σημειωματαριο κηπων

Αύγουστος 24, 2013

ανδρέα κίτσου–μυλωνά, angelus novus

  

 

 

   τό σύντομο κείμενο που ακολουθεί γράφτηκε από τόν αντρέα κίτσο–μυλωνά (ψευδώνυμα, όπως καμιά φορά τό συνήθιζε) για να προλογίσει τό δοκίμιο τού βάλτερ μπένγιαμιν «φραντς κάφκα» που έχει ως υπότιτλο «για τή δεκάτη επέτειο τού θανάτου του» (και συνεπώς ο μπένγιαμιν τό έγραψε τό 1934) και τό οποίο ελληνικά εκδόθηκε από τόν «έρασμο» (πριν από τριαντατόσα χρόνια) σε μετάφραση τού στέφανου ροζάνη

   σε δυο σελίδες μέσα, μακριά από τήν κατά κόρον ντόπια τάση για μεγαλοστομίες και εξιδανίκευση αυτού που έχει (πια) καθιερωθεί, όσο και επιβεβαιώνοντας τή λιτή τάση τού έρασμου για μια τίμια φιλοσοφική διαφώτιση ενός ελάχιστου ντόπιου κοινού, ο μυλωνάς μιλάει για έναν φιλόσοφο που ξέρω ότι αγάπησε πολύ, αλλά χωρίς να χρησιμοποιεί κανένα από τά περιρρέοντα περί αυτού στερεότυπα, και καμιά (κατά φλωμπέρ τόν οποίον επίσης πολύ ηγάπησε) προκατασκευασμένη ιδέα εκσφενδονίζοντας με άνεση όλη τήν τόλμη και τήν πρωτοτυπία τής σκέψης του, περιφρονώντας φοβισμένες καλύψεις πίσω από φιλοσοφικές αποσκευές (τίς οποίες διέθετε) και ξετυλίγοντας ήρεμα οργανική σχέση με τήν κριτική θεωρία : κατά τή γνώμη μου, θα αρκούσε για να δικαιωθεί τό μικρό αυτό δοκίμιο και μόνο η φράση του «εξ άλλου η αμεσότητα στην τέχνη δεν έχει να κάνει με τά συνθήματα για τήν αλήθεια στην τέχνη και τήν ψευδοσυγκεκριμένη αμεσότητα, παράγωγα τού καπιταλιστικού λαϊκισμού.»

   πρόκειται για κείμενο τού 1980, που ο α. κ.–μ. υπόγραψε ως χ. α.

   η πρώτη εκείνη έκδοση τού «έρασμου» walter benjamin φραντς κάφκα έγινε τό 1980 (η 2η, που κυκλοφορεί ώς σήμερα, τό 2004)

.

.

  

Angelus Novus (Walter Benjamin)

   Προσωπικότητα προσηλωμένη νοσταλγικά σε μια παλιά εποχή, ο Μπένγιαμιν, προβαίνει σε συνεργασία με τήν Κριτική Σχολή τής Φραγκφούρτης, που διαρκεί μέχρι τόν θάνατό του, παρ’ όλες τίς διαφωνίες και κατά καιρούς ρήξεις καθώς και τίς εκατέρωθεν προσπάθειες συνάντησης σ’ ένα σταθερό σημείο· η σχέση τού Μπένγιαμιν με τό θέαμα καθιστά έντονη τή διαφοροποίησή του στους κόλπους τής Σχολής, αν θεωρηθεί ότι η Φιλοσοφία τής σύγχρονης μουσικής και τό Δοκίμιο για τόν Βάγκνερ, τού Αντόρνο – έργα τόσο σημαντικά, ώστε ένα ολόκληρο κεφάλαιο τού μυθιστορήματος Δόκτωρ Φάουστους τού Τόμας Μαν να γραφεί με βάση ένα κεφάλαιο τού πρώτου από τά δυο βιβλία, μια νέα Αισθητική να αρθρωθεί και η φιλοσοφία τής μουσικής να περάσει στην κριτική περίοδό της – συνιστούν τίς αισθητικές αρχές τής Σχολής. Θεολογική φύση, που δεν θέλησε ποτέ να λησμονήσει τήν εβραϊκή θρησκευτικότητα τής καταγωγής του και τήν παράδοση τών μεγάλων κειμένων ενός λαού στου οποίου, μαζί με τούς άλλους Εβραίους διανοητές τής εποχής του, τήν περιπέτεια ήταν ψυχικά και πνευματικά παρών, θα βιώσει τήν αγωνία του σε πολύπλευρες αισθητικές αναζητήσεις. Περισσότερο όμως ανήκει στη θεωρία τού θεάματος και τήν α–τοπία του, στις εκφράσεις μιας νοσταλγίας για ενότητα. Έτσι παρά τήν άξια και πλήθουσα κριτικότητά του παραμένει ένας προμαρξιστικός κριτικός : προμαρξιστικό είναι τό διάβασμά του τού Κορς και τού Λούκατς που άσκησαν, μετά τά εβραϊκά κείμενα, τεράστια επίδραση στην ανάπτυξη τών κριτικών και οδοιπορικών. Στον θρίαμβο τής υποκειμενικότητας, τόν οποίο ζούσε στη Γερμανία, αντέτασσε τήν αντεστραμμένη αλήθεια τής εικόνας και τό άλογο ως τή βαθύτερη έκφραση τού έλλογου. Η αγάπη του στον Μπωντλαίρ και η αφοσίωσή του στον Μπρεχτ (τού οποίου τή σκέψη η Σχολή θεωρούσε χονδροειδή, και τόν ίδιο τυπικό σταλινικό) πρέπει να κριθούν μέσα από τήν προσπάθεια τού Μπένγιαμιν να οργανώσει μια θεωρία για τό στυλ, που τό αντιμετώπιζε σαν χαρακτηριστικό στοιχείο, δηλωτικό τής έκπτωσης τής τέχνης στην αστική κοινωνία. Εξ άλλου η αμεσότητα στην τέχνη δεν έχει να κάνει με τά συνθήματα για τήν αλήθεια στην τέχνη και τήν ψευδοσυγκεκριμένη αμεσότητα, παράγωγα τού καπιταλιστικού λαϊκισμού : έτσι ο κριτικός τού στυλ τής αστικής κοινωνίας θα ξαναδώσει στη γλώσσα τήν κριτική δύναμη να μακραίνει από τήν εκβαρβάρωσή της. Μπορούμε εδώ να υποδείξουμε τή συστηματικότερη αναζήτηση τής σκέψης του, παραπέμποντας στο διάσημο δοκίμιο Τό έργο τέχνης στην εποχή τής τεχνικής αναπαραγωγιμότητάς του, εκδ. Κάλβος, μετ. Δ. Κούρτοβικ, στις «θέσεις» του και στο άτυχο βιβλίο του για τό γερμανικό δράμα. Όλη του η πορεία άνιση, με παρεκβάσεις και αστάθεια και διαρκή αναζήτηση προτύπων, αποδίδεται σε θαυμάσιες σελίδες οξύνοιας και κριτικής ευαισθησίας, στις οποίες η απουσία φιλοσοφικότητας καλύπτεται από μιαν εβραϊκής μορφής σύλληψη τής καθολικότητας προς χάριν τής οποίας πέρασε στον σουρρεαλισμό για να βρει μαζί του τό γκαζ, τή δαγκεροτυπία, τό πανόραμα και τήν Αλίκη – τά «αρχέτυπα φθαρτότητας» (Μπλοχ). Για τόν Μπένγιαμιν και τήν κριτική Σχολή τής Φραγκφούρτης προτείνουμε τό σπουδαίο βιβλίο The Dialectical Imagination τού Μάρτιν Τζαίη. Τήν έκδοση τού συνόλου τών δοκιμίων τού Μπένγιαμιν επιμελήθηκαν στις εκδόσεις Ζούρκαμπ ο Σόλεμ και ο Αντόρνο.

                                                                                                          Χ.Α.

.

.

.

     

 

κλικ στις φωτογραφίες τών βιβλίων για διάβασμα

άλλα για τον α. κ.–μ. εδώ και εδώ

 

 

Advertisements

Σεπτεμβρίου 14, 2012

όταν η γλώσσα βγάζει γλώσσα : επέστρεφε κι επέλεγε κι επέτρεπε

.

.

.

.

   ενώ τό βασικότερο χαρακτηριστικό τής γλώσσας είναι η αντιπαλότητά της και η απέχθειά της, μόνιμη αλλά υπόγεια (η γλώσσα ξέρει καλά τούς κανόνες τής παρανομίας) προς κάθε μορφή εξουσίας, από τήν άλλη, κάθε μορφή εξουσίας έχει σα βασικότερο χαρακτηριστικό της τό να θέλει να ελέγχει πάνω απ’ όλα τή γλώσσα : και μια απ’ αυτές τίς εξουσίες είναι σταθερά ανά τούς αιώνες και η εξουσία ακριβώς εκείνων που θέλουν να τήν προστατέψουν : να τήν προστατέψουν είτε ως μούμια (οι καθαρευουσιάνοι) είτε ως ζωντανή (και ατίθασση) ύπαρξη (οι δημοτικιστές) (απ’ αυτή τήν άποψη ακραίο παράδειγμα είναι και τό ενδιαφέρον τού στάλιν για τή γλώσσα*)

   ο καβάφης είχε κάποτε μιλήσει για τούς «καθαρευουσιάνους τής δημοτικής» και είχε πέσει, ως συνήθως, απολύτως μέσα (όπως έπεσε απόλυτα μέσα όταν επέλεγε τό επέστρεφε (αλλά για αυτό παρακάτω) : και κάτι που πολύ συχνά ξεχνάμε (παρασυρμένοι προφανώς από τή γοητεία τής ποίησής του) είναι πως ο καβάφης δεν έγραφε ό,τι έγραφε επειδή έτσι τού κατέβαινε ή τού πήγαινε στον ρυθμό, αλλά είχε συγκεκριμένες και συγκροτημένες γλωσσικές απόψεις, και είχε γράψει για τή γλώσσα (τουλάχιστον δύο φορές – όμως και γι’ αυτό θα πρέπει να μιλήσουμε διά μακρών, και άλλη φορά : σήμερα ασχολούμαστε μόνο με τή γλώσσα τού καβάφη όπως προκύπτει από τό ίδιο του τό έργο)

   επειδή όμως, όπως είχε πει και κάποιος τής σχολής τής φραγκφούρτης κάποτε, «η προστασία είναι μια πρωταρχική μορφή κυριαρχίας» (αυτός τό είχε πει για τίς γυναίκες και για τούς «προστάτες» ή «σωτήρες» τους μέσα στο καθεστώς τής πατριαρχίας, αλλά ταιριάζει κι εδώ) δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η γλώσσα είναι, και κατεξοχήν μάλιστα, μια συμβολική γυναίκα ανά τούς αιώνες : όλοι θέλουν να τήν προστατέψουν αλλά αυτή θέλει να ’ναι ελεύθερη ενώ συγχρόνως μπορεί και γεννάει – και πάλι μπορεί και γεννάει ενώ συγχρόνως θέλει να ’ναι ελεύθερη : και αυτό ίσως είναι τό βασικό χαρακτηριστικό που τήν κάνει να βρίσκεται σε μια στενότατη σχέση με τήν εγγενή (και μονίμως απωθούμενη καταπιεζόμενη και καταστελλόμενη) εγγενή όμως καλλιτεχνική διάθεση τού ανθρώπινου είδους : αυτή ακριβώς η μορφή τής καλλιτεχνικής της διάθεσης που δεν καταστέλλεται καθόλου εύκολα είναι η δημιουργικότητα στη γλώσσα – αλλά αυτό είναι τόσο τό πιο εύκολο όσο και τό πιο δύσκολο συγχρόνως να αποδειχτεί, γιατί η γλώσσα περνάει τά λεγόμενά της μέσ’ απ’ τά λαγούμια τής παρανομίας και κάθε «αλλαγή» που επιφέρει στον εαυτό της (τήν εαυτή της!) (αν είναι όντως η εαυτή της που τήν ενδιαφέρει – και όχι τό να κάνει επίδειξη γνώσεων ή ξενογλωσσομάθειας – η κάθε γλώσσα υποστηρίζει τήν εαυτή της ως απολύτως κλειστό σύστημα γεμάτο αυτάρκεια – αν είναι όντως λοιπόν η εαυτή της και οι δυνατότητες τής εαυτής της προς εξέγερση ελευθερία και απελευθέρωση που τήν ενδιαφέρουν) με κάθε «αλλαγή» προς τήν οποία στρέφεται τότε, με κάθε νέο τύπο λέξη ή σύνταξη που θα δημιουργεί, θα στρέφεται συγχρόνως επιδεικτικότατα προς κάτι που ήδη υπάρχει μέσα της (άσχετα από τό αν εμείς τό βλέπουμε ή θέλουμε ή μάς συμφέρει να τό αγνοούμε) – και αυτή είναι και η μόνη λογική τής γλώσσας (άσχετα από τό αν εμείς τήν ώρα που τήν μιλάμε τή χρησιμοποιούμε δηλαδή ως έτοιμο ήδη κέλυφος, και εν πολλοίς νεκρό, συνειδητά ή ασυνείδητα θέλουμε ή όχι να τήν δούμε να τήν αναγνωρίσουμε και να τήν αποδεχτούμε σαν σύνολο)

   ένα από τά μόνιμα κλισέ (και τίς μόνιμες προστασίες) κάθε «προστάτη» τής γλώσσας είναι να διακηρύσσει ότι «η γλώσσα είναι για να συνεννοούμαστε» : συμφωνώ μόνο υπό τόν όρο ότι διαφωνώ συγχρόνως τότε εγώ μ’ αυτό : αν «σκοπός» τής γλώσσας είναι τό να συνεννοούμαστε, τότε είναι σκοπός με τήν ίδια ακριβώς έννοια που σκοπός τού έργου τέχνης είναι τό να μεταδώσω στους άλλους αυτό που είμαι εγώ : αυτό όμως πάει αυτονόητα μαζί με τό να επιμένω σ’ αυτό που είμαι εγώ, αδιαφορώντας για τό πώς είναι αυτή τή στιγμή μάλιστα οι άλλοι

   στο βαθμό που η γλώσσα ταυτίζεται μ’ ένα είδος καλλιτεχνικότητας και δημιουργίας είναι, στο βάθος της (αλλά και στην επιφάνειά της αν θέλεις και μπορείς να δεις) όντως αναρχική : δεν είναι δηλαδή ούτε αυταρχική ούτε σταλινική ούτε σοβιετόφιλη – και δεν γουστάρει τανκς και στρατιωτικούς σχηματισμούς (ακόμα κι αν πάνε χορευτικά στην κόκκινη πλατεία, όπως είπε ο ποιητής, που ο σαραντάκος θέλει σώνει και καλά να τόν βγάλει λάδι, γιατί δεν τό ’πε λέει για τά τανκς τής πράγας αλλά για τά τανκς τής μόσχας (που προ ολίγου καιρού όμως είχανε μπει στην πράγα : εξού προφανώς και η μετέπειτα καθιέρωση (προσωπικά δεν θυμάμαι αν ήταν όντως «μετέπειτα») ότι δεν είπε «μόσχα» αλλά «πράγα» – είπαμε, η γλώσσα έχει τήν τάση ούτως ή άλλως να εκμαιεύει και από τό ψέμα ακόμα τήν αλήθεια))

   αλλά για να συνεννοούμαστε : δημοτικιστής δεν σήμανε ποτέ αναγκαστικά και προοδευτικός – αυτό έγινε σαφές από τήν αρχή–αρχή, για μένα τουλάχιστον κιόλας (μολονότι ήταν σίγουρα και δυσάρεστη έκπληξη, για ένα παιδί ας πούμε ατίθασσο αλλά φανατικό για γράμματα που διάβαζε για τό «γλωσσικό μας ζήτημα» μικρότατο στη μεγάλη εκείνη βιβλιοθήκη) όταν διάβασα ότι ο ψυχάρης πχ ήταν και θρησκευόμενος και βασιλόφρων : θυμάμαι επίσης τήν έκπληξή μου όταν σε κάποια από τά γραφτά τών «φανατικών» δημοτικιστών διάβασα κιόλας μια πρόταση που έλεγε περίπου ότι «κάνοντας τήν προσευχή τους στη δημοτική τά παιδάκια καταλαβαίνουν καλύτερα τόν θεούλη» και τά λοιπά 

   τό ότι δηλαδή είναι κάποιος οπαδός τής φυσικής γλώσσας, μέσα στο απίστευτο γλωσσικό τουρλουμπούκι που βρισκόμαστε από ιδρύσεως κράτους (μας), δεν τόν κάνει εκ τών προτέρων και άνευ όρων προοδευτικό – τά πράγματα δεν είναι τόσο εύκολα, ούτε τόσο μονοδιάστατα, δυστυχώς

   αλλά, για να ξαναγυρίσω στο «επέστρεφε» με αφορμή τό οποίο κιόλας σήμερα ουσιαστικά ξεκίνησα :

   καταρχάς ας ξαναπώ κάτι που ’χω ήδη γράψει, εξηγώντας το κιόλας λίγο περισσότερο, γιατί εκεί δεν ήταν τό κυρίως θέμα μου – : όταν έλεγα λοιπόν ότι «θα ’ναι βέβαια σχεδόν κοινοτυπία να μιλήσει κανείς για τήν δραστική έννοια τού χρόνου, τήν οργανική, στην ποίηση [τού καβάφη] : αν μιλούσα ας πούμε για τό Επέστρεφε, θα ήμουν υποχρεωμένη να πω για τήν ουσιώδη δράση τής προστακτικής που – με τόν τύπο τής δημοτικής που επιλέγεται (και όντας έτσι μορφικά ταυτόσημη με τόν παρατατικό που είναι χρόνος όχι μόνο παρελθόντος αλλά και διάρκειας) – εγκαθιστά μπροστά στα μάτια μας κεραυνοβόλα τήν ένωση τού παρελθόντος και τού μέλλοντος μες στο παρόν (πράγμα που θα απασχολούσε αργότερα τόν έλιοτ) και που εικονογραφεί παραδειγματικά και ολόκληρη τήν αισθητική άποψη που κρύβεται στην ποίησή του» εννοείται ότι δεν εννοούσα βέβαια σε καμία περίπτωση πως ο καβάφης, με αυτό τό «επέστρεφε» (που βάζει όχι μόνο στον τίτλο, αλλά τό κάνει να αποτελεί και ουσιαστικό μέρος τού ποιήματος (με τήν συνεχή επανάληψη και τού επέστρεφε και τού παίρνε με)) εφευρίσκει ο ίδιος έναν «λάθος» τύπο : αλλά χρησιμοποιεί απλώς παραδειγματικά και επίμονα (και κάτι θα ’πρεπε να μάς λέει η επιμονή του) έναν ήδη εν χρήσει τύπο τής δημοτικής – αυτός που ήξερε και δεν δίσταζε να βάζει και καθαρόαιμα αρχαία όχι μόνο στα ποιήματα αλλά και στους τίτλους τους – άγε ω βασιλεύ : όπως και ξενόγλωσσα (χωρίς κανένα κόμπλεξ) : che fece…

   αλλά υπάρχει κάτι που μ’ ενδιαφέρει πολύ περισσότερο σήμερα : ο τρόπος με τόν οποίο χρησιμοποιεί οργανικά ως ποιητικό στοιχείο τό επέστρεφε ο καβάφης, είναι ακριβώς ίδιος με τούς λόγους για τούς οποίους χρησιμοποιείται στη ζωντανή μας γλώσσα ο ίδιος τύπος και σήμερα : σ’ αυτά τά ρήματα δηλαδή που ο τύπος τής προστακτικής τού δεύτερου ενικού είναι ίδιος με τόν τύπο τού παρατατικού στο τρίτο ενικό του πρόσωπο, η χρήση αυτής τής προστακτικής προς ένα άλλο τώρα πρόσωπο, ασυνείδητα ίσως αλλά γι’ αυτό πολύ περισσότερο σημαντικά, απογειώνει τόν ομιλητή προς μία καθαρή και δημιουργική καλλιτεχνικότητα (με φιλοδοξίες ακόμα και φιλοσοφικές) τήν οποία ο ομιλών μπορεί να δίσταζε (ή να μην ήξερε, ή να μην μπορούσε) να εκφράσει συνειδητά : η προσταγή επί τού παρόντος κάνει τό μέλλον να συνδέεται υπόγεια με τό παρελθόν – και if all time is eternally present, all time is unredeemable

   είπα ότι η γλώσσα έχει αναρχικές τάσεις (εντονότατες) μέσα της αλλά αυτό σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι έχει τάσεις προς τήν αυθαιρεσία ή προς παραλογισμούς : αντιθέτως, η δικιά μου άποψη είναι ότι η γλώσσα (όπως και η αναρχία…) αγαπάει ιδιαίτερα τή λογική, και γι’ αυτό ακριβώς είναι δημιουργική και γι’ αυτό ακριβώς (θέλει να είναι και) ελεύθερη : και γι’ αυτό ακριβώς και κάθε αλλαγή και κάθε νέος τύπος (και κάθε υπόγεια εκφρασμένη ποιητικότητα) ψάχνει να βρει αναλογίες με τό παρελθόν, και κυρίως με τίς πάγιες τάσεις τού συνόλου, για να σταθεροποιηθεί και να υπάρξει : η γλώσσα δεν αγνοεί τό όλο της σώμα ποτέ, και (κυρίως) όταν ανατρέπει μια φαινομενικά νόμιμη αδιαπραγμάτευτη και παγιωμένη μορφή αυτού τού σώματος ( : γι’ αυτό και όταν γλιστράει σε σουσουδισμούς και επιδείξεις ξενογλωσσομάθειας, επιλέγοντας να χρησιμοποιήσει μια αγγλόγλωσση δήθεν πιστότητα, παρασύρεται, και μαζί με τό τής καλιφόρνια, ας πούμε, λέει και τό τής βέροια ( : κι αυτό αποτελεί μια υπόρρητη απλώς ομολογία τού ίδιου τού ομιλητή ότι, με βάση τήν ίδια τή λογική τής γλώσσας του, λέει αρλούμπες, και τό ξέρει ( : αν χρησιμοποιούσα δασκαλίστικη ορολογία θα έλεγα «μια ομολογία καταβάθος ότι μιλάει λάθος και τό αναγνωρίζει»)). Γιατί ουσιαστικά δεν υπάρχει άλλο λάθος στη γλώσσα από τό να μιλάει «εκτός τού εαυτού της» (τής εαυτής της…) Απ’ τή στιγμή που ένας τύπος σχηματίζεται και μιλιέται, είναι σωστός, με τήν έννοια ότι καλύπτει κάποια ανάγκη τού ομιλούντος – αυτό που θα μπορούσαμε να ψάξουμε να βρούμε είναι : α) αν η ανάγκη του είναι «σωστή» (η επίδειξη ξενογλωσσομάθειας ας πούμε είναι γελοία ανάγκη) και : β) αν με τόν τύπο που επιλέγει λέει πραγματικά αυτό που θέλει να πει – στην περίπτωση τής προστακτικής που συνδέει τό μέλλον με τό παρελθόν, αυτό που θέλει να πει (και που δεν θα τό πει ποτέ πιθανώς, παρά μόνο μ’ αυτόν τόν τρόπο και απολύτως υπόγεια) είναι πραγματικά και αξιοσημείωτο και σημαντικό και σωστότατο

   : δεν μπορεί φυσικά να τό κάνει εκεί που οι τύποι παρατατικού και προστακτικής δεν είναι όμοιοι, και τότε ακριβώς πάει πάσο : αλλά μόλις μπορέσει, θα επανέλθει ακάθεκτη : και επέστρεφε και επέλεγε και διάλεγε και έμπαινε και άραζε : και κοίταγε και μίλαγε και διάλεγε, πολύ σωστά…

   αλλά ας πάμε τελικά στη διαφήμιση, που πυροδότησε αυτήν τήν έκρηξη διδασκαλισμού καθωσπρεπισμού και γλωσσικής πολιτικής ορθότητας από τή μεριά τού σαραντάκου (που πραγματικά δεν τήν καταλαβαίνω – (ο παναγιωτίδης όμως που γλωσσολογεί επίσης στο διαδίκτυο, στην πολύ ψύχραιμη (και παλιότερη) ανάρτησή του εδώ, υπήρξε πολύ σωστότερος σα γλωσσολόγος σ’ αυτή τήν περίπτωση κατά τή γνώμη μου) : καταρχάς πρέπει να δούμε αν η εταιρεία επιλέγοντας τό επέλεξε εξυπηρέτησε τούς σκοπούς της – και νομίζω ότι τούς εξυπηρέτησε θαύμα –, χωρίς βέβαια να πάψουμε να ενδιαφερόμαστε και για τό αν εξυπηρετώντας τούς σκοπούς της μίλησε «σωστά» ή «λάθος» :

   καταρχάς : γενικά η διαφήμιση έχει μια τάση, επειδή ακριβώς θέλει να πουλήσει, να μιλάει τήν ίδια γλώσσα με τό κοινό στο οποίο απευθύνεται – εξαυτού έχουμε κοκορομυαλιές και σουσουδισμούς, όπως η επιλογή τών ξένων πληθυντικών στα σουπερμάρκετς, όταν η εταιρεία απευθύνεται σε μικροαστούς νοικυραίους τούς οποίους επιδιώκει να προσελκύσει με τήν υπόρρητη αλληλεγγύη τού ότι είμαστε όλοι κακομοίρηδες ξιπασμένοι αμόρφωτοι οικογενειάρχες άνθρωποι όλοι μαζί : (θυμάμαι επί χούντας (όταν ακριβώς παρεμπιπτόντως άρχισαν οι αγγλόγλωσσοι πληθυντικοί να καθιερώνονται από τίς φυλλάδες, κυρίως τού συγκροτήματος) υπήρξε μία περίπτωση που η χουντοκυβέρνηση αντί για τήν διά ροπάλου επιβεβλημένη της καθαρεύουσα επέλεξε να μιλήσει σε μια ολοκάθαρη δημοτική – και γέμισε τούς δρόμους με γιγαντοαφίσες που προσπαθούσαν να πείσουν τούς (ήδη λεηλατημένους υπ’ αυτής πολίτες) να αγοράσουν κάτι ομόλογα – αν θυμάμαι καλά : μέ είχαν πάει κάτι φίλοι μου αριστεροί που είχαν αναλάβει τήν ιδεολογική μου εκπαίδευση, στο σπίτι τής έλλης αλεξίου ένα βράδυ και θυμάμαι ότι είμαστε κάτι παιδιά στο ωραίο παλαιϊκό της σαλόνι, κι ότι μάς ενημέρωσε πως στο μέσα δωμάτιο κοιμόταν ο μάρκος αυγέρης – μυθικά πρόσωπα αυτά τότε. Λοιπόν μέσα στις μικρές δράσεις που είχαν δειλά ξεκινήσει (τό φοιτητικό δεν υπήρχε καν τότε) είχαν οργανωθεί και κάτι συζητήσεις από μια «εταιρεία μελέτης ελληνικών προβλημάτων» αν θυμάμαι τόν τίτλο καλά, και η κυρία έλλη είχε πάει μόλις χτες σε μια συζήτηση όπου θαύμασε πολύ τόν πεπονή : ο οποίος μιλώντας για τό γλωσσικό ζήτημα επισήμανε ότι στις διαφημίσεις για τά ομόλογά της η χούντα δεν είχε μιλήσει τήν (αγαπημένη της) καθαρεύουσα, αλλά γέμισε σ’ αυτήν τήν περίπτωση τούς δρόμους με καθαρή δημοτική καθώς οι αφίσες της έλεγαν «για μένα, για σένα, για όλους μας» και όχι (όπως επισήμανε ο πεπονής, επισήμανε με ενθουσιασμό η αλεξίου – θυμάμαι μάλιστα ότι είπε «όλοι όσοι μιλήσανε ήταν σοφοί, αλλά ο πεπονής ήταν ένας σύγχρονος σοφός» (που μού φάνηκε βέβαια ελαφρώς μεγαλόστομο, αλλά ήταν μια τόσο συμπαθητική γριά κυρία : γλυκύτατη)) και όχι λοιπόν «δι’ εμέ, δι’ εσέ, δι’ άπαντες».) Ακριβώς : η διαφήμιση έχει να κάνει με τά λεφτά και γι’ αυτό τόν λόγο ούτε ρισκάρει ούτε παίζει : ξέρει ότι μιλώντας σέ παρασέρνει και τό να σέ παρασύρει είναι μέρος τού να μιλήσει στη γλώσσα σου. Ένα μέρος τής λογικής τής διαφήμισης είναι επίσης να σέ πείσει ότι αγοράζοντας κάτι μπαίνεις σε μια μεγαλύτερη παρέα, όπου όλοι σού μοιάζουν – κάποιος θα ’λεγε δημιουργείται μια ψευτοσυνείδηση κοινότητας. (Και τόν πρώτο ρόλο στην κοινότητα έχει η γλώσσα). Τό ιέκ τό οποίο επέλεξε τό επέλεξε απευθύνεται φυσικά σε νέους (και τούς γονείς που θα τό πληρώσουν βέβαια, αλλά γι’ αυτό ακριβώς και θέλει να προλάβει να πάρει με τό μέρος του πρώτα τά παιδιά) : και προφανώς (ευτυχώς κτγμ) η πλειοψηφία τών παιδιών ροκάρει και δεν ψευτοφλωρίζει : αν η διαφήμιση μιλούσε φλώρικα και ψευτομορφωμένα θα έλεγε ότι απευθύνεται σε συγκεκριμένο κοινό στο οποίο (καλά κάνει) και δεν απευθύνεται : δείχνει ότι ποντάρει στη σημασία που θα ’χει η γνώμη τών παιδιών στην απόφαση τών γονιών και δείχνει πως θεωρεί ότι τά παιδιά τά οποία προτιμάει να παρασύρει είναι «τά ζωντανά» και όχι οι σπασίκλες οι φύτουλες και οι ψευτοκαθωσπρέπει (που θα μιλούσαν μια «σωστή» και νεκρή διάλεκτο, αυτήν που υποστηρίζει ο σαραντάκος, και η οποία πάνω απ’ όλα δηλώνει ότι αδιαφορεί για τή ζωή και τά γούστα τους και βάζει κάποιους αντιπαθητικούς κανόνες πάνω απ’ όλα) : ήδη δηλαδή δημιουργείται η αίσθηση (και η υπόσχεση) μιας μελλοντικής κοινότητας : έλα μαζί μας και θα περάσουμε καλά, θα μάθουμε μεν, αλλά θα κάνουμε και πάρτυ, και θ’ ακούμε και (τήν ίδια) μουσική (η κοινή μουσική είναι τό δεύτερο σημαντικό στοιχείο στην κοινότητα : και η κοινή μουσική τής γλώσσας (γιατί, τί άλλο είναι ένας ήχος που, πέρα απ’ τό νόημά του, έχει και τό επιπλέον νόημα να μάς αρέσει ή να μη μάς αρέσει;) η μουσική ενγένει, συνδέει και δημιουργεί συντροφικότητα – τουλάχιστον ώς κάποιες άλλες ηλικίες που αρχίζουμε να διαπιστώνουμε ότι ίσως η συντροφικότητα να είναι και πιο απαιτητική)

   έπειτα, μιλώντας πια για γλώσσα δεν πρέπει να αλλάζουμε αιώνα ή μάλλον να παραμένουμε πίσω στους αιώνες – και να μιλάμε με τόν τρόπο που μιλούσαν για τή γλώσσα στον 18ο – έχοντας για μόνο τους όπλο τό χαρτί : είμαστε ήδη στον 21ο , αλλά και στον 20ο όταν είμαστε θα έπρεπε, ως γλωσσολογούντες, να ’χουμε μπει στον αιώνα και τού κασετόφωνου και τού βίντεου : έχει τεράστια σημασία τό σύνολο τών τόνων τής φωνής, τών παύσεων, τών εντάσεων, τών τονισμών, αλλά και τών κινήσεων και τών εκφράσεων με τά οποία κάποιος λέει κάτι – και τώρα πια, με βάση τήν τεχνολογία, μπορεί και πρέπει κι αυτά να τά μελετάμε – κυρίως όταν ασχολούμαστε με ιδιώματα, ή με εντελώς καινούργιες εκφράσεις που προς τό παρόν ανήκουν σε μια αργκώ μέχρι να μπουν στον κανόνα – οπότε και σιγά–σιγά θά’ρθει η ώρα τους να ανατραπούν κι αυτά ως αναγκαστικά πλέον και γι’ αυτό καθωσπρέπει και γι’ αυτό αντιπαθητικά : έτσι γίνεται πάντοτε : η ζωντανή γλώσσα θέλει να αντιπαρατίθεται πάντα σε κάτι, σε αντίθεση συχνότατα με τόν φορέα της που, μες στον βιωτικό του εφιάλτη δεν έχει τό περιθώριο και ίσως ούτε και τό θάρρος να αντιπαρατεθεί αλλιώς : η γλώσσα ξελασπώνει τή συνείδησή του εκ τού ασφαλούς – εκτός από τίς περιπτώσεις που θ’ αποφασίσει να κάνει ένα πληρέστερο έργο. Κοιτάζοντας λοιπόν τό βίντεο τής διαφήμισης εμένα μέ φτάνουν, σαν αλλεπάλληλα κύματα, πολύ περισσότερα μηνύματα από τό σκέτο «επέλεξε» τού κωστάλα (αν υποτεθεί δλδ ότι αυτός έφτιαξε τό κείμενο και δεν τό εκφώνησε απλώς – πράγματα που δεν τά ξέρω γιατί δεν έχω καμία σχέση εγώ μ’ αυτά –) περισσότερα μηνύματα από τίς σκέτες λέξεις δηλαδή εννοώ : πράγματα που τά βγάζω από τόν ενγένει τρόπο του : μηνύματα γλωσσικά μ’ άλλα λόγια που εκπορεύονται επαρκέστατα κι από τό ζεστό βλέμμα κι από τό συνωμοτικό χαμόγελο που συνοδεύει εντέλει εκείνη τήν αδιόρατη προς τά μπρος κίνηση τού σώματος – γεμάτη από μια υπόγεια ένταση υποσχέσεων και φιλικότητας – η οποία αποτελεί και τό τελικό κρίσιμο κλείσιμο τού ματιού τήν τελευταία στιγμή όπου επιλέγεται αποφασιστικά τό «επέλεξέ το»… : καλοπαιγμένο

   δεν θα πω προς τό παρόν τίποτ’ άλλο

.

ντοκουμέντα

.

.

.

.

.

.

   υγ 1
   πάντως μόλις πιάσουνε για τά καλά τά κρύα θ’ ασχοληθώ λίγο περισσότερο με τή γλώσσα : τό ’χω αδικήσει τό θέμα και τό ’χω βάλει μέχρι στιγμής μάλλον στο περιθώριο, ενώ μ’ ενδιαφέρει τόσο – 

   υγ 2
   και για να ξαναγυρίσω μια τελευταία φορά στον σαραντάκο, με αφορμή τόν οποίο ξεκίνησα, να τό προσέξει πάντως αυτό λίγο θα τού έλεγα (δεν διαβάζει γυναίκες μπλόγκερ, αλλά δεν πειράζει εγώ τό λέω για όσες μέ διαβάζουνε) : τό πρόσωπό του, μ’ αυτή τή μανία για τό «γραμματικά σωστό», κινδυνεύει να βρεθεί πολύ κοντά με τόν συντηρητισμό τήν αυταρχικότητα και τόν κομφορμισμό τής απόλυτα απέναντι όχθης : και να αρχίσει να μοιάζει (αυτό τό πρόσωπο τό πολύ συμπαθητικό σε όσους στο ίντερνετ υποστηρίζουν μετά πάθους τή δημοτική) όλο και περισσότερο με τού δάσκαλου που αντί να χαίρεται τά παιδιά που παίζουν στην αυλή τού σχολείου, τά κυνηγάει με τόν χάρακα για να πουν, στην αυλή όπως και μες στην τάξη, καλύτερα μια προστακτική – όπως παλιά μάς κυνήγαγαν με τίς υποτακτικές τους –

   για να μην πω ότι – για τά δικά μου τουλάχιστον γούστα – είναι ύποπτος και αισθητικά ακόμα ο τίτλος τής ανάρτησής που έβαλε : «δεν μάς έφτανε ο καβάφης, πλάκωσε και ο κωστάλας» είπε αυτό για μένα όταν τό πρωτοδιάβασα, σε απλά ελληνικά

   υγ 3
   ενδιαφέρον όμως έχει και η «απολογία» τού ιέκ : τή βρίσκω δηλαδή προσεκτική και φυσικά πονηρή (τοποθετεί μάλιστα τόν κωστάλα στους απλούς εκφωνητές ώστε να τόν καλύψει, αν δεν πετύχουν τά επιχειρήματα) : καταρχάς αποδέχεται αμέσως ότι άλλος είναι ο «σωστός γραμματικός όρος» – μ’ αρέσει αυτό τό «γραμματικός» που αφυδατώνει σχετικά τόν όρο από τή «σωστότητά του» – αν έλεγε «σωστός γραμματικά» θα ήταν βέβαια κοντύτερα στη δημοτική και συνεπώς και στο «επέλεξε» που επέλεξαν, αλλά οι άνθρωποι τής εταιρείας φυλάνε πλέον τά νώτα τους. Μ’ αρέσουν όμως και οι υπόλοιπες «αναλύσεις τους» όπως πιχι η σημασία που δίνεται στο «εύηχο» – αντιδιαστέλλοντάς το με τήν σημασία που δεν (πρέπει να) έχει τό εύηχο στον γραπτό λόγο, η παραδοχή (που ’λεγα και παραπάνω) ότι προσπαθούν να προσεγγίσουν τούς νέους λεκτικά, τό μέτρημα (κάτι που κάνει άλλωστε κι ο σαραντάκος) ότι ο τύπος «επέλεξε» χρησιμοποιείται πολύ στο ιντερνέτ, τήν παρηγορητική στροφή προς «μεγάλους λογοτέχνες και ποιητές» η οποία μπουρδουκλώνεται όμως με τήν αντιδιαστολή ότι «χρησιμοποιούν τή λεκτική και όχι γραμματικώς ορθή αποτύπωση λέξεων» (όπου τό «λεκτική» εδώ δεν ξέρω ακριβώς τί σημαίνει αν και βοηθάει λίγο η κατακλείδα τής πρότασης : «σύμφωνα με τή φωνητική εύηχη εκφορά», πράγμα που όμως έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τό προγενέστερο ( : πως τό εύηχο δεν ισχύει για τόν γραπτό λόγο)), και τέλος βέβαια η υιοθέτηση τού φαινόμενου τής «διαχρονικής αλλαγής τής γλώσσας κλπ κλπ» πράγματα που φυσικά είναι πολύ σωστά και που θα ’πρεπε να τά παραδέχεται κάθε κατήγορος : αστείο όμως (και με τήν έννοια τού εντελώς περιττού) μού φαίνεται τό τελικό, για τήν «αναγκαιότητα τής εύηχης εκφοράς ενός διαφημιστικού κειμένου» : αλλά οι άνθρωποι χρησιμοποίησαν μια ζωντανή δημοτική και βρήκαν τόν μπελά τους, πιάνονται επομένως απ’ όπου βρουν κι απ’ τά μαλλιά τους…

  * για όσους έχουν γερά νεύρα, νά και κάτι απόψεις τού στάλιν περί γλώσσας : εδώ (1950), και εδώ (1928)

.

.

.

  

.

.

.

.

.

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: