σημειωματαριο κηπων

Μαρτίου 1, 2014

«απολίτιστες τέχνες» : a farewell to –my– arms

.

.

 

a farewell to (my) arms :
μεταφερθήκαμε παραπλεύρως

 

.

   ενδοσκοπική ανακοίνωση σήμερα για τήν κατάργηση τού πρώτου μου ιστότοπου – καθώς τά αναρτημένα (μέσω pdf  (εκτενέστατα, βαρεθήκατε να διαβάζετε…)) αποσπάσματα εκδομένων (και μη) βιβλίων μου μεταφέρθηκαν ήδη (όσοι είσαστε προσεκτικοί τό προσέξατε) εδώ και λίγο καιρό, μέσω τής δυνατότητας που μάς δίνει η πρόσφατη (εν πάση περιπτώσει εγώ τουλάχιστον τώρα τήν έμαθα) τεχνολογία τής εταιρείας (τί καλή η εταιρεία) παραπλεύρως : στον κατάλογο τών «σελίδων» με τόν σεμνό τίτλο «περί εμής»

   οι απολίτιστες τέχνες έκαναν δηλαδή πλέον τόν κύκλο τους, σαν αυτόνομη χωροθετημένη αφηρημένη, απολύτως απολίτιστη αναρχία και απόλυτη βέβαια απολυταρχία κι έκαναν και μια συγκεκριμένη ασφαλώς δουλειά : πέρα από όπλο και χέρια, λειτούργησαν και σαν τό βιτριόλι που διαχωρίζει τά μέταλλα : έκανα κάποιους (λίγους και τί καλούς) φίλους εξαιτίας τους (από τή μια), είδα και ποιοι αδιαφορούνε για ό,τι δεν τσαπατσουλεύεται στις φυλλάδες (κι ας λεν οι ίδιοι, ό,τι ευσεβάστως γουστάρουνε, για τούς ίδιους) από τήν άλλη

   πρέπει να πω ότι τότε (εκείνα τά έξη χρόνια, ας πούμε, πριν) είχα θυμώσει (ως μη ώφειλα : θα ’πρεπε να καταλαβαίνω, κι ας ήμουν μικρότερη, καλύτερα) ήμουν δηλαδή θυμωμένη με τήν άκρα σιωπή από τή μεριά τής επίσημης εφημεριδολογίας (συνάδελφοι* κι ομότεχνοι μιλήσανε, έχουν, και τό ξέρουν αυτοί, τίς (ολικές και ολιγαρκώς πληθωρικές μου) ευχαριστίες…) για τήν απόλυτη δηλαδή σιωπή προς ένα βιβλίο που οι σοβαροί ας τό λέγαν σοβαρό – από τή μεριά τής επίσημης εφημεριδογραφίας που, δικαίως λέω σήμερα, (δικαίως, και με συγκινητική αυτογνωσία, λέω σήμερα) υποδέχτηκε αγνοώντας το τό δεύτερό μου μυθιστόρημα – τό εκδοθέν μετά από δεκαετία και βάλε μονομανούς κλεισίματος και γραψίματος, σπίτι μου, μακριά από τό γαϊδουροπάζαρο : τό οποίο είχα αφήσει τό ’87 (με τήν έκδοση τού πρώτου μυθιστορήματος) σχετικά ανθρώπινο, και τό βρήκα – όταν ξαναβγήκα στην αγορά να βρω εκδότη (εκείνο τό μηδενικό 2000) – ξελιγωμένο στους διαδρομισμούς και τίς μικρότητες, μ’ άλλα λόγια τά ταπεινά κείνα λεφτά τών μπεστσέλερ : έφτασα μες στο θυμό μου παρότι δεν μ’ αρέσει καθόλου ούτε η νοσταλγία ούτε η ιδέα τής νοσταλγίας, να θυμάμαι με νοσταλγία ανθρώπους όπως η αλόη σιδέρη ή ο γιώργος σαρηγιάννης που διάβασαν χωρίς κανένας να τούς πει τίποτα ένα πρώτο βιβλίο σαν τίς «προετοιμασίες», και μέ ζητήσαν στο ραδιόφωνο, τό μόνο μέσο που είχαν τότε, για να μιλήσουμε ( : μέ είχαν καλέσει, όπως λέω και αλλού, αρκετοί άνθρωποι τότε και πήγα στους περισσότερους μολονότι αντιπαθώ να μιλάω γι’ αυτά που κάνω (τό βρίσκω τουλάχιστον άτοπο να προσπαθώ (με τό δεδομένο κύρος τού δημιουργού) να επιβάλω μια μορφή ανάγνωσης τών γραφτών μου απέναντι σε μιαν άλλη που θα ήταν εξίσου λογική πιθανώς, ακόμα κι αν δεν θα μού άρεσε) γι’ αυτό και προσωπικά χάρηκα περισσότερο μια εκπομπή που είχε τότε ο γιάννης κοντός (ο ποιητής, αλλά τότε και συνεργάτης τού εκδότη μου, τού «κέδρου», συνεπώς αυτός πιέστηκε ίσως απ’ τήν εκδότρια ! ) και λεγόταν «προσωπική ανθολογία» αν θυμάμαι καλά τόν τίτλο, όπου μπορούσα (και έπρεπε ! ) να μιλήσω μόνο για τά βιβλία τών άλλων που μού αρέσανε) ( : με τί κέφι πολυλόγησα για τόν επίκουρο τόν αντόρνο και τόν σταντάλ, με τί κέφι μού είπε ότι ήταν η καλύτερη εκπομπή του κείνη η εκπομπή μας, και ότι θα τή χρησιμοποιούσε στο μέλλον και για πιλότο ( : ήταν κι η μόνη εκπομπή για τήν οποία είχα πληρωθεί – απίστευτα πράγματα : τώρα πληρώνουν κι από πάνω με όποιο τρόπο μπορούν φίλοι και συγγενείς, σύζυγοι πανεπιστημιακοί ή κουμπάροι έμποροι για να ειπωθεί και να γραφτεί μια κουβέντα – δεν τά λέω στα κουτουρού, μολονότι δεν αποδεικνύονται : (ίσως) αποδεικνύονται μόνο από τό γεγονός πως εγώ (τρώγοντας τήν αποσιώπησή τους στα μούτρα) δεν κινούμαι καθόλου προς αυτή τήν κατεύθυνση – και απαγορεύω και στους φίλους μου να κινηθούν : δεν τούς έχω τούς φίλους μου για να τούς χρησιμοποιώ, όλα κι όλα : δεν θα επεκταθώ επ’ αυτού))

   βέβαια, οι πιο αγαπημένοι κι οι πιο σημαντικοί μου φίλοι (οι φίλοι δηλαδή από τίς εκδόσεις «έρασμος» πάνω απ’ όλα, ο αντρέας μυλωνάς κυριότατα) μού τό ’λεγαν (με έγνοια που μέ στηρίζει ακόμα και σήμερα, μετά τόν θάνατό του, με θυμό που ακόμα και σήμερα μέ ταρακουνεί όταν τόν αναπολώ) : βγες απ’ τό σπίτι βρε χάρη έστω λίγο, κάνε μια προδημοσίευση, δώσε μας κάτι να σού βάλουμε – θα σέ ξεχάσουν… Εκείνος ήξερε… εγώ είχα τό γαϊδουρινό πείσμα να κλειστώ για να γράφω – και να κάνω ή να προσπαθώ να κάνω ό,τι θεωρούσα επείγον…

   όσοι δεν τά ξέρουν ας αδιαφορήσουν… όσοι τά ξέρουν θα καταλάβουν… τά ’χω γράψει εξάλλου και στην υποκριτική, και σε άλλα παλιότερα… δεν ωφελεί να πω περισσότερα : η ενδοσκόπηση έχει και τά όριά της σ’ αυτό τό μπλοκάκι –

   λοιπόν, ως προς τά εδώ, οι άνθρωποι που μπήκαν στις απολίτιστες διάβασαν και μού γράψανε (και κυρίως – έδινα μεγάλη σημασία όταν ήμουν αρχάρια σ’ αυτό – βάλαν τίς «απολίτιστες τέχνες» στο μπλογκρόλ τους) ώς εδώ, και μού φτάνουν

   τά λέω τώρα διότι τώρα, τό καταλάβατε, ετοιμάζομαι να ξαναεκδόσω πάλι – πόσα χρόνια θα πάρει η προσπάθεια θα τό δούμε (τήν άλλη φορά έφαγα έξη χρόνια : για να δούμε, αυτή τή φορά, ποιος ήρωας θα βρεθεί να πληρώσει για να διαβάσετε σεις εφτακόσιες σελίδες – από τήν άλλη ενστερνίζομαι απόλυτα και τό αρχαίο ρητό που λέει «αλλοίμονο στον συγγραφέα που ’χει ανάγκη από ήρωες»)

τιμής ένεκεν σ’ εκείνο τό πρώτο θυμωμένο λοιπόν τοπίο η πρώτη σελίδα του σήμερα εδώ :

(τίς άλλες θα τίς βρείτε σαν εισαγωγικά κείμενα (φωτογραφημένα πλέον) στις σελίδες με τά pdf παραδίπλα)

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

*
η (διορατική, άμα και εκτενής) κριτική τού πεζογράφου γιώργου συμπάρδη για τήν
«έκθεση βαθυτυπίας» δημοσιεύτηκε τό 2007 στο 78ο τεύχος τού περιοδικού «εντευκτήριο» και δεν βρίσκεται διαδικτυακά

.

φωτογραφίες
brassaï και leslie
jones από εδώ

.

για τόν τίτλο (αν χρειάζεται η
βοήθεια) κάτι
εδώ ή εδώ

.

.

.

.

.

.

Advertisements

Μαρτίου 18, 2013

μεσολόγγι και ενδοαλβανικά : αχός βαρύς ακούγεται πολλά ντουφέκια πέφτουν

.

.

  

.

.

   Αχός βαρύς ακούγεται πολλά ντουφέκια πέφτουν, μήνα σε γάμο ρίχνονται μήνα σε χαροκόπι; – Μηδέ σε γάμο ρίχνονται μηδέ σε χαροκόπι : η Δέσπω κάνει πόλεμο με νύφες και με ’γγόνια : Ωραία ήτανε λοιπόν τά πράγματα : διότι αρβανίτισσες ή ξε-αρβανίτισσες (γιατί και η λασκαρίνα και η τζαβέλαινα ήταν κι αλλόφυλες κι αλλόγλωσσες και δεν μπορεί να σβήσει αυτό από τή βιογραφία τους με τίποτε) πήγαιναν πάντως με τήν ιδέα τους ότι είμαστε ελεύθερες : οι ιδέες δεν ανήκουν στις γλώσσες βλέπετε : ή μάλλον (για να τό πούμε σύμφωνα με τόν αμερικανό) οι ιδέες οι βασικές είναι ενσωματωμένες σε όλες τίς γλώσσες : Από πάνω απ’ τή βάση αυτή δηλαδή  χτίζονται ύστερα τά οικοδομήματα τά πολλά και διάφορα : και επικοινωνούμε μ’ αυτά και μ’ αυτά κάνοντας τότε τούς μικρούς πήδους τής καλής μας προαίρεσης : (όπως πήδαγαν από πάνω από τό τειχαλάκι στο μεσολόγγι οι αρβανίτες οι απέναντι : ) Διότι έτσι γίνονται οι επικοινωνίες : Μ’ αρέσει πολύ η ιστορία αυτή με τό τειχαλάκι :

   Είναι πολύ γνωστό, για ν’ αρχίσουμε δηλαδή από τήν αρχή, ότι ήταν τόσο πολλοί οι αρβανίτες που πολεμούσαν μαζί με τούς έλληνες εναντίον τούρκων και κοτζαμπάσηδων ώστε πολλές φορές λέγεται ότι τά παραγγέλματα στα μπουλούκια τους οι κλέφτες (κι οι αρματωλοί κι οι οπλαρχηγοί και όλοι) τά δίνανε στ’ αρβανίτικα – είναι επίσης γνωστό ότι όλοι οι έλληνες ξέραν τότε αρβανίτικα για να μπορούν να συνεννοούνται μ’ ένα μεγάλο μέρος που μιλάγαν έτσι σ’ αυτόν τόν στρατό : δεν ήταν ακριβώς δηλαδή ξένη γλώσσα. Μού είχε φανεί λοιπόν ιδιαίτερα χαριτωμένο ένα επεισόδιο που αναφέρεται στα σχετικά με τήν άλωση τού μεσολογγιού χρονικά :

   Οι τούρκοι είχαν κι αυτοί στα στρατά τους αρβανίτες, μωαμεθανούς όμως αυτούς, τούς λεγόμενους τουρκαλβανούς : να προσέξουμε βέβαια εδώ τή διαβάθμιση τών δύο λέξεων – πόσο δηλαδή η λέξη αρβανίτες [που πηγαίνει βέβαια, είναι εύκολο να τό δείτε αυτό, σε μια συμφωνία σχεδόν απόλυτα κανονική και με τό μωραΐτες τό συντοπίτες και άλλα πολλά] σαν να χαϊδεύει λεκτικά (και μάλιστα στο κεφάλι) μόνο εκείνους που πολεμάν μαζί με τούς έλληνες : όσοι βρίσκονται απέναντι δεν παίρνουν αυτό τό, ασήμαντο θα ’λεγε κανείς εκ πρώτης όψεως, χαϊδευτικό : είναι τουρκαλβανοί δεν έγιναν όμως ποτέ τουρκαρβανίτες. (Βέβαια, δεν μπορεί κανείς ν’ αρνηθεί, τήν μεγάλη αξία τών χρονικών, όλα τά χρονικά τά σχετικά με τήν πολιορκία τού μεσολογγιού είναι υπέροχα : ήταν τυχεροί όταν είχαν να φάνε ψωμί με σκόρδο : φτάσαν να τρώνε ποντίκια, αλλά και τούς νεκρούς τους τέλος). Τά βράδυα λοιπόν που κοιμόντουσαν στα διαλείμματα τής μάχης κάτω από τό τειχαλάκι αυτό (τό οποίο προστάτεψε ολόκληρη πόλη ένα τόσο μεγάλο διάστημα – και μάζεψε και ακτιβιστές απ’ όλον τόν κόσμο, ποιητές και ζωγράφους και μουσικούς, που ήρθαν να μπουν εκειμέσα για να σκοτωθούν εν πολλοίς – σήμερα η πόλη αυτή πού λέγεται επισήμως ιερή στην ελλάδα είναι μια πολύ όμορφη πόλη με μια λιμνοθάλασσα κι έχει ένα πολύ ειρηνικό και πολιτισμένο κλίμα, όπου μπορεί να τριγυρίσει κανείς στις επάλξεις εκείνου τού μικρού τείχους και να δει και τά αγάλματα και τίς ταφόπλακες που γίναν για όλους εκείνους τούς ξένους που αφήσανε τήν ειρηνική σουηδία τους και τήν δανία τους τήν αγγλία τήν γερμανία και τήν φιλανδία τους για νά ’ρθουν να πεθάνουν εκεί) τά βράδυα λοιπόν που οι πολεμιστές κοιμόντουσαν τυλιγμένοι στην πατατούκα τους κάτω από τό ασήμαντο αυτό τειχαλάκι, όσο μπορούσαν στα διαλείμματα τής μάχης, γινόταν κάτι που τό βρήκα πολύ χαριτωμένο (από γλωσσικής απόψεως) : (απ’ τήν άλλη μεριά εννοείται ότι κοιμόντουσαν εξίσου κουρασμένοι και οι τούρκοι και οι τουρκαλβανοί). (Τί γοητευτικός ύπνος που τόν χώριζε ένα τοιχαλάκι, σαν να ’ταν στο ίδιο σπίτι όλοι και κοιμόντουσαν μόνο σε διαφορετικά ας πούμε δωμάτια, κι είχαν διαφορές μεταξύ τους, όπως πάντα οι οικογένειες, και μισούσαν ο ένας τόν άλλον, και μες στον ύπνο τους βλέπανε εφιάλτες, και παραμιλούσαν βριζόμενοι – και ξυπνούσαν καμία φορά ο ένας τόν άλλον, καθώς η φωνή απ’ τό όνειρο τού ενός ξύπναγε καμία φορά απ’ τά όνειρά του τόν άλλον) : συνέβαινε λοιπόν τό εξής, που αναφέρεται ως γεγονός, και που έκανε τούς έλληνες να διασκεδάζουν ιδιαίτερα : τό βράδυ μες στην ησυχία τής νύχτας οι αλβανοί απ’ τή μεριά τού μεσολογγιού προκαλούσαν βρίζοντας και ειρωνευόμενοι τούς αλβανούς απ’ τή μεριά τών τούρκων : ήταν δε τόσο αποτελεσματική η γλώσσα τους τό χιούμορ τους και η πειθώ τους, ώστε πολλές φορές μες στη διάρκεια τής νύχτας ακουγόντουσαν οι βροντεροί γδούποι απ’ τά κορμιά που τσαντισμένα και φιλοτιμημένα σκαρφαλώνανε τό τειχαλάκι απ’ τήν μεριά τών τούρκων και πέφτανε προς τήν μεριά τήν ελληνική μες στην πόλη που πολιορκούσαν πιο πριν, και γινόντουσαν έτσι από πολιορκητές μελλοθάνατοι : Μέ γοήτευε πάντοτε αυτή η ρητορική τών κλεισμένων αλβανών μες στην πόλη : κι εξάλλου είναι γοητευτική αυτή η ιστορία και ως προς τό ότι οι τουρκαλβανοί, ακόμα κι αν δεν πείθονταν, πιάναν τήν κουβέντα με τούς αρβανίτες τής μέσα μεριάς, και αλληλοβριζόντουσαν : τί γοητευτικοί καυγάδες μέσα σε μια οικογένεια, και τά δωμάτιά της

 

                                       μήνα σε γάμο ρίχνονται μήνα σε χαροκόπι

   ένας έλληνας ποιητής, ξέροντας τίς ιστορίες με τ’ αρβανίτικα κεφάλια (θεωρούνται πολύ πεισματάρηδες οι αλβανοί στην ελλάδα) και βέβαια έχει τή σημασία του τό ότι ακριβώς ήταν αρβανίτικα τά κεφάλια που εντούτοις μεταστρέφονταν μέσα στη νύχτα (και πηδάγανε τό τειχαλάκι), ξέροντας λοιπόν ένας τελείως σουρεαλιστής κιόλας (που θα μπορούσε δηλαδή άνετα να αυθαιρετεί πηδώντας από δω κι από κει) αυτά που γινόντουσαν με τά αρβανίτικα κεφάλια και τίς φωνές τους και τόν ορυμαγδό μες στη νύχτα έγραψε ένα ποίημα στο οποίο συνδυάζονταν διάφοροι άνθρωποι που πολεμήσανε από δω κι από κει (τού άρεσε πολύ και ο μπρετόν και ο ρεμπώ μαλλαρμέ αυτουνού) και εκεί αναφέρει κάποια στιγμή τό πρόσταγμα «πυρ» στ’ αρβανίτικα εξηγώντας ότι σήμαινε απλώς:

                                  βρας, αλβανιστί φωτιά

   θέλοντας έτσι, ακόμα δηλαδή κι ένας ρομαντικός άνθρωπος όπως είναι κατά κανόνα οι ποιητές να επιβεβαιώσει κι αυτός ότι πολλές φορές οι οπλαρχηγοί τά πολεμικά τους συνθήματα τά φώναζαν κατευθείαν στ’ αρβανίτικα – γιατί τόσοι πολλοί ήταν οι αρβανίτες δηλαδή στα μπουλούκια τους – και οι έλληνες απ’ τήν άλλη μεριά ξέραν τή γλώσσα : όταν μιλάς ελληνικά (έχω εγώ τήν εντύπωση) μαθαίνεις πολύ εύκολα και τίς άλλες γλώσσες : νομίζω ότι είναι ακριβώς τό ίδιο όπως όταν μιλάς αφρικάνικα : πρέπει να έχει να κάνει με τό άπλωμα τών φωνηέντων και τήν ηπιότητα τών συμφώνων που απλώνεται εν γένει στους ήχους σου όταν μιλάς

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: