σημειωματαριο κηπων

Δεκέμβριος 22, 2010

herbert marcuse «ο μονοδιάστατος άνθρωπος» / 3η συνέχεια (+ μερικά για τή διαλεκτική τής απελευθέρωσης)

διαβάστε κι αυτό    

 .

.

μεταφράζω μερικές προτάσεις από αυτή τήν εισήγηση που ο μαρκούζε έκανε, στα πλαίσια ενός συνέδριου με θέμα «η διαλεκτική τής
απελευθέρωσης» στο λονδίνο τό 1967 : τό παραπάνω βίντεο περιλαμβάνει μόνο τά πρώτα 8 λεπτά τής εισήγησής του
(«απελευθέρωση από τήν κοινωνία τής αφθονίας») – αλλά ολόκληρο τό κείμενο (στα αγγλικά) βρίσκεται εδώ

(θα μού πει βέβαια κανείς ότι η ίδια η διατύπωση απελευθέρωση από τήν κοινωνία τής αφθονίας σήμερα ηχεί και ειρωνικά
και παράκαιρα, όταν η κοινωνία αυτή τείνει ιλιγγιωδώς πλέον να μετατραπεί σε «παγκόσμια κοινωνία τής
αμεταμφίεστης φτώχειας» : ίσως όμως όχι τόσο ειρωνικά ούτε τόσο παράκαιρα αν σκεφτούμε τίς διαπιστώσεις ακριβώς και τού ίδιου
τού μαρκούζε και τών συνεργατών του τής «κριτικής θεωρίας» για τά στοιχεία που καθορίζουν τό άτομο και τίς (αυτο)ματαιωνόμενες
κατά κανόνα
δυνατότητές του να εξεγερθεί εγκαίρως και ριζοσπαστικά ενάντια στη μεταμφιεσμένη ευημερία του – περί αυτού
ακριβώς και τά αποσπάσματα από τόν «μονοδιάστατο άνθρωπο» που ακολουθούν, και θα ακολουθήσουν)

 

   είμαι πολύ ευτυχής που βλέπω τόσα λουλούδια εδωμέσα, και γι’ αυτό θα ’θελα να σάς υπενθυμίσω ότι τά λουλούδια από μόνα τους δεν έχουν καμιά απολύτως δύναμη, άλλην από τή δύναμη τών ίδιων τών αντρών και τών γυναικών που τά φροντίζουν και τά προστατεύουν από τήν επιθετικότητα και τήν καταστροφή
   σαν φιλόσοφος χωρίς ελπίδα, και για τόν οποίο η φιλοσοφία έγινε αξεχώριστη από τήν πολιτική, φοβάμαι ότι θα σάς βγάλω σήμερα έναν λόγο μάλλον φιλοσοφικό, οπότε ζητώ τήν επιείκειά σας. Θα μιλήσουμε για τή διαλεκτική τής απελευθέρωσης (που πιστεύω ότι σαν φράση είναι στην πραγματικότητα πλεονασμός, μια που η διαλεκτική όλη είναι μια απελευθέρωση) και για τήν απελευθέρωση όχι μόνο με τή διανοητική της σημασία, αλλά για τήν απελευθέρωση που αγκαλιάζει τό σώμα και τό μυαλό μαζί, τήν απελευθέρωση που αφορά ολόκληρη τήν ανθρώπινη ύπαρξη…
 

   μιλώ εδώ για τήν απελευθέρωση από τήν κοινωνία τής αφθονίας, δηλαδή σαν να λέμε από τίς κοινωνίες τού προηγμένου καπιταλισμού. Τό πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε δεν είναι η απελευθέρωση από μια κοινωνία φτώχειας, από μια κοινωνία σε κατάρρευση, ούτε καν στις περισσότερες περιπτώσεις από μια κοινωνία τρόμου, αλλά απελευθέρωση από μια κοινωνία που σε μεγάλο βαθμό έχει αναπτύξει τίς υλικές και ακόμα και τίς μορφωτικές και καλλιτεχνικές ανάγκες τού ανθρώπου… 

   αυτό σημαίνει πως έχουμε να κάνουμε με τήν απελευθέρωση από μια κοινωνία μέσα στην οποία η έννοια τής απελευθέρωσης δεν έχει καθόλου μαζική βάση… 

   πιστεύω πως όλοι μας (και θα χρησιμοποιώ αυτό τό «όλοι μας» καθ’ όλη τή διάρκεια τής ομιλίας μου) έχουμε διστάσει πολύ, έχουμε ντραπεί πολύ, ίσως κατανοητά ντραπεί, να επιμείνουμε στα ουσιώδη, στα ριζοσπαστικά στοιχεία μιας σοσιαλιστικής κοινωνίας, να επιμείνουμε στην ποιοτική διαφορά της από τίς κατεστημένες κοινωνίες… 

   έχουμε, για να τό πούμε έτσι, καταστείλει πολλά απ’ αυτά που θα ’πρεπε να ’χουμε πει, απ’ αυτά που θα ’πρεπε να ’χουμε τονίσει… 

   εάν σήμερα αυτά τά ουσιώδη χαρακτηριστικά, αυτά τά αληθινά ριζοσπαστικά χαρακτηριστικά που θα έκαναν τή σοσιαλιστική κοινωνία να είναι η οριστική άρνηση όλων τών κοινωνιών που έχουν υπάρξει μέχρι σήμερα, εάν αυτή η ποιοτική διαφορά σήμερα παρουσιάζεται σαν Ουτοπική, σαν ιδεαλιστική, σαν μεταφυσική, ε ακριβώς μ’ αυτήν τή μορφή πρέπει να εμφανίζονται αυτά τά ριζοσπαστικά χαρακτηριστικά : αν πρόκειται ν’ αποτελέσουν πράγματι τήν οριστική άρνηση τής κατεστημένης κοινωνίας… 

   ο βάλτερ μπένγιαμιν βάζει κάπου μαρτυρίες από τίς μέρες τής παρισινής κομμούνας : πως σ’ όλες τίς γειτονιές τού παρισιού άνθρωποι πυροβολούσαν τά ρολόγια πάνω στα κωδωνοστάσια τών εκκλησιών ή τίς στέγες τών ανακτόρων ή αλλού, εκφράζοντας μ’ αυτόν τόν τρόπο συνειδητά ή και μισοσυνείδητα τήν ανάγκη που ένιωθαν ο χρόνος κατά κάποιον τρόπο να σταματήσει : πως εκείνο τουλάχιστον τό κυρίαρχο, τό κατεστημένο συνεχές τού χρόνου έπρεπε να διακοπεί, κι ένας νέου είδους χρόνος να ξεκινήσει – θέλοντας έτσι να τονίσουν με κάθε τρόπο τήν ποιοτική διαφορά και τήν ολοκληρωτική ρήξη που έπρεπε να υπάρξει ανάμεσα στην παλιά κοινωνία και τήν καινούργια… 

   μ’ αυτήν τήν έννοια θα μ’ άρεσε να συζητήσω εδώ μαζί σας για τά καταχωνιασμένα (καταπιεσμένα) προαπαιτούμενα τής ποιοτικής αλλαγής. Λέω επίτηδες «τής ποιοτικής αλλαγής» και όχι «τής επανάστασης» γιατί έχουμε ήδη δει πάρα πολλές επαναστάσεις κατά τίς οποίες τό συνεχές τής καταστολής και τής καταπίεσης διατηρήθηκε, επαναστάσεις που αντικατέστησαν απλώς τό ένα σύστημα κυριαρχίας μ’ ένα άλλο. Πρέπει ν’ αποκτήσουμε συνείδηση τών ουσιωδώς νέων χαρακτηριστικών που θα συντελέσουν στο ν’ αποτελέσει η ελεύθερη κοινωνία τήν συγκεκριμένη τήν καθαρή άρνηση τών κατεστημένων κοινωνιών – και πρέπει ν’ αρχίσουμε να τά διαμορφώνουμε αυτά τά χαρακτηριστικά, χωρίς να μάς νοιάζει πόσο μεταφυσικοί, χωρίς να μάς νοιάζει πόσο Ουτοπικοί, και θα ’λεγα ακόμα χωρίς να μάς νοιάζει και πόσο γελοίοι μπορεί να φανούμε στα μάτια τών κανονικών ανθρώπων όλων τών παρατάξεων, και τής δεξιάς και τής αριστεράς… 

   απελευθέρωση σημαίνει και προϋποθέτει ν’ ανοίξει και να ενεργοποιηθεί μια βαθύτερη διάσταση στην ανθρώπινη ύπαρξη, αυτή η πλευρά της που βρίσκεται μαζί και κάτω από τήν παραδοσιακή υλική της βάση : όχι μια ιδεαλιστική διάσταση που βρίσκεται πάνω από τήν υλική της βάση και τήν περιφρονεί, αλλά μια διάσταση ακόμα πιο υλική από τήν υλική της βάση, μια διάσταση που αποτελεί τό θεμέλιο τής υλικής της βάσης

   η έμφαση που δίνω σ’ αυτή τή νέα διάσταση δεν σημαίνει καθόλου ότι θέλω να βάλω στη θέση τής πολιτικής τήν ψυχολογία, αλλά μάλλον τό ακριβώς αντίθετο : σημαίνει τελικά ότι πρέπει να καταλάβουμε πως η κοινωνία έχει εισβάλει και στις βαθύτερες γωνιές και ρίζες τής ατομικής ύπαρξης, έχει καταλάβει ακόμα και τό ασυνείδητο τού ανθρώπου. Πρέπει να μπούμε στις ρίζες τής κοινωνίας καταδυόμενοι στα βάθη τών ίδιων τών ατόμων, τών ατόμων που, υποκείμενα στους μηχανισμούς τής κοινωνίας, σταθερά και μόνιμα αναπαράγουν τό συνεχές τής καταπίεσης ακόμα και στη διάρκεια τών μεγαλύτερων επαναστάσεων… 

   η διαλεκτική τής απελευθέρωσης, μετατρεπόμενη καθοδόν από ποσότητα σε ποιότητα, θα προκαλέσει, ας τό ξαναπώ, ένα ρήγμα σ’ αυτό τό συνεχές τής καταπίεσης, που φτάνει στη βαθύτερη διάσταση τού ίδιου τού ανθρώπινου οργανισμού… 

   τό εργαστηριακό πείραμα η επιστήμη κι η τεχνολογία θα μπορούσαν, αλλά και θα ’πρεπε κιόλας, να γίνουν ένα παιχνίδι με τίς ώς τώρα κρυμμένες – μεθοδικά κρυμμένες και μπλοκαρισμένες – δυνατότητες τών ανθρώπων και τών πραγμάτων, τής κοινωνίας και τής φύσης

   κι αυτό είναι ένα απ’ τά παλιότερα όνειρα κάθε ριζοσπαστικής θεωρίας και πρακτικής : σημαίνει ότι η δημιουργική φαντασία, κι όχι μόνο ο ορθολογισμός τής «αρχής τής αποτελεσματικότητας», μπορεί να γίνει δύναμη παραγωγική και να οδηγήσει στη μεταμόρφωση τού κοινωνικού και τού φυσικού σύμπαντος : σημαίνει ότι μια νέα μορφή πραγματικότητας μπορεί να κάνει τήν εμφάνισή της, που θα ’ναι και τό αποτέλεσμα και τό μέσο για τήν ανάπτυξη και τής λογικής και τής ευαισθησίας τού ανθρώπου

   κι εδώ θα ρίξω τή φοβερή ιδέα : αυτό θα ’ταν μια πραγματικότητα «αισθητικής φύσεως» : η κοινωνία σαν έργο τέχνης : είναι η πιο Ουτοπική, η πιο ριζοσπαστική πιθανότητα για τήν απελευθέρωση σήμερα…

μετάφραση στα ελληνικά © σημειωματάριο κήπων 2010

    

               marcuse@history.ucsb.edu

   μετά από τή διακοπή λοιπόν που μεσολάβησε διά λόγους ανωτέρας και κατωτέρας βίας, συνεχίζω σήμερα να διαλέγω αποσπάσματα από τόν «μονοδιάστατο άνθρωπο» τού χέρμπερτ μαρκούζε
   είμαστε στο 2ο κεφάλαιο (τά αποσπάσματα τής εισαγωγής και τού 1ου κεφάλαιου (από τό πρώτο μέρος) βρίσκονται εδώ και εδώ)

 

 

μέρος πρώτο : η μονοδιάστατη κοινωνία / κεφάλαιο
δεύτερο : η περιχαράκωση τής πολιτικής ζωής

 

   τά παραδοσιακά ανατρεπτικά στοιχεία έχουν εξαφανιστεί ή απομονωθεί και όσοι απειλούσαν τήν τάξη έχουν εξουδετερωθεί

   η οικονομία αλληλοκαλύπτεται με ένα παγκόσμιο σύστημα στρατιωτικών συμμαχιών, νομισματικών συμφωνιών, τεχνικής βοήθειας και σχεδίων ανάπτυξης· οι εργάτες ταυτίζονται σιγά–σιγά με τούς υπάλληλους κι οι συνδικαλιστές με τούς διευθυντές τών εργοστασίων, οι διασκεδάσεις και οι επιθυμίες τών διαφόρων τάξεων γίνονται ομοιόμορφες· μια προκαθορισμένη αρμονία βασιλεύει ανάμεσα στις επιστημονικές έρευνες και στους εθνικούς στόχους· τέλος μέσα στα σπίτια έχει εισβάλει η κοινή γνώμη και στην κρεβατοκάμαρα η τηλεόραση

   στη σφαίρα τής πολιτικής, αυτές οι τάσεις εκδηλώνονται με τήν ξεκάθαρη ή σχεδόν ξεκάθαρη εξομοίωση τών διαφωνούντων

   η εξομοίωση αυτή επεκτείνεται και στην εσωτερική πολιτική, όπου γίνεται όλο και περισσότερο δύσκολο να διακρίνουμε μια κάποια διαφορά ανάμεσα στα προγράμματα τών μεγάλων κομμάτων· έχουν τόν ίδιο βαθμό υποκρισίας και χρησιμοποιούν τά ίδια κλισέ

      

   στο βαθμό που η ατομική και δημόσια ύπαρξη έχει εμφιαλωθεί μέσα στον κατεστημένο τεχνικό μηχανισμό – που είναι τό μέσο ελέγχου και συνοχής ενός πολιτικού συνόλου όπου έχουν ενσωματωθεί οι εργαζόμενες τάξεις – στον ίδιο βαθμό είναι αναγκαία, για μια ποιοτική μετατροπή, η αλλαγή τής ίδιας τής τεχνολογικής δομής. Για να γίνει όμως μια τέτοια αλλαγή, θα έπρεπε οι εργαζόμενες τάξεις να είναι και με τήν ίδια τους ακόμη τήν ύπαρξη «α π ο ξ ε ν ω μ έ ν ε ς» απ’ αυτό τό σύνολο, θα έπρεπε να τούς φαίνεται αδύνατο να συνεχίσουν να ζουν μέσα σ’ αυτόν τόν κόσμο, θα έπρεπε να είναι γι’ αυτές ζήτημα ζωής και θανάτου η ανάγκη μιας ποιοτικής αλλαγής. Η άρνηση θα έπρεπε να προϋπάρχει τής αλλαγής. Η άποψη ότι οι ιστορικές απελευθερωτικές δυνάμεις πρέπει να αναπτυχθούν   σ τ ο   ε σ ω τ ε ρ ι κ ό   τής κατεστημένης κοινωνίας είναι ο ακρογωνιαίος λίθος τής μαρξιστικής θεωρίας

        

   οι περισσότεροι άνθρωποι δεν μπορούν πια ούτε να φανταστούν, με τή στενή έννοια, έναν κόσμο με ποιοτικά διαφορετικό λόγο και πράξη, μια και η κοινωνία καταπνίγει κάθε προσπάθεια αντίθεσης και καθορίζει τή φαντασία. Όσοι βρίσκονται στις ζώνες πείνας τής κοινωνίας τής αφθονίας γίνονται αντικείμενα τόσο κτηνώδικης μεταχείρισης που αναβιώνει τά μεσαιωνικά βασανιστήρια και μερικά άλλα πιο πρόσφατα. Όσο για τούς άλλους, λιγότερο απόκληρους, η κοινωνία απαντά στην ανάγκη τους για ελευθερία ικανοποιώντας ανάγκες που κάνουν υποφερτή κι ίσως ανυποψίαστη τή σκλαβιά

   η μηχανοποιημένη εργασία, που στο μεγαλύτερο μέρος της αποτελείται από αυτόματες και μισοαυτόματες αντιδράσεις, είναι πάντα μια απασχόληση που σκεπάζει ολόκληρη τή ζωή, είναι πάντα μια εξαντλητική, αποκτηνωτική, απάνθρωπη σκλαβιά

   αυτή η μορφή υποδούλωσης «ανώτερης ποιότητας» δεν διαφέρει ουσιαστικά απ’ αυτή που ασκείται πάνω στη δακτυλογράφο, πάνω στον τραπεζικό υπάλληλο, πάνω στον πωλητή και στην πωλήτρια που συνέχεια είναι στο πόδι, πάνω στον εκφωνητή τής τηλεόρασης. Η ισοπέδωση, η ρουτίνα, εξομοιώνουν τίς παραγωγικές με τίς μη παραγωγικές εργασίες. Ο προλετάριος τών περασμένων εποχών τού καπιταλισμού ήταν πραγματικά τό ζώο που κάλυπτε με τή δουλειά τού κορμιού του τίς ανάγκες και τίς πολυτέλειες τής ζωής, ενώ αυτός ζούσε μέσ’ στην ταπεινοσύνη και τή φτώχεια. Ήταν έτσι μια «ζωντανή» άρνηση τής κοινωνίας του. Αντίθετα, ο εργάτης τών προχωρημένων τμημάτων τής τεχνολογικής κοινωνίας, αισθάνεται πολύ λιγότερο τήν ανάγκη αυτής τής άρνησης. Όπως κι όλα τά άλλα ανθρώπινα αντικείμενα τού κοινωνικού καταμερισμού τής εργασίας, βρίσκεται σε μια πορεία ενσωμάτωσης στην τεχνολογική κοινωνία. Στους τομείς με μεγαλύτερο βαθμό αυτοματισμού, ένα είδος τεχνολογικής κοινότητας συνενώνει τά άτομα στη δουλειά τους. Η μηχανή μοιάζει να επιβάλλει στους χειριστές της έναν υπνωτικό ρυθμό

   η μηχανική διαδικασία μέσα στον τεχνολογικό κόσμο καταστρέφει ό,τι μυστικό και κρυφό έχει η ελευθερία, συνενώνει δουλειά και σεξουαλικότητα σ’ έναν αυτόματο και ασυνείδητο ρυθμικό αυτοματισμό

   οι δούλοι τού βιομηχανικού πολιτισμού μπορεί να είναι εκλεπτυσμένοι δούλοι, αλλά είναι δούλοι, γιατί η δουλεία δεν ορίζεται «από τήν υποταγή, ούτε από τή σκληρή δουλειά, αλλά απ’ τή μεταβολή τού ανθρώπου σε εργαλείο κι από τή μετατροπή του σε πράγμα» (φρανσουά περρού, 1958)

   η καθαρή μορφή σκλαβιάς είναι : να υπάρχει σαν εργαλείο, σαν πράγμα. Ακόμη κι αν τό πράγμα είναι έμψυχο, αν διαλέγει μόνο του τήν υλική και πνευματική του τροφή, ακόμη κι αν δεν καταλαβαίνει ότι είναι ένα πράγμα, ακόμη κι αν είναι όμορφο, καθαρό, ζωηρό, δεν παύει να είναι υποδουλωμένο

     

   τό επιχείρημα τής ιστορικής καθυστέρησης, ότι δηλαδή η απελευθέρωση πρέπει να γίνεται βίαια και από τήν κυβέρνηση σε συνθήκες κυριαρχικής πνευματικής και υλικής ανωριμότητας, είναι τό οχυρό τού σοβιετικού μαρξισμού· ακόμη, τό υποστήριξαν και όλοι οι θεωρητικοί τής «διαπαιδαγωγητικής δικτατορίας», από τόν πλάτωνα μέχρι τόν ρουσσώ. Είναι εύκολο να ειρωνευτούμε αυτό τό επιχείρημα, είναι όμως δύσκολο να τό απορρίψουμε : έχει τό προσόν να παραδέχεται χωρίς πολλή υποκρισία τίς υλικές και πνευματικές συνθήκες που φράζουν τό δρόμο για έναν πραγματικό και νοητικό αυτοκαθορισμό
   ακόμα, κάτω απ’ τό επιχείρημα αυτό διαφαίνεται μια ιδεολογία ανελεύθερη, μια ιδεολογία που συγκαλυμμένα λέει ότι η ανθρώπινη ελευθερία μπορεί να ανθίσει μέσα σε μια ζωή δουλειάς, φτώχειας και ηλιθιότητας

   και στο βαθμό που οι σκλάβοι διαπαιδαγωγούνται να ζουν σαν σκλάβοι, για να μένουν ευχαριστημένοι μ’ αυτή τήν κατάσταση, είναι αναγκαίο να έρχεται η απελευθέρωσή τους από τά έξω, από τά πάνω. Θα «υποχρεωθούν να είναι ελεύθεροι», θα υποχρεωθούν «να βλέπουν τά πράγματα όπως είναι, και κάποτε–κάποτε όπως θάπρεπε νάναι», θα υποχρεωθούν να μπουν «στο σωστό δρόμο», που στην αναζήτησή του βρίσκονται (ρουσσώ)
   παρ’ όλη τήν αλήθεια του όμως, τό επιχείρημα αυτό δεν μπορεί ν’ απαντήσει στο ερώτημα που γίνεται όλο και πιο πιεστικό με τόν καιρό : ποιος καθοδηγεί τούς καθοδηγητές, και ποια απόδειξη υπάρχει ότι κατέχουν «τό σωστό»; Και δεν αλλάζει τίποτα στο ερώτημα τό γεγονός ότι μπορεί να γίνει και για μερικές δημοκρατικές μορφές κυβέρνησης, όπου οι βασικές αποφάσεις σχετικά με τό τί είναι καλό για τό έθνος παίρνονται από αιρετούς αντιπροσώπους (ή μάλλον οπισθογραφούνται από αιρετούς αντιπροσώπους) – αντιπροσώπους που εκλέγονται κάτω από συνθήκες αποτελεσματικού και ελεύθερα αποδεκτού ετεροκαθορισμού. Η «διαπαιδαγωγητική δικτατορία» μπορεί να επικαλεσθεί για τήν υπεράσπισή της τό επιχείρημα (αρκετά αδύνατο άλλωστε) ότι η τρομερή κακοδαιμονία που δημιουργεί δεν είναι τρομερότερη, ούτε χειρότερη από τήν κακοδαιμονία που δημιουργούν οι μεγάλες φιλελεύθερες και αυταρχικές κοινωνίες
   όμως, αντίθετα με τίς θολές ιδεολογικές συνταγές, η διαλεκτική λογική τονίζει τό γεγονός ότι οι σκλάβοι πρέπει να είναι κιόλας   ε λ ε ύ θ ε ρ ο ι   για να διεκδικήσουν τήν απελευθέρωσή τους, προτού μπορέσουν να γίνουν τέτοιοι κι ότι ο σκοπός πρέπει να κατοπτρίζεται και στα μέσα που χρησιμοποιούνται για τήν επίτευξή του. Ο μαρξ τό έχει υπόψη του αυτό όταν λέει ότι η απελευθέρωση τής εργατικής τάξης πρέπει να είναι αποτέλεσμα τής δράσης τής ίδιας τής εργατικής τάξης. Ο σοσιαλισμός πρέπει να γίνει μια πραγματικότητα απ’ τήν πρώτη κιόλας πράξη τής επανάστασης γιατί πρέπει να βρίσκεται έτοιμος μέσα στη συνείδηση και στη δράση αυτών που κάνουν τήν επανάσταση

   η ανάπτυξη τής κομμουνιστικής κοινωνίας, σήμερα, βρίσκεται σε διαμετρική αντίθεση μ’ αυτή τήν οπτική

   η σταλινική εκβιομηχάνιση συντελέστηκε μέσα σε κατάσταση «εχθρικής συνύπαρξης» κι αυτό ίσως εξηγεί τόν τρομοκρατικό της χαρακτήρα· παράλληλα όμως έθεσε σε κίνηση τίς δυνάμεις που κάνουν τήν τεχνική πρόοδο μέσο διαρκούς καταπίεσης. Τά μέσα καταστρέφουν τόν σκοπό

   η σύγχρονη βιομηχανική κοινωνία δεν περιόρισε αλλά πολλαπλασίασε τίς παρασιτικές και αλλοτριωμένες λειτουργίες (που προορίζονται για τήν κοινωνία σαν σύνολο αλλά και για τό άτομο). Η δημοσιότητα, οι δημόσιες σχέσεις, η διαπαιδαγώγηση, η οργανωμένη σπατάλη δεν είναι πια μη παραγωγικές δαπάνες, αλλά είναι τμήμα τών βασικών παραγωγικών δαπανών

   η τέτοια διαμόρφωση τών πραγμάτων, όσον καιρό διαρκέσει, θα χαμηλώσει τήν αξία χρήσης τής ελευθερίας· γιατί στο κάτω–κάτω να θέλουμε αυτοκαθορισμό τής ζωής μας, μια και η ετεροκαθοριζόμενη ζωή είναι η άνετη ζωή κι ακόμα η «καλή» ζωή ; Πάνω σ’ αυτή τήν ορθολογιστική και υλική βάση συντελείται η ενότητα τών αντιθέτων και γίνεται δυνατή μια μονοδιάστατη πολιτική συμπεριφορά

     

   στο πιο προχωρημένο στάδιο τού καπιταλισμού, η κοινωνία είναι ένα σύστημα ελεγχόμενου πλουραλισμού, όπου οι αντιμαχόμενοι θεσμοί συνενώνονται στην εδραίωση τής εξουσίας τού συνόλου πάνω στο άτομο

   ανάμεσα στους κυρίαρχους θεσμούς δεν συμπεριλαμβάνονται όσοι τούς αμφισβητούν στο σύνολό τους. Η κυρίαρχη εξουσία προσπαθεί να θωρακίσει τό κοινωνικό σύνολο ενάντια σε κάθε άρνηση, είτε έρχεται απ’ έξω, είτε από μέσα

   ο πλουραλισμός έχει μια απατηλή ιδεολογική υφή. Δεν περιορίζει τή χειραγώγηση και τήν συναρμογή, αντίθετα τίς γενικεύει· δεν εμποδίζει τήν αναπόφευκτη ενσωμάτωση, τήν διευκολύνει. Οι φιλελεύθεροι θεσμοί ανταγωνίζονται με τούς αυταρχικούς θεσμούς στο να κάνουν τόν Εχθρό μια θανάσιμη απειλή   σ τ ο   ε σ ω τ ε ρ ι κ ό   τού συστήματος. Κι αν η θανάσιμη αυτή απειλή είναι κίνητρο για τήν ανάπτυξη τής παραγωγικότητας και τής πρωτοβουλίας, αυτό δεν συμβαίνει μόνο επειδή ο «τομέας» τής άμυνας αποκτά αποφασιστική οικονομική σημασία και επιρροή, αλλά γιατί η κοινωνία στο σύνολό της γίνεται μια κοινωνία άμυνας. Γιατί ο Εχθρός είναι διαρκώς παρών. Δεν εμφανίζεται μόνο επεισοδιακά στις στιγμές κρίσης, αλλά είναι παρών και στη φυσιολογική κατάσταση τών πραγμάτων. Είναι τό ίδιο απειλητικός σε καιρό ειρήνης όπως και σε καιρό πολέμου (ίσως τόν καιρό τής ειρήνης να είναι πιο απειλητικός)· έχει λοιπόν κι αυτός τή θέση του στο σύστημα, είναι ένα στοιχείο τής συνοχής του

   η παραφροσύνη τού συνόλου τού συστήματος δικαιολογεί τούς παραλογισμούς τών μερών του και μετατρέπει σε ορθολογιστική επιχείρηση μια σειρά από εγκλήματα ενάντια στην ανθρωπότητα

   ακόμη και οι πιο φριχτοί υπολογισμοί έχουν ορθολογισμό : για παράδειγμα, καλύτερα να εξοντωθούν πέντε εκατομμύρια άνθρωποι παρά δέκα, είκοσι, και λοιπά. Μάταια τονίζεται ότι ένας πολιτισμός που δικαιολογεί τήν άμυνά του με τέτοιους υπολογισμούς, υπογράφει τή θανατική του καταδίκη

   τά πολιτικά κόμματα συναγωνίζονται άραγε για τό ποιο θα οδηγήσει στην ειρήνη ή για τό ποιο θα κάνει τή βιομηχανία εξοπλισμού ισχυρότερη και δαπανηρότερη ; Η παραγωγή άραγε τής «αφθονίας» δουλεύει για τήν ικανοποίηση τών ακόμη ανικανοποίητων αναγκών ή αντίθετα τήν καθυστερεί ; Αν οι πρώτες υποθέσεις είναι σωστές /…/ τότε η δημοκρατία είναι τό αποτελεσματικότερο σύστημα καταπίεσης

   η εικόνα τού Κράτους τής ευημερίας που σκιαγραφήθηκε στις προηγούμενες παραγράφους έχει τά χαρακτηριστικά μιας ερμαφρόδιτης κτηνωδίας που βρίσκεται ανάμεσα στον οργανωμένο καπιταλισμό και στον σοσιαλισμό, ανάμεσα στη σκλαβιά και τήν ελευθερία, ανάμεσα στον ολοκληρωτισμό και τήν ευτυχία

     

   ακόμη κι ο καλύτερα οργανωμένος καπιταλισμός χρησιμοποιεί τίς κοινωνικές ανάγκες σαν ρυθμιστές τής οικονομίας /…/ δηλαδή συνεχίζει να συνδέει τήν πραγματοποίηση τών γενικών συμφερόντων με τίς ιδιωτικές επενδύσεις και τά ιδιωτικά συμφέροντα
   δρώντας έτσι, κρατάει ανοιχτή τή σύγκρουση /…/ ανάμεσα στην προοδευτική κατάργηση τής εργασίας και στην ανάγκη να διατηρηθεί η εργασία σαν πηγή κέρδους
   αυτή η σύγκρουση διαιωνίζει τίς απάνθρωπες συνθήκες ζωής για όσους βρίσκονται στη βάση τής κοινωνικής πυραμίδας – για όσους ζουν στο περιθώριο και για όσους είναι φτωχοί, για όσους δεν χρησιμοποιούνται και δεν είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθούν : τίς καταδιωκόμενες έγχρωμες φυλές, τούς τρόφιμους τών φυλακών, τούς τρόφιμους τών ψυχιατρικών κλινικών

   αν τα δυο μοναδικά «κυρίαρχα» κοινωνικά συστήματα στον σύγχρονο κόσμο, μοιραία, εξαρτώνται στενά τό ένα απ’ τό άλλο, αυτό συμβαίνει γιατί η ρήξη ανάμεσα στην πρόοδο και στην πολιτική, ανάμεσα στον άνθρωπο και στους αφέντες του έχει γίνει καθολική
   όταν ο καπιταλισμός συγκρούεται με τόν κομμουνισμό και τόν προκαλεί, συγκρούεται ταυτόχρονα με τίς ίδιες του τίς δυνατότητες : μπορεί να αναπτύξει με θεαματικό τρόπο όλες τίς παραγωγικές του δυνάμεις – αν τά ιδιωτικά συμφέροντα, που για λόγους κερδοσκοπικούς τόν εμποδίζουν να προχωρήσει σ’ αυτή τήν ανάπτυξη, υποταχτούν σ’ αυτές
   όταν ο κομμουνισμός συγκρούεται με τόν καπιταλισμό και τόν προκαλεί, συγκρούεται ταυτόχρονα με τίς ίδιες του τίς δυνατότητες : θεαματικές ανέσεις, ελευθερίες, μια λιγότερο πιεστική ζωή. Και τά δυο συστήματα έκαναν αυτές τίς δυνατότητες αγνώριστες. Για τόν ίδιο λόγο και στις δυο περιπτώσεις, σε τελευταία ανάλυση : αντιμάχονται μια μορφή ζωής που θα υπονόμευε τά θεμέλια τής καταπίεσης.

 

© για τή μετάφραση : «herbert marcuse / ο μονοδιάστατος άνθρωπος» μετάφραση μπάμπη λυκούδη / εκδόσεις παπαζήση 1971
1η έκδοση : one–dimensional man © boston : beacon 1964 (και : 1968, 1991 με καινούργια εισαγωγή τού douglas kellner)
( τήν επόμενη φορά : αποσπάσματα από τό τρίτο κεφάλαιο)

  

  

  

  

  

  

τό πρώτο βίντεο από μια σειρά συνεντεύξεων τού μαρκούζε, (ίσως) στην αγγλική τηλεόραση,
(από τό 3ο λεπτό και μετά απολαυστική είναι η (ευγενέστατα) ειρωνική του αντίδραση όταν ο συνομιλητής του
τόν ονομάζει «μέντορα» τών εξεγέρσεων τού ’60 : «δεν διατέλεσα μέντορας : οι φοιτητές τής γενιάς που εξεγέρθηκε δεν είχαν
καμία ανάγκη ούτε από μπαμπά ούτε από παππού για να διαμαρτυρηθούν ενάντια σ’ αυτή τήν
κοινωνία…» και ενδιαφέρον επίσης έχει σίγουρα η εξήγηση που δίνει (μετά τό 6ο λεπτό) για τήν
περιρρέουσα ατμόσφαιρα «κατά τών διανοουμένων»

  

  

  

 

Μαΐου 30, 2010

herbert marcuse «ο μονοδιάστατος άνθρωπος» / 2η συνέχεια

 

        

 

στην πρώτη συνέχεια, εκτός από μια μικρή δικιά μου εισαγωγή και τά πρώτα αποσπάσματα απ’ αυτό τό (ιστορικό αλλά ολοζώντανο) (και διάσημο (όσο κι αν τό ίδιο αντιστέκεται σ’ αυτού τού είδους τούς χαρακτηρισμούς)) βιβλίο, υπάρχουν στο τέλος και μερικοί σύνδεσμοι – πράγμα που θα συνεχίζεται σε κάθε ανάρτηση αφιερωμένη στον μονοδιάστατο άνθρωπο (άνθρωπο για όλες τίς εποχές (δυστυχώς) ουσιαστικά) τού χέρμπερτ μαρκούζε : στο σημερινό ποστ πρόσθεσα στο τέλος κι άλλα βιβλία του που έχουν εκδοθεί στα ελληνικά (να σημειώσω μόνο ότι η πρώτη εμφάνιση τού μαρκούζε στην ελλάδα έγινε στις αρχές τής δεκαετίας τού ’70 από τίς εκδόσεις κάλβος (τό έρως και πολιτισμός – τώρα υπάρχει σε μια επανέκδοση τής δεκαετίας τού ΄80) και είχε βγει κι ένα μικρό βιβλιαράκι στις εκδόσεις «ρόμβος» (ήτανε, αν θυμάμαι καλά, συμπίλημα κάποιων δοκιμίων του με τόν τίτλο «εξέγερση–αναρχισμός–μοναξιά» (δεν υπάρχει πια) : δεν πρέπει όμως να ξεχνάμε ότι οι εκδόσεις έρασμος είναι κυρίως που έβγαλαν συστηματικά βιβλία τής κριτικής θεωρίας – (δέστε για παράδειγμα μερικούς τίτλους  εδώ, εδώ και εδώ) όλες εκείνες τίς δεκαετίες πριν γίνει η «σχολή τής φραγκφούρτης» πλατύτερα γνωστή στην ελλάδα, και εκδοθούν κάποια «μεγάλα» έργα της (όπως η διαλεκτική τού διαφωτισμού τών χορκχάϊμερ & αντόρνο) και από «μεγάλους» εκδότες
η «κίνηση» (μια που μιλήσαμε και για γκουγκλίσματα αρκετά ώς εδώ) μού δείχνει ότι σάς ενδιαφέρει, κι ας διαβάζετε (οι περισσότεροι ή) οι περισσότερες (βλέπω μόνο αριθμούς!) χωρίς να γράφετε – δεν έχει σημασία, εγώ έτσι κι αλλιώς θα συνεχίσω : και για όσες και όσους μού έγραψαν, και για όσους διαβάζετε σιωπηλοί – για μένα είναι απόλυτα κατανοητές και σεβαστές και οι δύο στάσεις – εξάλλου δεν απόβλεψα στις έτοιμες δημοφιλίες ούτε στα προσωπικά μου γραφτά, τώρα, και με αφορμή τόν μαρκούζε, θα ενδιαφερθώ για τά τέτοια ;

 

 

 

πρώτο μέρος / η μονοδιάστατη κοινωνία / κεφάλαιο 1 : οι καινούργιες μορφές ελέγχου (συνέχεια)

 

είναι χαρακτηριστικός για τή σύγχρονη βιομηχανική κοινωνία ο τρόπος που καταπνίγει τίς ανάγκες εκείνες που ζητούν απελευθέρωση – μαζί και τήν ανάγκη απελευθέρωσης από κάθε άνεση, ανάπαυση και κομφόρ – και παράλληλα στηρίζει και δικαιολογεί τήν καταστροφική δύναμη και τήν καταπιεστική λειτουργία τής κοινωνίας τής αφθονίας. Ο κοινωνικός έλεγχος γέννησε τήν ακατάπαυστη ανάγκη να παράγεται και να καταναλώνεται τό περιττό, τήν ανάγκη τής αποκτηνωτικής δουλειάς που δεν είναι πραγματικά αναγκαία, τήν ανάγκη μορφών ξεκούρασης που υποβοηθούν και οξύνουν αυτή τήν αποκτήνωση, τήν ανάγκη να διατηρούνται απατηλές ελευθερίες, όπως η ελευθερία τού ανταγωνισμού ανάμεσα σε τιμές απ’ τά πριν καθορισμένες, η ελευθερία ενός αυτολογοκρινόμενου τύπου, η ελευθερία τέλος να διαλέγεις ανάμεσα στις μάρκες και στα γκάτζετς.

περιχαρακωμένη από ένα καταπιεστικό σύνολο, η ελευθερία μπορεί να γίνει αποτελεσματικό όργανο καταπίεσης

η δυνατότητα να εκλέγεις ελεύθερα αφέντες δεν εξαλείφει ούτε τούς αφέντες ούτε τούς δούλους

κι αν τό άτομο εκδηλώνει τό ίδιο με τή σειρά του τίς ανάγκες που άλλοι τού επέβαλαν, αυτό δεν σημαίνει ότι είναι αυτόνομο, απλούστατα σημαίνει ότι ο έλεγχος είναι αποτελεσματικός

ο ετεροκαθορισμός δεν αρχίζει τή στιγμή που γίνεται μαζική παραγωγή ραδιοφώνων και μηχανών τηλεόρασης, τών οποίων ο έλεγχος γίνεται εξάλλου συγκεντρωτικά. Όταν οι άνθρωποι μπαίνουν σ’ αυτή τή φάση, έχουν από πολύ πριν αλλοτριωθεί. Εκείνο που έχει τώρα σημασία είναι ότι αμβλύνεται η αντίθεση (ή η σύγκρουση) ανάμεσα στο δυνατό και στο διαδεδομένο, ανάμεσα στις ικανοποιημένες ανάγκες και στις ανάγκες που δεν έχουν ικανοποιηθεί. Αυτό που ονομάζουν εξίσωση τών τάξεων φανερώνει εδώ τήν ιδεολογική του λειτουργία : τό γεγονός ότι ο εργοδότης κι ο εργάτης βλέπουν τό ίδιο πρόγραμμα στην τηλεόραση, ότι η δακτυλογράφος ντύνεται τό ίδιο καλά με τήν κόρη τού διευθυντού της, ότι ο Νέγρος διαθέτει Κάντιλακ, κι ότι όλοι διαβάζουν τήν ίδια εφημερίδα, δεν σημαίνει κι ότι οι τάξεις εξαφανίστηκαν. Αντίθετα δείχνει μέχρι ποιο βαθμό οι καταπιεζόμενες τάξεις συμμετέχουν στις ανάγκες και τίς ικανοποιήσεις που εξασφαλίζουν τή διατήρηση τών κυρίαρχων τάξεων

μπορεί να γίνει διάκριση ανάμεσα στην ψυχαγωγία και στους εκνευρισμούς που προσφέρει τό αυτοκίνητο ; ανάμεσα στις φρικαλεότητες τής αρχιτεκτονικής και στις ανέσεις που δίνει ; ανάμεσα στη δουλειά για τήν εθνική άμυνα και στη δουλειά για να συσσωρεύουν κέρδη τά τραστ ; ανάμεσα στην προσωπική μας ηδονή και στα εμπορικά και πολιτικά συμφέροντα που σχετίζονται με τήν αύξηση τών γεννήσεων ;

βρισκόμαστε μπροστά σε μια απ’ τίς θλιβερότερες πλευρές τής αναπτυγμένης βιομηχανικής κοινωνίας : τόν ορθολογιστικό χαρακτήρα τής ανορθολογικότητάς της

στο βαθμό που μετατρέπει τόν κόσμο–αντικείμενο σε διάσταση τού ανθρώπινου πνεύματος και σώματος, η ίδια η έννοια τής αλλοτρίωσης γίνεται προβληματική. Οι άνθρωποι αναγνωρίζουν τούς εαυτούς τους στα εμπορεύματά τους, βρίσκουν τήν ψυχή τους στο αυτοκίνητό τους, στην ταινία υψηλής πιστότητας που έχουν, στο σπίτι τους με τά δύο επίπεδα, στον τεχνικό εξοπλισμό τής κουζίνας τους

σήμερα ο τεχνικός έλεγχος έχει γίνει η ενσάρκωση τής Λογικής, είναι στην υπηρεσία όλων τών ομάδων, όλων τών κοινωνικών συμφερόντων – έτσι ώστε κάθε αντίθεση να μοιάζει ακατανόητη και κάθε αντίσταση αδύνατη

η πνευματική και συναισθηματική άρνηση τού κονφορμισμού θεωρούνται σαν δείγμα νεύρωσης και αδυναμίας

τό άτομο έχει κατακτηθεί  ο λ ο κ λ η ρ ω τ ι κ ά  από τή μαζική παραγωγή και διανομή, και η βιομηχανική ψυχολογία έχει από πολύ καιρό ξεπεράσει τά όρια τού εργοστασίου

η απώλεια εκείνου τού πνεύματος όπου η αρνητική σκέψη εύρισκε τή δύναμή της – τήν κριτική δύναμη τού Λόγου – είναι τό ιδεολογικό αντίκρυσμα τής υλικής διαδικασίας με τήν οποία η βιομηχανική κοινωνία αμβλύνει και συμφιλιώνει τίς αντιθέσεις

η έννοια τής αλλοτρίωσης γίνεται προβληματική όταν τά άτομα ταυτίζονται με τήν ύπαρξη που τούς επιβάλλεται, και αφενός πραγματοποιούνται και αφετέρου ικανοποιούνται μέσα σ’ αυτήν. Η ταύτιση αυτή δεν είναι απατηλή· είναι πραγματική. Αυτή όμως η πραγματικότητα δεν αποτελεί παρά ένα ακόμα πιο προχωρημένο στάδιο αλλοτρίωσης· έγινε μ’ άλλα λόγια ολοκληρωτικά αντικειμενική – και τό αλλοτριωμένο υποκείμενο απορροφήθηκε από τήν αλλοτριωμένη του ύπαρξη : Δεν έχει πια παρά μία μόνο διάσταση, σε οποιοδήποτε τόπο και υπό οποιαδήποτε μορφή. Τά επιτεύγματα τής προόδου δεν φοβούνται μη συναντήσουν ιδεολογική αμφισβήτηση και εξάλλου αδιαφορούν για τή δικαίωσή τους : η «πλαστή συνείδηση» τού ορθολογισμού μετατράπηκε ενώπιον τών δικαστών της σε συνείδηση αληθινή

τά προϊόντα πλάθουν και καθορίζουν μια ψυχολογία. Διαμορφώνουν μια πλαστή συνείδηση που είναι ανίκανη να νιώσει τήν πλαστότητά της. Κι όταν τά προϊόντα αυτά γίνουν προσιτά σ’ ένα μεγαλύτερο αριθμό ανθρώπων και σε πολυπληθέστερα κοινωνικά στρώματα, τότε η δημοσιότητα δημιουργεί έναν τρόπο ζωής. Είναι ένας τρόπος ζωής καλύτερος από τόν προηγούμενο, και γι’ αυτό, επειδή είναι καλύτερος, αντιστέκεται σε κάθε ποιοτική αλλαγή. Έτσι διαμορφώνεται η  μ ο ν ο δ ι ά σ τ α τ η   σ κ έ ψ η  κ α ι   σ υ μ π ε ρ ι φ ο ρ ά

η «ριζική αλλαγή τού τρόπου σκέψης μας» βρίσκεται στον τρόπο που τό κυρίαρχο σύστημα εναρμονίζει όλες τίς ιδέες και τίς προσδοκίες μ’ αυτές που τό ίδιο παράγει, στον τρόπο που τίς απορροφά και στον τρόπο που απαλλάσσεται απ’ όσες είναι ασυμβίβαστες μ’ αυτό. Η εγκαθίδρυση αυτής τής μονοδιάστατης πραγματικότητας δεν σημαίνει ότι βασιλεύει ο υλισμός, ότι οι πνευματικές και μεταφυσικές ενασχολήσεις και οι μποέμικες εκδηλώσεις εξαφανίστηκαν. Αντίθετα, κυκλοφορούν πολλά «ας προσευχηθούμε μαζί αυτή τήν εβδομάδα», πολλά «γιατί να μη δοκιμάσουμε τόν Θεό;», πολλά Ζεν, πολύς «υπαρξισμός», πολλοί «μπήτνικς». Αυτές όμως οι μορφές διαμαρτυρίας και υπέρβασης δεν αντιμάχονται τό στάτους κβο, δεν αρνούνται. Αποτελούν μάλλον τό τελετουργικό μέρος ενός πρακτικού μπηχαβιορισμού, τήν ανώδυνη άρνησή του, αφομοιώνονται απ’ τό στάτους κβο γρήγορα κι αποτελούν μέρος τής υγιεινής του δίαιτας.

η μονοδιάστατη σκέψη ευνοείται συστηματικά από τούς χειριστές τής πολιτικής και από τούς προμηθευτές μαζικής πληροφορίας που οι χειριστές αυτοί έχουν στη διάθεσή τους

η κίνηση τής σκέψης αναχαιτίστηκε με φραγμούς που εμφανίζονται σαν όρια τού ίδιου τού Ορθού Λόγου

ο θεωρητικός Λόγος συμμαχεί με τόν πρακτικό Λόγο. Η κοινωνία μάχεται κάθε ενέργεια, κάθε εκδήλωση αντιπολιτευτικού χαρακτήρα· συνακόλουθα, οι έννοιες που εκφράζουν αυτές τίς εκδηλώσεις φαίνονται απατηλές, έχουν χάσει τή σημασία τους. Η ιστορική υπέρβαση μοιάζει πολύ με υπέρβαση μεταφυσική, για τήν επιστήμη λοιπόν και τήν επιστημονική σκέψη είναι ύποπτη.

η «απάτη τού Λόγου» είναι ο Λόγος που εξυπηρετεί, όπως τό έχει κάνει συχνά μέχρι σήμερα, τά συμφέροντα τής καθεστηκυίας τάξης

έρχεται σε σύγκρουση με τήν ελεύθερη σκέψη και συμπεριφορά όταν αυτή προσπαθεί να διασταλεί από τή δοσμένη πραγματικότητα και να συλλάβει τίς απαγορευμένες εναλλακτικές λύσεις. Ο θεωρητικός και ο πρακτικός Λόγος, ο ακαδημαϊκός και ο κοινωνικός μπηχαβιορισμός έχουν κοινό πεδίο δράσης : τήν εξελιγμένη κοινωνία όπου η επιστημονική και τεχνική πρόοδος γίνεται όργανο καταπίεσης

ο όρος «πρόοδος» δεν είναι ουδέτερος όρος· είναι μια κίνηση προς σκοπούς ειδικούς που τούς καθορίζουν οι διάφοροι τρόποι βελτίωσης τής ανθρώπινης ζωής. Η προχωρημένη βιομηχανική κοινωνία βρίσκεται κοντά στο στάδιο εκείνο όπου, αν διαρκέσει η πρόοδος, η τωρινή διεύθυνση και οργάνωσή της θα αναστατωθούν. Τό στάδιο αυτό θα έρθει όταν η υλική παραγωγή θα αυτοματοποιηθεί σε τέτοιο βαθμό που θα είναι δυνατό να ικανοποιηθούν όλες οι βασικές ανάγκες, με χρόνο εργασίας ελάχιστο

στο επίπεδο αυτό, η τεχνική πρόοδος θα υπερφαλαγγίσει τό χώρο τής αναγκαιότητας όπου ήταν μέσο εκμετάλλευσης και καταπίεσης, και όπου η λογική της περιοριζόταν σε καλούπια. Η τεχνολογία τότε θα υποταχτεί στο ελεύθερο παιχνίδι τών δυνατοτήτων τού ανθρώπου στην πάλη για τήν ειρήνευση τής φύσης και τής κοινωνίας. Ο Μαρξ ένα τέτοιο στάδιο οραματιζόταν όταν μιλούσε για τήν «κατάργηση τής εργασίας»

μια ποιοτική μεταβολή θα απαιτήσει ακόμα τή μεταβολή τών τεχνικών βάσεων που στηρίζουν αυτή τήν κοινωνία – τών τεχνικών βάσεων που επιτρέπουν στους οικονομικο–πολιτικούς θεσμούς να επιβάλλουν στον άνθρωπο μια «δεύτερη φύση». Η τεχνική τής βιομηχανοποίησης είναι τεχνική πολιτική, και, σαν τέτοια, έρχεται σε άμεση αντίθεση με τούς στόχους τού Λόγου και τής Ελευθερίας

σ’ αυτό τό στάδιο αντί για αφθονία και ελευθερία έχουμε εισβολή τής καταπίεσης σ’ όλες τίς σφαίρες τής ατομικής ζωής, ενσωμάτωση από μέρους της κάθε αντίθετης τάσης, και απορρόφηση όλων τών κινημάτων ιστορικής αμφισβήτησης. Ο τεχνολογικός ορθολογισμός εκδηλώνει τόν πολιτικό του χαρακτήρα όταν γίνεται ο μέγας αγωγός τής τελειότερης καταπίεσης, οικοδομώντας έναν βαθειά ολοκληρωτικό κόσμο

(συνεχίζεται)
© για τή μετάφραση : «herbert marcuse / ο μονοδιάστατος άνθρωπος» μετάφραση μπάμπη λυκούδη / εκδόσεις παπαζήση 1971
1η έκδοση : one–dimensional man © boston : beacon 1964 (και : 1968, 1991 με καινούργια εισαγωγή τού douglas kellner)

 

 

       

 

 

 

σύνδεσμοι :

η international marcuse society, κατάλογος με βιβλία τού μαρκούζε στα ελληνικά, η σελίδα του από τό σάιτ τού douglas kellner τό αφιερωμένο στην κριτική θεωρία (και η εισαγωγή τού ίδιου για τόν μαρκούζε εδώ)

 

 

 

  

  

 
     marcuse@history.ucsb.edu

 

 

 

 

 

Μαΐου 17, 2010

t. s. eliot «burnt norton» : η μετάφραση {πάλι}

 

       

 

κουαρτέτο για γραφτή φωνή   
/ burnt norton

 

1.

 

 

Παρόν παρελθόν παρόντα ίσως στον μέλλοντα
Κι ο μέλλων να εμπεριέχεται στο παρελθόν
Αν όλοι οι χρόνοι είναι πάντοτε παρόντες
Όλος ο χρόνος είναι αιωνίως ανήλεος.
Ό,τι θα ήταν είναι μια αφαίρεση
Και παραμένει δυνατότητα εις τόν αιώνα
Σε έναν κόσμο μόνο που τόν σκέφτεσαι
Ό,τι θα ήταν, κι ό,τι ήταν
Τείνουν προς ένα τέλος, αιωνίως παρόν.

Ηχούν στη μνήμη βήματα που πέφτουνε
Κάτω σε έναν δρόμο που δεν πήραμε
Κι όλο προς μία πόρτα που δεν άνοιξε
Και βγάζει στις τριανταφυλλιές. Ηχούν τά λόγια μου
Και στο μυαλό σου με αυτόν τόν τρόπο.
                                                                      Όμως προς τί
Να ανακάτευα τή σκόνη μες στην κούπα με ξερά ροδόφυλλα;
Δεν έχω ιδέα.
                       Κι άλλα πράγματα αντηχούν
Και κατοικούν στον κήπο. Λες να πάμε;
 

Άντε και γρήγορα, είπε τό πουλί
Και να τούς βρεις, πήγαινε να τούς βρεις,
Κρύβονται στη γωνία. Από τόν πρώτο φράχτη,
πίσω. Μέσα στον πρώτο μας τόν κόσμο. Λες να πάμε;
Ν` αφήσουμε τήν κίχλη να μάς ξεγελάσει
Μέσα στον πρώτο κόσμο που είχαμε,
Ήταν εκεί, αξιοπρεπείς κι αόρατοι,
Κινούνται μα δεν βιάζονται, πατάνε φύλλα πεθαμένα,
Στη φθινοπωρινή τή ζέστη, και στου αέρα τόν σπασμό,
Κι έτσι μιλούσε τό πουλί, σαν ν` απαντούσε στην
Ανάκουστη τή μουσική που κρύβονταν στους θάμνους
Και η αχτίνα τού ματιού αόρατη έψαχνε για τριαντάφυλλα,
γιατί έχουν όψη λουλουδιών άξια να τά κοιτάξεις.
 

Ήταν εκεί σαν να `ταν ξένοι, να τούς δέχεσαι, να δέχονται,
Κι εμείς κινούμαστε, κι αυτοί,
κανονικός σχηματισμός,
Όλοι διασχίζουμε τόν άδειο χώρο, προς τόν κύκλο
που μέσ` σε κύβο λες έχει τ` αγκάθια
Να ρίξουμε και μια ματιά στην ξεραμένη τή λακκούβα τού νερού.
Να `ναι στεγνή η νερολακκούβα,
Να `ναι στεγνό και τό τσιμέντο,
Να `χει και χρώμα κει στις άκρες,
Και να `ν` γεμάτη η λακκούβα
με τό νερό απ` τό φως τού ήλιου
Και οι λωτοί να ανεβαίνουν,
ήσυχα, ήσυχα πολύ,
Κι η επιφάνεια να γυαλίζει
απ` τού φωτός τά φυλλοκάρδια
Κι εκείνοι πίσω μας να στέκουν
Και να τούς βλέπω στο νερό.
 

Ύστερα ένα σύννεφο ήρθε,
Και η λακκούβα είχε αδειάσει. Άντε, να φύγεις, είπε τό πουλί,
Τό δέντρο γέμισε παιδιά,
Που ξαναμμένα κρυφτό παίζουνε,
Κρύβουν τό γέλιο τους πολύ,
Άντε, φύγε, φύγε, είπε τό πουλί : οι ανθρώποι
δεν αντέχουν τήν αλήθεια για πολύ.
 

Μέλλον και παρελθόν και ό,τι θα `ταν
και ό,τι ήτανε στ` αλήθεια,
Τείνουν προς ένα τέλος μόνο
που είναι πανταχού παρόν.

 

 

 

{ : είναι μια μετάφρασή μου που είχα ανεβάσει (πειραματικά) στο άλλο σημειωματάριο, τό τεχνών· έκτοτε διαπίστωσα ότι έχει μονίμως θαυμαστές (ή θαυμάστριες) – δεν βγάζω φύλα από τήν κίνηση! – και, πάντως, μια περίεργη (και ευχάριστη – οφείλω να ομολογήσω) ζήτηση : πολλές φορές γκουγκλίζονται ολόκληροι στίχοι της, ίσως για να έρθει με σιγουριά η συγκεκριμμένη μετάφραση : έτσι σκέφτηκα να τήν ανεβάσω και στους κήπους  – πάντως μπορείτε να πάτε και στην αρχική δημοσίευση για περισσότερες πληροφορίες και περί τού ποιήματος και περί τού έλιοτ και, βέβαια, για τό αγγλικό πρωτότυπο – δεν θέλω να τά επαναλάβω εδώ και όλα – μια που τή μετάφραση τήν παραθέτω χωρίς καμιά αλλαγή από τό πρώτο εκείνο πείραμα τού περασμένου αύγουστου (ένας χρόνος σχεδόν…) }

αν πάτε όμως και στο μπαράκι με τίς μουσικές (και τά άλλα) κάτω δεξιά (τό vodpod δλδ στα widgets – στη 2η σελίδα) θα βρείτε και τήν πηγή τών ποιημάτων (πηγή ή έμπνευση ή έναυσμα, κατά τόν ίδιο τόν έλιοτ) : αποσπάσματα δηλαδή από τά τελευταία κουαρτέτα τού μπετόβεν – τήν πιο δύσκολη μουσική που έγραψε, και που δεν τήν άκουσε ποτέ – μόνο, φυσικά, μέσα του…

[εκτός από αυτήν τήν εξαιρετική εκτέλεση που θα τήν δείτε κατευθείαν από εδώ γιατί – κάποιος απαγόρεψε τή μεταφύτευση]

 

 

 

   

 

 

  

Μαρτίου 30, 2010

επιτάφιο μπλουζ

 

 

      δε λέω, ωραίο είναι τό ω γλυκύ μου έαρ (και τό πού έδυ σου τό κάλλος), πολύ ωραία ποίηση : εμένα μ’ αρέσουν όμως και άλλα πιο μοντέρνα επιτάφια, και λέω να βάλω σήμερα εδώ ένα – λόγω τών ημερών : δεν μπορώ να τό αρνηθώ δηλαδή ότι (για μερικές μέρες) μού επιβάλλεται κι εμένα – όσο αδιάφορη κι αν είμαι για τά θρησκευτικά αυτού τού είδους η θρηνητική άνοιξη μ’ όλ’ αυτά τά τραγούδια που διαχέουν μια πρωτόγονη αρχαία παγανιστική και άκρως προχριστιανική θλίψη : τό συγκεκριμένο γράφτηκε από έναν ομοφυλόφιλο, όπως θα διαβάσετε όμως στις πληροφορίες που δίνει ο σύνδεσμος στο τέλος δεν είναι σίγουρο ότι αφορούσε κάποιον όντως νεκρό φίλο στην προσωπική του ζωή – έτσι γίνεται άλλωστε κατά κανόνα η ποίηση [τό ίδιο όπως και μεσαιωνικός εκείνος ποιητής, καλόγερος μάλλον, (που πολύ θα ήθελα να ήτανε ο θαυμάσιος εβραιοσύρος μάγος – ο ρωμανός που δεν ήξερε καν ελληνικά – αλλά μάλλον κάποιος άλλος ήτανε) τήν ώρα που ‘γραφε τόν θρήνο μιλώντας σα γυναίκα είναι σίγουρο πως κυρίως τήν φαντασία του θα ‘βαλε να δουλέψει – για να μπορέσει να ξαναστήσει στα πόδια της εκείνην που απευθύνεται στο πεθαμένο της αγόρι με τό «γλυκιά μου άνοιξη εσύ»…]

      τό αγγλόφωνο επιτάφιο ή πένθιμο μπλουζ λοιπόν που βάζω σήμερα τό είδαμε ίσως οι περισσότερες να λέγεται στην ταινία τέσσερεις γάμοι και μια κηδεία και ίσως κιόλας από κει οι περισσότεροι να τό πρωτομάθαμε (έτσι γίνεται διάσημη η τέχνη πλέον, άμα τής κάνει τήν χάρη τό σινεμά ή η τηλεόραση – ) : επειδή όμως εκείνη η μετάφραση στους υπότιτλους δεν μέ κάλυψε λέω να παραθέσω μια ως πρώτη (και μάλλον τελευταία) δοκιμή, εδώ δικιά μου :

  

Να σταματήσουν τά ρολόγια, να κοπούνε τά τηλέφωνα
να μη γαυγίζουν τά σκυλιά που παίζουν με τά κόκκαλα
τά πιάνα να σιωπήσουν και τά τύμπανα να βγουν
να βγει έξω τό φέρετρο και οι μοιρολογίστρες να θρηνούν

Ψηλά να κάνουν κύκλους τά αεροπλάνα και να κλαίει ο ουρανός
να γράψει πάνω εκεί ψηλά τό νέο ότι Αυτός είναι νεκρός,
τά ταχυδρομικά τά περιστέρια να κρεμάσουν μαύρο κρέπι
κι οι ταχυδρόμοι να φορέσουν μαύρα γάντια πρέπει.

 ♥

Εκείνος ήτανε ο Νότος κι ο Βορράς μου, και η Δύση μου κι η Ανατολή
Η κυριακάτικη αργία μου και η βδομάδα μου η καθημερινή
Η νύχτα μου, τό μεσημέρι μου, ο λόγος μου κι η μουσική
Κι εγώ σκεφτόμουν ότι ο έρωτας είναι αιώνιος – ήτανε λάθος σκέψη αυτή.

  ♣

Είναι αχρείαστα τώρα τ’ αστέρια : να τά σβήσετε όλα.
Διαολοστείλτε τό φεγγάρι και τόν ήλιο να ξεχαρβαλώσετε
Χύστε στερέψτε τά πελάγη και τά δάση να ξεθεμελιώσετε
Τίποτα πια δεν μπορεί να ’ναι για καλό, αυτό να νιώσετε.

w. h. auden / funeral blues
  

  

κι εδώ τό αγγλικό πρωτότυπο τού ώντεν  κλικ και στην εικόνα ◊

  

  

  

  

και η σκηνή από τήν ταινία :

  

  

(δεν ευθύνομαι γι’ αυτούς τούς υπότιτλους στο έργο εγώ)
πάντως τά ελληνικά και τά αγγλικά στο ποίημα είναι τουλάχιστον νομίζω σαφή : λοιπόν καλές διακοπές και καλή ξεκούραση στους λίγους καλούς και τυχερούς φίλους τών κήπων που ταξιδεύουν αυτό τό πάσχα

 

 

 

 χρήσιμες πληροφορίες περί τού ποιήματος εδώ
η φωτογραφία επάνω, από τό βλογ τού baron blaa 

  


 kurt schwitters : relief in the blue square
© 1998-2008
The Roland Collection & Pira Intl.

  

  

 

 

 

 

 

 

 

Μαρτίου 22, 2010

εθνοδιεγερτικά : οδυσσέας δεσμώτης

 

    

                                                                              δεν φεύγει να γλυτώσει 

      πάρχει μια καταπληκτική ιστορία σε σχέση με τίς τελευταίες μέρες τού οδυσσέα όταν είχανε πάει να τόν πιάσουνε και στείλαν τ’ αποσπάσματα δηλαδή τού γκούρα, κι είχαν αποφασίσει οι καλαμαράδες να τόν κάνουνε πέρα για να μπορέσουν να συνεχίσουνε ανενόχλητοι : ο ανδρούτσος τότε είχε προνοήσει να κάνει εκείνην τήν καταπληκτική και ωραία σπηλιά όπως λέγεται (κανείς δεν ήξερε πού βρίσκεται και είχε μέσα όλα όσα εκείνος ετοίμαζε για τό κράτος που έλπιζε να φτιαχνόταν : μετά τό μεσολόγγι όπου έφτιαξε τήν πρώτη εφημερίδα τού ελεύθερου κράτους – όταν τό ελεύθερο κράτος συρρικνωνόταν και συμβολιζόταν και υπήρχε μόνο μέσα σε κείνην τήν πολιορκημένη πόλη με τό τειχαλάκι – μάζευε ό,τι άγαλμα εύρισκε – κάναν κι ανασκαφές όσο μπορούσαν μέσα στον πόλεμο – για τό μουσείο, τό πρώτο μουσείο τού κράτους όταν θα τό ’φτιαχναν : μπορεί λοιπόν να φανταστεί κανείς πώς θα ’τανε μέσα της αυτή η σπηλιά : μπορεί να φανταστεί μες στο σκοτάδι τό λευκό τών κούρων και τό λευκό τών κοριτσιών που βαδίζουν αργά έως ακίνητα περιμένοντας κάτι που δεν έγινε : κι η σπηλιά αυτή ακόμα δεν έχει βρεθεί : φυλάξαν καλά τό μυστικό της οι άνθρωποί του – : και ο τρελλώνης) : όταν πετάξαν τόν οδυσσέα απ’ τά βράχια τής ακρόπολης (μετά τά βασανιστήρια) – εκεί που ’ναι η πιο απότομη μεριά – δώσανε μάχη μαζί του, αν και τόν είχαν γερά αλυσσοδεμένο : ποτέ δεν συγκατατέθηκε αυτός ο όμορφος άντρας στον θάνατο – ίσως γιατί είχε τόσα να κάνει εδώ : γιατί εγώ (όπως έλεγε στο γράμμα του στους γαλαξειδιώτες) από τότε που θυμάμαι τόν εαυτό μου μόνο τούρκους εσκότωνα : κι όμως δεν είχα ανάγκη, γιατί έχω τ’ αρματολίκι μου εγώ και θα μπορούσα να ζήσω πλουσιοπάροχα με τούς τούρκους μαζί : κι όμως όχι ακριβώς τότε ελεύθερος : κι έτσι ακούω τόν δαίμονα που έχω μέσα μου και που μού λέει ότι δεν μπορώ να ζήσω ευτυχισμένος άμα δεν είμαι ελεύθερος κι άμα δεν είναι όλοι τό ίδιο ελεύθεροι, (τό ίδιο κι εσείς) : κι έτσι ο δαίμονάς μου μού έλεγε και πάντοτε τούρκους εσκότωνα.

      Αλλά δεν εσκότωνε μονάχα τούρκους : ήταν τόσο μοντέρνος που σήμερα θα τόν θεωρούσαμε αναρχικό εντελώς, και δεν υπήρχαν τότε ακόμα τά ονόματα : ήξερε όμως ότι η ελευθερία δεν είναι ζήτημα φυλής ειδικά : δεν είναι ζήτημα αίματος ειδικού : τό αίμα χύνεται σε κάθε περίπτωση όταν σκοπεύεις τό απλησίαστο : ήξερε ότι ο αγώνας γίνεται επίσης εναντίον τών πλούσιων ομοφύλων του και υπέρ τών φτωχών ομοφύλων του : ήξερε ότι αυτό που τόν ενδιέφερε μαζί με τήν ελευθερία ήτανε κι η ισότητα επίσης : κι αν δεν ήξερε τίς λέξεις είχε τό μυαλό να ξέρει τά νοήματα : πώς μπορείς να είσαι ελεύθερος όταν δεν έχεις τόν χρόνο σου και τό σώμα σου τελείως δικό σου, να είσαι ευτυχισμένος εσύ όπως ευτυχισμένοι μπορείτε να γίνετε όλοι ; πώς μπορείς να ’σαι ελεύθερος όταν είσαι φτωχός ενώπιον άλλων πιο πλούσιων ; που θα σού πιουν τό αίμα όπως ακριβώς και οι τούρκοι αυτοί ; (Σ’ αυτές τίς παγίδες πέφτουν μόνο οι σημερινοί επειδή αυτός έχασε επειδή χάσαμε επειδή κερδίσανε οι καλαμαράδες). Υπάρχει ένα δημοτικό γι’ αυτόν (τά ελληνικά τραγούδια τά ’χουν πολύ αγαπήσει ας πούμε οι γάλλοι, και τά διασώσανε (αλλά κι οι γερμανοί)) (ίσως δεν υπάρχει δεύτερο, ή δεν διασώθηκε δεύτερο από στόμα σε στόμα) (γιατί μέχρι να καταγραφούν υποκύπτουν τά τραγούδια στις δειλίες τών ανθρώπων – κι αυτή είναι η διαλεκτική τού χρόνου στην προφορική τέχνη απλώς) : και τό τραγούδι τελειώνει με τό εκπληκτικό αυτό δίστιχο :

 

δεν στο ’πα εγώ Δυσσέα μου δεν στο ’πα εγώ παιδί μου
με τήν Βουλή μην πιάνεσαι και τούς καλαμαράδες –

 

      Σημάδι ότι όλοι ξέραν καλά τί συνέβαινε. Και μόνο αυτός δεν μπορούσε να φανταστεί ότι μπορεί τό αίμα να μην είναι αίμα και τά λεφτά να χωρίζουν τούς ανθρώπους τό ίδιο όπως και οι φυλές : τό ίδιο όπως τό αίμα : Πώς μπορώ να μιλήσω για τόν ανδρούτσο τώρα : Όλες οι ιστορίες που τόν τυλίγουν είναι τόσο περίεργες συνταρακτικές και ανείπωτες : Η ιστορία του με τήν γυναίκα του που ήταν ερωτευμένος μαζί της και τό παιδί τους που τό ’βγάλαν μαζί Λεωνίδα : (Κι έχουμε και κείνον τόν τρελλό τόν Τρελλώνη που τίς έχει διασώσει όσο μπόρεσε : μήπως αυτός δεν ήτανε άλλου είδους ταραχή ; ένας σκωτσέζος αριστοκράτης θεότρελλος (με τί χιούμορ εξελληνίζοντας τό όνομά του τού αποδώσαν αυτήν ακριβώς τήν ιδιότητά του αυτού τού Trelawny) που θεότρελλος ακριβώς έτρεχε πάνω–κάτω παντού όπου υπήρχε επανάσταση – ένας ακτιβιστής ρομαντικός και ακράτητος που έτρεχε παντού όπου υπήρχε εξέγερση μέχρι να ερωτευτεί τόν ανδρούτσο : και να μείνει εδώ : έμεινε μαζί του στη σπηλιά του μέχρι τό τέλος του : ο τρελλώνης τού τρελλώνη κι έπειτα έφυγε για τήν σκωτία κι έγραψε τότε γι’ αυτά : ) (Πώς, η κυρία ελένη φτωχή και μόνη στο λονδίνο ; κι ο γιος τού οδυσσέα ; αυτό τό παιδάκι σκοτωμένο στη βιέννη, δολοφονημένο από άγνωστους ; ) (Λες κι ήταν δυνατόν ν’ αφήσουν τόν Λεωνίδα ταγμένον πριν απ’ τήν γέννησή του κιόλας να φυλάξει τά λίγα στενά που υπήρχαν εδώ, έστω απλώς και μόνο να επιζήσει) (παρ’ όλ’ αυτά λένε ότι κάποιος τό ζωγράφισε τό παιδάκι αυτό πριν τήν εποχή που τό σκότωσαν : δεν είδα, (νομίζω δεν είδε κανείς) τήν εικόνα αυτή, ποιος να ψάξει απ’ τό κράτος αυτό (κι ούτε θέλει και κανένας να δει και τή φάτσα τού ανδρούτσου παιδί) (και παιδί ξεκούραστο χωρίς καν τά βάσανα τού μπαμπά του στο πρόσωπο και που μεγάλωνε (σε ορφανοτροφείο ίσως μεν) αλλά γελαστό είμαι σίγουρη και στοχαστικό και ίσως κιόλας μαζί, ή και έτοιμο, με τά άλλα παιδιά (τών αγωνιστών λέει η είδηση στο ίδιο ίδρυμα – φτιαγμένο λες ένα ίδρυμα από πριν για τόν θάνατο – όχι τών ίδιων αυτών τών μικρών αλλά τών μεγάλων τών πατεράδων τους) και αν υπήρχε μεγάλη ανάγκη και για τών ίδιων και τών μικρών, αν φαινόντουσαν έτοιμοι με τά άλλα παιδιά από τότε, αν τό αίμα τους ή τό βλέμμα τους ή τό μικρό προσωπάκι τους έδειχνε τί στο μέλλον μπορούσε να γίνει)). (Με περίεργο τρόπο επαναλαμβάνεται η ιστορία (για όποιον θέλει να δει) : έλληνες σκότωσαν κι ένα άλλο παιδάκι που κι εκείνο ήταν ύποπτο (χρόνια πιο πριν) ύποπτο και εκείνο και διάδοχο μιας απελευθέρωσης που θα μπορούσε να έρθει (να συντελεστεί δηλαδή πάλι πάνω στις στάχτες) και με στόχο πάλι τό ξαναχτίσιμο που αυτοί τό φοβώνταν από τήν ίδια τή στιγμή που καίγαν τήν πόλη και τήν γκρεμίζαν συθέμελα : και έτσι γκρεμίσανε και τόν εγγονό μιας γριάς από τά τείχη, ακριβώς ίδια όπως αργότερα θα γκρεμίζαν και τόν πατέρα τού λεωνίδα από τά δικά τους τά τείχη : και εδώ στην αθήνα όπως και εκεί στην τροία τά ίδια να τρέμουν : μόνο που ούτε ο λεωνίδας ούτε ο οδυσσέας είχανε τότε κοντά μια γυναίκα να πάρει τά σώματα και να τά κλάψει (μέσα στα χέρια της) όπως τό ’κανε ο ευριπίδης

  

      

 

      γιατί είναι απίστευτα αποσβολωτικό τό μοιρολόϊ αυτής τής γιαγιάς έτσι ρεαλιστικό όπως τό ’κανε : Σκέψου μονάχα τή σκηνή εκείνη δηλαδή τήν ώρα εκείνη επί τής σκηνής : μπροστά μας έχουμε τήν εκάβη, τήν κασσάνδρα, τήν παλιά ανδρομάχη, τήν παλιά ελένη, και όλες τίς άλλες τριγύρω τους (που προορίζονται να μπουν στα καράβια και να μεταφερθούν πλέον σκλάβες τών βαρβάρων εκείνων ελλήνων (περίεργο που ’πανε τόν ευριπίδη μοναχά μισογύνη και δεν τόν είπαν μαζί και μισέλληνα) έτσι όπως είναι λοιπόν η γριά ρημαγμένη νικημένη ηττημένη φορώντας καμμένα κουρέλια πάνω εκεί στη σκηνή ) όταν τής φέρνουν τόν εγγονό της (κάποιος τόν φέρνει, με ελάχιστο ίσως έναν οίκτο στα μούτρα του) τής τόν δίνουν να τόν κρατήσει λοιπόν για ελάχιστα, λίγο, στα χέρια της, τσακισμένον όπως τόν πέταξαν από τήν τρωαδική εκείνη ακρόπολη : τό τρελό θέαμα, ένα παιδί στην αρχή τής ζωής του να παραμορφωθεί εντελώς απ’ τόν θάνατο :

αχ τό σπασμένο αυτό κοκκαλάκι στο χέρι του
λέει κλαίγοντας, πρέπει να κλαίει
μέσ’ απ’ αυτό τό σπασμένο τό κόκκαλο μού γελάει ο χάρος :

      κι ύστερα τό μοιρολόϊ ασχολείται με τόν φόβο τών άλλων : σημάδι ότι υπάρχουν τριγύρω της συνεχώς στρατιώτες : γιατί σ’ αυτούς γυρίζει λοιπόν και φωνάζει (τούς έλληνες)

Βρε σεις δειλοί : τί φοβηθήκατε από ένα μωράκι ;
Φοβιτσιάρηδες που φοβηθήκατε ένα μωρό :

      δεν έσπασε : Θα σπάσει θα ακουστούν τά κλάματά της δηλαδή ασυγκράτητα τήν ίδια τή στιγμή που θα θυμηθεί και θα μιμηθεί τή σκέψη τού παιδιού και τή γλώσσα του :

Μωράκι μου, θα τού πει ξαφνικά,
μωρό μου εσύ που τό πρωί όταν ξύπναγες
ερχόσουν και χωνόσουνα τρέχοντας στο κρεβάτι μου
κι έμπαινες κάτω απ’ τά σεντόνια μου και τρέχοντας
κούρνιαζες πάνω μου μ’ αγκάλιαζες
και μού ’λεγες Γιαγιά μου εγώ σέ αγαπάω πάρα πολύ
γιαγιάκα και θα λυπηθώ πολύ εγώ
θα λυπηθώ πάρα πολύ εγώ γιαγιά όταν πεθάνεις.

      και μ’ αυτό γονατίζει απ’ τά κλάματα. Τί να πεις τώρα μετά, μπορεί κανείς (κι άραγε αξίζει) να προσπαθεί οποιοσδήποτε να ξαναγράψει μετά απ’ αυτόν ;

      Πάντως όμως στην βιβλιοθήκη τού σπιτιού υπήρχε ένα βιβλίο που μιλούσε για μια ιστορία η οποία είναι πολύ συγγενική και θλιβερή και υγρή απ’ τά κλάματα και εξίσου καλοειπωμένη σχεδόν με τά λόγια εκεινού τού θηρίου : μόνο που τώρα αυτός που αφηγείται (δεν είναι θέατρο εδώ) τά λέει σε μία γυναίκα (και εκείνη τά γράφει και τά λέει επομένως (τώρα) εκείνη σε μάς) λοιπόν όποιος τά λέει είναι τώρα γέρος πολύ, ήτανε δηλαδή ένας γέρος που τά είχε ακούσει όταν ήταν ο ίδιος παιδί και τού τά είχε πει (δεν είναι θέατρο αυτό, αν και ήταν ειπωμένα με τόσο ωραία αφήγηση και από τόσο έξοχο αφηγητή που γινόταν στο τέλος σαν να ’τανε θέατρο, με τήν σκηνογραφία τού χώρου τού πολύ ανοιχτού, και περίκλειστου πάλι, και τό πλήθος (τριγύρω του) σαν έναν χορό που κινούνταν αναποφάσιστος, και δεν ήξερε και κείνος τί θέλει (γύρω από κείνον που ήξερε περίφημα τί ήθελε) όλοι τότε σαν παραπαίοντας (εκτός απ’ αυτόν, που μολονότι γύριζε πίσω, ήξερε ότι έχει φύγει εντελώς (και μολονότι έχοντας εκτοξευτεί μέχρι τόν χρόνο αυτόν που σού μιλάω τώρα (και πιθανώς να τό έβλεπε) όμως δεν μπορούσε ούτε αυτός να πιστέψει πως έχοντας φύγει απ’ τόν χρόνο του ήταν μαζί και απόλυτα δέσμιος τού χρόνου, και τής κακίας, και τής απίστευτης εκείνης μικροψυχίας και αναξιότητας τής δικιάς του εποχής)) όντας όλοι στο τέλος επάνω σε άλογα) γέρος τότε πια εκείνος ο γέρος που τά έζησε, και που θέλησε προς τό τέλος πιθανόν τής ζωής του σε ένα παιδί να τά πει :

      [ Και έτσι δεν ήτανε ούτε από κακή όραση, ούτε από συμβιβασμό προς τόν θάνατο (αλλά μόνο από κάτι που θα μπορούσε κανείς να τό πει σαν ανείπωτο πείσμα στο να μην καταλάβεις και να μην θεωρήσεις και τόσο ισχυρή ή απόλυτη τήν μικροψυχία τής δικής σου (αποκλειστικά) εποχής ) που έγινε τόσο ανείπωτα κι απίστευτα (και βαθειά και πλατειά) ευριπίδεια φωκνερική παπαδιαμαντική και στανταλική αυτή η σκηνή : ]

 

      ίμαστε, λέει, όλοι μαζί τριγύρω του όταν ήρθαν να τόν πάρουνε και να τόν πιάσουν (εγώ τώρα τά λέω τά μεταφέρω δηλαδή όπως τά θυμάμαι από τήν αφήγηση αυτηνής : ) Είδαμε τούς ανθρώπους τού γκούρα που ξέραμε ότι τόν αγαπούσε παλιά : και τόν είχε κάνει πρωτοπαλλήκαρο κάποτε : και φοβηθήκαμε ότι θα πέσει δηλαδή στην παγίδα : και μαζευτήκαμε όλοι τριγύρω του εκεί στην σπηλιά, κι ο τρελλώνης μπροστά πιο μπροστά από όλους αυτός, και όλοι τού λέγαμε να μην βγει απ’ τήν σπηλιά : και να τούς πολεμήσουμε τούς καλαμαράδες, και τούς απεσταλμένους και τούς ανθρώπους τους και τόν γκούρα και όλους : που ’ταν και τό πρωτοπαλλήκαρό του παλιά : κι εκείνος είπε, ή εννόησε, ή εξήγησε : Θα πάω στο κράτος μας : έχουμε κράτος πια τώρα : γι’ αυτό πολεμήσαμε : αυτό περιμέναμε : σ’ αυτό θα πάω τώρα να μέ δικάσει – κι έχω εμπιστοσύνη : τά είπε ή τά εννόησε αλλά τά καταλάβαμε όλοι : Και βγήκε ο οδυσσέας τότε έξω, και βγήκαμε όλοι έξω μαζί, κι οι άλλοι οπισθοχώρησαν γιατί τόν φοβήθηκαν : και δεν έλπιζαν ότι θα βγει, και νόμιζαν ότι θα γίνει μάχη κι ότι θα σκοτωθούνε πολλοί : κι αυτός τότε πλησίασε τούς ανθρώπους τού γκούρα και είπε :

      Εμένα θέλετε, ορίστε, πάρτε με να μέ δικάσετε. Κι αυτοί τού είπανε :

      Πώς να σέ πάρουμε καπετάνιο ;

Κι αυτός τούς είπε :

      Δέστε με.

Κι αυτοί τού είπαν : Πώς να σέ δέσουμε καπετάνιο, δεν
      μπορούμε.

Κι αυτός απάντησε : Εγώ θ’ ανέβω στ’ άλογό μου κι εσείς να
      μέ δέσετε

      Και τόν κοιτάζαν που ανέβηκε στο άλογο. Και δεν τόν έδεσαν, δεν μπορούσε κανείς. Και ανεβήκαμε κι εμείς στα άλογα και φύγαμε τριγύρω του όλοι μαζί. Και όλοι τρέχαμε καλπάζοντας αργά–αργά, απ’ τή λύπη. Ούτε κι εκείνοι τού γκούρα τρέχαν πολύ περισσότερο και μέναμε όλοι πίσω του τότε, αργά.

      Αλλά ο οδυσσέας δεν μπορούσε να πηγαίνει αργά με τό άλογο. Κι ο διάολος μέσα του τέτοιος που ήτανε, τόν τσιγκλούσε να τρέχει και να φεύγει μακρυά. Κι ύστερα, αφού έκανε μια βόλτα και τόν χάναμε από τά μάτια μας λίγο ώς πέρα, ξαναγυρνούσε αυτός παιχνιδίζοντας και μάς πλησίαζε πάλι γελώντας και συγκρατώντας τό άλογο, και δείχνοντάς μας με τόν τρόπο του ότι ήθελε παρέα να τρέξουμε έστω για λίγο και εμείς μαζί.

      Κι εμείς είμαστε λυπημένοι, και πηγαίναμε αργά, σαν να τού κάναμε τήν κηδεία και να μην ήταν πια μπροστά μας εδώ, κι αυτός μετά από λίγο ανυπόμονος πάλι απομακρυνόταν γελώντας και παίζοντας : και χανόταν για λίγο με τό άσπρο τό άλογο στην κοιλάδα εκεί μέσα βαθειά, πριν τόν ξαναδούμε να παίρνει τή στροφή και να έρχεται και να γυρίζει ξανά και όλοι μας λέγαμε τότε από μέσα μας

      Δεν φεύγει θε μου να γλυτώσει.

απόσπασμα από τό μυθιστόρημα βιογραφίες αγνώστων
 
η αφήγηση που αναφέρεται στο κείμενο : από τό βιβλίο τής Ειρήνης Σπανδωνίδου : «Τραγούδια τής Αγόριανης» (Αθήνα, Πυρσός, 1939) 
ξαναβρήκα τίς επιστολές τού ανδρούτσου στο βλογ κλεφτουριά μια που δεν έχω μαζί μου τά βιβλία τώρα (και μού ’κανε κι ένα καλό, γιατί μπορώ να διορθώσω εδώ ένα λάθος τής μνήμης (μου) : τά περί τόν «δαίμονά του» δεν είναι στο γράμμα του προς τούς γαλαξειδιώτες [ 22 μαρτίου 1821 // σαν σήμερα δηλαδή… ] ( : … Τί τή θέλουμε, βρε αδέρφια, τούτη τή πολυπικραμένη ζωή, να ζούμε από κάτω στη σκλαβιά και τό σπαθί τών Τούρκων ν’ ακονιέται εις τά κεφάλια μας ; Δεν τηράτε που τίποτα δεν μάς απόμεινε ; /…/ Ότι θα κάνομε πρέποντας, είναι να τό κάμομεν μιαν ώρα αρχύτερα γιατί ύστερα θα χτυπάμε τό κεφάλι μας… Μια ώρα πρέποντας είναι να ξεσπάσει αυτό τό μαράζι, όπου μάς τρώγει τήν καρδιά ) αλλά σ’ εκείνο προς τόν αναστάσιο λόντο : ( Μολονότι εκέρδιζα εν καιρώ Τουρκίας, ο διάβολος μου μού αφήρεσεν αυτήν τήν κλίσιν… ) και νά ένα μέρος αυτής τής επιστολής, φωτοτυπία από τό phorum.gr
 
    

 

οι φωτογραφικές ανατυπώσεις τών επιστολών : από εδώ  
η εικόνα τού Ανδρούτσου στο άλογο : από τή σελίδα δημοτικό σχολείο γραβιάς 
η φωτογραφία τής επιστολής τού Κριεζώτη προς τόν Κωλέττη, από τή σελίδα  αργυρό εύβοιας 

  

  

 

 

 

 

 

 

 

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: