σημειωματαριο κηπων

Απρίλιος 21, 2014

ρηνιώ παπατσαρούχα – μίσσιου : γυάρος, απρίλης 1967

 

 

φωτογραφία τού γερμανικού περιοδικού «stern» (αύγουστος 1967) τραβηγμένη από ελικόπτερο και από ύψος 30 μέτρων στην «κομμουνιστική πτέρυγα» τού όρμου τής Γυάρου (κάποιοι κρατούμενοι έχουν αναγνωρίσει τούς εαυτούς τους στην ταράτσα) // η Ρηνιώ Μίσσιου στο συνέδριο τής Λέρου τό 2005, για τίς «Γυναίκες στην Αντίσταση»

 

 

η ρηνιώ παπατσαρούχα – μίσσιου (πρώτο όνομα απ’ τό πατρικό της θρακιώτικο επώνυμο, δεύτερο από αυτό τού σύντροφου μιας ζωής) μού έδωσε για σήμερα (και τό ζήτησα γιατί είναι κείμενο με σπάνιο ήθος και αισθητική, αλλά και λόγω τής φριχτής επετείου, που οι συγκυρίες τό φέρνουν να πρέπει νομίζω να τή θυμόμαστε όλο και καλύτερα και ακριβέστερα) να αναδημοσιεύσω τμήματα από ένα άρθρο που είχε γράψει τό 2009 για τό αφιέρωμα τότε καθημερινής εφημερίδας : τήν ευχαριστώ πολύ (περισσότερες πληροφορίες περί αυτών, και άλλων, στο τέλος*)

 

// Μετά τό 1961 που τό ελληνικό κράτος, υποχωρώντας στη διεθνή κατακραυγή, έπαψε να χρησιμοποιεί τή Γυάρο ως τόπο εξορίας και αναμόρφωσης τών αριστερών, η Γυάρος ξαναδέχτηκε περίπου 7.000 πολιτικούς εξόριστους «προληπτικώς συλληφθέντας» από τίς πρώτες μέρες μετά τήν 21η Απριλίου. Από αυτές τίς χιλιάδες περίπου 340 ήταν γυναίκες. Κι ενώ ο αριθμός τών ανδρών από τίς πρώτες κιόλας εβδομάδες άρχισε να μειώνεται εντυπωσιακά, ο αριθμός τών γυναικών παρέμεινε σχεδόν σταθερός. Είναι προφανές ότι η σύλληψη τών γυναικών έγινε με διαφορετικά κριτήρια
Τό φαινόμενο πάντως αποτελεί κεφάλαιο προς διερεύνηση για τούς ιστορικούς, ένα από τά πολλά κεφάλαια τής πρόσφατης ιστορίας που υπάρχουν μόνο δυνάμει. Κι όπου να ’ναι οι αυτουργοί αυτής τής ιστορίας κάνουν πανιά //
Θα μιλήσω, λοιπόν, για τή Γυάρο τού Απρίλη τού 1967. Για κείνη τή Μεγάλη Βδομάδα – τό πραξικόπημα τών Συνταγματαρχών έγινε ξημερώνοντας η Παρασκευή πριν από τό Σάββατο τού Λαζάρου – που δεν έφερε Πασχαλιά κι Ανάσταση σε χιλιάδες ελληνικά σπίτια. Όχι, δεν λέω «για ολόκληρο τόν ελληνικό λαό» όπως αρέσκονται να λένε πολλοί, ιδίως πολιτικοί, εκ τών υστέρων. Όχι, αυτή η ιστορία δεν είναι αντίδωρο να παίρνουν μια μπουκίτσα όλοι. Και θα μιλήσω με τόν μόνο τρόπο που ξέρω, με λόγο εγκάρδιο. Δεν αναλύω, δεν ερμηνεύω, δεν «συνεισφέρω στην ιστορία». Αν αυτά που ζήσαμε, που έζησα, και κυρίως που σκέφθηκα κι αισθάνθηκα, που αισθανθήκαμε, έχουν αξία για τούς ιστορικούς και τήν ιστορία, καλό είναι, αλλά δεν έχω αυτό στον νου μου τώρα που γράφω τούτες τίς σελίδες // Τά πράγματα εμφανίζονται αυτόκλητα, συνειρμικά· αλληλοσχολιάζονται, επικαλύπτονται, επαναλαμβάνονται ή χάνονται. Άνθρωποι, ώρες, τραγούδια, γεγονότα, λόγια κι αισθήματα· και δεν πειράζει, μη βρείτε άκρη, δεν είναι απαραίτητο. Καρδιά είν’ αυτή, ζωή είν’ αυτό, δεν είναι λογιστικά βιβλία
Πρέπει να ήταν η Μεγάλη Τρίτη 25 Απριλίου 1967, όταν τά καμιόνια μάς μετέφεραν στις στρατιωτικές λιμενικές εγκαταστάσεις τού Σκαραμαγκά, όπου μάς περίμενε τό αρματαγωγό για να μάς μεταφέρει – πού ; Κανένας δεν ήξερε. Μόνο φήμες κυκλοφορούσαν, κι ανάμεσά τους αναφερόταν κι η Γυάρος, με φρίκη. Στο κύτος τού πλοίου όλοι χύμα, καθώς σμίγαμε εκεί άνδρες και γυναίκες που είχαμε συλληφθεί από τίς πρώτες κιόλας ώρες τής δικτατορίας, άλλοι προερχόμενοι από τά αστυνομικά τμήματα τής Αθήνας και τού Πειραιά, άλλοι από τήν επαρχία, εμείς από τόν Ιππόδρομο – εκεί όπου τήν προηγουμένη είχε δολοφονηθεί ο Παναγιώτης Ελής και είχε κακοποιηθεί βάναυσα ο Νέστορας τού ελληνικού Κοινοβουλίου, ο Ηλίας Ηλιού – άλλοι από τού Καραϊσκάκη, άλλοι από άλλους τόπους συγκέντρωσης. Άνθρωποι άγνωστοι μεταξύ τους κι άλλοι που είχαν ξαναϋπάρξει μαζί κάτω από ανάλογες συνθήκες πριν από χρόνια σε φυλακές και εξορίες. Άλλοι που μόλις πριν από λίγες μέρες είχαν συναντηθεί στα γραφεία τής ΕΔΑ, τής Νεολαίας Λαμπράκη, τής ΕΦΕΕ, στα Σωματεία τους. Εμένα ήταν η πρώτη μου φορά, έτσι για να μην αποτελώ εξαίρεση στην οικογένεια //

   Τό πλοίο φεύγει κι αυτά που ήταν ώς τώρα «η ζωή σου» μένουν πίσω ορφανά κι ανυπεράσπιστα μαζί με τίς απλές κι ελάχιστες βεβαιότητές σου. Έχω τήν αίσθηση ότι βιώνω μια τεράστια παρεξήγηση ότι δεν μπορεί να συμβαίνει αυτό· παρ’ όλο που επί μήνες συζητιόταν η επαπειλούμενη εκτροπή – ότι κάποιος οφείλει να μού δώσει μιαν εξήγηση ή να μού ζητήσει εξηγήσεις. Τί περίεργο. Τήν ίδια αίσθηση είχα και τό απόγευμα τής 21ης, όταν μάς μετέφεραν από τό Ε΄ Τμήμα, που τότε ήταν στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας, στον Ιππόδρομο. Όταν είδα τούς φαντάρους παραταγμένους σε δύο στοίχους με «εφ’ όπλου λόγχη» κι εμείς να προχωρούμε ανάμεσά τους, είπα, αυτό είναι θα μάς σκοτώσουν – αλλά έτσι χωρίς εξήγηση !
   Ανάμεσα στο πλήθος βλέπω τό αγέρωχο προφίλ τού Ρίτσου. Η Ηρώ Κανακάκη – η Ηρώ που δεν υπάρχει πια – έρχεται κοντά μου ανακουφισμένη, προς τό παρόν ανάμεσα σε τόσους ομοϊδεάτες είμαι η πρώτη γνωστή που βλέπει. Ο Φαρσακίδης μού χαμογελάει, από μακριά μ’ ένα χαμόγελο «…όχι που νόμιζες πως θα τή γλιτώσεις»
   // Αυτοί – Εμείς – Εγώ είμαστε πια δεμένοι στην ίδια μοίρα. Θα μοιραστούμε τήν ίδια ζωή – όποια ζωή – ή τόν ίδιο θάνατο.
   // Ήταν η πρώτη μου φορά. Μα δεν ξέρω, αν αυτά τά συναισθήματα δεν ισχύουν και στη δεύτερη και στην τρίτη. Κάθε φορά, ώσπου αυτό τό απειλητικό άγνωστο να γίνει συγκεκριμένο //

Φτάσαμε στη Γυάρο απόγευμα. Οι μέρες τού Απρίλη είναι μεγάλες. Ήταν ήσυχα. Δεν φυσούσε // Ανάμεσα στις ξερολιθιές και τά κλιμακωτά επίπεδα, όπου κάποτε ήταν στημένες οι σκηνές–καταλύματα τών εξορίστων – κι όπου έμελλε να στηθούν και οι δικές μας σκηνές – ολάνθιστα φανταχτερά μωβ–συκλαμέν μπούζια ημέρευαν με τίς αισιόδοξες πινελιές τους τόν τόπο, τόν έκαναν να μοιάζει με αρχαιολογικό χώρο πριν αρχίσουν οι ανασκαφές. Έτσι όπως έβλεπες πέτρινα σκαλοπάτια μισοκατεστραμμένα, τοιχία μισοκρυμμένα από τά μπούζια έλεγες, ένας αρχαίος ερειπιώνας απροσδιορίστου ηλικίας. Όλα κι όλοι κρατούν τήν ανάσα τους. Ανοίγει η μπουκαπόρτα. Μπροστά μας τό κτίριο τής φυλακής : ένα βαρύ παραλληλόγραμμο ανάμεσα στους δύο όρμους, τόν τέταρτο και τόν πέμπτο.
Οι φύλακες σχεδόν αμήχανοι, σχεδόν αόρατοι. Αργότερα μάθαμε πως η πρώτη φρουρά ήταν κι αυτοί κάτι σαν εξόριστοι. Ήταν η φρουρά τής Βουλής, που η χούντα τή μάντρωσε στη Γυάρο ως διεφθαρμένη από τή συνάφειά της με τούς πολιτικούς και τήν πολιτική //

   Τόν Απρίλη, στην Ελλάδα, μπορεί κι ένας ξερόβραχος, στοιχειωμένος από τήν ίδια του τήν ιστορία, να φαντάζει, και να γίνεται ώρες ώρες ιδανικό σκηνικό ειδυλλίου. Γι’ αυτό μέ μαγεύει ο τόπος μας, γι’ αυτό και αισθάνομαι ότι τού ανήκω ψυχή τε και σώματι. Γιατί μπορεί τήν ίδια στιγμή να είναι και να λέει πολλά, διαφορετικά, και χωρίς δόλο – ο τόπος. // προς τό παρόν, λοιπόν, κι αφού δεν μάς υποδέχτηκαν με βούρδουλες και αγριοφωνάρες, βρισιές και κλωτσιές – όπως ξέραμε ότι συνέβαινε στο παρελθόν – προς τό παρόν, εκείνο τό απόγευμα η Γυάρος μάς υποδεχόταν, ανήσυχη μεν, αλλά χαμογελαστή και φορώντας τά καλά της – ή μήπως ανήσυχοι ήμασταν εμείς, έτοιμοι μπροστά στην μπουκαπόρτα ;

Τό κτίριο τού Διοικητηρίου δεσπόζει, κτισμένο με ξεθωριασμένο κόκκινο τούβλο // Μπροστά στο διοικητήριο, τό γήπεδο, χώρος για τίς παράτες και τήν υποδοχή τών επισήμων. Ένα ανηφορικό μονοπάτι, που μόλις διαγράφεται, σέρνεται κατά μήκος τού τοίχου τής φυλακής. Αυτό θα πάρουμε κι εμείς. Τά παράθυρα ψηλά – όχι για να έχεις θέα τού τόπου γύρω, μόνο για να μπαίνει φως και αέρας· και βροχή, όπως διαπιστώσαμε αργότερα, γιατί τά περισσότερα τζάμια ήταν σπασμένα //

   Κι επειδή ουδέν κακόν αμιγές καλού, όταν σού κλείνουνε τή θέα προς τόν έξω κόσμο στρέφεσαι επίμονα προς άλλους κόσμους και άλλες θέες, άλλους ορίζοντες : τό διάβασμα, τήν παρατήρηση τών συγκρατουμένων σου, τού εαυτού σου, σκέφτεσαι περισσότερο, αξιολογείς τά δεδομένα με καινούργια οπτική· ανακαλύπτεις τίς νέες διαστάσεις σου· πράγματα που θεωρούσες σημαντικά ευτελίζονται άλλα παίρνουν τή θέση τους. Όπως, ας πούμε, όταν ένα αισθητήριο αδρανεί κάποιο άλλο υπεραναπτύσσεται· και

«Συμβιβάστηκε με τήν πικρία ο κόσμος
Διάττοντα ψεύδη αφήσανε τά χείλια
Η νύχτα ελαφρωμένη
Από τό θόρυβο και τή φροντίδα
Μέσα μας μετασχηματίζεται
Κι η καινούρια σιωπή της λάμπει αποκάλυψη»

   // Καλύτερα να μην χρειαστεί ν’ ανακαλύψεις τά όρια τού εαυτού σου. Δεν μπορούν όλοι οι άνθρωποι να τό αντέξουν. Είναι πολλοί αυτοί που βουλιάζουν μέσα τους, μεμψιμοιρούν, αναμασούν και χάνονται· χάνονται, όχι βιολογικά, χάνουν τή δυνατότητα ν’ ανακαλύψουν ένα σκαφιδάκι, έστω, που να τούς βγάλει σε στέρεο έδαφος, ένα ευάλωτο και εύθραυστο σκαφιδάκι, που τό βαφτίζω ατομική συνείδηση ή έστω τσαμπουκά

Τό μονοπάτι που ακολουθούμε καταλήγει αριστερά σ’ ένα πλάτωμα· εκεί μάς συγκέντρωσαν όταν, τίς πρώτες μέρες, ήρθε κάποιος γαλονάς να μάς πει «όποιος θέλει να πάει στο σπίτι του, ας κάνει ένα βήμα μπροστά» (κανονικά, λέω τώρα, έπρεπε όλοι να κάνουμε αυτό τό βήμα…). Αλλά δεν θυμούμαι αν κάποιος εκείνη τή στιγμή έκανε αυτό τό βήμα – τόσο έχω απωθήσει τήν εικόνα. Είχα σκύψει τά μάτια για να μη δω, μη συναντήσει η ματιά μου τό βλέμμα κάποιου που θα ’χε κάνει αυτό τό βήμα. Δεξιά // τό υποτιθέμενο νοσοκομείο. Σ’ αυτό τό νοσοκομείο πρωτοσυνάντησα και τόν Καρούσο, τόν μεγάλο ηθοποιό, όταν πήγα μια μέρα να σφουγγαρίσω· ήταν η σειρά μου στη φασίνα, έτσι γινόταν… // Καθώς φτάνω στην είσοδο και πριν βουτήξω στο σκοτάδι και στην μπόχα που βγαίνει απ’ αυτό τό τούνελ, βλέπω πλάι στην πόρτα, στο πλαίσιο τών ανακοινώσεων, μιαν ανακοίνωση–διαταγή τού 1961. Τό συρμάτινο πλέγμα που προστάτευε τίς ανακοινώσεις έχει σκουριάσει και διαλυθεί. Κάποτε θα υπήρχε, ίσως, και γυαλί. Η ανακοίνωση, ξεθωριασμένο κουρελόχαρτο, πάει κι έρχεται με τό αεράκι. Μού ’ρχεται ν’ απλώσω τό χέρι και να τήν πάρω, ως «ντοκουμέντο», αλλά μια δεύτερη σκέψη μέ κοροϊδεύει : εδώ δεν ξέρεις αν θα σώσεις τόν εαυτό σου, θα σώσεις τά ντοκουμέντα… //

   …Εμείς τώρα ξέρουμε, είμαστε ’δω στη Γυάρο. Είμαστε χιλιάδες, κάποιοι ξέρουν για τή μεταφορά μας κι αυτό είναι μια ασφάλεια. Οι άλλοι όμως, οι δικοί μας που έμειναν έξω ; Ελεύθεροι τάχα ! Πού βρίσκονται, πώς είναι, τί ξέρουν για μάς // Ξέφυγαν τή σύλληψη ή βασανίζονται σε κάποιο Τμήμα ; Βρήκαν σπίτι να τούς κρύψει ; Δούλεψαν οι επαφές ; Βρέθηκαν μεταξύ τους ; Ο διάδρομος μακρύς, ατέλειωτος. Βλέπω μόνο βαριές πλάτες ανθρώπων που προχωρούν, κουβαλώντας τά ελάχιστα υπάρχοντά τους – όχι δεν είναι αυτά τά βάρη που σηκώνουν : έξω έχουν μείνει οικογένειες σύζυγοι παιδιά, δεσμοί, υποχρεώσεις εκκρεμότητες //

Ο διάδρομος μακρύς, ατέλειωτος· τώρα στη μνήμη μου χωρίς τά μπάζα και τή βρωμιά, γεμίζει σιγά σιγά από ένα πλήθος που πάει κι έρχεται. Βλέπω πρόσωπα και χαμόγελα, ακούω κουβέντες, καλημέρες, αστεία, μαθαίνω τά νέα, τί λένε για μάς  // Βλέπω και φάτσες μουτρωμένες και στριφνές, καχύποπτες με όλους και με όλα // Κάποιοι άντρες μάς βοηθούν να γεμίσουμε με ξερόχορτο τά στρώματά μας, τά κουβαλούν στα ράντζα μας… Ατέλειωτες διαδρομές με τό καρότσι κουβαλώντας μπάζα, βρωμιές και κονσερβοκούτια // Στον θάλαμο που μάς έλαχε – τόν έναν από τούς δύο θαλάμους που δόθηκαν στις γυναίκες, αυτόν που ήταν ακριβώς δίπλα και πάνω από τό αναρρωτήριο τής φυλακής – έμεναν, λέει, παλιότερα ποινικοί, που, όπως διαπιστώσαμε, δεν ήταν και φανατικοί με τήν καθαριότητα // Δέματα, βέβαια, δεν έρχονταν. Αυτό άργησε πολύ. Οι περισσότερες δεν είχαν δεύτερη αλλαξιά ! Εγώ πήγα για «διαπίστωση στοιχείων» – έτσι μού είπαν όταν τούς ζήτησα… ένταλμα σύλληψης. Πήγα με κανελί ταγιεράκι κι ένα μπλουζάκι νταντελέ πλεγμένο από τά χεράκια τής μανούλας μου που μέ συμβούλευε «πού πας παιδί μου μ’ αυτό τό φιριντόνι, βάλε κάτι πιο ζεστό», μα εγώ ήθελα να ξορκίσω τό χειρότερο κάνοντας τάχα μου πως δεν τό βλέπω. Πήγα στο Τμήμα ντυμένη σαν τήν καλή χαρά κι έμεινα πάνω από μήνα μ’ αυτά τά ρούχα. Όλη τή μέρα αγγαρεία καρότσι φασίνα, και τό απόγευμα τίναζα τά ρούχα μου να φύγει η σκόνη κι έβγαινα στο πλάτωμα με μια μεγάλη κίτρινη μαργαρίτα στο πέτο τού ταλαίπωρου ταγιέρ. Έτσι, για τήν ομορφιά, που οφείλουμε να τήν υπερασπιζόμαστε κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες //
Η πρώτη μας ακτίνα λοιπόν, συνόρευε με τό αναρρωτήριο τής φυλακής, που ήταν σε χαμηλότερο επίπεδο. Καλοκαιριάτικη νύχτα με μια τεράστια πανσέληνο – όμως εμείς δεν μπορούσαμε να δούμε τόν δρόμο τού φεγγαριού στη θάλασσα. Οι κρατούμενοι, άλλοι στις σκηνές κι άλλοι κλειδωμένοι στις ακτίνες. Ένα χαμηλόφωνο μουρμουρητό αναδύεται από παντού. Ποιος κοιμάται τέτοια νύχτα. Κι αρχινάει τό τραγούδι η Ολυμπία Παπουτσιδάκη. Τή βλέπω ακόμα, νυχτερινή φιγούρα με φόντο τόν ουρανό και τό αγκαθωτό σύρμα, καθισμένη στο τοιχίο : «Ο Διγενής ψυχομαχεί κι η Γης τόνε τρομάσει…» αρχίζει η Ολυμπία με εκείνη τήν ατέλειωτη, αφκιασίδωτη φωνή της «…εεέι να ’χεν η Γης πατήματα να ’χε ο ουρανός κερκέλια / να πάτουν τά πατήματα να κράτουν τά κερκέλια…»

   Αχ Ολυμπία, όπου κι αν είσαι τώρα – γιατί είναι και πολλά τά χρόνια που μεσολαβούν – να ’ξερες τότε τάχα, μ’ αυτό τό ηρωικό σε πρώτη ανάγνωση τραγούδι σου, τί πατήματα και τί κερκέλια χάριζες στους στερημένους γύρω σου, όπου έφτανε η φωνή σου, να κρατηθούν, ν’ ανεβούν, να αγναντέψουν, έστω για λίγο, κατά κει όπου είχε η ζωή ορίζοντα, προοπτική, έρωτα.
   Είναι γνωστό ότι ένα από τά μεγάλα κενά στην επίσημη ιδεολογία τής αριστερής πρωτοπορίας είναι που εξόρισε υποκριτικά τόν έρωτα και τόν ερωτισμό από τή σκέψη και τή ζωή τών αγωνιστών, αναγνωρίζοντάς τα μόνο ως έσχατο και καταχρηστικό δικαίωμα στο πλαίσιο τού νόμιμου και εγκεκριμένου γάμου. Δεν ξέρω πώς μπορεί κανείς να ονειρεύεται και ν’ αγωνίζεται μέχρις εσχάτων για να αλλάξει τόν κόσμο και να οδηγήσει τόν άνθρωπο σε πιο ευάερες και ευήλιες κοινωνίες, διατηρώντας ταυτόχρονα όλα τά μικρόψυχα μικροαστικά στερεότυπα γύρω από τήν αυτοδιάθεση τής μόνης θεμιτής ιδιοκτησίας, τού σώματος και τών αισθημάτων μας!

// Έτσι λοιπόν, για να τούς τή σπάσω εκεινών που μάς έστειλαν εκεί για να μάς εξοντώσουν ηθικά και βιολογικά και να απαλλαγούν από μάς : να ξέρουν πως η συνταγή δεν πετυχαίνει πάντα, και πως – χωρίς ποσώς να εξωραΐζω τήν κατάσταση στέρησης – η όντως ελεύθερη προσωπικότητα δεν περιορίζει τό αίτημα τής ελευθερίας στα όρια τών πολιτικών θεσμοθετημένων ελευθεριών : αυτές αποτελούν απλώς προϋπόθεση δημοκρατίας.
Ο έρωτας της ελευθερίας είναι απαιτητικός και πανάκριβος αλλά η ελεύθερη συνείδηση βρίσκει πάντα πατήματα και κερκέλια με ρίσκο, με κόστος, αλλά και ρισκάρει και πληρώνει. Εμείς δεν ταυτίσαμε ποτέ τήν ελευθερία με τή νομιμοφροσύνη. Στον Ιππόδρομο τραγουδάγαμε «Σώπα όπου να ’ναι θα σημάνουν οι καμπάνες» // Ο εγκλεισμός και η στέρηση τής ελευθερίας λειτουργεί κι αντίστροφα καμιά φορά, φωτίζει, διευρύνει, γονιμοποιεί· δίνει ευκαιρίες περισυλλογής //
Και καθώς σ’ αυτή τήν ιστορική φάση η Γυάρος και η Αλικαρνασσός τού Ηρακλείου Κρήτης, στις φυλακές τής οποίας μεταφέρθηκαν οι γυναίκες τόν Σεπτέμβρη τού 1968, δεν είχαν σωματικά βασανιστήρια – είχε πολλές άλλες ταλαιπωρίες και στερήσεις αλλά βασανιστήρια, όπως τά ξέρουμε, δεν είχε – ο εγκλεισμός και η στέρηση τής ελευθερίας υπήρξαν πνευματική πρόκληση. Να θυμήσω ότι τήν ίδια εποχή στον κόσμο συμβαίνουν πράγματα ; Στο Παρίσι ο Μάης τού ’68 με συνθήματα πρωτάκουστα. Στην Πράγα η εισβολή τών σοβιετικών τανκς κάνει τή… διεθνιστική αλληλεγγύη απλή ιμπεριαλιστική τακτική. Στην Αμερική γεννιέται για πρώτη φορά ένα αντικαταναλωτικό κίνημα – πού αλλού θα γεννιόταν – τό οποίο σε συνδυασμό με τό φιλειρηνικό αντιπολεμικό κίνημα που προκαλεί ο πόλεμος τών Αμερικανών στο Βιετνάμ, καταγγέλλει τό κυρίαρχο οικονομικό μοντέλο ως μοναδική αιτία τού πολέμου // Όλα αυτά συμβαίνουν γύρω μας κι ο απόηχός τους φτάνει ώς εμάς. Στη Γυάρο τό ραδιόφωνο αργά τή νύχτα μετέδιδε ειδήσεις για τήν εισβολή στην Πράγα. Τό ακατέργαστο μυαλό τους τούς έλεγε, προφανώς, ότι πρωί πρωί απογοητευμένοι θα ροβολάγαμε κατά τή Διοίκηση να υπογράψουμε… δηλώσεις μετανοίας.
Οι φυλακές και οι τόποι εξορίας δεν είναι μόνο αυτοί που φαίνονται, φωτογραφίζονται, καταμετρούνται. Αυτοί είναι προβλέψιμοι και εξ ορισμού εχθρικοί. Ξέρεις, κι αν δεν ξέρεις σύντομα ανακαλύπτεις, σε τί και σε ποιους πρέπει να αντισταθείς, πώς θα οργανώσεις τίς άμυνες και τίς κρυψώνες σου. Άλλωστε, ο εγκλεισμός μπορεί και να προσφέρει αμφιλεγόμενες «ευκαιρίες». Μπορεί π.χ. σε τέτοιες συνθήκες ν’ ανακαλύψει κανείς ότι οι άνθρωποι, οι σύντροφοι με τούς οποίους συμπορεύεσαι και συνεργάζεσαι για τόν ίδιο υποτίθεται σκοπό, διαβάζουν τά γεγονότα με άλλη γλώσσα, υπομνηματίζουν διαφορετικά τήν ιστορία. Τότε αν δεν σέ κυριέψει πανικός μπορεί και να δεις ν’ ανθίζει στο μυαλό σου μια καινούργια γνώση, κι απλώς δεν σέ χωράει στην επιστροφή η πόρτα απ’ όπου βγήκες.

Στην εποχή μας άλλες είναι πλέον οι «φυλακές» που πρέπει να φοβάται κανείς περισσότερο. Αυτές που σέ απομονώνουν χωρίς τοίχους, σέ αποκλείουν χωρίς κάγκελα και απαγορεύσεις, και σέ οδηγούν στην αποξένωση και τήν αδιαφορία //

Τριανταπέντε χρόνια συνεχούς και αδιατάρακτου κοινοβουλευτικού βίου για τήν Ελλάδα, που μετράει από τό 1925 ώς τό 1967 τρεις δικτατορίες, είναι μεγάλο διάστημα και μεγάλη υπόθεση.

Στις δικτατορίες στις φυλακές στις εξορίες μαθαίνεις να αντιστέκεσαι, τίς πολεμάς. Κάποια στιγμή αποδυναμώνονται, οι Δυνάμεις που τίς στήριξαν αλλάζουν επιλογές και τακτική : γελοιοποιούνται καταρρέουν, ξοφλάς μαζί τους. Τά απαγορεύονται τελειώνουν, γίνονται πολιτικώς ντεμοντέ. Τώρα τό ζήτημα είναι πώς θα μάθει κανείς να αντιστέκεται σ’ αυτούς που τού υπαγορεύουν και σ’ αυτά που τού προτείνουν σαν must. Η δυσκολία αυτού τού αγώνα είναι ότι δεν έχει τίποτα ηρωικό, κανένα παράσημο, κανέναν αντίπαλο. Γιατί ο εχθρός είμαστε εμείς και η τάση μας να ενδίδουμε σε όλων τών ειδών τίς ευκολίες και τίς διευκολύνσεις, έστω υποθηκεύοντας τό ίδιο τό Μέλλον. Οι καμπανοκρουσίες άρχισαν, κι εμείς ακόμα ρωτάμε να μάθουμε, «Για ποιον κτυπά η καμπάνα»

2009

 

 

*τό κείμενο δημοσιεύτηκε στο αφιερωματικό τεύχος τής εφημερίδας «ελευθεροτυπία» με τόν γενικό τίτλο «δεσμώτες τής χούντας» για τά 35 χρόνια από τήν αποκατάσταση τής δημοκρατίας

σε υποσημείωση στο τέλος τού κειμένου της η ρηνιώ μίσσιου αναφέρει ότι οι συγκεκριμένοι στίχοι μέσα στο κείμενο (σε συζήτηση μού ξεκαθάρισε ότι τά με πλάγια στοιχεία τμήματα τού κειμένου της υποδηλώνουν σκέψεις εκτός και πέραν τού συγκεκριμένου χρόνου τής αφήγησης) πως οι συγκεκριμένοι στίχοι που περιλαμβάνονται στην παρούσα ανάρτηση λοιπόν, είναι από τούς «προσανατολισμούς» τού ελύτη που κάποια παλιά τύχη τούς έβαλε στα χέρια της εκείνη τήν εποχή, χωρίς να μπορεί να θυμηθεί πώς έγινε και τούς απέκτησε στην εξορία

και για τήν ιστορία, σχετικά με τή σύλληψή της τό ίδιο τό πρωί τής 21ης, να αναφέρω από τήν ίδια προσωπική της αφήγηση ότι γύρω στις 2 τά ξημερώματα ο χρόνης (μίσσιος) ειδοποιήθηκε για τό πραξικόπημα από τόν τάκη μπενά και πέρασε στην παρανομία (μαζί με άλλα μέλη τής νεολαίας λαμπράκη εκ τών οποίων τώρα θυμάται τά ονόματα τής αννιώς μεταξωτού–μαυρομάτη, τού γιώργου βότση, τού αριστείδη μανωλάκου και τού θέμη μπανούση), ενώ εκείνη κλήθηκε (όπως άλλωστε διηγείται και στο άρθρο) όταν είχε πια ξημερώσει στην ασφάλεια «για εξακρίβωση στοιχείων» και από κει μεταφέρθηκε με τίς άλλες και τούς άλλους στον ιππόδρομο και μετά στη γυάρο

 

 

   

 

 

a 1 a ajunta3

.

.

.

.

.

.

Ιανουαρίου 25, 2013

βουλεύτρια ή ανταρτίνα ( : περί ήχων σκιάς)

.

.

   εγκαινιάζω σήμερα μια κατηγορία αναρτήσεων για ένα θέμα που μέ έχει απασχολήσει σκόρπια πολλές φορές, και στα άλλα γραφτά μου και εδωμέσα, τό οποίο θα κωδικοποιηθεί όμως από δω και πέρα ως «γυναικεία γλωσσικά» : πάμε λοιπόν σήμερα με τούς ήχους και τήν (μακριά) σκιά τους :

.

   λίγο πριν αυτοκτονήσει ο ρόμπερτ σούμαν παραπονιόταν ότι τόν κυνηγούσε επίμονα μία νότα (νομίζω η ρε). Έχει κανείς μήπως αμφιβολία ότι αυτή η νότα είχε για τόν σούμαν ένα τελείως διαφορετικό νόημα (επαναλαμβανόμενη κιόλας) απ’ ό,τι θα ’χε ένα ντο ας πούμε ή ένα φα ;

   οι ήχοι ασφαλώς και έχουνε νόημα – τό ζήτημα είναι ότι αυτό τό νόημα σχεδόν ποτέ δεν γίνεται να εκφραστεί με λόγια – δηλαδή με ήχους οργανωμένους : τό νόημα τού ήχου είναι κατεξοχήν ανοργάνωτο αναρχικό και παντοδύναμο – είναι σαν τό όνειρο, απλώνεται σαν παλίρροια παντού – προς στιγμήν. Έχει και χρώματα, αλλά πολύ δύσκολα μπορεί να μεταφραστεί σε λέξεις. Για να μεταφέρουμε τό νόημα ενός ήχου, έχουμε μόνο τή μουσική ή τή ζωγραφική : η λογοτεχνία έρχεται πολύ μετά, και μόνο η πολύ καλή λογοτεχνία μπορεί πραγματικά να προσπαθήσει να μεταφράσει τούς ήχους τών νοημάτων που τήν απασχολούν σε λόγια – και τότε γίνεται μάλλον δυσάρεστη

   οι ήχοι όταν γίνουν λέξη αρχίζουν να οργανώνονται και να παίρνουν μέρος στην κοινωνική ζωή : νέα νοήματα δημιουργούνται απ’ τούς συνδυασμούς τους τότε : κι ένα περίεργο πράγμα που μάς δείχνει η γλώσσα με επιμονή (και για τό οποίο δεν έχω μπορέσει ακόμα να βρω εξήγηση) είναι ότι ο τελευταίος ήχος τής λέξης είναι και ο δυνατότερος, και ότι αυτός μάς μένει : ή, από μια άλλη άποψη, ότι διαλέγουμε να βάλουμε τό πιο ισχυρό νόημα, που μάς ενδιαφέρει περισσότερο απ’ όλα, στο τέλος :

   έτσι λοιπόν η κατάληξη τής λέξης φαίνεται να έχει πάντα φοβερή σημασία (γι’ αυτόν που φτιάχνει τή λέξη, και γι’ αυτόν που τή λέει) παρόλο που υποτίθεται ότι τό βασικό νόημα τής λέξης βγαίνει από τό θέμα της, και ότι η κατάληξη έπεται : παραδείγματα έχουμε γι’ αυτό τό θέμα άφθονα : ειδικά θυμάμαι ότι από τό γουωτεργκαίητ έγινε τό ιρανγκαίητ, και όχι τό ιρανγουώτερ (και παρομοίως τό ρούμπιγκαίητ κι όχι ρούμπιγουώτερ) (όπως έχουμε άλλωστε και τό ελληνοπρεπέστερο βατοπαίδι–γκαίητ (ψάχνοντας στον γούγλη βρήκα κι ένα μπουτάρης–γκαίητ, και υπάρχουν σίγουρα κι άλλα))

   μπορούμε όμως να χορέψουμε στην κυριολεξία καντρίλιες και βαλς και ταγκό, και πολλούς άλλους χορούς μαζί, μιλώντας για τίς καταλήξεις ειδικά στο απεχθές φαινόμενο τών γυναικείων ονομάτων (απεχθές, διότι κανονικά δεν θα ’πρεπε να υπάρχουν καθόλου γυναίκες, ώστε να μην χρειάζεται να κάνουμε τόν κόπο να τίς ονομάζουμε κιόλας)

   καταρχάς και χωρίς πολλή–πολλή προσπάθεια βλέπουμε ότι αμέσως, ανεξαρτήτως θέματος, και με μόνο μας όπλο τήν κατάληξη, θα δίναμε ένα διαφορετικό νόημα στη λέξη αντάρτισσα αν τήν λέγαμε ανταρτίνα ή στην αρχιτεκτόνισσα αν τήν λέγαμε αρχιτεκτονίνα στην τύπισσα αν τήν λέγαμε τυπίνα αλλά και στην σαρανταποδαρούσα αν τήν λέγαμε σαρανταποδαρίνα

   διότι κατά μυστήριο τρόπο η κατάληξη –ίνα έχει ένα νόημα που αφαιρεί δύναμη επικινδυνότητα σοβαρότητα ισχύ και ενέργεια, με άλλα λόγια περιφρονεί γελοιοποιεί ή υποβιβάζει (και βέβαια μπορεί αυτό να προέρχεται όχι μόνο απ’ τόν ήχο της αλλά κι από τήν ιστορία τού ήχου, καθώς προγενέστερες λέξεις σε –ίνα κουβαλάν αμέσως μπροστά μας ένα τραινάκι κι ένα πλήθος από συνειρμούς κουζίνας μπαλαρίνας θεατρίνας και τσαχπίνας, αλλά και πολλούς άλλους υποτιμητικούς ως προς τίς γυναικείες δραστηριότητες ή ιδιότητες χαρακτηρισμούς (και πιθανότατα τό περιφρονητικό νόημα πηγάζει κι από έναν δημιουργικό συνδυασμό όλων αυτών))

   γι’ αυτό τό θέμα άλλωστε (και για άλλα τέτοια σχετικά) έχει υπάρξει και μια ωραιότατη μελέτη γλωσσολογικής ομάδας (μαρία μενεγάκη, λουκία ευθυμίου) με τίτλο «εξουσία και γλώσσα στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία» (2009)

   αναφέρω ενδεικτικά (αντιγράφοντας με τούς τόνους μου, και τά λοιπά μου βίτσια (έλλειψη κεφαλαίων ας πούμε)) :

   «η κατάληξη –ίνα ήταν ήδη σε χρήση για να δηλώσει τίς συζύγους τών αξιωματούχων : υπουργίνα, προεδρίνα, δημαρχίνα || έχουν βεβαίως καταγραφεί και οι τύποι βουλεύτρια (βοσταντζόγλου, 1962), δικάστρια (κριαράς, 1995), νομάρχισσα (κριαράς, 1995) || δεν θα πρέπει βέβαια να παραβλέψουμε τή στάση τών ίδιων τών ελληνίδων, οι οποίες είτε αδιαφορούν θεωρώντας τό ζήτημα τής γλώσσας αμελητέο, είτε προτιμούν συνειδητά να διατηρούν τούς αρσενικούς τύπους τών αξιωμάτων που κατέχουν. Κατά τήν αντίληψή τους, ο τίτλος τους θα υποβαθμιζόταν εάν έχανε τήν αρσενική του μορφή. Ενώ, π.χ. ουδείς διανοήθηκε να θέσει ποτέ θέμα ότι τό εφέτης ομοιοκαταληκτεί με τό υπηρέτης, η γυναίκα φοβάται μήπως τό εφέτρια παραπέμπει στο υπηρέτρια || όπως εύστοχα έγραφε ο γάλλος στοχαστής τού διαφωτισμού ντεστύτ ντε τρασύ : “η ανακρίβεια στη διατύπωση τών νοημάτων γεννιέται πάντοτε από τή σύγχυση τών ιδεών” (destutt de tracy) || η αντίληψη τών ίδιων τών γυναικών, ότι ο,τιδήποτε ανήκει στη σφαίρα τού “θηλυκού” είναι υποδεέστερο, δεν αφορά μόνο τίς ελληνίδες, αλλά είναι διάχυτη και σε άλλες χώρες»

   αλλά και (από τό ίδιο) :

   «τέτοιες λέξεις σε –ινα χρησιμοποιούνται συχνά όταν υπάρχει πρόθεση να δοθεί αρνητική, υποβιβαστική χροιά στο σημαινόμενο (χαραλαμπάκης, 1992:125). Η τρίτη λύση είναι να ακολουθηθεί ο καθιερωμένος γραμματικός κανόνας σχηματισμού θηλυκού τών ουσιαστικών που λήγουν σε –της : καθηγητής/καθηγήτρια. Αυτή τή λύση προκρίνει ο αγ. τσοπανάκης και τήν αντιπαραθέτει στην κατάληξη –ινα, θεωρώντας ότι υπάρχει μια σημαντική “διαφορά ήθους” ανάμεσα σε αυτήν και την –τρια, η οποία “είναι πιο επίσημη, πιο αξιοπρεπής : σπουδάστρια, φοιτήτρια, καθηγήτρια· έτσι και η βουλεύτρια και η επιθεωρήτρια και η δικάστρια ή η εφέτρια θα είναι πολύ πιο επίσημες από τή βουλευτίνα και τήν επιθεωρητίνα, προεδρίνα, εφετίνα, οι οποίες δείχνουν μία οικειότητα και, ενδεχομένως, έλλειψη σεβασμού”. (τσοπανάκης, 1982:336, πρβλ. 251, 326, 327· τσοπανάκης 1994:266).|| Τήν ίδια άποψη έχει εκφέρει και ο κριαράς (κριαράς, 1979:166, 210), ο οποίος κατ’ επανάληψη έχει επισημάνει ότι ο τύπος αυτός συναντάται στην αρχαία ελληνική γραμματεία (κριαράς, 1987:82) || Από τίς τρεις απόψεις που έχουν διατυπωθεί, θεωρούμε ότι η τρίτη έχει τό πλεονέκτημα ότι δεν δημιουργεί πρόβλημα ούτε ως προς τήν κλίση ούτε ως προς τόν αριθμό (η βουλεύτρια / τής βουλεύτριας, πληθυντικός οι βουλεύτριες / τών βουλευτριών), ενώ εναρμονίζεται απόλυτα στο τυπικό τής ελληνικής γλώσσας. Είναι απορίας άξιον με ποιο κριτήριο, από τό ένα μέρος χρησιμοποιείται ο ανακριτής / η ανακρίτρια, ο διοικητής / η διοικήτρια, και από τό άλλο ο βουλευτής / η βουλευτής, ο δικαστής / η δικαστής, ο εφέτης / η εφέτης, ο γερουσιαστής / η γερουσιαστής που, όπως ορθά σημειώνει ο α. τσοπανάκης, “δεν ανταποκρίνονται προς τό γλωσσικό μας αίσθημα”»

.

.

   πρέπει να πω βέβαια, τό γνωστό εξάλλου γενικά, ότι η κατάληξη –ίνα έχει καταγωγή ενδόξως μεσαιωνική – αφού στο βυζάντιο υπάρχουν παλαιολογίνες (σύζυγοι, κόρες, ακόμα και νόθες κόρες, ακόμα και ανηψιές) – έλα όμως που υπάρχουν κι άλλες που διατηρούν ακέραιο τό όνομά τους – όπως η κομνηνή (τήν οποία κανείς δεν διανοήθηκε, απ’ όσο ξέρω, να τήν πει κομνηνίνα – κι ούτε κανείς διανοήθηκε ποτέ να τήν πει με τό όνομα τού άντρα της) : ίσως διότι η κομνηνή ήταν και συγγραφέας και κέρδισε τήν αυτονομία της στην ιστορία και τόν σεβασμό τών συγχρόνων της προς αυτήν τήν αυτονομία, ως δημιουργικό άτομο – παρόλο που ασχολήθηκε με τή βιογραφία τού μπαμπά της – και τό λέω αυτό διότι υπάρχει η αντίληψη (όχι λανθασμένη κατά τή γνώμη μου) ότι στον μεσαίωνα (αλλά και μετά, μέχρι τίς μέρες μας) τό –ίνα σαν κατάληξη στα γυναικεία ονόματα δηλώνει γυναίκα εξαρτώμενη από τήν ύπαρξη τή δραστηριότητα ή τό επάγγελμα ενός μπαμπά ή ενός συζύγου (κλασικό (αντι)παράδειγμα βέβαια εδώ είναι η λασκαρίνα μπουμπουλίνα, ως γυναίκα τού μπούμπουλη, ο οποίος όμως εξαφανίστηκε από τήν ιστορία και τόν θυμόμαστε μόνο ως άντρα τής μπουμπουλίνας) : ένα λοιπόν από τά στοιχεία που κατά τή γνώμη μου συνηγόρησαν στο να μην θεωρηθεί ούτε κατά διάνοιαν υποβιβαστικό τό μπουμπουλίνα για τή λασκαρίνα μας είναι αυτός ο ήχος μπου–μπου που παραπέμπει σε μπουμπουνίσματα, τά οποία όντως μπουμπούνισε η δυναμική αρβανίτισσα στους εχθρούς της – κι από ένα τέτοιο μπουμπούνισμα τών εχθρών της ετελεύτησε τόν βίο και η ίδια – συνεπώς, ακόμα κι αν ενυπήρχε οποιαδήποτε διάθεση υποβιβασμού αρχικά για τήν δυναμική γυναίκα τών δυο σπετσιωτών καπεταναίων, η ίδια με τόν δυναμισμό της εξαφάνισε τόν ήχο ίνα τονίζοντας εμπράκτως τά μπουμπουνίσματα

   δεν θέλω να μπω σε σχολαστικισμούς και ψαξίματα, που τά βαριέμαι κιόλας – προτιμώ να μιλάω μονίμως θεωρητικά : τό –ινα σήμερα τό παίρνω λοιπόν προσωπικά ακριβώς γιατί, θεωρητικά κιόλας, η γλώσσα είναι από μια άποψη παντοδύναμη όχι τόσο γι’ αυτά που λέει όσο γι’ αυτά που δήθεν αγνοεί, και κρύβει ( : και γι’ αυτό, για να τό επεκτείνω λίγο όπως τό ’χω κάνει κι εδώ, τό «μπάτσοι μουνιά» είναι υπογείως, όχι απλώς περιφρονητικό αλλά στην κυριολεξία δολοφονικό καθώς δεν διαδηλώνει τόσο μίσος προς τήν αστυνομία, όσο απέχθεια προς τίς γυναίκες. Όπως ακριβώς τό «μπάτσοι γουρούνια δολοφόνοι» δεν δηλώνει τόσο περιφρόνηση προς τόν φόνο, όσο προς τά ζώα – και αποτελεί διακήρυξη περιφρόνησης ειδικά μάλιστα προς τά γουρούνια, και άρνηση κάθε αισθήματος ενοχής που τά σκοτώνουμε και τά τρώμε (για να μην πω ότι υπάρχει και μια υπόγεια ζηλοφθονία ως προς τήν ευφυία τού συγκεκριμένου ζώου)) : καθότι ο μισογυνισμός βρίσκεται πάνω απ’ όλα στο υπέδαφος – κι αυτοί που υποστηρίζουν ότι μισογύνηδες είναι μόνο όσοι βρίζουν ανοιχτά τίς γυναίκες (σαν μουνόπανα ή μουνιά να πούμε) βλογάν τά γένια τους απλώς – ένα από τά χαρακτηριστικά τής πατριαρχίας είναι να βασίζεται στο αυτονόητο τού μισογυνισμού – εκεί που λειτουργεί τό «συμβολικό» που έλεγε κι ο μπουρντιέ, εκεί δηλαδή που τά πράγματα θεωρούνται φυσικά και καθόλου επιθετικά : άλλωστε, ο ωραίος γάλλος έχει τονίσει πως ακόμα κι ένας άντρας που επιδεικνύει τόν φεμινισμό του θα ’πρεπε, αν ήθελε να είναι πραγματικά φεμινιστής, να είναι πιο σεμνός, και να υποψιάζεται ακόμα και τόν εαυτό του τή στιγμή που καμαρώνει έτσι : ένας πραγματικός φεμινιστής δηλαδή θα σεβόταν πάνω απ’ όλα τίς γυναικείες εμπειρίες που δεν θα μπορέσει ποτέ να έχει : διαφορετικά επιδεικνύει απλώς μια πιο πολιτικώς ορθή μορφή (αποενοχοποιημένου) τραμπουκισμού : είναι τό αντίστοιχο, στον στρέιτ να πούμε, τής αντίληψης ενός μισογύνη γκαίη – ότι η γυναικεία ιδιότητα μ’ άλλα λόγια είναι κάτι σαν ξέφραγο αμπέλι κι όποιος άντρας έχει τήν καλοσύνη να θέλει να μετέχει σ’ αυτήν, τό καταφέρνει αμέσως, αυτομάτως, και χωρίς πολλά–πολλά (είπα τήν ιδέα τού μπουρντιέ με δικά μου λόγια – δεν θυμάμαι πού τή διάβασα) (βιβλία του υπάρχουν πάντως στα ελληνικά)

   σήμερα όμως εν πάση περιπτώσει τό –ίνα είναι σαφές ότι δεν παραπέμπει ούτε στην μπουμπουλίνα ούτε στην παλαιολογίνα (ούτε σε καμιά άλλη μεσαιωνική ή νεότερη αρχόντισσα) : παραπέμπει επιμόνως (για τά δικά μου αυτιά, αλλά όχι μόνο – γιατί αν δεν παράπεμπε εκεί και για τούς άλλους, αν για τούς υπόλοιπους δηλαδή παράπεμπε μόνο στην μπουμπουλίνα, είμαι απολύτως σίγουρη ότι αυτοί οι υπόλοιποι θα ’χαν βρει άλλη κατάληξη να κολλήσουν στις «βουλευτίνες» τους) δεν παραπέμπει λοιπόν στην παλαιολογίνα αλλά στην κουζίνα (και ειδικότερα στο παγκοσμίως δημοφιλώς διεθνές «άντε να πλύνεις κάνα πιάτο») – και αυτό που μού κάνει εντύπωση είναι ότι ο φόβος και η ανασφάλεια προς τίς γυναίκες που αποκτούν δύναμη τόση, ώστε να φτιάχνουν νόμους (να καταφέρνουν να γίνονται δηλαδή βουλεύτριες), είναι διάχυτος όχι μόνο στους άντρες αλλά και στις ίδιες τίς γυναίκες : και ακριβώς επειδή οι ίδιες οι γυναίκες είναι ανασφαλείς ως προς τή δύναμή τους, αυτή η δύναμη εξαερώνεται σ’ ένα τυπικό – ουσιαστικά δεν υπάρχει – : αφού ακολουθούν (και ανήκουν) σε κόμματα αντρών, υιοθετούν τίς λογικές τών αντρών, τίς φιλοδοξίες τους, τούς τρόπους τους, τίς θεωρίες τους και τούς πολέμους τους, τίς στρατηγικές τους τίς τακτικές τους τίς φιλοσοφίες τους και τίς ποταπότητές τους, τούς τραμπουκισμούς τους τίς επιθετικότητες και τούς μισογυνισμούς τους – και είναι νομίζω τοις πάσι κατανοητό (αν και δεν λέγεται) ότι μόνο εφόσον λειτουργήσουν πειστικά και δημιουργικά έτσι, πειθόμενες τοις κείνων ρήμασι, θα βρουν και μια θέση τελικά σε κάποιο κόμμα : οι ίδιες δηλαδή οι γυναίκες δεν ψηφίζουν γυναίκες που δεν είναι άντρες – οι ίδιες οι γυναίκες δεν πιστεύουν ούτε μια στιγμή στην τύχη ή τήν ευτυχία πως θα μπορούσαν πράγματι, σα γυναίκες, να έχουν οποιαδήποτε δύναμη να φτιάχνουν νόμους – και γι’ αυτό ακριβώς λειτουργεί τό φαινομενικά παράδοξο να υιοθετούν μιμούμενες τούς άντρες ένα υποβιβαστικό γυναικείο όνομα –

   δεν είναι όμως παράδοξο και πραγματικά : είπαμε, η γλώσσα λέει αλήθεια ακόμα και (και κυρίως όταν) προσπαθεί να κρύψει μια αλήθεια : οι βουλευτίνες φαίνεται να ξέρουν καλά ότι δεν είναι βουλεύτριες, γι’ αυτό και δεν επιμένουν σ’ αυτόν τόν τίτλο : δεν είναι δικό τους αυτό που κάνουν στη βουλή, δεν τούς ανήκει : όταν έκαναν πράγματα που ήταν δικά τους, και τούς ανήκαν εν όλω ή εν μέρει, οι καταλήξεις τους είχαν έναν ήχο σαφή που δεν διανοούνταν να καταλήξει σε υποκορισμό ή συγκατάβαση ούτε κατά διάνοια : όταν αντισταθήκανε δηλαδή πραγματικά σε κάτι, και με κίνδυνο τής ζωής τους, τό ίνα πήγε πραγματικά περίπατο και μπήκαν μπροστά άλλοι ήχοι : ανταρτίνα δεν ονομάστηκε ποτέ η αντάρτισσα όσους εχθρούς κι αν είχε, διότι κι αυτοί ως αντάρτισσα τήν πολέμησαν

   για να ξαναγυρίσω όμως στην «απλή ζωή» που δεν τά ξέρει ή δεν τά θυμάται (υποτίθεται) όλ’ αυτά : μού κάνει εντύπωση (ευχάριστη πάντως) ότι τό γλωσσικό ένστικτο τού «κάτω» κόσμου, δηλαδή τού άσχετου ανθρώπου που απλώς ζει και μιλάει τή γλώσσα του, ότι αυτό λοιπόν τό γλωσσικό αισθητήριο εξακολουθεί να είναι ζωντανότερο (κι ας είναι κατά κανόνα καπελωμένο από τήν αγλωσσία, τούς νεοκαθαρευουσιανισμούς, και τούς συνακόλουθους σουσουδισμούς τού «από πάνω» (κόσμου)) : εξακολουθεί δηλαδή κατά καιρούς να αντιστέκεται γλωσσικά, και από σκέτο ένστικτο θα έλεγα : έτσι, ενώ οι ίδιοι οι άμεσα ενδιαφερόμενοι ( –ες ! ) έχουν υποκύψει (οικειθελώς) στο ίνα τους, έχει ήδη αρχίσει να σκάει μύτη ακόμα και στην τηλεόραση (αυτή μέ ενδιαφέρει καθότι αυτή αφορά τήν απλή ζωή, και καθιερώνει τήν απλή συνείδηση) σκάει μύτη λοιπόν και τό «βουλεύτρια» (εγώ τό είδα άπαξ στον «υπότιτλο» κάποιου δελτίου ειδήσεων πριν από καιρό, και αμέσως τό πήρα προσωπικά – υπόθεσα δηλαδή ότι η τολμηρή υποτιτλίστρια τό ’κανε για μένα, για να μού φτιάξει τό κέφι – ελπίζω να μην έχασε εξαυτού και τή δουλειά της) αλλά και τό «τηλεθεάτρια» ( : αυτό τό έχω ακούσει πολλές φορές, και να επαναλαμβάνεται κιόλας, μάλλον διότι θα ήταν ακριβώς γελοίο και για τούς ίδιους τούς τηλεοπτικούς, και τό καταλάβαν εγκαίρως όπως φαίνεται, αν γινόταν «τηλεθεατίνα») αλλά σκάει επισήμως πια μύτη (στην τηλεόραση είπαμε) και τό «εφέτρια» και τό «ανακρίτρια» (τά δύο τελευταία τά άκουσα στις 7 δεκεμβρίου, όπως ευσυνείδητα σημείωσα, από τόν σκάϊ τών 9) : εδώ πρέπει κανείς να λάβει υπόψη του ότι τά μαζικά μέσα (ενημέρωση και διαφήμιση – βλ. και τή σχετική ανάρτησή μου για τά επέλεγε και επέτρεπε) έχουν λόγους να συμβαδίζουν με τή ζωντανή γλώσσα – όταν αυτό δεν επισείει κάνα σοβαρό κίνδυνο βέβαια πάνω απ’ τά κεφάλια τους –. Θα άξιζε όμως να γίνει σίγουρα μια κοινωνιολογική μελέτη για τό πόσο διαφορετική αντίληψη δύναμης έχουν οι δύο αυτές μεγάλες εξουσίες μεταξύ τους – η βουλή δηλαδή και ο τύπος μας – και ν’ αναρωτηθεί κανείς για τό πόσο, ενώ περιφρονούν αμφότερες τόν «κάτω» κόσμο μονίμως, λειτουργούν πάντως μερικές φορές διαφορετικά ως προς τίς γλωσσικές του (μας) αλήθειες και ανάγκες

   πάντως εγώ προσωπικά (μολονότι χάρηκα από μέσα μου), δεν απόρησα που, ενώ από τό βήμα τής βουλής ο περικλής κοροβέσης εισηγήθηκε πριν από κάτι (λίγα) χρόνια τό «βουλεύτρια», κανείς και καμία από κει μέσα δεν φαίνεται να τόν έχει πραγματικά ώς σήμερα ακούσει. Όμως ο κοροβέσης βέβαια δεν εισηγήθηκε τό βουλεύτρια άνευ λόγου – ας μού επιτραπεί να κάνω και λίγη ψυχανάλυση εδώ ως προς αυτό : ο ίδιος πρόβαλε ένα παραδοσιακά αναμενόμενο, συμβατικό ας πούμε, γλωσσικό σκεπτικό (αυτό που είπαμε και παραπάνω, ότι η κατάληξη –ίνα αφορά συζύγους, και όχι αυτόνομες επαγγελματίες) που θα μπορούσε και να καταρριφτεί αν κάποιος επέμενε, και όντως έσπευσε να τό καταρρίψει ο νίκος σαραντάκος (βασιζόμενος βασικά στην πλειοψηφία κατά τήν ιντερνετική συχνότητα τών τύπων) – ο λόγος όμως που ο κοροβέσης χειραφέτησε μια νευραλγική γυναικεία δραστηριότητα που σχετίζεται με τά κοινά και τούς αγώνες για μια (πανανθρωπίνως) ανθρώπινη ζωή βρίσκεται βαθειά κρυμμένος (πιστεύω εγώ) στο παρελθόν του βασικά και τή μνήμη του : όταν τόν βασάνιζε η χούντα άκουγε άλλες γυναίκες να βασανίζονται δίπλα του – επομένως ξέρει τί θα πει να είσαι ολόκληρος ασυμβίβαστος αξιοπρεπής και παντοδύναμος άνθρωπος ανεξαρτήτως φύλου

.

.

   από τήν άλλη βέβαια, μπορεί να αναρωτηθεί κανείς, γιατί οι τηλεορασάκηδες ενώ καθιερώνουν απ’ τή μια τόσο τολμηρά τό «τηλεθεάτρια», υποτάσσονται από τήν άλλη τόσο πειθαρχημένα, κατά κανόνα μέχρι σήμερα (πλην τής (άγνωστης) υποτιτλίστριας (λέτε να ήταν υποτιτλιστής ; πλάκα θα ’χε) στο γελοιωδέστατο «βουλευτίνα» : αλλά δεν είναι και δύσκολη δα η απάντηση : οι άνθρωποι αυτοί υιοθετούν με τόσο σθένος τόν υποβιβασμό μιας γυναίκας που έχει (έστω και συμβολική) δύναμη, απλώς και μόνο, και ακριβώς και μόνο, γι’ αυτό : διότι με τό να ’σαι τηλεθεατής δεν έχεις βέβαια και καμιά δύναμη σπουδαία, είσαι απλώς θύμα και δούλος, και ως δούλο και θύμα μπορούμε να σού κάνουμε και κάνα κοπλιμέντο (ότι διατηρείς τό φύλο σου, κι ότι αυτό τό φύλο μεγαλόψυχα σού τό αναγνωρίζουμε). Όμως ο συνειρμός μέσω ήχου και κατάληξης – η έστω ακόμα και σκέτη μνήμη γυναίκας που έχει πραγματική δύναμη – α, αυτό φέρνει στο μυαλό πράματα ανοίκεια και απεχθή, θυμίζει άλλες γυναίκες, που ήταν δυνατές όταν πολεμούσαν ως αντάρτισσες παντοδύναμες όταν τίς βασάνιζαν ως αγωνίστριες

   και αυτές οι μνήμες ενοχλούν σε βαθμό αβάσταχτου πόνου τό καθεστώς τών αντρών τό οποίο ως ιδεολογία μιας έντρομης αλλά και ανήλεης πατριαρχίας ζει και βασιλεύει ισχυρό και στην πλειοψηφία τής αριστεράς και όχι μόνο στην ολότητα τής δεξιάς, όπως νομίζουν οι αφελείς και οι άσχετοι

    αλλά σε τελευταία ανάλυση, και στο κάτω–κάτω, τί μάταιη που ήταν αυτή η συζήτηση, αφού σκιαγράφησε περίφημα τό «δυο  γάϊδαροι μαλώνανε σε ξένον αχυρώνα». Όλ’ αυτά θα ανατρέπονταν απλώς ευκολότατα, αν αποφάσιζαν ν’ ανοίξουν και οι γυναίκες τής βουλής δηλαδή τό στοματάκι τους και να διεκδικήσουν οι ίδιες για τίς εαυτές τους τόν σωστό τίτλο και όνομα. Αν οι σημερινές δεν τό κάνουν, προσωπικά (νομίζω ότι) δικαίως, διότι αυτές κάτι φαίνεται πως ξέρουν : κάτι νομίζουν πως ξέρουν δηλαδή, και γι’ αυτό αδιαφορούν τόσο πολύ για τίς λέξεις, τά φαινόμενα και τούς ήχους, που σκιάζουν απλώς τήν ουσία (τής υποτιθέμενης δηλαδή εξουσίας τους)

   δεν παύω όμως να ελπίζω (εγώ, απλώς) ότι κάποτε θα μπουν στη βουλή και πιο περήφανοι άνθρωποι, που αν τίς αποκαλέσει κανείς «βουλευτίνα» θα τού πουν με αξιοπρεπές και ήρεμο ύφος : «βουλεύτρια παρακαλώ.»

   κι αν ο άλλος επιμείνει ή κάνει ότι δεν ακούει, θα τού πουν με πολλή αξιοπρέπεια (και θυμό εντέλει) :  – βουλευτίνα να πεις τή μάνα σου

   διότι είναι και μερικές φορές που οι ήχοι παύουν να είναι σκιές

.

.

.

.

|| οι φωτογραφίες τών κολάζ : κίττυ αρσένη, νατάσα μερτίκα, μαργαρίτα γιαραλή, ρηνιώ μίσσιου : κορίτσια τού αντιδικτατορικού αγώνα, όπως τίς φωτογράφησα κατά τή διάρκεια τού συνέδριου «για τίς γυναίκες στην αντίσταση», λέρος 2005 (τής κίττυς αρσένη έχω συμπεριλάβει και μια νεανικότερη φωτογραφία της, από τήν εποχή που τήν συνέλαβε η χούντα τού ’67) || η φωτογραφία τού περικλή κοροβέση είναι τού 2007 από βιντεοσκόπησή μου στα γραφεία τής εφημερίδας «εποχή» || 

|| κολάζ κορυφής και τέλους : δεκαετία τού ’70, φεμινιστικές συνελεύσεις στην ιταλία, και δεκαετία τού ’40, ελληνίδες αντάρτισσες με τά όπλα τους ||

.

.

.

.

.

.

.

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: