σημειωματαριο κηπων

Ιανουαρίου 15, 2018

αποκολοκύνθωσις, ή κολοκύθια με τή ρίγανη

 

 

 

 

καθόμουνα σ’ ένα καφενείο που στο μπαρ του βάζει ωραία μουσική κυρίως πριν αρχίσει η φασαρία τό βράδυ, και πίνοντας έναν καφέ στα ενδιάμεσα κάτι τρεξιμάτων διάβαζα τό τελευταίο τεύχος τού new york review of books που είχε ένα άρθρο για τόν σενέκα, και πάνω κει μού ήρθαν κάτι σκέψεις, και λέω να τίς ανακοινώσω

εγώ δεν χωνεύω τούς στωικούς, διότι δεν μ’ αρέσει η φιλοσοφία τους, και εκνευρίζομαι που συνηθίζουν να τούς αναφέρουν μαζί με τούς επικούρειους (εξαφανίζοντας με τόν τρόπο αυτόν, υπούλως, τόν επίκουρο – πράγμα συνηθισμένο, και όχι μόνο στα ελληνικά (προσφάτως κάτι έβλεπα κάπου για τόν λουκρήτιο (κάποια αγγλική μετάφραση ίσως, δεν θυμάμαι) και δεν πήρε τό μάτι μου ούτε μία γραμμή για τόν επίκουρο – ενώ ο συμπαθέστατος ρωμαίος απλώς μετέφερε – όπως είναι βέβαια γνωστό – (μετέφερε εντέχνως και πολύ ωραία) στα λατινικά τή φιλοσοφία τού δασκάλου του))

εν πάση περιπτώσει στα διάφορα συμπιλήματα φιλοσοφίας ή τά εγκυκλοπαιδικά τοιαύτα, αν κοιτάξεις τά κεφάλαια, όλα σχεδόν χωρίς εξαίρεση αναφέρουν τόν κλάδο «στωικοί και επικούρειοι» (και μ’ αυτήν τή σειρά) και βάζοντάς τους και τούς δύο μαζί στα περιεχόμενα (χωριστά δηλαδή από τούς «προσωκρατικούς» και χωριστά κι από τά (θεωρούμενα) θηρία, τόν πλάτωνα και τόν αριστοτέλη – τούς οποίους επίσης δεν τούς χωνεύω (τόν πρώτο μάλιστα καθόλου))

θα μού πεις, τί μάς ενδιαφέρουν εμάς (εσένα δηλαδή) αυτά : δεν λέω ότι ενδιαφέρουν κανέναν, τή γνώμη μου λέω

και τή λέω τή γνώμη μου με αφορμή τόν σενέκα για τόν οποίον είπαμε διάβαζα στο καφενείο, διότι απ’ όλους τούς στωικούς αυτός είναι ο μόνος που συμπαθώ

να σημειώσω ότι δεν τόν συμπαθώ για τίς φιλοσοφικές του πραγματείες, αλλά για τό θέατρό του, δηλαδή τίς αντιγραμμένες απ’ τά ελληνικά τραγωδίες του

τίς οποίες, επίσης όπως και τίς διατριβές του, δεν τίς έχω βεβαίως μελετήσει, όμως τό θέατρό του μ’ αρέσει περισσότερο από τίς διατριβές του για έναν πολύ συγκεκριμένο λόγο

(εδώ πρέπει να πω, μέσα σε παρένθεση, πως έχω τήν (αμετακίνητη πλέον, μετά από χρόνια πολλά στριφογυρίσματος) άποψη ότι σαν άνθρωποι τού δυτικού πολιτισμού, έχουμε αποκλειστικά σχέση με τούς ρωμαίους και όχι με τούς έλληνες : και τό ίδιο συμβαίνει και στην υπόλοιπη ευρώπη (και τήν αμερική) : η αρχαϊκή ελλάδα δηλαδή και ο εξαυτής «κλασικός» πολιτισμός δομήθηκε πάνω σε καταστάσεις που μάς είναι πλέον εντελώς άγνωστες – ψήγματά του ανασκάπτουμε μόνο, διαβάζοντας κάποια κείμενα ή βλέποντας κάποια γλυπτά και λοιπά έργα τέχνης – γι’ αυτό και μερικές μορφές αυτής ακριβώς τής τέχνης μάς είναι περίπου ακατανόητες (οι «βάκχες» π.χ., ή ακόμα και η «μήδεια» ή η «φαίδρα» – δεν είναι σύμπτωση ότι μιλάω για έργα τού ευριπίδη κυρίως : άλλωστε αυτός είναι που παρεξηγήθηκε κατεξοχήν, μέχρι ακόμα και στην προσωπική του ζωή)

για να μην πω τίποτα τώρα για τά κυκλαδικά ειδώλια, και τό τί αρλούμπες λέγονται γι’ αυτά, και τό παρατραβήξω και χάσουμε τόν ειρμό

αλλά ακόμα κι ο όμηρος θέλω να πω, μάς είναι εν πολλοίς ακατανόητος – και είναι προς τιμήν τού πλάτωνα που εκείνος τόν κατάλαβε τόσο καλά, ώστε να τόν αντιπαθήσει σφόδρα (παρέα με τήν αντιπάθειά του για τίς τραγωδίες – ιδιαίτερα φαντάζομαι τού ευριπίδη)

όμως αυτά, για να τά κάνω λιανά θα πρέπει να γράψω ένα βιβλίο που δεν τό ’χω γράψει ακόμα, και συνεπώς δεν περιμένω να είμαι ιδιαίτερα πειστική – τό μόνο που μπορώ να κάνω τώρα είναι να πω εντελώς περιληπτικά πως η αρχαϊκή εποχή, όντας βεβαίως η εποχή τής θριαμβευτικής νίκης τών φοβισμένων και εκδικητικών αντρών επί τών λυσσασμένων και μαινάδων γυναικών, είναι ακόμα πολύ κοντά εντούτοις σ’ αυτόν τόν γυναικείο ερωτισμό, αυτόν ακριβώς που η καταστολή του (μόνο) έχει φτάσει ώς εμάς – με κυριότερο (και ενδοξότερο) έργο της (τής καταστολής) ακριβώς τήν τραγωδία : μην ξεχνάμε ότι όλ’ αυτά ξεκίνησαν με τήν εφεύρεση ενός νέου θεού που προσπάθησε να συμβιβάσει τά ασυμβίβαστα : ήταν άντρας που γεννήθηκε από άντρα και όμως ντυνόταν χτενιζόταν και συμπεριφερόταν σα γυναίκα, τίς γυναίκες υπερασπιζόταν καθώς οι βάκχες κι οι μαινάδες ήταν οι υπερασπιστές του (τουτέστιν εικόνες γυναικών από τήν προ πατριαρχίας εποχή) και ο διόνυσος λειτούργησε αποτελεσματικά έτσι, σαν αποενοχοποιητικό άλλοθι, ώστε να μετατρέψει τήν καταστολή τού γυναικείου ερωτισμού στο ενδοξότερο επίτευγμα τής πατριαρχίας που ενέσκηψε, βλοσυρή και εκδικητική : τή δημιουργία τής τραγωδίας

έτσι η φάση τής γυναικείας ελευθερίας που προηγήθηκε, κάτι αιώνες και ίσως και χιλιετίες πριν, είναι ζωντανή και παρούσα στην αρχαϊκή ελλάδα, ακριβώς μέσω τής λυσσασμένης άρνησής της – και αυτό είναι που δεν υπάρχει στη ρώμη : οι ρωμαίοι δεν έχουν δηλαδή τέτοια προβλήματα (ή τουλάχιστον δεν τά έχουν μ’ αυτήν τήν ένταση, που τά είχε ο ελλαδικός χώρος) : ανήκουν εξαρχής στην πατριαρχία, ο πουριτανισμός τους είναι διάχυτος σε όλην τους τήν κοινωνία, γι’ αυτό και οι γυναίκες κέρδισαν εκεί μεγαλύτερες θέσεις κι ελευθερίες – δεν θεωρούνταν πια σχεδόν καθόλου επικίνδυνες : κλείνει η παρένθεση)

εμείς λοιπόν είμαστε άνθρωποι τής ρώμης : και αυτό που μ’ αρέσει στον σενέκα είναι ότι τό πράμα αυτό αναδεικνύεται στις τραγωδίες του περίφημα : ο σενέκας παίρνει ένα κείμενο γεμάτο ειρωνικές αμφισημίες όπως τή μήδεια τού ευριπίδη, π.χ., και τό μετατρέπει σε θρίλερ και σε γκραν–γκινιόλ και σε γουέστερν : εκθέτει τά αίματα, εκθέτει τίς σφαγές, εκθέτει τό μίσος – όλα επί σκηνής – δεν έχει ενοχές, δεν καταλαβαίνει καν γιατί πρέπει να κρύψει οτιδήποτε – δεν καταλαβαίνει καν, θα έλεγε ένας κλασικός αθηναίος, περί τίνος ομιλεί :

κι έτσι ο σενέκας είναι, με λίγα λόγια, απολύτως σημερινός, μ’ ένα τρόπο (για μάς ακριβώς σήμερα) απλό και κατανοητό

 

 

 

 

και τώρα εγώ προσπαθώ να θυμηθώ γιατί έγραψα τά παραπάνω και απορώ : επειδή τά ’γραψα για να μιλήσω για μια μόνο λέξη, τήν αποκολοκύνθωση – και μιλώντας για τήν αποκολοκύνθωση να υποστηρίξω ότι, ενώ  μάς είναι αδύνατο, τόσο εμάς όσο και τών άλλων δυτικών (και περισπούδαστων ελληνιστών μάλιστα), να καταλάβουμε όλοι μαζί τούς αρχαϊκούς, έχουμε μερικές φορές εμείς (ακόμα κι αν δεν είμαστε ούτε ελληνιστές, ούτε καν φιλόλογοι) κάτι περίεργα αβαντάζ στον ελλαδικό χώρο, λόγω γλώσσας :

τό άρθρο που διάβαζα για τή ζωή και τά έργα τού σενέκα που μεταφράστηκαν, (για πρώτη φορά όλα, όπως έμαθα, στην αγγλοσαξονική – κι όταν λέμε «όλα» εννοούμε και τά  φιλοσοφικά και τά θεατρικά του μαζί, διότι επί έτη πολλά τά θεατρικά του τά θεωρούσαν κατώτερα και ανάξια τής φιλοσοφίας του, και πολύ τά περιγελούσαν) (στην νεοελληνική δεν νομίζω να έχουμε φτάσει καν σ’ αυτό τό σημείο) ήταν συμπαθέστατο και πολύ κατατοπιστικό

(παρένθεση δεύτερη : για τή ζωή τού σενέκα, και ιδιαίτερα τά παιδικά του χρόνια και τά χρόνια τής εφηβείας του και τών σπουδών του, δεν ξέρουμε σχεδόν τίποτα – ενώ αντίθετα έχουμε πληροφορίες για τήν καριέρα του δίπλα στον κλαύδιο και στον νέρωνα (που τότε μάλιστα έκανε και τά πολλά λεφτά – ο σενέκας) : καθώς όμως ήταν συνηθισμένο στους ρωμαίους τών ανώτερων τάξεων (ο σενέκας προερχόταν από ευγενή ρωμαίον τής ισπανίας, και ευγενή ισπανίδα (ήταν δηλαδή κατά μεγάλο μέρος ισπανός) (είχε μάλιστα γεννηθεί στην κόρδοβα (τί περίεργο)) και στη ρώμη πήγε (τόν κουβάλησε, όπως είπε, η θεία του στα χέρια της) όταν ήταν πέντε χρονών – όπως λοιπόν ήταν συνηθισμένο στους καθωσπρέπει μορφωμένους ρωμαίους, να μαθαίνουν ελληνικά, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι κι αυτός είχε μάθει – πολύ περισσότερο για να διαβάσει και τίς τραγωδίες τους, και να κάνει πάνω κει τίς παραλλαγές του

η σχέση του με τούς αυτοκράτορες, που τού έτυχαν στη ζωή του, είχε σκαμπανεβάσματα – ο κλαύδιος παραλίγο να τόν δολοφονήσει – εξαιτίας τού μίσους που τού είχε (τού σενέκα) η γυναίκα του, τού κλαύδιου (η μεσσαλίνα) – τού έσωσε όμως (ο κλαύδιος) τή ζωή, απλώς εξορίζοντάς τον : από τήν άλλη, τόν όρισε δάσκαλο τού νέρωνα (μάλλον δηλαδή η δεύτερη γυναίκα του (τού κλαύδιου) η αγριππίνα, τό ’κανε αυτό, αλλά δεν πειράζει – μαθαίνουμε και τή δύναμη που μπορούσαν να έχουν οι αυτοκρατόρισσες στη ρώμη…) πράγμα που έκανε τόν σενέκα παντοδύναμο όταν ο νέρων ανέλαβε τά καθήκοντά του – κι όμως αυτό δεν εμπόδισε τόν νέρωνα όντως και αποτελεσματικά πλέον να τόν δολοφονήσει ( : στα ρωμαϊκά αυτό μεταφράζεται «να τόν αναγκάσει να αυτοκτονήσει»)

ο κακομοίρης ο σενέκας ήταν ένας διχασμένος άνθρωπος (και ποιος δεν είναι – αλλά αυτός παραήτανε) : με τόν θάνατο τού κλαύδιου ανέλαβε να γράψει τό (παραδοσιακά απαραίτητο) κείμενο τής «αποθέωσής» του, και τό ’γραψε – μάς παραδίδεται όμως και μία σάτιρα πάνω στο ίδιο θέμα, η οποία καθόλου δεν έχω καταλάβει αν ήτανε τό ίδιο τό κείμενο τής «αποθέωσης» ή ένα παράλληλο απόκρυφο κείμενο που με τό όνομα «αποκολοκύνθωση» έκανε σκόνη μετά θάνατον τόν καημένο τόν κλαύδιο – (εδώ να θυμηθούμε κι έναν άλλον που έγραψε εκ παραλλήλου με τά «επίσημά» του, και κάτι «απόκρυφα» –  βυζαντινόν, και κάτι αιώνες αργότερα, αυτόν) – κλείνει η παρένθεση)

όπως και να ’χει όμως τό πράγμα, κι ό,τι ελληνικά κι αν έμαθε ο σενέκας, τό γεγονός είναι ότι έφτιαξε σίγουρα μια ελληνική λέξη – υπόθεσε δηλαδή (υποθέτω) τήν ελληνική εκδοχή – διότι τήν χρησιμοποίησε στο έργο του εκλατινισμένη ως αποκολοκύνθωση : τουτέστιν apocolocyntosis

και λέω έφτιαξε μια λέξη γιατί μολονότι η λέξη είναι ωραιότατη στα ελληνικά (και η μεταγραφή της πολύ κωμική, έτσι που είναι σχεδόν ακαταλαβίστικη στα λατινικά) δεν βρήκα πουθενά κάποιο στοιχείο ότι η λέξη υπήρχε πριν τή φτιάξει ο σενέκας : έφτιαξε λοιπόν μια λέξη, τήν αποκολοκύνθωση, για να κοροϊδέψει έναν αυτοκράτορα (από τόν οποίο είχε δει και κάνα καλό, βρίζοντάς τον έτσι πάνω στη στιγμή που πέθανε, ενώ κολάκευε συγχρόνως από τήν άλλη έναν άλλον αυτοκράτορα από τόν οποίο θα ’βρισκε και τόν θάνατο (αυτό βέβαια όμως δεν τό ’ξερε ακόμα))

εγώ, βέβαια τώρα, δεν είμαι φιλόλογος, αλλά μού φαίνεται ότι πρόκειται για μια ωραιότατη ελληνική λέξη – όμως τή μεγάλη της  αποτελεσματικότητα τήν έχει ακριβώς ως, δήθεν, λέξη μεταφρασμένη : καθότι αποκτάει έτσι μια ειρωνική μεγαλοπρέπεια, κι αυτό είν’ ένα κόλπο που μοιάζει λίγο με τά δικά μας όταν μιλάμε με πασίγνωστες αγγλικές εκφράσεις γράφοντάς τες στα ελληνικά, και με τήν προφορά τού αγράμματου

 

 

 

ο λόγος όμως για τόν οποίο ξεκίνησα να γράφω αυτό τό ποστ είναι μια παράγραφος, στη μέση τού ωραίου άρθρου τού nyrb για τόν σενέκα : «τό περίεργο πάντως», λέει στο άρθρο («a stoic in nero’s court»)  ο συγγραφέας του (james romm), «είναι πως πουθενά εν πάση περιπτώσει μέσα στο έργο δεν αναφέρονται κολοκύθια»

και καθώς η «αποκολοκύνθωσις» μεταφράζεται αμερικανιστί «pumpkinification» οι αμερικανοί ελληνιστές διερωτώνται μ’ άλλα λόγια «πού στο  διάολο είναι τά pumpkins μέσα στο κείμενο – τουτέστιν διερωτώνται «τί διάολο νόημα έχει ο τίτλος τού έργου» (και, συμπερασματικά : «τί διάολο νόημα έχει τό ίδιο τό έργο» : «–the title is an enigma» λέει σοβαροφανέστατα ο καημένος ο αμερικανός, «since the work contains no mention of pumpkins –» (καταλαβαίνω ότι περίμενε να δει κάποια αναφορά στις κολοκύθες τής αμερικανικής αποκριάς)

επομένως, τί να τούς πεις τώρα ; να πεις στους  αμερικανούς και άλλους ειδικούς περί τήν αρχαιότητα, να πα’ να μάθουνε νέα ελληνικά ;

και όμως, κάτι τέτοιο πρέπει τελικά να τούς πεις :

διότι (και εδώ ας κάνω κι εγώ τή δικιά μου παράβαση) : η ιστορία αυτή γράφτηκε σήμερα δηλαδή, μόνο και μόνο για να δηλώσει πως όσοι ασχολούνται με τ’ αρχαία ελληνικά πρέπει να ξέρουν και νέα : κι ότι καμία νεκρή γλώσσα δεν σού λύνει όλα τά αινίγματα που η λογοτεχνία της θέτει, αν δεν μελετήσεις με σεβασμό και τή ζωντανή συνέχειά της στο, οποιοδήποτε, παρόν της – και μάλιστα κατά προτίμηση ανάμεσα σε αγροίκους και αμόρφωτους ομιλητές – ή απλώς παιδιά  : κατά μυστήριο δηλαδή τρόπο, τόσο οι αρχαίοι αθηναίοι όσο και οι αρχαίοι λατίνοι (μάς λέει, σοβαρότατα, ο σενέκας ότι θα) καταλαβαίνανε κάτι που ισχύει και σήμερα στους δρόμους τής αθήνας – ενώ στους βρετανούς και τούς γαλάτες πρέπει να τό κάνεις λιανά, και πάλι δεν είναι σίγουρο ότι θα σέ πιστέψουν : τά κολοκύθια με τή ρίγανη δηλαδή.

 

 

 

 

 

φωτογραφία : anthony friedkin

λεξικό : liddell–‎scott

κυκλαδικό

 

 

 

 

 

 

Advertisements

Νοέμβριος 1, 2014

γυναικεία γλωσσικά : η παρθενογένεση τών μουστακιών και μιας σ@χλαμάρας

 

 

 

 

σκοπεύω να θίξω σήμερα δύο ζητήματα : α) ότι η γυναίκα δεν ισούται με τό μηδέν, και, β) ότι γυναίκα δεν είναι κάποια που τής λείπει κάτι : δεν είναι κάποιος που τού λείπει κάτι

με αφορμή μάλιστα τίς δυο τελευταίες προτάσεις (που συνήθως γράφονται συνοπτικά : κάποιος/κάποια – τό αρσενικό πάντως πρώτο) θα μιλήσω εδώ, στην εισαγωγή, και για τό θέμα αυτής τής φεμινιστικής σαχλαμπούχλας αντί δηλαδή να μιλάμε κανονικά και να παραθέτουμε έστω και τίς δύο εκδοχές (ακόμα βέβαια αργούμε να φτάσουμε στο επίπεδο κάποιων αμερικανών (μόνο σε αμερικανούς τό έχω μέχρι τώρα δει) που βάζουνε μόνο τό θηλυκό (για να τή σπάσουνε σε κείνους που μέχρι τώρα βάζανε μόνο τό αρσενικό)) τό θέμα λοιπόν τής φεμινιστικής αυτής επιπολαιότητας (που δυστυχώς τήν έχει υιοθετήσει και ένα συμπαθέστατο βλογ) αντί να γράφουνε ας πούμε κάποιος και κάποια να γράφουνε κάποι@ : πιθανώς θεωρείται ότι είναι σύντομο και εξόχως ιντερνετικό (εκτός από εξόχως φεμινιστικό) : έχω λοιπόν κι εγώ τήν αφελή (και εξόχως φεμινιστική επίσης) απορία, τουτέστιν : και τότε πώς στον γαμημένο διάβολο τό λέμε ;

ή μήπως δεν τό λέμε ; ή μήπως έχουμε πια τήν εντύπωση ότι τώρα μόνο γράφουμε και πια δεν μιλάμε ; διότι τότε, πρέπει να πω, ότι έχουμε προχωρήσει πια πάρα πολύ, από τήν κοινωνία τού θεάματος δηλαδή στην κοινωνία τού ψευτογραψίματος (για να συμπληρώσω κι εγώ τόν θείο γκυ) : καθότι τό πραγματικό γράψιμο λαμβάνει πάντοτε υπόψη του (αυτό τό έχει αναπτύξει και ο γιώργος κοροπούλης στις πολύ ωραίες εκπομπές του στο τρίτο, δεν θυμάμαι σε ποια, ακούστε τις όλες αν δεν τίς έχετε ακούσει) τό πραγματικό γράψιμο λοιπόν συμπεριλαμβάνει και τόν ήχο τού γραφτού (για να μην πούμε ότι ο πραγματικός ποιητής (εδώ συμπεριλαμβάνονται βέβαια και οι πεζογράφοι – οι πολύ καλοί όμως) δεν μπορεί να γράψει αν δεν ψιθυρίσει έστω αυτά που γράφει – πάντως αν δεν τά ακούσει και δεν τά πει –) : και εν ολίγοις δεν υπάρχει γραπτός λόγος χωρίς τόν προφορικό (καταντήσαμε να λέμε και γνωστά πράγματα)

λοιπόν εμένα μέ θλίβει η προχειρότητα η έλλειψη σκέψης και ο τσαπατσουλισμός στα κατά τή γνώμη μου σημαντικά – τό ’χω πει τόσο για τήν κακή κατά τή γνώμη μου εφαρμογή τού μονοτονικού, και τό λέω ξανά τώρα με τήν ευκαιρία αυτού τού @ , για αυτές τίς άσκεφτες εφαρμογές τού φεμινισμού – τό περίεργο είναι ότι και στις δύο περιπτώσεις ακούω δικαιολογίες (ρητές ή υπόρρητες) για τό ότι και στις δύο αυτές εφαρμογές κυριότερος λόγος είναι τό να γλυτώσουμε κόπο ή να πετύχουμε συντομία : ας πω για τή «συντομία» λοιπόν ότι αυτή η περίφημη έννοια τής βιασύνης αποτελεί τό αντίστοιχο τής οικονομικής εκμετάλλευσης στο πεδίο τής σκέψης : όταν «συντομεύουμε» τή σκέψη μας τήν καθιστούμε ευθέως εμπόρευμα – και με τήν ίδια ακριβώς λογική η μεγάλη λογοτεχνία – ο προυστ παραδείγματος χάρη – θα έπρεπε να συμπτυχθεί, αντί για κείνους τούς ανοικονόμητους τόμους, σε μία πρόταση : ό,τι θυμάμαι χαίρομαι.

και νά που με τό τρίτο πια ξεμπέρδεψα, και ήδη τό τακτοποίησα (ήταν και τό πιο εύκολο αυτό, πάει τέλειωσε)

 

 

ξεκινάω λοιπόν τώρα από τό δεύτερο, και μετά θα πάω, εννοείται, και στο πρώτο : όταν οι άντρες επομένως δηλώνουν (τό δηλώνουν παντού και πάντοτε, τόσο που δεν χρειάζεται καν ν’ αναφέρω παραδείγματα) ότι μια γυναίκα γίνεται άντρας διά τής προσθήκης πάνω της κάποιου πράγματος δεν κάνουν τίποτα παραπάνω από τό να υποκύπτουν στον υπόγειο εκείνο μισογυνισμό που λέγαμε – για τόν απλούστατο καταρχάς λόγο ότι δεν δείχνουν ποτέ να πιστεύουν, εξίσου και αντιστοίχως, πως κι ένας άντρας μετατρέπεται σε γυναίκα διά τής προσθήκης πάνω του κάποιου πράγματος : όχι, ο άντρας αν γίνει γυναίκα υφίσταται πάντα μια τομή εγχείρηση ή αφαίρεση – όμως, δεν θεωρούν ποτέ ότι μπορεί κι η γυναίκα, αν είναι να γίνει άντρας, να υφίσταται μια αφαίρεση επίσης : γιατί, αν τό θεωρούσανε, τότε αντί να τής βάζουνε μουστάκια (τό λένε και οι πιο καλοπροαίρετοι όπως ο σαραντάκος) θα έπρεπε να πάρουν μια εικόνα από κάτι τουλάχιστον πιο συνηθισμένο αντρικό – να τήν κάνουνε ας πούμε καραφλή, να τής προσθέσουνε τουτέστιν φαλάκρα : όμως, αυτό είναι τό ζήτημα : φαίνεται ότι οι άντρες απεχθάνονται τό γεγονός να σκεφτούν τήν ύπαρξή τους ως μια φύση που κάτι τής λείπει (ακόμα κι αν πρόκειται για τρίχες και μαλλιά) – και να παραδεχτούν έστω και για αστεία επομένως ότι αν κάποιος πρόκειται να μετέχει τής φύσης τους, θα τού αφαιρεθεί κάτι – και κάτι θα χάσει

τό συγκεκριμένο πρόβλημα βέβαια φαίνεται να έχει πολύ βαθιές ρίζες (υποστηρίζω τώρα εγώ) και γι’ αυτό και δεν πρόκειται να τό αναπτύξω εδώ εις μάκρος – αν ήτανε να τό πω όμως περιληπτικά (κείνη η συντομία που λέγαμε) θα έλεγα ότι οι άντρες δεν γίνεται ποτέ να συχωρέσουν τόν εαυτό τους που τό σώμα τους δεν μοιάζει με τής γυναίκας – που δεν τούς έχει χαρίσει τό προνόμιο δηλαδή να διαθέτει τήν φοβερή εκείνη ανωτερότητα και δυνατότητα μυστικότητας αυτάρκειας και απόκρυψης που, αυτονόητα και χωρίς κόπο, διαθέτουν οι γυναίκες : κάποιοι άντρες βέβαια στην πορεία τής ιστορίας μας επί τού πλανήτη είχαν και λίγο μυαλό, και έτσι τό ηρακλείτειο εκείνο (όλοι σέβονται τόν ηράκλειτο, αλλά, παρ’ όλ αυτά, εξακολουθούν να τόν θεωρούνε σκοτεινό) τό όντως περίεργο εκείνο φύση κρύπτεσθαι φιλεί να θεωρείται εν γένει σοφό και σωστό – φτάνει να αποσιωπούν, κι από τόν ίδιο τόν εαυτό τους, τό γεγονός πως είναι αυτό ακριβώς που τούς εμφανίζει τότε σαν τό είδος που υστερεί – σαν τό είδος που η φύση θεωρεί εκ φύσεως ατελές ή δευτερεύον – όχι δηλαδή απολύτως χαρακτηριστικό τού εαυτού της – τής εαυτής της : και η ζήλεια για τό μουνί (αυτό που ο φρόϋντ, σε μια από τίς πιο άδοξες και δειλές στιγμές του, διέστρεψε και γύρισε τούμπα (αλλά με πόση διαφάνεια) επιστρέφοντάς το στις γυναίκες ως ζήλεια για τόν πούτσο) είναι η μία όψη τής ανασφάλειας που αισθάνεται ο μειονεκτών σε κάτι – ο στερημένος κατά τι : έτσι όμως κυρίως προδίδεται η μνησικακία τού άντρα για τίς γυναίκες : από τό γεγονός ότι (ξέρει από τήν αρχή – από παιδί – πως) επειδή τό σώμα του είναι πολύ φανερό, και δεν μπορεί να κρυφτεί, ακριβώς γι’ αυτό, επειδή κάτι δηλαδή τού κρέμεται και εξέχει πολύ, κάτι τού λείπει : είναι δηλαδή αδύναμος και ευάλωτος εφόσον δεν διαθέτει μ’ άλλα λόγια τή δύναμη τής θέλησής του, με τήν έννοια ότι δεν έχει τή δύναμη να εμφανίζει εκείνος όποτε θελήσει τόν (πραγματικό και κρυφό και μυστικό του) εαυτό : τόν ερωτικό του εαυτό : αντίθετα εκτίθεται μόνιμα, είτε έχει επιθυμία, είτε δεν έχει : διότι εάν μεν έχει επιθυμία τρομάζει με τήν ιδέα ότι μετράνε τό μήκος τής επιθυμίας του (οι άλλοι, οι γυναίκες, συγκρίνουν τό μήκος με άλλα μήκη) κι αν δεν έχει επιθυμία, πάλι τρομάζει με τήν τόσο ορατή έλλειψη επιθυμίας που τόν καταδικάζει να εμφανίζεται ως μικρός : αυτά φυσικά δεν θα αποτελούσαν (εγώ είμαι σίγουρη) κανενός είδους ελάττωμα στον παράδεισο, όπου η εύα (ας τήν πούμε έτσι, η εύα η λίλιθ ήρα ίσιδα αστάρτη αφροδίτη) ήταν ελεύθερη, δεν τίθενταν δηλαδή θέμα εξουσίας – και τά πάντα ήταν απλώς καθαρός και αθώος έρωτας : όταν όμως προέκυψε μέσω τού δηλητηριώδους φιδιού η επιθυμία ανισότητας τότε πρέπει να προέκυψε ακριβώς και η γνώση ότι ο εξουσιαστής ήτανε φύσει (από τόν θεό του ! ) κατώτερος : υποκείμενος δηλαδή σε διαρκή κριτική : κι έτσι ξεκίνησε (λέω τώρα εγώ) τό λαμπρό αυτό φαινόμενο τού μισογυνισμού που μάς πλήττει ακάθεκτος ώς τά σήμερα, και γι’ αυτό και τό μίσος εναντίον τών γυναικών αποτελεί (κι ας μη γίνεται ακόμα, τό ξέρω, ευρέως (ή καθόλου) αποδεκτό) τήν πρωταρχική στιγμή, τό αρχέτυπο δηλαδή (τήν πηγή και τό πρότυπο) κάθε ρατσισμού – και τονίζω : όχι μόνο επειδή είναι ο πρώτος χρονικά ρατσισμός στην ιστορία, ούτε μόνο γιατί ασκείται οριζοντίως από όλους τούς άντρες, όλων δηλαδή τών χρωμάτων τάξεων και φυλών – αλλά κυρίως επειδή είναι ο πιο βαθιά θαμμένος – και ο πιο νομοτελειακά άναρθρος ( : αυτή η ρίζα τού μισογυνισμού όπως τήν αναφέρω ας πούμε, αν ειπωθεί σε μια τυχαία παρέα αντρών θα αντιμετωπιστεί με τήν πιο βίαιη και ακόμα και κανιβαλική κοροϊδία – δηλαδή απώθηση – και συγχρόνως και υπογείως θα επικαλεστεί ακόμα και οίκτο – δοκιμάστε το). (Και τό λέω εγώ, δηλαδή εγώ μπορώ να τό λέω, επειδή θεωρώ εξαρχής τή συζήτηση περί τής αξίας ή απαξίας τού μεγέθους ηλίθια, δεδομένου ότι θεωρώ εξαρχής ότι μεγάλο μέγεθος και μικρό μέγεθος ψυχολογικών ή ηθικών παραμέτρων (τής επιθυμίας ή τού ερωτισμού ας πούμε) δεν μετριέται με τό υποδεκάμετρο – όπως δεν μετριέται η δύναμη και η αποτελεσματικότητα ενός θανάσιμου όπλου με τό μήκος του, γιατί τότε θα ήταν στον αιώνα τόν άπαντα θανασιμότερο όπλο τό μακρύ δόρυ από τό κοντό magnum)

όμως, επειδή όλ’ αυτά δεν (πρέπει να) λέγονται ούτε (να) υπάρχουν, ο άντρας όταν «γίνεται γυναίκα» δεν «προσθέτει μουνί» αλλά «κόβει πέος» – λες και η γυναίκα είναι ακριβώς ευνούχα – όπερ και έδει ακριβώς δείξαι ( : τό ότι στην παράδοση τών μέχρι σήμερα μονοθεϊστών διασώζεται δυστυχώς η προσπάθεια και η πρακτική να τήν ευνουχίζουν και εμπράκτως, δεν αφαιρεί αλλά προσθέτει εγκυρότητα στο επιχείρημα, φαντάζομαι είναι σαφές) : αλλά όλη η προσπάθεια τού πατριαρχικού πολιτισμού είναι κατά βάθος αυτή, να μετατρέψει τό ψέμα σε αλήθεια, να κρύψει τό ελάττωμα και τήν έλλειψη πείθοντας τόν εαυτό του ότι αποτελεί προσόν και προσθήκη : εξού και η αλλοφροσύνη τών αντρών για τό ότι έχουνε αυτό τό πράγμα που είναι διαρκώς εκτεθειμένο, τό μετράνε και τό ξαναμετράνε και πείθουν τόν εαυτό τους ότι είναι και επικίνδυνο όπλο – ο αγώνας είναι να μην ειπωθεί ποτέ ότι τό μεγάλο όπλο είναι αντιθέτως αυτό που όλοι φοβούνται, αυτό στο οποίο ευθέως κιόλας επιτίθενται (όμως απέξω–απέξω κάτι μαύρες φυλές τό παραδέχονται, ότι «αν δεν ευνουχίσουν τίς γυναίκες τους αυτές θα τούς επιτεθούν, θα τούς πλήξουν, ή θα τούς κάνουν (κάποιο μυστηριώδες) κακό (στο κρεβάτι)» : ποτέ δεν προχωράνε παραπέρα να εξηγήσουν τί κακό θα κάνει στο αντρικό μουνί τό γυναικείο μουνί – κι αυτή η αποσιώπηση είναι πιστεύω η πιο εύγλωττη, απ’ όλες τίς αποσιωπήσεις) . Μέσα σ’ αυτή λοιπόν τήν παράδοση τής αντρικής νεύρωσης και τής απώθησης προς τήν αλήθεια τού αρχικού φόβου, η γυναίκα πρέπει να μην διαθέτει ακριβώς τίποτα, γιατί τίποτα πάνω της δεν μετριέται – και εκεί λοιπόν εντάσσεται και η περίφημη μυθολογία τής τρύπας : επειδή οι άντρες φοβούνται ακριβώς αυτό που υπάρχει χωρίς να γίνεται αντικείμενο κριτικής (κανείς δεν ψάχνει μια γυναίκα πόσο τήν έχει μεγάλη) φτάνουν στο σημείο να ευνουχίζουν όλοι (εντάξει, μιλάμε για τήν πλειοψηφία, οι εξαιρέσεις τιμούν τούς ελάχιστους εξαιρετέους) τίς γυναίκες – αν όχι όπως οι αφρικανοί, ή οι ασιάτες, πρακτικά – όμως έναρθρα, ιδεατά, με τή γλώσσα : και αγνοώντας αυτό τό αμέτρητο και μυστικό και παντοδύναμο μουνί πηδάνε κατευθείαν στον κόλπο – και ποιητικότατα (η ποίηση ήταν ανέκαθεν τό στοιχείο τους) τό μετασχηματίζουν σε τρύπα : μ’ άλλα λόγια σε κενό : μ’ άλλα λόγια σε τίποτα.*

 

* τρύπα τό λέει κάπου κι ο σαρτρ (νομίζω σε κάποια του επιστολή στην μπωβουάρ (κάτι ήξερε κι αυτή όταν έλεγε ότι οι γυναίκες ζουν τήν τραγωδία όταν ερωτεύονται άντρες να ερωτεύονται έναν εχθρό)) (παρεμπιπτόντως η ίδια έχει πει και για τόν φροϋδικό «φθόνο τού πέους» πως για κάθε μικρό κοριτσάκι «αυτό τό σωληνάκι που κρέμεται από τ’ αγοράκια μέσα απ’ τό παντελονάκι τους δεν έχει τίποτα τό αξιοζήλευτο, αντιθέτως») αλλά και τρύπες βλέπουν παντού αντί για μουνιά και μερικοί σημερινοί προοδευτικοί μάλιστα άντρες (κι ας συγκαλύπτουν τήν τρύπα ποιητικότατα ως ρουφήχτρα) (τριαρίδης)

επειδή όμως οι εξαιρέσεις είναι η παρηγοριά τού πλανήτη, υπάρχουν (υπήρχαν) και τολμηροί άντρες από παλιά, που δεν έβλεπαν τρύπες (ίσως γιατί δεν ήταν ομοφυλόφιλοι και είχαν ερωτευτεί τίς γυναίκες, ακριβώς επειδή είχαν μουνί, και όχι επειδή δεν είχαν τίποτα)

 

κι έτσι, μ’ αυτό τό τίποτα τώρα, περνάμε πια στο πρώτο μέρος τού θέματος επαρκώς προετοιμασμένοι :

η «παραχώρηση» να δοθεί στη γυναίκα (μεγαλόψυχα) κάτι που δεν έχει ο άντρας γίνεται λοιπόν πλέον πονηρά μόνο μέσω τής τεκνοποιΐας – και αυτό ανήκει χρονικά πιστεύω στην ιστορική περίοδο κατά τήν οποία η γυναίκα ηττάται ως ελεύθερο αυτόνομο και ερωτικό υποκείμενο – δηλαδή σα φύση : είναι όμως επίσης κι η στιγμή τής μεγαλύτερης πονηριάς που επιδεικνύει η «πατριαρχία» ( : γι’ αυτό ακριβώς και τό προηγούμενο καθεστώς εγώ δεν θα τό ’λεγα ποτέ «μητριαρχία» – γιατί εκείνη ήταν μια εποχή κατά τήν οποία η γυναίκα ήταν κατεξοχήν φύση όχι λόγω μητρικής ιδιότητας παρά μόνο λόγω ερωτικής δυναμικής (ωραία βέβαια τά λέει στην Η, αλλά και σε άλλα ο ρεμπώ) – ενώ αντίθετα είναι σαφές ότι ο άντρας έχει εξουσία μόνο από τή στιγμή που υπάρχει οικογένεια, όταν ο ίδιος δηλαδή ασκεί τήν εξουσία τού πατέρα) : είναι όμως και μια πονηριά που αναδεικνύει, αν θες και αντέχεις να δεις, θαυμάσια όλες τίς αντιφάσεις τού ψεύδους που προϋποθέτει : κι έτσι οι θρησκείες (οι μονοθεϊστικές σίγουρα) είναι αναγκασμένες να περιβάλλουν τή δήθεν αγιότητα τής γυναίκας με όλα τά δυνατά παράλογα – στα οποία στηρίζεται κατά κάποιον τρόπο και η όλη αντρική μεταφυσική – με παραλογότερο όλων εκείνη τή επίμονη λυσσαλέα μανία με τήν παρθενία – τήν οποία και εξιδανικεύουν σε βαθμό υστερίας. (Δεν χρειάζεται να μιλήσω εδώ για τό ότι οι άντρες αποσιωπούν μετ’ επιτάσεως τή δική τους παρθενία, σα να ’ναι αυτή η «αρχική» ισότητα τών φύλων στον τομέα τής ερωτικής πράξης κάτι που εξαιρετικά τούς ενοχλεί για να μην πω ότι κυρίως τούς ανησυχεί) ( : καθότι η απειρία προϋποθέτει άτομο χωρίς προηγούμενη γνώση και επομένως ανίκανο να κάνει συγκρίσεις μεγεθών – είναι η μόνη περίπτωση δηλαδή κατά τήν οποία οι γυναίκες στο κρεβάτι είναι σχετικά ακίνδυνες – αν η ίδια εμπειρία μεταφερθεί όμως στους άντρες θα σήμαινε τή νευραλγική εκείνη στιγμή κατά τήν οποία τίθεται υπό αμφισβήτηση η δικιά τους ερωτική συνολική αποτελεσματικότητα, και μάλιστα – εφόσον συνήθως τούς ξεπαρθενεύουν γυναίκες μεγαλύτερης ηλικίας (και πολύ συχνά πουτάνες) μετριέται κιόλας, κρίνεται και ταξινομείται (αυτό τουλάχιστον φοβούνται – δεν φαντάζονται βέβαια ούτε κατά διάνοια ότι μπορεί τό ίδιο να ζουν και οι γυναίκες –). (Ο σταντάλ που η κατανόησή του για τό άλλο φύλο είναι περίπου μοναδική, έχει μια ηρωίδα που για να αποφύγει τήν άχαρη διαδικασία όταν θα πάει με τόν εραστή που τής αρέσει, πληρώνει έναν πλανόδιο να τήν απαλλάξει «από αυτό τό άχρηστο βάρος» – και ο φώκνερ που ακολουθεί, με πολύ πολυπλοκότερους μαιάνδρους βάθους σύνταξης και ανάλυσης, βάζει στη βουή και τό πάθος τόν ερωτευμένο με τήν αδελφή του αδελφό να παραπονιέται εντός του ότι «για κείνην» ο παρθενικός της υμένας δεν ήταν κάτι σπουδαιότερο από μια παρανυχίδα). Εν ολίγοις, ένας άνθρωπος που είναι παρθένος δεν είναι καθόλου ανύπαρκτος – είναι αντιθέτως ένα παιδί, με ένα πολύ πρακτικό πρόβλημα – αυτό τό άχρηστο βιολογικό υπόλοιπο, σαν τίς αμυγδαλές που πρέπει απλώς να τίς βγάλει –

νά που όμως στα ελληνικά (μόνο) είναι σε ευρεία χρήση η λέξη «παρθενογένεση» με νόημα άσχετο εντελώς από τά βιολογικά, αλλά – (κυρίως) και – από τά θρησκευτικά και μεταφυσικά προβλήματα που γεννάει στις θρησκείες τό πρόβλημα τής γέννησης τού θεού τους μόνο από γυναίκα : η λέξη παρθενογένεση στην καθημερινή της χρήση στα ελληνικά δεν έχει καμιά έννοια ιερότητας ή σεβασμού (όσο παράλογος κι αν είναι ο σεβασμός σε μια γυναίκα μόνο εάν γεννήσει χωρίς γαμήσι) : έχει αντίθετα τήν έννοια τού εκ τού μηδενός – για τήν οποία έκφραση οι άλλες γλώσσες (τουλάχιστον απ’ όσο ξέρω οι δυτικοευρωπαϊκές) χρησιμοποιούν τό λατινικό «ex nihilo» : όμως, οι δικοί μας έχουν βρει αυτόν τόν ωραίο τρόπο για να επαναλαμβάνουν και να επιβεβαιώνουν τόν μισογυνισμό τους, περήφανα και απολύτως αθώα (γιατί είναι μια έκφραση που, κι αυτό είναι χαρακτηριστικό, τή χρησιμοποιούν όλοι στην ελλάδα, και άντρες και γυναίκες – με απόλυτη κιόλας αθωότητα) ενώ συγχρόνως επιμένουν να καλύπτουν τά νώτα τους αγνοώντας δήθεν τί λένε.

προσωπικά πρωτοσυνάντησα τήν έκφραση στα γραφτά τής γενιάς τού ’30 όπου – τού σεφέρη πρωτοστατούντος («δεν υπάρχει παρθενογένεση στην τέχνη») – μια παρέα αντρών, μεταξύ μας μάλλον μπούληδων επιπλέον και εξόχως πουριτανών – η αντιπάθειά τους για τόν καβάφη δεν κρύφτηκε ποτέ – μάς έκατσαν και στο σβέρκο ως διανόηση σβήνοντας όποιον δεν τούς ταίριαζε και δημιουργώντας μια παράδοση κριτικού και κοινωνικού ήθους που κρατάει ώς τά σήμερα – φυσικά : ίσως γιατί όντας στη μεγάλη τους πλειοψηφία μηδενικά οι ίδιοι απόφευγαν φαντάζομαι όπως ο διάολος τό λιβάνι τόν όρο εκ τού μηδενός – αλλά μόνο γι’ αυτό ;

η φράση «εκ τού μηδενός» ή ex nihilo έχει μια ιστορία στη φιλοσοφία και προέρχεται από τόν επίκουρο (η ελληνική εκδοχή του – «τίποτα δεν γίνεται από τό τίποτα» είπε ο άνθρωπος) και η λατινική του από τόν λουκρήτιο που μετέφερε τήν περί φύσεως φιλοσοφία τού «δασκάλου του» σε στίχους στα λατινικά, κάνοντας έτσι τό nihil ex nihilo γνωστό και παροιμιώδες (σε όλα τά δυτικοευρωπαϊκά) ( : θα μπορούσαμε βέβαια να τό ’χουμε κάνει κι εμείς παροιμία, και να λέμε «μηδέν εκ τού μηδενός», μια που είμαστε σαν έθνος και αρχαιόπληκτοι : αλλά όχι ! Προκειμένου να βρίσουμε τίς γυναίκες, η αρχαιοπληξία μας έρχεται δεύτερη) : για να παραφράσω κι εγώ ένα άλλο παλιότερο δημοφιλές «κανείς δεν έχασε ποτέ φράγκο στην ελλάδα βρίζοντας και υποτιμώντας γυναίκες». Κι έτσι τούς φαίνεται καθωσπρέπει και μορφωμένο να τσαμπουνάνε κι ένα «δεν υπάρχει παρθενογένεση εδώ» και «δεν υπάρχει παρθενογένεση εκεί» όταν θέλουνε να πούνε ότι τίποτα δεν είναι πρωτότυπο, και δεν μπορεί να είναι, ότι όλα έχουνε προγόνους προκατόχους και προλαλήσαντες και ότι τίποτα δεν προέρχεται από τόν εαυτό του (πολλές φορές δηλαδή για να δικαιολογήσουνε απλώς τό ότι κλέβουν : «όλοι κλέβουνε, όλοι έχουν επηρεαστεί από κάπου, δεν υπάρχει παρθενογένεση στην τέχνη», δηλαδή : τίποτα δεν γίνεται εκ τού μηδενός). Και για να τό κάνω λιανά : τό μηδέν αυτό δεν είναι η παντελής έλλειψη γέννησης : τό μηδέν αυτό είναι η γυναίκα : αυτό ακριβώς εννοούμε όταν λέμε ότι «δεν υπάρχει παρθενογένεση» : ότι η γυναίκα είναι μηδέν – και ποια γυναίκα μάλιστα ; Η πιο ιερή : αυτή που γεννάει χωρίς τόν άντρα, ακριβώς για να τήν αποδεχτεί μ’ αυτόν τόν τρόπο (ο άντρας) ως ιερή.

 

 

εδώ να κάνω αναγκαστικά μια μικρή παρέκβαση για τόν επίκουρο ( : κάπου βρήκα να αποδίδουν τό «μηδέν εκ τού μηδενός» στον (κατά πολύ πρωιμότερο) παρμενίδη (μολονότι αμέσως παρακάτω παραθέτουν τόν λουκρήτιο, δηλαδή τόν επίκουρο…) πράγμα που δείχνει ή κακοήθεια και συνειδητή παραχάραξη, ή τουλάχιστον βλακεία και άγνοια, γιατί ο παρμενίδης (που ακολουθεί τόν πυθαγόρα και ακολουθείται (με σεβασμό) από τόν πλάτωνα) μόνο κάτι τέτοιο δεν θα ήταν δυνατόν να πει : ο παρμενίδης πίστευε στο μηδέν, και μάλιστα επειδή πίστευε στο μηδέν, τό τοποθετεί αξιολογικά πριν από τό έν (τή μονάδα), πόσο μάλλον που πιστεύει ότι ο θεός προέρχεται από τό μηδέν – μ’ άλλα λόγια ο παρμενίδης διδάσκει τό εντελώς αντίθετο από τό «μηδέν εκ τού μηδενός» (ή nihil ex nihilo) πράγμα βέβαια τελικά άσχετο με τή συζήτηση). Τό λέω μόνο και μόνο για να δείξω ότι με τόν επίκουρο συμβαίνουν αυτά – ό,τι καλύτερο έχει πει συνήθως διαστρέφεται, ή – όπως τώρα – αν είναι πολύ διάσημο – γίνεται προσπάθεια να αποδοθεί σε άλλους μόνο και μόνο ίσως για να μην αναφερθεί τ’ όνομά του

ο επίκουρος πίστευε λοιπόν γενικά ότι απ’ τό τίποτα δεν παράγεται τίποτα : απ’ τό τίποτα δεν γίνεται τίποτα – ακόμα καλύτερα, τό τίποτα δεν υπάρχει καθόλου στη φύση – (Γι’ αυτό και τό τίποτα τού θανάτου είναι μια σχετική έννοια στον επίκουρο (παρ’ όλο που αυτό συνήθως αγνοείται – όπως αγνοείται από τή φυσική του φιλοσοφία και η αναρχική εκείνη απόκλιση, μαζί με τό τυχαίο τής κίνησης τών ατόμων, που κατεδαφίζει τήν ολοκληρωτική αναγκαιότητα : η ύλη για τόν επίκουρο είναι διαρκώς κινούμενη άλλωστε) : «άφθαρτός μοι περιπάτει και ημάς αφθάρτους διανοού» έγραψε σ’ έναν αγαπημένο μαθητή του, με τόν οποίο παλιότερα περπάταγαν μαζί στον κήπο – αλλά γι’ αυτά, και για πολλά άλλα που ειπώθηκαν κι έγιναν σ’ εκείνον τόν κήπο πρέπει να αφιερώσω κάποια φορά επιτέλους χωριστή ανάρτηση – μια που κυρίως εκείνον τόν κήπο κατά τό παρελθόν είχα στο μυαλό μου όταν σκεπτόμουν τό όνομα τού παρόντος). Τίποτα δεν βγαίνει λοιπόν απ’ τό μηδέν : nihil ex nihilo, όπως τό διαιώνισε ο λουκρήτιος : τά πάντα βγαίνουν από τά πάντα, θα μπορούσε να τό πει κανείς αντίστροφα (συναντώντας έτσι, πράγμα απολύτως θεμιτό στον επίκουρο, και τόν πανθεϊσμό τού μπρούνο) : Χρειάζεται μεγάλη δόση επομένως μιζέριας για να κάνει κανείς τό διανοητικό άλμα που περιφέρεται περηφάνως στην ελλάδα, και να εξισώσει τή γυναίκα που γεννάει, με αυτό τό τίποτα – ακόμα κι αν, με βάση τόν αντρικό πουριτανισμό, και τούς υπόγειους ευσεβείς του πόθους, αυτή η γυναίκα γεννήσει χωρίς άντρα – χωρίς έρωτα δηλαδή : είτε έτσι είτε αλλιώς, πάντως, για μια γυναίκα μιλάμε, και χρειάζεται μεγάλη δόση μίσους για να τήν μετατρέψουμε σε μηδέν. Και τόσο μεγάλη μάλιστα που να τό τσαμπουνάνε σ’ αυτή τη χώρα, εντελώς αποενοχοποιημένα κιόλας, σε αγαστή σύμπνοια άντρες και γυναίκες μαζί.

και μην ξεχνάμε ότι τήν ίδια τή στιγμή που ταυτίζουμε τήν έννοια «παρθενογένεση» με τήν έννοια «γέννηση εκ τού μηδενός» διαπράττουμε και τό φιλοσοφικό κατόρθωμα να θεωρούμε ότι ακόμα και μέσα από τήν θεοτοκία της η γυναίκα είναι παρ’ όλ’ αυτά ένα τίποτα – κι έτσι η επικίνδυνη ούτως ή άλλως μεταφυσική αντίφαση λύνεται σχεδόν αμέσως, ταυτόχρονα, με τόν πιο αποτελεσματικό τρόπο – κάνοντας μια κωλοτούμπα δηλαδή προς τόν εαυτό της : η γυναίκα, η αιτία τής αμαρτίας, αποτινάσσει τήν αμαρτία αν αρνηθεί τόν έρωτα – αν φτάσει δηλαδή στην υπερβολή να γεννήσει χωρίς καν γαμήσι : Παρ’ όλ’ αυτά, ένα τίποτα ήτανε και ένα τίποτα θα παραμείνει : Κι έτσι, μ’ ένα σμπάρο δυο τρυγόνια : Εκτός τής ανέραστης θεότητας (που, έτσι κι αλλιώς τίποτα είναι) όλες οι υπόλοιπες γυναίκες μπορούν ελεύθερα να είναι πουτάνες.

δεν έχω ακούσει μέχρι τώρα όμως καμιά γυναίκα να διαμαρτυρηθεί για αυτή τήν κουτοπόνηρη ύβρη, γι’ αυτό γράφω σεντόνια κι εγώ μολονότι καιρό δεν έχω.

 

 

 

 

 

 

 

σημείωση :
όταν γράφω έτσι, υπερασπίζοντας κατά κάποιον τρόπο τίς γυναίκες, αισθάνομαι εντονότατη τήν ειρωνεία τού να τό κάνει κανείς αυτό σε μια χώρα όπου η πλειοψηφία (και γυναικών και αντρών) περιγράφει γλαφυρά τό αντίθετο κάθε έννοιας απελευθέρωσης ή χειραφέτησης (αλλά και ειρωνείας θα’ πρεπε να πω, και αυτοειρωνείας επίσης) : αλλά ησυχάστε : δεν σκέφτομαι τήν πλειοψηφία τών γυναικών όταν υπερασπίζομαι γενικά τίς γυναίκες : ας πούμε εγώ τώρα αυτή τήν εποχή σκέφτομαι κυρίως αυτές τίς κούρδισσες που θυσιάζονται στο αντάρτικό τους – ξέρουν άραγε τί τίς περιμένει (τί ανύπαρκτο ευχαριστώ τίς περιμένει) όταν με τό καλό νικήσουν, επέλθη ειρήνη, τελειώσει ο πόλεμος, και ξαναγυρίσουν στην κουζίνα τους ; – εδώ τό είδαμε, φοβάμαι ότι θα τό δούνε κι αυτές – δυστυχώς

δεν βρήκα τό σχετικό βίντεο (με τήν υπεράσπιση τού ευνουχισμού από αφρικανούς άντρες) – υποψιάζομαι ότι ή εγώ δεν ψάχνω καλά ή για λόγους πολιτικής ορθότητας προωθούνται πλέον μόνο τά βίντεα εναντίον τής «πρακτικής» – πάντως τό μόνο κάπως σχετικό με αυτά που λέω είναι αυτό, στο οποίο βρίσκεται και μια ωραιότατη μαρτυρία (από γυναίκα) περί τού μηδενός τών γυναικών στο 2.20΄ (ταιριάζει γάντι με τήν ανάρτηση όμως τό βρήκα τυχαία) και δυο άλλες ενδιαφέρουσες προτάσεις (στο 4΄ και στο 6.45΄)

εικόνες :
από πάνω : picasso και χρήστος κούρτογλου (τόν οποίο ευχαριστώ για τήν άδεια) collages 11 // picasso διάφορα (τό τρίτο σχέδιο λέγεται δύο γυμνά με μια γάτα) // gustave cοurbet η καταγωγή τού κόσμου (με δικιά μου χρωματική επεξεργασία) // και κάτω (πάλι με μια χρωματική επεξεργασία, από αρχαιοελληνικό αγγείο) : γυναίκα ποτίζει περιχαρής φαλλούς να μεγαλώσουν και να πληθύνουν (η αρχαϊκή εποχή βρίσκεται πολύ κοντά στην προκατακλυσμιαία περίοδο κατά τήν οποία ο γυναικείος ερωτισμός είναι ενεργητικός, σχεδόν επιθετικός, και χωρίς ενοχές)

 

 

 

 

 

 

 

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: