σημειωματαριο κηπων

Μαΐου 6, 2010

lautréamont

 

 

     

 

      δεν μετράω τόν χρόνο με αριθμούς ο χρόνος μετράει για μένα με γεγονότα και με αισθήματα (άντε και με χώρους) και με ό,τι σκέψεις όλα αυτά μέ κάνουν να συγκροτώ ή να ψελλίζω κατά περιόδους – συνεπώς γι’ αυτό και δεν επικοινωνώ ποτέ μ’ αυτούς (κι αυτές) που πιστεύουν στον χρόνο τών αριθμών και προσαρμόζουν τήν συμπεριφορά τους, τή ζωή τους, τά αισθήματά τους και τή σκέψη τους καταλλήλως – ανάλογα με τό τί τούς μάθανε οι «μεγάλοι» ότι πρέπει να κάνουν να ντύνονται να λένε και να αισθάνονται σε κάθε ηλικία και κατά περιόδους – και δεν λέω μ’ όλ’ αυτά «να σκέφτονται» γιατί ουσιαστικά όταν υπακούς τόσο πολύ σ’ αυτά που πιστεύουν γύρω σου οι «μεγάλοι», ψιλοαισθάνεσαι μεν, δεν σκέφτεσαι όμως ποτέ. Η σκέψη απαιτεί ελευθερία απόλυτη, τρέλα σχεδόν, κι όταν υπακούς τίς κοινωνικές νόρμες, αποκλείεται να τήν έχεις – και τήν ελευθερία, και τήν τρέλα. Η «ηλικία» (πέρα από μια διαδικασία αντικειμενικής αύξησης τής μνήμης σου) είναι μια μορφή κοινωνικής επιταγής και βίας για να σέ συμμαζεύει στα παραδεδεγμένα : γιατί μπορεί να μην είναι επικίνδυνο να ’σαι τρελούτσικος στα δεκάξι σου, γίνεσαι αντιπαθέστατος όμως και κινδυνεύει και η όποια καριέρα σου, αλλά και η ζωή σου καμιά φορά, αν είσαι τό ίδιο τρελούτσικος ή και τρελάρας στη συνέχεια και συνέχεια. Ε, λοιπόν λατρεύω αυτούς που μπορεί να είναι τό ίδιο και χειρότερο τρελοί στη συνέχεια και συνέχεια : η ιστορία προχωράει μόνο απ’ αυτούς (επιπλέον σε προηγούμενα ποστ έδωσα κάποια παραδείγματα, και για τίς «τρέλες», και για τίς φριχτές βασανιστικές «πληρωμές» της) και οι αρχαίοι ημών πρόγονοι που μέσα στις αρλούμπες τους λέγανε και κάνα σωστό (καμιά φορά), κάτι ξέρανε όταν θεωρούσανε τήν τρέλα «ιερή» και τήν σεβόντουσαν μετά μεγάλου φόβου – εμείς «ξέρουμε άλλα» όμως, μόνο που δεν ξέρουμε δυστυχώς και καλύτερα. Άλλωστε, και λογικά να τό πάρεις, δεν μπορεί ποτέ να έχουμε αντικειμενικά τήν ίδια ηλικία όλοι, αν δεν έχουμε και τήν ίδια τρέλα : αν δεν σκεφτήκαμε ποτέ τό ίδιο, δεν αμφισβητήσαμε ποτέ τά ίδια, δεν κινδυνέψαμε ποτέ για τά ίδια δεν ερωτευτήκαμε ποτέ τά ίδια και δεν κλάψαμε ποτέ για τούς ίδιους και με τόν ίδιο τρόπο : γιατί λοιπόν θα αποκτήσουμε – με βάση ποια μαθηματική λογική εξάλλου ανύπαρκτη – τίς ίδιες ρυτίδες ; δεν κάναμε ποτέ τίς ίδιες γκριμάτσες…  λοιπόν : «οι αριθμοί ασχολούνται με τό μέγεθος, γι’ αυτό κι αξίζουν όλη μας τήν περιφρόνηση» που είπε και ο χέγκελ 

      και όμως σε προηγούμενη ανάρτηση – και με αφορμή τήν επέτειο τής τελευταίας – ελπίζω όντως – ελληνικής δικτατορίας, έβαλα μουσική τού ξενάκη που ήταν ο πρώτος – αλλά πιθανόν (και δεν τό ελπίζω ούτε τό φοβάμαι αυτό) όχι ο τελευταίος – που έβαλε τούς αριθμούς τόσο απόλυτα, αποφασιστικά και καθοριστικά στην μουσική του

      βέβαια εκείνος ασχολήθηκε με τίς πιθανότητες και όχι με τίς «βεβαιότητες», αλλά πάντως μ’ αριθμούς όπως και να τό κάνουμε νταραβερίστηκε : η τρέλα του όμως – αυτή που δεν τόν άφησε να «φτιάξει» τό πρόσωπό του – τόν έκανε να «φτιάξει» από τούς αριθμούς και τούς τυχαίους συνδυασμούς τους μουσική – και όχι κοινωνικές αναγκαιότητες, ούτε συμπεριφορές ανάλογες και επιτακτικές : έτσι μπορεί να μην μπορεί να τόν ακούμε και κάθε μέρα, αλλά, όσοι τόν αγαπάμε, τόν αγαπάμε για όλες τίς μέρες 

      και σήμερα, λοιπόν, παραπατάω αντιφάσκοντας εμφανώς εξίσου : με αριθμούς βάδισε και ο επόμενος, που η μουσική του αποτελούνταν – όμως αυτουνού – μόνο από λόγια :

 

 

  

 

 

ισίδωρος ντυκάς κόμης τού λωτρεαμόν/isidore ducasse, comte de lautréamont : 1846 – 1870

  

  

  

      για έναν κεραυνό (αγαπημένο παιδιάστικο και τρομερό) σήμερα λοιπόν ο λόγος : που η φωτιά του άρπαξε λες τήν ποίηση τή στριφογύρισε τρελά κι αόρατα απ’ τό μοντεβιδέο ώς τό παρίσι, και έκαψε και τόν ίδιο τόν δημιουργό του καταμεσίς στην προστιθέμενη φωτιά τής κομμούνας

      φωτεινός και αόρατος όσο έζησε, προσγειώθηκε ύστερα πάνω στα έκθαμβα κεφάλια τών απογόνων του 50 χρόνια (47 για τήν ακρίβεια…) μετά τόν θάνατό του, καθώς εκείνοι που θα ονόμαζαν με αυταρέσκεια τούς εαυτούς τους υπέρ-ρεαλιστές, απλώς ξεκίναγαν (κι εκείνος που θα ’βαζε στίχους του ως άρθρα τής δικής του συνταγματικής επαναστατικής (ακόμα θυμόμαστε τή λογική του τρέλα) συνθήκης, θα ’κανε άλλα δεκαπέντε χρόνια για να γεννηθεί και πενήντα για να γράψει…)

      συνυπήρξε με τόν ρεμπώ προπορεύτηκε ελαφρώς και δεν τόν συνάντησε ποτέ στους ίδιους δρόμους που βάδισαν και σκόνταψαν

      δεν ξεχώρισε για τήν αγάπη του στα μαθηματικά στο σχολείο, αυτός που θα υμνούσε τόσο τούς αριθμούς ώστε χαμένο σ’ ένα ράφι μαθηματικής βιβλιοθήκης μόνο, να βρεθεί τά 50 εκείνα χρόνια μετά, εκείνο τό μοναδικό του βιβλίο…

      δεν ονόμασε τόν εαυτό του παρά (σεμνά) μόνο Κόμητα, δεν ονόμασε τήν δουλειά του παρά (με ολιγάρκεια) μόνο, Ποίηση : και Τραγούδια. Ποίηση Ι, Ποίηση ΙΙ, και : Τά Τραγούδια τού Μαλντορόρ

      στα 24 χρόνια που έζησε δεν πρόλαβε να δει τυπωμένο παρά μόνο τό πρώτο από τά τρία αυτά μεγέθη

      μια φράση του μόνο έφτασε για να γίνει σήμα κατατεθέν για μια ολόκληρη μορφή σκέψης – και όρασης : «είναι ωραίος σαν τήν τυχαία συνάντηση πάνω σ’ ένα τραπέζι ανατομίας, μιας ραπτομηχανής και μιας ομπρέλας».

      και για χρόνια δεν ξέραμε τό πρόσωπό του (κυκλοφορούσανε μόνο φανταστικά του σχέδια – όπως ώς σήμερα από τό κεφάλι ας πούμε τού Κάλβου) – τώρα νομίζουμε ότι τό ξέρουμε (ίσως και να τό μάθαμε τελικά πράγματι)…

      και νά δύο κομμάτια από μια μετάφρασή του στα ελληνικά που είχα βρει σ’ ένα μικρό βιβλιοπωλειάκι όταν ήμουνα μικρή (ανώριμη κι ανήλικη αλλά πολύ πιο ώριμη δυστυχώς απ’ ό,τι  αντικειμενικά είμαι σήμερα) – στο σχολείο : άλλη φορά θα σάς βάλω ίσως περισσότερα κι άλλα : (αλλάζω ως συνήθως μερικές λέξεις στις μεταφράσεις, όταν τίς αντιγράφω)

  

        

  

  

στην τάλι που τής τά είχα, από καιρό, υποσχεθεί

 

 

από τό Τραγούδι ΙΙ :

      Αριθμητική! Άλγεβρα! Γεωμετρία! μεγαλειώδης τριάδα, τρίγωνο φωτός!

      Μού φανερωθήκατε στα παιδικά μου χρόνια μια νύχτα τού μαΐου κάτω από τό φως τής σελήνης σ’ έναν λειμώνα καταπράσινο // κάνατε λίγα βήματα προς τό μέρος μου τυλιγμένες στο μακρύ φόρεμά σας που κυμάτιζε στην αχλύ και μέ τραβήξατε πάνω στ’ αγέρωχα βυζιά σας σαν παιδί δικό σας, ευλογημένο // Από τότε, ποτέ θεές μου που αντιμάχεστε, εγώ δεν θα σάς εγκατέλειπα. Από τήν εποχή αυτή, τί σχέδια ενεργητικά, πόση συμπάθεια που νόμιζα ότι τήν είχα πια χαράξει ανεξίτηλα επάνω στις σελίδες τής καρδιάς μου σαν να ‘τανε γραμμένη σε επιτύμβιο από μάρμαρο, δεν έσβησαν σιγά, και πόσο σιγανά δεν τίς κατάργησε η απογοητευμένη λογική μου. Οι διαμορφωμένες σας γραμμές σβήνουν σαν τήν καινούργια αυγή που ανατέλλει όλες εκείνες τίς σκιές τής νύχτας.  Από αυτήν τήν εποχή αντίκρυσα τόν θάνατο που πρόθεσή του διά γυμνού οφθαλμού ορώμενη είναι να επανδρώνει τάφους, να αλώνει τά πεδία τών μαχών, να τρέφεται με αίμα ανθρώπινο και να βοηθάει τ’ άνθη τού πρωινού να ξεφυτρώσουν πάνω σε κόκκαλα μακάβρια // Από αυτήν τήν εποχή ήμουν παρών σε κάθε επανάσταση τής υδρογείου μας· οι σεισμοί και η καυτή λάβα τών ηφαιστείων, τής ερήμου οι ανεμοθύελλες και τά ναυάγια στην καταιγίδα είχανε θεατή τήν παρουσία μου, απαθή // Από αυτήν τήν εποχή είδα ανθρώπινες γενιές ατέλειωτες κάθε πρωί να υψώνουνε φτερά και μάτια προς τό διάστημα μ’ όλη τήν απειρία τού εντόμου που χαιρετάει τήν τελευταία του μεταμόρφωση ώς να πεθάνει πριν τή δύση //

      Μα εσείς, εσείς μένετε πάντα οι ίδιες.

      Καμιά αλλαγή ούτε αέρας δεν αγγίζει τά βράχια τά απότομα και τίς απέραντες κοιλάδες τής ταυτότητάς σας // Τό πέρας τών αιώνων θ’ αντικρύσει όρθιους ακόμη επάνω στα ερείπια τού χρόνου τούς καβαλιστικούς σας αριθμούς, τίς εξισώσεις τίς λακωνικές, και τίς ολόγλυφες γραμμές σας αραγμένες στη εκδικητική δεξιά τού Παντοδύναμου τήν ώρα που τ’ αστέρια θα βυθίζονται απελπισμένα και σαν σίφουνες, προς τήν αιωνιότητα μιας νύχτας τρομερής και παγκόσμιας· όταν τό γένος τών ανθρώπων θα λογαριάζει μ’ έναν μορφασμό ποιοί οι λογαριασμοί του για τήν Παρουσία τήν δεύτερη και τελευταία.

      Ευχαριστώ για τίς άπειρες υπηρεσίες που μού προσφέρατε // Δίχως εσάς στην πάλη μου ενάντια στον άνθρωπο θα είχα ίσως νικηθεί // Μού χαρίσατε εκείνην τήν ψυχρότητα  τών θείων συλλήψεων που είναι απαλλαγμένη από τά πάθη… // Τίς χρησιμοποίησα για να εξοντώσω τίς ολέθριες πανουργίες τού θανάσιμου εχθρού μου, για να τού αντεπιτεθώ επιδέξια και να καρφώσω στα σπλάχνα τού ανθρώπου τό κοφτερό μαχαίρι που θα μείνει για πάντα βυθισμένο στο σώμα του· γιατί απ’ αυτήν τήν πληγή δεν θα συνέλθη.

      Μού δώσατε τή λογική, τήν πεμπτουσία τών σοφών σας διδαγμάτων· και με εκείνους τούς συλλογισμούς ο πολύπλοκος λαβύρινθος κατανοήθηκε κι ένιωσε η σκέψη μου να διπλασιάζονται οι τολμηρές της δυνάμεις.

      Μ’ αυτές τίς τρομερές βοήθειες ανακάλυψα στην ανθρωπότητα, καθώς βυθίστηκα στα βάθη κι έφτασα ώς τούς ύφαλους τού μίσους, τήν κακία μαύρη κι απαίσια να σαπίζει και να ομφαλοσκοπεί περιβλημένη τά φθοροποιά της μιάσματα // δανείστηκα τό όπλο σας τό βουτηγμένο στο δηλητήριο κι αποκαθήλωσα από τό βάθρο που τού έχτισε η ανθρώπινη ανανδρία τόν ίδιο τόν δημιουργό. Έτριξε τά δόντια…

      Ω άγια μαθηματικά, ας ήτανε με τήν αιώνια συναναστροφή σας να γινόταν να παρηγορήσετε τίς μέρες που μού απομένουν από τήν κακία τού ανθρώπου και από τήν αδικία τού Μεγάλου Παντός…

 

από τό Τραγούδι VI :

      Τό ρολόι τού χρηματιστηρίου χτύπησε οχτώ η ώρα : δεν είναι αργά // Οι περιπατηταί βιάζουνε τό βήμα και αποσύρονται σκεφτικοί στα σπίτια τους. Μια γυναίκα λιποθυμάει και πέφτει στην άσφαλτο. Κανείς δεν τήν σηκώνει // η οδός Βιβιέν βρίσκεται ξαφνικά παγωμένη από ένα είδος απολίθωσης // πού πήγανε τά ράμφη τού αεριόφωτος ; // Μια κουκουβάγια πετώντας σε ευθεία γραμμή και με τό ένα πόδι της σπασμένο περνάει // φωνάζοντας : «Ένα δυστύχημα ετοιμάζεται». Τό λοιπόν είναι σ’ αυτό τό μέρος που η πένα μου (η αληθινή μου φίλη που μού χρησιμεύει για εκφωνητής) έκανε πράγματα μυστήρια… Αν παρατηρήσετε από τό μέρος που η οδός Κολμπέρ εισέρχεται στην οδό Βιβιέν, θα δείτε στη γωνία που σχηματίζουνε οι δύο αυτοί δρόμοι ένα άτομο να επιδεικνύει τή σιλουέτα του και να στρέφεται ανάλαφρα προς τή λεωφόρο. Όμως αν πλησιάσει κανείς περισσότερο, κι ώς τό σημείο που δεν θα επισύρει τήν προσοχή τού διαβάτη αυτού, θα διαπιστώσει με έκπληξη ευχάριστη πως είναι νέος! Από μακριά στην πραγματικότητα θα τόν έπαιρναν για άνθρωπο μεγάλο. Τό ποσό τών ημερών δεν λογαριάζεται πια όταν πρόκειται να εκτιμήσουμε τή λογοτεχνική αξία μιας σοβαρής μορφής. Ξέρω να διαβάζω τήν ηλικία στις φυσιογνωμικές γραμμές τού μετώπου : Είναι δεκάξι χρόνων και τεσσάρων μηνών. Είναι ωραίος όπως η συστολή τού αρπαχτικού όρνεου ή ακόμα σαν τήν αβεβαιότητα εκείνων τών κινήσεων στα μαλακά μέρη τής πίσω εγκεφαλικής περιφέρειας, ή μάλλον σαν παγίδα αιώνια για ποντίκια // και προπαντός σαν τήν τυχαία συνάντηση επάνω σ’ ανατομικό τραπέζι μιας ραπτομηχανής και μιας ομπρέλας.

 

μετάφραση : σταύρου καρακάση / ανθολογία γαλλικής ποιητικής πρόζας 1753 – 1929 / επιμέλεια : ιάσων δεπούντης (δίφρος 1967) / 

 

 

 

  

  

(χρήσιμοι νομίζω) σύνδεσμοι :

ένα συνοπτικό χρονολόγιο (στα γαλλικά) / μια βιογραφία από τήν wiki / μια άλλη βιογραφία / από τό γαλλικό σάιτ αθηνά όλα τά τραγούδια τού μαλντορόρ / μια αγγλική μετάφραση αποσπασμάτων από 3 τραγούδια τού μαλντορόρ / μερικά «αποφθέγματα» (όχι και οι καλύτερες επιλογές) στα αγγλικά / κατάλογος βιβλίων με μεταφρασμένα στα ελληνικά κείμενά του / βιβλία σχετικά με τόν λωτρεαμόν (βιβλιογραφία) (από τό πανεπιστήμιο τού τορόντο) / ένα μικρό βιβλίο σε pdf (από τό πανεπιστήμιο τού δουβλίνου) για τή σχέση τού λωτρεαμόν με τόν σουρεαλισμό

τό γαλλικό του site, η σελίδα του στο facebook, η σελίδα του στο myspace, τό site sur•real με πολλές φωτογραφίες και βιογραφικά

ένα blog με πληροφορίες και φωτογραφίες για τήν ανακάλυψη τού λωτρεαμόν από τόν σουπώ, τήν ανακάλυψη τής φωτογραφίας του, και άλλα / σχετικά με τήν νέα έκδοση τών απάντων τού λωτρεαμόν από τίς εκδόσεις γκαλιμάρ

και : η διαδικτυακή σελίδα τών σιτουασιονιστών, η σελίδα τού αντρέ μπρετόν, και η σελίδα τού νεοϋορκέζικου σεξτέτου lautréamont concerts 

(update αυγούστου 2010 : ) δέστε κι αυτό τό άρθρο από τό λογοτεχνικό παράρτημα τών τάϊμς (tls)

 

 

                          

 

(περιληπτικά) για τήν ανακάλυψη τού λωτρεαμόν από τούς σουρρεαλιστές, και κάποια ακόμα (χάρη στη wiki) : 

1917 : ο philippe soupault  από τό στρατιωτικό νοσοκομείο που νοσηλευότανε βρίσκει σε μια έξοδό του προς τό μικρό παρισινό βιβλιοπωλειάκι εκεί κοντά ένα αντίτυπο τών Τραγουδιών τού Μαλντορόρ πάνω στο ράφι με τά βιβλία τών μαθηματικών, και γράφει στις «αναμνήσεις» του : «άρχισα να διαβάζω κάτω απ’ τό φως τού μοναδικού κεριού που μού επιτρεπόταν να έχω τίς νύχτες, κι ήταν σαν ν’ άστραψε φως… Μόλις ξημέρωσε πήρα πάλι να διαβάσω τά Τραγούδια γιατί νόμιζα ότι τά είχα ονειρευτεί… Τήν επομένη που ήρθε να μ’ επισκεφτεί ο andré breton τού ’δωσα τό βιβλίο και τού ’πα να τό διαβάσει – μού τό ’φερε τήν άλλη μέρα κι ήταν τό ίδιο ενθουσιασμένος με μένα»

έτσι ανακαλύφτηκε ο λωτρεαμόν και εισήλθε στο υπερρεαλιστικό πάνθεον ως ένας από τούς καταραμένους (poètes maudits) μαζί με τόν μπωντλέρ και τόν ρεμπώ – ο αντρέ ζιντ τόν θεωρούσε μάλιστα ακόμα σημαντικότερο πρόγονό τους κι από τόν ρεμπώ, και τόν ονόμασε «είσοδο στη λογοτεχνία τού μέλλοντος» : δήλωσε επίσης ότι χρωστάνε χάρη στον μπρετόν και τόν σουπώ που «κατάλαβαν αμέσως τήν λογοτεχνική και υπέρ-λογοτεχνική σημασία τού εκπληκτικού λωτρεαμόν»

τόν απρίλιο και τόν μάιο τού 1919 ο μπρετόν και ο αραγκόν, που είχαν ψάξει στο μεταξύ κι είχαν βρει τά δύο μοναδικά αντίτυπα από τά «Ποιήματα Ι και ΙΙ» τού λωτρεαμόν στην εθνική βιβλιοθήκη τής γαλλίας, τά δημοσιεύουν σε δύο συνεχόμενα τεύχη τού περιοδικού τους «λογοτεχνία» («literature») και τό 1925 βγαίνει μια ειδική έκδοση τού υπερρεαλιστικού περιοδικού «le disque vert» αφιερωμένη στον λωτρεαμόν με τόν τίτλο «le cas lautréamont» (η περίπτωση λωτρεαμόν)

τό 1938 εκδόθηκαν και τά πρώτα «άπαντα» τού λωτρεαμόν με τήν φροντίδα τού αντρέ μπρετόν που έκανε και τήν εισαγωγή : στην εικονογράφηση εκείνου τού βιβλίου πήρανε μέρος πολλοί υπερρεαλιστές και τό εξώφυλλο ήτανε τού tanguy  – μεταξύ τών άλλων έδωσαν εικαστικά τους οι magritte, echaurren, max ernst, andré masson, joan miro, και man ray

τό 1940 ο μπρετόν τόν συμπεριέλαβε στην ανθολογία του «τού μαύρου χιούμορ»

τό 1920 ο αμερικανός ζωγράφος man ray έφτιαξε ένα αντικείμενο που τό ονόμασε «τό αίνιγμα τού ισίδωρου ντυκάς» (l’ enigme d’ isidore ducasse) εμπνευσμένο από τήν περιγραφή τού 6ου Τραγουδιού : «ήταν ωραίος σαν τήν τυχαία συνάντηση πάνω σ’ ένα ανατομικό τραπέζι μιας ραπτομηχανής και μιας ομπρέλας» (στο τέλος τής ανάρτησης υπάρχουν τρία τέτοια αντικείμενα με τόν τίτλο : μαν ραίυ, αντικείμενο 1920 – 1971 : ομπρέλα και γραφομηχανή πακεταρισμένες, φόρος τιμής στον Λωτρεαμόν / από εδώ)

τά τραγούδια τού μαλντορόρ αποτέλεσαν πηγή έμπνευσης για πάρα πολλούς ζωγράφους έκτοτε, κι ο amedeo modigliani είχε πάντα λέγεται στην τσέπη του ένα αντίτυπο τού βιβλίου, τού άρεσε δε να διαβάζει φωναχτά αποσπάσματα από κει στους περίπατους που έκανε στο μονπαρνάς

ο félix vallotton και ο dalí ζωγράφισαν φανταστικά πορτραίτα τού λωτρεαμόν καθώς δεν υπήρχε καμιά φωτογραφία του (στην γαλλική έκδοση τών ποιημάτων του που έχω εγώ και η οποία είναι τού 2003 για παράδειγμα, υπάρχει μόνο τό φανταστικό του πορτραίτο : )

  (σήμερα υπάρχει όμως πια και η «ιστορία τής ανακάλυψης τού προσώπου» τού λωτρεαμόν, η οποία έγινε, όπως γίνονται όλες σχεδόν οι μεγάλες ανακαλύψεις, από ερασιτέχνη :  ο jean–jacques lefrère, τόν οποίο οι γάλλοι απ’ τήν τρελή τους πλέον χαρά που τούς «χάρισε» ένα (πιθανότατο) πρόσωπο για τόν λωτρεαμόν τόν ονομάζουνε ευθαρσώς «χρυσοθήρα» είναι γιατρός – αλλά πριν αρχίσει να ψάχνει για τόν λωτρεαμόν είχε κάνει έρευνα και για μια βιογραφία τού ρεμπώ χιλίων (και παραπάνω) σελίδων – : ίσως ξανα-ασχοληθώ με τήν ιστορία του, μολονότι δεν είμαι και ο καταλληλότερος άνθρωπος για να χώνεται και να  ψάχνει σε γαλλικές εφημερίδες…)

προς τό τέλος τής ταινίας τού jean-luc godard «week end» τού 1967, ακούγεται ένα κομμάτι από τά Τραγούδια τού Μαλντορόρ (δυστυχώς δεν υπάρχει τό απόσπασμα αυτό στο youtube, ή εγώ δεν μπόρεσα να τό βρω – αντ’ αυτού πάντως βρήκα και βάζω άλλα βιντεάκια : παρακάτω)

ο guy debord πήρε ένα ολόκληρο κομμάτι από τήν «Ποίηση ΙΙ» και τό έβαλε ως «θέση 207» στην Κοινωνία τού Θεάματος

η νεοϋορκέζα περφόρμερ shishaldin, επωφελούμενη από ένα παραθυράκι τού γαλλικού αστικού κώδικα, ζήτησε από τήν γαλλική κυβέρνηση να τής επιτρέψει να παντρευτεί τόν ποιητή μετά θάνατον

  

 

 

υπέρ–ρεαλιστικό υστερόγραφο : όσοι (φίλοι) συχνάζουνε στους κήπους ξέρουνε (λέω, θα όφειλαν…) πως τούτοι εδώ οι κάκτοι κάνουνε μέρες για να (μετα)φυτευτούν από τό χαρτί στον αέρα… Η ανάρτηση τού συγκεκριμένου ονείρου ετοιμαζότανε μέρες λοιπόν… Και θα ήταν (για τά στενά έστω μέτρα αυτών τών κάκτων) υποκρισία να ανασταλούν ενόψει τών θανάτων που μεσολάβησαν σήμερα, μέσα σε θυμούς εξόχως ρεαλιστικούς, και ταραχές εγκυμονούσες… Ας πω ένα μόνο : ξεκίνησα εκθέτοντας τά προσωπικά μου μέτρα για τό πώς δεν μετράω τόν χρόνο, ας τελειώσω διευκρινίζοντας ότι αυτός ο ίδιος χρόνος δεν είναι μαθηματικά τόσο ξεκάθαρος κι αντικειμενικά διαυγής όσο θα ήθελε ίσως ο λωτρεαμόν (αν έχουμε αντιληφθεί κιόλας καλά, τί τάχα ήθελε) : μόνο και μόνο επειδή οι νεκροί δεν είναι τρείς – ή τέσσερις, μαζί με τό παιδί που θα γεννιότανε – : είναι πολλοί που καταντούν αμέτρητοι : είναι οι νεκροί που άδοξα πέφτουν στα διυλιστήρια τίς αποθήκες τά γραφεία τά χωράφια τά μαγαζιά τά εργοστάσια τά σκλαβοπάζαρα κάθε μορφής, είναι οι νεκροί που θαύουνε τόν χρόνο τους όλη τή μέρα σε μία δουλειά που εκτείνει αέναα τόν φυσικό χρόνο αυτών που επωφελούνται… Πέρα από τούς νεκρούς ή επιζώντες από σφαίρες βιτριόλια ή παλουκώματα, και τών οποίων έστω κάποτε μαθαίνουμε τά ονόματα, είναι οι νεκροί τής πουλημένης εργασίας και τού πουλημένου στην δουλεία αυτή σώματος – τής πουλημένης στο χάρτινο κι αέρινο χρήμα ζωής – Αυτοί για τούς οποίους η Ποίηση θα είναι πάντα μια υδρόγειος αόρατη γιατί δεν προλαβαίνουνε μέσα στη μαύρη μέρα τής μεγάλης αδικίας και τού μεγάλου Παντός… : Εγώ αν ξανακούσω τόν λωτρεαμόν και σήμερα, αυτό μού λέει : Ένα δυστύχημα ετοιμάζεται… και μια παγίδα για ποντίκια, μία τυχαία προδιαγεγραμμένη που ίσως να μάς μετατρέψει και σε ωραίους, μάλιστα ίσως τελικά ωραία – συνάντηση.

 

 

 

 

     

 

 

Advertisements

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: