σημειωματαριο κηπων

Αύγουστος 13, 2012

η αφύπνιση τού κυρίου φίνεγκαν

.

.

.

.

   bullskit. bullskid. bullshowit. bullsayit. αυτό τό βιβλίο εγώ όταν τό λέω από μέσα μου (για να συνεννοηθώ με τήν εαυτή μου) τό λέω φιννεγκοαγρύπνια ή φιννεγκογκρίνια {και τά δύο ταυτόχρονα και να σκεπάζουνε τό ’να τ’ άλλο, συμφωνικώς, φωνηεντικώς και χιαστί} κι όταν τό λέω απέξω μου για να συνεννοηθώ με κάναν άλλον τό λέω «η αφύπνιση τού φίννεγκαν» (ή «η αγρύπνια τού φίννεγκαν», αδιακρίτως, και χωρίς πολλές–πολλές εξηγήσεις) αλλά μπορεί εξάλλου να είναι και «τό ξύπνημα τού φίννεγκαν», γιατί η λέξη που διάλεξε ο τζόϋς έχει όλες αυτές τίς σημασίες μαζί {και ίσως και άλλες πολλές, και ακριβώς για να υπάρχουν όλες αυτές οι σημασίες έβαλε ο άνθρωπος τή λέξη στον τίτλο}

   δεν πιστεύω ότι αυτό τό βιβλίο εξάλλου μεταφράζεται ((για να πω τήν αλήθεια η μετάφραση γενικά κατά τή γνώμη μου είναι ένα πράγμα μάλλον αδύνατο – μετάφραση έργων τέχνης δηλαδή εννοώ, τά επιστημονικά φυσικά μεταφράζονται) άσε που αν δοκιμάσεις να τήν κάνεις πρέπει πρώτα να κοιτάξεις να βεβαιωθείς ότι είσαι και καλός ηθοποιός – : πρέπει να μπεις δηλαδή στο πετσί τού άλλου όχι μόνο για όση ώρα γράφει, αλλά και ως κατάσταση διαρκείας – για όλη του τή ζωή εννοώ) πάντως καλά–καλά αυτό τό βιβλίο ούτε και διαβάζεται (εγώ τό διαβάζω κατά καιρούς μέσες–άκρες αλλά βαριέμαι να τό διαβάσω με τή σειρά – έχω πάντως τό θράσος να μεταφράζω τά κομμάτια του που μ’ αρέσουνε)

   πιστεύω όμως ότι ούτε και ο τζόϋς δεν τό διάβαζε καλά–καλά όταν τό ’γραφε – και μάλιστα επιπλέον πιστεύω ότι σκυλοβαριόταν όταν τό ’γραφε (όχι επειδή τού πήρε δεκάξι χρόνια να τελειώσει, αυτά συμβαίνουν στη λογοτεχνία (βλέπεις δεν είναι η τέχνη αυτό που έχει περάσει τά τελευταία χρόνια ως κανονική διαδικασία, χρηματιστηρίου δηλαδής, να γράφεις αρλούμπες να στις βγάζει ο εκδότης, να τίς πουλάτε, και να πάτε μετά και οι δυο στην τιμή και τήν υπόληψή σας) ο τζόϋς απλώς πιστεύω εγώ ότι δεν είχε πια καθόλου κέφι, και έτσι έφτιαξε ένα κέφι βεβιασμένο, κι ύστερα έπεισε και τόν εαυτό του ότι μαζεύοντας εξυπνάδες και καλαμπούρια δεξιά–αριστερά έκανε τή δουλειά του) διότι ως γνωστόν διήνυε μια απαίσια περίοδο στη ζωή του, όπου ήταν κουρασμένος μισότυφλος και μονίμως μεθυσμένος. Εξαυτού νομίζω πως μπορείς να δεις περίφημα και τά κομμάτια που γράφει όταν μισοκοιμάται (δηλαδή όταν μοντάρει τά καλαμπούρια που άλλοι τού μαζεύανε) και εν συνεχεία τά κομμάτια που γράφει όταν ξυπνάει τινάζεται απότομα και θυμάται τήν υπόθεση (θυμάται δηλαδή λίγον από κείνον τόν ερωτικό εαυτό – στό πορτραίτο τού καλλιτέχνη ως νέου, τό «cranly’s arm, his arm» ας πούμε, ή τό «έκανε μια κίνηση όπως τής μιλούσε σαν να πετούσε ρεβύθια πίσω απ’ τήν πλάτη του») – γι’ αυτό και μπορεί κανείς να πει περίφημα ότι ισχύει για τό finnegans wake ό,τι είχε πει ο σταντάλ ότι ίσχυε για τήν εισαγωγή τού don giovanni που ο μότσαρτ τήν έγραψε σε μια νύχτα ξαγρύπνιας {αγρύπνιας – τήν άλλη μέρα είχε πρεμιέρα η όπερα και δεν είχε γράψει τήν εισαγωγή ακόμα} τουτέστιν μισοκοιμισμένος : ότι ακούς μ’ άλλα λόγια θαυμάσια τά κομμάτια που έγραψε κοιμισμένος και ακούς μετά επίσης και τό πότε ήταν που ξυπνούσε απότομα και ξανάρχιζε, με λίγο παραπάνω κέφι τέλος πάντων –

.

.

   τώρα όμως είδα (και γι’ αυτό διακόπτω μετά τσαντίλας τήν καλοκαιρινή διακοπή) ότι σύντομα πρόκειται να έχουμε ενδομπουρδογλωσσικές ξιπασιές : «η αγρύπνια τών φίνεγκαν» σε μετάφραση τού κυρίου ελευθέριου ανευλαβή – δεν τήν έχω διαβάσει διότι δεν έχει εκδοθεί ακόμα, αλλά γράφουν γι αυτήν πριν εκδοθεί, όπως συνηθίζεται στις εξαιρετικές περιπτώσεις –

   να πει κάποιος τού κυρίου μεταφραστή λοιπόν ότι στην αγγλική (δηλαδή τή (θέλοντας και μη, και κυρίως μή θέλοντας) γλώσσα τού τζόϋς) η γενική πληθυντικού δεν στερείται παντελώς αποστρόφου : τό απόστροφο μπαίνει απλώς όχι πριν τό σίγμα αλλά μετά τό σίγμα (ελληνιστί εντάξει τό ες) – συνεπώς αν επιθυμούσε διακαώς τόν πληθυντικό ο τζόϋς δεν θα αφαιρούσε καθολοκληρίαν τό απόστροφο αλλά θα ’γραφε finnegans’ wake

   ας αφήσουμε τό ότι, αν πάρουμε στα σοβαρά τήν ντε και καλά επιθυμία τού μεταφραστή να μάς πείσει ότι υπήρξε ντε και καλά επιθυμία τού τζόϋς να περιοριστούμε σε κείνη τή μπαλάντα (στην οποία στηρίζει τήν αυθαιρεσία τού πληθυντικού), τό βιβλίο θα ’πρεπε να λέγεται «μοιρολόϊ για τόν φίννεγκαν» και «φιννεγκοξαγρύπνια» ή «φιννεγκοανάσταση»

   τό ζήτημα είναι όμως βασικά απλό : ο τζόϋς δείχνει ειδικά σ’ αυτό τό έργο όλη του τήν περιφρόνηση για τή γλώσσα και τούς κανόνες της, και γι’ αυτό ακριβώς σβήνει παντελώς τό απόστροφο : όπως αν έγραφε στα ελληνικά θα υιοθετούσε (παντού ή ενμέρει) τό ατονικό να πούμε ή και τή φωνητική γραφή ή και τό λατινικό αλφάβητο : αφενός δηλαδή τσαντίζεται με τούς κανόνες (τής αγγλικής ως ιρλανδός – αν έγραφε στα ελληνικά θα τσαντιζόταν με τούς κανόνες τής ελληνικής, ως αντιέλλην που θα ένιωθε και υποέλλην) και τό ότι ως ιρλανδός απόκτησε μια καθυστερημένη μανία για τά ελληνικά δεν αλλάζει φυσικά τίποτα : τήν απόκτησε τήν εκτίμηση για μια γλώσσα που δεν ήταν η γλώσσα του – και τήν οποία επιπλέον αρνήθηκε πεισματικά να μάθει στο πανεπιστήμιο καθώς τού τό πρότεινε ο μπαμπάς του με τόν οποίο είχε κόντρα : κι ύστερα μετάνιωσε κι έτρεχε να μάθει κουτσοελληνικά από τούς διάφορους εμπόρους που συναντούσε : με τήν ίδια έννοια κουτσοέμαθε και τόν όμηρο, γι’ αυτό – όσο και να χτυπιώνται (κι αυτός και η περιχαρής παγκοσμίως κριτική του) σχέση μεγάλη με τήν οδύσσεια δεν έχει ο «οδυσσέας» – αν έλεγε τό βιβλίο «μπλουμ» θα ήταν πιο εντάξει δηλαδή – τόσο με τόν εαυτό του όσο και με τό βιβλίο : αλλά, βλέπεις, ήθελε σώνει και καλά έστω και καθυστερημένα να βρει μια σχέση με τά ελληνικά, και να καταργήσει δηλαδή κείνη τήν κόντρα με τόν μπαμπά του –. Τήν τσαντίλα του συνεπώς αυτή τή βγάζει ειδικά στον «φίννεγκαν», και μπορεί βέβαια να παίζει σε κάποιο επίπεδο και με τή δισημία ενικού–πληθυντικού, αλλά είναι άλλο αυτό και άλλο αυτό που κάνει ο ευλαβής κύριος με τόν τίτλο στα ελληνικά : μάλλον απλώς για να πάει κι αυτός κόντρα σε όσα έχω (εγώ) συνηθίσει

   : όπως ακριβώς δηλαδή έκανε και ο κύριος καψάσκης (άλλος ευσεβής μεταφραστής αυτός) που πήγε να κανονίσει τόν «οδυσσέα» και ονόμασε τόν στήβεν δαίδαλο (δηλαδή έτσι τόν ξέραμε εμείς, και από τήν (ανώνυμη (τί σεμνότητα!) αλλά και υπέροχη, πιθανώς κιόλας επειδή τή διάβασα τόσο μικρή) μετάφραση τού «πορτραίτου» στο «γαλαξία», και από όλες τίς μεταγενέστερες, αλλά κυρίως και επειδή εκεί πάει τ’ αυτί μας – έτσι να τ’ ακούμε και να τό λέμε εμείς τό stephen dedalus : δαίδαλος, και όχι άκου εκεί βλαχοχωριατιές «στήβεν ντένταλους»)

   : και επιπλέον αυτή είναι ακριβώς και μια άλλη απόδειξη για τήν ασεβέστατη διάθεση τού τζόϋς να πηδάει γλωσσικούς κανόνες (εδώ κατευθείαν σχεδόν στα ελληνικά : τά οποία – μεταγραφόμενα στην λατινική και λοιπή ενδοευρωπαϊκή παράδοση – έχουν τόν δαίδαλο ως daedalus) : αν ήθελε συνεπώς κάποιος έλλην μεταφραστής να μεταφράσει και σ’ αυτήν τήν περίπτωση πιστά αν και όχι αναγκαστικά ωραία τόν τζόϋς, θα ’γραφε τό όνομα τού στήβεν ως «δέδαλος»… Έτσι μόνο θα ήταν συνεπέστερος και με τόν τζόϋς και με τά ελληνικά του

.

 

.

   για να κάνω μια μικρή παρέκβαση (στερνικού τύπου) : στον στήβεν δαίδαλο βρίσκεται εξάλλου ουσιαστικά ολόκληρος ο τζόϋς, και όχι στον μπλουμ : κατά τήν καθόλου ταπεινή μου γνώμη δηλαδή (δεδομένου ότι τόν οδυσσέα τόν περιτριγυρίζω μέσες άκρες και τόν βαριέμαι επίσης – κι αν ο φώκνερ είπε στη γυναίκα του try again όταν τού ανακοίνωσε κείνη, σ’ ένα αεροπλάνο μέσα αν θυμάμαι καλά, ότι τό διάβασε τό βιβλίο αλλά δεν κατάλαβε τίποτα, αυτός έχει μια δικαιολογία που δεν βαρέθηκε να τό διαβάσει : στο κάτω–κάτω ήταν γραμμένο στη γλώσσα του και ήταν ακόμα τό βιβλίο καινούργιο και δεν τού ’χε κάτσει ο μύθος στο κεφάλι και στο σβέρκο όπως σήμερα) αν έχει μια γοητεία λοιπόν για μένα ο «οδυσσέας», τήν έχει στην αρχή, εκεί που συνεχίζει τήν υποερωτική σχέση τού δαίδαλου με τόν κράνλυ – η οποία έχει ξεκινήσει όπως είπαμε από τό πορτραίτο – μετά όμως ο ιρλανδός μας μπλέκει με τή μανία του για τόν γηραιότερο (που θέλει σώνει και καλά να τόν κάνει και οδυσσέα, που δεν γίνεται με τίποτα : ο (αρχαίος) οδυσσέας έχει στο μυαλό του δηλαδή μοναχά τήν περιουσία του και τήν ιδιοκτησία του (αν δεν πείθω εγώ πείθει ο χορκχάϊμερ, μεγάλο στήριγμα) ο αρχαίος οδυσσέας είναι επομένως ξεκάθαρα, ως πρόγονος τού ένδοξου και σημερινού αστού εντελώς αντιερωτικός : δεν ψάχνει σαν τόν μπλουμ ούτε να βρει να διασκεδάσει να πιει ή να κάνει μπανιστήρι, ούτε τή γυναίκα του νοσταλγεί για τό κρεβάτι της – άσε που η γυναίκα τού μπλουμ και θα έχει τόν τελευταίο λόγο και θα είναι και ερωτική τού λόγου της : καμία σχέση δηλαδή με πηνελόπες (μάλλον θα ’λεγε κανείς ότι η μόλλυ έχει σχέση με τίς δούλες της – που λόγω τού ότι διατήρησαν τόν ερωτισμό τους όσον καιρό κράτησε η «οδύσσεια» τού αφεντικού τους, τό αφεντικό γυρίζοντας τούς έκοψε τό κεφάλι) : και κάτι που ξεφεύγει συνήθως από τούς «κριτικούς» είναι ότι η τελευταία πολυλογία τής μόλλυς με τά αλλεπάλληλα ναι παραπέμπει * στους, όπως τουλάχιστον καθιερώθηκαν απ’ τήν αντρική μυθολογία στα αγγλοσαξονικά, γυναικείους οργασμούς – και παρ’ όλ’ αυτά δεν τό ’χω ακούσει εγώ αλλιώς να ερμηνεύεται αυτό παρά μόνο ως τή (συμβατική και μισογύνικη) αντίληψη για τήν γυναίκα που «συγκατανεύει» διαρκώς και υπογείως, ακόμα και στις απιστίες της ηττημένη – ο τζόϋς είχε δηλαδή σε μεγαλύτερη υπόληψη τόν ερωτισμό τών γυναικών απ’ ό,τι οι «κριτικοί» του – εγώ έτσι πιστεύω, μολονότι τά διάφορα ναι στο κρεβάτι τών αγγλοσαξονισσών ποτέ δεν τά κατάλαβα – ο τζόϋς πάντως τό δένει επίσης επιδέξια (τί διάολο, σ’ αυτές τίς δεξιότητες ήταν ασύγκριτος) αυτό τό «ναι» τής μόλλυς και με τό ναι που λένε στην εκκλησία τά ζευγάρια, επίσης αγγλοσαξονικά : όπως δένει περίφημα και τήν ίδια τή bloomsday με τόν ερωτισμό τής μόλλυς, καθώς η μέρα δεν θα κρατούσε τόσο πολύ αν δεν ήταν αναγκασμένος ο μπλουμ να φύγει από τό σπίτι και να τό αφήσει στη γυναίκα του για να συναντηθεί εκεί, όπως τού ’χε ζητήσει απαιτήσει ή απειλήσει, με τόν εραστή της)

   μπλουμ λοιπόν είναι ο ήρωας, και καλά θα έκανε ο ιρλανδός μας να ονόμαζε τό βιβλίο του έτσι : θα ήταν πιο ειλικρινές κατά τή γνώμη μου. (Και επειδή ο χρόνος είναι όντως κριτής μέγιστος που όλα τά διορθώνει, ως bloomsday έχει μείνει στην κοινή συνείδηση η μέρα του, και όχι ως ulyssesday.) Εξάλλου τό να παραπέμψει ο ίδιος ο συγγραφέας από τόν τίτλο κιόλας στην (ομηρική) οδύσσεια τό βρίσκω και βιαστικό και κακόγουστο – νά κάτι που δεν θα τού συγχωρούνταν σε καμία περίπτωση ας πούμε αν έγραφε στα ελληνικά (καλά, τότε δεν θα τού συχωρούνταν απολύτως τίποτα!) Ας παράπεμπε τουλάχιστον σ’ έναν κοντινότερό του λογοτεχνικό μύθο, τόν beowulf να πούμε, ή τόν κύριο shandy – τού sterne που προανάφερα – ο οποίος είναι άλλωστε και ο πρόγονός του από κάθε άποψη (και τόν οποίο ακριβώς (στον φίννεγκαν) ίσως θέλοντας να ισορροπήσει αυτή τήν αδικία βιάζεται να τόν αναφέρει απ’ τήν αρχή–αρχή κιόλας) : Sir Tristram, violer damores : 3η σειρά απ’ τήν αρχή στην έκδοση faber που ’χω γω – αλλού μπορεί να ’ναι και στη 2η , ξέρω γω;

.

.

   όχι μόνο γιατί είναι κι οι δυο ιρλανδοί κι όχι μόνο γιατί τό καταλυτικό χιούμορ τού στερν πάνω και στα ήθη και στη γλώσσα αποτέλεσε βασικό στήριγμα έκτοτε για οποιονδήποτε (στον κόσμο) έκανε πεζογραφία, αλλά και για έναν πολύ πιο εσωτερικό λόγο : τήν ίδια τή λογική τής αφήγησης, η οποία με τόν στερν διαλύεται συστηματικά στα εξ ών συνετέθη, και συνιστά μια γνησιότερη πρωτοτυπότερη και προγενέστερη βέβαια τού τζόϋς τομή (τί τομή : τσεκουροπελέκωμα) στην ιστορία τής αφήγησης : άσε που ο στερν στον «τρίστραμ σάντυ» κάνει αυτό που δεν τόλμησε να κάνει ο τζόϋς : να παραπέμψει δηλαδή ακριβώς σ’ έναν αγγλοσαξονικό μύθο, όχι τόν μπέογουλφ μεν, τόν τριστάνο δε – αφενός, και αφετέρου να διαλύσει τή δομή τού «κλασικού» μυθιστορήματος όχι με βάση τόν χρόνο αλλά με βάση τή μνήμη και τά δικά της ψυχολογικά βίτσια, κάτι απείρως και πιο καίριο και πιο μοντέρνο και πιο δύσκολο κατά τή γνώμη μου : δηλαδή εντάξει, ωραίο τό να συμβαίνει ένα τεραστίων διαστάσεων μυθιστόρημα μέσα σε μια μόνο μέρα, αλλά εξαιρετικά ωραιότερο και πονηρότερο να διασπώνται όλα, και χρόνος και τόποι και επεισόδια, με μόνο μέτρο τά κέφια τού ομιλητή και τίς αναμνήσεις του κάθε φορά – τούς συνειρμούς του δηλαδή ανάλογα με τό συμφέρον του : υπάρχει νεωτερικότερη αντίληψη απ’ αυτήν, άμα τό δούμε έτσι; (μέχρι και ο προυστ προβλέπεται – αφαιρουμένου τού χιούμορ)

   ας αφήσουμε που υπάρχει προϊστορία και σ’ όλ’ αυτά, ασφαλώς : αν θέλουμε να ’μαστε ακριβείς και ακριβοδίκαιοι δηλαδή, η ληξιαρχική πράξη γέννησης τού νεωτερικού, τού βέβηλου, τού αγνοώντας τούς κανόνες, τού κάνοντας τούς κανόνες απ’ τήν αρχή, σαν να μην υπήρχε προηγουμένως τίποτα, στην πεζογραφία βρίσκεται στον δάντη, και μόνο στον δάντη : με τήν vita nova του, εκεί όπου όλα διασπώνται κι όπου τίποτα δεν ακολουθεί κανένα αφηγηματικό προηγούμενο πάρεξ μόνο τή μανία και τό πάθος και τή μνήμη, και ό,τι ακολουθεί τόν θάνατο που καταγράφει και συνιστά τήν αφήγηση, και ό,τι δεν είναι η υπόθεση τού έργου αλλά η παράθεση τών γραφτών που θα οδηγήσουν σ’ αυτήν, και η κριτική τους απ’ τόν ίδιο τόν durante, και οι ιστορίες τής κρίσης του και τών λιποθυμιών του, και τής ανάλυσής του τών διαρκών παραισθήσεων

   για να συνεχίσω όμως τή στερνική παρέκβαση με κάποια σχετική συνέπεια, τόν δάντη ακολουθεί ασφαλώς ο θερβάντες, τόν θερβάντες ακολουθεί ασφαλώς ο στερν, τούς πάντες ακολουθεί ασφαλέστατα ο σταντάλ – είχε δηλαδή πολλά σκαλοπάτια για να πατήσει πάνω τους ο κύριος τζόϋς : μόνο τόν όμηρο δεν είχε, γιατί, αν αυτός (αυτός; όποιος κι αν ήταν ο τελικός συμπιλητής τών ποιημάτων τέλος πάντων) έχει σίγουρα στην οδύσσεια απίστευτα αφηγηματικά κόλπα, τίποτ’ απ’ αυτά όμως δεν μιμείται ούτε ακολουθεί, ούτε προσπαθεί ν’ ακολουθήσει τέλος πάντων ο τζόϋς – ο τζόϋς δεν τήν ξέρει καλά τήν οδύσσεια : (γιατί είπαμε, δεν έμαθε τά ελληνικά εξαιτίας τού μπαμπά του) : και αυτό που ακολουθεί είναι μάλλον μια εντελώς επιφανειακή, μαζικής κουλτούρας αντίληψη περί τού οδυσσέα, ανακριβής και επιφανειακή – και ακόμα (όπως ξανάπα) και βιαστική και πρόχειρη (ούτε καν τόν αριθμό 24 δεν φρόντισε ν’ ακολουθήσει για τά κεφάλαια – κι αν ήθελε εδώ να πηδήξει τά ελληνικά αλφάβητα και ν’ ακολουθήσει τά πάτρια, ας τά ’κανε 26 (τόσες θα ’ταν οι ραψωδίες αν ο όμηρος έγραφε δηλαδή αγγλικά), τό 18 πάντως δείχνει απλώς βιασύνη και προχειρότητα)

   προσωπικά, επειδή ακριβώς τήν πρωτοπορία τήν έχω σε μεγάλη υπόληψη, σιχαίνομαι απόλυτα τήν ιδέα ότι μέσα στην πρακτική τού μοντερνισμού χωράνε όλα επειδή απλώς έτσι μάς κάθεται : δεν είναι δηλαδή η πεζογραφία, ούτε η τέχνη γενικά, χώρος αυθαιρεσιών – και η ελευθερία διαχωρίζεται από τήν αυθαιρεσία διά ροπάλου, αλλά ας μην μπλέξουμε τώρα με τό τί είναι και τί δεν είναι πεζογραφία – : ας πούμε απλώς ότι στην κατασκευή ενός έργου όλα χωράνε φτάνει να δικαιολογούνται, και με εσωτερικά, όχι εξωτερικά στοιχεία : ειδάλλως οδηγούμαστε στη σημερινή αρλούμπα, και όσοι ενδιαφερόμαστε (για τήν πρωτοπορία that is) βλέπουμε με πολλή λύπη πού έχει καταλήξει : και δυστυχώς γι’ αυτήν τήν κατάληξη ειδικά στην πεζογραφία δεν είναι ανεύθυνες οι βιασύνες και οι προχειρότητες τού ώριμου κουρασμένου και βαριεστημένου τζόϋς

   εδώ όμως υπεισέρχεται και η ανάγκη (μου) να τού αναγνωρίσω ένα ελαφρυντικό ως προς τήν ονομασία τού «οδυσσέα» με τήν εξής έννοια : αυτό για τό οποίο ο τζόϋς είναι υποχρεωτικό να εκτιμηθεί γενικά (και αυτό για τό οποίο ούτως ή άλλως έχει τήν ευγνωμοσύνη μας) είναι για τήν τόλμη του να προχωρήσει τά παραδείγματα τών προηγουμένων στα άκρα : δεν εφεύρε τίποτα, αλλά υπερθεμάτισε : και μέσα σ’ αυτό τό πλαίσιο (και μόνο) μπορεί να δικαιολογηθεί η επιλογή ενός ονόματος για τόν μπλουμ, και για ολόκληρη τή μέρα του, που να παραπέμπει στην ομηρική «οδύσσεια» : μόνο αν τό δούμε δηλαδή ως παιδιάστικο πείσμα και χτύπημα τού ποδιού κάτω, και κακιασμένη πρόκληση για τήν κατεδάφιση ενός κανόνα : δεν έχει σημασία πόσο κρατάει τό ταξίδι, μπορεί να κρατήσει κι ένα δευτερόλεπτο – στα πλαίσια μιας πεζογραφικής παράδοσης όπου η «αξία τού χρόνου» ήταν ακόμα αρκετά κλασική αυτό έχει τήν αξία του : (παραμένει τελείως εκτός θέματος, παρατραβηγμένη και άστοχη, η προσπάθεια να ταυτιστούν τά κεφάλαια τού βιβλίου με τά «κεφάλαια» τού έπους – είπαμε, ούτε στον αριθμό δεν έπεσε μέσα ο τζόϋς : ίσως ακριβώς επειδή δεν είχε σπουδάσει, ξανάπαμε, τόν όμηρο και νόμιζε ότι οι αριθμοί του είναι ασήμαντοι)

   πάντως για να ξαναγυρίσω στους προπάτορες πριν κλείσω τήν παρέκβαση, ακόμα και η πεζογραφία τού bruno (που ο τζόϋς ευτυχώς τόν ξέρει) είναι γεμάτη κατεδαφιστικό χιούμορ, εξοργιστικό ταλέντο, και εξαυτού προαναγγελλόμενο θάνατο : και επειδή ο μπρούνο έτσι κι αλλιώς δεν υπάρχει σχεδόν καθόλου στα ελληνικά (προσωπικά τόν ξέρω από κάτι γερμανικές μεταφράσεις, και ό,τι ξέρω συνιστά σίγουρα αντικείμενο μελέτης μιας ζωής – που δεν θα τήν κάνω όμως εγώ) τό μόνο που μπορώ να πω είναι ότι η ενγένει φιλοσοφία τού μπρούνο, παρέα με τήν σπαζαρχίδικη ενσωματωμένη της ειρωνεία (θυμάμαι τώρα ας πούμε τήν αρχή από τό «περί τών άπειρων κόσμων» που είναι γραμμένο σε διάλογο και αρχίζει έτσι ξεκαρδιστικά : «– Και πώς ξέρετε κύριε ότι οι κόσμοι είναι άπειροι; – Και πώς ξέρετε κύριε ότι δεν είναι;») δικαιολογεί απόλυτα αυτό που είπε (και πάλι) ο χορκχάϊμερ (και ούτε που θυμάμαι πού) : ότι ο λόγος που οι παπικοί φέρθηκαν επιεικέστερα στον γαλιλαίο, ήταν όχι τόσο γιατί αυτός έκανε πίσω ενώ ο μπρούνο επέμεινε, όσο γιατί δεν τούς ενοχλούσαν τόσο τά σκέτα μαθηματικά τού γαλιλαίου, ενώ τούς χτύπησε εξοργιστικό καμπανάκι η φιλοσοφία τού μπρούνο πίσω από τήν αστρονομία του (στην οποία σημειωτέον προηγήθηκε κιόλας τού γαλιλαίου – και χωρίς όργανα). Για τόν ίδιο λόγο προφανώς ο γαλιλαίος εξακολουθεί να είναι, στην περιρρέουσα θετικιστική συνθήκη τής σήμερον, δημοφιλέστερος (και γνωστότερος) τού τζορντάνο

   αλλά και ο έτερος μεγαλοογκόλιθος θερβάντες ακολουθεί αυτήν τήν παράδοση μη–παράδοσης κοροϊδεύοντάς μας με τήν «κλασική» του δήθεν αφήγηση η οποία διασπάται διαρκώς με τήν επαναφορά τού ίδιου σε πρώτο πλάνο και τήν επαναφορά επίσης σε πρώτο πλάνο αποσπασμάτων από τήν «κλασική» τότε, όποια είχε στη διάθεσή του, λογοτεχνία

   ο σταντάλ από τήν άλλη δεν αρνήθηκε ποτέ ότι είχε πάνω απ’ όλα δάσκαλό του τόν δάντη – κυρίως στο «περί έρωτος» όπου διαλύει κάθε μορφή μυθιστορηματικής και αφηγηματικής σύμβασης μιλώντας διαρκώς για τά δικά του και εντέλει μόνο τά δικά του –. Και για να τελειώνω με τίς ιστορικές αναδρομές ας πω ότι προϋπάρχει πάντως, στο λογοτεχνικό μαξιλάρι που ’χει στην πλάτη του αναπαυτικά ο τζόϋς, η περίφημη τζαίην ώστιν και δεν πρέπει να τήν ξεχνάμε : αυτήν κυρίως δεν πρέπει επουδενί να τήν ξεχάσουμε, καθώς ήταν επίσης και αγγλόφωνη : όμως ειδικά η θεία τζαίην έχει και μια επιπλέον ιδιομορφία που οφείλεται καθαρά στην ανηλεώς και αμετακλήτως γυναικεία της φύση : κατάλαβε δηλαδή πολύ νωρίς τήν εχθρότητα τού γύρω της χώρου : και η ειρωνεία που επιπλέει και κατακλύζει τό έργο της είναι εγκαίρως τιθασσευμένη και επεξεργασμένη – ναι, όσο κι αν φαίνεται για όσους τήν ξέρουν παράλογο, η πρώιμη τζαίην, η τζαίην ώστιν παιδί ήταν συνταρακτικότερα, εμφανέστερα και εξωτερικότερα, επιθετική : και μολονότι διατήρησε τήν κατεδαφιστική της ειρωνεία στο ώριμο έργο της, έμαθε να αποκρύπτει τίς κριτικές της τουλάχιστον για τήν ίδια τή λογοτεχνία : αυτές τίς κριτικές που κάνουν κάποια απ’ τά γραφτά τής παιδικής της ηλικίας εκπληκτικά απολαυστικά και απολύτως μοντέρνα, ακόμα και με τίς πιο συμβατικές έννοιες τής νεωτερικότητας : ακριβώς δηλαδή επειδή από μικρή (και από τίς αντιδράσεις τών αντρών τής οικογένειας – και είχε καμπόσους γύρω της) διαπίστωσε ότι τό ενδοσυγγραφικό της χιούμορ θα δυσκόλευε τήν επιβίωση τήν αποδοχή και εντέλει τήν έκδοση τών βιβλίων της : έτσι μόνο πολλούς αιώνες μετά τόν θάνατό της μπορούμε να απολαύσουμε τό γεγονός πως από παιδί είχε ήδη προλάβει να ειρωνευτεί τίς αντιφάσεις τής μετέπειτα πρωτοπορίας (τού θέατρου πιχι τού παράλογου – που θα εμφανιζόταν κάτι εκατοντάδες χρόνια αργότερα – θυμάμαι τώρα ένα θεατρικό της έργο που τό έγραψε γύρω στα 12 όπου τραβάει τόν παραλογισμό στα άκρα αφήνοντας τό «θέμα» τού έργου εντελώς στο σκοτάδι, αφού τό θέμα αποτελείται από ένα μυστικό τό οποίο, ως μυστικό, τό ψιθυρίζει στο αυτί ο ένας υποκριτής τού άλλου και τό κοινό μένει εντέλει με τήν απορία) – όπως εξάλλου πρόλαβε στο πρώτο της «ώριμο» μυθιστόρημα να ειρωνευτεί τή μαζική κουλτούρα τής εποχής (τά «αστυνομικά» τά «γοτθικά» τά δημοφιλή έργα μυστηρίου) με αποτέλεσμα να υποστεί τήν κακοήθη πονηριά κεινού τού εκδότη, ο οποίος φρόντισε να αγοράσει τά δικαιώματα τού βιβλίου της για να τό πνίξει και να τό κρατήσει μετά θαμμένο στο συρτάρι του, καθότι εξέδιδε τού λόγου του ακριβώς τέτοια έργα ( : όταν η τζαίην πέθανε, ο μόνος αδελφός που τήν αγαπούσε ξαναγόρασε από τόν εκδότη αυτόνα τό northanger abbey για να τό εκδόσει ο ίδιος – στη μεταθανάτια έκδοση έργων της μαζί με τό persuasion)

.

.

   για τήν ιστορία και τή δικαιοσύνη τού πράγματος πάντως, εδώ τώρα που τελειώνει αισίως η στερνική αυτή παρέκβαση, να μην ξεχάσω να πω ότι ο τζόϋς τόν μπρούνο ειδικά δεν τόν ξέχασε ποτέ : είναι ο μόνος εκ τών καλλιτεχνών τουλάχιστον που τόν θυμότανε, και όχι μόνο τόν έχει αναφέρει αλλά και επανέρχεται σ’ αυτόν – και δεν πιστεύω ότι αυτό οφείλεται στο ιησουίτικο σχολείο που τόν πήγανε και όπου θέλοντας και μη μπόρεσε να μισήσει εγκαίρως τήν εκκλησία – στο «πορτραίτο» μάς τά ’χει πει, και με τόν πιο έξοχο τρόπο – κλείνει η παρέκβαση

.

.

   ας επανέλθω λοιπόν εκεί που ξεκίνησα, τήν επερχόμενη έκδοση μιας μετάφρασης τού φίννεγκαν ως αγρύπνια ολόκληρης και σούμπιτης μιας οικογένειας με τή δικαιολογία κιόλας δήθεν ότι η (ιρλανδική that is) μπαλάντα που ασχολείται με τόν φίννεγκαν και τήν οποία ήξερε ας πούμε ο τζόϋς (και δεν πα’ κι η μπαλάντα ακόμα να ’χει τόν φίννεγκαν στον ενικό) μιλάει δήθεν για ένα ολόκληρο σόϊ : όμως στη συγκεκριμμένη μπαλάντα (που τώρα πήρα δλδ να τή διαβάσω) στην ξαγρύπνια για τόν φίννεγκαν, από συγγενείς παίρνει μέρος μονάχα η χήρα του, και οι υπόλοιποι είναι ένα λεφούσι φίλοι τού μεταστάντος ( : καλά, ή δεν ξέρουμε να διαβάζουμε ή νομίζουμε ότι οι άλλοι δεν ξέρουν; δυστυχώς δεν προέχει εδώ κατά τή γνώμη μου πάντως παρά μια τραγική αρλουμποβαλκανιοειδής επιθυμία να κάνουμε απλώς μια ψωροκωσταινοκαθυστερημένη επίδειξη γνώσεων κι όποιον πάρει ο χάρος (ή ο φίννεγκαν), μ’ άλλα λόγια δηλαδή τά συνήθη)

   και να πω βέβαια ότι αναγνωρίζω πως δεν υπάρχει μεγαλύτερη ειρωνεία απ’ τό να γράφω πρώτη φορά εδώ ουσιαστικώς για τόν τζόϋς και να παίρνω αφορμή από μια μαλακία κι ένα απόστροφο

   δεν εισηγούμαι επουδενί βέβαια ότι δεν θα ’πρεπε να εκδοθεί η μετάφραση – θεός φυλάξοι : (εγώ που δεν βρίσκω άνθρωπο να μού εκδόσει τά ανέκδοτα δεν θα γκρίνιαζα ποτέ για άνθρωπο που βρίσκει άνθρωπο να τού εκδόσει τά ανέκδοτα) : άλλωστε μια μετάφραση τού φίννεγκαν θα προκαλούσε ούτως ή άλλως αντιρρήσεις (και συζητήσεις) και πιστεύω ότι μερικά έργα καλύτερα να τά ’χουμε στα ελληνικά έστω και με κατά λέξη σχολικές αποδόσεις : έχουμε άλλωστε μέλλον : μπορεί ο μέλλων επαρκέστερος μεταφραστής να μάθει τόν φίννεγκαν απ’ αυτή τή μετάφραση – και στην ενγένει μας απαιδευσία μπορείς να περιμένεις και τά χειρότερα, ακόμα και να μάθει ένα παιδί φανατικό για γράμματα τόν φίννεγκαν από τούτο τό ποστ –

   μέχρι να διαβάσω τή μετάφραση πάντως, αλλά και αφού τή διαβάσω πολύ φοβάμαι, οφείλω να πω ότι τό όνομα τού μεταφραστή είναι τό καλύτερο κομμάτι τής μετάφρασης – δηλαδή μόνο ως τζοϋσικό αστείο θα μπορούσε να τό πάρει κανείς – και πιστεύω ότι ο τζόϋς θα ’λεγε, ευθύς εξ αρχής, ότι η μετάφραση είναι ανελευθέρως εβλαβέστατη – αλλά αυτό με τό οποίο δεν θα καταδεχότανε να κάνει ούτε ένα αστείο θα ήτανε η καριέρα τού μεταφραστή στην τηλεόραση – όμως στη χώρα τής μαφίας τής κλίκας και τής μαλακίας αν ο μεταφραστής δεν είχε δημιουργήσει τίς γνωριμίες του δεν θα ’βρισκε και άνθρωπο να τού εκδόσει τή μετάφραση, όπερ και έδει δείξαι – για να μην πούμε και για ικαροδαίδαλους να τού επιδαψιλευσοδαιδαλογράψουν κριτική πριν ακόμα βγει τό βιβλίο

   όλ’ αυτά πέραν τού ότι δεν μού είναι ο άνθρωπος (ο ανεβλαβής) ιδιαιτέρως αντιπαθής –

   και για να τελειώσω όπως άρχισα, παραφράζοντας – τί ’ναι καλέ τούτο τό ποστ είπε η μάνα μου και τί λέει;bullshit είπα γω και πολύ χαρωπά : συνεχίζω τώρα τίς διακοπές μου

.

.

.

.

.

* παραπέμπει : όπως ας πούμε εδώ τό yes στα σοβαρά, κι εδώ στ’ αστεία

σχολαστικισμοί, διαβάσματα : για διαβάσματα στο πρωτότυπο : τζόϋς «finnegans wake» | η μπαλάντα «finnegan’s wake» | τζόϋς «ulysses» | λώρενς στερν «tristram shandy» | δάντης «vita nuova» | bruno «περί άπειρων κόσμων» | τζαίην ώστιν (juvenilia) «the mystery : an unfinished comedy»

επιλογή βιβλίων, βλογ, και άρθρων : δάντης «νέα ζωή» στα ελληνικά, μετάφραση νίκος κούρκουλος | «τά ελληνικά τού τζαίημς τζόϋς», μαντώ αραβαντινού | τζόϋς «τό πορτραίτο τού καλλιτέχνη», μετάφραση άρη μπερλή | μια μελέτη για τή «διαλεκτική τού διαφωτισμού» τών αντόρνο και χορκχάϊμερ : προς τή μέση τού κειμένου, για τόν (ομηρικό) οδυσσέα ένα βιβλίο για τά «λάθη τού τζόϋς» : joyces mistakes, problems of intention, irony, and interpretation | flashpoint, ένα βλογ με κατάλογο έργων για τόν φίννεγκαν | ένα άρθρο για τόν «οδυσσέα υπερτιμημένο» | stella steyn, έργα ζωγραφικής για τόν φίννεγκαν

περί τής επερχόμενης μετάφρασης : ιούνιος 2012, για τήν επερχόμενη μετάφραση, στο «ποιείν» | φεβρουάριος 2012, αναγγελία τής επερχόμενης μετάφρασης από τό «βήμα» | μάρτιος 2012, βλογ ίκαρου μπαμπασάκη, αποσπάσματα τής επερχόμενης μετάφρασης + επεξηγήσεις τίτλου μετά πλήθους φιλολογικών παρφερναλίων |

.

.

.

      

.

.

.

.

.

 

Advertisements

Φεβρουαρίου 12, 2011

ο υποδιοικητής και η λογοτεχνία (ή : ο άμλετ τού υποδιοικητή)

 
   

. 

«για τήν επόμενη επανάσταση ο πλανήτης θα συνεννοηθεί μέσω ίντερνετ» είχε πει παλιά ο υποδιοικητής…
: η αίγυπτος μάλλον δεν είναι η αρχή αλλά είχε τόση φαντασία : κι είμαστε ακόμα στην αρχή

 

υποσχέθηκα πέρσι να μεταφράσω τή συνέντευξη που πήρε ο κολομβιανός συγγραφέας γκαμπριέλ γκαρσία μαρκές από τόν μεξικάνο υποδιοικητή μάρκος, και να τήν βάλω στην ίδια ανάρτηση με τό κεφάλαιο τού «μονοδιάστατου άνθρωπου» τού γερμανού χέρμπερτ μαρκούζε, που θα ακολουθούσε, περί τέχνης και αισθητικής : νομίζω όμως ότι τής αξίζει εντέλει, και στην αρχή τού χρόνου, χωριστή ανάρτηση

{ η αρχική σελίδα «writings of subcommander marcos of the ezln» στο διαδίκτυο, που περιείχε διάφορα γραφτά τού υποδιοικητή και από τήν οποία πρωτοδιάβασα τή συνέντευξη (και έδωσα ένα πρώτο δείγμα της εδώ) έχει όπως φαίνεται κατέβει (ή επισκευάζεται…)· εντέλει βρήκα τή συνέντευξη στο αμερικάνικο περιοδικό nation στο τεύχος τής 2 ιουλίου 2001 (διαβάζεται ευκολότερα και από εδώ) (τό περιοδικό αναφέρει ότι πρόκειται για τμήμα μεγαλύτερης συνέντευξης που είχε πάρει από τόν υποδιοικητή, νωρίτερα τόν ίδιο χρόνο, τό περιοδικό cambio με τή συνεργασία τού  μαρκές)· διαβάζετε επίσης τήν ίδια συνέντευξη στ’ αγγλικά και σ’ αυτό τό μπλογκ

τελικά όμως βρήκα ολόκληρη τή συνέντευξη (στα αγγλικά, και σε μια λίγο διαφορετική μετάφραση) στο περιοδικό new left review (τεύχος 9, μάϊος – ιούνιος 2001) που δίνει και τήν πληροφορία ότι : «this interview was first published in «revista cambio», bogotá, 26 march 2001» με τόν υπότιτλο «interviewed by garcía márquez and roberto pombo just after the ezln’s entry into mexico city, marcos explains the strategy of zapatista patience and the literary origins of a revolutionary militant»

 (μπορεί επομένως, τώρα που τή βρήκα ολόκληρη, κάποια άλλη φορά να μεταφράσω και τό πρώτο μέρος τής συνέντευξης, που δόθηκε από τόν μάρκος αμέσως μετά τήν είσοδο τού ezln στην πόλη του μεξικού) }

 

          
        
η φωτογραφία από τήν ισπανική σελίδα τής συνέντευξης,
         ευγενής παραχώρηση τού τσαλ, ευχαριστούμε

.

βρίσκετε ακόμα τόν καιρό να διαβάζετε μέσα σ’ όλες αυτές τίς φασαρίες ;

ναι, γιατί αλλιώς… τί θα κάναμε ; παλιότερα στους άλλους στρατούς οι στρατιώτες ξέκλεβαν χρόνο για να καθαρίσουν τά όπλα τους και να ανασυγκροτηθούν… τά όπλα μας εμάς είναι τά λόγια μας, και τό οπλοστάσιό μας τό χρειαζόμαστε ανά πάσα στιγμή και πρέπει να τό φροντίζουμε

όλα όσα λέτε – και ως μορφή και ως περιεχόμενο – δείχνουν γερό λογοτεχνικό υπόβαθρο από τή μεριά σας. Πού οφείλεται και πώς τά καταφέρατε ;

από τά παιδικά μου χρόνια προέρχεται. Στη οικογένειά μου οι λέξεις είχαν αξία πολύ ιδιαίτερη. Βγήκαμε στον κόσμο μέσω τής γλώσσας. Δεν μάθαμε να διαβάζουμε στο σχολείο, μάθαμε ανάγνωση διαβάζοντας εφημερίδες. Και μάς έμαθαν και οι δύο, και η μητέρα μου και ο πατέρας μου, να διαβάζουμε βιβλία – τά οποία μάς αποκάλυψαν από πολύ νωρίς άλλα πράγματα. Ήταν σαν με τόν ένα ή τόν άλλο τρόπο να αποκτήσαμε τήν επίγνωση πως η γλώσσα δεν ήταν και τόσο τρόπος για να επικοινωνούμε αναμεταξύ μας όσο κυρίως τό μέσο για να χτίσουμε κάτι. Ήταν δηλαδή περισσότερο ευχαρίστηση και λιγότερο καθήκον ή υποχρέωση. Από τήν άλλη, όταν έρχεται η εποχή τής παρανομίας, που ’ναι ένας κόσμος στον οποίο οι αστοί διανοούμενοι δεν συμμετέχουν, τά λόγια δεν απολαμβάνουν και τής μεγαλύτερης εκτίμησης. Υποβιβάζονται, θεωρούνται δευτερεύοντα. Όμως μόλις μπεις στις κοινότητες τών ιθαγενών η γλώσσα γίνεται καταπέλτης : συνειδητοποιείς ότι υπάρχουν πράγματα που οι λέξεις σου δεν μπορούν να τά πουν, κι αυτό σέ κάνει να θες να αναπτύξεις τίς δυνατότητες τής γλώσσας σου, να παλέψεις με τίς λέξεις – να γυρνάς και να ξαναγυρνάς στις λέξεις για να τίς οπλίσεις και τίς αφοπλίσεις

δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι συνέβη και τό αντίστροφο – δηλαδή αυτός ο έλεγχος και η γνώση τής γλώσσας ακριβώς να έκαναν δυνατή τήν πραγματοποίηση μιας νέας φάσης για τόν αγώνα ;

μα είναι σαν ένα μπλέντερ, δεν ξέρεις με ποια σειρά ρίχτηκαν μέσα τά πράγματα, καταλήγεις όμως να ’χεις στα χέρια σου στο τέλος ένα κοκτέϊλ

να ρωτήσουμε γι’ αυτή τήν οικογένεια ;

ήταν μια αστική οικογένεια. Ο πατέρας μου που ήταν η κεφαλή της είχε κάνει δάσκαλος σε χωριά τήν εποχή τού lázaro cárdenas τότε που, όπως μάς έλεγε, κόβαν τ’ αυτιά τών δασκάλων που κατηγορούνταν για κομμουνιστές. Η μητέρα μου ήταν επίσης δασκάλα στην επαρχία μέχρι που έφυγε. Και σιγά–σιγά γίναμε μια οικογένεια μεσοαστική – δεν είχαμε οικονομικά προβλήματα. Όλ’ αυτά βέβαια στις επαρχίες, όπου ο μορφωτικός σου ορίζοντας καθορίζεται από τίς κοινωνικές σελίδες τής τοπικής φυλλάδας. Ο έξω κόσμος κι η μεγάλη πόλη, η πόλη τού μεξικού, είχαν εκείνη τή φοβερή γοητεία εξαιτίας τών βιβλιοπωλείων τους. Γίνονταν όμως και γιορτές βιβλίων στις επαρχίες και έτσι μπορούσαμε ν’ αγοράσουμε μερικά πράγματα. Ο γκαρσία μάρκες, ο φουέντες, ο βάργκας λιόσα – ασχέτως με τίς ιδέες του – για να αναφέρω λίγους μόνο, μάς επισκέφτηκαν μέσω τών γονιών μου. Αυτοί μάς βάλαν να τούς διαβάσουμε. Με τά «εκατό χρόνια μοναξιάς» καταλάβαμε τί ήταν οι επαρχίες εκείνα τά χρόνια, και ο «θάνατος τού αρτέμιου κρουζ» μάς έδωσε να καταλάβουμε τί έγινε με τήν μεξικάνικη επανάσταση. Τό «dias de guardar» τού carlos monsiváis μάς εξήγησε τί συνέβαινε με τήν αστική τάξη. Όσο για τήν «πόλη και τά σκυλιά», αυτό ήταν από μια άποψη τό πορτραίτο μας αν και ελαφρώς απογυμνωμένο. Όλα υπήρχαν εκειμέσα. Βγαίναμε έξω στον κόσμο βυθιζόμενοι στη λογοτεχνία. Και λέω ότι αυτό μάς σημάδεψε : η είσοδός μας στον κόσμο δεν έγινε μέσα από τά επίκαιρα τών εφημερίδων αλλά με ένα μυθιστόρημα, με ένα δοκίμιο ή με ένα ποίημα : αυτό μάς έκανε τελείως διαφορετικούς. Μέσα απ’ αυτόν τόν καθρέφτη, σαν ένα πρίσμα, οι γονείς μου θέλησαν να αντικρύσω εγώ τόν κόσμο, κατά τόν ίδιο τρόπο που άλλοι δίνουν στα παιδιά τους ως πρίσμα τά μέσα μαζικής ενημέρωσης ή ένα μαύρο γυαλί μέσα από τό οποίο δεν μπορείς να πάρεις καν χαμπάρι τί γίνεται γύρω σου

 κι ο δον κιχώτης πού βρισκόταν μέσα σ’ όλ’ αυτά τά διαβάσματα ;

όταν ήμουν δώδεκα χρονών μού χαρίσανε ένα υπέροχο βιβλίο με χοντρό εξώφυλλο – ήταν ο «δόν κιχώτης τής μάντσα». Τόν είχα διαβάσει, αλλά πιο παλιά, σε μια απ’ αυτές τίς παιδικές εκδόσεις. Ήταν ένα βιβλίο ακριβό κι ένα δώρο πολύτιμο – κάπου πρέπει να υπάρχει ακόμα. Ο σαίξπηρ έφτασε ακριβώς μετά. Αλλά αν ήταν να μιλήσω για τή σειρά με τήν οποία ήρθανε τά βιβλία, πρώτη ήταν η λατινοαμερικάνικη έκρηξη, ύστερα ο θερβάντες, ύστερα ο garcía lorca, κι ύστερα ήταν μια εποχή με ποίηση μόνο. Επομένως λοιπόν, είσαι κι εσύ [δείχνοντας τόν μαρκές] εν μέρει υπεύθυνος για όλ’ αυτά

υπήρχαν οι υπαρξιστές και ο σαρτρ πουθενά σ’ όλ’ αυτά ;

όχι. Αυτά αργήσανε : σαφέστατα, και στον υπαρξισμό, και, πριν απ’ τόν υπαρξισμό, στην επαναστατική φιλολογία φτάσαμε όταν είχαμε πλέον αρκετά διαβρωθεί – όπως θα λέγαν οι ορθόδοξοι : συνεπώς τήν εποχή που πήγα στον μαρξ και τόν ένγκελς είχα πια διαφθαρεί εντελώς από τήν ειρωνεία και τό χιούμορ τής λογοτεχνίας

δεν διαβάζατε πολιτική θεωρία ;

αρχικά, όχι : από τ’ αλφαβητάρι μου μεταπήδησα κατευθείαν στη λογοτεχνία και πολύ αργότερα στα θεωρητικά και πολιτικά κείμενα – αυτά τά ’πιασα τήν εποχή περίπου τού γυμνασίου

οι συμμαθητές σας πιστεύανε ότι είσαστε, ή μπορεί να γίνετε ποτέ, κομμουνιστής ;

μπα δεν νομίζω, τό πιο πολύ που μού ’χαν πει ήταν ότι ήμουνα σα ραπανάκι : κόκκινος απέξω κι άσπρος από μέσα

τί διαβάζετε τώρα ;

έχω πάντα πλάϊ μου τόν δον κιχώτη και κουβαλάω μαζί μου συνήθως και τίς τσιγγάνικες μπαλάντες (τό romancero gitano) τού garcía lorca. Ο δον κιχώτης είναι τό καλύτερο βιβλίο που υπάρχει στον κόσμο για τήν πολιτική θεωρία, κι ακολουθούν ο άμλετ και ο μάκβεθ. Δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος για να κατανοήσει κανείς τήν τραγωδία και τήν κωμωδία τής πολιτικής κατάστασης στο μεξικό από τόν άμλετ, τόν μάκβεθ, και τόν δον κιχώτη. Αξίζουν πολύ περισσότερο από οποιαδήποτε πολιτική ανάλυση

γράφεις με τό χέρι ή στον κομπιούτερ ;

στον κομπιούτερ. Μόνο σ’ αυτή τήν πορεία έγραψα πολύ με τό χέρι, γιατί δεν είχα τόν χρόνο να δουλέψω κανονικά. Κανονικά γράφω ένα πρώτο πρόχειρο, κι ύστερα τό διορθώνω και τό διορθώνω και τό ξαναδιορθώνω. Θα νομίζετε ότι κάνω πλάκα αλλά συνήθως είναι έτοιμο στην έβδομη διόρθωση

τί βιβλίο γράφετε τώρα ;

ήθελα να γράψω μια τρέλα, ένα πράγμα παράλογο : να εξηγήσω τόν εαυτό μας στον εαυτό μας από τήν πλευρά τού εαυτού μας, τό οποίο είναι κατ’ ουσίαν αδύνατο. Θα πρέπει να συνειδητοποιήσουμε και να διηγηθούμε τό παράδοξο που αποτελούμε : γιατί ένας επαναστατικός στρατός δεν στοχεύει στην κατάληψη τής εξουσίας, και γιατί ένας στρατός δεν πολεμάει – εφόσον αυτή είναι η δουλειά του… Όλα τά παράδοξα τού κόσμου που αντιμετωπίσαμε : τό πώς μεγαλώναμε, τό πώς δυναμώναμε, μέσα σε μια κοινότητα τόσο απόμακρη και αποξενωμένη απ’ τήν κατεστημένη κουλτούρα

αν όλοι ξέρουν ποιος είσαι τότε προς τί η μάσκα ;

κομμάτι κοκεταρία. Πάντως ούτε ξέρει κανείς ποιος είμαι ούτε νοιάζεται. Αυτό που μετράει εδωπέρα είναι τό ποιος είναι ο υποδιοικητής μάρκος τώρα, κι όχι τό ποιος ήταν ξεκινώντας.

 

 

αυτός λοιπόν ο άνθρωπος εμένα μ’ αρέσει και μού εμπνέει εμπιστοσύνη όχι μόνο γιατί αγαπάει τήν τέχνη (καθόλου δεν είθισται), αλλά και γιατί έχει χιούμορ και δεν έχει καθόλου σοβαροφάνεια : πέρα από τό ότι έχει και μια πολύ καλά οργανωμένη αναρχική συνείδηση, που για μένα συμπυκνώνεται (τό ’χω πει τού λόγου μου αλλού  : δεν υπάρχει κατάργηση τής εξουσίας αν δεν καταργηθεί πρώτα η δικιά σου) στη φράση when we say “no” to leaders, we are also saying “no” to ourselves.

πιστεύω λοιπόν ακράδαντα [και όχι γιατί έχω παρακολουθήσει κάθε πτυχή τής πορείας του – συγγραφέας είμαι, και τό σταθερό ενδιαφέρον μου είναι η λογοτεχνία, η οποία όπως είπε και ο ezra pound είναι εργασία πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης και ένα επάγγελμα κερατένιο τό οποίο σού ζητάει κάθε μέρα να είσαι στη διάθεσή του, και απορώ πώς βρίσκω καιρό ν’ ασχολούμαι και με τό μπλογκ – αλλά τέλος πάντων αφού ασχολούμαι έστω και με διαλείμματα και με τό μπλογκ ας συμπληρώσω τή σκέψη μου η οποία είναι ότι : ]

ο υποδιοικητής δεν θα προδώσει ποτέ όσα αγαπάει και είμαι σίγουρη πως θα επιμείνει ώς τό τέλος σ’ αυτά που τόν συνδέουν με τόν κόσμο (και όχι σ’ αυτά που θα τόν συνέδεαν με μια καριέρα * ) και ότι επομένως αξίζει τόν κόπο να τόν αγαπάει κανείς : διότι ενσαρκώνει μιαν ελπίδα για τόν αιώνα και τήν χιλιετία που μπήκε : τήν ελπίδα ότι η επανάσταση, η εξέγερση, η αλλαγή στο μυαλό τήν καρδιά και τή ζωή μας, δεν θα γίνει με μέτρο τά συνηθισμένα ώς τώρα – δεν θα γίνει με μέτρο δηλαδή μόνο τήν πείνα αλλά και τήν υπόλοιπη ανθρώπινη κατάσταση : τό να είσαι γυναίκα, παιδί, ομοφυλόφιλος, μαύρη, κίτρινη, κόκκινη, να αγαπάς τήν τέχνη, να μη θέλεις να δουλέψεις για τό κράτος, να μη θέλεις να δουλέψεις για κανέναν – να θέλεις να ζήσεις ελεύθερη κι ευτυχισμένος *

 

                 

 

*  τέτοια πράγματα δεν θα κατορθωθούν βέβαια με τά ανέκδοτα τού περιοδεύοντος σοφού τών βαλκανίων : (τόν όρο «βαλκάνιος» τόν χρησιμοποιώ, όπως ξέρουν όσοι μέ διαβάζουν, ως ηθική κατηγορία και όχι γεωγραφική : ο όρος βαλκάνιος σημαίνει για μένα δηλαδή τόν κακομαθημένο άντρα, λευκής ή άλλης φυλής, που δεν θέλει να ξεκολλήσει από τόν  μισογυνισμό και τήν ξενοφοβία στα οποία τόν έμαθε η οικογένεια και η λοιπή κοινωνία, ακόμα και η αριστερά στην οποία μπορεί να ανήκει, και ο οποίος θεωρεί κάποιου είδους συνδιαλλαγή με τήν εξουσία, επίσης φυσιολογική για τή ζωή του : ακόμα και τό να γίνει εξουσία ο ίδιος δεν τό θεωρεί συνεπώς αποτρόπαιο, αλλά αποτέλεσμα σοφής κατάληξης, σοφής θεωρίας, και σοφής καριέρας.) Και για να ολοκληρώσω ένα προηγούμενο σχόλιo με τήν ευκαιρία : Ένας τέτοιος άντρας είθισται να χρησιμοποιεί τή θεσμοθετημένη βία κατά τού (άλλου) μισού τού πλανήτη, ως ευκαιρία για να γελάσει παρέα με τό (ελεήμον) κοινό του : και δεν τόν αθωώνει τό ότι εξηγεί στο τέλος (3.13΄ λεπτό) – επειδή φοράει και τή μάσκα τού αμερικανού ή τού ευρωπαίου τέλος πάντων – πως «και οι γυναίκες λένε τέτοια ανέκδοτα» : οι γυναίκες μπορεί να λένε, αυτός δεν επιτρέπεται να λέει –

   αλλά οι ευαισθησίες, και η χειραφετημένη συνείδηση, είναι σαφές ότι δεν διδάσκονται (αν δεν έχεις ήδη μέσα σου μια καταραμένη προδιάθεση για τέτοια πράγματα) : ο άντρας αυτού τού είδους γελάει λοιπόν αθώα, και αν τού κάνεις κριτική θα σού πει ότι είσαι και κατά τού γέλιου. Αν ήταν όντως φιλόσοφος όμως, και όχι πασίχαρος περιπλανώμενος δερβίσης, θα τό ήξερε : όπως τό ήξερε καλά ο (ανθρωπολόγος, και καθόλου φιλόσοφος) πιερ μπουρντιέ, που διακήρυξε ότι τό να μιλάει εξ ονόματος τών γυναικών ένας άντρας, είναι έμπρακτη συμμετοχή σε μια μορφή συμβολικής βίας, κατά τήν οποία τό να γίνεις αυτές είναι εύκολο, και είναι ζήτημα δικής σου απόφασης : γιατί (συμβολικά) η ιδιότητα τού «άλλου» είναι ξέφραγο αμπέλι  στη διάθεσή σου – εφόσον είσαι άντρας –

   η πραγματικότητα είναι ανήλεη όμως – δυστυχώς : άλλο λοιπόν εκ γαλλίας κι άλλο εκ σλοβενίας, όπως άλλο εκ κολομβίας κι άλλο εκ μεξικού, ή αργεντινής ( : και πάλι, ηθικής κατηγορίας είναι τά ονόματα τόπων, όχι γεωγραφικής … )

   έτσι τό μεξικό ξάφνου (μπορεί να) έρχεται πολύ κοντά μας – και μάλιστα πολύ κοντύτερα από τή γειτονιά μας τών βαλκανίων : Γιατί ο μεξικάνος διανοούμενος που συμπάσχει με τούς άφωνους στην πατρίδα του και τόν άλλο πλανήτη, δεν φοράει τή μάσκα για να πάρει (και να σφετεριστεί) τή φωνή τους ώστε να κάνει καλύτερη καριέρα σε, οποιοδήποτε, πανεπιστήμιο : φοράει τή μάσκα ως ηχείο, αντηχείο και τηλεβόα, τής φωνής τών άλλων – όταν λέει «είμαι γυναίκα εδώ» και «ομοφυλόφιλος εκεί» τό κάνει δηλαδή με κίνδυνο τής ζωής του, και γι’ αυτό δεν μπορεί να γίνει ανέκδοτο : μπορούμε όμως να τόν αγαπάμε

   να τόν αγαπάμε και να τόν θαυμάζουμε (βέβαια) σε πείσμα τών υποκωμικών και υπερκωμικών υπανάπτυκτων φιλοσοφούντων (τό λινκ παραπέμπει σε συνέντευξη για τήν οποία καμάρωσε προ καιρού η εφημερίδα «αυγή»)

    

 

 

 

τό κείμενο που ακούγεται είναι μια συντομευμένη παραλλαγή ενός ποιήματος που δόθηκε αρχικά ως απάντηση από τόν υποδιοικητή
όταν κάποιοι (ευφυείς) κυκλοφόρησαν τή φήμη ότι είναι ομοφυλόφιλος μπας και τόν μειώσουν λίγο στη συνείδηση τών «οπαδών του»
– ως αναρχικός είμαι σίγουρη ότι σιχαίνεται, τόσο τήν τελευταία  λέξη όσο και τήν πραγματικότητα που υπονοεί :
«ναι, ο μάρκος είναι ομοφυλόφιλος… ο μάρκος είναι γκαίη στο σαν φραντσίσκο μαύρος στη νότια αφρική μετανάστης από τήν ασία
στην ευρώπη… αναρχικός στην ισπανία… εβραίος στη γερμανία… τσιγγάνος στην πολωνία… κομμουνιστής τήν εποχή
τού ψυχρού πολέμου και ζωγράφος χωρίς έργα και χωρίς γκαλερί : ειρηνιστής στη βοσνία, νοικοκυρά πνιγμένη στη μοναξιά τό σαββατόβραδο
σ’ όλες τίς γειτονιές και τίς πόλεις τού μεξικού… απεργός… μικροδημοσιογράφος… μια γυναίκα μόνη στο μετρό στις 10 η ώρα τό βράδυ…
είναι ένας αγρότης χωρίς γη, ένας εργάτης χωρίς δουλειά, ένας θλιμμένος φοιτητής, ένας συγγραφέας
που δεν έχει ούτε βιβλία ούτε αναγνώστες, και, φυσικά, είναι ένας ζαπατίστας
στα βουνά τού μεξικού : ο μάρκος είναι ένας οποιοσδήποτε άνθρωπος
σ’ αυτό τόν κόσμο : είναι οι μειονότητες αυτού τού κόσμου, που καταπιέζονται, που βρίσκονται
στο περιθώριο, που άλλοι τίς εκμεταλλεύονται :
που κάποια στιγμή αντιστέκονται και λένε ‘ώς εδώ’…
ναι, είναι οι μειονότητες που τώρα αρχίζουν
να μπορούν να μιλάνε, και οι πλειονότητες
που καλά θα κάνουν να σκάσουν και ν’ αρχίσουν ν’ ακούνε… είναι
οι άνθρωποι που συναντούν μπροστά τους
τή μισαλλοδοξία και που ψάχνουν να βρουν
έναν τρόπο να εκφραστούν… Ο μάρκος
είναι αυτό που κάνει τήν εξουσία να
ξεβολεύεται, και τήν ήσυχη συνείδηση αυτών που έχουν τήν εξουσία να ανησυχεί»

 

      

 

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: