σημειωματαριο κηπων

Απρίλιος 19, 2010

νύχτες / πολλά τά δεινά

 γιάννης ξενάκης 1967 tommaso campanella 1607

με τήν εγκαθίδρυση τής δικτατορίας στην ελλάδα ο γιάννης ξενάκης γράφει και (7 απριλίου τού 1968, σε κάτι λιγότερο από έναν χρόνο) παρουσιάζει στο παρίσι τίς «νύχτες» (nuits) – ενώ στις 26 οκτωβρίου τού ίδιου χρόνου (σ’ ένα ολοήμερο φεστιβάλ αφιερωμένο στο έργο του) ξαναπαίζει στο μουσείο μοντέρνας τέχνης τού παρισιού τίς νύχτες μαζί με τό  «πολλά τά δεινά» που είχε γράψει τό ’62 πάνω σε στίχους τού σοφοκλή από ένα χορικό τής «αντιγόνης»

όταν ήρθε στην ελλάδα τόν νοέμβριο τού 1974 μίλησε γι’ αυτές τίς νύχτες, και έβαλε σε μαγνητοταινία ν’ ακουστούν και τά δύο έργα εξηγώντας ότι δεν είχε μπορέσει να φανταστεί τά λόγια τού σοφοκλή να λέγονται παρά μόνο από παιδιά. Παιδί ήταν κι ο ίδιος άλλωστε όταν σε κείνη τή μάχη στα χαρακώματα τής πατησίων στη διάρκεια τού εμφύλιου έχασε από μια αγγλική οβίδα τό ένα του μάτι και τό μισό του πρόσωπο καθώς και μια αγαπημένη φίλη, τή Μάχη, που σκοτώθηκε (μαζί με άλλους συμφοιτητές του στην ίδια μάχη) και από τά ίδια συμμαχικά όπλα λίγο πιο πίσω – : ξέρουμε ότι στην εξορία ονόμασε τήν κόρη του επίσης Μάχη : και ξέρουμε επίσης ότι φυλακίστηκε αρχικά στην ελλάδα και μετά καταδικάστηκε σε θάνατο, αλλά είχε προλάβει να τό σκάσει με τή βοήθεια τού πατέρα του : σκόπευε να χρησιμοποιήσει τό παρίσι σαν ενδιάμεσο σταθμό για να καταλήξει στην αμερική αλλά τελικά έμεινε στο παρίσι : δεν δέχτηκε ποτέ να κάνει πλαστική εγχείρηση στο πρόσωπο για να καλύψει τήν πληγή από τόν ελληνικό εμφύλιο και τό ένα του μάτι ήταν απλώς γυάλινο.

ήρθε στην ελλάδα αμέσως μετά τίς πρώτες εκλογές, τότε που έγινε ένας ειδικός νόμος για ελάχιστους – ένδοξους – πολιτικούς πρόσφυγες, οι άλλοι δεν μπορούσαν να επιστρέψουν ακόμα καθώς σε βάρος τών περισσότερων εκκρεμούσαν και καταδίκες σε θάνατο. Μίλησε στη λυρική σκηνή ένα βράδι, σε μια αίθουσα πήχτρα στον κόσμο όπου έγινε  ένας κυριολεκτικός χαμός. Βγήκε σε μια άδεια σκηνή όπου υπήρχε μόνο ένα χαμηλό γραφειάκι και ένας μαυροπίνακας με μια λευκή οθόνη για προβολές πιο πίσω, βγήκε διστακτικά μ’ ένα πάκο βιβλία στο χέρι, έκατσε, ταχτοποίησε τά βιβλία στο τραπέζι κι άρχισε να μιλάει : για τόν επίκουρο, τήν τύχη, τήν απόκλιση, τά μαθηματικά, τήν αρχιτεκτονική, τίς πιθανότητες τή μουσική, έδειξε σλάϊντς, έπαιξε μαγνητοταινίες, απάντησε σε ερωτήσεις, έγραψε εξισώσεις στον πίνακα και προβλήματα που τού υπαγόρεψαν κάποια παιδιά, παρακολούθησε με αλληλεγγύη τούς προβληματισμούς όσων τόν ρωτούσανε μαθηματικά, εξήγησε τόν λε κορμπυζιέ και τή συνεργασία τους, έπαιξε με τά χέρια τούμπανο στο τραπέζι για να δείξει τίς πιθανότητες τών ρυθμών, ο κόσμος ήταν σκαρφαλωμένος μέχρι και στα κάγκελα τής γαλαρίας, όρθιοι παντού μέχρι επάνω κι έξω απ’ τήν πόρτα, η ατμόσφαιρα έκαιγε

όσοι τόν είδαν επιμένουν επίσης μέχρι σήμερα (με τρυφερότητα) πως κάτω από τό στενό του παντελόνι εκείνη τή μέρα ήτανε καυλωμένος

  

 

1 γιάννης ξενάκης / νύχτες   :   iannis xenakis / nuits

  

 

musique iannis xenakis (new london chamber choir dirigé par james wood) / peintures angela biancofiore / production euromedia, montpellier 2008 / montage matiah eckhard 

 

2 tommaso campanella : η ανάκριση / giovan domenico campanella καλαβρία 5 σεπτεμβρίου 1568 – παρίσι 21 μαΐου 1639

 

η άγρια αυτάρκεια τής εξουσίας σε όλη της τή δόξα οδήγησε τήν ιερά εξέταση σε μεθοδικούς δρόμους σχεδόν σχολαστικής – και σχεδόν αξιοθαύμαστης – ειλικρίνειας – που θα ‘ταν ωφέλιμοι (για τήν διαλεκτική τής ιστορικής γνώσης) αν δεν ήταν στην κυριολεξία πληρωμένοι με ανθρώπινο πόνο, αίμα και ουρλιαχτά / αντιγράφω από κείμενο λατινικό, ευσυνείδητου γραφιά – ιερωμένου – πρακτικογράφου, που μεταφράστηκε στα γαλλικά από γυναίκα (η οποία αν δεν ζούσε στον αιώνα μας θα ‘χε καεί κι αυτή σαν μάγισσα, μάρτυς μου η ιστορία που μάς στοιχειώνει…) / τά «πρακτικά» τής παρακολούθησης τών φυλακισμένων εκτός θαλάμου βασανιστηρίων και εντός κελλιών τά οφείλουμε στην ακόμα πιο θλιβερά μεθοδική προθυμία δύο συγκρατούμενων που παρακολουθούν και καταγράφουν για λογαρισμό τών ιερών δεσμοφυλάκων τίς μυστικές συζητήσεις τών μοναχών φυλακισμένων – τίς νύχτες – από τά δύο διαφορετικά τους κελλιά : δεν θα σάς δώσω τό κείμενο ολόκληρο, στο τέλος σάς παραθέτω τήν πηγή – αντιγράφω μόνο εκείνες τίς λίγες κουβέντες που φωτίζουν συγκινητικά (κατά τή γνώμη μου) τήν όλη δεινή φρίκη : 

1      στο κελί

 

– αδελφέ Τομάζο αδελφέ Τομάζο…

– καλησπέρα καλησπέρα

– πώς τά πας ; κάνε κουράγιο αύριο έχουμε ταχυδρομείο

– Πέτρο κανόνισε ν’ ανοίξουν τήν πόρτα, να κοιμόμαστε μαζί… Χαρά, ε ;

– Απ’ τό στόμα σου και στου θεού τ’ αυτί! Να ‘χα δέκα δουκάτα να δώσω στους φύλακες, και σε σένα δέκα φιλιά τήν ώρα… Έχω σκορπίσει τά σονέτα σου σ’ όλη τή νάπολη, τά ξέρω όλα απ’ έξω, και θέλω να διαβάσω δικά σου κι άλλα…

– θα δώσω στον ταχυδρόμο αντίγραφα…

– πρώτα σε μένα και για τόν αδελφό μου να δώσεις και μετά τά υπόλοιπα στους άλλους

– ξεκουράσου τώρα… καληνύχτα

…………

– έγραψες πολύ σήμερα ;

– ναι, πολύ.

…………

– ακούω κάποιον

– θεός φυλάξοι, μίλα λατινικά, είν’ αγράμματοι, δεν ξέρουν…

– δεν θά ‘ρχονταν χωρίς φως…

– βλέπεις φως Πέτρο ;

– όχι τίποτα…

– εγώ βλέπω φως… άντε για ύπνο.

– άντε για ύπνο. 

2      η ανάκριση

         (18 ιουλίου 1600)

 

– πονάω πάρα πολύ

τού λένε ότι θα τόν βασανίσουν περισσότερο

– όχι άλλο, τί θέλετε από μένα, πέθανα

τόν ρωτούν γιατί δεν απαντάει

– δεν μπορώ… αχ… αχ… μαλάκες, πονάω παντού, κατεβάστε με…

τού ανακοινώνουν ότι θα δοκιμάσουν καινούργιο βασανιστήριο, τήν κρεμάλα

– ναι ναι δοκιμάστε πάει μέ ξεθεώσανε αδελφέ μου

τόν ρωτούν γιατί δεν μιλάει

– δεν αντέχω άλλο… κατουράω

κατουράει. Στη συνέχεια σωπαίνει. Έπειτα λέει :

– τά κάνω πάνω μου

μετά σωπαίνει, τού λένε να μιλήσει

– δεν μπορώ

τού λένε να ζητήσει έλεος από τούς Κυρίους Δικαστές

– αφήστε με να χέσω… πεθαίνω, για τ’ όνομα τού Θεού

…………

τόν ρωτούν πώς λέγεται ο επίτροπος τού Ιεροδικείου που τόν συνέλαβε

– άσε με να κοιμηθώ αδελφέ Θωμά

τόν ρωτούν ποιος είναι ο αδελφός Θωμάς

– εγώ είμαι ο αδελφός Θωμάς

τόν κατεβάζουν, τόν ξαναπάνε φυλακή

         (4 και 5  ιουνίου 1601 παρουσία και δύο επισκόπων)

τού ανακοινώνουν ότι θα τόν μεταχειριστούν βάναυσα αν συνεχίσει να παριστάνει τόν τρελό. Εκείνος απαντά :

– δέκα άσπρα άλογα…

και λέει κι άλλα πολλά ασυνάρτητα. Τόν δένουν στη στρέβλη

– σφιχτά δέστε με, έτσι, μέ τσακίζετε, αχ Θε μου

τού λένε να έρθει στα λογικά του

– δεν σάς έκανα τίποτα, αφήστε με, είμαι άγιος, sanctus sum, miserere, αχ Θε μου, πέθανα, πέθανα, πώς μού σφίγγουν τά χέρια, δεν έκανα τίποτα, ακούστε με

και συνεχίζει να κραυγάζει λέγοντας συνέχεια

– αααχ

και υποφέρει τό βασανιστήριό του λέγοντας

– αχ, ο στρατός που θα μέ βοηθούσε πού είναι, ελάτε, πεθαίνω, βοήθεια, χέζω

τού λένε να μην παριστάνει τόν τρελό

– αφήστε με, μη μέ σκοτώνετε, θα σάς δώσω δεκαπέντε λίρες, δεν έκανα τίποτα

τού λένε να μην κάνει τόν τρελό. Και καθώς τού έδεναν τά πόδια έλεγε

– αχ μέ σκοτώνουν

και καθώς άκουγε τά βούκινα τών καραβιών στο λιμάνι είπε

– σαλπίστε σαλπίστε μέ σκότωσαν

τού είπαν να μην προσποιείται, και αυτός έμεινε σιωπηλός, με τό κεφάλι γερμένο στο στήθος, για μια ώρα. Τότε τού πρότειναν να τόν  κατεβάσουν αν δεχόταν να μιλήσει, αλλά εκείνος είπε μόνο

– όχι, κατουράω

και θέλησε να κατεβεί, και τόν κατέβασαν, και είπε

– θέλω να χέσω

και τόν οδήγησαν στον απόπατο. Και στη συνέχεια ανακρίθηκε πάλι …

…………

τόν διατάζουν ν’ απαντήσει και να μην αποκοιμηθεί. Εκείνος είπε

– να καθίσω… να καθίσω… τό κάθισμα… βούλωσ’ το, σκάσε

τόν ρωτάνε πού γεννήθηκε και πώς λέγεται, κι εκείνος λέει

– βοήθεια

και σωπαίνει. Τού λένε να σταματήσει να κάνει τόν τρελό κι εκείνος σωπαίνει. Και χαμηλώνει τό κεφάλι και λέει

– αλίμονο αλίμονο

και όταν περασε η πρώτη ώρα τής νύχτας τόν ξαναρώτησαν πού γεννήθηκε και πόσων χρονών είναι κι εκείνος είπε

– μη, είμαι αδελφός σας

και σωπαίνει. Και τού λένε να μην κάνει τόν τρελό κι εκείνος λέει

– διψάω

και τού δίνουν να πιει , κι εκείνος ουρλιάζει

…………

και δεν είπε τίποτ’ άλλο όλη τήν υπόλοιπη νύχτα αλλά συνέχισε να υποφέρει με τά κεριά αναμμένα. Και ήρθε τό ξημέρωμα και άνοιξαν τά παράθυρα και έσβησαν τά κεριά. Κι εκείνος εξακολουθούσε να σωπαίνει. Και τού είπαν να μην κάνει τόν τρελό κι εκείνος είπε

– πεθαίνω πεθαίνω

…………

και είπαν οι Κύριοι Δικαστές να διακοπεί τό βασανιστήριο και να τόν βάλουν να καθίσει, και αυτό έγινε, και καθίζοντας είπε πως ήθελε να κατουρήσει και τόν οδήγησαν στο αποχωρητήριο… Και ήρθε η τρίτη ώρα και ήθελαν να τόν ξαναβάλουν στη στρέβλη κι εκείνος είπε

– όχι, περιμένετε αδελφοί μου

και τόν ανέβασαν πάνω στη στρέβλη κι από τότε δεν ξαναμίλησε, κι έμεινε εκεί υποφέροντας ήρεμος και σιωπηλός. Κι έπειτα ζήτησε να τού ανασηκώσουν λίγο τά πόδια του που τόν πονούσανε πάρα πολύ, κι αυτοί τά ανασήκωσαν. Κι έμεινε ήρεμος. Και οι Κύριοι Δικαστές τόν ρώτησαν αν ήθελε να κοιμηθεί κι εκείνος είπε

– ναι

και τού λένε πως αν μιλήσει θα τόν αφήσουν να κοιμηθεί, κι εκείνος δεν λέει τίποτα

…………

και τού επέτρεψαν να κατεβεί  για να φάει και να πιει και να πάει στο μέρος, κι αυτό πήρε μια ώρα, και τόν ξανάβαλαν στη στρέβλη κι εκείνος είπε

– τί θέλετε από μένα ;

και φαινόταν σαν να μην ένιωθε πια πόνο, και δεν έλεγε τίποτα

…………

και τού ανακοίνωσαν πως θα ξανάρχιζαν τό βασανιστήριο, κι εκείνος είπε

– αφήστε με

και τόν ρωτούν γιατί νοιάζεται τόσο πολύ για τό σώμα του, κι εκείνος απαντά

– η ψυχή είναι αθάνατη

κι όλη τήν ώρα επαναλάμβανε

– πεθαίνω πεθαίνω

και διέταξαν να τού ξαναβάλουν τά ρούχα του και να τόν πάνε στο κελί του, και τό βασανιστήριο είχε κρατήσει τριανταέξη ώρες

…………

 

3      στον διάδρομο 

 

και ένας δεσμοφύλακας επιφορτισμένος να παραδώσει τόν κρατούμενο στους δεσμοφύλακες τού κάστρου, τή στιγμή που διέσχιζαν τήν βασιλική αίθουσα τόν άκουσε να λέει

– για τόσο μαλάκα μέ είχανε να μιλήσω ;

:: che si pensavano che io era coglione, che voleva parlare? ::

απόσπασμα από τό κεφάλαιο πρακτικά τής δίκης τού καμπανέλλα 1597–1601 τού βιβλίου τής μαργαρίτας γιουρσενάρ : «χρόνος, αυτός ο μεγάλος τεχνίτης» / le temps, ce grand sculpteur / για τό οποίο έχω γράψει και εδώ / μετάφραση στα γαλλικά τής ίδιας τής γιουρσενάρ από τό λατινικό πρωτότυπο (διασωθέν)  κείμενο τού καλόγερου που κατέγραφε κατά τή διάρκεια τών βασανιστηρίων, και τού καταδότη που παρακολουθούσε τόν καμπανέλα στη φυλακή / «η σμίλη τού χρόνου» εκδόσεις χατζηνικολή – μετάφραση νίκου δομαζάκη /

      

ο τζιοβάνι ντομένικο καμπανέλλα (που από τή στιγμή που έγινε καλόγερος και μετά πήρε τό όνομα θωμάς) είναι ιταλός ποιητής, φιλόσοφος και αστρολόγος τής αναγέννησης, με καταγωγή από τήν καλαβρία τής νότιας ιταλίας / πιάστηκε φυλακίστηκε και βασανίστηκε ως αιρετικός (για τό συγγραφικό του έργο και τήν ποιητική του σκέψη) και πέρασε 5 φορές από δίκη : τήν τελευταία φορά έμεινε στη φυλακή 27 χρόνια και τότε έγραψε τά σημαντικότερα βιβλία του / τό πιο διάσημο, τήν «πόλη τού ήλιου» τό έγραφε από τό 1602 ώς τό 1623 – και τόν  «θρίαμβο τού αθεϊσμού» που άρχισε να τόν γράφει τό 1605 τόν τέλειωσε τό 1607 / ο καμπανέλλα κατάφερε να γλιτώσει τελικά τήν πυρά κάνοντας κυρίως τόν τρελό και χωρίς να αποκηρύξει τό έργο του / ενώ ο – εξίσου πεισματάρης και ασυμβίβαστος (άλλος αιρετικός καλόγερος) – σημερινός μας τζορντάνο μπρούνο (από τή νότια ιταλία κι αυτός) οδηγήθηκε, ύστερα από 7 χρόνων φυλακίσεις δίκες και πολύ χειρότερα βασανιστήρια, επειδή δεν δέχτηκε να ανακαλέσει τίποτα, ζωντανός στην πυρά.

για τόν μπρούνο ο καμπανέλλα δεν μπόρεσε να κάνει τίποτα, καθώς περνούσαν περίπου ταυτόχρονα τά βασανιστήριά τους, για τόν γαλιλαίο όμως που πιάστηκε αργότερα όταν ο καμπανέλλα είχε (με τή μεσολάβηση ενός πάπα που ήταν φίλος του) απελευθερωθεί, προσφέρθηκε να τόν υπερασπιστεί – και έγραψε κι ένα έργο κιόλας, τήν «απολογία για τόν γαλιλαίο» (γράφτηκε τό 1616 και δημοσιεύτηκε τό 1622) : η πλάκα είναι ότι ο γαλιλαίος καθώς ήταν έντρομος και έτοιμος να υποχωρήσει, δεν δέχτηκε καθόλου καλά τήν αυθόρμητη υπεράσπιση τού καμπανέλλα, που φοβήθηκε ότι θα τόν βλάψει γιατί ο καμπανέλλα ήταν αμετανόητος σεσημασμένος… (ξέρουμε ότι ο γαλιλαίος, που ανακρίθηκε 4 φορές (η τελευταία ήταν τό 1633 – οπότε και αποκήρυξε ύστερα από τά βασανιστήρια και τήν απειλή τής πυράς με ένα ταπεινωτικό και υποχρεωτικό κείμενο τίς αρχές του)  γλίτωσε τελικά τό κάψιμο και η ποινή που τού επιβλήθηκε ήταν κατ’ οίκον περιορισμός)

ο giordano bruno (που τό βαφτιστικό του όνομα πριν γίνει καλόγερος ήτανε filippo) είχε γεννηθεί τό 1548 – αλλά γι’ αυτόν τόν εκπληκτικά μοντέρνο φιλόσοφο (που τό πλήρωσε πολύ ακριβά αυτό (ιδιαίτερα) τό εκπληκτικά) έχω τή φιλοδοξία να κάνω ειδική ανάρτηση κάποτε, μολονότι δεν μού είναι και εύκολο… (προς τό παρόν υπάρχει ένα λινκ εδωμέσα που παραπέμπει σε μια βιογραφία του – δεν τήν έχω διαβάσει ολόκληρη, αλλά νομίζω ότι καλή είναι…) (τό βιβλίο (είναι στα αγγλικά) βρίσκεται σε pdf αν κάνετε κλικ στη φωτογραφία κάτω–κάτω, τελευταία στη στήλη δεξιά) / εν πάση περιπτώσει για τά ελάχιστα που μπορεί να ενδιαφέρουν στο παρόν ποστ, ας πω μόνο ότι ο μπρούνο συνελήφθη – ύστερα από προδοσία ενός μαθητή του – στη βενετία τό 1592 (στις 22 μαΐου), και μεταφέρθηκε σε κάτεργο στη ρώμη τό ’93 : οι αλλεπάλληλες δίκες του κρατήσανε 7 χρόνια, και καθώς δεν δέχτηκε να ανακαλέσει τίς καινοφανείς και «αιρετικές» θεωρίες του – κυρίως για «τόν άπειρο αριθμό κόσμων», αφού τού φορτώσανε και ό,τι άλλο μπορούσανε περί ανήθικης ζωής και λοιπά (ήταν τό πιο εύκολο αυτό τότε – αλλά μήπως και σήμερα δεν είναι ; ) τόν οδήγησαν ζωντανό στην πυρά, συμβολικά όπως θέλανε οι παπάδες με τήν είσοδο τού καινούργιου ( 17ου ) αιώνα… / τόν κάψανε στις 17 φεβρουαρίου τού 1600 στην κεντρική πλατεία τής ρώμης τήν campo de’ fiori και η στάχτη του σκορπίστηκε στον τίβερη / περιέργως δεν έχουν σωθεί τά πρακτικά τής δίκης του, όπως σώθηκαν αυτά τού καμπανέλλα που μετέφρασε η γιουρσενάρ : μάλλον όμως φρόντισε η ιερά εξέταση να τά εξαφανίσει γιατί η εκτέλεση τού μπρούνο αποτελούσε σκάνδαλο σε ευρωπαϊκό επίπεδο όπως και να τό κάνουμε – ο μπρούνο ήταν διάσημος φιλόσοφος και είχε μαθητές σε όλη τήν ευρώπη – δεν επρόκειτο για τό κάψιμο ενός οποιουδήποτε ανίσχυρου ανθρωπάκου με μια κατηγορία μαγείας… / άλλωστε ο μπρούνο υπήρξε όπως φαίνεται και όπως μπορούμε και λογικά να υποθέσουμε, εκτός από ασυμβίβαστος και ιδιαίτερα καυστικός στις απαντήσεις του προς τούς ιεροεξεταστές… / σώζεται (από τήν ιδιωτική αλληλογραφία κάποιου gaspar schopp of breslau) ένα επεισόδιο παραδείγματος χάριν από τήν δίκη του, όταν άκουσε τήν καταδίκη : πως σήκωσε δηλαδή απειλητικά τό χέρι του προς τούς δικαστές του και είπε «και ίσως εσείς να φοβάστε περισσότερο τώρα που μού απαγγέλνετε αυτή τήν καταδίκη, απ’ όσο εγώ που τήν ακούω» : «maiori forsan cum timore sententiam in me fertis quam ego accipiam» /  τό 1940 ανακαλύφτηκε μια περίληψη τών πρακτικών τής δίκης του, που μακάρι κάποτε να εκδοθούν.

έτσι λοιπόν η αναγέννηση δεν έχει χάσει τό σφρίγος της μέχρι σήμερα / και τό σημερινό ποστ ας εκληφθεί μόνο ως (μικρό) αφιέρωμα στις μεθόδους κάθε εξουσίας ανά τούς αιώνες σ’ αυτόν τόν πλανήτη / με τήν ευκαιρία τής μεθαυριανής επετείου : και ας αποτελέσει μια μικρή υπόμνηση για τίς διώξεις και τά βασανιστήρια που έχει υποστεί κάθε ασυμβίβαστος και δημιουργικός πολίτης φιλόσοφος ή καλλιτέχνης που διαφώνησε σ’ οποιουσδήποτε καιρούς μ’ αυτόν τόν πολιτισμό

αφιερώνεται επίσης στην, εν ζωή πάνω απ’ όλα, μνήμη όλων εκείνων, γυναικών και αντρών, που καθώς τίς σέρναν αιμόφυρτες οι βασανιστές τους έξω από τό καμαράκι στην  «ταράτσα» τής μπουμπουλίνας μονολόγησαν κάποια στιγμή από μέσα τους, σαν τόν ιταλό εκείνο καλόγερο : για μαλάκα μέ είχανε να μιλήσω ; …

 3 σαν σήμερα μεθαύριο ή χτες

 

 

4 πολλά τά δεινά : σοφοκλής / ξενάκης / παιδική φωνή φοβερά υπάρχουν διάφορα, αλλά από τόν άνθρωπο δεν νομίζω πως υπάρχει τίποτα πιο φοβερό

 

Μαρτίου 12, 2010

μαργαρίτα γιουρσενάρ (2) : χρόνος αυτός ο μεγάλος τεχνίτης

 

 

 

      η πρώτη ανάρτηση για τήν ωραία Μαργαρίτα, εδώ 

 

      πάρχει κάτι γοητευτικό στην ιστορία τής ιστορίας – στην ιστορία δλδ τού πώς ένα γεγονός κερδίζει τήν (σχετικώς) αιώνια ζωή < έχουμε ξαναμιλήσει λίγο γι’ αυτό εδωμέσα νομίζω > : η (αλλόκοτη) αυτή διαδοχή γεγονότων, λόγων και έργων, έχει 3 (ή 4) βασικά σημεία σταθμούς : τό ένα (τό πλατύσκαλο – ή, ενίοτε, ο εντελώς χαμένος πια πλανήτης) είναι τό πραγματικό γεγονός. Τό δεύτερο είναι η αφήγηση περί αυτού από κάποιον που τό είδε και τό άκουσε. Τό τρίτο είναι ότι κάποια κάθεται και τό γράφει. Τό τέταρτο κάποιος που τό διανέμει τυπωμένο ή χειρόγραφο, και συνήθως ρετουσαρισμένο. Ακολουθούν οι μεταφράσεις – μετάφραση μπορεί να ‘χει υπάρξει και πιο πριν – και οι άλλες εκδόσεις. Ύστερα οι ερμηνείες, οι αλλοιώσεις, οι ξαναμεταφράσεις, οι χρήσεις οι καταχρήσεις και πάμε στο άπειρο…

      Κι ύστερα ακολουθεί μια, ακόμα πιο γοητευτική (για τούς διεστραμμένους) διαδικασία αντιστροφής : από τό άπειρο, να ξαναβρείς (αν θέλεις) τό μηδέν – δλδ τό αρχικό γεγονός

      Η γιουρσενάρ είναι κατεξοχήν μια συγγραφέας που γοητεύει όσους γοητεύονται από τήν διαδικασία τής αντιστροφής. Μ’ αυτήν εξάλλου έχει κάνει τά σημαντικότερα έργα της, και τόν Αδριανό, και τήν Άβυσσο, και τούς Λαβύρινθους

      Λογικά λοιπόν, ως πρώτο της δοκίμιο στο βιβλίο αυτό περί Χρόνου, διαλέγει ένα κείμενο για ένα κείμενο : Μεσαιωνικό, πολύ παλιό, τών απαρχών τού ευρωπαϊκού (αγγλικού) μεσαίωνα : Η ιστορία είναι σύντομη, αποτελείται στην ουσία από 2 μικρές δημηγορίες να πούμε – και σχετικά απλή : Αν και αφορά μια ιστορία καθόλου απλή – τή μεταστροφή τών άγγλων από τήν ειδωλολατρία στον χριστιανισμό –

      1° στρώμα αφήγησης : γύρω στο 620 στη νορθουμβρία, βασίλειο τού edwin – τού ισχυρότερου άρχοντα τής αγγλίας : ο έντουιν αυτός πολιορκείται στενά από ‘ναν καλόγερο τόν παυλίνο (η γιουρσενάρ τόν λέει αυγουστίνο (και πράγματι υπήρξε κι ένας αυγουστίνος, αλλά αυτός – ο οποίος έγινε (κατά διαταγή τού πάπα) στενός κορσές σε άλλους μικρότερους βασιλιάδες τού νησιού, έχει ήδη τότε αποδημήσει εις κύριον) – αυτό κατά τή γνώμη μου σημαίνει ότι η ωραία μαργαρίτα τά ‘χε όλα στο μυαλό της συγχρόνως) και ο καλόγερος αυτός μετ’ επιμονής ζητάει σώνει και καλά από τόν βασιλιά να τόν αφήσει να βγάλει κι αυτός τόν δεκάρικό του ενώπιον ευγενών και δρυίδηδων για τή δικιά του θεότητα

      Ο βασιλιάς συμφωνεί τελικά να τό θέσει στη συνέλευση τών ευγενών του καθώς και τού δρυίδη, τού ιερέα τέλος πάντων τής δικιάς τους θρησκείας (δημοκρατικότατες διαδικασίες)

      Στη συνέλευση ο βασιλιάς ρωτάει αρχικά τόν δρυίδη ποια είν’ η γνώμη του

      αυτός δίνει μια άκρως πρακτική και ωφελιμιστική απάντηση που συνοψίζεται στο εξής : «Τί να σού πω βασιλιά μου, και με τούς δικούς μας τούς θεούς, προκοπή δεν έχω δει. Λέω να τόν αφήσουμε κι αυτόν να πει, μήπως κι οι δικοί του μάς προσέξουν τυχόν περισσότερο»

      (απάντηση μπακάλη, αλλά οι δρυίδες μέχρι και σήμερα αυτό τό πρόσωπο επιδεικνύουν)

      Μεσολαβεί ένα κενό – δεν ξέρουμε τί διάλογοι ακολούθησαν, κι αν μιλήσαν κι άλλοι, κι ύστερα προσγειωνόμαστε στον πλανήτη τού γεγονότος :

      Τόν λόγο παίρνει ένας κατώτερος ευγενής (ή θάνης) : αυτουνού ο λόγος είναι που γοητεύει κυρίως τήν γιουρσενάρ – είναι σαφές ότι ο άνθρωπος που τόν έβγαλε, σήμερα θα μπορούσε να είναι φιλόσοφος, διανοούμενος ή ποιητής – διότι δεν μιλάει παρά θεωρητικά : Είναι κρίμα που δεν διασώθηκε τό όνομά του (ενώ τό όνομα τού δρυίδη τό έχουμε) : Καλά–καλά, απ’ τήν απάντηση τού θάνη, δεν βγάζουμε και ακριβές συμπέρασμα – τί ακριβώς πιστεύει δηλαδή για τό συγκεκριμένο πρακτικό ζήτημα – αλλά η απάντηση αυτή καθεαυτή είναι σίγουρα αναπάντεχη (για τήν ιδέα που ‘χουμε επιπλέον εμείς για τόν άνθρωπο τού μεσαίωνα) και ασφαλώς έξοχη

      — Η ζωή (λέει ο μικροευγενής) βασιλιά μου, είναι ένα σπουργίτι : που μπαίνει από τό ένα παράθυρο εδωμέσα στο ήσυχο δωμάτιο όπου καθόμαστε εμείς με τή φωτιά μας στη μέση να μάς φωτίζει και να μάς ζεσταίνει, και που αφού πετάξει λίγο πάνω απ’ τά κεφάλια μας, βγαίνει από τό άλλο παράθυρο απέναντι και ξαναχάνεται στο μαύρο σκοτάδι και τήν παγωνιά που μάς τυλίγει –…

       Έτσι διασώθηκε τό γεγονός : Βασικά, διότι αυτό καθεαυτό αποδείχτηκε σοβαρό – τό ότι μίλησε ο μονοθεϊστής δρυίδης τελικά στους άγγλους είχε ως αποτέλεσμα τόν εκχριστιανισμό τού νησιού τους. Δεύτερον διότι οι λόγοι έκαναν εντύπωση κι οι άνθρωποι τούς θυμόντουσαν και τούς αφηγόντουσαν. Κάποιος κατέγραψε κάπου τούς λόγους.

      Έτσι συναντάμε τό 2° στρώμα τής ιστορίας : εκατό χρόνια αργότερα και κάτι παραπάνω, γύρω στο 730 ένας άλλος καλόγερος ονόματι Βέδας γράφει λατινιστί τήν ιστορία τής πατρίδας του όπως τή μαθαίνει τή διαβάζει και τήν ακούει

      ο μεσαιωνικός καλόγερος Baede ή Βέδας (672 – 735) (που πήρε μετά τόν θάνατό του και τόν τίτλο venerabilis – αντιστοιχεί με τό όσιος – λέγεται και αιδέσιμος (και από ένα πολύ μικρό ψάξιμο που έκανα έμαθα ότι από τόν 11° κυρίως αιώνα καθιερώθηκε αυτό τό επίθετο πλάι στο όνομά του και ότι ήταν και ο πρώτος που τιμήθηκε τοιουτοτρόπως, καθώς τό venerabilis θεωρείται απαραίτητο σκαλοπάτι για να ακολουθήσει αγιοποίηση – δεν κατάλαβα όμως τελικά αν έχει στο μεταξύ ο Βέδας αγιοποιηθεί) ελάχιστα ενδιαφέρουν όλ’ αυτά εν πάση περιπτώσει…) – ο Βέδας λοιπόν έγραψε στα λατινικά και θεωρήθηκε για αιώνες ο πατέρας τής αγγλικής ιστοριογραφίας : σήμερα βέβαια εκτιμάται ότι κάποια στοιχεία τών χρονικών του περιλαμβάνουν και μυθικές αφηγήσεις, όμως θεωρείται επίσης ότι αυτό δεν μειώνει γενικά τήν αξία τους : ούτε και τών γραφτών τού ηρόδοτου μειώνει τήν αξία εξάλλου, για τόν οποίο λέγεται ακριβώς τό ίδιο. Εκτός από τό έργο του historia ecclesiastica gentis anglorumιστορία τού αγγλικού έθνους θα λέγαμε) ο Βέδας ασχολήθηκε επίσης με τήν ορθογραφία και τήν ετυμολογία και (πράγμα πολύ πιο ενδιαφέρον) και με τόν υπολογισμό τού χρόνου – τήν ηλικία δηλαδή τής γης και τών άλλων σωμάτων : τομέας που έθεσε όμως σε κίνδυνο τό δικό του σώμα διότι κινδύνεψε να κατηγορηθεί εξαιτίας τών συμπερασμάτων του ως αιρετικός : τά πήρε όλα πίσω και ανακάλεσε. Τό έργο εκείνο λεγόταν de temporum ratione – και βρίσκεται όπως καταλαβαίνετε σε σχέση, αν όχι κυριολεκτική, πάντως ευθέως ανάλογη με τήν ατμόσφαιρα τού σχετικού δοκίμιου τής γιουρσενάρ –  καθώς (λέω τώρα εγώ σεμνά) και με τό θέμα αυτής τής ανάρτησης

      Στον Βέδα οφείλουμε λοιπόν αρχικά τό γεγονός ότι τά λόγια τού θάνη και η ενγένει ιστορία επέζησαν πέραν κάθε αμφιβολίας… αλλά έχουμε και συνέχεια

      3° στρώμα : 150 χρόνια αργότερα, γύρω στο 870 μάς παραδίνεται τό κείμενο μεταφρασμένο από τά λατινικά τού Βέδα στα αρχαία αγγλικά τής εποχής τού Αλφρέδου τού Μεγάλου και (όπως πιστευόταν για χρόνια) σε μετάφραση τού ίδιου τού βασιλιά – πράγμα που όπως λένε σήμερα οι γλωσσολόγοι δεν ισχύει διότι τό ύφος τού αλφρέδου ήτανε διαφορετικό – συνεπώς τή μετάφραση πρέπει να τήν έκανε κάποιος από τούς λόγιους τού παλατιού τούς οποίους ο αλφρέδος είχε στρατολογήσει για να εκπολιτίσει και να εκπαιδεύσει τό έθνος του, στα πρότυπα τού καρλομάγνου εκατό χρόνια πριν… Η γιουρσενάρ γοητεύεται κυρίως σ’ αυτήν τή φάση από τά αγγλικά τής εποχής τού αλφρέδου… 

      λλά αρκετά μετέφρασα τού λόγου μου τό αρχικό γεγονός, που στην περίπτωσή μας είναι τό κείμενο τής γιουρσενάρ : Θα κάνω τή διαδικασία τής αντιστροφής (εύκολο για μένα αφού υπάρχει τώρα τυπογραφία) και θ’ αφήσω από δω και πέρα τήν ίδια τήν γιουρσενάρ να μιλήσει :

      ά εκπληκτικότερα λόγια που έχουν φθάσει ώς εμάς σχετικά με αυτό τό πέρασμα από μια πίστη σε μιαν άλλη, από τήν πολυθεΐα στον μονοθεϊσμό, μάς έρχονται με τή διαμεσολάβηση τού Βέδα // Εκφωνήθηκαν από έναν θάνη (δηλαδή από έναν αρχηγό ή έναν ευγενή) τής Νορθουμβρίας, που ανήκε στο ισχυρό ασκέρι – αίμα σαξωνικό διασταυρωμένο με κέλτικο – τό οποίο κατείχε εκείνον τόν καιρό τά βορεινά τού βρετανικού νησιού // Ο ιερέας είχε μιλήσει πραγματιστικά· ο αρχηγός πατριάς που πήρε κατόπιν τόν λόγο μίλησε σαν ποιητής και οραματιστής. Όταν τόν κάλεσαν να γνωμοδοτήσει για τήν καθιέρωση στη Νορθουμβρία ενός θεού που λεγόταν Ιησούς, αυτός ο θάνης, που δεν γνωρίζουμε τό όνομά του, διεύρυνε, θα μπορούσαμε να πούμε, τή συζήτηση : «Αν συγκρίνουμε, βασιλιά μου, τή ζωή τών ανθρώπων επάνω στη γη με τά άπειρα διαστήματα τού χρόνου για τά οποία δεν γνωρίζουμε τίποτα, μού φαίνεται πως μοιάζει με τό πέταγμα ενός σπουργιτιού, που μπαίνει από ένα παράθυρο στη μεγάλη αίθουσα όπου γευματίζεις τόν χειμώνα με τούς συμβούλους σου και τούς θάνηδες και που τή ζεσταίνει η δυνατή φωτιά στο κέντρο ενώ έξω οι καταιγίδες και τό χιόνι λυσσομανάνε. Και τό πουλί διασχίζει τή μεγάλη αίθουσα και βγαίνει από τήν απέναντι μεριά· έχοντας έρθει απ’ τόν χειμώνα, ξαναγυρίζει μετά απ’ αυτήν τή μικρή γαλήνη στον χειμώνα και χάνεται απ’ τά μάτια σου. Τό ίδιο και η εφήμερη ζωή τών ανθρώπων, για τήν οποία δεν γνωρίζουμε ούτε τί συμβαίνει πριν από αυτήν ούτε τί θα τήν ακολουθήσει…» // Ο μοναχός // εξουσιοδοτήθηκε να κηρύξει τόν χριστιανισμό //

      Αυτή η απόφαση, στην οποία ούτως ή άλλως θα κατέληγαν, καθώς βρισκόταν στον αέρα τής εποχής // εγκυμονούσε συνέπειες που μάς αφορούν ακόμη : εμπεριέχει τό νησί μοναστήρι // καταφύγιο γαλήνης και γνώσης σε καιρούς ταραγμένους ώς τήν ημέρα που οι Βίκινγκς έμπηξαν τά πελέκια τους στα κρανία τών μοναχών· κυοφορεί τόν καθεδρικό // τή δολοφονία τού Θωμά Μπέκετ από τούς ιππότες τού Ερρίκου τού β’ και τή λεηλασία τών πλούσιων μοναστηριών από τόν Ερρίκο τόν 8°, τόν καθολικισμό τής Μαρίας Τυδώρ και τόν προτεσταντισμό τής Ελισάβετ, τούς μάρτυρες και από τίς δύο πλευρές, τούς χιλιάδες τόμους κηρυγμάτων και διδαχών, και μερικά υπέροχα μυστικιστικά συγγράματα // τίς ομιλίες τού Τζον Νταν, τούς στοχασμούς // και, τή στιγμή που γράφω αυτές τίς γραμμές, τούς καθολικούς και τούς διαμαρτυρόμενους που αλληλοσκοτώνονται στους δρόμους τού Μπέλφαστ. //

      Χωρίς αμφιβολία πολλοί από μάς θα έχουν μερικές φορές αναρωτηθεί με ποιον τρόπο συντελέστηκε αυτό τό είδος αλλαγής φρουράς τών θεών, ποιοι δισταγμοί και ποιες αγωνίες προηγήθηκαν // Στην περίπτωση τουλάχιστον που κατέγραψε ο Βέδας, βλέπουμε τόν έναν γνωμοδότη να ελαύνεται σχεδόν απροκάλυπτα από τόν πλέον χονδροειδή κυνισμό, που καρυκεύεται ίσως από μια κάποια καθαρή καινοθηρία (αυτή η μανία δεν αποτελεί αποκλειστικό φαινόμενο τών ημερών μας), και αναμφίβολα από μία ζωηρότατη έφεση για τά υλικά αγαθά που ο καινούριος θεός θα μπορούσε να φέρει. Ο άλλος αγορητής, που τό ποιητικό του ύφος μάς αρέσει περισσότερο, ορμάται από έναν ουσιώδη και εκ βαθέων σκεπτικισμό, επαφίεται όμως εντέλει στα φώτα που θα μπορούσε να φέρει κάποιος που ισχυρίζεται πως γνωρίζει // Εάν οι απώτερες συνέπειες αυτής τής απόφασης υπήρξαν μεγάλες, τά άμεσα αποτελέσματα προκαλούν αμηχανία // Δεν πέρασαν τρία χρόνια, και ο νεοφώτιστος Έντουιν σκοτώθηκε σ’ ένα πεδίο μάχης από έναν ειδωλολάτρη ηγεμόνα· δεν αποκλείεται μαζί μ’ αυτόν να σκοτώθηκαν και ο πρώην αρχιερέας του και ο μελαγχολικός του θάνης. Δεν υπαινίσσομαι ότι αν είχαν μείνει πιστοί στους παλαιούς τους θεούς θα είχαν σωθεί //

      ας επανέλθουμε στις λίγες φράσεις τού θάνη για να δούμε τί μπορούν ακόμη να μάς δώσουν. Πρώτα–πρώτα, είναι εξαιρετικά όμορφες. // Έπειτα και πάνω απ’ όλα, η ομολογία άγνοιας τού θάνη παραμένει και δική μας, ή μάλλον θα τήν συμμεριζόμασταν, αν οι φιλοσοφίες, οι τεχνικές, όλες οι κατασκευές // δεν έκρυβαν από τά μάτια τής τεράστιας πλειοψηφίας τών σημερινών ανθρώπων τό γεγονός ότι δεν γνωρίζουν περισσότερα για τή ζωή  και τόν θάνατο απ’ όσα ήξερε εκείνος  ο λίγο–πολύ βάρβαρος αρχηγός πατριάς…  // Η τόσο αδέξια λατινική πρόζα τού Βέδα παραείναι πάντως ακόμα απόμακρη γι’ αυτή τήν πρωτόγονη, συγκεκριμένη και συγχρόνως συγκεχυμένη σκέψη, που αποδίδεται με περισσότερη ευχέρεια στη λαϊκότερη μετάφραση τού βασιλιά Αλφρέδου : cume an spearwa… // ένας ομηρικός ήρωας ή ένας Ετρούσκος βασιλιάς θα μπορούσαν να είχαν μιλήσει με τόν ίδιο τρόπο.

      Αν εξετάσουμε προσεκτικότερα αυτό τό κείμενο, που στην αρχή μάς άρεσε για τήν ομορφιά του και μόνο, διαπιστώνουμε ότι η σκέψη τού θάνη έρχεται σε τολμηρή αντίθεση με καθιερωμένους και σεβαστούς τρόπους σκέψης που διατηρούνται ακόμη. Εκείνοι που // βλέπουν τή ζωή σαν ένα φωτεινό διάστημα ανάμεσα σε δύο αχανή ερέβη φαντάζονται αυθόρμητα αυτές τίς δύο σκοτεινές ζώνες, τού πριν και τού μετά, ως αδρανείς, αδιαφοροποίητες, ένα είδος μεθοριακού μηδενός. Οι χριστιανοί, παρά τήν πίστη τους σε ένα παραδείσιο ή καταχθόνιο υπερπέραν, φαντάζονται τή μεθύπαρξη (για τήν προΰπαρξη ελάχιστα νοιάζονται) προπάντων ως τόπο αιωνίου αναπαύσεως. // Γι’ αυτόν τόν βάρβαρο, απεναντίας, τό πουλί βγαίνει από τή θύελλα και επιστρέφει στην καταιγίδα· αυτός ο χαλασμός βροχής και κεραυνών που ανεμοκυκλίζονται μέσα στη δρυιδική νύχτα φέρνουν στη σκέψη τήν περιδίνηση τών ατόμων, τούς κυκλώνες μορφών στις ινδουιστικές soutras. Ανάμεσα σ’ αυτές τίς δύο φοβερές καταιγίδες, ο θάνης ερμηνεύει τό πέρασμα τού πουλιού μέσ’ από τήν αίθουσα σαν μια στιγμή γαλήνης < spatio serenitatis >. Μάς εκπλήσσει πολύ.

      Γιατί ο θάνης τού Έντουιν πρέπει να γνώριζε πάντως πως ένα πουλί που έχει μπει σε μιαν ανθρώπινη κατοικία στριφογυρίζει σαν χαμένο, κινδυνεύει να τσακιστεί πάνω σ’ αυτούς τούς ακατανόητους τοίχους, να καεί στη φωτιά, ή να τό κάνουν μια χαψιά οι ξαπλωμένοι στο παραγώνι σκύλοι. Η ζωή, έτσι όπως τή ζούμε, δεν είναι μια στιγμή γαλήνης.

      Παρ’ όλ’ αυτά, η εικόνα τού πουλιού που έρχεται από τό άγνωστο και ξανατραβάει για τό άγνωστο παραμένει ένα έξοχο σύμβολο τού σύντομου και ανεξήγητου περάσματος  τού ανθρώπου πάνω στη γη.

      Θα μπορούσαμε να προχωρήσουμε περισσότερο και να παραστήσουμε με αυτήν τήν αίθουσα που τήν κυκλώνει ο χειμώνας, τήν φωταγωγημένη για λίγο στην καρδιά τής γκρίζας μελαγχολίας τού χειμωνιάτικου σκοταδιού, ένα άλλο εξίσου σπαρακτικό σύμβολο : τό μυαλό, φωτεινός θάλαμος, κεντρική εστία, πρόσκαιρα τοποθετημένο για τόν καθέναν από μάς στο κέντρο τών πραγμάτων, δίχως τό οποίο ούτε τό πουλί ούτε η καταιγίδα θα υπήρχαν στη σκέψη μας ή τή φαντασία μας.

1976

© για τήν ελληνική έκδοση 1993 : Ιωάννα Χατζηνικολή, μετάφραση : Νίκου Δομαζάκη

 

 

      σημείωση :

      στο βιβλίο της le temps, ce grand sculpteur (τίτλο που πήρε από ένα ποίημα τού ουγκώ) η γιουρσενάρ περιέλαβε διάφορα δοκίμια ή διαλέξεις που είχε κάνει κατά καιρούς

      η πρώτη έκδοση τού βιβλίου έγινε από τόν gallimard τό 1983 – και η ωραία μαργαρίτα επρόκειτο να ζήσει έκτοτε στο σπίτι της petite plaisance στο νησί mount desert (northeast harbor τού maine) άλλα 4 χρόνια μέχρι τόν θάνατό της – κατά σύμπτωση τό βιβλίο πρωτοβγήκε στα γαλλικά 4 επίσης χρόνια μετά τόν θάνατο τής συντρόφισσας τής ζωής της grace frick τό 1979

      στα ελληνικά ανέλαβε να τό εκδόσει (όπως έχει αναλάβει και τά άπαντα περίπου τής γιουρσενάρ) η ιωάννα χατζηνικολή με τόν τίτλο η σμίλη τού χρόνου τό 1993 : από εκεί είναι και τά αποσπάσματα που παράθεσα (ως γνωστόν, καμιά φορά αντιγράφοντας αλλάζω μια–δυο λέξεις στη μετάφραση)

      τό πρώτο από αυτά τά δοκίμια, που έχει ενσωματωμένο μέσα του αυτό τό γοητευτικό παιχνίδι με τούς χρόνους, και τής ιστορίας και τής ποίησης και τής γλώσσας, η γιουρσενάρ τό ονόμασε sur quelques lignes de Bède le Vénérable ( = πάνω σε μερικές γραμμές τού όσιου Βέδα) με υπότιτλο τή φράση «σαν ένα σπουργίτι» στα αρχαία αγγλικά : cume an spearwa… : τό πρωτοδημοσίεψε στα 1976 στη nouvelle revue française (τό περιοδικό που ίδρυσε στα 1909 ο andré gide, και ανέλαβε να διευθύνει από τό 1911 και μετά ο gaston gallimard ο οποίος ίδρυσε λίγο αργότερα και τίς ομώνυμες εκδόσεις)

 

  

 

   τά βιβλία τής μαργαρίτας γιουρσενάρ στις εκδόσεις χατζηνικολή 

 copyright © 2010 hari stathatou for her text

 

 

 

 

 

 

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: