σημειωματαριο κηπων

Ιουλίου 3, 2012

για τόν καβάφη : «μέρες θαυμάτων» / δ, τελευταίο

 

.

.

τά προηγούμενα : α, β, γ 

.

  ΜΕΡΕΣ ΤΟΥ 1908

Τόν χρόνο εκείνον βρέθηκε χωρίς δουλειά·
και συνεπώς ζούσεν απ’ τά χαρτιά,
από τό τάβλι, και τά δανεικά. 

Μια θέσις, τριώ λιρών τόν μήνα, σε μικρό
χαρτοπωλείον τού είχε προσφερθεί.
Μα τήν αρνήθηκε, χωρίς κανένα δισταγμό.
Δεν έκανε. Δεν ήτανε μισθός γι’ αυτόν,
νέον με γράμματ’ αρκετά, και είκοσι πέντ’ ετών. 

Δυο, τρία σελίνια τήν ημέρα κέρδιζε, δεν κέρδιζε.
Από χαρτιά και τάβλι τί να βγάλει τό παιδί,
στα καφενεία τής σειράς του, τά λαϊκά,
όσο κι αν έπαιζ’ έξυπνα, όσο κι αν διάλεγε κουτούς.
Τά δανεικά, αυτά δα ήσαν κ’ ήσαν.
Σπάνια τό τάλληρο εύρισκε, τό πιο συχνά μισό,
κάποτε ξέπεφτε και στο σελίνι. 

Καμιά εβδομάδα, ενίοτε πιο πολύ,
σαν γλύτωνεν απ’ τό φρικτό ξενύχτι,
δροσίζονταν στα μπάνια, στο κολύμβι τό πρωΐ. 

Τά ρούχα του είχαν ένα χάλι τρομερό.
Μια φορεσιά τήν ίδια πάντοτ’ έβαζε, μια φορεσιά
πολύ ξεθωριασμένη κανελιά. 

Ά μέρες τού καλοκαιριού τού εννιακόσια οκτώ,
απ’ τό είδωμά σας, καλαισθητικά,
έλειψ’ η κανελιά ξεθωριασμένη φορεσιά. 

Τό είδωμά σας τόν εφύλαξε
όταν που τά ’βγαζε, που τά ’ριχνε από πάνω του,
τ’ ανάξια ρούχα, και τά μπαλωμένα εσώρουχα.
Κ’ έμενε ολόγυμνος· άψογα ωραίος· ένα θαύμα.
Αχτένιστα, ανασηκωμένα τά μαλλιά του·
τά μέλη του ηλιοκαμένα λίγο
από τήν γύμνια τού πρωϊού στα μπάνια, και στην παραλία.

.

   αρχίζουνε λοιπόν οι τρεις στροφές, με τούς τρεις στίχους καθεμία : Η πρώτη αράδα τού πρώτου τρίστιχου Καμμιά βδομάδα, ενίοτε πιο πολύ, είναι σχεδόν κακά διατυπωμένη γιατί εννοεί περίπου «ενίοτε μια φορά τή βδομάδα ή και περισσότερο» λειτουργεί όμως αυτή η ανεμελιά ως προς τήν ακρίβεια τής έκφρασης σχεδόν ανακουφιστικά, σαν μία κάθαρση απ’ τό άγχος και τήν αγωνία τών πιο πάνω για τά χρήματα : εδώ στο θέμα τού ελεύθερου τού χρόνου μπορούμε να ’μαστε απρόσεχτοι λοιπόν, αντίθετα με τήν τεταμένη προσοχή που θέλει ο βιοπορισμός και τό παιχνίδι, όσο κι αν διάλεγε κουτούς. (Στην δεύτερη αράδα αυτού τού τρίστιχου τό ξενύχτι λέγεται σαφώς φριχτό, κι έτσι ξαναθυμόμαστε αυτή τήν ένταση). Αλλά στον τελευταίο στίχο αυτού τού τρίστιχου αρχίζει να εισάγεται για τά καλά η ξεκούραση η χαλάρωση και να προετοιμάζεται η εισαγωγή άλλης κατάστασης – μία περιγραφή ομορφιάς : δροσίζονταν στα μπάνια, στο κολύμβι κι ύστερα μία λέξη για τήν ποίηση τού Καβάφη πολύ φορτισμένη : τό πρωί. Δεν είναι νομίζω τίποτα περίεργο να πει κανείς ότι γι’ αυτόν που διάβασε όλον τόν Καβάφη κι έφτασε τώρα ώς εδώ, παραπέμπει ίσια στην σύντομη ηρεμία τής θάλασσας τού πρωιού αυτή η λέξη.

   Όμως παρ’ όλο τό φως που αρχίζει να εισάγεται, τό επόμενο τρίστιχο είναι με αναπάντεχο τρόπο εκπληκτικά σκοτεινό πάλι – σαν ένα χτύπημα : Τά ρούχα του είχαν ένα χάλι τρομερό : Τό χάλι τρομερό ξανά κοινότυπη και καθημερινή κουβέντα : Κάνει σαν να μάς προετοιμάζει για εξετάσεις στις πιο καθημερινές κουβέντες αυτό τό ποίημα : σαν να αρνείται πια εντελώς κάθε εξωραϊσμό, κάθε καλλωπισμό και ωραιοπάθεια, όσο κι αν όλ’ αυτά όντως ελάχιστα υπάρχουν και ώς εδώ σε όλο τό έργο του : Τά λόγια όμως αυτά συνεπώς ζούσε απ’ τά χαρτιάδεν έκανε, δεν ήτανε μισθός γι’ αυτόννέον με γράμματ’ αρκετά – από χαρτιά και τάβλι τί να βγάλει τό παιδί – όσο κι αν διάλεγε κουτούς είναι πεζές εκφράσεις αλλεπάλληλες που σαν να προετοιμάζουνε ακόμα πιο πεζές ν’ ακολουθήσουν : Τά ρούχα του είχανε ένα χάλι τρομερό λοιπόν, και κει, με βάση αυτά τά ρούχα θα στηθεί τό πιο απίστευτο εύρημα : Οι επόμενοι δύο στίχοι αυτού τού τρίστιχου θα ασχοληθούνε ακριβώς μ’ αυτήν τή φορεσιά, αλλά πιο ήπια : δεν θα ξαναειπωθεί η λέξη χάλι, τό πρόβλημα ελαττώνεται, μικραίνει, συρρικνώνεται στο ότι φορούσε πάντοτε τήν ίδια φορεσιά που ήταν και ξεθωριασμένη. Τό τρίτο τρίστιχο λοιπόν εκεί που μάς προετοιμάζουν όλα για να χαλαρώσουμε ακόμα περισσότερο, τινάζεται επάνω μ’ ένα επιφώνημα στην πρώτη του αράδα κιόλας, που τό ακολουθούνε επικλήσεις χρονικές : τί αφόρητη ένταση ξαφνικά μ’ αυτό τό Ά μέρες τού καλοκαιριού τού εννιακόσια οκτώ : Η λέξη καλοκαίρι εδώ είναι καινούργια : φυσικά έχουμε πληροφορηθεί ότι έκανε μπάνιο (και κολύμβι) τό πρωί – αλλά παρ’ όλ’ αυτά οι λέξεις τού καλοκαιριού τού εννιακόσια οκτώ είναι σαν επιφώνημα νέο πάνω στο προηγούμενο επιφώνημα : Σαν να εισάγεται μία έκρηξη που ακολουθεί, και σε αυτό δεν διαψευδόμαστε : έρχεται η φράση από τό είδωμά σας καλαισθητικά που είναι εξίσου ασαφής ή σαν θολή όπως εκείνο τό καμμιά βδομάδα και θέλει βέβαια να πει : για λόγους καλαισθησίας σάς βλέπω τώρα που σάς θυμάμαι χωρίς αυτά τά ρούχα. Όμως και βέβαια ο Καβάφης ξέρει πολύ καλά τί κάνει όταν εισάγει εδωπέρα μία σύνταξη που είναι σχεδόν ξενόγλωσση, ή ξένη, γιατί με αυτό τό έλειψε (η κανελιά ξεθωριασμένη φορεσιά) έρχεται η πρώτη από τίς τρεις αστραπές τού τέλους που θα διασχίσουν τό ποίημα σαν βέλη και θα τό κολλήσουν στον τοίχο ενός άλλου χρόνου.

   Ο χρόνος τού έλειψε με λίγα λόγια, είναι εξίσου αδικαιολόγητος όπως κι εκείνος τού εφύλαξε που ακολουθεί (στην τελευταία – έβδομη – στροφή τού ποιήματος, που ξαναέχουμε πάλι εφτά στίχους) : Κατ’ αρχάς, η πρώτη αράδα αυτού τού εφτάστιχου αρχίζει με μια επανάληψη (προειδοποιητικά λειτουργεί σχεδόν η επανάληψη στην ποίηση τού Καβάφη – επανάληψη σημαίνει συνήθως ένταση τού ρυθμού, που κάτι άλλο θέλει στο μέλλον να δείξει – μια νέα διάσταση, μια νέα εκδοχή) αρχίζει λοιπόν με μια επανάληψη τής λέξης είδωμα : είχαμε : απ’ τό είδωμά σας έλειψε στην προηγούμενη στροφή, κι εδώ αρχίζουμε με : Τό είδωμά σας τόν εφύλαξε. Αυτοί οι δύο στιγμιαίοι χρόνοι είναι ανεξήγητοι κι ασύντακτοι σχεδόν : τό αντίθετο (όποιος διαβάζει αυτό τό ποίημα σκέφτεται ότι) θα ’πρεπε ας πούμε να συμβαίνει : «Όταν βλέπω αυτές τίς μέρες (ξανά με τόν νου μου), ξεχνάω, σβήνω τήν ξεθωριασμένη φορεσιά» θα ’λεγε κάποιος λογικός άνθρωπος, κι ύστερα : «Όταν βλέπω αυτές τίς μέρες (ξανά με τή φαντασία μου) κρατάω μες στο μυαλό μου μόνο τήν εικόνα του όπως ήτανε γυμνός : όταν έβγαζε δηλαδή και πέταγε από πάνω του αυτά τ’ ανάξια ρούχα τό ξεθωριασμένο τό κουστούμι και τά μπαλωμένα εσώρρουχα» κ’ έμενε ολόγυμνος· άψογα ωραίος· ένα θαύμα. Και επανερχόμαστε λοιπόν στον ποιητή και μένουμε από δω και πέρα σε αυτόν ώς τό τέλος : Ο θαυμασμός του για τήν ομορφιά αυτού τού αγοριού είναι σαν μία τελεία και παύλα : ένα θαύμα. Και εκ παραλλήλου με τήν – κάπως γυναικεία αυτή έκφραση – η φωνή του για μία αδιόρατη στιγμή σαν να λεπταίνει και να γίνεται πιο ανασφαλής κι αυτή : Ύστερα πάλι, αυτή η φωνή ενδυναμώνεται ξανά με τή συνηθισμένη της τήν τόλμη : Ακολουθούμε και εμείς λοιπόν, εκείνη τή γεμάτη ανακούφιση και τρυφερότητα και πείρα τώρα από τό παρελθόν περιγραφή τού αγοριού : Αχτένιστα, ανασηκωμένα τά μαλλιά του / τά μέλη του ηλιοκαμένα λίγο / από τήν γύμνια τού πρωιού (και νά εδώ τό βέλος που μάς εκτοξεύει στην άλλη θάλασσα με τά λαμπρά μαβιά, τήν κίτρινη όχθη, όλα / ωραία και μεγάλα φωτισμένα) και στην παραλία.

   Αλλά δεν είναι μόνο του αυτό τό βέλος : Είναι τρία βέλη μαζί αυτά που περιμένουνε να μάς υποδεχτούν τελειώνοντας τό ποίημα και – κάτι που ο Καβάφης ίσως ενοχλείται όταν τό σκέφτεται – τελειώνοντας και όλα τά καβαφικά ποιήματα μαζί που θα εκδόσει ποτέ στη ζωή του : Γιατί μόνο λάθος δεν είναι βέβαια εκείνο τό έλειψε και εκείνο τό εφύλαξε : Αυτός ο χρόνος που είναι παρελθών αντί παρών, και στιγμιαίος (φαινομενικά) αντί να έχει τήν αναμενόμενη διάρκεια, όχι μόνο λάθος δεν είναι, αλλά και στεφανώνει διασχίζοντας ολόκληρη τήν ιστορία τής καβαφικής αφήγησης, σημαδεύοντάς την με τρόπο ήπιο και εκρηκτικό μαζί : Ασφαλώς, ο στιγμιαίος χρόνος ενός αόριστου (είτε έλειψε είτε φύλαξε) είναι σίγουρα χρόνος που θα περίμενε κανείς στο ποίημα λογικά να είναι αντίθετα και παρόντος και με διάρκεια, μια που δεν μιλάει εδώ ο Καβάφης για ένα πράγμα παρελθόν που θυμάται, αλλά για τήν ίδια τή στιγμή τώρα που γράφει : Κάνοντας όμως τή στιγμή τής έμπνευσής του παρελθόν δραματοποιεί στη διάλεκτό του, τήν ίδια τήν στιγμή τής δημιουργίας και με αυτόν τόν τρόπο τή βαθαίνει : Γιατί μέσα στη λογική τής καβαφικής έκφρασης γινόμενο κάτι παρελθόν μετατρέπεται ακριβώς σε αιώνιο. Και ήταν η στιγμή ίσως τώρα ακριβώς να μάς πει πως ξέρει, ότι αυτό που κάνει εκείνος είναι τό μόνο πραγματικά παρόν ή διαρκές.

μέρες θαυμάτων

   Μού προξένησε μία αμηχανία η συγκινητική στην ευσυνειδησία της, νεανική του αν θυμάμαι καλά (πεζογραφικά εκφρασμένη, κι ίσως γι’ αυτό ακόμα περισσότερο εις εαυτόν) απορία του, για τό αν μπορεί να υπάρξει όντως ποίηση χωρίς γυναίκα, όταν ήρθα σε επαφή μαζί της για πρώτη φορά.

   Είναι μια έξοχη στιγμή αυτή, κι ένα καλό μάθημα για τήν ιστορία τής αισθητικής : Μάς δείχνει τόσο πολλά, και για τόν άνθρωπο που βρίσκεται μπροστά στον καθρέφτη – τόν ίδιο τόν καλλιτέχνη – όσο και για τόν ίδιο τόν καθρέφτη αυτόν (τήν τέχνη του δηλαδή). Ο ίδιος όμως ο προβληματισμός είναι τήν ίδια στιγμή κι ένας καθρέφτης δεύτερος, στον οποίο αντικατοπτρίζεται τό πρόβλημα τής αισθητικής, από μία περίεργη γωνία ειδωμένο : Ή είναι ένας φακός με μεγάλο πλάτος και βάθος ταυτόχρονα : Μάς δείχνει τήν ίδια τήν αντιφατικότητα τής καλλιτεχνικής δημιουργίας : Μπροστά του στέκεται ένας άνθρωπος γεμάτος τόλμη και δειλία μαζί : Είναι αποφασισμένος να κάνει ένα έργο εξαιρετικής γενναιότητας, και όχι μόνο για τήν εποχή του, ένα έργο που θα γκρεμίσει κάθε γελοιότητα  και αιδώ, κι όμως ο ίδιος άνθρωπος θα βασανίζεται – στο ίδιο τό πεδίο τής έκφρασης – από τίς πιο συμβατικές δειλίες : (για να τό πει κανείς αλλιώς, τό ίδιο τό έργο του θα επιζητά, για τήν ίδια του τήν ολοκλήρωση, να διατυπώνεται η συμβατικότητα τού άλλου σαν να ’ναι και δική του : ανώμαλη, άνομη, και τά λοιπά). Δεν θα μπορούσε να έχει τήν έντασή της η σκέψη του ίσως αν δεν χρησιμοποιούσε τό λεξιλόγιο τών εχθρών της : Έτσι θα μπορούσε κανείς να πει ακόμα και ότι αυτή η συμβατικότητα είναι ευφυές καλλιτεχνικό εύρημα.  Όμως δεν είναι : Η ανεπανάληπτη ποιότητα τού Καβάφη ως ποιητή έγκειται στο ότι είναι – όπως κάθε ανεπανάληπτος άλλωστε ποιητής – απολύτως ειλικρινής : Ο Καβάφης βασανίστηκε πράγματι και χαρακτηρίστηκε όντως ως άνθρωπος από αυτήν τήν εν μέρει συμβατικότητα τής σκέψης του – που τόν έκανε να έχει απόλυτη επίγνωση δηλαδή τού πόσο φοβερά ανοίκεια και προκλητική ήταν η στάση τής ζωής του, η ηθική του, για τούς άλλους : Επιτίθεται σε μια ηθική που από μια άποψη τή νιώθει να τόν πνίγει, δηλαδή να τόν κατακυριεύει – ακριβώς ως εχθρός : δεν αρκεί απλώς να τήν ξέρει καλά για να τήν εκφράσει, πρέπει να ’ναι και θύμα της : Έτσι μπροστά σ’ αυτόν τόν καθρέφτη βλέπει τόν εαυτό του πλήρως και καθόλου : Γι’ αυτό και αναρωτιέται αν μπορεί να υπάρχει ποίηση χωρίς γυναίκα : Γιατί από μιαν άποψη κοιτάει μόνο μπροστά στον καθρέφτη και δεν βλέπει αυτόν που στέκεται πίσω του : Τού είναι αδύνατο να διαπιστώσει τήν ύπαρξη μιας ποίησης που κατασκευάζεται από γυναίκα, και συνεπώς έχει ως αντικείμενό της τόν άντρα. Τό ίδιο αντικείμενο επιθυμίας δηλαδή μ’ αυτόν. Αυτή είναι η σχέση του, ίσως, με τίς γυναίκες : ανοίκεια και άγνωστη σχέση – ή σχέση οικεία και αντεστραμμένη.

αυτή ήταν η 4η συνέχεια (και τό τέλος) από κείμενο που δημοσιεύτηκε στην ετήσια έκδοση «επίλογος/12ος χρόνος» τού 2003

.

.

.

σημειώσεις 

1   ξαναδημοσίεψα τό ποίημα ολόκληρο σ’ αυτήν (και στην προηγούμενη) ανάρτηση για λόγους διευκόλυνσης τής κομματιαστής (τώρα) ανάγνωσης

2   τόνισα (στην πρώτη ανάρτηση) τό θέμα τής σειράς με τήν οποία εκδόθηκαν τά (τελευταία) ποιήματα, γιατί υπήρχε για χρόνια μια μυθολογία ότι τό ποίημα «εις τά περίχωρα τής αντιοχείας», με τό οποίο δήθεν ο καβάφης παίρνοντας τό μέρος τών χριστιανών κορόϊδευε τόν ιουλιανό («τό ουσιώδες είναι που έσκασε»), ήταν τό «τελευταίο ποίημα που ο καβάφης έγραψε πριν πεθάνει». Δεν ξέρει όμως κανείς τί να πρωτοθαυμάσει σ’ αυτήν τήν ποιητική (κυρίως προερχόμενη από τούς περί τήν γενιά τού ’30 εκδότες ποιητές και κριτικούς) παραχάραξη : γιατί τό μεν ποίημα έχει γραφτεί παλιότερα, ο δε καβάφης έδωσε για έκδοση στον τυπογράφο του, λίγο πριν πάει στην αθήνα για τήν εγχείριση τού καρκίνου τό 1932, πρώτα τό «στα 200 π. Χ.» (αυτό που τελειώνει με τό περίφημο «για λακεδαιμονίους να μιλούμε τώρα») και αμέσως μετά (και ενώ είχε έτοιμα και τά «περίχωρα τής αντιόχειας» και, επίσης, μερικά ακόμα) παρέδωσε στον τυπογράφο τελευταίο (άραγε τό ήξερε; τό υποψιαζόταν; ποιος ξέρει…) τό καθαρά ερωτικό «μέρες τού 1908»
   τά «περίχωρα τής αντιόχειας» θα έπρεπε δηλαδή κανονικά να συμπεριλαμβάνονται, από όσους εκδίδουν ποιήματα τού καβάφη, όχι στα «επίσημα» (ή «δημοσιευμένα») αλλά στα «ανέκδοτα» (ή σε κάποιο «παράρτημα», αυτό δηλαδή ακριβώς που έκανε ο γ. π. σαββίδης λίγο πριν πεθάνει, διορθώνοντας ακριβώς (σιωπηρά) ο ίδιος τίς εκδόσεις του τών έργων τού καβάφη, χωρίς να εξηγήσει όμως τόν λόγο τής αλλαγής)
   θα μπορούσε, από τήν άλλη, κανείς να γράψει και πραγματεία ολόκληρη για τό πώς, και αν, η «περσόνα» που χρησιμοποιεί ο καβάφης ως «πρώτο πρόσωπο» (πληθυντικού κιόλας) στα «περίχωρα τής αντιόχειας» ταυτίζεται με τό πρόσωπο τού ποιητή ως προς τήν εχθρική αντιμετώπιση τού ιουλιανού, ή αντιθέτως η ειρωνεία (τού α΄ πληθυντικού κιόλας) δεν αποτελεί ουσιαστικά μια θλιμμένη, και ειρωνική μαζί, υπεράσπιση ενός αυτοκράτορα πεισματάρη και καταδικασμένου να ηττηθεί (στην υπεράσπιση αυτών ακριβώς – ή περίπου – τών πραγμάτων που αγάπησε και υπερασπίστηκε ο ίδιος ο καβάφης στην ποίησή του) – πάντως τό ποίημα έχει γραφτεί παλιότερα, περί τό 1930 ( : όταν ο καβάφης γύρισε στην αλεξάνδρεια από τήν εγχείριση, μέχρι τό 1933 που πέθανε δεν ξανάγραψε τίποτ’ άλλο, ασχολήθηκε με τό αρχείο του, μόνο, και τό τακτοποίησε)

3   last but not least πρέπει να πω εδώ ότι τίς πληροφορίες για τά εκδοτικά ήθη τού καβάφη τίς παίρνω από τήν (εξαιρετική, και όχι μόνο για μένα αλλά για όλους όσους τήν έχουν διαβάσει ολόκληρη – και μερικοί αγγλόφωνοι καβαφιστές ανάμεσά τους) εκτενή καβαφική μελέτη τού φίλου μου ποιητή (αυτού που έκανε και τό αφιέρωμα) «κ. π. καβάφης, τό όλον σώμα» (ακόμα ανέκδοτη)

4   τό άλλο κείμενο τού κοινού φίλου πεζογράφου για τό ίδιο ποίημα, που δημοσιεύτηκε στον «επίλογο», είχε τόν τίτλο «και συνεπώς ζούσεν απ’ τά χαρτιά»
   δυστυχώς δεν είχε κρατηθεί η μεταγραφή στα κομπιούτερ τών αρχικών κειμένων, και έτσι ήμουν υποχρεωμένη να κάνω τή βαρετή χειρωνακτική δουλειά και να αντιγράψω (σίγουρα όμως χωρίς συντομεύσεις!) όλο τό κείμενό μου από τό χαρτί

5   η ανάρτηση τής παλιάς αυτής δουλειάς (θυμίζω ότι) έγινε με αφορμή τήν επέτειο τής γέννησης τού καβάφη (που συμπίπτει, με διαφορά 70 χρόνων, και με τήν επέτειο τού θανάτου του) και τό λέω γιατί τό πράγμα έχει πια προχωρήσει πολύ (και έχει γίνει και πολύ ογκώδες, άσε που δεν ξέρω και πότε θα τό τελειώσω)

.

 

.

.

.

.

.

Ιουνίου 16, 2012

για τόν καβάφη : «μέρες θαυμάτων» / γ / & bloomsday

.

                     

 

 

 

  ας ψηφίσουμε λοιπόν αύριο ό,τι νομίζουμε ότι θα καλυτερέψει τή ζωή μας λίγο ή πολύ – βραχυπρόθεσμα – γιατί στον μεγάλο χρόνο εκείνο που κάνει τή ζωή στ’ αλήθεια ζωή είναι κάτι που δεν μπορεί να μάς τό φέρει πολιτικάντης άλλος πέραν τού έρωτα ή τής τέχνης : τής μεγάλης τέχνης, εκείνης που κομίζει όχι λόγια αλλά επιθυμίες κι αισθήσεις, κάτι μισοειδωμένα πρόσωπα ή γραμμές (αυτά είναι που έχουν περισσότερη διαρκέστερη και στερεότερη σχέση με τή ζωή μας βέβαια, και – αφού κάνω τήν απαραίτητη υπενθύμιση ότι σήμερα είναι μια μέρα επίσης ειδική για τόν τζαίημς τζόϋς, η λαμπρή και μακριά bloomsday, η αφιερωμένη δηλαδή στον πολυλογά κύριο μπλουμ τού οδυσσέα – να μην ξεχάσω επίσης να πω ότι ο τζόϋς ήθελε τό εξώφυλλο τού βιβλίου του γαλάζιο προς τιμήν τής (με όποια απόχρωση τέλος πάντων τή φανταζότανε) ελληνικής σημαίας) –ας ξαναγυρίσω τώρα σ’ ό,τι έχω αφήσει στη μέση λοιπόν, στον καβάφη :

.

τό προηγούμενο : η 2η συνέχεια

εκείνα τά κρυμμένα από τούς άλλους πράματα που σαν να είναι ένα ξανατύπωμα τής ζωής τού Καβάφη διπλό πάνω στην ταινία με τό ιστορικό της ας πούμε θέμα. Αυτή η μυθολογία (λίγα λεφτά, κάποια σελίνια, ρούχα φτωχά, κι ωραία σώματα) είναι λοιπόν, αν δει κανείς τώρα τό έργο του τελειωμένο, αυτή η μυθολογία είναι σαν να αποτελεί τή ραχοκοκκαλιά τού σύμπαντός του, τή ραχοκοκκαλιά τού ίδιου του τού ινδάλματος τής ιστορίας.

.

μέρες ανωνυμίας

.

   Στα ποιήματα τού παρόντος όμως, στα «καθαρά» ερωτικά τού Καβάφη, υπάρχουν ίσως ονόματα τόπων όχι όμως προσώπων. Όχι τόσο από μια διάθεση εχεμύθειας – υπάρχει πιθανώς και αυτό αλλά θα μπορούσε να υπερκεραστεί πιστεύω – όσο γιατί μ’ αυτή τήν ατμόσφαιρα αοριστίας που διαχέεται πάνω απ’ τά σώματα τής ηδονής, η ίδια η εποχή τού ποιητή κολλάει έτσι ολόκληρη πάνω στο δικό του σώμα σαν τμήμα τού οργανισμού του : είναι τό ίδιο, κατά κάποιον τρόπο επιδεικτικό, με τό ότι δεν χρειάζεται να αναφέρει και τ’ όνομα που έχει ο ίδιος.

   Ανώνυμο λοιπόν τό ωραίο φτωχό παιδί τού ποιήματος αυτού. Ανώνυμο αλλά όχι άγνωστο. Και εδώ που φτάσαμε, σχεδόν ούτε και η υπόθεσή του μάς είναι άγνωστη : Μάς τήν προετοιμάζουνε όλα τά προηγούμενα ποιήματα, και τούτο εδώ αποτελεί απλώς μια περίεργη σύνοψή τους και μάλιστα λίγο απομακρυσμένη : Ο ποιητής παίρνει ξεκάθαρα τή θέση τού θεατή ως προς τή μοίρα τού παιδιού : ούτε έχει ερωτική σχέση αυτός μαζί του, ούτε και περιγράφει ερωτική διάθεση κι επιθυμία και σχέση άλλου προς αυτόν : Όλοι μαζί όμως, παρόντες παρελθόντες υπαρκτοί κι ανώνυμοι, είναι σαν να ενώνονται μαζί στη θλίψη τους γι’ αυτή τήν άτυχη μοίρα τής ομορφιάς : όλοι μαζί έτσι κοιτώντας τον, θαυμάζοντάς τον, μελετώντας τον σαν να γίνονται ξάφνου ένας κι αυτοί, ομότυχοι κι ομώνυμοι : κανένας λόγος όντως δεν υπάρχει ονομάτων πλέον.

   Αν περιοριστεί κανείς στα ποιήματα που έχουν τή λέξη Μέρες και μία χρονολογία στον τίτλο τους, αρχίζοντας συμβολικά από τό πρώτο, από αυτό δηλαδή που έχει τήν παλαιότερη χρονολογία, μπορεί να πει κανείς πολύ σύντομα τώρα τά εξής : *

   Τό ποίημα Μέρες τού 1896 ξεκινάει με μια ειρωνικά ηθική διαπίστωση όπως είναι τό Εξευτελίσθη πλήρως, και για τά οικονομικά τού ήρωα μαθαίνουμε ότι έχασε τό λιγοστό του χρήμα κι εκέρδιζε τά έξοδά του από μεσολαβήσεις ντροπιασμένες – αλλά παρ’ όλ’ αυτά αξίζει παραπάνω / τής εμορφιάς του η μνήμη. // Μια άποψις άλλη υπάρχει / που αν ιδωθεί από αυτήν // φαντάζει, συμπαθής· / φαντάζει, απλό και γνήσιο // τού έρωτος παιδί, / κλπ. Τό ποίημα τό διατρέχει ένα ελαφρώς δασκαλίστικο ύφος ως προς τήν αξία τής αντισυμβατικής αξιοπρέπειας τού ήρωα, και (αυτό είναι τό απολύτως ειρωνικό) τό παρακολουθεί παράλληλα ένας εσωτερικός ρυθμός ο οποίος είναι σχεδόν χαρωπός : κάνοντας έτσι μια αντίστιξη με τή ζοφερή έναρξη τού «εξευτελίσθη πλήρως» για να βρεθεί σε μεγαλύτερη συμφωνία, όσο τό ποίημα προχωράει, με τήν εσωτερικότερη εκτίμηση τής ερωτικής ευτυχίας – και να ολοκληρώσει συγχρόνως στο τέλος τό «ηθικό» περιβάλλον τού εξευτελισμού απαξιώνοντάς το λακωνικότατα – με μια από τίς προτάσεις που έχουν γίνει σχεδόν παροιμιακές τού Καβάφη : «άνω απ’ τήν τιμή, // και τήν υπόληψί του / έθεσε ανεξετάστως // τής καθαρής σαρκός του / τήν καθαρή ηδονή. // Απ’ τήν υπόληψί του; / Μα η κοινωνία που ήταν // σεμνότυφη πολύ / συσχέτιζε κουτά»

   Στο Μέρες τού 1901 έχουμε από τήν αρχή μία προσωπική εκτίμηση αισθητικής και ηθικής μαζί υφής : Τούτο εις αυτόν υπήρχε τό ξεχωριστό : και η υπόθεση τού ποιήματος, αγνοώντας επιδεικτικά λεπτομέρειες και γεγονότα από τή ζωή τού ήρωα, κάνει έτσι και τόν τρόπο τής ζωής του αισθητό με τόν πιο ειρωνικό τρόπο – γιατί τά διαισθάνεται κανείς σχεδόν όλα, και με λεπτομέρειες, μέσ’ απ’ αυτήν τήν αισθητική καταρχάς θέαση : και έτσι η ζωή του γίνεται ώς και χρόνος παρών μέσα στο ποίημα λόγω ακριβώς τής καβαφικής δυνατότητας να συμπλέουν λέξεις χρονικές (πείραν, συνειθισμένη, ηλικίας, στιγμές, είκοσι εννιά του χρόνων, δοκιμασμένη, στιγμές, πρώτη φορά) με τίς καθαρά σωματικές (δηλαδή τίς, με τόν πιο καβαφικό τρόπο, υλικές) ( : έκλυσι, πείραν έρωτος, στάσεως, σάρκας σχεδόν άθικτης, εμορφιά, ηδονή, έφηβο, τό αγνό του σώμα), και χωρίς άλλη συνοδεία : η απλή αυτή (αλλά ουσιαστικά διπλή, γιατί αφορά τόσο τήν αισθητική εμφάνιση όσο και τήν ηθική διάσταση τού παρατηρούμενου) περιγραφή φορτίζει έτσι περισσότερο τήν υποβόσκουσα αισθηματική ένταση που έχει τό γεγονός γι’ αυτόν που παρατηρεί, μιλάει, και γράφει εντέλει τό ποίημα – και εξακτινώνεται με φοβερή αποτελεσματικότητα και σ’ εκείνον που τό διαβάζει – γιατί λειτουργεί, ακριβώς επειδή λείπουν γεγονότα και λεπτομέρειες, σαν μια σύνοψη όλων τών καβαφικών νέων : μπορεί να σκεφτεί δηλαδή κανείς ότι ο Καβάφης εδώ περιγράφει και τόν ίδιο τόν εαυτό του (μπορώ να πω τζοϋσικώ τω τρόπω ότι πρόκειται, αν τό παρατραβήξουμε, αλλά τό παρατραβάμε εντέλει νόμιμα, και για τό γενικό πορτραίτο τού (ερωτικού) ποιητή ως νέου)

   Στο Μέρες τού 1903 υπάρχει πάντως μια μικρή ανατροπή ως προς τό γενικό κλίμα τών ποιημάτων με τίτλο Μέρες, γιατί εδώ έχουμε ξαφνικά εκείνο τό γνωστό καβαφικό πρώτο πρόσωπο, τό χωρίς προσωπείο, είναι ένα ποίημα δηλαδή χωρίς περσόνα : μιλάει σε πρώτο πρόσωπο με άλλα λόγια ο ίδιος ο Καβάφης απροκάλυπτα, για τόν εαυτό του, και μάλιστα σε ένα καθαρά αισθησιακό ποίημα – πράγμα που τό έκανε πιο συχνά όσο περνούσαν τά χρόνια και είναι λογικό τό ότι δίστασε να τό κάνει στην αρχή. Τό ποίημα αυτό είναι πολύ γνωστό διότι έχει μελοποιηθεί κιόλας (να πω ότι προσωπικά είμαι εναντίον αυτού τού είδους τών μελοποιήσεων που υποβάλλουν μια καταστροφική για τήν (μεγάλη) ποίηση αντίληψη ότι η ποίηση αυτή χρειάζεται και μια επιπλέον μουσική πάνω από τήν ήδη υπάρχουσα δικιά της). Μια παρεμπίπτουσα παρατήρηση επίσης εδώ θα ήτανε ότι ο Καβάφης καταφέρνει μέσα από ένα τόσο εξόχως μουσικό κείμενο να συμπεριλάβει και μαζί να κάνει σκόνη όλη τήν (πριν και μετά) ψυχαναλυτική πολυλογία : Δεν τά ηύρα πια – τ’ αποκτηθέντα κατά τύχην όλως, // που έτσι εύκολα παραίτησα· // και που κατόπι με αγωνίαν ήθελα. //

   Οι Μέρες τού 1909, ’10, και ’11 μοιάζουνε με τίς Μέρες τού 1908 από τήν άποψη ότι ξεκινάνε όσο γίνεται πιο απομακρυσμένα και αντικειμενικά : Δεν έχουμε να κάνουμε όμως με τόν χρόνο εδώ αρχικά, αλλά με τά οικονομικά : Ενός τυραννισμένου, πτωχοτάτου ναυτικού (…) ήταν υιός : Και τά οικονομικά σ’ αυτό τό ποίημα υπερισχύουν, ενώ ο χρόνος υπεισέρχεται μ’ ένα πολύ πιο ενδιάμεσο, και συγχρόνως εκκωφαντικής πάλι έντασης τρόπο : ο ήρωας εργάζεται σε σιδερά, κι αν επιθυμήσει κανένα ωραίο πουκάμισο μαβί, πουλάει τό σώμα του για πέντε τάλληρα. Ξαφνικά όμως εισβάλλει εδώ εκείνη η ένωση που λέγαμε, ιστορικών και ερωτικών ποιημάτων ταυτοχρόνως : Ο ομιλών γίνεται πάλι σαν αυτοβιογραφούμενος και προβάλλοντας διαυγέστατα απ’ τήν ανωνυμία τού παρόντος του αναρωτιέται Αν στους αρχαίους καιρούς είχεν η ένδοξη Αλεξάνδρεια νέον πιο περικαλλή (…) που πήε χαμένος : δεν έγινε, εννοείται, άγαλμά του ή ζωγραφιά. Μέσα στις δύο κουβέντες (τής φθοράς από τή μια – εξαιτίας τής δουλειάς και τής λαϊκής κραιπάλης τής ταλαιπωρημένης – και τής τύχης που θα είχε αν ζούσε στους αρχαίους χρόνους από τήν άλλη) μέσα απ’ αυτήν τήν σχεδόν απτή εικονογράφηση τής συγχώνευσης τών χρόνων, και τής διάχυσης τού παρόντος στο παρελθόν, διάχυση που επιτελείται σχεδόν με ειρωνικό χαμόγελο (σαν να μάς λέει ο ομιλητής ότι δεν θα ’πρεπε ποτέ να αμφιβάλλουμε πως τά ερωτικά του ποιήματα είναι δεμένα αδιάρρηκτα με τήν ιστορική του πρόθεση) προκύπτει ξαφνικά ένας άπλετος φωτισμός όπως αν θα ’θελε κανείς να κάνει κάποιον από καιρό να ομολογήσει  κάτι, κι εκείνος σε μια στιγμή που δεν τό περιμένεις, ξαφνικά τό ξεφουρνίζει με φωνή ήσυχη και εξαφανίζεται. Προδίδεται υπαινικτικά μόνο μία υπόγεια συναίνεση τού Καβάφη ως προς τή νευραλγική σημασία τού ποιήματος από τό γεγονός ότι ο τίτλος του αναφέρεται σε τρία χρόνια συνεχή :  Σαν να μάς λέει ότι τόσο πολύ ακριβώς τήν σκέψη αυτή ατένισε. Εξάλλου τό κυρίως ποίημα που θα μάς απασχολήσει εδώ, τό Μέρες τού 1908, πήρε τόν τίτλο του (μετά από σκέψη : όταν πρωτογράφτηκε τό 1921 (11 χρόνια πριν ο Καβάφης να τό δημοσιέψει τό 1932) είχε τίτλο «Τό Καλοκαίρι τού 1895») τό Μέρες τού 1908 πήρε λοιπόν τόν τίτλο του τελικά, μετά από σκέψη, ακριβώς σε σχέση με αυτήν τήν τριετία 1909, ’10 και ’11: Και άραγε ειρωνικά τό έβαλε ο Καβάφης να προηγείται αφενός στον χρόνο, και να ’χει τήν ίδια αφετέρου αποστασιοποιημένη και σχεδόν ψυχρή θεώρηση χαμένης και χαραμισμένης ομορφιάς;

   Αλλά και στις Μέρες τού 1908 έχουμε από τήν αρχή τήν εντύπωση ότι ακολουθώντας λίγο–πολύ ένα κόλπο που πια τό έχουμε μάθει, αυτός ίσως να μιλάει (σε τρίτο πρόσωπο) πάλι για τόν εαυτό του, ενώ η εντύπωση αυτή θ’ αλλάξει γρήγορα και θα ανατραπεί : Όχι μόνο δεν θα είναι για τόν εαυτό του που θα λέει, ξεκινώντας τό ποίημα Τόν χρόνο εκείνον βρέθηκε χωρίς δουλειά αλλά θα χρησιμοποιήσει αργότερα τή λέξη θαύμα για να μάς περιγράψει τόν ήρωά του όπως εκείνος κρίνει ότι τού ταιριάζει : μια λέξη φορτισμένη από τή θρησκεία τών ηρώων στη νεότερη εποχή (πράγμα που τήν κάνει πιο βέβηλη στην ερωτική της φόρτιση) αλλά και μια λέξη – ειδικά όταν λέγεται με τό αόριστο άρθρο και έτσι κοφτά : ένα θαύμα – ιδιαίτερα καθημερινής, και σχεδόν γυναικείας χρήσης – απ’ αυτές που ο Καβάφης όταν τίς εισάγει, εξυπονοεί κουβέντες σχεδόν σαλονίστικες, κουτσομπολιού. (Ίσως είναι η επίδραση τής γλώσσας τής οικογένειας στα σημεία αυτά – και ο πατέρας έλειψε νωρίς – πρέπει να άκουγε και να τού εντυπωνόντουσαν πολύ καλά οι εκφράσεις τής μητέρας)

.

  ΜΕΡΕΣ ΤΟΥ 1908

Τόν χρόνο εκείνον βρέθηκε χωρίς δουλειά·
και συνεπώς ζούσεν απ’ τά χαρτιά,
από τό τάβλι, και τά δανεικά. 

Μια θέσις, τριώ λιρών τόν μήνα, σε μικρό
χαρτοπωλείον τού είχε προσφερθεί.
Μα τήν αρνήθηκε, χωρίς κανένα δισταγμό.
Δεν έκανε. Δεν ήτανε μισθός γι’ αυτόν,
νέον με γράμματ’ αρκετά, και είκοσι πέντ’ ετών.

Δυο, τρία σελίνια τήν ημέρα κέρδιζε, δεν κέρδιζε.
Από χαρτιά και τάβλι τί να βγάλει τό παιδί,
στα καφενεία τής σειράς του, τά λαϊκά,
όσο κι αν έπαιζ’ έξυπνα, όσο κι αν διάλεγε κουτούς.
Τά δανεικά, αυτά δα ήσαν κ’ ήσαν.
Σπάνια τό τάλληρο εύρισκε, τό πιο συχνά μισό,
κάποτε ξέπεφτε και στο σελίνι.

Καμιά εβδομάδα, ενίοτε πιο πολύ,
σαν γλύτωνεν απ’ τό φρικτό ξενύχτι,
δροσίζονταν στα μπάνια, στο κολύμβι τό πρωΐ.

Τά ρούχα του είχαν ένα χάλι τρομερό.
Μια φορεσιά τήν ίδια πάντοτ’ έβαζε, μια φορεσιά
πολύ ξεθωριασμένη κανελιά.

Ά μέρες τού καλοκαιριού τού εννιακόσια οκτώ,
απ’ τό είδωμά σας, καλαισθητικά,
έλειψ’ η κανελιά ξεθωριασμένη φορεσιά.

Τό είδωμά σας τόν εφύλαξε
όταν που τά ’βγαζε, που τά ’ριχνε από πάνω του,
τ’ ανάξια ρούχα, και τά μπαλωμένα εσώρουχα.
Κ’ έμενε ολόγυμνος· άψογα ωραίος· ένα θαύμα.
Αχτένιστα, ανασηκωμένα τά μαλλιά του·
τά μέλη του ηλιοκαμένα λίγο
από τήν γύμνια τού πρωϊού στα μπάνια, και στην παραλία.

.

μέρες τού 1908 : μέρες ενός θαύματος

.

   Όταν μετά τό βρέθηκε χωρίς δουλειά ακολουθεί : και συνεπώς ζούσεν απ’ τά χαρτιά, τό συνεπώς αυτό σημαίνει : «όπως έχουμε ήδη πει και ξέρουμε και από άλλες τέτοιες περιπτώσεις». Τό ότι αρνήθηκε τή θέση τών τριώ λιρών τόν μήνα που τού ’χε προσφερθεί σ’ ένα μικρό χαρτοπωλείο και τήν αρνήθηκε χωρίς κανένα δισταγμό σχεδόν δεν μάς εκπλήσσει πια καθόλου : Δεν μάς χρειάζονται ιδιαίτερες καν εξηγήσεις : Ένα απλό Δεν έκανε, δεν ήτανε μισθός γι’ αυτόν θα μάς αρκούσε – αλλά τό νέον με γράμματ’ αρκετά, και είκοσι πέντ’ ετών μάς φέρνει αυτόματα ξανά κοντά σε όλους εκείνους τούς νέους τών γραμμάτων (έως ακόμα και τό παιδί τό φανατικό για γράμματα τών Νέων τής Σιδώνος) που βρίσκονται όλα πάλι γύρω σ’αυτή τήν ηλικία τήν σχεδόν ιδανική για τόν Καβάφη – από τά 24 ώς πριν τά 30 μάλλον. Η επόμενη στροφή μετά τίς δύο πρώτες (αυτές οι τρεις πρώτες στροφές έχουνε έναν ομαλά αυξανόμενο αριθμό στίχων πάντα μονού αριθμού – τρεις, πέντε και εφτά – κι ακολουθούν οι τρεις επόμενες που έχουνε όλες από τρεις αράδες πράγμα που δίνει έναν πιο κοφτό, σχεδόν γρήγορο ρυθμό στο ποίημα όταν θα περιγράφει τή διαδικασία τής ξεκούρασης τού μπάνιου τό πρωί, μια διαδικασία που θα μάς οδηγήσει στην εξύμνηση τής ομορφιάς και τήν περιγραφή τής νοσταλγίας τού ίδιου τού ομιλητή όταν τή σκέφτεται ή τή βλέπει) η τρίτη μεγάλη στροφή λοιπόν με τούς εφτά της στίχους είναι εκείνη που θα ασχοληθεί, σαν εξαντλητικά, με τά δυσάρεστα οικονομικά – που πάλι είναι σαν να βγαίνουν με καρμπόν από τά όμοια τών προηγηθέντων άλλων : κέρδιζε – δεν κέρδιζε, (…) χαρτιά, τάβλι (…) τί να βγάλει τό παιδί (…) στα καφενεία τά λαϊκά (…) έπαιζε έξυπνα ή διάλεγε κουτούς : Τά δανεικά δε αυτά ήσαν κι ήσαν : νά η πρώτη εισαγωγή έκφρασης γυναικείας, σπιτικής, και καθομιλουμένης σχεδόν ιδιωματικής : αυτά κι αν ήταν, που λέγαν οι γυναίκες στο δικό μου σπίτι όταν είμαστε εμείς παιδιά. Στο τέλος τών εφτά αράδων η πτώση του ολοκληρώνεται με μία, σαν παρομοίωση, πτώση χρηματική : κάποτε ξέπεφτε και στο σελίνι.

(συνεχίζεται)
(ήταν η 3η συνέχεια από κείμενο δημοσιευμένο στην ετήσια έκδοση «επίλογος/12ος χρόνος» τού 2003)

.

.

.

.

   * παρ’ όλο που υποσχέθηκα ότι θα βάλω τίς σημειώσεις μου στο τέλος τού συνολικού κειμένου οφείλω να επισημάνω ότι, σ’ αυτήν ακριβώς τή συνέχεια, συμπεριέλαβα ελάχιστες από τίς (αρκετές, εδώ ειδικά όπου περιγράφονται και άλλα ποιήματα τής κατηγορίας Μέρες) επιπλέον προτάσεις που υπήρχαν στο αρχικό κείμενο και που κόπηκαν στη δημοσίεψη – πράγμα που αναφέρθηκε και στην αρχή τού αφιερώματος στον «επίλογο» : λόγω τής μεγάλης έκτασης που πήρε η ανάλυσή μου –

.

.

.

.

.

.

.

.

Μαΐου 13, 2012

για τόν καβάφη : «μέρες θαυμάτων» / β

.

     

τό προηγούμενο : η 1η συνέχεια

   Στην ποίηση που, όταν όλα είναι ιδανικά, όλα είναι ωραία και μεγάλα φωτισμένα, έρχεται αυτονόητο να πει κανείς ότι ο Καβάφης είναι με τόν πιο επίμονο και ήσυχο ταυτόχρονα τρόπο επικούρειος.

   Η μνήμη που είναι ο κατεξοχήν κόσμος τού παρόντος σ’ αυτόν, είναι ο κόσμος μιας ηδονικής διαφάνειας, εκεί που πλέουν τά μαγευτικά απογεύματα, οι ορμές και η χαρά, δύναμη λόγος κι ομορφιά (πολύ αναπάντεχο καρφί αυτός ο «λόγος» εκεί ανάμεσα, για όποιον τόν διαβάζει αφηρημένος), αίσθησις και επιθυμία, λάγνη ορμή, μοιραία χαρά, ηδονή άνομη και έκνομη μέθη ερωτική, η πύρα τής νεότητος ώς που έλειψε τό φως, χαρά και μύρο τής ζωής του η μνήμη τών ωρών αυτού που αποστρέφεται κάθε απόλαυση ερώτων τής ρουτίνας – και κει σχεδιάζονταν τής ποίησής του η περιοχή : όταν ο έρως με τήν εξαισία του ισχύν κι η φυλαχθείσα ερωτική συγκίνησις (κι αν δεν θυμάται πού – ένα ξέχασμά του δεν σημαίνει) σ’ αυτή τή μία ένταση τήν μόνο ερωτική που δεν γνωρίζει η υγεία και μέσα στο μαγευτικό απόγευμα ενός πλοίου θα υπάρξει ακριβώς η αρχή αυτών που αύριο ή μεθαύριο ή με τά χρόνια θα γραφούν : οι στίχοι οι δυνατοί που εδώ ήταν η αρχή των.

   Αυτή η αντεστραμμένη αίσθηση τού χρόνου δεν είναι απλώς αισθητική, είναι πράγματι και ηθική για τόν Καβάφη : μέσα στο ποίημα ο ίδιος βρίσκεται στο παρόν τού παρελθόντος του, γι’ αυτό κι οι στίχοι θα γραφούν (ενώ τό γεγονός τού ποιήματος δείχνει ότι ήδη γράφηκαν) και εδώ δεν ήταν η αρχή των, αλλά εκεί : Αλλά ο Καβάφης επιθυμεί πάντα να μείνει εδώ που είναι ακόμη ζωντανή η ηδονή. Έτσι λοιπόν, παρ’ όλη τή νοσταλγία και τή θλίψη ή τήν αίσθηση ανεπανόρθωτης απώλειας (που αγγίζει όχι μόνο πρόσωπα ή σώματα αλλά και τά πράγματα γύρω του), έχουμε να κάνουμε με μια θλίψη και μια νοσταλγία με τίς οποίες εξακοντίζονται ακριβώς οι εικόνες του μέσα στον χρόνο, ο οποίος όμως δεν είναι ποτέ χρόνος χειμώνα και ούτε φθινοπώρου καν : όλα σχεδόν τά φωτίζει ένας ήλιος μόνιμα, που δεν οφείλεται ίσως μόνο στο κλίμα : και όλα συμβαίνουν ταυτόχρονα κάτω από τόν αστερισμό τής ίδιας πάντα φτώχειας, που δεν οφείλεται ίσως μόνο στον ρεαλισμό τής προσωπικής περίπτωσης : αυτή η οικονομική δυσπραγία και η στέρηση, που είναι τόσο διάχυτη στα ερωτικά του ποιήματα, εικονογραφεί όχι τόσο μια αδικία κοινωνική γενικού είδους, αλλά μια τιμωρία για τίς ερωτικές επιλογές τίς έκνομες – σαν να επιχειρείται η εικονογράφηση μιας παράλογης μεταφυσικής ζυγαριάς που θα ’λεγε (φροϋδικώ και μαρκουζικώ τω τρόπω) κανείς ότι δείχνει πως όσο περισσότερη ευτυχία και πλήρωσις ερωτική, τόσο λιγότερη κοινωνική επιτυχία και αποδοχή. Στα περισσότερα ερωτικά ποιήματα, σχεδόν όπως στα μυθιστορήματα τής Τζαίην Ώστιν (και νομίζω ότι τήν είχε διαβάσει και τού άρεσε) πληροφορούμαστε εισαγωγικά κιόλας – και, οπωσδήποτε αργότερα, καθ’ οδόν – για τήν μέχρις εδώ, ή και παρούσα (τόσο παρούσα, που να γίνεται μέρος τής δραματοποιημένης συγκίνησης) οικονομική κατάσταση τών ηρώων : Αν δεν είναι οι ήρωες ωραία παιδιά χαμένα στα σιδεράδικα, ή τά γραφεία από τήν φτώχεια τους, θα είναι παιδιά καλών (τιμίων) οικογενειών που, λόγω τού ξεπεσμού και τών ηθικών τους επιλογών, μήτες να τούς ξέρουν δεν θέλουν πια.

   Αυτό τό διάχυτο κλίμα μιας ζωής στο περιθώριο τής τίμιας κοινωνίας (που μοιάζει πολύ με αδιαμαρτύρητη και σχεδόν ανέμελη προσαρμογή τής επικούρειας επιταγής τού λάθε βιώσας) διαχέεται τόσο μέσα στον καβαφικό χώρο και τόν καβαφικό χρόνο που λες και ταξιδεύει συμπαγές και μες στην ιστορία. Υπάρχουν μερικά από τά λεγόμενα ποιήματα τής ιστορικής περιοχής που μολονότι δηλώνεται ρητά από τόν Καβάφη, ακόμα κι απ’ τόν τίτλο, ότι δεν αποτελούν ανάμνηση ζωής (έστω δηλαδή και κατασκευασμένη) αλλά περιγραφή ηρώων άσημων που τοποθετούνται (συνήθως με μια χρονολογία) σαν σφήνες μέσα στη σειρά τών γεγονότων που αφορούν τήν καθαυτό επίσημη ιστορία : (τήν παρακμή τού ελληνισμού, τούς βασιλείς που χάνουν, όσους γεννιούνται ήδη χαμένοι, διαμάχες και οικογενειακές και εθνικές, καταστροφές και ήττες και πολέμους) εντούτοις τά ποιήματα αυτά, με τούς άσημους ηδονικούς ήρωές τους, επιτελούν μια λειτουργία μέσα στο συνολικό σώμα τών ποιημάτων του εξαιρετικά νευραλγική γιατί συνδέουν τό παρελθόν με τό παρόν όχι ως απλό χρόνο, κενό κάθε άλλου περιεχομένου, αλλά ως χρόνο που είναι πλήρης αυτής τής ίδιας τής καβαφικής ηθικής, που ολοκληρώνεται σιγά–σιγά μέσα από τήν ανάγνωση μπροστά στα μάτια μας σε αισθητική, και μάς δίνουν τό πιο θαυμάσιο (μαγικό) κλειδί για να τόν καταλάβουμε ολόκληρο.

.

.

μέρες ονόματος

   Για μένα, ο Καβάφης πετυχαίνει τήν πιο ομαλή συγχώνευση τών πάντων σε ένα όλον αντιφατικό, γεμάτο εντάσεις φθοροποιές και δημιουργικές, και μ’ αυτή τήν έννοια δεν μπορεί να δει κανείς ούτε τά ερωτικά του ποιήματα ξεχωριστά, ούτε τά ιστορικά γιατί θα χάσει κάτι ουσιώδες που αυτός θέλησε να κομίσει στην τέχνη τελικά : η αισθητική του αποκαλύπτεται μόνο μέσα από τό αινιγματικό αυτό (όσο και σαφές κάποιες φορές όπως μάς φαίνεται) σύνολο. Από αυτή τήν άποψη, αν έχει μια γοητεία η ιστορία τού ελληνισμού για τόν ίδιον τήν έχει γιατί πρόκειται για μια ιστορία που έχει ήδη παρακμάσει. Ο Καβάφης δεν υμνεί μέσω τής ιστορίας τή δύναμη αλλά τήν ήττα : Αν τόν γοητεύει η ιστορία τού ελληνισμού, είναι στη φάση τής φθοράς του, και εξαιτίας τής φθοράς του : Και συνοδεύει μόνιμα τή λύπη του η ενθύμηση μιας γλώσσας, μιας γλώσσας που ο ίδιος χρησιμοποιεί, όχι τόσο επειδή είναι ωραία αλλά επειδή ήταν μια γλώσσα που μπορούσε να γίνει από όλους κάποτε κατανοητή, κάτι που δεν ισχύει σήμερα για τή γλώσσα στην οποία γράφει τά ποιήματά του ο ίδιος. Ακόμα κι έτσι, δηλαδή, ουσιαστικά θλίβεται για μιαν απώλεια η οποία έχει άμεση επίπτωση στη δικιά του ζωή και πάνω του, σαν να αναλογίζεται πόσους χάνει με τήν παρακμή τής γλώσσας αυτής από τούς εραστές τής σκέψης του.

   Έτσι τό ίδωμα τής ιστορίας από μέρους του σαν να βάφεται, να κολυμπάει και να διαχέεται μες στα νερά τού διαυγούς ερωτισμού του, και χωρίς τήν απόχρωση αυτή μέσ’ από τήν οποία βλέπει τό παρελθόν η ιστορία δεν θα τόν ενδιέφερε ίσως καθόλου : Δεν μιλάει για άλλους ο Καβάφης μιλώντας για τήν ιστορία και δεν μιλάει για κάτι με τήν τρέχουσα έννοια αντικειμενικό, μολονότι είναι εξόχως αντικειμενικός και διαβασμένος στην περιγραφή τών ιστορικών γεγονότων – πράγμα που ’χει αποτελέσει θέμα άλλωστε συζήτησης για όλους περίπου τούς καβαφιστές : Όμως, όταν ο Καβάφης μιλάει για έναν πολιτισμό που παρήλθε, απολαμβάνει τή θλίψη ενός χαμού όπως αυτήν που έχει για τά σώματα που χάθηκαν απ’ τή ζωή του : Και η ίδια η ομορφιά (η αντικειμενική θα ’λεγε κανείς) τού πολιτισμού αυτού έχει σχέση με τό ότι ήταν ένας πολιτισμός που αγαπούσε τό σώμα τών ανθρώπων και είχε θεούς και για τόν έρωτα. Θα ’τανε δύσκολο να φανταστεί κανείς όλην τήν ιστορική περιοχή τού Καβάφη να τοποθετείται στην εποχή δηλαδή τού χριστιανισμού. Ο χριστιανισμός διασώζεται στην ποίησή του επειδή αποτελεί χρονική στιγμή που προκαλεί επιπλέον πόνο, τήν ήττα ενός κόσμου τών αισθήσεων και τής καθαρής ηδονής, και τή στιγμή που αναφύεται ένας κόσμος οδυνηρά ξένος (μ’ αυτήν τήν έννοια ένας κόσμος κυριολεκτικής αλλοτρίωσης) : ο Μύρης είναι η πιο διαυγής διατύπωση αυτής τής στιγμής, και δεν είναι κατά τύχην τό πιο μακρύ και μυθιστορηματικό του ποίημα. Όμως γενικά αυτό που φαίνεται να τόν γοητεύει είναι η μοιραία φθορά που τήν παρακολουθεί με διάθεση ανατόμου μες στην ιστορία. Μ’ αυτή τήν έννοια, αν είναι επιεικής προς τό βυζάντιο, είναι επειδή κι αυτό έχει πλέον ηττηθεί και παρέλθει.

   Έτσι λοιπόν ανάμεσα στους επώνυμους ήρωες, υπάρχουν εκείνοι με τά κατασκευασμένα ονόματα, τά τόσο αιώνια και διάσημα πια. Ανάμεσα σ’ αυτούς τούς Εμονίδες και τούς Αιμιλιανούς Μονάη, τούς Κίμωνες Λεάρχου και τούς Τέμεθους, τόν Λάνη, τόν Μυρτία, τόν Έμη, τόν Ταμίδη, τόν Αμμόνη, τόν Ευρίωνα, τόν Ιασή, τόν Ιάσονα Κλεάνδρου και τόν Ερμοτέλη ή τόν Μαρύλο απλώνεται αυτή η ζωή από τότε, τόσο παλιά όπως και τώρα, με τά χαμαιτυπεία τά βδελυρά τά καπηλειά και τίς ταβέρνες, τίς συνοικίες τίς φτωχικές, τίς απατεωνιές και τά αναίσχυντα κρεβάτια όπου στην ευτελή κραιπάλη ο ήρωας διάγει ποταπώς και τό μόνο που τόν σώζει σαν ομορφιά διαρκής είναι που είχε δύο χρόνια δικό του τόν Ταμίδη, δικό του όχι για σπίτι ή για έπαυλη στον Νείλο : όλα εκείνα τά κρυμμένα από τούς άλλους πράματα που σαν να είναι ένα ξανατύπωμα τής ζωής τού Καβάφη διπλό πάνω στην ταινία με τό ιστορικό της ας πούμε θέμα. Αυτή η μυθολογία (λίγα λεφτά, κάποια σελίνια, ρούχα φτωχά, κι ωραία σώματα) είναι λοιπόν, αν δει κανείς τώρα τό έργο του τελειωμένο, αυτή η μυθολογία είναι σαν να αποτελεί τή ραχοκοκκαλιά τού σύμπαντός του, τή ραχοκοκκαλιά τού ίδιου του τού ινδάλματος τής ιστορίας.

.

(συνεχίζεται)
(ήταν η 2η συνέχεια από κείμενο δημοσιευμένο στην ετήσια έκδοση «επίλογος/12ος χρόνος» τού 2003)

.

.

.

.

.

.

.

Απρίλιος 29, 2012

για τόν καβάφη : «μέρες θαυμάτων» / α

.

.

.

     

.

.

   αν ο απρίλης είν’ ο μήνας ο σκληρός κατά τόμας στέρνς έλιοτ, βρίσκει πάντως μάλλον τήν καλή και τή γλυκειά του ώρα όταν έρχεται στη δικιά μας ποίηση : έτσι στις 8 απριλίου είχαμε τήν επέτειο τής γέννησης τού σολωμού και σήμερα είναι η αντίστοιχη τού καβάφη (αν και στην περίπτωσή του η ημερομηνία συμπίπτει και με δεύτερη επέτειο, γιατί ο καβάφης πέθανε κιόλας 29 απριλίου – πέθανε δηλαδή τή μέρα τών γενεθλίων του)

   συνεχίζω λοιπόν σήμερα τά ποιητικά (για τόν καβάφη άλλα είναι εδώ : 1, 2, 3) αναδημοσιεύοντας ένα άρθρο μου από τόν επίλογο 2003 *, επειδή όμως τό κείμενο είναι μεγάλο θα χρειαστεί να τό κόψω μάλλον σε (πολλά) κομμάτια

.

.

.

.

* τό 2003 ήταν η επέτειος τών 70 χρόνων από τόν θάνατο τού κ. π. καβάφη και στη 12η ετήσια έκδοση τού επίλογου – που τή χρονιά εκείνη άλλαξε ιδιοκτησία και τά πράγματα ήταν και ελαφρώς αλλά και βαρέως κουλουβάχατα – ανέλαβε να σώσει τήν τιμή τών όπλων ένας φίλος μου, συνεργάτης τής έκδοσης από τήν αρχή της, ο οποίος και αποφάσισε και βάλθηκε μετά μανίας να οργανώσει ένα αφιέρωμα στα πολύ στενά χρονικά πλαίσια που είχε, και σχεδόν εκ τών ενόντων. Τό αφιέρωμα έγινε πάντως κατά τή γνώμη μου καλό – οι σελίδες τού τόμου προσφέρονταν κιόλας γιατί είναι μεγάλου σχήματος και μπήκαν και μερικές σπάνιες φωτογραφίες – όπως ένα σημείωμα αφωνίας τού καβάφη (που από τήν εγχείρηση για τόν καρκίνο τού λάρυγγα δεν μπορούσε ως γνωστόν τόν τελευταίο καιρό πριν πεθάνει να μιλήσει) στο οποίο διαβάζουμε : «για ¼  τής ώρας να μείνω μόνος παρακαλώ» –. Ο φίλος μου αυτός (που είναι και ποιητής) και που ήταν ο οργανωτής τού αφιερώματος, παρακάλεσε εμένα κι άλλον έναν άλλο φίλο του (που είμαστε πεζογράφοι…) να γράψουμε κάτι για τό ίδιο ποίημα τού καβάφη, τό μέρες τού 1908 : γιατί αυτό ήταν τό τελευταίο ποίημα που έδωσε ο καβάφης στον τυπογράφο του για έκδοση όσο ζούσε

ήταν δηλαδή μια πολύ ωραία ιδέα – εμένα πολύ μού άρεσε : δύο διαφορετικές οπτικές για τό ίδιο πράγμα : και, μολονότι γνωριζόμαστε μεταξύ μας δεν είχαμε ιδέα ο ένας τί έγραψε ο άλλος – τά διαβάσαμε όταν τυπώθηκαν

δεν ήξερα αν υπάρχει διαθέσιμος εκείνος ο τόμος πια (έχουν περάσει και αρκετά χρόνια) για όποιον θα ενδιαφερότανε δηλαδή να τόν βρει, αλλά ψάχνοντας τώρα με τήν ευκαιρία στο γουγλ τόν βρήκα – άρα δεν έγινε ακόμα συλλεκτικό και σπάνιο απόκτημα…

αρκετά όμως είπα – παραθέτω τό κείμενό μου – να προσθέσω μόνο ότι εκείνη η εκτός προγράμματος υποχρέωση που ανέλαβα τότε να γράψω για τόν καβάφη μ’ έκανε κι εμένα να μπω ξανά, και τόσο αιφνίδια, στο κλίμα ώστε άρχισα αμέσως μετά ένα δοκίμιο για όλα τά ερωτικά ποιήματα τού καβάφη – με τόν ίδιο τίτλο που έχει κι η ανάρτηση : «μέρες θαυμάτων» – δεν τό ’χω ακόμα ούτε τελείως τελειώσει ούτε τελείως εκδόσει…

να προσθέσω επίσης ότι τό τελευταίο ποίημα που αποφάσισε να δημοσιέψει ο καβάφης πριν πεθάνει (τό «μέρες τού 1908» – αποσύροντας από τό τυπογραφείο τήν τελευταία στιγμή τό «εις τά περίχωρα τής αντιόχειας») **, ανήκει όπως θα δείτε στα καθαρά ερωτικά του, τά «απροκάλυπτα» : για τόν καβάφη που ήταν απολύτως μελετημένος και στην παραμικρή του κίνηση σχετικά με τήν εκδοτική του πρακτική, και που ίσως διαισθάνθηκε ότι εκείνη θα ήταν η τελευταία εκδοτική του πράξη, αυτό έχει, πιστεύω, τήν πολύ ειδική σημασία του

   πρώτα όμως τό ίδιο τό ποίημα :

 

.

.

  

.

ΜΕΡΕΣ ΤΟΥ 1908

Τόν χρόνο εκείνον βρέθηκε χωρίς δουλειά·
και συνεπώς ζούσεν απ’ τά χαρτιά,
από τό τάβλι, και τά δανεικά.

Μια θέσις, τριώ λιρών τόν μήνα, σε μικρό
χαρτοπωλείον τού είχε προσφερθεί.
Μα τήν αρνήθηκε, χωρίς κανένα δισταγμό.
Δεν έκανε. Δεν ήτανε μισθός γι’ αυτόν,
νέον με γράμματ’ αρκετά, και είκοσι πέντ’ ετών.

Δυο, τρία σελίνια τήν ημέρα κέρδιζε, δεν κέρδιζε.
Από χαρτιά και τάβλι τί να βγάλει τό παιδί,
στα καφενεία τής σειράς του, τά λαϊκά,
όσο κι αν έπαιζ’ έξυπνα, όσο κι αν διάλεγε κουτούς.
Τά δανεικά, αυτά δα ήσαν κ’ ήσαν.
Σπάνια τό τάλληρο εύρισκε, τό πιο συχνά μισό,
κάποτε ξέπεφτε και στο σελίνι.

Καμιά εβδομάδα, ενίοτε πιο πολύ,
σαν γλύτωνεν απ’ τό φρικτό ξενύχτι,
δροσίζονταν στα μπάνια, στο κολύμβι τό πρωΐ.

Τά ρούχα του είχαν ένα χάλι τρομερό.
Μια φορεσιά τήν ίδια πάντοτ’ έβαζε, μια φορεσιά
πολύ ξεθωριασμένη κανελιά.

Ά μέρες τού καλοκαιριού τού εννιακόσια οκτώ,
απ’ τό είδωμά σας, καλαισθητικά,
έλειψ’ η κανελιά ξεθωριασμένη φορεσιά.

Τό είδωμά σας τόν εφύλαξε
όταν που τάβγαζε, που τάριχνε από πάνω του,
τ’ ανάξια ρούχα, και τά μπαλωμένα εσώρουχα.
Κ’ έμενε ολόγυμνος· άψογα ωραίος· ένα θαύμα.
Αχτένιστα, ανασηκωμένα τά μαλλιά του·
τά μέλη του ηλιοκαμένα λίγο
από τήν γύμνια τού πρωϊού στα μπάνια, και στην παραλία.

.

.

.

ολόγυμνος·
άψογα ωραίος· ένα θαύμα.

 

   Η σχέση τού Καβάφη με τίς γυναίκες δεν περιορίζεται στις όποιες σχέσεις του με τήν μητέρα του, όσο κι αν αυτό ηχεί, από τήν άποψη τής καβαφικής ακριβώς οπτικής, σαν περίπου παράλογο.

   Γίνεται ίσως πιο λογικό, αν τό συγκεκριμενοποιήσει κανείς ως σχέση τής σκέψης τού Καβάφη με τήν γυναικεία σκέψη, και τής επιθυμίας του με τήν γυναικεία επιθυμία ; Είναι οπωσδήποτε πειρασμός να προσπαθήσει να τό αναπτύξει κανείς αυτό, πολύ περισσότερο αν πρέπει να τό κάνει και εν συντομία : ας ξεκινήσω πάντως απ’ τό ότι τό να είσαι γυναίκα προϋποθέτει πάνω απ’ όλα μια βαθιά θαμμένη αίσθηση και επίγνωση ενός ειδικού τύπου σιωπής : τίποτ’ απ’ όσα σού συμβαίνουν από τότε που είσαι παιδί δεν έχουν δικές τους λέξεις, για τήν ακρίβεια δεν πρέπει να ’χουν δικές τους λέξεις : έτσι όμως οι γυναίκες καταλαβαίνουν πολύ καλά από νωρίς τό νόημα τής ποίησης, τής πιο αμφίσημης χρήσης τών λέξεων, κι εντέλει αυτής τής ίδιας τής παρανομίας, μολονότι δεν ξέρουν, δεν μπορούν, και δεν τολμούν να μιλάν για όλ’ αυτά συχνά, μια που ακόμα και η αναγνώριση τού γεγονότος είναι μπορεί να πει κανείς παράνομη.

   Μού άρεσε πάντα ν’ ακούω μεγάλες γυναίκες να μιλάν με στίχους τού Καβάφη ανάμεσα στα λόγια τους, είχε μιαν αίσθηση τόλμης τό ύφος εκείνο, τόλμη μοναχική και κάπως σαν απεγνωσμένη απ’ τήν απόρριψη αυτή αστείας αιδούς και τήν επίγνωση σκάνδαλου ολέθριου. Ύστερα, όταν μεγαλώναμε κι αρχίζαμε ν’ ανακαλύπτουμε για λογαριασμό μας τά έργα τέχνης και τό έργο του, ο Καβάφης έγινε αυτονόητα και ξαφνικά δικός μας, κι ο κόσμος του καινούργιος και γενναίος μεγάλος και (με τήν παράνομη πάλι εκείνη και στοχαστική προσαρμογή) δικός μας αυτονόητα πάλι.

.

μέρες ενός θαύματος

   Όταν μού ζητήθηκε να γράψω κάτι γι’ αυτό τό ποίημα τού Καβάφη, τό τελευταίο που τύπωσε πριν πεθάνει, έκανα μια γρήγορη αναδρομή σε όλα τά ποιήματα μέσα στα οποία μιλάει λίγο ή πολύ για απαγορευμένες κρυφές σχέσεις, άνομες ηδονές που ζουν μονάχα νύχτα, τίς ανώμαλες έξεις μακρυά απ’ τήν τρεχάμενη ηθική τού επιτετραμμένου, τήν νοσηρή στιγματισμένη ηδονή και τήν άγονη αγάπη τήν αποδοκιμασμένη, πέρα απ’ τήν τών περί ηθικής λαλούντων αστεία αιδώ, τήν καθαρή ηδονή, τό ολέθριο σκάνδαλο τών τιμίων οικογενειών που μήτες τούς θέλουν πια, και τά λοιπά.

   Είχα καιρό να τόν διαβάσω όλον τόν Καβάφη μαζί έτσι σαν μυθιστόρημα και μού ’κανε εντύπωση ότι από μερικές απόψεις είναι όντως σαν μυθιστόρημα τό έργο του : Έχει πολύ περισσότερη ψυχολογική ένταση για να μην πω και υπόθεση, απ’ ό,τι συνήθως θεωρείται φυσικό για τήν ποίηση. Μπορεί κανείς να πει δηλαδή ότι όσο περισσότερο μέτρο και ρυθμό έχει, και ακόμα και ομοιοκαταληξία, όσο πιο άψογα ποιητικό είναι δηλαδή αυτό τό έργο (από τό πιο μεμονωμένο ποίημα ώς τό σύνολο), τόσο πιο πολύ νιώθεις να έχει μια ισχυρότατη υποδόρια πεζογραφική διάθεση : μερικές φορές μού φαίνεται σαν να αποφάσισε να είναι ποιητής σχεδόν αποκλειστικά και μόνο για τούς λόγους τής λιτότητας και τής οικονομίας ή τής αστραπιαίας σχεδόν αμφισημίας που τού εξασφαλίζει η σύντομη φόρμα, αλλά ότι παράλληλα ακριβώς με αυτά, τό ήθος και οι τάσεις του παραμένουν ειρωνικά (αυτήν τήν ειρωνεία τήν διαθέτει άλλωστε σε αλλεπάλληλες βαθμίδες τό έργο του) πεζογραφικές.

   Μερικές φορές πάντως δίνει τήν εντύπωση ότι ένα από τά ισχυρότερα στοιχεία στο έργο του είναι αυτή η διάθεση να ισορροπεί ανάμεσα στα είδη χωρίς να γίνονται προσπάθειες οι εντάσεις να αποσοβηθούν ή να καλυφθούν, διάθεση εκπληκτικής αποτελεσματικότητας ακριβώς επειδή τό σύνολο τού έργου του ασχολείται ουσιαστικά και σ’ ένα μόνιμα βαθύτερο επίπεδο με τήν ίδια τήν αισθητική, μάλιστα όχι μόνο με τό φαινόμενο τής δημιουργίας αλλά και τών ίδιων τών πηγών της.

   Θα ’ναι βέβαια σχεδόν κοινοτυπία να μιλήσει κανείς για τήν δραστική έννοια τού χρόνου, τήν οργανική, στην ποίησή του : Αν μιλούσα ας πούμε για τό Επέστρεφε, θα ήμουν υποχρεωμένη να πω για τήν ουσιώδη δράση τής προστακτικής που – με τόν τύπο τής δημοτικής που επιλέγεται (και όντας έτσι μορφικά ταυτόσημη με τόν παρατατικό που είναι χρόνος όχι μόνο παρελθόντος αλλά και διάρκειας) – εγκαθιστά μπροστά στα μάτια μας κεραυνοβόλα τήν ένωση τού παρελθόντος και τού μέλλοντος μες στο παρόν (πράγμα που θα απασχολούσε αργότερα τόν Έλιοτ) και που εικονογραφεί παραδειγματικά και ολόκληρη τήν αισθητική άποψη που κρύβεται στην ποίησή του.

 .

οι μέρες

   Τά ερωτικά ποιήματα τού Καβάφη διαδραματίζονται όμως και στον ίδιο χώρο θα μπορούσε να πει κανείς : είναι πάντοτε ένα καπηλειό, μία ταβέρνα κι ένα μαγαζί, ένα καφενείο και μία κάμαρη πτωχική και πρόστυχη, ένα λαϊκό και ταπεινό κρεβάτι, με περιβάλλοντα χώρο μια συνοικία απόκεντρη κι ένα δρόμο παληό, σοκάκια, φθηνά κέντρα και γραφεία σε φτωχικές παρόδους, μαγαζί μικρό και παληομάγαζο ενός σιδερά, και μαύρο καφενείο και καφενεία τής σειράς του λαϊκά. Με τήν περιγραφή τών χώρων όμως ο χρόνος έτσι εμφανίζεται σαν ενσωματωμένος μέσα τους : είναι σχεδόν πάντοτε παρελθόν και πάντα καλοκαίρι, πάντοτε φως και κάποτε αναφέρεται ο μήνας Ιούλιος ή τού Αυγούστου εκείνη η βραδυά, ή ο ήλιος τού απογεύματος που έφθανε ώς τά μισά. Υπάρχει μια επιμονή στον ήλιο και τό φως, ακόμα κι όταν αναφέρεται σκοτάδι, και μια αδυναμία στις λέξεις που σημαίνουν φωτεινός, λαμπρός : Η νύχτα είναι φωτισμένη, οι επιθυμίες γυαλίζουν, τής ηδονής η νύχτα έχει ως διάζευξη ένα πρωί της φεγγερό, κι οι περί ηθικής λαλούντες μόνο φορούν εκείνα τά φαιά. Στην ποίηση που, όταν όλα είναι ιδανικά, όλα είναι ωραία και μεγάλα φωτισμένα, έρχεται αυτονόητο να πει κανείς ότι ο Καβάφης είναι με τόν πιο επίμονο και ήσυχο ταυτόχρονα τρόπο επικούρειος.

(συνεχίζεται)
(δημοσιεύτηκε στην
ετήσια έκδοση «επίλογος/12ος χρόνος» τού 2003)

.

  

.

.

 ** οι υπόλοιπες σημειώσεις/αστερίσκοι
θα ακολουθήσουν στο τέλος τού άρθρου, ύστερα δηλαδή από όλες τίς αναρτήσεις που θα ασχοληθούν με τό θέμα

.

.

.

.

.

.

Φεβρουαρίου 23, 2011

one–dimensional man vs anna akhmatova

.

       

  

   συνεχίζω από εκεί που είχαμε μείνει πριν μεσολαβήσει η επέτειος τού μπρούνο
   βέβαια στους κήπους ασχολούμαι μόνο με πρόσωπα και κείμενα που αγαπώ αλλά σήμερα, κατ’ εξαίρεσιν (και συνεχίζοντας τήν προ–τελευταία παρένθεση), θα ασχοληθώ λίγο ακόμα με τόν σλάβοϊ ζίζεκ
   τότε πιάστηκα από τό αστείο ενός ανέκδοτου, θα πιαστώ σήμερα από τή «λεπτομέρεια» δυο «φιλοσοφημένων σημειολογικά» παραδειγμάτων :

   σε μια διάλεξή του προς τούς ανθρώπους λοιπόν τής γκουγκλ  ο ζίζεκ έκανε μια σημειολογική παρατήρηση (με τήν αυτοπεποίθηση ανθρώπου που ρίχνει κανονιές εκεί που ένας άλλος θα ντρεπόταν να αναφέρει αυτές τίς παρατηρήσεις ακόμα και ως φτέρνισμα) ( : πάντως δεν είχαν ακριβώς και τήν ανταπόκριση που θα ήθελε οι παρατηρήσεις του – εξ αυτού όπως φαίνεται και στο βίντεο (στο τέλος του, μετά από μια ώρα, 1. 09΄. 16΄΄), ο εκφωνητής τους, αφού πάγωσε λίγο, επιδόθηκε μετά νέας μανίας στο ξύσιμο τής μύτης του και στις χειρονομίες νευρόσπαστου τίς οποίες ίσως πιστεύει ότι εκλαμβάνουν όλοι ως αμεσότητα – εγώ πάντως τίς εκλαμβάνω ως δείγμα ταραγμένης ψυχολογίας, και μ’ εκνευρίζει να τίς βλέπω κιόλας (όπως απ’ τήν άλλη μ’ ευχαριστεί να βλέπω, σε κάποιες φωτεινές περιπτώσεις, ανθρώπους να λένε μισογύνικα ρατσιστικά «αστεία» και να παγώνουν μόλις συνειδητοποιούν ότι τό ακροατήριό τους αποτελείται, κατά λάθος, από χειραφετημένες γυναίκες (και άντρες…)) Εξάλλου (εμένα) προσωπικά, από πάντα, οι άντρες που κουνάγανε πάρα πολύ τά χέρια τους ασχολούμενοι διαρκώς με τό σώμα τους όταν μιλάγανε, ξύνοντας ας πούμε κάθε τόσο τ’ απαυτά τους ή τή μύτη τους, μού δίνανε τήν εντύπωση ότι θέλουν  να κυριαρχήσουν καταβάθος στο σύμπαν και ντρέπονται να τό πουν (Αντίθετα, μ’ αρέσουν πολύ οι ήρεμοι άνθρωποι, αλλά δεν έχει και πολλή σημασία τί μ’ αρέσει εμένα τώρα)

   επί τού θέματος λοιπόν : ο ζίζεκ διατύπωσε, με τήν ευκαιρία μιας ερώτησης από τό ακροατήριο, δύο βαθυστόχαστες κατά τή γνώμη του σημειολογικές διαζεύξεις, που κατά τή γνώμη του πάλι (αν και κρυμμένες πίσω από ένα άλλοθι εν παρόδω σημειολογικής μαεστρίας) τσάκιζαν τά κόκαλα τής δημοφιλούς, αφελούς, και μονοσήμαντης σύγκρισης σταλινισμού και φασισμού ( : αδυνατώ να καταλάβω εν πάση περιπτώσει γιατί τόσο πολλοί κολλάνε τόσο, τελευταία, σ’ αυτή τή σύγκριση – γιατί τούς ενοχλεί δηλαδή η ίδια η δυνατότητα συγκρίσεων; – και ακόμα δεν έχει μπει στο παιχνίδι για τά καλά ο σταλινισμός που κάθισε με τήν ίδια εγκληματική αθωότητα στο σβέρκο τών κινέζων – έχουμε μέλλον δηλαδή συγκρίσεων και διαζεύξεων – και ενοχλήσεων).

   Οι (σεμνές) σημασιολογικές παρατηρήσεις τού ζίζεκ σπάνε πάντως κατά τή γνώμη μου πραγματικά κόκαλα – με τήν μονοδιάστατη αφέλεια και τήν αντιδιαλεκτική τους μονολιθικότητα – που θα γίνονταν κατανοητές πιθανόν, από μένα τουλάχιστον, μόνο στη ρητορική πρώην κνίτη περιπτερά ή ταξιτζή : Τίς χαρακτήρισε «μικρές λεπτομέρειες, που τού αρέσουν ως διαφορές – και που (προφανώς) έχουν τή σημασία τους» (επί τής «σημασίας» πάντως δεν επεκτάθηκε, αν και τήν «επέκταση» τής «σημειολογικής» παρατήρησης περιμένει ένα φιλοσοφημένο κοινό κυρίως)

   ποιες είναι οι μικρές λεπτομέρειες τίς οποίες ξεχνάνε όσοι συγκρίνουν τόν σταλινισμό με τόν ναζισμό;

   1 : ο χαιρετισμός τού χίτλερ και τό χειροκρότημα τού στάλιν :

   στις τεράστιες ναζιστικές συγκεντρώσεις βλέπουμε τό πλήθος να χαιρετάει ναζιστικά, και τόν χίτλερ άκαμπτο να κάνει μια ανεπαίσθητη κίνηση αποδοχής : στη μόσχα όταν τό πλήθος χαιρετάει τόν στάλιν, και όλο τό κόμμα, αυτοί οι δεύτεροι τό χειροκροτούν : αυτή η λεπτομέρεια αρέσει στον ζίζεκ, και τήν θεωρεί παρήγορο δείγμα τής διαφοράς νοοτροπίας, ως προς τήν αντιμετώπιση τών «μαζών», από τόν χίτλερ στον στάλιν.

   τώρα, είναι παραβίαση πλήθους ανοιχτών πορτών να επισημάνει κανείς τί πλήθος λεπτομέρειες αγνοούνται ή παραμερίζονται εδώ : ενώ τονίζεται η «ακαμψία» τού σώματος τού χίτλερ, παραβλέπεται καταρχήν μεγαλοπρεπώς η εξίσου ακαμψία τού σώματος τού στάλιν ακόμα και «χειροκροτούντος». Όπως εξίσου παραβλέπεται τό ψυχρά πειθαρχημένο, έως καρικατούρας, περπάτημα και τών δύο παρελάσεων – ένα περπάτημα που (μια που έχουμε να κάνουμε και με ψυχαναλυτή) θα ’πρεπε να πούμε ειρήσθω εν παρόδω ότι εξαφανίζει τή φυσικότητα τού ανθρώπινου σώματος μέσα από τήν επιδεικτική απανθρωπιά τής υποταγής του στην ιδέα τής (ιδεολογικής) στρατιωτικής (και κομματικής) πειθαρχίας : αυτό όμως που πάνω απ’ όλα φαίνεται να τού διαφεύγει τού φιλόσοφου (και ψυχαναλυτή) είναι ένα παράπλευρο γεγονός, κατά τό οποίο μεταλλάσσεται και γελοιοποιείται η ίδια η πράξη τού χειροκροτήματος : ό,τι ξεκίνησε κάποτε δηλαδή αρχικά, και καθιερώθηκε μέσ’ απ’ τούς αιώνες, ως αυθόρμητη ένδειξη αγάπης τού κοινού μιας θεατρικής παράστασης προς τούς υποκριτές της : Στην πραγματικότητα (όπως έχω πει μιλώντας για άλλα) τό χειροκρότημα είναι μια πράξη τέλους «γεμάτη αλήθεια», συμπληρωματική τής αρχικής πράξης τού «ψέματος» ενός έργου τέχνης – η στιγμή κατά τήν οποία τό κοινό γίνεται κι αυτό καλλιτέχνης, υποκριτής ή συγγραφέας, και μιλάει επιτέλους κι αυτό, μιλάει δείχνοντας ενθουσιασμό, θέρμη ή αγάπη. Ό,τι λοιπόν στη ρωσία ξεκίνησε προφανώς ως (περιττή, και ελαφρώς υποκριτική) επιστροφή αυτής τής θέρμης από τούς υποκριτές στο κοινό τους – και έτσι καθιερώθηκε τό χειροκρότημα κατά τή διάρκεια τών υποκλίσεων τών ηθοποιών, απ’ τήν σκηνή προς τήν πλατεία τώρα ως απάντηση, (μια τελετουργία επιδεικτικής διακήρυξης κάποιας ισότητας στο δόγμα τού «όλοι εργάτες είμαστε» : «μάς επιβραβεύετε για τήν καλλιτεχνική μας πράξη, κι εμείς σάς συγχαίρουμε για τή ζωή σας και τό γούστο σας, που σάς έφεραν ώς εδώ») καταλήγει, όταν εφαρμόζεται στις κομματικές εκδηλώσεις και παρελάσεις, σε παγωμένη κίνηση μαριονετών που μόνο η θέρμη τής λείπει, αν μη τί άλλο : με αυτό τό προηγούμενο πιθανώς καθιερώθηκε σιγά–σιγά στη σοβιετική ένωση και εκείνος ο παγωμένος τύπος χειροκροτήματος που θυμίζει τό ρυθμικό και πειθαρχημένο χτύπημα τής μπότας καθώς παρελαύνει ενώπιον τού κόμματος ακόμα και όταν τό κοινό ακούει τόν σβιατοσλάβ ρίχτερ να παίζει μια σονάτα για πιάνο τού μότσαρτ. Ο καθεστωτικός σφετερισμός τού χειροκροτήματος απογύμνωσε τελειωτικά μια κίνηση θέρμης από τή θέρμη της, μεταβάλλοντάς την σε επιταγή στρατοπέδου – μιας απ’ τίς πολλές, αλλά ίσως όχι η πιο ανώδυνη μετάλλαξη ακριβώς επειδή φαίνεται δευτερεύουσα –

 

   2 : τά γενέθλια τού στάλιν :

   όταν ερχόταν η μέρα τών γενεθλίων τού στάλιν, οι εξόριστοι φυλακισμένοι κρατούμενοι, στα διάφορα σοβιετικά γκουλάγκ, μαζεύονταν και τού γράφανε ένα γράμμα ευχετήριο για τά γενέθλιά του, τό οποίο μετά τό στρατόπεδο φρόντιζε να τού αποστείλει. Παρατήρηση τού ζίζεκ : Φαντάζεστε τού εβραίους και άλλους κρατούμενους στα διάφορα άουσβιτς να διανοούνται να στείλουν ευχετήριο για τά γενέθλια τού χίτλερ; είναι από μόνο του αδιανόητο. Αυτή η μικρή λεπτομέρεια και διαφορά αρέσει επίσης στον ζίζεκ.

   παράξενο, για έναν ψυχαναλυτή αρχικά, τό με τί ανατριχιαστική αθωότητα ή άγνοια πηδάει πάνω από τίς ψυχολογικές παραμέτρους μιας τέτοιας «πρωτοβουλίας» : Και αισθάνομαι άσχημα, αισθάνομαι (πολύ) άβολα, γιατί τό να ρίξεις μερικές ψιλές στ’ αυτιά ενός σταλινικού που διάβασε λίγο και μορφώθηκε, πρέπει να ’ναι πέραν τών φιλοδοξιών κάθε ανθρώπου με σώας τας φρένας – και επίσης τό ν’ ασχολούμαι να συζητάω τέτοια, προσωπικά είναι πέραν τής αντοχής τού στομάχου μου : Τό βρίσκω όμως αδιανόητο τέτοιες «φιλοσοφημένες» κουτοπονηριές να μπορούν να περνάνε ως μοντέρνες σήμερα φιλοσοφίες : Ας πω μόνο τά απολύτως απαραίτητα, κι ας αφήσω τά (τεράστια) υπόλοιπα να τά πει κάποιος άλλος, που έχει ούτως ή άλλως απαντήσει από χρόνια – από τά «τρομερά χρόνια» – με τή συνολικότητα τής ποίησής της : τού έργου, τής σκέψης της, και τής συντριβής τής ζωής της –

   εγώ λοιπόν τό βλέπω ανάποδα όλο αυτό : και βλέπω τά αντίθετά του : βλέπω δυστυχώς ότι στον ναζισμό δηλαδή υπάρχει μια ειλικρίνεια, διαυγής όσο και τό κρύσταλλο τής απανθρωπιάς του, που ακριβώς επειδή απουσιάζει εντελώς από τή σταλινική τρομοκρατία, τήν κάνει ακόμα πιο απάνθρωπη, τήν κάνει από (φυσιολογικά) μισητή έως (δυσοίωνα) ανίκητη : και πράγματι : η αναγκαστική επίδειξη αγάπης προς τόν δολοφόνο σου είναι ένας μακιαβελισμός τόν οποίο ο χίτλερ ούτε σκέφτηκε ούτε τόλμησε και ούτε μπορούσε να ενεργοποιήσει : και τό ότι δεν μπορούσε δεν είναι τό πιο ασήμαντο : Τό ότι ο άλλος μπορούσε δηλαδή, δεν είναι καν τό πιο σημαντικό : διότι ο άλλος και μπορούσε και ήθελε και τόλμησε να αναγκάσει τά θύματά του σ’ αυτό τό ύστατο ψέμα  προς τόν ίδιο τους τόν εαυτό : Η θηριωδία αυτής τής απαίτησης (για ευχές γενεθλίων από ανθρώπους εξαιτίας σου μελλοθάνατους) είναι μάλιστα που κάνει, τώρα που τό σκέφτομαι, τήν θηριωδία τών σοβιετικών στρατοπέδων ακόμα πιο θανατερή : δεν τούς καις στα κρεματόρια, τούς αφαιρείς τόν αέρα λίγο–λίγο καίγοντάς τους όχι μόνο τήν ψυχή, ούτε μόνο τό σώμα, τούς καις τήν ίδια τή ζωντανή τους, προς τό παρόν, ζωή, όση έχει απομείνει, κατά τήν οποία θα μπορούσαν τουλάχιστον να διατηρούν τήν καταχωνιασμένη ανθρώπινη ελευθερία πεθαίνοντας να σέ μισούν : Κι αν ο ζίζεκ οχυρώνει τήν «ψυχαναλυτική» του ανεμελιά πίσω από τήν «βεβαιότητα» ότι κανείς επίσημα από τήν διοίκηση τών στρατοπέδων δεν ανάγκαζε τούς κρατούμενους να στείλουν ένα τέτοιο γράμμα, αλλά ότι μια τέτοια κίνηση μπορούσε να είναι «ψυχολογικά» λογική στα γκουλάγκ, ενώ δεν μπορούσε να γίνει «ψυχολογικά κατανοητή» στα άουσβιτς, θα ’πρεπε μάλλον να παραιτηθεί από τίς «έδρες» του και να ξαναπροσγειωθεί σε τίποτα θρανία : Δεν είναι δουλειά τού φιλόσοφου να είναι τόσο αθώος, και σίγουρα δεν είναι ίδιον τού ψυχαναλυτή να μην ξέρει κολύμπι : Αλλά ακόμα και στην αμμουδιά αν κάθεσαι (τόν βυθό τόν) βλέπεις καλύτερα…

   υγ 1 : από «ψυχολογική» άποψη εμένα πάντως αυτό μού λέει ότι ένας άνθρωπος που μπορεί να βλέπει τέτοιες «λεπτομέρειες» με τέτοιον τρόπο, είναι (ψυχολογικά) έτοιμος να γίνει δεσμοφύλακας : ας ευχηθούμε κάποιοι από μάς  να μην τόν βρούμε, σε κανένα λαμπρό μέλλον, μπροστά μας…

   υγ 2 : δεν είναι βέβαια πρόσφατο, ούτε πρωτότυπο πια, τό συμπέρασμα – τό υιοθετώ όμως ξανά εκ νέου, κάθε φορά που τό θυμάμαι εξαιτίας κάτι τέτοιων «φιλοσόφων» και (κυρίως…) «ψυχαναλυτών» : αν η σοβιετία ενσάρκωσε πράγματι και πραγματοποίησε, ακόμα και θεωρητικά, ένα έγκλημα, αυτό δεν ήταν μόνο εις βάρος τής ζωής όσων είχαν τήν ατυχία να ζήσουν (ή να πεθάνουν) εντός τών συνόρων της ( : άλλωστε φρόντισε η ίδια, ορισμένους καταζητούμενους από τόν χίτλερ να τού τούς στείλει πακέτο, ως δώρο κι αυτό «γενεθλίων» όπως ξέρουμε) : όμως τό μεγαλύτερο έγκλημα από μια άποψη (άκρως ψυχαναλυτική σ’ αυτήν τήν περίπτωση) ήταν εις βάρος τών ονείρων – εκείνων που εντός και εκτός συνόρων της τήν ονειρεύτηκαν…

 

   άχρηστη σημείωση : 

   τό αστείο είναι ότι οι επισήμως σταλινικοί θεωρούν τούς τύπους σαν τόν ζίζεκ επικίνδυνους εχθρούς, αλλά αυτό συμβαίνει επειδή αυτοί γενικώς δεν καταλαβαίνουν και πολλά – και η παραμικρή αναφορά στη σύνδεση μαρξισμού με ψυχανάλυση τούς προκαλεί σύγκρυο – πράγμα που συμβαίνει (εκτός από τήν ολομέλεια τών «ορθόδοξων σταλινικών») και στην πλειοψηφία τών «ορθόδοξων ψυχαναλυτών» : ο ζίζεκ είναι αρκετά ευφυής ώστε να ξέρει πάντως ότι δεν πρέπει να απευθύνεται σ’ αυτούς : έχει επίγνωση ότι αυτοί είναι καμένο χαρτί για όλο τό μέλλον – κι αυτός (έχει τή φιλοδοξία να) ποντάρει σε κάποιου είδους μέλλον, πατώντας πάνω στα ερείπια ενός συγκεκριμένου παρελθόντος από τή μια, και στην εξέγερση που βλέπει να ’ρχεται από τήν άλλη
    (αυτό τό είδος τού ανθρώπου έχει βέβαια ένα ειδικό θάρρος, να μπορεί να φέρνει στο επίπεδό του τά πράγματα αλλοιώνοντάς τα ανεπαίσθητα (υπάρχει μια ειδική λέξη γι’ αυτό αλλά καθώς δεν είμαι ειδική στη φιλοσοφία μού διαφεύγει) ώστε να παίρνει απ’ αυτά ό,τι οι τεντωμένες κεραίες του τού λένε ότι θα έχει πέραση στη συγκεκριμένη περίοδο κατά τήν οποία ο ίδιος φτιάχνει μια καριέρα. Τό κοινό του βέβαια είναι μια άλλη ιστορία, και έχει πολύ περισσότερες διαστάσεις, νομίζω : στη διάλεξη που έδωσε εδώ ο ίδιος μπορεί να μην πήγα, είδα όμως τά βίντεο και τίς φωτογραφίες και ομολογώ ότι αισθάνθηκα διχασμένη : αισθάνομαι δηλαδή ότι υπάρχει μια τεράστια απόσταση ανάμεσα στην παράσταση τού ίδιου και στο κοινό τής παράστασής του : δεν πρόκειται για τό ίδιο έργο προφανώς : Κι αυτή η διαστολή έχει σίγουρα μια διάσταση θλιμμένη αλλά, από τήν άλλη μπορεί, και ελπιδοφόρα : σε άλλα πράγματα ποντάρει ο υποκριτής και σε άλλα η πλατεία που βλέπει (και χειροκροτεί) τό έργο : κι έτσι εγώ βρίσκομαι στην ίδια θέση όπως όταν βλέπω ανθρώπους να κάνουν ουρά για ν’ αγοράσουν μια λογοτεχνία που προσωπικά σιχαίνομαι και η οποία όμως προς τό παρόν αποτελεί τή μοναδική τους σχέση με τήν τέχνη, επομένως μπορεί ν’ αποτελέσει και τήν είσοδό τους σ’ αυτήν, μια που μπορεί να βρουν κάποτε και τά μεγάλα έργα αφού τούς αρέσει τό διάβασμα)

 

 

 

  άννα πασών τών ρωσιών

 

   και μια που μιλάμε για μεγάλα έργα, ας πούμε μερικά και για τήν άννα αχμάτοβα : σε καμία περίπτωση βέβαια η ανάρτηση δεν είναι αφιερωμένη σ’ αυτήν, θέλω απλώς να κάνω μια αντίστιξη τού έργου (και τής ζωής της, είναι πολύ δεμένα αυτά τά δύο στη δικιά της περίπτωση) με τόν κρυφοσταλινισμό που επιπλέει ή και ξανασηκώνει κεφάλι τίς μέρες μας, τώρα που η φρίκη τού καπιταλισμού γίνεται επίσης ασήκωτη
   θα παραθέσω λοιπόν μερικούς στίχους από τό «ρέκβιεμ»
   (δεν έχω καιρό να τό μεταφράσω όλο ή μάλλον να ξαναδουλέψω μια μετάφραση που είχα κάνει παλιά και που τή βρίσκω τώρα παιδιάστικη (σχεδόν παιδί τήν έκανα άλλωστε…) – άλλη φορά, και σε ανάρτηση αφιερωμένη στην ίδια εντελώς, ίσως επανέλθω)

   τό ρέκβιεμ είναι μια σύνθεση που αποτελείται από τά εξής ποιήματα :

   αντί προλόγου
   αφιέρωση
εισαγωγή
1
2
3
4
5
6
7  απόφαση καταδίκης
8  στον θάνατο
9
10  σταύρωση
επίλογος ( Ι – ΙΙ )

   (τό τελευταίο κομμάτι τού επίλογου ακούγεται μελοποιημένο, στο 4ο βίντεο τής σειράς, στο τέλος)

 

   τό συνθετικό ποίημα ρέκβιεμ γράφτηκε για τόν γιο της lev gumilyov που τόν συνέλαβαν στα 1934 χωρίς ποτέ να ξεκαθαριστεί και εντελώς (συνηθισμένο αυτό τότε) ποια ήταν η κατηγορία. Έμεινε σε στρατόπεδα συγκεντρώσεως τόν περισσότερο καιρό, με ένα διάλειμμα κατά τό οποίο κλήθηκε να πολεμήσει, γύρισε σπίτι του τό ’45, τό ’49 συνελήφθη πάλι, και έμεινε σε στρατόπεδο μέχρι τό 1956 που απελευθερώθηκε τελικά
   ο λεβ ήταν γιος της από τόν πρώτο της άντρα, τόν ποιητή νικολάϊ γκουμιλιόφ τόν οποίο τό καθεστώς είχε ήδη εκτελέσει τόν αύγουστο τού 1921 (η αχμάτοβα τόν είχε παντρευτεί τό ’10 και τό ’18 είχαν ήδη χωρίσει) : εκτελέστηκε με βάση μια υποτιθέμενη συνωμοσία διανοουμένων εργατών χωρικών και λοιπά, φαινόμενο (οι κατηγορίες) επίσης συνηθισμένο τότε
   δεν ήταν ίσως αυτό που η ίδια θεώρησε ως τή μεγαλύτερη ταπείνωση τής ζωής της τό ότι έγραψε ποίημα στον στάλιν για να σώσει τή ζωή τού γιου της
   τόν αύγουστο τού 1946 έπεσε επίσημα σε δυσμένεια με πρωτοβουλία τού ζντάνοβ ο οποίος διακήρυξε πως «αυτές οι θολούρες μοναξιάς κι απελπισίας δεν έχουν καμία σχέση με τή σοβιετική λογοτεχνία, και χαρακτηρίζουν όλο της τό έργο»
   τά ποιήματά της ήταν απαγορευμένα και έζησαν κυριολεκτικά στην αφάνεια για τό μεγαλύτερο μέρος τής ζωής της – δεν τολμούσε όχι φυσικά να τά εκδόσει (αυτό είχε αποκλειστεί), όχι να τά κυκλοφορήσει ως χειρόγραφα, αλλά ούτε καν και να τά γράψει – από τόν φόβο μην κάνει κακό στη ζωή τού γιου της : τά μάθαινε απέξω και τα ’λεγε στους φίλους της που τά μάθαιναν απέξω και τά ’λεγαν στους φίλους τους που τά μάθαιναν απέξω… (αν έχετε διαβάσει τό φαρενάϊτ 451 τού μπράντμπερυ… κάπως έτσι)
   έπρεπε να πεθάνει ο στάλιν και να αρχίσει η σχετική αποσταλινοποίηση για να ξαναεκδοθεί στη ρωσία η ποίηση τής αχμάτοβα (τής οποίας τό όνομα, παρεμπιπτόντως, είναι ψευδώνυμο – για περισσότερα βιογραφικά της εδώ)
   η άννα αχμάτοβα στα νιάτα της ήταν πανέμορφη και είχε υπάρξει κατά τό ταξίδι της στη γαλλία (τό 1910 και ’11) φίλη τού μοντιλιάνι, με τόν οποίο είχε μια τρικυμιώδη σχέση για ένα διάστημα και ο οποίος τήν έχει ζωγραφίσει
   παντρεύτηκε τρεις φορές (ο δεύτερος άντρας της πέθανε επίσης σε στρατόπεδο συγκέντρωσης)
   η μεγαλύτερη, και πιο αγαπημένη (μαζί με τήν μαρίνα τσβετάγιεβα, η οποία και τής έδωσε τό όνομα «άννα πασών τών ρωσιών») ποιήτρια τής ρωσίας πέθανε τόν μάρτιο τού 1966
   τό «ρέκβιεμ» που άρχισε να γράφεται τό 1935 και τέλειωσε τό ’40, εκδόθηκε για πρώτη φορά στη δύση, στο μόναχο, τό 1963 «χωρίς γνώση και άδεια τής συγγραφέως»

  
      «τό παρίσι στη γκρίζα ομίχλη
      ο μοντιλιάνι ίσως ξανά
      αδιόρατος μ’ ακολουθεί
      έχει τή θλιβερή αρετή
      ώς και τά όνειρά μου να ανακατώνει
      και να μού κουβαλάει δυστυχίες»
(από τό «ποίημα χωρίς ήρωα»)

requiem 1935 – 1940

όχι, κάτω απ’ τόν θόλο όχι άλλου ουρανού
κι όχι σ’ άλλων φτερών τήν προστασία,
με τόν δικό μου τόν λαό ήμουνα εγώ,
κι ήμουν εκεί που έζησε τήν τιμωρία
                                                          1961

  

   αντί προλόγου

   τά τρομερά χρόνια τής γιεζοφτσίνα πέρασα μήνες δεκαεφτά να στέκομαι στις μακριές ουρές τής φυλακής τού λένινγκραντ
μια μέρα ένας μέ αναγνώρισε
ύστερα μια γυναίκα με ένα στόμα μελανό από τό κρύο, κάποια που στέκονταν πίσω μου ακριβώς, και φυσικά δεν μ’ είχε ξανακούσει
βγήκε από κείνη κει τήν ύπνωση που μέσα κολυμπάγαμε όλοι μας, και μού ψιθύρισε
(όλοι ψιθυριστά μιλάγαμε εκειπέρα) :
«κι αυτό; μπορείς να τό περιγράψεις;»
κι είπα «μπορώ!»
τότε κάτι που έμοιαζε με χαμόγελο χάραξε πάνω σ’ αυτό που ήταν κάποτε τό πρόσωπό της.

                                                                                                                 1 απριλίου 1957, λένινγκραντ

            γιεζοφτσίνα : η μυστική αστυνομία τού στάλιν από τόν επικεφαλής της γιεζόφ

εισαγωγή

ήτανε μέρες που μονάχα οι νεκροί
χαμογελούσανε γαλήνια χωρίς φόβο,
τό λένινγκραντ ταλαντευότανε σαν εκκρεμές
στις φυλακές του πλάϊ αχρηστευμένο
μέρες που απ’ τά βασανιστήρια τρελαμένο
πέρναγε τών κατάδικων τό σύνταγμα
και παίρναγαν τά τραίνα κι όλο μούγκριζαν
έναν σκοπό αποχαιρετισμού σακατεμένο
αστέρια θάνατου μάς επιθεωρούσαν
η αθώα ρωσσία πόναγε κουλουριασμένη
κάτω από τόν τροχό τής κλούβας,
κάτω από μία μπότα ματωμένη

3

όχι, αυτό δεν είμαι εγώ – άλλος πονάει
δεν θα τό άντεχα – μαύρα παραπετάσματα
ας τό σκεπάσουν ό,τι έγινε,
κι ας πάρουν μακριά τό φως τού δρόμου…
Νύχτα.

5

μήνες δεκαεφτά πέρασα ουρλιάζοντας
φωνάζοντάς σου να γυρίσεις σπίτι,
αγκάλιασα τού δήμιου τά γόνατα
Είσαι ο γιος μου και ο τρόμος.
Όλα μπερδεύτηκαν για πάντα
και τώρα δεν μπορώ να ξεχωρίσω
ποιος είναι ο άνθρωπος και ποιο τό κτήνος
και πότε η εκτέλεση θα ’ρθεί.
Έχουνε μείνει άνθη μες στη σκόνη,
τό τρίξιμο ενός θυμιατού, τά ίχνη
βημάτων από ένα μέρος προς κανένα.
Ένα πελώριο αστέρι
ίσια στα μάτια μέ κοιτάζει
και μ’ απειλεί με γρήγορη καταστροφή.

                                                                    1939

8
στον θάνατο

θα έρθεις οπωσδήποτε – γιατί όχι τώρα;
σέ περιμένω – μού είναι δύσκολο πολύ.
Έκλεισα φώτα, άνοιξα πόρτες
για να ’ρθείς – απλός κι ωραίος τόσο.
Πάρε ό,τι σχήμα θέλεις
ξεχύσου αέριο δηλητηρίου
ή έλα σερνάμενος σαν κλέφτης,
κόλλησέ με τύφο
Έλα με μια κατηγορία που θα βρεις,
φτιάξε την μόνος σου
τήν πιο κοινή που να μέ πιάσει αηδία,
να δω τήν μπλε στολή τού αστυφύλακα
πίσω απ’ τό πρόσωπο τού θυρωρού άσπρο απ’ τόν τρόμο.
Καθόλου δε μέ νοιάζει τώρα
Ο ποταμός στη σιβηρία κυλάει
Τό πολικό αστέρι λάμπει
Και η γαλάζια λάμψη τών αγαπημένων μου ματιών
κρύβεται πίσω απ’ τόν τρόμο τόν πιο τελευταίο.

                                                     19 αυγούστου 1939

επίλογος

Ι

βρήκα πώς γίνεται τά πρόσωπα να μαραθούν
και πώς ο τρόμος ξεφυτρώνει απ’ τά βλέφαρα
και πώς η οδύνη γράφεται στα μάγουλα
σκληρές σελίδες σε γραφή ακατάληπτη,
Και πώς μαλλιά και μαύρα και ξανθά
γίνονται ασημένια σε μια νύχτα,
και πώς χαμόγελα πεθαίνουνε στα χείλια τής υποταγής
κι ο φόβος παίζει τρέμοντας πάνω στα γέλια στέγνας κι ανυδρίας.
Και δεν τό κάνω για εμένα μόνο όταν προσεύχομαι
αλλά για όλους όσους στήθηκαν στο δρόμο αυτό μαζί μου,
στο άσπλαχνο κρύο και στην κάψα μέσα τού καλοκαιριού,
κάτω από τό τυφλό και κόκκινο εκείνο τείχος

ΙΙ

η ώρα τής μνήμης σέρνεται ξανά κοντά,
σάς βλέπω σάς αισθάνομαι και σάς ακούω.

Εσάς που δύσκολα βαδίζατε προς τό παράθυρο
εσάς που δεν πατάτε άλλο πια σ’ αυτό τό χώμα

εκείνη που είπε σείοντας τό όμορφο κεφάλι της
«κάθε φορά που φτάνω εδώ γυρίζω σπίτι».

Και πώς θα ήθελα να πω όλα τά ονόματα
μά πήραν τόν κατάλογο και δεν θυμάμαι

ύφανα για όλους ένα πέπλο σάβανο
απ’ τίς κουβέντες που άκουγα να λένε.

Και τούς θυμάμαι όλους, πάντοτε, παντού,
και δεν θα τούς ξεχάσω ό,τι κι αν γίνει.

Κι αν μου φιμώσουνε ξανά τό στόμα που ούρλιαξε
για εκατομμύρια άλλους μέχρι τώρα

θέλω κι αυτοί τό ίδιο να μέ θυμηθούν
αν θα γιορτάσουνε τή μέρα που ’χω φύγει.

Γιατί αν ποτέ σκεφτούνε να υψώσουνε
μνημείο για τή μνήμη μου σ’ αυτή τή χώρα,

θα συμφωνήσω ήσυχα, με έναν όρο όμως μοναχά :
να μην τό χτίσουν στο γενέθλιό μου χώμα :

κι όχι μνημείο δικό μου πλάϊ στη θάλασσα
κι ο τελευταίος μου δεσμός με θάλασσα έχει σπάσει

ούτε στον κήπο με τά άγια τά δέντρα του,
όπου μια σκιά απαρηγόρητη μέ ψάχνει :

αλλά εδώ, εδώ που στήθηκα τριακόσιες ώρες και περίμενα
και δεν εδέησαν τήν πόρτα να μ’ ανοίξουν.

Γιατί ακόμα και τόν ελεήμονα τόν θάνατο αντικρύζοντας
τρέμω μην τύχει και ξεχάσω πώς ηχούσε η κλούβα

μην τύχει και ξεχάσω τό πώς μούγκριζε η μισητή η πύλη κλείνοντας
και πώς η γριά γυναίκα αλυχτούσε ζώο πληγωμένο μπρος της.

Κι ας τρέχουνε τά χιόνια λυώνοντας σα δάκρυα
από τ’ ακίνητα και μπρούτζινα τά βλέφαρά μου,

κι ας κρώζουνε τής φυλακής τά περιστέρια στην απόσταση
και τά καράβια να κυλάνε αργά στον Νέβα

                                                                                                    μάρτιος 1940

 

© για τήν μετάφραση «σημειωματάριο κήπων»
έκανα τή μετάφραση από τήν αγγλική έκδοση «anna akhmatova, selected poems / translated with an introduction by richard mckane and an essay by andrei sinyavsky / penguin modern european poets»
 
 

 

 

ωραία σελίδα αμερικανού ποιητή ρώσικης καταγωγής που μεταφράζει ποιήματά της παραθέτοντας και τό πρωτότυπο

βιογραφία της μεταφρασμένη στα ελληνικά

διάβασέ με : άλλες πληροφορίες και εργογραφία στα ελληνικά

κι εδώ ένα ενδιαφέρον κείμενο τής σόνιας ιλίνσκαγια τό ’98 όταν (ξανα)εκδόθηκε η μετάφραση τού «ρέκβιεμ» από τόν άρη αλεξάνδρου : αναφέρει ότι η ίδια είχε πρωτοδιαβάσει τό ποίημα στη ρωσία σε σαμιζντάτ, και κάνει και ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις για τά μεταφραστικά προβλήματα τής αχμάτοβα

η σελίδα τής γερμανικής ταινίας a film about anna akhmatova

η σελίδα τής amazon με τά βιβλία της στα αγγλικά

εκδόσεις τού «ρέκβιεμ» στα ελληνικά :

η μετάφραση τού άρη αλεξάνδρου εδώ και εδώ

ένα ποίημα από τή μετάφραση αλεξάνδρου

μετάφραση δημήτρη β. τριανταφυλλίδη επίσης σε δίγλωσση έκδοση

update 24 φεβρουαρίου 8.28΄βράδι : στο μεταξύ έχουν «φαγωθεί» τρία βίδεα και δεν ξέρω από ποιον (προσπαθώ βέβαια να τά (ξανα)ανεβάσω αλλά δεν μού γίνεται τό χατήρι)
συγνώμη, θα επανέλθω και οψόμεθα (δεν φαντάζομαι να φταίει η λιβύη…) 
στο μεταξύ τά βλέπετε από εδώ : απόσπασμα μελοποίησης από τόν ούγγρο συνθέτη györgy kurtág (songs to poems by anna akhmatova, op. 41 – #4 ) εδώ : η ίδια η άννα αχμάτοβα (σε μεγάλη ηλικία) απαγγέλει και εδώ : μελοποιημένo από τήν ρωσίδα συνθέτρια zlata razdolina τό ρέκβιεμ (επίλογος, τέλος)

  

2o update 9 μαρτίου ξημερώματα (σχετικά με τό βιντεοπρόβλημα) : όπως είδατε όλα επανήλθαν – μετά από διαβουλεύσεις με τό support team τής wordpress διαφωτίστηκα (και τό λέω για όποιον τυχαίνει να ‘ναι εξίσου άσχετος στα τεχνικά με εμένα) : τά βίδεα για να ανέλθουν κανονικά πρέπει να μην έχουν υποστεί hyperlink κατά τό κοινώς λεγόμενον – περισσότερες λεπτομέρειες, όποιος είναι εξίσου άσχετος με μένα, μέ ρωτάει αύριο – διότι τώρα είναι ξημερώματα και μάλλον πάω για ύπνο

 

Μαΐου 17, 2010

t. s. eliot «burnt norton» : η μετάφραση {πάλι}

 

       

 

κουαρτέτο για γραφτή φωνή   
/ burnt norton

 

1.

 

 

Παρόν παρελθόν παρόντα ίσως στον μέλλοντα
Κι ο μέλλων να εμπεριέχεται στο παρελθόν
Αν όλοι οι χρόνοι είναι πάντοτε παρόντες
Όλος ο χρόνος είναι αιωνίως ανήλεος.
Ό,τι θα ήταν είναι μια αφαίρεση
Και παραμένει δυνατότητα εις τόν αιώνα
Σε έναν κόσμο μόνο που τόν σκέφτεσαι
Ό,τι θα ήταν, κι ό,τι ήταν
Τείνουν προς ένα τέλος, αιωνίως παρόν.

Ηχούν στη μνήμη βήματα που πέφτουνε
Κάτω σε έναν δρόμο που δεν πήραμε
Κι όλο προς μία πόρτα που δεν άνοιξε
Και βγάζει στις τριανταφυλλιές. Ηχούν τά λόγια μου
Και στο μυαλό σου με αυτόν τόν τρόπο.
                                                                      Όμως προς τί
Να ανακάτευα τή σκόνη μες στην κούπα με ξερά ροδόφυλλα;
Δεν έχω ιδέα.
                       Κι άλλα πράγματα αντηχούν
Και κατοικούν στον κήπο. Λες να πάμε;
 

Άντε και γρήγορα, είπε τό πουλί
Και να τούς βρεις, πήγαινε να τούς βρεις,
Κρύβονται στη γωνία. Από τόν πρώτο φράχτη,
πίσω. Μέσα στον πρώτο μας τόν κόσμο. Λες να πάμε;
Ν` αφήσουμε τήν κίχλη να μάς ξεγελάσει
Μέσα στον πρώτο κόσμο που είχαμε,
Ήταν εκεί, αξιοπρεπείς κι αόρατοι,
Κινούνται μα δεν βιάζονται, πατάνε φύλλα πεθαμένα,
Στη φθινοπωρινή τή ζέστη, και στου αέρα τόν σπασμό,
Κι έτσι μιλούσε τό πουλί, σαν ν` απαντούσε στην
Ανάκουστη τή μουσική που κρύβονταν στους θάμνους
Και η αχτίνα τού ματιού αόρατη έψαχνε για τριαντάφυλλα,
γιατί έχουν όψη λουλουδιών άξια να τά κοιτάξεις.
 

Ήταν εκεί σαν να `ταν ξένοι, να τούς δέχεσαι, να δέχονται,
Κι εμείς κινούμαστε, κι αυτοί,
κανονικός σχηματισμός,
Όλοι διασχίζουμε τόν άδειο χώρο, προς τόν κύκλο
που μέσ` σε κύβο λες έχει τ` αγκάθια
Να ρίξουμε και μια ματιά στην ξεραμένη τή λακκούβα τού νερού.
Να `ναι στεγνή η νερολακκούβα,
Να `ναι στεγνό και τό τσιμέντο,
Να `χει και χρώμα κει στις άκρες,
Και να `ν` γεμάτη η λακκούβα
με τό νερό απ` τό φως τού ήλιου
Και οι λωτοί να ανεβαίνουν,
ήσυχα, ήσυχα πολύ,
Κι η επιφάνεια να γυαλίζει
απ` τού φωτός τά φυλλοκάρδια
Κι εκείνοι πίσω μας να στέκουν
Και να τούς βλέπω στο νερό.
 

Ύστερα ένα σύννεφο ήρθε,
Και η λακκούβα είχε αδειάσει. Άντε, να φύγεις, είπε τό πουλί,
Τό δέντρο γέμισε παιδιά,
Που ξαναμμένα κρυφτό παίζουνε,
Κρύβουν τό γέλιο τους πολύ,
Άντε, φύγε, φύγε, είπε τό πουλί : οι ανθρώποι
δεν αντέχουν τήν αλήθεια για πολύ.
 

Μέλλον και παρελθόν και ό,τι θα `ταν
και ό,τι ήτανε στ` αλήθεια,
Τείνουν προς ένα τέλος μόνο
που είναι πανταχού παρόν.

 

 

 

{ : είναι μια μετάφρασή μου που είχα ανεβάσει (πειραματικά) στο άλλο σημειωματάριο, τό τεχνών· έκτοτε διαπίστωσα ότι έχει μονίμως θαυμαστές (ή θαυμάστριες) – δεν βγάζω φύλα από τήν κίνηση! – και, πάντως, μια περίεργη (και ευχάριστη – οφείλω να ομολογήσω) ζήτηση : πολλές φορές γκουγκλίζονται ολόκληροι στίχοι της, ίσως για να έρθει με σιγουριά η συγκεκριμμένη μετάφραση : έτσι σκέφτηκα να τήν ανεβάσω και στους κήπους  – πάντως μπορείτε να πάτε και στην αρχική δημοσίευση για περισσότερες πληροφορίες και περί τού ποιήματος και περί τού έλιοτ και, βέβαια, για τό αγγλικό πρωτότυπο – δεν θέλω να τά επαναλάβω εδώ και όλα – μια που τή μετάφραση τήν παραθέτω χωρίς καμιά αλλαγή από τό πρώτο εκείνο πείραμα τού περασμένου αύγουστου (ένας χρόνος σχεδόν…) }

αν πάτε όμως και στο μπαράκι με τίς μουσικές (και τά άλλα) κάτω δεξιά (τό vodpod δλδ στα widgets – στη 2η σελίδα) θα βρείτε και τήν πηγή τών ποιημάτων (πηγή ή έμπνευση ή έναυσμα, κατά τόν ίδιο τόν έλιοτ) : αποσπάσματα δηλαδή από τά τελευταία κουαρτέτα τού μπετόβεν – τήν πιο δύσκολη μουσική που έγραψε, και που δεν τήν άκουσε ποτέ – μόνο, φυσικά, μέσα του…

[εκτός από αυτήν τήν εξαιρετική εκτέλεση που θα τήν δείτε κατευθείαν από εδώ γιατί – κάποιος απαγόρεψε τή μεταφύτευση]

 

 

 

   

 

 

  

Μαΐου 6, 2010

lautréamont

 

 

     

 

      δεν μετράω τόν χρόνο με αριθμούς ο χρόνος μετράει για μένα με γεγονότα και με αισθήματα (άντε και με χώρους) και με ό,τι σκέψεις όλα αυτά μέ κάνουν να συγκροτώ ή να ψελλίζω κατά περιόδους – συνεπώς γι’ αυτό και δεν επικοινωνώ ποτέ μ’ αυτούς (κι αυτές) που πιστεύουν στον χρόνο τών αριθμών και προσαρμόζουν τήν συμπεριφορά τους, τή ζωή τους, τά αισθήματά τους και τή σκέψη τους καταλλήλως – ανάλογα με τό τί τούς μάθανε οι «μεγάλοι» ότι πρέπει να κάνουν να ντύνονται να λένε και να αισθάνονται σε κάθε ηλικία και κατά περιόδους – και δεν λέω μ’ όλ’ αυτά «να σκέφτονται» γιατί ουσιαστικά όταν υπακούς τόσο πολύ σ’ αυτά που πιστεύουν γύρω σου οι «μεγάλοι», ψιλοαισθάνεσαι μεν, δεν σκέφτεσαι όμως ποτέ. Η σκέψη απαιτεί ελευθερία απόλυτη, τρέλα σχεδόν, κι όταν υπακούς τίς κοινωνικές νόρμες, αποκλείεται να τήν έχεις – και τήν ελευθερία, και τήν τρέλα. Η «ηλικία» (πέρα από μια διαδικασία αντικειμενικής αύξησης τής μνήμης σου) είναι μια μορφή κοινωνικής επιταγής και βίας για να σέ συμμαζεύει στα παραδεδεγμένα : γιατί μπορεί να μην είναι επικίνδυνο να ’σαι τρελούτσικος στα δεκάξι σου, γίνεσαι αντιπαθέστατος όμως και κινδυνεύει και η όποια καριέρα σου, αλλά και η ζωή σου καμιά φορά, αν είσαι τό ίδιο τρελούτσικος ή και τρελάρας στη συνέχεια και συνέχεια. Ε, λοιπόν λατρεύω αυτούς που μπορεί να είναι τό ίδιο και χειρότερο τρελοί στη συνέχεια και συνέχεια : η ιστορία προχωράει μόνο απ’ αυτούς (επιπλέον σε προηγούμενα ποστ έδωσα κάποια παραδείγματα, και για τίς «τρέλες», και για τίς φριχτές βασανιστικές «πληρωμές» της) και οι αρχαίοι ημών πρόγονοι που μέσα στις αρλούμπες τους λέγανε και κάνα σωστό (καμιά φορά), κάτι ξέρανε όταν θεωρούσανε τήν τρέλα «ιερή» και τήν σεβόντουσαν μετά μεγάλου φόβου – εμείς «ξέρουμε άλλα» όμως, μόνο που δεν ξέρουμε δυστυχώς και καλύτερα. Άλλωστε, και λογικά να τό πάρεις, δεν μπορεί ποτέ να έχουμε αντικειμενικά τήν ίδια ηλικία όλοι, αν δεν έχουμε και τήν ίδια τρέλα : αν δεν σκεφτήκαμε ποτέ τό ίδιο, δεν αμφισβητήσαμε ποτέ τά ίδια, δεν κινδυνέψαμε ποτέ για τά ίδια δεν ερωτευτήκαμε ποτέ τά ίδια και δεν κλάψαμε ποτέ για τούς ίδιους και με τόν ίδιο τρόπο : γιατί λοιπόν θα αποκτήσουμε – με βάση ποια μαθηματική λογική εξάλλου ανύπαρκτη – τίς ίδιες ρυτίδες ; δεν κάναμε ποτέ τίς ίδιες γκριμάτσες…  λοιπόν : «οι αριθμοί ασχολούνται με τό μέγεθος, γι’ αυτό κι αξίζουν όλη μας τήν περιφρόνηση» που είπε και ο χέγκελ 

      και όμως σε προηγούμενη ανάρτηση – και με αφορμή τήν επέτειο τής τελευταίας – ελπίζω όντως – ελληνικής δικτατορίας, έβαλα μουσική τού ξενάκη που ήταν ο πρώτος – αλλά πιθανόν (και δεν τό ελπίζω ούτε τό φοβάμαι αυτό) όχι ο τελευταίος – που έβαλε τούς αριθμούς τόσο απόλυτα, αποφασιστικά και καθοριστικά στην μουσική του

      βέβαια εκείνος ασχολήθηκε με τίς πιθανότητες και όχι με τίς «βεβαιότητες», αλλά πάντως μ’ αριθμούς όπως και να τό κάνουμε νταραβερίστηκε : η τρέλα του όμως – αυτή που δεν τόν άφησε να «φτιάξει» τό πρόσωπό του – τόν έκανε να «φτιάξει» από τούς αριθμούς και τούς τυχαίους συνδυασμούς τους μουσική – και όχι κοινωνικές αναγκαιότητες, ούτε συμπεριφορές ανάλογες και επιτακτικές : έτσι μπορεί να μην μπορεί να τόν ακούμε και κάθε μέρα, αλλά, όσοι τόν αγαπάμε, τόν αγαπάμε για όλες τίς μέρες 

      και σήμερα, λοιπόν, παραπατάω αντιφάσκοντας εμφανώς εξίσου : με αριθμούς βάδισε και ο επόμενος, που η μουσική του αποτελούνταν – όμως αυτουνού – μόνο από λόγια :

 

 

  

 

 

ισίδωρος ντυκάς κόμης τού λωτρεαμόν/isidore ducasse, comte de lautréamont : 1846 – 1870

  

  

  

      για έναν κεραυνό (αγαπημένο παιδιάστικο και τρομερό) σήμερα λοιπόν ο λόγος : που η φωτιά του άρπαξε λες τήν ποίηση τή στριφογύρισε τρελά κι αόρατα απ’ τό μοντεβιδέο ώς τό παρίσι, και έκαψε και τόν ίδιο τόν δημιουργό του καταμεσίς στην προστιθέμενη φωτιά τής κομμούνας

      φωτεινός και αόρατος όσο έζησε, προσγειώθηκε ύστερα πάνω στα έκθαμβα κεφάλια τών απογόνων του 50 χρόνια (47 για τήν ακρίβεια…) μετά τόν θάνατό του, καθώς εκείνοι που θα ονόμαζαν με αυταρέσκεια τούς εαυτούς τους υπέρ-ρεαλιστές, απλώς ξεκίναγαν (κι εκείνος που θα ’βαζε στίχους του ως άρθρα τής δικής του συνταγματικής επαναστατικής (ακόμα θυμόμαστε τή λογική του τρέλα) συνθήκης, θα ’κανε άλλα δεκαπέντε χρόνια για να γεννηθεί και πενήντα για να γράψει…)

      συνυπήρξε με τόν ρεμπώ προπορεύτηκε ελαφρώς και δεν τόν συνάντησε ποτέ στους ίδιους δρόμους που βάδισαν και σκόνταψαν

      δεν ξεχώρισε για τήν αγάπη του στα μαθηματικά στο σχολείο, αυτός που θα υμνούσε τόσο τούς αριθμούς ώστε χαμένο σ’ ένα ράφι μαθηματικής βιβλιοθήκης μόνο, να βρεθεί τά 50 εκείνα χρόνια μετά, εκείνο τό μοναδικό του βιβλίο…

      δεν ονόμασε τόν εαυτό του παρά (σεμνά) μόνο Κόμητα, δεν ονόμασε τήν δουλειά του παρά (με ολιγάρκεια) μόνο, Ποίηση : και Τραγούδια. Ποίηση Ι, Ποίηση ΙΙ, και : Τά Τραγούδια τού Μαλντορόρ

      στα 24 χρόνια που έζησε δεν πρόλαβε να δει τυπωμένο παρά μόνο τό πρώτο από τά τρία αυτά μεγέθη

      μια φράση του μόνο έφτασε για να γίνει σήμα κατατεθέν για μια ολόκληρη μορφή σκέψης – και όρασης : «είναι ωραίος σαν τήν τυχαία συνάντηση πάνω σ’ ένα τραπέζι ανατομίας, μιας ραπτομηχανής και μιας ομπρέλας».

      και για χρόνια δεν ξέραμε τό πρόσωπό του (κυκλοφορούσανε μόνο φανταστικά του σχέδια – όπως ώς σήμερα από τό κεφάλι ας πούμε τού Κάλβου) – τώρα νομίζουμε ότι τό ξέρουμε (ίσως και να τό μάθαμε τελικά πράγματι)…

      και νά δύο κομμάτια από μια μετάφρασή του στα ελληνικά που είχα βρει σ’ ένα μικρό βιβλιοπωλειάκι όταν ήμουνα μικρή (ανώριμη κι ανήλικη αλλά πολύ πιο ώριμη δυστυχώς απ’ ό,τι  αντικειμενικά είμαι σήμερα) – στο σχολείο : άλλη φορά θα σάς βάλω ίσως περισσότερα κι άλλα : (αλλάζω ως συνήθως μερικές λέξεις στις μεταφράσεις, όταν τίς αντιγράφω)

  

        

  

  

στην τάλι που τής τά είχα, από καιρό, υποσχεθεί

 

 

από τό Τραγούδι ΙΙ :

      Αριθμητική! Άλγεβρα! Γεωμετρία! μεγαλειώδης τριάδα, τρίγωνο φωτός!

      Μού φανερωθήκατε στα παιδικά μου χρόνια μια νύχτα τού μαΐου κάτω από τό φως τής σελήνης σ’ έναν λειμώνα καταπράσινο // κάνατε λίγα βήματα προς τό μέρος μου τυλιγμένες στο μακρύ φόρεμά σας που κυμάτιζε στην αχλύ και μέ τραβήξατε πάνω στ’ αγέρωχα βυζιά σας σαν παιδί δικό σας, ευλογημένο // Από τότε, ποτέ θεές μου που αντιμάχεστε, εγώ δεν θα σάς εγκατέλειπα. Από τήν εποχή αυτή, τί σχέδια ενεργητικά, πόση συμπάθεια που νόμιζα ότι τήν είχα πια χαράξει ανεξίτηλα επάνω στις σελίδες τής καρδιάς μου σαν να ‘τανε γραμμένη σε επιτύμβιο από μάρμαρο, δεν έσβησαν σιγά, και πόσο σιγανά δεν τίς κατάργησε η απογοητευμένη λογική μου. Οι διαμορφωμένες σας γραμμές σβήνουν σαν τήν καινούργια αυγή που ανατέλλει όλες εκείνες τίς σκιές τής νύχτας.  Από αυτήν τήν εποχή αντίκρυσα τόν θάνατο που πρόθεσή του διά γυμνού οφθαλμού ορώμενη είναι να επανδρώνει τάφους, να αλώνει τά πεδία τών μαχών, να τρέφεται με αίμα ανθρώπινο και να βοηθάει τ’ άνθη τού πρωινού να ξεφυτρώσουν πάνω σε κόκκαλα μακάβρια // Από αυτήν τήν εποχή ήμουν παρών σε κάθε επανάσταση τής υδρογείου μας· οι σεισμοί και η καυτή λάβα τών ηφαιστείων, τής ερήμου οι ανεμοθύελλες και τά ναυάγια στην καταιγίδα είχανε θεατή τήν παρουσία μου, απαθή // Από αυτήν τήν εποχή είδα ανθρώπινες γενιές ατέλειωτες κάθε πρωί να υψώνουνε φτερά και μάτια προς τό διάστημα μ’ όλη τήν απειρία τού εντόμου που χαιρετάει τήν τελευταία του μεταμόρφωση ώς να πεθάνει πριν τή δύση //

      Μα εσείς, εσείς μένετε πάντα οι ίδιες.

      Καμιά αλλαγή ούτε αέρας δεν αγγίζει τά βράχια τά απότομα και τίς απέραντες κοιλάδες τής ταυτότητάς σας // Τό πέρας τών αιώνων θ’ αντικρύσει όρθιους ακόμη επάνω στα ερείπια τού χρόνου τούς καβαλιστικούς σας αριθμούς, τίς εξισώσεις τίς λακωνικές, και τίς ολόγλυφες γραμμές σας αραγμένες στη εκδικητική δεξιά τού Παντοδύναμου τήν ώρα που τ’ αστέρια θα βυθίζονται απελπισμένα και σαν σίφουνες, προς τήν αιωνιότητα μιας νύχτας τρομερής και παγκόσμιας· όταν τό γένος τών ανθρώπων θα λογαριάζει μ’ έναν μορφασμό ποιοί οι λογαριασμοί του για τήν Παρουσία τήν δεύτερη και τελευταία.

      Ευχαριστώ για τίς άπειρες υπηρεσίες που μού προσφέρατε // Δίχως εσάς στην πάλη μου ενάντια στον άνθρωπο θα είχα ίσως νικηθεί // Μού χαρίσατε εκείνην τήν ψυχρότητα  τών θείων συλλήψεων που είναι απαλλαγμένη από τά πάθη… // Τίς χρησιμοποίησα για να εξοντώσω τίς ολέθριες πανουργίες τού θανάσιμου εχθρού μου, για να τού αντεπιτεθώ επιδέξια και να καρφώσω στα σπλάχνα τού ανθρώπου τό κοφτερό μαχαίρι που θα μείνει για πάντα βυθισμένο στο σώμα του· γιατί απ’ αυτήν τήν πληγή δεν θα συνέλθη.

      Μού δώσατε τή λογική, τήν πεμπτουσία τών σοφών σας διδαγμάτων· και με εκείνους τούς συλλογισμούς ο πολύπλοκος λαβύρινθος κατανοήθηκε κι ένιωσε η σκέψη μου να διπλασιάζονται οι τολμηρές της δυνάμεις.

      Μ’ αυτές τίς τρομερές βοήθειες ανακάλυψα στην ανθρωπότητα, καθώς βυθίστηκα στα βάθη κι έφτασα ώς τούς ύφαλους τού μίσους, τήν κακία μαύρη κι απαίσια να σαπίζει και να ομφαλοσκοπεί περιβλημένη τά φθοροποιά της μιάσματα // δανείστηκα τό όπλο σας τό βουτηγμένο στο δηλητήριο κι αποκαθήλωσα από τό βάθρο που τού έχτισε η ανθρώπινη ανανδρία τόν ίδιο τόν δημιουργό. Έτριξε τά δόντια…

      Ω άγια μαθηματικά, ας ήτανε με τήν αιώνια συναναστροφή σας να γινόταν να παρηγορήσετε τίς μέρες που μού απομένουν από τήν κακία τού ανθρώπου και από τήν αδικία τού Μεγάλου Παντός…

 

από τό Τραγούδι VI :

      Τό ρολόι τού χρηματιστηρίου χτύπησε οχτώ η ώρα : δεν είναι αργά // Οι περιπατηταί βιάζουνε τό βήμα και αποσύρονται σκεφτικοί στα σπίτια τους. Μια γυναίκα λιποθυμάει και πέφτει στην άσφαλτο. Κανείς δεν τήν σηκώνει // η οδός Βιβιέν βρίσκεται ξαφνικά παγωμένη από ένα είδος απολίθωσης // πού πήγανε τά ράμφη τού αεριόφωτος ; // Μια κουκουβάγια πετώντας σε ευθεία γραμμή και με τό ένα πόδι της σπασμένο περνάει // φωνάζοντας : «Ένα δυστύχημα ετοιμάζεται». Τό λοιπόν είναι σ’ αυτό τό μέρος που η πένα μου (η αληθινή μου φίλη που μού χρησιμεύει για εκφωνητής) έκανε πράγματα μυστήρια… Αν παρατηρήσετε από τό μέρος που η οδός Κολμπέρ εισέρχεται στην οδό Βιβιέν, θα δείτε στη γωνία που σχηματίζουνε οι δύο αυτοί δρόμοι ένα άτομο να επιδεικνύει τή σιλουέτα του και να στρέφεται ανάλαφρα προς τή λεωφόρο. Όμως αν πλησιάσει κανείς περισσότερο, κι ώς τό σημείο που δεν θα επισύρει τήν προσοχή τού διαβάτη αυτού, θα διαπιστώσει με έκπληξη ευχάριστη πως είναι νέος! Από μακριά στην πραγματικότητα θα τόν έπαιρναν για άνθρωπο μεγάλο. Τό ποσό τών ημερών δεν λογαριάζεται πια όταν πρόκειται να εκτιμήσουμε τή λογοτεχνική αξία μιας σοβαρής μορφής. Ξέρω να διαβάζω τήν ηλικία στις φυσιογνωμικές γραμμές τού μετώπου : Είναι δεκάξι χρόνων και τεσσάρων μηνών. Είναι ωραίος όπως η συστολή τού αρπαχτικού όρνεου ή ακόμα σαν τήν αβεβαιότητα εκείνων τών κινήσεων στα μαλακά μέρη τής πίσω εγκεφαλικής περιφέρειας, ή μάλλον σαν παγίδα αιώνια για ποντίκια // και προπαντός σαν τήν τυχαία συνάντηση επάνω σ’ ανατομικό τραπέζι μιας ραπτομηχανής και μιας ομπρέλας.

 

μετάφραση : σταύρου καρακάση / ανθολογία γαλλικής ποιητικής πρόζας 1753 – 1929 / επιμέλεια : ιάσων δεπούντης (δίφρος 1967) / 

 

 

 

  

  

(χρήσιμοι νομίζω) σύνδεσμοι :

ένα συνοπτικό χρονολόγιο (στα γαλλικά) / μια βιογραφία από τήν wiki / μια άλλη βιογραφία / από τό γαλλικό σάιτ αθηνά όλα τά τραγούδια τού μαλντορόρ / μια αγγλική μετάφραση αποσπασμάτων από 3 τραγούδια τού μαλντορόρ / μερικά «αποφθέγματα» (όχι και οι καλύτερες επιλογές) στα αγγλικά / κατάλογος βιβλίων με μεταφρασμένα στα ελληνικά κείμενά του / βιβλία σχετικά με τόν λωτρεαμόν (βιβλιογραφία) (από τό πανεπιστήμιο τού τορόντο) / ένα μικρό βιβλίο σε pdf (από τό πανεπιστήμιο τού δουβλίνου) για τή σχέση τού λωτρεαμόν με τόν σουρεαλισμό

τό γαλλικό του site, η σελίδα του στο facebook, η σελίδα του στο myspace, τό site sur•real με πολλές φωτογραφίες και βιογραφικά

ένα blog με πληροφορίες και φωτογραφίες για τήν ανακάλυψη τού λωτρεαμόν από τόν σουπώ, τήν ανακάλυψη τής φωτογραφίας του, και άλλα / σχετικά με τήν νέα έκδοση τών απάντων τού λωτρεαμόν από τίς εκδόσεις γκαλιμάρ

και : η διαδικτυακή σελίδα τών σιτουασιονιστών, η σελίδα τού αντρέ μπρετόν, και η σελίδα τού νεοϋορκέζικου σεξτέτου lautréamont concerts 

(update αυγούστου 2010 : ) δέστε κι αυτό τό άρθρο από τό λογοτεχνικό παράρτημα τών τάϊμς (tls)

 

 

                          

 

(περιληπτικά) για τήν ανακάλυψη τού λωτρεαμόν από τούς σουρρεαλιστές, και κάποια ακόμα (χάρη στη wiki) : 

1917 : ο philippe soupault  από τό στρατιωτικό νοσοκομείο που νοσηλευότανε βρίσκει σε μια έξοδό του προς τό μικρό παρισινό βιβλιοπωλειάκι εκεί κοντά ένα αντίτυπο τών Τραγουδιών τού Μαλντορόρ πάνω στο ράφι με τά βιβλία τών μαθηματικών, και γράφει στις «αναμνήσεις» του : «άρχισα να διαβάζω κάτω απ’ τό φως τού μοναδικού κεριού που μού επιτρεπόταν να έχω τίς νύχτες, κι ήταν σαν ν’ άστραψε φως… Μόλις ξημέρωσε πήρα πάλι να διαβάσω τά Τραγούδια γιατί νόμιζα ότι τά είχα ονειρευτεί… Τήν επομένη που ήρθε να μ’ επισκεφτεί ο andré breton τού ’δωσα τό βιβλίο και τού ’πα να τό διαβάσει – μού τό ’φερε τήν άλλη μέρα κι ήταν τό ίδιο ενθουσιασμένος με μένα»

έτσι ανακαλύφτηκε ο λωτρεαμόν και εισήλθε στο υπερρεαλιστικό πάνθεον ως ένας από τούς καταραμένους (poètes maudits) μαζί με τόν μπωντλέρ και τόν ρεμπώ – ο αντρέ ζιντ τόν θεωρούσε μάλιστα ακόμα σημαντικότερο πρόγονό τους κι από τόν ρεμπώ, και τόν ονόμασε «είσοδο στη λογοτεχνία τού μέλλοντος» : δήλωσε επίσης ότι χρωστάνε χάρη στον μπρετόν και τόν σουπώ που «κατάλαβαν αμέσως τήν λογοτεχνική και υπέρ-λογοτεχνική σημασία τού εκπληκτικού λωτρεαμόν»

τόν απρίλιο και τόν μάιο τού 1919 ο μπρετόν και ο αραγκόν, που είχαν ψάξει στο μεταξύ κι είχαν βρει τά δύο μοναδικά αντίτυπα από τά «Ποιήματα Ι και ΙΙ» τού λωτρεαμόν στην εθνική βιβλιοθήκη τής γαλλίας, τά δημοσιεύουν σε δύο συνεχόμενα τεύχη τού περιοδικού τους «λογοτεχνία» («literature») και τό 1925 βγαίνει μια ειδική έκδοση τού υπερρεαλιστικού περιοδικού «le disque vert» αφιερωμένη στον λωτρεαμόν με τόν τίτλο «le cas lautréamont» (η περίπτωση λωτρεαμόν)

τό 1938 εκδόθηκαν και τά πρώτα «άπαντα» τού λωτρεαμόν με τήν φροντίδα τού αντρέ μπρετόν που έκανε και τήν εισαγωγή : στην εικονογράφηση εκείνου τού βιβλίου πήρανε μέρος πολλοί υπερρεαλιστές και τό εξώφυλλο ήτανε τού tanguy  – μεταξύ τών άλλων έδωσαν εικαστικά τους οι magritte, echaurren, max ernst, andré masson, joan miro, και man ray

τό 1940 ο μπρετόν τόν συμπεριέλαβε στην ανθολογία του «τού μαύρου χιούμορ»

τό 1920 ο αμερικανός ζωγράφος man ray έφτιαξε ένα αντικείμενο που τό ονόμασε «τό αίνιγμα τού ισίδωρου ντυκάς» (l’ enigme d’ isidore ducasse) εμπνευσμένο από τήν περιγραφή τού 6ου Τραγουδιού : «ήταν ωραίος σαν τήν τυχαία συνάντηση πάνω σ’ ένα ανατομικό τραπέζι μιας ραπτομηχανής και μιας ομπρέλας» (στο τέλος τής ανάρτησης υπάρχουν τρία τέτοια αντικείμενα με τόν τίτλο : μαν ραίυ, αντικείμενο 1920 – 1971 : ομπρέλα και γραφομηχανή πακεταρισμένες, φόρος τιμής στον Λωτρεαμόν / από εδώ)

τά τραγούδια τού μαλντορόρ αποτέλεσαν πηγή έμπνευσης για πάρα πολλούς ζωγράφους έκτοτε, κι ο amedeo modigliani είχε πάντα λέγεται στην τσέπη του ένα αντίτυπο τού βιβλίου, τού άρεσε δε να διαβάζει φωναχτά αποσπάσματα από κει στους περίπατους που έκανε στο μονπαρνάς

ο félix vallotton και ο dalí ζωγράφισαν φανταστικά πορτραίτα τού λωτρεαμόν καθώς δεν υπήρχε καμιά φωτογραφία του (στην γαλλική έκδοση τών ποιημάτων του που έχω εγώ και η οποία είναι τού 2003 για παράδειγμα, υπάρχει μόνο τό φανταστικό του πορτραίτο : )

  (σήμερα υπάρχει όμως πια και η «ιστορία τής ανακάλυψης τού προσώπου» τού λωτρεαμόν, η οποία έγινε, όπως γίνονται όλες σχεδόν οι μεγάλες ανακαλύψεις, από ερασιτέχνη :  ο jean–jacques lefrère, τόν οποίο οι γάλλοι απ’ τήν τρελή τους πλέον χαρά που τούς «χάρισε» ένα (πιθανότατο) πρόσωπο για τόν λωτρεαμόν τόν ονομάζουνε ευθαρσώς «χρυσοθήρα» είναι γιατρός – αλλά πριν αρχίσει να ψάχνει για τόν λωτρεαμόν είχε κάνει έρευνα και για μια βιογραφία τού ρεμπώ χιλίων (και παραπάνω) σελίδων – : ίσως ξανα-ασχοληθώ με τήν ιστορία του, μολονότι δεν είμαι και ο καταλληλότερος άνθρωπος για να χώνεται και να  ψάχνει σε γαλλικές εφημερίδες…)

προς τό τέλος τής ταινίας τού jean-luc godard «week end» τού 1967, ακούγεται ένα κομμάτι από τά Τραγούδια τού Μαλντορόρ (δυστυχώς δεν υπάρχει τό απόσπασμα αυτό στο youtube, ή εγώ δεν μπόρεσα να τό βρω – αντ’ αυτού πάντως βρήκα και βάζω άλλα βιντεάκια : παρακάτω)

ο guy debord πήρε ένα ολόκληρο κομμάτι από τήν «Ποίηση ΙΙ» και τό έβαλε ως «θέση 207» στην Κοινωνία τού Θεάματος

η νεοϋορκέζα περφόρμερ shishaldin, επωφελούμενη από ένα παραθυράκι τού γαλλικού αστικού κώδικα, ζήτησε από τήν γαλλική κυβέρνηση να τής επιτρέψει να παντρευτεί τόν ποιητή μετά θάνατον

  

 

 

υπέρ–ρεαλιστικό υστερόγραφο : όσοι (φίλοι) συχνάζουνε στους κήπους ξέρουνε (λέω, θα όφειλαν…) πως τούτοι εδώ οι κάκτοι κάνουνε μέρες για να (μετα)φυτευτούν από τό χαρτί στον αέρα… Η ανάρτηση τού συγκεκριμένου ονείρου ετοιμαζότανε μέρες λοιπόν… Και θα ήταν (για τά στενά έστω μέτρα αυτών τών κάκτων) υποκρισία να ανασταλούν ενόψει τών θανάτων που μεσολάβησαν σήμερα, μέσα σε θυμούς εξόχως ρεαλιστικούς, και ταραχές εγκυμονούσες… Ας πω ένα μόνο : ξεκίνησα εκθέτοντας τά προσωπικά μου μέτρα για τό πώς δεν μετράω τόν χρόνο, ας τελειώσω διευκρινίζοντας ότι αυτός ο ίδιος χρόνος δεν είναι μαθηματικά τόσο ξεκάθαρος κι αντικειμενικά διαυγής όσο θα ήθελε ίσως ο λωτρεαμόν (αν έχουμε αντιληφθεί κιόλας καλά, τί τάχα ήθελε) : μόνο και μόνο επειδή οι νεκροί δεν είναι τρείς – ή τέσσερις, μαζί με τό παιδί που θα γεννιότανε – : είναι πολλοί που καταντούν αμέτρητοι : είναι οι νεκροί που άδοξα πέφτουν στα διυλιστήρια τίς αποθήκες τά γραφεία τά χωράφια τά μαγαζιά τά εργοστάσια τά σκλαβοπάζαρα κάθε μορφής, είναι οι νεκροί που θαύουνε τόν χρόνο τους όλη τή μέρα σε μία δουλειά που εκτείνει αέναα τόν φυσικό χρόνο αυτών που επωφελούνται… Πέρα από τούς νεκρούς ή επιζώντες από σφαίρες βιτριόλια ή παλουκώματα, και τών οποίων έστω κάποτε μαθαίνουμε τά ονόματα, είναι οι νεκροί τής πουλημένης εργασίας και τού πουλημένου στην δουλεία αυτή σώματος – τής πουλημένης στο χάρτινο κι αέρινο χρήμα ζωής – Αυτοί για τούς οποίους η Ποίηση θα είναι πάντα μια υδρόγειος αόρατη γιατί δεν προλαβαίνουνε μέσα στη μαύρη μέρα τής μεγάλης αδικίας και τού μεγάλου Παντός… : Εγώ αν ξανακούσω τόν λωτρεαμόν και σήμερα, αυτό μού λέει : Ένα δυστύχημα ετοιμάζεται… και μια παγίδα για ποντίκια, μία τυχαία προδιαγεγραμμένη που ίσως να μάς μετατρέψει και σε ωραίους, μάλιστα ίσως τελικά ωραία – συνάντηση.

 

 

 

 

     

 

 

Επόμενη σελίδα: »

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: