σημειωματαριο κηπων

Νοέμβριος 1, 2014

γυναικεία γλωσσικά : η παρθενογένεση τών μουστακιών και μιας σ@χλαμάρας

 

 

 

 

σκοπεύω να θίξω σήμερα δύο ζητήματα : α) ότι η γυναίκα δεν ισούται με τό μηδέν, και, β) ότι γυναίκα δεν είναι κάποια που τής λείπει κάτι : δεν είναι κάποιος που τού λείπει κάτι

με αφορμή μάλιστα τίς δυο τελευταίες προτάσεις (που συνήθως γράφονται συνοπτικά : κάποιος/κάποια – τό αρσενικό πάντως πρώτο) θα μιλήσω εδώ, στην εισαγωγή, και για τό θέμα αυτής τής φεμινιστικής σαχλαμπούχλας αντί δηλαδή να μιλάμε κανονικά και να παραθέτουμε έστω και τίς δύο εκδοχές (ακόμα βέβαια αργούμε να φτάσουμε στο επίπεδο κάποιων αμερικανών (μόνο σε αμερικανούς τό έχω μέχρι τώρα δει) που βάζουνε μόνο τό θηλυκό (για να τή σπάσουνε σε κείνους που μέχρι τώρα βάζανε μόνο τό αρσενικό)) τό θέμα λοιπόν τής φεμινιστικής αυτής επιπολαιότητας (που δυστυχώς τήν έχει υιοθετήσει και ένα συμπαθέστατο βλογ) αντί να γράφουνε ας πούμε κάποιος και κάποια να γράφουνε κάποι@ : πιθανώς θεωρείται ότι είναι σύντομο και εξόχως ιντερνετικό (εκτός από εξόχως φεμινιστικό) : έχω λοιπόν κι εγώ τήν αφελή (και εξόχως φεμινιστική επίσης) απορία, τουτέστιν : και τότε πώς στον γαμημένο διάβολο τό λέμε ;

ή μήπως δεν τό λέμε ; ή μήπως έχουμε πια τήν εντύπωση ότι τώρα μόνο γράφουμε και πια δεν μιλάμε ; διότι τότε, πρέπει να πω, ότι έχουμε προχωρήσει πια πάρα πολύ, από τήν κοινωνία τού θεάματος δηλαδή στην κοινωνία τού ψευτογραψίματος (για να συμπληρώσω κι εγώ τόν θείο γκυ) : καθότι τό πραγματικό γράψιμο λαμβάνει πάντοτε υπόψη του (αυτό τό έχει αναπτύξει και ο γιώργος κοροπούλης στις πολύ ωραίες εκπομπές του στο τρίτο, δεν θυμάμαι σε ποια, ακούστε τις όλες αν δεν τίς έχετε ακούσει) τό πραγματικό γράψιμο λοιπόν συμπεριλαμβάνει και τόν ήχο τού γραφτού (για να μην πούμε ότι ο πραγματικός ποιητής (εδώ συμπεριλαμβάνονται βέβαια και οι πεζογράφοι – οι πολύ καλοί όμως) δεν μπορεί να γράψει αν δεν ψιθυρίσει έστω αυτά που γράφει – πάντως αν δεν τά ακούσει και δεν τά πει –) : και εν ολίγοις δεν υπάρχει γραπτός λόγος χωρίς τόν προφορικό (καταντήσαμε να λέμε και γνωστά πράγματα)

λοιπόν εμένα μέ θλίβει η προχειρότητα η έλλειψη σκέψης και ο τσαπατσουλισμός στα κατά τή γνώμη μου σημαντικά – τό ’χω πει τόσο για τήν κακή κατά τή γνώμη μου εφαρμογή τού μονοτονικού, και τό λέω ξανά τώρα με τήν ευκαιρία αυτού τού @ , για αυτές τίς άσκεφτες εφαρμογές τού φεμινισμού – τό περίεργο είναι ότι και στις δύο περιπτώσεις ακούω δικαιολογίες (ρητές ή υπόρρητες) για τό ότι και στις δύο αυτές εφαρμογές κυριότερος λόγος είναι τό να γλυτώσουμε κόπο ή να πετύχουμε συντομία : ας πω για τή «συντομία» λοιπόν ότι αυτή η περίφημη έννοια τής βιασύνης αποτελεί τό αντίστοιχο τής οικονομικής εκμετάλλευσης στο πεδίο τής σκέψης : όταν «συντομεύουμε» τή σκέψη μας τήν καθιστούμε ευθέως εμπόρευμα – και με τήν ίδια ακριβώς λογική η μεγάλη λογοτεχνία – ο προυστ παραδείγματος χάρη – θα έπρεπε να συμπτυχθεί, αντί για κείνους τούς ανοικονόμητους τόμους, σε μία πρόταση : ό,τι θυμάμαι χαίρομαι.

και νά που με τό τρίτο πια ξεμπέρδεψα, και ήδη τό τακτοποίησα (ήταν και τό πιο εύκολο αυτό, πάει τέλειωσε)

 

 

ξεκινάω λοιπόν τώρα από τό δεύτερο, και μετά θα πάω, εννοείται, και στο πρώτο : όταν οι άντρες επομένως δηλώνουν (τό δηλώνουν παντού και πάντοτε, τόσο που δεν χρειάζεται καν ν’ αναφέρω παραδείγματα) ότι μια γυναίκα γίνεται άντρας διά τής προσθήκης πάνω της κάποιου πράγματος δεν κάνουν τίποτα παραπάνω από τό να υποκύπτουν στον υπόγειο εκείνο μισογυνισμό που λέγαμε – για τόν απλούστατο καταρχάς λόγο ότι δεν δείχνουν ποτέ να πιστεύουν, εξίσου και αντιστοίχως, πως κι ένας άντρας μετατρέπεται σε γυναίκα διά τής προσθήκης πάνω του κάποιου πράγματος : όχι, ο άντρας αν γίνει γυναίκα υφίσταται πάντα μια τομή εγχείρηση ή αφαίρεση – όμως, δεν θεωρούν ποτέ ότι μπορεί κι η γυναίκα, αν είναι να γίνει άντρας, να υφίσταται μια αφαίρεση επίσης : γιατί, αν τό θεωρούσανε, τότε αντί να τής βάζουνε μουστάκια (τό λένε και οι πιο καλοπροαίρετοι όπως ο σαραντάκος) θα έπρεπε να πάρουν μια εικόνα από κάτι τουλάχιστον πιο συνηθισμένο αντρικό – να τήν κάνουνε ας πούμε καραφλή, να τής προσθέσουνε τουτέστιν φαλάκρα : όμως, αυτό είναι τό ζήτημα : φαίνεται ότι οι άντρες απεχθάνονται τό γεγονός να σκεφτούν τήν ύπαρξή τους ως μια φύση που κάτι τής λείπει (ακόμα κι αν πρόκειται για τρίχες και μαλλιά) – και να παραδεχτούν έστω και για αστεία επομένως ότι αν κάποιος πρόκειται να μετέχει τής φύσης τους, θα τού αφαιρεθεί κάτι – και κάτι θα χάσει

τό συγκεκριμένο πρόβλημα βέβαια φαίνεται να έχει πολύ βαθιές ρίζες (υποστηρίζω τώρα εγώ) και γι’ αυτό και δεν πρόκειται να τό αναπτύξω εδώ εις μάκρος – αν ήτανε να τό πω όμως περιληπτικά (κείνη η συντομία που λέγαμε) θα έλεγα ότι οι άντρες δεν γίνεται ποτέ να συχωρέσουν τόν εαυτό τους που τό σώμα τους δεν μοιάζει με τής γυναίκας – που δεν τούς έχει χαρίσει τό προνόμιο δηλαδή να διαθέτει τήν φοβερή εκείνη ανωτερότητα και δυνατότητα μυστικότητας αυτάρκειας και απόκρυψης που, αυτονόητα και χωρίς κόπο, διαθέτουν οι γυναίκες : κάποιοι άντρες βέβαια στην πορεία τής ιστορίας μας επί τού πλανήτη είχαν και λίγο μυαλό, και έτσι τό ηρακλείτειο εκείνο (όλοι σέβονται τόν ηράκλειτο, αλλά, παρ’ όλ αυτά, εξακολουθούν να τόν θεωρούνε σκοτεινό) τό όντως περίεργο εκείνο φύση κρύπτεσθαι φιλεί να θεωρείται εν γένει σοφό και σωστό – φτάνει να αποσιωπούν, κι από τόν ίδιο τόν εαυτό τους, τό γεγονός πως είναι αυτό ακριβώς που τούς εμφανίζει τότε σαν τό είδος που υστερεί – σαν τό είδος που η φύση θεωρεί εκ φύσεως ατελές ή δευτερεύον – όχι δηλαδή απολύτως χαρακτηριστικό τού εαυτού της – τής εαυτής της : και η ζήλεια για τό μουνί (αυτό που ο φρόϋντ, σε μια από τίς πιο άδοξες και δειλές στιγμές του, διέστρεψε και γύρισε τούμπα (αλλά με πόση διαφάνεια) επιστρέφοντάς το στις γυναίκες ως ζήλεια για τόν πούτσο) είναι η μία όψη τής ανασφάλειας που αισθάνεται ο μειονεκτών σε κάτι – ο στερημένος κατά τι : έτσι όμως κυρίως προδίδεται η μνησικακία τού άντρα για τίς γυναίκες : από τό γεγονός ότι (ξέρει από τήν αρχή – από παιδί – πως) επειδή τό σώμα του είναι πολύ φανερό, και δεν μπορεί να κρυφτεί, ακριβώς γι’ αυτό, επειδή κάτι δηλαδή τού κρέμεται και εξέχει πολύ, κάτι τού λείπει : είναι δηλαδή αδύναμος και ευάλωτος εφόσον δεν διαθέτει μ’ άλλα λόγια τή δύναμη τής θέλησής του, με τήν έννοια ότι δεν έχει τή δύναμη να εμφανίζει εκείνος όποτε θελήσει τόν (πραγματικό και κρυφό και μυστικό του) εαυτό : τόν ερωτικό του εαυτό : αντίθετα εκτίθεται μόνιμα, είτε έχει επιθυμία, είτε δεν έχει : διότι εάν μεν έχει επιθυμία τρομάζει με τήν ιδέα ότι μετράνε τό μήκος τής επιθυμίας του (οι άλλοι, οι γυναίκες, συγκρίνουν τό μήκος με άλλα μήκη) κι αν δεν έχει επιθυμία, πάλι τρομάζει με τήν τόσο ορατή έλλειψη επιθυμίας που τόν καταδικάζει να εμφανίζεται ως μικρός : αυτά φυσικά δεν θα αποτελούσαν (εγώ είμαι σίγουρη) κανενός είδους ελάττωμα στον παράδεισο, όπου η εύα (ας τήν πούμε έτσι, η εύα η λίλιθ ήρα ίσιδα αστάρτη αφροδίτη) ήταν ελεύθερη, δεν τίθενταν δηλαδή θέμα εξουσίας – και τά πάντα ήταν απλώς καθαρός και αθώος έρωτας : όταν όμως προέκυψε μέσω τού δηλητηριώδους φιδιού η επιθυμία ανισότητας τότε πρέπει να προέκυψε ακριβώς και η γνώση ότι ο εξουσιαστής ήτανε φύσει (από τόν θεό του ! ) κατώτερος : υποκείμενος δηλαδή σε διαρκή κριτική : κι έτσι ξεκίνησε (λέω τώρα εγώ) τό λαμπρό αυτό φαινόμενο τού μισογυνισμού που μάς πλήττει ακάθεκτος ώς τά σήμερα, και γι’ αυτό και τό μίσος εναντίον τών γυναικών αποτελεί (κι ας μη γίνεται ακόμα, τό ξέρω, ευρέως (ή καθόλου) αποδεκτό) τήν πρωταρχική στιγμή, τό αρχέτυπο δηλαδή (τήν πηγή και τό πρότυπο) κάθε ρατσισμού – και τονίζω : όχι μόνο επειδή είναι ο πρώτος χρονικά ρατσισμός στην ιστορία, ούτε μόνο γιατί ασκείται οριζοντίως από όλους τούς άντρες, όλων δηλαδή τών χρωμάτων τάξεων και φυλών – αλλά κυρίως επειδή είναι ο πιο βαθιά θαμμένος – και ο πιο νομοτελειακά άναρθρος ( : αυτή η ρίζα τού μισογυνισμού όπως τήν αναφέρω ας πούμε, αν ειπωθεί σε μια τυχαία παρέα αντρών θα αντιμετωπιστεί με τήν πιο βίαιη και ακόμα και κανιβαλική κοροϊδία – δηλαδή απώθηση – και συγχρόνως και υπογείως θα επικαλεστεί ακόμα και οίκτο – δοκιμάστε το). (Και τό λέω εγώ, δηλαδή εγώ μπορώ να τό λέω, επειδή θεωρώ εξαρχής τή συζήτηση περί τής αξίας ή απαξίας τού μεγέθους ηλίθια, δεδομένου ότι θεωρώ εξαρχής ότι μεγάλο μέγεθος και μικρό μέγεθος ψυχολογικών ή ηθικών παραμέτρων (τής επιθυμίας ή τού ερωτισμού ας πούμε) δεν μετριέται με τό υποδεκάμετρο – όπως δεν μετριέται η δύναμη και η αποτελεσματικότητα ενός θανάσιμου όπλου με τό μήκος του, γιατί τότε θα ήταν στον αιώνα τόν άπαντα θανασιμότερο όπλο τό μακρύ δόρυ από τό κοντό magnum)

όμως, επειδή όλ’ αυτά δεν (πρέπει να) λέγονται ούτε (να) υπάρχουν, ο άντρας όταν «γίνεται γυναίκα» δεν «προσθέτει μουνί» αλλά «κόβει πέος» – λες και η γυναίκα είναι ακριβώς ευνούχα – όπερ και έδει ακριβώς δείξαι ( : τό ότι στην παράδοση τών μέχρι σήμερα μονοθεϊστών διασώζεται δυστυχώς η προσπάθεια και η πρακτική να τήν ευνουχίζουν και εμπράκτως, δεν αφαιρεί αλλά προσθέτει εγκυρότητα στο επιχείρημα, φαντάζομαι είναι σαφές) : αλλά όλη η προσπάθεια τού πατριαρχικού πολιτισμού είναι κατά βάθος αυτή, να μετατρέψει τό ψέμα σε αλήθεια, να κρύψει τό ελάττωμα και τήν έλλειψη πείθοντας τόν εαυτό του ότι αποτελεί προσόν και προσθήκη : εξού και η αλλοφροσύνη τών αντρών για τό ότι έχουνε αυτό τό πράγμα που είναι διαρκώς εκτεθειμένο, τό μετράνε και τό ξαναμετράνε και πείθουν τόν εαυτό τους ότι είναι και επικίνδυνο όπλο – ο αγώνας είναι να μην ειπωθεί ποτέ ότι τό μεγάλο όπλο είναι αντιθέτως αυτό που όλοι φοβούνται, αυτό στο οποίο ευθέως κιόλας επιτίθενται (όμως απέξω–απέξω κάτι μαύρες φυλές τό παραδέχονται, ότι «αν δεν ευνουχίσουν τίς γυναίκες τους αυτές θα τούς επιτεθούν, θα τούς πλήξουν, ή θα τούς κάνουν (κάποιο μυστηριώδες) κακό (στο κρεβάτι)» : ποτέ δεν προχωράνε παραπέρα να εξηγήσουν τί κακό θα κάνει στο αντρικό μουνί τό γυναικείο μουνί – κι αυτή η αποσιώπηση είναι πιστεύω η πιο εύγλωττη, απ’ όλες τίς αποσιωπήσεις) . Μέσα σ’ αυτή λοιπόν τήν παράδοση τής αντρικής νεύρωσης και τής απώθησης προς τήν αλήθεια τού αρχικού φόβου, η γυναίκα πρέπει να μην διαθέτει ακριβώς τίποτα, γιατί τίποτα πάνω της δεν μετριέται – και εκεί λοιπόν εντάσσεται και η περίφημη μυθολογία τής τρύπας : επειδή οι άντρες φοβούνται ακριβώς αυτό που υπάρχει χωρίς να γίνεται αντικείμενο κριτικής (κανείς δεν ψάχνει μια γυναίκα πόσο τήν έχει μεγάλη) φτάνουν στο σημείο να ευνουχίζουν όλοι (εντάξει, μιλάμε για τήν πλειοψηφία, οι εξαιρέσεις τιμούν τούς ελάχιστους εξαιρετέους) τίς γυναίκες – αν όχι όπως οι αφρικανοί, ή οι ασιάτες, πρακτικά – όμως έναρθρα, ιδεατά, με τή γλώσσα : και αγνοώντας αυτό τό αμέτρητο και μυστικό και παντοδύναμο μουνί πηδάνε κατευθείαν στον κόλπο – και ποιητικότατα (η ποίηση ήταν ανέκαθεν τό στοιχείο τους) τό μετασχηματίζουν σε τρύπα : μ’ άλλα λόγια σε κενό : μ’ άλλα λόγια σε τίποτα.*

 

* τρύπα τό λέει κάπου κι ο σαρτρ (νομίζω σε κάποια του επιστολή στην μπωβουάρ (κάτι ήξερε κι αυτή όταν έλεγε ότι οι γυναίκες ζουν τήν τραγωδία όταν ερωτεύονται άντρες να ερωτεύονται έναν εχθρό)) (παρεμπιπτόντως η ίδια έχει πει και για τόν φροϋδικό «φθόνο τού πέους» πως για κάθε μικρό κοριτσάκι «αυτό τό σωληνάκι που κρέμεται από τ’ αγοράκια μέσα απ’ τό παντελονάκι τους δεν έχει τίποτα τό αξιοζήλευτο, αντιθέτως») αλλά και τρύπες βλέπουν παντού αντί για μουνιά και μερικοί σημερινοί προοδευτικοί μάλιστα άντρες (κι ας συγκαλύπτουν τήν τρύπα ποιητικότατα ως ρουφήχτρα) (τριαρίδης)

επειδή όμως οι εξαιρέσεις είναι η παρηγοριά τού πλανήτη, υπάρχουν (υπήρχαν) και τολμηροί άντρες από παλιά, που δεν έβλεπαν τρύπες (ίσως γιατί δεν ήταν ομοφυλόφιλοι και είχαν ερωτευτεί τίς γυναίκες, ακριβώς επειδή είχαν μουνί, και όχι επειδή δεν είχαν τίποτα)

 

κι έτσι, μ’ αυτό τό τίποτα τώρα, περνάμε πια στο πρώτο μέρος τού θέματος επαρκώς προετοιμασμένοι :

η «παραχώρηση» να δοθεί στη γυναίκα (μεγαλόψυχα) κάτι που δεν έχει ο άντρας γίνεται λοιπόν πλέον πονηρά μόνο μέσω τής τεκνοποιΐας – και αυτό ανήκει χρονικά πιστεύω στην ιστορική περίοδο κατά τήν οποία η γυναίκα ηττάται ως ελεύθερο αυτόνομο και ερωτικό υποκείμενο – δηλαδή σα φύση : είναι όμως επίσης κι η στιγμή τής μεγαλύτερης πονηριάς που επιδεικνύει η «πατριαρχία» ( : γι’ αυτό ακριβώς και τό προηγούμενο καθεστώς εγώ δεν θα τό ’λεγα ποτέ «μητριαρχία» – γιατί εκείνη ήταν μια εποχή κατά τήν οποία η γυναίκα ήταν κατεξοχήν φύση όχι λόγω μητρικής ιδιότητας παρά μόνο λόγω ερωτικής δυναμικής (ωραία βέβαια τά λέει στην Η, αλλά και σε άλλα ο ρεμπώ) – ενώ αντίθετα είναι σαφές ότι ο άντρας έχει εξουσία μόνο από τή στιγμή που υπάρχει οικογένεια, όταν ο ίδιος δηλαδή ασκεί τήν εξουσία τού πατέρα) : είναι όμως και μια πονηριά που αναδεικνύει, αν θες και αντέχεις να δεις, θαυμάσια όλες τίς αντιφάσεις τού ψεύδους που προϋποθέτει : κι έτσι οι θρησκείες (οι μονοθεϊστικές σίγουρα) είναι αναγκασμένες να περιβάλλουν τή δήθεν αγιότητα τής γυναίκας με όλα τά δυνατά παράλογα – στα οποία στηρίζεται κατά κάποιον τρόπο και η όλη αντρική μεταφυσική – με παραλογότερο όλων εκείνη τή επίμονη λυσσαλέα μανία με τήν παρθενία – τήν οποία και εξιδανικεύουν σε βαθμό υστερίας. (Δεν χρειάζεται να μιλήσω εδώ για τό ότι οι άντρες αποσιωπούν μετ’ επιτάσεως τή δική τους παρθενία, σα να ’ναι αυτή η «αρχική» ισότητα τών φύλων στον τομέα τής ερωτικής πράξης κάτι που εξαιρετικά τούς ενοχλεί για να μην πω ότι κυρίως τούς ανησυχεί) ( : καθότι η απειρία προϋποθέτει άτομο χωρίς προηγούμενη γνώση και επομένως ανίκανο να κάνει συγκρίσεις μεγεθών – είναι η μόνη περίπτωση δηλαδή κατά τήν οποία οι γυναίκες στο κρεβάτι είναι σχετικά ακίνδυνες – αν η ίδια εμπειρία μεταφερθεί όμως στους άντρες θα σήμαινε τή νευραλγική εκείνη στιγμή κατά τήν οποία τίθεται υπό αμφισβήτηση η δικιά τους ερωτική συνολική αποτελεσματικότητα, και μάλιστα – εφόσον συνήθως τούς ξεπαρθενεύουν γυναίκες μεγαλύτερης ηλικίας (και πολύ συχνά πουτάνες) μετριέται κιόλας, κρίνεται και ταξινομείται (αυτό τουλάχιστον φοβούνται – δεν φαντάζονται βέβαια ούτε κατά διάνοια ότι μπορεί τό ίδιο να ζουν και οι γυναίκες –). (Ο σταντάλ που η κατανόησή του για τό άλλο φύλο είναι περίπου μοναδική, έχει μια ηρωίδα που για να αποφύγει τήν άχαρη διαδικασία όταν θα πάει με τόν εραστή που τής αρέσει, πληρώνει έναν πλανόδιο να τήν απαλλάξει «από αυτό τό άχρηστο βάρος» – και ο φώκνερ που ακολουθεί, με πολύ πολυπλοκότερους μαιάνδρους βάθους σύνταξης και ανάλυσης, βάζει στη βουή και τό πάθος τόν ερωτευμένο με τήν αδελφή του αδελφό να παραπονιέται εντός του ότι «για κείνην» ο παρθενικός της υμένας δεν ήταν κάτι σπουδαιότερο από μια παρανυχίδα). Εν ολίγοις, ένας άνθρωπος που είναι παρθένος δεν είναι καθόλου ανύπαρκτος – είναι αντιθέτως ένα παιδί, με ένα πολύ πρακτικό πρόβλημα – αυτό τό άχρηστο βιολογικό υπόλοιπο, σαν τίς αμυγδαλές που πρέπει απλώς να τίς βγάλει –

νά που όμως στα ελληνικά (μόνο) είναι σε ευρεία χρήση η λέξη «παρθενογένεση» με νόημα άσχετο εντελώς από τά βιολογικά, αλλά – (κυρίως) και – από τά θρησκευτικά και μεταφυσικά προβλήματα που γεννάει στις θρησκείες τό πρόβλημα τής γέννησης τού θεού τους μόνο από γυναίκα : η λέξη παρθενογένεση στην καθημερινή της χρήση στα ελληνικά δεν έχει καμιά έννοια ιερότητας ή σεβασμού (όσο παράλογος κι αν είναι ο σεβασμός σε μια γυναίκα μόνο εάν γεννήσει χωρίς γαμήσι) : έχει αντίθετα τήν έννοια τού εκ τού μηδενός – για τήν οποία έκφραση οι άλλες γλώσσες (τουλάχιστον απ’ όσο ξέρω οι δυτικοευρωπαϊκές) χρησιμοποιούν τό λατινικό «ex nihilo» : όμως, οι δικοί μας έχουν βρει αυτόν τόν ωραίο τρόπο για να επαναλαμβάνουν και να επιβεβαιώνουν τόν μισογυνισμό τους, περήφανα και απολύτως αθώα (γιατί είναι μια έκφραση που, κι αυτό είναι χαρακτηριστικό, τή χρησιμοποιούν όλοι στην ελλάδα, και άντρες και γυναίκες – με απόλυτη κιόλας αθωότητα) ενώ συγχρόνως επιμένουν να καλύπτουν τά νώτα τους αγνοώντας δήθεν τί λένε.

προσωπικά πρωτοσυνάντησα τήν έκφραση στα γραφτά τής γενιάς τού ’30 όπου – τού σεφέρη πρωτοστατούντος («δεν υπάρχει παρθενογένεση στην τέχνη») – μια παρέα αντρών, μεταξύ μας μάλλον μπούληδων επιπλέον και εξόχως πουριτανών – η αντιπάθειά τους για τόν καβάφη δεν κρύφτηκε ποτέ – μάς έκατσαν και στο σβέρκο ως διανόηση σβήνοντας όποιον δεν τούς ταίριαζε και δημιουργώντας μια παράδοση κριτικού και κοινωνικού ήθους που κρατάει ώς τά σήμερα – φυσικά : ίσως γιατί όντας στη μεγάλη τους πλειοψηφία μηδενικά οι ίδιοι απόφευγαν φαντάζομαι όπως ο διάολος τό λιβάνι τόν όρο εκ τού μηδενός – αλλά μόνο γι’ αυτό ;

η φράση «εκ τού μηδενός» ή ex nihilo έχει μια ιστορία στη φιλοσοφία και προέρχεται από τόν επίκουρο (η ελληνική εκδοχή του – «τίποτα δεν γίνεται από τό τίποτα» είπε ο άνθρωπος) και η λατινική του από τόν λουκρήτιο που μετέφερε τήν περί φύσεως φιλοσοφία τού «δασκάλου του» σε στίχους στα λατινικά, κάνοντας έτσι τό nihil ex nihilo γνωστό και παροιμιώδες (σε όλα τά δυτικοευρωπαϊκά) ( : θα μπορούσαμε βέβαια να τό ’χουμε κάνει κι εμείς παροιμία, και να λέμε «μηδέν εκ τού μηδενός», μια που είμαστε σαν έθνος και αρχαιόπληκτοι : αλλά όχι ! Προκειμένου να βρίσουμε τίς γυναίκες, η αρχαιοπληξία μας έρχεται δεύτερη) : για να παραφράσω κι εγώ ένα άλλο παλιότερο δημοφιλές «κανείς δεν έχασε ποτέ φράγκο στην ελλάδα βρίζοντας και υποτιμώντας γυναίκες». Κι έτσι τούς φαίνεται καθωσπρέπει και μορφωμένο να τσαμπουνάνε κι ένα «δεν υπάρχει παρθενογένεση εδώ» και «δεν υπάρχει παρθενογένεση εκεί» όταν θέλουνε να πούνε ότι τίποτα δεν είναι πρωτότυπο, και δεν μπορεί να είναι, ότι όλα έχουνε προγόνους προκατόχους και προλαλήσαντες και ότι τίποτα δεν προέρχεται από τόν εαυτό του (πολλές φορές δηλαδή για να δικαιολογήσουνε απλώς τό ότι κλέβουν : «όλοι κλέβουνε, όλοι έχουν επηρεαστεί από κάπου, δεν υπάρχει παρθενογένεση στην τέχνη», δηλαδή : τίποτα δεν γίνεται εκ τού μηδενός). Και για να τό κάνω λιανά : τό μηδέν αυτό δεν είναι η παντελής έλλειψη γέννησης : τό μηδέν αυτό είναι η γυναίκα : αυτό ακριβώς εννοούμε όταν λέμε ότι «δεν υπάρχει παρθενογένεση» : ότι η γυναίκα είναι μηδέν – και ποια γυναίκα μάλιστα ; Η πιο ιερή : αυτή που γεννάει χωρίς τόν άντρα, ακριβώς για να τήν αποδεχτεί μ’ αυτόν τόν τρόπο (ο άντρας) ως ιερή.

 

 

εδώ να κάνω αναγκαστικά μια μικρή παρέκβαση για τόν επίκουρο ( : κάπου βρήκα να αποδίδουν τό «μηδέν εκ τού μηδενός» στον (κατά πολύ πρωιμότερο) παρμενίδη (μολονότι αμέσως παρακάτω παραθέτουν τόν λουκρήτιο, δηλαδή τόν επίκουρο…) πράγμα που δείχνει ή κακοήθεια και συνειδητή παραχάραξη, ή τουλάχιστον βλακεία και άγνοια, γιατί ο παρμενίδης (που ακολουθεί τόν πυθαγόρα και ακολουθείται (με σεβασμό) από τόν πλάτωνα) μόνο κάτι τέτοιο δεν θα ήταν δυνατόν να πει : ο παρμενίδης πίστευε στο μηδέν, και μάλιστα επειδή πίστευε στο μηδέν, τό τοποθετεί αξιολογικά πριν από τό έν (τή μονάδα), πόσο μάλλον που πιστεύει ότι ο θεός προέρχεται από τό μηδέν – μ’ άλλα λόγια ο παρμενίδης διδάσκει τό εντελώς αντίθετο από τό «μηδέν εκ τού μηδενός» (ή nihil ex nihilo) πράγμα βέβαια τελικά άσχετο με τή συζήτηση). Τό λέω μόνο και μόνο για να δείξω ότι με τόν επίκουρο συμβαίνουν αυτά – ό,τι καλύτερο έχει πει συνήθως διαστρέφεται, ή – όπως τώρα – αν είναι πολύ διάσημο – γίνεται προσπάθεια να αποδοθεί σε άλλους μόνο και μόνο ίσως για να μην αναφερθεί τ’ όνομά του

ο επίκουρος πίστευε λοιπόν γενικά ότι απ’ τό τίποτα δεν παράγεται τίποτα : απ’ τό τίποτα δεν γίνεται τίποτα – ακόμα καλύτερα, τό τίποτα δεν υπάρχει καθόλου στη φύση – (Γι’ αυτό και τό τίποτα τού θανάτου είναι μια σχετική έννοια στον επίκουρο (παρ’ όλο που αυτό συνήθως αγνοείται – όπως αγνοείται από τή φυσική του φιλοσοφία και η αναρχική εκείνη απόκλιση, μαζί με τό τυχαίο τής κίνησης τών ατόμων, που κατεδαφίζει τήν ολοκληρωτική αναγκαιότητα : η ύλη για τόν επίκουρο είναι διαρκώς κινούμενη άλλωστε) : «άφθαρτός μοι περιπάτει και ημάς αφθάρτους διανοού» έγραψε σ’ έναν αγαπημένο μαθητή του, με τόν οποίο παλιότερα περπάταγαν μαζί στον κήπο – αλλά γι’ αυτά, και για πολλά άλλα που ειπώθηκαν κι έγιναν σ’ εκείνον τόν κήπο πρέπει να αφιερώσω κάποια φορά επιτέλους χωριστή ανάρτηση – μια που κυρίως εκείνον τόν κήπο κατά τό παρελθόν είχα στο μυαλό μου όταν σκεπτόμουν τό όνομα τού παρόντος). Τίποτα δεν βγαίνει λοιπόν απ’ τό μηδέν : nihil ex nihilo, όπως τό διαιώνισε ο λουκρήτιος : τά πάντα βγαίνουν από τά πάντα, θα μπορούσε να τό πει κανείς αντίστροφα (συναντώντας έτσι, πράγμα απολύτως θεμιτό στον επίκουρο, και τόν πανθεϊσμό τού μπρούνο) : Χρειάζεται μεγάλη δόση επομένως μιζέριας για να κάνει κανείς τό διανοητικό άλμα που περιφέρεται περηφάνως στην ελλάδα, και να εξισώσει τή γυναίκα που γεννάει, με αυτό τό τίποτα – ακόμα κι αν, με βάση τόν αντρικό πουριτανισμό, και τούς υπόγειους ευσεβείς του πόθους, αυτή η γυναίκα γεννήσει χωρίς άντρα – χωρίς έρωτα δηλαδή : είτε έτσι είτε αλλιώς, πάντως, για μια γυναίκα μιλάμε, και χρειάζεται μεγάλη δόση μίσους για να τήν μετατρέψουμε σε μηδέν. Και τόσο μεγάλη μάλιστα που να τό τσαμπουνάνε σ’ αυτή τη χώρα, εντελώς αποενοχοποιημένα κιόλας, σε αγαστή σύμπνοια άντρες και γυναίκες μαζί.

και μην ξεχνάμε ότι τήν ίδια τή στιγμή που ταυτίζουμε τήν έννοια «παρθενογένεση» με τήν έννοια «γέννηση εκ τού μηδενός» διαπράττουμε και τό φιλοσοφικό κατόρθωμα να θεωρούμε ότι ακόμα και μέσα από τήν θεοτοκία της η γυναίκα είναι παρ’ όλ’ αυτά ένα τίποτα – κι έτσι η επικίνδυνη ούτως ή άλλως μεταφυσική αντίφαση λύνεται σχεδόν αμέσως, ταυτόχρονα, με τόν πιο αποτελεσματικό τρόπο – κάνοντας μια κωλοτούμπα δηλαδή προς τόν εαυτό της : η γυναίκα, η αιτία τής αμαρτίας, αποτινάσσει τήν αμαρτία αν αρνηθεί τόν έρωτα – αν φτάσει δηλαδή στην υπερβολή να γεννήσει χωρίς καν γαμήσι : Παρ’ όλ’ αυτά, ένα τίποτα ήτανε και ένα τίποτα θα παραμείνει : Κι έτσι, μ’ ένα σμπάρο δυο τρυγόνια : Εκτός τής ανέραστης θεότητας (που, έτσι κι αλλιώς τίποτα είναι) όλες οι υπόλοιπες γυναίκες μπορούν ελεύθερα να είναι πουτάνες.

δεν έχω ακούσει μέχρι τώρα όμως καμιά γυναίκα να διαμαρτυρηθεί για αυτή τήν κουτοπόνηρη ύβρη, γι’ αυτό γράφω σεντόνια κι εγώ μολονότι καιρό δεν έχω.

 

 

 

 

 

 

 

σημείωση :
όταν γράφω έτσι, υπερασπίζοντας κατά κάποιον τρόπο τίς γυναίκες, αισθάνομαι εντονότατη τήν ειρωνεία τού να τό κάνει κανείς αυτό σε μια χώρα όπου η πλειοψηφία (και γυναικών και αντρών) περιγράφει γλαφυρά τό αντίθετο κάθε έννοιας απελευθέρωσης ή χειραφέτησης (αλλά και ειρωνείας θα’ πρεπε να πω, και αυτοειρωνείας επίσης) : αλλά ησυχάστε : δεν σκέφτομαι τήν πλειοψηφία τών γυναικών όταν υπερασπίζομαι γενικά τίς γυναίκες : ας πούμε εγώ τώρα αυτή τήν εποχή σκέφτομαι κυρίως αυτές τίς κούρδισσες που θυσιάζονται στο αντάρτικό τους – ξέρουν άραγε τί τίς περιμένει (τί ανύπαρκτο ευχαριστώ τίς περιμένει) όταν με τό καλό νικήσουν, επέλθη ειρήνη, τελειώσει ο πόλεμος, και ξαναγυρίσουν στην κουζίνα τους ; – εδώ τό είδαμε, φοβάμαι ότι θα τό δούνε κι αυτές – δυστυχώς

δεν βρήκα τό σχετικό βίντεο (με τήν υπεράσπιση τού ευνουχισμού από αφρικανούς άντρες) – υποψιάζομαι ότι ή εγώ δεν ψάχνω καλά ή για λόγους πολιτικής ορθότητας προωθούνται πλέον μόνο τά βίντεα εναντίον τής «πρακτικής» – πάντως τό μόνο κάπως σχετικό με αυτά που λέω είναι αυτό, στο οποίο βρίσκεται και μια ωραιότατη μαρτυρία (από γυναίκα) περί τού μηδενός τών γυναικών στο 2.20΄ (ταιριάζει γάντι με τήν ανάρτηση όμως τό βρήκα τυχαία) και δυο άλλες ενδιαφέρουσες προτάσεις (στο 4΄ και στο 6.45΄)

εικόνες :
από πάνω : picasso και χρήστος κούρτογλου (τόν οποίο ευχαριστώ για τήν άδεια) collages 11 // picasso διάφορα (τό τρίτο σχέδιο λέγεται δύο γυμνά με μια γάτα) // gustave cοurbet η καταγωγή τού κόσμου (με δικιά μου χρωματική επεξεργασία) // και κάτω (πάλι με μια χρωματική επεξεργασία, από αρχαιοελληνικό αγγείο) : γυναίκα ποτίζει περιχαρής φαλλούς να μεγαλώσουν και να πληθύνουν (η αρχαϊκή εποχή βρίσκεται πολύ κοντά στην προκατακλυσμιαία περίοδο κατά τήν οποία ο γυναικείος ερωτισμός είναι ενεργητικός, σχεδόν επιθετικός, και χωρίς ενοχές)

 

 

 

 

 

 

 

Ιανουαρίου 19, 2014

γεράσιμος λυκιαρδόπουλος : οι νεάντερταλ τών κολλεγίων

.

.

 

 

«“Με οδηγό τόν Ξένιο Ζεύ” θα αντιμετωπίσει τό μεταναστευτικό ο Μιλτιάδης
Βαρβιτσιώτης, όπως ακριβώς δήλωσε σε πρωινή ενημερωτική εκπομπή…»

(Εφημερίδα τών Συντακτών 5/9/13)

 

   Έτσι ακριβώς : «τόν Ξένιο Ζεύ». Δεν πρόκειται για τή γνωστή αγραμματοσύνη τών «εγέρθητων» – σ’ αυτήν τουλάχιστον θα μπορούσε ίσως κανείς και να ανακαλύψει κάποιο ίχνος ενοχής κακού μαθητή. Εδώ πρόκειται για κάτι άλλο που χαρακτηρίζει όχι τόσο τή γλωσσική βαναυσότητα τών νυχτερινών μπράβων αλλά τή συμπεριφορά τών ημερινών κυρίων τους. Πρόκειται, ακριβέστερα, όχι για γλωσσική άγνοια αλλά για τήν αφροντισιά, για τήν αλαζονεία τής άγνοιας που βλέπουμε συχνά στην εγγράμματη εκείνη τάξη τών πολύξερων ανευθυνοϋπεύθυνων που μπορεί να φτάνουν και πρωθυπουργοί άμα λάχει. Δεν πρόκειται λοιπόν για τή φτωχή, τή λαϊκή, τή μπανάλ αγραμματοσύνη, αλλά για τήν προγραμματισμένη αγραμματοσύνη τών κολλεγίων που καταρτίζουν «στελέχη» και «διαχειριστές» για να πάρουν στα χέρια τους αυτή τήν τρελή μηχανή που τραβάει στον γκρεμό – τή γλώσσα θα κοιτάξουμε τώρα ;

   Τί είναι λοιπόν η γλώσσα γι’ αυτούς που μάς κυβερνάνε ; Ό,τι είναι και ο τόπος. Κοιτάχτε τους στα κανάλια : Ξερόλες τού δεξιού και τού «αριστερού» εκσυγχρονισμού, χάσκηδες τής «προόδου» και τής «ανάπτυξης», αστέρες τής Εσπερίας και ατσίδες τής Ανατολής, «ευρωπαϊστές» και ελληναράδες τού όλου Πασόκ : όλοι τους άφησαν τά σημάδια τους – και στη γλώσσα και στον τόπο.

   Τρισβάρβαρα τά ελληνικά των, οι άθλιοι.

 

περιοδικό «σημειώσεις» τεύχος 78, δεκέμβριος 2013

.

.

 

 

 

στην φαρμακερή και καθαρά, ως συνήθως στις «σημειώσεις», δοκιμιακή γραφή – μια μικρή προσπάθεια «τεχνικής» ερμηνείας ως υποσημείωση από μένα και τούς «κήπους» : μού κάνει δηλαδή μονίμως εντύπωση ότι, ως προς τήν (γλωσσική μας) αρχαιότητα, η διαιώνιση τής μυθικής της «συνέχειας» βασίζεται πάνω σε όντως μύθους μιας καθαρεύουσας που είναι – χωρίς να τό θέλει – απολύτως διάφανη ως προς τό εγγενές της ψέμα : τά λάθη δηλαδή (κυρίως ακριβώς τών «μορφωμένων» τών κολλεγίων μας) επιμόνως δείχνουν πως τά μυαλά, ό,τι αρχαιοπρεπή και να θελήσουν να αναπαραστήσουν, τά δημοτικά και τά ζωντανά θα ’χουν ασυνειδήτως μες στο κεφάλι και μπροστά στα μάτια τους – μόνο που (στην περίπτωση τού «ελληνικού γλωσσικού» (που ποτέ δεν λύθηκε όπως φαίνεται επαρκώς)) – με θυμό και από τήν ανάποδη : τά διπλά θέματα τής αρχαίας γλώσσας δεν λειτουργούνε δηλαδή, γιατί δεν υπάρχουνε, στη δημοτική – άρα ο τύπος «τού Διός» παραπέμπει στον βάρβαρο «τού Δία», δηλαδή στην τρισκατάρατη ζωντανή ( : τήν οποία οφείλουν να εξοβελίσουν με μια καραμπινάτη αγραμματοσύνη οι υπουργοί μας έστω και κατασκευάζοντας – τρισβάρβαροι οι άθλιοι – τόν ανύπαρκτο κείνον τύπο «τόν Ζεύ»)

 

 

.

φωτογραφίες

.

.

.

.

 

 

 

 

 

Ιανουαρίου 25, 2013

βουλεύτρια ή ανταρτίνα ( : περί ήχων σκιάς)

.

.

   εγκαινιάζω σήμερα μια κατηγορία αναρτήσεων για ένα θέμα που μέ έχει απασχολήσει σκόρπια πολλές φορές, και στα άλλα γραφτά μου και εδωμέσα, τό οποίο θα κωδικοποιηθεί όμως από δω και πέρα ως «γυναικεία γλωσσικά» : πάμε λοιπόν σήμερα με τούς ήχους και τήν (μακριά) σκιά τους :

.

   λίγο πριν αυτοκτονήσει ο ρόμπερτ σούμαν παραπονιόταν ότι τόν κυνηγούσε επίμονα μία νότα (νομίζω η ρε). Έχει κανείς μήπως αμφιβολία ότι αυτή η νότα είχε για τόν σούμαν ένα τελείως διαφορετικό νόημα (επαναλαμβανόμενη κιόλας) απ’ ό,τι θα ’χε ένα ντο ας πούμε ή ένα φα ;

   οι ήχοι ασφαλώς και έχουνε νόημα – τό ζήτημα είναι ότι αυτό τό νόημα σχεδόν ποτέ δεν γίνεται να εκφραστεί με λόγια – δηλαδή με ήχους οργανωμένους : τό νόημα τού ήχου είναι κατεξοχήν ανοργάνωτο αναρχικό και παντοδύναμο – είναι σαν τό όνειρο, απλώνεται σαν παλίρροια παντού – προς στιγμήν. Έχει και χρώματα, αλλά πολύ δύσκολα μπορεί να μεταφραστεί σε λέξεις. Για να μεταφέρουμε τό νόημα ενός ήχου, έχουμε μόνο τή μουσική ή τή ζωγραφική : η λογοτεχνία έρχεται πολύ μετά, και μόνο η πολύ καλή λογοτεχνία μπορεί πραγματικά να προσπαθήσει να μεταφράσει τούς ήχους τών νοημάτων που τήν απασχολούν σε λόγια – και τότε γίνεται μάλλον δυσάρεστη

   οι ήχοι όταν γίνουν λέξη αρχίζουν να οργανώνονται και να παίρνουν μέρος στην κοινωνική ζωή : νέα νοήματα δημιουργούνται απ’ τούς συνδυασμούς τους τότε : κι ένα περίεργο πράγμα που μάς δείχνει η γλώσσα με επιμονή (και για τό οποίο δεν έχω μπορέσει ακόμα να βρω εξήγηση) είναι ότι ο τελευταίος ήχος τής λέξης είναι και ο δυνατότερος, και ότι αυτός μάς μένει : ή, από μια άλλη άποψη, ότι διαλέγουμε να βάλουμε τό πιο ισχυρό νόημα, που μάς ενδιαφέρει περισσότερο απ’ όλα, στο τέλος :

   έτσι λοιπόν η κατάληξη τής λέξης φαίνεται να έχει πάντα φοβερή σημασία (γι’ αυτόν που φτιάχνει τή λέξη, και γι’ αυτόν που τή λέει) παρόλο που υποτίθεται ότι τό βασικό νόημα τής λέξης βγαίνει από τό θέμα της, και ότι η κατάληξη έπεται : παραδείγματα έχουμε γι’ αυτό τό θέμα άφθονα : ειδικά θυμάμαι ότι από τό γουωτεργκαίητ έγινε τό ιρανγκαίητ, και όχι τό ιρανγουώτερ (και παρομοίως τό ρούμπιγκαίητ κι όχι ρούμπιγουώτερ) (όπως έχουμε άλλωστε και τό ελληνοπρεπέστερο βατοπαίδι–γκαίητ (ψάχνοντας στον γούγλη βρήκα κι ένα μπουτάρης–γκαίητ, και υπάρχουν σίγουρα κι άλλα))

   μπορούμε όμως να χορέψουμε στην κυριολεξία καντρίλιες και βαλς και ταγκό, και πολλούς άλλους χορούς μαζί, μιλώντας για τίς καταλήξεις ειδικά στο απεχθές φαινόμενο τών γυναικείων ονομάτων (απεχθές, διότι κανονικά δεν θα ’πρεπε να υπάρχουν καθόλου γυναίκες, ώστε να μην χρειάζεται να κάνουμε τόν κόπο να τίς ονομάζουμε κιόλας)

   καταρχάς και χωρίς πολλή–πολλή προσπάθεια βλέπουμε ότι αμέσως, ανεξαρτήτως θέματος, και με μόνο μας όπλο τήν κατάληξη, θα δίναμε ένα διαφορετικό νόημα στη λέξη αντάρτισσα αν τήν λέγαμε ανταρτίνα ή στην αρχιτεκτόνισσα αν τήν λέγαμε αρχιτεκτονίνα στην τύπισσα αν τήν λέγαμε τυπίνα αλλά και στην σαρανταποδαρούσα αν τήν λέγαμε σαρανταποδαρίνα

   διότι κατά μυστήριο τρόπο η κατάληξη –ίνα έχει ένα νόημα που αφαιρεί δύναμη επικινδυνότητα σοβαρότητα ισχύ και ενέργεια, με άλλα λόγια περιφρονεί γελοιοποιεί ή υποβιβάζει (και βέβαια μπορεί αυτό να προέρχεται όχι μόνο απ’ τόν ήχο της αλλά κι από τήν ιστορία τού ήχου, καθώς προγενέστερες λέξεις σε –ίνα κουβαλάν αμέσως μπροστά μας ένα τραινάκι κι ένα πλήθος από συνειρμούς κουζίνας μπαλαρίνας θεατρίνας και τσαχπίνας, αλλά και πολλούς άλλους υποτιμητικούς ως προς τίς γυναικείες δραστηριότητες ή ιδιότητες χαρακτηρισμούς (και πιθανότατα τό περιφρονητικό νόημα πηγάζει κι από έναν δημιουργικό συνδυασμό όλων αυτών))

   γι’ αυτό τό θέμα άλλωστε (και για άλλα τέτοια σχετικά) έχει υπάρξει και μια ωραιότατη μελέτη γλωσσολογικής ομάδας (μαρία μενεγάκη, λουκία ευθυμίου) με τίτλο «εξουσία και γλώσσα στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία» (2009)

   αναφέρω ενδεικτικά (αντιγράφοντας με τούς τόνους μου, και τά λοιπά μου βίτσια (έλλειψη κεφαλαίων ας πούμε)) :

   «η κατάληξη –ίνα ήταν ήδη σε χρήση για να δηλώσει τίς συζύγους τών αξιωματούχων : υπουργίνα, προεδρίνα, δημαρχίνα || έχουν βεβαίως καταγραφεί και οι τύποι βουλεύτρια (βοσταντζόγλου, 1962), δικάστρια (κριαράς, 1995), νομάρχισσα (κριαράς, 1995) || δεν θα πρέπει βέβαια να παραβλέψουμε τή στάση τών ίδιων τών ελληνίδων, οι οποίες είτε αδιαφορούν θεωρώντας τό ζήτημα τής γλώσσας αμελητέο, είτε προτιμούν συνειδητά να διατηρούν τούς αρσενικούς τύπους τών αξιωμάτων που κατέχουν. Κατά τήν αντίληψή τους, ο τίτλος τους θα υποβαθμιζόταν εάν έχανε τήν αρσενική του μορφή. Ενώ, π.χ. ουδείς διανοήθηκε να θέσει ποτέ θέμα ότι τό εφέτης ομοιοκαταληκτεί με τό υπηρέτης, η γυναίκα φοβάται μήπως τό εφέτρια παραπέμπει στο υπηρέτρια || όπως εύστοχα έγραφε ο γάλλος στοχαστής τού διαφωτισμού ντεστύτ ντε τρασύ : “η ανακρίβεια στη διατύπωση τών νοημάτων γεννιέται πάντοτε από τή σύγχυση τών ιδεών” (destutt de tracy) || η αντίληψη τών ίδιων τών γυναικών, ότι ο,τιδήποτε ανήκει στη σφαίρα τού “θηλυκού” είναι υποδεέστερο, δεν αφορά μόνο τίς ελληνίδες, αλλά είναι διάχυτη και σε άλλες χώρες»

   αλλά και (από τό ίδιο) :

   «τέτοιες λέξεις σε –ινα χρησιμοποιούνται συχνά όταν υπάρχει πρόθεση να δοθεί αρνητική, υποβιβαστική χροιά στο σημαινόμενο (χαραλαμπάκης, 1992:125). Η τρίτη λύση είναι να ακολουθηθεί ο καθιερωμένος γραμματικός κανόνας σχηματισμού θηλυκού τών ουσιαστικών που λήγουν σε –της : καθηγητής/καθηγήτρια. Αυτή τή λύση προκρίνει ο αγ. τσοπανάκης και τήν αντιπαραθέτει στην κατάληξη –ινα, θεωρώντας ότι υπάρχει μια σημαντική “διαφορά ήθους” ανάμεσα σε αυτήν και την –τρια, η οποία “είναι πιο επίσημη, πιο αξιοπρεπής : σπουδάστρια, φοιτήτρια, καθηγήτρια· έτσι και η βουλεύτρια και η επιθεωρήτρια και η δικάστρια ή η εφέτρια θα είναι πολύ πιο επίσημες από τή βουλευτίνα και τήν επιθεωρητίνα, προεδρίνα, εφετίνα, οι οποίες δείχνουν μία οικειότητα και, ενδεχομένως, έλλειψη σεβασμού”. (τσοπανάκης, 1982:336, πρβλ. 251, 326, 327· τσοπανάκης 1994:266).|| Τήν ίδια άποψη έχει εκφέρει και ο κριαράς (κριαράς, 1979:166, 210), ο οποίος κατ’ επανάληψη έχει επισημάνει ότι ο τύπος αυτός συναντάται στην αρχαία ελληνική γραμματεία (κριαράς, 1987:82) || Από τίς τρεις απόψεις που έχουν διατυπωθεί, θεωρούμε ότι η τρίτη έχει τό πλεονέκτημα ότι δεν δημιουργεί πρόβλημα ούτε ως προς τήν κλίση ούτε ως προς τόν αριθμό (η βουλεύτρια / τής βουλεύτριας, πληθυντικός οι βουλεύτριες / τών βουλευτριών), ενώ εναρμονίζεται απόλυτα στο τυπικό τής ελληνικής γλώσσας. Είναι απορίας άξιον με ποιο κριτήριο, από τό ένα μέρος χρησιμοποιείται ο ανακριτής / η ανακρίτρια, ο διοικητής / η διοικήτρια, και από τό άλλο ο βουλευτής / η βουλευτής, ο δικαστής / η δικαστής, ο εφέτης / η εφέτης, ο γερουσιαστής / η γερουσιαστής που, όπως ορθά σημειώνει ο α. τσοπανάκης, “δεν ανταποκρίνονται προς τό γλωσσικό μας αίσθημα”»

.

.

   πρέπει να πω βέβαια, τό γνωστό εξάλλου γενικά, ότι η κατάληξη –ίνα έχει καταγωγή ενδόξως μεσαιωνική – αφού στο βυζάντιο υπάρχουν παλαιολογίνες (σύζυγοι, κόρες, ακόμα και νόθες κόρες, ακόμα και ανηψιές) – έλα όμως που υπάρχουν κι άλλες που διατηρούν ακέραιο τό όνομά τους – όπως η κομνηνή (τήν οποία κανείς δεν διανοήθηκε, απ’ όσο ξέρω, να τήν πει κομνηνίνα – κι ούτε κανείς διανοήθηκε ποτέ να τήν πει με τό όνομα τού άντρα της) : ίσως διότι η κομνηνή ήταν και συγγραφέας και κέρδισε τήν αυτονομία της στην ιστορία και τόν σεβασμό τών συγχρόνων της προς αυτήν τήν αυτονομία, ως δημιουργικό άτομο – παρόλο που ασχολήθηκε με τή βιογραφία τού μπαμπά της – και τό λέω αυτό διότι υπάρχει η αντίληψη (όχι λανθασμένη κατά τή γνώμη μου) ότι στον μεσαίωνα (αλλά και μετά, μέχρι τίς μέρες μας) τό –ίνα σαν κατάληξη στα γυναικεία ονόματα δηλώνει γυναίκα εξαρτώμενη από τήν ύπαρξη τή δραστηριότητα ή τό επάγγελμα ενός μπαμπά ή ενός συζύγου (κλασικό (αντι)παράδειγμα βέβαια εδώ είναι η λασκαρίνα μπουμπουλίνα, ως γυναίκα τού μπούμπουλη, ο οποίος όμως εξαφανίστηκε από τήν ιστορία και τόν θυμόμαστε μόνο ως άντρα τής μπουμπουλίνας) : ένα λοιπόν από τά στοιχεία που κατά τή γνώμη μου συνηγόρησαν στο να μην θεωρηθεί ούτε κατά διάνοιαν υποβιβαστικό τό μπουμπουλίνα για τή λασκαρίνα μας είναι αυτός ο ήχος μπου–μπου που παραπέμπει σε μπουμπουνίσματα, τά οποία όντως μπουμπούνισε η δυναμική αρβανίτισσα στους εχθρούς της – κι από ένα τέτοιο μπουμπούνισμα τών εχθρών της ετελεύτησε τόν βίο και η ίδια – συνεπώς, ακόμα κι αν ενυπήρχε οποιαδήποτε διάθεση υποβιβασμού αρχικά για τήν δυναμική γυναίκα τών δυο σπετσιωτών καπεταναίων, η ίδια με τόν δυναμισμό της εξαφάνισε τόν ήχο ίνα τονίζοντας εμπράκτως τά μπουμπουνίσματα

   δεν θέλω να μπω σε σχολαστικισμούς και ψαξίματα, που τά βαριέμαι κιόλας – προτιμώ να μιλάω μονίμως θεωρητικά : τό –ινα σήμερα τό παίρνω λοιπόν προσωπικά ακριβώς γιατί, θεωρητικά κιόλας, η γλώσσα είναι από μια άποψη παντοδύναμη όχι τόσο γι’ αυτά που λέει όσο γι’ αυτά που δήθεν αγνοεί, και κρύβει ( : και γι’ αυτό, για να τό επεκτείνω λίγο όπως τό ’χω κάνει κι εδώ, τό «μπάτσοι μουνιά» είναι υπογείως, όχι απλώς περιφρονητικό αλλά στην κυριολεξία δολοφονικό καθώς δεν διαδηλώνει τόσο μίσος προς τήν αστυνομία, όσο απέχθεια προς τίς γυναίκες. Όπως ακριβώς τό «μπάτσοι γουρούνια δολοφόνοι» δεν δηλώνει τόσο περιφρόνηση προς τόν φόνο, όσο προς τά ζώα – και αποτελεί διακήρυξη περιφρόνησης ειδικά μάλιστα προς τά γουρούνια, και άρνηση κάθε αισθήματος ενοχής που τά σκοτώνουμε και τά τρώμε (για να μην πω ότι υπάρχει και μια υπόγεια ζηλοφθονία ως προς τήν ευφυία τού συγκεκριμένου ζώου)) : καθότι ο μισογυνισμός βρίσκεται πάνω απ’ όλα στο υπέδαφος – κι αυτοί που υποστηρίζουν ότι μισογύνηδες είναι μόνο όσοι βρίζουν ανοιχτά τίς γυναίκες (σαν μουνόπανα ή μουνιά να πούμε) βλογάν τά γένια τους απλώς – ένα από τά χαρακτηριστικά τής πατριαρχίας είναι να βασίζεται στο αυτονόητο τού μισογυνισμού – εκεί που λειτουργεί τό «συμβολικό» που έλεγε κι ο μπουρντιέ, εκεί δηλαδή που τά πράγματα θεωρούνται φυσικά και καθόλου επιθετικά : άλλωστε, ο ωραίος γάλλος έχει τονίσει πως ακόμα κι ένας άντρας που επιδεικνύει τόν φεμινισμό του θα ’πρεπε, αν ήθελε να είναι πραγματικά φεμινιστής, να είναι πιο σεμνός, και να υποψιάζεται ακόμα και τόν εαυτό του τή στιγμή που καμαρώνει έτσι : ένας πραγματικός φεμινιστής δηλαδή θα σεβόταν πάνω απ’ όλα τίς γυναικείες εμπειρίες που δεν θα μπορέσει ποτέ να έχει : διαφορετικά επιδεικνύει απλώς μια πιο πολιτικώς ορθή μορφή (αποενοχοποιημένου) τραμπουκισμού : είναι τό αντίστοιχο, στον στρέιτ να πούμε, τής αντίληψης ενός μισογύνη γκαίη – ότι η γυναικεία ιδιότητα μ’ άλλα λόγια είναι κάτι σαν ξέφραγο αμπέλι κι όποιος άντρας έχει τήν καλοσύνη να θέλει να μετέχει σ’ αυτήν, τό καταφέρνει αμέσως, αυτομάτως, και χωρίς πολλά–πολλά (είπα τήν ιδέα τού μπουρντιέ με δικά μου λόγια – δεν θυμάμαι πού τή διάβασα) (βιβλία του υπάρχουν πάντως στα ελληνικά)

   σήμερα όμως εν πάση περιπτώσει τό –ίνα είναι σαφές ότι δεν παραπέμπει ούτε στην μπουμπουλίνα ούτε στην παλαιολογίνα (ούτε σε καμιά άλλη μεσαιωνική ή νεότερη αρχόντισσα) : παραπέμπει επιμόνως (για τά δικά μου αυτιά, αλλά όχι μόνο – γιατί αν δεν παράπεμπε εκεί και για τούς άλλους, αν για τούς υπόλοιπους δηλαδή παράπεμπε μόνο στην μπουμπουλίνα, είμαι απολύτως σίγουρη ότι αυτοί οι υπόλοιποι θα ’χαν βρει άλλη κατάληξη να κολλήσουν στις «βουλευτίνες» τους) δεν παραπέμπει λοιπόν στην παλαιολογίνα αλλά στην κουζίνα (και ειδικότερα στο παγκοσμίως δημοφιλώς διεθνές «άντε να πλύνεις κάνα πιάτο») – και αυτό που μού κάνει εντύπωση είναι ότι ο φόβος και η ανασφάλεια προς τίς γυναίκες που αποκτούν δύναμη τόση, ώστε να φτιάχνουν νόμους (να καταφέρνουν να γίνονται δηλαδή βουλεύτριες), είναι διάχυτος όχι μόνο στους άντρες αλλά και στις ίδιες τίς γυναίκες : και ακριβώς επειδή οι ίδιες οι γυναίκες είναι ανασφαλείς ως προς τή δύναμή τους, αυτή η δύναμη εξαερώνεται σ’ ένα τυπικό – ουσιαστικά δεν υπάρχει – : αφού ακολουθούν (και ανήκουν) σε κόμματα αντρών, υιοθετούν τίς λογικές τών αντρών, τίς φιλοδοξίες τους, τούς τρόπους τους, τίς θεωρίες τους και τούς πολέμους τους, τίς στρατηγικές τους τίς τακτικές τους τίς φιλοσοφίες τους και τίς ποταπότητές τους, τούς τραμπουκισμούς τους τίς επιθετικότητες και τούς μισογυνισμούς τους – και είναι νομίζω τοις πάσι κατανοητό (αν και δεν λέγεται) ότι μόνο εφόσον λειτουργήσουν πειστικά και δημιουργικά έτσι, πειθόμενες τοις κείνων ρήμασι, θα βρουν και μια θέση τελικά σε κάποιο κόμμα : οι ίδιες δηλαδή οι γυναίκες δεν ψηφίζουν γυναίκες που δεν είναι άντρες – οι ίδιες οι γυναίκες δεν πιστεύουν ούτε μια στιγμή στην τύχη ή τήν ευτυχία πως θα μπορούσαν πράγματι, σα γυναίκες, να έχουν οποιαδήποτε δύναμη να φτιάχνουν νόμους – και γι’ αυτό ακριβώς λειτουργεί τό φαινομενικά παράδοξο να υιοθετούν μιμούμενες τούς άντρες ένα υποβιβαστικό γυναικείο όνομα –

   δεν είναι όμως παράδοξο και πραγματικά : είπαμε, η γλώσσα λέει αλήθεια ακόμα και (και κυρίως όταν) προσπαθεί να κρύψει μια αλήθεια : οι βουλευτίνες φαίνεται να ξέρουν καλά ότι δεν είναι βουλεύτριες, γι’ αυτό και δεν επιμένουν σ’ αυτόν τόν τίτλο : δεν είναι δικό τους αυτό που κάνουν στη βουλή, δεν τούς ανήκει : όταν έκαναν πράγματα που ήταν δικά τους, και τούς ανήκαν εν όλω ή εν μέρει, οι καταλήξεις τους είχαν έναν ήχο σαφή που δεν διανοούνταν να καταλήξει σε υποκορισμό ή συγκατάβαση ούτε κατά διάνοια : όταν αντισταθήκανε δηλαδή πραγματικά σε κάτι, και με κίνδυνο τής ζωής τους, τό ίνα πήγε πραγματικά περίπατο και μπήκαν μπροστά άλλοι ήχοι : ανταρτίνα δεν ονομάστηκε ποτέ η αντάρτισσα όσους εχθρούς κι αν είχε, διότι κι αυτοί ως αντάρτισσα τήν πολέμησαν

   για να ξαναγυρίσω όμως στην «απλή ζωή» που δεν τά ξέρει ή δεν τά θυμάται (υποτίθεται) όλ’ αυτά : μού κάνει εντύπωση (ευχάριστη πάντως) ότι τό γλωσσικό ένστικτο τού «κάτω» κόσμου, δηλαδή τού άσχετου ανθρώπου που απλώς ζει και μιλάει τή γλώσσα του, ότι αυτό λοιπόν τό γλωσσικό αισθητήριο εξακολουθεί να είναι ζωντανότερο (κι ας είναι κατά κανόνα καπελωμένο από τήν αγλωσσία, τούς νεοκαθαρευουσιανισμούς, και τούς συνακόλουθους σουσουδισμούς τού «από πάνω» (κόσμου)) : εξακολουθεί δηλαδή κατά καιρούς να αντιστέκεται γλωσσικά, και από σκέτο ένστικτο θα έλεγα : έτσι, ενώ οι ίδιοι οι άμεσα ενδιαφερόμενοι ( –ες ! ) έχουν υποκύψει (οικειθελώς) στο ίνα τους, έχει ήδη αρχίσει να σκάει μύτη ακόμα και στην τηλεόραση (αυτή μέ ενδιαφέρει καθότι αυτή αφορά τήν απλή ζωή, και καθιερώνει τήν απλή συνείδηση) σκάει μύτη λοιπόν και τό «βουλεύτρια» (εγώ τό είδα άπαξ στον «υπότιτλο» κάποιου δελτίου ειδήσεων πριν από καιρό, και αμέσως τό πήρα προσωπικά – υπόθεσα δηλαδή ότι η τολμηρή υποτιτλίστρια τό ’κανε για μένα, για να μού φτιάξει τό κέφι – ελπίζω να μην έχασε εξαυτού και τή δουλειά της) αλλά και τό «τηλεθεάτρια» ( : αυτό τό έχω ακούσει πολλές φορές, και να επαναλαμβάνεται κιόλας, μάλλον διότι θα ήταν ακριβώς γελοίο και για τούς ίδιους τούς τηλεοπτικούς, και τό καταλάβαν εγκαίρως όπως φαίνεται, αν γινόταν «τηλεθεατίνα») αλλά σκάει επισήμως πια μύτη (στην τηλεόραση είπαμε) και τό «εφέτρια» και τό «ανακρίτρια» (τά δύο τελευταία τά άκουσα στις 7 δεκεμβρίου, όπως ευσυνείδητα σημείωσα, από τόν σκάϊ τών 9) : εδώ πρέπει κανείς να λάβει υπόψη του ότι τά μαζικά μέσα (ενημέρωση και διαφήμιση – βλ. και τή σχετική ανάρτησή μου για τά επέλεγε και επέτρεπε) έχουν λόγους να συμβαδίζουν με τή ζωντανή γλώσσα – όταν αυτό δεν επισείει κάνα σοβαρό κίνδυνο βέβαια πάνω απ’ τά κεφάλια τους –. Θα άξιζε όμως να γίνει σίγουρα μια κοινωνιολογική μελέτη για τό πόσο διαφορετική αντίληψη δύναμης έχουν οι δύο αυτές μεγάλες εξουσίες μεταξύ τους – η βουλή δηλαδή και ο τύπος μας – και ν’ αναρωτηθεί κανείς για τό πόσο, ενώ περιφρονούν αμφότερες τόν «κάτω» κόσμο μονίμως, λειτουργούν πάντως μερικές φορές διαφορετικά ως προς τίς γλωσσικές του (μας) αλήθειες και ανάγκες

   πάντως εγώ προσωπικά (μολονότι χάρηκα από μέσα μου), δεν απόρησα που, ενώ από τό βήμα τής βουλής ο περικλής κοροβέσης εισηγήθηκε πριν από κάτι (λίγα) χρόνια τό «βουλεύτρια», κανείς και καμία από κει μέσα δεν φαίνεται να τόν έχει πραγματικά ώς σήμερα ακούσει. Όμως ο κοροβέσης βέβαια δεν εισηγήθηκε τό βουλεύτρια άνευ λόγου – ας μού επιτραπεί να κάνω και λίγη ψυχανάλυση εδώ ως προς αυτό : ο ίδιος πρόβαλε ένα παραδοσιακά αναμενόμενο, συμβατικό ας πούμε, γλωσσικό σκεπτικό (αυτό που είπαμε και παραπάνω, ότι η κατάληξη –ίνα αφορά συζύγους, και όχι αυτόνομες επαγγελματίες) που θα μπορούσε και να καταρριφτεί αν κάποιος επέμενε, και όντως έσπευσε να τό καταρρίψει ο νίκος σαραντάκος (βασιζόμενος βασικά στην πλειοψηφία κατά τήν ιντερνετική συχνότητα τών τύπων) – ο λόγος όμως που ο κοροβέσης χειραφέτησε μια νευραλγική γυναικεία δραστηριότητα που σχετίζεται με τά κοινά και τούς αγώνες για μια (πανανθρωπίνως) ανθρώπινη ζωή βρίσκεται βαθειά κρυμμένος (πιστεύω εγώ) στο παρελθόν του βασικά και τή μνήμη του : όταν τόν βασάνιζε η χούντα άκουγε άλλες γυναίκες να βασανίζονται δίπλα του – επομένως ξέρει τί θα πει να είσαι ολόκληρος ασυμβίβαστος αξιοπρεπής και παντοδύναμος άνθρωπος ανεξαρτήτως φύλου

.

.

   από τήν άλλη βέβαια, μπορεί να αναρωτηθεί κανείς, γιατί οι τηλεορασάκηδες ενώ καθιερώνουν απ’ τή μια τόσο τολμηρά τό «τηλεθεάτρια», υποτάσσονται από τήν άλλη τόσο πειθαρχημένα, κατά κανόνα μέχρι σήμερα (πλην τής (άγνωστης) υποτιτλίστριας (λέτε να ήταν υποτιτλιστής ; πλάκα θα ’χε) στο γελοιωδέστατο «βουλευτίνα» : αλλά δεν είναι και δύσκολη δα η απάντηση : οι άνθρωποι αυτοί υιοθετούν με τόσο σθένος τόν υποβιβασμό μιας γυναίκας που έχει (έστω και συμβολική) δύναμη, απλώς και μόνο, και ακριβώς και μόνο, γι’ αυτό : διότι με τό να ’σαι τηλεθεατής δεν έχεις βέβαια και καμιά δύναμη σπουδαία, είσαι απλώς θύμα και δούλος, και ως δούλο και θύμα μπορούμε να σού κάνουμε και κάνα κοπλιμέντο (ότι διατηρείς τό φύλο σου, κι ότι αυτό τό φύλο μεγαλόψυχα σού τό αναγνωρίζουμε). Όμως ο συνειρμός μέσω ήχου και κατάληξης – η έστω ακόμα και σκέτη μνήμη γυναίκας που έχει πραγματική δύναμη – α, αυτό φέρνει στο μυαλό πράματα ανοίκεια και απεχθή, θυμίζει άλλες γυναίκες, που ήταν δυνατές όταν πολεμούσαν ως αντάρτισσες παντοδύναμες όταν τίς βασάνιζαν ως αγωνίστριες

   και αυτές οι μνήμες ενοχλούν σε βαθμό αβάσταχτου πόνου τό καθεστώς τών αντρών τό οποίο ως ιδεολογία μιας έντρομης αλλά και ανήλεης πατριαρχίας ζει και βασιλεύει ισχυρό και στην πλειοψηφία τής αριστεράς και όχι μόνο στην ολότητα τής δεξιάς, όπως νομίζουν οι αφελείς και οι άσχετοι

    αλλά σε τελευταία ανάλυση, και στο κάτω–κάτω, τί μάταιη που ήταν αυτή η συζήτηση, αφού σκιαγράφησε περίφημα τό «δυο  γάϊδαροι μαλώνανε σε ξένον αχυρώνα». Όλ’ αυτά θα ανατρέπονταν απλώς ευκολότατα, αν αποφάσιζαν ν’ ανοίξουν και οι γυναίκες τής βουλής δηλαδή τό στοματάκι τους και να διεκδικήσουν οι ίδιες για τίς εαυτές τους τόν σωστό τίτλο και όνομα. Αν οι σημερινές δεν τό κάνουν, προσωπικά (νομίζω ότι) δικαίως, διότι αυτές κάτι φαίνεται πως ξέρουν : κάτι νομίζουν πως ξέρουν δηλαδή, και γι’ αυτό αδιαφορούν τόσο πολύ για τίς λέξεις, τά φαινόμενα και τούς ήχους, που σκιάζουν απλώς τήν ουσία (τής υποτιθέμενης δηλαδή εξουσίας τους)

   δεν παύω όμως να ελπίζω (εγώ, απλώς) ότι κάποτε θα μπουν στη βουλή και πιο περήφανοι άνθρωποι, που αν τίς αποκαλέσει κανείς «βουλευτίνα» θα τού πουν με αξιοπρεπές και ήρεμο ύφος : «βουλεύτρια παρακαλώ.»

   κι αν ο άλλος επιμείνει ή κάνει ότι δεν ακούει, θα τού πουν με πολλή αξιοπρέπεια (και θυμό εντέλει) :  – βουλευτίνα να πεις τή μάνα σου

   διότι είναι και μερικές φορές που οι ήχοι παύουν να είναι σκιές

.

.

.

.

|| οι φωτογραφίες τών κολάζ : κίττυ αρσένη, νατάσα μερτίκα, μαργαρίτα γιαραλή, ρηνιώ μίσσιου : κορίτσια τού αντιδικτατορικού αγώνα, όπως τίς φωτογράφησα κατά τή διάρκεια τού συνέδριου «για τίς γυναίκες στην αντίσταση», λέρος 2005 (τής κίττυς αρσένη έχω συμπεριλάβει και μια νεανικότερη φωτογραφία της, από τήν εποχή που τήν συνέλαβε η χούντα τού ’67) || η φωτογραφία τού περικλή κοροβέση είναι τού 2007 από βιντεοσκόπησή μου στα γραφεία τής εφημερίδας «εποχή» || 

|| κολάζ κορυφής και τέλους : δεκαετία τού ’70, φεμινιστικές συνελεύσεις στην ιταλία, και δεκαετία τού ’40, ελληνίδες αντάρτισσες με τά όπλα τους ||

.

.

.

.

.

.

.

Οκτώβριος 28, 2012

κάκτοι στους δρόμους # 4 : άλμα εις μίσος

.
.
.
.
.
.
.
.

   πρόχειρες θέσεις για τήν απονομιμοποίησηάλμα εις μίσος 1

«…Είναι επίσης ανόητο έως ύποπτο να ισχυρίζεται κανείς ότι οι ψηφοφόροι της ΧΑ δεν είναι οι φασίστες. Το ότι οι περισσότεροι πιθανώς να μην διαθέτουν το εννοιολογικό οπλοστάσιο να αυτοπροσδιοριστούν ως τέτοιοι, το μόνο που επιβεβαιώνει είναι το ειλικρινές της έκφρασής τους. Συγχρόνως, αυτό σημαίνει ότι δεν γίνεται να απωθηθούν ή να μεταπειστούν με ιδεολογικούς όρους, και αυτό τους κάνει ακόμη πιο επικίνδυνους.

Είναι εκείνοι που μετράνε χαμένες ψήφους (που δεν κωλύονται να μαζέψουν ψήφους από όπου και αν προέρχονται) που υποστηρίζουν ότι οι ψηφοφόροι της ΧΑ είναι ‘δημοκρατικοί’ πολίτες που βρίσκονται σε σύγχυση. Πρόκειται περί δημοκρατικών πολιτών που ασκούν το δημοκρατικό τους δικαίωμα να είναι φασίστες.

Η ΧΑ δίνει φωνή στον φασίστα δίπλα μας χωρίς να τον διορθώνει, χωρίς να ισχυρίζεται ότι “είμαι η καλύτερη εκδοχή σου, αυτός που μπορεί να σε εκφράσει όπως εσύ δεν ξέρεις να εκφραστείς”. Η ΧΑ λέει “είμαι ένα φοβικό κτήνος, σεξιστής, ρατσιστής και φασίστας, γιατί είσαι ένα φοβικό κτήνος, σεξιστής, ρατσιστής και φασίστας. Έχω πάντα δίκιο, γιατί έχεις πάντα δίκιο. Τρέμω τους ανθρώπους γιατί δεν νιώθω τίποτα κάτω από τα πλαστικά μου μπράτσα και θα λέω και θα κάνω ό,τι θέλω για να λες και να κάνεις ό,τι θες. Δεν έχω πρόσωπο και δεν έχω όνομα, και θα εκφράζω τη σεξουαλική μου καταπίεση και τη συναισθηματική μου ανεπάρκεια υποταγμένος και θα σαστίζω με την ελευθερία των άλλων και θα λυσσάω να τους καθυποτάξω κι αυτούς”…»

   «πρόχειρες θέσεις για τήν απονομιμοποίηση τής χ.α.» : από τό βλογ beim nächsten mal wird alles besser (ο τίτλος εξηγείται επαρκώς εντός τού βλογ) η πρόσφατη ανάρτηση : διαβάστε την ολόκληρη

.

.

.

.

.

    τό γενναίο κλάμα και οι δημοκράτες : άλμα εις μίσος 2

     η μία (και υπουλότερη) μορφή μισογυνισμού είναι τό υπογείως αυτονόητο πως κάθε τι τό καθαρά γυναικείο ως έκφραση, αποτελεί γελοία ακριβώς έκφραση ως ζωή : διότι ο μισογυνισμός υπάρχει κυρίως εκεί (στις κοινωνίες εκείνες) που τόν αρνούνται μετ’ επιτάσεως : στις «υπανάπτυκτες» κοινωνίες που λένε : «αφού δεν λέω εγώ ότι τίς μισώ, δεν τίς μισώ (κι ας λες εσύ ό,τι θέλεις) » : γιατί οι υπανάπτυκτες κοινωνίες ακριβώς είναι που απωθούν τήν ίδια τήν έννοια τής απώθησης – και είναι πιο ειλικρινείς σ’ αυτό από τίς κοινωνίες τού «πρώτου κόσμου», για να είμαστε δίκαιοι : αφού τούτες δω ισχυρίζονται ότι έχουν ακούσει κιόλας κάτι δηλαδή για τήν ψυχανάλυση, ότι αποδέχονται δηλαδή δήθεν και τήν πραγματικότητα τού ασυνείδητου – άσχετα από τό αν, ώσπου να τήν αποδεχτούν, φροντίζουν πρώτα να τήν ισοπεδώσουν – με τά όπλα ακριβώς τής «προόδου» τής «ανάπτυξης» και τής βλακείας τού «πολιτικά ορθού»

   και η δήθεν ξερή αντικειμενικότητα, ο θετικισμός μ’ άλλα λόγια που επελαύνει, ή βιαίως ή βραδέως, πάντως σ’ ολόκληρον πια τόν πλανήτη, είναι μια μορφή βαρβαρότητας ύπουλη ακριβώς γιατί απωθεί και υποβιβάζει επιστημονικά (να πούμε) αυτό που δεν λέγεται (με τή γλώσσα τών λέξεων) : ενώ δεν λέγεται διότι ακριβώς δεν υπάρχουν λέξεις – και χώρος – γι’ αυτά : δεν πρέπει δηλαδή να υπάρξουν – νά λοιπόν η άλλη όψη τής ζωής και τού θάνατου : είναι αυτό για τό οποίο δεν μπορείς να μιλήσεις – και συνεπώς καλύτερα να βγάζεις περί αυτού τόν σκασμό (όπως είπε κι ο περιώνυμος βιτκενστάϊν) (ο αντόρνο μεν τόν τακτοποίησε, αλλά κι αυτό επίσης ωραιότατα απωθείται)

   οι γυναίκες μπορούν να κλαίνε λοιπόν και είναι εξαυτού αδύναμες – οι άντρες δεν μπορούν να κλαίνε και είναι εξαυτού έτοιμα και παντοδύναμα θύματα τού χρυσού ξημερώματος – κάθε φορά που θα πλησιάζει όλο και περισσότερο να (μάς) ξημερώσει

   η ρόζα λούξεμπουργκ (μού έλεγαν αμήχανοι κάποτε κάποιοι  ινστρούχτορες) έκλαιγε : τί διάολο Ρόζα, έχουμε τόσα πράγματα σημαντικά να κάνουμε, ξεκόλλα ( : εκείνη τή δολοφόνησαν με ολόκληρο τό σώμα της και τά δάκρυα, οι άλλοι ας επιζούν ενδόξως αδάκρυτοι)

   γελοίο βέβαια να σκέφτομαι τή ρόζα με αφορμή τά δάκρυα τής κυρίας κανέλλη και μάλιστα στην τηλεόραση – ασφαλώς : γελοίο και ύβρις, αλλά δεν είν’ αυτό τό θέμα μας :

   θέλω να πω ότι δεν διαφωνώ σε όσους διέβλεψαν (μαζί με μια ενσωματωμένη πονηριά κομματικής φύσεως) μια όχι και τόσο συναισθηματικής όσο ακριβώς πολιτικής φύσεως έκρηξη σε αυτά τά δάκρυα : αλλά αυτό ακριβώς είναι και ο λόγος για τόν οποίο τά θεωρώ γενναία : η κυρία κανέλλη, από τίς ελάχιστες γυναίκες τής βουλής στις οποίες αξίζει εντέλει ο τίτλος τής βουλεύτριας (και όχι τής βουλευτίνας ( : βουλευτίνα είναι αυτή η οποία παίρνει τό αξίωμα μέσω μπαμπά συζύγου θείου ξαδέλφου κλπ – πολλές τέτοιες έχουμε, και εσχάτως βέβαια έσκασε μύτη και η αξιολύπητα χυδαία κυρία ζαχαρούλια ή πώς αλλιώς τή λένε, που αν δεν είχε παντρευτεί τόν φασίστα δεν θα τήν ήξερε ούτε η θυρωρού της)), και μολονότι η κυρία κανέλλη (που ξεκίνησε από τούς δεξιούς και κατέληξε στους σταλινικούς και διαπράττοντας αυτό τό βήμα σημειωτόν μετατράπηκε καθοδόν και σε φερέφωνο τού νεοκαθαρευουσιανισμού, μέσω κυρίου μπαμπινιώτη) δηλώνει παγίως ενδιαφερόμενη και για τά γλωσσικά, ποτέ δεν διεκδίκησε (κι αυτή, όπως και καμιά άλλη γυναίκα τής βουλής μας) αυτόν τόν αξιοπρεπή επιτέλους γλωσσικά ορισμό για τήν ίδια της τήν επαγγελματική οντότητα – είναι παρ’ όλ’ αυτά για μένα βουλεύτρια τώρα πια, εξαιτίας και τής βίας τήν οποία αρνήθηκε να δεχτεί ως προς μια άλλη γυναίκα, και τής βίας τήν οποία δέχτηκε εν συνεχεία η ίδια ως τιμωρία για τήν αλληλεγγύη της, και τής βίας τού να δει προχτές τή βία αυτή να θεωρείται (από αριστερούς) έδαφος πρόσφορο για πλάκα.

   αυτά λοιπόν ακριβώς – τά δάκρυα και ο θυμός – ήταν η μόνη πολιτική πράξη άξια τού ονόματος απ’ τή μεριά τής κυρίας κανέλλη, που μάς κάνει κι εμάς ακριβώς να παραβλέψουμε προς στιγμήν τή νηπιακή της θωράκιση σε «πολιτική» θεωρία – η οποία και προδόθηκε ειρωνικά και ανηλεώς από τήν τελευταία άστοχη «τιράντα» της περί «κλοπής» ( : η οποία «είναι ίδια, είτε κλέψεις ένα καρβέλι σαν τόν γιάννη αγιάννη, είτε κλέψεις ένα εκατομμύριο…») : άστοχη και αμήχανη προδοσία που εκφράστηκε σε συνάρτηση με τί ακριβώς ; μά, τή διάθεσή της ασφαλέστατα να παρακάμψει τή γυναικεία πλευρά τής αντίδρασής της, αποδίδοντάς την απλώς στην ιδιότητα «άνθρωπος» (δεν τό είπε έτσι) : τό ασυνείδητο τής κυρίας κανέλλη μιλάει καθαρεύουσα και είναι δεξιάς αποκλίσεως, τό μόνο που τήν σώζει είναι ακριβώς τό ότι παραμένει πεισματικά γυναικείο

   από τά λίγα που είδα να γράφονται μού άρεσε αυτό, από τόν άρη δημοκίδη, και ακόμα πιο καίριο βρήκα (καθότι και ελληνοπρεπέστερο) αυτό στο πορτατίφ

   αντιθέτως ένα σωρό άντρες, που πρόσκεινται κιόλας ελαφρώς ή βαρέως στον πολιτικό χώρο τής εν γένει αριστεράς, δεν βρήκαν ν’ αναφερθούν παρά δήθεν αντικειμενικά, ενίοτε αυτοεπαινετικά, εντέλει μικρόψυχα (παραβλέπω τά αυτονόητα υβριστικά) και γενικώς μάλλον βεβιασμένα και ξυνισμένα (και μάλλον κομματικοειδώς παίρνοντας αφορμή για σπέκουλα κατά τής πολιτικής τού συγκεκριμένου καναλιού) (χωρίς έτερη αξιολόγηση βάζω μερικά εδώ, εδώ, εδώ, εδώ και εδώ) – τή μεγαλύτερη δε εντύπωση μού έκανε ομολογώ η εντός σωρού μεζέδων αναφορά ανθρώπου που προχτές κιόλας ασχολήθηκε με μια ασήμαντη περίπτωση «γυναικείας έκρηξης» διά τόσο μακρών – και μάλιστα μολονότι ο νίκος σαραντάκος είναι συνήθως προσεχτικός, παράβλεψε εντελώς εδώ μια αξιοπρόσεχτη γλωσσική στιγμή τής κυρίας κανέλλη, όταν μέσα στον γενικό θυμό και τά δάκρυα σταμάτησε για ένα δευτερόλεπτο για να διορθώσει τήν άστοχη και άγλωσση (ως συνήθως στην τηλεόραση) παρουσιάστρια και να μετατρέψει τήν «ανέχεια» τής συνομιλήτριάς της σε «ανοχή» : για μένα ήτανε, πρέπει να πω, πράγματι, η μόνη απολαυστική στιγμή αυτής τής λογικής έκρηξης

   διότι όταν τό άλμα εις μίσος επιχειρείται ανοιχτά πια και από τούς (οποιουσδήποτε) αριστερούς (τού τηλεοπτικού και συντελεσμένου κώλου έστω) δεν θα μάς μείνουν λογικά για τό μέλλον άλλες ευκαιρίες για απόλαυση πέρα από τό γενικό χρυσό ξημέρωμα τής κάλπικης λίρας

.
.
.
.
.
.
  
.

   η αποικία τών τιμωρημένων (αιδοίων) ( : άλμα εις μίσος 3 )

   σύντομη είδηση χωρίς άλλα λόγια : pussy riot to gulag

   τελικά, όπως είχε προαπειληθεί (τό ανάφερα ως επαπειλούμενη πιθανότητα εδώ) : εκτοπίζονται : (θα μπορούν λέει να βλέπουν πιο άνετα εκεί και τά παιδιά τους : θα πάνε εξορία και τά παιδιά δηλαδή)

   στην περίπτωση τών σταλινοθρεμμένων ολιγαρχών τής κακόμοιρης ρωσίας δεν τίθεται καν θέμα τώρα μόνο μισογυνισμού – αυτοί έχουν αποδείξει ότι τακτοποιούν άντρες και γυναίκες αδιακρίτως, κάνουν ό,τι δηλαδή (θα θελήσουν να) κάνουν και οι χρυσοφόροι μήδοι όταν με τή βοήθεια τών επόμενων τετρακοσίων χιλιάδων ελληναράδων, βρουν τήν πόρτα και τή γλώσσα μας ανοιχτή, για να μάς κάτσουν ακόμα πιο αποφασιστικά και εξημερωτικά στο σβέρκο

.

.

.

.

.

.

Οκτώβριος 6, 2012

κάκτοι στους δρόμους…

.

.

.

   …και που σκοντάφτω πάνω τους από καιρό :

.

.

   πέρα από τήν ποιητική λιτότητα τής δίκαιης διαπίστωσης, θέλω να τονίσω ότι τό ατονικό πάντως κυριαρχεί στους δρόμους – ίσως είναι και θέμα βιασύνης βέβαια (πάντως σύνθημα σε πολυτονικό δεν νομίζω να ’χω δει ποτέ) : αυτό που μ’ ενδιαφέρει όμως εδώ κυρίως είναι ότι τελικά μπήκε ένας τόνος – και, νομίζω καθόλου τυχαία, σε μια λέξη που αισθάνεται κανείς ότι ήθελε ο γραφιτάς νοηματικά να τονίσει : λοιπόν θα γίνει ο τόνος στο μέλλον μόνο συμβολικό σημάδι έμφασης; (όπως έχω ξαναπεί στις περισσότερες λέξεις, και κυρίως στις πολυσύλλαβες, όντως δεν μάς χρειάζεται καθόλου τόνος – διότι ξέρουμε καλά και πού τονίζονται και τό νόημά τους – : εκεί που ο τόνος είναι απαραίτητος είναι στις μονοσύλλαβες (και λίγες άλλες) που γράφονται ίδια, αλλά έχουν (τονισμό και) νόημα διαφορετικό : θέα/θεά, άλλα/αλλά, η και ή, τού είπα και πες του, ως και ώς, αυτός που περπατάει/αυτός πού στα κομμάτια πάει; κλπ κλπ)

.

.

.

   η στάση τού αλμπέρτο κασίγιας που προστάτεψε κόσμο στη μαδρίτη μ’ έκανε να ζηλέψω (που δεν έχω δει όλα αυτά τά χρόνια τής αγανάκτησης παρόμοια σκηνή επικίνδυνης αλληλεγγύης στην πόλη μου) : περισσότερο όμως θαύμασα και ζήλεψα τήν επάνοδο εκείνου τού κόσμου τήν επομένη : κάνω λοιπόν μια προσπάθεια να εκλογικέψω τή διαφορά ήθους στις διαδηλώσεις από εδώ ώς εκεί ως εξής : για τήν πρώτη μέρα θα ’λεγα ότι, όπως φαίνεται, οι άνθρωποι που ο εστιάτορας (ή διευθυντής, ή σερβιτόρος, και λοιπά αδιάφορα) προστατεύει, δεν τού τά έχουνε σπάσει, δεν τού τά σπάνε, και δεν τόν κλέβουνε όση ώρα είναι μέσα στο μαγαζί του, τήν ώρα δηλαδή που εκείνος ρισκάρει και τή ζωή του ακόμα απλώνοντας χέρια και φωνές και έρωτα συνολικά προς τόν κόσμο για να προστατέψει έναν κόσμο ( : μέσα στο μαγαζί βλέπω είναι κύριοι κυρίες και κουκουλοφόροι – δεν νομίζω ότι κανείς απ’ αυτούς στο μεταξύ τόν περιφρονεί ως αστό μικροαστό ή εχθρό που κινείται από κάποιου είδους υστεροβουλία – μόνο στη φιλοσοφημένη αυτή χώρα κάποιοι ντόπιοι υπερεπαναστάτες διατύπωσαν τήν άποψη ότι τό κάνει για να διαφημίσει τό μαγαζί του (και αυτό ακριβώς είναι και η ουσία τού προβλήματος)) – επομένως : για τή δεύτερη μέρα έχω να πω ότι η επάνοδος με σκοπό να τόν ευχαριστήσουν (και τόν ευχαριστούν αδιακρίτως όπως βλέπουμε, κύριοι κυρίες και κουκουλοφόροι) υποδηλώνει μια ενεργή ακόμα ζωή ενός πολιτισμού που προέρχεται πιθανώς και από τήν παράδοση ενός κινήματος αναρχικού και ενός εμφύλιου, που εκδραματίστηκαν (στην κυριολεξία) προστατεύοντας ενισχύοντας και πατώντας πάνω στην ιδέα μιας κοινωνίας που επιζητεί τραγικά τήν ισότητα – και όχι ενός εμφύλιου βεβιασμένου που ξεκίνησε πατώντας πάνω στα άθλια παιχνίδια διεθνών αθλίων και ως παράπλευρη απώλεια είχε (πέρα από τήν εξαφάνιση μέσω θανάτου βασανιστηρίων και εξοριών μιας ολόκληρης γενιάς που δικαιούμαι να πιστεύω ότι ήταν καλύτεροι όταν ξεκίναγαν απ’ ό,τι όταν κατέληγαν) να μάς στρογγυλοκαθίσουν στο σβέρκο λογικές αλληλοδιαδοχικής χουντικής χυδαιότητας, δοσιλογισμού και κομμουνιστοφαγίας – και ήθη μ’ άλλα λόγια ενγένει που διατρέχουν τραγικά έως σήμερα τήν κοινωνία και τό θυμικό μας και τό ασυνείδητό μας – σταθεροποιώντας έτσι και ανάγοντας σε ιδεολογικό κανόνα ένα διαρκές ξεκαθάρισμα άθλιων και μη, οικονομικών και μη, ψυχολογικών και μη, λογαριασμών : όμως η ψυχολογία είναι ακριβώς κληρονομική με τήν έννοια ότι διαμορφώνεται κυρίως καθοδόν : έτσι δεν μπορώ να ξεχάσω και τήν καμαρωτά αναρχική, επί τής ουσίας εαυτούλικη επαρχιώτικη και αήθη συμπεριφορά ντόπιου συλληφθέντος (απαξιώ να αναφέρω περισσότερα) που μετά τήν πανστρατιά για τήν απελευθέρωσή του εξερχόμενος τής φυλακής αρνήθηκε να αρθρώσει έστω μια λέξη ευχαριστίας προς όσους τόν υποστήριξαν διότι (είχε έτοιμη και τήν αναρχοειδή αρλούμπα) : «δικό τους θέμα, δεν έχω λόγο εγώ να τούς ευχαριστήσω, τό έκαναν επειδή τό ήθελαν» : με τέτοια ακριβώς μυαλά, διαχυμένα αυτάρεσκα υπό μορφήν ιδεολογίας, είναι που στην πόλη αυτή δεν υπάρχει πρώτη μέρα, δεν υπάρχει και δεύτερη.

.

.

   φώκνερ : αυτή κύριε είναι η παραίτησή μου

   από τόν πολύ ωραίο και χρήσιμο τόπο «letters of note» βρήκα τό εξής τού φώκνερ :

.

.

   (εφόσον ζω στο καπιταλιστικό σύστημα, τό περιμένω η ζωή μου να επηρεάζεται από τά βίτσια τών λεφτάδων. Αλλά να μέ πάρει και να μέ σηκώσει αν θελήσω ποτέ να σταθώ και σούζα σ’ ό,τι γουστάρει ο κάθε περιπλανώμενος σκερβελές που ’χει τά δυο σέντσια που τού χρειάζονται για ν’ αγοράσει γραμματόσημο.

   αυτή, κύριε, είναι η παραίτησή μου.)

   διαβάστε τίς λεπτομέρειες τής ιστορίας εδώ – εγώ σημειώνω απλώς πως τό ’24 ο φώκνερ ήταν 26 χρονών και δεν είχε εκδώσει ακόμα τίποτα – κι απ’ ό,τι ξέρω εκδόθηκε μεν η «βουή και τό πάθος» τό ’29, και τό «καθώς ψυχορραγώ» (που τό ’γραψε μερικές συνεχόμενες νύχτες κατά τίς οποίες δούλευε νυχτοφύλακας σε κάποια φυτεία – ενώ δεν έχουμε ιδέα τί άλλα προβλήματα είχε εκεί) τό ’30 : επομένως δεν έχω κι εγώ ιδέα ποιο βιβλίο έγραφε ή σκεφτότανε από τό ’21 ώς τό ’24 που δούλεψε στο ανωτέρω πανεπιστημιακό ταχυδρομείο, όταν και συνέβη τό παραπάνω ωραίο περιστατικό, και γράφτηκε τό ωραιότατο αυτό γράμμα

.

.

.

   δεσποινίς μπουλανζέ

   τέλος για σήμερα (έχω σκοπό να κάνω κι άλλες τέτοιες αναρτήσεις με σκόρπιους κάκτους στον δρόμο – όπως είχα άλλωστε υποσχεθεί και στον δύτη) δείτε αυτήν τήν ταινία τού bruno monsaingeon (αν έχετε καιρό ολόκληρη – ειδάλλως προτείνω από τό 23΄27΄΄ και μετά οπωσδήποτε –) για μια μεγάλη, πολύ μεγάλη δασκάλα μουσικής – που έφτιαξε ολόκληρη σχολή και βοήθησε συνθέτες σολίστες και μαέστρους να βρουν τόν καλύτερο εαυτό τους, τή mademoiselle nadia boulanger (τήν ταινία τή βρήκα εδώ)

.

.

.

.

.

.

τά χέρια τής δεσποινίδας μπουλανζέ, 90 ή 19 χρονών | επάνω : photo by lewis hine : hyman alpert, newsboy, 1909 / από εδώ | τό γκράφιτι από δω | φωτογραφία william faulkner, 1940 από εδώ

.

.

.

Σεπτεμβρίου 14, 2012

όταν η γλώσσα βγάζει γλώσσα : επέστρεφε κι επέλεγε κι επέτρεπε

.

.

.

.

   ενώ τό βασικότερο χαρακτηριστικό τής γλώσσας είναι η αντιπαλότητά της και η απέχθειά της, μόνιμη αλλά υπόγεια (η γλώσσα ξέρει καλά τούς κανόνες τής παρανομίας) προς κάθε μορφή εξουσίας, από τήν άλλη, κάθε μορφή εξουσίας έχει σα βασικότερο χαρακτηριστικό της τό να θέλει να ελέγχει πάνω απ’ όλα τή γλώσσα : και μια απ’ αυτές τίς εξουσίες είναι σταθερά ανά τούς αιώνες και η εξουσία ακριβώς εκείνων που θέλουν να τήν προστατέψουν : να τήν προστατέψουν είτε ως μούμια (οι καθαρευουσιάνοι) είτε ως ζωντανή (και ατίθασση) ύπαρξη (οι δημοτικιστές) (απ’ αυτή τήν άποψη ακραίο παράδειγμα είναι και τό ενδιαφέρον τού στάλιν για τή γλώσσα*)

   ο καβάφης είχε κάποτε μιλήσει για τούς «καθαρευουσιάνους τής δημοτικής» και είχε πέσει, ως συνήθως, απολύτως μέσα (όπως έπεσε απόλυτα μέσα όταν επέλεγε τό επέστρεφε (αλλά για αυτό παρακάτω) : και κάτι που πολύ συχνά ξεχνάμε (παρασυρμένοι προφανώς από τή γοητεία τής ποίησής του) είναι πως ο καβάφης δεν έγραφε ό,τι έγραφε επειδή έτσι τού κατέβαινε ή τού πήγαινε στον ρυθμό, αλλά είχε συγκεκριμένες και συγκροτημένες γλωσσικές απόψεις, και είχε γράψει για τή γλώσσα (τουλάχιστον δύο φορές – όμως και γι’ αυτό θα πρέπει να μιλήσουμε διά μακρών, και άλλη φορά : σήμερα ασχολούμαστε μόνο με τή γλώσσα τού καβάφη όπως προκύπτει από τό ίδιο του τό έργο)

   επειδή όμως, όπως είχε πει και κάποιος τής σχολής τής φραγκφούρτης κάποτε, «η προστασία είναι μια πρωταρχική μορφή κυριαρχίας» (αυτός τό είχε πει για τίς γυναίκες και για τούς «προστάτες» ή «σωτήρες» τους μέσα στο καθεστώς τής πατριαρχίας, αλλά ταιριάζει κι εδώ) δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η γλώσσα είναι, και κατεξοχήν μάλιστα, μια συμβολική γυναίκα ανά τούς αιώνες : όλοι θέλουν να τήν προστατέψουν αλλά αυτή θέλει να ’ναι ελεύθερη ενώ συγχρόνως μπορεί και γεννάει – και πάλι μπορεί και γεννάει ενώ συγχρόνως θέλει να ’ναι ελεύθερη : και αυτό ίσως είναι τό βασικό χαρακτηριστικό που τήν κάνει να βρίσκεται σε μια στενότατη σχέση με τήν εγγενή (και μονίμως απωθούμενη καταπιεζόμενη και καταστελλόμενη) εγγενή όμως καλλιτεχνική διάθεση τού ανθρώπινου είδους : αυτή ακριβώς η μορφή τής καλλιτεχνικής της διάθεσης που δεν καταστέλλεται καθόλου εύκολα είναι η δημιουργικότητα στη γλώσσα – αλλά αυτό είναι τόσο τό πιο εύκολο όσο και τό πιο δύσκολο συγχρόνως να αποδειχτεί, γιατί η γλώσσα περνάει τά λεγόμενά της μέσ’ απ’ τά λαγούμια τής παρανομίας και κάθε «αλλαγή» που επιφέρει στον εαυτό της (τήν εαυτή της!) (αν είναι όντως η εαυτή της που τήν ενδιαφέρει – και όχι τό να κάνει επίδειξη γνώσεων ή ξενογλωσσομάθειας – η κάθε γλώσσα υποστηρίζει τήν εαυτή της ως απολύτως κλειστό σύστημα γεμάτο αυτάρκεια – αν είναι όντως λοιπόν η εαυτή της και οι δυνατότητες τής εαυτής της προς εξέγερση ελευθερία και απελευθέρωση που τήν ενδιαφέρουν) με κάθε «αλλαγή» προς τήν οποία στρέφεται τότε, με κάθε νέο τύπο λέξη ή σύνταξη που θα δημιουργεί, θα στρέφεται συγχρόνως επιδεικτικότατα προς κάτι που ήδη υπάρχει μέσα της (άσχετα από τό αν εμείς τό βλέπουμε ή θέλουμε ή μάς συμφέρει να τό αγνοούμε) – και αυτή είναι και η μόνη λογική τής γλώσσας (άσχετα από τό αν εμείς τήν ώρα που τήν μιλάμε τή χρησιμοποιούμε δηλαδή ως έτοιμο ήδη κέλυφος, και εν πολλοίς νεκρό, συνειδητά ή ασυνείδητα θέλουμε ή όχι να τήν δούμε να τήν αναγνωρίσουμε και να τήν αποδεχτούμε σαν σύνολο)

   ένα από τά μόνιμα κλισέ (και τίς μόνιμες προστασίες) κάθε «προστάτη» τής γλώσσας είναι να διακηρύσσει ότι «η γλώσσα είναι για να συνεννοούμαστε» : συμφωνώ μόνο υπό τόν όρο ότι διαφωνώ συγχρόνως τότε εγώ μ’ αυτό : αν «σκοπός» τής γλώσσας είναι τό να συνεννοούμαστε, τότε είναι σκοπός με τήν ίδια ακριβώς έννοια που σκοπός τού έργου τέχνης είναι τό να μεταδώσω στους άλλους αυτό που είμαι εγώ : αυτό όμως πάει αυτονόητα μαζί με τό να επιμένω σ’ αυτό που είμαι εγώ, αδιαφορώντας για τό πώς είναι αυτή τή στιγμή μάλιστα οι άλλοι

   στο βαθμό που η γλώσσα ταυτίζεται μ’ ένα είδος καλλιτεχνικότητας και δημιουργίας είναι, στο βάθος της (αλλά και στην επιφάνειά της αν θέλεις και μπορείς να δεις) όντως αναρχική : δεν είναι δηλαδή ούτε αυταρχική ούτε σταλινική ούτε σοβιετόφιλη – και δεν γουστάρει τανκς και στρατιωτικούς σχηματισμούς (ακόμα κι αν πάνε χορευτικά στην κόκκινη πλατεία, όπως είπε ο ποιητής, που ο σαραντάκος θέλει σώνει και καλά να τόν βγάλει λάδι, γιατί δεν τό ’πε λέει για τά τανκς τής πράγας αλλά για τά τανκς τής μόσχας (που προ ολίγου καιρού όμως είχανε μπει στην πράγα : εξού προφανώς και η μετέπειτα καθιέρωση (προσωπικά δεν θυμάμαι αν ήταν όντως «μετέπειτα») ότι δεν είπε «μόσχα» αλλά «πράγα» – είπαμε, η γλώσσα έχει τήν τάση ούτως ή άλλως να εκμαιεύει και από τό ψέμα ακόμα τήν αλήθεια))

   αλλά για να συνεννοούμαστε : δημοτικιστής δεν σήμανε ποτέ αναγκαστικά και προοδευτικός – αυτό έγινε σαφές από τήν αρχή–αρχή, για μένα τουλάχιστον κιόλας (μολονότι ήταν σίγουρα και δυσάρεστη έκπληξη, για ένα παιδί ας πούμε ατίθασσο αλλά φανατικό για γράμματα που διάβαζε για τό «γλωσσικό μας ζήτημα» μικρότατο στη μεγάλη εκείνη βιβλιοθήκη) όταν διάβασα ότι ο ψυχάρης πχ ήταν και θρησκευόμενος και βασιλόφρων : θυμάμαι επίσης τήν έκπληξή μου όταν σε κάποια από τά γραφτά τών «φανατικών» δημοτικιστών διάβασα κιόλας μια πρόταση που έλεγε περίπου ότι «κάνοντας τήν προσευχή τους στη δημοτική τά παιδάκια καταλαβαίνουν καλύτερα τόν θεούλη» και τά λοιπά 

   τό ότι δηλαδή είναι κάποιος οπαδός τής φυσικής γλώσσας, μέσα στο απίστευτο γλωσσικό τουρλουμπούκι που βρισκόμαστε από ιδρύσεως κράτους (μας), δεν τόν κάνει εκ τών προτέρων και άνευ όρων προοδευτικό – τά πράγματα δεν είναι τόσο εύκολα, ούτε τόσο μονοδιάστατα, δυστυχώς

   αλλά, για να ξαναγυρίσω στο «επέστρεφε» με αφορμή τό οποίο κιόλας σήμερα ουσιαστικά ξεκίνησα :

   καταρχάς ας ξαναπώ κάτι που ’χω ήδη γράψει, εξηγώντας το κιόλας λίγο περισσότερο, γιατί εκεί δεν ήταν τό κυρίως θέμα μου – : όταν έλεγα λοιπόν ότι «θα ’ναι βέβαια σχεδόν κοινοτυπία να μιλήσει κανείς για τήν δραστική έννοια τού χρόνου, τήν οργανική, στην ποίηση [τού καβάφη] : αν μιλούσα ας πούμε για τό Επέστρεφε, θα ήμουν υποχρεωμένη να πω για τήν ουσιώδη δράση τής προστακτικής που – με τόν τύπο τής δημοτικής που επιλέγεται (και όντας έτσι μορφικά ταυτόσημη με τόν παρατατικό που είναι χρόνος όχι μόνο παρελθόντος αλλά και διάρκειας) – εγκαθιστά μπροστά στα μάτια μας κεραυνοβόλα τήν ένωση τού παρελθόντος και τού μέλλοντος μες στο παρόν (πράγμα που θα απασχολούσε αργότερα τόν έλιοτ) και που εικονογραφεί παραδειγματικά και ολόκληρη τήν αισθητική άποψη που κρύβεται στην ποίησή του» εννοείται ότι δεν εννοούσα βέβαια σε καμία περίπτωση πως ο καβάφης, με αυτό τό «επέστρεφε» (που βάζει όχι μόνο στον τίτλο, αλλά τό κάνει να αποτελεί και ουσιαστικό μέρος τού ποιήματος (με τήν συνεχή επανάληψη και τού επέστρεφε και τού παίρνε με)) εφευρίσκει ο ίδιος έναν «λάθος» τύπο : αλλά χρησιμοποιεί απλώς παραδειγματικά και επίμονα (και κάτι θα ’πρεπε να μάς λέει η επιμονή του) έναν ήδη εν χρήσει τύπο τής δημοτικής – αυτός που ήξερε και δεν δίσταζε να βάζει και καθαρόαιμα αρχαία όχι μόνο στα ποιήματα αλλά και στους τίτλους τους – άγε ω βασιλεύ : όπως και ξενόγλωσσα (χωρίς κανένα κόμπλεξ) : che fece…

   αλλά υπάρχει κάτι που μ’ ενδιαφέρει πολύ περισσότερο σήμερα : ο τρόπος με τόν οποίο χρησιμοποιεί οργανικά ως ποιητικό στοιχείο τό επέστρεφε ο καβάφης, είναι ακριβώς ίδιος με τούς λόγους για τούς οποίους χρησιμοποιείται στη ζωντανή μας γλώσσα ο ίδιος τύπος και σήμερα : σ’ αυτά τά ρήματα δηλαδή που ο τύπος τής προστακτικής τού δεύτερου ενικού είναι ίδιος με τόν τύπο τού παρατατικού στο τρίτο ενικό του πρόσωπο, η χρήση αυτής τής προστακτικής προς ένα άλλο τώρα πρόσωπο, ασυνείδητα ίσως αλλά γι’ αυτό πολύ περισσότερο σημαντικά, απογειώνει τόν ομιλητή προς μία καθαρή και δημιουργική καλλιτεχνικότητα (με φιλοδοξίες ακόμα και φιλοσοφικές) τήν οποία ο ομιλών μπορεί να δίσταζε (ή να μην ήξερε, ή να μην μπορούσε) να εκφράσει συνειδητά : η προσταγή επί τού παρόντος κάνει τό μέλλον να συνδέεται υπόγεια με τό παρελθόν – και if all time is eternally present, all time is unredeemable

   είπα ότι η γλώσσα έχει αναρχικές τάσεις (εντονότατες) μέσα της αλλά αυτό σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι έχει τάσεις προς τήν αυθαιρεσία ή προς παραλογισμούς : αντιθέτως, η δικιά μου άποψη είναι ότι η γλώσσα (όπως και η αναρχία…) αγαπάει ιδιαίτερα τή λογική, και γι’ αυτό ακριβώς είναι δημιουργική και γι’ αυτό ακριβώς (θέλει να είναι και) ελεύθερη : και γι’ αυτό ακριβώς και κάθε αλλαγή και κάθε νέος τύπος (και κάθε υπόγεια εκφρασμένη ποιητικότητα) ψάχνει να βρει αναλογίες με τό παρελθόν, και κυρίως με τίς πάγιες τάσεις τού συνόλου, για να σταθεροποιηθεί και να υπάρξει : η γλώσσα δεν αγνοεί τό όλο της σώμα ποτέ, και (κυρίως) όταν ανατρέπει μια φαινομενικά νόμιμη αδιαπραγμάτευτη και παγιωμένη μορφή αυτού τού σώματος ( : γι’ αυτό και όταν γλιστράει σε σουσουδισμούς και επιδείξεις ξενογλωσσομάθειας, επιλέγοντας να χρησιμοποιήσει μια αγγλόγλωσση δήθεν πιστότητα, παρασύρεται, και μαζί με τό τής καλιφόρνια, ας πούμε, λέει και τό τής βέροια ( : κι αυτό αποτελεί μια υπόρρητη απλώς ομολογία τού ίδιου τού ομιλητή ότι, με βάση τήν ίδια τή λογική τής γλώσσας του, λέει αρλούμπες, και τό ξέρει ( : αν χρησιμοποιούσα δασκαλίστικη ορολογία θα έλεγα «μια ομολογία καταβάθος ότι μιλάει λάθος και τό αναγνωρίζει»)). Γιατί ουσιαστικά δεν υπάρχει άλλο λάθος στη γλώσσα από τό να μιλάει «εκτός τού εαυτού της» (τής εαυτής της…) Απ’ τή στιγμή που ένας τύπος σχηματίζεται και μιλιέται, είναι σωστός, με τήν έννοια ότι καλύπτει κάποια ανάγκη τού ομιλούντος – αυτό που θα μπορούσαμε να ψάξουμε να βρούμε είναι : α) αν η ανάγκη του είναι «σωστή» (η επίδειξη ξενογλωσσομάθειας ας πούμε είναι γελοία ανάγκη) και : β) αν με τόν τύπο που επιλέγει λέει πραγματικά αυτό που θέλει να πει – στην περίπτωση τής προστακτικής που συνδέει τό μέλλον με τό παρελθόν, αυτό που θέλει να πει (και που δεν θα τό πει ποτέ πιθανώς, παρά μόνο μ’ αυτόν τόν τρόπο και απολύτως υπόγεια) είναι πραγματικά και αξιοσημείωτο και σημαντικό και σωστότατο

   : δεν μπορεί φυσικά να τό κάνει εκεί που οι τύποι παρατατικού και προστακτικής δεν είναι όμοιοι, και τότε ακριβώς πάει πάσο : αλλά μόλις μπορέσει, θα επανέλθει ακάθεκτη : και επέστρεφε και επέλεγε και διάλεγε και έμπαινε και άραζε : και κοίταγε και μίλαγε και διάλεγε, πολύ σωστά…

   αλλά ας πάμε τελικά στη διαφήμιση, που πυροδότησε αυτήν τήν έκρηξη διδασκαλισμού καθωσπρεπισμού και γλωσσικής πολιτικής ορθότητας από τή μεριά τού σαραντάκου (που πραγματικά δεν τήν καταλαβαίνω – (ο παναγιωτίδης όμως που γλωσσολογεί επίσης στο διαδίκτυο, στην πολύ ψύχραιμη (και παλιότερη) ανάρτησή του εδώ, υπήρξε πολύ σωστότερος σα γλωσσολόγος σ’ αυτή τήν περίπτωση κατά τή γνώμη μου) : καταρχάς πρέπει να δούμε αν η εταιρεία επιλέγοντας τό επέλεξε εξυπηρέτησε τούς σκοπούς της – και νομίζω ότι τούς εξυπηρέτησε θαύμα –, χωρίς βέβαια να πάψουμε να ενδιαφερόμαστε και για τό αν εξυπηρετώντας τούς σκοπούς της μίλησε «σωστά» ή «λάθος» :

   καταρχάς : γενικά η διαφήμιση έχει μια τάση, επειδή ακριβώς θέλει να πουλήσει, να μιλάει τήν ίδια γλώσσα με τό κοινό στο οποίο απευθύνεται – εξαυτού έχουμε κοκορομυαλιές και σουσουδισμούς, όπως η επιλογή τών ξένων πληθυντικών στα σουπερμάρκετς, όταν η εταιρεία απευθύνεται σε μικροαστούς νοικυραίους τούς οποίους επιδιώκει να προσελκύσει με τήν υπόρρητη αλληλεγγύη τού ότι είμαστε όλοι κακομοίρηδες ξιπασμένοι αμόρφωτοι οικογενειάρχες άνθρωποι όλοι μαζί : (θυμάμαι επί χούντας (όταν ακριβώς παρεμπιπτόντως άρχισαν οι αγγλόγλωσσοι πληθυντικοί να καθιερώνονται από τίς φυλλάδες, κυρίως τού συγκροτήματος) υπήρξε μία περίπτωση που η χουντοκυβέρνηση αντί για τήν διά ροπάλου επιβεβλημένη της καθαρεύουσα επέλεξε να μιλήσει σε μια ολοκάθαρη δημοτική – και γέμισε τούς δρόμους με γιγαντοαφίσες που προσπαθούσαν να πείσουν τούς (ήδη λεηλατημένους υπ’ αυτής πολίτες) να αγοράσουν κάτι ομόλογα – αν θυμάμαι καλά : μέ είχαν πάει κάτι φίλοι μου αριστεροί που είχαν αναλάβει τήν ιδεολογική μου εκπαίδευση, στο σπίτι τής έλλης αλεξίου ένα βράδυ και θυμάμαι ότι είμαστε κάτι παιδιά στο ωραίο παλαιϊκό της σαλόνι, κι ότι μάς ενημέρωσε πως στο μέσα δωμάτιο κοιμόταν ο μάρκος αυγέρης – μυθικά πρόσωπα αυτά τότε. Λοιπόν μέσα στις μικρές δράσεις που είχαν δειλά ξεκινήσει (τό φοιτητικό δεν υπήρχε καν τότε) είχαν οργανωθεί και κάτι συζητήσεις από μια «εταιρεία μελέτης ελληνικών προβλημάτων» αν θυμάμαι τόν τίτλο καλά, και η κυρία έλλη είχε πάει μόλις χτες σε μια συζήτηση όπου θαύμασε πολύ τόν πεπονή : ο οποίος μιλώντας για τό γλωσσικό ζήτημα επισήμανε ότι στις διαφημίσεις για τά ομόλογά της η χούντα δεν είχε μιλήσει τήν (αγαπημένη της) καθαρεύουσα, αλλά γέμισε σ’ αυτήν τήν περίπτωση τούς δρόμους με καθαρή δημοτική καθώς οι αφίσες της έλεγαν «για μένα, για σένα, για όλους μας» και όχι (όπως επισήμανε ο πεπονής, επισήμανε με ενθουσιασμό η αλεξίου – θυμάμαι μάλιστα ότι είπε «όλοι όσοι μιλήσανε ήταν σοφοί, αλλά ο πεπονής ήταν ένας σύγχρονος σοφός» (που μού φάνηκε βέβαια ελαφρώς μεγαλόστομο, αλλά ήταν μια τόσο συμπαθητική γριά κυρία : γλυκύτατη)) και όχι λοιπόν «δι’ εμέ, δι’ εσέ, δι’ άπαντες».) Ακριβώς : η διαφήμιση έχει να κάνει με τά λεφτά και γι’ αυτό τόν λόγο ούτε ρισκάρει ούτε παίζει : ξέρει ότι μιλώντας σέ παρασέρνει και τό να σέ παρασύρει είναι μέρος τού να μιλήσει στη γλώσσα σου. Ένα μέρος τής λογικής τής διαφήμισης είναι επίσης να σέ πείσει ότι αγοράζοντας κάτι μπαίνεις σε μια μεγαλύτερη παρέα, όπου όλοι σού μοιάζουν – κάποιος θα ’λεγε δημιουργείται μια ψευτοσυνείδηση κοινότητας. (Και τόν πρώτο ρόλο στην κοινότητα έχει η γλώσσα). Τό ιέκ τό οποίο επέλεξε τό επέλεξε απευθύνεται φυσικά σε νέους (και τούς γονείς που θα τό πληρώσουν βέβαια, αλλά γι’ αυτό ακριβώς και θέλει να προλάβει να πάρει με τό μέρος του πρώτα τά παιδιά) : και προφανώς (ευτυχώς κτγμ) η πλειοψηφία τών παιδιών ροκάρει και δεν ψευτοφλωρίζει : αν η διαφήμιση μιλούσε φλώρικα και ψευτομορφωμένα θα έλεγε ότι απευθύνεται σε συγκεκριμένο κοινό στο οποίο (καλά κάνει) και δεν απευθύνεται : δείχνει ότι ποντάρει στη σημασία που θα ’χει η γνώμη τών παιδιών στην απόφαση τών γονιών και δείχνει πως θεωρεί ότι τά παιδιά τά οποία προτιμάει να παρασύρει είναι «τά ζωντανά» και όχι οι σπασίκλες οι φύτουλες και οι ψευτοκαθωσπρέπει (που θα μιλούσαν μια «σωστή» και νεκρή διάλεκτο, αυτήν που υποστηρίζει ο σαραντάκος, και η οποία πάνω απ’ όλα δηλώνει ότι αδιαφορεί για τή ζωή και τά γούστα τους και βάζει κάποιους αντιπαθητικούς κανόνες πάνω απ’ όλα) : ήδη δηλαδή δημιουργείται η αίσθηση (και η υπόσχεση) μιας μελλοντικής κοινότητας : έλα μαζί μας και θα περάσουμε καλά, θα μάθουμε μεν, αλλά θα κάνουμε και πάρτυ, και θ’ ακούμε και (τήν ίδια) μουσική (η κοινή μουσική είναι τό δεύτερο σημαντικό στοιχείο στην κοινότητα : και η κοινή μουσική τής γλώσσας (γιατί, τί άλλο είναι ένας ήχος που, πέρα απ’ τό νόημά του, έχει και τό επιπλέον νόημα να μάς αρέσει ή να μη μάς αρέσει;) η μουσική ενγένει, συνδέει και δημιουργεί συντροφικότητα – τουλάχιστον ώς κάποιες άλλες ηλικίες που αρχίζουμε να διαπιστώνουμε ότι ίσως η συντροφικότητα να είναι και πιο απαιτητική)

   έπειτα, μιλώντας πια για γλώσσα δεν πρέπει να αλλάζουμε αιώνα ή μάλλον να παραμένουμε πίσω στους αιώνες – και να μιλάμε με τόν τρόπο που μιλούσαν για τή γλώσσα στον 18ο – έχοντας για μόνο τους όπλο τό χαρτί : είμαστε ήδη στον 21ο , αλλά και στον 20ο όταν είμαστε θα έπρεπε, ως γλωσσολογούντες, να ’χουμε μπει στον αιώνα και τού κασετόφωνου και τού βίντεου : έχει τεράστια σημασία τό σύνολο τών τόνων τής φωνής, τών παύσεων, τών εντάσεων, τών τονισμών, αλλά και τών κινήσεων και τών εκφράσεων με τά οποία κάποιος λέει κάτι – και τώρα πια, με βάση τήν τεχνολογία, μπορεί και πρέπει κι αυτά να τά μελετάμε – κυρίως όταν ασχολούμαστε με ιδιώματα, ή με εντελώς καινούργιες εκφράσεις που προς τό παρόν ανήκουν σε μια αργκώ μέχρι να μπουν στον κανόνα – οπότε και σιγά–σιγά θά’ρθει η ώρα τους να ανατραπούν κι αυτά ως αναγκαστικά πλέον και γι’ αυτό καθωσπρέπει και γι’ αυτό αντιπαθητικά : έτσι γίνεται πάντοτε : η ζωντανή γλώσσα θέλει να αντιπαρατίθεται πάντα σε κάτι, σε αντίθεση συχνότατα με τόν φορέα της που, μες στον βιωτικό του εφιάλτη δεν έχει τό περιθώριο και ίσως ούτε και τό θάρρος να αντιπαρατεθεί αλλιώς : η γλώσσα ξελασπώνει τή συνείδησή του εκ τού ασφαλούς – εκτός από τίς περιπτώσεις που θ’ αποφασίσει να κάνει ένα πληρέστερο έργο. Κοιτάζοντας λοιπόν τό βίντεο τής διαφήμισης εμένα μέ φτάνουν, σαν αλλεπάλληλα κύματα, πολύ περισσότερα μηνύματα από τό σκέτο «επέλεξε» τού κωστάλα (αν υποτεθεί δλδ ότι αυτός έφτιαξε τό κείμενο και δεν τό εκφώνησε απλώς – πράγματα που δεν τά ξέρω γιατί δεν έχω καμία σχέση εγώ μ’ αυτά –) περισσότερα μηνύματα από τίς σκέτες λέξεις δηλαδή εννοώ : πράγματα που τά βγάζω από τόν ενγένει τρόπο του : μηνύματα γλωσσικά μ’ άλλα λόγια που εκπορεύονται επαρκέστατα κι από τό ζεστό βλέμμα κι από τό συνωμοτικό χαμόγελο που συνοδεύει εντέλει εκείνη τήν αδιόρατη προς τά μπρος κίνηση τού σώματος – γεμάτη από μια υπόγεια ένταση υποσχέσεων και φιλικότητας – η οποία αποτελεί και τό τελικό κρίσιμο κλείσιμο τού ματιού τήν τελευταία στιγμή όπου επιλέγεται αποφασιστικά τό «επέλεξέ το»… : καλοπαιγμένο

   δεν θα πω προς τό παρόν τίποτ’ άλλο

.

ντοκουμέντα

.

.

.

.

.

.

   υγ 1
   πάντως μόλις πιάσουνε για τά καλά τά κρύα θ’ ασχοληθώ λίγο περισσότερο με τή γλώσσα : τό ’χω αδικήσει τό θέμα και τό ’χω βάλει μέχρι στιγμής μάλλον στο περιθώριο, ενώ μ’ ενδιαφέρει τόσο – 

   υγ 2
   και για να ξαναγυρίσω μια τελευταία φορά στον σαραντάκο, με αφορμή τόν οποίο ξεκίνησα, να τό προσέξει πάντως αυτό λίγο θα τού έλεγα (δεν διαβάζει γυναίκες μπλόγκερ, αλλά δεν πειράζει εγώ τό λέω για όσες μέ διαβάζουνε) : τό πρόσωπό του, μ’ αυτή τή μανία για τό «γραμματικά σωστό», κινδυνεύει να βρεθεί πολύ κοντά με τόν συντηρητισμό τήν αυταρχικότητα και τόν κομφορμισμό τής απόλυτα απέναντι όχθης : και να αρχίσει να μοιάζει (αυτό τό πρόσωπο τό πολύ συμπαθητικό σε όσους στο ίντερνετ υποστηρίζουν μετά πάθους τή δημοτική) όλο και περισσότερο με τού δάσκαλου που αντί να χαίρεται τά παιδιά που παίζουν στην αυλή τού σχολείου, τά κυνηγάει με τόν χάρακα για να πουν, στην αυλή όπως και μες στην τάξη, καλύτερα μια προστακτική – όπως παλιά μάς κυνήγαγαν με τίς υποτακτικές τους –

   για να μην πω ότι – για τά δικά μου τουλάχιστον γούστα – είναι ύποπτος και αισθητικά ακόμα ο τίτλος τής ανάρτησής που έβαλε : «δεν μάς έφτανε ο καβάφης, πλάκωσε και ο κωστάλας» είπε αυτό για μένα όταν τό πρωτοδιάβασα, σε απλά ελληνικά

   υγ 3
   ενδιαφέρον όμως έχει και η «απολογία» τού ιέκ : τή βρίσκω δηλαδή προσεκτική και φυσικά πονηρή (τοποθετεί μάλιστα τόν κωστάλα στους απλούς εκφωνητές ώστε να τόν καλύψει, αν δεν πετύχουν τά επιχειρήματα) : καταρχάς αποδέχεται αμέσως ότι άλλος είναι ο «σωστός γραμματικός όρος» – μ’ αρέσει αυτό τό «γραμματικός» που αφυδατώνει σχετικά τόν όρο από τή «σωστότητά του» – αν έλεγε «σωστός γραμματικά» θα ήταν βέβαια κοντύτερα στη δημοτική και συνεπώς και στο «επέλεξε» που επέλεξαν, αλλά οι άνθρωποι τής εταιρείας φυλάνε πλέον τά νώτα τους. Μ’ αρέσουν όμως και οι υπόλοιπες «αναλύσεις τους» όπως πιχι η σημασία που δίνεται στο «εύηχο» – αντιδιαστέλλοντάς το με τήν σημασία που δεν (πρέπει να) έχει τό εύηχο στον γραπτό λόγο, η παραδοχή (που ’λεγα και παραπάνω) ότι προσπαθούν να προσεγγίσουν τούς νέους λεκτικά, τό μέτρημα (κάτι που κάνει άλλωστε κι ο σαραντάκος) ότι ο τύπος «επέλεξε» χρησιμοποιείται πολύ στο ιντερνέτ, τήν παρηγορητική στροφή προς «μεγάλους λογοτέχνες και ποιητές» η οποία μπουρδουκλώνεται όμως με τήν αντιδιαστολή ότι «χρησιμοποιούν τή λεκτική και όχι γραμματικώς ορθή αποτύπωση λέξεων» (όπου τό «λεκτική» εδώ δεν ξέρω ακριβώς τί σημαίνει αν και βοηθάει λίγο η κατακλείδα τής πρότασης : «σύμφωνα με τή φωνητική εύηχη εκφορά», πράγμα που όμως έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τό προγενέστερο ( : πως τό εύηχο δεν ισχύει για τόν γραπτό λόγο)), και τέλος βέβαια η υιοθέτηση τού φαινόμενου τής «διαχρονικής αλλαγής τής γλώσσας κλπ κλπ» πράγματα που φυσικά είναι πολύ σωστά και που θα ’πρεπε να τά παραδέχεται κάθε κατήγορος : αστείο όμως (και με τήν έννοια τού εντελώς περιττού) μού φαίνεται τό τελικό, για τήν «αναγκαιότητα τής εύηχης εκφοράς ενός διαφημιστικού κειμένου» : αλλά οι άνθρωποι χρησιμοποίησαν μια ζωντανή δημοτική και βρήκαν τόν μπελά τους, πιάνονται επομένως απ’ όπου βρουν κι απ’ τά μαλλιά τους…

  * για όσους έχουν γερά νεύρα, νά και κάτι απόψεις τού στάλιν περί γλώσσας : εδώ (1950), και εδώ (1928)

.

.

.

  

.

.

.

.

.

Δεκέμβριος 11, 2011

τό υψίστατο και καλυτερότερο criterion για να μην πάμε πουθενά και να μη φάμε τίποτα

.

 

.

   μαζεμένες παρατηρήσεις περί γλώσσας σήμερα, μάλλον καθυστερημένες, που τίς σκεφτόμουνα δηλαδή από καιρό αλλά μπαίναν άλλα (κατά τή γνώμη μου σημαντικότερα) στη μέση…

   ξεκινώντας λοιπόν από τά αρχαιότερα : πριν (κάμποσα) χρόνια είχε γίνει μια φασαρία για τή λέξη καλυτερότερο η οποία επικράτησε, και έλυσε και έδεσε, σε κάποιους (μικρούς) χώρους και κάποια (νεανικά) μυαλά μια ολόκληρη εποχή, ενώ οι «μεγάλοι» (σε άλλους χώρους και με άλλα μυαλά) τήν χαρακτήρισαν (λίγο–πολύ τήν ανάγκη φιλοτιμίαν ποιούμενοι) (κι αφού δεν μπόρεσαν να τήν εξαφανίσουν και να τή σβήσουν τελείως με όπλο εκείνη τή φοβερή τρομοκρατία περί λάθος γλώσσας και περί αμορφωσιάς και περί αγγλωσσίας) ως «ιδίωμα νεανικό». Στο αναμεταξύ δεν ακούγεται πια και τόσο – θέλω να πω όμως έστω και καθυστερημένα τή γνώμη μου κι εγώ : ότι δεν ήταν δηλαδή λάθος (απολύτως καθόλου) και επιπλέον πιστεύω ότι θα ξαναεπιστρέψει : όχι μόνο η λέξη η ίδια αλλά και ο τρόπος σύγκρισης αυτού τού είδους, και σύμπασα η κατασκευή συγκριτικών, πιστεύω ότι από ένα σημείο και πέρα θα γίνεται με βάση μια παρόμοια λογική :

   γιατί η λογική αυτή είναι πολύ απλή και καθαρή, και εντελώς μέσα στις πιο βαθειές διαθέσεις τής γλώσσας : η διάθεση για σύγκριση, δηλαδή ουσιαστικά για κρίση, είναι βέβαια μια κατεξοχήν ζωντανή και ανατρεπτική πράξη – και η γλώσσα τή θέλει αυτή τήν κριτική πράξη έντονη, σημαντική και δικιά της : έτσι ενώ προσθέτει μόνιμα τήν (ίδια) κατάληξη (–τερος ή –τατος) για να κρίνει και να συγκρίνει δύο πράγματα (ενώ στα αρχαία υπήρχαν διάφορες εξαιρέσεις τού κανόνα (και τό καλός ας πούμε γινότανε καλλίων και κάλλιστος)), φτάνει στο σημείο να μην αναγνωρίζει μια κριτική που έγινε παλιότερα, αν τώρα έχει τόσο παγιωθεί τό νόημά της ώστε να έχει ατονήσει η διάθεση για αμφισβήτηση μέσα του, με αποτέλεσμα η κρίση να εμφανίζεται περίπου εξαφανισμένη

   μ’ αυτήν τήν νοοτροπία που δίνει σημασία μόνο στη ζωντανή ζωή, τό καλύτερος εκλαμβάνεται πια δικαίως ως λέξη ενιαία και η κατάληξή της δεν έχει ιδιαίτερο κριτικό νόημα, και μόνο τό καλυτερότερος (ακολουθώντας ακριβώς τόν κανόνα) ξαναζωντανεύει τή σύγκριση. Δεν θυμάμαι για χρόνια να πρόσεξα πάντως άλλες περιπτώσεις όπου αυτό να λειτούργησε, τουλάχιστον εκκωφαντικά ώστε να τό μάθω κι εγώ, ώσπου πρόσφατα άκουσα κάποιο παιδί στην τηλεόραση απ’ τό οποίο παίρναν συνέντευξη (για κάποιο επιστημονικό θέμα) να λέει «τό υψίστατο βραβείο». Νά λοιπόν που τό ίδιο πράγμα μπορεί να επαναλαμβάνεται : η λέξη ύψιστος έχει ασφαλώς χάσει τήν έννοια τής σύγκρισης, κι έχει γίνει πλέον παγωμένη και άχρωμη – κολλώντας τή δημοτική κατάληξη τού υπερθετικού, ο ύψιστος μπορεί και ξαναγίνεται ύψιστος

    προσωπικά είμαι απολύτως πεπεισμένη, από τή μια ότι η γλώσσα με τά λάθη που κάνει (ο φυσικός της ομιλητής) ακολουθεί τούς πιο μόνιμους κανόνες και τίς πιο σταθερές τάσεις της, κι από τήν άλλη ότι, ψυχαναλύοντάς την ας πούμε, θα μπορούσαμε να βρούμε έναν βαθειά κρυμμένο υλισμό, κι έναν αμετανόητο αναρχισμό επίσης, σ’ αυτές τίς τάσεις. Αυτά όμως δεν είναι τής παρούσης ακριβώς – αν και ίσως όχι κι εντελώς εκτός τών ορίων τού σημερινού θέματος

   ένα σημείο στο οποίο η γλώσσα εμφανίζει ακριβώς τήν ανυποταξία της απέναντι σε κανόνες που δεν αναγνωρίζει ως δικούς της είναι η περίπτωση τών ξένων λέξεων, τίς οποίες ενσωματώνει χωρίς συμπλέγματα – γι’ αυτό ή θα τούς κολλήσει μια κατάληξη που θα κάνει τή λέξη κάτι αντίστοιχο με τό καλυτερότερος, δηλαδή μια νέα λέξη που θα έχει ως μορφή τά χαρακτηριστικά που εκείνη αναγνωρίζει ως λειτουργικά, και η οποία θα κλίνεται με τίς ελληνικές καταλήξεις (τά παραδείγματα είναι άπειρα, και τά γνωστά γλωσσικά ιστολόγια έχουν ασχοληθεί πολύ με τό θέμα) ή, αν δεν τής κολλήσει μια κατάληξη θα αρκεστεί με μεγάλη αυτάρκεια σε μια μορφή (άκλιτη) τής λέξης, μόνο στον ενικό ή στον πληθυντικό ανάλογα : τό ανάλογα έχει κι αυτό φυσικά τή λογική του, και η λογική αυτή (σε πλήρη συμφωνία με τόν υλισμό που λέγαμε) ενδιαφέρεται μόνο για τή λειτουργία τής λέξης στη ζωντανή ζωή : έτσι αν τό πράγμα είναι ακριβό και τό αγοράζουμε ένα–ένα, η λέξη σταθεροποιείται στη μορφή τού ενικού (που είχε στην αρχική γλώσσα) όπως έγινε αρχικά με τή λέξη φίλμ, αλλά αν πρόκειται για πράγματα που τά ξέρουμε τά βλέπουμε και τά ζούμε (δυστυχώς) σε σύνολα, θα παγιωθεί στον πληθυντικό (τό τανκς). ( : Έτσι τό λέγαμε από τήν αρχή εμείς, και έτσι ήξερα κι εγώ ότι τό έλεγε ο κόσμος όλος, μέχρι να πλακώσουν οι ξενομαθείς τών εφημερίδων – τούς οποίους δεν έχουν καμία αναστολή βέβαια να μιμηθούν οι αστοί (και δυστυχώς και πλείστοι – πλειστότατοι – πλέον αριστεροί))

.

.

   ουσιαστικά πρόκειται για ένα θεωρητικό και φιλοσοφικό ζήτημα, που δείχνει ανάγλυφα και εκφραστικά τήν τάση τής γλώσσας να αποτινάζει υπόγεια κάθε «ξένη» εξουσία και επιβολή από πάνω της : διότι η γλώσσα είναι ένα σύστημα απολύτως κλειστό – και γι’ αυτό και ανοίγεται, χωρίς φόβους συμπλέγματα και ενδοιασμούς, χρησιμοποιώντας ό,τι τήν βολεύει κάθε φορά με μια διάθεση και κοινοκτημοσύνης και διεθνισμού (πράγματα τά οποία λειτουργούν με όρους αντάρτικου ακριβώς, και τής επιτρέπουν να διατηρεί τήν ειρωνική φύση και τήν υπονομευτική ψυχολογία της : η γλώσσα δεν αρέσκεται δηλαδή στην αλλοτροίωση – αν τήν πάρουμε σοβαρά υπόψη, και δούμε τίς τάσεις της μέσα στον χρόνο θα διαπιστώσουμε ότι τήν αλλοτροίωση όχι απλώς τήν απωθεί, αλλά τήν φτύνει)

   και τί άλλο από αλλοτροίωση (και αποξένωση, όπως είναι ακριβώς η άλλη εκδοχή τής γερμανικής λέξης απ’ τήν οποία μεταφράζουμε), τί άλλο από αλλοτροίωση και αποξένωση είναι αυτή η μανία τής μικρόψυχης καθαρολογίας ως προς τό πώς προφέρεται ακριβώς μια ξένη λέξη εντός μιας συγκεκριμένης γλώσσας; Ο φυσικός ομιλητής δεν έχει καμία σκασίλα για τό πώς κλίνει τή λέξη η άλλη γλώσσα, εφόσον τό μόνο που τόν ενδιαφέρει είναι να χρησιμοποιήσει τή λέξη για τίς δικές του ανάγκες – μόνο ο αλλοτροιωμένος «διανοούμενος» ενδιαφέρεται να δείξει ότι ξέρει και τόν ενικό και τόν πληθυντικό τής ξένης λέξης, γιατί γι’ αυτόν η μεγαλύτερη ανάγκη ακριβώς είναι να χρησιμοποιήσει τή λέξη όχι ως νόημα αλλά ως στοιχείο τής καριέρας του – να αποδείξει δηλαδή ότι ξέρει ξένες γλώσσες : απ’ αυτήν τήν άποψη η χρηστικότητα τής γλώσσας λειτουργεί και πάλι στην εντέλεια κι ο κανόνας επιβεβαιώνεται παίρνοντας νέα μορφή : η γλωσσική αλλοτροίωση γίνεται στοιχείο κοινωνικής ανόδου

   αντίθετα ο φυσικός ομιλητής (ο ιθαγενής ομιλητής όπως τόν παγίωσε ο τσόμσκυ) χρησιμοποιεί τά ξένα στοιχεία ως άκλιτα διότι μόνο έτσι προστατεύει τά δικαιώματά του έναντι κανόνων τούς οποίους δεν αναγνωρίζει : αυτός ο κανόνας της είναι ουσιαστικά και η σημαντικότερη μορφή τού υλισμού που είπα παραπάνω : η γλώσσα (ανα)γνωρίζει δηλαδή μόνο τό υλικό απ’ τό οποίο αποτελείται, ζει με τό σώμα της, ξέρει μόνο προτάσεις ρυθμούς και λέξεις – και όχι ιδέες : και ακριβώς πίσω απ’ αυτήν τήν αντίσταση προς κάθε ξένη προς τίς επιθυμίες της διάθεση καιροφυλακτεί μια ακλόνητη ιδέα – η ιδέα τής αυτονομίας της 

   αυτά ισχύουν γενικά για τήν γλώσσα, όχι μόνο για τήν ελληνική (ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής τής τάσης τών γλωσσών να μην κλίνουν τίς ξένες λέξεις είναι ας πούμε η άρνηση τών δυτικοευρωπαίων να δεχτούν τήν γενική ενικού στα γυναικεία επώνυμα – κι έτσι έχουμε εκείνα τά (γελοία για μάς) maria papadopoulosvicky leandros) – τά οποία όμως, μέσα από τήν αλλοτροίωση τών ντόπιων σουσουδιστών αστών έχουν αποκτήσει σχεδόν τό γόητρο τού περιώνυμου επώνυμου – και κάποιες τά περιφέρουν και στα καθημάς με περηφάνεια) (να σημειώσω εδώ ότι οι ρώσοι, με τήν μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση που είχαν πάντα ως λαός και ως έθνος, επέβαλαν τή γυναικεία εκδοχή τών επωνύμων τους από τήν αρχή, και έτσι έχουμε μαρίνα τσβετάγιεβα και όχι μαρίνα τσβετάγιοφ (νά, αυτό μού ήρθε τώρα…)) – όμως εδώ υπεισέρχεται και ένα ζήτημα φεμινιστικής συνείδησης (που τού αξίζει σίγουρα ξεχωριστή ανάρτηση) : γιατί βλέπει κανείς (να τό πω με συντομία) ότι όταν οι γυναίκες διατηρούν τό δικό τους επώνυμο, και κάνουν μ’ αυτό καριέρα, τό φαινόμενο εξαφανίζεται – θα μπορούσε λοιπόν να πει κανείς αποφθεγματικά ότι η χειραφέτηση αρνείται εξαρχής και ανατρέπει κιόλας τή (γλωσσική τουλάχιστον) αλλοτροίωση…

   όμως στους δυτικοευρωπαίους υπήρξε και ένα άλλο γλωσσικό έθιμο (φαινομενικά αντίθετο με τήν άρνηση που είπα παραπάνω) τό οποίο αφορούσε όμως μόνο (μεγάλη μας τιμή) τά αρχαία ελληνικά και τά λατινικά : γιατί υπήρξε κάποτε (αυτή τή στιγμή δεν θυμάμαι ακριβώς πότε καθιερώθηκε) μια συμφωνία «κυρίων», απόρροια μάλλον δέους και φόβου απ’ τή μεριά τών νεογέννητων και έκθαμβων μεσαιωνικών γλωσσών : θα παραβαίναν λοιπόν για χάρη τής μεγάλης παράδοσης τών κλασικών σπουδών τόν κανόνα, και θα χρησιμοποιούσαν και τούς 2 τύπους : δηλαδή και τόν ενικό και τόν πληθυντικό, είτε τών ελλήνων είτε τών ρωμαίων : έτσι ο μορφωμένος άγγλος έλεγε (έγραφε) τό phenomenon αλλά και τά phenomena, τό criterion αλλά τά criteria, τό forum αλλά τά fora. Όμως οι νέες γλώσσες πάλιωσαν, και δεν έχουν καμία διάθεση να είναι πλέον τόσο έκθαμβες : ο κανόνας δεν παρακολουθείται πια ανελλιπώς (άσε που εμείς ουσιαστικά δεν τόν είχαμε και ποτέ – για τά λατινικά βέβαια (* εδώ μπαίνει αστερίσκος : γιατί από μία στιγμή και πέρα εισήχθησαν «τό φόρουμ και τά φόρα» και σε μάς – νομίζω από τόν εξαιρετικά άγλωσσο ανδρέα παπανδρέου)). Αν λοιπόν μεταξύ τών λογίων στην δύση ήταν (και είναι) δείγμα παιδείας καλλιέργειας και ανώτερης μόρφωσης να λένε τά criteria και τά fora – η καθομιλουμένη lingua franca τών αγγλικών έχει αρχίσει πια και αδιαφορεί ευθαρσώς. Έτσι άκουσα τήν κυρία λαγκάρντ (εγώ λέω προς τιμήν της) να λέει κάπου τελευταία «other criterias» – πράγμα που είναι δηλαδή ακριβώς πλέον σαν να είπε σήμερα κάποιος στην ελλάδα «τά άλλα φόρουμ» : εγένετο άραγε χαμός;

   αντιθέτως, δεν νομίζω να τό προσέξαν πολλοί – από τούς εδώ τουλάχιστον απ’ όσο ξέρω κανένας – από τούς εκεί ψάρεψα τή σχετική κοροϊδία, εμπλουτισμένη με τίς συνήθεις μισογυνικές εικονίτσες, κάποιου γαλλόφωνου γραμματιζούμενου. Όμως τό (καθόλου) λάθος τής κ. λαγκάρντ δείχνει ότι τό έθιμο φθίνει ραγδαία κι ότι δεν έχει πια νόημα αυτή η επίδειξη νεκρογλωσσομάθειας ακόμα και για τίς τάξεις εκείνες από τίς οποίες κάποτε τράφηκε : αν λοιπόν ακόμα και οι ανώτερες τάξεις ξαναγυρίζουν στις φυσικές τάσεις τής γλώσσας, τότε οι φυσικές τάσεις τής γλώσσας επιβεβαιώνουν υπονομευτικότατα τή δύναμή τους

.

 

.

   αντιθέτως στην ελλάδα βρισκόμαστε σε μία φάση που η γλωσσική αλλοτροίωση ζει και βασιλεύει με τόσο εξαγριωμένο (και εξαγριωτικό – για μένα τουλάχιστον) τρόπο, ώστε καταντάει δίκοπο μαχαίρι να υποστηρίζει κανείς νηφάλια τήν επιστημονική αρχή πως στη γλώσσα δεν υπάρχουνε λάθη : διότι, ναι, δεν υπάρχουνε, όταν γίνονται από φυσικούς ομιλητές, όχι από ομιλητές φερέφωνα τής εξουσίας τών γελοίων μέσων παιδείας τού έθνους όπως έχουν φτάσει να είναι οι δημοσιογράφοι οι πολιτικοί και οι (χουντικοί) μας γλωσσολόγοι : Τό κλασικότερο παράδειγμα είναι εκείνο τών τανκς και τών κόμιξ – δηλαδή τού τανκ και τού κόμικ : η επίδειξη όμως ξενογλωσσομάθειας μεταστρέφεται, ανηλεώς και από τόν ίδιο δρόμο, σε απόδειξη γλωσσοαμάθειας, μολονότι είναι τόσο ισχυρή η κοινωνική ανταμοιβή προς όποιον ξέρει τόν πληθυντικό δυο ξένων λέξεων (σιγά τά ωά, κανείς δεν τολμάει να κάνει τέτοια και με τά γαλλικά τά ρώσικα ή τά κινέζικα ας πούμε) ώστε περνάει τελείως στο ντούκου η τιμωρία τήν οποία η ίδια η γλώσσα (επιστρέφουσα ακάθεκτη) εν συνεχεία τούς επιβάλλει : διότι αυτός ο δήθεν σεβασμός, κανόνων μιας ξένης γλώσσας εντός μιας άλλης γλώσσας, αποβάλλεται μετά τόσης βδελυγμίας και αηδίας από τήν ίδια τή γλώσσα (τών ίδιων τών ομιλητών) που καθώς η γλώσσα επανέρχεται τελικά πάντα στους δικούς της όρους έστω και από τήν ανάποδη, ο σεβασμός απογυμνώνεται και επιδεικνύει διάφανα τό αρχικό του νόημα – δηλαδή τήν απλή επίδειξη καλυτεροσύνης – : όταν ο ομιλητής, παρασυρμένος από τή μανία του, θα πει και τόν πληθυντικό με εξίσου πρωτότυπο τρόπο, δηλαδή θα πει λίγο αργότερα τά τανκ και τά κόμικ (έχει πια διαδοθεί τόσο, που δεν χρειάζονται παραδείγματα, κοντεύει να γίνει σχεδόν ο κανόνας μεταξύ γραφιάδων ενός συγκεκριμένου τύπου – και απορώ πώς δεν καταλαβαίνουν κι οι ίδιοι πόσο πολύ τούς προδίδει αυτό τό (σύμφωνα με τούς δικούς τους κανόνες) λάθος)

.

  

.

 

.

   αλλά τί να λέμε τώρα, η καθαρολογία κάθε μορφής είναι ένα γελοίο φαινόμενο που ως βασικό του συστατικό έχει όχι τόσο τήν άγνοια όσο μια αγιάτρευτη (ψυχολογική αλλά και επαγγελματική) ανασφάλεια : Έτσι όσοι θέλουν ν’ αποδείξουν ότι κάτι ξέρουν περισσότερο απ’ τούς άλλους (και συνεπώς είναι διαφορετικότεροι αξιότεροι καλυτερότεροι (για να μην πω και υψίστατοι)) ανατρέχουν συνήθως στα αρχαία για να διορθώσουν δήθεν λάθη που έχουν γίνει «από κακή χρήση» : τούς διαφεύγει, και δεν είναι περίεργο, ότι η έννοια τής «κακής» χρήσης είναι καθαρά ηθικής χροιάς, και μ’ αυτήν τήν έννοια απολύτως εξουσιαστικής – αλλά τό τελευταίο, και να τό διαπίστωναν, μάλλον δεν θα τούς πείραζε

   τήν ανασφάλειά τους όμως τή βρίσκουμε εναργέστερη όταν δεν μπορούν να ανατρέξουν πια σε κανένα αρχαίο, και ανατρέχουν έτσι σε κυριολεξίες δήθεν, σημερινές : έτσι κάθε λίγο και λιγάκι κάτι «διορθώνεται» άνευ ουδενός πραγματικά λόγου : προκύπτουν έθιμα κωμικότατα λοιπόν κατά καιρούς, και στις τηλεοράσεις και τίς εφημερίδες (είπαμε, αυτοί μαζί με τούς επώνυμους γλωσσολόγους μας είναι οι διδάσκαλοι τού γένους) : Εσχάτως, δεν ξέρω κι εγώ ακριβώς από πότε (τά φαινόμενα αυτά μού έρχονται ως κατραπακιές, εντελώς απροσδόκητα τίς λίγες φορές που πάω ν’ ανοίξω εφημερίδα ή να δω ειδήσεις στην τηλεόραση και συνεπώς δεν είμαι σίγουρη για τό πότε ξεκίνησαν) εσχάτως λοιπόν κάποιοι τέτοιοι ανακάλυψαν τό γουδή τό γουδοχέρη, με ήτα, τό «καλημέρα σας» στις 12 και 1΄ τά μεσάνυχτα, και τό περιβόητο «λάθος» τών δύο αρνήσεων (που δεν είναι πάντοτε και οι δύο αρνήσεις) (και που συνεπώς δεν «κάνουν πάντα μία κατάφαση») : Έτσι καταλήξαμε στο να καταργηθεί σχεδόν διά ροπάλου η λέξη κανένας και τίποτα, και να μιλάμε μόνο με κάποιους και για κάτι – ακόμα κι όταν δεν έχουμε να πούμε απολύτως κάτι με απολύτως κάποιον. Είναι κρίμα, όχι τόσο γιατί όταν πω (με έμφαση εγώ, διότι από πείσμα ή μαζοχισμό εγώ άλλο τίποτα) σε πωλήτρια ή σε σερβιτόρο σήμερα «όχι δεν θέλω τίποτ’ άλλο» θα με κοιτάξει με άφατη περιφρόνηση (που δεν έχω ενημερωθεί για τίς νέες τάσεις τής γλώσσας), όσο γιατί χάθηκε μια ιδιομορφία – πραγματικό διαλεκτικό, φιλοσοφικό και εκφραστικό διαμάντι – τής νεοελληνικής που απ’ ό,τι ξέρω είχε μοναδικό αντίστοιχο τά αμερικάνικα μαύρα : τό «να βρούμε κάνα φίλο να πάμε πουθενά και να φάμε τίποτα» μόνο με τό i don’t know nothin’ δηλαδή, ή τό ain’t nobody’s business και άλλα τέτοια νέγρικα μπορεί να συγκριθεί – σε λαμπερότητα άρνησης, διαύγεια έμφασης, και στιλπνότητα εκφραστικής αυτοπεποίθησης. Και ενώ αυτό ακριβώς τό νέγρικο αμερικάνικο ιδίωμα κατακυριεύει όχι μόνο τήν αμερική, αλλά εξαπλώνεται και σε όλον τόν κόσμο, και κοντεύει να γίνει η lingua franca τής σημερινής εποχής, τό ελληνικό αντίστοιχο έχει καταπλακωθεί από τήν καθωσπρεποσύνη τής πρωινάδικης και δημοσιογραφοπολιτικής ηλιθιότητας. Κι είναι κρίμα και για έναν επιπλέον λόγο, γιατί έχοντας οι δυο γλώσσες αυτήν τήν εντελώς αντίστοιχη ιδιομορφία (όπου η άρνηση επί αρνήσεων δεν σημαίνει καθόλου yes) επιδείκνυαν και χαίρονταν μια κοινή κρυφή τάση αντίστασης στην καθωσπρέπει γλώσσα τών κυρίων τους με μια γλώσσα δηλαδή που έβγαινε και στις δύο περιπτώσεις από 400 χρόνια σκλαβιάς – αλλά οι μεν μαύροι επιμένουν (και γι’ αυτό και θα νικήσουν) οι δε εδώ ιθαγενείς σκιάζονται, χέζονται πάνω τους μη δε τούς πουν καθωσπρέπει, και έτσι γίνονται απλώς αξιοπρεπείς πωλητές και σερβιτόροι : κι είναι κι αυτός (δεν μού τό βγάζει άνθρωπος εμένα από τό νου) κι ένας από τούς λόγους που (συνέχεια) χάνουν

   όταν ξαναβρούν τήν άρνηση (τήν πραγματική και χωρίς φόβο) τότε θα τά ξαναπούμε

.

.

   και έτσι, μ’ αυτή τή λογική κιόλας φαντάζομαι, εξαφάνισαν ως διά μαγείας οι τηλεοπτικοί μας αστέρες και τούς χαιρετισμούς και τίς ευχές με τίς οποίες εγώ τουλάχιστον μεγάλωσα : Εμένα μού λέγαν δηλαδή καλησπέρα τ’ απόγευμα όταν μέ υποδέχονταν, και καληνύχτα τό βράδυ, όταν θέλαν να μ’ αποχαιρετήσουνε. Αυτά ήταν ζωντανότερα και πολύ καλυτερότερα από ένα «μεγαλίστικο» καλό απόγευμα ή καλό βράδυ, αμφότερα χρησιμοποιούμενα μόνο ως αποχαιρετισμοί πάντως : άντε, καλό απόγεμα, έλεγε ας πούμε μια θεία, τήν ώρα που έφευγε από τό σπίτι τ’ απομεσήμερο. (Εμείς λέγαμε «γεια»). Και «γεια σου, καλό βράδυ» λέγαν οι μεγάλοι μεταξύ τους όταν αποχαιρετιόντουσαν, με μια κάπως πονηρότερη (και καλυτερότερη) οικειότητα

   τώρα δεν τολμάω ν’ ανοίξω τηλεόραση και χάνω τ’ αυγά και τά πασχάλια μου : «Η Τάδε τώρα θα μάς πει τίς ειδήσεις, καλό απόγευμα Τάδε». Κι εγώ τή βλέπω να εμφανίζεται και να εξαφανίζεται ταυτοχρόνως, αφού τήν αποχαιρετήσανε κιόλας. Και περιμένω να εξαφανιστεί, κι αυτή εκεί, καλό απόγευμα λέει, κι αντί να χαθεί, συνεχίζει.

   ίσως προσπαθώντας ενστικτωδώς (και καλοπροαίρετα) να επανέλθουν σε κάποιου είδους φυσικότητα, ορισμένοι μάς λένε στα τελευταία νυχτερινά δελτία και «καλό ξημέρωμα». Αυτό όμως είναι εξωφρενικό, τί φυσικότητα κατραπακιά είν’ αυτή. Καλό ξημέρωμα είναι μια κουβέντα απολύτως οικεία, δεν είναι κουβέντα για τηλεπαρουσιαστές αυτό. Σ’ αυτό τό ψυχρό μέσο τό πολύ που μπορεί να πει κανείς είναι Χαίρετε, καληνύχτα σας. Άκου καλό ξημέρωμα, σιγά μη μάς πούνε και όνειρα γλυκά.

   άντε πολλά είπα, καληνύχτα σας και καλό ξημέρωμα

.

.

.

 

   μπορείτε από τά γλωσσικά να δείτε κι αυτό τό καλοκαιρινό

   ενημέρωση για τά στοιχεία τών εκπομπών που ανέφερα : τό «υψίστατο» στην εκπομπή τής ετ1 «εικόνα σου είμαι» (θέμα καινοτομίες) τής 11ης μαρτίου 2011, η κυρία lagarde στην τηλεόραση τού «άλφα», ειδήσεις τής 9ης νοεμβρίου 2011

.

.

.

 

.

.

.

.

.

.

 

Επόμενη σελίδα: »

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: