σημειωματαριο κηπων

Αύγουστος 24, 2013

ανδρέα κίτσου–μυλωνά, angelus novus

  

 

 

   τό σύντομο κείμενο που ακολουθεί γράφτηκε από τόν αντρέα κίτσο–μυλωνά (ψευδώνυμα, όπως καμιά φορά τό συνήθιζε) για να προλογίσει τό δοκίμιο τού βάλτερ μπένγιαμιν «φραντς κάφκα» που έχει ως υπότιτλο «για τή δεκάτη επέτειο τού θανάτου του» (και συνεπώς ο μπένγιαμιν τό έγραψε τό 1934) και τό οποίο ελληνικά εκδόθηκε από τόν «έρασμο» (πριν από τριαντατόσα χρόνια) σε μετάφραση τού στέφανου ροζάνη

   σε δυο σελίδες μέσα, μακριά από τήν κατά κόρον ντόπια τάση για μεγαλοστομίες και εξιδανίκευση αυτού που έχει (πια) καθιερωθεί, όσο και επιβεβαιώνοντας τή λιτή τάση τού έρασμου για μια τίμια φιλοσοφική διαφώτιση ενός ελάχιστου ντόπιου κοινού, ο μυλωνάς μιλάει για έναν φιλόσοφο που ξέρω ότι αγάπησε πολύ, αλλά χωρίς να χρησιμοποιεί κανένα από τά περιρρέοντα περί αυτού στερεότυπα, και καμιά (κατά φλωμπέρ τόν οποίον επίσης πολύ ηγάπησε) προκατασκευασμένη ιδέα εκσφενδονίζοντας με άνεση όλη τήν τόλμη και τήν πρωτοτυπία τής σκέψης του, περιφρονώντας φοβισμένες καλύψεις πίσω από φιλοσοφικές αποσκευές (τίς οποίες διέθετε) και ξετυλίγοντας ήρεμα οργανική σχέση με τήν κριτική θεωρία : κατά τή γνώμη μου, θα αρκούσε για να δικαιωθεί τό μικρό αυτό δοκίμιο και μόνο η φράση του «εξ άλλου η αμεσότητα στην τέχνη δεν έχει να κάνει με τά συνθήματα για τήν αλήθεια στην τέχνη και τήν ψευδοσυγκεκριμένη αμεσότητα, παράγωγα τού καπιταλιστικού λαϊκισμού.»

   πρόκειται για κείμενο τού 1980, που ο α. κ.–μ. υπόγραψε ως χ. α.

   η πρώτη εκείνη έκδοση τού «έρασμου» walter benjamin φραντς κάφκα έγινε τό 1980 (η 2η, που κυκλοφορεί ώς σήμερα, τό 2004)

.

.

  

Angelus Novus (Walter Benjamin)

   Προσωπικότητα προσηλωμένη νοσταλγικά σε μια παλιά εποχή, ο Μπένγιαμιν, προβαίνει σε συνεργασία με τήν Κριτική Σχολή τής Φραγκφούρτης, που διαρκεί μέχρι τόν θάνατό του, παρ’ όλες τίς διαφωνίες και κατά καιρούς ρήξεις καθώς και τίς εκατέρωθεν προσπάθειες συνάντησης σ’ ένα σταθερό σημείο· η σχέση τού Μπένγιαμιν με τό θέαμα καθιστά έντονη τή διαφοροποίησή του στους κόλπους τής Σχολής, αν θεωρηθεί ότι η Φιλοσοφία τής σύγχρονης μουσικής και τό Δοκίμιο για τόν Βάγκνερ, τού Αντόρνο – έργα τόσο σημαντικά, ώστε ένα ολόκληρο κεφάλαιο τού μυθιστορήματος Δόκτωρ Φάουστους τού Τόμας Μαν να γραφεί με βάση ένα κεφάλαιο τού πρώτου από τά δυο βιβλία, μια νέα Αισθητική να αρθρωθεί και η φιλοσοφία τής μουσικής να περάσει στην κριτική περίοδό της – συνιστούν τίς αισθητικές αρχές τής Σχολής. Θεολογική φύση, που δεν θέλησε ποτέ να λησμονήσει τήν εβραϊκή θρησκευτικότητα τής καταγωγής του και τήν παράδοση τών μεγάλων κειμένων ενός λαού στου οποίου, μαζί με τούς άλλους Εβραίους διανοητές τής εποχής του, τήν περιπέτεια ήταν ψυχικά και πνευματικά παρών, θα βιώσει τήν αγωνία του σε πολύπλευρες αισθητικές αναζητήσεις. Περισσότερο όμως ανήκει στη θεωρία τού θεάματος και τήν α–τοπία του, στις εκφράσεις μιας νοσταλγίας για ενότητα. Έτσι παρά τήν άξια και πλήθουσα κριτικότητά του παραμένει ένας προμαρξιστικός κριτικός : προμαρξιστικό είναι τό διάβασμά του τού Κορς και τού Λούκατς που άσκησαν, μετά τά εβραϊκά κείμενα, τεράστια επίδραση στην ανάπτυξη τών κριτικών και οδοιπορικών. Στον θρίαμβο τής υποκειμενικότητας, τόν οποίο ζούσε στη Γερμανία, αντέτασσε τήν αντεστραμμένη αλήθεια τής εικόνας και τό άλογο ως τή βαθύτερη έκφραση τού έλλογου. Η αγάπη του στον Μπωντλαίρ και η αφοσίωσή του στον Μπρεχτ (τού οποίου τή σκέψη η Σχολή θεωρούσε χονδροειδή, και τόν ίδιο τυπικό σταλινικό) πρέπει να κριθούν μέσα από τήν προσπάθεια τού Μπένγιαμιν να οργανώσει μια θεωρία για τό στυλ, που τό αντιμετώπιζε σαν χαρακτηριστικό στοιχείο, δηλωτικό τής έκπτωσης τής τέχνης στην αστική κοινωνία. Εξ άλλου η αμεσότητα στην τέχνη δεν έχει να κάνει με τά συνθήματα για τήν αλήθεια στην τέχνη και τήν ψευδοσυγκεκριμένη αμεσότητα, παράγωγα τού καπιταλιστικού λαϊκισμού : έτσι ο κριτικός τού στυλ τής αστικής κοινωνίας θα ξαναδώσει στη γλώσσα τήν κριτική δύναμη να μακραίνει από τήν εκβαρβάρωσή της. Μπορούμε εδώ να υποδείξουμε τή συστηματικότερη αναζήτηση τής σκέψης του, παραπέμποντας στο διάσημο δοκίμιο Τό έργο τέχνης στην εποχή τής τεχνικής αναπαραγωγιμότητάς του, εκδ. Κάλβος, μετ. Δ. Κούρτοβικ, στις «θέσεις» του και στο άτυχο βιβλίο του για τό γερμανικό δράμα. Όλη του η πορεία άνιση, με παρεκβάσεις και αστάθεια και διαρκή αναζήτηση προτύπων, αποδίδεται σε θαυμάσιες σελίδες οξύνοιας και κριτικής ευαισθησίας, στις οποίες η απουσία φιλοσοφικότητας καλύπτεται από μιαν εβραϊκής μορφής σύλληψη τής καθολικότητας προς χάριν τής οποίας πέρασε στον σουρρεαλισμό για να βρει μαζί του τό γκαζ, τή δαγκεροτυπία, τό πανόραμα και τήν Αλίκη – τά «αρχέτυπα φθαρτότητας» (Μπλοχ). Για τόν Μπένγιαμιν και τήν κριτική Σχολή τής Φραγκφούρτης προτείνουμε τό σπουδαίο βιβλίο The Dialectical Imagination τού Μάρτιν Τζαίη. Τήν έκδοση τού συνόλου τών δοκιμίων τού Μπένγιαμιν επιμελήθηκαν στις εκδόσεις Ζούρκαμπ ο Σόλεμ και ο Αντόρνο.

                                                                                                          Χ.Α.

.

.

.

     

 

κλικ στις φωτογραφίες τών βιβλίων για διάβασμα

άλλα για τον α. κ.–μ. εδώ και εδώ

 

 

Advertisements

Ιουνίου 24, 2010

τρεις σε λεωφορείο (περί εβραίων παλαιστινίων και φαντασίας)

 

 

  

 

εδώ και κάποιον καιρό έχω πειστεί ότι είναι αξιολύπητα μονότονος ο τρόπος με τόν οποίο οι άνθρωποι δικαιολογούν τά σοβαρότερα ελαττώματα που (ξέρουν ότι) έχουν – συνήθως κάτω από τό πρόσχημα ότι είναι απλώς η φύση τους – κι ενώ θα ’πρεπε να ξέρουν ότι καμία φύση τους δεν είναι : είναι αποφάσεις και συμβιβασμοί που έχουν γίνει υστερόβουλα μικρόψυχα (και τελικά με κάτι που δεν μπορεί να ονομαστεί παρά μόνο δειλία) για να ευθυγραμμιστούν με τίς εντολές τών άλλων – συνήθως τών γονιών τους – και τής παιδείας τους, που είναι βασικά η τηλεόραση – αυτή είναι η σημαντικότερη παιδεία σήμερα : η εκπαίδευση στης οποίας τά διδάγματα υποκύπτει κανείς δηλαδή πρόθυμα – τά περιοδικά και οι εφημερίδες έρχονται δεύτερα, και τό σχολείο θα ερχόταν τρίτο αν δεν ήταν τελείως ανύπαρκτο –

σιχαίνομαι λοιπόν τήν έλλειψη φαντασίας στους ανθρώπους και μ’ εκνευρίζει αφάνταστα ο τρόπος με τόν οποίο οι άνθρωποι δικαιολογούν συνήθως αυτόν τόν ευνουχισμό (γιατί περί αυτό-ευνουχισμού πρόκειται) : τό πιο εύκολο και εκνευριστικό κλισέ είναι συνήθως ότι η φαντασία είναι ένα χάρισμα που ορισμένοι άνθρωποι τό έχουν από τή φύση τους ( – και συνεπώς όσοι λειτουργούν αντιμετωπίζοντας τά πράγματα επίπεδα, και βλέποντας μόνο άσπρο και μαύρο, δεν φταίνε αυτοί. (Παρεμπιπτόντως κι εγώ, στο σινεμά ή στη φωτογραφία, προτιμώ τό ασπρόμαυρο από τό έγχρωμο, αλλά αυτό είναι μια άλλη συζήτηση, μπορούμε να τήν κάνουμε άλλη φορά.) Αυτό που μ’ εκνευρίζει λοιπόν σ’ αυτήν τήν περίπτωση είναι τό πως οι άνθρωποι πιστεύουν ότι η φαντασία είναι κάτι που δεν έχει καμία χρησιμότητα στην πρακτική ζωή, κι ότι χρειάζεται μόνο στους καλλιτέχνες που πετάν στα σύννεφα, και γράφουν παραμύθια. Ή ζωγραφίζουν φανταστικά τοπία, ή χορογραφούν κινήσεις που δεν υπάρχουν κλπ κλπ). Είναι εξάλλου (και είμαι πεπεισμένη γι’ αυτό) κατά τή γνώμη μου ένας ρατσισμός να πιστεύουμε ότι η δημιουργικότητα (αυτό που συνήθως ονομάζουν ταλέντο) είναι ένα δώρο από τoύς θεούς, δεν υπάρχει κατά τή γνώμη μου πιο πονηρός και ύπουλος τρόπος για να απαλλαγεί κανείς από τήν δυσάρεστη ανάγκη να ανακαλύψει ολόκληρο τόν εαυτό του, και να βρει τήν πραγματική του θέληση, τίς πραγματικές του επιθυμίες, και (αυτό που μ’ έναν όρο εντελώς κιτς θα έλεγα ονομάζεται ελαφρά τή καρδία και τή συνειδήσει) τά «ταλέντα» του. (Αυτή τή λέξη ταλέντο πραγματικά δεν τήν κατάλαβα ποτέ : στο στόμα τού αστού μού ακούγεται επιπλέον επιτατικά και μονότονα ως ένα : μακριά απ’ τόν κώλο μας). Όπως ο αλλοτριωμένος άνθρωπος αρνείται να καταλάβει πόση δουλειά (δουλειά και πάλι δουλειά) μπορεί να έχει ένα έργο – που δεν θα τού χρησιμέψει κιόλας σε τίποτα – δεν θα γίνει δρόμος δηλαδή για να πάρει τό αυτοκίνητο και να πάει στο εξοχικό του – με τήν ίδια αποφασιστικότητα αρνείται να δει πόση γοητεία (και χαρά) μπορεί να εμπερικλείει ο ενστερνισμός και η αποδοχή τής φαντασίας του : δηλαδή τού μυαλού του ολόκληρου : Και γι’ αυτό έχω πια πειστεί ότι η πηγή κάθε ρατσισμού ξεκινάει ουσιαστικά από τήν κατάργηση τής φαντασίας μας – από τήν απόλυτη και πεισματική ταφή της : από τήν έλλειψή της.

μπαίνουμε φυσικά στα χωράφια τής ψυχολογίας και τής ψυχανάλυσης – τού τί είναι τελικά ο εαυτός μας ολόκληρος, οι επιθυμίες μας, οι θελήσεις μας, ή (λαϊκότερα) τό πραγματικό μας «γούστο», και, ακόμα λαϊκότερα, η πραγματική καύλα : Ας τό πω πιο απλά : φαντασία είναι να είσαι τόσο απόλυτα ο εαυτός σου, και τόσο πλήρως, και τόσο άφοβα, ώστε να μπορείς διαρκώς να μεγαλώνεις : να μπορείς να μπαίνεις δηλαδή στη θέση τού άλλου, να μη ζεις στο γκέτο τών μικροσυμφερόντων σου, να βρίσκεσαι στον κόσμο πραγματικά και να είσαι εντέλει ένα με τόν κόσμο (με όσο περισσότερο κόσμο)

η εντελώς «ευδαιμονική» αυτή άποψη έγινε σαφές ότι ήτανε και πολιτική κατά σύμπτωση τήν εποχή τών μεγάλων επαναστάσεων και ανατροπών τής δεκαετίας τού ’60 : αυτά όμως έπρεπε να πνιγούνε συντόμως, και γι’ αυτό τό σύνθημα «η φαντασία στην εξουσία» μετατράπηκε (ελληνιστί τουλάχιστον, αλλά κι αυτό είναι επαρκώς χαρακτηριστικό) στη δήθεν αδιόρατη παραλλαγή τού «φαντασία στην εξουσία» – που σημαίνει μάλλον τό ακριβώς αντίθετο απ’ ό,τι η πρώτη μορφή : εκείνη σήμαινε : να πάρει δύναμη επιτέλους ολόκληρος ο εαυτός μας, και μόνο αυτός να «κυβερνήσει» – κάτι που ουσιαστικά καταργούσε τήν «εξουσία», εάν στη θέση της βρίσκονταν όλα όσα η εξουσία απαγορεύει, δηλαδή ο εαυτός μας ολόκληρος. Η δεύτερη μορφή χωρίς τό άρθρο προπαγανδίζει (θα έλεγα πολιτικάντικα) μια ελαφρά μεταρρύθμιση τού συστήματος : «ας μπει και λίγη φαντασία στην εξουσία, ας αποκτήσει η εξουσία και λίγη φαντασία, να γίνει λίγο πιο ανθρώπινη» και να τήν  υπομένουμε κι εμείς με περισσότερη υπομονή. Ένα αρθράκι μόνο, πόση διαφορά : Προσέξτε όμως, κάντε δηλαδή τό πείραμα, αν χρειαστεί να αναφερθεί τό σύνθημα, ποιοι θα τό αναφέρουν στην πρώτη του μορφή, και ποιοι και πόσοι στη δεύτερη.

έγινε, από μια στιγμή και πέρα, σαφές δηλαδή (και η σχολή τής φραγκφούρτης ήτανε πρωτεργάτης σ’ αυτήν τήν κοπιαστική ανηφόρα) ότι η φαντασία σαν ψυχολογική μονάδα βρίσκεται αντιμέτωπη με κάθε μορφή εξουσίας – είναι ο εχθρός της. Γι’ αυτό τό «η φαντασία στην εξουσία» ήταν δημοφιλές σύνθημα, γιατί ήταν ένας πολύ πιο πλήρης τρόπος να πει κανείς «τέλος επιτέλους με τήν εξουσία»

κατάλαβα λοιπόν κι εγώ από μια στιγμή και πέρα ότι ο ρατσισμός δεν μπορεί από φύση και θέση να συνυπάρξει με κανενός είδους φαντασία. Και ότι κάθε μορφή ρατσισμού αποκλείει εκ τών πραγμάτων κάθε μορφή φαντασίας – εκ τών πραγμάτων και διά ροπάλου

διότι δεν συνυπάρχει με τίποτα ο αποκλεισμός τού άλλου, τό τυφλό μίσος προς όποιον άλλον, με τή δυνατότητα να μπεις έστω και για λίγο στη θέση του. Ο ρατσισμός ξεκινάει από μία αποκοπή, έναν ευνουχισμό ηθελημένο : ο εαυτός σου συρρικνώνεται ώς τόν βαθμό που να μην μπορείς να υπάρξεις ούτε καν σαν μονάδα μέσα στον κόσμο, γιατί ακόμα και η μονάδα είναι προϊόν συνύπαρξης : συνουσίας. Γι’ αυτό και ο ρατσιστής νοητικά αυτοκτονεί καθώς δεν αποδέχεται ουσιαστικά τίποτα τό φυσικό – και σ’ αυτό συμπεριλαμβάνει και τόν εαυτό του : έτσι είναι ουσιαστικά, από ιδεολογική άποψη, ως ρατσιστής, ο τέλειος μαλάκας : ο ιδεολόγος τής μαλακίας : αυτό που ουσιαστικά «προπαγανδίζει» είναι μια μαλακία εξιδανικευμένη, μια κατάσταση απ’ τήν οποία (θα ήθελε να) προέρχονται (ιδανικά) όλα – χωρίς καμία συνάφεια τού ατόμου (του) με κανέναν άλλον – εξαυτού και η αγαπημένη (του) μορφή συνεύρεσης με τόν «άλλο» – είτε τού άλλου φύλου είτε τού δικού του –είναι ο βιασμός : αν δεν τό δείχνει ή δεν τό «δηλώνει» δεν σημαίνει κιόλας ότι δεν πιστεύει ακράδαντα πως αυτό ουσιαστικά είναι ο έρωτας : η διά τού έρωτα εκμηδένιση τού έρωτα : η θρησκεία του εξάλλου (στην οποία είναι συχνά επιδεικτικά πιστός) σχεδόν τού τό υπο(επι)βάλλει : βέβαια η υποτίμηση προς τόν έρωτα που βρίσκεται στη βάση τών θρησκειών όλων και κυρίως τών πιο ρατσιστικών που είναι οι μονοθεϊστικές, είναι «αναγκασμένη» να «συνυπάρξει» με μία οριακή αντίφαση, καθώς μέσα στη σχιζοφρένειά τους οι θρησκείες αυτές δεν φτάνουν να μπορούν να αρνηθούν (και όλους) τούς φυσικούς νόμους : έτσι, παρόλο τόν άκρατο μισογυνισμό τους όφειλαν να (αφού «ωραιοποιήσουν» να) αποδεχτούν ρεαλιστικά ότι η γέννηση γίνεται από γυναίκα [ : να σημειώσω ότι στο επίπεδο τής γλώσσας οι «άντρες» κατάφεραν να «πάρουν εκδίκηση» στο σημείο αυτό, έχοντας καταφέρει να ταυτιστεί παγκοσμίως και πανγλωσσικώς σχεδόν (απ’ όσο ξέρω) η λέξη «παρθενογένεση» με τήν έννοια τής «γένεσης εκ τού μηδενός» – όπερ έδει δείξαι : ακόμα και μέσα από τήν «θεοτοκία» της η γυναίκα – τό «άλλο χωρίς τόν άντρα» – δεν παύει να είναι «τό τίποτα» – ] : Και έτσι όμως η «επικίνδυνη» ούτως ή άλλως αντίφαση λύνεται σχεδόν αμέσως, ταυτόχρονα, με τόν πιο πονηρό τρόπο – κάνοντας μια κωλοτούμπα δηλαδή προς τόν εαυτό της : η γυναίκα, η αιτία τής αμαρτίας, αποτινάσσει τήν αμαρτία αν αρνηθεί τόν έρωτα – αν φτάσει δηλαδή στην υπερβολή να γεννήσει χωρίς καν γαμήσι : Έτσι, μ’ ένα σμπάρο δυο τρυγόνια : Εκτός τής ανέραστης θεότητας όλες οι υπόλοιπες γυναίκες μπορούν ελεύθερα να είναι πουτάνες.

και ενός ρατσισμού μύριοι έπονται : δεν υπάρχει περίπτωση να είναι κανείς δηλαδή ρατσιστής ως προς τίς γυναίκες, αλλά να αγαπάει και να σέβεται όλον τόν άλλο κόσμο : απλώς τό ένα του μίσος θα φαίνεται περισσότερο, και τ’ άλλα θα ακολουθούν κρυφά : Μπορεί να κοροϊδέψει στα λόγια φυσικά κανείς – δεν θα κοροϊδέψει όμως ποτέ στην εσωτερική συνοχή τών πράξεων, τών βαθύτερων επιθυμιών, και τών αδιατύπωτων διαθέσεών του.

αρκεί κανείς να ’χει τή διάθεση να τά παρακολουθήσει.

και να ’ναι αρκετά τυχερός, που να ζει σε μια εποχή που να τού επιτρέπει τήν πολυτέλεια τής παρατήρησης.

  

 

                                         

 

τρεις στο λεωφορείο
( : η ρόζα λ., η ραχήλ κ., κι εσύ)

 

προχτές συνάντησα μια φίλη μου που ταξιδεύει πολύ. Είναι εξαιρετική πεζογράφα και γι’ αυτό τά βιβλία της δεν συμπεριλαμβάνονται ποτέ στους πίνακες τών μπεστσέλερ (εξάλλου όταν άρχισε εκείνη να γράφει και να εκδίδει πεζογραφία, ήταν τής μόδας η ποίηση και όχι τά μυθιστορήματα, και δεν υπήρχαν τέτοιοι πίνακες και τέτοια μπεστσέλερ.) Έχει ταξιδέψει λοιπόν πολύ, και οι ανοιχτοί ορίζοντες σε συνδυασμό με μια αχαλιναγώγητη φαντασία τήν έχουν οπλίσει με τέτοια υπομονή και επιείκεια απεριόριστη ώστε συν τοις άλλοις να ανέχεται και εμένα. Είχα να τήν δω καιρό και πιάσαμε κουβέντα για τά επεισόδια με τά πλοία προς τή Γάζα. Μού ξεφούρνισε ότι έχει πάει στο Ισραήλ τρεις φορές κιόλας, και τήν τσίγκλησα για ιστορίες. Στις ώρες που κάτσαμε μαζί, αν τήν μαγνητοφωνούσα, θα τής πρόσφερα μετά ένα βιβλίο πεντακοσίων σελίδων έτοιμο για δακτυλογράφηση.

μια ιστορία όμως απ’ όλες τήν είχε πειράξει πολύ, και επειδή μέ πείραξε και μένα αυτήν θέλω να πω κι εγώ τώρα εδώ :

 

  

 

 θα προσπαθήσω δηλαδή : Μού ’χει μείνει ο ήλιος : μέρα : πήρε τό λεωφορείο μέσα στην ιερουσαλήμ να πάει κάπου. Τό λεωφορείο άδειο, μόνο στη μέση προς τά μπροστά μια ξανθιά γυναίκα (μεγάλης ηλικίας), και η μ. λοξά προς τά πίσω να τήν παρακολουθεί – γιατί είχε δει στο χέρι της τυπωμένον έναν αριθμό. Σε κάποια στάση ανέβηκε μια στρατιωτίνα κι έκατσε δίπλα της, ίσως επειδή φαινόταν ότι είναι τουρίστρια και είχε κι η ίδια όρεξη : πιάσαν κουβέντα, δεν θυμάμαι σε ποια γλώσσα, πιθανόν γαλλικά – ή και αγγλικά – όχι γερμανικά πάντως. Η στρατιωτίνα ήταν πρόθυμη και μικρή, τής έδινε ευχαρίστως τουριστικές πληροφορίες. Ανοίγει η πόρτα σε μια στάση και τό λεωφορείο γεμίζει παιδιά – από κάποιο σχολείο – γεμάτα κέφι : φωνές, αστεία, πειράγματα, κλίμα εφηβικό κοινό σ’ όλες τίς χώρες (είναι ωραία τά παιδιά όταν είναι παιδιά κι όταν γελάνε) η φίλη μου πάντως έχει γερό αυτί : αν και δεν καταλαβαίνει εβραϊκά, ακούει ότι τά γέλια αρχίζουν να αποκτούν σιγά–σιγά ένα διαφορετικό χρώμα : βλέπει και ότι η ξανθιά γυναίκα μπροστά έχει αρχίσει να κάνει κάποιες νευρικές κινήσεις : έχει γυρίσει προς τά πίσω τό κεφάλι μια–δυο φορές, έχει κάνει πού και πού μια αποτρεπτική κίνηση με τό χέρι : όμως με κάθε της εκνευρισμό τά γέλια γύρω δυναμώνουν : τέλος εκτοξεύονται πια ήχοι σαφώς όχι μόνο κοροϊδευτικοί όχι απλά εχθρικοί αλλά εμφανώς υβριστικοί : η γυναίκα μια τινάζει τούς ώμους, μια γυρίζει η μισή, μια σηκώνει τό χέρι προς τά αγόρια σε κίνηση άμυνας, περιφρόνησης, μοναχικής κι ανίσχυρης επίθεσης, και τά παιδιά εκστασιάζονται : ήχοι και θόρυβοι και χειρονομίες που είναι σαφώς πια βρισιές, σχεδόν πια λυντσάρισμα, εκτοξεύονται προς τό μέρος της κατά ριπάς : γυρίζει τώρα ξεκάθαρα και αυτή, επιθετική τώρα και αυτή, βρίζοντας δηλαδή μάλλον κι αυτή, δεν καταλαβαίνω όμως ούτε κι αυτή τί λέει : κουνάει μόνο τό χέρι συνέχεια τώρα, περιφρονητικά και αυτή, αμυντικά, φοβισμένα, άφοβα, επιθετικά, όλα μαζί : ένας διάλογος γίνεται όπως κι αν έχει, που τήν φίλη μου τήν ενδιαφέρει πολύ : – Τί λένε; ρωτάει τήν στρατιωτίνα, αλλά η κοπέλα δεν είναι πρόθυμη σ’ αυτό τό συγκεκριμένο αξιοθέατο να δώσει πολλές τουριστικές πληροφορίες : στο τέλος εξηγεί περιληπτικά : δεν μεταφράζει ούτε τίς επιθέσεις ούτε τίς άμυνες, αλλά μόνο τό νόημα : τό νόημα όπως κατά τή γνώμη της είναι : Τ’ αγόρια τήν περιφρονούν, τής λέει, αυτή τή γυναίκα γιατί έζησε σε στρατόπεδο συγκεντρώσεως και τής λένε ότι έκατσε σαν πρόβατο να πάθει αυτά που έπαθε : η κοπέλα δεν μεταφράζει τίς λέξεις που λένε, εξηγεί θεωρητικά : τά παιδιά πιστεύουν ότι δεν έπρεπε να κάτσουν εκείνοι να πάθουν αυτά που πάθανε, λέει, και τούς κατηγορούν ότι δεν αντέδρασαν, και τής λένε τής γυναίκας ότι εκείνοι ήταν χαζοί που φέρθηκαν σαν πρόβατα : η στρατιωτίνα μεταφράζει λοιπόν τό «ήθος» και μάλλον τό συμμερίζεται απ’ ό,τι δείχνει κιόλας (και καταβάθος εγώ πιστεύω ότι ντρέπεται λίγο για τήν ελάχιστη αμηχανία της τήν ώρα που τό συμμερίζεται – αλλά θα τήν ξεπεράσει τήν αμηχανία, είναι και μικρή, έχει μέλλον) : δεν αναπαράγει τίς κουβέντες τών παιδιών ούτε και τά λόγια τής επιζώσας λοιπόν : τά φανταζόμαστε (εμείς) ; μπορούμε (εμείς εύκολα) να τά φανταστούμε ; η κοπέλα πάντως αναμεταδίδει μια σκέψη που φαίνεται να είναι γενικότερα αποδεκτή, άποψη όχι μόνο τών παιδιών αυτών ή δικιά της, άποψη τού γενναίου καινούργιου και μοντέρνου κόσμου στον οποίο βρίσκεται : μια άποψη με δύο πράξεις : πράξη πρώτη εμείς δεν θα κάτσουμε να πάθουμε τά ίδια, πράξη δεύτερη τά παιδιά περιφρονούν αυτούς που κάτσαν σαν πρόβατα και τούς σκοτώσανε, και συμπέρασμα γενικό : είναι αποφασισμένα τά παιδιά αυτά ότι αυτά δεν θα τό πάθουν αυτό ποτέ.

αυτά δεν θα τό πάθουν αυτό ποτέ, αυτό απαιτεί cut εδώ που λένε κι αυτοί οι άλλοι στο σινεμά.

 

 

να ξεκαθαρίσω ότι δεν μού έκανε εντύπωση αυτή καθεαυτή ακριβώς τής γυναίκας η ιστορία – ήξερα από παλιότερα ότι στο ισραήλ οι επιζήσαντες από τά στρατόπεδα συγκεντρώσεων βρίσκονταν τελικά (όσο σκλήραινε τό καθεστώς) σε δυσμένεια, και μεγάλο ποσοστό τους είχε καταλήξει σε διάφορα ιδρύματα δηλαδή τρελοκομεία, (είχε γραφτεί κι ένα άρθρο στο περιοδικό «αντί» γι’ αυτό, τής φραγκίσκης αμπατζοπούλου αν δεν κάνω λάθος – που όμως δεν μπόρεσα να τό βρω τώρα εδώ για να παραπέμψω – βρήκα μόνο μερικά συναφή βιβλία τής ίδιας (βλ. «σημείωση» στο τέλος τού ποστ)). Αυτό που μού έκανε πραγματική κατάπληξη – μόνο και μόνο γιατί η φαντασία μου δεν είχε μπορέσει να τό συμπεριλάβει στις πιθανές πραγματικότητες – ήτανε τό «σκεπτικό», ο τρόπος σκέψης δηλαδή και οι δικαιολογίες τών παιδιών για τό μίσος και τή διαπόμπευση –

είχα μόλις ανεβάσει ένα πόστ για τόν μονοδιάστατο άνθρωπο τίς μέρες εκείνες που συνάντησα τή φίλη μου, και μού φάνηκε σαν εφαρμοσμένη απόδειξη μονοδιάστατης σκέψης η ιστορία αυτή (βλ. ας πούμε : «βρισκόμαστε μπροστά σε μια απ’ τίς θλιβερότερες πλευρές τής αναπτυγμένης βιομηχανικής κοινωνίας : τόν ορθολογιστικό χαρακτήρα τής ανορθολογικότητάς της» ή : «η έννοια τής αλλοτρίωσης γίνεται προβληματική όταν τά άτομα ταυτίζονται με τήν ύπαρξη που τούς επιβάλλεται, και αφενός πραγματοποιούνται, αφετέρου ικανοποιούνται μέσα σ’ αυτήν»  κλπ, κλπ.) Για επόμενο λοιπόν ανέβασα ένα παλιότερο δικό μου κείμενο μια που διαπίστωσα ότι δεν είχα διάθεση να γράψω τίποτα – εκείνο τό ποστ μιλούσε για τίς γυναίκες τών παλαιστινίων – τώρα, εδώ και καμιά βδομάδα που άρχισα να σχεδιάζω αυτό εδώ, γράφω ουσιαστικά για τίς γυναίκες τών εβραίων. Αλλά μάλλον για τίς γυναίκες απλώς : (γιατί δεν είμαι καθόλου σίγουρη ότι θα διαπόμπευαν με τήν ίδια άνεση και έναν άντρα επιζώντα εκείνα τά κωλόπαιδα – αλλά και πάλι πόσο φταίνε τά κωλόπαιδα μόνο; )

μια που έτσι ακριβώς σκεφτόντουσαν, σαν εκείνα τά παιδιά, και οι παππούδες τους που τήν πάτησαν στην γερμανία : όχι εκείνοι που ήταν ανίκανοι να μετακινηθούν λόγω φτώχειας, αλλά εκείνοι που είχαν τά λεφτά, επειδή είχαν τά λεφτά, όσοι ακριβώς είχαν τά λεφτά : ξέρω (θα μεταφράσω αποσπάσματα καμιά φορά από τή βιογραφία αυτή) τήν περιφρόνηση που έδειχνε ο πατέρας τού αντόρνο προς τούς φίλους τού γιου του που ήταν φτωχών τάξεων παιδιά ή εντελώς προλετάριοι (με τόν λόβενταλ ας πούμε – άλλον έναν κατοπινόν φιλόσοφο τής «σχολής» – ο «τέντυ» είχε προβλήματα να τόν φέρνει σπίτι ως έφηβος (κάποιες απ’ τίς φιλίες τών μελών τής «σχολής τής φραγκφούρτης» χρονολογούνταν όντως από τά παιδικά τους χρόνια) διότι ο πατέρας αντόρνο είχε  απαγορέψει να μπαίνουν παρακατιανοί στο σπίτι – κλασική «ψυχολογία» μεγαλοαστού που τήν ξέρουμε κι απ’ τά «δικά μας» ψιλοάθλια – ο πατέρας τού αντόρνο ήταν μεγαλέμπορος, τού χορκχάιμερ βιομήχανος.) Πίστευαν ότι δεν θα τούς αγγίξει λοιπόν κανείς – έτσι ακριβώς όπως πιστεύουν και τούτοι : Αυτοί εδώ έχουν μεγάλη υποστήριξη και δεν διανοούνται ότι θα τήν χάσουν : έτσι είμαστε πάντοτε – οι πάνω και οι κάτω – κι όταν μάς παίρνει όλους ο διάολος και μάς σηκώνει μάς λένε μετά ότι είμαστε και πρόβατα και μαλάκες. Πάντως σωστά.

αλλά πόσο σωστό είναι να προχωράς τυφλός, έχοντας βάλει στη γωνία τό μυαλουδάκι σου – πιστεύοντας ότι δεν σού χρειάζεται επειδή είσαι δυνατός, επειδή έχεις πλάτες αμερικάνικες, ή λεφτά ; Και τί ζωή θα κάνεις αν τό παρόν σου δεν είναι καν ένα λεπτό, αν η ιστορία δεν υπάρχει, τί ζωή υπερασπίζεσαι ζώντας όχι μόνο τυφλός αλλά και κουφός ; Τούς έχουμε γύρω μας συνέχεια αυτούς τούς ανθρώπους, οι περισσότεροι τό ίδιο είναι σ’ όλες τίς χώρες, για τούς δικούς του λόγους ο καθένας, κοροϊδεύοντας διαφορετικά πρόβατα ο καθένας κάθε φορά : αυτό τό μασίφ τούβλο ως ιδιοσυγκρασία και τρόπος σκέψης είναι τής μόδας, νομίζουν πράγματι ότι είναι και ζωντανοί όμως έτσι :

γιατί τό να μην καταλαβαίνεις δεν είναι λάθος, δεν είναι έγκλημα, είναι τό μεγαλύτερο δυστύχημα που μπορεί να σού τύχει : Αναρωτιόντουσαν κάποιοι πού οφειλότανε η απόλυτη εκείνη απόσταση τών ναζί από τούς κρατούμενους – πού οφειλόντουσαν τά γέλια τους όταν τούς κρυφοκοίταζαν από μια τρύπα να πνίγονται στα κρεματόρια (υπάρχουν μαρτυρίες) : Μα : στην ίδια ακριβώς λογική με τ’ αγοράκια τού λεωφορείου : ότι η φαντασία είναι περιττή, ο άλλος είναι ανύπαρκτος, ο χρόνος δεν υπάρχει, η ιστορία δεν υπάρχει, μέλλον δεν υπάρχει, τό ίδιο τό παρόν είν’ ανύπαρκτο, και τό μόνο που έχει σημασία είναι να είσαι εσύ δυνατός, και να επιζήσεις

δεν ισχυρίζομαι ότι και οι παλαιστίνιοι αν είχαν μια παρόμοια δύναμη, τά ίδια δεν θα κάνανε : δεν μπαίνει θέμα βιολογίας εδώ – και οι «εβραίοι» σ’ αυτήν τήν περίπτωση μάς κάνουν ένα πολύ μεγάλο καλό, καθώς μάς τό αποδεικνύουν περίτρανα

 

 

είναι γεγονός ότι καμιά φαντασία δεν συναγωνίζεται τήν πραγματικότητα – όχι τόσο γιατί δεν μπορείς να σκεφτείς να τό δημιουργήσεις τό επεισόδιο, αλλά γιατί φαίνεται ψεύτικο, και, τό χειρότερο, κακόγουστο. Τό ότι έχει συμβεί δεν τό κάνει βέβαια λιγότερο απίθανο, η αλήθεια του όμως αποκλείει τή δυνατότητα να τό χαρακτηρίσεις κακού γούστου. Δεν είναι θέμα γούστου εδώ : αυτό είναι τό φριχτό και τό αποτρόπαιο, όπως δεν είναι θέμα γούστου τά ίδια τά στρατόπεδα, τά ίδια τά βασανιστήρια, η ίδια η εφευρετικότητα στο μίσος, η ίδια η φρίκη. Και τελικά η ίδια η φριχτή έλλειψη φαντασίας : ο μονοδιάστατος άνθρωπος, για να ξαναγυρίσουμε στον μαρκούζε, ζώντας εκτός ιστορίας εκτός μνήμης εκτός χρόνου, δεν διστάζει να υπερασπιστεί αυτό που εκλαμβάνει ως ζωή του με κάθε τρόπο – τό πρόβλημα σ’ αυτόν είναι τό τί ακριβώς ονομάζει ζωή : Η ρέϊτσελ κόρι αν δεν ήταν ως αμερικανίδα ένα χειραφετημένο και ελεύθερο κορίτσι που μπορούσε να μεγαλώσει τόν εαυτό της τόσο πολύ, ώστε να ταυτίσει τή ζωή της με τή ζωή τών δυστυχισμένων άλλων, αν είχε γεννηθεί δηλαδή στην παλαιστίνη, αν η ρέϊτσελ κόρι ήταν κόρη ενός παλαιστίνιου, κανένα δικαίωμα δεν θα ’χε να μεγαλώνει τόν εαυτό της μ’ αυτόν τόν τρόπο, μην έχουμε καμιά αμφιβολία γι’ αυτό : και αν επέμενε στη φαντασία της θα θανατωνόταν επίσης με κάποιον τελετουργικό τρόπο * , γιατί θα χαρακτηριζόταν απλώς πουτάνα που φοράει μπλουτζήν και δεν κάθεται σπίτι της μαντηλοδεμένη να περιμένει να τής βρουν γαμπρό ο πατέρας της, οι θείοι της, ή τά αδέλφια της. Δεν θέλω να πω ότι πήγε άδικα χαμένη η θυσία της για μια απελευθέρωση, θέλω να πω όμως πως για άλλη απελευθέρωση θυσιάστηκε εκείνη, που οι ίδιοι οι παλαιστίνιοι αυτή τή στιγμή δεν τήν φαντάζονται

μια απελευθέρωση που πολλές εβραίες και εβραίοι μέχρι τώρα στο παρελθόν αγνοώντας τόν μισογυνισμό τής θρησκείας τους, αποκηρύσσοντας γενναία τή θρησκευτική πλευρά τού εβραϊσμού τους, μάς έδωσαν τά εργαλεία για να μπορούμε εμείς και να τήν φανταζόμαστε με τή μεγαλύτερη δυνατή ενάργεια, και να τήν υπερασπιζόμαστε ως δική μας, ως μέρος τού εαυτού μας

έτσι μάς βλέπω : θα είμαστε πάντα όλοι τριπλοί δηλαδή μέσα σ’ αυτό τό διαστημικό λεωφορείο που διασχίζει τά πάντα : γυναίκες απελευθερωνόμενες, εβραίες αριθμούμενες, παλαιστίνιες δολοφονούμενες : τό «από ποιον» ας τό φανταζόμαστε με λίγο καθαρότερο μάτι : από όλους όσους δεν δέχονται να μπούνε στη θέση σου –

  

 

                                          

   

σημειώσεις :

  

* για τόν μισογυνισμό στην παλαιστίνη ενδεικτικά μόνο (και μόνο από τό γκουγκλ) : δέστε αυτό και αυτό 

συμπληρωματικά προτείνω και τήν ανάγνωση αυτού τού ποστ, μετά τών (άφθονων) σχολίων του (ως συνήθως στου omadeon) όπου υπάρχουν και (πολλά… (τότε δεν είχα τά βλογ και είχα καιρό αλλά καταλαβαινόμαστε ομαδεώνα…)) δικά μου σχόλια κι όπου τίθενται τόσο τά θέματα τού παραλογισμού τής, παλαιστινιακής και λοιπής, αραβικής «λογικής» για τήν άρνηση τού ολοκαυτώματος όσο και τών παραλογισμών τού «επίσημου» ισραήλ ως προς τούς (εσωτερικούς) διαφωνούντες του – και πολλά άλλα… Πάντως (ακόμα) δεν μπόρεσα να εντοπίσω τό άρθρο στο «αντί» (για τό οποίο μιλάω και εκεί) και στο οποίο η φραγκίσκη αμπατζοπούλου (εξακολουθώ να) νομίζω περιέγραφε τή δυσμένεια στην οποία (είχαν) έχουν περιπέσει επιζώσες και επιζώντες τού ολοκαυτώματος στη σημερινή γη χαναάν, τη γη τήν ρέουσα μέλι και γάλα… : τά μόνα σχετικά που βρήκα από τήν εν λόγω συγγραφέα είναι αυτό και αυτό.

 

και μερικά έργα
εφαρμοσμένης φαντασίας :

 

επειδή όμως στα σχόλιά μου σ’ εκείνο τό ποστ/ποταμό στου omadeon είχα αναφέρει και τήν δημιουργία από τόν (παλαιστινιο/αμερικανό) φιλόσοφο edward said και τόν (εβραιο/αργεντίνο) μουσικό daniel barenboim τής ορχήστρας west-eastern divan με μουσικούς ισραηλινούς και άραβες, νά και μερικά βιντεάκια :

(απολαύστε πάνω απ’ όλα τόν διάλογο ανάμεσα στα δύο «διαφορετικής εθνικότητας» όργανα, τό κοντραμπάσο και τό τσέλο : μια συνεργασία που είχε περάσει από σαράντα κύματα ώσπου να πετύχει, αλλά όμως πέτυχε – όπως λένε οι πληροφορίες γι’ αυτό τό φανταστικό (στην κυριολεξία) πείραμα στις διηγήσεις τών σαΐντ και μπαρενμπόιμ από τό βιβλίο τους parallels and paradoxes : explorations in music and society  (btw τό βιβλίο πρέπει να είχε εκδοθεί και στα ελληνικά, διότι νομίζω ότι από κει τό διάβασα και εγώ – πάντως δεν μπόρεσα να τό βρω στο γουγλ) Εδώ πληροφορίες και στην ελευθεροτυπία για τό βιβλίο)

 

 

 

και μια και μιλάμε για δημιουργικότητα και αλληλεπίδραση τής φαντασίας, νά και λίγη παλαιστινιακή ραπ στο καφέ sinatra’s τής ραμάλας, τόν αύγουστο τού 2007 (δεν είδα πάντως κορίτσια στο κοινό τού καφέ – η αλληλεπίδραση τών πολιτισμών έχει και τά όριά της, προς τό παρόν τουλάχιστον – ) :

 

 

 

 

 

(μια δεύτερη βασική ώθηση για να γράψω αυτό τό ποστ πάντως, μού έδωσε, εκτός από τή συζήτηση με τήν φίλη μου, και τό βλογ τού αμπραβανέλ – κυρίως στις πρόσφατες αναρτήσεις του εδώ και εδώ)

 

 

 

 

 

 

 

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: