σημειωματαριο κηπων

Νοέμβριος 21, 2011

ανάμεσα σε μοναχικούς λύκους ( : δευτερεύον σχεδιάγραμμα και αριθμοί)

    

.

.

                              jacob reinhold lenz 1751 – 1792 / friedrich hölderlin 1770 – 1843 / heinrich von kleist 1777 – 1811 / georg büchner 1813 – 1837 / sigmund freud 1856 – 1939

 

   εξαιτίας τής επετείου του (τόν μήνα όλον, αλλά και ειδικά σήμερα) θα ’πρεπε, θα ’λεγε ένας λογικός άνθρωπος, να διαβάζω μόνο κλάϊστ – αλλά ποτέ δεν γίνονται τά πράγματα ακριβώς όπως είναι λογικά : επειδή έλεγα λοιπόν σ’ ένα προηγούμενο ότι πήρα μαζί μου στις διακοπές τόν lenz τού γκέοργκ μπύχνερ κι ότι δεν τόν τέλειωσα, κι ότι τόν είχα αρχίσει κι αφήσει στη μέση πολλές φορές, πρέπει μάλλον να συμπληρώσω τώρα ότι τελικά τά κατάφερα… Δεν είναι και κανένα μεγάλο βιβλίο (πενήντα σελίδες είναι όλο κι όλο) έχει μάλιστα τήν σπάνια τύχη να κυκλοφορεί τώρα μεταφρασμένο ταυτόχρονα από πολλούς εκδότες – εγώ είχα τήν έκδοση τής άγρας που είναι μάλλον η καλύτερη (και περιέχει κι ένα σωρό άλλα κείμενα) (και η μετάφραση μού φάνηκε πολύ καλή πραγματικά) : λοιπόν επιτέλους τόν διάβασα ολόκληρον – και κατάλαβα πολύ καλά όταν τέλειωσα τό βιβλίο, τί ήταν αυτό που μέ απωθούσε στο διάβασμα 

   πρόκειται για ένα καταπληκτικό διήγημα, είναι όμως ίσως τό πιο ζοφερό έργο που υπάρχει – ή τουλάχιστον που έχω εγώ υπόψη : ουσιαστικά πρόκειται για τήν περιγραφή μερικών ημερών σχιζοφρένειας – αλλά δεν είναι βέβαια αυτή η βασική του αξία. Ο μπύχνερ καταφέρνει να είναι μέσα κι έξω από τόν ίδιον τόν λεντς διαδοχικά ή ταυτόχρονα, κι αυτό τό ή είναι τελείως διαφορετικό από ένα και : δεν καταλαβαίνεις αμέσως πότε βλέπει από μακριά τήν υπόθεση, και πότε μπαίνει εντελώς μέσα στον ήρωα, κι αυτό τό πράγμα, πέρα από τήν έκπληξη που σού δημιουργεί στην αμέσως επόμενη πρόταση, έχει μια βαθύτερη λειτουργία – που ξεπερνάει τά όρια τής καλλιτεχνικής ικανότητας, και γίνεται κάτι παραπάνω : μια ομολογία πίστης, ένα ουσιαστικά ψυχολογικό μανιφέστο, εκ παραλλήλου με μια επιθετική ποιητική : θα χρειαζόταν μια κανονική πραγματεία για να εξηγήσει δηλαδή κανείς τήν άποψη ότι ανάμεσα στον κανονικό άνθρωπο και τόν τρελό, οι διαφορές μπορεί να είναι και ζήτημα οπτικής, ή να οφείλονται στις μεταλλαγές τού φωτός, ή τήν κατακόρυφη άνοδο ενός ήχου : ο μπύχνερ διαπράττει τό μανιφέστο αντί να τό γράφει

   και ξαφνικά, όταν κοίταξα τό βιογραφικό του διαπίστωσα ότι στη βιοποριστική του ζωή ήταν γιατρός. Σκέφτηκα τότε αν τόν ήξερε ο φρόϋντ – δεν θυμόμουνα κάτι τέτοιο – και άρχισα να ασχολούμαι με τίς χρονολογίες και τούς αριθμούς : στους συνδυασμούς τότε, ανάμεσα στον λεντς, τόν μπύχνερ, και τόν φρόϋντ, υπεισήλθε φυσικά και ο κλάϊστ και λόγω τής επετείου (είπαμε, 200 χρόνια, σήμερα ακριβώς, απ’ τήν αυτοκτονία του)

   θυμήθηκα λοιπόν (δεν τό ’χα ξεχάσει και ποτέ) ότι είχα δει μία ταινία τού νέου γερμανικού κινηματογράφου (ήταν, αν θέλετε να ξέρετε, μια εποχή που ο νέος γερμανικός κινηματογράφος ήτανε νεότερος) ενός σκηνοθέτη που δεν θυμάμαι τ’ όνομά του, και η ταινία λεγότανε «λεντς» : οι προβολές και τά αφιερώματα αυτά γινόντουσαν στο ινστιτούτο γκαίτε, που τότε δεν ήτανε εκεί που είναι τώρα, αλλά σ’ ένα στενό δρομάκι, στη φειδίου : αγοράζαμε χύμα τσιγάρα «τέλειον» από τό περίπτερο στη γωνία : τό ινστιτούτο ήτανε σε μια παλιά στενή πολυκατοικία δίπλα σε άλλες παλιές στενές πολυκατοικίες, και η αίθουσα προβολών ήταν μικρή. Καθόμασταν σε κάτι ελαφρές πάνινες πολυθρόνες και μπροστά από τήν οθόνη στήναν ένα τραπέζι με τούς ομιλητές. Μια φορά είδα έναν ψηλό γκριζομάλλη γερμανό κύριο με χρυσά γυαλάκια να στέκεται όρθιος (πριν τήν προβολή) μπροστά στον μπροστινό μου καθήμενο και να ’χουνε μία κουβέντα. (Ο ψηλός κύριος (ακουγόταν ότι) ήταν ο διευθυντής τού ινστιτούτου, και ήταν συμπαθέστατος – στη μεταπολίτευση γράφτηκαν διάφορα, ότι ήταν αριστερός κι ότι είχε κινδυνέψει ο ίδιος) : κοιτούσε τόν έλληνα χαμογελαστά (ελληνικά μιλούσανε) και στο τέλος τού είπε πονηρά : «Όπως τό λέει κι ο αντόρνο» : Αμέσως μού γεννήθηκε μια εντύπωση και είπα από μέσα μου : Αυτός ο αντόρνο πρέπει να ’ναι μεγάλος επαναστάτης, έτσι που τό λέει αυτός. Πρέπει να τόν βρω. (Τόν βρήκα πολύ αργότερα). Κάποιες φορές οι προβολές απειλήθηκαν ή διαλύθηκαν από τήν ασφάλεια, αλλά πολλές φορές επίσης έγιναν κανονικά. Θυμάμαι από αυτήν τήν ταινία μία σκηνή : Ένας ξυλοκόπος με σκουφί μυτερό, σ’ ένα χιονισμένο δάσος, κόβει ξύλα μ’ ένα τσεκούρι τραγουδώντας με οξεία φωνή κάτι ρυθμικό. Αλλά τό πιο συνταρακτικό είναι ότι, σ’ αυτήν τήν ταινία ειδικά, κάποιος αποχώρησε απ’ τά πίσω καθίσματα φωνάζοντας «Α, α, α». Δεν γυρίσαμε να δούμε ποιος είναι, αλλά μού ’κανε μεγάλη εντύπωση ότι κάποιος δεν άντεξε τήν ταινία. Τί πρόβλημα είχε; Μήπως ήταν επιδειξιομανής;

   εμένα απ’ αυτήν τήν ταινία και μετά μού έμεινε απλώς η ακλόνητη πίστη ότι υπάρχουνε στην γερμανία πολλοί λεντς. Μέχρι πρότινος δεν έχω μπορέσει να τήν χάσω αυτήν τήν πεποίθηση : Ότι υπάρχει δηλαδή κάποιος μυστήριος ποιητής, ότι υπάρχει ένα έργο κάποιου μυστήριου συγγραφέα, κι ότι υπάρχει κι άλλος ένας ανάμεσά τους, και πέρα απ’ αυτούς. Κι ίσως να υπάρχει κι ένας τέταρτος –
    (δεν εννοείται καθόλου εδώ, τό καταλάβατε, ότι μπορεί να μετράω και κάποιον άλλον μ’ αυτό τό επώνυμο) 

   άρχισα λοιπόν να τά συγκροτώ, μετά τήν ανάγνωση, όλα λογικά, και έψαξα και τίς χρονολογίες :

   τά πράγματα λοιπόν έχουν ως εξής :

   ο λεντς γεννήθηκε πριν απ’ όλους – τό 1751, 26 χρόνια πριν γεννηθεί ο κλάϊστ, και πέθανε τό 1792, όταν ο κλάϊστ ήταν 15 χρονών, και 19 χρόνια πριν τήν αυτοκτονία του. Έζησε όμως ο λεντς 41 χρόνια, δηλαδή 7 χρόνια περισσότερα από τόν κλάϊστ, που έζησε μόνο 34. Όμως λιγότερα χρόνια κι απ’ τούς δύο έζησε ο μπύχνερ που πέθανε ξαφνικά μάλλον από τύφο στα 24, τό 1837 – ο μπύχνερ που είχε γεννηθεί 2 χρόνια μετά τόν θάνατο τού κλάϊστ, και πέθανε 35 χρόνια μετά τόν θάνατο τού λεντς. Είχε επομένως γεννηθεί 21 ολόκληρα χρόνια μετά τόν θάνατο αυτού για τόν οποίο θα έγραφε λες και τόν ήξερε απέξω κι ανακατωτά

   ο λεντς δεν έζησε μόνο περισσότερο από τούς άλλους – κοντά τά διπλάσια από τόν συγγραφέα του μάλιστα – αλλά υπήρξε και διασημότερος και πιο πετυχημένος κατά κάποιον τρόπο απ’ όλους τούς άλλους εν ζωή. Υπήρξε στενός φίλος τού γκαίτε (ο οποίος, ως μέγας δημοσιοσχεσίτης και μηχανορράφος είχε κυκλώματα και κλίκες – και με τόν οποίο τσακώθηκαν αργότερα) ενώ υπήρξε ουσιαστικά και αναγνωρισμένος πρωτοπόρος ενός σπουδαίου κινήματος στη γερμανία, που ονομάστηκε «θύελλα και ορμή» : τά έργα του είχαν γενικά επιτυχία. Με τό χτύπημα τής σχιζοφρένειας  ξεχάστηκε ελαφρώς αλλά όχι από όλους. Βρέθηκε για άγνωστους λόγους (πιθανώς δεν τούς ήξερε δηλαδή ούτε ο ίδιος) στη ρωσία, πέθανε άγνωστος από άγνωστη αιτία στη μόσχα, και έχει ταφεί σε άγνωστο μέρος

   και οι τρεις πάντως σπούδασαν – και έκαναν (λίγο ή πολύ) καριέρα καταρχάς – σ’ αυτό που ήθελε ο πατέρας τους και απαιτούσε η οικογένεια : ο λεντς θεολογία, ο κλάϊστ στρατιωτικός, ο μπύχνερ γιατρός. Αλλά και οι τρεις ασχολήθηκαν μετά με τήν φιλοσοφία. (Βέβαια, γράφοντάς τα αυτά, έχω έναν πειρασμό ν’ ασχοληθώ και μ’ έναν άλλον «τρελό», τόν χαίλντερλιν, αλλά δεν μπορώ, γιατί γι’ αυτόν πρέπει μάλλον να γράψω πάρα πολλά μια που τόν αγάπησα πρώτον απ’ όλους : και δεν νομίζω ότι είμαι τώρα σε θέση. Βρίσκονται όμως κοντά χρονολογικά όλοι μαζί, και ο χαίλντερλιν κυριολεκτικά τούς έθαψε όλους, ζώντας μέχρι τά 73, δηλαδή ολόκληρα 40 χρόνια τρελός, όπως δηλαδή ακριβώς περίπου και ο «δικός μας» χαλεπάς – μόνο που ο χαλεπάς έκανε τό σπουδαιότερο έργο του στη «μεταλογική» του περίοδο – ή ας πούμε μετά τήν τρέλα – ενώ ο χαίλντερλιν από μια άποψη κυρίως πριν ( : αν και τά κείμενά του μετά τήν λογική έχουν μια (και όχι μόνο ποιητική) βαρύτητα που ακόμα δεν έχει ούτε μελετηθεί ούτε αναλυθεί ούτε ταξινομηθεί πλήρως)). Η φιλοσοφία λοιπόν έπαιξε σπουδαίο ρόλο στη ζωή ολονών – ο λεντς ασχολήθηκε με τόν καντ τού οποίου παρακολούθησε μαθήματα λογικής (ακριβώς), ο δε κλάϊστ πέρασε στη ζωή του μια περίοδο που ονομάστηκε «καντιανή κρίση». Ο χαίλντερλιν απ’ τήν άλλη ήταν φίλος με τόν χέγκελ με τόν οποίο μοιράζονταν και τό ίδιο δωμάτιο σαν φοιτητές, δεν έπαψε δε να τόν αγαπάει ποτέ : Είναι γνωστό τό γράμμα που τού ’γραψε, μεγάλος πια, λέγοντάς του «ήσουν ο καλός μου άγγελος». Ο μπύχνερ διάβαζε μπαμπέφ, και άλλους ουτοπικούς σοσιαλιστές – αλλά αυτός είχε και παράνομη πολιτική δράση (ένας φίλος του πέθανε στη φυλακή από τά φριχτά βασανιστήρια τής γερμανικής αστυνομίας) : όταν κυνηγούσε και τόν ίδιον η ασφάλεια, εκδόθηκε εναντίον του επίσημο ένταλμα σύλληψης, δηλαδή τόν επικήρυξαν : τή γλίτωσε φεύγοντας για τό στρασβούργο (κατά σύμπτωση στα μέρη αυτά, τήν αλσατία δηλαδή, έγινε και η  περιπλάνηση τού λεντς – που θα άρχιζε άλλωστε να απασχολεί τόν μπύχνερ συγγραφικά τήν ίδια ακριβώς περίοδο)

.

    καταζητείται : γκέοργκ μπύχνερ,
    φοιτητής, ετών 21, γκρίζα μάτια, ξανθά μαλλιά φρύδια και μουστάκι, μικρό στόμα,
. . . . . .       . . . . . .       . . . . . .    . . . . . .       . . . . . .     χαρακτηριστικά ιδιαίτερα : μύωψ
. . 13 ιουνίου 1835

.

.

   ο φρόϋντ τώρα έδωσε μεγάλη σημασία σε δύο κυρίως βιβλία στη ζωή του, και κανένα απ’ τά δύο δεν ήταν ο λεντς τού μπύχνερ (και ούτε μελέτησε, απ’ όσο ξέρω, τήν επίπτωση τών βίαιων ερωτικών καταστολών στη ζωή και τού λεντς και τού χαίλντερλιν – σε συνδυασμό μάλιστα με προηγηθείσες θεολογικές σπουδές) : τό ένα βιβλίο ήταν η γνωστή gradiva, και τό άλλο ο πρόεδρος σρέμπερ (δηλαδή daniel paul schreber «τά απομνημονεύματα ενός νευρασθενούς»). Θα ’πρεπε τώρα να κάτσω να ψάξω, αλλά βαριέμαι, αν ο φρόϋντ έχει κάπου γενικά αναφορά στον λεντς και τόν μπύχνερ – ή και τόν χαίλντερλιν. Πάντως δεν μπορεί να τά περιμένει κανείς όλα απ’ όλους. Αυτό που έχει όμως μια σημασία είναι ότι τό καλλιτεχνικό κριτήριο τού φρόϋντ είναι από ασήμαντο έως ανύπαρκτο – ή μάλλον μπερδεύει τήν τέχνη με τήν χρησιμότητά της στη δουλειά του : η «gradiva» είναι ένα ασήμαντο λογοτέχνημα, ο δε «πρόεδρος σρέμπερ» δεν είναι καθόλου λογοτέχνημα – εξαυτού όμως είναι και πιο ενδιαφέρον – και, θα έλεγα προσωπικά – και πιο καλογραμμένο : (ο «πρόεδρος σρέμπερ» μόνο πρόεδρος δεν ήτανε – πρόεδρο τόν έλεγε ο φρόϋντ για να δείξει τό πόσο τόν εκτιμούσε : ήταν ένας δικαστικός που μελέτησε με υπομονή και σχολαστικισμό αξιοθαύμαστο τήν ίδια του τή σχιζοφρένεια (τό βιβλίο είναι ογκώδες). Ο φρόϋντ έλεγε μεταξύ σοβαρού και αστείου στις καθιερωμένες συγκεντρώσεις τους τών ψυχαναλυτών ότι πρόεδρός τους έπρεπε να ’ναι ακριβώς αυτός ο σρέμπερ –)

   όταν κάνει κάποιος τήν αρχή, είναι πολύ εύκολο όλοι οι άλλοι μετά να αλωνίζουνε – έτσι μπορώ εγώ να λέω τώρα, ας πούμε, ότι θα ήταν πολύ καλύτερο (και σωστότερο) να είχε ασχοληθεί (τουλάχιστον επίσης) και με τόν λεντς τού μπύχνερ

   διότι ο φρόϋντ, για να ξαναπάμε στις χρονολογίες, είναι μεταγενέστερος όλων, και γι’ αυτό τυπικά πρέπει να τούς ήξερε όλους αυτούς (που έγραψαν και στη γλώσσα του) : και τόν χαίλντερλιν φυσικά

   (μερικές χρονολογίες ακόμα, με τήν ευκαιρία) :

   ο χαίλντερλιν γεννήθηκε περίπου είκοσι χρόνια μετά τή γέννηση τού λεντς (19 για τήν ακρίβεια : lenz 1751 – hölderlin 1770) και εφτά χρόνια πριν τόν κλάϊστ (εκείνος είχε τά τρία εφτάρια 1777 στη γέννησή του), αλλά, μολονότι ο λεντς έζησε περισσότερο απ’ τούς άλλους δύο (είπαμε, ώς τά 41 του) ο χαίλντερλιν (όπως επίσης είπαμε) τούς ξεπέρασε κατά πολύ σε μακροβιότητα : πέθανε τό 1843, δηλαδή 30 χρόνια ακριβώς μετά τή γέννηση τού μπύχνερ, και 6 χρόνια μετά τόν θάνατό του : έζησε εν ολίγοις 73 χρόνια – και τό «εν ολίγοις» εδώ δεν είναι σχήμα λόγου : αφορά τήν πραγματική ας πούμε ουσία τής βιαίως στερημένης θλιμμένης και μοναχικής ζωής του

   αριθμητικά με αιώνες τώρα : 

   ο χαίλντερλιν και ο κλάϊστ γεννιώνται στον 18ο αιώνα και πεθαίνουν στον 19ο (ο μόνος που έζησε και πέθανε στον 18ο αιώνα είναι ο λεντς) : ο κλάϊστ ζει 11 χρόνια στον 19ο και ο χαίλντερλιν 43. Ο φρόϋντ μαζί με τόν μπύχνερ είναι οι μόνοι που γεννιώνται μέσα στον 19ο αιώνα και ο φρόϋντ ο μόνος που πεθαίνει στον 20ο – και ζει και περισσότερο απ’ όλους, ώς τά 83 του. Μια που είναι έτσι πιο κοντά στον μπύχνερ, και ήταν και οι δύο γιατροί, αξίζει μια σύγκριση τών χρονολογιών αυτών τών δύο : ο φρόϋντ γεννιέται 43 χρόνια μετά τόν μπύχνερ και πεθαίνει σχεδόν 100 χρόνια (+2) μετά τόν θάνατό του

   η σημασία τού «λεντς» για τόν φρόϋντ έπρεπε να είναι τεράστια – και βάζω τόν λεντς εδώ σε εισαγωγικά, γιατί δεν εννοώ τό πραγματικό πρόσωπο απλώς, αλλά τό έργο τού μπύχνερ. Βέβαια, και τό πραγματικό πρόσωπο θα μπορούσε να τό μελετήσει ο φρόϋντ, γιατί ο μπύχνερ βασίστηκε  στα απομνημονεύματα ενός ανθρώπου που είχε ζήσει τόν λεντς από κοντά (ο πάστορας όμπερλιν). Αυτό που έχει για μένα μεγάλη σημασία είναι ότι και ο λεντς και ο χαίλντερλιν (δηλαδή οι δύο «τρελοί») αναγκάζονται απ’ τήν οικογένεια να σπουδάσουν θεολογία, και ένας ματαιωμένος έρωτας υπάρχει στη ζωή και τών δύο (τού χαίλντερλιν κατεξοχήν σημαντικός, και με ανταπόκριση, αλλά με μία παντρεμμένη)

   τελειώνοντας ας αφήσω τελειωτικά τούς αριθμούς :

   αυτό που κάνει τόν λέντς τού μπύχνερ μεγάλο έργο κατά τή γνώμη μου είναι ότι είναι ξερό, δεν έχει συναισθηματολογίες, δεν έχει αναδρομές στο παρελθόν και δικαιολογίες, δεν έχει τύψεις, και δεν ασχολείται με τό μέλλον : ο μπύχνερ μάς κρατάει διά τής βίας σκυμμένους να βλέπουμε μέσα από ένα μικροσκόπιο τήν περιορισμένη φάση μιας κρίσης, τίποτ’ άλλο : σα βασανιστής (δεν είναι τυχαίο ότι τήν ίδια εποχή νιώθει ο ίδιος τούς βασανιστές τής γερμανικής αστυνομίας να τρέχουν από πίσω του) μάς βυθίζει μέσα σ’ αυτές τίς μέρες που κράτησε η κρίση τής σχιζοφρένειας στα βουνά τής αλσατίας και στο σπίτι τού πάστορα όμπερλιν – η περιγραφή τού τοπίου είναι εσωτερική, όλα είναι εσωτερικά, ο μπύχνερ αγνοεί πλήρως οποιαδήποτε αντικειμενικότητα, και έτσι καταφέρνει να μάς πείσει πως αυτό με τό οποίο ασχολείται είναι αντικειμενικό – τό κάνει δικό του για να μάς πείσει ότι δεν είναι μόνο δικό του 

   εδώ ακριβώς όμως βλέπω επίσης τώρα και άλλα – άλλα που δεν τά ’χα σκεφτεί από τήν αρχή, για να επαληθευτεί έτσι, για άλλη μία φορά, εκείνο τό δοκίμιο τού κλάϊστ για τό «πώς οι σκέψεις διαμορφώνονται σταδιακά κατά τή διάρκεια τής ομιλίας» : ότι υπάρχει δηλαδή μια συγγένεια, μια υπόγεια και υπονομευτική ομοιότητα, ανάμεσα στον λεντς τού μπύχνερ και στον μίχαελ κολχάας τού κλάϊστ :

   είπαμε ότι ο κλάϊστ έχει προηγηθεί κατά πολύ τού μπύχνερ, και βέβαια ο μπύχνερ λογικά πρέπει να τόν ξέρει – οι χρονολογίες βοηθάνε εδώ : ο κλάϊστ αυτοκτονεί τό 1811 και ο μπύχνερ γεννιέται 2 χρόνια αργότερα, τό 1813 : επομένως όταν ο μπύχνερ είναι 22 ας πούμε χρονών (γύρω στο ’35 που κάνει τή στροφή του από τήν πολιτική δράση προς τή λογοτεχνία) τό μεγαλύτερο μέρος τού έργου τού κλάϊστ έχει εκδοθεί (ο μίχαελ κολχάας σίγουρα : εκδόθηκε τό 1810, ένα χρόνο πριν τήν αυτοκτονία (παρεμπιπτόντως να πω ότι ο κάφκα, ο οποίος έχει ομολογήσει σαφή και καθαρή επίδραση τού έργου τού κλάϊστ πάνω στο δικό του, αφιέρωσε τή μία από τίς μοναδικές δύο δημόσιες εμφανίσεις του στο να διαβάζει σελίδες από τόν μίχαελ κολχάας)) – ο κλάϊστ λοιπόν εν ζωή, αν και τόν πρήξανε οι καταστάσεις στη γερμανία, η βλακεία τών συγχρόνων του, η μικρόνοια τών κριτικών, τού γκαίτε, και οι διάφορες κλίκες (ο πρίγκηπας τού χόμπουργκ δεν βρήκε θέατρο ν’ ανέβη στη σκηνή, ως έργο αντεθνικό) εντούτοις είχε ήδη εκδόσει τά θεατρικά και τά πεζά του, είχε γράψει δοκίμια, είχε αρθρογραφήσει, ήταν αρκετά γνωστός δηλαδή και είχε κάνει έναν σχετικό θόρυβο με τό έργο του – και βέβαια μετά τή σκανδαλώδη διπλή αυτοκτονία με τήν εριέττα ο θόρυβος μεγάλωσε – σίγουρα λοιπόν τό έργο του θα συνέχιζε και δυο δεκαετίες μετά τόν θάνατό του να είναι γνωστό σε κύκλους νέων, τουλάχιστον ως μια επιθετική αβανγκάρντ (υπάρχει πάντα στα γερμανικά ο χαρακτηρισμός τού κλάϊστ ως «ο πρώτος μοντέρνος άνθρωπος τής γερμανίας»)

   σκέφτομαι λοιπόν τώρα : ο μίχαελ κολχάας είναι ένα έργο που, με τόν βαθύ και ασυμβίβαστο τρόπο τού κλάϊστ, αποτελεί από μια άποψη τήν συστηματική παρακολούθηση τής ανάδυσης μιας αναρχικής συνείδησης : ο ήρωας φτάνει στο τέλος να γίνει επαναστάτης, συνωμότης, και ό,τι θα περιγραφότανε σήμερα ως κανονικός τρομοκράτης : φυσικά η μεγαλύτερη αξία τού έργου είναι ότι πρόκειται ακριβώς για έργο τού κλάϊστ – γραμμένο με τόν ανεπανάληπτο και ακατανόητο φαινομενικά τρόπο του. Οι ομοιότητες λοιπόν ανάμεσα στην παρακολούθηση μιας αναδυόμενης σχιζοφρένειας, και στην παρακολούθηση τών αδικιών που μετατρέπουν τόν αστό σε επαναστάτη μοιάζουν ακριβώς γιατί δεν μοιάζουν – μοιάζουν, ακριβώς επειδή φαινομενικά είναι αντίθετες : όσο ο μπύχνερ βαδίζει μες στην ομίχλη τού διχασμού του ως αφηγητή, κι αρνείται επιθετικά να ξεκαθαρίσει πότε είναι απέξω, και πότε είναι ο ίδιος τρελός, τόσο ο κλάϊστ τυλίγεται με τήν ειρωνική αντικειμενικότητα που μόνο αυτός ξέρει να υπονομεύει : χρησιμοποιώντας όχι μόνο τίς λέξεις ή τό ανήλεο χτίσιμο τών προτάσεων, αλλά και τήν ίδια τή στίξη – ειδικά στον μίχαελ κολχάας η στίξη παίζει τόν ρόλο τού από μηχανής θεού, λέει όσα πρέπει να ειπωθούν αμίλητα, κρυμμένα : ταυτίζει τήν ανάσα τού αφηγητή με τό λαχάνιασμα τού ήρωα, μ’ έναν τρόπο τόσο πιο ανήλεο επειδή είναι τελείως υπόκωφος : σαν τό αμίλητο χτύπημα τής παλάμης στο τοίχωμα τής φυλακής

   σταματάω εδώ για σήμερα. Ξεκίνησα να γράψω για μεμονωμένους λύκους και τελικά πήραν όλοι μαζί μορφή παρέας, ακόμα και με τή βοήθεια τών αριθμών : όμως τέτοια σύνολα μοναχικών δεν αποτελούν τελικά παρά σπηλιές αυτονομίας. Δεν νομίζω επομένως ότι σε μια κλαϊστική επέτειο μού βγήκε τυχαία τό κείμενο να ασχολείται με μια ομάδα αντί για ένα μόνο άτομο : Είναι βαθιά ριζωμένη μέσα μου η πεποίθηση ότι στην καλλιτεχνική διαδικασία η έννοια τού ατόμου είναι ξεκάθαρη μαζί και θαμπή – αυτονόητη και ακατανόητη μαζί. Ο κλάϊστ τό έδειξε αυτό ακόμα και με τόν θάνατό του, που τόν διάλεξε να είναι, τουλάχιστον, διπλός : η εριέττα αποτελούσε γι’ αυτόν, όπως τής έγραψε κάποτε «τόν δεύτερο, και καλύτερο, εαυτό του». Αυτός ο μοναδικός ήξερε να διχάζεται χωρίς να διαλύεται, μπορούσε (και δεν τό φοβόταν) να γίνει όλοι

   γιατί στο τέλος ένας λύκος δεν αυτοκτονεί από παραίτηση αλλά από περηφάνεια : αυτή είναι και τό τελευταίο καρφί στο πλαίσιο που θα σταθεροποιήσει, στον χρόνο,  τό ουρλιαχτό του.

.

 

(άλλα εδωμέσα για τόν κλάϊστ : παλιότερο, πρόσφατο

.

.

.

Advertisements

Οκτώβριος 14, 2011

φρόϋντ, μιχαήλ άγγελος, και παλαβά λεωφορεία

   

.

.

  

«νομίζω ότι είναι εν γένει καλό να σκέφτεται κανείς ενίοτε ότι οι άνθρωποι συνήθιζαν να ονειρεύονται ήδη προτού υπάρξει ψυχανάλυση»
sigmund freud

.

.

   δεν κρατάω ημερολόγια, και, πολύ περισσότερο, ακόμα κι αν κράταγα δεν θα τά δημοσίευα : αν πρόκειται να πεις τά σώψυχά σου, τότε τά σώψυχά σου δεν είναι για μπλογκάρισμα (πιστεύω) – γιατί η ιδέα τής δημοσίευσης θα οδηγήσει σε αυτολογοκρισίες – είναι κάτι σαν τήν διαστημική φαντασία τής σκέψης για τήν οποία είχα γράψει αλλού : (αυτό που καθιστά τή σκέψη δυνατή, είναι τό ότι ξέρεις πως οι άλλοι δεν τήν ξέρουν) : (κατά σύμπτωση ένα ψυχαναλυτικό δοκίμιο που πήρα μαζί μου στις διακοπές περιέχει μια σκέψη που βρίσκεται πολύ κοντά σ’ εκείνη τή λογική : «αυτό που δίνει μια ελευθερία στη σκέψη είναι τό ότι είναι μυστική» (ή κάπως έτσι : δεν ψάχνω να τό ξαναβρώ εκνευρισμένη διότι σίγουρα δεν διατυπώθηκε ύστερα από τήν ανάγνωση τού δικού μου.))

   οι «κήποι» λοιπόν δεν έχουνε γίνει γι’ αυτά, κι αν κάποιος θελήσει να βρει δικές μου ημερολογιακές σημειώσεις θα πρέπει να ψάξει για υπενθυμίσεις προς εαυτήν πάνω στα χειρόγραφα τών βιβλίων μου – υπενθυμίσεις που όμως, ούτως ή άλλως, γίνονται κατανοητές μόνο από μένα και θα μπέρδευαν πολύ έναν μελλοντικό μελετητή (διότι δεν μπορώ φυσικά να αποκλείσω ότι ένας τέτοιος μαζοχιστής θα εμφανιστεί και στην περίπτωση τή δικιά μου όταν αυτού τού είδους τό βίτσιο είναι κανόνας στην περίπτωση κάθε μετά θάνατον έρευνας ακόμα και τού πιο ασήμαντου έργου – θα ’μουν επομένως υπεραισιόδοξη και μόνο αν μού περνούσε απ’ τό μυαλό να αποκλείσω τήν ιδέα και τού θανάτου και τού μελετητή : προς τό παρόν μακριά απ’ τόν κώλο μας βεβαίως –)

   υπάρχει όμως μιας μορφής υπεράσπιση τών ημερολογίων, γραμμένη από τόν θαυμάσιο συγγραφέα τού «γατόπαρδου», τόν τζιουζέπε ντι λαμπεντούζα : είναι απ’ αυτές τίς σκέψεις, τίς πολύ πρωτότυπες, και τίς αποκλειστικά δικές του, που στην αρχή (τόσο πρωτότυπη είναι, που) σού φαίνεται βλακώδης : «οι άνθρωποι  θα ’πρεπε να ’ναι σχεδόν υποχρεωτικό να κρατάν ημερολόγια όλοι – σε όλον τόν κόσμο – ο κόσμος έτσι θα γινόταν καλύτερος πολύ συντομότερα» ( : η διατύπωση πάλι κατά προσέγγιση). Είναι μια τολμηρή και γενναία σκέψη, που ταυτίζει, πιστεύω κάθε ατομική γραφή με τή (συζητήσιμη) λογική τής (δήθεν αντικειμενικής) ιστορίας : ημερολόγια, συνθήματα, γραφές στους δρόμους και γράφιτι : όλα εμφανίζουν τό πρόσωπο τών ατόμων σε μια δεδομένη ιστορική στιγμή και αλληλεπιδρούν με τούς συγχρόνους τους : επιπλέον καταρρίπτονται κι ένα σωρό ταμπού και ενοχοποιητικά μυστικά που οι περισσότεροι άνθρωποι νομίζουν ότι είναι μόνο δικά τους : αν μπορούσε η ανθρωπότητα σε μια δεδομένη ώρα (δηλαδή μεταφράζω τή σκέψη τού λαμπεντούζα) να διαβάσει τά ημερολόγια τής ανθρωπότητας που ’χει ήδη πεθάνει, τό σοκ τού πόσο συνηθισμένη και μονότονη είναι ώς τώρα, θα τήν έκανε πιστεύω να ξεκουνηθεί και να κάνει μερικά πιο γρήγορα βήματα…

   είναι καιρός όμως τώρα που ’χω διαπιστώσει ότι αυτόν ακριβώς τόν ρόλο παίζει τό μπλογκάρισμα – μια μορφή ημερολογιακών δημοσιεύσεων και κοινοποιήσεων που ο λαμπεντούζα δεν μπορούσε να ’χε προβλέψει – και που, πέρα απ’ τήν στενοχώρια που ενίοτε προσωπικά μού προκαλεί καθώς εγκαθιδρύει μια δημοφιλή σχολή ωραίου γραψίματος η οποία τό μόνο που καταφέρνει είναι να μού κόβει τήν όρεξη και μερικές φορές και τά πόδια – πέρα όμως απ’ αυτό, αυτού τού είδους τό μπλογκάρισμα είναι όπως και να τό κάνουμε μια μορφή αυτού που ονειρεύτηκε ο λαμπεντούζα : και πιστεύω ότι ο ίδιος θα χαιρόταν μάλλον πολύ – όσο δεν εκνευριζόταν ως αμετανόητος εστέτ και αριστοκράτης, από μια δόση  ευκολίας στα ψέματα που διευκολύνει και προϋποθέτει αυτή η τάση κοινοκτημοσύνης και κοινοποίησης τής εσωτερικής ζωής εν απολύτω θερμώ

   λιγότερο εστέτ – και αριστοκρατική – από τόν λαμπεντούζα εγώ, βλέπω μόνο τά καλά αυτής τής μπλογκαριστικής σχολής – και τήν παρακολουθώ μάλλον μετά μανίας. Και επειδή τό χούϊ πεθαίνει τελευταίο, μού ’χει τύχει να πω από μέσα μου (κατά τό «γενναίοι γάλλοι, λίγο ακόμα και θα γίνετε πραγματικά δημοκράτες» τού μαρκήσιου : ) γενναίε μπλόγκερ, λίγο ακόμα και θα έλεγες πραγματικά τήν αλήθεια –

   αλλά δεν πειράζει : κι η διάθεση, πολλές φορές, είναι αρκετά ενδεικτική (κι ώς εδώ καλά…)

   ( : έπειτα, κατά τόν φρόϋντ, τό ψέμα που θα πεις γίνεται με λίγο ψάξιμο καθαρός και λαμπερός καθρέφτης τής αλήθειας σου)

   κι εξάλλου μην είμαστε πάντα τόσο αυστηροί – τό ψέμα μερικές φορές μπορεί να σημαίνει ότι θα θέλαμε μόνο να ονειρευόμαστε

.

 

.

   τούτων δοθέντων, ας πω κι εγώ με όσο λιγότερα ψέματα μπορώ τά ημερολογιακά μου :

   πήρα μαζί μου στη θάλασσα που πήγα, τό «περί μαγείας» τού τζιορντάνο μπρούνο που μεταφράστηκε μόλις (μπρούνο δεν έχει άλλον στα ελληνικά : ώς τώρα ολόκληρον τόν έχω βρει στα γερμανικά μόνο)

   ένα σοφτ–γκαίη–πορνό τού όσκαρ ουάϊλντ ή τών συν αυτώ, τό «τέλενυ» – ασήμαντο ως κείμενο – αξίζει μόνο για τήν εισαγωγή στην οποία περιλαμβάνεται η ιστορία τού χειρογράφου (δεν νομίζω – κι εγώ όπως κι ο επιμελητής – ότι τό έγραψε από τήν αρχή ώς τό τέλος ο ουάϊλντ – ίσως επενέβη μόνο στα σημεία που γίνεται και καλύτερο, με τά μικρά αφηγηματικά του κολπάκια)

   από φρόϋντ (αυτό κι αν είναι χούϊ καλοκαιρινό…) τό τέλος μιας αυταπάτης στην δίγλωσση έκδοση τής printa σε μετάφραση τού (και ποιητή, αλλά τώρα όπως μαθαίνω διδάσκοντος στο πανεπιστήμιο θράκης) δημήτρη νταβέα (πρόκειται κατά τήν ταπεινή μου γνώμη για ένα νευραλγικότατο κείμενο γιατί βλέπουμε εδώ ουσιαστικά ολοζώντανη τήν ώρα που ο θείος ζίγκι διστάζει μπροστά στα ίδια του τά συμπεράσματα (χρειαζόταν προφανώς ένας μαρκούζε για να τόν επαναφέρει στον ανατρεπτικό εαυτό του))

   μερικά άλλα ψιλά ψυχαναλυτικά, για ενημέρωση περί τά ελληνικά τοιαύτα

   και ένα πολύ παλιό ψυχαναλυτικό που είναι όμως μαζί (και κυρίως…) σοβαρή λογοτεχνία από τίς λίγες : τόν λεντς τού γκέοργκ μπύχνερ (στις εκδόσεις άγρα – έχει εκδοθεί περιέργως (για τά ελληνικά πράγματα) πάντως αυτό τό βιβλίο σε πολλούς εκδότες (εδώ, εδώ, και εδώ) : η έκδοση τής «άγρας» είναι όμως σίγουρα η πληρέστερη (δεν έχω ελέγξει όλες τίς μεταφράσεις, εννοείται, αλλά στην έκδοση που πήρα μαζί μου υπάρχουν πλήθος άλλα σχετικά κείμενα και πληροφορίες, καθώς και εργοβιογραφία κλπ (ως συνήθως στην πολύ καλή εκδοτική πρακτική τής  άγρας) (πρόκειται για ένα βιβλίο που τό ’χω αρχίσει άπειρες φορές και τό άφηνα πάντα στη μέση – ούτε τώρα τό τέλειωσα (ξέρω, χρήζει σχετικών αναλύσεων αυτό –)

   και ένα εγκώμιο από τά λίγα : τήν σαρλότα κορνταί τού ονφραί (αλλά για τήν τυραννοκτόνο τού ζαν–πωλ μαρά θα πρέπει να γράψω κάποτε κι εγώ περισσότερα, καθότι μού άνοιξε και η όρεξη)

   τό μοναδικό ξενόγλωσσο που πήρα μαζί μου ήταν μια μετάφραση στα αγγλικά (όλων τών) ποιημάτων και (επιλογής από τήν) (απολαυστική) αλληλογραφία τού μιχαήλ άγγελου : Ήξερα απλώς, από παλιά, ότι είχε γράψει σονέτα, και δη ομοφυλόφιλα ( : αυτό τό τελευταίο διαψεύστηκε ελαφρώς : ερωτευόταν σαν τόν (κατοπινότερό του κατά 50 χρόνια) σαίξπηρ και άντρες και γυναίκες) (μεταξύ μας νομίζω ότι αυτό κάνουν οι περισσότεροι – άλλο αν δεν θέλουμε να τό παραδεχτούμε –)

   και για να γίνει ένας τέλειος κύκλος, μια φράση από τήν «ερμηνεία τών ονείρων» τού φρόϋντ (εκ τών υστέρων, τεύχος 22) : «είναι σαν να κρυφακούει κανείς μια συνομιλία που διεξάγεται σε απόσταση ή χαμηλόφωνα» ήρθε αιφνίδια ως κεραυνός να προστεθεί στον μιχαήλ άγγελο και σ’ ένα του ποίημα :

.

.

επίγραμμα (χρονολογία : 1545 ή 1546)

μ’ αρέσει ο ύπνος μου, περί πολλού τόν έχω, και τό ότι είμαι πέτρινος
όσο αντέχει ο πόνος κι η ντροπή μου.
Τύχη τό λέω τό ότι δεν μπορώ να δω ούτε ν’ ακούσω·
λοιπόν, μή μέ ξυπνάτε, και μιλάτε σιγανά

(βλ. όμως και εδώ)

.

. 

   γι’ αυτό τό τελευταίο βιβλίο θα ’θελα να πω και μερικά ακόμα :

   η αλληλογραφία του είναι πολύτιμη – και ενίοτε ξεθεωτική – πλήρης πόνου και κεφιού ( : ο τοσκανός, αν δεν έγραφε σε φίλους του αστεία έγραφε σε (πάπες μαικήνες ή) συγγενείς του, κατά κανόνα θυμωμένα)
   τά ποιήματα (σονέτα και μαδριγάλια στην πλειοψηφία τους) μ’ έκαναν επιπλέον να θέλω να δοκιμάσω μεταφράσεις τους έτσι απ’ τ’ αγγλικά, πρόχειρα :

.

.

μαδριγάλι (νο. 8 )

Πώς γίνεται και δεν ανήκω πια σε μένα;
ω ουρανέ, ουρανέ
Ποιος μού ’κλεψε τόν εαυτό μου
ποιος είν’ στον εαυτό μου πιο κοντά
ή κάνει περισσότερα με μένα απ’ ό,τι εγώ;
ω ουρανέ, ουρανέ
Ποιος είν’ αυτός που μέσα στην καρδιά μου περπατά
και δεν μ’ αγγίζει διόλου;
Τί είν’ αυτό, ω έρωτα
τό πράγμα που απ’ τά μάτια ερημώνει τήν καρδιά
τήν κατοικεί και γέμισε τό κάθε κομματάκι;
Που αν εκραγεί;

.

.

σονέτο στον τομάζο καβαλιέρι (1532) (νο. 58)

Τό ξέρεις πως τό ξέρω, Κύριέ μου, ότι τό ξέρεις
πως ήρθα για να σέ χαρώ από πιο κοντά·
τό ξέρεις πως τό ξέρω ότι τό ξέρεις πως εγώ είμαι,
κι έτσι γιατί να αναβάλλουμε άλλο πια;

Αν η ελπίδα που μού έδωσες λέει τήν αλήθεια,
κι αλήθεια αν λέει ο καλός σου πόθος που μέ τύλιξε,
ας πέσει αυτός ο τοίχος που ’ν’ ανάμεσά μας
η μυστική η θλίψη είναι δυο φορές βαριά

Κι αν αγαπώ σε σένα μόνο, Κύριέ μου,
αυτό που εσύ σε σένα πιο πολύ αγαπάς
μή μού θυμώσεις – αγαπιώνται δύο πνεύματα

Αυτό που στ’ όμορφό σου πρόσωπο έμαθα κι ονειρεύτηκα
κάθε μυαλό ανθρώπου θα τό έπιανε άσχημα,
είναι για να πεθαίνει αυτός που θέλει να τό δει καλά.

.

.

σονέτο (νο. 85)

Θέλω να θέλω, Κύριε, ό,τι δεν θέλω,
κι ανάμεσα από τήν καρδιά κι απ’ τή φωτιά ένα πέπλο πάγου
νερό γεμίζει τή φωτιά και ψεύτη βγάζει τό γραφτό,
αφού η πένα μου κι η στάση μου δεν δένουν

Σέ αγαπάω με τή γλώσσα μου κι ύστερα κλαίω,
ο έρωτάς μου δεν αγγίζει τήν καρδιά, δεν είν’ σε θέση,
να βρει πού βρίσκεται τής χάριτος η πύλη ώστε να μπει,
και να πετάξει τήν ανήλεη περηφάνια απ’ τήν καρδιά μου

Τό πέπλο ξέσκισε εσύ και σπάσε αυτόν τόν τοίχο, Κύριέ μου,
που η σκληράδα του κρατάει ψυχρόν τόν ήλιο
διώχνει τό φως σου· σβήστηκε από τή γη

στείλε τήν ίδια αχτίνα φως στην ομορφιά που αγάπησες
για να μπορέσω να τήν έχω και εγώ, και να καώ,
και η καρδιά μου να μπορέσει να σέ νιώσει άφοβα

.

     

. 

   αυτός λοιπόν ο κατά γενικήν ομολογίαν ασκητικός (και μάλλον άσχημος άνθρωπος – δεν άφηνε ακριβώς γι’ αυτό και να τόν ζωγραφίσουν : είχε κατά τή γνώμη του μεγάλα αυτιά, και τού είχε σπάσει και τή μύτη ένας συμμαθητής του στο σχολείο) που δεν έτρωγε καλά, δεν πλενόταν πολύ, και κοιμόταν συχνά με τά ρούχα του (και με τίς μπότες του ακόμα πάνω στο κρεβάτι, όπως κουτσομπολεύανε οι γύρω) βγάζει στο γράψιμό του, αν τό δούμε αλλιώς, περισσότερο πάθος απ’ όσο έβαλε ποτέ στην κυρίως τέχνη του : κι ακόμα περισσότερο ζωντανεύει η ταλαιπωρημένη του ιδιοσυγκρασία με τήν αλληλογραφία του : γιατί, για τά σονέτα, (και τά άλλα ποιήματα) δεν πρέπει να παρασυρθούμε απ’ τήν απόσταση τού χρόνου που τά κάνει όλα εξωτικά, περίεργα, «ρομαντικά» : η αποστολή ποιημάτων συνηθιζόταν εκείνη τήν εποχή (και από τόν μεσαίωνα ακόμα) ούτως ή άλλως, και μπορούσε να ’ναι, εκτός από τήν ανακοίνωση ερώτων, κι ένα είδος ευχαριστίας για δώρο ή ακόμα και για γεύμα – οι άνθρωποι επικοινωνούσαν ξαποστέλνοντας δηλαδή ο ένας στον άλλον ραβασάκια παντός είδους (κι από τήν ιστορία τής ελοΐζας και τού αβελάρδου έχουμε και τό εκπληκτικό απόσπασμα «γράφε μου ό,τι θέλεις, λατινικά οι υπηρέτες δεν ξέρουν…») κι έτσι μπορούμε να πούμε ότι αυτού τού είδους η καθημερινή επαφή ήταν από μια άποψη τά sms και τά ημαίηλ τής εποχής – και με κώδικα μάλιστα : Στα σύντομα ειδικότερα σημειώματα που συνόδευαν τήν αποστολή ποιημάτων, η ειρωνία και τό χιούμορ τού μιχαήλ άγγελου πολλές φορές δίνουν ρεσιτάλ – ειδικά στην περίπτωση τών 48 επιτάφιων τετράστιχων ( + 1 σονέτο, + 1 μαδριγάλι) που έγραψε μετά τά επίμονα (και κατ’ εξακολούθηση δώρα και) αιτήματα τού luigi del riccio για τόν θάνατο τού ανηψιού του cecchino bracci (1544) : (οι ειδικοί λένε μάλιστα ότι τά αντιμετώπισε περισσότερο σαν ποιητικές ασκήσεις και στοίχημα με τόν εαυτό του) έχουμε πάντως σε κάθε νέα αποστολή κι ένα καινούργιο σημείωμα – και δεν μπορεί να ’ναι τυχαίο τό πως, απ’ όλα τά σημειώματα που συνοδεύουν ποιήματα, αυτά είναι τά πιο αστεία : (σε άλλη περίπτωση ας πούμε σημειώματος κάτω από σονέτο έχουμε μια σοβαρότερη διευκρίνιση : «μάστρο Ντονάτο, μού ζητάς πράγμα που δεν έχω» – ή : «μάστρο Τζόρτζιο, σού στέλω δυο σονέτα, και μολονότι είναι χαζοδουλειά, στα στέλνω για να δεις τί σκέφτομαι και πού γυρνάει τό μυαλό μου, κι όταν θα γίνεις κι εσύ ογδονταενός χρονού όπως κι εγώ, θα μέ πιστέψεις…»)

   στην αποστολή επιταφίων κυριαρχούνε πάντως γαστρονομικές εξηγήσεις : (και εδώ, όπως και αλλού, επαληθεύεται έτσι και η μαρτυρία συγχρόνων του ότι ο μιχαήλ άγγελος ήταν ευσυγκίνητος με τά δώρα : ενθουσιαζόταν και φιλοτιμούνταν πολύ αν τού χαρίζαν οτιδήποτε – και ο ρίτσιο τόν είχε φορτώσει όπως φαίνεται πέστροφες)

   λίγα παραδείγματα :

   συνοδεύει τό μαδριγάλι 155 με τό σημείωμα :
   «αυτό είναι για τήν πέστροφα· τό σονέτο που σού ’λεγα θα ’ναι για τό πιπέρι που κοστίζει λιγότερο, αλλά δεν μπορώ να γράψω. Σέ χαιρετώ.»

   κι είχε σημειώσει πάνω στο μαδριγάλι 154 :
   «να τό γυαλίσω τό πρωί»

   συνοδεύει τό μαδριγάλι 165 («στον έρωτα») με τό υστερόγραφο :
   «για τή χτεσινοβραδινή πάπια» 

   στο 167 σημειώνει «πρόκειται περί σάτιρας, και σέ χαιρετώ» και στο 170 «αυτό τό βάζω όχι σα σάτιρα αλλά σαν όνειρο» (και τά δύο μαδριγάλια στέλνονται στον ρίτσιο και μιλάν για γυναίκες)

   (από τά επιτάφια για τόν τσεκίνο μπράτσι) : στο 188 γράφει στον ρίτσιο : «αν δεν θέλεις να σού στείλω άλλα, μη μού στέλνεις κι εσύ άλλα» (προφανώς εννοεί δώρα, πέστροφες ή μανιτάρια)

   για τό 192 γράφει στον ίδιο : «αυτό δεν ήθελα να στο στείλω γιατί είναι λίαν αδέξιο, αλλά μπροστά σε πέστροφες και τρούφες και θεοί πείθονται. Τά χαιρετίσματά μου»

   στον ίδιο, για τό επιτάφιο 196 : «για τά αλμυρά μανιτάρια, μια που δεν θα ’χεις τίποτ’ άλλο»

   για τό 199 : «αυτά τά λέει η πέστροφα, όχι εγώ· αν δεν σ’ αρέσουν τό λοιπόν οι στίχοι, μην τίς ξαναμαρινάρεις άλλη φορά χωρίς πιπέρι»

   για τό 205 : «για τή χελώνα· για τό ψάρι θα μιλήσει ο Ουρμπίνο αφού τό καταβροχθίσει»

   για τό 212 εξηγεί (επί τού θέματος) : «Ο τάφος μιλάει σ’ όποιον διαβάσει τίς γραμμές αυτές. Χαζοπράματα, αλλά αφού θέλεις να σού φτιάξω χίλια, θα ’χουμε αναγκαστικά όλων τών ειδών»

   όπως και να ’χει, ο μιχαήλ άγγελος φαίνεται απ’ τά ίδια του τά ποιήματα ότι δούλευε με τήν ίδια προσοχή και τά μάρμαρα και τά χρώματα και τά γραφτά του – και σώζονται σε κάποιες περιπτώσεις αλλεπάλληλες εκδοχές και βασανισμοί στίχων (έχουμε και τήν περίπτωση ενός σονέτου που αρχικά τό ’γραψε για μια (άγνωστή μας) γυναίκα και σε μια μεταγενέστερη εκδοχή τό έστειλε (μάλλον) στον τομάζο καβαλιέρι) : η τελειομανία πάντως τού τεχνίτη βγαίνει ολοκάθαρη και στον τρόπο με τόν οποίο δουλεύει τήν ποίησή του : και προσωπικά τό βρήκα και συγκινητικό τό ότι χρησιμοποιεί τήν έκφραση «θα τό πατινάρω αύριο τό πρωί» ή «θα τό γυαλίσω αργότερα» για τά  ποιήματα, χρησιμοποιώντας ακριβώς δηλαδή μια  έκφραση από τήν γλυπτική : αλλά τό γεγονός πως θεωρούσε τήν ενασχόληση με οποιαδήποτε τέχνη μέρος τής ίδιας διαδικασίας, βγαίνει ανάγλυφα θα ’λεγε κανείς και από τή συνήθειά του να σημειώνει τίς πρώτες γραφές ποιημάτων στο ίδιο χαρτί που έχει ζωγραφίσει προσχέδια ενός πίνακα ή ενός γλυπτού

.

 

.

   στην καθεαυτό αλληλογραφία του πάντως, τά πράγματα σοβαρεύουν με άλλο τρόπο και γίνονται μάλλον μουντά – υπήρξε ένας ανηψιός ειδικά που πολύ φαίνεται να τόν κούρασε (χωρίς να έχω περισσότερες πληροφορίες αυτή τή στιγμή, κάτι μού θυμίζει αυτό και από τή ζωή ενός άλλου νευρικού, τού μπετόβεν) : έτσι, με τά γράμματά του, μού ήρθε κατακούτελα ένας τοσκανός πολύ πιο καθημερινός και πλήρης – ενδιαφέρων έως σπαρακτικός στα διάφορα βάσανα που πέρασε (με συγγενείς, μαικήνες, μέδικους, βατικανά, πάπες, πολιτικά αδιέξοδα) (και σ’ αυτό έμοιασε θέλοντας και μη, και με τόν δάντη – τόν οποίο θαύμαζε, σεβόταν, φοβόταν, ήθελε να τού μοιάσει, κτλ) :

 

   απ’ τά γράμματα θα βάλω σαφώς λιγότερα δείγματα :

.

   (ΣΤΟΝ ΜΑΣΤΡΟ ΤΟΜΑΖΟ ΚΑΒΑΛΙΕΡΙ ΣΤΗ ΡΩΜΗ· ΦΛΩΡΕΝΤΙΑ, 1 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 1533)

   Άρχισα να γράφω στην ευγενεία σου, απερίσκεπτα πολύ, κι υπόθεσα ότι εγώ πρώτος έπρεπε να κάνω κίνηση, λες κι έπρεπε να τήν κάνω σαν χρωστώντας απάντηση σ’ ένα δικό σου· κι ύστερα αργότερα κατάλαβα τό λάθος μου πολύ περισσότερο, όταν δοκίμασα και μύρισα και διάβασα τό δικό σου, που ’χες κείνη τήν ευγένεια· και μένα μού φαίνεται ότι απέχεις τόσο απ’ τό μόλις τώρα να γεννήθηκες, όπως μού τό λες στο δικό σου, παρά πως ήσουνα στον κόσμο χίλιες φορές πριν από τώρα, και γω λέω για τόν εαυτό μου πως είμαι αγέννητος ή αλλιώς γεννήθηκα νεκρός, και θα τό φώναζα έτσι που να σκάσει κι ο ουρανός κι η γη, αν δεν ήτανε μονάχα που σε σένα είδα και πίστεψα που η ευγενεία σου δέχτηκε τόσο πρόθυμα να πάρει μερικά από τά έργα μου, κι αυτό μ’ έκανε εμένα και πιο πολύ θάμαξα παρά αναγάλλιασα. Κι αν είν’ αλήθεια αληθινό αυτό που λες, ότι νιώθεις από μέσα όπως μού γράφεις απέξω, κρίνοντας τά έργα μου, αν κατά τύχη κάποιο απ’ αυτά όπως πολύ επιθυμώ σού άρεσε, εγώ αυτό τό έργο θα τό πω όχι τόσο καλό όσο τυχερό. Μη σέ κουράζω δεν θα γράψω άλλο. Πολλά πράγματα που θα ’χα να σού πω μένουν στην άκρη τού φτερού αλλά ο φίλος μας ο Πιεραντόνιο, που τόν ξέρω πως μπορεί και θέλει να συμπληρώσει ό,τι δεν μπορώ, θα στο τελειώσει στα προφορικά.

   Επιτρεπτό είναι να πει σ’ αυτόν που θα τό πάρει τούτο δω όλα όσα ο άλλος τού δίνει μα από λεπτότητα δεν τό κάνει δωμέσα.

.

   (ΣΤΟΝ ΜΑΣΤΡΟ ΤΟΜΑΖΟ ΚΑΒΑΛΙΕΡΙ ΣΤΗ ΡΩΜΗ· ΦΛΩΡΕΝΤΙΑ, 28 ΙΟΥΛΙΟΥ 1533)

   Αγαπημένε μου κύριε : Αν δεν είχα πιστέψει ότι σέ είχα πείσει για τήν τεράστια, τί λέω, τήν αμέτρητη αγάπη που σού έχω, δεν θα τό ’βρισκα περίεργο ούτε θα απορούσα που δείχνεις τόση υποψία στα όσα στέλνεις κι υποψιάζεσαι επειδή δεν σού ’γραψα μην και σέ ξέχασα. Αλλά τί λέω ούτε καινούργιο είναι ούτε να ξαφνιάζομαι, αφού και όλα τά υπόλοιπα μού παν ανάποδα, να πάει κι αυτό ανασούμπαλα, γιατί αυτό που η ευγενεία σου μού λέει, τό ίδιο θα ’πρεπε εγώ να σού τό πω· ίσως όμως να τό κάνεις για να μέ τσιγκλίσεις ή για ν’ ανάψεις νέα και μεγαλύτερη φωτιά, αν μπορεί να υπάρξει μεγαλύτερη· μα ό,τι και να λες εσύ, εγώ ένα ξέρω πως θα ξεχάσω τ’ όνομά σου τήν ίδια ώρα και στιγμή που θα ξεχάσω αυτό που τρώω για να ζω· και μπα πιο εύκολα θα ξεχάσω αυτό που τρώω για να ζω, που τρέφει μόνο σώμα με τή δυστυχία, παρά τό όνομά σου, που τρέφει σώμα και ψυχή, και τά γεμίζει και τά δυο με τέτοια γλύκα, που δεν καταλαβαίνω πια ούτε πόνο ούτε φοβάμαι θάνατο όσο η μνήμη μου μέ κάνει τ’ όνομά σου να θυμάμαι. Σκέψου μονάχα αν τά μάτια μου είχαν κι αυτά μερίδιο, σε τί κατάσταση θα ήμουνα.

.

   (ΣΤΟΝ ΑΝΗΨΙΟ ΤΟΥ ΛΙΟΝΑΡΝΤΟ· ΡΩΜΗ, ΙΟΥΛΙΟΣ 1544)

   Λιονάρντο : ήμουνα άρρωστος, και συ, όπως σέ πρότρεψε ο μάστρο Τζιοβάν Φραντσέσκο, ήρθες για να μέ αποτελειώσεις και να δεις αν σού αφήνω τίποτα. Δεν είναι αρκετά δικά μου στη Φλωρεντία να σού φτάνουν; Μην τό αρνιέσαι σαν τόν πατέρα σου είσαι, που μέ πέταξε έξω απ’ τό σπίτι μου στη Φλωρεντία. Μάθε ότι έχω κάνει διαθήκη με τρόπο τέτοιο που απ’ αυτά που έχω στη Ρώμη να μην λογαριάζεις πλέον τίποτα. Και άντε στην ευχή και μην ξαναφανείς μπροστά μου, και μη μού ξαναγράψεις, και να κάνεις όπως ο παπάς.

Μικελάντζελο

.

.

.

 

.

   τέλος, ως επιστέγασμα τής παρούσας σινδόνης, και μερικά ημερολογιακότερα όλων :

   δεν θα πω σε ποιο νησί ήμουν, όπως τό απόφυγα και πέρυσι : Φέτος οι λόγοι είναι επιπλέον σαφέστεροι : θα μπορούσα βέβαια να προσθέσω με τήν ευκαιρία και τή δικιά μου πραγματεία στις ήδη υπάρχουσες περί «ανάλυσης τής κρίσης», τό ζητάει κι η εποχή, και δεν θα ’θελα σε καμία περίπτωση να θεωρήσει κάποιος πως τό γεγονός ότι απόφυγα τό θέμα, όλον αυτόν τόν καιρό, σημαίνει ότι τό θέμα δεν μέ ενδιαφέρει (συμβαίνει τό εντελώς αντίθετο)

   δεν πρόκειται όμως – θα πω λίγα μόνο :

   πήγα λοιπόν σ’ ένα μικρό νησί, και τό βασικό συμπέρασμα στο οποίο κατέληξα είναι ότι οικονομική κρίση για ένα μέρος τής ελληνικής επικράτειας δεν υφίσταται (πράγμα που θα μπορούσε από μιαν άλλη οπτική να οδηγήσει στη διαπίστωση πως εκεί ακριβώς βλέπει κανείς διάφανα μερικούς εσωτερικούς τουλάχιστον λόγους που διευκόλυναν χειραγώγησαν ή επέκτειναν τήν ολική κρίση)
   (δεν θα πω για τό τοπίο, που ήταν υπέροχο – αλλά για τό τοπίο δεν ευθύνονται οι κάτοικοι, και η συμμετοχή τού τοπίου στην κρίση είναι πολύ συζητήσιμη)
   πάντως πρώτη φορά, τουλάχιστον εγώ, έπεσα πάνω σε μια κοινότητα, με τέτοια σύμπνοια συσπειρωμένη γύρω από τήν εκδοχή τής (πρώην) ελληνικής ευφορίας πως ο καθένας πρέπει να κουβαλάει όπου πάει μαζί του και τό αυτοκίνητο – τό οποίο εννοείται ότι πρέπει να έχει – : πόσα δεν δικαιολογεί όμως (και δεν επεξηγεί) αυτό για τήν περίοδο τού έξαλλου νεοπλουτισμού που προηγήθηκε (κι απ’ τήν οποία μάλλον δεν θέλουμε να συνέλθουμε – φοβάμαι ότι τά μικροαστικά στρώματα που ορύονται ότι η χούντα δεν έπεσε τό ’73 (όσοι τούς είδαμε, στο σύνταγμα, μάλλον βεβαιωθήκαμε ότι τό ’73 ήταν ευτυχείς και σώοι και αβλαβείς) δεν εκνευρίζονται παρά για τό ότι αυτός ο νεοπλουτισμός τούς κόπηκε, και όχι για τό ότι ήτανε ψεύτικος ή βλαβερός – εξαιρούνται παντός λιβέλου οι υπάλληλες τού ιδιωτικού τομέα, (έχω υπάρξει τοιαύτη και ξέρω), αλλά αυτές μάλλον δεν ήταν φέτος για διακοπές σε νησί)
   γνώρισα πάντως και εξαιρετικούς ανθρώπους (νομίζω ότι έκανα και φίλους) ( : ένα από τά χαρακτηριστικά τού νησιού είναι ότι έχει φήμη πως τό επισκέπτονται διάφοροι δύστυχοι μονομανείς (με τήν καλύτερη έννοια τού όρου) : δεν διαψεύστηκα και σε όλα –)

.

   τό νησάκι πάντως είναι τελείως κάθετο από άποψη τοπογραφίας : και για να πας απ’ τό δωμάτιό σου στη θάλασσα πρέπει ν’ ανεβοκατέβης τό παλαμήδι ας πούμε καμιά εικοσαριά φορές. Υπάρχει (υπήρχε) βέβαια λεωφορείο, αυτό ήταν όμως επίσης πρόβλημα – για όσους πέφτουν κατά κανόνα σε ύπνο βαθύ (και δεν μιλάω ψυχαναλυτικά τώρα) η διαδικασία τού ξυπνήματος έχει μερικές πολύ στρυφνές απαιτήσεις : που σημαίνει ότι δεν χωράει εύκολα λεωφορείο στη ζωή σου πρωινιάτικα (τό «πρωινιάτικα» είναι σχήμα λόγου : ποτέ πριν τό μεσημέρι.) Προτιμώ να πηγαίνω στη θάλασσα με τά πόδια, και να ’ναι, ει δυνατόν, η θάλασσα και στα πόδια μου. Αυτό ήταν σίγουρα τό μεγάλο πλην τού νησιού.
   υπήρχαν βέβαια τά (αρκετά) δρομολόγια τού λεωφορείου αλλά αυτό, εκτός από τό ότι σέ ανάγκαζε να γίνεις μέρος θέλοντας και μη μιας χαρωπής αγέλης με τό που άνοιγες τά μάτια σου, σέ υποχρέωνε επιπλέον να έχεις στο μυαλό σου διαρκώς και τήν ώρα – πράγμα απαράδεκτο για μένα στις διακοπές τουλάχιστον. Επιπλέον, έπρεπε να ακούς, πριν καλά–καλά ξυπνήσεις, τίς μουσικές επιλογές τού λεωφορειούχου και τήν χαρωπή ελληνοπρεπή περιαυτολογία του : ήδη η επαφή με τή θάλασσα και τίς ωραίες αμμουδιές είχε υποστεί δηλαδή σοβαρότατο πλήγμα. Αλλά δεν έφταιγε τό νησί γι’ αυτό (εσύ τό διάλεξες) και στο κάτω–κάτω η κοινότητα σού ’δινε τήν εντύπωση ότι έκανε ό,τι μπορούσε για να βολέψει τίς παράλογες καλοκαιρινές ανάγκες σου –

.

   κάθε νησί έχει τούς φθόνους και τίς αντιζηλίες του : τό συγκεκριμένο τά ’χει βάλει με τό μεγάλο διπλανό που «έχει σαιζόν πέντε μήνες» (ενώ τό μικρούλι αυτό φουλάρει τόν αύγουστο, και αυτό είναι όλο : κατά τίς αφηγήσεις κατοίκων). (Δεν ήξερα γιατί δεν φουλάρει και τούς άλλους μήνες – για μένα τό νησί ήταν πανέμορφο : η θέα απ’ τό δωμάτιό μου ήταν από τίς ωραιότερες (μόνο μια φορά είχα δει ωραιότερη άποψη τού αιγαίου αλλά εκεί μόνο αφού ανέβαινες στο κάστρο, όχι από τό δωμάτιο ή τή βεράντα σου – εδώ είχα τή δυνατότητα να δουλεύω με υπέροχη διάθεση λοιπόν τίς τελευταίες (πάντα ελπίζω!) διορθώσεις τού βιβλίου μου, μαζί με τόν καφέ μου κάθε πρωί, και ήμουνα σχεδόν ευτυχισμένη, ναι για λίγες μέρες) : προλάβαμε λοιπόν να κάνουμε μερικά σεπτεμβριάτικα μπάνια μεταφερόμενοι έτσι όπως είπαμε αγεληδόν ώσπου ύστερα ξαφνικά ένα βράδυ, και χωρίς περαιτέρω διαδικασίες, ο λεωφορειούχος δήλωσε ότι τά δρομολόγια ουσιαστικά σταματούσαν : θα γινόταν δηλαδή μόνο ένα τό πρωί κι ένα τό απόγευμα, ελλείψει αρκετής και σεβαστής αγέλης. (Έτσι εξηγούνται και τά περί φουλαρίσματος ή μη, σκέφτηκα) : Τό πρώτο σοκ τό διαδέχτηκε μια προσπάθεια εκ μέρους μου ως συνήθως αφελών εκλογικεύσεων ( : αλλά ήταν μάταιο, ο παλιός γνώριμος άρχων τής ελληνικής κοινωνίας αναδύθηκε περίλαμπρος) : Στην βλακώδη μου παρατήρηση «καλά, έτσι θέλετε να μοιάσετε στους δίπλα, με τούς πέντε μήνες; Μόλις κόβεται λίγο ο κόσμος μάς κόβετε και τή θάλασσα; Και τί λογική είν’ αυτή, να πετάτε στη θάλασσα αυτούς που θέλουν να σάς επεκτείνουν τή σαιζόν;» Έπεα πτερόεντα, και μπαινάκης και βγαινάκης : η λογική του, τετράγωνη λογική εκσυγχρονισμένου οικονομολόγου βαλκανιομάγκα : «Και τί θα κάνω εγώ, θα δουλεύει τό λεωφορείο, με τόση βενζίνη, για τό ενάμιση ευρώ πού κάνεις εσύ;» Λαμπρά. Δηλώνουμε αποχώρηση και τό βράδυ στο μπαρ τό συζητάμε με έλληνες και ξένους, φανατικούς οπαδούς τής ξερολιθιάς :

   Έπρεπε να φέρετε τ’ αυτοκίνητο (αυτοί είχαν φέρει)

   Θα έρχομαι να σέ κατεβάζω εγώ

   Δεν είσαι καλά που θ’ ανεβοκατεβαίνεις για χάρη μου

   Καλά κατέβαινε τό μεσημέρι με τά πόδια και τό βράδυ θα σ’ ανεβάζω

   Μού ’φυγε τό κέφι, έπειτα εσείς φεύγετε σε λίγο, δεν θέλω να μείνω κι εγώ άλλο, άκου «τό ενάμιση ευρώ που κάνω εγώ» : η κοινότητα όμως τί λέει;

   Ποια κοινότητα, δεν υπάρχει κοινότητα : η μαγκιά τού καθενός εδώ είναι η οικογένειά του και τά σπίτια που νοικιάζει

   Άλλωστε δεν ανήκει στην κοινότητα τό λεωφορείο. Κανείς δεν ξέρει πού ανήκει τό λεωφορείο. Είναι ιδιωτική επιχείρηση. Ο λεωφορειούχος – προσθέτει ο παντογνώστης μπάρμαν – είναι ουσιαστικά στον αέρα κι εντελώς παράνομος

   Έχεις προσέξει τά εισιτήρια που κόβει; Έχεις δει να έχουνε θεώρηση από τήν εφορία; Δεν έχουν. Σκέτο κωλόχαρτο.

   (δυστυχώς από τόν θυμό μου είχα πετάξει και τό τελευταίο εισιτήριο)

   Καλά, οι υπόλοιποι δεν έχουν τήν αίσθηση ότι πρέπει να κρατήσουν τόν κόσμο που έρχεται σεπτέμβρη μήνα να τούς μεγαλώσει τή σαιζόν;

   Ποιοι υπόλοιποι; Αυτοί έχουν τά κατσίκια τους και τίς είκοσι μέρες τού αυγούστου – τούς φτάνουν και τούς περισσεύουν. Τίμιοι και ολιγαρκείς.

   Καλά, δήμος δεν υπάρχει;

   Έλα μωρέ, αστειεύεσαι; Δε μού λες, εσένα θα σού δώσουν απόδειξη για τό δωμάτιο;

   Μού ’πε ότι έκλεισε ο λογιστής του τόν αύγουστο

   Τά βλέπεις; Ένας άλλος που τούς έκανε φασαρία ακόμα στα δικαστήρια θα τρέχει

   Καλά δεν έχουν αίσθηση κοινού συμφέροντος όλοι μαζί εδωχάμω;

   Να σού φέρω ένα καινούργιο ποτό να συνέλθεις;

.

   τήν άλλη μέρα λοιπόν ετοιμαζόμαστε για αναχώρηση : η σκοτεινή τρύπα που χρησιμεύει για πρακτορείο εξυπηρετείται από ένα βαρύ μουτρωμένο αντίγραφο πρωινάδικου : η αναχώρηση από νησί όμως ως γνωστόν δεν είναι κι εύκολη υπόθεση : πρέπει να βρεις τό κατάλληλο πλοίο (έχω σκυλοπνιγεί από τούς σκυλοπνίχτες τών εφοπλιστών, για τούς οποίους επίσης δεν υπάρχει κρίση) και πρέπει να βρεις τίς κατάλληλες ώρες, και επιπλέον εγώ προσέχω και τόν καιρό : «Να ξανάρθουμε αύριο;» «Σήμερα είναι η τελευταία μέρα, κλείνουμε : από αύριο μόνο στο λιμάνι και μία ώρα πριν φύγει τό καράβι»
   : θα κάνουμε τρία χιλιόμετρα να συνεννοηθούμε, και τρία χιλιόμετρα να ξανανέβουμε, κι ύστερα τρία να ξανακατέβουμε
   ξαναπετάω τό αγαπημένο μου επιχείρημα : Καλά, έτσι θέλετε να μοιάσετε στους διπλανούς με τούς πέντε μήνες σαιζόν; Με κοιτάει φτύνοντας πρωινιάτικες γοητείες : «Δεν μάς ενδιαφέρουν καθόλου οι διπλανοί, εμείς είμαστε φίσκα τόν αύγουστο, και μάς φτάνει». (Κατά μυστήριο τρόπο) βάζω στοίχημα με τόν εαυτό μου ότι είναι η γυναίκα τού λεωφορειούχου – κάποιος θα τής σφύριξε τή χτεσινή συζήτηση στο μπαρ και φτύνει τό φτωχό μου σαρκίο τού ενός ευρού με όλη της τή δύναμη
   αναγκαστική παραμονή μερικών ημερών ακόμη – συνηθισμένα πράγματα αυτά στα νησιά : από τά περήφανα μη αγελαία μου πλέον τρία χιλιόμετρα προς τή θάλασσα έχω βγάλει και κάτι φουσκάλες, στα πόδια μου με τά οποία όπως φαίνεται εξίσου γράφω όσο και με τά χέρια, αλλά ούτε αυτό μέ πειράζει : η φουσκάλα τής κρίσης λάμπει σα φλογοβόλο πάνω από τό κεφάλι μου. Οι άλλοι έχουν αναχωρήσει, και κάποιος μού τηλεφωνεί από τό περσινό νησί τί γίνομαι (έχω κι ενοχές που τούς άφησα κι ήρθα εδώ) : εκεί φυσικά ανοιχτά όλα μέχρι τέλος και σεπτεμβρίου και  οκτωβρίου
   στο τέλος αναχωρώ και εγώ : Συμπαθής εστιατόρισσα μού ανακοινώνει ότι τά δρομολόγια τού λεωφορείου ξανάρχισαν – μια μέρα πριν φύγω. – Πώς αυτό; – Ε, είδε ότι έχει ακόμα λίγο κόσμο, ήρθαν και μερικοί καινούργιοι.

.
   να τούς χαιρόμαστε όλοι μαζί λοιπόν τούς τουριστικοφάγους συγκατοίκους μας τής άτεγκτης κρίσης και τούς εκτιμημένους εκ νέου εαυτούς μας τού ενάμιση ευρού

.

   και δεν μ’ ενδιαφέρει φυσικά να βρουν τιμωρία από μένα που μού χάλασαν τίς διακοπές μου – για τόν ίδιο λόγο, και εξαιτίας ενός παλαιόθεν ακραίου φυσικού πολιτικοασαφούς συμπλέγματος δεν θα κάνω τίποτα για τήν παράνομη κατάσταση τού λεωφορείου : θα τούς τακτοποιήσουν όμως άλλα πράγματα, είμαι σίγουρη, ή τουλάχιστον τό ελπίζω : αργά ή γρήγορα  δηλαδή θα τήν βρούνε τήν τιμωρία τους οι κατσικοαστοί – κι ίσως μάλιστα κάποια στιγμή να τούς αγγίξει και κάποιου άλλου είδους κρίση που να μετατρέψει τό ευρώ τού καθενός σε σκληρότερο νόμισμα


   (γιατί, πώς να τό κάνουμε, δεν διάλεξα εγώ ν’ ασχοληθώ με τόν τουρισμό, αυτοί ασχολούνται – και πρέπει κάποια στιγμή να μάθουν να κάνουν καλά τή δουλειά τους όλοι σ’ αυτή τήν χώρα όπου η αυθαιρεσία και τό αποφασίζομεν και διατάσσομεν όπου μάς παίρνει, θεωρείται προϊόν ονομασίας προέλευσης : στο κάτω–κάτω αν είχανε τά κότσια ας εξακολουθούσανε να χτίζουνε τίς κατοικιές τους, και να βόσκουνε τίς κατσίκες τους, και να τό παίζουνε στην πρωινιάτικη συμβία τους (όσο θα τούς παίρνει κι εκεί)  μαχαλόμαγκες : αλλά αφού δεν τούς πέφτουν κι άσχημα τά λεφτά ημών τών κουτόφραγκων πρέπει κάποια στιγμή να καταλάβουνε ως έλληνες ότι όσο και να απομυζούν υπεραξία από τό τοπίο, οι ίδιοι δεν δημιουργούνε ούτε παράγουνε πια τίποτα : υπηρεσίες προσφέρουνε, και τά συμπλέγματα τών υπανάπτυκτων που θέλουν να ’ναι σερβιτόροι με νοοτροπία μεγαλέξαντρου θα πάνε αργά ή γρήγορα νομοτελειακά περίπατο, πάει τελείωσε τό λοφίο αυτό έχει σαπίσει).

   αυτά τά λίγα ημερολογιακά κι από μένα και με τά λιγότερα ψέματα

   ας έχουμε έναν βαρύ ασήκωτο και δημιουργικό χειμώνα

.

.

.

                

.

 

.

.

.

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: