήν είχα όταν απόσπασα για πρώτη φορά τό δοκίμιο αυτό για λογαριασμό τού «σημειωματάριου τεχνών» : σήμερα είδα λοιπόν (και διορθώστε με αν είδα υπερβολικά…) ότι πρόκειται ουσιαστικά όχι μόνο για έναν λίβελο κατά τής βίας, αλλά και εναντίον κάθε είδους, υπόγειου ύπουλου και λογικά δικαιολογημένου δήθεν ρατσισμού…

ο τρόπος με τόν οποίο βλέπει δηλαδή ο μονταίνιος τούς «άγριους» (ακόμα κι αν τότε, με τίς γνώσεις τής εποχής, ήταν υποχρεωμένος να τούς θεωρήσει κανίβαλους (αυτό εξάλλου επιτείνει νομίζω ακόμα περισσότερο τήν αντιρατσιστική οπτική του)) ο τρόπος λοιπόν αυτός μπορεί να γινόταν «κοινός τόπος» (αν και όχι και τόσο κοινός) αλλά πάντως θα περνούσαν οπωσδήποτε πρώτα κάτι αιώνες – για να μην πω ότι και σήμερα ακόμη θα θεωρούνταν από μεγάλα τμήματα (διεθνών πληθυσμών) τού πλανήτη, αιρετικός περίεργος εξωπραγματικός, και πιθανώς υπερβολικά ακραίος…

τελικά ήταν όντως μοναδικός αυτός ο υπέροχος ανθρώπινος άνθρωπος – ένας άνθρωπος στου οποίου τό άγαλμα στρέφονται (χαριτωμένα ίσως, δεισιδαιμονικά ίσως, αλλά και δικαίως νομίζω) επί αιώνες οι φοιτητές (λέει) τής σορβόνης πριν τίς εξετάσεις τους : και μέχρι σήμερα τού πιάνουν τού χαϊδεύουν και τού τρίβουν για γούρι τό δεξί του πόδι πριν πάνε να γράψουν : σε σημείο (λέει η ενδιαφέρουσα βιογραφία που εκδόθηκε πρόσφατα και τής οποίας τά στοιχεία βρήκα στο (πολύ καλό) βλογ 3quarksdaily) σε σημείο λοιπόν με τούς αιώνες τό πόδι να φθαρεί, να λιώσει και να χρειαστεί να τό αντικαταστήσουν!

αυτά έχει και η δόξα τών αγαλμάτων

.

 

.

   δράττομαι τής ευκαιρίας να συστήσω τώρα σ’ όσους διαβάζουν και αγγλικά (δεν έχει μεταφραστεί ακόμα στα ελληνικά) τό βιβλίο αυτό τής σάρας μπαίηκγουελ, που βγήκε πέρσι, «πώς να ζει κανείς – ή μια βιογραφία τού μονταίνιου με μια ερώτηση και είκοσι απόπειρες προς απάντηση»

εδώ και τό βλογ τής ίδιας τής sarah bakewell για τό βιβλίο της αυτό (αγγλικός τίτλος : «How to Live : Or A Life of Montaigne in One Question and Twenty Attempts at an Answer»)

τό οποίο (βλογ) τελειώνει με τήν εξής (δικιά της) περιγραφή τού βιβλίου :

“…τό «πώς να ζει κανείς» είναι μια ανορθόδοξη βιογραφία αυτού τού γοητευτικού, αυτού τού χαριτωμένου ανθρώπου : αν λέει τήν ιστορία τής ζωής του, τή λέει απαριθμώντας τά ερωτήματα που έβαζε και τίς απαντήσεις που προσπαθούσε να βρει – ανιχνεύοντας επίσης βήμα–βήμα τήν περίεργη ανατροφή του (ως παιδί ήταν υποχρεωμένος να μιλάει λατινικά), τή νεανική του καριέρα, τίς ερωτικές του περιπέτειες, τά ταξίδια του, και τίς φιλίες του – τόσο με τόν ποιητή και λόγιο étienne de la boétie όσο και με τήν υιοθετημένη του «κόρη» marie de gournay. Και παράλληλα είναι η ιστορία τών απειράριθμων αναγνωστών του, που εύρισκαν ανά τούς αιώνες στον μονταίνιο μιαν ανεξάντλητη πηγή πιθανών απαντήσεων για τό ερώτημα που απασχολούσε τόσο εκείνους όσο απασχολεί κι εμάς σήμερα – «πώς να ζει κανείς»”

.

.

για τό ίδιο βιβλίο : από τήν γκάρντιαν

κι εδώ κριτική στους new york times : conversation across centuries with the father of all bloggers

στα ελληνικά υπάρχει όπως βλέπω ακόμα η πρώτη έκδοση στη μετάφραση τού θανάση νάκα και κυκλοφορεί τώρα και τό πλήρες σώμα τών δοκιμίων, 3 τόμοι, σε μετάφραση τού φίλιππου δρακονταειδή

φωτογραφικές αναπαραγωγές από σελίδες τών πρώτων εκδόσεων τών essais βλέπετε εδώ και εδώ και εδώ

.

.

.

.

  

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

Ιουνίου 9, 2011

άρνηση και κρίση (ψήγματα john holloway)

 

.

.

 

.

.

   η χρόνια οικονομική αστάθεια έχει καταστεί κεντρικό χαρακτηριστικό τού σύγχρονου καπιταλισμού και η πιθανότητα μιας παγκόσμιας οικονομικής κατάρρευσης έχει καταστεί δομικό χαρακτηριστικό [του]…

   αυτό έχει δύο πολύ σημαντικές συνέπειες για τήν κατανόηση τής κρίσης σήμερα. Πρώτον, προσδίδει νέα σημασία στις προσπάθειες διευθέτησης τής κρίσης με πολιτικά μέσα. Τόσο σε εθνικό όσο και σε διεθνές επίπεδο η αντιπαράθεση με τήν ανυποταγή είναι επιλεκτική. Όπως ένας διευθυντής τράπεζας που έχει ν’ αντιμετωπίσει κακοπληρωτές, έτσι, τόσο και τά κράτη όσο και οι διεθνείς οργανισμοί (όπως τό Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, η Παγκόσμια Τράπεζα, και η G7) κάνουν διακρίσεις ανάμεσα στους οφειλέτες : Ανάλογα με τή θέση τους, και τίς πιθανές συνέπειες ενός ανοιχτού εξαναγκασμού, τά κράτη – οφειλέτες αντιμετωπίζονται με περισσότερη ή με λιγότερη επιείκεια. Τό χρέος αποτελεί πάντα εργαλείο για τήν επιβολή κοινωνικής πειθαρχίας – και τήν υποταγή στην λογική τού κεφαλαίου, αν και αυτή η προσπάθεια δεν είναι πάντα επιτυχής [στα μεξικανικά πανεπιστήμια για παράδειγμα, έχουμε μια πολύ άμεση εμπειρία τού πώς τό διεθνές χρέος χρησιμοποιείται για να επιβάλει τήν κοινωνική πειθαρχία – και τού πώς αυτή η πράξη δημιουργεί ένα νέο κύμα κοινωνικής ανυποταγής]

   ωστόσο τίποτα δεν είναι προκαθορισμένο όσον αφορά τήν κρίση. Εμείς είμαστε η κρίση, εμείς οι οποίοι κραυγάζουμε, στους δρόμους, στην ύπαιθρο, στα εργοστάσια, στα γραφεία, στα σπίτια μας. Εμείς είμαστε οι ανυπότακτοι και οι μη υποταγμένοι που λέμε «Όχι!», εμείς που λέμε «Ώς εδώ!», ώς εδώ με τά ηλίθια παιχνίδια εξουσίας σας, ώς εδώ με τήν ηλίθια εκμετάλλευσή σας, ώς εδώ με τό ανόητο παιχνίδι στρατιωτών και αφεντικών. Εμείς που δεν εκμεταλλευόμαστε και δεν θέλουμε να εκμεταλλευτούμε, εμείς που δεν έχουμε εξουσία και δεν θέλουμε να τήν αποκτήσουμε, εμείς που ακόμη θέλουμε να ζήσουμε μια ζωή που να τή θεωρούμε ανθρώπινη, εμείς που δεν έχουμε πρόσωπο και φωνή. Εμείς είμαστε η κρίση τού καπιταλισμού. Η θεωρία τής κρίσης δεν είναι μόνο μία θεωρία φόβου, είναι επίσης η θεωρία τής ελπίδας.

   η κινητήρια δύναμη τής κρίσης είναι η τάση προς τήν ελευθερία

   η πρώτη στιγμή τής επανάστασης είναι καθαρά αρνητική

   οι άνθρωποι έχουν εκατομμύρια τρόπους να πουν Όχι. Η κινητήρια δύναμη δεν είναι απλώς η ανυποταγή, η ανοιχτή και αγωνιστική άρνηση τού κεφαλαίου, αλλά και η μη υποταγή : η λιγότερο αισθητή και πιο συγκεχυμένη απροθυμία να συμμορφωθούμε. Τό Όχι εκφράζεται συχνά με τόσο προσωπικό τρόπο (με τό να βάψει κανείς τά μαλλιά του πράσινα, με τήν αυτοκτονία ή με τήν τρέλα) ώστε φαίνεται αδύνατο να έχει κάποιο πολιτικό αντίκτυπο. Συχνά τό Όχι είναι βίαιο ή βάρβαρο (βανδαλισμός, χουλιγκανισμός, τρομοκρατία) : οι αθλιότητες τού καπιταλισμού είναι τόσο έντονες που προκαλούν μια κραυγή/εναντίον, ένα Όχι που στερείται κάθε προοπτικής χειραφέτησης, ένα Όχι τόσο ωμό, που απλώς αναπαράγει αυτό ενάντια στο οποίο κραυγάζει

   η σημερινή ανάπτυξη τού καπιταλισμού είναι τόσο τρομοκρατική που προκαλεί μια τρομοκρατική αντίδραση, τόσο αντι–ανθρώπινη που προκαλεί μια αντι–ανθρώπινη απάντηση, η οποία, αν και αρκετά κατανοητή, απλώς αναπαράγει τίς σχέσεις εξουσίας που προσπαθεί να καταστρέψει

   ωστόσο αυτό είναι τό αφετηριακό σημείο : όχι η ενσυνείδητη απόρριψη τού καπιταλισμού ως μια μορφή οργάνωσης

   τό αφετηριακό σημείο είναι η κραυγή, τό επικίνδυνο, συχνά βάρβαρο, Όχι

   έχουμε χάσει κάθε βεβαιότητα, όμως ο ανοιχτός χαρακτήρας τής αβεβαιότητας έχει κεντρική σημασία στην επανάσταση. «Ρωτώντας περπατάμε» λένε οι Ζαπατίστας. Ρωτάμε, όχι μόνο επειδή δεν γνωρίζουμε τόν δρόμο (δεν τόν γνωρίζουμε) αλλά και επειδή τό να ψάχνουμε κατευθύνσεις είναι μέρος τής ίδιας τής επαναστατικής διαδικασίας

.

αποσπάσματα από τό βιβλίο τού john holloway «ας αλλάξουμε τόν κόσμο χωρίς να καταλάβουμε τήν εξουσία (τό νόημα τής επανάστασης σήμερα)» / μετάφραση άννας χόλογουεη / εκδόσεις σαββάλας (2006)
(οι διαφορετικοί χρωματισμοί, δικοί μου)

.

   

john holloway : change the world without taking power / the meaning of revolution today /

 

τό ποστ αφιερώνεται δικαιωματικά στον headcharge που μού επισήμανε τό βιβλίο (με τήν ελπίδα να ξεμπερδέψει γρήγορα αυτός από τήν θητεία του σε άλλη κρίση)

 

ένα (πολύ) σχετικό ποστ είναι και αυτό

 

 

Ιουνίου 5, 2011

imagine 1989 : τό αγόρι με τό άσπρο πουκάμισο

.

.

γιατί η φαντασία μπορεί να λειτουργεί και ως μνήμη, στις δημιουργικότερες στιγμές της…

(κάτω απ’ τό βίντεο στο γιουτούμπ η ενημέρωση είναι αρκετά πλήρης (παρμένη όπως λέει από τήν wiki) και δεν θέλω να γράψω τίποτ’ άλλο)

: μόνο ότι τό ποστ οφείλεται στον τσαλαπετεινό και τό (σημερινό) μπαζάρισμά του

.

.

.

 

Μαΐου 24, 2011

συγγραφικά xiii : blanco

    .

                                   

 

   ένα μυθιστόρημα (ως γνωστόν) δεν τελειώνει με τό να γραφτεί ούτε τελειώνει με τό να διορθωθεί, όσες διορθώσεις κι αν σού παίρνει τό μαγγανοπήγαδο αυτό συνήθως : τελειώνει με τό να εκδοθεί, δηλαδή πρέπει να βρεις εκδότη να συνεννοηθείς, μ’ άλλα λόγια να πέσεις πάνω σ’ έναν επιχειρηματία που να ρισκάρει για σένα και τίς τρέλες σου ένα δεδομένο αλλά καθόλου αυτονόητα διαθέσιμο κεφάλαιο (και οι διορατικοί διαβασμένοι μορφωμένοι ή απλώς γενναίοι εκδότες είναι σπάνιοι – και θα άξιζαν επί παγκοσμίου επιπέδου να τούς αφιερωθεί ειδικό κεφάλαιο (σε  ειδικό μυθιστόρημα)) (επιφυλάσσομαι)

   πάντως, όπως και να ’χει, τό βιβλίο πρέπει και να τελειώσει κάποια στιγμή για να φύγει από πάνω σου και να μπορέσεις απερίσπαστος (απερίσπαστη : γιατί όσο τά κρατάω στο συρτάρι τόσο συνεχίζω τίς διορθώσεις) να συνεχίσω απερίσπαστη λοιπόν με τό επόμενο : εκδιδόμενο έτσι (ως αμαρτωλή γυνή εκδιδόμενο – τό καλαμπούρι είναι παλιό και πάντα από άντρες και δη εκδότες εκφερόμενο) παραδίδεται (μπορεί φαινομενικά ανυπεράσπιστο, αλλά εξίσου αλαζονικό και αδιάφορο, μη γελιέστε) στη γενναιόδωρη μίζερη μικρόψυχη ή μεγαλόψυχη, θέα κριτική όρεξη ζηλοφθονία ή ανεκτικότητα, μόρφωση ή αμορφωσιά τών άλλων – ακόμα κι αν εσύ δεν τό ’γραψες δηλαδή για να σέ χειροκροτήσουνε όλοι οι άλλοι, ούτε να σού βάλουνε τή μούρη στην τηλεόραση, ούτε να βγάλεις γκόμενο, ούτε να σέ κοιτάξει μ’ άλλο μάτι η μάνα η γειτόνισσα η πεθερά ή η γιαγιά σου, ούτε να βγάλεις γκόμενα να παντρευτείς ή να αποκτήσεις επιτέλους (από τά δικαιώματα) πρώτη κατοικία αν δεν έχεις – ή εξοχικό αν επίσης δεν έχεις (ακόμα)

   : περί τών συγγραφικών λοιπόν τώρα, και για όσο πάει : για όσο θα κάνω δηλαδή τίς τελευταίες διορθώσεις σ’ ένα μυθιστόρημα που έχει τελειώσει

   οι διορθώσεις, καταρχάς, για μένα αποτελούσαν πάντα με δύο διαφορετικούς τρόπους ένα κομμάτι αυτονόητο, απ’ τή μια τού γραψίματος κι απ’ τήν άλλη τής εκδοτικής διαδικασίας – γιατί μιλώντας περί διορθώσεων μιλάμε και περί δακτυλογραφήσεων (ή, όπως λέγονται πλέον, πληκτρολογήσεων)

   : είχα λοιπόν μια αμφίθυμη σχέση με τά μηχανήματα πάντα : από μικρή μού άρεσαν – και τά διέλυα αν μπορούσα κιόλας – ενώ τά αντιμετώπιζα κατά βάθος και ως ψεύτικα πράγματα : και ως ψεύτικα τά βαριόμουν – όμως αγαπούσα από ανέκαθεν (από τήν πρώτη στιγμή δηλαδή που τίς γνώρισα) τίς γραφομηχανές μου

   και για να εξηγούμαι : δεν ανήκα ποτέ στην κατηγορία τών συγγραφέων που γράφουν κατευθείαν στη γραφομηχανή – ήμουν πάντα τού χειρόγραφου εγώ : η σχέση μου με τό χαρτί άλλωστε ήταν παλιά, από τότε που νόμιζα ότι θα αφοσιωθώ (διά βίου) στη ζωγραφική αλλά μολονότι πήρα, ευτυχώς εγκαίρως, τήν απόφαση ότι δεν κάνω για τέτοια αφοσίωση εγώ, η σχέση μου με τό χαρτί δεν έληξε : κι  αυτό τό κατάλαβα αργότερα, όταν συνειδητοποίησα, σε κάποια έκλαμψη αναδρομών, πως τό χειρόγραφο είχε πάντα και μια άλλη διάσταση για μένα : αλλιώς γιατί να δενόμουνα τόσο πολύ και μ’ αυτόν τόν περίεργο τρόπο και με τούς μαρκαδόρους και με τό σχήμα τού χαρτιού και με τό μέγεθος τού τετράδιου και με τό χρώμα τών γραμμών του; διότι εμένα μέ επηρεάζει στο γράψιμο και τό είδος ακόμα τού τετράδιου, μέχρι και τό (αχνό) χρώμα τών ραβδώσεων – διότι θέλω να υπάρχουν πάντα και ραβδώσεις –

   πιθανώς βέβαια (λέω τώρα, εκ τών υστέρων) αυτό να ήταν μια αντίδραση προς τό είδος τού χαρτιού που κυκλοφορούσε στο σπίτι και που λεγόταν δημοσιογραφικό – τό ’φερνε κάθε μέρα, ή τό πολύ–πολύ μέρα παρά μέρα, σε πακέτα ο πατέρας μου στο γραφείο του στο σπίτι – και υποθέτω ότι τό ίδιο κάναν και οι άλλοι δημοσιογράφοι επίσης – επειδή όλοι γράφαν όχι μόνο στα γραφεία τής εφημερίδας αλλά και στα γραφεία τους στο σπίτι : κι αυτό ήταν τό χαρτί στο οποίο τυπωνόταν η εφημερίδα – κιτρινωπό, άγριο, και ελαφρώς πρόχειρο (σα στρατσόχαρτο εμένα μού φαινότανε) αν και προσεκτικά κομμένο με μηχάνημα στο μέγεθος που κυκλοφορεί δηλαδή συνήθως στο εμπόριο ως άλφα τέσσερα και λευκό και πολυτελείας

   και επειδή αντιδρούσα από μικρή με κρυφή (στην αρχή) απέχθεια προς κάθε είδους σχέση με αυτό τό επάγγελμα, ίσως (κιόλας) γιατί μού προσφερότανε αυτονόητα και σχεδόν επιτακτικά, μια καριέρα στα χνάρια τής οικογένειας, έγραφα πάντα σε τετράδια δικά μου, αποκλείοντας εκείνο τό οικείο έτοιμο και χρωματισμένο από πράγματα που απεχθανόμουνα χαρτί – και έτσι συνεχίζω μονίμως χωρίς να θέλω τίποτα ν’ αλλάξει –

   άλλαξε μόνο, με τόν καιρό, τό είδος τών τετραδίων που χρησιμοποιώ : τώρα τά τετράδια είναι πολύ ακριβά, ώστε να ’χουνε κι εκείνες τίς αχνές γραμμώσεις που μ’ αρέσουν, και που τίς θέλω πολύ, (γιατί πάντα θα υπάρχουν γραμμώσεις : πιθανώς διότι μ’ αρέσει να αισθάνομαι και παιδί και αναλφάβητη όταν γράφω) καθώς επίσης (έχουν) κι έναν ειδικό τρόπο για να συνδέονται και να αποσυνδέονται οι σελίδες μεταξύ τους έτσι ώστε να μπορώ να τίς μεταφέρω όπου θέλω και επ’ αόριστον : έτσι τά βιβλία μου εμένα κοστίζουνε πολύ και εξαρχής (μια που είναι πάντα και ογκώδη – αυτή είναι η κατάρα μου φαίνεται – ) ας ξαναγυρίσω όμως στις γραφομηχανές

.

     

.

   οι γραφομηχανές λοιπόν έχουν για μένα σχέση μόνο μ’ αυτό τό ειδικό στάδιο τού γραψίματος που λέγεται διόρθωση (και που αποτελείται κατά μεγάλο μέρος και από διαγραφές) : είναι απαραίτητο αυτό τό στάδιο, γιατί, δακτυλογραφώντας τό κείμενο, η οικεία σου σχέση μαζί του εξαφανίζεται κι αντί για συγγραφέας γίνεσαι κι εσύ πια (σχεδόν μόνο πια) αναγνώστρια – κι έτσι ως τό τελευταίο στάδιο πριν από τήν (καταραμένη τήν) έκδοση τό δακτυλόγραφο είναι πολύτιμο : σηματοδοτεί τόν αποχωρισμό σου απ’ τήν ιδιωτικότητα τού κειμένου, τόν σύνδεσμό σου με τήν περίεργη συνάφεια τών άλλων :

   τότε μόνο δηλαδή αρχίζεις να αποξενώνεσαι και να τό βλέπεις ως ο απαιτητικός αναγνώστης που ήδη είσαι αλλά όταν γράφεις, τό ξεχνάς (ξεχνάς όχι ότι είσαι απαιτητικός αναγνώστης, ξεχνάς ότι είσαι αναγνώστης) – και τότε γίνονται και οι καλύτερες διορθώσεις

   φυσικά διορθώσεις γίνονταν (πάντα) και στο χειρόγραφο (τό οποίο μπορεί να παρουσίαζε και μια χαώδη κατάσταση έως ότου να μεταφερθεί στη δακτυλογράφηση) αλλά αυτές οι διορθώσεις δεν είχαν ποτέ ιδιαίτερο κόπο : αυτός δεν είναι δηλαδή κόπος χειρωνακτικός, τό αντίθετο μάλιστα, στο χειρόγραφο σβήνεις εύκολα και γράφεις εύκολα μουντζουρώνοντας και ξαναγράφοντας από πάνω και στο πλάϊ κι από κάτω και στα περιθώρια : ο κόπος τών διορθώσεων στο χειρόγραφο δεν έχει σχέση με τό καθεαυτό γράψιμο τόσο, όσο με τή γενική σύλληψη άποψη για τό βιβλίο, είναι περισσότερο ζήτημα σκέψης – εκεί που οι διορθώσεις ήτανε μπελάς εντελώς πρακτικός, ήτανε πάντα στη δακτυλογράφηση :

   δεν ξέρω για ποιο λόγο ακριβώς (ίσως και για να κάνω καλή εντύπωση στον μελλοντικό εκδότη, μπορεί να έπαιζε ασφαλώς και αυτό) ήταν σαν ζήτημα τιμής για μένα τό τελικό δακτυλόγραφο να είναι άψογο, εντελώς καθαρό (τό αντίθετο δηλαδή τού χειρόγραφου) : συνεπώς οι σελίδες γράφονταν και ξαναγράφονταν στη γραφομηχανή μέχρις αηδίας (κάποτε ανακάλυψα ή πείστηκα, δε θυμάμαι, ότι μπορώ να χρησιμοποιώ και τό blanco ή διορθωτικό (ή σκεπαστικό), ώστε να σβήνω και καμιά λεξούλα από πάνω – όμως και πάλι είχανε προηγηθεί άπειρα ξαναγραψίματα τής ίδιας σελίδας ώσπου να φτάσουμε εκεί) και τελικά τό γράψιμο στη γραφομηχανή έγινε συνώνυμο με τόν θόρυβο τών πλήκτρων τών νεύρων σου και τού χαρτιού τήν ώρα που τό βάζεις και τό βάζεις και τό ξαναβάζεις στη θέση του

    

   με τή γραφομηχανή στο πατρικό μου ως παιδί δεν είχα και πολύ στενό σύνδεσμο, γιατί δεν ήταν δικιά μου έπρεπε συνεπώς να προσέχω να μην τή χαλάσω – αλλά όπως και να τό κάνουμε σ’ αυτήν πρωτοέγραψα : ήτανε μια μεγάλη μαύρη με κολλημένο από κάτω της τόν πάτο από τό μαύρο της καπάκι (που σού έδινε τήν εντύπωση ότι γράφεις σε βαλίτσα έτοιμη για ταξίδι (δεν ήταν και πολύ κακή αίσθηση αυτή)) αλλά και μ’ έναν αφόρητα ξερό θόρυβο στα πλήκτρα : η πρώτη μεγάλη τεχνολογική πρόοδος ήτανε σίγουρα η άσπρη ηλεκτρική olympia που δεν έκανε καθόλου θόρυβο ( : γι’ αυτό εξάλλου κι αγοράστηκε : είμαστε δύο πια στο σπίτι με κοινό γραφείο κι όταν χτυπούσαν και οι δύο ταυτόχρονα, και εγώ και εκείνος και η γάτα μου εκνευριζόμαστε εκ περιτροπής ή ταυτοχρόνως) : όμως παρ’ όλο που ’ταν τόσο σιωπηλή δεν τήν συμπάθησα ποτέ γιατί ήταν ογκώδης (σε σχέση ειδικά με τή μικρούλα γαλαζωπή baby brother μου με τήν οποία είχα δεθεί πολύ από τήν αρχή τής ανεξάρτητης γραφομηχανικής μου καριέρας, και ήταν και δώρο) : όταν όμως βγήκαν οι ηλεκτρονικές, αυτές πήραν ομόφωνα τό βραβείο όχι μόνο από σιωπηλής αλλά κυρίως από διορθωτικής απόψεως : καθώς όλα (θα μπορούσαν να) διορθώνονται τώρα πια χωρίς blanco, και χωρίς μουντζούρες και χωρίς να πετάς ολόκληρη τή σελίδα : αυτή η ηλεκτρονική (brother κι αυτή) ήταν πρασινογάλαζη και πολύ κομψή – εξαιρετικής πράγματι αισθητικής ( : ποτέ δεν μπόρεσα να βρω αντίστοιχα ωραίο μηχάνημα, οι κομπιούτερ που τήν αντικατέστησαν (σύντομα) ήταν σαν καρνάβαλοι μπροστά της, και ελάχιστα τή φτάνουν ώς και σήμερα τά λαπτόπ, και πολύ μετά βίας : τόσο ωραίο μηχάνημα γραψιμοδιορθώματος δηλαδή δεν ξανάγινε) κι είχε μια οθονίτσα στην οποία μπορούσαν να διορθωθούν ώς και δύο γραμμές – ή μόνο μία, δεν θυμάμαι, γιατί δεν τή δούλεψα και ποτέ : μάς είχε φανεί και τών δύο εξαιρετικά πολύπλοκη αυτή η τεχνολογία αλλά εκείνος έκανε μια προσπάθεια – εγώ δεν πρόλαβα (πάντως ούτε ο τεχνικός που ήρθε σπίτι να μάς τά μάθει τά ήξερε καλά, και κοιτούσε συνέχεια τίς σημειώσεις του – μάς άφησε και ένα ραβασάκι με τίς σημειώσεις) καθώς προέκυψαν ταχύτατα οι υπολογιστές (τά πρώτα κόμιξ που διάβασα παιδί τούς λέγανε ηλεκτρονικούς εγκέφαλους : θυμάμαι ακόμα τό «όταν ήμουν πίθηκος, υπό τζίμυ όλσεν») : μεταφερθήκαμε έτσι με τόν συνάδελφο συγκάτοικο φίλο αλλά και με τή γάτα μου εκεί, και έτσι, με τή νέα τεχνολογία αλλάξαμε πλανήτη (εμείς και ο κόσμος όλος) : ολόκληρο τό σπίτι δηλαδή τώρα αναβαθμίστηκε και ανέβηκε σε μια νέα απολύτως σιωπηλή πλέον πλατφόρμα που δεν χρειαζόταν και χαρτί – πόσο μάλλον blanco : εκείνος τά ’μαθε όλα πρώτος αλλά εμένα αυτό με τό τύπωμα (παρόλο που κατέβαλα προσπάθειες) μέ μπέρδεψε : – ήθελα ακόμα κάθε σελίδα που έγραφα να τή βλέπω τυπωμένη, άργησα να συμβιβαστώ με τό ότι τυπωμένη–ξετυπωμένη, αυτή υπήρχε εκεί και δεν χανόταν με τίποτα : τυπωνότανε όλο μαζί στο τέλος

   τελείως άλλα ήθη, χρειαζόμουνα δηλαδή καιρό για τήν προσαρμογή : αλλά κανένας δεν μέ περίμενε, οι κομπιούτερ μεταλλάσσονταν πλέον ταχύτατα : άλλαζαν σχήμα, μέγεθος, χρώμα, ύφος, σχήμα μέγεθος χρώμα ύφος, σχήμα μέγεθος, πρόγραμμα : διότι μπήκαμε και στα προγράμματα : αλλάζανε τώρα εκτός απ’ τίς μηχανές και τά δισκάκια δηλαδή που καταπίνανε μέσα τους (από μια χαραμάδα σα στόμα) για να μπορέσουνε να δουλέψουν, διότι αλλιώς ήτανε κούφιες αυτές οι μηχανές – και όσο και να πατούσες τά πλήκτρα δεν γινότανε τίποτα : ακόμα θυμάμαι τό πρώτο με τό οποίο δέθηκα κάπως, τό volkswriter (κατά τό volkswagen, ήμουνα σίγουρη, νομίζω ότι ήτανε μάλιστα καλιφορνέζικο και τό είχα συνδυάσει με τόν μαρκούζε και με τό μπέρκλεϋ) και διαφημιζότανε ως πολύ φιλικό : και έτσι ήταν βέβαια σε σχέση με τά άκαμπτα και πολύπλοκα προηγούμενα, σού μιλούσε δηλαδή και λίγο ανθρώπινα, δεν θυμάμαι τώρα ακριβώς, αλλά έλεγε και κάτι «μπράβο», «ναι», «ωραία», «είσαι σίγουρη;» ή κάτι τέτοια : πάντως τό θεωρούσα κατάντια και αλλοτρίωση (τού προηγμένου καπιταλισμού) τό να συνδιαλέγομαι εγώ με μια νεκρή δισκέτα και να αναγκάζομαι συγχρόνως να χρησιμοποιώ και τέτοιες εκφράσεις)

     

   όμως τό κυριότερο ήταν τό ότι χρειαζόμουνα πολύ καιρό για να εξοικειωθώ με τό κάθε καινούργιο τούβλο εξωτερικά, έτσι όπως άλλαζε μέγεθος σχήμα χρώμα και ύφος ( : κάθε φορά η αλήθεια είναι ότι όλα μικραίναν πολύ, ανεπαίσθητα, γκριζάριζαν και καλυτέρευαν ελαφρώς, αλλά πάντα εξακολουθούσαν να είναι κάτι που δεν περιγραφόταν αλλιώς παρά μόνο ως καρνάβαλος (εάν σκεφτόμουνα ή θυμόμουνα ειδικά τήν baby brother μου) μέχρι να δώσουν δηλαδή επιτέλους οι θεοί και να εφεύρουν κάποιοι καλαίσθητοι και ευαίσθητοι αμερικανοί (έτσι τούς φανταζόμουνα) τελικά τά λαπτόπ : ποτέ δεν έπαψα να πιστεύω ότι με κάποιο μεταφυσικό τρόπο τό κάναν ειδικά για μένα : κατάλαβαν δηλαδή επιτέλους αυτοί οι άνθρωποι ότι μού ήταν αδύνατο να έχω στο γραφείο μου και στο δωμάτιό μου και στο σπίτι μου τέλος πάντων, ακόμα κι αν είχε προηγηθεί τό γράψιμο στο τετράδιο και στο χαρτί, να έχω μπροστά μου στημένο κι εγκατεστημένο να μέ κοιτάει αυτό τό τεράστιο ψυχρό ηλεκτρονικό τούβλο : μόνο τότε μπόρεσε λοιπόν τό κλίμα να ξαναγίνει ανθρώπινο στον χώρο και να επανέλθει ένα ύφος γραφομηχανής στη ζωή μου – και συνεπώς και στο μυαλό μου – ξανά

   όμως τό μυαλό φαίνεται πως είναι αργό και δεν καταλαβαίνει τίποτα αν δεν τό φάει πρώτα για τά καλά στη μάπα : διότι όλ’ αυτά θα αποδεικνυόντουσαν όχι μόνο αχαριστίες και σχολαστικισμοί (από μέρους μου) αλλά και εντελώς δευτερεύοντα όταν θα προέκυπτε αυτό – που δεν μπορεί να γίνει κατανοητό αν δεν φτάσει πρώτα η μαύρη (και χαρωπή) η ώρα τής έκδοσης :

   στα δύο πρώτα βιβλία που έβγαλα κατάλαβα καλά δηλαδή πόσο μαύρη είναι αυτή η ώρα : όλες οι διορθώσεις που είχα κάνει πλέον πήγαιναν χαμένες, καθώς τά χειρόγραφα τά έπαιρνε τώρα ένα ξένο χέρι και ένας τρίτος εγκέφαλος και τά ξανάγραφε, με τά δικά του μυαλά, στην μηχανή – λινοτυπία στην αρχή, φωτοσύνθεση αργότερα : αυτό σήμαινε ότι τό ωραίο, τακτικό και αλάνθαστό μου κείμενο ξαναγινότανε χάλια : κι έπρεπε τώρα από τήν αρχή να κάνω τήν επαγγελματική πια, τυπογραφική διόρθωση (έχοντας να παλέψω ιδεολογικά – γλωσσικά δηλαδή – και με τούς διορθωτές τών εκδοτικών οίκων – οι οποίοι είχαν και τίς εντολές τους και τίς απόψεις τους). Τό πράγμα ήταν αφάνταστα πολύπλοκο – αλλά και γελοίο – : συνειδητοποίησα για πρώτη φορά πόσο μακριά βρισκόντουσαν οι εκδότες από τή ζωή και τή δουλειά ενός συγγραφέα, κι ας τόν εκτιμούσαν τόσο, ώστε να τού χρηματοδοτήσουν ένα βιβλίο : Η γλώσσα που χρησιμοποιούσα, για μένα ήτανε άμεσα σχετική με τό κείμενο – και ξαφνικά τώρα έδινα μάχες για να περάσω ένα κόμμα πριν από τό και, ή μια λέξη που είχε ήδη καταργηθεί σύμφωνα με τά νεότερα (ο φίλος μου που περνούσε τά αντίστοιχα τήν ίδια περίπου εποχή, βρέθηκε να τσακώνεται μια μέρα με μια συμπαθέστατη κατά τά άλλα κυρία που ανήκε και στην αριστερά και είχε βασανιστεί πολύ στη ζωή της, όταν τής επισήμανε ότι η λέξη γέεννα που είχε γράψει έπρεπε να μείνει γέεννα και να μη γίνει γέννα (ήδη ο ορθογράφος τού κομπιούτερ μού κοκκίνισε και τώρα τή λέξη υποστηρίζοντας ότι οι μόνες σήμερα υπάρχουσες είναι γέννα, γεννά, γεννώ, Γιάννα, γόνα, γάνα) : και αποχωρώντας τότε απελπισμένος αφού τήν είχε πρώτα (έλπιζε) πείσει ότι πρόκειται για δυο διαφορετικές λέξεις που έχουν άλλο νόημα η καθεμία, τήν άκουσε να τού φωνάζει πίσω απ’ τήν πλάτη του δεικτικά «αν είστε καθαρευουσιάνος έπρεπε να μάς τό είχατε πει από τήν αρχή»)

.

  

.

   αλλά η απελευθέρωση μέσω κομπιούτερ δεν θα ήταν σ’ αυτά : διότι αυτά θα παραμένανε εσαεί, και παραμένουνε και μέχρι σήμερα, και θα παραμένουν και για όλο τό (άμεσο) μέλλον (φοβάμαι…) – όσο θα συνεχίζονται δηλαδή οι παρεξηγήσεις ως προς τό τί διάολο δουλειά είναι η κωλοδουλειά που κάνω – και αν είμαι υποχρεωμένη να συμβαδίζω σε όλα με τό σχολικό εγχειρίδιο, τό οποίο κατά τά άλλα συμφωνώ απολύτως ότι θα πρέπει να υπάρχει, ή δικαιούμαι να θέλω με τή σειρά μου να τό υπονομεύω σε ό,τι γουστάρω – όσο θα συνεχίζεται δηλαδή η παρεξήγηση για τό πόση διαολεμένη κωλοελευθερία διεκδικώ όχι μόνο νοητικά αλλά και γλωσσικά στην κωλοδημιουργική ζωή που νομίζω ότι μπορώ να κάνω : εκείνο που θα άλλαζε όμως ο πάνσοφος εγκέφαλος θα ήταν οι εκ νέου αβλεψίες τού λινοτύπη ή τού φωτοσυνθέτη (αργότερα), που θα ξανάγραφε δηλαδή απ’ τήν αρχή ένα κείμενο τό οποίο εγώ θα τού είχα τόσο προσεκτικά παραδώσει γραμμένο και ξαναγραμμένο και διορθωμένο ήδη (με blanco ή χωρίς)  ξαναδιορθωμένο δηλαδή χιλιάδες φορές και πεντακάθαρο : όλοι μου οι κόποι δηλαδή (μέχρι να βρεθούν τά κομπιούτερ) απ’ τήν αρχή που τό κείμενο θα εγκρινόταν για έκδοση, πηγαίναν χαμένοι : κι αυτό ήταν σαν μια μεταφυσική εντελώς τιμωρία (έκδοση ήθελες; τώρα να δεις τί έχεις να πάθεις…)

   και ξαφνικά μ’ αυτόν τόν νέο εγκέφαλο η μνήμη η δικιά μου, τά λάθη μου και οι μονομανίες μου γίνονταν σώμα και ύλη, υπαρκτά αμετακίνητα αναντίρρητα άφθαρτα : η τεχνολογία πήρε μια νέα, εντελώς μνημειακή δηλαδή για μένα πλέον υπόσταση : όλα μετατρέπονταν τώρα με τόν κομπιούτερ σε μια μάζα (σταθερή) όπου τίποτα δεν πήγαινε πλέον χαμένο, κανένας κόπος : και η δουλειά μου η χειρωνακτική αποκτούσε (μέσω τής τεχνολογίας) (αυτού τού καρνάβαλου) μια υπόσταση τόσο ρεαλιστικά πειστική ώστε τό κείμενο από τή μνήμη τού υπολογιστή μου μεταφερότανε (όταν ήρθε η ώρα τής έκδοσης τού επόμενου μυθιστορήματος) κατευθείαν στο χαρτί τού εκδότη : ό,τι είχα γράψει παρέμενε αναλλοίωτο τότε αυτονόητα (και μάλιστα ο εκδότης τό ήθελε, δεν έκανα καν αγώνα εγώ για να τόν πείσω («γράφεις στον υπολογιστή; λοιπόν θα μάς τό φέρεις και σε δισκέτα, σε σιντί σε ντιβιντί, ή θα μάς τό στείλεις κατευθείαν» – ξέρω γω, διάφοροι τρόποι –) που εξυπονοούσαν τώρα και κάτι άλλο που εμένα δεν μ’ ενδιέφερε φυσικά αμέσως, αλλά μόνο εμμέσως και ούτε καν λόγω επαγγελματικής, αλλά ιδεολογικής θα έλεγα, διαστροφής : ένα ολόκληρο επάγγελμα όδευε πλέον προς εξαφάνιση, κι εγώ, μέσω τής δικής μου τώρα πληκτρολόγησης, έπαιρνα τή δουλειά από τήν φωτοσυνθέτρια (χωρίς να παίρνω και τόν  μισθό της, φυσικά, αυτό έλειπε – αυτό τό κέρδος μεταβιβάστηκε αυτονόητα και κουτοπόνηρα (και αθώα) στον εκδότη – μέσω τής υπερεκμετάλλευσης δηλαδή τής υπεραξίας τής δικιάς μου (υπερευσυνείδητης και υπερέξυπνης και υπερβλακώδους) πληκτρολόγησης – ) η οποία φωτοσυνθέτρια θα έμενε σύντομα, όταν όλοι οι συγγραφείς θα άρχιζαν να γράφουν πια στον κομπιούτερ, ορατά σύντομα και σίγουρα, χωρίς δουλειά

   αλλά δεν αντέδρασαν : μού ’κανε εντύπωση που κανείς δεν αντέδρασε : ούτε καμιά «εταιρεία» συγγραφέων ζήτησε να αμείβεται κάπως, έστω δι’ αυξημένων δικαιωμάτων, ο συγγραφέας για (τό κόστος τής) παραπάνω δουλειάς απ’ τήν οποία απάλλασσε τόν εκδότη με τόν τρόπο αυτόν (μια δουλειά τήν οποία πολύ σύντομα αντιθέτως οι εκδότες θα άρχιζαν να απαιτούν πλέον, και πολύ ξερά από τούς «συγγραφείς τους» : δεν δεχόμαστε κείμενα παρά μόνο σε δισκέτα) : όμως ούτε – τό σημαντικότερο – απεργήσανε οι φωτοσυνθέτες και οι φωτοσυνθέτριες, όσο είχαν ακόμα τόν καιρό, με στόχο να κατοχυρωθούν κάπως οικονομικά τουλάχιστον απέναντι στην βέβαιη προοπτική τής ανεργίας που ενέσκηπτε : (ακόμα θυμάμαι – ήμουνα βλέπεις διορθώτρια και για λόγους βιοποριστικούς τότε * – τή φοβερή εκείνη απεργία τών τυπογράφων που κράτησε τήν ελλάδα για καιρό χωρίς εφημερίδες (αλλά οι τυπογράφοι είχανε δυνατό σωματείο, κάποιοι λέγανε τό δυνατότερο) όταν άρχισε να διαφαίνεται η προοπτική ότι οι εφημερίδες θα μεταφερθούν από τήν τυπογραφία στην φωτοσύνθεση και μετά στην 2η και 3η και νη γενιά κομπιούτερ καθιστώντας τους έτσι άχρηστους : η απεργία τους πέτυχε απόλυτα και πήρανε, ακόμα και οι νεότεροι, συντάξεις πληρέστατες, με τήν προοπτική τής επελαύνουσας ανεργίας : τώρα, οι φωτοσυνθέτες κι οι φωτοσυνθέτριες (που είχαν επωφεληθεί από κείνη κει ακριβώς τήν αλλαγή τεχνολογίας – και που απειλούνταν ακριβώς τώρα από τό γεγονός ότι είχα μάθει κι εγώ τή δουλειά τους και μπορούσα και τήν έκανα κι από τό σπίτι μου) κάτσανε στ’ αυγά τους – και τό ίδιο φυσικά κι εγώ, που βρέθηκα να κάνω για τόν εκδότη μια δουλειά που πριν πληρωνότανε, χωρίς να παίρνω μία : αλλοίμονο οι συγγραφείς είμαστε τόσο ευγνώμονες που κάποιος κεφαλαιούχος μάς βγάζει τά βιβλία, ώστε τά συμβόλαια που υπογράφουμε θα μπορούσαν κάλλιστα να ταξινομηθούν μαζί με τίς λοιπές συμβάσεις αποικιοκρατίας – και είναι σίγουρο ότι αν ένα βιβλίο δεν ανήκει στα ελάχιστα που θα αρέσουν σε εφημερίδες και επομένως και σε κοινό, ό,τι λεφτά βγάλει θα πάνε σε εκδότη, βιβλιοδέτη, βιβλιοπώλη και δεν ξέρω και ποιον άλλον, εσένα πάντως θα σού μείνει η δόξα, που δεν πληρώνεται βέβαια με τίποτα…

   και στην περίπτωση που πληρώσεις εσύ από τήν τσέπη σου τόν εκδότη για να σού βγάλει τό βιβλίο αν οι κεφαλαιούχοι αποδειχτούν εξυπνότεροι τών κεφαλαίων τους, τότε είναι ακόμα πιο σίγουρο ότι η δόξα σου (να γράφεις αηθέστατα ακαταλαβίστικα ανοίκεια αντιδημοφιλώς και αλαμπουρνέζικα) δεν θα σού (ξε)πληρωθεί ποτέ : θα ταΐσεις πολύ κόσμο και θα ’σαι και βλάκας, συνάδελφε

   αυτά τά λίγα σήμερα για τόν υποκριτή αναγνώστη, τόν όμοιό μου, τόν αδελφό μου ** : blanco σε όλα, μη σέ νοιάζει τίποτα – τί αξίζει περισσότερο από μιας ώρας ζωή μ’ ένα βιβλίο – κι ύστερα να θυμηθείς και τό περίφημο ρεφραίν τού γείτονά σου «καλά έτσι θα ’γραφα κι εγώ αν είχα τόν χρόνο, αλλά εγώ πρέπει να ζήσω κιόλας βλέπεις»

  

.

.

* για τή δουλειά τού διορθωτή και τού μεταφραστή – δουλειές που επίσης έκανα για πολύ μεγάλα διαστήματα – άλλη φορά : να ’χουμε και τίποτα συγγραφικά γενικά να λέμε
** charles baudelaire : hypocrite lecteur, mon semblable, mon frère
.
.
  

.

.

τά προηγούμενα δώδεκα σχετικά : i, ii, iii, iv, v, vi, vii, viii, ix, x, xi, xii
.
.
  

.

.

.

Απριλίου 22, 2011

καζιμίρ μαλέβιτς, εγκώμιο στην τεμπελιά

 

.. 

    

 

   τό βιβλίο για τό οποίο γράφω σήμερα (μολονότι εγώ τώρα μόλις τό διάβασα) έχει εκδοθεί εδώ και καιρό

   και έχει γραφτεί ακόμα πιο παλιά : είναι κείμενο τού 1921, ο καζιμίρ μαλέβιτς πρέπει δηλαδή να τό έγραψε τήν εποχή που δίδασκε στη σχολή καλών τεχνών τού vitebsk, αυτήν που οργάνωσε ο ίδιος τό 1918 μαζί με τόν marc chagall (η σχολή έζησε πολύ λίγα χρόνια)

   μετά τόν θάνατο τού λένιν ο οποίος είχε τήν ευφυία (ή τήν πολιτικότητα) κάποια πράγματα να τά ανέχεται ακόμα κι αν δεν τά καταλάβαινε (απολύτως ή καθόλου) και με τήν άνοδο τού στάλιν τό φαινόμενο τής ρωσικής πρωτοπορίας έκανε μια πλήρη, και τραγική θα έλεγα, στροφή περί τόν εαυτό του περνώντας πλέον κανονικά στην παρανομία : δεν είχε καμία σχέση με τόν σοσιαλιστικό ρεαλισμό που θα επιβαλλότανε στο μέλλον ολοσχερώς, και διά φυλακής και διά  ροπάλου… : τά  περισσότερα μέλη τού εκπληκτικού αυτού κινήματος που είχε γεννηθεί σ’ εκείνα τά φοβερά γόνιμα και επαναστατικά χρόνια πριν τήν επανάσταση, (και δεν συμπεριλάμβανε μόνο ζωγράφους, αλλά και αρχιτέκτονες, φωτογράφους, μουσικούς και ποιητές – προς τιμήν τού μαγιακόφσκυ θα υπάρξει μόνο ένα βιντεάκι παρακάτω) άρχισαν να κρύβονται λοιπόν, να συλλαμβάνονται, να ανακρίνονται, να βασανίζονται – έχουμε και έναν θάνατο πάνω στα βασανιστήρια [παρένθεση : δεν έχω σκοπό να γράψω σήμερα γενικά για τή ρώσικη πρωτοπορία, κι ας είναι ένα θέμα που αγαπάω πάρα πολύ (είπαμε : για τόν μαγιακόφσκυ μόνο θα κάνω μια εξαίρεση (συγχωρούμαι) και θα βάλω και μερικούς πίνακες άλλων, εν είδει πινακοθήκης) : παρ’ όλ’ αυτά και επειδή δεν θέλω ν’ αφήνω τά πράγματα να αιωρούνται μισοειπωμένα προσπάθησα να θυμηθώ ποιος ζωγράφος ακριβώς ήταν αυτός που πέθανε πάνω στα βασανιστήρια (ή «στην ανάκριση» όπως είναι η πολιτικώς ορθή (και αντικειμενική δήθεν) έκφραση…) – έτσι όπως είχα ακούσει τήν ιστορία από τήν άννα καφέτση κατά τήν ξενάγησή της στην έκθεση εκείνη (τό ’96 στην εθνική «μας» πινακοθήκη (που με κάτι τέτοιες, ελάχιστες, εκθέσεις γινόταν κάποτε πραγματικά «μας»)) αλλά δεν τά κατάφερα : ψάχνοντας λοιπόν στη βίκι μήπως βγάλω άκρη από τά βιογραφικά τών μελών τού κινήματος ψάρεψα δύο «σχετικούς» θανάτους : τόν aleksandr drevin τόν συνέλαβε η μυστική αστυνομία τού στάλιν στις 17 ιανουαρίου τού 1938 και τόν εκτέλεσε στις 26 φεβρουαρίου / ο gustav klutsis συνελήφθη (επίσης!) στις 17 ιανουαρίου 1938 και πέθανε έξη βδομάδες μετά (ας προσθέσω ότι ο κλούτσις είναι ο περίφημος εφευρέτης τού φωτομοντάζ – οι αφίσες του επηρέασαν μετά και άλλους τού κινήματος και είναι ώς σήμερα πολύ γνωστές – έχει κάνει προπαγανδιστικά φωτομοντάζ με τόν λένιν και τόν στάλιν και ήταν ιδιαίτερα πιστός στο κόμμα τού οποίου ήταν και μέλος…) : τώρα ξέρουμε ότι πέθανε πάνω στα βασανιστήρια – ή εκτελέστηκε – διαλέγουμε όποια λέξη μάς αρέσει – στις φυλακές τού butovo κοντά στη μόσχα, λίγο μετά τή σύλληψή του – πάντως η γυναίκα του, η ζωγράφος και μαθήτριά του valentina kulagina αγωνιούσε για μήνες και χρόνια για τήν τύχη του, και τελικά πέθανε τό 1987 πιστεύοντας τήν επίσημη εκδοχή ότι ο κλούτσις «έπαθε καρδιακή προσβολή» στη φυλακή τό 1944]

 

       

 

   σημ.: για όποιον θέλει περισσότερες πληροφορίες για τήν (ζωγραφική) ρωσική πρωτοπορία συστήνω ανεπιφύλακτα (εδώ σε pdf) τή συνέντευξη τής άννας καφέτση (που οργάνωσε και τήν πρώτη έκθεση που έγινε στην αθήνα, από τόν δεκέμβριο τού 1995 ώς τόν απρίλιο τού 1996)

 

        

.

   αποσπάσματα από τό κείμενο λοιπόν «η τεμπελιά, πραγματική αλήθεια τού ανθρώπου» τού καζιμίρ μαλέβιτς :

   …η δουλειά πρέπει να θεωρείται καταραμένη, όπως διδάσκουν οι θρύλοι για τόν Παράδεισο, ενώ η τεμπελιά πρέπει ν’ αποτελεί τόν ουσιώδη στόχο τού ανθρώπου. Μα συμβαίνει τό εκ διαμέτρου αντίθετο. Αυτήν ακριβώς τήν αντιστροφή θέσεων θα ήθελα να εξηγήσω…

   …θαρρώ πως ο άνθρωπος έχει κάνει κάτι παράξενο με τίς αλήθειες· τίς έχει αντιμετωπίσει όπως ο μάγειρας, που έχει στη διάθεσή του πολλά δοχεία με διαφορετικά τρόφιμα μέσα. Βέβαια, τό κάθε δοχείο είχε αρχικά τό καπάκι του με μία ταμπέλα, αλλά ο μάγειρας, από αφηρημάδα, έκλεισε τά κουτιά μπερδεύοντας τά καπάκια και τώρα είναι αδύνατον να μαντέψει τί έχει μέσα τό κάθε δοχείο. Τό ίδιο ακριβώς έχει γίνει και με τίς αλήθειες : πολλά ρητά, πολλές αλήθειες έχουν ένα καπάκι με μια ταμπέλα και όλοι νομίζουν ότι καταλαβαίνουν θαυμάσια τί υπάρχει κάτω από τό καπάκι. Τό ένα καπάκι γράφει επάνω : «Αργία μήτηρ πάσης κακίας». Σκεπάσανε μ’ αυτό στα κουτουρού μια κατσαρόλα και πιστεύουν, μέχρι σήμερα, ότι μέσα έχει ατιμία και κακία…

   …στο φιλόπονο κοινοκτημονικό σύστημα, όλοι στέκουν αντιμέτωποι με τόν θάνατο, όλοι έχουν μόνο έναν αντικειμενικό σκοπό : να βρουν μια σανίδα σωτηρίας στην εργασία, στην παραγωγική εργασία, αλλιώς η τιμωρία τους θα είναι να πεθάνουν τής πείνας. Ένα τέτοιο σοσιαλιστικό εργασιακό σύστημα αποσκοπεί, ασύνειδα βέβαια, να ζέψει στη δουλειά ολόκληρη τήν ανθρωπότητα προκειμένου ν’ αυξήσει τήν παραγωγή, να εγγυηθεί τήν ασφάλεια, να ενδυναμώσει τήν ανθρωπότητα και να επιβεβαιώσει τό «Είναι» της με τήν παραγωγική της ικανότητα. Ασφαλώς, τό σύστημα αυτό, που δεν νοιάζεται για τό άτομο αλλά για ολόκληρη τήν ανθρωπότητα, είναι αναμφισβήτητα δίκαιο. Τό ίδιο, όμως, είναι και τό κεφαλαιοκρατικό σύστημα. Προσφέρει τό ίδιο δικαίωμα στην δουλειά, τήν ίδιαν ελευθερία τής δουλειάς, τής συσσώρευσης χρήματος στις τράπεζες ως εγγύηση τής «τεμπελιάς» στο μέλλον και, κατά συνέπεια, προϋποθέτει ότι ίσα ίσα τό χρήμα είναι τό μαγικό σύμβολο, επειδή θα φέρει τήν ευδαιμονία τής τεμπελιάς, που στην πραγματικότητα  όλοι τήν ονειρεύονται.
   Πράγματι, αυτός ακριβώς είναι ο λόγος ύπαρξης τού χρήματος. Τό χρήμα δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα κομματάκι τεμπελιάς. Όσο περισσότερο χρήμα θα έχεις, τόσο περισσότερο θα χαρείς τήν ευδαιμονία τής τεμπελιάς…

   …τό κεφαλαιοκρατικό σύστημα έχει διαμορφώσει, με όλα τά καλά ή κακά μέσα, μια κοινωνική τάξη κεφαλαιοκρατών που έχει εξασφαλίσει τήν ευδαιμονία της μέσα στην τεμπελιά. Αλλά καθώς αυτό που εξασφαλίζει τήν τεμπελιά είναι η εργασία, τό κεφαλαιοκρατικό σχέδιο οργάνωσης τής εργασίας έχει κατασκευάσει τό σύστημά του με τόν ακόλουθο τρόπο, που δεν επιτρέπει σ’ όλους τούς ανθρώπους να έχουν ισοτιμία στην χρήση τής τεμπελιάς : απολαμβάνουν τήν τεμπελιά μόνον όσοι έχουν εξασφαλίσει ένα κεφάλαιο. Έτσι, μια κοινωνική τάξη, η τάξη τών κεφαλαιοκρατών, απελευθερώνεται από τήν εργασία από τήν οποία οφείλει ν’ απελευθερωθεί ολόκληρη η ανθρωπότητα…

   …κατασκευάζει κάποιος μια μηχανή. Ο κεφαλαιοκράτης τήν χρησιμοποιεί προς όφελός του· οι κεφαλαιοκράτες κατόρθωσαν να περιορίσουν στο ελάχιστο τούς εργάτες και ν’ αυξήσουν τό κεφάλαιό τους στερώντας από τούς εργάτες τόν χαμηλότερο μισθό, τό χρήμα που θα λάμβαναν σαν τίτλο τεμπελιάς. Πολλοί τέτοιοι τίτλοι έμειναν στα χέρια τού επιχειρηματία. Ο εργάτης υποχρεώθηκε ν’ αρκεστεί στις μέρες τών γιορτών για να κατορθώσει να ξεκουραστεί σωματικά, ενώ οι επιχειρηματίες χαίρονταν απεριόριστα τήν τεμπελιά…

   …η σοσιαλιστική ανθρωπότητα θα φορτώσει τούς κάλους και τόν ιδρώτα της στα μπράτσα τών μηχανών και θα εξασφαλίσει στις μηχανές εργασία απεριόριστη, εργασία που δεν θα τούς αφήνει στιγμή ανάπαυσης. Στο μέλλον η μηχανή θα χρειαστεί ν’ απελευθερωθεί και να φορτώσει τή δουλειά της σ’ ένα άλλο πλάσμα, ν’ απαλλαγεί από τό βάρος τής σοσιαλιστικής κοινωνίας και να εξασφαλίσει κι αυτή τό δικαίωμα στην «τεμπελιά».
   Ώστε όλα τά ζωντανά που υπάρχουν, ρέπουν στην τεμπελιά. Από τήν άλλη μεριά, η τεμπελιά αποτελεί τό κυριότερο κίνητρο για τήν δουλειά, γιατί μόνο με τήν δουλειά μπορεί ο άνθρωπος να κατακτήσει τήν τεμπελιά, αφού είναι προφανές ότι ο άνθρωπος, με τήν δουλειά, βρίσκεται κατά κάποιον τρόπο υπό τήν επήρεια μιας κατάρας, ενώ προηγουμένως ζούσε μονίμως σε κατάσταση τεμπελιάς. Ίσως να υπήρξε πράγματι κάποτε μια τέτοια κατάσταση στην ανθρώπινη κοινότητα και ίσως ο θρύλος τού Παραδείσου και τής δημιουργίας  τού ανθρώπου και τής εκδίωξής του απ’ τόν Παράδεισο να είναι μια θολή ανάμνηση μιας κατάστασης τού παρελθόντος, εκτός αν πρόκειται για τήν εικόνα μιας μέλλουσας πραγματικότητας, στην οποία θα φτάσει ο άνθρωπος μέσα από τήν κατάρα τής εργασίας…

   …σήμερα, ο άνθρωπος δεν είναι πια μοναχός του : τόν συντροφεύει η μηχανή· αύριο, θα μείνει μόνον η μηχανή, ή κάτι άλλο, που θα επέχει θέση μηχανής. Τότε, θα υπάρχει πια μόνο μια και μοναδική ανθρωπότητα, καθισμένη στον θρόνο τής προεγκαθιδρυμένης της σοφίας, χωρίς αρχηγούς, χωρίς ηγεμόνες και χωρίς δημιουργούς τελειότητας· όλ’ αυτά θα είναι μέσα της· κι έτσι, θα χειραφετηθεί από τήν εργασία, θα φτάσει στην ειρήνη, στην αιώνια ανάπαυση τής τεμπελιάς και θα μπει μες στην εικόνα τής Θεότητας. Έτσι δικαιολογείται ο θρύλος τού Θεού ως τελειότητα τής «Τεμπελιάς»…

   …τό παράδοξο είναι ότι οι άνθρωποι δεν σπεύδουν με μεγάλες δρασκελιές προς αυτήν τήν υπέρτατη (supreme) ανθρώπινη σκέψη, αλλά εμμένουν στην κατάρα και στην ζέση τους ν’ απομακρύνονται απ’ τήν τεμπελιά, να εμποδίζουν όλες της τίς εκδηλώσεις, να τίς εμποδίζουν, αν χρειαστεί, ακόμα και με τήν πείνα και τόν θάνατο. Τέτοιο είναι τό σύστημα τής πάλης εναντίον τής τεμπελιάς και συγχρόνως τό σύστημα αυτό χρησιμοποιεί όλα τά μέσα, που οδηγούν στην τεμπελιά. Βέβαια, η προσπέλαση σε οποιαδήποτε ευδαιμονία οφείλει να περιβάλλεται από πολυάριθμες απαγορεύσεις, που χωρίς αυτές η ευδαιμονία θα μπορούσε να μετατραπεί σε θάνατο, τό ίδιο πράγμα δε, συμβαίνει και με τήν τεμπελιά : είναι όνειρο και είναι θάνατος…

   …κάθε αλήθεια φέρει μέσα της τήν εργασία ως μέσον για να κατακτήσουμε τήν τεμπελιά· αυτό δεν τό καταλαβαίνουν καθαρά ούτε ο λαός ούτε τό κράτος, γι’ αυτό και κάθε εδραιωμένη αλήθεια επιδιώκει πάντοτε να καταστρέψει τήν καινούριαν αλήθεια. Αυτή, όμως, δύσκολα ξεριζώνεται, γιατί είναι δύσκολο να τσακώσουμε μια σταγόνα νερό μέσα σ’ ολόκληρη τήν θάλασσα. Αν η θάλασσα ολόκληρη ήταν αυτή η καινούρια ιδέα, ή αν ο λαός ανακάλυπτε τήν αλήθεια μεμιάς, θα ήταν απλό ν’ αποκαλύψει τήν ιδέα αυτήν και να τήν καταστρέψει. Αλλά αφού μια ιδέα είναι πάντοτε μια σταγόνα νερό, είναι δύσκολο, είναι αδύνατον να τήν τσακώσουμε. Όλη η ιστορία είναι μάρτυρας τού παράξενου αυτού φαινομένου, αλλά, ποιος ξέρει γιατί, οι κυβερνήσεις δεν τό επισημαίνουν ποτέ…

η μετάφραση είναι τού βασίλη τομανά, από τό βιβλίο «η τεμπελιά, πραγματική αλήθεια τού ανθρώπου / σουπρεματισμός (με είκοσι έργα τού ζωγράφου)» © εκδόσεις νησίδες, 1997

   

 

   αν κάποιος ρώσος ενθουσιαζόταν ικανοποιημένα κι αυτάρεσκα με τό κείμενο τού μαλέβιτς, αυτός πιστεύω ότι θα ήταν σίγουρα ο ντοστογιέφσκυ
   ξέρω ότι θα ’βρισκε σ’ αυτό τό σχεδόν παραληρηματικό, αλλά και λογικότατο ταυτόχρονα, κείμενο τήν προσωπικότητα κάποιων δικών του επαναστατών, καταραμένων, δαιμονισμένων : όλη τή φιλοδοξία για φιλοσοφία και πάλι φιλοσοφία, τραβηγμένη ώς τά άκρα μιας αρχικής ιδέας
   όμως πιστεύω ότι ο μαλέβιτς (που, όπως έμαθα από τό βιβλίο, τή λέξη σουπρεματισμός τήν έφτιαξε από τή μητρική του γλώσσα τά πολωνικά (τό supreme επομένως, που δεν υπάρχει στα ρώσικα, έχει μια ευθαρσώς μεταφυσική χροιά ως αναφερόμενο σε κάτι, αορίστως αλλά και τόσο οριστικά, «υπέρτατο»)
) όταν γράφει τό δοκίμιό του, ιδέα δεν έχει πόσο ένα τέτοιο μπλέξιμο ρεαλισμού και μεταφυσικής στο οποίο με τόσο κέφι και καλλιτεχνική άνεση χοροπηδάει, θα τούς κόστιζε (όλων) πολύ ακριβά (ύστερα από τήν επέλαση τής άτεγκτης θεολογίας τού επερχόμενου πατερούλη) συνεπώς, σαφώς και δεν έχει ιδέα τί τόν περιμένει
   λίγο αργότερα, στον βωμό τής σοσιαλιστικής εργασίας, που γι’ αυτόν δεν έχει άλλον σκοπό από τήν μεταγενέστερη (γενική) αργία, η «δουλειά» τού καλλιτέχνη θα ξανάμπαινε τελειωτικά στις κατακόμβες απ’ τίς οποίες μόλις είχε βγει στα χρόνια τής προεπαναστατικής κοσμογονίας
   από τήν άλλη, ο μαλέβιτς υποστηρίζει ειλικρινά τόν σοσιαλισμό τήν ώρα που ταυτόχρονα εξυμνεί τό «υπέρτατο» και τήν ιδέα ενός περίεργου θεού που ενυπάρχει στον ίδιον και στη τέχνη του
   δεν είναι λοιπόν η εργασία ένα μέσον μόνο για τήν τεμπελιά (καταπληκτική και η σύλληψη και η επεξεργασία αυτής τής ιδέας) αλλά και η τεμπελιά είναι εντέλει ένα μέσον : απόφαση και απόφανση ενός καλλιτέχνη καταδικασμένου να δουλεύει σκληρά, μόνο, και πάνω απ’ όλα, σαν καλλιτέχνης – στους πιο επικίνδυνους καιρούς για μια τέτοια «δουλειά» όπως αποδείχτηκε

 

  

.

   σημείωση α : σίγουρα μπορεί να προκαλέσει διασκεδαστικές συγκρίσεις, σκέψεις, και φιλοσοφίες επί φιλοσοφιών, η αντιπαραβολή τών δύο κειμένων για τήν τεμπελιά : αυτού εδώ και τού άλλου, τού γνωστότερου (και που ο μαλέβιτς μπορεί λογικότατα να τό είχε υπόψη του) που έγραψε στη φυλακή σχεδόν πενήντα χρόνια πιο πριν, τό 1883, ο γαμπρός τού μαρξ, ο πωλ λαφάργκ (και τό οποίο στα ελληνικά έχει εκδοθεί επίσης και από τίς «νησίδες») : και για να μην πάω πολύ μακριά σκέφτομαι μόνο βιαστικά αυτή τή στιγμή τούς τίτλους – ο τίτλος ενός (καλού) βιβλίου για μένα είναι η (μόνη) δυνατή του περίληψη – ο γάλλος λοιπόν τοποθετείται απ’ τήν αρχή (επιθετικά) στον χώρο τής κοινωνίας θεωρώντας τήν τεμπελιά «δικαίωμα» τήν ώρα που ο ρώσος μπαίνει σ’ ένα σχεδόν ακατανόητο (αλλά εξίσου επικίνδυνο) βάθος μιλώντας για τήν ίδια του τήν «αλήθεια ως ανθρώπου»
   και – ό,τι διακρίνει εντέλει τόν καλλιτέχνη από τόν παθιασμένο ακτιβιστή – και χαρίζει στη «μελέτη» αυτή περισσότερη ζωή απ’ ό,τι θα ’χε και η πιο παθιασμένη πολιτική μπροσούρα – είναι πιστεύω οι στιγμές που ο καλλιτέχνης ακριβώς ξεχνάει κάθε «λογική» και συμπεριφέρεται στη φιλοσοφία (και τή σκέψη του) ως εάν ήταν ζωγραφικός (του) πίνακας : συμπεριφέρεται δηλαδή στη «ζωή» ως εάν δεν υπήρχε η «πραγματικότητα», και ως εάν κάθε πλάσμα (και πράγμα) έχει εντέλει δικαιωματικά τίς ίδιες ανάγκες και τούς ίδιους πόνους που έχει τό (πλάσμα ή) πράγμα «άνθρωπος» : «στο μέλλον η μηχανή θα χρειαστεί ν’ απελευθερωθεί και να φορτώσει τή δουλειά της σ’ ένα άλλο πλάσμα, ν’ απαλλαγεί από τό βάρος τής σοσιαλιστικής κοινωνίας και να εξασφαλίσει κι αυτή τό δικαίωμα στην «τεμπελιά» : ώστε όλα τά ζωντανά που υπάρχουν, ρέπουν στην τεμπελιά.»

   σημείωση β : ο γιώργος κωστάκης, ο «μεγάλος Κωστάκης» όπως είναι έξω κυρίως γνωστός, ο συλλέκτης που με τήν επιμονή του, τό καλλιτεχνικό του αισθητήριο, αλλά και με τή γενναιότητά του, έσωσε τά έργα τής ρώσικης πρωτοπορίας από τήν εξαφάνιση, συλλέγοντας κι αγοράζοντάς τα από τούς ζωγράφους (τήν εποχή που οι ίδιοι όχι μόνο κρύβονταν αλλά και κατάστρεφαν (οι ίδιοι) πολλές φορές τά έργα τους τρομαγμένοι απ’ τό κυνηγητό ή καταπτοημένοι από τή γενική απαξίωση) είχε δώσει κάποιες συνεντεύξεις και στα ελληνικά (όπου μιλούσε και για τόν μαλέβιτς) αλλά δεν μπόρεσα να βρω καμιά – μάλλον η ελληνική τηλεόραση τίς έσβησε ως μειωμένου ενδιαφέροντος (εν πάση περιπτώσει ας πω εδώ σύντομα τά εξής : τή συλλογή του, κουτσουρεμένη, αγόρασε εντέλει τό ελληνικό κράτος μετά από πλήθος περιπετειώδεις μιζέριες, σήμερα δε βρίσκεται στη θεσσαλονίκη – από τήν άλλη, οι ανανήψαντες ρώσοι ανακαλύψαντες εντέλει κι αυτοί τόν εαυτό τους αξίωσαν να κρατήσουν (μεγάλο) αριθμό έργων ως φόρο (τό τμήμα αυτό τής συλλογής βρίσκεται σήμερα στην πινακοθήκη τρετιακόφ)
   κάποια έργα επίσης τής συλλογής βρίσκονται και σε άλλες χώρες που αγόρασαν πριν αγοράσει η ελλάδα αλεπού ως γνωστόν στα παζάρια (η οποία είχε εκφράσει και τήν ελπίδα κάποτε ότι ο κωστάκης θα τής τά χάριζε…) Τόν θυμάμαι με τή γυναίκα του όταν είχαν μετακομίσει εδώ, κι είχαν αγοράσει ένα σπιτάκι κάπου προς τόν υμηττό αν θυμάμαι : κοιτούσαν, στη βεράντα τους γερμένοι, τόν όγκο τού απέναντι βουνού που σαν να τούς πλάκωνε καθώς όλη τους η στάση έδειχνε ανθρώπους που είχαν συνηθίσει κατά κανόνα να κοιτάνε μεγέθη στέπας)

   σημείωση γ : ας σημειώσω τέλος κάτι ακόμα : δεν ξέρω πόσο έχει γίνει συνείδηση, αλλά με τόν σουπρεματισμό του ο μαλέβιτς, και ιδιαίτερα με τό έξοχο «άσπρο πάνω σε άσπρο», προβλέπει και προεξοφλεί από τή μια τό «τέλος» τής πρωτοπορίας κι από τήν άλλη τόν επιπλέον χρόνο που η πρωτοπορία αυτή θα κερδίσει στην αμερική μ’ έναν ζωγράφο τού «αφηρημένου εξπρεσιονισμού» πια ( : τά ονόματα, αν έχουν καμιά σημασία, διαρκώς αλλάζουνε) που πολύ θαυμάζω και ο οποίος δούλεψε για χρόνια πάνω σ’ αυτό τό «τέλος» πριν επεξεργαστεί τό δικό του προσωπικό τέλος και αυτοκτονήσει τό 1970, τόν μάρκ ρόθκο : η απόλυτη «σιωπή» τής βαθειά επεξεργασμένης «μονοχρωμίας» αυτού τού (άλλου) ρώσου που έζησε και πέθανε αλλού, φέρνει στ’ αυτιά μας μια περιπετειώδη σιωπή τής σύγχρονης τέχνης πάντως που τήν ακούμε ακόμα

 

 

μεταφορά τής έκθεσης από τή μονή λαζαριστών τής θεσσαλονίκης στο μουσείο κυκλαδικής τέχνης στην αθήνα (2008)

 

 

«l’ avant–garde russe» : η «συλλογή κωστάκη» στο παρίσι

 

 

«part of a larger documentary film about architecture and russian avant–garde art»

 

 

τό τρέϊλερ ενός ιταλικού φιλμ «για τόν επαναστάτη μαλέβιτς»

 

 

ο ποιητής τής παρέας : για τόν μαγιακόφσκυ

 

 

ο μαγιακόφσκυ σκηνοθετεί και παίζει (1918)

 

 

σύνδεσμοι : 

wiki για τόν μαλέβιτς (αγγλικά)
ρωσική σελίδα για τά κυριότερα πρόσωπα τής ρωσικής πρωτοπορίας
qwiki πινακοθήκη με σύντομα βιογραφικά για τή ρώσικη πρωτοπορία
wiki (αγγλικά) για τόν συλλέκτη γιώργο κωστάκη
wiki (
ελληνικά) για τόν γιώργο κωστάκη
για τή συλλογή κωστάκη στη θεσσαλονίκη
συνέντευξη τής μαρίας τσαντσάνογλου (διευθύντριας τού κρατικού μουσείου σύγχρονης τέχνης) για τή συλλογή κωστάκη
τά βιβλία (και τά δύο «περί τεμπελιάς», και τού μαλέβιτς και τού πωλ λαφάργκ) τά έχουν εκδόσει οι «νησίδες», εδώ ο κατάλογος
wiki για τόν paul lafargue
τό «δικαίωμα στην τεμπελιά» τού πωλ λαφάργκ διαβάζεται στα αγγλικά
  εδώ ή εδώ

 

 

  

 

 

 

 

 

        

             

                 

                                        

      

           

 

 

 

 

         

Απριλίου 19, 2011

for eliza : too much smoke

    

 

   σήμερα σελίδες από μυθιστόρημα :

   όλα ξεκίνησαν εκείνο τό βράδυ επειδή η λίζα (ως γνωστόν αυτό τό χαϊδευτικό στην ελισάβετ τής τό ’χω δώσει εγώ) άναβε τό ’να τσιγάρο πάνω στ’ άλλο (είχαμε βέβαια να ειδωθούμε καιρό και τό ’χα ελαφρώς ξεχάσει) : πολύ καπνίζεις, τής είπα, κάνε και λίγο κράτει : ξέρω ότι οι απαγορεύσεις είναι κακό πράγμα, αλλά η συγκεκριμένη μπορεί να σώσει και καμιά ζωή

   μην μιλάς σαν να ’σαι και γονιός μου γαμώτο, είπε εκείνη και στρογγυλοκάθισε. Εμένα εξάλλου μού ’χει σώσει τή ζωή τό τσιγάρο, τό ξέρεις αυτό; 

   υπερβολές, είπα, σαχλαμάρες

   ναι, είπε, εγώ μόνο μια σφαλιάρα έχω φάει στη ζωή μου, κι αυτό ακριβώς επειδή ήμουνα χαζή, και ηλίθια, και δεν ακολουθούσα τούς κανόνες, κάπνιζα επιπλέον πολύ

   μέ κοίταξε καλά–καλά, κι εγώ ως συνήθως στρογγυλοκάθισα (τρελαίνομαι ν’ ακούω ιστορίες και ειδικά τίς δικές της, και να τής τίς κλέβω κιόλας, ευσχήμως όμως και δημιουργικά εννοείται, είναι μέρος τής δουλειάς άλλωστε τά υλικά – αλλά κατά βάθος τήν κολακεύει αυτό και πιστεύω άλλωστε ότι γι’ αυτό θέλει τόσο πολύ και να μού μιλάει) : άντε λέγε, τής είπα.

   ε, είπε ευχαριστημένη κι έπιασε και τό ποτήρι της, έτσι είναι :

   όταν άρχισαν οι φασαρίες είπαμε ότι δεν πρέπει, όταν θα μάς παν μέσα, να καπνίσουμε για να μην δείξουμε ότι τό χρειαζόμαστε (δηλαδή τό κάπνισμα) τόσο πολύ : δηλαδή αυτό με τό τσιγάρο που σού λέω τώρα έχει μεν πολλή πλάκα, αλλά είναι και σοβαρό : μού ’χει σώσει εμένα τή ζωή τό τσιγάρο, τό πιστεύω απόλυτα αυτό που σού λέω : η ρέα βέβαια μού τό ’χε πει από τήν αρχή ότι μπορεί να μέ κρατάγανε μέσα για λίγο και να μην τρομάξω – λοιπόν μόνο μετά από καιρό και σκέψη πολλή κατάλαβα ότι τή γλίτωσα γιατί καταβάθος δεν μπόρεσα να μείνω χωρίς να καπνίσω ούτε στιγμή : πρέπει να μέ θεώρησαν επομένως εντελώς ακίνδυνη και άσχετη – γιατί βλέπεις κάπνισα αρειμανίως : βέβαια, ξέραμε ότι θα μάς αφήνανε να περιμένουμε ώρες, αυτό δεν μού ’κανε εντύπωση : δεν μπορώ να σού πω ακριβώς τώρα πώς μού φάνηκε εκείνη η καινούργια η ασφάλεια που δεν ήτανε η μπουμπουλίνας, και τί χρώμα και μυρωδιά και τί αίσθηση είχε γιατί θα χρειαζόμουνα τόμους σαν εκείνους τού προυστ, θα στο διηγηθώ όμως με πολύ λίγα λόγια γιατί ήταν από μια άποψη και εντελώς λιτό και ξεκάθαρο : εξάλλου αυτό τό άσπρο χαρτί κάτω απ’ τήν πόρτα που μάς είχανε στείλει, με όλη του τήν εξωτερική και απαίσια μυρωδιά – μάς φαινότανε, είμαι σίγουρη σε όλες μας, σαν φιλοφρόνηση, τό πιο άγριο πτυχίο που μάς είχανε δώσει ποτέ, τά πιο συνταρακτικά για όλους μας (και με κατεβασμένα τά μούτρα τών άλλων, γιατί όλες είμαστε καλών οικογενειών όπως καλά ξέρεις – ξέρω καλά, είπα) λοιπόν, είπε, συγχαρητήρια :

   βέβαια εγώ σκεφτόμουνα συνεχώς τίς συμβουλές που μού είχανε δώσει και τίς προειδοποιήσεις τους : δεν είχα σκοπό καταρχάς να διαφέρω – λοιπόν μέ αφήσανε να περιμένω όπως έπρεπε καμιά ώρα σε κείνον τόν διάδρομο που είχε έναν πάγκο μακρύ, και είμαι σίγουρη ότι είχα πάρει ύφος πολύ σκληρό, όπως συνήθιζα άλλωστε τότε, και χωρίς να τό καταλάβω άναψα ένα τσιγάρο σχεδόν αμέσως : ύστερα, μόλις τό κατάλαβα, έκανα μέσα μου τήν κατασκευή ότι πολύ καλά φερόμουνα διότι δεν ήθελα να φανεί αργότερα ότι μού λείπει : τό έκανα λοιπόν τό πραξικόπημα ενάντια στις διδαχές τους (εξάλλου τό χρειαζόμουνα : δεν υπήρχε λόγος να περάσω τά δύσκολα που θα ακολουθούσαν μετά, σκεφτόμουνα, έχοντας συγχρόνως και τήν επιθυμία αυτή να μέ δέρνει) : τό άναψα λοιπόν τό τσιγάρο ξεχνώντας αμέσως όλες τους τίς συμβουλές – και ούτε ίχνος ενοχής δεν είχα που τούς παράκουσα : ήμουν άλλωστε τελείως μόνη, δεν ακουγόταν τίποτα και είχα απλώς τήν υποψία ότι μπορεί και να μέ παρακολουθούνε από καμιά τρύπα στον τοίχο δεν ξέρω δηλαδή ακριβώς κιόλας τί είχα πάθει : νομίζω ότι ο οργανισμός εκκρίνει κάποιο ναρκωτικό σ’ αυτές τίς περιπτώσεις

   έβαλε ένας μέσα τό κεφάλι του μετά από ώρα, ένας λέρας απ’ αυτούς με τίς καμπάνες και τήν λερωμένη φάτσα και μέ κοίταξε κι ύστερα έφυγε : τόν κοίταξα κι εγώ καλά–καλά (εκείνη τήν ώρα κάπνιζα τό δεύτερο ή τό τρίτο τσιγάρο δεν θυμάμαι κιόλας ακριβώς τίς λεπτομέρειες – και τά πέταγα όλα τους κάτω – θυμάμαι πάντως ότι είχα σκεφτεί Δεν έχουν τασάκι και έχει γούστο να μού πουν ότι τούς λερώνω τό πάτωμα και να πιαστούν δήθεν ότι θυμώνουνε απ’ αυτό) όμως ένιωσα και μια σχετική απογοήτευση που δεν μέ κοιτάζανε από τίποτα μυστικά τζάμια – εξάλλου ήμουνα φυσικά τόσο ηλίθια που είχα τήν διάθεση να τού τό πω κιόλας δεικτικά «θα περιμένω κι άλλο ακόμα;» αλλά ευτυχώς κρατήθηκα : πιστεύω δηλαδή ότι κάνοντας τήν άνετη ξέχυνα μέσα μου τό ναρκωτικό μου για να μη μέ πιάσει ο φόβος

   πάντως διατηρούσα και τή διαύγεια να καταλάβω ότι ήτανε ελαφρώς χειροτεχνική η κατάσταση. Ή μήπως τή διατηρούσαν έτσι επίτηδες, ώστε να σού δημιουργήσουν μια οικειότητα, ότι τίποτα δεν είναι δήθεν περίεργο, και μετά ξαφνικά να στη σπάσουν, και τά περίεργα να σέ τσακίσουν μετά εντελώς; Μού έκανε πάντως εντύπωση που ήρθε ο ίδιος ακριβώς λέρας να μέ φωνάξει να πάω μέσα : μά, σκέφτηκα, δεν έχουνε άλλον υπάλληλο; σαν να ’ταν έρημο τό κτήριο φαινότανε : σχεδόν δεν μού μίλησε, μού φερόταν σαν να ’μαι κανένα σκυλί : τόν ακολούθησα και άνοιξε μια πόρτα (σαν από μόνη της, σαν να ’ταν από τήν σπηλιά τού αλή–μπαμπά) και μπήκα σ’ ένα δωμάτιο κανονικό και με φως αρκετό :

   βέβαια ήταν περίεργο να τό ονομάζεις κανονικό αυτό τό δωμάτιο, αλλά δεν θα μπορούσε να ’ναι και κανονικότερο : ακριβώς δημοσιοϋπαλληλικό σαν μιας εφορίας, ανάλογα δηλαδή με τά πράγματα που είχε μέσα. Και ήταν ένας χοντρός με πρόσωπο εξαιρετικά ασήμαντου, και δύσμορφου σχεδόν πίθηκου, αυτός που καθότανε πίσω από τό γραφείο : ήταν ο ασφαλίτης που είχαν ορίσει για μένα και ξέραμε τό όνομά του από τό χαρτάκι που  είχανε στείλει, τό είχαμε συζητήσει όλες δηλαδή μεταξύ μας ότι δεν ήταν από τούς πρώτους και από τούς καλύτερους (αυτό πρέπει να πω ότι ελαφρώς μέ πείραξε) είχε λοιπόν τ’ όνομά του γραμμένο σε ένα μαύρο ξύλο μπροστά : και μιλούσε στο τηλέφωνο πολύ δυνατά τήν ώρα που μπήκα, και κάποιος άλλος μέ έβαλε να καθίσω σε μία καρέκλα στο γραφείο μπροστά, και ήταν περίεργη η απόστασή της ήθελα να τήν κουνήσω αλλά δεν τόλμησα, είχε μια απόσταση από τό γραφείο και μια απόσταση από τόν τοίχο πιο πέρα και ήμουνα ξεκάρφωτη εντελώς εγώ εκειπέρα στη μέση : και τότε έκανα κάτι που δεν μπορώ να τό πιστέψω ούτε σήμερα ακόμα, κάθισα σταυροπόδι και άναψα τσιγάρο : αυτός συνέχιζε να φωνάζει έξαλλος στο τηλέφωνο κάτι είχε εναντίον τής κόρης του, και μού φάνηκε τελείως αντιεπαγγελματικό και πρόχειρο, τήν ώρα που ήταν να μέ ανακρίνει να έχει οικογενειακό τηλεφώνημα, κάτι έλεγε ίσως με τήν γυναίκα του, ή μιλούσε ίσως με κάποιον άλλον συγγενή, οπωσδήποτε όμως κατάλαβα ότι μιλούσε για τήν κόρη του και φώναζε με άγριο ύφος κοιτώντας με κιόλας, αλλά χωρίς να μέ χαιρετήσει που μπήκα, Θα πάρω τό μπιστόλι εγώ άμα η κόρη μου εμένα τολμήσει να μού κάνει τέτοια δεν τά ανέχομαι αυτά εγώ και θα τής τινάξω τά μυαλά στον αέρα, και εγώ τόν κοιτούσα και κάπνιζα και μέ κοιτούσε κι αυτός και κάποια στιγμή μάλιστα έσπρωξε μ’ έναν ήπιο τρόπο ένα τασάκι προς τό μέρος μου ίσια με τά δάχτυλά του προς τή μεριά μου, και στο τέλος έσβησα τό τσιγάρο και ύστερα τελείωσε και τό τηλεφώνημα (δεν θα άναβα άλλο τσιγάρο : στο λέω να ησυχάσεις) σταύρωσε λοιπόν τά χέρια του πάνω στο γραφείο και μέ κοίταξε ήρεμα και είπε Δεν μού λες τί είναι αυτά εδωπέρα που έχουμε Ελισάβετ; (ένα από τά γελοία που είχανε, και τό είχαμε συζητήσει κιόλας όλες, ότι θα σού μιλούσαν δηλαδή στον ενικό δήθεν ότι τά ξέραν όλα για σένα, αλλά με τό όνομα που έγραφε η ταυτότητα μόνο : δεν ξέραν τά παρατσούκλια οι ηλίθιοι)  σκύβοντας λοιπόν τότε λίγο προς τά πόδια του που δεν τά έβλεπα κιόλας, εμφάνισε σαν ταχυδακτυλουργός ένα χαρτονένιο πράγμα ξεθωριασμένου χρώματος κίτρινου ή ροζ από κάτω από τό γραφείο του ή πάνω από τά γόνατά του πολύ φτενό, πάρα πολύ λεπτό πράγματι : μού κόπηκε η ανάσα όταν σκέφτηκα με πολύ καμάρι ο φάκελος ο φάκελός μου έχω φάκελο που είναι μόνο δικός μου και γι’ αυτό είναι τόσο λεπτός – ένιωσα δηλαδή μια ευχαρίστηση που ήταν πολύ όμοια με περηφάνεια για τό γεγονός ότι δεν υπήρχε οικογενειακός φάκελος και ξεκινούσανε όλα από μένα (και οι άλλες όμως έτσι νιώθαμε οι περισσότερες), αλλά όταν τόν άνοιξε είχε κάμποσα χαρτιά μέσα, αυτό τό κατάλαβα, αλλά δεν έβλεπα από κει και καλά (προσπάθησα μού φαίνεται να δω κάπως καλύτερα αλλά δεν μπορούσα να καταλάβω αν εκείνο τό χαρτί δηλαδή ήταν δικό μου ή τό ’χε γράψει άλλος) αλλά αυτός τώρα φαινόταν πολύ θυμωμένος και ξεχωρίζοντας αυτό τό χαρτάκι από τά υπόλοιπα (τό είχε και πάνω–πάνω) μού είπε Τί είναι αυτά εδώ Ελισάβετ; – ήταν πολύ θυμωμένος και δεν καταλάβαινα τίποτα, ώσπου άρχισε να διαβάζει (είχε κι ένα ηλίθιο ύφος όπως οι δάσκαλοι που απαγγέλλουν στο δημοτικό) : Η σημερινή συνέλευση έδειξε ποια είναι η πλειοψηφία τών φοιτητών – ήταν τό ψήφισμά μας, θυμάμαι ότι ήμουν σε μεγάλη φόρμα και είχα πει τής ρέας άσε θα τό γράψω εγώ και κείνη συγκατένευσε και στο κάτω–κάτω θα τό ελέγχανε όλες μετά, εξάλλου ξέραμε, τό ύφος τών πραγμάτων που λέγαμε ήταν σαν ενιαίο, μιλάγαμε ο καθένας με τό ύφος του αλλά σαν να μιλάγαμε με τόν ίδιο μουσικό τόνο όλοι μαζί : κι έτσι είχα απομακρυνθεί θυμάμαι για λίγο μέσα στο πλήθος που σπρωχνότανε πάνω εκεί που ο ήλιος ήτανε τόσο ζεστός σ’ ένα πεζούλι να γράψω γιατί ήμουν σε φόρμα και μού ’χε έρθει αυτή η πρόταση Η σημερινή συνέλευση έδειξε ποια είναι η πλειοψηφία τών φοιτητών, και μού είχε φανεί πολύ ωραία αρχή (αλλά ήμουν και σίγουρη ότι όλοι θα τό αρχίζαμε έτσι) και – αυτό τό θυμάμαι καλά – ένιωσα κάποια στιγμή κάποιον να σκύβει από πάνω μου ενώ στριμωχνόντουσαν γύρω μου όλοι φωνάζοντας και γινόταν χαμός, κι ένιωσα έναν με προσοχή αδιάκριτη που μέ ενόχλησε, να σκύβει να δει ακριβώς τί θα γράψω και εκνευρίστηκα : (γιατί πάντα μ’ εκνευρίζει αυτό, δεν μπορώ να μέ κοιτάν όταν γράφω) (αλλά καμιά φορά δεν τό λέω όταν είμαι με φίλους) (όμως εκείνη τή φορά τό είπα γιατί μέ εκνεύρισε) και γύρισα λοιπόν και τόν είδα, ήταν ένα πρόσωπο άγνωστο απ’ αυτούς που δεν τούς ξέραμε και εγώ δεν τόν είχα ξαναδεί κι όχι μόνο κοίταζε με περιέργεια αλλά τό ύφος του δεν ήταν καν φιλικό, σαν να ήταν απλώς και μόνο περίεργος : και σταμάτησα και τού είπα Σέ παρακαλώ κάνε παραπέρα λιγάκι γιατί δεν μπορώ να γράφω άμα μέ κοιτάνε, και μέ κοίταξε μ’ ένα άχρωμο ύφος κι απομακρύνθηκε σα δυσαρεστημένος κιόλας : κι εκειπέρα σκέφτηκα «λοιπόν νά που μπορεί να ήταν χαφιές, νά που κάποιος εκειπάνω ήταν χαφιές, τό ψήφισμα αυτό ήτανε τής σχολής, πού τό ξέρουνε αυτοί ότι τό ’χα γράψει εγώ», και ήτανε μια σκέψη που μού έφερε μεγάλη αμηχανία, «είχαμε χαφιέδες λοιπόν στην ταράτσα» και ήταν, τό ήξερα ότι ήταν, απ’ αυτές τίς σκέψεις που όταν τίς έλεγα δυνατά στις άλλες σαν να ανέφερα κάτι περίεργο, όλες μαζί θα μού λέγανε γελώντας, Τί λες ρε επιτέλους, σοβαρά, τό κατάλαβες; αλλά εκείνη τήν ώρα τό σκεφτόμουνα μόνη μου με όλη τήν άνεση και μπορούσα να τό σκέφτομαι συνέχεια, και συγχρόνως δεν μπορούσα να καταλάβω καλά και τόν θυμό του αυτουνού : γιατί τό κείμενο δεν έλεγε και τίποτα περίεργο, αλλά σκεφτόμουνα Είχαμε ακόμα και στην ταράτσα χαφιέδες λοιπόν, και τά παρακολουθούσανε όλα, δεν τούς ξεφεύγει λοιπόν τίποτα
   όμως αυτός φαινότανε πολύ θυμωμένος και τό ’λεγε και τό ξανάλεγε, και τό διάβαζε απαγγέλλοντας : κι ύστερα ξαφνικά δεν κατάλαβα πώς, μες στο δωμάτιο ήταν κι άλλες φωνές και γύρισα, πρέπει να ’μουν κατάπληκτη, γιατί είδα ότι είχαν μπει απ’ τήν πόρτα πάρα πολλοί, κάτι περίεργο είχε συμβεί σ’ εκείνην τήν πόρτα και σ’ αυτό τό δωμάτιο κι ενώ δεν άκουσα θόρυβο ίσως ή δεν τήν είδα ν’ ανοίγει (αν και βέβαια κοιτούσα συνέχεια μπροστά προς αυτόν) εκείνη τή στιγμή γύρισα προς τήν πόρτα κι ήταν ένα μπουλούκι πάρα πολλοί εκεί, κι ήταν περίεργος ο τρόπος όπου στεκόντουσαν, ήτανε λίγο σαν σκηνογραφία μιας όπερας : λίγο σαν χορωδία ήτανε όλοι μαζί, γιατί ήταν μαζεμένοι τριγωνικά στο άνοιγμα τής πόρτας και άφηναν ένα τεράστιο κενό στο υπόλοιπο δωμάτιο, ανάμεσα σε μένα και σ’ αυτόν, ανάμεσα σ’ αυτούς και σε μάς, και μάς κοιτάζανε – και συγχρόνως είχαν αρχίσει να μουρμουρίζουν, αλλά δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί ήταν όλοι στριμωγμένοι εκεί πέρα : και τούς κοίταξα για λίγο, δεν ξέρω τί ύφος είχα αλλά τούς κοίταξα, κι ύστερα κοίταξα πάλι αυτόν, και τότε αυτός έκανε κάτι πολύ καταπληκτικό, κινήθηκε με φοβερή δηλαδή και σχεδόν αναπάντεχη ευελιξία για τόσο χοντρό και άσχημο άνθρωπο και έκανε μια πιρουέτα γύρω από τό γραφείο του και προς τ’ αριστερά και πριν προλάβω καν να καταλάβω τί θα γίνει ή τί γίνεται, έδωσε μια στην καρέκλα του πίσω και όρμησε προς τό μέρος μου προς τά μπροστά, κι αφού πρώτα έστριψε κυκλικά, με μια φοβερή ταχύτητα για έναν τόσο χοντρό και άσχημο άνθρωπο, τινάχτηκε από τή θέση του ήρθε στη θέση μου και μού έδωσε με τό δεξί του χέρι ένα χαστούκι (τώρα υποθέτω με βάση τήν εικόνα τής σκηνής αυτής ότι ήταν τό δεξί του τό χέρι, τότε δεν τό σκέφτηκα ή δεν τό κατάλαβα) αρκετά δυνατό για να μέ πετάξει κάτω από τήν καρέκλα (προς τά δεξιά, εκεί που ήτανε τό καλοριφέρ και επίσης πιο πίσω ήταν ένα τελείως σκοτεινό παράθυρο) και να πετάξει και τά γυαλιά μου κάτω με τήν ίδια κίνηση στο πάτωμα, σχεδόν κάτω από τό καλοριφέρ αυτά, και μού φάνηκε τόσο μικρό, αν και αναπάντεχο αυτό, και τόσο ελάχιστα αιτιολογημένος ο θυμός του (κι ακόμα δεν άντεχα να μην σκέφτομαι από μέσα μου ότι δεν ήτανε πραγματικά θυμωμένος κι ότι έπαιζε απλώς θέατρο) αλλά συγχρόνως όπως είχα πέσει πλαγίως προς τό καλοριφέρ κι έψαχνα να βρω τά γυαλιά μου κι έλπιζα ότι δεν θα μού απαγορέψουνε τώρα να τά φορέσω (τό να μη βλέπω καλά θα μ’ ενοχλούσε αφόρητα, ήθελα τουλάχιστον να ξέρω τί θα κάνανε όλοι και τί γίνεται), αλλά είχα κιόλας τήν αίσθηση ότι μπορεί όπως ήμουν πεσμένη να μού δώσει και μία κλωτσιά κι από πίσω, διότι ποιος ξέρει τί άλλο σκεφτόταν εκείνος ο άνθρωπος με τό ελάχιστο μυαλό που είχε μέσα στο γοριλίσιο κεφάλι του που από πίσω ήταν κομμένο σαν τού νεάντερταλ, αλλά όλ’ αυτά δεν ήταν καθόλου σημαντικά κι ας κάνω τόση ώρα να στα πω, τό σημαντικό ήταν άλλο : ότι με τήν ξαφνική του αυτή πιρουέτα κι επίδειξη ευλυγισίας και τό χαστούκι, μού ήρθε μια φοβερή επιθυμία να γελάσω : εκεί ακριβώς ήτανε που φοβήθηκα, και ευτυχώς που είχα πέσει κάτω και ήμουνα στραμμένη προς τόν τοίχο κι έψαχνα και για τά γυαλιά μου, για να μπορέσω να συνέλθω πρώτα λίγο  γιατί αν τυχόν (έλεγα από μέσα μου) σκάσω χαμόγελο θα πεθάνω τώρα εδωμέσα, ποιος ξέρει τί θα γίνει αν βάλω τά γέλια, και προτίμησα να σκέφτομαι ότι μπορεί να φάω καμία κλωτσιά στον πισινό για να φοβηθώ και να σοβαρέψω (όχι ότι δεν φοβόμουνα όλη τήν ώρα αυτή, αλλά να φοβηθώ έτσι που να μην μού ’ρχεται να γελάσω) : τότε ακριβώς μού ήρθε μια νέα διάθεση για γέλια καθώς σκέφτηκα ότι έτσι όπως ήταν ο κώλος μου γυρισμένος προς τό μέρος τους ήταν σαν έτοιμος σαν τουρλωμένος και έτοιμος για κλωτσιά : τότε ο τρόμος μέ συνέφερε καθώς σκέφτηκα ότι αν γελούσα αυτό θα ήταν τό τέλος μου, και σκέφτηκα εκειπάνω σκηνές θανάτου για να συνέλθω περισσότερο, και γύρισα όσο μπορούσα πιο ήρεμα και κάθισα ξανά στην καρέκλα και φόρεσα και τά γυαλιά μου κι ακόμα δεν ήμουνα σίγουρη ότι θα μπορέσω να κρατηθώ και δεν θα σκάσω κανένα χαμόγελο έτσι που κοιταζόμαστε πάλι ήσυχα σαν τίς κουμπάρες ο καθένας στο κάθισμά του ύστερα απ’ αυτό τό σύντομο ιντερμέτζο τής δήθεν βίας, λες και δεν ήξερα ότι αυτό δεν ήτανε τίποτα

   κι αυτός είχε σταυρώσει πάλι τά χέρια του και μέ κοίταζε σαν να μην είχε συμβεί απολύτως τίποτα, λες και τό ονειρεύτηκα : προσπάθησα τότε να μην σκεφτώ τήν εικόνα του να κάνει τόν ακροβάτη σε τσίρκο (αλλά αυτό ακριβώς σήμαινε ότι τήν είχα ήδη σκεφτεί κι αυτό ήταν πολύ επικίνδυνο) και σκέφτηκα θυμάμαι πολύ θυμωμένη «Τί θα γίνει λοιπόν νευρικό είν’ αυτό κατά βάθος, θα πεθάνω για μία βλακεία εδώ μέσα;» και δεν χρειάστηκε να πολεμήσω περισσότερο γιατί μέ έσωσε τότε, από κείνη τή στιγμή και μετά, αυτή η φασαρία που ξέσπασε από τ’ αριστερά : γιατί μόλις αυτός έκανε τήν πιρουέτα του ξαναγύρισε αμέσως και κάθισε (κι αυτό ήταν τό πιο αστείο) με σταυρωμένα πάλι τά χέρια και κοίταζε τήν καρέκλα μου ίσια μπροστά του ανέκφραστος, μέχρι να ξανακάτσω κι εγώ (και είναι βέβαια περίεργο πώς μπορεί πεσμένη να τόν είχα δει να ξαναγυρίζει στην καρέκλα του, αλλά έχω τήν εντύπωση ότι τόν είδα τήν ώρα που έψαχνα για τά γυαλιά μου συγχρόνως) και η πιο δύσκολη στιγμή ήταν όταν λοιπόν ξανακάθισα : διότι τώρα μού φαινόντουσαν όλα πιο αστεία από κάθε άλλη φορά : και απ’ αυτή τή δύσκολη κατάσταση μέ έσωσε ακριβώς εκείνος ο οχετός που ξεχύθηκε (ή που είχε αρχίσει κιόλας να ξεχύνεται) από τ’ αριστερά: Μιλούσανε όλοι μαζί, και μιλούσανε θυμωμένα ενώ δεν κουνιόντουσαν καθόλου, σαν πειθαρχημένη χορωδία μιας όπερας : και συγχρόνως μού έδιναν τήν εντύπωση ότι εγώ ήμουν γι’ αυτούς τό θέαμα κι αυτοί ήτανε τό κοινό, και καθόντουσαν στην άκρη στριμωγμένοι σαν να ήταν φτωχοί θεατές που δεν είχαν εισιτήριο να παν στις καλές θέσεις : φτωχοί και όρθιοι αλλά πολύ θυμωμένοι, και με πολύ ήρεμο τρόπο μαζί θυμωμένοι : στο σημείο αυτό φοβήθηκα λοιπόν πολύ από δύο κυρίως εκφράσεις τους : (νά τί κάνει η συζήτηση : τό ξέρει αυτό ξέρεις και ο κλάϊστ, αλλά και ο φρόϋντ : μόλις πριν από δύο λεπτά θυμόμουνα μόνο τό ένα, και νόμιζα μάλιστα ότι μόνο αυτό μού ’χει μείνει ολόκληρο από όσα μού είπανε, και τώρα μού ήρθε και τό δεύτερο που ήταν πολύ σπουδαιότερο, αυτό δηλαδή κατά βάθος που ίσως εξαιτίας του να φοβήθηκα και πιο πολύ, έτσι που να πήγαν περίπατο οι πιρουέτες : )

   κατ’ αρχάς πρέπει να σού πω ότι ήτανε πολλοί τώρα, και τώρα ήταν εκεί μαζεμένοι και οι πιο μεγάλοι, γι’ αυτό ήμουνα σίγουρη : και μιλάγανε όλοι μαζί, αλλά ένας ξανθός που ήταν σε μια πιο πίσω σειρά, και ήταν και πολύ ψηλός και τό κεφάλι του έβγαινε από πάνω, τά ’χε μαζί μου πολύ πιο πολύ : ήτανε όμως τόσο ήρεμοι και ψυχροί που στην κυριολεξία πάγωσα, ποτέ άλλοτε δεν είχα νιώσει ότι πλησιάζει η ώρα, και κάθε όρεξη για γέλιο μού είχε κοπεί : διότι οι περιγραφές τους ήτανε εντελώς επαγγελματικές και ψυχρές : κι όμως, μια από τίς σκέψεις που έκανα καθώς τούς κοίταγα έτσι κατάπληκτη (είμαι σίγουρη ότι τούς κοιτούσα κατάπληκτη, δεν μπορώ να τό ξέρω βέβαια, απλώς τό υποθέτω) μια λοιπόν από τίς πολλές σκέψεις που έκανα ανάμεσα στις άλλες σκέψεις (σχετικά με τόν πάγκο), ήταν και μια φοβερά περίεργη που πέρασε σαν αστραπή (και εξαφανίστηκε μαζί τήν ίδια στιγμή μάλλον) κι αυτή ήτανε Αυτός ο ξανθός είναι κατά βάθος ωραίος άντρας αλλά τό ύφος του τόν κάνει να ’ναι τόσο άσχημος τί θέλει εδωπέρα αυτός δεν μπορούσε να βρει άλλη δουλειά; και είναι περίεργο αλλά αυτός ακριβώς μέ απειλούσε με κάτι που μ’ ενοχλούσε πολύ, αν και δεν ήταν, άμα τό καλοσκεφτούμε, και πάρα πολύ σοβαρό : έλεγε δηλαδή κάθε τόσο αυτός Άσε μην έρθω τώρα εκεί μπροστά και τής χώσω τά γυαλιά μες στα μάτια : είναι περίεργο αλλά αυτά τά απαίσια όντα είχανε μια αίσθηση μουσικής πάντως στη δομή αυτών πού ’λεγαν : πεταγόταν ο καθένας κι έλεγε τό μακρύ του και τό κοντό του κι οι φωνές τους βαραίναν και ψήλωναν (κάθε τόσο και κάποιος από τούς μπροστά, τούς κοντούς, (αλλά νομίζω ότι ήταν από τούς σημαντικότερους τότε αυτός) (ξέραμε τά πρόσωπα) γύρναγε προς τά πίσω, προς τήν πόρτα, και έλεγε Πήγαινε να δεις αν τελείωσαν οι άλλοι με εκείνον στον πάγκο για να τήν πάμε μέσα αυτήν, και ύστερα οι άλλοι προσθέταν τίς φωνές τους, ψιλές και χοντρές, και φωνάζανε πάλι όλοι μαζί διάφορα που δεν τά θυμάμαι αυτά, και τότε ερχόταν η ώρα του, τέλεια μετρημένη σαν από μετρονόμο, κι έλεγε πάλι ο ξανθός Να έρθω τώρα εκεί πέρα μπροστά να τής χώσω τά γυαλιά μες στα μάτια (κι εδώ είναι δύο τά περίεργα αν θες να ξέρεις (δηλαδή εγώ τότε τά διαπίστωσα)), και τό ένα ήταν ότι μιλούσαν σε τρίτο πρόσωπο για μένα σαν να μην ήμουν εγώ εκεί, και τό δεύτερο ότι η απειλή αυτή με τά γυαλιά μέ τρόμαζε σχεδόν εξίσου με τόν πάγκο : τόν φοβόμουν αφάνταστα αυτόν τόν ψηλόν, τόν είχα ικανό για όλα έτσι με τέτοιο πρόσωπο να κάνει αυτή τή δουλειά) Κάποια στιγμή λοιπόν μού πέρασε απ’ τό μυαλό (σαν σίφουνας) ότι μού είχαν κοπεί τά γέλια κι ότι τούς κοίταζα πιθανώς σαν χαζή αλλά πραγματικά ήταν τό μόνο πράγμα που μπορούσα να κάνω αυτό : να τούς κοιτάω σα χαζή : ήτανε μια ασφάλεια έτσι, τουλάχιστον να ξέρω από πού θα μού έρθει, ποιος θα κινηθεί πρώτος, και τί ακριβώς θα κάνει ή θα πει : Είχα λιποθυμήσει από μέσα μου δηλαδή πιστεύω εντελώς, κατά κάποιον περίεργο τρόπο τό Δες αν τέλειωσε ο άλλος από μέσα με τόν πάγκο – πέρα από τό ότι τό θεωρούσα εντελώς σοβαρό και βέβαιο – μού ’φερνε με επιμονή και τήν εικόνα ενός συγκεκριμένου παιδιού που βασάνιζαν, ένα αγόρι από τή δικιά μου σχολή : δεν μπορώ καν να θυμηθώ αν είπαν τ’ όνομά του αλλά εγώ φανταζόμουνα αυτόν και μόνο αυτόν, και φανταζόμουνα βέβαια με λεπτομέρειες και τό δωμάτιο: καθαρό, ευάερο ευήλιο μ’ έναν πάγκο από άσπρο ξύλο σουηδικό καλολουστραρισμένον στη μέση : τό ότι δεν άκουγα φωνές ήταν ακόμα φριχτότερο : υπήρχε τόσο τέλεια μόνωση λοιπόν; επομένως δεν θ’ ακουγόμουνα ούτε εγώ. Δεν θ’ ακουγότανε τίποτα. Και εν τω μεταξύ η χορωδία συνέχιζε με τήν πλήρη της εκείνη δομή : Για δες αν τέλειωσε αυτός να τήν πάμε αυτήν, έλεγε ο ένας, μέ βρίζανε και μέ απειλούσανε με διάφορους τρόπους οι άλλοι, ο ένας ότι θα μέ χτυπήσει από δω, ο άλλος ότι θα μέ χτυπήσει από κει, και στο τέλος υψωνόταν σε κανονικά διαστήματα τέλεια εκείνη η λύσσα τού ξανθού τού ψηλού για τά γυαλιά : Θά ’ρθω τώρα να τής τά χώσω στα μάτια. Ώσπου να τήν πάμε πιο μέσα, έλεγε ο άλλος, για δες αν τέλειωσε με τόν πάγκο αυτός. Σέ διαβεβαιώ ότι δεν είχα λιποθυμήσει από μέσα μου άλλη φορά έτσι από φόβο –  αναγκασμένη να είμαι κιόλας καθιστή και ακίνητη : δεν ξέρω πώς ήμουνα όταν τούς κοιτούσα, αλλά θα πρέπει να ήμουν κατάπληκτη, πιθανόν και χλωμή και σίγουρα θα φαινόμουνα βλάκας : ένας βλάκας που ’χε ξεχάσει τελείως και τό τσιγάρο και όλα, και άκουγε απλώς σα βλάκας

   και μετά δεν ξέρω πώς έγινε, και ξαφνικά βγήκαν από τήν πόρτα και τό δωμάτιο άδειασε και νόμισα ότι ήρθε η ώρα μου, πώς και δεν λιποθύμισα; λοιπόν έχω πολύ απορήσει κατά τό παρελθόν πώς είχα τέτοια περιθώρια να μην πέσω ξερή : δεν είχα ο βλάκας τί άλλο να κάνω και κοίταζα τόν ασφαλίτη : πολλές φορές πρέπει να σού εξομολογηθώ ότι κατά τό παρελθόν, εκείνο τό σύντομο παρελθόν τών μερικών μηνών (που φαινόντουσαν αιώνες και σα να ’ταν η ζωή μας ολόκληρη) (και σα να μην είχε υπάρξει άλλη ζωή πριν απ’ αυτήν) όταν σκεφτόμαστε δηλαδή μεθόδους για άμυνα εγώ είχα καταλήξει (περιέργως δεν είχαν γελάσει τότε και τόσο, και οπωσδήποτε ήμουν ευγνώμων) είχα πει ότι θα λέω ποιήματα : τουλάχιστον όσο θα μπορούσα, δηλαδή στην αρχή : για ν’ αντέξω τούς έλεγα τόν τρόμο : κι εκείνη τήν ώρα λοιπόν κοιτώντας τόν ασφαλίτη σκεφτόμουνα ένα πράγμα, τί ποίημα τώρα να πω και δεν μού ’ρχότανε κανένα ποίημα ολόκληρο, μ’ όλες τίς δοκιμές που ’χα κάνει : παρά μόνο τό J’ est une autre τού ρεμπώ : κι ακόμα καλύτερο μόνο τό όνομα τού μικρού να φωνάζω : ή και άλλα ονόματα μού ’ρχόντουσαν, και ίσως μάλιστα όλα με τή σειρά τους : ρεμπώ και μπρετόν μαλλαρμέ, ρεμπώ και μπρετόν μαλλαρμέ, και μού ’χε μπει η ιδέα ότι θα τούς ξαφνιάσω έτσι και ότι μπορεί και να φοβηθούνε και λίγο : αλλά όλ’ αυτά βέβαια από μέσα μου: είμαι σίγουρη ότι τόν κοίταζα απολύτως εγώ σιωπηλή, ούτε ένα στίχο δεν είπα, αλλά κάποια στιγμή αυτός είπε Πάρτην μέσα για φωτογραφίες (σε κάποιον που είχε μπει χωρίς να τόν δω) : δεν ξέρω γιατί, αλλά κατάλαβα ότι είχε τελειώσει : Δεν ήμουνα σίγουρη, αλλά ήμουν συγχρόνως και βέβαιη : αν έλεγε μόνο Πάρτην μέσα πιθανόν και να λιποθύμαγα, να μη μέ κρατούσαν τά πόδια μου. Μπορεί και να μη μέ βαστούσαν τά πόδια μου πράγματι, τό πιστεύω : αλλά μ’ αυτό που είπε (σε κάποιον που είχε μπει χωρίς να τόν δω) μού φάνηκε ότι όλα τελείωσαν και μού τήν είχαν χαρίσει αυτήν τήν φορά, αλλά δεν μπορούσα να είμαι και σίγουρη : ίσως να ήταν αυτή η σειρά

   εκείνο τό δωμάτιο ήταν λίγο διαφορετικό και ελαφρώς τεχνοκρατικό : είχε καλώδια ξύλα βάθρα και μηχανήματα κι ήταν κάτι μικρότεροι χαφιέδες εκεί μέσα που κάναν αυτήν τήν δουλειά : θυμάμαι καλά τόν προβολέα, τό άσπρο πανώ, τό πρόσωπό μου απέναντι, και τή σκέψη ότι με τό χαστούκι και τήν τούμπα τά μαλλιά μου θα πετάγαν δεξιά–αριστερά και ποιος ξέρει πώς θα ’βγαινα (ναι καλά κάνεις και γελάς, γελάω κι εγώ τώρα, αλλά τότε δεν γέλασα καθόλου, απόρησα για τό πώς να ’μουνα άραγε, πώς να ήτανε τά μαλλιά μου) έκανα μάλιστα θυμάμαι και μια πολύ σύντομη ανασκόπηση στο παρελθόν και μού πέρασε αστραπιαία από τό μυαλό τό πως όταν ήμουν μικρή μού λέγανε πάντα να γελάω στις φωτογραφίες : και υπήρχε αυτή η φήμη ότι δεν γέλαγα εγώ στις φωτογραφίες ποτέ ενώ εγώ ήμουνα σίγουρη πως ήμουν πάντα πολύ γελαστή, και δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί επέμεναν τόσο πολύ να γελάω επιπλέον στις φωτογραφίες : πάντως εδώ πρόσεξα ότι κανείς δεν ασχολήθηκε με τό ύφος μου : ήρθε ένας μόνο και μέ έσπρωξε με τό χέρι του να γυρίσω δεξιά κι ύστερα αριστερά. Όταν μέ ξαναπήγανε μέσα για να μού δώσει τήν ταυτότητά μου πίσω ο ευλύγιστος (τό γραφείο τώρα ήταν έρημο και η πόρτα ανοιχτή) κατάλαβα ότι την είχα γλιτώσει μάλλον για τά καλά

   λοιπόν τί λες; δούλεψε απλούστατα σίγουρα αυτό με τό τσιγάρο – ήταν τόσο αντισυνωμοτική δηλαδή η συμπεριφορά μου που μάλλον μέ περάσαν για τελείως ηλίθια και άσχετη. Κατεβαίνοντας τήν σκάλα φοβόμουνα ακόμα, δίπλα μου ήταν τό ασανσέρ αλλά δεν μπήκα στο ασανσέρ (κι ούτε και ήξερα καν αν μπορούσε να μπει κανένας άλλος ποτέ στην αστυνομία σε ασανσέρ) βγήκα έξω κι η Μεσογείων μού φάνηκε ένα πολύ δροσερό μέρος γεμάτο ζωή : ένα αφάνταστο δώρο αυτός ο μουντός δρόμος : δεν περίμενε κανένας, καμιά μας δεν είχε δηλώσει επιθυμία να οργανώσουμε συνοδείες, οργανώναμε συνθήκες σκληραγώγησης καταλαβαίνεις, και επίσης κανένας δεν μίλησε και δεν διηγήθηκε ποτέ τήν ιστορία, πώς τήν πέρασε ο καθένας μας δηλαδή : και τό πιο ενδιαφέρον αν θες να ξέρεις είναι ότι ενώ απ’ τό σπίτι ξέρανε ότι αυτή ήταν η μέρα για τήν «υπόθεσή μου» ούτε ρώτησαν ούτε ενδιαφέρθηκαν : τό είχανε τότε οι μεγάλοι αυτό εκείνη τήν εποχή : όταν γινότανε θέμα για τούς κινδύνους που διατρέχουμε να μάς γυρνάνε περιφρονητικά τήν πλάτη : η στάση τους ήτανε ότι είμαστε παιδιά κι ότι κανείς δεν μάς λαμβάνει υπόψη του στα σοβαρά

   κατάλαβες λοιπόν, είπε : όταν δεν ακολουθείς τούς κανόνες σέ θεωρούνε ηλίθια, άσχετη και χαζή, κι έτσι γλιτώνεις μερικές φορές και τά χειρότερα : έτσι είναι

    ξέρω, τής είπα (μετά από λίγη σκέψη) εγώ τό ξέρω πολύ καλά αυτό – τό σκέφτηκα λίγο περισσότερο κι ύστερα πρόσθεσα : κι εγώ έτσι είμαι εξάλλου

   τί λες μού είπε, σοβαρά ; από πού κι ώς πού; εσύ δεν έχεις καμία σχέση, απλώς κλέβεις υλικά

   τί λες που δεν έχω, τής είπα : καταρχήν δίνω βιβλία, τά χαρίζω από δω κι από κει, κι αυτό είναι κάτι που δεν θα ’πρεπε, μού τό ’χει πει κι ο εκδότης μου και μ’ έχει προειδοποιήσει : να μην τό χαρίζεις, μού είχε πει από τήν αρχή που μού τό έβγαλε τό κωλοβιβλίο : γιατί πράγμα που χαρίζεται θεωρείται ή αυτό φτηνό ή εσύ χαζή κι ότι δεν ξέρεις τήν αξία του

   α, αυτό εννοείς, είπε (διέκρινα μια ειρωνεία) : διακρίνω μήπως μια ειρωνεία; τής είπα. Πιστεύεις ότι εσύ είσαι σε όλα ανώτερη κι ότι σού έχουν τύχει όλα τά ανώτερα δηλαδή; Δεν ξέρεις ότι οι συνθήκες αλλάζουν; Πρέπει να ξέρεις ότι άλλες είναι οι βλακείες σε καιρούς ειρήνης και άλλες σε καιρούς πολέμου

   τι άσχετη που είσαι βρε αδερφέ, μού είπε, δε σού μίλησα για κάνα πόλεμο, σιγά μην πήρα μέρος και στον δεύτερο παγκόσμιο : δικτατορία είχαμε : αλλά είναι και θέμα ηλικίας βέβαια, δεν καταλαβαίνετε τίποτα εσείς οι μικρότεροι

   μικρότερη είσαι και φαίνεσαι τής είπα και πήγα να φέρω καινούργιο μπουκάλι

   στρογγυλοκάθισε καλύτερα και μού φάνηκε πιο ευχαριστημένη τώρα : άσπρο είπε, όχι κόκκινο, ξέρεις ότι τό κόκκινο μέ πειράζει στο στομάχι (εκτός κι αν πιούμε από κείνο τό μπλάντυ μαίρη, πρόσθεσε (τήν  άκουσα από τήν κουζίνα) από τότε που τό μάθαμε έχω κολλήσει, δεν είναι και κακή ιδέα, τί λες;)

   αποφάσισε επιτέλους και μια φορά κι εσύ τί θέλεις, τής είπα κι είχα καταβάθος θυμώσει πολύ, χωρίς να ξέρω γιατί

(προσαρμοσμένο) απόσπασμα από τό μυθιστόρημα «βιογραφίες αγνώστων»

 

Επόμενη σελίδα: »

Theme: Rubric. Blog στο WordPress.com. Fonts on this blog.