σημειωματαριο κηπων

Μαΐου 14, 2013

η πίπα ο πάγκος και τό παγκάκι

.

.

.

.

1 η πίπα και ο πάγκος

   τίς λυπάμαι τίς μεγάλες γυναίκες : άρχισα δηλαδή να τίς λυπάμαι όλες ανεξαιρέτως, από μια εποχή και μετά : κάποτε τίς συχαινόμουνα γιατί μού δημιουργούσαν προβλήματα, ήταν αυτές που είχαν τή μεγαλύτερη ζηλοφθονία και κακία για τή ζωή που (όπως έλεγαν) έκανα, αυτές που, ακόμη κι αν κάποιοι άντρες τής ηλικίας τους ενίοτε μπορεί και να μέ (κατ’ εξαίρεση) συμπαθούσαν, αυτές θα μέ έβλεπαν πάντοτε μέσα απ’ τό πρίσμα τής δικής τους στέρησης, με μίσος σχεδόν – και σίγουρα με αντιπαλότητα : καρφωμένες δηλαδή στον πάγκο τής (ελάχιστης) εξουσίας που τούς παραχωρούσε τό σύστημα στο οποίο είχαν επενδύσει και καταθέσει τή ζωή τους και τό σώμα τους και τό μυαλό τους, όλα ολόκληρα : κολλημένες στον πάγκο τής (μηδαμινής) εξουσίας που τούς είχε παραχωρηθεί με βάση τήν τρέχουσα αντρική ηθική – που τήν είχαν καταπιεί (και τήν είχαν πραγματοποιήσει (σε βάρος τής ζωής τους)) ολόκληρη : τίς έβλεπα με οίκτο αλλά επειδή μέ ενοχλούσαν τίς συχαινόμουνα. Ήταν άλλωστε και θέμα αυτοσυντήρησης να υπερασπίζομαι τήν κατάργηση τής ηθικής που τίς είχε σκλαβώσει – έβλεπα τά χάλια τους – έβλεπα μια ζωή χωρίς έρωτα γεμάτη ιδεοληψίες, θρησκοληψίες, και μίσος : όταν ήμουν μικρή, με βάση τή δύναμη που είχαν όλες οι μεγάλες γυναίκες στην οικογένεια στον δρόμο στην κοινωνία ολόκληρη, με βάση τήν αρραγή ενότητα ηθικής που μέ έπνιγε αλλά ήμουν ανίκανη να κάνω οτιδήποτε εναντίον τους, σαν παιδί αβοήθητη και καθισμένη στον πάγκο τού κατηγορούμενου μονίμως, ανυπεράσπιστη απέναντι στον πάγκο τής εξουσίας τού σύμπαντος κόσμου, ανταπόδιδα τό μίσος με μίσος : έφαγε η μούρη μου χώμα κατά τό κοινώς λεγόμενο, μεγάλωσα, και αυτές σιγά–σιγά έπαψαν να έχουν οποιαδήποτε δύναμη εναντίον μου : άλλαξε τότε αδιόρατα και πονηρά η συμπεριφορά τους – πονηριά οι άνθρωποι διαθέτουν έτσι κι αλλιώς – και από δεικτικές έγιναν σχεδόν ικετευτικές : εκλιπαρούσαν τώρα τήν κατανόησή μου παμπόνηρα : τήν απόκτησαν, τούς τήν έδωσα, σιγά–σιγά : σε ακραίες περιπτώσεις έβγαινε πάλι τό μίσος τους στην επιφάνεια – τό μίσος δεν εξαφανίζεται αν έχει καλούς λόγους να ’χει σχηματιστεί – απλώς θάβεται ή κρύβεται : κι όταν ξεθαβόταν έτσι άτσαλα, τότε έβγαινε και η παλιά δικιά μου αηδία πάλι : αλλά σε γενικές γραμμές τίς καταλάβαινα – τίς καταλάβαινα τόσο όσο δεν κατάλαβαν ποτέ οι ίδιες τόν εαυτό τους ( : υπήρξαν φυσικά και γυναίκες που είχαν επιδιώξει τόν έρωτα τήν ελευθερία ή τήν τέχνη στη ζωή τους – ήταν λίγες αλλά η ιδέα τους μέ στήριζε – η όψη τους ήταν μια ανάμνηση παρηγοριάς – γιατί  βρίσκονταν μακριά κατά κανόνα πάντα πάντως). Άρχισα να μπορώ και να μιλάω μαζί τους – μανία μου ήταν άλλωστε αυτό, τό να μαζεύω ιστορίες – άρχισα να μπορώ να τίς ακούω και να μην εκνευρίζομαι τόσο από τό γεγονός ότι αυτές δεν ήταν σε θέση να μέ ακούνε – κι αν κατά λάθος μέ ακούγανε, έβγαινε πάλι τό ίδιο παλιό μίσος : δεν μέ πείραζε τόσο τώρα : αυτός ο πάγκος, αυτή η ελάχιστη εξουσία που τούς είχε παραδοθεί (να ελέγχουν τή ζωή τών άλλων γυναικών, να φροντίσουν να μη γίνει καμιά τους ευτυχισμένη, να επιβεβαιώσουν τή διαιώνιση τής σκλαβιάς που αυτές τίς ρήμαξε και τίς έθαψε εν ζωή) είχε φαγωθεί είχε σαπίσει είχε γεμίσει σκουλήκια : δεν μ’ ένοιαζε και τόσο που δεν μ’ ακούγανε, είχα αποκτήσει υπομονή και κατανόηση, τό θεωρούσα σχεδόν φυσικό : άκουγα εγώ αυτές ( : και τό κυριότερο : άκουγα τή σιωπή γύρω τους, μια που κανένας ποτέ δεν φαινόταν να τίς είχε ακούσει : χωρίς να τό καταλάβω άρχισα να μισώ περισσότερο τούς άλλους (ακόμα κι εκείνους τούς άντρες που είχαν δείξει πάντα μια επιείκεια προς τή δικιά μου ηθική, ίσως φυσικά ιδιοτελώς) εκείνους τούς άντρες που με τή σιωπή τους έκαναν τή ζωή αυτών τών γυναικών (που μού είχαν κάνει εμένα τή ζωή τόσο δύσκολη) τελείως ανύπαρκτη, που τή σκότωναν πριν πεθάνει και τήν έθαβαν πριν ταφεί (ακυρώνοντας έτσι, θάβοντας στη σιωπή, και τό χειρότερο (σημαντικότερο από μια άποψη) κομμάτι και τής δικής μου ζωής) κι αυτή ήταν η απόλυτη επιτυχία τού όλου συστήματος : η ζωή τόσο εκεινών, όσο και η δικιά μου, να βυθιστεί, στα πιο καίρια σημεία της, εκείνα τά υπόγεια τά ανεπίτρεπτα τά παράνομα ή τά άφωνα, εντελώς στη σιωπή : ήταν λόγοι συμφέροντος : οι εχθροί μου έπρεπε να υπάρχουν ειδαλλιώς δεν υπήρχε ούτε η ζωή που τούς είχε αντιταχθεί.

   αρχές δεκαετίας τού ογδόντα βρέθηκα να μιλάω με μια κυρία τέτοιου είδους, πολύ καθωσπρέπει, που έμενε στην περιοχή τού άγιου παντελεήμονα (άγνωστη λίγο–πολύ τότε αν και εγώ τήν ήξερα πολύ καλά) και τήν άκουσα να μού διηγείται με αδέξια ντροπαλοσύνη (η πολύ αμήχανη αυτή ντροπαλοσύνη συνοδευόταν κι από μια διστακτική απόχρωση αποτυχημένου μοντερνισμού αλλά και έντρομης τόλμης) ένα φριχτό ανέκδοτο, ένα γεγονός δηλαδή που είχε συμβεί σ’ εκείνη τή γειτονιά (που τότε δεν είχε ίχνος αλλοεθνή, όπως κι όλη η ελλάδα κατά μεγάλο μέρος της, τότε) σε κάτι γνωστές της (πολύ μεγάλης ηλικίας γυναίκες κι αυτές, και μάλλον πέραν τού συνήθους θρήσκες : τίς θυμάμαι αμυδρά να τίς σκέφτομαι πάντα στα μαύρα και με μαύρα μαντήλια κιόλας στο κεφάλι – πράγμα που δεν είναι και απόλυτα σίγουρο ότι φορούσαν πραγματικά – μάλλον ήταν ντυμένες αστικά, στα μαύρα, και με τίς μαύρες τσαντούλες στο χέρι (ήταν κάτι σαν αδελφές νομίζω, ή ίσως φίλες, γεροντοκόρες πάντως (γυναίκες δηλαδή που δεν είχαν κάνει ποτέ έρωτα στη ζωή τους, αυτό τό είδος καθημαγμένων ερειπίων, με μια ασαφή και παντελώς άγνωστη εσωτερική ζωή, με μια εσωτερική ζωή αφανή ανάκουστη ανύπαρκτη – ανεπεξέργαστη ακόμα και για τίς ίδιες))) : αυτήν τήν ιστορία επειδή δεν τήν ξέχασα (δεν τα κατάφερα) ποτέ (και μού ’ρχόταν μάλιστα κατά διαστήματα πώς να τό πω, και σαν εφιάλτης, ακόμα και στα όνειρά μου που λέει ο λόγος) προβληματίστηκα πάρα πολύ με ποιον τρόπο θα μπορούσε να τήν γράψει κανείς σε βιβλίο : και σχεδόν πάντα, συνέχεια, ο μόνος συγγραφέας που μού ’ρχόταν στο μυαλό σα βοηθός και μπούσουλας ήταν ο χένρυ τζαίημς (και όχι η τζαίην ώστιν όπως θα μπορούσε κάποιος αρχικά και λογικά να υποθέσει : όχι η θεία τζαίην όπως ούτε κι ο θείος σαίξπηρ εξάλλου – εξαιτίας ακριβώς, ή μάλλον, τού ακραιφνώς σεξουαλικού λεξιλόγιου που θα ’πρεπε να επιστρατέψει αναγκαστικά κανείς, μολονότι η επίμονη εσωτερικότητα που απαιτούσε η αφήγηση κατάγεται και υπάγεται και ανήκει ασυζητητί και στους δύο) : ο χένρυ τζαίημς μάλιστα ίσως εξαιτίας τής «κληρονόμου» του (όπως μάθαμε να λέμε τό washington square του) που έχει να κάνει με μια εντέλει γεροντοκόρη – όπως θα ’λεγε με τό δικό της λεξιλόγιο και η κυρία που μού μίλησε – αλλά νομίζω μάλλον κυρίως εξαιτίας τής απίστευτης ικανότητάς του να εμπλέκει ανθρώπους διαφορετικής κουλτούρας και ήθους με τόν πιο αυτονόητο αποτελεσματικό ήπιο και ταυτόχρονα εφιαλτικό τρόπο : δεν έχω καταφέρει ακόμα να μπορέσω να τό περιγράψω, τό λέω εν συντομία λοιπόν τώρα ως εξής :

   μού λέει η συμπαθής κυρία : εκεί που περπατούσαν στο δρόμο προχτές τή νύχτα (γυρίζοντας δεν ξέρω από πού) τίς σταμάτησαν δύο νέα παιδιά και τούς βουτήξαν τίς τσάντες : κατατρόμαξαν οι κακομοίρες και δεν μπόρεσαν να κάνουν τίποτα ούτε ν’ αντισταθούν (και ήταν τά μοναδικά τους λεφτά εκειμέσα μού είπανε – η μια νομίζω παίρνει σύνταξη απ’ τόν πατέρα της ή τόν αδελφό της κι η άλλη δεν θυμάμαι από πού) : καταλαβαίνεις δυο γριές γυναίκες τώρα – τί να κάνουν – τίς σπρώξαν τίς βουτήξαν και τούς πήραν τίς τσάντες : τρόμαξαν, κατατρόμαξαν, βάλαν ίσως λίγο τά κλάματα (δεν θυμάμαι τώρα) αυτοί οι αλήτες τούς έδωσαν καμιά μπουνιά και σφαλιάρα ίσως (δεν θυμάμαι τώρα) πάντως τίς βρίσαν γέλασαν και τίς κορόϊδεψαν, τίς λέγαν συνέχεια κωλόγριες, ή σκέτο γριές. Καταλαβαίνεις οι καημένες τρομάρα που πήρανε, δεν ήταν μόνο που χάσαν τά λεφτά, στεκόντουσαν εκεί έντρομες μπροστά στα παλιόπαιδα και φοβόντουσαν μην τίς σκοτώσουνε κιόλας (ήταν πιασμένες κι απ’ τό χέρι, σκέφτηκα εγώ όπως είμαστε με τίς φίλες μας στο δημοτικό) και τσιμουδιά, δεν μιλάγαν καθόλου, δεν είπανε τίποτα. Αλλά τά παλιόπαιδα δεν φύγανε, βάλαν τά λεφτά στην τσέπη και ύστερα τίς είπαν να γονατίσουν, κι αυτές γονάτισαν τί να κάνουν γονάτισαν υπάκουα στο πεζοδρόμιο μπροστά στα πόδια τους, κι αυτοί τότε άνοιξαν τά παντελόνια τους και τίς είπαν να κάνουν, ξέρεις τί, με τό στόμα να τούς κάνουν… (Ξέραν τί να τούς κάνουν ; είπα εγώ. Δεν ξέραν είπε, πού να ξέρουν, αλλά αυτοί τούς δείξανε, τούς είπαν «στο στόμα σου, βάλτο στο στόμα σου και ρούφα»). Και οι καημένες τό κάναν κι αυτό, τί να κάνουνε (γελάκι από τήν κυρία – είναι χήρα, υπήρξε έγγαμος, αυτή ακόμα κι αν δεν τό ’κανε ποτέ στον άντρα της, τό ξέρει τουλάχιστον –) (Και έγινε όλο αυτό στον δρόμο ; (είπα αφελώς εγώ) δεν φοβόντουσαν μην τούς δει κανείς ; Δεν φοβόντουσαν όπως φαίνεται τά παλιόπαιδα είπε (ή ήταν ξελιγωμένα για τσιμπούκι είπα από μέσα μου εγώ) και έτσι γονατίσαν οι καημένες και άνοιξαν τό στόμα (διστάζει αν πρέπει να γελάσει) και τό έβαλαν μέσα, ξέρεις… και τό έκαναν (γελάει λίγο πιο ελεύθερα) και ύστερα έφυγαν και έμειναν αυτές στο πεζοδρόμιο γονατισμένες και ύστερα σηκώθηκαν, βοήθησαν η μια τήν άλλη να σηκωθεί, και κοιτάχτηκαν (ή δεν κοιτάχτηκαν, είπα μέσα μου εγώ) και σκύψαν τό κεφάλι και συνέχισαν καταλαβαίνεις να πάνε σπίτι (και τό έμαθε χτες από τό τηλέφωνο η τάδε, δηλαδή αναγκάστηκαν και τό είπαν επειδή ήταν τά λεφτά στη μέση και μετά σιγά–σιγά είπαν και τό άλλο) (πήγαν σπίτι τους μάλλον χωρίς να κοιτάζονται, είπα μέσα μου εγώ) (αν μού συνέβαινε εμένα θα ασχολιόμουνα με τό ότι αυτά τά βρωμόπαιδα τά λιμασμένα για τσιμπούκι θα ήταν άπλυτα και θα πρέπει να βρώμαγε η ψωλή τους, αλλά γι’ αυτές τίς δύο τό πρόβλημα πρέπει να ’ταν τελείως διαφορετικό σκεφτόμουνα, και αυτό ήταν που μού φαινότανε εφιαλτικό γιατί αυτό κατά πάσα πιθανότητα αποτέλεσε στο σχεδόν τέλειο τέλος τής στερημένης ζωής τους τήν πρώτη πραγματική γνωριμία με σωματικό και πραγματικό έρωτα (γιατί σκέφτηκα αυτές οι γυναίκες μέσα σ’ όλη τή φριχτή υστερία τους έχουν ζήσει τουλάχιστον μια ομορφιά, έχουν εξιδανικεύσει απόλυτα τήν ψυχή και τό σώμα τού ανύπαρκτου άλλου, εξιδανικεύουν ανενόχλητες και τά αισθήματα και τό μυαλό εκείνου που δεν φάνηκε ή φάνηκε και τόν απόρριψαν και έχουν ηρωοποιήσει τό μηδέν που δεν χάρηκαν (και ξαφνικά, λίγο πριν πεθάνουν, βρίσκονται μπροστά στην βρώμικη ψωλίτσα τού λιμασμένου για οποιοδήποτε γελοίο τσιμπούκι τού οποιουδήποτε πεινασμένου βρωμύλου και είναι αναγκασμένες να αναθεωρήσουν στο παραπέντε εκεί που δεν χωράει αναθεώρηση γιατί δεν χωράει ούτε επαναδιαπραγμάτευση ούτε συγχώρεση ούτε τιμωρία)))

   αυτή η εσωτερική ζωή που η όποια γελοία κερδισμένη ισορροπία της καταρρέει από μια βρώμικη λιμασμένη ελληνική περήφανη μικροψωλή μέ εκνεύρισε επειδή τήν είδα (στην πραγματικότητα τήν άκουσα) να καταρρέει με τέτοιο ταπεινωτικό τρόπο – στην ιστορία, τήν επίσημη ιστορία τών αντρών και τών αειθαλών πολέμων τους, τέτοιες ταπεινωτικές καταρρεύσεις ισοδυναμούν με ηρωισμούς και δάφνες και χρυσές σελίδες (ας θυμηθούμε τό μανιάκι) λοιπόν κατάληξα ότι μέ εκνεύρισε που αυτή η ταπεινωτική κατάρρευση δεν εξισώθηκε ποτέ με τίποτα, και δεν μπορούσε να εξισωθεί : τό ότι άντεξαν τήν ξυνίλα, τό ότι έφτυσαν ίσως φοβισμένες και στα κρυφά παραδίπλα, τό ότι σηκώθηκαν και τούς τρέχανε κάτι υγρά απ’ τό στόμα και τά σκούπισαν κρυφά η μια απ’ τήν άλλη (πώς άραγε ; με τό μανίκι ή βγάλαν κάνα μαντηλάκι ; ) τό ότι γύρισαν σπίτι με τά κεφάλια σκυμμένα και δεν ήταν τό ότι έμειναν άφραγκες και τό τί θα τρώγανε αύριο που τίς ένοιαζε τόσο, όσο τό ότι δεν είχαν λέξεις να μιλήσουν γι’ αυτή τήν ξυνίλα, κι ίσως τό ότι η μία απ’ τίς δύο μίλησε από τό τηλέφωνο τελικά (κι η άλλη ίσως τήν άκουγε καθισμένη απέναντι, με κείνη τήν καταρρακωτική περιέργεια τού τί λέξη θα χρησιμοποιήσει, μήπως ήξερε η άλλη λοιπόν τί λέξη υπάρχει γι’ αυτό ; ) και με τί αφάνταστη ταπείνωση και συντριβή παραδέχεσαι (από μέσα σου : η φαντασία μου δεν φτάνει να τίς βλέπει να τό λεν δυνατά) ότι έχει ενδιαφέρον αυτό τό πράγμα αν γινόταν μ’ αυτόν που αγάπησαν κάποτε και δεν θα μπορέσουν ποτέ να τό ζήσουν με τέτοιο όρο γιατί σε πέντε χρόνια θα πεθάνουν (τό ξέρουν, τό υπολογίζουν περίπου (και δεν υπάρχει περίπτωση να βρουν άντρα τώρα να τό κάνουν με όρους αγάπης ή καύλας γιατί δεν υπάρχουν άντρες στην ηλικία τους διαθέσιμοι αλλά ούτε μπορντέλα, έστω φτηνά μπορντέλα για γυναίκες να πάνε να δουν – και ο πόνος που έρχεται ξαφνικός και ξεπερνάει τήν ταπείνωση τής βίας και τού γονατίσματος είναι τό σφάξιμο στην καρδιά από τήν ανήλεη ήττα τής σιωπής τής ανυπαρξίας και τής αφωνίας τών πράξεων και τών λέξεών τους))

   και τό ότι αυτά δεν πρόκειται να υπάρξουν σε καμιά ιστορία ήταν τό κομμάτι τού εφιάλτη που μ’ απασχόλησε, τό ότι κανείς δεν πρόκειται ν’ ασχοληθεί με τό πώς (σηκώθηκαν κι έφυγαν, με τό πώς σχεδόν δεν μίλησαν για τή γεύση τού βρώμικου υγρού που για μια στιγμή τίς τρόμαξε καθώς τό πήραν σίγουρα για κάτουρο, για τό πώς) θα πάρουν μαζί τους στον τάφο τήν ξυνίλα τής τελειωτικής περιφρόνησης τού σύμπαντος για τό ματαιωμένο αλλά όχι ανύπαρκτο ακόμα στόμα και όνειρο και σώμα : όλοι μπορεί ν’ ασχοληθούν με τά λεφτά που τούς πήρανε, αλλά για τήν καταρρακωτική βρωμοψωλή τό πεινασμένο σκουλήκι που τρώει και τήν τελευταία ομορφιά τής διά βίου στέρησης κι ονείρωξης δεν θα γίνει ποτέ λόγος : αυτή η διά βίου στέρηση πρέπει να υπάρξει (ασφαλώς και πρέπει, ήταν υποχρεωτική για κάτι αιώνες) αλλά δεν πρέπει να τήν συμπονέσουμε ούτε να τήν αναλύσουμε ούτε να τήν δούμε ούτε να τήν ακούσουμε ούτε να τήν μυρίσουμε : σχεδόν δεν έχουμε λόγια γι’ αυτήν : θα προκαλέσει οίκτο, ακόμα και κοροϊδίες, αλλά δεν θα επισύρει ποτέ κατανόηση :

   εξαυτού άρχισε κυρίως να μέ ενοχλεί τό οποιοδήποτε δείγμα αδιαφορίας προς αυτά τώρα επιπλέον τά άηχα : άρχισα να τό παίρνω απόφαση ότι τά άηχα δεν αφορούν μόνο δηλαδή τά παιδιά που στέκονται μπροστά στους μεγάλους άντρες και τίς μεγάλες γυναίκες ούτε μόνο τίς μεγάλες γυναίκες που στέκονται μπροστά στους μεγάλους άντρες σαν μικρά κοριτσάκια (μπροστά στους μεγάλους άντρες και τίς άλλες μεγάλες γυναίκες που τούς κάνουν τή ζωή δύσκολη όπως τό ξέρω καλά) αλλά κι αυτές που περισσότερο απ’ όλες ποτέ μου δεν χώνευα, αυτές που κυρίως δεν χώνευα πια, δηλαδή τίς γριές : αλλά ούτε τά μικρά κοριτσάκια, ούτε οι μεγάλες γυναίκες, ούτε καν οι γριές υπήρχαν εδώ που τά λέμε και πριν καν ποτέ : και όταν ξύπνησαν οι σοφοί τών κομμάτων και γίναν ευαίσθητοι άρχισαν να υπάρχουν πάλι άντρες μόνο φτωχοί και άθλιοι και ξένοι αλλά άντρες μόνο, και τά πάθη τους μόνο, και που καλό και προοδευτικό είναι να τούς λυπηθείς για τά πάθη τους μόνο, αλλά εκείνες δεν φαινόντουσαν πάλι και δεν ακουγόντουσαν πάλι παρά μόνο αν ήταν να πνιγούν στις βάρκες για να τίς λυπηθούνε μετά ως νεκρές ή ετοιμοθάνατες ή ανύπαρκτες ή άφωνες, όπως κι εκείνες που κυκλοφορούσαν εξάλλου με τή μαντήλα είτε εδώ είτε στο βερολίνο ενώ οι άντρες τους που είχαν έρθει στον γενναίο και μοντέρνο μας κόσμο δοκίμαζαν ελεύθερα και κάνα τσιμπούκι απ’ αυτά που στην πατρίδα τους μπορεί και δύσκολα νά ’βρισκαν, και να βλέπω μετά μανίας εκείνες τίς άλλες τίς ντόπιες να κυκλοφορούνε με τή μαντήλα στα βόρεια ενώ κανένας δεν νοιάζεται και τά κόμματα όταν (καταδεχτούν να) μιλήσουν γι’ αυτές να τίς βάζουν ξανά τελευταίες στη σειρά και με (τί εφευρετικό) τόν όρο τόν τιμητικό ως πολύ μειονότητες, και να τίς αναγνωρίσουν πάλι όταν ξανά τούς συμφέρει σαν τό μισό τ’ ουρανού : γιατί έχουν υπάρξει και μαοϊκοί και αριστεροί κάθε είδους και άντρες περήφανοι κι έξυπνοι, κι έτοιμοι για τόν πάγκο τής εξουσίας τους ξανά και ξανά

 

2 ο πάγκος και τό παγκάκι

   τήν κυρία δημουλά ποτέ δεν τήν θαύμασα όσο άλλες έκαναν εσχάτως ως ποιήτρια και δεν τό λέω τώρα, ευτυχώς τό ’χω γράψει πιο πριν (προς τό τέλος αυτού τού ατέλειωτου κείμενου για όσες ενδιαφέρονται χωρίς να ’χουν χρόνο) – για τήν ακρίβεια πολύ παλιά είχα διαβάσει τό «λίγο τού κόσμου» τήν πρώτη της αν δεν κάνω λάθος ποιητική συλλογή που μού τήν είχε συστήσει ένας φίλος τότε που τή δημουλά κανείς δεν τήν ήξερε (όλοι ξέραν τόν άθω δημουλά, τόν άντρα της) και μού είπε μια μέρα : «έχουμε δυο άγνωστες πολύ καλές ποιήτριες πάντως, τήν ελένη βακαλό και τήν κική δημουλά» : η βακαλό κατά τή γνώμη μου είναι πολύ σπουδαιότερη ποιήτρια, αλλά και πιο δύσκολη, εξαυτού εξακολουθεί να είναι και άγνωστη στο πλατύ και τό φαρδύ κοινό

   αυτά γίναν παλιά, και από τή δημουλά μού είχε μείνει εμένα εκείνο τό συ – σι – σι – σι ως ήχος τής βροχής και άλλων πραγμάτων / στη συνέχεια τήν ξέχασα, δεν πολυδιάβαζα και ποίηση / και ύστερα άρχισαν να τήν ανακαλύπτουν πάρα πολλοί : πέθανε και ο άντρας της, και χωρίς να τό καταλάβω έγινε ένας χαμός : στο κείμενο τό δικό μου στην αρχή που ανέφερα (ας τό πω από εδώ για να μην ψάχνετε) έλεγα : «…εννοώ δηλαδή ότι υπάρχουνε σήμερα πλήθος τέτοιες αμετροέπειες που μάς κατακλύζουν σε αυτό τό ζήτημα – δεν μιλάω μ’ άλλα λόγια για κανέναν ποιητή που εγώ θαυμάζω (και τόσο) τυφλά ώστε να μπορώ να καταπιώ (χωρίς να πάθω τόν παιδικό μου κοκκύτη) εκείνα τά «όμηρος δημουλά και σαίξπηρ» και διάφορα άλλα τέτοια, πώς αλλιώς τά είπανε : σίγουρα, έχει μια προσωπική φωνή η συγκεκριμένη γυναίκα, κι αυτό είναι σπουδαίο : λέω όμως απλώς τώρα, επειδή πρόκειται για άνθρωπο που σε λίγο όλοι θα νομίζουμε ότι ήτανε και μεγάλος από τά γεννοφάσκια του : ξέρετε ότι – να τήν πω τήν κακία μου – υπάρχουνε αρκετοί πολύ καλύτεροι σήμερα στην ποίησή μας – εδώ, ζωντανοί – από τήν δημουλά, οι οποίοι όμως αυτή τή στιγμή περνάνε ακριβώς εκείνη τήν περίοδο που πέρασε κι εκείνη – όπου κανείς δεν καταδεχότανε να διαφέρει λίγο απ’ τούς άλλους (πληρωμένους κονδυλοφορεμένους) ντενεκέδες και να δείξει λίγη τόλμη και να πει μια καλή κουβέντα ;…»

   συνεπώς οι καλές κουβέντες που λέγονταν μ’ αφήναν αδιάφορη, και οι κακές που λέγονταν απ’ τή στιγμή που πήγε μ’ ένα κόμμα και δεν πήγε μ’ ένα άλλο, μ’ αφήναν επίσης : και δεν θα είχα καμία διάθεση τώρα ν’ ασχοληθώ αν δεν αναγκαζόμουνα να διαπιστώσω και να προσέξω ότι σε όλα όσα γράφτηκαν κανείς δεν ενοχλήθηκε από τήν επίθεση προς τούς γέρους που περιγράφτηκε λίγο πιο πριν : για τήν ακρίβεια, τά λεγόμενα όπως είδα (εκεί που αρχίσαν φαντάζομαι και οι ερωτήσεις) ήταν :

 

αν έχετε κάτι άλλο ρωτήστε με
μην ξεχνάμε πως οι ξένοι που βρέθηκαν εδώ ήταν λόγω τής φτώχειας τών χωρών εκείνων. Ήλθαν να ζήσουν εδώ πέρα. Οι ξένοι (οι Αλβανοί τουλάχιστον) επιστρέφουν βέβαια στις πατρίδες τους // Θα πρέπει να τό πούμε πάντως και αυτό, πρέπει να πω όμως ότι είναι και ένας συνεχής κίνδυνος, κινδυνεύουν οι ντόπιοι από κλοπές φοβερές ακόμη και στον δρόμο.
Σας λέω ένα πάρα πολύ συγκεκριμένο πράγμα : Πυθίας 42 ήταν τό πατρικό μου όπου ζει σε ένα διαμέρισμα η αδελφή μου. Δύο φορές τήν πήγαν στο νοσοκομείο, δύο φορές τήν παραμόρφωσε ένας έξω από τό σπίτι διότι δεν έβρισκε τά κλειδιά για να μπει μέσα…
Τήν πρώτη φορά και εκείνη και τόν άνδρα της επί δύο ώρες τούς έκλεισαν τό στόμα, τούς έκλεισαν στο μπάνιο και έκλεβαν τό σπίτι ανενόχλητοι.
περιορισμένα περιστατικά ναι αλλά ο φόβος είναι απεριόριστος. Δεν θέλω να πω ότι οι ξένοι τής Κυψέλης είναι και ληστές
πάντως εάν πάει κανείς στην πλατεία της Κυψέλης, δεν έχει χώρο να πατήσει. Στα δε παγκάκια κάθονται άνθρωποι ξένοι – πολύ φυσικό βέβαια πώς να περάσουν τήν ώρα τους – και παίζουν κάτι δικά τους χαρτιά και με χαρτάκια γεμίζει ο τόπος
βεβαίως οι Κυψελιώτες έχουν εκτοπιστεί, αυτό είναι μια πραγματικότητα, βεβαίως τούς αγαπάμε τούς ξένους αφού φύγαν από εκεί για έλθουν και να ζήσουν να δουλέψουν αλλά κάπως πρέπει να μοιραστούν οι χώροι // Εγώ συνήθισα με τούς ξένους, να ξυπνώ και να τούς βλέπω. Έχω συναντήσει πολλούς μαύρους με καρότσια τού σούπερ μάρκετ… έχει όμως κι έναν μόδιστρο πακιστανό η γειτονιά μου που δεν τόν φτάνει κανείς στο διόρθωμα, Φαέθοντος βρίσκεται… και ανδρικά και γυναικεία //

 

   δεν μ’ ενδιαφέρει να υπερασπιστώ ούτε τήν κυρία δημουλά, ούτε όσους τήν κατηγόρησαν, ούτε όσους τήν υπερασπίστηκαν – μ’ ενδιαφέρει να καταλάβω : κι αυτό που καταλαβαίνω είναι ότι δεν είδα πουθενά, κανέναν, ούτε απ’ τούς μεν, ούτε απ’ τούς δε, να αναφέρει τό περιστατικό τής βίας εναντίον τών ηλικιωμένων ανθρώπων, μολονότι αυτό ειπώθηκε και πρώτο : εστίασε μονομερώς μία (άλλη) γυναίκα στο παγκάκι, και ακολούθησαν όλοι σαν υπνωτισμένοι πάνω σ’ αυτό

   (να προσθέσω σχετικά με τήν ύπνωση επειδή είδα και φωτογραφίες : δίπλα στην κυρία δημουλά λοιπόν καθόταν ο κύριος κουμανταρέας ο οποίος από τηλεοράσεως (και ευθέως και θρασέως και ήρεμα και ψύχραιμα και προετοιμασμένα) προ καιρού είχε εκφράσει τήν άποψη ότι στις γυναίκες μπορεί και να τίς αρέσει να τίς ασκούνε βία : και δεν είδα να γίνεται ούτε τό ένα χιλιοστό τού χαμού και τού ντόρου και τής σάρας και τής μάρας που έγινε τώρα που μία γυναίκα υπονόησε ότι στις γυναίκες μπορεί και να μην τούς αρέσει να τούς ασκούνε βία)

   δεν ξέρουμε να διαβάζουμε, δεν ξέρουμε ν’ ακούμε, και γενικά δεν είναι φαίνεται ο καιρός μας ακόμα – ο πάγκος τής εξουσίας δεν ήταν άλλωστε ποτέ μόνο ο πάγκος τής κυβέρνησης, ήταν κι αυτός ο σκληρός και σκουληκιασμένος τών κομμάτων και τών αντρών και τής αγίας και ομοουσίου αγίας τριάδος και οικογένειας : με τίς υγείες μας, όσο αντέχουμε να τούς ανεχόμαστε

   στη δεκαετία τού ’70 (προς τό τέλος της) και τού ’80 (προς τήν αρχή της) υπήρξε σ’ αυτή τήν έρημη χώρα κι ένα φεμινιστικό κίνημα με φαντασία και, όσο μπορούσα να δω τότε, αυτόνομο (θυμάμαι μια σκούπα και μια λάβρυ – κοιτάξτε για άλλα κι εδώ) : και τώρα βλέπω τίς περισσότερες να κοιμόμαστε λάβρες και να σκουπίζουμε τά δάκρυά μας μόνο για άντρες που δέρνουν κατ’ έθιμο και λιθοβολούν τίς γυναίκες τους, με μαντηλάκι

 

3 τό παγκάκι και η πίπα

   τό περί «αυτονομίας τής τέχνης» είναι ένα αρκετά εκνευριστικό ζήτημα για όποιον δεν βρέθηκε ποτέ στην ανάγκη να ρισκάρει να πει μόνος του τίς αρλούμπες του («μόνος του» εννοώ μόνος του : χωρίς βοήθεια από γραφτά άλλων και επικαιρικές τού κόμματος ή άλλου πάγκου ντιρεκτίβες) : δεν πρόκειται να αναλυθεί εδώ (άλλοι έχουν προσπαθήσει) – εγώ είμαι σε θέση (απ’ τόν δικό μου αυτόν πάγκο) να πω τά εξής :

   τήν ώρα που κάθεσαι να γράψεις (ή να ζωγραφίσεις) απελευθερώνεις τμήματα τού εαυτού σου τά οποία κανονικά δεν μπορούν να λειτουργήσουν στην έξω ζωή : (έτσι ο πικάσο όταν υπήρχε γύρω του ρολόϊ ένιωθε ότι υπάρχει κόσμος στο δωμάτιο) : οι δυνατότητες αυτές όταν ξαναβγαίνεις στον κόσμο κατά κανόνα παύουνε να λειτουργούν και αποσύρονται στα ενδότερα : έτσι ο πάουντ μπορεί στον έξω κόσμο, δηλαδή στο ραδιόφωνο, να λέει αρλούμπες (φασιστοειδείς), ο έλιοτ να γίνεται βασιλόφρων και θρήσκος, ο παπαδιαμάντης ψάλτης στου αγίου ελισσαίου, η έμιλυ μπροντέ ένα κορίτσι στο χωριό που κάνει βόλτες, και η έμιλυ ντίκινσον ένα κορίτσι στην πόλη που ψήνει ωραίο ψωμί. Χρειάζεσαι τό δωμάτιό σου και τήν ησυχία σου για να βγάλεις στην επιφάνεια αυτό τό άλλο κομμάτι που κανονικά στον έξω κόσμο δεν μπορεί να υπάρξει :

I am nobody – who are you ?
Are you nobody too ?

   nobody δεν μπορείς να είσαι έξω – προσπαθείς να είσαι κάποιος, κακήν κακώς. Η διαλεκτική τής αυτονομίας τού απαγορευμένου εσωτερικού σου δυναμικού είναι πολύ πιο πολύπλοκη βέβαια. Χοντρικά όμως, μαύρο–άσπρο όπως συνηθίζουμε να διαβάζουμε τά πράγματα σήμερα, αυτός που είσαι όταν γράφεις είναι ένας άλλος. Αυτό εννοούσε και ο πιτσιρίκος ρεμπώ με τό j’ est une autre – άλλο αν μετά τόν φρόϋντ μπορούμε να τού δώσουμε επιπλέον αποχρώσεις, και να τό καταλάβουμε και καλύτερα

   η κυρία δημουλά μια ζωή, απ’ ό,τι ξέρω, δούλευε στην τράπεζα και στο σπίτι της έπλενε πιάτα, και μπορεί και να μαντάριζε και τίς κάλτσες τού άντρα της – γι’ αυτό και εκτίμησε τόν καλό ξένο ράφτη – άλλο αν κάποιες ώρες κλεινόταν στο δωμάτιό της και έγραφε. Σίγουρα ένα τμήμα τής ίδιας γυναίκας είναι αυτό που τάχτηκε με ένα κόμμα τής δεξιάς, θέλησε να γίνει ακαδημαϊκιά, κι ίσως ελπίζει ότι μπορεί να πάρει και νόμπελ. Τίποτ’ απ’ όλ’ αυτά όμως δεν υπήρχε, τουλάχιστον όταν έγραφε τά καλύτερά της ποιήματα. Όταν βγαίνει στον δρόμο να μιλήσει για τό παλιό της σπίτι και τή γειτονιά της είναι μια άλλη εν πολλοίς. Η κυρία δαμιανίδη και οι άλλοι (άλλες) που απομόνωσαν ένα κομμάτι απ’ όσα είπε, αγνοώντας ένα άλλο σπουδαιότερο, ποιον εαυτόν έχουν, όταν κλείνονται στο δωμάτιό τους να γράψουν τί ;

   δικαιούμαι να πιστέψω ότι είναι ο εαυτός που αγνοεί τή βία και τήν επίθεση και απομονώνει τόν πάγκο (τί πίπα – )

.

.

.

.

.

.

.

.

.

.

Advertisements

Φεβρουαρίου 12, 2013

περιοδικό «σημειώσεις» #61 : ανδρέα κίτσου – μυλωνά / γραφτά

.

    

.

Εγώ    Έγραψα όλα τά βιβλία που είχα διαβάσει
Έγινα   /  μανιτάρι  /   Τί έγινε
Δεν υπήρξε μια κίνηση χωρίς στίχο ή άλλη έκφραση
Μόνο τά βιβλία που έχω διαβάσει υπάρχουν
Όλα τά άλλα δεν είναι βιβλία
Ας στέλνουν σινιάλο που βυθιζόμαστε
Μέσα στην αγάπη μας  βοήθα Παναγιά  όλα τά ποιήματα όλων τους
Πια τώρα   όλα   έγιναν όλα
Ποιο είναι τό πρώτο ποίημα πού κρύβεται
Τό πρώτο ποίημα και η δόξα   κανένα πρώτο πρώτο ποίημα 

                                                                                  (δεκέμβριος 1980)

.

.

   συνεχίζοντας τό αφιέρωμα στο αφιερωματικό τεύχος τών «σημειώσεων» για τόν ανδρέα κίτσο – μυλωνά, βάζω σήμερα ψήγματα από κείμενα τού ίδιου τού αντρέα που παρατέθηκαν εκεί : οι δυο αυτές αναρτήσεις δεν υποκαθιστούν φυσικά σε καμία περίπτωση τό ίδιο τό τεύχος – είναι απλώς κάτι σαν ελάχιστη συζήτηση και ανάμνηση που ανακαλεί τήν τίμια μορφή η οποία εννιά χρόνια τώρα εξακολουθεί να μάς λείπει – και βέβαια τά κείμενα είναι αποσπασματικά όχι μόνο διότι τίποτα δεν μπορεί να αντικαταστήσει τό ίδιο τό τεύχος αλλά και διότι τό ίδιο τό τεύχος είναι σχετικά ογκώδες

   όμως η ανθολόγηση που κάνω σήμερα θα είναι αποσπασματική και για έναν άλλον εσωτερικότερο λόγο : παραθέτω τά κομμάτια τών γραφτών του που μού θυμίζουν τήν ίδια τήν ιδιοσυγκρασία τού αντρέα ως ομιλητή, ιδιοσυγκρασία γεμάτη πρωτοτυπία και πείσμα πέρα από τήν γλαφυρή τόλμη (για παράδειγμα, οι στίχοι «Εγώ έγραψα όλα τά βιβλία που είχα διαβάσει | Μόνο τά βιβλία που έχω διαβάσει υπάρχουν | Όλα τά άλλα δεν είναι βιβλία» είναι οι καταλληλότεροι για να φέρουν ζωντανό τόν αντρέα μπροστά μας, κάπως σαν αινιγματικό και μαζί πεισματάρη να μιλάει γερμένος στην συνηθισμένη του πολυθρόνα παραδοξολογώντας ενίοτε ειρωνικά και δογματίζοντας ενίοτε με κέφι…)

.

.

   τό αφιερωματικό τεύχος τών «σημειώσεων» έχει δύο μέρη (για να αναφερθώ και λίγο αναλυτικότερα στα περιεχόμενά του) : τό πρώτο είναι κείμενα για τόν αντρέα από φίλους ή γνωστούς (και απ’ αυτό τό μέρος παράθεσα αποσπάσματα στην προηγούμενη ανάρτηση) και στο δεύτερο (με τόν τίτλο «ανδρέας θ. κίτσος–μυλωνάς κείμενα : α΄ δοκίμια / β΄ ποιήματα») περιλαμβάνονται 14 ποιήματα δημοσιευμένα ή αδημοσίευτα, χρονολογημένα ή μη (τά χρονολογημένα καλύπτουν τήν περίοδο 1980 – 2004), και πεζά (κριτικά) κείμενα με ημερομηνίες (δημοσίευσης) 1971, 1976, 1977, 1978, 1981, 1982, 1983 και 1984. Απ’ αυτά :
   τά περισσότερα είναι δημοσιευμένα σε (αρκετά πρώιμα) τεύχη τού περιοδικού «σημειώσεις» (τεύχος 8, μάϊος ’76 : «τό σώμα τού ποιητή (γράμμα)» / τ. 10, δεκέμβριος ’76 : «στίχοι μιας ποιητικής» (σημ. μπλογκ : κείμενο για τόν βύρωνα λεοντάρη) / τ. 11, ιούνιος ’77 : «εισαγωγικές παράγραφοι στον ‘προσκυνητή’» (σ. μπλ.: σολωμός, βάρναλης) / και τ. 22, νοέμβριος ’83 : «περίληψις προηγουμένων» (σ. μπλ.: καβάφης))
   δύο είναι δημοσιευμένα στα «πρακτικά συμποσίου ποίησης» («η πολιτική συνάντηση κριτικής και ποίησης», δεύτερο συμπόσιο ιούλιος 1982 / «θεωρήσεις τού δημοτικού τραγουδιού», τέταρτο συμπόσιο ιούλιος 1984)
   ένα δημοσιευμένο στην εφημερίδα «καθημερινή» («η λέξη χωρίς τό πράγμα (η κριτική δύναμη τής ελληνικής γλώσσας)» 26 ιανουαρίου 1981)
   ένα δημοσιευμένο στον τόμο «φώτα ολόφωτα / ένα αφιέρωμα στον παπαδιαμάντη και τόν κόσμο του», ΕΛΙΑ 1981 («παράγραφοι» / και έλαβεν εκάτερος τό ίδιον εαυτού πράγμα)
   ένα δημοσιευμένο στο περιοδικό «χάρτης» τεύχος 1 ιούλιος 1982 («παράγραφοι / νίκος φωκάς : ο μύθος τής καθέτου»)
   ένα γραμμένο τό 1978 αδημοσίευτο («παράγραφοι / “κατά τό πρόσωπο ανέμου” τού στ. ροζάνη»)
   και ένα στον τόμο «προτάσεις, μελέτες για τήν ποίηση» μάιος 1971 («παράγραφοι»)

.

.

   να προσθέσω κάτι ακόμα στα αρχικά που είπα, και μετά θα σάς παραδώσω στα αποσπάσματα : ο αντρέας, ως (εξαιρετικός να τό πω κι αυτό) νομικός, πιστεύω ότι είχε απόλυτη επίγνωση τής παραδοξότητας (ακόμα και από άποψη δικαιωμάτων να πούμε) που ενείχε η πρόταση «εγώ έχω γράψει τά βιβλία που μ’ αρέσουν» : (νομίζω ότι τόν θυμάμαι να τό λέει, με τό γνωστό του φιλοσοφικής απόχρωσης πείσμα, ασχέτως δηλαδή τού παραπάνω ποιήματος…) Παρόλ’ αυτά δεν ήτανε επικαλούμενος κάποια ποιητική άδεια που τό έλεγε – ο αντρέας, όπως και ολόκληρη η παρέα αυτή, η αποτελούμενη κατά βάθος και κατά βάση από ποιητές, αντιπαθούσε και αντιπαθεί τήν ποιητικότητα, και στα λόγια και στα έργα : νομίζω επειδή δεν διεκδικεί επιείκεια αλλά αυστηρότητα και κριτική διάθεση και για τόν εαυτό της και επομένως και για τούς άλλους – και η ποιητικότητα, ως γνωστόν, προσβλέπει σε κάποια συναισθηματική, μέσω μιας δεσμευτικής αναφοράς στην αισθητική, συγκατάθεση : όχι, η πρόταση τού αντρέα δεν ήτανε τόσο αισθητικής όσο φιλοσοφικής θα ’λεγα διάθεσης : άλλωστε η ομάδα τών «σημειώσεων», έχοντας εκδόσει (σε χρόνο για τά ελληνικά πράγματα άκρως ανύποπτο) μέσω τού «έρασμου» τόν μαξ χορκχάιμερ και τούς άλλους τής σχολής τής φραγκφούρτης, ήξερε πολύ καλά να εκτιμήσει κείνη τήν απόφανση τού ιδρυτή τής κριτικής θεωρίας (αν τό θυμάμαι καλά τώρα…) : «στην παρούσα φάση αλλοτρίωσης τού ατόμου από τήν κυριαρχία, τό πείσμα μπορεί να αποκτήσει μια δυνάμει πρωτογενή φιλοσοφική διάσταση» : τό να θεωρείς πεισματικά δικό σου λοιπόν τό έργο τέχνης που θεωρείς άξιο λόγου είναι η άλλη πλευρά τής εξαφάνισης τής μεταμοντερνικής ισοπέδωσης – και είναι η υπεράσπιση τής τέχνης στην δυναμικότερη μορφή της : τό να «συμμετέχεις στην κατασκευή τού έργου» είναι δηλαδή επίσης η άλλη όψη τού να είσαι επαρκής αναγνώστης (ή «αρκετός» που θα έλεγε και ο σολωμός), είναι η ίδια η προϋπόθεση εντέλει για να καταλάβεις τό έργο : τό να τό ολοκληρώνεις – υπό καθεστώς πραγματικής ιδιοκτησίας… Εξάλλου ο αντρέας δεν επιδείκνυε ποτέ ευαισθησία, επιδείκνυε (με όλη τήν αυτοειρωνεία που είχε τήν ικανότητα επίσης να επιδεικνύει) πρακτικότητα – και μέσω τής προσήλωσής του στα πρακτικά γινόταν και κάτι άλλο, αν ήθελες ή μπορούσες ή είχες τήν ευκαιρία να τό δεις : Μια φορά, επί παραδείγματι, βγαίνοντας από τό γραφείο του με τόν στέφανο τασσόπουλο (συγγραφέα, καβαφιστή, και φίλο του, ο οποίος και μού είπε αργότερα τήν ιστορία) περπατούσε στη σόλωνος μιλώντας, ως συνήθως, ενώ γύρω ήταν πολύς κόσμος και ο αντρέας φαινόταν απασχολημένος αποκλειστικά με τή συζήτηση – παρόλ’ αυτά σε μια στιγμή είπε, εξίσου σοβαρά σαν να συνέχιζε τό προηγούμενο θέμα «αυτό τό κοριτσάκι έχει χαθεί» και συμπλήρωσε : «αυτό τό κοριτσάκι τώρα θα κλάψει». Και έδειξε στον φίλο του ένα μικρό παιδί που στεκόταν στον τοίχο μιας πολυκατοικίας ακίνητο – εκείνος όμως δεν είδε τότε αυτό που ο αντρέας έβλεπε : δεν έχει τίποτα, κάποιον περιμένει, τού είπε – «όχι, όχι, θα κλάψει, τώρα θα κλάψει» επέμενε ο αντρέας – «πάμε να τού μιλήσουμε, τό κοριτσάκι θέλει να κλάψει, γιατί έχει χαθεί» : και έτσι πήγαν να τού μιλήσουν : με τό που τό ρώτησαν αν τού συμβαίνει τίποτα και κάθεται έτσι μόνο του στην άκρη τού δρόμου, τό κοριτσάκι όντως έβαλε τά κλάματα. (Η συνέχεια τής ιστορίας είναι πρακτικά λογική – η υπόθεση τής μικρής απασχόλησε για όλο τό υπόλοιπο μεσημέρι τούς δυο τους, μέχρι να βρεθεί, μέσω τής αστυνομίας, η ανησυχούσα και τρελαμένη μήτηρ. Αλλά αυτό που έχει σημασία είναι [αυτό που, όπως μού είπε, άφησε κατάπληκτο και τόν συνομιλητή του όσο και αν τόν γνώριζε : ] η ετοιμότητα τού αντρέα, παρόλα τά σοβαρά εκείνη τήν ώρα ας πούμε φιλοσοφικά και λοιπά συζητητικά του ενδιαφέροντα, να συμμετάσχει αυτονόητα στην περιβάλλουσα ζωή τού πεζοδρομίου γύρω του, και να ’ναι σε θέση μάλιστα να μπει στον ψυχισμό ενός μικρού παιδιού με τέτοια διαισθητική ορθότητα.)

   Γι’ αυτόν, και για πολλούς άλλους τέτοιους λόγους, είναι που πιστεύω ότι τό «εγώ έχω γράψει όλα τά βιβλία που μ’ αρέσουν» (αυτό εννοούσε δηλαδή λέγοντας «που έχω διαβάσει» : ο αντρέας δεν (κατα)δεχόταν ως γνωστόν να διαβάσει ( : να θεωρεί δηλαδή ότι διάβασε) βιβλίο αν δεν τό θεωρούσε εκ τών προτέρων άξιο «να τού αρέσει») μπορεί και πρέπει να διαβαστεί σαν ομολογία όχι απλώς αισθητικής εκτίμησης αλλά (πάνω απ’ όλα) υπόγειας ψυχολογικής συμπάθειας (ταλαιπωρημένης ταύτισης) με τόν δημιουργό τού εκάστοτε (αγαπημένου) έργου.

   θα μπορούσα να προσθέσω εδώ και άλλα, από τήν δική μου ας πούμε γνωριμία με τόν κύκλο τών σημειώσεων, εμπλοκή που χρωστάω καταρχάς (να τό πω κι αυτό) στην μαρία μυλωνά και τήν αδηφάγο φιλαναγνωσία της (η οποία έχω τήν υποψία ότι αποτελούσε ένα είδος αναγνωστικής ασφάλειας και εισόδου στα βιβλία που θα τού άρεσαν, για τόν ίδιο τόν αντρέα), και πάνω απ’ όλα γι’ αυτό (που αρχικά μέ εξέπληξε και ύστερα μέ στήριξε) δηλαδή τή γενναιοδωρία (πρωτοφανή κιόλας, δεδομένης τής μικροψυχίας τού σχετικού χώρου εν ελλάδι), τήν καλλιτεχνική ακριβώς δηλαδή γενναιοδωρία τόσο τού αντρέα όσο και τού όλου κύκλου μέσα στον οποίο σαν να ’ταν φιλοσοφικό αισθητικό και ψυχικό του καταφύγιο κινούνταν, και τόν οποίο (κύκλο) θα υπερασπιζόταν είχες τή εντύπωση, αν ποτέ χρειαζόταν, είτε με τό γνωστό μειλίχιο ύφος του είτε με τό άλλο τό στεντόρειο, αλλά πάντως με τό γνωστό του πείσμα, και με τήν ίδια εντέλει ταλαιπωρημένη ταύτιση με τήν οποία θεωρούσε δικά του όλα τά βιβλία που είχε διαβάσει

   (αλλά όχι σήμερα, ούτε εδώ : όπως δεν πρόκειται να πω τίποτ’ άλλο σήμερα και για τόν στέφανο τασσόπουλο που διάλεξε κι αυτός να φύγει έναν επίσης φλεβάρη, φέτος).

.

   σάς παραδίνω τώρα στα αποσπάσματα :

.

.

   Στην αποκαταστημένη πλέον μεταπολεμική τέχνη η γραφή ήταν κομματική εξομολόγηση, καθώς τό ποιητικό γεγονός ήταν συνδεδεμένο με τήν κομματική εκδοχή τών πραγμάτων που κάλυπτε και τούς ισχυρισμούς τής ατομικής οπτικής. Από τίς ενδογενείς αντιφάσεις τής κομματικότητας προέκυψε η ποιητική τής διάψευσης, ένας σταλινικός ναρκισσισμός /…/ Η σύγχρονη κομματική εκδοχή για τήν κοινωνική προοπτική τής γραφής βρήκε τήν έκφρασή της στη συγκρατημένη αισθητικοποίηση τών λαθών /…/ Η κομματικά δοσμένη άφεση αμαρτιών είναι η υπεριστορικότητα τής ανθρώπινης ευθύνης. Και η Τέχνη δεν ήταν ποτέ περισσότερο από σήμερα τέχνη τού κόμματος. Τό άλλο είναι πολιτικά στραγγαλισμένο έστω κι αν μέσα από ένα αισθητικό κρύψιμο δικαιώνεται στην περιθωριακή του επιβίωση. /…/

   Στο σημείο αυτό λειτουργεί και η ποιητική τού Βύρωνος [Λεοντάρη] καθώς συνδέει απολύτως τήν ατομική συνείδηση με τήν κοινωνική της πρόφαση που εξανάγκασε τό έργο του σ’ ένα μεταξύ που δεν αξιώνει τήν αισθητικοποίηση τού ατομικού, ακριβώς διότι διευρύνει τούς προκαθορισμούς τού κοινωνικού είναι μέσα από τήν αδιαμφισβήτητη ηθική του, που δεν νοείται σαν κομματικό κακό αλλά σαν διαύγεια και αγρύπνια τής σκέψης. Στο σημείο αυτό έρχεται και η έξοχη διαπίστωση τού Λυκιαρδόπουλου : «Οι ανεύθυνοι θύτες δεν αθωώνονται, η αθωότητα είναι τό έγκλημά τους», που αφενός διαπερνά τήν ογκώδη ιστοριογραφία τών τύψεων και εξάλλου προκαλεί μια διεύρυνση τού προβληματισμού για τή στράτευση τής τέχνης. /…/

   Οι νέες μορφές έκφρασης, η είσοδος τού μοντέρνου στην τέχνη τού κόμματος ήταν μετάθεση τής προβληματικής τής αριστεράς στην αισθητική. /…/

   Η ποίηση τού Βύρωνος συμβάλλει στο να διακρίνουμε σήμερα τήν εναντίωση τής κακής ιστορίας με τήν ωραία περιγραφή της. /…/

Τρομάζουμε όχι γι’ αυτό που κάποτε υπήρξαμε
αλλά γι’ αυτό που δεν υπήρξαμε 

   /…/ Η μαρξιστική σκέψη δεν μπόρεσε να κατακτήσει ένα δικό της ύφος : η άνεση τής γραφής της παραπέμπει στην αδιέξοδη αυτή κατάληξη, που συνιστά τόν πυρήνα όλων τών κριτικών τού μαρξισμού μέσα από τίς διάφορες αναθεωρήσεις του. Ύφος εδημιούργησαν οι αναιρέσεις τού μαρξισμού, που ήταν και η ουσιωδέστερη έκφρασή του καθώς αρνούνταν να δουν στον μαρξισμό ένα λαϊκιστικό μοντέλο για τήν προσιτότητα τής κατανόησης και τής χώνευσης τών μαζών. Στον λαϊκισμό αυτόν περνάνε αμέσως μορφές τέχνης που συνιστούν μια ψευδή επαναστατικότητα τής έκφρασης. Ο ποιητής έχει να κάνει δρόμους προς τά πίσω για να κερδίσει τό έργο του από τήν απειλή και τή βία τής ομαδοποίησης /…/ Εννοούμε πως η επιστροφή είναι βασανισμός, όχι ανάπαυση. Επιστροφή στην πρώτη ουσία μιας ποιητικής πράξης καθώς η επανάσταση, που δεν δικαιώνει τό πένθος παραδοχής τών αντικειμενικών συνθηκών. Η ήττα, σαν νόμιμη συγκεφαλαίωση τού πνεύματος μιας εποχής είναι η αγωνία να μη χαθεί τό κέντρο, η μυστική ακολουθία τών αξιών και τό πέρασμά τους στο παρόν.

Στη δεύτερη διάστασή του με τήν ποίηση
και σε καμιά νεότητά του πια…

   Επιστροφή – η βαθύτερη ταπείνωση τού ποιητή και η ανεπιτήδευτη ερημιά του, ερήμην τής χημικής συντήρησης τών ιδεών. Απ’ τήν ορθοστασία στην ψυχοστασία.

Στίχοι μιας Ποιητικής (περιοδικό «σημειώσεις», τ. 10, Δεκέμβριος 1976)

 

 

 

 

 

   Η προβληματική για τήν έκλειψη τού Λόγου θέτεται όχι άμεσα απ’ τήν κοινωνική πραγματικότητα, αλλά από τήν ποίηση. Και οι φιλοσοφίες που επισήμαναν είτε υπονόησαν τό τέλος τού Λόγου, μέσα από τήν ποίηση ξεκίνησαν ή άντλησαν επιχειρήματα. Αυτή η συγκέντρωση επιχειρημάτων παρουσιάζεται σαν μία θεωρία που ασκείται και δοκιμάζει τήν αντοχή της πάνω στις πνευματικές δραστηριότητες τού ανθρώπου. Στο βαθμό που εμφανίζεται επιστημονικοποιημένη δεν θα μάς απασχολήσει. /…/

   Χωρίς τή δυνατότητα μυθολογικής κάλυψης τού παρόντος, χωρίς να μπορεί να υπάρξει παρά σαν ιδεολογική έκφραση – η ποίηση οχυρώνεται στις τελευταίες λέξεις, τίς μη εκμεταλλεύσιμες συντάξεις, στις λέξεις που μπορούν ακόμα και αρνούνται. Από τό Λόγο στο είδος και από τό είδος στο προϊόν–πράγμα.

Παράγραφοι («Προτάσεις», Μελέτες για τήν Ποίηση, Μάϊος 1971)

 

 

 

 

 

   Τήν ώρα που ήμασταν στη γιορτή ήταν βαθειά η ερήμωση για μια γιορτήν αλλού. Βέβαια οι ποιητές τής γενιάς μου έχουν σπασμένο γυαλί χωμένο στο σώμα. /…/ Νόμιζα πως προσπάθησα να ήξερα ακόμα μια φορά τή μνήμη μέσα σ’ αυτά κοιτάζοντας προς μιαν απέναντι παραλία τού ίδιου. Και τό σώμα ήταν χωρίς κανένα σολωμισμό, από μιαν επιβίωση φτιαγμένη από τά αναγνώσματα τού Χαλανδρίου /…/

   Η μόνη ελευθερία που είχε ο ποιητής ήταν στην μεταφυσική του – χωρίς λέξεις στίχους και ρυθμούς, σε ένωση με αυτό που ήθελε να μιμηθεί και που και αυτό είναι μίμημα. Τό μελλοντικό ταξίδι είναι σ’ έναν κόσμο παρελθόντος. Τό ποίημα που παίρνει η εξουσία έχει χάσει τή βαθύτερη γνωσιολογική ποιότητα, τήν ουσία που απευθύνεται σε ένα μη ομαδικό τρόπο κατανόησης. /…/ Η ποίηση είναι τό τελευταίο εγώ, τυφλό και αμετάδοτο καθώς καμμιά αγοραπωλησία δεν πραγματοποιείται με αυτήν. /…/ Ο ποιητής ανθολογείται και τό ποίημα και η συνειδησιακή άνοιξη ξαναγυρίζει χαρτόμαζα στη βιομηχανική αναπαραγωγή τής ποίησης. /…/ Η ποίηση ακόμη σαν μάρμαρο τού χρόνου είναι ανάμεσα στις ανάσες τών ανθρώπων. Άκυρη σε μιαν άκυρη εποχή.

Τό Σώμα τού Ποιητή (Γράμμα) (περιοδικό «σημειώσεις», τ. 8, Μάϊος 1976)

 

 

 

 

   Φοβισμένοι τής γραφής : Ας θεωρήσουμε τόν σολωμισμό σαν τήν αποφασισμένη αναφορικότητα σ’ ένα εθνικό Απόλυτο. Βέβαια σε κάθε γενεά κάποιος – αποφασίζουν – μάς εκφράζει. Ο Σολωμός κηδεύει αυτές τίς αποφάσεις.

   Γενεά – άπραγη ζωή. Στην ιδεολογία τής γενεάς προσθέτεται η πίκρα τού περάσματος στα γράμματα, όχι σε έργα, η παυμένη νιότη. Η κατάταξη τών γενεών, προσδιορίζει και επιβεβαιώνει τήν καταπίεση που μετατρέπει τήν ορμή και τό πάθος σε κατάσταση. Η ηλικία οριζόμενη σαν γενεά ορίζεται μέσα από τήν εξαφάνισή της σε κάποια σελίδα τής ιστορίας (τής λογοτεχνίας ή όποιου άλλου Δημαρά).

   Ο Σολωμός σαν εθνική τύψη αποδεικνύει τό κατασκεύασμα που είμαστε, τήν επανάσταση που δεν κάναμε, τή ζητούμενη γλώσσα – δύο αιώνες απολογούμαστε γι’ αυτά. Η πρόσφατη ιστοριογραφία καταλήγει σε γενική θεωρία τών τύψεων. /…/

   Μια εφηβεία που αρνείται τήν ωρίμανση : τά κείμενά μας εννοούν πως η σχηματοποίηση τών ιδεών σαν ακύρωση τού σκέπτεσθαι μέσα στην κοινή συνεννόηση τών σκεπτομένων προετοιμάζει τόν ολοκληρωτισμό. /…/

   Μέσα από ποια κρυπτική ζήτηση καταλήγει κανείς στη γλώσσα του ; Η ζήτηση τού φύλου (Γλώσσα τού Χαίλντερλιν, τού Σολωμού). Και η ιδεολογική τύψη γίνεται επιστημονική έρευνα. Η σύγχρονη ελληνική γραφή είναι τό νταηλίκι τών κοινότοπων ιδεών. Αναζητείται ένα κέντρο για να επενδυθεί με ιδέες. Τά πράγματα ανήκουν στην απόφαση γι’ αυτά και ο γραφέας βρίσκει τό άλλο διά τού άλλου γραφέα. Κλειστά όλα μπροστά στο βίωμα και όπου αυτό οδηγεί. /…/

Εισαγωγικές Παράγραφοι στον «Προσκυνητή» (περιοδικό «σημειώσεις», τ. 11, Ιούνιος 1977)

 

 

 

 

   Τό ποίημα «Κατά τό πρόσωπο ανέμου» δίνεται σαν αλληλεγγύη μιας (μη ομιλούσας) ελληνικής γλώσσας, αλλά γραφομένης προς μιαν (ομιλούσα) ξένη γλώσσα αλλά μη γραφομένη. Η σημασιοδότηση ενός αρχετυπικού κέντρου είναι αδύνατη. Και τό κέντρο ανύπαρκτο.

   Η πολλαπλότητα τών σημασιών καραδοκεί τό συμπέρασμα – όταν αυτό είναι ξένο – δηλαδή όταν ο Ιωσήφ θα κρατήσει Ιησού νεκρό. Μην ομιλούμε για πρόβλημα μεταγλώττισης ξένων όρων. Ιδού :

   Δος μοι τούτον τόν ξένον, όν ομόφυλοι μισούντες θανατούσιν ως ξένον· δος μοι τούτον τόν ξένον, όν ξενίζομαι βλέπων τού θανάτου τό ξένον· δος μοι τούτον τόν ξένον, όστις οίδε ξενίζειν τούς πτωχούς και τούς ξένους· δος μοι τούτον τόν ξένον, όν Εβραίοι τω φθόνω απεξένωσαν κόσμω· δος μοι τούτον τόν ξένον, ίνα κρύψω εν τάφω, ός ως ξένος ουκ έχει τήν κεφαλήν πού κλίνη· δος μοι τούτον τόν ξένον…

   Παράγεται γραμματική άφυλη. /…/

   Οι λέξεις όμως είναι ιδιοκτησία όσων παιδεύονται για τό νόημά των. /…/

   Να λησμονήσω γράφοντας τό ξένον τού κόσμου.

Παράγραφοι («Κατά τό πρόσωπο ανέμου» τού Στέφανου Ροζάνη) (αδημοσίευτο, 12/10/78)

 

 

 

 

   Κάθε φιλοσοφία τής γλώσσας και κάθε θεωρία για τή γλώσσα παραδίδεται από τή γλώσσα, έστω και αν αυτή υπόκειται σαν αντικείμενο, έστω κι αν υπερβαίνει τίς θεωρήσεις της με τή διάρκειά της. Τό Σαν μεταφυσικό κριτήριο αγγέλλεται από μια πλατωνικής καταγωγής πρόταση : «Αυτό που λέγουν οι λέξεις δεν λέγεται με λέξεις». Η γλώσσα που μιλήσαμε και αγαπήσαμε είναι ένα «ποτέ πια», αλλά αυτό που αγαπήσαμε στη χαμένη πια γλώσσα είναι ένα «όχι ακόμα» που σύρει σε έλεγχο όλη τή διάρκεια τού ανθρώπου. Ενώπια σε αυτό τό Σαν μεταφυσικό κριτήριο ίσταται κάθε γλώσσα και μάλιστα όταν τό αγνοεί ή τό παραγνωρίζει. Τούτο πάλι, δένεται μοιραία με τίς νέες λέξεις και σημασίες που τίς οικειώνεται στην εσχατολογική προοπτική τής γλώσσας, στην οποία συνανήκει. Δεν γράφεται η ιστορία δίχως εσχατολογία και γλώσσα δίχως ιστορία. /…/

   Σήμερα ο αναρχισμός παρουσιάζεται να παίρνει επάνω του τήν ευθύνη τού μηδενός και τήν ελπίδα τής εσχατολογικής δικαιώσεως για τίς αποτυχίες τής ενσαρκωμένης στην επαναστατική πράξη ανθρώπινης μοίρας. Αυτοκρίνεται και κρίνει τήν ιστορική του προοπτική ανοιγόμενος σε μια μεθοδολογία που απορρίπτει τό θετικιστικό ή αναλυτικό πρότυπο για να πραγματοποιήσει τό αισθητικό ξαναδιάβασμα όλων τών μεσαιωνικών θεολογικών προτάσεων που κάνουν τήν επανάσταση μεταφορά στη γη τής κινήσεως τών άστρων. /…/

Η Λέξη Χωρίς τό Πράγμα / η κριτική δύναμη τής ελληνικής γλώσσας (εφημερίδα «Καθημερινή», 26 Ιανουαρίου 1981)

 

 

 

 

   Αν θελήσουμε να οριοθετήσουμε τόν Παπαδιαμάντη, θα υπακούσουμε αναγκαστικά στη σολωμικής καταγωγής θεωρία και ιστορία τής νεοελληνικής λογοτεχνίας. Κυριαρχεί μια σολωμική αισθητική πάγια (που πλησιάζει τό κλασικό) που κρίνει. Τά ρήγματα σ’ αυτήν από έργα ως τού Κάλβου, τού Καρυωτάκη και τού Καβάφη άνοιξαν περισσότερο τήν οπτική της. Μοιραία και ο Παπαδιαμάντης προσδέθηκε σ’ αυτήν τήν αισθητική, εξαιτίας τής απουσίας θεμελίου. Οι αισθητικές μορφές όμως που κινούνται και κανοναρχούν στο έργο του δεν υποβάλλουν Σολωμό. Όσο κι αν προσδιορίζεται από στοιχεία τής εποχής του, φεύγει για να παραμείνει στην αγωνία τής ενότητας, τήν περιοχή τών Παπαρρηγοπούλου και Ζαμπελίου με έμφαση στο καθαρά ελληνικό στοιχείο. Τό λεχθέν «ελευθερία και γλώσσα» δεν τόν αφορά. Εισερχόμενος με τήν περισσότερη αμεσότητα στη λογοτεχνία, παραπέμπει σε μια υπερβατική ενότητα τού εγκοσμίου. Η ενότητα αποτελεί τό θεμέλιο και τήν ιστορική του προοπτική. Η κοινότης στην οποία μεγάλωσε, συνιστά τήν ενσάρκωση τής ενότητας. Τό βλέμμα εκείνο ήταν η τελευταία συγκεντρωμένη ακτίς τής ψυχής του. Η Κακιούσα τή νύχτα τής Ανάστασης διαγράφει συγκρίσεις που προϋποθέτουν έναν κοινό τόπο θεωρίας. Τά πράγματα εξελίσσονται, πλέκονται, συνθέτουν Ανάσταση. Σταύρωση και Ανάσταση στον Παπαδιαμάντη δεν φαίνονται, αυτά δεν είναι για τή λογοτεχνία. Η γοητεία τής πλοκής αντιτάσσεται στη στατικότητα και τήν παραμονή τού Παπαδιαμάντη στη θεία λειτουργία του, από τήν οποία απουσιάζει τό δράμα και τό μυστικό, είναι όμως πρόσφορη στο πανηγύρι. /…/

   Ο ελληνικός αναρχισμός προκύπτει από τή συνάντηση με τή γλώσσα σε όλη τήν ιστορική της διαδρομή και δημιουργεί απ’ αυτήν τή ζητητική βίωση έναν τόπο, μια μέθοδο μέσα απ’ τήν οποία θα μπορούσε η λογοτεχνία μας να αυθυπερβαθεί και να βγει σε ορίζοντα. Σήμερα πάντως ο Παπαδιαμάντης, ο Κάλβος, ο Καρυωτάκης, ο Καβάφης κάνουν να μη σημαίνει η θεωρία και η ιστορία τής ελληνικής λογοτεχνίας. Ο θάνατος τής Φραγκογιαννούς και τής Ακριβούλας αφήνει μιαν αναρχική εικόνα τού κόσμου. Η πλοκή και τό κακό ταυτίζονται. Και η μοναδικότητα τού Παπαδιαμάντη συνίσταται στο να είναι γλώσσα, αφού έτσι μπορούμε να ονομάσουμε ό,τι δεν μπορούμε να εκφράσουμε. Αναπτύσσεται εντός μας με τόν χρόνο που αναπτυσσόμεθα. Κάθε διάβασμά του πλεονεκτεί γιατί χρονίως μάς ξανακερδίζει καταφάσκοντας τό παρόν τής ανάπτυξης για να επιστρέψει σε ό,τι ήταν : γλώσσα. Κάθε ανάγνωσή του, αν έχει προηγηθεί μάλιστα λατρευτική παιδική ηλικία, τόν ανασύρει από τόν προσωπικό κόσμο τού αναγνώστη και εκεί τόν αφήνει πάλι. /…/

   ο Παπαδιαμάντης είναι τρόπος ριζικός.

   Αν ο Παπαδιαμάντης είναι γλώσσα («ο Παπαδιαμάντης είναι φυσικό φαινόμενο», Τ. Άγρας) τό πλέον ανήκει στη συγκρισιμότητα τών μοναδικοτήτων τής λογοτεχνίας μας και στη δυστυχία τους ν’ ακούν τό θρόισμα τού πνεύματος στην σύγκρουση με τήν αμαρτία. Στη λευκότητα τού Κύτους τό άσπρο χρώμα αίρεται. Δεν είναι απαραίτητο, αφού δεν έχουμε θεμέλιο, να λιποψυχούμε με τή μεγάλη λογοτεχνία ή ν’ αντιπαραθέτουμε σ’ αυτήν τόν Παπαδιαμάντη. Ο Παπαδιαμάντης υπερέβη ένα τέτοιο πρόβλημα. /…/

   Η θεωρία τής ενότητος περιρρέει τό έργο του χωρίς να γίνεται ιδεολογία. Η παράλληλη ανάγνωση τής εισαγωγικής περιγραφής στη Μαυρομαντηλού με Τό μοιρολόι τής φώκιας θα μάς φέρει στις τελευταίες σελίδες τής Φόνισσας. Στο τέλος η Φραγκογιαννού συναντάται με τήν αρχή της (τό πράγμα και τό γράμμα). Τό μεταξύ θείας και ανθρωπίνης δικαιοσύνης αποτελεί τήν τοπική τού Παπαδιαμάντη. /…/

…εβούτα, ανέδυεν, εκρύπτετο, εφαίνετο, σχεδόν
           δεν εκινείτο επαισθητώς, ούτε επτοείτο…

   Ο Παπαδιαμάντης επανέρχεται άμωμος μετά από κάθε κρίση τής γραφής σαν ο μακάριος άγριος που σαρκάζει κι ευλογεί. Όλες οι ταξινομήσεις τού Παπαδιαμάντη έγιναν ακολουθώντας τήν παλιά ανέφελη γραμμή τού να βρεθεί μια θέση περίπου εκτός λογοτεχνίας, στα πλαίσια τής ιδιοτροπίας που επέβαλε η μίμηση ξένων έργων, ενώ η κρίση τού πεζού λόγου ζητούσε να λυθεί με τήν περισσότερη μεταφυσική. Ο Παπαδιαμάντης ξεφεύγει ως τό μαυροφόρον θαλασσοπούλι. /…/

   Βρίσκουμε τόν Παπαδιαμάντη μόνο του, γιατί θέλουμε να ξεχάσουμε τή λογοτεχνία μας και ξέρουμε ότι η αγιότης του προέκυψε από τήν απόκοσμη υπεράσπιση τού εγκοσμίου, είναι γλώσσα… εις τό πνεύμα του τό υποβρύχιον τού ήρχοντο ως ναυάγια αι λέξεις… Ξέρει να πιεί, ξέρει να ψάλει κι ακούγεται η κένωση τής φλάσκας στον ουρανίσκο του εν Διονύσω και Χριστώ. /…/ : ο διχασμός τού 1821 και η ψευδής ζωή μας. Ο Παπαδιαμάντης περισσότερο από όποιον άλλο εβίωσε τό θείο ποτήριον : Θεία λειτουργία και πανηγύρι, η τραγωδία γίνεται τραγούδι. Αν ο Παπαδιαμάντης – κι οπωσδήποτε όχι αυτός μόνον – μετά τόσα χρόνια αποτελεί   τ ρ ό π ο,  τότε η ανάγνωση τής ελληνικής γραμματείας αναιρεί τή συγκοπή και αποκαθιστά τά πράγματα για ένα νέο ξεκίνημα. Ο τρόπος του είναι τού πιστού εραστού που περιμένει να τελειώσουν οι άλλοι ερασταί, για να συναντηθεί με τήν αγαπημένη. Εύρισκε φρικώδη ζέστην εις τήν χιόνα.

Παράγραφοι / και έλαβεν εκάτερος τό ίδιον εαυτού πράγμα (από τόν τόμο Φώτα Ολόφωτα, Ένα αφιέρωμα στον Παπαδιαμάντη και τόν Κόσμο του, ΕΛΙΑ, 1981)

 

 

 

 

   /…/ θα ήθελα να παρατηρήσω ότι η κριτική τής ποίησης δεν μπορεί να παίξει ευρύτερο και σημαντικότερο ρόλο απ’ όσο η ίδια η ποίηση. Ότι ο αναγνώστης τού ποιήματος είναι ο επαρκής αναγνώστης που θα παρακολουθήσει και τήν κριτική. Δεν ξέρω αν πρέπει να προχωρήσουμε και στη θέση ότι κάθε εποχή είχε τήν ποίηση και τήν κριτική που τής ταίριαζε, θέση που υπακούει απολύτως στην εγελομαρξιστική αισθητική, /…/ Αναμφισβήτητα τό ποίημα με τή βοήθεια ή δίχως τής κριτικής παίρνει κάποτε τό δρόμο προς τά Σούσα, αλλά στα χέρια τής εξουσίας έχει χάσει τή βαθύτερη γνωσιολογική και γλωσσική ποιότητα, τήν ουσία που απευθύνεται σ’ ένα μη ομαδικό τρόπο κατανόησης. Η ποίηση μπορεί να αμύνεται όσο οι λέξεις της αρνούνται. Η δυνατότητα τής κριτικής να παρακολουθήσει τή μέσα στη γλώσσα γλώσσα, τήν ποίηση και τόν ποιητή στη σχέση του με τό έργο του, προσκρούει στη μεσολαβητική δραστηριότητα αυτής τής ίδιας. /…/

Η Πολιτική Συνάντηση Κριτικής και Ποίησης (πρακτικά δεύτερου συμποσίου ποίησης, σ. 181, Ιούλιος 1982)

 

 

 

 

   Και μετά τήν [εφετεινή] επέτειο και σε προσεχείς τό 1993, τό 2003 έφηβοι τούς δικούς του στίχους αλλιώς θα λένε ενώ η βιβλιογραφία θα παρακολουθεί τή δεξιότεχνη κριτικογραφία αναπαραγόμενη από τήν προκατάληψη τού ίδιου τού έργου : οποιοδήποτε κείμενο για τόν Κ.Π.Κ[αβάφη] απαντά στη δική του προκατάληψη με τίς τύψεις που αυτή δημιουργεί και κάνουν να βλέπεις παντού τόκο, όχι τή σχέση τού κεφαλαίου με τήν Τράπεζα τού μέλλοντος, τούς τρόπους παραγωγής του, και ίστανται εμπόδια σε κάθε προσέγγιση, έστω και αν επαυξάνουν τήν πρώτη ύλη. /…/

   Η ποίηση τού Κ.Π.Κ. κατάντησε· έγινε ανάγνωση ενώ ήθελε αντιγραφή, τήν ερωτικότερη στιγμή σ’ ένα ποίημα, ως περιέχοντος και περιεχομένου και αβίαστη αποστήθιση /…/ Η παγκόσμια αγορά, που αντικατέστησε τό Μέγα Πανελλήνιον, και στην οποία κυκλοφορεί (τώρα πια) άνετα τό έργο του, εξαφάνισε τόν τόνο τού έργου που συνείρε τήν αντιγραφή και τό λεύκωμα στην εμπράγματη, βιωματική και ομιλιακή, χρήση του. Τό ζεύγος κρυμμένα – ελεύθερα, παρά τή θέληση τού Κ.Π.Κ. για άπλωση και πελατεία, είναι μέσα στην προκατάληψή του να κρατηθεί εντεύθεν τού μηνύματος. Παριστάμεθα μάρτυρες, στα πάθη τής ποίησής του, στη δίωξη που υφίσταται από τήν ανάγνωση και τήν ερμηνεία και τούς ποικίλους τρόπους κυκλοφορίας τού προσώπου του. /…/

   Η βιβλιογραφική συσσώρευση ας μην κάνει να πιστεύουμε ότι παραμένει ζωντανός ή ανάμεσά μας. Κείμενα και σχόλια επισωρεύονται επί άλλων και όλα υπερασπίζονται τή διάρκεια ενός διαλόγου, που από τήν έναρξή του μέχρι τίς μέρες μας φαίνονταν να γίνεται αυτός η πρώτη ύλη. Απεκλήθη καβαφολογία, σε αντίθεση προς τίς ελάχιστες σελίδες που στη διαδρομή τού καβαφικού έργου μπορούν να σταθούν αυθεντικές και χωρίς φόβο στην ειρωνεία που τό ίδιο τό έργο υποβάλλει. Σ’ αυτούς που κρατούν ζωντανό τόν ποιητή και αυτές [οι σελίδες] και όσα ο ποιητής σχόλια παρέδωσε δεν χρειάζονται. /…/ Τά κείμενα αυτά, προσπαθώντας να  καλύψουν σχολικά και γραμματικά και κάποτε ταξικής ποιότητας αδιέξοδα, στην καλύτερη περίπτωση μοιραία καταλήγουν να συμπληρώσουν κάποιες από τίς αναγκαίες σημειώσεις, σ’ ένα ποίημα, ανακαλύπτοντας μιαν άλλη, αντί τής παραδομένης, φράση τού Φιλόστρατου ή τού Παπαρρηγόπουλου. /…/

   Τό έργο τού Κ.Π.Κ. συντελείται ως περίληψις προηγουμένων. /…/

   Ξεκίνησε λόγιος αλλά έφθασε ποιητής, διαφορίζοντας τή  γέννηση από τή γένεση, τή σάρκα από τήν ενσάρκωση. Γένεση και ενσάρκωση δεν απορρέουν από τήν ολότητα  Πάθος / Γλώσσα / Ιστορία. Αποτελεί περίληψη προηγουμένων  χωρίς συνέχεια.

Περίληψις Προηγουμένων (περιοδικό «σημειώσεις», τ. 22, Νοέμβριος 1983)

 

 

 

 

   Τό δημοτικό τραγούδι, ως (ενδεχομένως) ανώνυμη ποίηση, όχι ως τραγούδι, από τήν ώρα που εμφανίζεται στη συστηματικότερή του και πλέον (εκδοτικά) επιστημονική μορφή, συγκινείται με τήν (ενδεχομένως) προσωπική ποίηση και δυναμική παρουσία τού Διονυσίου Σολωμού /…/ και κινεί (αυτό – και όχι ο Σολωμός) Ποίηση και Κριτική σε μια παράλληλη, δηλούμενη ή υπόδηλη για τόν Σολωμό ανάγνωση και ανασκόπηση. Ως εκ τούτου οι θεωρήσεις τού δημοτικού τραγουδιού από τόν Ζαμπέλιο και τόν Αποστολάκη επιλέγονται για τόν αυτοκριτικό τους προσδιορισμό, που έκαναν, ανεξάρτητα από τίς απηχήσεις, είτε τό δημοτικό τραγούδι είτε τόν Σολωμό, κάποτε και τό δημοτικό τραγούδι μαζί με τόν Σολωμό, αφετηριακά γεγονότα τής ποιήσεώς μας /…/

   Η σημασία τήν οποία ο Ζαμπέλιος απέδωσε εις τό Ρήμα (Βυζαντιναί Μελέται, «Γλώσσης Περιπέτειαι», σελ. 668) προκύπτει από τήν εξονυχιστική αναζήτηση ενός μουσικού γλωσσικού ρυθμού, ο οποίος όσο και αν παραπέμπει στην αρχαία μετρική, δεν παύει να είναι δημιούργημα τού ελληνικού Μεσαίωνος. Η θεωρία του για τήν προσωδία και ιδιαίτερα για τή «δύσπνοια τής προσωδίας» και τήν εξαφάνισή της, που θα τής άξιζε ιδιαίτερη ανάπτυξη, και η πρώτη εξήγηση τού πολιτικού στίχου, σε αντιδιαστολή με τά μιμήματα τής αρχαιότητος από τή μεριά τών λογίων, αποτελούν τίς προϋποθέσεις τής θεωρίας του για τό δημοτικό τραγούδι. Γενική αρχή διέπουσα τή θεώρηση τού Ζαμπελίου είναι «όπου λαός, εκεί και ποίησις». Ο Ζαμπέλιος είναι λόγιος τού εσωτερικού : η γέννηση και διαμονή του στην Επτάνησο και η καλλιέργεια τής γλωσσολογίας, ο ιδιότροπος εγελιανισμός του τόν βοηθούν να περάσει και σε θεωρητική υπεράσπιση τής Δημοτικής Λυρικής. Τέτοια που δεν έκαναν οι περισσότεροι λόγιοι – αν και σ’ αυτούς διαπιστώνουμε ένα διχασμό. Τό ΣΤ΄ κεφάλαιο τών Σκέψεων είναι από τά σημαντικότερα δοκίμια για τό δημοτικό τραγούδι και τό ΙΑ΄ είναι ένα σπουδαίο μνημείο λόγου. Στις Σκέψεις θα συζητηθεί για πρώτη φορά τό εκδοτικό πρόβλημα τών σολωμικών καταλοίπων και θα εντοπισθεί η  περίοδος Κερκύρας σαν εποχή τού δράματος και τής Καταστροφής. Η ειρωνεία του για τόν Σολωμό μέσω Πολυλά θυμίζει Αποστολάκη κρίνοντα Παλαμά. /…/

   Οι περιπέτειες τής γλώσσας («Γλώσσης Περιπέτειαι») έχουν τελειώσει με τήν Αναγέννηση, έστω και αν «είμεθα Έλληνες ελέω διπλωματίας». Η μακριά πορεία τού Ζαμπελίου μέσα στο παρελθόν τής ελληνικής συρρικνώνεται σ’ έναν αισθητικό κανόνα. Ό,τι υπάρχει γύρω μας σε ποίηση είναι τά δημοτικά τραγούδια, ιδίως τά άσματα τών κλεφτών. /…/ Ό,τι επιζεί από τόν Σολωμό θα συνεκδίδεται  με τά δημοτικά τραγούδια, ό,τι δεν θα συνεκδίδεται, συνδέεται με τά αδιέξοδα τής γραμματείας μας. Δεν πρόκειται περί λάθους, όπως τόν κατέκριναν ότι διέπραξε, πρόκειται περί τής εφαρμογής τών απόψεών του. Στο «Κλίμα» Ζαμπελίου ανήκουν οπωσδήποτε ο Παπαδιαμάντης και ο Κ. Π. Καβάφης.

   Ο Αποστολάκης φθάνει στο δημοτικό τραγούδι μετά και διά τού Σολωμού και παραμένει μέχρι θανάτου πιστός στο ζεύγμα δημοτικό τραγούδι και Σολωμός. Ενώ με τόν Σολωμό επιχειρεί να συγκροτήσει ένα εθνικό απόλυτο, ένα εθνικό Υπέροχο, επιστρέφει στην εξέταση τού δημοτικού τραγουδιού σαν στην παιδική ηλικία, αφού η προσωπική του ερμηνευτική, όση δεν ανήκει στην παράξενη σύνθεση τών Καρλάυλ–Πόε–Καντ, διαμορφώνεται από τόν παιδικό τρόμο. Η θεωρία του για τή λέξη : «Ακόμη θυμούμαι τόν τρόμο, που είχε πάρει η παιδική ψυχή από τό στόμα τής μάνας στη λέξη κατάρα /…/ και με τή λέξη Χάρος».

   Αν θεματίζεται τό δημοτικό  τραγούδι πλάι στον Σολωμό είναι διότι συζεί με τόν Σολωμό, αλλ’ όχι ως τραγούδι. Ο Αποστολάκης, τής καλής γενιάς τού Νικολάου Πολίτη, από τόν παιδικό τρόμο περνά στην τρομοκρατία. Δεν είδε πουθενά τό τραγούδι και είδε τή γλώσσα σαν μορφή. Είναι ο πλέον απομόναχος δημοτικιστής (και σε ό,τι αφορά τό κλέφτικο τραγούδι η εργασία του παραμένει μεγαλοφυής) και θα έφτανε να καταργήσει τή γραφή, διότι αυτή δεν είναι η αλήθεια. Τό προφορικό είναι άχρονο, είναι υπέροχο, είναι απόλυτο, είναι η παιδική μας ηλικία. Τό γνήσιο είναι η προφορικότητα, η ιδέα δεν εγκλείεται στα γράμματα. Η τρομοκρατία προκύπτει από τή λατρεία τής προφορικότητας και ασκείται εγγράφως, διά τής γραφής και διά τού νόμου. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε τό λόγιο τής αφηγήσεως και τό δημοτικό τών διαλόγων στους πρώτους μας πεζογράφους. Ο Σολωμός, έτσι, θα γίνει τό πράγμα τής λέξης. Κανείς δεν κινδυνεύει από τόν Σολωμό στο πεδίο τής Ζωής, ο κίνδυνος και η τρομοκρατία τού Σολωμού ασκείται με τούς όρους τού απολύτου τής ποιήσεως. Ο Σολωμός γίνεται ενσάρκωση και προφορικότητας και γραφής, η μόνη ενσάρκωση. /…/

   Τό ζεύγος δημοτικό τραγούδι – Σολωμός σχηματίζεται συγχρόνως με τό ’21. Πόσο έζησε, αν επιζεί, είναι πρόταση προς συζήτηση. Αν βέβαια μιλήσουν και πουν και οι ποιητές. /…/ Και σε μια αναφορά στο ημερολόγιό του ο Σεφέρης (8 Μαΐου 1945) δηλώνει τήν αποστροφή του σε μια κατασκευασμένη εθνική γιορτή, όμοιος με τόν Γέροντα τού Βλαχογιάννη : «Τό μόνο που μέ συγκίνησε, ήταν ένας τυφλός, παίζοντας στη φυσαρμόνικά του τόν Ύμνο καθώς προχωρούσε σέρνοντας τά πόδια του».

   Ο Βλαχογιάννης έγραφε για τήν Έξοδο, που τό δημοτικό τραγούδι τή ζωντάνευε και ο Σεφέρης έγραφε για τόν Ύμνο λίγους μήνες μετά που άνοιγε ορίζοντα για τελευταία φορά τό δημοτικό τραγούδι. Και εννοώ τό ΕΑΜ.

Θεωρήσεις τού Δημοτικού Τραγουδιού (πρακτικά τέταρτου συμποσίου ποίησης, τ. 69 επ., Ιούλιος 1984)

.

.

.

Η σάρκα είναι γενική στα ξένα ποιήματα
Με πόθο έφευγ’ άφηνα τό σώμα και η αγνότης
Επιστρέφει ως τίμημα τής σάρκας
Όταν έχουμε ποθήσει γενικά
Τό σώμα μου είναι τό ποίημά μου
Επιστρέφω σε άλλα σαρκώματα τού νου 

Ας κοιμούντ’ ευτυχισμένα όσα αγαπήσαμε.

                                             (αχρονολόγητο)

.

.

.

   «ας κοιμούνται ευτυχισμένα όσα αγαπήσαμε» λοιπόν ; ας τελειώσει έτσι τό αφιέρωμα στο τεύχος 61 τού περιοδικού σημειώσεις, μια ανάρτηση ως μνήμη πένθους μέσα σ’ ένα πένθος παρόν (αλλά γι’ αυτό, σε επόμενο – μόλις μπορέσω) 

.

.

.

.

.

.

 

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: