σημειωματαριο κηπων

Δεκέμβριος 21, 2013

στέφανος τασσόπουλος : «κ. π. καβάφης, τό όλον σώμα»

 

 

   συνεχίζω σήμερα τίς αναδημοσιεύσεις από τό τεύχος 78 τού περιοδικού «σημειώσεις» ανεβάζοντας μερικά κομμάτια από τήν «εισαγωγή» τής μελέτης τού στέφανου τασσόπουλου για τόν καβάφη (κι έτσι ας πούμε ότι η προηγούμενη ανάρτηση με τό δικό μου προκαταρκτικό κείμενο μπορεί να χρησιμέψει ως εισαγωγή τής εισαγωγής – αυτός ήταν άλλωστε και ο σκοπός της – (να πω με τήν ευκαιρία ότι πρόκειται για κείμενο παλιότερο αρχικά, που τό ’χα γράψει και τό ’χα δώσει στον στέφανο να τό διαβάσει για να καταλάβω κι εγώ απ’ τίς αντιδράσεις του αν είχα καταλάβει καλά τήν εκδοτική πρακτική τού καβάφη όπως τήν εκθέτει στη δουλειά του – μετά θάνατον (εγώ δεν τό είχα κρατήσει) τό βρήκα στα χαρτιά του φυλαγμένο (βλέπεις, είπαμε, εκτός από φίλοι, και σύντροφοι, και ομότεχνοι, είμαστε και παντρεμένοι) έτσι όταν τέθηκε τό θέμα τής προδημοσίευσης στις «σημειώσεις» κρίθηκε (από τόν γεράσιμο λυκιαρδόπουλο αυτό ήταν, πάντα είναι, τό βασικό) ότι θα ήταν χρήσιμη σαν προκαταρκτικό κείμενο – με κάποιες προσθήκες και αλλαγές που θα έκανα σύμφωνα με τήν μετά θάνατον πια συνθήκη))

    δεν θα σάς βάλω φυσικά ολόκληρη τήν προδημοσίευση, μπορείτε να τή διαβάσετε από τίς «σημειώσεις», εξάλλου και τό κείμενο είναι μεγάλο και τό περιοδικό κυκλοφορεί ακόμα

   θεωρώ πάντως σκόπιμο να βάλω εδώ, στην αρχή, τό νόημα μιας διευκρινιστικής σημείωσης που ο στέφανος προόριζε για τό τέλος, καθώς αναφέρεται στη χρήση διαφορετικών τυπογραφικών στοιχείων μέσα στο κείμενό του (αυτό, στο τεύχος τού περιοδικού ακυρώθηκε για τεχνικούς λόγους) είναι όμως κάτι που και εδώ μπορεί να μπερδέψει, γιατί δεν συνηθίζεται στους κήπους : πολύ περισσότερο καθώς ο στέφανος δεν χρησιμοποιεί σχεδόν καθόλου «εισαγωγικά» – τά μεν λοιπόν παραθέματα από λεγόμενα ή γραφτά τού καβάφη είναι με στοιχεία πλάγια, τά παραθέματα από αρχαίους συγγραφείς (στα τμήματα που αναδημοσιεύω μάλλον δεν υπάρχουν) με μικρότερα στοιχεία, και τά παραθέματα από νεότερους συγγραφείς με διαφορετικά στοιχεία

   επίσης βρίσκω σκόπιμο να βάλω εδώ στην αρχή μια δικιά μου σημείωση, ας πούμε τήν [α], για (κυρίως συνεπτυγμένες απ’ τίς σημειώσεις τού στέφανου) πληροφορίες πάνω στην αρχή τού κειμένου, όπου τά παραθέματα είναι πολλά (για να μην τρέχετε στο τέλος τής ανάρτησης κάθε τόσο) – έτσι, καταρχάς : τήν περίφημη φωτογραφία τού νοσοκομείου πάνω στην οποία όπως θα δείτε ο σ. τ. χτίζει τή θαυμάσια εισαγωγή του, δεν τή βρήκα πουθενά στο διαδίκτυο και δεν μπόρεσα να τήν ανεβάσω εδώ από τό περιοδικό «επιθεώρηση τέχνης», όπου σύμφωνα με τή σημείωσή του ο στέφανος τήν είχε δει (επιφυλάσσομαι) / στη συνέχεια : τά κείμενα τά σχετικά με τίς τελευταίες ώρες τού καβάφη στο νοσοκομείο, είναι (γενικά και επανερχόμενα) από : επιστολή τού παπουτσάκη στον βρισιμιτζάκη, από ανέκδοτες σημειώσεις τής ρίκας σεγκοπούλου, και από ένα κείμενο τού απ. λεοντή τό 1933 στο περιοδικό «ταχυδρόμος» / η πληροφορία σχετικά με τό «δέμα» τών ποιημάτων στο νοσοκομείο δόθηκε σε ομιλία τού χ. α. νομικού, στο μνημόσυνο «50 μέρες μετά» / τά υπόλοιπα παραθέματα σχετικά με τίς τελευταίες ώρες τού καβάφη είναι πάλι από γράμμα τού παπουτσάκη στον βρισιμιτζάκη, και από τήν ανηψιά τού καβάφη ελένη coletti σε συνέντευξή της τό 1964 / τό σχετικό με τήν άρνηση τού καβάφη να δεχτεί τήν εγχείριση (και τό ότι «ήξερε τί σήμαινε») τό έχουμε από τή ρίκα σεγκοπούλου, όπως ειπώθηκε σε διάλεξή της τού 1956 / και τό ότι ο καβάφης «παρακολουθούσε τήν ασθένεια» τό έχουμε από τήν ανηψιά του

   αλλά και στο τέλος τού κειμένου όπως θα δείτε απόφυγα τίς λεπτομερείς σημειώσεις (άλλωστε και στις «σημειώσεις» τίς έδωσα συγκεκομμένες, και εκεί ήταν πιο βολικές γιατί μπορούσαν να παρατεθούν υποσέλιδα μέσα στο κείμενο) και έτσι θα βρείτε λίγες μόνο στο τέλος τού υπέρδιπλου αυτού σεντονιού, και κυρίως αυτές που αφορούν όχι τόσο βιβλιογραφικά στοιχεία όσο κείμενα ή αποσπάσματα κειμένων

 

 

εισαγωγή

1

   Υπάρχει μια φωτογραφία στην Αλεξάνδρεια στο νοσοκομείο τής ελληνικής κοινότητας στο μικρό δωμάτιο όπου πέθανε ο Καβάφης, τραβηγμένη λίγες ώρες μετά.

   Από δεξιά προς τ’ αριστερά όπως τήν κοιτάζουμε και από τό πρώτο επίπεδο προς τό βάθος της, βλέπουμε μια πολυθρόνα, ένα μικρό τραπέζι, τό κρεβάτι, πάνω του ένα σημειωματάριο και ένα μολύβι, και μία μικρή βαλίτσα πάνω σε μια καρέκλαα :

   (1) μια πολυθρόνα, αυτήν που καθόταν ο Καβάφης ώς τίς τελευταίες στιγμές του γιατί στο κρεβάτι δεν ήθελε να πλαγιάσει παρά λίγες ώρες πριν ξεψυχήσεια. Λίγες ώρες πριν ξεψυχήσει ζήτησε να γράψει μα δε μπόρεσε. Και τότε γύρισε σε μένα τά μάτια του και με χαρακτηριστική χειρονομία ρώτησε προς τί τά δάκρυα, και πιάνοντας τό κεφάλι του, τήν καρδιά του πώς χτυπούσε ακόμη και έγνεψε πως ήταν καλά. Ζητούσε να μάς καθησυχάσει και όταν πια μερικές ώρες τού έμεινανα, και εχαμογέλα στους παρακολουθούντας τήν επιθανάτιο αγωνία, έθετε τήν παλάμη στην καρδιά για να εξακριβώση τούς παλμούς της, τό χέρι στο μέτωπο, για να βεβαιωθεί για τήν εγκεφαλική λειτουργία, και διεβεβαίωνε με χειρονομίες και χαμόγελο τούς άλλους, ότι ακόμα όλα πήγαιναν καλά, έως ότου έκλεισε τέλος τά μάτια για να μην τά ανοίξη πια στο φως τής ημέραςα. Αυτά από τρεις ανθρώπους κοντινούς στον Καβάφη, γραμμένα μετά δεκαπέντε μέρες, μετά ένα χρόνο και τήν επομένη τού θανάτου του. Λίγες ώρες πριν ο ιερεύς τού Νοσοκομείου απεφάσισε να τού υποδείξει δειλά τήν ανάγκη τής μεταλήψεως. Εκοινώνησε με κατάνυξιν, αλλά με απόλυτον ψυχραιμίαν, κατόπιν ύψωσε και τά δύο χέρια, και με τό βλέμμα άνω εφάνη ότι προσηύχετοα και Ο ιερεύς τού έψαλε τά σχετικά και μετά τού έδωσε τή θεία μετάδοσι. Τότε ο Καβάφης εσήκωσε τά χέρια του ψηλά όσο μπορούσε ικανοποιημένοςα , λένε ο τρίτος και ο πρώτος από τούς τρεις παραπάνω παρόντες, τήν επομένη τού θανάτου του και μετά δεκαπέντε μέρες. Ο τρίτος, η Ρίκα Σεγκοπούλου σύζυγος τού κληρονόμου του, συγκάτοικος και άτυπη γραμματέας τού Καβάφη πρωτοαναφέρει τή μετάληψη εικοσιτρία χρόνια μετά, και μέχρι τότε ο ιερέας τού νοσοκομείου έχει φτάσει να γίνει ο ίδιος ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας αυτοπροσώπως. Κανένας πατριάρχης δεν ήρθε αλλά, και να είχε έρθει, ο τρόπος που θα αντιμετωπίσουμε τόν Καβάφη δεν αλλάζει.

   (2) ένα μικρό τραπέζι δίπλα στο κρεβάτι σαν κομοδίνο, πάνω του κάποια μπουκάλια με φάρμακα. Τίς τελευταίες ημέρες τής ζωής του, κουρασμένος, άφωνος, βλέποντας μπροστά του τή σκιά τού θανάτου στο κάτασπρο καμαράκι τού Νοσοκομείου μέσα, ανάμεσα από τά μπουκαλάκια τά γιατρικά, τίς πετσέτες και τά χίλια δυο πράγματα από τά οποία πρόσμενε ανακούφιση αν όχι σωτηρία, ήταν και τό δέμα τών ποιημάτων του κλεισμένο μ’ εκείνες τίς μικρές πρόκες που συγκρατούσαν τά φύλλα, κοντά του, περικλείοντας τό άφθαρτο μέρος τής ζωής και τής σκέψης του, θυμάται ένας από τούς επισκέπτες του, στο φιλολογικό μνημόσυνο που έγινε πενήντα μέρες μετάα , και αρκετοί άλλοι αναφέρουν αργότερα ότι είχε μαζί του τά ποιήματά του. Τώρα, πάνω στο μικρό τραπέζι στη φωτογραφία δεν φαίνεται συλλογή ποιημάτων του.

   Μπροστά σ’ αυτό τό τραπεζάκι ή καθισμένος στην πολυθρόνα ή έστω ξαπλωμένος στο κρεβάτι, με τούς πόνους τής αρρώστειας να τόν βασανίζουν, άρχισε να λέγεται και να πιστεύεται αργότερα ότι ο Καβάφης δούλευε μέχρι τήν τελευταία στιγμή τά ποιήματά του, και μάλιστα ότι έγραψε ή τελείωσε εκεί τό ποίημα Εις τά περίχωρα τής Αντιοχείας. Κανένα ποίημα δεν έγραψε εκεί ούτε δούλεψε, και τό Εις τά περίχωρα τής Αντιοχείας δεν είναι τό τελευταίο ποίημα που έγραψε.

   Τό να ξέρουμε ποιο είναι τό τελευταίο ποίημα που έγραψε ή που προσπάθησε να γράψει ο Καβάφης έχει κάποια σημασία, όμως είτε αν δούλευε μέχρι τήν τελευταία στιγμή στο νοσοκομείο είτε αν τούς τελευταίους μήνες δεν έκανε τίποτα δεν πρέπει να έχει για μάς σήμερα καμιά σημασία.

   (3) τό κρεβάτι, στρωμένο, έχουν σηκώσει τόν νεκρό. Πάνω στο κρεβάτι τό μπλοκάκι που επειδή δεν μπορούσε να μιλήσει, όταν δεν ήταν αρκετό να συνεννοηθεί με νοήματα, ο Καβάφης σημείωνε κάποια φράση και τήν έδειχνε στον συνομιλητή του.

   Απ’ αυτά τά σημειώματα τής αφωνίας του δεν πρέπει να υπάρχουν πολλά γιατί ο Καβάφης συνεννοείται γραπτώς (έχει πάντοτε πρόχειρα carnets) αλλά κι αυτό λίγο, γιατί κάθε κίνησις τόν κουράζει και τόν πιάνει ενοχλητικώτατο λαχάνιασμαα. Γράφει πού και πού μερικές λέξεις ή μού χτυπά χαϊδευτικά τό μπράτσοα. Ναι! Έγραφε χαρτάκια, διότι δεν μπορούσε να μιλήσει, ένεκεν τής τρομεράς αυτής ασθενείας, και τά έδινε εις τούς επισκέπτας. Όταν ήθελε να πει κάτι. Και κατόπιν τά ξανάπαιρνε και τά έσχιζεα, έχει σωθεί όμως αυτό τό τελευταίο μπλοκάκι που βλέπουμε να βρίσκεται πάνω στο κρεβάτι στη φωτογραφία, και μερικά σημειώματα από τήν τελευταία φορά που ήρθε στην Αθήνα, άρρωστος, με καρκίνο τού λάρυγγος, για να γυρίσει μετά στην Αλεξάνδρεια και να πεθάνει.

   Εκτός από λίγα, τά σημειώματα αυτά δεν έχουν δημοσιευτεί. Έτσι, προλαβαίνω να πω ότι δεν θα πρέπει να τούς δοθεί μεγαλύτερη σημασία απ’ αυτήν που μπορεί να έχουν, μήπως τυχόν κανένας παρατηρήσει ότι τό τελευταίο σημείωμα σ’ αυτό τό μπλοκάκι είναι τά τελευταία λόγια ενός μεγάλου ανδρός και ποιος ξέρει τί σημασία θα μπορούσε να αποδοθεί σ’ αυτό, ό,τι κι αν έγραφε. Π.χ. τί φοβερή σημασία θα μπορούσε ν’ αποδοθεί σ’ ένα σημείωμα που ρωτάει : Qu’ est qu’ il y a ? αν ήταν τό τελευταίο, με τόν Καβάφη ν’ αντικρύζει τόν θάνατο, ή σ’ ένα άλλο γραμμένο κάτω απ’ αυτό που λέει : όλα τά λουλούδια – όλα τά χρώματα, που μπορεί να γινόταν χαρακτηρισμός τού έργου του και οδηγός για προσέγγισή του. (Εδώ για λόγους συναισθηματικούς θα αναφέρω ένα ακόμη σημείωμα όπου ο Καβάφης γράφει : Για ¼ τής ώρας να μείνω μόνος, παρακαλώ). Πάντως για τά σημειώματα αυτά δεν θα μπορούσε να δημιουργηθούν τέτοιου είδους παρερμηνείες, γιατί δεν είναι γραμμένα στην Αλεξάνδρεια αλλά στο νοσοκομείο στην Αθήνα.

   Υπάρχει όμως ένα που μπορεί να είναι σημαντικό : Λυπούμαι ότι τήν υπέγραψα τήν επιστολή, πράγμα έξω τής συνηθείας, τότε που ο Καβάφης αρνήθηκε να υποβληθεί σε επέμβαση αφαίρεσης λάρυγγα και υπέγραψε μία επιστολή για να απαλλάξει τόν γιατρό του από τίς ευθύνες και δεν είναι δυνατό βέβαια ο Καβάφης με τήν τόση του ευρυμάθεια και κρίσι να μην ήξερε τί εσήμαινε αυτή του η άρνησηα.

   Από τότε, οκτώ ακριβώς μήνες πριν τόν θάνατό του, ο Καβάφης συγκεκριμένα και καθορισμένα ήξερε ότι θα πεθάνει και επέμενε να ξέρει και τήν παραμικρή λεπτομέρειαα. Ήξερε και τήν ώρα. Διότι τό έγραφε : «Τόσες μέρες». Παρακολουθούσε αυτή τήν τρομερά ασθένειαα. Έτσι, θα μπορούσαμε να αποδώσουμε μια κάποια ιδιαίτερη σημασία σε κάθε πράξη του και ενέργεια μετά από τότε. Πάντως δεν φαίνεται να προέβη σε κανενός είδους διευθέτηση τών χαρτιών του που βρέθηκαν σε υποδειγματική τάξη, τάξη που πρέπει να είχε διαμορφωθεί πριν δέκα περίπου χρόνια. Ίσως η σημαντικότερη πράξη του να είναι τό ότι δεν έκανε τίποτε, και συνέχισε με τόν ίδιο τρόπο όσο τού έμεναν κάποιες δυνάμεις.

   Εκτός από τό μπλοκάκι δεν υπάρχει τίποτε άλλο πάνω στο κρεβάτι, τά ποιήματά του, που τά πήρε μαζί του πηγαίνοντας στο νοσοκομείο για να ξεχάσει έστω για λίγο τόν θάνατο, δεν είναι εκεί, αν δεν τά πήρε κάποιος από τούς επισκέπτες θα πρέπει να είναι στο βαλιτσάκι, τό τελευταίο πράγμα που βλέπουμε στη φωτογραφία. Μέσα σ’ αυτό τό βαλιτσάκι, αν τά ποιήματά του είναι εκεί, «δεν υπάρχει θάνατος».

   Τό έργο δεν είναι μάταιο αν παραμερίσωμε τό άτομο και προσέξουμε τόν άνθρωπο. Εδώ δεν υπάρχει θάνατος ή τουλάχιστον βέβαιος θάνατος : οι συνέπειες είναι ίσως απέραντες· εδώ δεν υπάρχει συντομία ζωής, αλλά διάρκειά της απέραντη, είχε γράψει ο Καβάφης τότε που πρέπει να άρχιζε να υποψιάζεται ή να ξέρει ότι προχωρούσε προς ένα είδος αθανασίας μέσα στο παράλογο που ζει ένας δημιουργός που ξέρει ότι με τό έργο του μπορεί να νικήσει τόν θάνατο ενώ ξέρει ότι θα πεθάνει. Αυτά πριν τριάντα χρόνια, τότε που ήξερε με τόν τρόπο που όλοι μας τό ξέρουμε αυτό ότι θα πεθάνει, και όχι όπως όταν αρνήθηκε να υποβληθεί σε επέμβαση και έγραψε και υπέγραψε τήν επιστολή για να απαλλάξει τόν γιατρό του και σημείωσε Λυπούμαι ότι τήν υπέγραψα τήν επιστολή, πράγμα έξω τής συνηθείας.

   «Πράγμα έξω τής συνηθείας».

   Πράγμα έξω τής συνηθείας είναι τό έργο του, και ο άνθρωπος που πραγματοποίησε ένα τέτοιο έργο, ο Καβάφης που πηγαίνοντας στο νοσοκομείο πήρε μαζί τά ποιήματά του, τίς συλλογές του, τό όλον σώμα τών ποιημάτων, για να τό αντιτάξει στον θάνατο, να τόν ξορκίσει ή έστω να τόν ξεχάσει για λίγο.

   (…)

   Μερικά πράγματα είναι αυτονόητα και φαίνεται να είναι άνευ λόγου η παράθεσή τους, όταν όμως ασχολούμαστε με τό έργο τού Καβάφη βλέπουμε ότι δεν είναι πάντοτε αυτονόητα :

   – Δεν μπορείς να προχωρήσεις σε μία επί μέρους μελέτη χωρίς συνολική εποπτεία και βαθύτερη γνώση τού όλου έργου και τών πληροφοριών που υπάρχουν γι’ αυτό. Η οποιαδήποτε εργασία παραμένει ελλιπής και ανολοκλήρωτη μέχρι να ολοκληρωθεί η εργασία για τό σύνολο. Έτσι και η εργασία αυτή δεν μπορεί παρά να γίνεται παράλληλα με άλλες σχετικές με τό έργο τού Καβάφη, τμήματα μιας συνολικής και ανέφικτης ίσως μελέτης, και παράλληλα με τήν προσπάθεια να γνωρίσω τό έργο του. Πάντως τά όποια κενά στη γνώση (σχεδόν όλων τών αδημοσίευτων ώς τώρα) στοιχείων για τόν Καβάφη, και τής βιβλιογραφίας του, δεν αφήνουν πολλά περιθώρια για εκπλήξεις, που δεν θα ήταν στο κάτω–κάτω δυσάρεστες, αφού θα συνεισέφεραν στην πληρέστερη αντιμετώπιση τού ζητήματος που επιχειρώ να διερευνήσω, επειδή αυτό ενδιαφέρει και όχι η διεκδίκηση κάποιας πρωτοπορίας ή πρωτοτυπίας ή μοναδικότητας. Μια τέτοια εργασία δεν πραγματοποιείται με λυρικές εξάρσεις, ούτε γίνεται για να μιλήσεις για τό έργο σου ή για τόν εαυτό σου. Ας μην ξεχνάμε όταν ασχολούμαστε με τόν Καβάφη ότι η μοναδικότητα και η πρωτοτυπία και η πρωτοπορία ανήκουν σ’ αυτόν αποκλειστικά.

   – Όπως και για κάθε σημαντικό συγγραφέα άλλωστε, η μελέτη δεν μπορεί παρά να ξεκινάει και να στηρίζεται στο δημοσιευμένο και εγκεκριμένο από τόν ίδιον έργο, και με αυτό να ασχολείται πρωταρχικά.

   Και τό παραμικρό σημείωμα τού Καβάφη, όσο ασήμαντο και να φαίνεται, μάς είναι χρήσιμο και πολύτιμο όμως η δημοσιοποίηση όλο και μεγαλύτερου μέρους τού αρχείου του τείνει κάποιες φορές να μάς οδηγήσει στο να ασχολούμαστε ισότιμα, αν όχι και πρωταρχικά, με δευτερεύουσας σημασίας τμήματα ή να προχωρούμε σε μελέτες όπου τα συμπεράσματα βγαίνουν από τή χρήση (ως τμημάτων ενός ενιαίου συνόλου) τού κάθε ανέκδοτου, αποκηρυγμένου, τυχαία διασωθέντος κειμένου τού Καβάφη από τά είκοσι ώς τά εβδομήντα του χρόνια.

   Όλα, τά κάθε είδους οπωσδήποτε χρήσιμα για τή μελέτη τού καβαφικού έργου αυτά κείμενα, δεν μπορεί να εκλαμβάνονται σαν να βρίσκονται σε ένα επίπεδο εκτός χρόνου όπου μια σκέψη, μια πράξη, μια ενέργεια, ένας στίχος, μία σημείωση έχει τήν ίδια καθοριστική και δεσμευτική σημασία αδιάφορα από τό αν γίνεται τό 1883 ή τό ’93 ή τό 1903 ή τό ’13 ή τό ’23 ή τό ’33, και μάλιστα όταν ακόμη δεν έχει διερευνηθεί επαρκώς τό καθορισμένο από τόν ίδιον τελικά έργο του.

   Στο έργο αυτό δεν θα έπρεπε να υπάρχουν διαχωρισμοί όπως τομές, τάφροι, περίοδοι κλπ. Οι διαχωρισμοί αυτοί, όταν δεν γίνονται για διευκόλυνση τής μελέτης, γίνονται από παρανόηση ή μεγαλοποίηση ενός δευτερεύοντος στοιχείου, συνήθως για υποστήριξη κάποιας προαποφασισμένης θέσης μας. Ειδικά προκειμένου για τόν Καβάφη, παρότι τά στοιχεία που έχουμε για τή δραστηριότητά του εκτείνονται σε μία ολόκληρη πεντηκονταετία, υπάρχει συνέχεια και συνέπεια από τήν αρχή. Σπέρματα επόμενων περιόδων βρίσκονται σε προηγούμενες.

   – Τά ποιήματα τού Καβάφη, περισσότερο από κάθε άλλου ίσως ποιητή, και όχι Έλληνα μόνον, είναι αυθύπαρκτα, αυτόνομα, ολοκληρωμένα, λειτουργούν από μόνα τους, και πολύ συχνά μάλιστα οι ποιητικές αυτές μονάδες παίρνουν τίς διαστάσεις συνολικού έργου. Όταν μιλούμε για τήν αναζήτηση από τόν Καβάφη τού όλου σώματος τών ποιημάτων που έμενε ανολοκλήρωτο και προσπαθούσε να τό ολοκληρώσει, εννοούμε ένα όλον σώμα που αποτελείται από αυτόνομα ποιήματα. Η προσπάθεια ολοκλήρωσης ενός όλου σώματος γίνεται μετά και πέρα από αυτό, και ακριβώς αυτή είναι η αξία της.

   Δεν είναι άσχετο να πούμε εδώ ότι συχνά αντιμετωπίζουμε τόν Καβάφη με κάποια μικροψυχία, που δεν οφείλεται σε ανεπάρκειές μας πάντα. Έτσι, προκειμένου για έναν ποιητή που πραγματοποίησε μια τόσο λαμπρή πορεία, τονίζεται υπερβολικά ότι τό ξεκίνημά του ήταν καθυστερημένο και, τουλάχιστον, όχι αντάξιό της. Όμως δεν πρέπει να μάς διαφεύγει ότι ο Καβάφης έχει να ξεφύγει από τά δεσμά τής καθαρεύουσας χωρίς να πέσει στην παγίδα τής δημοτικής, ότι έχει να παλέψει για να καταργήσει και να ελευθερωθεί από τήν ομοιοκαταληξία και τό μέτρο με τή χρήση και κατάχρησή τους, και τό κυριότερο ότι είναι ο πρώτος ποιητής μας που μπόρεσε ή τόλμησε να γράψει στη γλώσσα ακριβώς που ο ίδιος μιλούσε. Όσο για τήν απόσταση που λέγεται πολύ συχνά ότι υπάρχει ανάμεσα στα πρωτοκαβαφικά και στα καβαφικά ποιήματα θα πρέπει να αντιληφθούμε πως αυτό δεν οφείλεται στο ότι ο Καβάφης στην αφετηρία του βρίσκεται πίσω από τήν ποίηση που γραφόταν τότε αλλά στο ότι προχώρησε και έφτασε πολύ μακριά από κει που ξεκίνησε.

   Πολλοί, και συνήθως, ύστερα από τόν κάποιον δρόμο που έχουν να διανύσουν για να κατακτήσουν τά εκφραστικά τους μέσα και να διαμορφώσουν τό ποιητικό τους πρόσωπο σταματάνε κι από κει και πέρα δεν κάνουν τίποτε άλλο από τό να συνεχίζουν, μέχρι ν’ αρχίσει η κάμψη τους, να επαναλαμβάνουν και να επεκτείνουν στο χρόνο και σε έκταση ένα έργο που ουσιαστικά έχει τελειώσει ενώ ο Καβάφης εξελίσσεται συνεχώς. Γεννιέται, και ζει περισσότερο από τό μισό τής ζωής του στον δέκατο ένατο αιώνα αλλά έχει να γίνει ο μεγαλύτερος ποιητής ίσως τού εικοστού, και από ποιητής μιας ελληνικής παροικίας να γίνει όχι μόνον πανελλήνιος αλλά παγκόσμιος ποιητής. Και τό κυριότερο, θα πρέπει να μη μάς διαφεύγει ότι ο Καβάφης είναι ένας ποιητής που ξεκινάει ψάχνοντας και προσπαθώντας να βρει τόν δρόμο του σ’ έναν κόσμο όπου δεν έχει υπάρξει ακόμη ο ποιητής Καβάφης.

   – Πρέπει να είναι για όλους μας όχι απλώς κατανοητό αλλά αυτονόητο ότι τίς όποιες (τίς σημαντικότερες έστω) καβαφικές μελέτες τίς χρειάζονται λιγότερο ή καθόλου ο Καβάφης και τά ποιήματά του, που έχουν όμως τήν τύχη και τήν ατυχία να έχει υπάρξει τόση ενασχόληση μ’ αυτά και σχολιασμός τους, και περισσότερο εμείς που όχι λίγες φορές φτάνουμε να συγχέουμε αυτόν τόν σχολιασμό με τό έργο και να τόν εκλαμβάνουμε ως πρώτη ύλη1.

   Προσπάθεια απαλλαγής από τούτη τήν πρώτη ύλη, με όλο τόν κίνδυνο να συγκαταλεχθεί τελικά και η ίδια σ’ αυτήν, καταλαμβάνει μεγάλο μέρος τής εργασίας μου αυτής που μετεωρίζεται ανάμεσα στον σχολαστικισμό και στην παραγνώριση τών δεσμών που μπορεί να δημιουργούνται από τήν προσήλωση σε κάποια φιλολογική ορθοδοξία, και ανάμεσα στην ανάγκη να μπορέσει να απευθυνθεί και να γίνει κατανοητή από περισσότερους και να μην περιορισθεί στους λίγους εκείνους που ασχολούνται ειδικά και συστηματικά με τό έργο τού Καβάφη. Έχω τήν αίσθηση ότι ανάμεσα σ’ αυτά τά δύο κάπου χάνομαι και κάπου συλλαμβάνω τόν εαυτό μου να υποδύεται ένα ρόλο που δεν τού πάει, εκτός τού ότι δεν διαθέτει πάντα και τή σκευή για να τόν υποδυθεί.

   Τέλος, πράγμα που συμβαίνει συχνά σε διάφορες καβαφικές μελέτες, και η εργασία αυτή μικρή σχέση έχει με τήν ποίηση και τήν αισθητική συγκίνηση που προκαλείται από τά ποιήματα τού Καβάφη, και δεν χρειάζεται σε όποιον μπορεί να επικοινωνεί μ’ αυτά, να συγκινείται απ’ αυτά και να έρχεται σε επαφή με τόν Καβάφη όχι μέσω διάφορων καβαφικών προσεγγίσεων και από αυτές επηρεασμένος. Τελικά όμως ίσως σ’ αυτόν να απευθύνεται και να είναι χρήσιμη.

   Τά παραθέματα από άλλους συγγραφείς μπορεί να φανεί ότι καταλαμβάνουν μεγάλη έκταση. Όμως από τή μια ένα μέρος τής δουλειάς μου δεν θα είχε λόγο υπάρξεως αν δεν είχαν γραφτεί τόσα και τόσα για τόν Καβάφη, κι από τήν άλλη, όταν βρίσκω να λέγεται κάτι παραπλήσιο με κάτι που λέω, προτιμώ να τό παραθέτω. Πολύ λίγο μ’ ενδιαφέρει να βρεθεί ότι στην εργασία μου περιλαμβάνονται και πράγματα που δεν έχουν ειπωθεί, αντίθετα μάλιστα θα προτιμούσα να βρεθεί τελικά ότι όλα όσα περιλαμβάνονται σ’ αυτήν προέρχονται εν γνώσει και εν αγνοία μου από άλλους αφού έτσι θα μπορούσε να γίνουν ευκολότερα αποδεκτά, πράγμα όχι εύκολο πάντα γιατί συχνά αναπτύσσεται μια ιδιοκτησιακή σχέση προς τόν Καβάφη και αντιμετωπίζονται άλλοι ως καταπατητές.

   Όταν εκφράζεται μια διαφορετική άποψη αυτό δεν σημαίνει αναγκαία και προσωπική αντιπαλότητα. Και λυπούμαι γιατί οι διαφορετικές απόψεις μπορεί να δημιουργούνται απέναντι σε ανθρώπους που έχουν εργαστεί και προσφέρει. Υπάρχει όμως και μία αγεληδόν αποδοχή κατεστημένων απόψεων και αναπαραγωγή παρανοήσεων που δεν γίνεται να αγνοηθεί. Προσπαθώ να είμαι κόσμιος αλλά η εργασία μου δεν μπορεί να περιορισθεί στο να είναι απλώς ένα βιβλίο καλής συμπεριφοράς.

   Προσπαθώ να δείξω και όχι να συμπεράνω, να παραθέτω δηλαδή τίς παρατηρήσεις που προκύπτουν από μια προσεχτική προσέγγιση τών ποιημάτων τού Καβάφη. Τά συμπεράσματα θα έρθουν όταν η εργασία αυτή ολοκληρωθεί, και δεν χρειάζεται απαραίτητα να είναι μόνο δικά μου. Σκοπός τής μελέτης είναι να προσπαθήσει να βρει έναν τρόπο για να οδηγηθούμε σ’ αυτά, όπως περισσότερο από έναν αιώνα πριν μάς έχει ήδη πει ο ίδιος ο Καβάφης2:

   Εκτιμώ περισσότερον τάς παρατηρήσεις παρά τά συμπεράσματα. Οι νόες παρατηρούσι μετ’ ακριβείας και ασφαλείας· όταν δε μας εκθέσωσι τά υπέρ και τά κατά ενός ζητήματος δυνάμεθα ημείς να ποιήσωμεν τό συμπέρασμα. Διατί όχι αυτοί ; θα μέ ερωτήσωσιν. Απλώς διότι δεν έχω πολλήν πεποίθησιν περί τής απολύτου αξίας ενός συμπεράσματος

   (…)

.

   2

   Στα κατάλοιπα τού Καβάφη βρίσκεται, γραμμένο με τό χέρι του και διπλωμένο μαζί με τό αυτόγραφο σχέδιο μιας επιστολής του προς τόν Λαπαθιώτη, τό ακόλουθο σημείωμα3:

   Πώς μπορώ να πω για τό μέλλον ;
   Μπορεί να θέλω να κάμω μια διαίρεσιν συγκειμένην από μόνον ιστορικά, αίφνης.
   Στέκοντας όπου τό όλον σώμα τών ποιημάτων δεν χωρίζεται εις Συλλογές Ιδιαίτερες, με κάθε νέον ποίημα, η κατάταξις η σωστή, η κατά θέματα, θα άλλαζε.

   Στο σχέδιο τής επιστολής, χρονολογημένης 20 Σεπτ./3 Οκτ. 1922, με τό παλιό και τό νέο ημερολόγιο, ο Καβάφης έγραφε :

   Στην Συλλογή 1908–1914 η ταξινόμησις έγινεν έτσι που να βρίσκονται μαζύ ποιήματα θεμάτων οπωσούν συναφών. Στην άλλην, εις τήν οποίαν από καιρού εις καιρόν εγένονταν προσθήκες, η κατάταξις είναι μόνον κατά τό πότε εδημοσιεύθησαν τά ποιήματα και η σειρά κατά τήν οποίαν εφάνηκαν εν εκάστω έτει δεικνύεται υπό τού πίνακος τών περιεχομένων.

   Επίσης και σε μια επιστολή του, τής 26ης Δεκεμβρίου 1927, προς τόν Τέλλο Άγρα, ο Καβάφης αναφέρει4:

   Ο πίναξ περιεχομένων που έχει η συλλογή δεν είναι καμωμένος χρονολογικώς, αλλά σύμφωνα με τά θέματα.

   Αυτές οι ευκαιριακές αλλά κατηγορηματικές αναφορές στα πιο πάνω αυτόγραφα κείμενα, που έχουν ιδιαίτερη σημασία για τήν εκδοτική πράξη και πρακτική τού Καβάφη και παρουσιάστηκαν από τόν Σαββίδη στις «Καβαφικές Εκδόσεις», θα ήταν αρκετές από μόνες τους για να θεωρήσει κανείς δεδομένη τήν ύπαρξη μιας κάποιας διαίρεσης τών ποιημάτων κατά θέματα και να προχωρήσει σε αναζήτηση και εξέτασή της.

   Από τόν Μάιο τού 1927 υπάρχει όχι μόνο διαβεβαίωση γι’ αυτή τή διαίρεση, τήν ταξινόμησι έτσι που να βρίσκονται μαζύ ποιήματα θεμάτων οπωσούν συναφών, αλλά και διακήρυξη και περιγραφή της με τρία ανυπόγραφα σημειώματα στην «Αλεξανδρινή Τέχνη», στο περιοδικό δηλαδή που εκδιδόταν με χρήματα τού Καβάφη και υπό τήν εποπτεία του, (και πιστεύεται ότι τά διάφορα ανυπόγραφα σημειώματα σχετικά με τό έργο του που δημοσιεύονταν σ’ αυτό υπαγορεύονταν απ’ τόν ίδιον5).

   Έχουν προηγηθεί σχετικές αναφορές, που κι αυτές πιστεύεται ότι έγιναν υπό τήν καθοδήγηση τού Καβάφη, τό 1917 από τόν Βρισιμιτζάκη και τό 1918 από τόν Μοδινό και τόν Σεγκόπουλο.

   (…)

   Ο Τέλλος Άγρας είναι αυτός που πλησίασε τόν καιρό που ζούσε ο Καβάφης τό ζήτημα τής διαίρεσης τών ποιημάτων σοβαρότερα και ουσιαστικότερα από κάθε άλλον, ακολουθώντας διαισθητικά έναν δρόμο δικό του.

   Μέχρι τόν θάνατο τού Καβάφη, παρά τίς πολλές αναφορές στη θεματική κατάταξη και παρότι δεν αμφισβητήθηκε συστηματικά η ύπαρξή της, κανείς άλλος δεν φαίνεται να ενδιαφέρθηκε να τήν αναζητήσει ή ν’ ασχοληθεί μαζί της. Τήν αποδέχονται απλώς ως αυτονόητη, αφού οι πληροφορίες γι’ αυτήν προέρχονται από τόν Καβάφη, ή τήν αρνούνται επικαλούμενοι τήν ενότητα τού έργου του ή, τέλος, τήν αγνοούν.

   Σε αντίθεση με τήν αδιαφορία, τήν αγνόηση ή και τήν άρνηση γι’ αυτήν τήν, ας πούμε, κάθετη κατάταξη τών ποιημάτων σε τρεις περιοχές, μεγάλο υπήρξε τό ενδιαφέρον και πολλή η ενασχόληση με τήν οριζόντια κατάταξή τους βάσει τού συσχετισμού τους σε επιμέρους ομάδες, σειρές, ενότητες και κύκλους, κατάταξη που είναι πιο εύκολη και αρκετά δελεαστική με τήν απροσδιοριστία που περιέχει και τήν ελευθερία που προσφέρει, και στο κάτω–κάτω που δεν αποκλείεται από τήν πρώτη. Ο Καβάφης μάλιστα φαίνεται όχι μόνο να ενδιαφέρεται για τήν οριζόντια κατάταξη αλλά και να τήν ενθαρρύνει τουλάχιστον, ενώ δείχνει να διστάζει ή να αδιαφορεί στο να καθορίσει ποια είναι η κάθετη.

   Αυτή η αμφισβήτηση τής διαίρεσης σε τρεις περιοχές ή κατηγορίες, που όπως είπαμε άρχισε από τότε που ζούσε ο Καβάφης ακόμη, συνεχίστηκε μετά τόν θάνατό του και κερδίζοντας διαρκώς έδαφος επικράτησε οριστικά. Έτσι η κάθετη κατάταξη τών ποιημάτων παρέμεινε ουσιαστικά ανεξέταστη τελικά.

   Περιέργως, ως κυριότερο επιχείρημα προβάλλεται, σε συνδυασμό με τό ότι τό έργο τού Καβάφη παρουσιάζει ενότητα, τό ότι δεν υπάρχει ανάγκη να ασχολούμαστε μ’ αυτήν επειδή είναι χρήσιμη για τή μελέτη ή τήν κατανόηση τού καβαφικού έργου απλώς και τίποτε περισσότερο.

   Από τήν άλλη μεριά η ενασχόληση με τήν οριζόντια κατάταξη, βοηθούντος ή συνεργούντος και τού Καβάφη που ίσως τήν εύρισκε ασφαλέστερη και πιο άμεσα αποδοτική, πήρε μεγάλη έκταση και έφτασε να κυριαρχήσει, δίνοντας συχνά πολύ καλά αποτελέσματα αλλά και τή δυνατότητα να προχωρούμε σε ασήμαντους, αν όχι κάποιες φορές και σε ανόητους, συσχετισμούς.

   Μετά τόν θάνατο τού Καβάφη, ουσιαστικά ο μόνος που ασχολήθηκε με τήν κάθετη κατάταξη τών ποιημάτων είναι ο Περίδης, τό 1948. Καταλήγει στη γενική, και ορθή, διαπίστωση : Η ταξινόμηση τών ποιημάτων δεν έχει μόνον ενδιαφέρον περιεργείας ή φιλολογικό. Η συγκέντρωση κατά ομοειδή σύνολα μάς επιτρέπει να μελετήσωμε και αισθανθούμε βαθύτερα τά ποιήματα, καθώς και να συλλάβωμε ένα γενικότερο όραμα τής δημιουργίας τού ποιητή, μια άλλη διαπίστωσή του όμως τόν οδηγεί σε προσωπικές ερμηνείες και στις αναπόφευκτες παρερμηνείες για τό περιεχόμενο τής κάθε περιοχής : Ο ίδιος ο Καβάφης διαιρούσε τά ποιήματά του σε τρεις κατηγορίες ή περιοχές. Δεν επεχείρησε όμως και να τά ταξινομήσει. Πάντως, πλησίασε αρκετά τό ζήτημα τής διαίρεσης τών ποιημάτων ως προς τήν κάθετη κατάταξή τους σε τρεις περιοχές. Η ευστοχία του φαίνεται αν συγκρίνουμε τήν πρότασή του με άλλες, π.χ. με τήν πρόταση τού Παπανούτσου που ανέλαβε να τόν διορθώσει, πιστεύοντας ότι ο Καβάφης είναι πάνω από όλα διδακτικός ποιητής.

   Εδώ κάπου τά πάντα σταματάνε, στο εξής η διαίρεση μπορεί να αναφέρεται αλλά δεν εξετάζεται πλέον.

   Η κρατούσα αντίληψη, ας πούμε, επισφραγίζεται από τόν Δημαρά : Η διαίρεση αυτή είναι βολική για τήν έρευνα αλλά μόνον για τήν έρευνα. Μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι πέρα από διαιρέσεις και κατατάξεις, πρέπει να υπάρχει μία ουσιαστική ενότητα, που μόνο εκείνη θα δώσει τήν ερμηνεία τής τέχνης του και τής αισθητικής του.

   Τό πόσο βολική είναι για τήν έρευνα η διαίρεση αυτή σε τρεις περιοχές ή κατηγορίες, ελπίζω, θα φαίνεται όλο και πιο πολύ καθώς προχωρά η εργασία αυτή, και πολύ εναργέστερα.

   Αυτό, τό ότι η διαίρεση αυτή είναι βολική για τήν έρευνα, δεν αποκλείεται να απηχεί και τήν από τόν Αλιθέρση αποδιδόμενη στον Καβάφη πληροφορία6: Εξ άλλου ο ίδιος έλεγε για τήν ταξιθέτηση τούτη πως είναι συμβατική διάκρισις προς ευκολωτέραν κατανόησιν. Με κάθε επιφύλαξη για τό κατά πόσο ο Αλιθέρσης μεταφέρει πιστά τά λόγια τού Καβάφη, οπωσδήποτε αυτή η συμβατική διάκρισις διευκολύνει τήν κατανόηση αλλά προϋποθέτει τό να γίνεται η ίδια κατανοητή, αφού από τόν Καβάφη ναι μεν διακηρύχθηκε η ύπαρξή της, όμως δεν καθορίστηκε κι όλας.

   Και δημιουργείται η απορία : Για ποιο λόγο άραγε ενώ αναγνωρίζεται η χρησιμότητά της δεν επιχειρήθηκε και η διερεύνησή της ; και για ποιο λόγο, έχοντας πάντοτε υπόψη ότι στο έργο τού Καβάφη όλα γίνονται σύμφωνα με προσεκτικότατη ποιητική οικονομία, να μην επιχειρήσουμε να αναζητήσουμε αυτή τήν κατάταξη και ταξινόμηση τών ποιημάτων σε περιοχές ή κατηγορίες θεμάτων και τή διαίρεση τή συγκειμένην από μόνον ιστορικά, και τίς άλλες δύο περιοχές βέβαια.

   Υπάρχει και μία εξαίρεση, από τόν Λορεντζάτο7: Με τίς περιοχές αυτές ή κατηγορίες θεμάτων, πιθανότατα υπαγορευμένες από τόν ίδιο, μπορεί ο αναγνώστης άνετα να κυκλοφορήσει μέσα στο καβαφικό έργο, χωρίς τή βοήθεια άλλων κριτικών απόψεων … Τό σχεδιάγραμμα – πάλι έκφραση δική του – είναι απλό, καθαρό, δεν αφήνει υπόλοιπα. Όλα τά καβαφικά ποιήματα τρέχουν αβίαστα να μπουν σε μια από τίς τρεις περιοχές ή κατηγορίες θεμάτων, που φρόντισε να κατασκευάσει για τά δημιουργήματά του ο δημιουργός τους. … Η υποδιαίρεση που κάνει είναι καίρια. Και αυθεντική. Η κριτικότερη από όλες. Είναι αυτό που λέμε σωστή. Προσωπικά τή βρίσκω απαραίτητη για τήν κοινή χρήση. … Και μόνο με τό μικρό κείμενο αυτό, χωρίς άλλες κριτικές παρεμβάσεις, μπορεί να προχωρήσει κανένας στη μελέτη τού καβαφικού έργου. Τόσο βρίσκω τήν κατάταξη αυτή να κάνει ένα σώμα με τά ποιήματα ή να γίνεται απαραίτητο βοήθημα για τήν κριτική σκέψη. … Τώρα που με τήν παρέμβαση τού καιρού … οι χρονολογίες θα μοιάζουν ολοένα και περισσότερο αδιάφορες, μια έκδοση με τήν κατάταξη αυτή θα ήταν επιθυμητή, αφού θα ήταν καβαφική.

   Τέλος, στο εισαγωγικό σημείωμα τού Σαββίδη στην έκδοση τών ποιημάτων και στις Καβαφικές Εκδόσεις μπορώ να πω ότι βρίσκω μια κατά κάποιο τρόπο προτροπή για τήν εργασία μου : τά παλαιότερά του ποιήματα τά βιβλιοδετούσε σε τεύχη, όπου η σειρά δεν ήταν πια χρονολογική, αλλά θεματική – δηλαδή τέτοια που να δείχνει καθαρότερα τόν ειρμό τής ποιητικής δημιουργίας του – , και αυτά τά τεύχη έστελνε σε όποιον άγνωστο τού έγραφε να τού ζητήσει τά ποιήματά του. Έτσι, στα τελευταία χρόνια τής ζωής του, ο Καβάφης εμοίραζε δύο τέτοια τεύχη : τού 1905–1915 και τού 1916–1918, που περιείχαν όλα τά ποιήματα όσα είχε δημοσιέψει στα δεκατέσσερα εκείνα χρόνια. Αν είχε ζήσει περισσότερο, δεν αποκλείεται να είχε ενοποιήσει τά δύο αυτά τεύχη· και πιθανότατα θα τά είχε επαυξήσει με ποιήματα δημοσιευμένα παλιότερα από τό 1905 και μεταγενέστερα από τό 1918 – όπως είχε κάνει στις διαδοχικές εκδόσεις τών προηγουμένων τευχών : 1909–1911, 1908–1914, 1907–1915. Όμως, κανείς δεν μπορεί να πει με βεβαιότητα ποια θα ήταν η κατάταξη τών ποιημάτων στο υποθετικό αυτό ενιαίο τεύχος, και πολύ λιγότερο ποια θα έπρεπε να είναι σ’ έναν τόμο που θα συγκέντρωνε με θεματική σειρά και τά 154 ποιήματα, και : τά συνθέτει σε μια πολύ λεπτότερη αλληλουχία θεματική. Ποια είναι ετούτη η αλληλουχία,  μονάχα μια ειδική μελέτη – που βγαίνει από τά όρια τής σημερινής – θα μπορούσε να ανιχνεύσει8.

   Ασφαλώς κανείς δεν μπορεί να πει με βεβαιότητα ποια θα ήταν η κατάταξη τών ποιημάτων, θα μπορούσαμε όμως να προσπαθήσουμε να βρούμε στο μέτρο τού δυνατού ποια θα ήταν αυτή, αφού η θεματική σειρά είναι τέτοια που να δείχνει καθαρότερα τόν ειρμό τής ποιητικής δημιουργίας του.

   Σ’ αυτή τήν κατά κάποιο τρόπο εισαγωγή σκοπός μου δεν είναι να κάνω ιστορική αναδρομή αλλά να θέσω τό ζήτημα τής διαίρεσης τών ποιημάτων, θα πρέπει όμως τώρα εδώ στην αρχή να επισημανθεί ότι η αναζήτηση τής ενότητας τού έργου του ως συνόλου μέσω κάποιας θεματικής κατάταξης τόν απασχολεί από πολύ νωρίς όπως ξέρουμε από τούς «θεματικούς» καταλόγους όπου καταχωρούσε τά ποιήματά του σε «θεματικά κεφάλαια», και μάλιστα διαφαίνεται, τουλάχιστον εγώ βλέπω, ότι κάποια φορά ο Καβάφης συγκέντρωσε τά χειρόγραφα τών τελειωμένων τότε ποιημάτων του και τά σελιδαρίθμησε ακολουθώντας τήν κατάταξή τους σύμφωνα μ’ αυτά τά πρώιμα θεματικά κεφάλαια. (Υπάρχει και μία ακόμη πρωιμότερη, όπως φαίνεται από ένα χειρόγραφο όπου τά δύο ποιήματα που βρίσκονται σ’ αυτό συνδέονται μεταξύ τους με συνεχή στιχαρίθμηση. Εκτός από τό ενδιαφέρον που παρουσιάζει τό ότι μια τέτοια συνεχή στιχαρίθμηση ανεξάρτητων ποιημάτων, για να ενταχθούν έτσι σε ένα ενιαίο σύνολο, θα τή συναντήσουμε μισό αιώνα αργότερα στην «Έρημη χώρα» τού κατά τόν Σεφέρη παράλληλου Έλιοτ, και αδιάφορα αν, ανάλογα με τίς διαμορφωμένες απέναντι στον Καβάφη διαθέσεις μας, αποδώσουμε αυτή τή συνεχή στιχαρίθμηση, σε νεανική έπαρση ή σε επίγνωση από τότε τής μοναδικότητάς του, μπορούμε να οδηγηθούμε στο ότι η αναζήτηση τής ενότητας τού ποιητικού του έργου ως συνόλου, έστω και με αυτή τήν επιφανειακή και τεχνητή σύνδεση, τόν απασχολεί από πολύ νωρίς).

   Τά διάφορα παραθέματα από τίς σχετικές με τή διαίρεση τών ποιημάτων αναφορές χρησιμοποιήθηκαν κυρίως ως αφορμή και όχι για τήν όποια αποδεικτική τους αξία. Τίς αποδείξεις θα τίς αναζητήσουμε στο ίδιο τό έργο τού Καβάφη, με οδηγό εκείνο τό σημείωμά του που είδαμε στην αρχή, για τό οποίο δεν ξέρουμε τελικά αν τό ενσωμάτωσε στην επιστολή προς τόν Λαπαθιώτη, ούτε αν τήν ολοκλήρωσε ούτε αν τήν έστειλε ποτέ. Αφού όμως κράτησε τό σχέδιό της και τό σημείωμα στα χαρτιά του, είναι κατά κάποιο τρόπο σαν να έγραψε ένα γράμμα για μάς και να μάς τό έστειλε. Ας ακολουθήσουμε τή λογική του, δηλαδή ας αφήσουμε τόν Καβάφη να μάς οδηγήσει.

   Από τότε που γράφτηκε αυτό τό σημείωμα, μεσολαβούν περισσότερο από δέκα χρόνια ώς τόν θάνατο τού Καβάφη. Δηλαδή έχουμε στη διάθεσή μας τώρα ένα μέλλον για τό οποίο μπορούμε να πούμε ότι έγινε παρόν9.

   Όταν ο Καβάφης σχεδιάζει τήν επιστολή προς τόν Λαπαθιώτη και γράφει τό σημείωμα έχει ήδη εκδώσει πέντε συλλογές, δύο θεματικές, (αυτές στις οποίες η ταξινόμησις έγινεν έτσι που να βρίσκονται μαζύ ποιήματα θεμάτων οπωσούν συναφών), και τρεις χρονολογικές (αυτές στις οποίες η κατάταξις είναι μόνον κατά τό πότε εδημοσιεύθησαν τά ποιήματα)10. Το έργο του τότε, τό όλον σώμα τών ποιημάτων, αποτελείται συνολικά από 86 ποιήματα, τά 26 θεματικά καταταγμένα και τά 60 στη χρονολογική τους σειρά.

   Τό μέλλον που έχει γίνει τώρα παρόν είναι άλλες πέντε συλλογές, τρεις θεματικές και δύο ακόμη χρονολογικές, με 137 συνολικά ποιήματα από τά οποία τά 68 στις θεματικές συλλογές και τά 69 στις χρονολογικές.

   Έκτοτε δηλαδή έχει υπάρξει και τό έχουμε στη διάθεσή μας τώρα ένα αρκετά μεγάλο μέλλον που μπορούμε να τό εξετάσουμε ως παρόν, και ίσως τώρα μπορούμε να αντιληφθούμε κάπως τί έχει πει για τό μέλλον ο Καβάφης.

   (…)

.

.

.

.

.

σημειώσεις :

1Αντρέας Μυλωνάς «κείμενα και σχόλια επισωρεύονται επί άλλων και όλα υπερασπίζονται τή διάρκεια ενός διαλόγου που από τήν έναρξή του μέχρι τίς μέρες μας φαίνεται να γίνεται αυτός η πρώτη ύλη»

2 Καβάφης Πεζά, «Ο Σακεσπήρος περί τής ζωής» 1891. Σε αγκύλες ό,τι έχω παραλείψει στην αρχή : «Εκτιμώ περισσότερον τάς παρατηρήσεις [τών μεγάλων ανδρών] παρά τά συμπεράσματά [των]. Οι [μεγαλοφυείς] νόες παρατηρούσι μετ’ ακριβείας και ασφαλείας»

3 Σαββίδης Εκδόσεις

4 Επιστολή Καβάφη προς Τέλλο Άγρα, 1927 (Σαββίδης Εκδόσεις)

5 Σαββίδης, Ποιήματα Α΄, Εκδόσεις, Καβαφικά Α΄. Επίσης : «Η Αλεξανδρινή Τέχνη είναι ένα περιοδικό πολύ φιλικόν εις εμέ, αλλά η διεύθυνσίς του είναι ολοτελώς εις χείρας τής Ρίκας Σεγκοπούλου και αποταθήτε παρακαλώ εις αυτήν για ό,τι βρίσκετε χρήζον αλλαγής ή συζητήσεως» (Καβάφης, Βαϊάνος, επιστολή 31η)

6 Τήν πληροφορία αυτήν ο Αλιθέρσης τή δίνει παραθέτοντας πρώτα τή δική του άποψη, παρεμβάλλοντάς την και συνδέοντάς την με τά λεχθέντα από τόν Καβάφη : Δε θα χωρίσω τά ποιήματά του σε ιστορικά, φιλοσοφικά κ’ ηδονιστικά. Ο Καβάφης είναι πάντα υποκειμενικός κι αναλλοίωτα ηδονιστής. Εξ άλλου ο ίδιος έλεγε για τήν ταξιθέτηση τούτη, που ο ίδιος τήν είχε βρη, για ν’ αποκρύπτει τήν ερωτική διάθεσή του, έλεγε πως είναι «συμβατική διάκρισις προς ευκολωτέραν κατανόησιν»

7 Λορεντζάτος, σ. 19–28. Στη συνέχεια, όμως, αλλού και πολύ μακριά καταλήγει

8 Καβάφης Τά Ποιήματα Α΄, και Σαββίδης Εκδόσεις

9 Τό μέλλον που έγινε παρόν μάς φέρνει κοντά στον Σολωμό, που κι αυτός δεν παύει να προσπαθεί να εξελίσσεται ώς τό τέλος. Μετά τή μελέτη τής Τσαντσάνογλου («Μία λανθάνουσα ποιητική σύνθεση τού Σολωμού», Ερμής 1982) μπορούμε να σκεφτούμε και μια άλλου είδους σχέση μεταξύ Σολωμού και Καβάφη, αυτή τής αναζήτησης μιας συνθετικής ενότητας τού έργου τους.

10 Οι ονομασίες «χρονολογικές» και «θεματικές» συλλογές, που τόσο συχνά θα αναφέρονται στη συνέχεια, οφείλονται στον Σαββίδη.

.

.

περιοδικό «σημειώσεις» τεύχος 78 δεκέμβριος 2013

.

.

.

.

.

.

Advertisements

Ιουλίου 3, 2012

για τόν καβάφη : «μέρες θαυμάτων» / δ, τελευταίο

 

.

.

τά προηγούμενα : α, β, γ 

.

  ΜΕΡΕΣ ΤΟΥ 1908

Τόν χρόνο εκείνον βρέθηκε χωρίς δουλειά·
και συνεπώς ζούσεν απ’ τά χαρτιά,
από τό τάβλι, και τά δανεικά. 

Μια θέσις, τριώ λιρών τόν μήνα, σε μικρό
χαρτοπωλείον τού είχε προσφερθεί.
Μα τήν αρνήθηκε, χωρίς κανένα δισταγμό.
Δεν έκανε. Δεν ήτανε μισθός γι’ αυτόν,
νέον με γράμματ’ αρκετά, και είκοσι πέντ’ ετών. 

Δυο, τρία σελίνια τήν ημέρα κέρδιζε, δεν κέρδιζε.
Από χαρτιά και τάβλι τί να βγάλει τό παιδί,
στα καφενεία τής σειράς του, τά λαϊκά,
όσο κι αν έπαιζ’ έξυπνα, όσο κι αν διάλεγε κουτούς.
Τά δανεικά, αυτά δα ήσαν κ’ ήσαν.
Σπάνια τό τάλληρο εύρισκε, τό πιο συχνά μισό,
κάποτε ξέπεφτε και στο σελίνι. 

Καμιά εβδομάδα, ενίοτε πιο πολύ,
σαν γλύτωνεν απ’ τό φρικτό ξενύχτι,
δροσίζονταν στα μπάνια, στο κολύμβι τό πρωΐ. 

Τά ρούχα του είχαν ένα χάλι τρομερό.
Μια φορεσιά τήν ίδια πάντοτ’ έβαζε, μια φορεσιά
πολύ ξεθωριασμένη κανελιά. 

Ά μέρες τού καλοκαιριού τού εννιακόσια οκτώ,
απ’ τό είδωμά σας, καλαισθητικά,
έλειψ’ η κανελιά ξεθωριασμένη φορεσιά. 

Τό είδωμά σας τόν εφύλαξε
όταν που τά ’βγαζε, που τά ’ριχνε από πάνω του,
τ’ ανάξια ρούχα, και τά μπαλωμένα εσώρουχα.
Κ’ έμενε ολόγυμνος· άψογα ωραίος· ένα θαύμα.
Αχτένιστα, ανασηκωμένα τά μαλλιά του·
τά μέλη του ηλιοκαμένα λίγο
από τήν γύμνια τού πρωϊού στα μπάνια, και στην παραλία.

.

   αρχίζουνε λοιπόν οι τρεις στροφές, με τούς τρεις στίχους καθεμία : Η πρώτη αράδα τού πρώτου τρίστιχου Καμμιά βδομάδα, ενίοτε πιο πολύ, είναι σχεδόν κακά διατυπωμένη γιατί εννοεί περίπου «ενίοτε μια φορά τή βδομάδα ή και περισσότερο» λειτουργεί όμως αυτή η ανεμελιά ως προς τήν ακρίβεια τής έκφρασης σχεδόν ανακουφιστικά, σαν μία κάθαρση απ’ τό άγχος και τήν αγωνία τών πιο πάνω για τά χρήματα : εδώ στο θέμα τού ελεύθερου τού χρόνου μπορούμε να ’μαστε απρόσεχτοι λοιπόν, αντίθετα με τήν τεταμένη προσοχή που θέλει ο βιοπορισμός και τό παιχνίδι, όσο κι αν διάλεγε κουτούς. (Στην δεύτερη αράδα αυτού τού τρίστιχου τό ξενύχτι λέγεται σαφώς φριχτό, κι έτσι ξαναθυμόμαστε αυτή τήν ένταση). Αλλά στον τελευταίο στίχο αυτού τού τρίστιχου αρχίζει να εισάγεται για τά καλά η ξεκούραση η χαλάρωση και να προετοιμάζεται η εισαγωγή άλλης κατάστασης – μία περιγραφή ομορφιάς : δροσίζονταν στα μπάνια, στο κολύμβι κι ύστερα μία λέξη για τήν ποίηση τού Καβάφη πολύ φορτισμένη : τό πρωί. Δεν είναι νομίζω τίποτα περίεργο να πει κανείς ότι γι’ αυτόν που διάβασε όλον τόν Καβάφη κι έφτασε τώρα ώς εδώ, παραπέμπει ίσια στην σύντομη ηρεμία τής θάλασσας τού πρωιού αυτή η λέξη.

   Όμως παρ’ όλο τό φως που αρχίζει να εισάγεται, τό επόμενο τρίστιχο είναι με αναπάντεχο τρόπο εκπληκτικά σκοτεινό πάλι – σαν ένα χτύπημα : Τά ρούχα του είχαν ένα χάλι τρομερό : Τό χάλι τρομερό ξανά κοινότυπη και καθημερινή κουβέντα : Κάνει σαν να μάς προετοιμάζει για εξετάσεις στις πιο καθημερινές κουβέντες αυτό τό ποίημα : σαν να αρνείται πια εντελώς κάθε εξωραϊσμό, κάθε καλλωπισμό και ωραιοπάθεια, όσο κι αν όλ’ αυτά όντως ελάχιστα υπάρχουν και ώς εδώ σε όλο τό έργο του : Τά λόγια όμως αυτά συνεπώς ζούσε απ’ τά χαρτιάδεν έκανε, δεν ήτανε μισθός γι’ αυτόννέον με γράμματ’ αρκετά – από χαρτιά και τάβλι τί να βγάλει τό παιδί – όσο κι αν διάλεγε κουτούς είναι πεζές εκφράσεις αλλεπάλληλες που σαν να προετοιμάζουνε ακόμα πιο πεζές ν’ ακολουθήσουν : Τά ρούχα του είχανε ένα χάλι τρομερό λοιπόν, και κει, με βάση αυτά τά ρούχα θα στηθεί τό πιο απίστευτο εύρημα : Οι επόμενοι δύο στίχοι αυτού τού τρίστιχου θα ασχοληθούνε ακριβώς μ’ αυτήν τή φορεσιά, αλλά πιο ήπια : δεν θα ξαναειπωθεί η λέξη χάλι, τό πρόβλημα ελαττώνεται, μικραίνει, συρρικνώνεται στο ότι φορούσε πάντοτε τήν ίδια φορεσιά που ήταν και ξεθωριασμένη. Τό τρίτο τρίστιχο λοιπόν εκεί που μάς προετοιμάζουν όλα για να χαλαρώσουμε ακόμα περισσότερο, τινάζεται επάνω μ’ ένα επιφώνημα στην πρώτη του αράδα κιόλας, που τό ακολουθούνε επικλήσεις χρονικές : τί αφόρητη ένταση ξαφνικά μ’ αυτό τό Ά μέρες τού καλοκαιριού τού εννιακόσια οκτώ : Η λέξη καλοκαίρι εδώ είναι καινούργια : φυσικά έχουμε πληροφορηθεί ότι έκανε μπάνιο (και κολύμβι) τό πρωί – αλλά παρ’ όλ’ αυτά οι λέξεις τού καλοκαιριού τού εννιακόσια οκτώ είναι σαν επιφώνημα νέο πάνω στο προηγούμενο επιφώνημα : Σαν να εισάγεται μία έκρηξη που ακολουθεί, και σε αυτό δεν διαψευδόμαστε : έρχεται η φράση από τό είδωμά σας καλαισθητικά που είναι εξίσου ασαφής ή σαν θολή όπως εκείνο τό καμμιά βδομάδα και θέλει βέβαια να πει : για λόγους καλαισθησίας σάς βλέπω τώρα που σάς θυμάμαι χωρίς αυτά τά ρούχα. Όμως και βέβαια ο Καβάφης ξέρει πολύ καλά τί κάνει όταν εισάγει εδωπέρα μία σύνταξη που είναι σχεδόν ξενόγλωσση, ή ξένη, γιατί με αυτό τό έλειψε (η κανελιά ξεθωριασμένη φορεσιά) έρχεται η πρώτη από τίς τρεις αστραπές τού τέλους που θα διασχίσουν τό ποίημα σαν βέλη και θα τό κολλήσουν στον τοίχο ενός άλλου χρόνου.

   Ο χρόνος τού έλειψε με λίγα λόγια, είναι εξίσου αδικαιολόγητος όπως κι εκείνος τού εφύλαξε που ακολουθεί (στην τελευταία – έβδομη – στροφή τού ποιήματος, που ξαναέχουμε πάλι εφτά στίχους) : Κατ’ αρχάς, η πρώτη αράδα αυτού τού εφτάστιχου αρχίζει με μια επανάληψη (προειδοποιητικά λειτουργεί σχεδόν η επανάληψη στην ποίηση τού Καβάφη – επανάληψη σημαίνει συνήθως ένταση τού ρυθμού, που κάτι άλλο θέλει στο μέλλον να δείξει – μια νέα διάσταση, μια νέα εκδοχή) αρχίζει λοιπόν με μια επανάληψη τής λέξης είδωμα : είχαμε : απ’ τό είδωμά σας έλειψε στην προηγούμενη στροφή, κι εδώ αρχίζουμε με : Τό είδωμά σας τόν εφύλαξε. Αυτοί οι δύο στιγμιαίοι χρόνοι είναι ανεξήγητοι κι ασύντακτοι σχεδόν : τό αντίθετο (όποιος διαβάζει αυτό τό ποίημα σκέφτεται ότι) θα ’πρεπε ας πούμε να συμβαίνει : «Όταν βλέπω αυτές τίς μέρες (ξανά με τόν νου μου), ξεχνάω, σβήνω τήν ξεθωριασμένη φορεσιά» θα ’λεγε κάποιος λογικός άνθρωπος, κι ύστερα : «Όταν βλέπω αυτές τίς μέρες (ξανά με τή φαντασία μου) κρατάω μες στο μυαλό μου μόνο τήν εικόνα του όπως ήτανε γυμνός : όταν έβγαζε δηλαδή και πέταγε από πάνω του αυτά τ’ ανάξια ρούχα τό ξεθωριασμένο τό κουστούμι και τά μπαλωμένα εσώρρουχα» κ’ έμενε ολόγυμνος· άψογα ωραίος· ένα θαύμα. Και επανερχόμαστε λοιπόν στον ποιητή και μένουμε από δω και πέρα σε αυτόν ώς τό τέλος : Ο θαυμασμός του για τήν ομορφιά αυτού τού αγοριού είναι σαν μία τελεία και παύλα : ένα θαύμα. Και εκ παραλλήλου με τήν – κάπως γυναικεία αυτή έκφραση – η φωνή του για μία αδιόρατη στιγμή σαν να λεπταίνει και να γίνεται πιο ανασφαλής κι αυτή : Ύστερα πάλι, αυτή η φωνή ενδυναμώνεται ξανά με τή συνηθισμένη της τήν τόλμη : Ακολουθούμε και εμείς λοιπόν, εκείνη τή γεμάτη ανακούφιση και τρυφερότητα και πείρα τώρα από τό παρελθόν περιγραφή τού αγοριού : Αχτένιστα, ανασηκωμένα τά μαλλιά του / τά μέλη του ηλιοκαμένα λίγο / από τήν γύμνια τού πρωιού (και νά εδώ τό βέλος που μάς εκτοξεύει στην άλλη θάλασσα με τά λαμπρά μαβιά, τήν κίτρινη όχθη, όλα / ωραία και μεγάλα φωτισμένα) και στην παραλία.

   Αλλά δεν είναι μόνο του αυτό τό βέλος : Είναι τρία βέλη μαζί αυτά που περιμένουνε να μάς υποδεχτούν τελειώνοντας τό ποίημα και – κάτι που ο Καβάφης ίσως ενοχλείται όταν τό σκέφτεται – τελειώνοντας και όλα τά καβαφικά ποιήματα μαζί που θα εκδόσει ποτέ στη ζωή του : Γιατί μόνο λάθος δεν είναι βέβαια εκείνο τό έλειψε και εκείνο τό εφύλαξε : Αυτός ο χρόνος που είναι παρελθών αντί παρών, και στιγμιαίος (φαινομενικά) αντί να έχει τήν αναμενόμενη διάρκεια, όχι μόνο λάθος δεν είναι, αλλά και στεφανώνει διασχίζοντας ολόκληρη τήν ιστορία τής καβαφικής αφήγησης, σημαδεύοντάς την με τρόπο ήπιο και εκρηκτικό μαζί : Ασφαλώς, ο στιγμιαίος χρόνος ενός αόριστου (είτε έλειψε είτε φύλαξε) είναι σίγουρα χρόνος που θα περίμενε κανείς στο ποίημα λογικά να είναι αντίθετα και παρόντος και με διάρκεια, μια που δεν μιλάει εδώ ο Καβάφης για ένα πράγμα παρελθόν που θυμάται, αλλά για τήν ίδια τή στιγμή τώρα που γράφει : Κάνοντας όμως τή στιγμή τής έμπνευσής του παρελθόν δραματοποιεί στη διάλεκτό του, τήν ίδια τήν στιγμή τής δημιουργίας και με αυτόν τόν τρόπο τή βαθαίνει : Γιατί μέσα στη λογική τής καβαφικής έκφρασης γινόμενο κάτι παρελθόν μετατρέπεται ακριβώς σε αιώνιο. Και ήταν η στιγμή ίσως τώρα ακριβώς να μάς πει πως ξέρει, ότι αυτό που κάνει εκείνος είναι τό μόνο πραγματικά παρόν ή διαρκές.

μέρες θαυμάτων

   Μού προξένησε μία αμηχανία η συγκινητική στην ευσυνειδησία της, νεανική του αν θυμάμαι καλά (πεζογραφικά εκφρασμένη, κι ίσως γι’ αυτό ακόμα περισσότερο εις εαυτόν) απορία του, για τό αν μπορεί να υπάρξει όντως ποίηση χωρίς γυναίκα, όταν ήρθα σε επαφή μαζί της για πρώτη φορά.

   Είναι μια έξοχη στιγμή αυτή, κι ένα καλό μάθημα για τήν ιστορία τής αισθητικής : Μάς δείχνει τόσο πολλά, και για τόν άνθρωπο που βρίσκεται μπροστά στον καθρέφτη – τόν ίδιο τόν καλλιτέχνη – όσο και για τόν ίδιο τόν καθρέφτη αυτόν (τήν τέχνη του δηλαδή). Ο ίδιος όμως ο προβληματισμός είναι τήν ίδια στιγμή κι ένας καθρέφτης δεύτερος, στον οποίο αντικατοπτρίζεται τό πρόβλημα τής αισθητικής, από μία περίεργη γωνία ειδωμένο : Ή είναι ένας φακός με μεγάλο πλάτος και βάθος ταυτόχρονα : Μάς δείχνει τήν ίδια τήν αντιφατικότητα τής καλλιτεχνικής δημιουργίας : Μπροστά του στέκεται ένας άνθρωπος γεμάτος τόλμη και δειλία μαζί : Είναι αποφασισμένος να κάνει ένα έργο εξαιρετικής γενναιότητας, και όχι μόνο για τήν εποχή του, ένα έργο που θα γκρεμίσει κάθε γελοιότητα  και αιδώ, κι όμως ο ίδιος άνθρωπος θα βασανίζεται – στο ίδιο τό πεδίο τής έκφρασης – από τίς πιο συμβατικές δειλίες : (για να τό πει κανείς αλλιώς, τό ίδιο τό έργο του θα επιζητά, για τήν ίδια του τήν ολοκλήρωση, να διατυπώνεται η συμβατικότητα τού άλλου σαν να ’ναι και δική του : ανώμαλη, άνομη, και τά λοιπά). Δεν θα μπορούσε να έχει τήν έντασή της η σκέψη του ίσως αν δεν χρησιμοποιούσε τό λεξιλόγιο τών εχθρών της : Έτσι θα μπορούσε κανείς να πει ακόμα και ότι αυτή η συμβατικότητα είναι ευφυές καλλιτεχνικό εύρημα.  Όμως δεν είναι : Η ανεπανάληπτη ποιότητα τού Καβάφη ως ποιητή έγκειται στο ότι είναι – όπως κάθε ανεπανάληπτος άλλωστε ποιητής – απολύτως ειλικρινής : Ο Καβάφης βασανίστηκε πράγματι και χαρακτηρίστηκε όντως ως άνθρωπος από αυτήν τήν εν μέρει συμβατικότητα τής σκέψης του – που τόν έκανε να έχει απόλυτη επίγνωση δηλαδή τού πόσο φοβερά ανοίκεια και προκλητική ήταν η στάση τής ζωής του, η ηθική του, για τούς άλλους : Επιτίθεται σε μια ηθική που από μια άποψη τή νιώθει να τόν πνίγει, δηλαδή να τόν κατακυριεύει – ακριβώς ως εχθρός : δεν αρκεί απλώς να τήν ξέρει καλά για να τήν εκφράσει, πρέπει να ’ναι και θύμα της : Έτσι μπροστά σ’ αυτόν τόν καθρέφτη βλέπει τόν εαυτό του πλήρως και καθόλου : Γι’ αυτό και αναρωτιέται αν μπορεί να υπάρχει ποίηση χωρίς γυναίκα : Γιατί από μιαν άποψη κοιτάει μόνο μπροστά στον καθρέφτη και δεν βλέπει αυτόν που στέκεται πίσω του : Τού είναι αδύνατο να διαπιστώσει τήν ύπαρξη μιας ποίησης που κατασκευάζεται από γυναίκα, και συνεπώς έχει ως αντικείμενό της τόν άντρα. Τό ίδιο αντικείμενο επιθυμίας δηλαδή μ’ αυτόν. Αυτή είναι η σχέση του, ίσως, με τίς γυναίκες : ανοίκεια και άγνωστη σχέση – ή σχέση οικεία και αντεστραμμένη.

αυτή ήταν η 4η συνέχεια (και τό τέλος) από κείμενο που δημοσιεύτηκε στην ετήσια έκδοση «επίλογος/12ος χρόνος» τού 2003

.

.

.

σημειώσεις 

1   ξαναδημοσίεψα τό ποίημα ολόκληρο σ’ αυτήν (και στην προηγούμενη) ανάρτηση για λόγους διευκόλυνσης τής κομματιαστής (τώρα) ανάγνωσης

2   τόνισα (στην πρώτη ανάρτηση) τό θέμα τής σειράς με τήν οποία εκδόθηκαν τά (τελευταία) ποιήματα, γιατί υπήρχε για χρόνια μια μυθολογία ότι τό ποίημα «εις τά περίχωρα τής αντιοχείας», με τό οποίο δήθεν ο καβάφης παίρνοντας τό μέρος τών χριστιανών κορόϊδευε τόν ιουλιανό («τό ουσιώδες είναι που έσκασε»), ήταν τό «τελευταίο ποίημα που ο καβάφης έγραψε πριν πεθάνει». Δεν ξέρει όμως κανείς τί να πρωτοθαυμάσει σ’ αυτήν τήν ποιητική (κυρίως προερχόμενη από τούς περί τήν γενιά τού ’30 εκδότες ποιητές και κριτικούς) παραχάραξη : γιατί τό μεν ποίημα έχει γραφτεί παλιότερα, ο δε καβάφης έδωσε για έκδοση στον τυπογράφο του, λίγο πριν πάει στην αθήνα για τήν εγχείριση τού καρκίνου τό 1932, πρώτα τό «στα 200 π. Χ.» (αυτό που τελειώνει με τό περίφημο «για λακεδαιμονίους να μιλούμε τώρα») και αμέσως μετά (και ενώ είχε έτοιμα και τά «περίχωρα τής αντιόχειας» και, επίσης, μερικά ακόμα) παρέδωσε στον τυπογράφο τελευταίο (άραγε τό ήξερε; τό υποψιαζόταν; ποιος ξέρει…) τό καθαρά ερωτικό «μέρες τού 1908»
   τά «περίχωρα τής αντιόχειας» θα έπρεπε δηλαδή κανονικά να συμπεριλαμβάνονται, από όσους εκδίδουν ποιήματα τού καβάφη, όχι στα «επίσημα» (ή «δημοσιευμένα») αλλά στα «ανέκδοτα» (ή σε κάποιο «παράρτημα», αυτό δηλαδή ακριβώς που έκανε ο γ. π. σαββίδης λίγο πριν πεθάνει, διορθώνοντας ακριβώς (σιωπηρά) ο ίδιος τίς εκδόσεις του τών έργων τού καβάφη, χωρίς να εξηγήσει όμως τόν λόγο τής αλλαγής)
   θα μπορούσε, από τήν άλλη, κανείς να γράψει και πραγματεία ολόκληρη για τό πώς, και αν, η «περσόνα» που χρησιμοποιεί ο καβάφης ως «πρώτο πρόσωπο» (πληθυντικού κιόλας) στα «περίχωρα τής αντιόχειας» ταυτίζεται με τό πρόσωπο τού ποιητή ως προς τήν εχθρική αντιμετώπιση τού ιουλιανού, ή αντιθέτως η ειρωνεία (τού α΄ πληθυντικού κιόλας) δεν αποτελεί ουσιαστικά μια θλιμμένη, και ειρωνική μαζί, υπεράσπιση ενός αυτοκράτορα πεισματάρη και καταδικασμένου να ηττηθεί (στην υπεράσπιση αυτών ακριβώς – ή περίπου – τών πραγμάτων που αγάπησε και υπερασπίστηκε ο ίδιος ο καβάφης στην ποίησή του) – πάντως τό ποίημα έχει γραφτεί παλιότερα, περί τό 1930 ( : όταν ο καβάφης γύρισε στην αλεξάνδρεια από τήν εγχείριση, μέχρι τό 1933 που πέθανε δεν ξανάγραψε τίποτ’ άλλο, ασχολήθηκε με τό αρχείο του, μόνο, και τό τακτοποίησε)

3   last but not least πρέπει να πω εδώ ότι τίς πληροφορίες για τά εκδοτικά ήθη τού καβάφη τίς παίρνω από τήν (εξαιρετική, και όχι μόνο για μένα αλλά για όλους όσους τήν έχουν διαβάσει ολόκληρη – και μερικοί αγγλόφωνοι καβαφιστές ανάμεσά τους) εκτενή καβαφική μελέτη τού φίλου μου ποιητή (αυτού που έκανε και τό αφιέρωμα) «κ. π. καβάφης, τό όλον σώμα» (ακόμα ανέκδοτη)

4   τό άλλο κείμενο τού κοινού φίλου πεζογράφου για τό ίδιο ποίημα, που δημοσιεύτηκε στον «επίλογο», είχε τόν τίτλο «και συνεπώς ζούσεν απ’ τά χαρτιά»
   δυστυχώς δεν είχε κρατηθεί η μεταγραφή στα κομπιούτερ τών αρχικών κειμένων, και έτσι ήμουν υποχρεωμένη να κάνω τή βαρετή χειρωνακτική δουλειά και να αντιγράψω (σίγουρα όμως χωρίς συντομεύσεις!) όλο τό κείμενό μου από τό χαρτί

5   η ανάρτηση τής παλιάς αυτής δουλειάς (θυμίζω ότι) έγινε με αφορμή τήν επέτειο τής γέννησης τού καβάφη (που συμπίπτει, με διαφορά 70 χρόνων, και με τήν επέτειο τού θανάτου του) και τό λέω γιατί τό πράγμα έχει πια προχωρήσει πολύ (και έχει γίνει και πολύ ογκώδες, άσε που δεν ξέρω και πότε θα τό τελειώσω)

.

 

.

.

.

.

.

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: