σημειωματαριο κηπων

Ιουλίου 12, 2012

μπέρμπον

.

.

.

.

 αρχίζουν σήμερα οι συνηθισμένες διακοπές στους κήπους και γω σάς αφήνω με μια
καλοκαιρινή σελίδα από μυθιστόρημα

.

   Λοιπόν, όπως σού είπα, ο Μίκυ που δούλευε τότε τό μπαρ ήταν ερωτευμένος μ’ ένα αγόρι – αλλά μονάχα για τό καλοκαίρι εκείνο – ύστερα, όσον καιρό τόν ξέρω (τόν ξέρω χρόνια τώρα) μόνο με γυναίκες πάει. Τόν Λάρη (όπως σού εξήγησα) τόν έβλεπα όμως, και μ’ έβλεπε κι αυτός, αλλά δεν τού ’δινα και σημασία καμιά : δεν ήταν και ο τύπος μου, κι έπειτα σού εξήγησα, ήμουνα πια αλλού εγώ, και δεν είχα καμία διάθεση να τά φτιάξω με άλλον – Εκείνος όμως μού τά έριχνε με επιμονή. Ένα βράδυ ήτανε και χαριτωμένος, σχεδόν, θα μπορούσες να πεις αλλά τό βράδυ τό ίδιο ήταν εφιαλτικό : Όπως σού είπα είχαμε πιει ήδη πολύ, και μάς πήρε ο Μίκυς στο σπίτι του μετά τό μπαρ να πιούμε κι άλλο : είχε επισκέψεις από τήν αθήνα καινούργιες έναν τύπο σαν τόν γιούλ μπρύνερ με σκουλαρίκι, που ’χε φέρει μαζί του τά πάντα : Τό μόνο που τόν θυμάμαι να κάνει (εκτός από τό να μιλάει και να λέει βλακείες – εφιαλτικές όμως ήτανε – ) είναι να ξύνει συνεχώς έναν τάκο, όλο τό βράδυ : τσιγάρα καίγανε μονίμως (και συνέχεια) γύρω από τό τραπέζι, τό ένα πιάναμε τό άλλο αφήναμε : ο Μίκυς μάς έβγαζε κατά διαστήματα από τό ψυγείο σταφύλια και φρούτα χαμογελώντας σαν πτώμα (ήταν συνέχεια πτώμα εκείνον τόν καιρό) : δεν πίστευα ποτέ ότι θα έπινα τόσο πολύ χωρίς να κλατάρω : Έπινα και δεν καταλάβαινα τίποτα, ήταν σαν εφιάλτης η φωνή τού καραφλού ηχούσε συνέχεια. Εκ παραλλήλου από δίπλα μου, αγνοώντας τον (αλλά και μην αγνοώντας τον) ο Λάρυ γελούσε και μού τά ’ριχνε συνεχώς : – Γιατί δε θες παιδί μου; μού έλεγε. Χάνω εγώ, αλλά χάνεις κι εσύ, να τό ξέρεις. (Αυτή ήταν η καλύτερη ατάκα που ’χα ακούσει ποτέ απ’ τό στόμα του. Κατά τ’ άλλα μιλούσε κι όλο σαχλαμάρες έλεγε. Όλο μέ πείραζε και μού ’κανε αστεία. Κι η σοβαρή του συζήτηση θα ’ταν για τίς ταινίες που τού αρέσουνε : ήταν μπασκετμπολίστας σινεφίλ : υποτίθεται ότι είχε δει τά πάντα (όντως, είχε δει και μερικές ταινίες που εγώ τίς είχα χάσει. Αλλά όπως αποδείχτηκε, κι αυτός, πολλές που έπρεπε, και που είχα δει εγώ, αυτός δεν τίς ήξερε.)) Ο καραφλός με τό σκουλαρίκι ήταν από τήν αρχή πολύ σοβαρός : Θέλω παρτούζα σήμερα, είπε ξύνοντας τόν τάκο. Εγώ τότε δεν κατάλαβα ότι απ’ τό πολύ που ’χα πιει τά ’κουγα όλα διπλά κι αντί να τού δώσω μια απάντηση να τό βουλώσει, τόσο πολύ είχα χαζέψει εντελώς, που κοίταξα τόν Μίκυ τρομαγμένη. Αυτός μού χαμογέλασε και μού ’κανε ένα νόημα με τά μάτια, αλλά δεν ήταν και πολύ σαφές τί σήμαινε. Θα σού ’λεγα να μέ πεις ηλίθια που τρόμαξα, αν δεν ήξερα καλά ότι ήτανε από τίς παρενέργειες αυτές τής υπερκατανάλωσης : θα ’πρεπε να τού πω δύο λογάκια, αλλά τό μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να δείχνω με τόν τρόπο μου ότι τόν φτύνω. (Η άλλη δίπλα μου μιλούσε με τόν φίλο τού Μίκυ που ’ξερε γερμανικά, και δεν καταλάβαινε τίποτα.) Πες με ηλίθια, αλλά πήρα μια τρομάρα : τρόμαξα πολύ : όλα μεγεθύνθηκαν, ξέρεις με τόν γνωστό τρόπο, ιδιαίτερα όταν ο φαλακρός μονολόγησε (ξύνοντας, όλο έξυνε) μ’ ένα χαμόγελο σαν να ’λεγε στον εαυτό του : Τί να σάς πω, η πιο καυτή μου φαντασίωση ήτανε πάντα αυτή, να ’μαστε πέντε, και να ’ναι δύο, σ’ ένα δωμάτιο και να τίς βιάσουμε. Ο Μίκυ μού χαμογελούσε σαν φάντασμα (αλλά είχα και τήν εντύπωση ότι κοιμότανε όρθιος κι ότι δεν μ’ έβλεπε, κι ότι σαν να χαμογελούσε στον τοίχο) ο Λάρυ μού μίλαγε συνεχώς αγνοώντας τόν άλλον (αλλά και μην αγνοώντας τον), η άλλη δίπλα, δεν ήξερε ελληνικά και γι’ αυτό δεν καταλάβαινε τί συνέβαινε κι ό,τι θυμάμαι απ’ αυτό τό βράδυ ήταν ο τρόμος μου : έπινα και σκεφτόμουνα βρε τά καθάρματα, άκου τούς πούστηδες. Πολύ καιρό μετά κατάλαβα, ότι, επειδή είχα πιει πολύ τά μεγαλοποίησα όλα τόσο που τά άκουγα τριπλά και τετραπλά, με ηχώ, με αντήχηση, βάθος και ύψος, ξέρεις πώς είναι.

   Τήν άλλη μέρα ο Μίκυ στη θάλασσα μού χαμογέλασε τρυφερά έτσι μού φάνηκε κάτι τέτοιο δεν τό ’χε ξανακάνει ποτέ, και αυτό είδα στο ύφος του : σαν τή φιλία που στερεώθηκε, σαν ν’ απόκτησε έναν φίλο κι αυτός, σαν να ’ταν σίγουρος πια, κάπως έτσι. Κάτι τέτοιο κατάλαβα, αλλά δεν ξέρω εντελώς και τί ήταν : Αυτό ειδικά δεν τό συζήτησα μαζί του ποτέ. Θέλουν κι αυτοί βέβαια τίς επιβεβαιώσεις τους, κόσμος μπαίνει, κόσμος βγαίνει, πού να ξέρουν; Σίγουρα μέ εκτίμησε που έφυγα και πήρα και τήν άλλη – όχι τίποτα βίαιο, φύγαμε στην ώρα μας, (η άλλη η χαζή, μην έχοντας πάρει χαμπάρι από τίποτα, φεύγοντας τούς είπε και thank you, τόσο γελοία κατάσταση) αν και ο γιουλ μπρύνερ δεν τά παράτησε καθόλου εύκολα από ένα σημείο και μετά είχε αρχίσει να μιλάει σε μένα μόνο, ρίχνοντας διάφορα έτσι στον αέρα, ενώ ο Λάρυ από δίπλα μου μ’ έψελνε (αγνοώντας τον) : και γελούσε : Μέχρι που στο τέλος μάς ξέβγαλε και στην πόρτα, ήταν ο μόνος που ’φτασε ώς τήν πόρτα μαζί μας : περίεργος τύπος, ώς τήν πόρτα με τόν τάκο στα χέρια, δεν τόν άφηνε στιγμή, ξύνοντας συνεχώς : Έλα ρε, σού λέω είναι καλά, είναι πολύ καλά, κάτσε μη φεύγεις, μην τό κάνεις αυτό τό λάθος. (Η άλλη δίπλα μου ιδέα, πανευτυχής όλο χαμόγελα, thank you boys, να λέει, see you tomorrow). Ο Λάρυ από τό μέσα δωμάτιο γελούσε σαν τρελός.

   Εκείνο τό βράδυ είχα μια περίεργη ανακάλυψη : είχα πιει τόσο πολύ : και δεν έφτανε η κούραση, δεν είχα καταλάβει και τίποτα. Μού φαινότανε ότι ήμουνα εντελώς κανονική και νηφάλια. Μόνο τεντωμένη βέβαια. Κι η Κίρστι να θέλει να κάτσουμε στα σκαλάκια τού ξενοδοχείου της έξω, πριν πάει για ύπνο. (Τί ξενοδοχείο, τής είχε παραχωρήσει κάποιος τή σοφίτα ενός ξενοδοχείου που μόλις χτιζότανε, και που δεν είχε και φως, κι έμενε τζάμπα – θα τόν φιλοξενούσε στο βερολίνο αυτή αργότερα – αυτές ήταν οι τράμπες : ) δεν ήθελε να πάει στο δωμάτιό της με τίποτα, φοβόταν τή μέρα αυτή ειδικά τό σκοτάδι, κι είχε καυλώσει επιπλέον κιόλας : φώναζε στη μέση τού δρόμου έναν τύπο που τά ’χανε φτιάξει τό καλοκαίρι κι είχανε ήδη χωρίσει, και τόν φώναζε νά’ρθει : είχε κάτσει στη μέση τού δρόμου και φώναζε Δημήτρη, Δημήτρη, oh. Τό νησί ήταν έρημο, οι τελευταίοι είχαν μπει μέσα, οι πρώτοι δεν είχαν βγει. Τήν παράτησα τέλος. Πηγαίνοντας για τό δωμάτιό μου δεν συνάντησα άνθρωπο. Ήμουνα σε περίεργη κατάσταση – ήρεμη, και συγχρόνως τεντωμένη. Ανέβηκα σκάλες, μπήκα μέσα, έβγαλα κλειδιά, κλείδωσα, όλα κανονικά. Άρχισα να αισθάνομαι σαν υπνωτισμένη σιγά–σιγά απ’ τή στιγμή που μπήκα στο δωμάτιο. Έκανα ντουζ και κουτούλησα μια–δυο φορές, αλλά τίποτα τό ιδιαίτερο : μέ απασχολούσε τό ότι ήμουνα τόσο νηφάλια : Πώς γίνεται, έλεγα, τόσο πολύ μέ τσαντίσαν τά καθάρματα που δεν κατάλαβα τίποτα; Ούφο έπρεπε να βλέπω τώρα μπροστά μου, έχω πιει τά κέρατά μου. Κι εγώ τό μόνο που σκέφτομαι είναι τόν καθίκη τόν φαλάκρα που μέ τσάντισε : άκου θράσος τό κάθαρμα να μέ απειλήσει ότι θα μέ βιάσουν πέντε σ’ ένα δωμάτιο : κι οι άλλοι γελούσαν, δεν τού ’δινε κανείς σημασία, αυτός ο γελοίος ο Λάρης τί έλεγε, κι εγώ γιατί τρόμαξα; Τέτοια σκεφτόμουνα καθώς πηγαινοερχόμουνα στο δωμάτιο μέχρι που ξάπλωσα. Πλυμένη αρωματισμένη κι είχα συνέλθει. Ξάπλωσα ανάσκελα κι έκλεισα τά μάτια : Θυμάμαι έβαλα τά χέρια πλάϊ στα πόδια ήσυχα, πολύ ήσυχα, σαν παιδάκι υπάκουο, και ξάπλωσα ακίνητη κοιτώντας τό ταβάνι, και περιμένοντας να κοιμηθώ, και τότε τό ταβάνι ήρθε προς τό μέρος μου κι εγώ προς τό μέρος του, και πέταξα και κολύμπησα μερικά μέτρα πιο ψηλά από τά σεντόνια, χωρίς βάρος : μόνο πόροι και απορία [από τόν πλανήτη ελευθερωμένη]

.

.

   [Ελευθερωμένη απ’ όλα τους] Έτσι πρέπει να είσαι όταν είσαι κανονικός δηλαδή. Ο Λάρυ μέ πολιόρκησε κάνα χρόνο. (Στο κουΐξο τής αθήνας πια τώρα είμαστε). Τό ’χε πάρει απόφαση ότι δεν γίνεται τίποτα, μέχρι που ’χα πάει και με κάποιον άλλον μια μέρα εκεί – όχι ότι ήτανε τίποτα σημαντικό αυτός ο άλλος : ετοιμαζόμουνα κιόλας να τόν χωρίσω. (Μετά τόν παράλλο δεν υπήρχε πια τίποτα. Διάφορες σχέσεις. Έβλεπα συσκευή τηλεφώνου και μ’ έπιανε σύγκρυο. Αλλά τά λάθη–λάθη και οι χωρισμοί–χωρισμοί). Λοιπόν εκείνη τή μέρα που ’χα πάει μ’ αυτόν τόν χαζό στο κουΐξο συνέβη κάτι περίεργο – σχετικά με τόν Λάρυ, αυτό σού διηγούμαι τώρα : Ξέρεις πώς είναι η μπάρα, τεραστίων διαστάσεων και στρογγυλή σαν έλλειψη στη μέση εκείνου τού μαύρου κενού : Κι είχε κόσμο τό μπαρ, αυτό να τό σημειώσεις, δεν είχε ησυχία : Καθόμαστε οι δυο μας με τόν τύπο (αδιάφορος σχεδόν μού ήτανε) και μιλάγαμε, κι απέναντι, μέσα απ’ τήν μπάρα πηγαινοερχόταν ο Μίκης με τούς υπόλοιπους. Κοιτούσα τήν παρέα μου εγώ, με τόν Μίκυ τά ’χαμε ήδη πει, δεν τού ’δινα πια σημασία. Ήταν κόσμος σού λέω, δεν είχε ησυχία. Κι από ποτά, τό μπέρμπον μας, τίποτ’ άλλο. (Μπέρμπον λόγω φώκνερ, έτσι τό ξεκίνησα, σαν πλάκα, σαν προσπάθεια να τόν καταλάβω λίγο καλύτερα, – και σ’ αυτό – κι ύστερα κόλλησα. (Είχα ρωτήσει μια φορά τόν Μίκυ ποιο είναι τό πιο δυνατό ποτό που έχει, να τό δοκιμάσω (πίναμε τότε σαν τρελοί) κοίταξε γύρω του, σκέφτηκε λίγο, κι ύστερα ξεράθηκε στα γέλια : Αυτό που πίνεις εσύ ρε συ, μού λέει, δεν έχει δυνατότερο.) Όντως, πολύ ωραίο ουΐσκυ, πηχτό λίγο.) Λοιπόν απλώς ξύδια, νηφάλιοι κανονικοί. Έχει τή σημασία του, γι’ αυτό στο λέω. Και ξαφνικά ακούω μια φωνή. Να κλαίει και να θρηνεί. Ίσως υπερβολές, αλλά εν πάση περιπτώσει, να μιλάει με πόνο μες στ’ αυτί μου. Από δεξιά μου η φωνή, από μέσα από τήν μπάρα : Γυρίζω και βλέπω τόν Λάρυ : Είχε έρθει, δεν ήτανε πριν εδώ. Είχε έρθει κι είχε μπει μέσα, με τόν Μίκυ, να σερβιριστεί. Μόλις ήρθε δηλαδή. Ούτε τό πέτσινο δεν είχε βγάλει. Δεξιά μου, δίπλα μου σχεδόν, αλλά μέσα από τήν μπάρα, ένα μέτρο απόσταση. Γυρνάω απ’ τή φωνή, τούς κοιτάω, σιωπηλοί : Δεν μίλαγε κανένας τους : Αλλά η φωνή ήταν τού Λάρυ, κι έκλαιγε. Έκλαιγε ο Λάρυ. Τούς κοίταξα καλά–καλά : Είχαν τό ύφος φίλων που συνεννοούνται χωρίς να μιλάνε : Όρθιοι μπροστά στον πάγκο, φτιάχναν τό ποτό του, τά κεφάλια τους γερμένα και σχεδόν ακουμπισμένα, σιωπηλοί : Ξέρεις πώς είναι, καταλαβαίνεις όταν κάποιος δεν έχει μιλήσει εδώ και ώρα : Δεν μέ κοιτούσαν. Ο Μίκυ έφτιαχνε τό ποτό μ’ ένα ύφος γεμάτο κατανόηση και θλίψη, και τό κεφάλι του γερμένο στο κεφάλι τού φίλου του σαν να ’θελε να τόν στηρίξει, κι εκείνος : α, εκείνος για πρώτη φορά κάτι άλλο, άνθρωπος επιτέλους κανονικός, δεν ξέρω πώς να τό πω : θλιμμένος, αλλά ούτε καν αυτό, σαν μια μαυρίλα κι ένας θυμός και θλίψη μαζί να βγαίναν από τό πρόσωπό του : δεν γίνεται να σού τό πω, αν δεν σού περιγράψω τή φωνή που άκουσα, γιατί αυτή ακριβώς ήταν τό ζήτημα : Αλλά δεν ήταν απ’ τήν άλλη μεριά και φωνή : απλοποιώ πολύ τά πράγματα όταν τά λέω έτσι : μία βαβούρα ήτανε, σαν ένα βουητό από πάθος και κλάμα μαζί, και ούτε κλάμα, σαν τήν ηχητική αποτύπωση τής ενόχλησης μέσω ενός συστήματος γραφής αλλιώτικου που δεν έχει βρεθεί και δεν τό ξέρουμε : αυτό όσο άκουγα : κι ύστερα, όσο κοιτούσα, σαν να ’βλεπα και κάτι που δεν βλέπω : όχι αυτά που λένε οι ινδουϊστές, τρίχες και μαλακίες, χρώματα και τέτοια : μα τούς καταλαβαίνω όμως κιόλας, όταν τά λένε έτσι, γιατί αυτό που λένε, μόνο με λέξεις τέτοιες μπορεί να λεχθεί : ήταν σαν να εκπέμπουν χρώματα στη φάτσα τους κι οι δυο, μόνο που τίποτα δεν ήταν χρώμα, δεν φαινότανε : ήταν κανονικοί, αλλά σαν να ’ταν ένα φίλτρο πάνω τους από ήχο, ήταν κάτι που δεν τό βλέπεις, κι όμως, τό βλέπεις να φωνάζει, σαν μόρια ύλης που μεταστρέφονται σε βουητό, σαν τήν εξίσωση τού αϊνστάϊν : Με λίγα λόγια άκουγα τή σκέψη τους μόνο με τό να βλέπω : αν ήθελα να μεταφράσω – αφελώς – (γιατί η σκέψη είναι πολύ πιο πολύπλοκη απ’ τά ηλίθια λόγια) τά δυο κεφάλια τό ’να πάνω στ’ άλλο σκυμμένα, τού ενός θυμωμένο και τού αλλουνού κάπως με στοργή, επικοινωνούσαν μεταξύ τους με τή σκέψη και μόνο, λέγοντας περίπου αυτό : – Ε, αυτό πια δεν τό ανέχομαι, κοίτα την, θηρίο γίνομαι, μ’ άλλον έχει έρθει πάλι, εμένα γιατί δεν μέ θέλει ρε πούστη; – Τί να σού κάνω αγόρι μου, σέ καταλαβαίνω, άστηνε, τό δικό της θα γίνει έτσι κι αλλιώς, εγώ πάντως σού συμπαρίσταμαι. Ξέχνα την τώρα, εγώ σ’ αγαπάω, κοίτα να δεις ποτό που σού φτιάχνω. Ξέχνα το συμβαίνουν αυτά – σέ καταλαβαίνω απόλυτα.

   Ήμουν συγκλονισμένη μ’ αυτό τό συμβάν τηλεπάθειας, δεν μού ’χε ξανασυμβεί (έτσι τουλάχιστον νόμιζα), γύρισα λοιπόν προς τόν άλλον κι είπα να τούς ξεχάσω, αλλά ό,τι και να μού ’λεγε, δεν μπορούσα να συγκεντρωθώ. Και κάτι άλλο που μέ συγκίνησε, σημαδιακό : Ήταν η μοναδική φορά που ο Λάρυ δεν μέ ενόχλησε καθόλου, πήρε τό ποτό του κι εξαφανίστηκε, ούτε που τόν ξανάδα εκείνο τό βράδυ. (Γιατί, όλες τίς άλλες φορές, πάντα ερχότανε, αν μιλούσα με κάποιον, και μάς ενοχλούσε : Κι είχε τό θράσος να λέει κιόλας Μήπως ενοχλώ; Ναι ασφαλώς ενοχλείς, τού έλεγα εγώ, και δεν έφευγε εύκολα. Ξεκουμπιζόταν με δυσκολία και εξαιρετική δυσαρέσκεια.) Λοιπόν, από τή μέρα εκείνη και μετά, λες κι έγινε κάτι που δεν μπορούσα να τό καταλάβω : τόν έβλεπα με συμπάθεια πια, και τόν σκέφτηκα δυο–τρεις φορές με έκπληξη : και τήν επόμενη φορά πήγα μόνη μου. Δεν ήρθε. Έφυγα. Να μην στα πολυλογώ, συναντηθήκαμε τήν τρίτη φορά. Τό κουΐξο ήταν γεμάτο, ο Μίκυ στα πολύ πάνω του μέσα στην μπάρα, εκείνος έπινε μόνος του κοιτώντας ψηλά, ως συνήθως, στη γωνία (γωνία τού κύκλου εκεί), πήγα εκεί κι έκατσα δίπλα του. Έκατσα τρόπος τού λέγειν, δεν υπήρχανε ελεύθερα σκαμνιά, όρθιοι είμαστε. Πήρα τό ποτό μου κι αναγκαστικά ακουμπήσαμε ώμο με ώμο : Γύρισε και μέ κοίταξε από πάνω που ’τανε τό κεφάλι του, κοίταξε προς τά κάτω σαν να κοιτούσε στο ίδιο επίπεδο με κείνον όμως – αυτό ήταν που πάντα μού άρεσε. Γεια σου, τού είπα. Τί πίνεις; Εγώ τά γνωστά, πίνουμε μαζί, για σήμερα λέω ή δεν θέλεις; Κοίταξε τό ταβάνι και γέλασε. Σήκωσε τό ποτήρι του και ήπιε κοιτώντας τό ταβάνι. Ύστερα ξανακοίταξε προς τό μέρος μου σαν να κοιτούσε στο ύψος του : Χα, είπε. Πίνουμε μαζί για σήμερα. Δεν τό πιστεύω. Τί έπαθες εσύ σήμερα;

   Κάτσαμε πλάϊ–πλάϊ όρθιοι. Άρχισε να μιλάει για σινεμά σαν τρελός. Γελούσε.

   Τήν πρώτη μέρα που κοιμηθήκαμε μαζί (και μού άρεσε που λίγο πριν τελειώσει είπε φωνάζοντας, (κι η φωνή του ήτανε πολύ βραχνή και σφίγγοντάς με, καίγοντας) Να χύσω κι εγώ τώρα; Εγώ να χύσω τώρα;) όπως είμαστε ακίνητοι μπρούμυτα και οι δύο, αγκαλιασμένοι χαλαρά, άκουσε ένα σούρσιμο στην εξώπορτα και σηκώθηκε και πήγε να τήν ανοίξει γυμνός και ένα γατάκι τρύπωσε μέσα : μικρό τρυφερό και πανέμορφο. Νιαούρισε και τρίφτηκε στην πατούσα του. Τό χάϊδεψε με τά δάχτυλα και τού φώναξα βγάλτο έξω, δεν αντέχω. Έκλεισε τήν πόρτα διώχνοντάς το μαλακά. Μού ’ρθε να βάλω τά κλάματα. Μ’ αγκάλιασε και τού ’πα για τό γατί μου. Μ’ αγκάλιασε σα ζεστή γαζέλα ή σα ζεστός ελέφαντας.

.

.

ήταν μια σελίδα από τό ανέκδοτο μυθιστόρημα «μέρες τοπίου»

.

καλό καλοκαίρι σε όλους
οι κήποι, ως συνήθως τέτοια εποχή, θα παραμείνουν δυο μήνες ανενεργοί, προς άγραν αγρανάπαυσης
αλλά κάπου εδώ κοντά θα ’μαι μάλλον κι εγώ

.

.

.

Advertisements

Νοέμβριος 21, 2009

κράτημα από αέρα

 

 

Ω
πέστα μου όλα
για τήν Άννα Λίβια. Τά θέλω
όλα να τ’ ακούσω για τήν Άννα Λίβια. Μπα
τήν ξέρεις κι εσύ τήν Άννα Λίβια ; Μα τί λες τώρα,
όλοι τήν ξέρουμε τήν Άννα Λίβια, πέστα μου όλα.
Τώρα πέστα. Θα πεθάνεις αν τ’ ακούσεις.
(Φίνεγκαν)

 

          Να σού πω ένα πράγμα, ήμουνα ευτυχισμένη για μια μέρα. Είδα για μέρες ένα όνειρο κι ύστερα είδα και για μέρες εφιάλτη. Πρώτα η ευτυχία ύστερα η δυστυχία : πρώτα ο παράδεισος μετά η κόλαση : first you feel, then you fall που λέει κι ο φίνεγκαν.  /…/  Πρέπει να τά δέχομαι δηλαδή (και με ευχαρίστηση) όπως εκείνη η κοπέλα στο καράβι που είχε σταθεί (σ’ ένα σημείο τής διαδρομής με αέρηδες) κόντρα στον άνεμο κι είχε αφήσει τόν άνεμο να τήν χτυπάει, πόδια ανοιχτά, χέρια απλωμένα πλάϊ (τό κεφάλι γυρισμένο ψηλά, στον αέρα ή τόν ήλιο) κι είχε αφήσει τόν αέρα να τήν χτυπάει και μ’ αυτόν τόν τρόπο να τήν στηρίζει : τήν κοίταξα πολύ τότε, δεν έπεσε ούτε στιγμή : μία στιγμή που ο αέρας δυνάμωσε (παραπλέαμε ένα νησί απ’ τήν πίσω του μεριά που ’ταν όλο βράχοι) (α, αυτή η διαδρομή μέσα στο αιγαίο, πόσο απαραίτητη μού ήτανε πάντοτε, πιο πολύ απ’ τόν τελικό προορισμό, μ’ όλες της τίς εκπλήξεις : τήν πρώτη φορά τά νησιά ξεφυτρώνανε σαν φιλικά χέρια, συμπληγάδες, σειρήνες–) (ύστερα, θυμάμαι πολλές φορές κοιμόμουνα μες στον υπνόσακκο γιατί τό κατάστρωμα ήτανε γεμάτο κι ο ήλιος πολύς, κι είχα βρει μια άκρη πλάϊ–πλάϊ στο κάγκελο, ψηλά, πάνω ψηλά απ’ τό νερό, και χωνόμουνα όλη μέσα για να γλιτώσω τόν ήλιο, και κάποια στιγμή έλεγα – χωρίς φαινομενικά ιδιαίτερο λόγο – ένα νησί μού ψιθυρίζει τώρα, μάλλον εκείνο τό τριγωνικό μικρό βραχάκι θα είναι, και πέταγα από πάνω τήν κουκούλα, έβγαζα τό κεφάλι έξω, και τό έβλεπα : να περνάει εκείνη τήν ώρα ακριβώς σαν πλέοντας δίπλα μου, απέναντι : ) Αυτήν τήν επαφή με τούς βράχους, τήν έχεις, σού μιλάνε όπως και άλλα πράγματα μερικές φορές : Κατάλαβα αρκετά για τήν φυσική, περισσότερα κι από τό σχολείο, όταν είδα αυτήν τήν κοπέλα να χρησιμοποιεί τόν άνεμο για στήριγμα : Με τόν ίδιο τρόπο που εγώ έβγαζα τό κεφάλι μου από τόν σάκκο (και τό καράβι ήτανε φίσκα, αλλά σιωπηλό, όλοι είχανε αποχαυνωθεί από τόν ήλιο – ακούγονταν μόνο μικρά τιτιβίσματα ψιθύρων καμμένων λες μέσα στο φως, και πιο δυνατά μού μίλησε εμένα ο βράχος πριν από ένα λεπτό είν’ αλήθεια) σ’ εκείνη τήν περίπτωση όμως τότε με τήν κοπέλα αυτή, τό κατάστρωμα ήταν σχεδόν τώρα άδειο, καθόμαστε στα παγκάκια ελάχιστοι και χαζεύαμε κοιτώντας τόν ήλιο ψηλά, και ξαφνικά αυτή η καυτή ανάσα άρχισε να ηχεί και να δυναμώνει, με τόν τρόπο που ζωγράφιζαν τούς ανέμους παλιά : έγινε ένα στρογγυλό καραφλό πρόσωπο αυτή η φλεγόμενη μάζα εκεί ψηλά, φούσκωσε τά μάγουλά του ο ήλιος κι άρχισε να μάς φυσάει όλους του τούς ανέμους μαζί : αρχίσαμε σιγά-σιγά ν’ ανοίγουμε τούς σάκκους μας όλοι και να βγάζουμε κάνα πουλόβερ παραπάνω : κι όλο δυνάμωνε, άρχισε να μάς παίρνει τά μαλλιά, αρχίσαμε να ψάχνουμε να τά μαζεύουμε με κορδέλες μαντήλια για να μπορούμε να βλέπουμε παρ’ όλ’ αυτά : Πάντως κανείς μας σχεδόν δεν κουνήθηκε (ούτε άλλαξε θέση) και συνεχίσαμε να έχουμε τά κεφάλια στραμμένα προς τόν κύριο, ψηλά, επιζητώντας να καούμε και να θαμπωθούμε κι άλλο, αλλά ο αέρας μάς βίτσιζε και μάς έδερνε – μαζί με αλάτι : πονούσε ο πούστης : και τότε αυτή η κοπέλα έκανε αυτό : σηκώθηκε όρθια (περπάτησε με δυσκολία, γιατί αν περπατούσες – ώσπου ν’ ακινητοποιηθείς – ήσουν εντελώς στο έλεός του – τό κόλπο δεν ίσχυε, τίποτα δεν σέ στήριζε τότε) και πήγε, παλεύοντας απαλά μαζί του, και στάθηκε εκεί, στο πιο εκτεθειμένο ακριβώς μέρος : σ’ εκείνο τό σημείο που ’ταν σαν διάδρομος, και που δεν τό προστάτευε κανένα κτίσμα τού καραβιού : ούτε τά τζάμια ούτε τά μέταλα, ούτε τό κουβούκλιο τού μπαρ : στάθηκε ίσια εκτεθειμένη στο σημείο αυτό τού κενού (παραπατώντας λίγο πήγε, και φοβόταν κανείς ότι μπορεί και να ’πεφτε) κι ύστερα ξαφνικά, σαν να ’ξερε ακριβώς τή θέση που θέλει να βρει, στάθηκε στο κενό και γαντζώθηκε πάνω σ’ αυτή τή δύναμη : στερέωσε τά πόδια της καλά, ανοίγοντάς τα όσο μπορούσε περισσότερο, άνοιξε τά χέρια της, ελαφρά απομακρύνοντάς τα απ’ τά πόδια, με τίς παλάμες της ανοιχτές προς τόν άνεμο, και σήκωσε τό κεφάλι ψηλά (όπως κάνουμε όταν έχουμε απέναντι ένα πρόσωπο με τό οποίο μιλάμε και φιλιόμαστε αδιακρίτως) : και μ’ αυτή τή στάση στερεώθηκε πάνω στον άνεμο, και λικνιζότανε μαζί του (με ηδονή, είχε κάτι τέτοιο, αυτό τό ελαφρώς μπρος–πίσω που έκανε, όπως συσπάται η θάλασσα, ή κι εμείς στην πράξη τού έρωτα πάνω) γαντζώθηκε πάνω του, πήγαινε ανεπαίσθητα με τά γούστα του, μπρος–πίσω, τά πόδια ακίνητα αλλά όλη η άλλη παλλόμενη, και δεν έπεφτε : τήν κοιτάζαμε όλοι όσοι καθόμαστε στα παγκάκια νομίζω : εγώ τήν κοίταζα πάντως : ένα σκυλί γαύγισε, και μόνο όταν ο άνεμος έπεσε γύρισε πάλι στη θέση της –

          Λοιπόν ναι αν δεν λικνιστείς έτσι μαζί με τήν κόλαση παραμύθι δεν γίνεται και πρέπει να τά φάω όλα στα μούτρα για να μπορέσω να σταθώ κανονικά – τό ξέρω : δεν ωφελεί να κάνεις κόλπα με τούς ανέμους : (και τό πιο φοβερό είναι η ανηλεότητα κι η μονιμότητα – που τήν υποψιάζεσαι (–στην αρχή–) κι ύστερα πια (σχεδόν) τήν ξέρεις : it happened once, it can happen again, που λέει κι ο φίνεγκαν) – τό ξέρω.  [ Όμως με τόν ίδιο τρόπο δεν θα ξανασυμβεί τό ορκίζομαι : δεν θα ξανασυμβεί στον ίδιο τόπο : έφυγα : έχω ήδη φύγει : δεν έχω καμιά σχέση πια εγώ με εδώ : πατριδικά τους όλα, να τά χαίρονται. ]

 

είν’ ο Φοίνιγας χρυσή μου. Και η
φλόγα του είν’ εδώ
άννα λίβια πλουραμπέλ
  
κάθε απόγευμα στου φωτός τήν ώρα
οπωσδήποτε και μέχρι νεοτέρας διατα–
γής στο Μαγαζί τού Φοινίποδα. (Μπαρ
και λοιπά πάντα ανοιχτά, τό Κλάμπ
τών Εφαιτών στα κάτω διαπτώματα)
φίνεγκαν 
 
 
απόσπασμα από τό μυθιστόρημα μέρες τοπίου
 copyright © 2oo9 hari stathatou for the text, and translations from james joyce’s finnegans wake : all rights reserved
 
 

 

 

                  

Νοέμβριος 15, 2009

παραμύθια

 

claude levi - strauss  κλωντ λεβί - στρως

  

 (στον γιάννη κ.)

      μυθοποίηση αυτή λοιπόν, τού έλεγα /…/, είν’ η ταπείνωση κι ο εξευτελισμός τής μνήμης, απλώς, μόνο : δεν φταίνε τά παιδάκια που δεν ξέρουνε, είν’ έργο τών γονιών τους τό κενό τους : είναι τό έργο κείνων που δεν αγαπήσανε ούτε καν και συμπαθήσανε τά πρόσωπά σας δηλαδή ούτε καν στις δίκες σας, αλλά που πάτησαν μετά γενναία από πάνω, για να κατασκευάσουνε τά παραμύθια τους : ότι υπήρξαν κάποιοι άλλοι διαστημικοί που δεν φοβήθηκαν, ώστε και να τρομοκρατούνε αυτοί έτσι τά παιδιά τους : όπως παλιά όταν τούς έλεγαν, Φάε τό φαΐ σου γιατί θα έρθει ο μπαμπούλας ή ο δράκουλας ή ο λύκος ή ο αστακός. Και για να μην τά ισοπεδώνουμε τά πράγματα, είναι αλήθεια  ότι υπάρχουνε πραγματικά φόβοι και φόβοι : ήτανε άλλος δηλαδή ο φόβος που εσένα ασφαλώς σέ τύλιγε, τότε που ήξερες τί είν’ αυτό που σέ περίμενε. Και μολονότι τό ’τρεμες δεν σέ σταμάταγε αλλά πηδούσες από πάνω του όπως πηδάγαμε και στις φωτιές τού αη-γιάννη. Κι είν’ άλλος ύστερα ο φόβος τών γελοίων αυτών, που είναι φόβος μόνο προς τά μέσα : φόβος μην τύχει, και γινόταν τίποτα, και καταλάβουν δηλαδή τόν φόβο τους : ο φόβος κι η τρομάρα για τόν φόβο : κι η μυθοποίηση που εσύ φοβάσαι τόσο (και σιχαίνεσαι) προέρχεται απ’ τό ότι νόμιζαν, μέσα στον φόβο τους, ότι θα γίνουν και αυτοί λίγο γενναίοι, κι ότι θα λέγαν λίγο ευχαριστώ αν λέγανε εκείνες τίς αρλούμπες που σ’ εκνεύριζαν : αν πουν τή λέξη ήρωες κι αν χρησιμοποιήσουν τέτοιες λέξεις : Ναι, αυτό είναι ακριβώς,  νομίζουν ότι λεν Ευχαριστώ διότι δεν ξέρουνε ότι τά λόγια δεν παρέχουν καμιάν άφεση (αμαρτιών), δεν είναι δηλαδή συχωροχάρτια :  Διότι δεν ξέρουν ακριβώς  ότι η αχαριστία δεν αλλάζει σε ευχαριστία ποτέ αν τής αλλάξεις μόνο ένα γράμμα : αλλά ότι λες ευχαριστώ μόνο μ’ ολόκληρο τό σώμα σου, κι ότι απ’ τό στόμα μόνο οι λέξεις δεν σού δίνουν άφεση καμία. Κι ότι ευχαριστείς, μονάχα αν πας και κάνεις ό,τι έκανε εκείνος τόν οποίον ευχαρίστησες, και ότι για να ευχαριστήσεις κάποιον δεν χρειάζεται άλλο, παρά να γίνεις μόνο ίδιος και εσύ μαζί του : κι ότι αν κάποιος βελτιώσει τή ζωή σου, δεν τόν ευχαριστείς παρά μονάχα βελτιώνοντας μία ζωή κι εσύ :  κι ότι, αν κάποιος  λες πως σ’ ελευθέρωσε, δεν τόν ευχαριστείς παρά μονάχα αν κι εσύ ελευθερώσεις : κι ότι, αν κάποιος λες πως σέ βοήθησε, κι έτσι δυο βήματα προχώρησες, δεν τόν ευχαριστείς παρά μονάχα αν κάνεις άλλους να βαδίσουν : σαν συγγραφέας που ασχολούμαι με τά άηχα από μικρή (καταραμένο επάγγελμα στ’ αλήθεια) έχω ένα κύρος και πολύ λυπητερό, όταν στο λέω, και με τό χέρι στην καρδιά τώρα αυτό εγώ : Τά λόγια είναι φτηνά κι αγύρτικα και ψεύτικα, και είν’ αγύρτικη και ψεύτικη αυτή η εμπιστοσύνη όλου τού κόσμου προς τά λόγια : αυτή η πεποίθησή του δηλαδή – και ο θεός τους να τό μετατρέψει με τήν ευλογία του σε πεποίθηση – πως λένε ένα ευχαριστώ και ξεμπερδεύουν –

 

η τζούλια μου όταν στα μετάξια προχωράει
πόσο, τότε μού φαίνεται γλυκά κατρακυλάει
η υγροποίηση απ’ τά ρούχα που φοράει
( robert herrick 1591-1674 )

 

   Ξέρεις, τού λέω, τί θα πει μυθοποίηση ; Η μυθοποίηση είναι η υγροποίηση τών ψεμμάτων σε μετάξι : Οι μύθοι είναι μια προσπάθεια να δικαιολογηθείς και να σωθείς, ενώ ξέρεις ότι δεν δικαιούσαι τέτοια σωτηρία : αυτή η παραλογία είναι μέσα στην πιο βαθειά ουσία τής κατασκευής τών μύθων : άμα τούς εξετάσεις λογικά, όλοι αναλύονται σε απολύτως τρελές σκέψεις : τούς είδαμε άλλωστε πώς τούς κατασκευάζουνε στα χρόνια μας : μπροστά στα μάτια μας τά είπανε : δεν ντρέπονται κιόλας : όμως αυτή ακριβώς η κρυμμένη απάτη, είναι και η σωτηρία τού μύθου, αυτό που φωτογραφίζει δηλαδή τόν μύθο στην πιο αναπάντεχη ώρα, και αποκαλύπτει ότι έχει και ένα κουκούτσι αλήθειας μέσα του : μόνο έτσι χρησιμεύει : ως ψέμμα που λέει διάφανα τήν αλήθεια του : ο μπαμπάς μου ως νομικός είχε να τό λέει για τήν υπεράσπιση ενός κακομοίρη, που για να σώσει τόν πελάτη του είπε τό καταπληκτικό κάποια στιγμή Και όπως αποδείξαμε κύριε πρόεδρε, τό πρόσωπο για τό οποίο κατηγορείται ο πελάτης μου, όχι μόνο είναι ανύπαρκτο, αλλά δεν ήτανε ούτε καν ανηψιά του, ήτανε θεία του : αυτό προσπαθεί ακριβώς λοιπόν να κάνει και ο μύθος μας : να παίξει σε όλα τά ταμπλώ : γελάς ε ; ναι, να εξασφαλιστεί από παντού : προ ουδενός ορρωδεί και ουδενός δεν φείδεται : ο μύθος είναι ανερυθρίαστος παιδί μου : γελοίος, καταγέλαστος, κι όμως, πρόσεξε, από μία κατάσταση αν σπάσει ο διάολος τό ποδάρι του, και διασωθεί μόνο ο μύθος της, γίνει ας πούμε ένας σεισμός ή καταποντισμός τώρα εδώ, και βυθιστεί όλη η ξηρά μέσα στη θάλασσα, (αρχαία διαδικασία, ξανάγινε ήδη στα νερά αυτά, δεν λέω απιθανότητες – αλλά μακριά απ’ τόν κώλο μας βεβαίως), και από όλη τήν ανθρώπινη ιστορία σωθεί λοιπόν μονάχα τό μπλοκάκι με τίς σημειώσεις μιας ηλίθιας, ένας μετρίως ευφυής διαστημικός θα μπορέσει και πάλι να βγάλει κάτι που θα ’ναι πολύ κοντά στην αλήθεια (και για όλους μας) (εφόσον θα δει χωρίς υστεροβουλίες φυσικά και άλλα συμφέροντα) (όσο γίνεται) : Άκου τώρα να σού πω κι ένα άλλο να γελάσουμε, που βρίσκεται ακριβώς στα πρόθυρα πλέον τής κατασκευής τού μύθου, τί πρόθυρα, έχει μπει μέσα πια για τά καλά, στο ίδιο τό κυρίως δωμάτιο, και στο σαλόνι κάθεται τού μύθου :  τό άκουσα μια μέρα με τ’ αυτιά μου από ένανε που ’χε διάθεση ένα βράδυ για συζήτηση, – Ξέρετε, λέει στον φίλο μου – ήτανε η δεκαετία τότε, που τά παιδιά τού σωλήνα είχανε μόλις αρχίσει να σκάνε μύτη, και αυτό ήτανε κάτι καινούργιο που τούς ανησύχησε, όπως αργότερα δηλαδή και πολλά άλλα – Η πρόταση που είπε αυτός ο περιπτεράς λοιπόν, πρόσεξε τώρα τί ωραία που ενσωμάτωσε παλιά και νέα δεδομένα ανήσυχα, ώστε να δημιουργηθεί ένα νέο σύνολο όσο πια γίνεται πιο ασφαλές, κι ακίνητο και απολύτως βλακωδέστατο και πάλι :

   – Ξέρετε, τού λέει, κύριέ μου ότι ο σατανάς υπάρχει ; Βεβαίως και υπάρχει διότι τό λέει ο άγιος ιωάννης στην αποκάλυψη, και είναι τό πρώτο παιδί τού σωλήνα, που γεννήθηκε από μία πόρνη και από έναν σκύλο μετά συγχωρήσεως. Γέλα, αλλά ξέρεις όμως τί έξυπνο που είναι αυτό ; Δείχνει θαυμάσια όλα τά στοιχεία τού μύθου :

   Πρώτος απαραίτητος όρος δηλαδή, η σύνδεση τών στοιχείων μεταξύ τους να είναι αναγκαστικά χαλαρότερη από τήν διακαή μας επιθυμία να συμπλεχτούν όλα τά στοιχεία μαζί που μάς ενδιαφέρουν : Αφού συμφωνήσουμε λοιπόν σ’ αυτό, μετά θα συμφωνήσουμε ότι και η ίδια η σύμπλεξη, έχει φυσικά τό ενδιαφέρον της. Ο τρόπος σύμπλεξης μπορεί να είναι από αρκετά αδέξιος δηλαδή έως σχεδόν πράγματι καλλιτεχνικός, όμως αυτό που αποτελεί τό κατεξοχήν τότε ασυνείδητο και σπουδαίο στοιχείο τού μύθου, αυτό που οδηγεί δηλαδή κατευθείαν στην αλήθεια του, είναι η προσπάθειά του να πει ένα ψέμμα που κάποιους ζωντανούς θα σώσει : η αλήθεια δηλαδή τού μύθου προέρχεται από τήν ανάγκη του να πει οπωσδήποτε ένα ψέμμα. Κι αυτό μόνο διότι η αλήθεια πονάει : αν βρει λοιπόν ο διαστημικός μας ο γιατρός τό κλειδί γι’ αυτόν τόν πόνο, εκμαιεύει και τήν αλήθεια ανώδυνα : οι άνθρωποι ποτέ δεν λένε ψέμματα ξέρεις από αγάπη για τό ψέμμα : τό αντίθετο συμβαίνει : αν είσαι σε θέση να αποκρυπτογραφήσεις τό είδος τού πόνου που ξορκίζεται κάθε φορά, μπορείς να οδηγηθείς δηλαδή στην πραγματικότητα : μόνο αν νομίζεις ότι τούς αρέσουν τά ψέμματα θα μείνεις κι εσύ στο ψέμμα : Όμως μην γελιέσαι, η αλήθεια είναι ηδονική, ακριβώς διότι οδηγεί σε μία φύση : κι εκεί βρίσκεται τό μυστικό για τήν καλλιτεχνικότητα ας πούμε, όπως φαίνεται εξωτερικά, τών μύθων : προσπαθούν να παρηγορηθούν μ’ αυτήν τήν μεταφύση για τήν φύση που χάσανε : στη βάση τών κατασκευών βρίσκεται η επιθυμία για ανάκτηση κάποιου είδους μνήμης – χωρίς πόνο όμως : θέλουν μ’ άλλα λόγια όλοι τους να κάνουν ομελέτα χωρίς να σπάσουν αυγά : αυτό, θα ’λεγε ένας διαστημικός, ότι είναι τό πιο γενικό συμπέρασμα που θα ’βγαινε ας πούμε από τή φυλή η οποία κατοικεί σ’ αυτόν τόν πλανήτη : ο πλανήτης δηλαδή αυτός δεν τρώει ποτέ αυγά μάτια. Ούτε αυγά βραστά. Τρώει μόνο ομελέτα χωρίς αυγά. Σκορδαλιά χωρίς σκόρδο. Σαγανάκι χωρίς τυρί. Κατάλαβες ; Μη μού λες τώρα λοιπόν ότι σέ πειράζει που σέ κοιτάζουνε με μισό μάτι κι ότι ο ποδογιατρός δεν κατάλαβε αυτά που τού είπες για τίς πατούσες σου κι ότι σέ κοίταξε με μισό μάτι γι’ αυτά που τού είπες για τίς φυλακές, και που αυτή εδώ η κυριούλα λέει αρλούμπες, και που τά παιδιά της δεν ξέρουνε τίποτα από τήν αλήθεια : Μα δεν σέ κοιτάζουν χρυσό μου με μισό μάτι – απλώς δεν μπορούνε να σέ δουν, κατάλαβες ; Πονάει αυτό, δεν τό καταλαβαίνεις ; Γιατί, αν δουν εσένα πρέπει να σπάσουν τούς καθρέφτες τους μετά : είναι τό ίδιο με τούς παπάδες και τό άγαλμα τού μπρούνο :  αν δούνε τά λουλούδια ν’ ακουμπάν γαλήνια πάνω του, αυτοί νομίζουνε ότι θα δούνε ξαφνικά τήν κόλαση η οποία τούς περιμένει : κι έχουμε να κάνουμε και με παπάδες, που πιστεύουνε στην κόλαση, ε ; Δεν φοβούνται τά λουλούδια σ’ ένα άγαλμα λοιπόν, τήν φωτιά στο σώμα τους φοβούνται, κατάλαβες ; Δεν τολμούν να ζήσουν αυτό που κάναν στον άλλον, τόσο χέστηδες, ούτε καν στον ύπνο τους δεν τολμούν να τό ζήσουν : δεν σέ κοιτάζουν λοιπόν χωρίς να σέ βλέπουν : σέ βλέπουν καλά : δεν σέ ξέχασαν : απλώς δεν μπορούν να σέ φτάσουν : ου μαν εκλελάθοντ’, αλλ’ ουκ εδύναντο επίκεσθαι, που λέει κι εκείνη η αρχαϊκιά.

   Θα έχεις τήν αίσθηση ότι ζεις ανάμεσα σε αχάριστους πάντα λοιπόν, αν δεν αποκτήσεις κι εσύ τήν επίγνωση ότι ζεις απλούστατα ανάμεσα σε ανθρώπους που σέ φοβούνται πολύ : περισσότερο απ’ ό,τι σέ φοβηθήκανε ποτέ οι βασανιστές σου θα έλεγα : Για τή μνήμη μιλάμε εδώ : και μια και μιλήσαμε πριν για τόν μπρούνο, πρέπει να ξέρουμε να μιλάμε για τήν μνήμη σωστά. (Μέ κοιτάει με τά χρυσαφένια του μάτια φωτισμένα, πελώρια : είναι, πάνω στην άμμο, σαν ένα παιδί : ) Κάνεις λοιπόν λάθος, τού λέω, κανείς δεν σέ ξέχασε, και κανείς δεν ξεχνάει, και κανείς δεν θα ξεχάσει ποτέ, ούτε εσάς, ούτε τόν άπειρο φόβο που ξεπεράσατε και πηδήξατε πάνω του : (όπως στις φωτιές τού άη-Γιάννη : ) δεν μπορούνε να φτάσουν εκειπέρα απλώς, παρά μόνο λέγοντας αυτές τίς αηδίες περί ηρώων.

απόσπασμα από τό μυθιστόρημα μέρες τοπίου
αρχαϊκιά : η σαπφώ
 

       


copyright © 2oo9 hari stathatou for the text and translation : all rights reserved
copyright © για τό αρχίγραμμα :
floral punch craft association (μέσω picsearch)
 

           

Οκτώβριος 30, 2009

κοινό δύο δρόμων

 

 

josef kudelka, πράγα 1968      πράγα 1968
πράγα αύγουστος 1968, φωτογραφία αριστερά © josef koudelka – magnum / έκθεση στο katzen arts center /
 

     

     μάς είπε η Ελένη

   / … / κάποιοι μάς αγαπούσαν όμως κιόλας – βέβαια – τό ξέραμε ή σχεδόν τό νιώθαμε, κι όταν τό βλέπαμε καλύτερα αυτό μάς γέμιζε κι εμάς με κάτι κι ίσως θα ’λεγε κανείς τότε μάς στήριζε (όμως επιθυμούσαν οπωσδήποτε να ’μαστε λίγο πιο μακριά απ’ τόν κώλο τους εννοείται) και η πρώτη, για να σάς πω, ένδειξη που ’χαμε τότε καταρχάς, ήταν εκείνη η γριά γυναίκα, με ένα μαντήλι στα κατάμαυρα, όπως η φόνισσα ίσως κάπως έτσι να ήταν δηλαδή η όψη της [μόνο από γυναίκες γίνονταν, να τό πω τώρα πια, αυτό] [στο επισήμως λέω, όταν δηλαδή εξυπονοούσε κάποιον κίνδυνο τό πράγμα διότι στο ιδιωτικό και στο κρυφό κι οι άντρες γίνονταν μέσα στο σπίτι τους λαλίστατοι], που ξέφυγε από τούς μαυροφόρους κει στη σόλωνος, και στήθηκε έτσι στο κενό από κάτω μας, μάς κοίταξε, και [καθώς τούς σκονίζαμε από τό παράθυρο με τά πως τά ’σκιαζε ταρά-ρα και τά πλάκωνε τα-ρά και πως συμπαράσταση επιτέλους πολυένδοξε λαέ] [κι όλοι είχαν κάνει πίσω με τόν τρόπο τους και ρίχνανε κλεφτές ματιές μόνο απόμακρες, χωρίς να θέλουν όμως και να πλησιάσουν] μια γριούλα μόνο (και τώρα σκέφτομαι ίσως και να μην ήταν και τόσο μεγάλη πια στην ηλικία – τά ρούχα κάνουν τόν παπά) πέρασε ανάμεσά τους, έσπρωξε, τούς ξέφυγε, και στήθηκε εκεί στο κενό ανάμεσα σ’  εμάς κι αυτούς κάτω από τή νομική και (ενώ όλοι τήν κοιτάζανε κατάπληκτοι) (κανείς δεν τόλμησε για λίγο ούτε καν να τήν αγγίξει) αυτή στήθηκε, σαν κόντρα σ’ όλους τούς ανέμους (και σαν να κρατήθηκε απ’ τόν άνεμο) με τά δυο πόδια ανοιχτά σήκωσε μάλιστα τά χέρια λίγο, και μάς κοίταξε με τά δυο χέρια της ψηλά έτσι ολάνοιχτα στήθηκε και κοιτούσε προς τό μέρος μας :

   Για μήνες και βδομάδες ήτανε αυτή ο μόνος δηλαδή λαός που υφίστατο : (φυσικά τήν πήραν οι ασφαλίτες παραπέρα γρήγορα : τήν σύρανε, δεν φώναξε, μάς κοίταζε μονάχα : ή ίσως και να μάς έλεγε κάτι, και δεν μπορούσαμε ν’ ακούσουμε : μάς κοίταζε ώσπου τήν εξαφάνισαν – ίσως να είχε τό παιδί της εξορία, ή τό βασάνιζαν). Πάντως για μήνες ήταν όλος ο λαός μας μόνο αυτή.  

   Μετά, πληθύνανε λιγάκι, και δειλά, σχεδόν ανάκουστα : κι αν ακουστήκανε, πάλι γυναίκες ήταν, όπως σού ’πα, πάλι : Έγινε σε μία πορεία τότε αυτό, τόσο μικρή, που δεν ήταν ούτε καν δηλαδή διαδήλωση, και που ξεκίνησε από τήν άλλη τή σχολή, εκείνη με τόν κήπο : (φλερτάραμε με τήν ιδέα από καιρό αυτής τής άλλης τής σχολής που υποτίθεται ότι καθώς είχε και κήπο (ήταν στη μέση μιας λεωφόρου μάλιστα) εκεί μπορούσαν να μάς βλέπουν περισσότεροι λοιπόν : ) λοιπόν, δεν ξέρω πώς και ακριβώς γιατί (αλλά έτσι ξαφνικά γινόντουσαν πολλά) ήτανε μεσημέρι, και μετά από κάποια ελαφριά ψιλοσυγκέντρωση, αποφασίζουμε να φύγουμε εν χορώ, έτσι από κάποιο πείσμα αυτοσχέδιο, και κατεβαίνουμε τήν πατησίων μπαίνοντας στης ασφάλτου τό διάζωμα : δεν είμαστε πολλοί, καμιά πενηνταριά οι περισσότεροι : βρέθηκα μάλιστα εγώ τότε μεταξύ αγνώστων να σού πω, και δεν τά ήξερα εκείνα τά παιδιά, γύρω μου ήτανε άγνωστα αγόρια, αλλά τήν εποχή εκείνη τά αγόρια ήτανε ζεστά, α, τί ζεστά : α, πόσο σάς λυπάμαι  που δεν γνωρίσατε εκείνα τά ζεστά αγόρια τότε : μπορούσε κάλλιστα να σ’ αγκαλιάσει ένα παιδί και να σού πει  Τί έχεις συνάδελφε, ή : Συνάδελφε μήπως χρειάζεσαι εσύ τίποτα – κι εσύ πάλι να τόν αγκάλιαζες έτσι απλά, σαν να ’σαστε ίδιο φύλο. Έτσι βαδίζαμε όλοι μαζί κοιτώντας γύρω με περιέργεια και φόβο – ταυτοχρόνως πάλι, μοναχά μπροστά : Λοιπόν, ο λαός είχε πληθύνει τή φορά αυτή : εννοώ ότι ακούστηκε διά τής απολύτου του σιωπής : ήταν η ώρα δηλαδή που η λεωφόρος είχε κίνηση – λίγο-πολύ ήταν η ώρα που σχολάγαν όλοι : εμείς δεν δώσαμε καμία σημασία στ’ αυτοκίνητα, πρώτη φορά έτσι κατεβήκαμε ίσως στον δρόμο μ’ ένα κέφι αιφνίδιο, φεύγοντας από τή σχολή απλώς, και πιθανώς επειδή τά αυτοκίνητα βρήκανε πιο πίσω κόκκινο, έτσι εμείς βρήκαμε τότε τό οδόστρωμα άδειο : παρασυρθήκαμε λοιπόν και σαν να είμαστε πολλοί, φωνάζαμε διάφορα, τό αγαπημένο μου κυρίως δηλαδή, που ήτανε τό ελλάς ελλήνων φυλακισμένων φυσικά, στο ’χω πει εκεί στη θάλασσα αυτό, αλλά και όλων τών υπόλοιπων νομίζω,  αλλά φωνάζαμε κι εκείνο τό δε σέ θέλει ο λαός πάρ’ τή δέσποινα και μπρος, που, όπως αργότερα έμαθα είχε προϋπάρξει και ως δε σέ θέλει ο λαός πάρ’ τή μάνα σου και μπρος για τόν μπούλη τόν ήδη εξαφανισμένο βασιλιά μας : και ξάφνου διαπιστώνουμε (ναι, πιστεύω όλοι τό διαπιστώσαμε, και ότι όλους μάς ανύψωσε και μάς ενδυνάμωσε τότε αυτό) ότι ο λαός δηλαδή έχει πληθύνει όντως από πίσω μας : και διαδηλώνει μάλιστα τήν παρουσία του διά τής απολύτου του σιωπής : τό κυριότερο, υπομονής : κοιτώντας μ’ άλλα λόγια προς τά πίσω δηλαδή κατά διαστήματα – διότι πάντα μάς ενδιέφερε να δούμε εάν και πότε θα κατέβαιναν οι μαυροφόροι με τά γκλομπ, κι είμαστε τόσο λίγοι ώστε απ’ τήν αρχή ή τή μέση τής πορείας μπορούσαμε θαυμάσια να βλέπουμε πέρα ώς τό τέλος της, ώς πίσω, τό κενό – κοιτώντας όλοι πίσω εναλλάξ λοιπόν κάποια στιγμή, διαπιστώνουμε (τί, δήθεν σκληρή και κυνική, αλλά στην ουσία λυωμένη από ευτυχία, χαρά ήταν αυτή – φυσικά δεν τήν δείξαμε αλλιώς παρά φωνάζοντας μονίμως) (και λίγο δυνατότερα, ίσως και λίγο πιο γενναία, και πιο άφοβα) να αντικρίζουμε τώρα από πίσω δηλαδή όχι πια κενό, αλλά τά αυτοκίνητα όλα να μάς ακολουθούνε στη σειρά : μικρά μεγάλα ιδιωτικά ταξί λεωφορεία ακολουθούνε σιωπηλά κι υπομονετικά από πίσω μας μαρσάροντας και ελαφρώς σαν σε παρέλαση βήμα σημειωτόν : ούτε ένα κλάξον δεν ακούστηκε, ούτε ένας βιαστικός πια δεν υπήρχε : τό νιώθαμε πως είχαμε ένα μαξιλάρι τώρα πίσω μας, που θ’ άντεχε – α, πόσο θ’ άντεχε : δεν φάνηκε ούτε ένας μαυροφόρος : πρόσωπα ακίνητα μάς κοίταζαν μες απ’ τά τζάμια – χαμογέλαγαν ; Τούς νιώθαμε που κάτι αισθάνονταν κειπέρα και αυτοί.

/ από τό μαύρο σύννεφο κι από τήν μαύρη πίσσα / 
/ κατά τό κάστρο τό μικρό πάλι κοιτά, και σφίγγει /
  

   Και ξάφνου, από ψηλά κι από δεξιά κατέβηκε ένας θόρυβος αλλόκοτος : Ήτανε ένας ήχος σαν παιδιάστικος λιγνός σαν να χτυπάνε καμπανάκια σαν να ηχούνε τρίγωνα χριστουγεννιάτικα, σαν να χτυπάν τά χέρια τους παιδάκια : κοιτάμε πάνω μας ψηλά, από τίς πολυκατοικίες τίς παλιές, στα ρετιρέ και στα μπαλκόνια είχανε βγει γυναίκες μες από τά σπίτια : γυναίκες με τά ρούχα τής δουλειάς τά καθημερινά και άβαφες και αχτένιστες πετάχτηκαν όλες μαζί έξω στα μπαλκόνια κοιτούσαν προς τά κάτω, μάς μιλούσαν, και μάς φώναζαν, μάς χτύπαγαν τά χέρια, ναι χειροκροτούσαν και φωνάζαν μπράβο όπως στο θέατρο : κοιτάξαμε ψηλά και στρέψαμε τά χέρια μας τότε σ’ αυτές για λίγο : φωνάξαμε ξανά, και ξανά πάλι φωνάξαμε, και αυτές ξελαρυγγιάστηκαν, χτυπάγανε τά χέρια και κοντέψανε να πέσουν από τό μπαλκόνι τους τόσο που σκύβανε, και φώναζαν με τίς λεπτές τους τίς φωνές μπράβο παιδιά μπράβο παιδιά πώς τό θυμάμαι αυτό, τί αστείο που είναι, γυναίκες ήταν ο λαός μας τελικά, πριν διαλυθούμε δηλαδή εντελώς – κάποια στιγμή που είπαμε Αρκετά, μάς είδαν, μην πάμε τώρα παραπέρα, σπάστε πριν έρθουν και μάς πιάσουνε όλους μαζί, – πώς τήν κρατήσαμε εκείνη τή λεπτή όμως φωνή, ό,τι χαζό κι αν έλεγε, όσο και αν δεν είχε να πει τίποτα άλλο από μπράβο λες και ήτανε στο θέατρο, πολλές φωνές λεπτές μέσα στ’ αυτιά σου : διαλυθήκαμε προς κάθε είδους κατεύθυνση τρέχοντας ξαφνικά και τ’ αυτοκίνητα άρχισαν και αυτά μετά να τρέχουν.

   Είμαι σίγουρη, ότι αυτοί που ’τανε τότε μέσα σε κείνα τ’ αυτοκίνητα όπως κι αργότερα όταν έγινε η κατάληψη στον ίδιο δρόμο και πήξαν όλοι σε συνθήματα – πολλοί απ’ αυτούς τό πούλησαν αυτό που κάνανε δεν έχω αμφιβολία καμιά : ήξερα όμως κιόλας ότι, κι ένα πλήθος άλλοι, δεν πουλήσαν τίποτα : τά πρώτα χρόνια – /…/ – τά πράγματα ήταν, μού φαινόντουσαν, πιο καθαρά : όσοι πουλούσαν οτιδήποτε  ήτανε καταγέλαστοι, κι ήταν εκείνοι που θελήσανε να κάνουνε καριέρα : οι άλλοι, που δεν πούλησαν ήταν εκείνοι που ’τανε απλώς κανονικοί : η λέξη αυτή είχε ένα άλφα νόημα τότε. Σιγά-σιγά όμως τά πράγματα μεταλλαχτήκανε τόσο αδιόρατα και ύπουλα, που, ενώ στην αρχική περίοδο εάν μιλούσες ενώ δεν είχες ξεπουλήσει, κάπως τελοσπάντων σέ άκουγαν – δεν έχει σημασία με ποιο τρόπο δηλαδή και πώς – τό πράγμα έφτασε σ’ ένα σημείο τώρα όπου, αν δεν μίλησες είναι καλύτερα πλέον να μη μιλάς : ούτε και μία φορά καν δηλαδή τόν χρόνο : από εκεί προέρχεται αν τό κατάλαβες, και ο θυμός τού /…/ ότι δεν έχει νόημα τώρα τίποτα να λέει και να πει : /…/ εσύ μπορεί να τούς περιφρονείς αλλά αυτοί θα κατακυριεύσουνε τήν γη και θα σέ φάνε ζωντανό : αθάνατε έγελε : νά η ποσότητα που γίνεται ποιότητα
   / … /

απόσπασμα από τό μυθιστόρημα μέρες τοπίου
copyright © 2oo9 hari stathatou for the text, all rights reserved

 

 

1    2 stefan tyszko, πράγα 1968  3 πράγα 21 αυγούστου 1968  4 αθήνα 1967
1 rené magritte : hegel, 1958 / 1968 εισβολή στην τσεχοσλοβακία,  φωτογραφίες 2 : stefan tyszko, 3 : άγνωστου / 4 : 1967 αθήνα, άγνωστου 

 

 

 

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: