σημειωματαριο κηπων

Ιουλίου 14, 2011

καβάφης, 5 : τί άδικο, να είμαι εγώ μια τέτοια μεγαλοφυΐα (: ειρωνικές αυτογνωσίες)

 τά προηγούμενα για τόν καβάφη : εδώ εδώ εδώ και εδώ
.
.
.
.
.

Κάποτε σαν σκέπτομαι και αντιλαμβάνομαι δύσκολες έννοιες, και σχέσεις, και συνέπειες πραγμάτων και μέ πιάνει μια ιδέα που άλλοι δεν είναι εις θέσι να σκεφθούν και να νοιώσουν αυτά σαν και μένα· αυτό μέ κάμνει «uncomfortable». Γιατί αμέσως μέ περνά απ’ τόν νου· Τί άδικο, να είμαι εγώ μια τέτοια μεγαλοφυΐα, και μήτε ν’ ακούομαι πασίγνωστα, μήτε ν’ ανταμείβομαι. Και τότε η ιδέα που ίσως απατώμαι, και βρίσκονται κι’ άλλοι πολλοί που σκέπτονται έτσι μεγάλα και ορθά μέ ανακουφίζει. Τί πράγμα λοιπόν που είναι τό Συμφέρον, ή η Επιθυμία τής Αμοιβής! Πιο μέ ανακουφίζει η ιδέα να είμαι ίσος με πολλούς· παρά να είμαι ανώτερος και να στερούμαι τής αμοιβής μου. 

3 ιανουαρίου 1907 (καβάφης 44 χρόνων)

.

.

.

σημείωση :

   ο καβάφης ήξερε οικονομικά – έπαιζε και στο χρηματιστήριο – τά λίγα που έβγαζε από τήν προσωπική του εργασία ως δημόσιου υπάλληλου (στην αγγλική εταιρεία ύδρευσης τής αλεξάνδρειας)
   δεν αντέχω εδώ τόν πειρασμό να επισημάνω ότι δεν ήτανε μόνιμος ανανέωνε δηλαδή τή σύμβασή του κάθε λίγο και λιγάκι, κι αυτό οικειοθελώς, διότι είχε αποποιηθεί από πολύ νέος τήν αγγλική του υπηκοότητα (τήν οποία είχαν δικαιωματικά όλοι οι καβάφηδες)
   μ’ αυτόν τόν τρόπο δεν πήρε και σύνταξη όταν έφυγε (πολύ ευχαριστημένος όμως που παράτησε αυτόν τόν εφιάλτη) αλλά γι’ αυτό πρέπει να κάνω μάλλον άλλη ανάρτηση
   (οι καβάφηδες ήταν πλούσιοι μεγαλέμποροι και μεταπράτες αλλά, μετά τόν θάνατο τού πατέρα, τά οικονομικά τής οικογένειας πήγαν κατά διαόλου
   σίγουρα, ο καβάφης, εκτός από τό ότι ήξερε αρκετά οικονομικά για να τά βγάλει πέρα (αξιοπρεπώς) στη ζωή του (και να χρηματοδοτεί και τίς εκδόσεις του), τά θεωρεί άξια και για ποιητικές μεταφορές – θυμάμαι τώρα τό «εγώ στην τράπεζα τού μέλλοντος επάνω πολύ ολίγα συναλλάγματα θα βγάλω»)

 

   καλές διακοπές ιουλίου αυγούστου και σεπτεμβρίου – για όσους δεν έφυγαν ήδη – εγώ θα ’μαι και κοντά και μακριά αλλά μάλλον θ’ αργήσω να ξαναγράψω
   ο καβάφης είχε πει ότι αγαπούσε ιδιαίτερα τόν αύγουστο – εξάλλου ποιος δεν θυμάται και τήν αναφορά τού μήνα αυτού στο «μακρυά»; («εκείνη τού αυγούστου – αύγουστος ήταν; η βραδυά» –)

.

.

.

 

.

.

.

.

.

  

Advertisements

Ιουλίου 11, 2011

καβάφης, 4 (+ ρεμπώ + σολωμός): τό σπίτι τό μισό πρέπει να γκρεμισθεί (: σημειώσεις και καταστροφές)

  τά προηγούμενα για τόν καβάφη : εδώ εδώ και εδώ

 

 
.
.

Δυνάμωσις 

.

Όποιος τό πνεύμα του ποθεί να δυναμώσει
να βγει απ’ τό σέβας κι από τήν υποταγή.
Από τούς νόμους μερικούς θα τούς φυλάξει,
αλλά τό περισσότερο θα παραβαίνει
και νόμους κ’ έθιμα κι απ’ τήν παραδεγμένη
και τήν ανεπαρκούσα ευθύτητα θα βγει.
Από τές ηδονές πολλά θα διδαχθεί.
Τήν καταστρεπτική δεν θα φοβάται πράξι·
τό σπίτι τό μισό πρέπει να γκρεμισθεί.
Έτσι θ’ αναπτυχθεί ενάρετα στην γνώσι.

(από τά κρυμμένα ποιήματα 1877; – 1923) (καλύπτουν δηλαδή μια περίοδο τού καβάφη από τά 14 ώς τά 60 του χρόνια)

.

 

   σ’ αυτό δίπλα τό ποίημα βρέθηκε η σημείωση :

.

ΟΧΙ ΓΙΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΙ.
ΑΛΛΑ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΜΕΝΕΙ
ΕΔΩ.

.

   ο καβάφης έβαλε μια τέτοια επισήμανση δίπλα (τήν κόλλησε με συνδετήρα από πάνω δηλαδή) σε 11 συνολικά ποιήματα

   γραμμένη κάποτε και στ’ αγγλικά, ως :

.

not for publication but may remain here

.

   είναι βέβαια μεγάλη συζήτηση τό γιατί δεν τά θεώρησε κατάλληλα για έκδοση : τά ποιήματα αυτά δεν ανήκουν στα «πρωτόλειά» του, και μερικά είναι εξαιρετικά – αλλά φαίνεται ότι δεν μπορούσε να τά εντάξει στον γενικό του σχεδιασμό (εδώ έχει γίνει μια πολύ πρωτότυπη δουλειά από έναν έλληνα καβαφιστή – για τήν οποία θα γράψω άλλη φορά – αν μέ αφήσει – γιατί τό έργο είναι ανέκδοτο) 

   όμως κάτι άλλο εμένα μ’ ενδιαφέρει τώρα εδώ : δυο πράγματα μάλλον (ως πρόχειρες παρατηρήσεις) :

   (1) : τό ένα είναι η σχέση τού περιεχομένου τού ποιήματος με τήν αναρχία και τήν ιδέα τής καταστροφής :

   ο ρεμπώ έχει ήδη γράψει για τήν έλλειψη κάθε είδους σεβασμού ή αποδοχής προς τούς  «προκατόχους» – πάλι σε συνδυασμό με τή λέξη σπίτι (στο γράμμα προς τόν δάσκαλό του demeny) :

.

εξάλλου οι νεοεισερχόμενοι έχουν κάθε δικαίωμα να καταριώνται τούς προκατόχους : είναι κανείς στο σπίτι του και έχει καιρό

 rimbaud 1871 (17 χρονών)

.

  

.

   δεν είμαι προσωπικά οπαδός τής παλιάς «κλασικής» άποψης ότι η αναρχία είναι πάνω απ’ όλα καταστροφή : για μένα τό πρωτεύον στοιχείο τής αναρχικής συνείδησης είναι ο έρωτας (έρωτας και για τόν έρωτα και για τήν ελεύθερη ελευθερία (κατά τή διατύπωση επίσης τού ρεμπώ)). Όμως νομίζω ότι υπάρχει μια όψη τής καταστροφής (κάθε καθιερωμένου και ιερού) που διατρέχει τόν ίδιο τόν πολιτισμό, όχι μόνο σε κάθε φάση τών μεγάλων ταραχών και αλλαγών στον πλανήτη μας (αυτό είναι λίγο–πολύ γνωστό), αλλά και σε κάθε βήμα τής (μεγάλης) τέχνης : όταν ο ρεμπώ λοιπόν διεκδικεί τό δικαίωμα να καταριέται όλους τούς προκατόχους του (είναι 17 χρονών, και προηγείται ασφαλώς) δεν βρίσκεται καθόλου μακριά από τόν καβάφη με τό (σίγουρα ειρωνικότερο, καθότι μετριοπαθέστερο) τό σπίτι τό μισό πρέπει να γκρεμιστεί : αν έχει καμιά σημασία να ασχοληθούμε τελικά με τίς ηλικίες : ο ρεμπώ είναι πολύ νεότερος από τόν καβάφη γενικά όταν γράφει (ο καβάφης γεννήθηκε τό 1863 και ο ρεμπώ τό 1854, έχουν δηλαδή 9 χρόνια διαφορά – και υπάρχει και η επιπλέον διαφορά που οφείλεται στο ότι ο ρεμπώ έγραψε και τέλειωσε τό έργο του ώς τά 19, και ο καβάφης άρχισε τό καθεαυτό του έργο μετά τά 30) 

   όμως η ιδέα και τών δύο ότι ουσιαστικά γκρεμίζουν τά πάντα για να φτιάξουν τό έργο τους, κατά τή γνώμη μου δεν αφορά μόνο τήν τέχνη – η ιδέα ότι τό σύμπαν ολόκληρο ως παρελθόν αξίζει μια απόρριψη ή μια κατάρα ή πρέπει να γκρεμιστεί, απεικονίζει θαυμάσια τήν ίδια τή στιγμή όπου ο «πολιτισμός» μας ενοποιείται, και η αναστολή τής βαρβαρότητας κρέμεται εξίσου από τίς χειρόγραφες (ή τυπωμένες) σελίδες κάποιων μελών αυτής τής κοινωνίας – τά οποία ο πολιτισμός αυτός (αφού τούς κάνει πρώτα τή ζωή πατίνι) θα περιλάβει αργότερα χωρίς ενοχές και στα «ιερά» και «καθιερωμένα» του – : ίσως γιατί αυτό που ονομάζουμε πολιτισμό μας έχει τίς ίδιες αντοχές, τίς ίδιες αντιφάσεις, και τήν ίδια σατανική ευελιξία να ξεπερνά τίς αντιφάσεις του, με ό,τι στην φιλοσοφία θα ονομαζόταν κάποια στιγμή κεφαλαιοκρατία : σίγουρα κάποια απ’ αυτά τά κεφάλαια μπορούν να λειτουργούν (ακόμα και καταχωνιασμένα στις αποθήκες) ακόμα πάντως ως πυριτιδαποθήκες…

.

.

   (2) marginalia : τό δεύτερο που θέλω να επισημάνω είναι ένα παράλληλο γεγονός που πολύ μ’ αρέσει να τό σκέφτομαι – παράλληλο δηλαδή σχετικά με τίς σημειώσεις στο περιθώριο και με τίς επίσης ασεβείς συνήθειες ενός άλλου έλληνα ποιητή :

   γιατί και ο σολωμός όπως ξέρουμε συνήθιζε να γράφει στο περιθώριο τών δοκιμών του (τά περισσότερα από τά ποιήματα (και τά πεζά του) που έχουμε αποτελούν ως γνωστόν «ημιτελείς» δοκιμές) διάφορα, άκρως διασκεδαστικά κιόλας μερικές φορές (αν θελήσουμε να αγνοήσουμε τήν καλλιτεχνική απόγνωση που ασφαλώς τά συνόδευε) όπως, ας πούμε :

.

σκατά

.

   : αν προσέξετε τήν φωτογραφική αναπαραγωγή τού χειρόγραφου που βρίσκεται παρακάτω (είναι από τή Γινέκα τής Ζάκιθος, ή «Γυναίκα τής Ζάκυθος» όπως συνηθίσαμε να τό μεταγράφουμε – έτσι όπως μεταγράφουμε κατά (κακόν) κανόνα και όλο τό σολωμικό έργο – πράγμα τό οποίο δείχνει και ασέβεια και περιφρόνηση (προς τόν καλλιτέχνη) από τή μια, και απ’ τήν άλλη βαθειά επίσης γλωσσική ανασφάλεια… – μην ξεχνάμε ότι πρόκειται για ένα έργο κρίσιμο και εξόχως σημαντικό για ολόκληρη τήν ευρωπαϊκή μας πεζογραφική ενδοχώρα) : επάνω αριστερά λοιπόν, δίπλα στο κείμενο ξεχωρίζει νομίζω ευκρινώς η λέξη σκατά : (λέξη που ο σολωμός τήν χρησιμοποίησε κάμποσες φορές για να περιγράψει κομμάτια τής δουλειάς του (μαζί με άλλες σημειώσεις (πολλές φορές και στα ιταλικά) που βρίσκουμε στα αυτόγραφα έργα του))

.

.

 

   δυστυχώς δεν μπορώ αυτόν τόν καιρό να σκανάρω η ίδια από αυτόν τόν τόμο – που τόν απόκτησα πάμφθηνα πριν κάμποσα χρόνια βγάζοντάς τον απ’ τή σκόνη τής αποθήκης κάποιου βιβλιοπωλείου στη σόλωνος : (ήταν τόσο ανέλπιστα μεγάλη και η τύχη και η χαρά μου, που πήρα τότε τούς δυο τεράστιους δερματόδετους τόμους* όχι μια αλλά τρεις φορές : για δώρο και στον εαυτό μου, και σ’ έναν φίλο ποιητή, και στον πατέρα μου – εξαιτίας τού οποίου άλλωστε μεγάλωσα με τήν εικόνα τού σολωμού μες στα μούτρα : έχω ακόμα πάντα μπροστά μου έτσι αυτόν τόν βλοσυρό κύριο φίλο τού μπαμπά που έβλεπα από μικρή (ντυμένον στα μαύρα και με τό μικρό χεράκι του κάτασπρο πάνω στο στήθος) – όπως θυμάμαι εξάλλου και τούς στίχους από τόν «κρητικό» με τούς οποίους μέ κανάκευε (και έχω βάλει γι’ αυτό και μια μικρή αυτοβιογραφική παρεμβολή (καταλλήλως μεταλλαγμένη για τίς ανάγκες τού μυθιστορήματος) στην «έκθεση βαθυτυπίας» : τέλος οι αναμνήσεις) :  κι ήμουνα λοιπόν σίγουρα κωμωδία όπως περπάταγα μ’ αυτό τό βάρος). Έτσι σήμερα παίρνω για εδώ ό,τι βρίσκω από τό χάος τού web (και ευτυχώς βρίσκονται πάντως αρκετά πράγματα) 

   ας πω επιπλέον ότι αυτή η φοβερή δουλειά για τήν έκδοση τών αυτόγραφων τού σολωμού (όπως είπα είναι 2 τόμοι, ο πρώτος με φωτοτυπημένο όλο τό αρχείο και ο δεύτερος με τήν τυπογραφική του μεταγραφή) έγινε στο πανεπιστήμιο θεσσαλονίκης τό 1964 από τόν (χαλκέντερο πρέπει να υποθέσουμε) καθηγητή λίνο πολίτη

   σήμερα εκείνη η (πολύ μεγάλου σχήματος, και πανέμορφη) έκδοση δεν υπάρχει πια : βλέπω ότι έχει γίνει ανατύπωσή της από τό μορφωτικό ίδρυμα τής εθνικής τράπεζας, αλλά απ’ ό,τι καταλαβαίνω, έχει «σπάσει» σε πολλούς, μικρότερους, τόμους.

* λίνου πολίτη «διονυσίου σολωμού αυτόγραφα έργα, τόμ. α’ : φωτοτυπίες, τόμ. β’ : τυπογραφική μεταγραφή» / επιμέλεια – σημειώσεις : λίνος πολίτης / αριστοτέλειο πανεπιστήμιο θεσσαλονίκης 1964 /

.

.

.

μια ιδέα για τά αυτόγραφα τού σολωμού, όπως υπάρχουν εκδομένα σήμερα, εδώ και εδώ

ένας γοητευτικός πάντως κατάλογος χειρογράφων τού σολωμού on line βρίσκεται εδώ

τά χαρακτικά τού david hockney (Illustrations for Fourteen Poems from C P Cavafy / 1966–1967) εδώ

η επίσημη σελίδα τού hockney

και τό αρχείο καβάφη στο σπουδαστήριο νέου ελληνισμού

.

.

.

.

.

     

Ιουλίου 5, 2011

κ. π. καβάφης, 3 : τό ξέρω που χρειάζεται σοβαρότης…

τά δύο προηγούμενα για τόν καβάφη (κατά σύμπτωση καλοκαιρινά κι εκείνα) εδώ και εδώ

 

        

.

   επειδή αντιπαθώ φοβερά τήν πολλή σοβαρότητα, αυτήν που τρομοκρατεί με τό μεγάλο της βάθος (τό οποίο, όπως είπε και ο χέγκελ (και δεν είν’ ανέκδοτο) αν καταντήσει αυτοσκοπός (ή δεν θυμάμαι πώς αλλιώς τό είπε) παύει να έχει τελικά νόημα)
   και επειδή οι καιροί επιτάττουν κατά τ’ άλλα (δηλαδή εννοώ κατά τό παπαδιαμαντικό «ο φλοίσβος επιτάττει σιωπήν») επιτάττουν λοιπόν και σοβαρότητα εκτός από τόν γνωστό μας θυμό
   είπα να τήν διασκεδάσω λίγο αυτήν τήν σοβαρότητα με ένα, σοβαρότατο κατά τ’ άλλα, κείμενο τού καβάφη
   από τά εις εαυτόν : αυτά που έγραφε για τόν ίδιο δηλαδή, και ανακαλύφτηκαν πολύ μετά τόν θάνατό του :

 

   Τό ξέρω που για να επιτύχει κανείς στην ζωή, και για να εμπνέει σεβασμό χρειάζεται σοβαρότης. Και όμως μέ είναι δύσκολο να είμαι σοβαρός, και δεν εκτιμώ τήν σοβαρότητα.

   Ας εξηγηθώ καλλίτερα. Μέ αρέσει στα σοβαρά μόνον η σοβαρότης· δηλ. ½ ώρα, ή μια ώρα, ή δυο ή 3 ώρες σοβαρότητα τήν ημέρα. Συχνά βέβαια και σχεδόν ολόκληρη μέρα σοβαρότητα.

   Άλλως μέ αρέσουν τά χωρατά, η αστειότης, η ειρωνεία η με ευφυή λόγια, τό χαμπαγκάρισμα (humbugging).

   Αλλά δεν κάνει

   Δυσκολεύει τές δουλειές –

   Διότι ως επί τό πλείστον έχεις να κάμνεις με ζευζέκηδες και αμαθείς. Αυτοί δε είναι πάντοτε σοβαροί. Μούτρα, σέρια ζωωδώς· πού να αστειευθούν· αφού δεν καταλαμβάνουν. Τά σέρ(ι)α τους μούτρα είναι αντικατοπτρισμός. Όλα τά πράγματα είναι προβλήματα και δυσκολίες για τήν αγραμματοσύνη τους και για τήν κουταμάρα τους, γιαυτό σαν βώδια και σαν πρόβατα (τά ζώα έχουν σοβαρότατες φυσιογνωμίες) είναι περιχεμένη επάνω στα χαρακτηριστικά τους η σοβαρότης.

   Ο αστείος άνθρωπος γενικώς περιφρονείται, τουλάχιστον δεν λαμβάνεται υπ’ όψιν σημαντικά, δεν εμπνέει πολλήν πεποίθησιν.

   Γι’ αυτό κ’ εγώ καταγίνομαι στους πολλούς να παρουσιάζω σοβαρήν όψι. Ηύρα πως μεγάλως μέ διευκολύνει τές υποθέσεις μου. Εσωτερικώς γελώ και αστειεύομαι πολύ.

26. 10 ’08

(καβάφης 45 χρόνων)

 

   τά κείμενα αυτά έχουν γενικά πολύ μεγάλο ενδιαφέρον : αλλά εμένα πολύ μ’ αρέσει κι ένα μικρό (μια σημείωση δίπλα σ’ ένα ποίημα δηλαδή) που λέει έτσι με κεφαλαία :

 

ΟΧΙ ΓΙΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΙ.
ΑΛΛΑ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΜΕΝΕΙ
ΕΔΩ.

 

   και σκέφτομαι, τί να σημαίνει άραγε αυτό τό «μπορεί να μένει εδώ»; ίσως δύο τουλάχιστον πράγματα :
   1 : ότι παρ’ όλο που δεν μπορεί να τό εντάξει στον γενικό σχεδιασμό του, ή ακόμα και παρ’ όλο που τό βρίσκει ατελές, κάτι σ’ αυτό τού αρέσει, και θέλει να τό βλέπει, να γυρνάει και να τό ξαναδιαβάζει πού και πού,
   και
   2 : προσέχει τόν μελλοντικό του αναγνώστη, τόν «ιδανικό» του αναγνώστη, προβλέπει με σιγουριά στο μέλλον, ξέροντας τήν αξία τής δουλειάς του, και υποθέτοντας ότι για τόν μελετητή του (που τόν προεξοφλεί) θα έχει μια αξία κι αυτό.
   αυτοί λοιπόν οι δύο καβάφηδες (ο αδύναμος, που δεν μπορεί ας πούμε να αποχωριστεί ένα έργο όσο ατελές κι αν είναι, κι ο παντοδύναμος που ξέρει τήν αξία τού έργου του πολύ καλά) ενώνονται για μία στιγμή, άμα προσέξεις, σε ένα εσωτερικώς γελώ και αστειεύομαι πολύ

 

 

.

.

(όσο για τή σχέση τής σημείωσης με τό ποίημα για τό οποίο γράφτηκε : αυτό χρειάζεται παραπάνω συζήτηση : ίσως στο επόμενο – όπως είπα, αυτήν τήν εποχή τά κείμενά μου θα είναι σύντομα, αν δεν είναι απλές αναδημοσιεύσεις από παλιότερα)

.
.
.
.
τό αρχείο καβάφη στο σπουδαστήριο νέου ελληνισμού
.
  

Φεβρουαρίου 6, 2010

emily 1 + emily 2 + j. d. : η φήμη μέλισσα είναι : κι έχει κεντρί

 

στον Silent

Όσο έλειπα, μόνο ποίηση δεν διάβαζα. Διάβασα άλλα βιβλία, για τά οποία θα πω (μπορεί) σε επόμενα. Όμως σχεδόν όλο αυτόν τόν μήνα μ’ έναν ακαταλαβίστικο τρόπο τριγύρναγε στο μυαλό μου και βούιζε σα μέλισσα αυτή η έμιλυ – και λέω να τής αφήσω χώρο στην πρώτη ανάρτηση τού χρόνου να μιλήσει (περισσότερο) αυτή –

η φήμη μέλισσα είναι
κι έχει τραγούδι
κι έχει κεντρί
κι έχει, α, φτερό

– αυτό είναι ένα ολοκληρωμένο ποίημα, δεν είναι απόσπασμα – είναι ολοκληρωμένο από κάθε άποψη : –

Fame is a bee.
It has a song –
It has a sting –
Ah, too, it has a wing.

 

emily dickinson, ποίημα αριθμού 1763 (χωρίς χρονολόγηση)

 

Δεν έχει καμιά σημασία να κάνω τώρα ψυχανάλυση να βρω γιατί μού ’χε κολλήσει αυτό τό ποίημα… Η ντίκινσον άλλωστε είναι ένας έρωτας ξαφνικός αλλά και πολύ παλιός… ( : κάποτε σε μια σχολή που ήμουνα είχα περάσει ένα μάθημα εξαιτίας της : έγραψα ό,τι μού κατέβηκε αλλά είχα τήν βεβαιότητα ότι αυτά που μού κατέβαιναν θα μού σώζανε, δεν μπορεί, τόν (χαμένο) χρόνο – μού τόν σώσανε – :  μού κατέβηκε κι έγραψα για τή στίξη της, δεν είχα διαβάσει πολύ και μάλλον δεν ήξερα τίποτα γενικά, αλλά είχα θράσος κι έτυχε να πέσω σ’ έναν καλοπροαίρετο άγγλο που τό εκτίμησε – όταν οι άγγλοι έχουν χιούμορ, έχουν χιούμορ για τά καλά… Γλίτωσα λοιπόν τότε ολόκληρο τόν χαμένο μου χρόνο, με τήν έμιλυ : αλλά δεν τήν θεωρώ στενό οικογενειακό μου πρόσωπο εξαιτίας αυτού – και μόνο : νομίζω ότι τήν καταλαβαίνω κιόλας επιπλέον, κι αυτό μού φτάνει : τήν καταλαβαίνω δλδ κι ας μη συμφωνώ μαζί της σε όλα, κι ας τήν βαριέμαι κιόλας ώρες-ώρες (με τά ατέλειωτα ρημαγμένα της μοναχικά της, τά αυστηρά κι ανήλεα).)

Γιατί η έμιλυ είναι πολύ σοβαρή φιλόσοφος, δεν είναι μια ευαίσθητη γυναίκα που ως μωρό έπαιζε πιάνο και τό έλεγε και moosic, και δεν γράφει απλώς καταπληκτικά αισθαντικά συγκλονιστικά ανεπανάληπτα ποιήματα : τά ποιήματά της είναι φιλοσοφημένα (ό,τι διάολο και να σημαίνει αυτό) επειδή ακριβώς είναι σκέτη ποίηση : επιμόνως και ξεροκεφάλως και αποκλειστικά και πάνω απ’ όλα (μόνο) ποίηση : δεν μπορείς δηλαδή να πάρεις και να αναλύσεις τίς ιδέες της. Οι ιδέες της είναι αυτές που είναι, επειδή ακριβώς είναι ειπωμένες με αυτόν τόν τρόπο. Πάντα αυτό δεν συμβαίνει ; Ναι, αλλά στην ντίκινσον συμβαίνει «κατεξοχήν». Η έμιλυ δεν «γράφει» ποίηση, έχει στην κυριολεξία περιορίσει τήν ποίηση στην ποίηση – θα μπορούσε να παραφραστεί ένας στίχος της εδώ – « Between the form of Life and Life / The difference is as big… » (between the form of Poem and Poem δηλαδή) (συμφωνεί από μακριά κι ο πάουντ που κατά τήν γερμανική αντίληψη ενός λεξικού που βρήκε κάποτε κατέληξε κι αυτός ότι dichten = condensare,  ότι τό ποίημα δηλαδή είναι η δυνατότητά του να συμπυκνώνει). Αλλά ποιος τόν λογαριάζει τόν πάουντ σ’ αυτήν τήν περίπτωση, δεν είν’ άξιος ούτε να τής φέρει πρωί-πρωί τίς παντόφλες… Εξάλλου η έμιλυ είναι τόσο μοντέρνα που κι ο πάουντ θα τρόμαζε… Η στίξη της μια που μιλήσαμε και γι’ αυτό,  είναι εκ πρώτης όψεως αλλοπρόσαλλη και παράλογα τρελλή – και εκ δευτέρας απολύτως λογική και ανήλεη – η ξεροκέφαλη αυτή κάνει ποίηση σχεδόν μόνο με τίς παυλίτσες της και τίς τελίτσες της θα μπορούσες να πεις (γι’ αυτό και στα ελάχιστα ποιήματά της που δημοσιεύτηκαν όσο ζούσε, τής διόρθωναν οι εκδότες κατά κανόνα κυρίως τή στίξη) : σπάει έπειτα τόν ρυθμό σε βαθμό που να ακούγεται φάλτσα και να ενοχλεί, πρέπει να τήν ξαναδιαβάσεις και να χωθείς για τά καλά μέσα της ξεχνώντας ό,τι άλλο ξέρεις, πρέπει να γίνεις έμιλυ δηλαδή για να καταλάβεις τήν έμιλυ : και πρέπει να βρεις τόν δικό της ρυθμό μέσα στον σπασμένο ρυθμό, που τότε θα σού φανεί και σωστός ρυθμός – μόνο ο μπετόβεν που τόν κατηγόρησαν κι αυτόν για φάλτσα θα τήν καταλάβαινε ίσως εξαρχής και θα συμφωνούσε – και θα τήν άκουγε πιθανόν ευχαρίστως – αν μπορούσε να τήν ακούσει … Εξάλλου δεν σπάει μόνο τόν ρυθμό, αρνείται και τήν ομοιοκαταληξία, τήν κοροϊδεύει, κάνει ό,τι τής κατέβη με λίγα λόγια – έτσι φαίνεται…

 Εσχάτως έχει βγει και μια μόδα να τήν εξετάζουν ως σχιζοφρενή και να γράφονται και μελέτες (δεν θα δώσω πολλά βιβλιογραφικά στοιχεία σ’ αυτό τό ποστ, αν πάτε στη βίκι και εδώ και εδώ και αλλού, θα βρείτε άφθονα) για τό τί είδους ακριβώς και πόση ήταν η τρέλα της… Βασίζονται στις τελίτσες και τίς παυλίτσες της πάνω απ’ όλα… Όχι δηλαδή στις «ιδέες» της – που κι αυτές είναι αλλοπρόσαλλες αν τίς πάρουμε με τά τρέχοντα «λογικά» μυαλά –  αλλά κυρίως σ’ αυτό τό «σπάσιμο» τού ρυθμού, τόν τρόπο τής ομιλίας της δηλαδή…

Τό βρίσκω ξεκαρδιστικό, πολύ σοβαρό… Ακριβώς, στον «τρόπο ομιλίας» είναι τό ζήτημα, από εκεί προδίδονται και οι «ιδέες» και όλα τ’ άλλα… Κι η έμιλυ βρήκε πολύ νωρίς αυτόν τόν τρόπο ομιλίας –

Και πού ; Στην πιο μαύρη βικτωριανή αμερική τών πουριτανών στην μασαχουσέτη, στο amherst, που ο παππούς της ίδρυσε και τό περίφημο κολέγιό του – προερχόταν από εξαιρετικά καθωσπρέπει οικογένεια η δύστυχη…

 

A day! Help! Help! Another Day!

Could live – did live –
Could die – did die –
Could smile upon the whole

( : από τά ποιήματα 42 και 43, που είναι περίπου τού 1858 – τά περισσότερα ποιήματα δεν έχουν χρονολόγηση – τή χρονολόγηση οι μελετητές τή συνάγουν κυρίως απ’ τίς αλλαγές στον γραφικό της χαρακτήρα) : διότι η ίδια δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ ούτε να βάλει χρονολογία, ούτε περίμενε κατά πάσα πιθανότητα ότι θα εκδοθεί και ποτέ… και πόσο μάλλον ότι θ’ ασχολούμαστε εμείς μαζί της 180 χρόνια μετά από τή χρονιά που γεννήθηκε… ξέρω ότι δεν μού ανήκει η φήμη – γιατί αν μού ανήκε… έγραφε σ’ ένα της γράμμα. Ε, εδώ μπορεί να πει κανείς ότι δεν τά ’ξερε βέβαια όλα και εντελώς καλά – έπεσε μέσα μόνο όσο ακριβώς αφορούσε τόν χρόνο τής ζωής της… ( : παραφράζοντας (πάλι) / Between the time of Life and Life / … τό ποίημα αυτό ας συμπληρώσω ότι είναι τό υπ’ αριθμ. 1101 τού 1866 –  και εδώ έχουμε ακριβή χρονολόγηση – )

Δεν έμαθε ποτέ να διαβάζει τήν ώρα ώς τά 56 της που πέθανε, και κείνη τήν εποχή όταν κάποιος – γυναίκα – πέθαινε, οι συγγενείς του ευλαβικά τού καίγαν όλα τά προσωπικά του χαρτιά, έτσι η αδελφούλα της τής έκαψε τήν αλληλογραφία απ’ τήν οποία σίγουρα θα μπορούσαμε να μάθουμε και κάτι περισσότερο – η ίδια πάντως δεν ομολόγησε ποτέ ότι φοβόταν τόσο πολύ τόν πατέρα της – αντίθετα άφησε δείγματα απέχθειας προς τήν μονίμως άρρωστη μαμά της… Αλλά για να μην κατηγορούμε τήν αδελφή μονόπαντα, ήταν αυτή που καλώς–κακώς έσωσε πάντως ό,τι έργο της έχουμε σήμερα – βρήκε σ’ ένα μπαούλο δηλαδή στο δωμάτιό της (στο οποίο η έμιλυ τά τελευταία χρόνια δεν άφηνε να μπει κανείς, κι απ’ τό οποίο σχεδόν δεν έβγαινε πια καν, κι απ’ όπου μισανοίγοντας ίσως τήν πόρτα απλώς, και βγάζοντας έξω μόνο τό κεφάλι (μάς παραδίνεται αυτή η εικόνα από ανθρώπους που προσπάθησαν να τήν επισκεφτούν) θα έδωσε και τήν παραγγελία στην αδελφή να τής καταστρέψει τά ποιήματα μετά θάνατον) (ακριβώς, έχετε δίκιο να θυμόσαστε τόν κάφκα και τήν εντολή του στον μαξ μπροντ εδώ) κάπου 1800 ποιήματα λοιπόν γραμμένα ακόμα και πάνω σε χαρτάκια πασαλειμμένα από τό αλεύρι τής κουζίνας γιατί η έμιλυ ήταν γνωστή σ’ όλο τό άμχερστ ότι έψηνε περίφημο ψωμί – είχε πάρει και τό σχετικό βραβείο… Είχε μια μάλλον ομοφυλόφιλη (έστω και μάλλον μόνο στο μυαλό της) σχέση με μια φίλη της – τήν οποία παντρεύτηκε ο αδελφός της και με τήν οποία εκείνος δυστύχησε – κι εκείνη μάλλον εξίσου… Εντέλει ο αδελφός συνήψε και μια παράνομη σχέση με μία mabel η οποία (αξιοπρεπέστατη, και πολύ ενδιαφέρουσα κυρία – χωρίς να έχει γνωρίσει τήν έμιλυ ποτέ προσωπικά – τήν ήξερε όπως είπε ως Τόν Μύθο τής πόλης) θα βοηθούσε στην πρώτη μετά θάνατον έκδοση τών ποιημάτων της, όσων βρέθηκαν : γιατί αργότερα βρεθήκαν κι άλλα… (η φίλη της η sue, η γυναίκα τού αδελφού της τού awe, είχε καμπόσα) : η πρώτη πάντως συλλογή πέρασε από γερή διόρθωση και στη στίξη και σε άλλα : τελικά τό σώμα τών ποιημάτων της εκδόθηκε για πρώτη φορά ολόκληρο, πιστά και χωρίς καμιά επέμβαση στη μορφή του, τό 1955 – τέσσερα χρόνια μετά τήν έκδοση τού πρώτου (και μοναδικού) μυθιστορήματος τού j. d. salinger τό 1951…


φωτογραφία τού salinger με τήν κόρη του margaret.
ο j. d. salinger δεν έγραψε σίγουρα τήν franny και τόν zooey με πρότυπο τά δικά του παιδιά…
ο γιος του matt είπε για τό βιβλίο που η αδελφή του έγραψε για τόν πατέρα τους :
«δεν μού φαίνεται να μεγαλώσαμε στο ίδιο σπίτι»…

Όσο απομονωμένη και περίπου ολομόναχη έζησε η έμιλυ, τόσο απομονωμένος αλλά καθόλου ολομόναχος (προσπάθησε) να ζήσει τό δεύτερο μισό τής ζωής του ο salinger – τού οποίου προσωπικά, και από ανέκαθεν, κι όχι μόνο τώρα που πέθανε, μού άρεσαν πολύ περισσότερο τά συντομότερα έργα του, αυτά που ασχολούνται με τήν οικογένεια glass και με τά παιδιά τής οικογένειας glass… Πιστεύω ότι ο φύλακας στη σίκαλη είναι ένα εξαιρετικό μυθιστόρημα αλλά λίγο επιφανειακό, εκφράζει πάρα πολύ καλά μια συγκεκριμένη εποχή (τίς υπόγειες αλλά έτοιμες να εκραγούν τάσεις της) και γι’ αυτό έγινε και διάσημο αμέσως. Ο μύθος τής οικογένειας glass είναι πολύ πιο δύσκολος και εσωτερικός, και πιστεύω ότι σ’ αυτόν εκεί βρίσκεται τό πραγματικά καλύτερο έργο τού σάλινγκερ (εγώ έτσι τόν λέω γιατί μού θυμίζει σαλιγκάρι…). Ο seymour ο γάμος του η αυτοκτονία του ο zooey η franny η εφηβεία τά παιδικά τους χρόνια, όλο αυτό είναι μια άλλη ιστορία, και νομίζω ότι εκειμέσα ο salinger βρίσκεται και πολύ περισσότερο και διαρκέστερα : – τώρα που – ελπίζω – θα εκδοθούν τά βιβλία που έγραψε τά χρόνια τής απομόνωσης (είναι σαφές πως ήθελε τήν ησυχία του για να γράψει, και είναι πολύ ενδεικτικό που θεωρούσε πως κάθε έκδοση βιβλίου είναι 8 τουλάχιστον χαμένοι μήνες τή φορά – χαμένοι από τό γράψιμο διευκρίνισε) θα δούμε αν ασχολήθηκε κι άλλο ή μήπως και μονόπαντα, με τήν οικογένεια αυτή –.  Στον τρόπο βέβαια με τόν οποίον γράφει ο σάλινγκερ στα χρόνια τής ωριμότητάς του τόν μύθο τής οικογένειας γκλας ακούμε τούς τριγμούς και τίς ραφές και τά ψίχουλα από τήν τσέπη τού φώκνερ, αλλά αυτό δεν πειράζει, (τό λέω κινδυνεύοντας να παρεξηγηθώ – αλλά δεν μέ πειράζει και τόσο προκειμένου να πω τή γνώμη μου – ) στην  τσέπη τού φώκνερ βρισκόμαστε όλοι όσοι γράφουμε από τόν φώκνερ και μετά – θέλουμε δεν θέλουμε. Εξάλλου αν η σκέψη σάς φαίνεται πρωτοφανής πρέπει να σάς πω ότι όλα τά μοντέρνα γραψίματα που κυριαρχούν ένα γύρω, εσωτερικότητες και μαγικοί ρεαλισμοί και λοιπά δημοφιλή τούμπανα, από τά ψίχουλα τής τσέπης τού φώκνερ προέρχονται (βασικά και κυρίως και κατά μετάφραση παράφραση απλοποίηση εκλαΐκευση και διευκόλυνση) – και όχι καθόλου σε καμία περίπτωση από τόν τζόυς ή τόν προυστ. Δεν φταίει βέβαια ο φώκνερ γι’ αυτό, όπως και δεν φταίει ο σαίξπηρ για τό άλλο. Άλλωστε ο φώκνερ ούτε καν τό φανταζότανε (ότι δημιουργούσε έναν τρόπο ομιλίας επί τής πλάτης τού οποίου θα εισερχότανε μοναδικός και ολομόναχος περίπου στον αιώνα που έπονταν) – ο ίδιος θαύμαζε πολύ τόν τζόυς – όταν μάλιστα (λέγεται) η γυναίκα του (που προσπαθούσε κατά παραγγελία του να τόν διαβάσει) έφτασε κάποια στιγμή και μέσα στο αεροπλάνο νομίζω, ακούμπησε τό τούβλο τού νεοεκδομένου «οδυσσέα» στα γόνατά της και τού ’πε (απελπισμένη) «δεν καταλαβαίνω γρυ» ο γλυκύτατος αμερικάνος που δεν θα ’παιρνε τό νόμπελ αν δεν ήτανε στη μέση και κάτι γάλλοι να τόν καταλάβουν λίγο περισσότερο (νόμπελ τό οποίο δεν πήρε καθόλου ο σάλινγκερ, παρά τίς φιλότιμες προσπάθειες κάποιων αρθρογράφων που με τήν ευκαιρία τού θανάτου του τόν αναγόρευσαν και σε «μεγάλο νομπελίστα» (ο πρωταθλητισμός θεωρείται πλέον τόσο καθεστώς και στην τέχνη – ώστε αν δεν είσαι νομπελίστας, πώς στον κόρακα θα είσαι και μεγάλος * – ) λέγεται ότι τής είπε κοιτάζοντάς την κάπως σαν με μισό μάτι και πλαγίως παρόλο που (πολύ) τήν αγαπούσε (ακόμα) : try again.

να βλέπεις θερινό ουρανό είναι
ποίηση, όμως ποτέ δεν είναι σε βιβλίο –
τ’ αληθινά τά ποιήματα ξεφεύγουν –

να βλέπεις καλοκαιρινό ουρανό αυτό είναι
ποίηση, ποτέ δεν είναι όμως σε βιβλίο –
τ’ αληθινά τά ποιήματα ξεφεύγουν –

To see the Summer Sky
Is Poetry, though never in a Book it lie –
True Poems flee –

(ποίημα υπ’ αριθμ. 1472, περίπου τού 1879)

 

 

 

 

 

Δεν έμαθε ποτέ να λέει τήν ώρα αλλά είχε μεγάλες απαιτήσεις από τόν χρόνο γύρω της, τίς ίδιες ακριβώς που είχε κι απ’ τόν χώρο υποθέτω – άλλωστε πριν πεθάνει άφησε λεπτομερείς, λέγεται, εντολές – που εισακούστηκαν – για τήν ιστορία τό λέω αυτό – και για τό κύρος που είχε στην οικογένειά της και τήν μικρή πόλη γύρω της αυτή η έγκλειστη – εντολές λεπτομερείς από τοπογραφική άποψη για τό πώς να περιφέρουν τή σορό της μέσα στο φέρετρο (καθόλου δεν ήθελε άμαξα – αυτή που έγραψε τό περίφημο για τόν θάνατο στην άμαξα και τά λοιπά – ^ ) και από ποια λουλούδια και δρομάκια τού κήπου (τόν οποίο ήταν και πολύ ικανή στο να τόν φροντίζει – εκτός από τό ψωμί που έψηνε, στο άμχερστ ήταν περίφημη και για τίς βοτανολογικές της γνώσεις) να τήν περάσουν : κανόνισε έτσι λοιπόν τή διαδρομή επιβλέποντας λες τόν χρόνο εκ τών προτέρων, για τότε που δεν θα είχε πλέον χρόνο, με τό σταγονόμετρο –

Δεν ήταν όμως ακριβώς δική της ιδέα τό ποίημα που διάβασε ο ένας από τούς δύο ή τρεις άντρες με τούς οποίους καταδέχτηκε να ασχοληθεί (και με τούς οποίους αλαζονικά και ταπεινά ασχολήθηκε) στη ζωή της…

Αλλά ήταν καλή ιδέα, τόσο που να εκπλήσσεται κανείς. Αυτός ο άντρας δεν κατάλαβε τίποτα από τήν έμιλυ. Και σε προσωπικά του γράμματα ομολογούσε ότι τού ήτανε και εξαιρετικά δυσάρεστη, βαρέως καταθλιπτική η συναναστροφή μαζί της – τήν είδε δυο φορές, αλλά αλληλογραφούσανε. Ήταν ο άνθρωπος στον οποίο εμπιστευότανε τήν «παραγωγή» της, τόν διάλεξε για μέντορα να πούμε, ή για σύμβουλο – έβγαζε κάποιο περιοδικό αυτός ( ο higginson). Δεν κατάλαβε τίποτα, αλλά ήξερε φαίνεται αρκετά, για να ξέρει ποιο ποίημα τής άλλης έμιλυς – τής πεζογράφου κατεξοχήν – ετούτη η αλλόκοτη ντίκινσον αγαπούσε. Κι έτσι, πάνω από τή σορό της διάβασε τό ποίημα τής μπροντέ που άρχιζε :

ψυχή δειλή καμιά δικιά μου…

No Coward Soul Is Mine

Η χρονολογική σχέση μεταξύ τών δύο έμιλυ έχει ένα ενδιαφέρον : η μπροντέ γεννήθηκε στις 30 ιουλίου τού 1818 και πέθανε, στα τριάντα της, στις 19 δεκεμβρίου τού 1848 (εκείνη τήν περίφημη χρονιά τών επαναστάσεων, ε; ) (πλησιάζαν χριστούγεννα, μπορούμε να φανταστούμε τήν εποχή στην αγγλία και τό κρύο… ο αδελφός της ο μπράνγουελ είχε πεθάνει λίγο πριν…  και η έμιλυ έκανε κάτι σαν αυτοκτονία, εκτός κι αν θεωρήσουμε πως πίστευε απόλυτα πως είναι αθάνατη… σε μια εποχή που τά κρυώματα ήταν για όλους θανατηφόρα παρακολούθησε τήν κηδεία ντυμένη, παρ’ όλη τήν εκπεφρασμένη και έντονη και αλλόφρονα ανησυχία τών άλλων, πανάλαφρα – μού δίνει τήν εντύπωση ότι ήθελε να επιμείνει σε κάποιο – εσωτερικό – καλοκαίρι – έχω δηλαδή τήν πεποίθηση πως ο θάνατος τού branwell τήν έπληξε μ’ έναν τρόπο που δεν ήθελε καν να τόν παραδεχτεί εμφανώς – γιατί οι σχέσεις τών παιδιών μεταξύ τους όπως είχαν διαμορφωθεί, μάς λένε ότι οι φιλίες ήταν στενότερες μεταξύ έμιλυς και άννας, και ότι τόν μπράνγουελ θεωρούσε προστατευόμενό της κυρίως η σαρλότα (η οποία φαίνεται να σακατεύτηκε κι απόλυτα από τίς «κραιπάλες» και τά ερωτικά του σκάνδαλα)… αλλά η σαρλότα ήταν πιο προσγειωμένη… Μέσα στο έργο τής έμιλυς προσωπικά βλέπω να διαγράφεται μια περίεργη αντίληψη για τόν συμβολισμό και τή λειτουργία τών ονομάτων (θα πω άλλη φορά γι’ αυτό, σε ανάρτηση αφιερωμένη εξολοκλήρου, αν τά καταφέρω, σ’ αυτό τό απίστευτο θηρίο πεζού λόγου…) και εμένα προσωπικά μού δίνει στοιχεία όλο αυτό για μια άλλη, μυστικότερη, και πολύ πιο ερωτική (από τίς απλές, πρακτικές, και ευθέως πουριτανικές προστασίες τής σαρλότας) σχέση μεταξύ τής ατίθασης μοναχικής περήφανης έμιλυς και τού ατίθασου περήφανου και καταπτοημένου μπράνγουελ… Τέλος πάντων, δεν έχει (πια) σημασία : πήγε στην κηδεία σαν να ’θελε να πεθάνει κι εκείνη, ή σαν να ’θελε αντιθέτως να ξορκίσει τόν θάνατο… Δεν τά κατάφερε, και πιστεύω ότι θύμωσε ή έμεινε και στην κυριολεξία κατάπληκτη τελικά… γιατί ενώ αρνιότανε τή βοήθεια τού γιατρού μέχρι τήν τελευταία στιγμή, ξαφνικά  (τελευταία μέρα) είπε ξέπνοα στην αλλόφρονα σαρλότα «εντάξει, πέστε του νά ’ρθει» – αλλά ήταν πια αργά… )

Μέ πληγώνει βέβαια (κι όχι μόνο εμένα) να σκέφτομαι τί άλλο θα μπορούσε να ’χε γράψει… Αλλά με τήν ξεροκεφαλιά της τό μετατρέπει όλο αυτό κατεξοχήν σε ανόητο… Πάντως υπάρχει ένα ανέκδοτο από τή ζωή τών παιδιών όταν ήταν ακόμα πολύ μικρά, που τό βρίσκω, κι από κινηματογραφική ακόμα άποψη – σαν εικόνα δηλαδή – απολύτως εξαίρετο : Υπήρξε ένας άνθρωπος δηλαδή στο haworth, τό χωριό που μένανε, που πλήρωσε ο ίδιος με κυριολεκτική πεζοπορία τά γραψίματα τών παιδιών τής οικογένειας μπροντέ όταν ακόμα γράφαν και ποίηση… : Αν θυμάμαι τό ’χει περιγράψει ο ίδιος : Ήταν με λίγα λόγια ο Χαρτοπώλης τού χωριού – ο βιβλιοπώλης να πούμε… Λοιπόν, τά μικρά τής οικογένειας τού πάστορα [ τού οποίου btw τό ιρλανδικό όνομα ήτανε Brunty(αφού πρώτα αγγλοποιήθηκε, γιατί τό αρχικό ιρλανδέζικο τής οικογένειας ήτανε μάλλον Ó Proinntigh και αγγλοποιήθηκε πρώτα σε Prunty, τό μετέτρεψε όμως μόνος του σε Brontë απ’ τήν μανία του με τά (αρχαία) ελληνικά και για να παραπέμπει στον κύκλωπα (λένε) Βρόντη, ή στην ελληνική λέξη βροντή – ήτανε βλέπετε διανοούμενος (αν και πάμφτωχος, σ’ αντίθεση με τόν πουριτανό τής άλλης έμιλυς) ο μπαμπάς – και που να ’ξερε τί θέση τού επιφύλλασσε η μοίρα στην ενγένει διανόηση λόγω τών τεσσάρων μωρών ] τά πιτσιρίκια λοιπόν τόν είχαν τρελάνει τόν βιβλιοπώλη και πηγαίναν και τού αγοράζανε κάθε τόσο (πολλά) χαρτιά για να γράφουν τά ατέλειωτα μυθιστορήματα και τά ποιήματα που γράφανε (από πολύ μικρά) [τσακίζαν στα οκτώ τά χαρτιά και τά κάνανε μικρά χαριτωμένα τομάκια στα οποία γράφανε με μικρούλικα γραμματάκια – συμμετείχε κι ο branwell βέβαια τότε, μολονότι ζωγράφιζε κιόλας αυτός (μεταξύ μας νομίζω ότι ήτανε και πολύ καλός ζωγράφος) – ό,τι αξιόπιστες εικόνες έχουμε από τά κορίτσια είναι από τή δική του ζωγραφική – και στο ένα ομαδικό πορτραίτο που πήγε να κάνει και είχε βάλει και τόν εαυτό του μέσα  (ανάμεσα σε έμιλυ και σαρλότα) ύστερα από λίγο τόν εαυτό του τόν έσβησε, έτσι υπάρχει εκεί ένα κενό] λοιπόν ο χαρτοπώλης είχε πει (δεν θυμάμαι αν ήτανε μετά τήν διασημότητα τής σαρλότας, ή αν τό ‘χει γράψει στο ημερολόγιό του απλώς) ότι στην αρχή παραξενεύτηκε μόνο, τί τά κάνανε τόσο πολλά χαρτιά τά μικρά τού πάστορα, αλλά στη συνέχεια αποδέχτηκε τήν κατάσταση, και ακόμα πιο μετά, επειδή μεγαλώνοντας τά παιδιά η κατάσταση δεν άλλαζε και τά κορίτσια μπορεί να ‘ρχόντουσαν οποτεδήποτε και να τού ζητούσαν κι άλλα χαρτιά, άρχισε να ‘χει και άγχος : επειδή όμως ήταν ευσυνείδητος χαρτοπώλης βρέθηκε πολλές φορές, διαπιστώνοντας με τό τέλος τής μέρας ότι δεν είχε και τόσο πολλά χαρτιά για τήν επομένη, κατά τήν οποία πιθανόν να τόν επισκέπτονταν πάλι αυτά τά μανιακά με τό χαρτί, ξεκίναγε μες στη νύχτα (και με τά πόδια) για τήν κοντινή πόλη, ώστε ευσυνείδητα να βρει ν’ αγοράσει και να ‘χει για τήν επομένη (επαρκές) χαρτί.
Αυτά, για να αποδίδουμε και τά εύσημα που αρμόζουνε στον κάθε σχετικόν με τήν τέχνη. Μπορούμε να φανταστούμε δηλαδή τί (καταστροφή) θα συνέβαινε, αν η έμιλυ χρειαζότανε π.χ. χαρτί για να περιγράψει, ξυπνώντας ένα πρωί, τή σκηνή ανάμεσα στην κατερίνα και τήν νέλλη (εκείνη τήν σκηνή τού Νέλλη, είμαι ο Χήθκλιφ… ) και το χαρτί εκείνη τή μέρα είχε τελειώσει ; επειδή ο χαρτοπώλης βαριόταν τήν πεζοπορία ; (και ποιος ξέρει δηλαδή αν θα τό ‘γραφε και με ακριβώς τά ίδια λόγια τήν άλλη μέρα ; … )

Η ντίκινσον γεννήθηκε στις 10 δεκεμβρίου τού 1830 (δώδεκα χρόνια μετά τήν μπροντέ) και ήτανε δηλαδή χειμωνιάτικη, ενώ η άλλη έμιλυ γεννήθηκε μέσα στο ντάλα καλοκαίρι, όπως κι αν είν’ τό καλοκαίρι στο yorkshire, πέθανε όμως στις 15 μαΐου τού 1886, μέσα στην άνοιξη, που ο κήπος της θα ‘τανε ανθισμένος, όπως κι αν ήτανε οι (ανθισμένοι) κήποι στην μασαχουσέτη… Επέζησε δηλαδή η αμερικάνα τής αγγλίδας κατά 38 χρόνια, δεν ξέρουμε όμως αν τήν είχε διαβάσει κιόλας, διότι ο πουριτανός πατήρ  ασκούσε αυστηρή επίβλεψη στα βιβλία που μπαίναν στο σπίτι… (ξέρουμε όμως ότι από τόν αδελφό william – awe, ή κάποια φίλη, είχε εισέλθει κρυφίως μία σαρλότα, και ότι σαίξπηρ στη βιβλιοθήκη υπήρχε… – συνάγουν μάλιστα ότι τό όνομα που έδωσε η ντίκινσον στον σκύλο της ήταν προς τιμήν τού σκύλου carlo στην τζαίην έυρ). Παρεμπιπτόντως, σκύλο, και πολύ αγαπημένο μάλιστα, είχε και η άλλη έμιλυ – ο οποίος keeper στην κηδεία της τήν θρήνησε, και τόσο γοερά, που έμεινε στη μνήμη όλων, κι έτσι φτάνει μέχρι εμάς.
Και τά δύο κορίτσια δεν ήταν παντρεμμένα, και ξέρουμε ελάχιστα για τήν ερωτική ζωή τής ντίκινσον, τίποτα απολύτως δε για τήν τής μπροντέ – κι αυτό είναι ακόμα πιο εκνευριστικό διότι η κατεξοχήν ερωτική συγγραφέας είναι η μπροντέ… Υπάρχει όμως μια αμαρτωλή ερωτική ιστορία (έστω και ανολοκλήρωτη) στη ζωή τής ντίκινσον – η σχέση με τήν φίλη της sue – και μία επίσης απαγορευμένη (αυτήν τήν συνάγω εγώ, δεν έχω δει να τήν εντοπίζουν μέχρι στιγμής αν και είναι κατά τή γνώμη μου μάλλον εμφανής) τής μπροντέ – αυτή με τον αδελφό της (σιγουρότατα αυτή ανολοκλήρωτη, γιατί αν υπήρξαν παιδικά «παιχνίδια» μεταξύ τους, αυτά δεν εμπίπτουν στην κατηγορία τής «ολοκλήρωσης»)… Τής ντίκινσον έχει σωθεί επίσης ένα τμήμα αλληλογραφίας, σαφώς, υπογείως αλλά μάλλον παθιασμένα, ερωτικής με κάποιον άντρα που τόν αναγορεύει επιπλέον και my master (δεν εννοώ τόν μέντορα) – Μέ γοητεύει η ιδέα να δω καμιά φορά τήν ερωτική ζωή τών περασμένων ανθρώπων που γράψαν για τόν έρωτα ενώ δεν κάναν ποτέ έρωτα στη ζωή τους… Και γράψαν έτσι, που να μάς εκφράζουν, και να μάς ξεπερνάνε, εμάς που ζούμε υποτίθεται ολοκληρωμένα… (Για τήν έμιλυ τής αγγλίας οι υποθέσεις μπορεί να είναι πολλές… Μην ξεχνάμε ότι δεν χάρηκε κανένα ταξίδι, ούτε στο εσωτερικό ούτε στο εξωτερικό, κι ήθελε να ξαναγυρίσει στα βουνά της – στα λειβάδια στα ρείκια στους βάλτους κλπ… (Μόνο σ’ αυτά, ή υπήρχε και πρόσωπο που τήν έδενε μ’ αυτές τίς μοναχικές περιπλανήσεις ; )) Πάντως η σχέση τών γυναικών αυτών με τήν φύση (και οι δύο έμιλυ έχουν μια σχέση με τήν έννοια τού τοπίου, εξαιρετικά κυρίαρχη) διαψεύδει απολύτως κάποιους άντρες που λένε αρλούμπες γι΄αυτό (π.χ. ο φλωμπέρ : γιατί η φύση της ήτανε (δε θυμάμαι τή λέξη, αλλά είναι καταδικαστική) κι αναζητούσε συγκινήσεις και όχι τοπία) και θα ‘λεγα ότι μόνο ο (δικός μας) παπαδιαμάντης, και ο σταντάλ, έχουν διαβλέψει μια γυναικεία σχέση με τήν έννοια τού τοπίου – και τήν αφηρημένη σκέψη γενικά (ο παπαδιαμάντης με τήν νοσταλγό του είναι πρωτοπόρος μάλλον εδώ).

Αλλά να μην ξεχνάμε γενικά : μιλάμε εύκολα για αριστουργήματα (δεν μάς κοστίζουν οι λέξεις άμα πρόκειται να μάς τιμήσουν – ότι δηλαδή ξέρουμε κι αναγνωρίζουμε τά σπουδαία – φτάνει φυσικά να μην τά κάνει ο γείτονας, που μπορεί φυσικά να ‘ναι φτωχός, ή επικίνδυνος, ή και ακαλαίσθητος ακόμα άμα πεθαίνει τό ψαθάκι στο κεφάλι του ¤ – και φτάνει φυσικά να έχει γίνει ήδη διάσημος –  αλλά, και για να μην ξεχνιόμαστε : εδώ ας πούμε, με κοριτσάκια έχουμε να κάνουμε. Κοριτσάκια που κάναν τό δικό τους, σε πείσμα τού μπαμπά τους τής μαμάς τους τής θείας τους (και τού γείτονα), τρελά παιδάκια ξεροκέφαλα που κάναν τό δικό τους (σ’ έναν κόσμο που τίποτα δικό τους δεν τούς άφηνε).
Τά τρελά κοριτσάκια όμως (και οι τρελές γυναίκες και οι τρελοί άντρες) από χτες, πιθανόν να μάς σώζουνε σήμερα, και για αύριο να είναι (για όλους μας δηλαδή)  κανονικοί άνθρωποι (θέλω να πω, μακάρι : μπας και σωθεί έτσι κι ο πλανήτης – από τήν ηθική και από τή λογική και από τή νομιμότητά μας – ώστε να μη γίνουμε τελείως σκόνη όλοι στο τέλος, χωρίς ούτε βιβλία ούτε χαρτιά ούτε οθόνες… )

* και βλέπετε πριν φύγω διακοπές δεν σκέφτηκα να «αντιγράψω» τή σελίδα έτσι τώρα που πήγα να τήν ξαναβρώ τό «νομπελίστας» έχει διορθωθεί με τό εξαιρετικό «νοβελίστας» – τουτέστιν συγγραφέας «νοβέλων», σκέτος και αβράβευτος ελληνικά… δεν θα πείραζε τόσο τό λάθος όσο (πειράζει) η κουτοπόνηρη διόρθωση…
¤   ειπώθηκε από έναν πλούσιο ως ευφυολόγημα για τον παπαδιαμάντη
^   βέβαια στο ποίημα (αριθμός 712, περίπου τού 1863) υπάρχει άμαξα, και πόση άμαξα :

 

Γιατί εγώ δεν σταματούσα για τόν θάνατο
ευγενικά στάθηκε αυτός για μένα
κι είμαστε μόνο εμείς μέσα στην άμαξα
και τό αθάνατο που αντιπαθεί τά πεθαμένα

Διότι εγώ να σταματήσω για τόν Θάνατο δεν μπόρεσα –
Σταμάτησε αυτός ευγενικά πολύ για μένα –
Μέσα στην άμαξα κανείς οι δυο μας μοναχά –
Και ό,τι δεν δέχεται τά πεθαμένα

Κυλούσε αργά – Δεν βιάζονταν
Κι εγώ μαζί δεν ήμουν
Ούτε εργατική ούτε αργή,
Όλα πολιτισμένα –

Και τό σχολείο περάσαμε και τά παιδιά που τρέχαν

Because I could not stop for Death –
He kindly stopped for me –
The Carriage held but just Ourselves –
And Immortality.

We slowly drove – He knew no Haste
And I had put away
My labor and my leisure too,
For his Civility –

We passed the School, where Children strove

Σταματάω (πάντα) εδώ τή μετάφραση (και τίς δοκιμές της) διότι δεν τά κατάφερα ποτέ να τά βγάλω πέρα μ’ αυτήν… Αυτό τό Immortality με τίποτα δεν πρόκειται να τό μεταφράσω εγώ Αθανασία – αυτό στα ελληνικά είναι όνομα γυναίκας επιπλέον, και γίνεται και πολύ αστείο καλαμπούρι … «είμαστε μόνο εμείς και η Αθανασία» ή «είμαστε μόνο εμείς και η Αναστασία» ή «είμαστε μόνο εμείς και μια Ξανθή Κυρία»… Τρίχες… Είχα παίξει στην αρχή με τήν «Αιωνιότητα» ή «τό αιώνιο», αλλά αυτό κι αν είναι επέμβαση στο ποίημα, γιατί τή λέξη Eternity τήν βάζει ακριβώς η έμιλυ σαν τελευταία λέξη στο ποίημα της (κατά τ’ άλλα αιωνιότητα από αθανασία δεν έχει και μεγάλη διαφορά κατά τη γνώμη μου, αλλά εφόσον αυτή ξεχωρίζει τίς λέξεις, τή μια στην αρχή και τήν άλλη στο τέλος, δεν μπορώ να τίς ανακατέψω έτσι εγώ – λιγότερη επέμβαση μού φαίνεται η περίφραση, που στο κάτω-κάτω κάνει και μια ελαφρά ομοιοκαταληξία (όπως ακριβώς μια ελαφρά ομοιοκαταληξία κάνει και τό immortality αν διαβαστεί αργά και τονιστεί αλλιώς με τό kindly stopped for me)  
Τό ποίημα ολόκληρο (δεν έβαλε σχεδόν ποτέ τίτλο σε ποίημα της, τά αναφέρουμε με τούς αριθμούς τους) βρίσκεται εδώ, μαζί και με άλλα της.
Αλλά για να φύγουμε από τόν θάνατο και να ξαναγυρίσουμε στην φήμη, που είναι πιθανόν λιγότερο θανατερή :

είμαι κανείς, εσύ ποιος είσαι;
είσαι κι εσύ ένας κανείς;
α, είμαστε λοιπόν ζευγάρι;
θα διαφημίσουν : μην τό πεις –

πόσο φριχτό να είσαι κάποιος
πόσο δημόσιο – βατραχικό –
τόν αιώνιο ιούνιο να λες τ’ όνομά σου
σε βάλτο μέρος θαυμαστικό –

 

I’m Nobody! Who are you?
Are you – Nobody – Too?
Then there’s a pair of us?
Don’t  tell! they’d advertise – you know!

How dreary – to be – Somebody!
How public – like a Frog –
To tell one’s name – the livelong June –
To an admiring Bog!

(αριθμ. 288, περίπου 1861)

αυτά για σήμερα : με χειμώνα κρύο και κρυώματα – καλό υπόλοιπο χειμώνα συνεπώς, και περαστικά μας –

copyright © 2o10 hari stathatou for the text and translations

Οκτώβριος 16, 2009

έκθεση ιδεών

CC276CD2   XPCADERH8DCARUB3I9CANAKJZ1CA6U6Z1RCA8TOA5PCA2F3JP0CACJBKBPCAJ0K194CAE8GX0HCA9ZL9L6CA9SO2HHCA1BDNX0CAQ3XKTOCAMCY049CA4G7NF6CAVAY6EOCAUQ0H9ACAL22NFMCAJY4RXV   proust120090930112456[1]   400px-Crystallization[1]

ημερολόγιο τού κάφκα      γράμμα τού προυστ      σχέδιο τού σταντάλ

PartID_1133[1] - Αντίγραφοαι μια που εδώ θα έχουμε να κάνουμε κυρίως με πεζά σαν αυτά που προηγήθηκαν (δηλαδή δικά μου), και μια που δεν ξεκινήσαμε ακόμα για τα καλά, νά και μερικά γενικά, εν είδει εκθέσεως, ιδεών που λέγαμε και στο σχολείο :

   Δεν υπήρξα ποτέ καθωσπρέπει κόρη, και δεν σκοπεύω να γίνω τέτοιου είδους κόρη σε καμία φάση τής ζωής μου, ούτε τώρα. Από μικρή αντιδρούσα μάλιστα με αηδία (εντελώς οργανική – ξερνούσα κιόλας – αχ μικρή ξερνούσα τόσο συχνά, που νόμιζαν οι μεγάλοι συνεχώς ότι έχω κοκκύτη – αντίθετα, τόν κοκκύτη τόν πέρασα πολύ ήπια – (από τότε έμαθα ότι η αρρώστεια είναι ένα πολύ περίεργο πράγμα και εξαρτάται κυρίως απ’ τό πώς τήν περνάνε οι άλλοι) λοιπόν αντιδρούσα με αυτόν τόν εντελώς αηδιαστικό τρόπο στην διδακτικότητα τών μεγάλων. Καμαρώνω γι’ αυτή μου τήν αντίδραση και τήν διατηρώ ως κόρην οφθαλμού, μολονότι τήν κρύβω πια συνήθως: δεν τήν επιδεικνύω ασφαλώς σήμερα – αποκτούμε και ελαττώματα όταν δεν είμαστε πλέον εντελώς παιδιά. Εξίσου όμως κρύβουν τόν πουριτανισμό τους και οι (αιωνίως πάντα) μεγάλοι : αν και εγώ έχω μάθει να τά διαβάζω αυτά έστω και στο ανοιγοκλείσιμο ενός ματιού –: όχι απ’ τό τί λένε, αλλά απ’ τό πώς τό λένε, και μέσα σε τί συμφραζόμενα και υπονοούμενα τό ξεφουρνίζουνε. Είμαστε μερικοί που καταλαβαίνουμε, έχω αυτήν τήν ατυχία.

   Από τήν άλλη, εγώ έχω σε μεγάλη εκτίμηση μια αξιοπρέπεια που όταν ήμουν μικρή τήν έλεγαν μάλλον κακοκεφαλιά, αλλά τώρα ξέρω ότι δεν είναι καθόλου κακοκεφαλιά, είναι σκέτη αξιοπρέπεια. Όχι η καθωσπρέπει αξιοπρέπεια, εννοώ εκείνη τήν καθόλου καθωσπρέπει αξιοπρέπεια : αυτού που δεν δέχεται ας πούμε να σκάσει απ’ τό κακό του στον έρωτα για μια απόρριψη (να λυπηθεί δηλαδή παραπάνω απ’ όσο χρειάζεται και επιβάλλεται) ή να παρακαλέσει και να ζητιανέψει για να πείσει κάποιον να γράψει ωραίες κουβέντες για ένα βιβλίο του : η δικιά μου αξιοπρέπεια είναι πάνω απ’ όλα δηλαδή η αξιοπρέπεια τών βιβλίων μου, κι αυτήν τήν ασκώ με τή μεγαλύτερη δυνατή υπομονή.

   Δεν θέλω ν’ αρέσω βρε παιδί μου σ’ αυτούς που περιφρονώ, αυτή είναι η αξιοπρέπεια μ’ άλλα λόγια που λέω.

   Και ας μην γράψουν ποτέ καλή κουβέντα για τή δουλειά μου εκείνοι που είναι δυνατοί : μού λένε καλές κουβέντες εκείνοι που μετράνε. Είναι ελάχιστοι αλλά μ’ αυτούς στο μυαλό και τήν καρδιά δουλεύω. (Φυσικά όμως αυτοί δεν επηρεάζουν τίς πωλήσεις. Επηρεάζουν όμως κάποιου είδους ευτυχίες και αναπολήσεις – πράγματα εξαιρετικά σημαντικότερα. Ξέρω βέβαια καλά, ότι τυχαίνει και μόλις τά ξεφουρνίσω όλ’ αυτά σηκώνονται αμέσως οι περισσότεροι και λένε : Τί λες καλέ, δεν είσαι μόνο εσύ έτσι, κι εμείς έτσι είμαστε.) (Η αλήθεια είναι ότι δεν είμαι μόνο εγώ έτσι – αυτοί όμως που μού μοιάζουν ούτε ακούγονται ούτε διαμαρτύρονται, και ούτε καν μέ διαβάζουν μπορώ να πω γιατί ασχολούνται με τή δουλειά τους.) Σύμφωνοι λοιπόν λέω, όλοι τό ίδιο είμαστε, είμαστε όλοι σ’ αυτή τή χώρα εντελώς τό ίδιο, επικρατεί μια ομοιομορφία άνευ προηγουμένου. Όλοι έχουμε βγει λες από καρμπόν. Μόνο που εμείς μεν είμαστε ίδιοι, αλλά οι άλλοι δεν είναι ίδιοι : έτσι εσάς σάς γουστάρουν κι εμένα καθόλου – τί ανωμαλία κι αυτή. Τέτοια διαφορετική ανταπόκριση σε ίδιες συμπεριφορές σπάει κόκκαλα.

   Απορώ πάντως, για να σοβαρευτούμε και λίγο, γι’ αυτήν τήν έλλειψη μαγκιάς τελοσπάντων στην αθλιότητα : δεν βγαίνει ούτε ένας μια φορά να πει : ναι ρε, γίνομαι χαλί και μέ πατάνε, γλείφω τούς βρώμικους κώλους τους, τηλεφωνάω κάθε μέρα σε πεντακόσιους, φτάνω να γαμάω τά άσχημα μούτρα τους και να κολακεύω τά ηλίθια μυαλά τους, καλοπιάνω τίς βλακείες που γράφουνε και λιποθυμάω από συγκίνηση μπροστά στις ανύπαρκτες σκέψεις τους μόνο και μόνο για να γράψουν μια αράδα για μένα. Αλλά τό κάνω για να υπερασπιστώ τό έργο μου – χωρίς αυτούς δεν θα τό καταλάβει και δεν θα τό αγοράσει και δεν θα τό εκδόσει κανείς. Θυσιάζομαι για τό κωλοέργο μου. Θα μ’ άρεσε να τ’ ακούσω μια φορά, έτσι για ποικιλία (και να ομολογήσω ότι στην περίπτωση αυτή είμαι σχεδόν σίγουρη ότι και τό έργο θα ήταν καλύτερο από τά έργα για τά οποία μιλάμε). Δεν συμβαίνει όμως. Τό αντίθετο τελείως συμβαίνει : ακούς –  από τούς πιο διάσημους και ταλαντούχους : Εγώ ; Δεν κούνησα ούτε τό δαχτυλάκι μου. Ούτε που τόν ξέρω. Μόνος του τό διάβασε τρελάθηκε, έψαξε να μέ βρει και έγραψε. (Όλοι αναπαράγουν στη φαντασία τους τή σκηνή εκείνη με τόν ντοστογιέφσκυ δηλαδή και τόν άλλον τόν πώς τόν λένε, που ’τρεξε βραδιάτικα μόλις διάβασε τούς φτωχούς να τόν βρει. Περίεργο πράγμα πόσο θέλουν να μοιάσουν όλοι με τόν ντοστογιέφσκυ ειδικά σ’ αυτή τή σκηνή.) (Νεκράσωφ τόν λέγαν τόν άλλον). )

   Δεν είμαι υπεράνω, ούτε κατά διάνοια. Ζηλεύω αφάνταστα μάλιστα τήν ασφάλεια και τήν βεβαιότητα μέσα στην οποία αυτοί οι άνθρωποι γράφουν. Ναι, θα ήθελα πολύ να τήν έχω. Θα ήθελα πολύ να έχω δηλαδή έναν εκδότη που και να αγαπάει και να καταλαβαίνει (κι όχι μόνο να εκτιμάει, ή να είναι και αρκετά έξυπνος για να προβλέπει και τό πιο μακροπρόθεσμο συμφέρον του). Γράφεις επίσης με άλλη φόρα όταν ξέρεις ότι δεν θα έρθει εκείνη η μαύρη ώρα να πρέπει να ασχοληθείς και να βρεις και να πείσεις (για να μην πω και να πληρώσεις – που δεν είναι και καθόλου αυτονόητο ότι όλοι οι καλοί συγγραφείς πρέπει να έχουν και τά λεφτά – και δεδομένου ότι αν μιλάμε και για πεζογραφία πρέπει συνήθως να οργανώσεις έτσι τή ζωή σου ώστε να μην κάνεις μια δουλειά βιοποριστική που να σού τρώει και πολλή ώρα) έναν εκδότη για να πάρει τό γραφτό σου τόν δρόμο του προς τό βιβλίο.

  Βέβαια, όλα αυτά που μόλις είπα σηκώνουνε πάρα πολλές επιπλέον διαπραγματεύσεις, και αντιρρήσεις – μία είναι ας πούμε η έλλειψη ειλικρίνειας που φαίνεται να αποδίδω από δω στους κριτικούς μας. Δεν είναι έτσι, καθόλου, και αυτό είναι σίγουρο. Οι περισσότεροι απ’ αυτούς τούς ανθρώπους βρίσκονται εντελώς στο επίπεδο τών συγγραφέων που ισχυρίζονται ειλικρινά ότι θαυμάζουνε. Αλλά ακόμα κι όταν αναγνωρίζουνε σε ιδιωτικές κουβέντες ότι κάποιοι συγγραφείς παρα-ακούγονται γιατί έχουν ένα σίγουρο και μόνο φοβερό ταλέντο, αυτό τού να γίνονται φορτικοί και να τούς πρήζουν, και έτσι τούς γράφουν κι εκείνοι μια διθυραμβική κουτσουλιά για να τούς ξεφορτωθούν για τό σαββατοκύριακο, και πάλι τό γούστο τους είναι ούτως ή άλλως πολύ χαμηλού επιπέδου κι αυτό βγαίνει ανάγλυφο στις σπάνιες περιπτώσεις εκείνες όπου ομολογούν ότι σε κάποια αποθέωσή τους ήταν όντως ειλικρινείς. Αλλά, εδώ που τά λέμε, πώς μπορεί να ’χουν σοβαρά κριτική σκέψη και πρωτότυπες ιδέες άνθρωποι που έκαναν κάποτε στο παρελθόν τους υποκλίσεις γλειψίματα και κωλοτούμπες σε κάποιους ξεγάνωτους ντενεκέδες με λεφτά, για να πάρουν τή θέση που έχουν στην εφημερίδα ; Διότι είδατε εσείς ποτέ να προκηρύσσεται διαγωνισμός ή οντισιόν για πρόσληψη κριτικού ; Ή είχε θέση στη φυλλάδα ο μπαμπάς τους, ή ήταν στέλεχος τής επιχείρησης η μαμά τους, ή ακολούθησαν απλώς τήν πορεία που προδιαγράψαμε και στηρίχτηκαν στους φίλους τους. Με οποιονδήποτε όμως απ’ αυτούς τούς τρόπους κι αν πήραν τή θέση, ο τρόπος ήδη, και εξαρχής, τούς αλλοίωσε, ακόμα και καλύτεροι δηλαδή δυνάμει χαρακτήρες και μυαλά να ήταν. Τίποτα δεν μένει απλήρωτο σ’ αυτή τή ζωή. Συνεπώς να μην τούς αποδίδουμε μόνο οσφυοκαμψία, αλλά μάλλον, ακριβώς εξαιτίας αυτής τής οσφυοκαμψίας πρέπει να τούς αποδώσουμε και ειλικρίνεια.   

   Έπειτα η λέξη κριτικός είναι μια κολακεία σκέτη, αλλά κατά βάθος πρόκειται για διαχειριστές πωλήσεων, και οι άνθρωποι αυτοί πολύ καλά τό ξέρουν. Ένα βιβλίο που θα βγει καινούργιο, πρέπει να ακουστεί, δεν έχει σημασία τί ακριβώς δηλαδή θα ακουστεί περί αυτού. Στην πραγματικότητα, τόν τόνο τόν δίνουν οι εκδότες οι οποίοι προσέχουν με ειλικρίνεια τούς συγγραφείς τους – όχι όμως όλους τούς συγγραφείς τους : ξέρω ανθρώπους που βγάλαν καλά βιβλία σε μεγάλους εκδότες – συμβαίνουν κι αυτά – και όμως οι ίδιοι οι εκδότες τά άφησαν να θαφτούν στη σιωπή αποσιωπώντας τα κατ’ αρχάς οι ίδιοι – σε μια περίπτωση μάλιστα ενός γνωστού μου ο εκδότης του που είχε και μεγάλο βιβλιοπωλείο δεν έβαλε τό βιβλίο, ούτε καν για μια μέρα ο ίδιος στην βιτρίνα του (ενώ είχε βάλει ας πούμε, για παράδειγμα, και για πολύ καιρό μάλιστα, στην βιτρίνα του ένα δικό μου – τό οποίο όχι μόνο δεν είχε εκδόσει ο ίδιος, αλλά τό είχε απορρίψει κιόλας όταν τού τό πήγα για έκδοση – εδώ σίγουρα βέβαια είχαμε να κάνουμε με πρωτοβουλία κάποιου υπάλληλου τού βιβλιοπωλείου : όμως τό να μην μπει τό βιβλίο που εκδίδει ο ίδιος, στην βιτρίνα, τίνος πρωτοβουλία άραγε μπορεί να ήτανε ; ) Υπάρχουν, με άλλα λόγια, πολλά και διάφορα συμφέροντα σ’ αυτήν τήν περίπτωση – που καθορίζουν τό ποια βιβλία θα αποφασίσουν (οι εκδότες λέμε, – οι κριτικοί δεν μετράνε, αυτοί υπακούουν απλώς – κι αν όχι για κανέναν πιο ταπεινό λόγο, τουλάχιστον για να έχουν κι οι ίδιοι μετά τόν εκδότη τους) αποφασίζουν λοιπόν λέμε οι ίδιοι οι εκδότες για τό ποια βιβλία θα προωθήσουν και ποια θα θάψουν – φυσικά, και κατανοητά, ένα όχι ευκαταφρόνητο κριτήριο, είναι τά βιβλία που προωθούνται να μην κάνουν κακό στα βιβλία που έχουν ήδη προωθηθεί.  

   Και όχι μόνο γιατί έτσι διατηρείται η γενική τάξη και ηρεμία στο σύστημα – ζήτημα καθόλου δευτερεύον για τούς εκδότες, και για κάθε αξιοπρεπή άνθρωπο γενικά – αλλά και γιατί υπάρχει και ένα στοκ που πρέπει να πουληθεί : ως γνωστόν τά βιβλία που προγραμματίζονται για επιτυχίες τυπώνονται σε πολύ περισσότερα αντίτυπα από τά βιβλία που προγραμματίζονται για θάψιμο. Εξαυτού πολλά μπαίνουν κατά λάθος και στον πίνακα τών μπεστσέλερ πριν καν κυκλοφορήσουν στην αγορά, αλλά αυτά είναι λεπτομέρειες που επίσης θάβονται εύκολα. Δεδομένου αυτού τού φαινομένου, είναι πταίσμα τώρα με τό οποίο πρέπει να απαξιοί να ασχοληθεί κανείς τό γεγονός πως πολλές φορές γράφονται κριτικές για βιβλίο τό οποίο υπολογίζεται να κυκλοφορήσει μαζί με τό φύλλο τής εφημερίδας, αλλά σπάει ο διάολος τό ποδάρι του και χαλάει τό μηχάνημα τού βιβλιοδέτη και ο κριτικός εμφανίζεται να έχει αγοράσει τό βιβλίο μόνος του στο βιβλιοπωλείο, ή να τό έχει πάρει ακόμα έστω και ως δώρο από τόν συγγραφέα, ένα μήνα περίπου πριν τό βιβλίο υπάρξει καν ως βιβλίο. Θα μπορούσε βέβαια κανείς να υποστηρίξει ότι ο κριτικός διάβασε κάποια χειρόγραφα, τού άρεσαν και έγραψε γι’ αυτά. Θα έπρεπε τότε πάντως να προσέξει να μην μπει στο φύλλο τής εφημερίδας και η εικόνα εξωφύλλου τού χειρογράφου, όσο κι αν αυτό θα ήταν κακό για τίς μελλοντικές του πωλήσεις και θα ακύρωνε ουσιαστικά και τήν χρησιμότητα τής κριτικής : διότι είναι γνωστό ότι αυτό που δουλεύει σήμερα είναι μόνο τό μάτι μας, και μόνο φευγαλέα, και τόσο μόνο ώστε να κρατήσει ακριβώς τήν εικόνα τού εξωφύλλου. Όμως αυτά είναι κακοήθειες και μόνο που τά αναφέρουμε, ή ατυχήματα, τό βασικό είναι ότι πρόκειται όντως για καλά βιβλία.

   Από αρχαιοτάτων άλλωστε χρόνων υπήρχε η πεποίθηση ότι τά βιβλία για τά οποία γράφουν οι κριτικοί είναι καλά, και τά βιβλία για τά οποία οι κριτικοί δεν γράφουν, είναι κακά.

   Ξέρετε για ποια βιβλία γράφανε οι κριτικοί όσο ζούσε ο σταντάλ ή ο φλωμπέρ ; Πάντως όχι για τά βιβλία τού σταντάλ ή τού φλωμπέρ. Για ποια όμως, δεν μπορώ να σάς πω ούτε εγώ ούτε και κανένας άλλος φοβάμαι, διότι εκείνοι οι μπεστσελεριτζήδες είναι παντελώς άγνωστοι σήμερα. Τής τζαίην ώστιν πάλι ένας εκδότης τής αγόρασε ένα βιβλίο της και τό κράταγε στο συρτάρι του για να μην τό βγάλει ούτε αυτός ούτε όμως και κανένας άλλος, επειδή τό βιβλίο κορόϊδευε (κατά κακή του τύχη) τά μπεστσέλερ (εκείνης) τής εποχής. Ο κλάϊστ έπειτα πέρασε ως γνωστόν βάσανα με τά θεατρικά του – ο πρίγκηπας τού χόμπουργκ δεν εδέησε να τού κάνει τή χάρη να παιχτεί όσο ο ίδιος ζούσε (μιλάω επίτηδες για ένα απ’ τά σημαντικότερα θεατρικά που έχουμε) – και αυτός ίσως ήταν κι ένας από τούς λόγους οι οποίοι απουσίαζαν τή στιγμή ακριβώς που (μάλλον) χρειάζονταν για να τόν απομακρύνουν από τήν ιδέα τής τελετουργικής του αυτοκτονίας. Η ιστορία με τόν προυστ που τού απόρριψαν τόν χαμένο χρόνο τριάντα φορές είναι βέβαια γνωστή. Τού φώκνερ πάλι ένα του μόνο βιβλίο, τή βουή και τό πάθος που είναι και τό αριστούργημά του κατά τή γνώμη μου – αλλά κι ο ίδιος τά ίδια πίστευε –  τού τό απορρίψανε, μεγάλοι και μικροί εκδότες ως κακό βιβλίο, καμιά τριανταπενταριά φορές – ομολογώ όμως ότι εγώ δεν άντεξα βέβαια να δω βιβλίο μου να απορρίπτεται τόσες : δεν μπορώ δηλαδή να βλέπω τά μούτρα τους, ούτε τών εκδοτών ούτε τών αναγνωστών τους – και η όποια μικρή αίσθηση τού χιούμορ διαθέτω δεν φτάνει σ’ αυτήν τήν περίπτωση, και είναι φαίνεται ανεπαρκής.

PartID_1142[1] - Αντίγραφουσικά τό βασικό επιχείρημα οποιουδήποτε κριτικού με αξιοπρέπεια, σ’ αυτές τίς κακές κουβέντες είναι αναμενόμενο, ότι δηλαδή δεν φταίει αυτός για τά χάλια τών άλλων. Και βέβαια έτσι είναι. Ο καθένας είναι υπόλογος μόνο για τόν εαυτό του. Και είθισται να μιλάμε όλοι σαν να έχουμε και εαυτό. Και η κάθε εποχή είναι διαφορετική από τήν άλλη, ασφαλώς. Μόνο που τυχαίνει μερικές φορές να ζούμε στην τελείως άλλη εποχή απ’ αυτήν που νομίζουμε.

PartID_1133[1] - Αντίγραφοαι η ευθύνη ; α, ποτέ δεν έχει ευθύνη κανείς : πάντα κάποιος άλλος, ανώνυμος, έφταιγε. Ξέρετε πόσα χρόνια κανείς δεν ασχολιόταν με τήν κική δημουλά και η γυναίκα πλήρωνε η ίδια για να βγάζει τά βιβλία της γιατί οι κριτικοί δεν γράφανε και οι αναγνώστες (τών εκδοτών δηλαδή) δεν γουστάρανε και οι εκδότες συνεπώς δεν εκδίδανε; (ζωντανοί είν’ όλοι αυτοί ακόμα – οι περισσότεροι – όσο ζωντανή είναι δηλαδή κι η ίδια). Τό ότι η γυναίκα δεν τά μαρτυράει σήμερα αυτά δεν σημαίνει και τίποτα. Προφανώς όταν αποκτήσει πια εξάλλου κανείς μεγάλη δόξα γίνεται και μεγαλόθυμος, ή μπορεί να ήταν κι από πριν. Και οι αμετροέπειες που κατακλύζουνε μετά τούς πάντες, άμα γυρίσει τούμπα τό καράβι, εμένα δεν μού τό βγάζεις απ’ τό μυαλό ότι κυρίως οφείλονται σε ενοχές, και στο κρυφτούλι ολονών από τό παρελθόν τους – και εννοώ δηλαδή ότι υπάρχουνε σήμερα πλήθος τέτοιες αμετροέπειες που μάς κατακλύζουν σε αυτό τό ζήτημα – δεν μιλάω μ’ άλλα λόγια για κανέναν ποιητή που εγώ θαυμάζω (και τόσο) τυφλά ώστε να μπορώ να καταπιώ (χωρίς να πάθω τόν παιδικό μου κοκκύτη) εκείνα τά «όμηρος δημουλά και σαίξπηρ» και διάφορα άλλα τέτοια, πώς αλλιώς τά είπανε : σίγουρα, έχει μια προσωπική φωνή η συγκεκριμένη γυναίκα, κι αυτό είναι σπουδαίο : λέω όμως απλώς τώρα, επειδή πρόκειται για άνθρωπο που σε λίγο όλοι θα νομίζουμε ότι ήτανε και μεγάλος από τά γεννοφάσκια του : ξέρετε ότι – να τήν πω τήν κακία μου – υπάρχουνε αρκετοί πολύ καλύτεροι σήμερα στην ποίησή μας – εδώ, ζωντανοί – από τήν δημουλά, οι οποίοι όμως αυτή τή στιγμή περνάνε ακριβώς εκείνη τήν περίοδο που πέρασε κι εκείνη – όπου κανείς δεν  καταδεχότανε  να διαφέρει λίγο απ’ τούς άλλους (πληρωμένους κονδυλοφορεμένους) ντενεκέδες και να δείξει λίγη τόλμη και να πει μια καλή κουβέντα ;

   Και μη μού πείτε ότι «δεν ήρθε ακόμα η ώρα τους» και ότι «να περιμένουν κι αυτοί» και «να κάνουν υπομονή» κι ότι «κανείς δεν αναγνωρίζεται τόσο γρήγορα» (μολονότι, εδώ που τά λέμε, αυτό καθεαυτό τό ότι «κανείς δεν αναγνωρίζεται τόσο γρήγορα» και πρέπει να πεθάνει πρώτα ή να γίνει εκατό χρονών για να μπορέσει να πάρει πίσω ελάχιστη από τή χαρά που με τό έργο μιας ανασφαλούς και πικρής ζωής δίνει συνέχεια στους άλλους, τό βρίσκω πέρα από κοινωνικά βλαβερό, και εξαιρετικά ανήθικο). Μιλάω όμως για ανθρώπους κατά κανόνα πολύ μεγαλύτερους από τήν συγκεκριμένη στην ηλικία, που απλώς είναι πιο δύσκολοι και καλύτεροι μάλλον ποιητές. Και αν υπάρχει και κανένας νεότερος ανάμεσά τους που είναι επίσης καλύτερος και εξαιρετικότερος ποιητής, να είσαστε σίγουροι ότι μόλις αυτοκτονήσει θα σκιστούνε όλοι να τόν ανακαλύψουνε και να τόν επαινέσουνε γεμάτοι χαρά για τήν χαρά που τούς δίνει. 

   Και τί να κάνουμε ; α, μην μού βάζετε εμένα ερωτήσεις σχολικής φύσεως – τίποτα να μην κάνουμε : εγώ δεν μπορώ να κάνω τίποτα, και κανείς νομίζω δεν μπορεί να κάνει τίποτα : τό μόνο νομίζω που μπορεί να κάνει κανείς είναι να μάθει να κινεί τά πόδια και τά χέρια του με λίγο δημιουργικότερο τρόπο : ας συμφιλιωθεί δηλαδή με τήν ιδέα τού περίπατου ώς τό βιβλιοπωλείο άμα αγαπάει τήν τέχνη κανείς : εκεί πας μόνος σου, ξεφυλλίζεις ατέλειωτα βιβλία στους πάγκους, ψάχνεις ατέλειωτα βιβλία στα ράφια : και ποτέ δεν διαβάζεις «κριτικούς» και «κριτικές» παρεκτός αν θέλεις να πληροφορηθείς τί να αποφύγεις σίγουρα – με λίγα λόγια αναπτύξτε τό μυαλό σας κι αυτό θα σάς ανταμείψει, έτσι γίνονται αυτά. Τώρα βέβαια αυτά τά λέω σ’ έναν χώρο όπου μπορείς μ’ ένα κουμπί να φτάσεις ολόκληρες βιβλιοθήκες. Ακόμα όμως δεν μπορείς να ξεφυλλίσεις από δω μέσα πολλά πράγματα, τίτλους βλέπεις. Όταν θ’ αρχίσουνε πολλοί ν’ ανεβάζουν τά βιβλία τους εδώ, θα ’ναι αλλιώς – προς τό παρόν περπατάτε ώς τά βιβλιοπωλεία είναι και καλή γυμναστική.

kafka[1]   marcel_robert[1]    JWCA0P7Q4ECANE1HKECAO0YHHFCAJ8IO43CAGHADOZCA3ARI6RCAXJRWGJCAUJLTAYCAE42RDUCARBRW6FCAUN2BABCAVYIM43CAYQCDJKCAQIDRZXCA7A7RI6CA19S4V6CAJY0RXWCANBQ6YOCAZ1BEIX ο franz kafka ο marcel proust και ο stendhal – ως νέοι και παιδιά

   Τά ξέρετε τά αστεία που έκανε μια αμερικανίδα στους αγγλοσάξονες (εκδότες) (τά χάλια είναι διεθνή) (απλώς εδώ ο κανιβαλισμός είναι μεγαλύτερος επειδή είναι μικρότερο και τό πιάτο τό φαΐ – και επειδή δεν υπάρχει και πολύ μεγάλη παράδοση πολιτισμού – ως γνωστόν αποτελούμε μάλλον τόν πιο απολίτιστο λαό τής ευρώπης – δεν σεβόμαστε δηλαδή ούτε τήν τέχνη ούτε τούς ανθρώπους της παρά μόνο αν δεν μπορούμε να κάνουμε κι αλλιώς, αν δηλαδή γράφουν συνέχεια γι’ αυτούς οι φυλλάδες, μιλάνε καμιά φορά τά τζάμια, ή η σουηδία δίνει κάνα βραβείο – τότε έχουμε και επιπλέον συμφέρον να τούς εκτιμήσουμε διότι κάτι μάς επιστρέφει όταν λέμε μπούρδες ας πούμε ότι ο πολιτισμός είναι η βαριά μας βιομηχανία – τό ίδιο κι ο τουρισμός άλλωστε – κι άλλωστε από τό πολύ βάρος είναι πεσμένες κι οι δύο στο πάτωμα κάτω λιπόθυμες). Ξέρετε λοιπόν τίς πλάκες που έκανε μια αμερικανίδα (δεν θυμάμαι, για λόγους ακατανόητους δεν κράτησα τ’ όνομά της) σε διάφορους μεγάλους εκδότες, όταν τούς έστειλε μερικά μεγάλα έργα, και σαίξπηρ, και τζαίην ώστιν, και φώκνερ, και δεν θυμάμαι και τί άλλο, δακτυλογραφημένα και μεταφρασμένα δηλαδή και με τ’ όνομά της πάνω στον φάκελο, και έζησε τήν (πικρή) χαρά να τά δει να απορρίπτονται όλα μετά πολλών επαίνων. (Μόνο ένας «αναγνώστης» εκδότου (περιφανούς) λίγο τσίνησε στην περίπτωση τής περηφάνειας και προκατάληψης που αρχίζει με μία πρόταση πολύ γνωστή στους άγγλους μαθητές, και τής έγραψε δεικτικά στην απάντησή του, «στο μέλλον να φροντίζει να μην αντιγράφει». Είχα σκεφτεί να κάνω τό ίδιο με «μεταφρασμένο» ας πούμε παπαδιαμάντη ή ευριπίδη στους «δικούς μας» αλλά η τύπισσα μέ κάλυψε και συν τοις άλλοις μού έφυγε και τό κέφι.)

   Αυτό που μ’ αηδιάζει περισσότερο απ’ όλα με τούς «συνάδελφους» και τούς «κριτικούς τους» είναι πως όταν κρίνουνε από τήν γενική συμπεριφορά και τήν ενγένει στάση σου ότι δεν έχεις εσύ επικίνδυνα μεγάλες πλάτες είναι πρόθυμοι να σέ φάνε ζωντανό τώρα αμέσως μη γίνει κάνα λάθος δηλαδή στο μέλλον και  κάνεις μπράτσα (βέβαια, τό επιστημονικής φαντασίας σενάριο να έχεις πλάτες αλλά να μην τίς χρησιμοποιείς είναι και εκτός πραγματικότητας και εγκληματικό συγχρόνως, διότι δίνει τό κακό παράδειγμα και στη νεολαία – η αξιοπρέπεια ως γνωστόν προς τούς φίλους και τούς ανθρώπους που αγαπάμε είναι άχρηστη και δεν επιστρέφει και τά γνωστά κέρδη)

   Ξέρετε ποιο θεωρώ εγώ όμως ως φαινόμενο πιο λυπηρό απ’ όλα, αλλά και πιο  χαρακτηριστικό τής εποχής και τής ορθότητας τών όσων λέω; 

   Τό πόσο λιγότεροι απ’ όσους μέ διαβάζουν εδώ θα διαβάσουν (για τά καλά) ένα έστω και μόνο από τά βιβλία που έχω ανεβάσει.

   Και τό ακόμα πιο λυπηρό είναι τό ότι αρκετοί, ακόμα κι αν χάνανε τόν χρόνο τους με τά δικά μου, θα έλεγαν : Μα δίκιο έχουν οι άνθρωποι, δεν μού αρέσεις ούτε κι εμένα –.  Αν ανοίξουμε όμως τέτοια συζήτηση θα γράφουμε για μήνες, και τό πώς φτιάχνεται τό γούστο μας είναι κάτι που δεν κάνω κέφι να τό συζητήσω ακριβώς τώρα. Και δεν φοβάμαι μην παρεξηγηθώ, διότι ούτως ή άλλως θα παρεξηγηθώ. Μού αρκούνε όμως αυτοί που ξέρουν καλά τή λογοτεχνία, και όταν μέ βρίζουν έχουνε λόγο που μέ βρίζουνεσοβαρότερο λόγο εννοώ απ’ τό : δεν γράφουν έτσι τά σχολικά εγχειρίδια ή η λογοτεχνία που μάς μαθαίνει τό  κόμμα, ή η τηλεόραση (αυτοί είναι οι τρεις πυλώνες τής μόρφωσης στην πολιτισμένη μας χώρα). Εξάλλου – κάτι που λέω και στους ηλεκτρολόγους και λοιπούς τεχνίτες που έρχονται καμιά φορά σπίτι για επισκευές και μού ζητάνε ένα βιβλίο μου για να διαβάσουν : δεν διαβάζεις ένα βιβλίο μόνο ποτέ :  αν δεν σ’ αρέσει ο κάφκα δεν πρόκειται να καταλάβεις δηλαδή τόν προυστ. Κι αν έπρεπε να τά βάλω τώρα με τήν γενική κατάσταση στα ζητήματα τής τέχνης, και ν’ ασχοληθώ με τό πόσο ξέρει ο μέσος έλληνας τί σημαίνει γκαλερί και έκθεση ζωγραφικής, και πόση ανάγκη έχει να ακούσει μια σονάτα τού 18οο, ή τί ευτυχία νομίζει ότι δεν πρόκειται ποτέ να τού δώσει ένα βιβλίο τού φώκνερ ή ένα φιλοσοφικό πόνημα (άσε που με τήν ακαταπόνητη ελληνική ωραιοπάθεια νομίζει κανείς πως οτιδήποτε έχει γραφτεί σε ξένη γλώσσα είναι και περιττό και άχρηστο και εχθρικό) τότε θα έπρεπε να μην κάνω άλλη δουλειά, και άλλη δουλειά δεν είχα.

   Πιο πολύ μού πάει λοιπόν να σάς βάζω μερικά κείμενα άλλων πού και πού (στο άλλο μπλοκάκι). Σάς βεβαιώνω (ειλικρινέστατα) ότι όταν σάς βλέπω να διαβάζετε αυτά τών άλλων με κέφι και να είσαστε και δημιουργικοί στα σχόλια που κάνετε χαίρομαι πολύ και τά ξεχνάω όλα : τό δίκτυο εδώ μού έδωσε δηλαδή τή δυνατότητα να καταλάβω ότι η χώρα αυτή είναι καλύτερη μπροστά στον κομπιούτερ της απ’ ό,τι μπροστά στον δάσκαλό της.

   Αυτοί όμως που θά ’θελαν να μέ σκυλοβρίσουν χωρίς άλλον λόγο πέρα από τό ότι δεν τούς είμαι και τόσο οικεία όσο οι αρλούμπες τής τηλεόρασης ή τά βιβλία που αγοράζουν με τίς εφημερίδες τους, και απ’ τά τοπ-τεν αυτών τών εφημερίδων, να ’ναι βέβαιοι, τούς βεβαιώνω εγώ και να μού ’χουν εμπιστοσύνη σ’ αυτό τό ζήτημα, ότι μόλις έστω και ένας καλός και (μη) αξιοπρεπής άνθρωπος γράψει σε μια εφημερίδα αμετροέπειες, αμέσως θα τίς εκτιμήσουν : δεν κατασκευάζονται όμως κριτικές σκέψεις και νοοτροπίες με τόν τρόπο αυτόν. Κι εμένα η ανάπτυξη τής κριτικής σκέψης μ’ ενδιαφέρει πέρα από τίς επιμέρους λεπτομέρειες τού ποιος σ’ αρέσει και γιατί. Ας είμαστε όλοι λοιπόν καλά προς τό παρόν, κι ας γράφουμε στο ιντερνέτ, στα σοβαρά ή για τήν πλάκα μας, κάνει καλό στην υγεία και είναι και καλή γυμναστική για τά δάχτυλα.

F986B0C8 - Αντίγραφοcopyright © 2oo9 hari stathatou for the text, the cat-photo and the initials : all rights reserved
τό χαρακτικό με τούς κρεμασμένους : από τήν 1η έκδοση τών ποιημάτων τού françois villon, παρίσι 1489
τό γράμμα τού προυστ : από τήν έκθεση στο εβραϊκό μουσείο τής βιέννης τόν σεπτέμβριο τού 2οο9 με 8ο ανέκδοτα
χειρόγραφα τού marcel proust © der Kölner Bibliotheca Proustiana von Sammler und Kurator Reiner Speck

 

update [6 νοεμβρίου 2οο9] :
όσον αφορά τούς κριτικούς μας (και τήν αξιοπρεπή ανεξαρτησία τους) : τό είδα πρώτα στο no budget (που τό πήρε από τόν ΑΝεμο, που τό πήρε από τό media industry, να πάτε βέβαια και σ’ αυτά, γιατί και οι συζητήσεις έχουν (πολύ) ενδιαφέρον) : δείτε λοιπόν τήν χαριτωμένη εντολή προς κριτικόν και ενγένει δημοσιογραφούντα που κατά κακή τύχη βγήκε και πιο έξω : (έγινε στην «καθημερινή», αλλά τά ίδια γίνονται παντού (δεν αμφιβάλλω ότι τώρα μέ πιστεύετε : πως έτσι γίνονται οι δουλειές γενικά : πρέπει να είναι φίλοι μας αυτοί, για να τούς δούμε (δηλαδή να γράψουμε γι’ αυτούς) λίγο…) εδώ απλώς έγινε η γκάφα) : εντολή δηλαδή αυτονόητη και συνηθισμένη προς τούς διανοούμενούς μας στον ημερήσιο και λοιπό τύπο (μόνο που ο αφηρημένος φωτοσυνθέτης, αφηρημένος διορθωτής, αφηρημένος συντάκτης  δημοσίευσε κιόλας τήν εντολή : «ΛΕΟ, δες το λίγο με τον Ζήρα, γιατί είναι φίλοι μας αυτοί» : δεν πιστεύω δηλαδή ότι υπεισήλθε άλλου είδους κίνητρο απ’ τή μεριά τού αφηρημένου – κι ας λέγεται ότι έχασε τή δουλειά του ο δύστυχος : οι εντολές αυτές πάνω στο χειρόγραφο είναι τόσο συνηθισμένη πρακτική, που ο άνθρωπος τή θεώρησε λογικά και γνωστή, και ηθική και νόμιμη, και ξεχάστηκε νομίζοντας ότι ήταν απλώς  μέρος τών ειδήσεων και οι εντολές – μη νομίζετε, είμαι κατά βάθος τής δουλειάς και ξέρω …) (Και φυσικά τό «είναι φίλοι μας αυτοί» δεν σημαίνει αυτό που φαίνεται εκ πρώτης όψεως ότι λέει – για να ‘μαστε εξηγημένοι… Τό είναι φίλοι μας αυτοί μεταφράζεται : αυτή η επιχείρηση διαφημίζεται σε μάς και έχουμε γενικώς πολλές και ευχάριστες σχέσεις, συνεπώς ξεσκιστείτε να γράψετε καλά λόγια… : that’s how it goes… everybody knows… που λέει και ο φίλος μας)

Οκτώβριος 3, 2009

αρχή

   

PartID_1123[1] - Αντίγραφο

  

ρχή τού παραμυθιού τών κήπων, καλημέρα σας :

 
 

The African Child Policy Forum   { από τό μυθιστόρημα «βιογραφίες αγνώστων» }

 

    Είπε η μία από μάς :

georgia on my mind 

   Μία γυναίκα περπατούσε (μια μέρα) στον δρόμο και ήτανε (αυτό που λέμε) κουρασμένη ή γρηά. Ανήκε σε μια μαύρη φυλή πιθανότατα τής αφρικής, ή μάλλον σίγουρα τής αφρικής, διασταυρωθήκαμε, συνεχίσαμε τόν δρόμο μας αλλά τότε ξαφνικά, μετά από λίγα λεπτά, κατάλαβα ότι κάτι δεν είχα καταλάβει καλά. Έχει γίνει πολύ καιρό τώρα αυτό και δεν θυμάμαι καλά πόσον καιρό αλλά γι’ αυτό τώρα μπορώ να τό πω. Πέρασα ένα χρόνο προσπαθώντας να καταλάβω τί είδα τί ακριβώς ήταν αυτό, για να σού δώσω να καταλάβεις ξαφνικά ήταν σαν να πέσαν μπροστά στα μάτια μου από μια κακοήθη (ή ευεργετική) πηγή τά χρώματα ενός φάσματος που δεν είχαμε μάθει τίς λέξεις για να τά περιγράψουμε δεν είχαμε μάθει στο σχολείο τέτοια ονόματα αλλά αυτό δεν λέει και τίποτα: ξέρεις ότι τά ξέρεις έχεις τήν αίσθηση ότι τά ξέρεις καλά. Αν αυτή είναι η πρώτη φορά που είδες αυτό τό χρώμα ή που άκουσες αυτόν τόν ήχο, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν τό είδες ή δεν τό άκουσες κιόλας: μπορεί να μην περίμενες απλώς να υπάρχει (και να σού ήταν άγνωστο) και να μην συμπεριλαμβανόταν καν τ’ όνομά του στην γλώσσα όμως η γλώσσα έτσι γίνεται, προσπαθείς να μιμηθείς κάτι, σαν να παίζεις ένα θέατρο και να δίνεις μια παράσταση (στέκεσαι όρθιος μπροστά στον άλλον και κάνεις και δοκιμές) μέχρι να τού δώσεις να καταλάβει αυτό που κι εσύ δεν κατάλαβες, και δεν ξέρεις ακριβώς αν αυτός είναι μέχρι τέλους ο ήρωας, ή θα σέ πάει αλλού: η γλώσσα είναι η πρώτη μίμηση (τό πιο αρχαίο θέατρο) τού κόσμου και γι’ αυτό και εξαιτίας παλαιότητος ίσως έχει κωδικοποιηθεί τόσο συνθηματικά σχεδόν τόσο μονότονα. Κι όμως υπάρχει μια γλώσσα για να τά πει κανείς όλ’ αυτά, και για να τά δοκιμάσει και για να τά καταλάβει. Θα ταλαιπωρήσει τούς φίλους του λίγο, τό έχω υποστεί και εγώ.

   Μια γυναίκα λοιπόν μαύρη με τσεμπέρι και ρούχα μαύρα περπατάει στον δρόμο σκυφτή. Δεν έχει τίποτα από τό έγχρωμο κέφι τών αφρικάνων στα ρούχα της κι όμως είναι παρ’ όλ’ αυτά όλα μαύρα: αλλά στο ντύσιμο και στο σκύψιμο είναι κατά τ’ άλλα τόσο άσπρη όσο και μια οποιαδήποτε άλλη γρηά και μού θυμίζει ίσως τήν γιαγιά μου.

   Αυτό ήταν που μέ ξάφνιασε μάλλον κιόλας πολύ: τί ζητάει μια τόσο μεγάλη και τόσο γερασμένη γυναίκα ώστε ν’ αλλάξει τόσο ξαφνικά αυτή τόπο; Κι αν είχε αλλάξει όμως τόπο πιο πριν; Αλλά όχι, ο τρόπος που περπατάει δείχνει ότι δεν ξέρει λέξη ελληνικά. Ακριβώς: περπατούσε μ’ έναν τρόπο που σήμαινε ότι δεν μιλούσε τήν γλώσσα: περπατούσε μην καταλαβαίνοντας τίποτα, ήτανε ξένη, και τό σπουδαιότερο: δεν ήθελε να καταλάβει και πολύ περισσότερο νόμιζε ότι δεν αξίζει τόν κόπο να καταλάβει κιόλας τίποτα από όλα αυτά: Ήτανε ξένη, πρόσφατη ξένη στα γηρατειά της, τήν είχαν φέρει παιδιά ή εγγόνια; γιατί δεν μπορούσαν να ζήσουνε χωρίς αυτήν; πιθανόν: Ήταν λοιπόν μια μαύρη γρηά με τσεμπέρι μπαστούνι (μπαστούνι: από τήν γιαγιά μου είχα να τό δω σε γυναίκα αυτό) και προχωρούσε σ’ έναν δρόμο μικρό μια πάροδο κάποιας ανόητης λεωφόρου κι ήταν μάλιστα και σκυφτή: (η γιαγιά μου όμως ήταν πιο ίσια). Φαινόταν να σέρνει μαζί της πράγματα που δεν υπήρχαν και τό κυριότερο: φαινόταν έρημη μολονότι πιθανόν τά παιδιά της και τά εγγόνια της να τήν είχαν φέρει και να ζούσαν κιόλας μαζί: φαινόταν δηλαδή σαν αυτό να μην έφτανε, και να μην μπορούσε να φτάνει κιόλας: ήταν επιπλέον σαν να μην έχει καν γύρω της σκέψεις για τόν τόπο αυτόν ούτε τόν δρόμο ούτε τή λεωφόρο σαν να μην περίμενε τίποτα από ένα μέρος που ήταν ανόητο: και πάνω απ’ όλα (η έλλειψη νοήματος αυτή ας πούμε φαινόταν) στον τρόπο κυρίως με τόν οποίο ήταν απορροφημένη με μια απόλυτη ερημιά σ’ αυτό τό περπάτημα: έδειχνε τά γερατειά της αυτό τό περπάτημα – ακριβώς σαν η κάθε στιγμή να ήταν ένα έργο μέσα στον χρόνο που είχε βάρος και ήθελε προσοχή κι όμως δεν ήθελε μέλλον: περπατούσε επομένως σκυφτή: Φαινόταν ότι επαναλάμβανε μέσα της καθαρά, καθώς δεν κοιτούσε τίποτα γύρω της πως τίποτα δεν άξιζε τόν κόπο να τό καταλάβει ούτε καν να τό δει. Ήταν με λίγα λόγια ήχος αλλά και εικόνα από μια μετατόπιση μια μετακίνηση σκληρή και ανόητη: Νά ποια ήταν η περίεργη αίσθηση που απόπνεε αυτή η γυναίκα: ήταν η αίσθηση ενός τέλους, τού τέλους, τέλους αφόρητου γιατί θα συνέβαινε κιόλας εδώ, και σχεδόν έγραφε στο πρόσωπό της τήν απέχθεια για τό ότι θα συνέβαινε αυτό κιόλας εδώ, και απέπνεε ολόκληρη μια απόλυτη αποστροφή για τό σκληρό τό αποτρόπαιο και τό ανόητο τού να συμβεί αυτό κιόλας εδώ, (κι ενώ είναι για όλους κοινό και για κανέναν δεν είναι άγνωστο μολονότι για πολλούς είναι απόμακρο (μακρυνό ακόμα)) όμως πάνω σ’ αυτήν τήν γυναίκα και στο μπαστούνι της και στο τσεμπέρι της όλα, φωνάζανε, και τό σκύψιμο ακόμα φώναζε, ότι, (ας είναι τά μικρά μαύρα μπαλάκια με γέλια κάποιες ώρες αρπαγμένα απ’ τά πόδια της) (ας παίζουν στο υπόγειο έχοντας εμπιστοσύνη στον κόσμο ότι είναι φτιαγμένος (ο οποιοσδήποτε κόσμος) (ακόμα και μακρυά απ’ τίς καλύβες) γι’ αυτά) (κι έχοντας πάρει τήν απόφαση ότι θα ζήσουν έστω και μακρυά, οσηδήποτε απόσταση, από τόν κόκκινο ήλιο και τίς κίτρινες καλύβες) (μολονότι η γιαγιά μπορεί να μιλούσε συχνά για αυτά) αυτή βλέπει μονάχα μπροστά της πάντως με επιμονή μόνο αυτό:

   Νόμιζα ότι έσκυβε περισσότερο ακριβώς επειδή θα πέθαινε σ’ έναν τόπο που δεν είχε γι’ αυτήν κανένα απολύτως νόημα. Θα πέθαινε σ’ έναν τόπο ο οποίος είχε δρόμους και υπόγεια (ακόμα και πάρκα) τών οποίων δεν καταλάβαινε καθόλου τόν λόγο. Ήταν με λίγα λόγια στον κόσμο αυτόν ένα σημείο τό οποίο (συρρικνωμένο στο μπαστούνι του) βροντοφώναζε πεισματικά ότι δεν υπήρχε τίποτα που να έχει νόημα για να καταλάβει στο σημείο αυτό.

   Από πού να ήταν αναρωτιόμουνα όταν μετά από καιρό κατάφερα να κάνω πιο απόμακρη τή μαυρίλα αυτής τής μουλαρίσιας χωριάτικης στενοχώριας της: Από πού να είχε έρθει άραγε, από πού να τήν φέρανε, ποιος επιπόλαιος τήν κουβάλησε αυτήν τήν γρηά επειδή δεν μπορούσε να κάνει χωρίς τήν μυρωδιά τά τραγούδια και τήν μουλαρίσια της επιμονή; Ποιό μέρος σκεφτότανε (που θα ήταν άλλωστε και τόπος βασανισμού και φτώχειας και θλίψης) που όμως ήξερε τόν ρυθμό του; καλύβες μαζί με κουβέντες τήν ώρα που ο ήλιος έπεφτε κι έκαιγε τίς στέγες και τραγούδια και θορυβώδεις κύκλοι από ολόμαυρα μπαλάκια έξω από τίς σκεπές με τά καλάμια, και γύρω από τό ξύλινο γουδί για τό λυώσιμο τής μπανάνας και τά μικρά μπαλάκια να κολλάνε επάνω της κάτω από τά ανεπανάληπτα απερίγραπτα αγαπημένα χρώματα τού αφρικάνικου ουρανού που κάνει κάθε άλλον να φαίνεται ξεθυμασμένος αποτυχημένος ανόητος και αυτά εκεί να τής ζητάνε τραγούδια κι άλλα τραγούδια παραμύθια κι άλλα παραμύθια χρώματα και χρώματα, νοήματα και νοήματα, λέξεις και λέξεις; Κάτω από τό κόκκινο μπλε χρώμα (ουρανό) (που κάνει κάθε άλλον να φαίνεται ξεθυμασμένος;)

   Αυτή ήταν η πιο αμετακίνητη λοιπόν εικόνα μετακίνησης και μετατόπισης η εικόνα τής ίδιας τής βίας απούσας και όμως βέβαιης, τού ίδιου τού μισητού, ασαφούς και όμως συνεχιζόμενου, τού ίδιου τού μισητού προς τό οποίο θα αντιστέκεσαι χωρίς να συμφιλιωθείς μαζί του ποτέ (και χωρίς ποτέ να τολμήσει να σού ζητήσει κανένας (και χωρίς ποτέ να αφήσεις κανέναν να τολμήσει να σού ζητήσει)) – να συμφιλιωθείς: μετακινήθηκες και ήρθες και έφυγες: Αυτό είναι όλο, τά υπόλοιπα είναι δική σου υπόθεση: Έχουν δικαίωμα στο σώμα σου αλλά όχι στην σκέψη σου: η σκέψη σου είναι δική σου υπόθεση: θα βρίσκει νόημα μόνο εκεί που είχε πάντα νόημα να βρει: αυτό θα μείνει τώρα αλλού: τό ότι δεν βρίσκεις νόημα αλλού, αυτό είναι τό δικό σου νόημα κι αυτό είναι τώρα τό μόνο νόημα εδώ:

   Σκέφτηκα ότι όταν τά πράγματα αποκτήσουνε νόημα τό μέρος αυτό μπορεί να γίνει δικό σου, γλώσσα πάνω σε γλώσσα και νόημα πάνω σε νόημα και σκέψη πάνω σε άλλη σκέψη.

 

απόσπασμα από τό 1° κεφάλαιο τού μυθιστορήματος  Βιογραφίες Αγνώστων 
   F986B0C8 - Αντίγραφο       copyright © hari stathatou for the text 2002 – 2009 
 copyright © hari stathatou for the cat photo and the initials 2009 

 copyright painting © the african child policy forum

 

 

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: