σημειωματαριο κηπων

Αύγουστος 24, 2013

ανδρέα κίτσου–μυλωνά, angelus novus

  

 

 

   τό σύντομο κείμενο που ακολουθεί γράφτηκε από τόν αντρέα κίτσο–μυλωνά (ψευδώνυμα, όπως καμιά φορά τό συνήθιζε) για να προλογίσει τό δοκίμιο τού βάλτερ μπένγιαμιν «φραντς κάφκα» που έχει ως υπότιτλο «για τή δεκάτη επέτειο τού θανάτου του» (και συνεπώς ο μπένγιαμιν τό έγραψε τό 1934) και τό οποίο ελληνικά εκδόθηκε από τόν «έρασμο» (πριν από τριαντατόσα χρόνια) σε μετάφραση τού στέφανου ροζάνη

   σε δυο σελίδες μέσα, μακριά από τήν κατά κόρον ντόπια τάση για μεγαλοστομίες και εξιδανίκευση αυτού που έχει (πια) καθιερωθεί, όσο και επιβεβαιώνοντας τή λιτή τάση τού έρασμου για μια τίμια φιλοσοφική διαφώτιση ενός ελάχιστου ντόπιου κοινού, ο μυλωνάς μιλάει για έναν φιλόσοφο που ξέρω ότι αγάπησε πολύ, αλλά χωρίς να χρησιμοποιεί κανένα από τά περιρρέοντα περί αυτού στερεότυπα, και καμιά (κατά φλωμπέρ τόν οποίον επίσης πολύ ηγάπησε) προκατασκευασμένη ιδέα εκσφενδονίζοντας με άνεση όλη τήν τόλμη και τήν πρωτοτυπία τής σκέψης του, περιφρονώντας φοβισμένες καλύψεις πίσω από φιλοσοφικές αποσκευές (τίς οποίες διέθετε) και ξετυλίγοντας ήρεμα οργανική σχέση με τήν κριτική θεωρία : κατά τή γνώμη μου, θα αρκούσε για να δικαιωθεί τό μικρό αυτό δοκίμιο και μόνο η φράση του «εξ άλλου η αμεσότητα στην τέχνη δεν έχει να κάνει με τά συνθήματα για τήν αλήθεια στην τέχνη και τήν ψευδοσυγκεκριμένη αμεσότητα, παράγωγα τού καπιταλιστικού λαϊκισμού.»

   πρόκειται για κείμενο τού 1980, που ο α. κ.–μ. υπόγραψε ως χ. α.

   η πρώτη εκείνη έκδοση τού «έρασμου» walter benjamin φραντς κάφκα έγινε τό 1980 (η 2η, που κυκλοφορεί ώς σήμερα, τό 2004)

.

.

  

Angelus Novus (Walter Benjamin)

   Προσωπικότητα προσηλωμένη νοσταλγικά σε μια παλιά εποχή, ο Μπένγιαμιν, προβαίνει σε συνεργασία με τήν Κριτική Σχολή τής Φραγκφούρτης, που διαρκεί μέχρι τόν θάνατό του, παρ’ όλες τίς διαφωνίες και κατά καιρούς ρήξεις καθώς και τίς εκατέρωθεν προσπάθειες συνάντησης σ’ ένα σταθερό σημείο· η σχέση τού Μπένγιαμιν με τό θέαμα καθιστά έντονη τή διαφοροποίησή του στους κόλπους τής Σχολής, αν θεωρηθεί ότι η Φιλοσοφία τής σύγχρονης μουσικής και τό Δοκίμιο για τόν Βάγκνερ, τού Αντόρνο – έργα τόσο σημαντικά, ώστε ένα ολόκληρο κεφάλαιο τού μυθιστορήματος Δόκτωρ Φάουστους τού Τόμας Μαν να γραφεί με βάση ένα κεφάλαιο τού πρώτου από τά δυο βιβλία, μια νέα Αισθητική να αρθρωθεί και η φιλοσοφία τής μουσικής να περάσει στην κριτική περίοδό της – συνιστούν τίς αισθητικές αρχές τής Σχολής. Θεολογική φύση, που δεν θέλησε ποτέ να λησμονήσει τήν εβραϊκή θρησκευτικότητα τής καταγωγής του και τήν παράδοση τών μεγάλων κειμένων ενός λαού στου οποίου, μαζί με τούς άλλους Εβραίους διανοητές τής εποχής του, τήν περιπέτεια ήταν ψυχικά και πνευματικά παρών, θα βιώσει τήν αγωνία του σε πολύπλευρες αισθητικές αναζητήσεις. Περισσότερο όμως ανήκει στη θεωρία τού θεάματος και τήν α–τοπία του, στις εκφράσεις μιας νοσταλγίας για ενότητα. Έτσι παρά τήν άξια και πλήθουσα κριτικότητά του παραμένει ένας προμαρξιστικός κριτικός : προμαρξιστικό είναι τό διάβασμά του τού Κορς και τού Λούκατς που άσκησαν, μετά τά εβραϊκά κείμενα, τεράστια επίδραση στην ανάπτυξη τών κριτικών και οδοιπορικών. Στον θρίαμβο τής υποκειμενικότητας, τόν οποίο ζούσε στη Γερμανία, αντέτασσε τήν αντεστραμμένη αλήθεια τής εικόνας και τό άλογο ως τή βαθύτερη έκφραση τού έλλογου. Η αγάπη του στον Μπωντλαίρ και η αφοσίωσή του στον Μπρεχτ (τού οποίου τή σκέψη η Σχολή θεωρούσε χονδροειδή, και τόν ίδιο τυπικό σταλινικό) πρέπει να κριθούν μέσα από τήν προσπάθεια τού Μπένγιαμιν να οργανώσει μια θεωρία για τό στυλ, που τό αντιμετώπιζε σαν χαρακτηριστικό στοιχείο, δηλωτικό τής έκπτωσης τής τέχνης στην αστική κοινωνία. Εξ άλλου η αμεσότητα στην τέχνη δεν έχει να κάνει με τά συνθήματα για τήν αλήθεια στην τέχνη και τήν ψευδοσυγκεκριμένη αμεσότητα, παράγωγα τού καπιταλιστικού λαϊκισμού : έτσι ο κριτικός τού στυλ τής αστικής κοινωνίας θα ξαναδώσει στη γλώσσα τήν κριτική δύναμη να μακραίνει από τήν εκβαρβάρωσή της. Μπορούμε εδώ να υποδείξουμε τή συστηματικότερη αναζήτηση τής σκέψης του, παραπέμποντας στο διάσημο δοκίμιο Τό έργο τέχνης στην εποχή τής τεχνικής αναπαραγωγιμότητάς του, εκδ. Κάλβος, μετ. Δ. Κούρτοβικ, στις «θέσεις» του και στο άτυχο βιβλίο του για τό γερμανικό δράμα. Όλη του η πορεία άνιση, με παρεκβάσεις και αστάθεια και διαρκή αναζήτηση προτύπων, αποδίδεται σε θαυμάσιες σελίδες οξύνοιας και κριτικής ευαισθησίας, στις οποίες η απουσία φιλοσοφικότητας καλύπτεται από μιαν εβραϊκής μορφής σύλληψη τής καθολικότητας προς χάριν τής οποίας πέρασε στον σουρρεαλισμό για να βρει μαζί του τό γκαζ, τή δαγκεροτυπία, τό πανόραμα και τήν Αλίκη – τά «αρχέτυπα φθαρτότητας» (Μπλοχ). Για τόν Μπένγιαμιν και τήν κριτική Σχολή τής Φραγκφούρτης προτείνουμε τό σπουδαίο βιβλίο The Dialectical Imagination τού Μάρτιν Τζαίη. Τήν έκδοση τού συνόλου τών δοκιμίων τού Μπένγιαμιν επιμελήθηκαν στις εκδόσεις Ζούρκαμπ ο Σόλεμ και ο Αντόρνο.

                                                                                                          Χ.Α.

.

.

.

     

 

κλικ στις φωτογραφίες τών βιβλίων για διάβασμα

άλλα για τον α. κ.–μ. εδώ και εδώ

 

 

Advertisements

Μαΐου 18, 2012

ο εθνικισμός οι επίδοξοι δικτατορίσκοι και η ποίηση μετά τό άουσβιτς

.

  

.

   διακοπή τών καβαφικών για άλλη μια φορά σήμερα (αυτές είναι οι εκλογικές περιπέτειες τού καβάφη…)

   αλλά καθώς πάμε για νέες εκλογές αισθάνομαι τήν ανάγκη να ανατρέξω στα προεκλογικά συμβάντα τών αμέσως, προ δεκαημέρου, προηγούμενων :

   μόνο που αυτό σήμερα δεν είναι ανάρτηση αλλά μάλλον κατάβαση και μάλλον, επιπλέον, κάτι σαν γράμμα, τελείως μάταιο όμως :

   και μάταιο και άχρηστο, γιατί αυτοί στους οποίους θα απευθυνόταν δεν θα τό διάβαζαν ποτέ, όσοι θα τό διαβάσουν ήδη όλ’ αυτά τά ξέρουν, και καταλήγει τελικά να είναι ένα γράμμα που επιστρέφει ως μονόλογος στον αποσβολωμένο εαυτό του : αυτή είναι και η μόνη του χρησιμότητα – η χρησιμότητα που έχουν συνήθως με άλλα λόγια όλα τά γραφτά : να ειπωθούν, τά πράγματα, απλώς : και να τά πω κατασκευάζοντας (επιπλέον) τήν (καταχωνιασμένη) αυταπάτη ότι θα μπορούσε να τ’ ακούσει, σ’ ένα άλλο σύμπαν, και κάποιος απ’ αυτούς που ψήφισαν στις εκλογές έναν επίδοξο δικτατορίσκο – για να διαμαρτυρηθούν που η πολιτική ζωή στη χώρα δεν αποτελείται από τελείως άψογους δημοκράτες :

   περίεργο φάρμακο μα τήν αλήθεια : ακόμα και τά παιδιά ξέρουν ότι δεν πρέπει να παίζουν με τά κρυμμένα πηγάδια, γιατί μπορεί να πέσουν μέσα : ακόμα και τά άλογα ζώα έχουν ισχυρότερο ένστικτο αυτοσυντήρησης – δουλεύουν με τή μύτη, μυρίζονται καλά τούς εχθρούς τους ακόμα κι αν είναι τυφλά, και δεν βλέπουν καθόλου. Ακόμα κι αν πεινάνε και τούς ρίξεις τροφή, τή μυρίζουν πριν τή φάνε – οι γάτες σίγουρα – τά μυρίζονται δηλαδή τά σάπια

   μόνο εμείς ως ανώτερο είδος έχουμε αναπτύξει τόσο τό μυαλό μας που να χάσουμε όλες τίς άλλες αισθήσεις – και τό μυαλό μας δουλεύει και μονόπαντα : δεν είναι τέλειοι δημοκράτες αυτοί που κυβερνάνε, φέρε αυτούς που μισούν τήν ίδια τήν έννοια τής ελευθερίας εν τή γενέσει της : τό τέλειο φάρμακο – ποιό άλλο ζώο μπορεί να ’ναι τόσο ηλίθιο;

   η αλήθεια είναι ότι αρχικά δεν ήθελα ν’ ασχοληθώ ούτε γι’ αστείο μαζί τους – μού χαλάει και τήν όλη αισθητική τό θέμα, πέρα από τό ότι θα τό θεωρούσα και μάταιο διότι είναι παμπάλαια και τά λόγια κι η ρητορική τους, παμπάλαια κι επαναλαμβανόμενα : τό ζήτημα είναι απλώς ότι οι αρουραίοι αυτού τού είδους αρχίζουν κι αποκτάνε δύναμη όταν η ζωή μας δυσκολέψει – και ξέρουμε καλά πόσο έχει δυσκολέψει : και τό ότι ερμηνεύουμε τά πράγματα διαφορετικά δεν αλλάζει και πολλά πράγματα σε όσα παράλογα μάς έχουν κάτσει στο σβέρκο (αν και από μία άλλη άποψη μπορεί και να τ’ αλλάξει κάποτε όλα εντελώς) : αλλά μ’ έτρωγε και τό σαράκι κι έκατσα να τούς δω στην τηλεόραση –

.

  

.

   αυτό που μού ’κανε καταρχάς εντύπωση είναι τό πόσο, οι δημοσιογράφοι που τούς μιλάνε, είναι καταβάθος εντελώς ανίκανοι (για να μην πω τό φαρμακερό απρόθυμοι) να τούς αντιμετωπίσουν – και πόσο, ακόμα και μέσα από τίς διακηρυγμένες αντιρρήσεις τους, παίζουνε στο δικό τους γήπεδο τελικά : θα ’θελα κάπως αλλιώς να γίνει δηλαδή τό πράγμα – χωρίς να σημαίνει ότι αυτό που θα ’θελα θα ’ταν και τό σωστό, ή και ότι θα ’ταν πράγματι πραγματοποιήσιμο : διότι είμαι σίγουρη ότι κανένα από τά πρόσωπα που βασανίστηκαν απ’ τήν τελευταία δικτατορία τους (εκείνοι που βασανίστηκαν επί μεταξά δεν ζούνε πια νομίζω), (τήν ξεχασμένη δηλαδή (πια) χούντα τών συνταγματαρχών που οι νεοεισελθόντες αστέρες τής βουλής θαυμάζουν) δεν θα καταδεχόταν ούτε να τούς φτύσει, όχι να τούς μιλήσει κιόλας – αλλά πολύ θα τό χαιρόμουν τελοσπάντων τουλάχιστον αν, καπάκι με τό αρλουμποειδές τους θράσος, κι αντί να μιλάει μόνο ένας τραγουδιστής ή ένας συγγραφέας αστυνομικών (όχι πως δεν είπαν και κάνα σωστό) είχαμε τήν κίττυ αρσένη ή τή νατάσα μερτίκα ή τήν δώρα καλλιπολίτη (κι άλλες, κι άλλους – απ’ αυτές που με κίνδυνο τής ζωής τους αυτοαμυνόμενες, αντιστάθηκαν κάποτε) και να πουν δυο κουβέντες δηλαδή όχι σ’ αυτούς αλλά σε μάς : ένα αδιόρατο άρωμα να αναδινόταν επιτέλους για τό τί περάσανε κάποτε άνθρωποι στα χέρια αυτών που δεν γουστάρουν τή δημοκρατία, ούτε τήν ατελή ούτε, πολύ περισσότερο, τήν τέλεια – αυτήν που θα ’ξερε δηλαδή να τούς κόψει σίγουρα και τά πόδια και τόν βήχα

   ή έστω κάποιος να διάβαζε απ’ τό βιβλίο τής αρσένη ή τού κοροβέση δυο αποσπάσματα περί τών βασανιστηρίων τους, και μια που ο μουστακλής ή ο καράγιωργας δεν ζούνε πια, θα μπορούσανε να βάζανε τό βίντεο κείνο όπου ο μουστακλής δεν μπορούσε να μιλήσει παράλυτος απ’ τά βασανιστήρια, κι έκανε απλώς νοήματα για τό τί πέρασε – κραυγάζοντας μονάχα «όχι, όχι» όταν τόν ρώτησαν αν στη διάρκεια τής ανάκρισης μίλησε. Όχι για τούς ίδιους τούς χουνταίους – αυτοί τά ξέρουν, και θέλουν να τά ξανακάνουν και χωρίς αναστολές, όπως φάνηκε ξεκάθαρα (όποιος έχει μάτια βλέπει) – αλλά για σάς (θα ’γραφα στο γράμμα, αν τό ’γραφα) που τούς ψηφίσατε : γιατί πάνω σας πατάνε, και με τή δικιά σας ψήφο θέλουν να ξαναχτίσουν τήν κόλαση

   : πατώντας πάνω στις ατέλειες τής δημοκρατίας είναι που βασιλεύει (χωρίς καθόλου να δύει) τό θράσος τους – όπως πάνω στις ίδιες ατέλειες βασιλεύει ακριβώς ο γενικός θυμός ημών τών υπολοίπων…

   φυσικά δεν είναι κακό να θυμώνουμε – είναι τό πρώτο υλικό απ’ τό οποίο κατασκευάζεται λόγω ενός γενικού και σχεδόν ακατανόητου έρωτα προς τόν κόσμο η μανιασμένη και πεισματωμένη πράξη που αργότερα, μάλλον αφηρημένα (ή μεγαλόστομα) ονομάζεται αντίσταση, ενώ θα ’πρεπε να ονομάζεται απλώς έρωτας – ή αγάπη, ή καλοσύνη. Και αυτό ξέροντάς το οι χουνταίοι προσπαθούν να σάς πάρουν τό όπλο τού θυμού μες απ’ τά χέρια και να σάς κάνουν να στρέψετε τό όπλο αυτό εναντίον σας κι εναντίον μας – ν’ αυτοκτονήσετε δηλαδή σαν μανιασμένα και πεισματωμένα να μισείτε τόν κόσμο όλο – ιθαγενείς κι αλλόθρησκους και τόν εαυτό σας μαζί –

 

   δεν θ’ αναλύσω ένα προς ένα τά «επιχειρήματα» που άκουσα – δεν τό αντέχει τό στομάχι μου, ομολογώ – κι έτσι, ένα δυο τρία πράγματα μόνο :

   καταρχάς, σε σχέση μ’ αυτή τή θρασύτατα και επιδεικτικότατα αποενοχοποιημένη προβολή τής ιδεολογίας, και τό «δεν είμαστε ναζιστές, είμαστε εθνικιστές» : επειδή δηλαδή ποντάρουν στην εγγενή λεξιλαγνεία που γεννιέται σε λούμπεν και όχι μόνο στρώματα τής εδώ κοινωνίας, επιχειρώντας να τά απαλλάξουν από τίς ελάχιστες αλλά υπαρκτές ενοχές για τήν εγγενή τους έλλειψη παιδείας : είναι τό ίδιο – αν και λίγο χειρότερο – : μού κάνει εντύπωση δηλαδή πόσο ο σημερινός φασισμός στη χώρα αυτή (κι ίσως όχι μόνο) δεν επενδύεται καν με τήν ανάγκη τού παλιού εκείνου γερμανικού ή ιταλικού για τά προσχήματα : ο «εθνικοσοσιαλισμός» μπορεί να ήταν μια μπαρούφα επί τής ουσίας ως νόημα, είχε όμως ένα νόημα όταν συνόδευε τήν ιδέα τού εθνικισμού ως «γενικού μίσους» με μια απόπειρα οικειοποίησης και τής ιδέας μιας «γενικής αγάπης» στο όνομα τού σοσιαλισμού : αυτό λοιπόν δεν (τούς) χρειάζεται πλέον : σκέτο μίσος φτάνει, και χωρίς να κρύβεται

   αυτό είναι ένα επιχείρημα που δεν μπορεί να διατυπωθεί βέβαια ως έχει : εκείνο όμως που λέγεται ανοιχτά, στοχεύει πάλι κουτοπόνηρα στην συμπλεγματική ωραιοπάθεια τού απαίδευτου : δεν συμφωνούμε με κείνα, γιατί ήταν ξένα : εμείς έχουμε τά δικά μας – και τα δικά μας είναι πάντα κάποιοι δικτάτορες – ο μεταξάς που είπε τό όχι ( η ιστορία ως κακοχωνεμένο σύνθημα), ο παπαδόπουλος και ο παττακός (που στη φυλακή ανήκαν στις ψυχούλες (τούς παίρνει μαζικά και ελεήμων η μπάλα μαζί με τούς άλλους «καλούς ανθρώπους, που είναι κατά κανόνα στη φυλακή ακόμα και (ή κυρίως) ως δολοφόνοι»)) : εξάλλου «στη φυλακή δεν είναι πάντα οι κακοί» – νά και η φιλική οικειοποίηση συνθημάτων απ’ τήν περιρρέουσα αναρχίζουσα αμφισβήτηση μιας ξέπνοης κοινωνίας για τήν όντως ανύπαρκτη δικαιοσύνη

   σαν τό τυρί για τό (μόνο όταν δεν κοστίζει) αναρχίζον ήθος ως δόλωμα στη φάκα τής ζαλισμένα αυτάρεσκης άγνοιας τού μέσου αστού – να μην παραβλέψει πάντως κανείς τό γεγονός ότι τό δημοφιλές αναρχίζον δόλωμα στην περίπτωση τού φασίστα διαπράττει διακρίσεις που κάνουν διαυγέστερες τίς επιλογές του, καθώς η αλληλεγγύη αφορά αποκλειστικά τούς δολοφόνους (συμπεριλαμβάνοντας έτσι τούς καταδικασμένους και έγκλειστους τότε δικτάτορες) ενώ αδιαφορεί για τούς μικροκλέφτες και ναρκομανείς προς τούς οποίους κατά κύριο λόγο απευθύνεται μια τέτοια αλληλεγγύη αν είναι όντως ορθολογικής και, κάπως τέλος πάντων, γνήσια ελευθεριακής κατεύθυνσης

   είδα τόν εθνικισμό να τόν αποδέχονται ως αξιοπρεπή όρο χάσκοντας οι δημοσιογράφοι μας : δεν μού κάνει εντύπωση αν και θα μπορούσα να ρωτήσω από πότε λοιπόν άρχισε να θεωρείται ότι ο εθνικισμός (μπορεί να) είναι και καλό πράγμα; (και τί ουσιαστικά σημαίνει εθνικισμός πέραν τού γενικού μίσους που τόν γεννά και τό οποίο μετά, ως αυτοάμυνα κιόλας, τό ανατροφοδοτεί με τή σειρά του ο ίδιος;) Γιατί πέρασαν κάτι αιώνες από τήν εποχή που μπορούσαμε να είμαστε όντα συνηθισμένα που αποδέχονται ήσυχα ότι ο εθνικισμός (όπως και ο μισογυνισμός (πάντα τόν συνοδεύει)) είναι ρατσισμός και τίποτα παραπέρα; Τί αποβλάκωσε αυτές τίς ηλικίες ή τίς γειτονιές ή τά είδη; Και τά αποβλάκωσε όντως, ή απλώς τώρα εκφράζουν ανοιχτά αυτό που κάποτε θεωρούνταν τόσο πολύ βλακώδες κι απαράδεκτο, ώστε ντρεπόντουσαν να τό υπερασπιστούν; Και γιατί τότε ντρεπόντουσαν και τώρα όχι; Και γιατί τώρα δεν θεωρείται ο εθνικισμός δηλαδή χοντρή και απαράδεκτη μαλακία;

   μεγάλα βέβαια και μεταφυσικά ερωτήματα, που εξάλλου έχουν απαντηθεί κι εν πολλοίς : άλλοι λεν ότι πάψαμε να ντρεπόμαστε για τούς εθνικισμούς μας μετά απ’ τήν κατάρρευση τού υπαρκτού, κι απ’ τούς πολέμους που ακολούθησαν μεταξύ βιαίως συνυπαρξάντων και μηδέποτε αλληλοχωνευθέντων λαών, κι άλλοι τονίζουν συγχρόνως τήν κυριαρχία τών αγορών που μετατράπηκε σε μόνη ουσιαστικά κυβέρνηση επί τού πλανήτη ισοπεδώνοντας για λόγους οικονομίας διαφορές που έκρυβαν πίσω τους κάτι ουσιαστικότερο για τά ήδη καταπτοημένα και ομογενοποιημένα άτομα : έτσι η (ομαδική) αυταρέσκεια επέστρεψε ως τό μόνο πρόσωπο που μπορούσε να πάρει τώρα πια η παλιά εκείνη προσπάθεια αυτογνωσίας. Αλλά φυσικά όλ’ αυτά δεν φτάνουν, μοιάζουν και λίγο τεχνοκρατικά, και δικαίως – γιατί απλούστατα όλα αυτά είναι οι λόγοι μετά τόν λόγο :

   αλλά ο λόγος είναι τό ιερό ταμπού που ως συνήθως στις θρησκείες δεν λέμε τ’ όνομά του ποτέ : γι’ αυτό μόλις ακούσουν όλοι τό υποκατάστατο, δηλαδή τόν εθνικισμό πάνε και στέκονται ηλιθιωδέστατα σούζα : γιατί πρόκειται για κάτι εσωτερικό βαθύ και δυνατότερο από τήν ονομασία ενός συμπλέγματος που μπόρεσε να επιζήσει μετά από τέτοιο καταχώνιασμα και τέτοια απαγόρευση ώστε ν’ αντέξει ενενηντατόσα χρόνια, κι όλη τή διάρκεια τής ένδοξης επανάστασης, και να ξαναβγεί άθικτος στην επιφάνεια με τήν παταγώδη κατάρρευση : γιατί αυτό τό γενικό μίσος προς τόν άλλον, και τό άλλο χρώμα, και τήν άλλη και τήν ξένη, και τό άλλο φύλο, ως υποκατάστατο τού έρωτα είναι η απόλυτη μεθαδόνη : η παρηγοριά γι’ αυτό που μάς λείπει, και γίνεται συστηματική προσπάθεια μέσ’ απ’ τήν (ιερή) οικογένεια ώστε να λείψει από νωρίς : μέχρι τώρα τό ξέρουμε να ξεπετάγεται σαν τό πιο ελεήμον ναρκωτικό στις ζωές τών αγοριών που οι πατεράδες τους ήταν «πέραν τού κανονικού» αφέντες – αυτά τά παιδιά κοιτάνε απλώς να γίνουν οι ίδιοι αφέντες με τή σειρά τους, μιμούμενοι και προσκολλώμενοι, υπακούοντας και παρηγορούμενοι, σ’ έναν νέον αφέντη που θυμίζει εκείνον τόν πρώτο – όχι απλώς υποκαθιστώντας τον αλλά κολακεύοντας τήν εικόνα του ταυτόχρονα – κάνοντάς τον τώρα ηθελημένο επιλεγμένο και ιεροποιημένο αρχηγό και ηγέτη

   ο αντόρνο στη μελέτη του για τήν «αυταρχική προσωπικότητα» (που εκπονήθηκε στα χρόνια τής αυτοεξορίας στην αμερική (όπου όλη η παρέα τής σχολής κατέφυγε γλιτώνοντας εγκαίρως από τά κρεματόρια (όλη η παρέα πλήν μπένγιαμιν)) έρευνα που διεξήγαγε με παραδειγματικώς επιστημονικά κριτήρια μια ομάδα φοιτητών υπό τήν εποπτεία του) διαπίστωσε ότι «κλίση προς τόν αυταρχισμό και τή συμβατική συμπεριφορά (που εκ παραλλήλου τόν συνοδεύει) έχουν, παραδόξως όπως φαίνεται εκ πρώτης όψεως, τά αγόρια που είναι επιθετικά, ατίθασα, ανυπάκουα και άτακτα στο σχολείο» – δεν είναι όμως να σού κάνει τελικά εντύπωση : ένα παιδί με τήν ψυχολογία τού κάφκα που, από τήν εποχή ακόμα πριν τό σχολείο, στρέφεται προς τά μέσα και (παράλληλα με τίς μικροσκανταλιές που κάνει) μελετάει με ήρεμον έρωτα και περιέργεια στοχαστικά τόν εαυτό του – μού φαίνεται ότι διαθέτει εντελώς φυσιολογικά τά εχέγγυα για να αναπτύξει κείνη τήν αναρχική συνείδηση που θα καταστήσει αργότερα τό έργο του μοναδικό – συμφωνώντας με ό,τι θα χαρακτήριζε πια και τόν ίδιο ως ενήλικα

   τό παιδί–τραμπούκος όμως έχει έναν μόνιμο φόβο συνοδευόμενον (και πυροδοτούμενον) από μειωμένες αντιστάσεις απέναντι σε κάθε είδους κυριαρχία και επιβολή : φοβάται πάνω απ’ όλα μονίμως μην ανακαλυφτεί πόσο φοβάται τήν οικογένεια που μισεί : και γι’ αυτό τήν μιμείται. Αντίθετα δηλαδή με τό παιδί που επιμένει στον εαυτό του και αναγνωρίζει ελεύθερα τούς φόβους του, πράγμα που είναι ακριβώς τό πρώτο βήμα για να πατήσει πάνω τους και να βρεθεί έτσι ψηλότερα (που θα ’λεγε κι ο χαίλντερλιν – άλλος γερμανόφωνος αυτός, και προϊόν εξίσου αυταρχικής οικογένειας, αν και στην περίπτωσή του ο δήμιος ήταν η μητέρα (όπως και τού ρεμπώ)) :

   ο τραγουδιστής σαββόπουλος στη συνέντευξη (03.00΄ – 03.54΄) που έβλεπα μού έκανε εντύπωση ότι είπε κάτι πολύ σωστό : έκανε δηλαδή τή διάκριση ανάμεσα σ’ αυτούς που φοβώνται (κατά καιρούς διάφορα πράγματα, όπως όλοι μας) και σέ κάποιους άλλους (που παρατήρησε στον στρατό ίσως, αν θυμάμαι καλά) οι οποίοι ήταν ολόκληροι μονίμως ένας φόβος : ο φόβος τούς είχε καταπιεί, τούς είχε σκεπάσει και είχε κυριαρχήσει πάνω τους ολόκληρος : ε, αυτό είναι μια καλή περιγραφή για να καταλάβεις αυτόν που (αυτο)χαρακτηρίζεται ανενδοίαστα ως ρατσιστής – δηλαδή εθνικιστής : καταρχάς η απόλυτη εμπιστοσύνη του στις λέξεις (από μια άποψη δηλαδή η εμπιστοσύνη και καταφυγή προς τήν κοινά αποδεκτή τυπική πραγματικότητα) είναι η τέλεια μάσκα – κι  αυτός ο εναγκαλισμός τού κοινά αποδεκτού λόγου κρύβει ακριβώς τόν απόλυτο τρόμο προς τήν κοινά αποδεκτή καταπίεση που τόν έχει καβαλλικέψει :

   λογικά λοιπόν, αυτό που χαρακτηρίζει στη συνέχεια τήν ψυχοσύνθεση τού ρατσιστή είναι η απόλυτη κι απαρασάλευτη βεβαιότητά του ότι βρίσκεται διαρκώς και εν δικαίω και εν αμύνη : δεν αμφιβάλλει ότι τού επιτίθενται από παντού, συνεπώς οποιαδήποτε δική του πράξη είναι μονίμως και αδιαμφισβήτητα μια πράξη αυτοάμυνας. Μ’ αυτή τήν έννοια δεν είναι απλώς έλλειψη φαντασίας η αδυναμία του να μπει στη θέση τού άλλου αλλά στην κυριολεξία πράξη μιας «αυτοσυντήρησης τής τελευταίας στιγμής» – εξού και οι λογικές αντιφάσεις στις οποίες πέφτει χωρίς καν να τίς καταλαβαίνει : προσέξτε (στη συνέντευξη) τήν ανυπόκριτη κοροϊδία προς τούς ειρηνιστές με τά κουδούνια στα πόδια («για να μην πατήσουν κανένα μυρμήγκι» : εδώ ακριβώς εύκολα θα ’βλεπε κανείς τήν επιτακτική ανάγκη τους να αρνηθούν πως έχουν ζήσει οι ίδιοι τήν πραγματικότητα τού μυρμηγκιού), τόν θαυμασμό – ανυπόκριτο αυτόν – προς τόν στρατό και κάθε τί στρατιωτικό, κι από τήν άλλη τό αθώο ύφος καλοκάγαθου μέσου και λογικού ανθρώπου, που εξοργίζεται όταν από μια πράξη αντίστασης εναντίον ενός δικτατορικού καθεστώτος («μια βόμβα στο άγαλμα τού τρούμαν») «σκοτώθηκε και ένα κοριτσάκι» : τήν ίδια στιγμή βεβαίως αδιαφορεί πλήρως για τούς βασανιζόμενους και δολοφονούμενους από τό ίδιο καθεστώς. Αντίθετα βέβαια με τήν στιγμιαία του αλληλεγγύη προς τό γυναικείο φύλο (αλληλεγγύη που άλλωστε φροντίζει ο ίδιος αμέσως να μετριάσει προσθέτοντας «και ένας αστυνομικός» : «εκείνη τή μέρα σκοτώθηκε εξαιτίας τής βόμβας μια κοπέλα κι ένας αστυνομικός» * ) και αδιαφορώντας μέσα στην ίδια πρόταση για τούς δολοφονημένους από τήν ίδια τή δικτατορία, εκλαμβάνει ακριβώς εκ τών προτέρων τούς δεύτερους ως (δικούς του) εχθρούς, απέναντι στους οποίους η δολοφονία και τά βασανιστήρια αποτελούν μορφή (δικιάς του) «αυτοάμυνας» : θα μπορούσε να πει κανείς ότι τό βασικό χαρακτηριστικό απ’ τό οποίο συνίσταται η σκέψη του είναι η απόλυτη έλλειψη αμοιβαιότητας – αυτή η έλλειψη επιστροφής ήχου από τή συνολική κοινωνία – η απόλυτη αποκοπή του από τό περιβάλλον : αποκοπή που συνοδεύει λογικά τόν ευνουχισμό αισθημάτων μυαλού και σώματος

    ακριβώς η ψυχολογία του τελικά προδίνει αυτή τή βαθύτερη απόρριψη τής ίδιας τής ιδέας τού έρωτα ως συστατικό τού κόσμου : η ίδια η ιδέα τής «καθαρότητας» και τού «μη αναμεμειγμένου αίματος» υποκρύπτει μίσος απέχθεια και αηδία προς τήν ίδια τήν ιδέα οποιασδήποτε συνύπαρξης, συνουσίας, επιμειξίας, φυσιολογικού ή φαντασμαγορικού συνδυασμού ή αγγίγματος – κόσμων, φυλών, φύλων, σωμάτων : υποκρύπτει τήν ίδια τήν άρνηση τής ζωής, η οποία μόνιμα στον εθνικισμό μεταμφιέζεται σε «οπαδό τής αρχέγονης φύσης» : όπου με τούς όρους «αρχέγονος» και «φύση» επικαλείται ο υπάρχων πολιτισμός μέσα από μια μόνιμη αντιστροφή ακριβώς τόν εαυτό του : πως ο «φυσικός άνθρωπος» δηλαδή είναι όχι ερωτικός αλλά βίαιος και δολοφονικός – μ’ αυτό επιτυγχάνεται ένα είδος αδέξιου αλλά επιτήδειου καθαγιασμού τού ίδιου αυτού πολιτισμού ως διαρκούς και αναγκαίου φόνου – : πολέμου που μάς επαναφέρει απλώς «στις πρώτες πηγές». Ο ρατσιστής μέσω τής λατρείας τού στρατού – δηλαδή τής νομιμότητας τών φόνων – έχει ιεροποιήσει τήν απόλυτη εσωτερική του ανικανότητα. Στην πραγματικότητα, και επειδή πρέπει να κρατήσει και τά προσχήματα ότι μετέχει τής γενικής κανονικής ζωής τών άλλων, η πράξη τού έρωτα για τόν ίδιον έχει μετατραπεί σε ψυχρό είδος τιμωρίας προς κατώτερα είδη – μια καλυμένη ή ακάλυπτη μορφή βιασμού αρκεί και με τό παραπάνω, η χρησιμότητά της είναι απλώς να τόν πείσει ότι ανήκει στο είδος που κυριαρχεί και δεν κυριαρχείται : καταπιέζει και δεν καταπιέζεται : πιστεύω ότι από εκεί (πέρα από τόν ενγένει κομφορμισμό του) κατάγεται και η τρομώδης του απέχθεια προς τήν αντρική ομοφυλοφιλία : είναι δυνατόν ο «από πάνω» να πάρει οικειοθελώς τή θέση τού «από κάτω»; (αυτό, μολονότι είναι γενικώς παραδεκτή η υπόγεια ομοφυλοφιλία που διατρέχει τίς λογικές τής στρατιωτικής ζωής – αλλά πρόκειται για μια «διαστροφή» (που συμπεριλαμβάνει εξάλλου φυσιολογικά έναν κακοκρυμμένο ή και ρητό μισογυνισμό) η οποία αφενός μεν πρέπει να παραμείνει εξιδανικευμένη, «πλατωνική», και αν αφετέρου περάσει στον χώρο τής όντως σωματικής «πραγματικότητας» δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να γίνει «έξω» γνωστή)

   αυτοί είναι λίγοι από τούς λόγους τής σχιζοφρένειας τού ρατσιστή να θεωρεί τόν εαυτό του μονίμως απειλούμενο και από παντού, και να πιστεύει ότι είναι διαρκώς δικαίως αμυνόμενος – έτσι που η οποιοαδήποτε άμυνα (ή αυτοάμυνα) τών άλλων να μετατρέπεται αυτομάτως σε κακοήθη επίθεση εναντίον του

   μην πιστέψουμε αφελώς ότι είναι αφελής : η ηλιθιότητά του είναι καλά καταχωνιασμένη και, επί τής επιφανείας, διαθέτει πολύπλοκα και σχεδόν ευφυή συστήματα αυτοπροστασίας – και κάποτε κάποιο είδος γνώσεων που παρουσιάζονται στους αφοσιωμένους του οπαδούς ως δείγματα περίπου σοφίας : να μη ζητάμε όμως και πολλά από τέτοιες ομάδες : ο αρχηγός αγαπάει τήν ποίηση – ο αρχηγός έχει διαβάσει και ποιήματα – : η απόλυτη πειθαρχία που αυτονόητα κυριαρχεί σε τέτοιες συνάξεις σαν τό πιο λογικά αντεστραμμένο υποκατάστατο τής άναρχης ερωτικής πράξης (και γι’ αυτό στην κυριολεξία ειλικρινά δεν καταλαβαίνουν πώς μπορεί εσύ κι εγώ να μην εννοούμε τήν ομορφιά και τήν ιερότητα αυτού τού τελετουργικού), οι απότομες δηλαδή και σπασμωδικές κινήσεις μιας πειθήνιας υποταγής ανακαλούν, από μακριά κι από τήν ανάποδη, τήν ξεχασμένη τελετουργία τής απόλυτης ελευθερίας τού έρωτα : η πειθαρχία όμως αυτή δεν τούς επιβάλλει να διαβάζουν οι ίδιοι τήν ποίηση : αρκεί που ο αρχηγός ξέρει

   πολύ λυπήθηκα όμως τήν ανεπάρκεια τού δημοσιογράφου θεοδωράκη που άφησε αυτό τό διαμάντι να πέσει κάτω και δεν τό μάζεψε : «είμαι πάντα με τούς χαμένους και τούς ντεσπεράντος τής ιστορίας» «τολμώ να πω, αν και δεν είναι και τόσο συναφές (…), ότι μέ γοητεύουν οι κολασμένοι ποιητές και συμβολιστές τού 19ου αιώνος – γενικά πιστεύω ότι η ζωή είναι μια ποίηση – κι ότι πρέπει να τή φτάνουμε στα άκρα – μόνο έτσι έχει σημασία» (« – πόσο στα άκρα όμως;» – «όσο πάει»)

.

.

   η αθώα πάντως αυτή πρόταση περί ποίησης (όσο και η ίδια η στιγμή τής συνέντευξης) είχε ένα επίσης, πολύ γενικότερο, ενδιαφέρον : μια που ανέφερα τόν αντόρνο πιο πάνω, ας συνεχίσω για λίγο, και τελειώνοντας, μ’ αυτόν : αν θυμάστε κάποιες αισθητικές απόψεις τού σκοτεινού γερμανού φιλοσόφου, θα ’σαστε τόσο σίγουροι όσο κι εγώ ότι πάνω σ’ εκείνο τό «ακραίο» που ξεστόμισε ο ανωτέρω φασίστας, ο theodor wiesengrund adorno κυριολεκτικά θα κεντούσε – εγώ τώρα απλώς αναλογίζομαι :

   η κτηνωδία τού σύγχρονου χιτλερίσκου βρίσκει εύκολα διέξοδο στην μικροψυχία τής απλής αριθμητικής : τό πράγμα αλλάζει αν δεν ήτανε έξι εκατομμύρια που θανατώθηκαν στα κρεματόρια, αλλά πέντε ή τρία. Και ο παντεπόπτης θετικισμός μπορεί να επεκτείνεται με τήν τεμαχιστική του λογική στο συναίσθημα, που έχει επομένως τό δικαίωμα να αγγίζει τά πάντα, λες και τό χέρι που στραγγαλίζει τόν κόσμο μπορεί να παραμένει μέρος ενός σώματος εξίσου αθώου με τήν ίδια τή φύση απ’ τήν οποία έλκει τήν μακρινή του καταγωγή : Τό ίδιο τό χέρι τού χίτλερ είναι σε θέση να ζωγραφίζει, όπως τό μάτι τού χρυσαυγίτη να διαβάζει ένα ποίημα

   η φράση τού αντόρνο ότι «μετά τό άουσβιτς τό να γράφεται ποίηση αποτελεί βαρβαρότητα» δεν σήμανε μόνο αυτό που έλεγε (και που δεν ήταν και τόσο τραγικό, για να ξεσηκώσει τέτοια συζήτηση : από μια άποψη, αυτό που είπε είναι και κυριολεκτικά αλήθεια, παρ’ όλο που ο ίδιος αργότερα τό εξήγησε – αν και είναι ζήτημα αν τό εξήγησε επί τό ηπιότερο ή τό ακόμα σκληρότερο) – στην πραγματικότητα, ο αφορισμός αυτός σημαίνει κάτι που όντως ισχύει και σήμερα ότι δηλαδή «μετά τό άουσβιτς καμιά ποίηση δεν γράφεται (είτε αναφέρεται σ’ αυτό είτε όχι) σαν τό άουσβιτς να μην υπήρξε» : Αισθάνεται όμως κανείς τήν ανάγκη να τό επιτείνει, τέτοιες μέρες, και να τό υπερβεί ή να τό υπερβάλει ακόμα και ώς τό «μετά τό άουσβιτς και η ίδια η ανάγνωση τής ποίησης αποτελεί μιας μορφής βαρβαρότητα». Γιατί η τέχνη δεν αυτονομείται μόνο έναντι τού δημιουργού της. Αυτονομείται σε τέτοιο βαθμό απέναντι στην ίδια της τήν ελευθερία ώστε μέσα στις συνθήκες τής υπάρχουσας ανελευθερίας να εκπραγματίζεται τραγικά με τή σειρά της, ως εμπόρευμα ακόμα και προεκλογικό,  και να δίνει τό δικαίωμα στον αστό να πιστεύει ότι τόν «εκφράζει» αυτό ακριβώς που τόν ανατρέπει και τόν εκμηδενίζει

.

.

.

* σημειώσεις και σύνδεσμοι :

«μπουμπουλίνας 18» | «η ταράτσα τής μπουμπουλίνας» | «ανθρωποφύλακες» | αντόρνο, η ποίηση μετά τό άουσβιτς (πολύ καλή ανάλυση από τόν mindful pleasures) | αντόρνο (κ.ά) : για τήν «αυταρχική προσωπικότητα», μετάφραση (τή βρήκα τώρα ψάχνοντας, δεν τήν έχω διαβάσει (γενικά τό βιβλίο στην αρχική του μορφή είναι δυσεύρετο, κυκλοφορεί μια έκδοση συμπτυγμένη)) | μαρκούζε : «εξουσία και οικογένεια» στα ελληνικά | κάφκα, «γράμμα στον πατέρα» στα ελληνικά

για τή «βόμβα τρούμαν» (μάϊος 1971) : «14/5 : έκρηξη βόμβας στο άγαλμα τρούμαν, σκοτώνεται ο αστυφύλακας αθ. κωνστάντακας» | για τό φοιτητικό κίνημα τής δικτατορίας, συνοπτικά ημερολογιακά και περιληπτικά : βόμβες που μπήκαν, βασανιστήρια, δίκες παράνομων οργανώσεων, καταδίκες σε θάνατο κλπ | ο ιός : «η γνωστή άγνωστη αντίσταση στη χούντα» / ελευθεροτυπία 1997 | μάϊος 1971 : «έκρηξη βόμβας στο άγαλμα τρούμαν, σκοτώνεται ο αστυφύλακας αθ. κωνστάντακας, ο οποίος πλησίασε τή βόμβα κατά τήν ώρα που η αστυνομία περίμενε τούς πυροτεχνουργούς (14/5)»

τηλεόραση «πρωταγωνιστές» : για τήν ποίηση και τά «άκρα» (από 2.19΄) | για τούς θάλαμους αερίων

. 

.

.

.

.

.

Οκτώβριος 31, 2010

αύξηση χρόνων και οκτωβριανή επαρχία

 

 

  

   

από ένα παλιό χρονικό*

 

   είχα πολλά χρόνια να κάνω στην επαρχία. Τό περίμενα όμως σχεδόν ότι θα μού συμβεί φέτος, γιατί φεύγοντας τόσο αργά για διακοπές δεν βρίσκεσαι πια σε νησί (τό νησί είναι «νησί» στην τουριστική περίοδο : τότε γίνεται αυτό που όλοι μας μάθαμε να ζούμε ως «τουριστικό νησί» : κάτι άλλο απ’ αυτό που ζουν δηλαδή οι ντόπιοι τόν υπόλοιπο χρόνο, και κάτι απ’ τό οποίο μολονότι πλουτίζουν – και πλουτίζουν πολύ καλά – φροντίζουν να αντιμετωπίζουν μόνο με αντιπάθεια : ούτε τίς κόρες τους δεν αφήνουν οι περισσότεροι να πάνε στα μπαρ που διασκεδάζουμε, και οι ίδιοι περιφρονούν  βαθύτατα και με πείσμα τή ζωή που κάνουμε και που τούς επιβάλλεται αναγκαστικά για δυο μήνες, αποτελώντας έτσι τήν πηγή τού ξαφνικού και ουρανοκατέβατου πλουτισμού τους : τά ήξερα καλά αυτά από άλλα χρόνια, γιατί όσο κι αν ζω σαν τουρίστρια (ακόμα κι αν έλειπε η επαγγελματική δηλαδή περιέργεια) μόνο και λόγω τής κοινής γλώσσας δεν θα μού ξέφευγαν τόσο τά λόγια όσο και τά αισθήματα με τά οποία ψιθυριστά αλλά λυσσαλέα μάς περιλούζουν – ένα μέρος τής σχιζοφρένειας τού νεοελληνικού τοπίου οφείλεται πιστεύω στο ότι η ευημερία του προέρχεται ακριβώς από μια ηθική τήν οποία δεν καταλαβαίνει, και επιπλέον μισεί : (ο φετινός σπιτονοικοκύρης μου, ένας άνθρωπος απροσδόκητα ήρεμος και ιδιαίτερα ευφυής, αν και απόλυτα ντόπιος και λαϊκός, μού τό είπε απλά : ετούτοι εδώ δεν ήμαθαν τίποτα ούτε από τά καλά τών ξένων))

   μέσα λοιπόν στις οκτωβριανές μουντάδες και λιακάδες και μπόρες, ανάμεσα στα (σχεδόν) χειμερινά μπάνια και τή δουλειά που είχα πάρει μαζί μου να κάνω, είχα τήν ευκαιρία στα ελάχιστα μπαρ και καφενεία που ήταν ακόμα ανοιχτά να τούς ξαναβρώ και να τούς ακούσω τώρα (ξανά) καλύτερα : Μιλάω για τούς ενήλικους και ώριμους έλληνες άντρες τής επαρχίας :

   μού έκαναν στην αρχή εντύπωση οι φωνές τους : (τίς είχα ξεχάσει, δεν τίς είχα προσέξει άλλοτε έτσι, ή έχουν όντως αλλάξει από τήν εποχή που ταξίδευα στην ηπειρωτική ελλάδα ; ) Πώς μιλάει έτσι ο κορμός τού έθνους ; Πώς γκαρίζουν έτσι δηλαδή οι έλληνες άντρες (σαν να είναι ακόμα κτηνοτρόφοι και φωνάζουν απ’ τή μια ράχη στην άλλη βόσκοντας γίδες – η αλήθεια είναι ότι αυτή ήταν η δουλειά τους πριν γίνουνε ξενοδόχοι και μάθουνε τηλεοπτικά ιδιώματα (μού είπε κάποιος για έναν πρώην βοσκό που ακούστηκε στην αρχή τής σαιζόν να φωνάζει στο κινητό «μού τρως τόν χρόνο κυρία μου 85 ευρώ σού είπα»)) και πώς δείχνουν επιπλέον τά δόντια τους σαν κάποιον συνεχώς να απειλούνε (μάλλον κάποια) (είχα τήν ανατριχιαστική εντύπωση ότι απειλούν εμένα υπογείως) και τί άσχημα που γελάνε! Ποιος ξέρει γιατί είναι τόσο αγριεμένοι και έξαλλοι τήν ώρα που υποτίθεται ότι ξεκουράζονται διασκεδάζουν και πίνουν καφέ ; Ή εγώ έχω αλλάξει ή η ελληνική φωνή έχει υποστεί πάντως μια μετάλλαξη επί τό απολύτως χειρότερο στις περιοχές τών απολύτως ιθαγενών ομιλητών που λέει κι ο chomsky – γιατί όταν παλιότερα ταξίδευα σε χωριά τής ηπειρωτικής ελλάδας δεν είχα προσέξει τέτοια ποιότητα ναζιστικών ντεσιμπέλ σαν αυτή με τήν οποία  αντηχούσε τώρα τό ήθος και τό ηχόχρωμα τών φωνών τού έλληνα λεβέντη στο καφενείο και μέσα στ’ αυτιά μου :

   ακόμα και τό γέλιο του έχει δηλαδή (δεν ήταν η ιδέα μου, να τό πιστέψετε) εκφοβιστικές και τρομοκρατικές αποχρώσεις, καμουφλαρισμένες πίσω από  μια ενοχική αμφίεση πολυλογίας : Αυτός ο άνθρωπος μιλάει συνέχεια για τόν εαυτό του και δεν ακούει κανέναν, ούτε καν τούς όμοιούς του, πόσο μάλλον τούς άλλους (τίς άλλες) : είναι σαφές εξάλλου ότι πιστεύει πως οι γυναίκες φτιαχτήκανε για να τόν ακούνε : έχετε δει μάγκα που έχει κάτσει ποτέ ν’ ακούσει πάνω από πέντε λεπτά γυναίκα να μιλάει ; και δυσανασχετεί, και ξαναπαίρνει τόν λόγο ανυπόμονα, και συνεχίζει για τρίωρο : αυτός, τό δικαιούται :

   Και τί είπα εγώ τότε ; Ξέρεις τί είπα εγώ τότε ;

   Έχω πάει, τόν έχω βρει, τού έχω πει.

   Έχω παίξει, έχω κλωτσήσει, τόν έχω βρίσει. Τόν γάμησα.

   Αυτός εγώ τόν παραδέχομαι. Δεμένη οικογένεια. Όλα για τήν οικογένεια. Στην εκκλησία όλοι μαζί πάνε. Μού έκανε τό τραπέζι. Να δεις ένα σπίτι.

   Εγώ, ξέρεις τί ποδόσφαιρο έπαιζα ; Έχω πάει, έχω παίξει, θα έπαιζα, δεν έπαιξα. Μπήκε στη μέση ο πατέρας μου ρε πούστη.

   Να σού φέρω εγώ δυο γκόμενες να τίς βάλω υποψήφιες άμα θέλω.

   Δεν μπορείς να βάλεις γκόμενα άμα δεν είναι κάτοικος.

   Σού λέω μπορώ. Δεν μπορείς. Μπορώ. Να πάρω τηλέφωνο, πάει στοίχημα ; Πάρε. Άντε ρε που θα βάλεις γκόμενα.

   Εγώ η γυναίκα μου είναι τόσω χρονώ, μού λέει «αύριο πρέπει να ψωνίσω, θέλω λεφτά, τά παιδιά τό σχολείο» κάνω ότι δεν ακούω τήν αφήνω όλη νύχτα στην αγωνία και τό πρωί τής λέω «πάρε απ’ τήν αριστερή μου τσέπη» θέλει και λίγο χιούμορ ο γάμος.

   Να διατηρείται τό ενδιαφέρον.

    Εγώ νιόπαντρος ήμουνα, τρεις μέρες που είχα παντρευτεί, και μπαίνω στο γήπεδο και βάζω γκολ φωνάζανε Πούστη γαμώ τή μάνα σου, και πάω στην κερκίδα, έτσι, σκύβω και τούς λέω Τώρα παντρεύτηκα έχω γυναίκα να βρίζετε, τέρμα τό γαμώ τή μάνα σου.

   Έλα, πού ’σαι, να μού κατεβάσεις από τό ιντερνέτ αυτά τά τραγουδάκια αύριο.

   θα ’θελα να μπορούσα να γίνω αόρατη και να δω αν η μαλακία αλλάζει μορφή, και πώς, όταν είναι μόνοι οι άντρες μεταξύ τους.

   τά νέα αγόρια τού χωριού (δουλεύουν νομίζω στις δουλειές τών πατεράδων τους τά περισσότερα) κάνουν πάντως τίς φωνές τους επιδεικτικά διαφορετικές : έχουν επιμόνως χαμηλή φωνή, και μιλάνε όπως τά άλλα παιδιά στην αθήνα. Πολύ καλό σημάδι αυτό, πιθανόν να εκτελούνται κάποιες πατροκτονίες παρήγορες (με τήν ψυχαναλυτική έννοια αυτό) οι οποίες δεν συντελούνται καν στην αθήνα υποθέτω, με τέτοια συχνότητα. Ευγενικές είναι και οι φιγούρες τών αλβανών : μια φορά ένα βράδυ τά είπα λίγο on the rocks (μετά πάγου αλλά ήπια, όπως άλλωστε μιλάω πάντα εγώ) σε έναν στο μπαρ που έλεγε στην αρχή καμαρωτά κάτι χιτλερικά για τούς μετανάστες, με τό ύφος τού ανθρώπου που λέει αλήθειες γνωστές και σε γνωστό του ακροατήριο – κάτι αηδιαστικές αρλούμπες τού είδους «έχει μαυρίσει η αθήνα» και η συζήτηση έγινε πολύ ωραία, γιατί δεν κατάλαβα στην αρχή τί εννοούσε, νόμιζα πως εννοούσε απ’ τό νέφος, αυτός όμως γρήγορα έφυγε (σαν κουρασμένος μού φάνηκε) – πάντως τήν επομένη όλοι οι ντόπιοι τής ηλικίας του δεν μέ έβλεπαν και δεν μέ χαιρέταγαν, ενώ τά μάτια μερικών απ’ τά συνεσταλμένα αγόρια (που δουλεύουν εδώ κι εκεί εργάτες) είχαν αναμφίβολα γλυκάνει. (Τόσο γρήγορα ταξιδεύουν τά νέα λοιπόν στο χωριό ; ) (Νά λοιπόν με τί ασχολούνται οι άντρες όταν είναι μεταξύ τους : Ξέρεις τί είπε αυτή ; Αυτή εκεί ξέρεις τί είπε ; Και γιατί δεν τής είπες – Εγώ θα τής έλεγα – Α ρε μαλάκα, τήν άφησες χωρίς να τής πεις – Άς τή μαλακισμένη – Όχι ρε, έπρεπε να τής τό πει ο μαλάκας – Εγώ ξέρεις τί θα τής έλεγα ; )

   αποθαρρυντικό είναι τό τηλεοπτικό ύφος πρόσωπο στήσιμο και η ομιλία τών κοριτσιών : σαν να θέλουν να δείξουν με πείσμα ότι η φιλοδοξία τους είναι να ζήσουν και να πουν ό,τι βλέπουν κι ακούνε : και να κερδίσουνε τήν καρδιά και τά κτήματα κάποιου απ’ αυτούς τούς ντόπιους – οι οποίοι έτσι κι αλλιώς αν δεν δουν τέτοιο στήσιμο πρόσωπο κι ύφος και ομιλία δεν δίνουν ούτε καρδιά ούτε κτήματα (αν δεν παντρευτείς τήν γκόμενα που μοιάζει με τήν τηλεόραση, ποια θα παντρευτείς, καμιά πουτάνα που να μοιάζει σαν αυτή τής αθήνας ; ). Ξέρω βέβαια, και εκ πείρας και από διαίσθηση (και για λόγους αρχών) ότι πρέπει να υπάρχουν και κορίτσια που μισούν αυτή τήν αποβλάκωση και φιλοδοξούν να τής ξεφύγουν αλλά δεν κυκλοφορούν στους δρόμους τέτοια ώρα μάλιστα – και πιθανώς μπορεί ακόμα δεν αποκλείεται και να διαβάζουν τίποτα – ή να σκέφτονται μόνα τους : δεν τά βλέπεις πάντως στον δρόμο τέτοια ώρα κιόλας, ώσπου νά ’ρθει η ώρα να τά δεις μέσα ή έξω (από καμιά συναυλία ή κάνα πανεπιστήμιο) και να τρίβεις τά μάτια σου

   μεγάλη παρηγοριά είναι ο σπιτονοικοκύρης μου, τό ξανάπα υποθέτω : με τό που τού είπα «Να σού δώσω ταυτότητα ; »

   μού απάντησε με τό πιο μάγκικο ύφος :

   «Γιατί, σκοπεύεις να τήν κάνεις ; »

   εγώ δεν τήν έχω κάνει σε τρισχειρότερους, σε σένα θα τήν κάνω που είσαι μια χαρά, ψέλλισα. Πέρασαν με τή σειρά αυτόματα από τό μυαλό μου όλοι οι ένδοξοι δωματιάρχες και ξενοδόχοι που ’χουνε παρελάσει στην ώς τώρα καλοκαιρινή μου ζωή : όλα τά χρόνια που ταξίδευα με παρέα και στο ίδιο πάντα (άλλο) νησί, είχαμε τήν ευφυή κακεντρέχεια να δίνουμε μονίμως κάθε χρόνο τήν ταυτότητα τού ίδιου, ώστε να μένουν όλοι όλα τά χρόνια με τή διαρκή απορία για τήν ηλικία τού άλλου :

   τό θέμα τής ηλικίας είναι τό μόνιμο ενδιαφέρον τών κουτσομπολιών, – τό θέμα τής ηλικίας, και τού πώς και με ποιον τό κάνει ο καθένας : «Πώς τόν παίρνει» κατά τό προσφυώς λεγόμενον : εννοείται ότι πάντα ο πρωταγωνιστής είναι πούτσος και πάντα κάπου μπαίνει – γαμάει και δέρνει – δεν νοείται άλλου είδους έρωτας για τήν επαρχία τού πλανήτη :

   βέβαια, τό βλακώδες κλισέ έχει χρωματίσει και τήν ψυχανάλυση : ο ιδρυτής της τέλος πάντων δικαιολογείται λόγω τής καθυστέρησης τών χρόνων που έζησε – ούτε οι γυναίκες δεν τολμήσαν να τού βάλουνε πάγο – αλλά απορεί κανείς, κρατάνε όλα τόσο γερά ώς σήμερα ; Αν μάς βλέπει κανένας αρειανός θα κάνει τόν σταυρό του.

   με τό «κανένας αρειανός» θυμήθηκα τήν άλλη μαλακία τής εποχής (γλωσσολογική αυτή) να έχουμε καταργήσει (εδώ και πέντε χρόνια περίπου διά ροπάλου) τήν ωραιότατη ελληνική υπερ-άρνηση : Να πάρουμε κάνα φίλο, να πάμε πουθενά, να φάμε τίποτα :

   ακόμα δεν έχω συμφιλιωθεί εγώ πάντως μ’ αυτήν τήν τηλεορασόπληκτη καθωσπρέπει θετικότητα : Θέλετε κάτι ; Είπατε κάτι ; Όχι ρε, δεν είπα απολύτως τίποτα, δεν λέω γενικά απολύτως τίποτα : Να τό κάνουμε κι αυτό «δεν λέω γενικά απολύτως κάτι» ;

   αλλά γέλασα πολύ (από μέσα μου) με τό πώς τήν πάτησαν οι κυριούληδες πού’κατσαν να φάνε δίπλα : αφού είπαν τίς μαλακίες τους δίνοντας τήν παραγγελία, πρόσθεσαν βιαστικά Φέρτε και καμιά πατατίτσα, στο τέλος.

   περιμένω βέβαια τή μέρα που οι ασώματες κεφαλές στην τηλεόραση θα τό  κάνουν Φέρτε και κάποια πατατίτσα. Αμήν και πότε.

   έχω παρατηρήσει πάντως (στον εαυτό μου) πως όταν γίνει κάτι πολύ τής μόδας ασκεί μια τέτοια τρομοκρατία και πάνω μου που αρχίζω να τό υιοθετώ κι εγώ, υπό όρους έστω και διά τής βίας : Λέγοντας όμως τώρα «θες να σού φέρω κάτι ρε παιδί μου να συνέλθης ; » εκεί που θα ’λεγα «θες να σού φέρω τίποτα ; έχεις ανάγκη από τίποτα ; » αρχίζω να παρατηρώ μια διαφορά : Έχουν δημιουργηθεί αποχρώσεις που δεν υπήρχαν πριν, λες και η ίδια η νέα έκφραση γίνεται από μόνη της καλλιτεχνική στη συνέχεια, σε πείσμα τής βλακείας που τήν καθιέρωσε : Είναι άλλο (πια) τό «θες κάτι να σού φέρω ; » από τό «θες να σού φέρω τίποτα ; » Λες και στην πρώτη περίπτωση φοβόμαστε ότι θα τόν πληγώσουμε πολύ τόν άλλον αν τού μιλήσουμε απότομα.

   (Τό «δεν θέλω όμως απολύτως τίποτα» δεν μπορεί να μετατραπεί. Τό αντίστοιχο είναι αυτό τό άοσμο «εγώ δεν θέλω κάτι» που μυρίζει αποπνικτικά τηλεόραση.) 

   οι ελάχιστοι τουρίστες περπατάμε λοιπόν πάνω–κάτω σαν ξεκούρδιστες (και άδικες) κατάρες, τρώμε και πίνουμε στα ελάχιστα μαγαζιά που ’χουν μείνει ανοιχτά, κάνουμε μπάνιο στις απόμακρες παραλίες για να ’χουμε τήν ησυχία μας, και οι ντόπιοι μάς κοιτάν με τά κιάλια με τήν ησυχία τους κι αυτοί. (Η μόδα τού μπανιστηριού με τά κιάλια είναι παλιά – τήν ήξερα κι απ’ τά ηπειρωτικά παραθαλάσσια χωριά. Δικαιολογείται απ’ τό ότι σ’ αυτά τά μέρη όλοι λίγο–πολύ είναι ναυτικοί και τά κιάλια είναι μέρος τής οικοσκευής τους. Τά χρησιμοποιούνε τώρα όλοι στην ξηρά για να βλέπουν γυμνούς κώλους και βυζιά – θα ’θελα να μπορούσα ν’ ακούσω και τά σχόλια όμως –)

   όσο πιο μεγάλης ηλικίας είναι αυτοί οι ντόπιοι πάντως τόσο πιο πολύ βγαίνει απ’ τά μάτια τους μια ευγένεια και μια καλοσύνη (και κάποτε και μια ομορφιά) προ–τουριστικής περιόδου : μού θυμίζει τήν αρχοντιά ανθρώπων που είναι κύριοι στον τόπο τους και χαιρετούν απλώς τούς επισκέπτες (Τότε βέβαια οι επισκέπτες δεν τούς  γδυνόντουσαν). Εν πάση περιπτώσει η ευγένεια αυτή, έστω και ηθικολόγα, μού θυμίζει μια ελλάδα που αγαπούσα σα βλάκας κάποτε

   μόνο οι μεγάλης ηλικίας που τούς συναντάω τώρα στον δρόμο ή στο καφενείο όμως : (ο σπιτονοικοκύρης μου είναι μοναχικός δεν πάει στο καφενείο) (αυτός έχει να κάνει μόνο με τήν αύξηση τού χρόνου)  – μιλάνε λοιπόν όλοι, νεότεροι και γηραιότεροι, πολιτικά μια που επίκεινται εκλογές : τό νησί είναι ιδιαιτέρως ανάστατο λόγω τού κτήνους τού καλλικράτη (τό ξέρετε τό ανέκδοτο με τόν ικτίνο και τόν καλλικράτη να μην τό ξαναλέω) και εγώ τήν πατάω στην αρχή παίρνοντάς τους στα σοβαρά. Αργότερα καταλαβαίνω πως λένε ό,τι τούς κατεβαίνει και κυρίως ανάλογα με τό τί τούς βολεύει  τήν κάθε μέρα. (Όταν γνωρίζω καλύτερα κάποιους νεότερους και μού τά εξηγούνε, τά καταλαβαίνω κι εγώ. Είναι πάντως απίστευτη η ικανότητα τού χωριάτη να κοροϊδεύει, τό θέμα είναι τόσο παλιό που καταντάει κιτς ακόμα και να τό αναφέρεις – ο χοντρομπαλζάκ έχει κεντήσει επ’ αυτού (στους «χωριάτες» του. Δεν έχουν αλλάξει και πολλά, αν δεν τό ’χετε διαβάσει διαβάστε το))

   εν πάση περιπτώσει όλοι είναι απαισιόδοξοι στις προβλέψεις τους και όλοι μιλάνε καταρχήν σαν να ’ναι τής σταλινικής αριστεράς (μη–σταλινική αριστερά δύσκολα θα βρεις στην επαρχία) και μάλιστα ένας γεράκος είπε μια μέρα τό καταπληκτικό «ουΐ κι αλίμονό μας», που πολύ μού άρεσε. Και πάντως όλοι κοροϊδεύουνε τόν αριβισμό τών πολιτικάντηδων, «άμα έχεις 400 ψήφοι» λέει ο ένας, «και ποιος έχει τόσοι ψήφοι» λέει ο άλλος, «γιατί δεν έχουν αυτοί εξακόσοι ψήφοι ; » «και χίλιοι ψήφοι έχουνε» λέει ο παράλλος, και μένα μ’ άρεσε αυτή η ονομαστική, είχα καιρό να τήν ακούσω : (η αλήθεια είναι ότι στις βαθύτερες τάσεις τής γλώσσας η ονομαστική επικρατεί ραγδαία – ουσιαστικά η δημοτική δείχνει μια αυξανόμενη αντιπάθεια για όλες τίς (άλλες) πτώσεις –)

   ο σπιτονοικοκύρης μου είναι αυστηρός και φειδωλός στα πολιτικά (τούς ηξέρω εγώ αυτούς), και εξαιρετικός συνομιλητής στα υπόλοιπα : σ’ αυτόν ανήκει η τιμή για τήν επαναφορά τής αύξησης : στη μνήμη μου εννοώ : τής χρονικής αύξησης, η οποία λοιπόν μπαίνει παντού, και όχι μόνο στον παρατατικό αλλά και στον ενεστώτα, για να μην πω και στον μέλλοντα : Παράξενο φαινόμενο βέβαια, και στα βιαστικά πήγα να κρατήσω μερικές σημειώσεις πάνω στο ένα βιβλίο που είχα μαζί μου εκείνη τή στιγμή στην τσάντα μου (μια ιστορική αναδρομή για τήν πανούκλα στον μεσαίωνα – τό άλλο που κουβάλαγα στον σάκο ήτανε ένα παιδικό παραμύθι τού τεντ χιουζ, τού άντρα τής σύλβιας πλαθ) (παρενθετικά να πω ότι τά δικά μου βιβλία μ’ αρέσει να τά στραπατσάρω, να γράφω να σχεδιάζω και να ζωγραφίζω ακόμα πάνω τους, και γενικά όποιος τά ανοίξει έχει συνήθως τήν εντύπωση ότι έχουν γίνει όργια μαζί τους – και πολλές φορές έχουν γίνει πράγματι μαζί τους πράγματα που μοιάζουν με όργια – δυσπιστώ επομένως συνήθως προς τούς ανθρώπους που αντιμετωπίζουν τά βιβλία σαν ιερά σκεύη και τά θέλουν καθαρά και ανέγγιχτα (στα δικά μου, αν είναι πολύ αγαπημένα, μπορείς να καταλάβεις όχι μόνο τόν χρόνο που τά διάβαζα αλλά και σε ποιον χώρο τά διάβαζα, και αν ήτανε χειμώνας ή καλοκαίρι, κι αν ήμουνα καλοδιάθετη ή ευτυχισμένη), αλλά επειδή τίποτα δεν τού ξεφεύγει μέ ρώτησε αμέσως τί γράφω εκεί κι αν γράφω αυτά που λέει, και γω σταμάτησα γιατί φοβήθηκα μη χάσει και τό κέφι του (έχουν μια μάλλον δικαιολογημένη δυσπιστία προς όσους ηγράφουν τά λόγια τους) – κι έτσι δεν τά ’χω πια παρά μόνο συνοπτικά

   (η ζωντανή γλώσσα, όταν ένας τύπος τής παλιάς τής φαίνεται ισχυρός και πολύ επιβλητικός τόν σέβεται απολύτως, καταργώντας τον (αυτό συμβαίνει με τό κατέβασμα ας πούμε τού τόνου στη γενική, και γενικότερα με τήν γενική τής καθαρεύουσας : για παράδειγμα επειδή η γενική «τών ανθρώπων» ήταν πολύ ισχυρή, έγινε και η ονομαστική «οι ανθρώποι», καταργώντας έτσι ουσιαστικά και τόν λόγο τής διάκρισης – και επίσης, επειδή τό κατέβασμα τού τόνου σημαίνει «μόρφωση» τό βάζουμε πλέον και στα λάχανα : όχι μόνο τού μενιδίου και τού περιστερίου, αλλά και «τού αιγαλέου», και «ανεξαρτήτου φύλου»). Υποκύπτοντας (παρά–υποκύπτοντας) στον τύπο (στην περίπτωση μάλιστα τού «ανεξαρτήτως» που γίνεται «ανεξαρτήτου» έχουμε κι ένα δεύτερο φαινόμενο, τήν πλήρη εξαφάνιση πλέον τού επιρρήματος που φαίνεται είναι πιο ακατανόητο – ιδίως μετά τήν διά ροπάλου επικράτηση τών «δημοτικών» εις –α (άμεσα και κύρια) – μετατρέπεται λοιπόν τό επίρρημα σε επίθετο, κατανοητότερο : καθόλου δημοτικό, και συνεπώς τού δίνουμε και καταλαβαίνει : ανεξαρτήτου θέματος) : υποκύπτοντας επομένως ο ιθαγενής ομιλητής στη δύναμη τής καθαρευουσιάνικης γενικής αποδεικνύει επιμόνως, αν και ασυνειδήτως, ότι ο τύπος στη νεότερη γλώσσα έχει χάσει τελείως τό νόημά του : επιζεί ως απολίθωμα : πολύ σπουδαία εκδίκηση

   ίσως δεν υπάρχει όμως πιο έντονη εικονογράφηση αυτού τού πράγματος, απ’ τόν τρόπο με τόν οποίο «διατηρείται» η χρονική αύξηση (παραδιατηρείται δηλαδή, ακόμα κι εκεί που ούτε μπήκε ποτέ, ούτε θα έμπαινε ποτέ) : στο αστικό ιδίωμα έχουμε σημεία–σταθμούς, όπως τό περίφημο απηύδησα : που έχω απαυδήσει να τό ακούω, να τό ακούω δηλαδή ως «έχω απηυδήσει».)

   ο σπιτονοικοκύρης μου λοιπόν μού δίδαξε ένα γνήσιο χρονοαυξητικό ιδίωμα που πρώτη φορά τό άκουσα να είναι τόσο συνεπές – νομίζω – :

  αυτά τα ήρχομαι, ήμαθα, ήφερε, ήμαθε, και ηδιπλόφαε αστακό πού έπεφταν μαζί με άλλα πολλά σε ρυθμό πολυβόλου στο τραπέζι, έφτασαν στο τέλος να μού δίνουν τήν εντύπωση ότι δεν κοροϊδεύουν καν τήν αρχαιοπρεπή αύξηση αλλά εικονογραφούν απλώς μια ιδιωματική προφορά τού –ε ως –η (τό αντίθετο βέβαια συμβαίνει στ’ αρχαία όπου βεβαιωθήκαμε πια ότι τό –η προφερόταν –ε χάρη στο βέλασμα «βη βη», αλλά ποιος μάς λέει ότι και τό –ε δεν ακουγόταν τότε σαν –ι (όπως ακούγεται τό –η σήμερα) ; εξάλλου δεν είναι ανάγκη να ’ναι αρχαίας καταβολής τίποτα) – τό σίγουρο όμως είναι ότι στ’ αυτιά κάποιων ιθαγενών ομιλητών τό αρχαίο –η που έδειχνε ότι πέρασε χρόνος πολύς από κάτι, και που έγινε μονοσήμαντα –ε στη νεότερη, επιζεί τώρα για όλους σχεδόν τούς χρόνους σαν να κοροϊδεύει ακριβώς όλους σχεδόν τούς χρόνους…

   αντιαισθητικό ήτανε τό αρχαίο μίσος που διαπίστωσα ότι υπερβαίνει πάντως όλους τούς χρόνους, και που επίσης διαπίστωσα ότι είναι τόσο τής μόδας, που θεωρείται πλέον ακίνδυνο : τό μίσος για εβραίους χωρίς άλλο προσδιορισμό (έφταιγε βέβαια και τό βιβλίο για τήν πανούκλα που διάβαζα, αλλά είχα θυμηθεί και πολλά και διάφορα, ώσπου τελικά θυμήθηκα και τόν φούρναρη, και τά κατάφερα τελικά να θυμώσω…) :

   ανάμεσα σ’ αυτούς δηλαδή που παίρναν μέρος στις συζητήσεις στο καφενείο ήταν και μερικοί που ακούγανε και δεν μιλάγανε (βέβαια εγώ τελικά δεν κατάλαβα ποτέ πώς πέρασε τόσο ανώδυνα τό ότι μέσα σε λίγες μέρες οι πιο θυμωμένοι, εκείνοι που θέλανε να σαμποτάρουνε τίς εκλογές στο σύνολό τους ακριβώς, κατέβαιναν πια (με όλοι τίς ψήφοι τους εννοείται) υποψήφιοι με μεγάλο κόμμα – αλλά ενγένει καφενείο είναι, άλλοι πίνουνε καφέδες, άλλοι παίζουνε χαρτιά, η τηλεόραση παίζει αηδίες, και παίζουνε και μερικά ωραία ρακόμελα) : τά καλύτερα όμως ρακόμελα έρχονται στο μπαρ τό βράδυ : εκεί καταφτάνουνε επιτέλους και οι «αμίλητοι» τού καφενείου, ένας στεριανός οικοδόμος και ένας κυριούλης από άλλο νησί : είναι πολύ κεφάτοι, τά λέμε στην μπάρα και αυτοί καταλήγουν να τραγουδάνε ντουέτο δημοτικά ενώ τό μαγαζί έπαιζε τζαζ εκείνη τήν ώρα : διηγούνται επιπλέον σε μένα, που είμαι μικρότερη για να μαθαίνω, διάφορα οικογενειακά τους από τόν εμφύλιο («εμείς είμαστε όλοι αριστεροί, κουμουνιστές για να καταλάβεις, σκοτώσαν όλη μου τήν οικογένεια») και βρισκόμαστε γενικά σε μία ελαφριά ευφορία, μια χαζοπιωμένη σύμπνοια : ο κυριούλης έχει ενθουσιαστεί απ’ τή μεριά του κιόλας που ξέρω για τό βιβλίο που διαβάζει («δώδεκα σελίδες έχω να τό τελειώσω») και κει κάπου ο χτίστης πετάει άνευ κανενός λόγου και ως επιστέγασμα τής φιλίας μας τό «δεν τούς πάω καθόλου εγώ τούς εβραίους, τούς σιχαίνομαι» – με τό ύφος που έχουμε όλοι μας όταν είμαστε με φίλους και λέμε κοινές αλήθειες

   είχα πάρει βέβαια τίς πρώτες ανάποδες τήν προηγουμένη που άκουσα να αιωρείται αορίστως πίσω μου από κάποιους στην ατμόσφαιρα μια παρεμφερής διαχρονικότητα με τήν πρωτότυπη διατύπωση κιόλας «ο χίτλερ ήτανε ο καλύτερος ευρωπαίος» (πέραν αυτού όμως έτυχε να διαβάζω και τό βιβλίο για τήν πανούκλα που σάς λέω τήν ίδια εποχή)

   επιπλέον είχα και τό προηγούμενο με τόν φούρνο ( : ήταν ένα φούρνος καλός και σε καλό μέρος τής πόλης απ’ όπου έπαιρνα ψωμιά και πιροσκί (γιατί μ’ αρέσουν τά πιροσκί με κιμά που τώρα πια δεν τά φτιάχνουν) λοιπόν συμπαθούσα τήν καθαριότητα εκείνου τού ιδιοκτήτη και είχαμε γίνει γνωστοί και μιλάγαμε καμία φορά : ένα απόγεμα όμως εκεί που έδειχνε η τηλεόραση τόν μπους και λέγαμε διάφορα απαξιωτικά για τούς αμερικάνους, γινόταν ο πόλεμος στη γιουγκοσλαβία, καθώς τύλιγε προσεχτικά τά ψωμιά μου έκανε και μια κίνηση με τό γαντοφορεμένο του χέρι και πρόσθεσε με μια εκφραστικότατη γκριμάτσα απέχθειας «τί τά θέλετε όλοι αυτοί είναι εβραίοι» : «εβραίοι είναι όλοι τους» : (στη συγκεκριμένη περίπτωση έμεινα ξερή, πήρα τά πράγματά μου κι έφυγα – απλώς δεν ξαναπάτησα – κατά σύμπτωση έκλεισε μετά από λίγο καιρό – έβλεπα όμως ακόμα και στον ύπνο μου τή σκηνή και εκνευριζόμουνα, για μεγάλο διάστημα : δεν συγχωρούσα δηλαδή τόν εαυτό μου που δεν τού είπα κάτι σαν «να προσέχετε πάντως πώς μιλάτε γιατί μπορεί να ’χετε και εβραίους πελάτες : μπορεί κι εγώ να είμαι εβραία» : και χαιρόμουνα αναδρομικά που τόν έβλεπα στον ύπνο μου να κοιτάζει τό σηκωμένο μου δάχτυλο με τό στόμα ανοιχτό και να χάσκει : «εδώ σέ θέλω εμποράκο, να χάσεις πελάτη εξαιτίας τών ιδεών σου, για να σέ δω, πόσο θα τίς αντέξεις τίς μαλακίες. Σού ’χει πει ποτέ κανείς “κύριε μπορεί κι εγώ να είμαι εβραίος″ όταν λες τρίχες τέτοιων διαστάσεων ; » Δεν υπήρχε καμιά αμφιβολία ότι θα έχασκε, και ότι τό σηκωμένο δάχτυλο σ’ αυτή τήν περίπτωση τούς αφήνει όλους με τό στόμα ανοιχτό. Γενικά όταν πεις οτιδήποτε στον άλλον με διδαχτικό ύφος, τόν γκομπλάρει : πόσο μάλλον να νομίζει ότι συμφωνείτε κι εσύ να τού δείξεις κιόλας ότι έχασε και πελάτη). Τέλος πάντων είχα τσαντιστεί που δεν τού τά ’πα έτσι ωραία τότε και μού ’χε μείνει…)

   χαρακτηριστικό είναι ότι κανείς απ’ όλους αυτούς που βρίσκουν τήν ευκαιρία να επαναφέρουν τόν αιώνιο χρόνο με όλους του τούς ρατσισμούς, δεν θίγουν τό θέμα τού ισραήλ : και δεν τό θίγουν γιατί είναι αμόρφωτοι και αδιάβαστοι και απλώς κρύβονται πίσω απ’ τόν αιώνιο χρόνο τού μίσους – όσο ακριβώς εύκολο και ανώδυνο βρίσκουν επίσης τό να είναι μισογύνηδες : φυσικά όταν μιλάμε για ισραηλινούς μπορούμε να τό συζητήσουμε, αλλά αυτό τό «εβραίος» που πετιέται λες και είμαστε όλοι σύμφωνοι, μού ανάβει τά λαμπάκια : κάποτε με τά πολλά φασιστικά που κάναν οι ισραηλινοί είχα καταλήξει στην αρχή σε μια διατύπωση ότι «δεν υπάρχουν εβραίοι, εβραίοι είναι μόνο όσοι περάσαν από τό άουσβιτς» – τώρα όμως βρίσκω αυτή τή λύση ανεπαρκή : οι ίδιοι οι διαφωνούντες εβραίοι μέσα στο ισραήλ ονομάζουν τούς εαυτούς τους εβραίους και καθώς αυτοί δείχνουν τόσο μεγάλο κουράγιο και δύναμη και ευφυία οφείλουμε τό πράγμα τέλος πάντων να τό σεβαστούμε : Άμα θέλει κανείς να τά βάλει με τούς ισραηλινούς λοιπόν, να τά βάλει με τόν φασισμό τών ισραηλινών, πράγμα που σημαίνει ότι πρέπει συνεπώς καταρχάς να μην είναι ο ίδιος φασίστας. Όταν οι φασιστικές ομάδες βρίζουν τούς «εβραίους» γι’ αυτά που κάνουν στους παλαιστίνιους, πρέπει να τούς πει λοιπόν κανείς καταρχάς «δηλαδή σ’ ενοχλεί ο φασισμός, εσένα που ’σαι φασίστας ; θα ’πρεπε να τούς συμπαθείς τούς ισραηλινούς, εσύ ειδικά». Δοκιμάστε απλώς να τούς τό πείτε και θα δείτε πώς μένουν με τό στόμα ανοιχτό (τό ’χω κάνει, αυτό, μία φορά και όντως χάσκουνε – είναι απόλαυση να τούς βλέπεις διότι και είναι και αργόστροφοι). Στο θέμα τού αντισημιτισμού επομένως δεν τούς ενοχλεί καθόλου ο φασισμός, απλώς βρίσκουν μια ευκαιρία με πρόσχημα τό ισραήλ να νομιμοποιήσουν τό πανάρχαιο και διαχρονικό μίσος – που πραγματικά είναι μυστήριο από πού ξεφύτρωσε (για τόν ρατσισμό κατά τών γυναικών έχω κάποιες απαντήσεις, για τόν ρατσισμό κατά τών εβραίων μάλλον δεν έχω, και επιστρέφω κάθε φορά μονότονα στον χορκχάϊμερ, είναι ό,τι καλύτερο διαθέτουμε αν θέλετε τή γνώμη μου : και η άρεντ ανεπαρκής πιστεύω ότι είναι, κι αυτό γιατί δεν μπόρεσε να τά βγάλει πέρα με τά προσωπικά της και τόν φασίστα που ’χε ερωτευτεί.) Εντούτοις τό βιβλίο μου για τήν πανούκλα μού έδωσε στοιχεία που δεν τά ήξερα – από μια άποψη όχι μόνο «εξηγεί» τό μίσος τουλάχιστον για τήν ευρώπη, αλλά βρήκα και λεπτομέρειες ανατριχιαστικές – ακόμα και λύσεις γλωσσολογικές (για τή λέξη «ολοκαύτωμα» παραδείγματος χάρη, που όταν άρχισε να καθιερώνεται στη θέση τής λέξης «γενοκτονία» που υπήρχε μέχρι τότε, μέ είχε μπερδέψει και δεν μπορούσα να τό καταλάβω – τό θεώρησα μάλιστα και σαν ένα είδος σφετερισμό σχετικά με τά ολοκαυτώματα που μαθαίναμε στο σχολείο (τό κούγκι με τόν καλόγερο σαμουήλ ή τό αρκάδι) : βάζαν φωτιά και τινάζονταν στον αέρα όλοι μαζί, μαζί με τό κτίριο – με τούς εβραίους όμως αλλιώς έγινε, γιατί καθιέρωσαν μια τέτοια λέξη που ήταν άσχετη ; ) έλα όμως που δεν ήταν… επρόκειτο απλώς για τήν επιστροφή τού χρόνου… γιατί απλώς δεν ήξερα τί ολοκαυτώματα είχανε γίνει (και ίσως μάλιστα οι εβραίοι να ’ναι και οι πρώτοι εφευρέτες αυτής τής πρακτικής : )

   τό βιβλίο τού norman cantor in the wake of the plague από θεωρητική άποψη δεν αξίζει και πολλά, βάζει τήν οξφόρδη και τούς φιλοσόφους της πάνω απ’ όλα, και είναι και αρκετά συμβατικός στη σκέψη του – αλλά από στοιχεία έχει μπόλικα (πρέπει να ’ναι η τελευταία και πιο ενημερωμένη εκλαϊκευτική σύνοψη όλων τών επιστημονικών συμπερασμάτων) για τίς αιτίες και τίς επιπτώσεις εκείνης τής πανούκλας που από τό 1347 ώς τό 1350 ρήμαξε τόν δυτικοευρωπαϊκό χώρο και μείωσε τόν πληθυσμό του, τουλάχιστον κατά τό ένα τρίτο  (μπορούμε να φανταστούμε κάτι ανάλογο σήμερα ; όπως λέει κάπου ο κάντορ πετυχημένα, πρέπει να τό παρομοιάσουμε μάλλον με πυρηνικό όλεθρο παρά με επιδημία : ) η ευρώπη στην πραγματικότητα έκανε αιώνες να συνέλθη από κείνη τή μείωση τού πληθυσμού ο οποίος είχε αυξηθεί κατακόρυφα γύρω στο 1200… – τήν εποχή τής και πρώτης λεγόμενης αναγέννησης – τότε με τούς τροβαδούρους τούς ερωτοτραγουδιστές, τόν δάντη, και τά λοιπά – όταν μια ξαφνική βελτίωση τού κλίματος επί τό θερμότερον έφερε ζεστασιά στις ζωές και τίς καρδιές… : φαίνεται λοιπόν ότι οι ειδικοί, από τίς γραπτές μαρτυρίες τών χρόνων εκείνων, έχουν καταλήξει στο ότι η βουβωνική πανώλη ή πανούκλα ή μαύρος θάνατος ή plague ή black death ήταν στην πραγματικότητα δύο διαφορετικές επιδημίες που πέσαν περίπου ταυτόχρονα : από τή μια ο βάκιλλος τής πανώλης, που μεταφέρθηκε με ψύλλους που κουβάλησαν στις πλάτες τους αρουραίοι οι οποίοι αποβιβάστηκαν στα λιμάνια τής μεσαιωνικής και αναγεννησιακής  ευρώπης με τά πλοία που ήρθαν από χώρες τής ανατολής (οι οποίες δοκιμάζονταν κατά κανόνα από πλημμύρες σεισμούς εκρήξεις ηφαιστείων και άλλα τέτοια φαινόμενα που ευνοούσαν τήν ανάπτυξη επιδημιών) – και από τήν άλλη τό μικρόβιο τού άνθρακα που αναπτυσσόταν (κυρίως μέσω τής κακής διατροφής και τής βρώμας) στα κοπάδια τών ευρωπαίων αγροτών (σημερινό αντίστοιχο οι τρελές αγελάδες) : (υπάρχουν και πιο εξτρέμ θεωρίες πλέον για όλες τίς αρρώστιες τού πλανήτη κι όχι μόνο για τήν πανώλη, ότι προέρχονται από ιούς που πέφτουν απ’ τό διάστημα – όπως πέσαμε κι εμείς οι ίδιοι σαν είδος, κατά τήν ίδια θεωρία – η θεωρία τής «αστρικής σκόνης») σήμερα οι περισσότεροι επιστήμονες εξηγούν πάντως με τόν έναν ή τόν άλλον τρόπο ό,τι για τούς ευρωπαίους εκείνους φαινόταν ανεξήγητο, τίς διαφορετικές δηλαδή επιπτώσεις τής πανούκλας και τά διαφορετικά της συμπτώματα (τό περίεργο είναι ότι από εκείνες τίς επιδημίες φαίνεται να γλίτωσε τό ανατολικό ρωμαϊκό κράτος (τό βυζάντιο) και ο κάντορ δεν ασχολείται με τό θέμα ιδιαίτερα («ευρωπαίος» με τή χειρότερη έννοια εδώ), αλλά ίσως αυτό να οφείλεται στο ότι οι επικοινωνίες ήταν χωρισμένες τότε, και τά καράβια που φτάναν στα λιμάνια τής δυτικής ευρώπης δεν σταματούσαν στα βυζαντινά : όμως και η ελλάδα είχε πανούκλες από πολύ παλιά, και η γνωστότερη είναι ο «λοιμός» τού πελοποννησιακού πολέμου που έκρινε εν πολλοίς και τήν έκβασή του – τό δε βυζάντιο είχε μία τουλάχιστον εξαιρετικά καταστροφική τέτοια επιδημία στα 500 (μ.χ.) – αναφέρω τίς χρονολογίες όπως καταλάβατε έτσι, αντί για τά ακαδημαϊκώς ορθά «6ος αιώνας» ή «14ος αιώνας» που εμένα πάντα μέ μπερδεύουν)

   χωρίς πολλή φαντασία μπορεί κανείς να φανταστεί λοιπόν τόν πανικό μιας ολόκληρης ηπείρου – και δεδομένης τής έλλειψης φαρμάκων να δικαιολογήσει κάπως και τίς μεταφυσικές «λύσεις» και «απαντήσεις» που δίνονταν για τήν πανούκλα που έριχνε ο θεός στον κόσμο για τίς αμαρτίες του : εδώ, στην σημερινή υπερ–ιατρικοποιημένη εποχή που τά ξέρουμε υποτίθεται όλα, και τέτοιες «ερμηνείες» για τήν αντίστοιχη πανούκλα ξεφύτρωσαν τόσο γρήγορα ( : μεταμφιεσμένες σε ιατρικοειδή πλέον ηθικολογία) μπροστά στον σημερινό (αντίστοιχο) πανικό για τό aids : ένα στοιχείο που έκανε εντύπωση στους ανθρώπους τής εποχής (στοιχειώδεις στατιστικές ικανότητες είχαμε εξανάγκης οι άνθρωποι φαίνεται πάντα) ήταν τό ότι η πανούκλα έπληττε πολύ λιγότερο τούς εβραϊκούς πληθυσμούς : αυτό είναι σαφές και αναντίρρητο ιστορικό γεγονός – τό οποίο εξηγείται μέσω τής «πανουργίας τού λόγου» όμως που θα ’λεγε και ο χέγκελ : εξηγείται δηλαδή μέσω τών διακρίσεων ακριβώς και τού αντισημιτισμού απ’ τή μια, και μέσω τής πιο πολιτισμένης κοινωνικής και προσωπικής ζωής τών ίδιων τών εβραίων από τήν άλλη : τά δύο φαινόμενα αλληλοσυμπλέχτηκαν και τούς σώσανε (παροδικά) – για να τούς εξαφανίσουν στη συνέχεια (με τόν φριχτότερο τρόπο, ως μέρος τού ίδιου φαινομένου) :

   oι εβραίοι ήταν πολύ καθαροί : ήταν πολύ καθαροί ως λαός, ακόμα και μέσω θρησκευτικών εντολών : πλενόντουσαν δηλαδή, δεν βρωμούσαν όπως οι υπόλοιποι ευρωπαίοι τού μεσαίωνα και τής αναγέννησης ( : και αργότερα) : είχαν μάλιστα μπανιέρες στα σπίτια τους, κι αυτός ήταν και ο ένας τρόπος με τόν οποίον οδηγούνταν ευκολότερα στα βασανιστήρια τήν πυρά και τήν εξορία όταν άρχισαν οι διωγμοί στην ισπανία στα 1400… (οι πρώτοι μεγάλοι διωγμοί κατά τών εβραίων είχαν γίνει στην αγγλία απ’ τά 1200…) : έχει καταγραφεί ότι οι εισβολές και οι έρευνες στα σπίτια τού πληθυσμού για να βρουν εβραίους αποβλέπανε πρωτίστως στο να βρούνε τίς μπανιέρες : αν τό σπίτι είχε μπάνιο ήταν εβραϊκό, ό,τι και να λέγανε οι κάτοικοί του… Τό άλλο στοιχείο που δούλεψε υπέρ τους μέχρι να δουλέψει εναντίον τους ήτανε ο ίδιος ο αντισημιτισμός και οι διακρίσεις μέσα στις οποίες ήταν αναγκασμένοι να ζήσουν : τό γεγονός δηλαδή ότι δεν τούς επιτράπηκε ποτέ να είναι αγρότες, να έχουν γη ή να δουλεύουν στη γη : βάσει αυτής τής απαγόρευσης αναγκάστηκαν να είναι αποκλειστικά αστικοί πληθυσμοί και να γίνουν ή τεχνίτες ή τοκογλύφοι (να ασχολούνται δηλαδή με τήν αγορά μόνο χρήματος) (αυτό τούς επιτρέπονταν επειδή ο τοκισμός και ο δανεισμός απαγορεύονταν υποτίθεται στους χριστιανούς : ) ήταν επομένως προφυλαγμένοι εκ τών πραγμάτων και από τούς αρουραίους και από τόν άνθρακα που χτύπησε κυρίως και πάνω απ’ όλα ανθρώπους τής υπαίθρου …

   τό να βρεθεί ένας αποδιοπομπαίος τράγος, για να λυθεί κατά κάποιον τρόπο «θεωρητικά» τό μεταφυσικό πρόβλημα που άρχισε να στριμώχνει παπάδες και πιστούς («τί έχουμε κάνει κι ο θεός μάς τιμωρεί έτσι;») έγινε επομένως από μια στιγμή και μετά κεντρική νευραλγική και ουσιώδης ανάγκη (και τού κλήρου και τού πληθυσμού) : οι άνθρωποι πεθαίναν σαν τίς μύγες – από τό 1347 ώς τό 1350 πέθανε περίπου τό ένα τρίτο τού πληθυσμού τής ευρώπης, εξολοθρεύτηκαν δηλαδή κάπου 20 εκατομμύρια άνθρωποι… : (με λίγη φαντασία βρίσκουμε τά αντίστοιχα σήμερα, στον υπερ–πληροφορημένο μας κόσμο : φταίνε οι μαύροι, φταίει η αφρική, φταιν οι ομοφυλόφιλοι, φταίει πάνω απ’ όλα η απελευθέρωση τού έρωτα – πίσω επομένως γυναίκες (και άντρες) στον παλιό (και σίγουρο) πουριτανισμό – : από άποψη μυαλού δεν έχουμε καθόλου πολλές διαφορές από τόν άνθρωπο τού μεσαίωνα και τής αναγέννησης) : Στα 1348 οι παπάδες συλλάβανε λοιπόν επιτέλους τή λύση για τό ότι οι εβραίοι πληττόντουσαν λιγότερο από τήν πανούκλα και βάλανε αμέσως σε εφαρμογή και τήν επιστημονική έρευνα : εβραίος έμπορος συνελήφθη στη γενεύη και αφού υπέστη τά αναμενόμενα βασανιστήρια («βασανίστηκε λιγάκι» κατά τά πρακτικά), τού βγάλανε ξερωγώ τά νύχια, τού ξεριζώσαν τά γένια και τά δόντια, τού στρίψαν τά πόδια και τά χέρια στον τροχό, και ποιος ξέρει τί άλλο τού κάνανε, υπόγραψε εντέλει τό χαρτί που τού δίνανε και που έλεγε ότι : ο ραβίνος Τάδε τόν είχε εφοδιάσει μέ δηλητήριο και τήν παραγγελία να τό ρίξει στα πηγάδια και τίς στέρνες τών χριστιανών στη βενετία που πήγαινε ( : η θεωρία λοιπόν ήτανε ότι, αντί ο θεός να τούς τιμωρεί για τίς αμαρτίες τους, οι εβραίοι δηλητηρίαζαν τά πηγάδια τους.) Ακολούθησαν τά λογικώς επίσης  αναμενόμενα : νέες συλλήψεις, νέα βασανιστήρια νέες ομολογίες – και στη συνέχεια μαζική υστερία : εβραίοι άρχισαν να καίγονται ζωντανοί σ’ όλον τόν ευρωπαϊκό χώρο (με εξαίρεση τήν περιοχή τής αβινιόν όπου οι εβραίοι είχαν – τότε – τήν προστασία τού πάπα (ο πάπας κλήμης ο 6ος ενδιαφερόταν για τήν καββάλα και τήν εβραϊκή γενικότερα φιλοσοφία, και ήταν συλλέκτης εβραϊκών χειρογράφων) : συνοπτικά :

   εβραίοι βασανίζονται στη βέρνη, ομολογούν και εβραίοι καίγονται εκεί ζωντανοί – στέλνονται μηνύματα από τήν ελβετία στους πρόκριτους τού στρασβούργου τού φράϊμπουργκ και τής βασιλείας να κάψουν κι αυτοί τούς εβραίους τους αλλά οι άρχοντες αυτών τών πόλεων διαφωνούν : οι κάτοικοι τής βασιλείας καταλαμβάνουν τό δημαρχείο και αναγκάζουν τίς αρχές να τούς υπογράψουν ότι θα κάψουν τούς εβραίους και θα απαγορέψουν τήν είσοδο στην πόλη σε κάθε εβραίο για τά επόμενα διακόσια χρόνια – οι πρόκριτοι τού στρασβούργου υπερασπίζονται τούς εβραίους και πέφτουν σε δυσμένεια – εβραίοι καίγονται ζωντανοί και αν ξεφύγουν και τούς πιάσουν οι χωριάτες, τούς μαχαιρώνουν – νέο συμβούλιο εκλέγεται στο στρασβούργο που υποκύπτει στις επιθυμίες τού όχλου και εξαπολύεται γενικό πογκρόμ – ο πανικός εξαπλώνεται αρχικά σε όλη τή νότια γαλλία και τήν ισπανία – στη βαρκελώνη σφάζονται είκοσι εβραίοι – σε άλλες έξη ισπανικές πόλεις γίνονται αντισημιτικές ταραχές – οι εβραίοι για να γλιτώσουν κλείνονται στα τείχη τής συνοικίας τους – στη σαβοΐα πετάν τούς εβραίους μες στα πηγάδια που υποτίθεται ότι δηλητηρίασαν – η ζυρίχη εξορίζει τούς εβραίους της (έναν χρόνο περίπου πριν η πανούκλα όντως φτάσει στην πόλη) – η γενεύη ξαναπαίρνει τά ηνία : τέσσερεις μήνες πριν τήν φτάσει η πανούκλα συλλαμβάνει άλλους δυο εβραίους και τούς βασανίζει να ομολογήσουν ότι δηλητηρίασαν πηγάδια και λίγο αργότερα κάνει τό ίδιο σε μια μάνα με τόν γιο της – η στουτγκάρδη και τό άουγκσμπουργκ είναι οι πρώτες γερμανικές πόλεις που παίρνουν τή σκυτάλη στις αντισημιτικές ταραχές : ο δήμαρχος τής τελευταίας που χρωστούσε πολλά σε εβραίους τραπεζίτες, άνοιξε τίς πόρτες στον όχλο και εφεύρε έτσι, πρώτος, αυτόν τόν τρόπο «απόσβεσης τών χρεών» που θα ακολουθούσαν έκτοτε κι άλλοι – σύντομα αρχίζει να εμφανίζεται τό φαινόμενο εβραίοι να αυτοκτονούν για να γλιτώσουν τήν πυρά – πρώτα στο esslingen τής γερμανίας τόν δεκέμβριο τού 1348 οι εβραίοι κλείνονται στη συναγωγή τους και αυτοκτονούν βάζοντας φωτιά στο κτίριο – η πόλη speyer εφευρίσκει νέο τρόπο δολοφονίας : βάζουν τούς εβραίους σε άδεια βαρέλια που πετάνε μετά στον ρήνο – στο στρασβούργο νέες πυρές στήνονται τήν ημέρα τού αγίου βαλεντίνου : «ο όχλος (σύμφωνα με χρονικό τής εποχής) που τούς οδηγεί στο σπίτι που θα γινόταν και ο τάφος τους γιατί εκεί θα τούς καίγανε, σ’ όλη τή διάρκεια τής διαδρομής τούς γδύνει και τούς αρπάζει ό,τι πολύτιμο είχανε κρύψει επάνω τους» (ο κάντορ σημειώνει σωστά ότι χωράει εδώ μια σύγκριση με μεθόδους, αιώνες αργότερα) – με τούς πιο μετριοπαθείς υπολογισμούς : από τούς 1884 εβραίους κάτοικους τής πόλης κάηκαν ζωντανοί οι 900 (οι υπόλοιποι εξορίστηκαν) – οι διωγμοί συνεχίζονται σε 15 τουλάχιστον γερμανικές και ελβετικές πόλεις – τόν ιούλιο τού 1349 στη φραγκφούρτη οι εβραίοι βλέποντας να τούς πλησιάζει ο όχλος βάζουν φωτιά μόνοι στα σπίτια τους και μεγάλο μέρος τής πόλης καίγεται κι αυτό – οι αρχές τής κολωνίας αρνούνται να καταδιώξουν τούς εβραίους : σε απάντηση ο πληθυσμός ξεσπάει σε ομαδικά πογκρόμ στη βόννη και άλλες κοντινές πόλεις – όταν πεθαίνει τόν αύγουστο ο αρχιεπίσκοπος walram που τούς προστάτευε πολλοί εβραίοι αυτοκτονούν : οι υπόλοιποι πέφτουν στα χέρια τού όχλου – στο μάϊντς οι εβραίοι παίρνουν τά όπλα για να αντισταθούν, σκοτώνουν καμιά διακοσαριά από τούς μαινόμενους και στο τέλος βάζουν φωτιά στα ίδια τους τά σπίτια : λένε πως η φωτιά ήταν τόσο δυνατή που έλιωσαν οι καμπάνες τής εκκλησίας

   (ανατολικά τού ρήνου βρέθηκαν δυο ηγεμόνες που προστάτεψαν τούς εβραίους : ο αλβέρτος ο σοφός τής αυστρίας και ο καζιμίρ ο 2ος τής πολωνίας : παρ’ όλα αυτά δεν κατάφεραν ούτε αυτοί να αποτρέψουν εντελώς τίς δολοφονίες και τά πογκρόμ – πάντως όταν ο καζιμίρ προσκάλεσε τούς εβραίους να εγκατασταθούν στην τεράστια αραιοκατοικημένη του χώρα μεγάλος αριθμός εβραίων κινήθηκε προς τήν πολωνία…)

 

   δεν τή λογάριαζα τόσο αχανή τήν ανάρτηση, και πρέπει και να τελειώνει γιατί τή θέλω να ’ναι οκτωβριανή – έστω και τής τελευταίας μέρας τού οκτώβρη (ενώ εγώ κατάληξα να φυλλομετράω τό βιβλίο για να γράψω τίς πληροφορίες μου με κάποια πιστότητα) – ας ξαναγυρίσω λοιπόν για να τελειώνουμε στο μπαρ απ’ όπου ξεκίνησα :

   Πώς μπορείς και λες τέτοιους ρατσισμούς εσύ που είσαι και αριστερός ; είπα (συμφιλιωτικά) τού χτίστη

   Ρατσισμούς ; μού είπε. Όχι και ρατσισμούς. Αυτοί έχουν όλα τά λεφτά, αυτοί δεν τά ’χουνε ;

   Πρόσεχε πώς μιλάς πάντως, τού είπα χαμογελαστά, γιατί εγώ είμαι εβραία.

   Μέ κοίταξε λίγο, αλλάξαμε θέμα, και συνεχίσαμε να πίνουμε – συνεχίστηκαν αν θυμάμαι εκτός απ’ τίς κουβέντες και λίγα τραγούδια ανάμεσα, αν και τώρα ο κυριούλης πιο πολύ σώπαινε : δεν έδωσα και μεγάλη σημασία αλλά μού φάνηκε ότι έπινε συνεχώς. Κάποια στιγμή μού διέκοψε τήν κουβέντα που είχα με τόν μπάρμαν και μού τράβηξε τό μανίκι : έσκυψε και κάτι ψέλλισε : δεν τόν κατάλαβα, σα να μιλούσε από μέσα του

   Δεν σ’ ακούω, τού είπα, πέστο πιο δυνατά (μού φάνηκε ότι κοιμότανε κιόλας, τέτοιο ύφος είχε)

   Στ’ αλήθεια είσ’ εβραία ; μού είπε σκύβοντας λίγο ακόμα πιο πολύ προς τό μέρος μου συνωμοτικά

   Φυσικά, είπα και τού χαμογέλασα

   Ξανααποσύρθηκε στις σκέψεις του, ύστερα από λίγο όμως γύρισε δίπλα και ζήτησε κάτι από τόν χτίστη : έγινε μια συζήτηση σαν μικροπανικός κι απ’ ό,τι κατάλαβα ζητούσε πληροφορίες για τό πώς θα πάει στο σπίτι του – ύστερα από κάποιες συζητήσεις μεταξύ μπάρμαν και χτίστη τόν πήρε ο τελευταίος υποβασταζόμενο και φύγανε «εγώ θα ξανάρθω», είπε ο χτίστης

 

   δεν τούς ξανάδα : καθόμουνα στο καφενείο τήν επομένη σε μια ώρα που συνήθως έχει κόσμο και ήτανε άδειο. Ήμουνα μέσα και διάβαζα, ώσπου άρχισαν σιγά–σιγά να μαζεύονται απέξω. Με τήν άκρη τού ματιού μου τόν είδα που ετοιμαζόταν να μπει, τόν είδα που μέ είδε κι έφυγε

   για λόγους επαγγελματικής διαστροφής ίσως δεν μπορούσα ν’ αποφύγω να μπω για μια στιγμή και στη θέση του : ο άνθρωπος έζησε ένα δράμα. Σκέψου αλήθεια!

  

   τήν άλλη μέρα τό είπα στον σπιτονοικοκύρη μου :

   Είπα εδώ σε έναν πως είμαι εβραία, και από τότε κάνει ότι δεν μέ βλέπει : μέ βλέπει και στρίβει.

   Μέ κοίταξε : έσκυψε προς τό μέρος μου με κάποια ένταση

   Είσαι ; μού είπε

   Είδα στα μάτια του ότι δεν κοιτούσε ισραηλινή, ούτε αυτός, εκείνη τήν ώρα αλλά μια γυναίκα που είχε σχέση με τήν πανούκλα

   Έλα βρε, τού είπα

   Έκανε πίσω στην καρέκλα του και μέ κοίταξε φιλικά χαλαρωμένος.

  

  

 

* ο υπότιτλος πάνω–πάνω «από ένα παλιό χρονικό» είναι υποτίθεται εκτός θέματος και είναι τυπικά ξεκάρφωτος : πρόκειται για κλοπή τού υπότιτλου από τό διήγημα μίχαελ κόλχαας τού κλάϊστ που τό διάβασα στα ελληνικά αυτό από τίς εκδόσεις τής ερατώς : τό θέμα τού ανθρώπου που παίρνει με απελπισία τή δικαιοσύνη στα χέρια του και αυτοδικεί είναι μού φαίνεται εξαιρετικά αιώνιο, είναι όμως και σύγχρονο τίς εποχές που έχουμε ιδιαίτερα τό προνόμιο να ψηφίζουμε με «όσοι ψήφοι διαθέτουμε» : γιατί «ουΐ κι αλίμονό» μας αν τό ξεχάσουμε αυτό τό όσοι ψήφοι

  

 

η επαρχιακή αυτή ελεγεία (μετά δύο γυναικείας κατασκευής ασμάτων, που βγήκαν και τά δύο τήν ίδια χρονιά, εκείνο τό μακρινό 86) μπορεί να μάς χρησιμέψει και σαν κείμενο επετειακό για τόν ένα χρόνο αυτού τού μπλογκ που κλείνει ουσιαστικά αυτόν τόν οκτώβρη (αντιπαθώ τούς αριθμούς, δεν θα βάλω στατιστικές : ανέβασα απλώς στην διπλανή στήλη τήν κίνηση τού χρόνου που πέρασε, από τόν χάρτη, που ανανεώθηκε κι αυτός πλέον με τό κλείσιμο τού χρόνου)
ευχαριστώ για τή δημιουργική συμμετοχή απαξάπασες.
καλό χειμώνα σε όλους.

 

  

 

 

      

βιβλία διακοπών στη φετινή άμμο (κλικ στις φωτογραφίες για περισσότερες πληροφορίες – ως συνήθως σ’ αυτό τό βλογ, τόσο στις αναρτήσεις όσο και στη στήλη δίπλα)
 
  

 

Ιουνίου 24, 2010

τρεις σε λεωφορείο (περί εβραίων παλαιστινίων και φαντασίας)

 

 

  

 

εδώ και κάποιον καιρό έχω πειστεί ότι είναι αξιολύπητα μονότονος ο τρόπος με τόν οποίο οι άνθρωποι δικαιολογούν τά σοβαρότερα ελαττώματα που (ξέρουν ότι) έχουν – συνήθως κάτω από τό πρόσχημα ότι είναι απλώς η φύση τους – κι ενώ θα ’πρεπε να ξέρουν ότι καμία φύση τους δεν είναι : είναι αποφάσεις και συμβιβασμοί που έχουν γίνει υστερόβουλα μικρόψυχα (και τελικά με κάτι που δεν μπορεί να ονομαστεί παρά μόνο δειλία) για να ευθυγραμμιστούν με τίς εντολές τών άλλων – συνήθως τών γονιών τους – και τής παιδείας τους, που είναι βασικά η τηλεόραση – αυτή είναι η σημαντικότερη παιδεία σήμερα : η εκπαίδευση στης οποίας τά διδάγματα υποκύπτει κανείς δηλαδή πρόθυμα – τά περιοδικά και οι εφημερίδες έρχονται δεύτερα, και τό σχολείο θα ερχόταν τρίτο αν δεν ήταν τελείως ανύπαρκτο –

σιχαίνομαι λοιπόν τήν έλλειψη φαντασίας στους ανθρώπους και μ’ εκνευρίζει αφάνταστα ο τρόπος με τόν οποίο οι άνθρωποι δικαιολογούν συνήθως αυτόν τόν ευνουχισμό (γιατί περί αυτό-ευνουχισμού πρόκειται) : τό πιο εύκολο και εκνευριστικό κλισέ είναι συνήθως ότι η φαντασία είναι ένα χάρισμα που ορισμένοι άνθρωποι τό έχουν από τή φύση τους ( – και συνεπώς όσοι λειτουργούν αντιμετωπίζοντας τά πράγματα επίπεδα, και βλέποντας μόνο άσπρο και μαύρο, δεν φταίνε αυτοί. (Παρεμπιπτόντως κι εγώ, στο σινεμά ή στη φωτογραφία, προτιμώ τό ασπρόμαυρο από τό έγχρωμο, αλλά αυτό είναι μια άλλη συζήτηση, μπορούμε να τήν κάνουμε άλλη φορά.) Αυτό που μ’ εκνευρίζει λοιπόν σ’ αυτήν τήν περίπτωση είναι τό πως οι άνθρωποι πιστεύουν ότι η φαντασία είναι κάτι που δεν έχει καμία χρησιμότητα στην πρακτική ζωή, κι ότι χρειάζεται μόνο στους καλλιτέχνες που πετάν στα σύννεφα, και γράφουν παραμύθια. Ή ζωγραφίζουν φανταστικά τοπία, ή χορογραφούν κινήσεις που δεν υπάρχουν κλπ κλπ). Είναι εξάλλου (και είμαι πεπεισμένη γι’ αυτό) κατά τή γνώμη μου ένας ρατσισμός να πιστεύουμε ότι η δημιουργικότητα (αυτό που συνήθως ονομάζουν ταλέντο) είναι ένα δώρο από τoύς θεούς, δεν υπάρχει κατά τή γνώμη μου πιο πονηρός και ύπουλος τρόπος για να απαλλαγεί κανείς από τήν δυσάρεστη ανάγκη να ανακαλύψει ολόκληρο τόν εαυτό του, και να βρει τήν πραγματική του θέληση, τίς πραγματικές του επιθυμίες, και (αυτό που μ’ έναν όρο εντελώς κιτς θα έλεγα ονομάζεται ελαφρά τή καρδία και τή συνειδήσει) τά «ταλέντα» του. (Αυτή τή λέξη ταλέντο πραγματικά δεν τήν κατάλαβα ποτέ : στο στόμα τού αστού μού ακούγεται επιπλέον επιτατικά και μονότονα ως ένα : μακριά απ’ τόν κώλο μας). Όπως ο αλλοτριωμένος άνθρωπος αρνείται να καταλάβει πόση δουλειά (δουλειά και πάλι δουλειά) μπορεί να έχει ένα έργο – που δεν θα τού χρησιμέψει κιόλας σε τίποτα – δεν θα γίνει δρόμος δηλαδή για να πάρει τό αυτοκίνητο και να πάει στο εξοχικό του – με τήν ίδια αποφασιστικότητα αρνείται να δει πόση γοητεία (και χαρά) μπορεί να εμπερικλείει ο ενστερνισμός και η αποδοχή τής φαντασίας του : δηλαδή τού μυαλού του ολόκληρου : Και γι’ αυτό έχω πια πειστεί ότι η πηγή κάθε ρατσισμού ξεκινάει ουσιαστικά από τήν κατάργηση τής φαντασίας μας – από τήν απόλυτη και πεισματική ταφή της : από τήν έλλειψή της.

μπαίνουμε φυσικά στα χωράφια τής ψυχολογίας και τής ψυχανάλυσης – τού τί είναι τελικά ο εαυτός μας ολόκληρος, οι επιθυμίες μας, οι θελήσεις μας, ή (λαϊκότερα) τό πραγματικό μας «γούστο», και, ακόμα λαϊκότερα, η πραγματική καύλα : Ας τό πω πιο απλά : φαντασία είναι να είσαι τόσο απόλυτα ο εαυτός σου, και τόσο πλήρως, και τόσο άφοβα, ώστε να μπορείς διαρκώς να μεγαλώνεις : να μπορείς να μπαίνεις δηλαδή στη θέση τού άλλου, να μη ζεις στο γκέτο τών μικροσυμφερόντων σου, να βρίσκεσαι στον κόσμο πραγματικά και να είσαι εντέλει ένα με τόν κόσμο (με όσο περισσότερο κόσμο)

η εντελώς «ευδαιμονική» αυτή άποψη έγινε σαφές ότι ήτανε και πολιτική κατά σύμπτωση τήν εποχή τών μεγάλων επαναστάσεων και ανατροπών τής δεκαετίας τού ’60 : αυτά όμως έπρεπε να πνιγούνε συντόμως, και γι’ αυτό τό σύνθημα «η φαντασία στην εξουσία» μετατράπηκε (ελληνιστί τουλάχιστον, αλλά κι αυτό είναι επαρκώς χαρακτηριστικό) στη δήθεν αδιόρατη παραλλαγή τού «φαντασία στην εξουσία» – που σημαίνει μάλλον τό ακριβώς αντίθετο απ’ ό,τι η πρώτη μορφή : εκείνη σήμαινε : να πάρει δύναμη επιτέλους ολόκληρος ο εαυτός μας, και μόνο αυτός να «κυβερνήσει» – κάτι που ουσιαστικά καταργούσε τήν «εξουσία», εάν στη θέση της βρίσκονταν όλα όσα η εξουσία απαγορεύει, δηλαδή ο εαυτός μας ολόκληρος. Η δεύτερη μορφή χωρίς τό άρθρο προπαγανδίζει (θα έλεγα πολιτικάντικα) μια ελαφρά μεταρρύθμιση τού συστήματος : «ας μπει και λίγη φαντασία στην εξουσία, ας αποκτήσει η εξουσία και λίγη φαντασία, να γίνει λίγο πιο ανθρώπινη» και να τήν  υπομένουμε κι εμείς με περισσότερη υπομονή. Ένα αρθράκι μόνο, πόση διαφορά : Προσέξτε όμως, κάντε δηλαδή τό πείραμα, αν χρειαστεί να αναφερθεί τό σύνθημα, ποιοι θα τό αναφέρουν στην πρώτη του μορφή, και ποιοι και πόσοι στη δεύτερη.

έγινε, από μια στιγμή και πέρα, σαφές δηλαδή (και η σχολή τής φραγκφούρτης ήτανε πρωτεργάτης σ’ αυτήν τήν κοπιαστική ανηφόρα) ότι η φαντασία σαν ψυχολογική μονάδα βρίσκεται αντιμέτωπη με κάθε μορφή εξουσίας – είναι ο εχθρός της. Γι’ αυτό τό «η φαντασία στην εξουσία» ήταν δημοφιλές σύνθημα, γιατί ήταν ένας πολύ πιο πλήρης τρόπος να πει κανείς «τέλος επιτέλους με τήν εξουσία»

κατάλαβα λοιπόν κι εγώ από μια στιγμή και πέρα ότι ο ρατσισμός δεν μπορεί από φύση και θέση να συνυπάρξει με κανενός είδους φαντασία. Και ότι κάθε μορφή ρατσισμού αποκλείει εκ τών πραγμάτων κάθε μορφή φαντασίας – εκ τών πραγμάτων και διά ροπάλου

διότι δεν συνυπάρχει με τίποτα ο αποκλεισμός τού άλλου, τό τυφλό μίσος προς όποιον άλλον, με τή δυνατότητα να μπεις έστω και για λίγο στη θέση του. Ο ρατσισμός ξεκινάει από μία αποκοπή, έναν ευνουχισμό ηθελημένο : ο εαυτός σου συρρικνώνεται ώς τόν βαθμό που να μην μπορείς να υπάρξεις ούτε καν σαν μονάδα μέσα στον κόσμο, γιατί ακόμα και η μονάδα είναι προϊόν συνύπαρξης : συνουσίας. Γι’ αυτό και ο ρατσιστής νοητικά αυτοκτονεί καθώς δεν αποδέχεται ουσιαστικά τίποτα τό φυσικό – και σ’ αυτό συμπεριλαμβάνει και τόν εαυτό του : έτσι είναι ουσιαστικά, από ιδεολογική άποψη, ως ρατσιστής, ο τέλειος μαλάκας : ο ιδεολόγος τής μαλακίας : αυτό που ουσιαστικά «προπαγανδίζει» είναι μια μαλακία εξιδανικευμένη, μια κατάσταση απ’ τήν οποία (θα ήθελε να) προέρχονται (ιδανικά) όλα – χωρίς καμία συνάφεια τού ατόμου (του) με κανέναν άλλον – εξαυτού και η αγαπημένη (του) μορφή συνεύρεσης με τόν «άλλο» – είτε τού άλλου φύλου είτε τού δικού του –είναι ο βιασμός : αν δεν τό δείχνει ή δεν τό «δηλώνει» δεν σημαίνει κιόλας ότι δεν πιστεύει ακράδαντα πως αυτό ουσιαστικά είναι ο έρωτας : η διά τού έρωτα εκμηδένιση τού έρωτα : η θρησκεία του εξάλλου (στην οποία είναι συχνά επιδεικτικά πιστός) σχεδόν τού τό υπο(επι)βάλλει : βέβαια η υποτίμηση προς τόν έρωτα που βρίσκεται στη βάση τών θρησκειών όλων και κυρίως τών πιο ρατσιστικών που είναι οι μονοθεϊστικές, είναι «αναγκασμένη» να «συνυπάρξει» με μία οριακή αντίφαση, καθώς μέσα στη σχιζοφρένειά τους οι θρησκείες αυτές δεν φτάνουν να μπορούν να αρνηθούν (και όλους) τούς φυσικούς νόμους : έτσι, παρόλο τόν άκρατο μισογυνισμό τους όφειλαν να (αφού «ωραιοποιήσουν» να) αποδεχτούν ρεαλιστικά ότι η γέννηση γίνεται από γυναίκα [ : να σημειώσω ότι στο επίπεδο τής γλώσσας οι «άντρες» κατάφεραν να «πάρουν εκδίκηση» στο σημείο αυτό, έχοντας καταφέρει να ταυτιστεί παγκοσμίως και πανγλωσσικώς σχεδόν (απ’ όσο ξέρω) η λέξη «παρθενογένεση» με τήν έννοια τής «γένεσης εκ τού μηδενός» – όπερ έδει δείξαι : ακόμα και μέσα από τήν «θεοτοκία» της η γυναίκα – τό «άλλο χωρίς τόν άντρα» – δεν παύει να είναι «τό τίποτα» – ] : Και έτσι όμως η «επικίνδυνη» ούτως ή άλλως αντίφαση λύνεται σχεδόν αμέσως, ταυτόχρονα, με τόν πιο πονηρό τρόπο – κάνοντας μια κωλοτούμπα δηλαδή προς τόν εαυτό της : η γυναίκα, η αιτία τής αμαρτίας, αποτινάσσει τήν αμαρτία αν αρνηθεί τόν έρωτα – αν φτάσει δηλαδή στην υπερβολή να γεννήσει χωρίς καν γαμήσι : Έτσι, μ’ ένα σμπάρο δυο τρυγόνια : Εκτός τής ανέραστης θεότητας όλες οι υπόλοιπες γυναίκες μπορούν ελεύθερα να είναι πουτάνες.

και ενός ρατσισμού μύριοι έπονται : δεν υπάρχει περίπτωση να είναι κανείς δηλαδή ρατσιστής ως προς τίς γυναίκες, αλλά να αγαπάει και να σέβεται όλον τόν άλλο κόσμο : απλώς τό ένα του μίσος θα φαίνεται περισσότερο, και τ’ άλλα θα ακολουθούν κρυφά : Μπορεί να κοροϊδέψει στα λόγια φυσικά κανείς – δεν θα κοροϊδέψει όμως ποτέ στην εσωτερική συνοχή τών πράξεων, τών βαθύτερων επιθυμιών, και τών αδιατύπωτων διαθέσεών του.

αρκεί κανείς να ’χει τή διάθεση να τά παρακολουθήσει.

και να ’ναι αρκετά τυχερός, που να ζει σε μια εποχή που να τού επιτρέπει τήν πολυτέλεια τής παρατήρησης.

  

 

                                         

 

τρεις στο λεωφορείο
( : η ρόζα λ., η ραχήλ κ., κι εσύ)

 

προχτές συνάντησα μια φίλη μου που ταξιδεύει πολύ. Είναι εξαιρετική πεζογράφα και γι’ αυτό τά βιβλία της δεν συμπεριλαμβάνονται ποτέ στους πίνακες τών μπεστσέλερ (εξάλλου όταν άρχισε εκείνη να γράφει και να εκδίδει πεζογραφία, ήταν τής μόδας η ποίηση και όχι τά μυθιστορήματα, και δεν υπήρχαν τέτοιοι πίνακες και τέτοια μπεστσέλερ.) Έχει ταξιδέψει λοιπόν πολύ, και οι ανοιχτοί ορίζοντες σε συνδυασμό με μια αχαλιναγώγητη φαντασία τήν έχουν οπλίσει με τέτοια υπομονή και επιείκεια απεριόριστη ώστε συν τοις άλλοις να ανέχεται και εμένα. Είχα να τήν δω καιρό και πιάσαμε κουβέντα για τά επεισόδια με τά πλοία προς τή Γάζα. Μού ξεφούρνισε ότι έχει πάει στο Ισραήλ τρεις φορές κιόλας, και τήν τσίγκλησα για ιστορίες. Στις ώρες που κάτσαμε μαζί, αν τήν μαγνητοφωνούσα, θα τής πρόσφερα μετά ένα βιβλίο πεντακοσίων σελίδων έτοιμο για δακτυλογράφηση.

μια ιστορία όμως απ’ όλες τήν είχε πειράξει πολύ, και επειδή μέ πείραξε και μένα αυτήν θέλω να πω κι εγώ τώρα εδώ :

 

  

 

 θα προσπαθήσω δηλαδή : Μού ’χει μείνει ο ήλιος : μέρα : πήρε τό λεωφορείο μέσα στην ιερουσαλήμ να πάει κάπου. Τό λεωφορείο άδειο, μόνο στη μέση προς τά μπροστά μια ξανθιά γυναίκα (μεγάλης ηλικίας), και η μ. λοξά προς τά πίσω να τήν παρακολουθεί – γιατί είχε δει στο χέρι της τυπωμένον έναν αριθμό. Σε κάποια στάση ανέβηκε μια στρατιωτίνα κι έκατσε δίπλα της, ίσως επειδή φαινόταν ότι είναι τουρίστρια και είχε κι η ίδια όρεξη : πιάσαν κουβέντα, δεν θυμάμαι σε ποια γλώσσα, πιθανόν γαλλικά – ή και αγγλικά – όχι γερμανικά πάντως. Η στρατιωτίνα ήταν πρόθυμη και μικρή, τής έδινε ευχαρίστως τουριστικές πληροφορίες. Ανοίγει η πόρτα σε μια στάση και τό λεωφορείο γεμίζει παιδιά – από κάποιο σχολείο – γεμάτα κέφι : φωνές, αστεία, πειράγματα, κλίμα εφηβικό κοινό σ’ όλες τίς χώρες (είναι ωραία τά παιδιά όταν είναι παιδιά κι όταν γελάνε) η φίλη μου πάντως έχει γερό αυτί : αν και δεν καταλαβαίνει εβραϊκά, ακούει ότι τά γέλια αρχίζουν να αποκτούν σιγά–σιγά ένα διαφορετικό χρώμα : βλέπει και ότι η ξανθιά γυναίκα μπροστά έχει αρχίσει να κάνει κάποιες νευρικές κινήσεις : έχει γυρίσει προς τά πίσω τό κεφάλι μια–δυο φορές, έχει κάνει πού και πού μια αποτρεπτική κίνηση με τό χέρι : όμως με κάθε της εκνευρισμό τά γέλια γύρω δυναμώνουν : τέλος εκτοξεύονται πια ήχοι σαφώς όχι μόνο κοροϊδευτικοί όχι απλά εχθρικοί αλλά εμφανώς υβριστικοί : η γυναίκα μια τινάζει τούς ώμους, μια γυρίζει η μισή, μια σηκώνει τό χέρι προς τά αγόρια σε κίνηση άμυνας, περιφρόνησης, μοναχικής κι ανίσχυρης επίθεσης, και τά παιδιά εκστασιάζονται : ήχοι και θόρυβοι και χειρονομίες που είναι σαφώς πια βρισιές, σχεδόν πια λυντσάρισμα, εκτοξεύονται προς τό μέρος της κατά ριπάς : γυρίζει τώρα ξεκάθαρα και αυτή, επιθετική τώρα και αυτή, βρίζοντας δηλαδή μάλλον κι αυτή, δεν καταλαβαίνω όμως ούτε κι αυτή τί λέει : κουνάει μόνο τό χέρι συνέχεια τώρα, περιφρονητικά και αυτή, αμυντικά, φοβισμένα, άφοβα, επιθετικά, όλα μαζί : ένας διάλογος γίνεται όπως κι αν έχει, που τήν φίλη μου τήν ενδιαφέρει πολύ : – Τί λένε; ρωτάει τήν στρατιωτίνα, αλλά η κοπέλα δεν είναι πρόθυμη σ’ αυτό τό συγκεκριμένο αξιοθέατο να δώσει πολλές τουριστικές πληροφορίες : στο τέλος εξηγεί περιληπτικά : δεν μεταφράζει ούτε τίς επιθέσεις ούτε τίς άμυνες, αλλά μόνο τό νόημα : τό νόημα όπως κατά τή γνώμη της είναι : Τ’ αγόρια τήν περιφρονούν, τής λέει, αυτή τή γυναίκα γιατί έζησε σε στρατόπεδο συγκεντρώσεως και τής λένε ότι έκατσε σαν πρόβατο να πάθει αυτά που έπαθε : η κοπέλα δεν μεταφράζει τίς λέξεις που λένε, εξηγεί θεωρητικά : τά παιδιά πιστεύουν ότι δεν έπρεπε να κάτσουν εκείνοι να πάθουν αυτά που πάθανε, λέει, και τούς κατηγορούν ότι δεν αντέδρασαν, και τής λένε τής γυναίκας ότι εκείνοι ήταν χαζοί που φέρθηκαν σαν πρόβατα : η στρατιωτίνα μεταφράζει λοιπόν τό «ήθος» και μάλλον τό συμμερίζεται απ’ ό,τι δείχνει κιόλας (και καταβάθος εγώ πιστεύω ότι ντρέπεται λίγο για τήν ελάχιστη αμηχανία της τήν ώρα που τό συμμερίζεται – αλλά θα τήν ξεπεράσει τήν αμηχανία, είναι και μικρή, έχει μέλλον) : δεν αναπαράγει τίς κουβέντες τών παιδιών ούτε και τά λόγια τής επιζώσας λοιπόν : τά φανταζόμαστε (εμείς) ; μπορούμε (εμείς εύκολα) να τά φανταστούμε ; η κοπέλα πάντως αναμεταδίδει μια σκέψη που φαίνεται να είναι γενικότερα αποδεκτή, άποψη όχι μόνο τών παιδιών αυτών ή δικιά της, άποψη τού γενναίου καινούργιου και μοντέρνου κόσμου στον οποίο βρίσκεται : μια άποψη με δύο πράξεις : πράξη πρώτη εμείς δεν θα κάτσουμε να πάθουμε τά ίδια, πράξη δεύτερη τά παιδιά περιφρονούν αυτούς που κάτσαν σαν πρόβατα και τούς σκοτώσανε, και συμπέρασμα γενικό : είναι αποφασισμένα τά παιδιά αυτά ότι αυτά δεν θα τό πάθουν αυτό ποτέ.

αυτά δεν θα τό πάθουν αυτό ποτέ, αυτό απαιτεί cut εδώ που λένε κι αυτοί οι άλλοι στο σινεμά.

 

 

να ξεκαθαρίσω ότι δεν μού έκανε εντύπωση αυτή καθεαυτή ακριβώς τής γυναίκας η ιστορία – ήξερα από παλιότερα ότι στο ισραήλ οι επιζήσαντες από τά στρατόπεδα συγκεντρώσεων βρίσκονταν τελικά (όσο σκλήραινε τό καθεστώς) σε δυσμένεια, και μεγάλο ποσοστό τους είχε καταλήξει σε διάφορα ιδρύματα δηλαδή τρελοκομεία, (είχε γραφτεί κι ένα άρθρο στο περιοδικό «αντί» γι’ αυτό, τής φραγκίσκης αμπατζοπούλου αν δεν κάνω λάθος – που όμως δεν μπόρεσα να τό βρω τώρα εδώ για να παραπέμψω – βρήκα μόνο μερικά συναφή βιβλία τής ίδιας (βλ. «σημείωση» στο τέλος τού ποστ)). Αυτό που μού έκανε πραγματική κατάπληξη – μόνο και μόνο γιατί η φαντασία μου δεν είχε μπορέσει να τό συμπεριλάβει στις πιθανές πραγματικότητες – ήτανε τό «σκεπτικό», ο τρόπος σκέψης δηλαδή και οι δικαιολογίες τών παιδιών για τό μίσος και τή διαπόμπευση –

είχα μόλις ανεβάσει ένα πόστ για τόν μονοδιάστατο άνθρωπο τίς μέρες εκείνες που συνάντησα τή φίλη μου, και μού φάνηκε σαν εφαρμοσμένη απόδειξη μονοδιάστατης σκέψης η ιστορία αυτή (βλ. ας πούμε : «βρισκόμαστε μπροστά σε μια απ’ τίς θλιβερότερες πλευρές τής αναπτυγμένης βιομηχανικής κοινωνίας : τόν ορθολογιστικό χαρακτήρα τής ανορθολογικότητάς της» ή : «η έννοια τής αλλοτρίωσης γίνεται προβληματική όταν τά άτομα ταυτίζονται με τήν ύπαρξη που τούς επιβάλλεται, και αφενός πραγματοποιούνται, αφετέρου ικανοποιούνται μέσα σ’ αυτήν»  κλπ, κλπ.) Για επόμενο λοιπόν ανέβασα ένα παλιότερο δικό μου κείμενο μια που διαπίστωσα ότι δεν είχα διάθεση να γράψω τίποτα – εκείνο τό ποστ μιλούσε για τίς γυναίκες τών παλαιστινίων – τώρα, εδώ και καμιά βδομάδα που άρχισα να σχεδιάζω αυτό εδώ, γράφω ουσιαστικά για τίς γυναίκες τών εβραίων. Αλλά μάλλον για τίς γυναίκες απλώς : (γιατί δεν είμαι καθόλου σίγουρη ότι θα διαπόμπευαν με τήν ίδια άνεση και έναν άντρα επιζώντα εκείνα τά κωλόπαιδα – αλλά και πάλι πόσο φταίνε τά κωλόπαιδα μόνο; )

μια που έτσι ακριβώς σκεφτόντουσαν, σαν εκείνα τά παιδιά, και οι παππούδες τους που τήν πάτησαν στην γερμανία : όχι εκείνοι που ήταν ανίκανοι να μετακινηθούν λόγω φτώχειας, αλλά εκείνοι που είχαν τά λεφτά, επειδή είχαν τά λεφτά, όσοι ακριβώς είχαν τά λεφτά : ξέρω (θα μεταφράσω αποσπάσματα καμιά φορά από τή βιογραφία αυτή) τήν περιφρόνηση που έδειχνε ο πατέρας τού αντόρνο προς τούς φίλους τού γιου του που ήταν φτωχών τάξεων παιδιά ή εντελώς προλετάριοι (με τόν λόβενταλ ας πούμε – άλλον έναν κατοπινόν φιλόσοφο τής «σχολής» – ο «τέντυ» είχε προβλήματα να τόν φέρνει σπίτι ως έφηβος (κάποιες απ’ τίς φιλίες τών μελών τής «σχολής τής φραγκφούρτης» χρονολογούνταν όντως από τά παιδικά τους χρόνια) διότι ο πατέρας αντόρνο είχε  απαγορέψει να μπαίνουν παρακατιανοί στο σπίτι – κλασική «ψυχολογία» μεγαλοαστού που τήν ξέρουμε κι απ’ τά «δικά μας» ψιλοάθλια – ο πατέρας τού αντόρνο ήταν μεγαλέμπορος, τού χορκχάιμερ βιομήχανος.) Πίστευαν ότι δεν θα τούς αγγίξει λοιπόν κανείς – έτσι ακριβώς όπως πιστεύουν και τούτοι : Αυτοί εδώ έχουν μεγάλη υποστήριξη και δεν διανοούνται ότι θα τήν χάσουν : έτσι είμαστε πάντοτε – οι πάνω και οι κάτω – κι όταν μάς παίρνει όλους ο διάολος και μάς σηκώνει μάς λένε μετά ότι είμαστε και πρόβατα και μαλάκες. Πάντως σωστά.

αλλά πόσο σωστό είναι να προχωράς τυφλός, έχοντας βάλει στη γωνία τό μυαλουδάκι σου – πιστεύοντας ότι δεν σού χρειάζεται επειδή είσαι δυνατός, επειδή έχεις πλάτες αμερικάνικες, ή λεφτά ; Και τί ζωή θα κάνεις αν τό παρόν σου δεν είναι καν ένα λεπτό, αν η ιστορία δεν υπάρχει, τί ζωή υπερασπίζεσαι ζώντας όχι μόνο τυφλός αλλά και κουφός ; Τούς έχουμε γύρω μας συνέχεια αυτούς τούς ανθρώπους, οι περισσότεροι τό ίδιο είναι σ’ όλες τίς χώρες, για τούς δικούς του λόγους ο καθένας, κοροϊδεύοντας διαφορετικά πρόβατα ο καθένας κάθε φορά : αυτό τό μασίφ τούβλο ως ιδιοσυγκρασία και τρόπος σκέψης είναι τής μόδας, νομίζουν πράγματι ότι είναι και ζωντανοί όμως έτσι :

γιατί τό να μην καταλαβαίνεις δεν είναι λάθος, δεν είναι έγκλημα, είναι τό μεγαλύτερο δυστύχημα που μπορεί να σού τύχει : Αναρωτιόντουσαν κάποιοι πού οφειλότανε η απόλυτη εκείνη απόσταση τών ναζί από τούς κρατούμενους – πού οφειλόντουσαν τά γέλια τους όταν τούς κρυφοκοίταζαν από μια τρύπα να πνίγονται στα κρεματόρια (υπάρχουν μαρτυρίες) : Μα : στην ίδια ακριβώς λογική με τ’ αγοράκια τού λεωφορείου : ότι η φαντασία είναι περιττή, ο άλλος είναι ανύπαρκτος, ο χρόνος δεν υπάρχει, η ιστορία δεν υπάρχει, μέλλον δεν υπάρχει, τό ίδιο τό παρόν είν’ ανύπαρκτο, και τό μόνο που έχει σημασία είναι να είσαι εσύ δυνατός, και να επιζήσεις

δεν ισχυρίζομαι ότι και οι παλαιστίνιοι αν είχαν μια παρόμοια δύναμη, τά ίδια δεν θα κάνανε : δεν μπαίνει θέμα βιολογίας εδώ – και οι «εβραίοι» σ’ αυτήν τήν περίπτωση μάς κάνουν ένα πολύ μεγάλο καλό, καθώς μάς τό αποδεικνύουν περίτρανα

 

 

είναι γεγονός ότι καμιά φαντασία δεν συναγωνίζεται τήν πραγματικότητα – όχι τόσο γιατί δεν μπορείς να σκεφτείς να τό δημιουργήσεις τό επεισόδιο, αλλά γιατί φαίνεται ψεύτικο, και, τό χειρότερο, κακόγουστο. Τό ότι έχει συμβεί δεν τό κάνει βέβαια λιγότερο απίθανο, η αλήθεια του όμως αποκλείει τή δυνατότητα να τό χαρακτηρίσεις κακού γούστου. Δεν είναι θέμα γούστου εδώ : αυτό είναι τό φριχτό και τό αποτρόπαιο, όπως δεν είναι θέμα γούστου τά ίδια τά στρατόπεδα, τά ίδια τά βασανιστήρια, η ίδια η εφευρετικότητα στο μίσος, η ίδια η φρίκη. Και τελικά η ίδια η φριχτή έλλειψη φαντασίας : ο μονοδιάστατος άνθρωπος, για να ξαναγυρίσουμε στον μαρκούζε, ζώντας εκτός ιστορίας εκτός μνήμης εκτός χρόνου, δεν διστάζει να υπερασπιστεί αυτό που εκλαμβάνει ως ζωή του με κάθε τρόπο – τό πρόβλημα σ’ αυτόν είναι τό τί ακριβώς ονομάζει ζωή : Η ρέϊτσελ κόρι αν δεν ήταν ως αμερικανίδα ένα χειραφετημένο και ελεύθερο κορίτσι που μπορούσε να μεγαλώσει τόν εαυτό της τόσο πολύ, ώστε να ταυτίσει τή ζωή της με τή ζωή τών δυστυχισμένων άλλων, αν είχε γεννηθεί δηλαδή στην παλαιστίνη, αν η ρέϊτσελ κόρι ήταν κόρη ενός παλαιστίνιου, κανένα δικαίωμα δεν θα ’χε να μεγαλώνει τόν εαυτό της μ’ αυτόν τόν τρόπο, μην έχουμε καμιά αμφιβολία γι’ αυτό : και αν επέμενε στη φαντασία της θα θανατωνόταν επίσης με κάποιον τελετουργικό τρόπο * , γιατί θα χαρακτηριζόταν απλώς πουτάνα που φοράει μπλουτζήν και δεν κάθεται σπίτι της μαντηλοδεμένη να περιμένει να τής βρουν γαμπρό ο πατέρας της, οι θείοι της, ή τά αδέλφια της. Δεν θέλω να πω ότι πήγε άδικα χαμένη η θυσία της για μια απελευθέρωση, θέλω να πω όμως πως για άλλη απελευθέρωση θυσιάστηκε εκείνη, που οι ίδιοι οι παλαιστίνιοι αυτή τή στιγμή δεν τήν φαντάζονται

μια απελευθέρωση που πολλές εβραίες και εβραίοι μέχρι τώρα στο παρελθόν αγνοώντας τόν μισογυνισμό τής θρησκείας τους, αποκηρύσσοντας γενναία τή θρησκευτική πλευρά τού εβραϊσμού τους, μάς έδωσαν τά εργαλεία για να μπορούμε εμείς και να τήν φανταζόμαστε με τή μεγαλύτερη δυνατή ενάργεια, και να τήν υπερασπιζόμαστε ως δική μας, ως μέρος τού εαυτού μας

έτσι μάς βλέπω : θα είμαστε πάντα όλοι τριπλοί δηλαδή μέσα σ’ αυτό τό διαστημικό λεωφορείο που διασχίζει τά πάντα : γυναίκες απελευθερωνόμενες, εβραίες αριθμούμενες, παλαιστίνιες δολοφονούμενες : τό «από ποιον» ας τό φανταζόμαστε με λίγο καθαρότερο μάτι : από όλους όσους δεν δέχονται να μπούνε στη θέση σου –

  

 

                                          

   

σημειώσεις :

  

* για τόν μισογυνισμό στην παλαιστίνη ενδεικτικά μόνο (και μόνο από τό γκουγκλ) : δέστε αυτό και αυτό 

συμπληρωματικά προτείνω και τήν ανάγνωση αυτού τού ποστ, μετά τών (άφθονων) σχολίων του (ως συνήθως στου omadeon) όπου υπάρχουν και (πολλά… (τότε δεν είχα τά βλογ και είχα καιρό αλλά καταλαβαινόμαστε ομαδεώνα…)) δικά μου σχόλια κι όπου τίθενται τόσο τά θέματα τού παραλογισμού τής, παλαιστινιακής και λοιπής, αραβικής «λογικής» για τήν άρνηση τού ολοκαυτώματος όσο και τών παραλογισμών τού «επίσημου» ισραήλ ως προς τούς (εσωτερικούς) διαφωνούντες του – και πολλά άλλα… Πάντως (ακόμα) δεν μπόρεσα να εντοπίσω τό άρθρο στο «αντί» (για τό οποίο μιλάω και εκεί) και στο οποίο η φραγκίσκη αμπατζοπούλου (εξακολουθώ να) νομίζω περιέγραφε τή δυσμένεια στην οποία (είχαν) έχουν περιπέσει επιζώσες και επιζώντες τού ολοκαυτώματος στη σημερινή γη χαναάν, τη γη τήν ρέουσα μέλι και γάλα… : τά μόνα σχετικά που βρήκα από τήν εν λόγω συγγραφέα είναι αυτό και αυτό.

 

και μερικά έργα
εφαρμοσμένης φαντασίας :

 

επειδή όμως στα σχόλιά μου σ’ εκείνο τό ποστ/ποταμό στου omadeon είχα αναφέρει και τήν δημιουργία από τόν (παλαιστινιο/αμερικανό) φιλόσοφο edward said και τόν (εβραιο/αργεντίνο) μουσικό daniel barenboim τής ορχήστρας west-eastern divan με μουσικούς ισραηλινούς και άραβες, νά και μερικά βιντεάκια :

(απολαύστε πάνω απ’ όλα τόν διάλογο ανάμεσα στα δύο «διαφορετικής εθνικότητας» όργανα, τό κοντραμπάσο και τό τσέλο : μια συνεργασία που είχε περάσει από σαράντα κύματα ώσπου να πετύχει, αλλά όμως πέτυχε – όπως λένε οι πληροφορίες γι’ αυτό τό φανταστικό (στην κυριολεξία) πείραμα στις διηγήσεις τών σαΐντ και μπαρενμπόιμ από τό βιβλίο τους parallels and paradoxes : explorations in music and society  (btw τό βιβλίο πρέπει να είχε εκδοθεί και στα ελληνικά, διότι νομίζω ότι από κει τό διάβασα και εγώ – πάντως δεν μπόρεσα να τό βρω στο γουγλ) Εδώ πληροφορίες και στην ελευθεροτυπία για τό βιβλίο)

 

 

 

και μια και μιλάμε για δημιουργικότητα και αλληλεπίδραση τής φαντασίας, νά και λίγη παλαιστινιακή ραπ στο καφέ sinatra’s τής ραμάλας, τόν αύγουστο τού 2007 (δεν είδα πάντως κορίτσια στο κοινό τού καφέ – η αλληλεπίδραση τών πολιτισμών έχει και τά όριά της, προς τό παρόν τουλάχιστον – ) :

 

 

 

 

 

(μια δεύτερη βασική ώθηση για να γράψω αυτό τό ποστ πάντως, μού έδωσε, εκτός από τή συζήτηση με τήν φίλη μου, και τό βλογ τού αμπραβανέλ – κυρίως στις πρόσφατες αναρτήσεις του εδώ και εδώ)

 

 

 

 

 

 

 

Ιουνίου 1, 2010

ινφάντες κι ιντιφάντες

  

όταν οι εβραίοι (μπορούν να) πατάνε πάνω στη φρίκη που έζησαν (ως άτομα) από τόν φασισμό για να μετατραπούν οι ίδιοι (σαν κράτος) σε φασίστες, τότε ο Λόγος (που θα ’λεγαν και οι φιλόσοφοι) τουλάχιστον αποσβολώνεται. Και δεν ισχύει ούτε καν αυτό που είπε κάποτε ο τέοντορ αντόρνο (από τούς στυλοβάτες μαζί με τόν χέρμπερτ μαρκούζε και τόν μαξ χορκχάϊμερ τής «κριτικής θεωρίας» με τήν οποία σάς απασχολώ στα τελευταία ποστ, και θα συνεχίσω… αλλά αυτή εδώ η παρένθεση μού επιβάλλεται, είναι  κατανοητό) ότι «μετά τό άουσβιτς δεν μπορεί να γραφτεί πια ποίηση» : είναι μάλλον αναγκασμένος να υποστηρίξει κανείς ότι – με όσα γίνονται εδώ και χρόνια στην παλαιστίνη – χάνει τά λόγια της και τραυλίζει και η ίδια η Ιστορία

(δεν ξέρω πόσοι και πόσες θυμούνται ότι η ελληνίδα συγγραφέας λιλή ζωγράφου που είχε γράψει κάποτε τό βιβλίο «μίκαελ – ποιος σαν τόν θεό» για τά βασανιστήρια τών εβραίων από τούς ναζί (ένα βιβλίο σπουδαίο για ένα παιδί που θα τό διάβαζε τότε, αν είχε μάλιστα διαβάσει πιο πριν και τόν «τελευταίο τών δικαίων» τού αντρέ σβαρτς-μπαρτ, που θα είχε σημαδέψει τελειωτικά τήν ψυχολογία του κάνοντάς το να ζει στον ύπνο του και στον ξύπνο του τήν φρίκη τών πάλαι ποτέ ναζιστικών στρατοπέδων συγκέντρωσης, με τήν μοναδική (παιδική – και έτσι αυτά συγχωρούνται) τότε αυταπάτη ως παρηγοριά, ότι επρόκειτο για τελειωτικά τελειωμένες φρίκες) αρνήθηκε η τίμια γυναίκα μετ’ επιτάσεως να τό επανεκδόσει με τόν ίδιο τίτλο αργότερα, όταν είχαν αρχίσει πια τά όργανα τής αναπάντεχης καινούργιας κτηνωδίας  στην παλαιστίνη – και τό βιβλίο σήμερα κυκλοφορεί με τό όνομα «οι εβραίοι κάποτε»)

διότι βέβαια : οι εβραίοι κάποτε δεν μπορεί (ως πραγματικότητα) να δικαιολογεί τούς εβραίους σήμερα (ή ποτέ)… η ιστορία τών ατόμων (και τών λαών) δεν είναι δυνατόν να χρησιμεύει ως δικαιολογία – αν θέλουμε να μιλάμε για Ιστορία κι όχι για (θλιβερά λειψή κιόλας) ψυχοθεραπεία αξιολύπητων ψυχασθενών που διακατέχονται από τήν απλούστερη  και συνηθέστερη μεν εξουσιομανία τήν οποία μπορούν όμως αυτοί να κρύβουν πίσω από συμπλέγματα περασμένων μεγαλείων που δηγώντας τα να κλαις : η ιστορία μπορεί να χρησιμέψει (αν ποτέ χρησιμέψει…) ως μνήμη συγκροτημένη και ανήλεη που θα ακονίσει τήν κριτική μας ικανότητα και τή λογική μας (αν μπορούμε να τήν έχουμε και να τήν διατηρούμε), δεν είναι όμως η ιστορία άσυλο κατά συρροήν  δολοφόνων – και δεν παρέχει η μνήμη κανένα συχωροχάρτι

δεν αισθάνομαι ότι μπορώ να πω τίποτ’ άλλο σήμερα. Παραθέτω έτσι απλώς ένα κείμενο σχετικό (αφιερωμένο στις νεκρές και στους νεκρούς – παλαιστίνιους και μη – άλλωστε είμαστε υποχρεωμένοι πια να είμαστε όλοι παλαιστίνιοι όπως κάποτε (θεωρούσαμε) (ακόμα και όσοι ζήσαμε κατόπιν εορτής) ότι είμασταν όλοι εβραίοι), που οι φίλοι τού περιοδικού «σημειώσεις» έκριναν άξιο προδημοσίευσης από ένα βιβλίο μου ανέκδοτο πριν κάτι μήνες – και προτιμώ να αφήσω αυτό να μιλήσει τώρα αντί για μένα

(και μη μού πείτε ότι γίνομαι μάντης κακών, γιατί δεν μπορώ άλλωστε κιόλας… η φρίκη είναι ένα βήμα μπροστά μας πάντοτε…)

     

vienne la nuit

           Σού φέρνει θλίψη να τελειώνει ένα βιβλίο ακόμα κι αν ξέρεις ότι πάντα ήξερες ότι δεν θα τό εκδόσεις ποτέ: Είναι ένα είδος φυγής ο αποχωρισμός σου από ένα πείραμα που στη διάρκειά του πέρασες τόσα και είδες εικόνες που δεν μπορούσαν να σέ κάνουν να γελάσεις πολύ, όμως άλλες φορές χαμογέλασες κιόλας με κάποιους – όμως πέρα, στην έξω ζωή, αυτή δηλαδή που συνεχιζότανε έξω όσο έγραφες, όλα ήταν μάλλον (συνέχεια) χειρότερα: Ας γυρίσω λοιπόν πάλι για λίγο στη γλώσσα που είναι ένα θέμα που μέ παρηγορεί έστω ελάχιστα:

           Ας ξαναγυρίσω λοιπόν σε μία σημείωση που κράτησα δηλαδή στην αρχή και στις μέρες που πέσανε τά αεροπλάνα και σκότωσαν τούς νεοϋορκέζους (κι αντί να τιθασσευτεί τότε τουλάχιστον ο (κάθε) πόλεμος ξεκίνησε και νέος γύρος με σκοπό να διαιωνιστούνε οι θάνατοι ευκαιρία περίφημη) και ξέσπασε έτσι η νέα (αυτή) ιντιφάντα, όπως πάντα τή λέγανε στα εδάφη τά κρίσιμα: Δυστυχισμένη ιστορία, ατέλειωτη: Κι όμως, είναι περίεργο, εμένα αυτή η τόσο τρομερή λέξη μού ’φερνε πάντα στο μυαλό κάτι ευχάριστο: Από τήν πρώτη φορά που τήν άκουσα (πριν χρόνια πολλά) ήμουνα μάλιστα σε διακοπές, είχε συμπέσει να είναι και καλοκαίρι, τό θυμόσαστε τότε, κι ήταν ακριβώς για όσους ξέρανε λίγο τά πράγματα που έμοιαζαν με τό μεσολόγγι αυτοί: Έτσι όπως είχαν κλειστεί πολιορκημένοι και προσηλωμένοι όλοι μέσα τους, και επαναλαμβανότανε πάλι η ίδια (αιώνια) ιστορία: τά μάτια όλων επάνω τους και οι άνθρωποι τρώγαν ποντίκια. Απεσταλμένοι από χώρες πολλές και κλεισμένοι εκειμέσα κι αυτοί, κάποτε λεγόντουσαν ιδεαλιστές ή φιλέλληνες: από τίς τηλεοράσεις τούς βλέπαμε δηλαδή κάθε μέρα, μάλλον κάθε απόγευμα μετά τήν ηλιοθεραπεία τό μπάνιο τή θάλασσα, χωριάτες τουρίστες ξένοι και ντόπιοι ερωτευμένοι κι ανέραστοι, όλοι μαζί καθισμένοι στα καφενεία με τούς καφέδες αποσβολωμένοι όλοι είχανε (τή μνήμη ή τήν επίγνωση) ότι όλα είχανε πάλι συμβεί και κοιτούσαν στην οθόνη τήν γυάλινη τά πρόσωπα που στέλνανε τώρα οι οπερατέρ, και μέσα σε όλα τά άλλα τά πρόσωπα σιωπηλά και τά πρόσωπα αυτών τών παιδιών: χλωμά και απορημένα βουβά και ανέγγιχτα: σαν μεσολόγγι ακριβώς: όλου τού κόσμου τά μάτια στραμμένα επάνω τους, με τήν ίδια ηρεμία ή ψυχρότητα σαν μεσολόγγι, όλοι (οι λογικοί) ήταν μαζί τους τό ίδιο κλίμα όπως με τούς φιλέλληνες (τρέχαν να παν να κλειστούν εκειμέσα και άλλοι πολλοί) (ήταν λίγοι που νοιάζονταν όχι για τά αρχαία και τίς ιστορίες αλλά θέλαν να πάνε με τούς κλεισμένους αυτοί) (που τρώγαν ποντίκια) και τό μάτι τώρα τού φωτογράφου να επιμένει (γενναία) να μεταφέρει, και μάτι και χέρι γενναίο που κινδυνεύει για να μεταφέρει, να γίνει τό μάτι σου: ζεις τήν πολιορκία από απόσταση, αλλά ακόμα κι αν δεν θέλεις τή ζεις. Έχεις δηλαδή τίς εικόνες που ακόμα κι αν εσύ δεν μπορείς, οι άλλοι τίς βλέπουνε: και τό ξέρεις αυτό και έτσι θα τίς δεις και μην βλέποντας.

           Γιατί τότε εμένα η λέξη ιντιφάντα μού φάνηκε απ’ τήν πρώτη στιγμή που τήν άκουσα περιέργως καλή και γλυκειά; Μ’ απασχολούσε τό ζήτημα δηλαδή για καιρό ώσπου (φέτος) κατάλαβα, μόλις έγινε η δεύτερη και τά είδα όλα πάλι ξανά: λες και με τήν επανάληψη ξεκαθάρισε η μνήμη (ή η λογική και η κρίση μου) και κατάλαβα πως, όπως ήμουν και έρμαιο τών ήχων μονίμως τήν είχα ενώσει απλώς στο μυαλό μου με τή λέξη ινφάντα: αυτό που πάνω απ’ όλα δηλαδή τότε είδα πως εμένα μέ θύμωσε ήταν τά κοριτσάκια: και γυναίκες και άντρες, φυσικά και παιδιά αλλά δεν υπήρχαν παιδιά: τά αγόρια ήτανε σαν απ’ τήν αρχή (τής ζωής τους ; ) άντρες όλα με απόφαση μέσα στο μάτι, πολεμούσαν κι αυτά (τί απόγνωση και τί μίσος εκείνο στο μάτι) κι έτσι πάνω απ’ όλα λοιπόν κοριτσάκια: μια μικρή ελισάβετ που δεν θα γινότανε να αφεθεί σαν τούς άντρες να πολεμήσει εκείνη ποτέ: με τή φρίκη λοιπόν τώρα τής θλίψης τής διπλής ήδη μέσα στο μάτι της, κι από τώρα με τό μαντηλάκι αυτό στο κεφάλι της μικρή τί μικρή, μια πριγκήπισσα τής ανισότητας μέσα στην ανισότητα που τούς σκέπαζε όλους, πόση θλίψη η μικρούλα στο μάτι απ’ τή φρίκη (μέσα κι όχι απλώς γύρω ή πάνω της) που τούς σκέπαζε όλους: Διότι εκείνες (οι άλλες) πριγκήπισσες (εκεινού τού ζωγράφου) (ντυμένες με τά πλούσια ισπανικά τους φορέματα) δεν στερήθηκαν (ούτε κι αυτές) σε επίγνωση μιας κάποιας θλίψης μολονότι (φυσικά) πλουσιότερες και (σχετικά) δυνατότερες θα μπορούσανε αυτές να ονειρεύονται – άχρηστα πράγματα (όπως τό ν’ αλλάξουν τό σπίτι τους με ένα σχέδιο ή να στείλουν τήν νταντά ή τή μάνα τους να κοιμηθεί στο ντουλάπι) – (αν τίς θύμωνε κάποια τους, με τή λίγη τους δύναμη πριν να αποδειχτούν και εκείνες παντελώς πια αδύναμες και αποδεχτούν τήν αδυναμία αυτή με θυμό ή με θλίψη (αλλά όπως και να ’χει αδύναμες τώρα μεγάλες κι αυτές)) (να ερωτεύονται άλλον να παντρεύονται άλλον να πεθαίνουνε όλοι από έρωτα κι από ζωή κι ο δον κάρλος κι αυτές και ο πόζα) όμως έτσι μικρές θα μπορούσαν τουλάχιστον μέσα στο σπίτι τους να κάνουνε σχέδια και ασφαλώς να ποζάρουνε και στον ζωγράφο ελαφρώς θυμωμένες: Ενώ αντίθετα τά κοριτσάκια που έβλεπα στην τηλεόραση μες στο κάδρο κι αυτό τό γυαλί δεν θυμώνανε καν με τήν μάνα τους γιατί ήταν εκεί κάθε μέρα στην αγκαλιά της (με τό μαντήλι κι οι δυό) ή στεκόντουσαν κρατημένα απ’ τή φούστα της και πλάϊ στα πόδια της (σκεπασμένα καλά, με τά δικά τους επίσης τά λιλιπούτεια ποδαράκια σκεπασμένα καλά (πώς να τρέξεις να πετάξεις πέτρες και να πολεμήσεις με τό φόρεμα να σέ μπερδεύει να μπλέκει στα πόδια σου – εκ γενετής επομένως ότι δεν είναι για πόλεμο, να τό μαθαίνουνε και να τό ξέρουνε και τά ρούχα και τά χέρια και τά πόδια αυτά)) και μάς κοιτούσαν κοιτώντας μονάχα τήν μαύρη απέναντι τή μηχανή που στερέωνε με τό πρόσωπό του στο δικό τους τό πρόσωπο ένας ξένος και άγνωστος: απορούσαν λοιπόν επομένως με τά μαύρα τά μάτια τους απορούσαν και αυτό μάς έλεγαν για τό μαύρο τό σύννεφο που τούς έπεσε στη δικιά τους ζωή – τόσο άχρηστο – χωρίς κούνια και χωρίς κρεβατάκι – μικρά και σοφά: κι όμως ίσως που δεν θα προλάβουνε να γίνουνε ούτε καν εφτά χρόνων: τί ποιητές και τί μουσικοί: τί ζωγράφοι και τί πεζογράφοι: ούτε καν εφτά χρόνων: Πού να τούς βρεις τώρα, σε ποιους τάφους και σε ποιες λογικές, σε ποιες πιθανότητες όταν δεν θα προλάβουν να γίνουνε ούτε καν εφτά χρόνων.

           Μού φαινόταν λοιπόν ότι η λέξη ιντιφάντα αυτές πάντα σήμαινε, κάτι σαν γλωσσικό και θρήνο και πένθος, επάνω σ’ αυτές, και μόνο επάνω τους, σ’ αυτές τίς πριγκήπισσες και τίς άγνωστες, τίς βασίλισσες τής καταστροφής στο πλινθόκτιστο σπίτι που τό βλέπανε πώς γκρεμιζότανε, ή τό περιμένανε και τό φοβόντουσαν και τό φανταζόντουσαν πως θα γκρεμιζότανε, πριν προλάβουνε καν να τό ζήσουν και να τό γνωρίσουνε κι όχι να κάνουνε και τά σχέδιά του και να τά δώσουν μετά στη μαμά, με αλλαγμένη ίσως τότε αδιόρατα τήν περίπλοκη εκείνου τού σπιτιού διαρρύθμιση και τό κρεβάτι αυτηνής από μία τρελλή τους κι ανόητη σαν ίσως έμπνευση μέσα στο κοίλωμα και τού βράχου και τού ντουλαπιού και τής μίας ντουλάπας με τόν μεσαιωνικό ουρανό σαν τό φέρετρο οι βασίλισσες τής καταστροφής και τού σκοταδιού και τού κρύου, τού νερόλακκου και τού ποντικιού, που κανείς δεν τίς ξέρει και θα μείνουν ατέλειωτα άγνωστες στον αιώνα που παίζει μαζί τους φριχτότερα κι ας περνάει τό πρόσωπό τους για μία στιγμή (αδιόρατη) από τόν φακό: επειδή θα πεθάνουν τήν άλλη στιγμή: κι όμως έτσι πανέμορφες και κοντές και μικρούλες αιώνια, αιώνια μικρές, αριστοκράτισσες τού χρόνου τού ανόητου ακόμα μικρές, με τά φαρδιά τους φορέματα να κρύβουν και τά πόδια τους και τά μαλλιά και να φεύγουν να στέλνουν τό βλέμμα τους από τά δικά τους ματαιωμένα ανάκτορα στα δικά μας ούτε καν μες στα σπίτια αλλά στην μηχανή, που κολλάει τό δικό της τό πρόσωπο στο δικό τους τό σπίτι και έτσι περνούν από τά δωμάτια και κοιτάζουνε και εξερευνούνε όχι εμένα αλλά τίς κούκλες που διέσωσα περιεργάζονται τά βιβλία που έσωσα ρίχνουν ματιές στο μηχάνημα άπληστα τής μουσικής και τραντάζονται θέλοντας η καθεμιά να χορέψει, και βλέπω πώς βλέπουν μ’ αυτά τά τεράστια μάτια ό,τι καν δεν τούς έλειψε γιατί δεν θα τό γνωρίσουν ποτέ, ό,τι καν δεν τούς κλέψανε γιατί δεν τό είχαν δεν τό έχουν και δεν θα τό έχουν ποτέ, μ’ αυτά τά τεράστια μάτια που δεν θα προλάβουν να γίνουν ούτε καν εφτά χρόνων και που δεν θα τόν έχουν τόν χρόνο να σκεφτούνε τό δέντρο τού χρόνου επειδή αυτές ζούνε κάτω του, επειδή αυτές ζούνε μέσα του εκεί, πριν τελειώσει για κείνες η νύχτα πριν τελειώσει για κείνες η ξαγρύπνια κι ο έρωτας, αξημέρωτες άϋπνες ατελείωτες αναπαλλοτροίωτες ινφάντες τού μέλλοντος.

(απόσπασμα από τό ανέκδοτο μυθιστόρημα «βιογραφίες αγνώστων», δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «σημειώσεις» τεύχος 70, δεκέμβριος 2009)

            

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: